Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

Άνθρωπος από άμμο

Είκοσι χρόνια ήταν αυτά ρε γαμώτο. Κάθε μέρα, η ίδια διαδρομή. Ένα χιλιόμετρο ποδαρόδρομος και μετά λεωφορείο μέχρι της Ακαδημίας. Θα μπορούσε να παίρνει το κοντινό λεωφορείο, στα 200 μέτρα από το σπίτι του. Αλλά έπρεπε να αλλάζει στη μέση της διαδρομής –κατέβα Βουλιαγμένης, περίμενε το άλλο, που πάει Ακαδημίας. Δε γούσταρε. Ήθελε να έχει την ησυχία του. Να κοιμάται, να χαζεύει –όχι να είναι στην τσίτα μην του περάσει η στάση. Άσε που ένα χιλιομετράκι πρωί-μεσημέρι σε κρατάει σε φόρμα.
Είκοσι χρόνια στο ίδιο κτίριο. Μόλις είχε πάρει το απολυτήριο στρατού, όταν βγήκε η προκήρυξη. Έκανε αίτηση, φίλησε κάτι ποδιές, ελαφρώς κατουρημένες, ο μακαρίτης ο πατέρας του, είχε και τα προσόντα –τον πήραν στο Γενικό Λογιστήριο. Τραβιόταν από τότε με μια συμφοιτήτριά του που είχε την υπομονή να τον περιμένει, την παντρεύτηκε γιατί η υπομονή ανταμείβεται. Έκαναν δυο παιδιά, όσα έπρεπε, δύο είναι το σωστό νούμερο –το ένα να κάνει παρέα στο άλλο, να χωράνε και στο σπίτι. Η γυναίκα του δούλευε. Όχι είκοσι χρόνια, λιγότερα, αλλά δούλευε κι αυτή. Με ένα μισθό δε ζει οικογένεια.
Είκοσι χρόνια και το περισσότερο που είχε καταφέρει ήταν να γίνει προϊστάμενος τμήματος. Για να γίνεις διευθυντής θέλει γνωριμίες και άκρες βαρβάτες. Αυτός δεν τα κατάφερνε. Πήγαινε σε τραπέζια συναδέλφων, σε χορούς και τέτοια, αλλά περνούσε ξώφαλτσα. Δεν ήταν εντυπωσιακός τύπος, δεν έλεγε καλά ανέκδοτα, δεν είχε συνδικαλιστική προϋπηρεσία. Δεν παραπονιόταν κιόλας. Τα διευθυντιλίκια είχαν ρίσκο. Διευθυντής σήμερα, υπάλληλος κατεψυγμένος με την επόμενη κυβέρνηση. Άσε καλύτερα.
Είκοσι χρόνια οικογενειάρχης, είχε χάσει τις παρέες του. Κάποιοι από το Πανεπιστήμιο έκαναν καριέρες και τον σνόμπαραν αναλόγως, κάποιοι άλλοι έγιναν ρεμάλια της κοινωνίας, άντε βρέστους. Υπήρχαν και μερικοί που έκαναν οικογένειες, σαν κι αυτόν, αλλά χάθηκαν στις υποχρεώσεις. Στην αρχή βρίσκονταν, μετά τηλεφωνιόντουσαν, τέλος το κόψανε κι αυτό –δεν υπήρχε χρόνος. Μόνο κάποιοι τυχαίοι γείτονες, βαρετοί, του είχαν μείνει. Αλλά δε γούσταρε. Τυπικότητες και τα ρέστα, τον άγχωναν. Δουλειά-σπίτι-παιδιά, αυτά έφταναν και περίσσευαν. Λίγη τηλεόραση πριν κοιμηθεί, δυο κουβέντες με τη γυναίκα του, κάποιο συζυγικό σεξ αναγκαίο και ασυντόνιστο.
Είκοσι χρόνια η ίδια διαδρομή. Για τη δουλειά και στη δουλειά. Για το σπίτι και μέσα στο σπίτι. Σήμερα βρήκε το μπουρδέλο το λεωφορείο να έχει απεργία; Είχε και κάτι εντάλματα να ελέγξει, ο διευθυντής τον ήθελε στις 12 –για τον προϋπολογισμό. Τι μπουρδέλο που είναι αυτή η χώρα! Δεν είχαν πει τίποτα στις ειδήσεις χτες βράδυ, αλλιώς θα έπαιρνε το αυτοκίνητο. Με πόνο καρδιάς, γιατί θα έπρεπε να πληρώνει πάρκινγκ –αλλά θα το έπαιρνε. Σπάνια έβγαζε το αυτοκίνητο, για εκδρομές ή για ταξίδια μόνο. Ακόμα το ξεχρέωνε –δεν είχε καμιά όρεξη να του το τρακάρουν. Και τα πάρκινγκ του κέντρου έπιαναν κώλο κανονικά. Άσε τα μονά-ζυγά. Δε γαμιέται –θα έπερνε ταξί. Πήχτρα θα γινόταν στο κέντρο, θ’ αργούσε αλλά ήταν δικαιολογημένος. Απεργία –τι να κάνουμε;

Άντε να βρεις ταξί, εσύ μαζί με εκατοντάδες άλλους. Όλος ο κόσμος θέλει να πάει στο κέντρο, διπλές, τριπλές, τετραπλές κούρσες παίρνουν οι ταρίφες και τα πεζοδρόμια δεν λένε να αδειάσουν. Στήθηκε υπομονετικά. Στην αρχή ευγενικός. Μετά χώθηκε και τσακώθηκε. «Εγώ ήμουν πρώτος κύριε». «Τι λέτε; Ξέρετε πόση ώρα περιμένω;» «Ξέρω. Λιγότερο από μένα πάντως». «Ρε άντε να χαθείς. Και μας κάνεις και τον κύριο. Μαλάκα».
Μπήκε επιτέλους σε ταξί. Μαζί με τρεις άλλους. Δεν κατάφερε να καθίσει μπροστά, οπότε σαρδελοποιήθηκε μεταξύ μιας χοντρής κυρίας που βρωμούσε άρωμα κι ενός μουστάκια που έζεχνε ιδρώτα. Μπροστά ήταν (φυσικά) μια όμορφη, αδυνατούλα κοπελίτσα.
«Που πάει ο κύριος;»
«Κέντρο. Ακαδημίας».
«Να κάνουμε μια μικρή παράκαμψη από Ζωγράφου πρώτα, να εξυπηρετηθούν και οι υπόλοιποι, έτσι;»
Να κάνουμε. Αφού μας πήρε ο διάολος πρωινιάτικα, γιατί να μη μας σηκώσει κιόλας; Έμεινε, αναγκαστικά, ακίνητος με περιορισμένο οπτικό πεδίο και απεριόριστες ακουστικές ενοχλήσεις . Έβλεπε την Παναγίτσα να τραμπαλίζεται κρεμασμένη από τον καθρέφτη, έβλεπε κάτι μυγοχέσματα στο παρμπρίζ και λίγο από το αριστερό μπράτσο της κοπελίτσας. Και άκουγε για το Ντουμπάι. Όχι ειδήσεις –τραγούδι. «Πάω στο Ντουμπάι, μπάι μωρό μου μπάι –πάω στο Ντουμπάι, μαζί σου άλλο δεμπάει». Οπότε το μπαααααμ που κάλυψε απότομα τη μουσική μαλακία δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα. Περισσότερο τον ενόχλησε που βρέθηκε καρφωμένος ανάμεσα στα μπροστινά καθίσματα, με το χειρόφρενο στην κοιλιά.
«Παναγίαμου!»
«Τι έκανες ρε καργιόλη!»
«Ααααα»
«…σεγαμήσω!»
Αυτά ακούστηκαν ταυτόχρονα. Θα μπορούσε να συνδέσει τις φωνές με πρόσωπα, αλλά ήταν απασχολημένος. Προσπαθούσε να ξεσφηνώσει από τα μπροστινά καθίσματα. Ανακάλυψε κιόλας πως το αριστερό χέρι της κοπελίτσας είχε μακριά νύχια, βαμμένα μωβ. Ένα από αυτά του είχε αφήσει μια περιποιημένη γρατζουνιά κάτω από το μάτι. Κατά τα άλλα ήταν μια χαρά. Αυτός. Η κοπελίτσα πάλι –όχι και τόσο. Είχε καρφωθεί με τα μούτρα στο παρμπρίζ μετά το φρενάρισμα. Κι ο ταξιτζής, μη νομίζεις, σε παρόμοια χάλια ήταν κι αυτός. Είχε μόνο διαφορετική γωνία κλίσης, γιατί παρεμβαλλόταν κι ένα τιμόνι ανάμεσα στο στέρνο του και το παρμπρίζ. Από ότι μπορούσε να διακρίνει, είχαν εμβολίσει κανονικά ένα κόκκινο στέισον. Κάτι κεφάλια γυρόφερναν εκεί μέσα –παραπέρα δεν έβλεπε. Οι διπλανοί του, τα δυο ψωμιά που τον έκαναν σάντουιτς, δεν φαίνονταν να έχουν πρόβλημα. Μόνο που ο πανικός τους είχε γίνει αφόρητη βρώμα. Ευτυχώς είχαν ήδη ανοίξει τις πόρτες και χύνονταν έξω από το ταξί. Βγήκε κι αυτός –ήρεμα, ασυναίσθητα.
Γύρω είχε μαζευτεί κόσμος. Περίεργοι, όπως πάντα. Άσχετοι και απρόθυμοι να βοηθήσουν. Όπως πάντα. Πήγε μπροστά από το ταξί. Το παρμπρίζ είχε γίνει κομμάτια. Μόνο που δεν ήταν άθραυστο –απ’ ότι φαινόταν. Ο ταξιτζής και η κοπελίτσα είχαν χαρακωθεί για τα καλά. Μάλλον ήταν λιπόθυμοι, γιατί γλιστρούσαν προς τα κάτω, ελεγχόμενα. Το κόκκινο στέισον πίσω ούρλιαζε ολόκληρο. Έκανε δυο βήματα και κάθισε στο πεζοδρόμιο. Έψαξε στις τσέπες του για τσιγάρο. Αρχίδια τσιγάρο. Το είχε κόψει 5 χρόνια τώρα. Κοίταξε τα κατεστραμμένα αυτοκίνητα. Είχαν ήδη φτάσει κάποιοι ζητάδες. Ρύθμιζαν την κυκλοφορία. Περίμεναν το ασθενοφόρο. Έδιωχναν τον κόσμο. Ο κόσμος τους έγραφε στ’ αρχίδια του. Χάος. Κανένας δεν ασχολιόταν μαζί του.
«Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;», η ερώτηση πήγαινε στον κοντινότερό του όρθιο. Ταυτόχρονα, ανακάλυψε πως καθόταν πάνω σε χυμένους καφέδες. Αν ήταν σκέτοι –δεν έτρεχε τίποτα. Αν είχαν ζάχαρη –θα κόλλαγε το παντελόνι του. Αν είχαν γάλα –θα άφηνε λεκέ.
«Ο άνθρωπος έχει αίματα!», φώναξε κάποιος. Ο ιδιοκτήτης του τσιγάρου μάλλον. Έγινε ξαφνικά επίκεντρο. Οι περίεργοι έπεσαν πάνω του, όπως οι μύγες στα σκατά. Περίμεναν να πεθάνει μπροστά τους, να πάθει σπασμούς, να λιποθυμήσει έστω. Τους απογοήτευσε. Έμενε εκεί, στο πεζοδρόμιό του, αμήχανος, με βεβιασμένο χαμόγελο και ατσιγαρία 5 ετών. Χωρίς να απαντά σε ερωτήσεις, «είστε καλά;», «πως αισθάνεσαι;», «θέλετε λίγο νερό;», «φέρτε λίγο νερό στον άνθρωπο». Και κανένας δεν κουνιόταν. Δεν τρέχει τίποτα –τσιγάρο ήθελε, όχι νερό. Αλλά βγάζεις άκρη με την καλοσύνη των περαστικών; Ευτυχώς, τον έσωσε το ασθενοφόρο.
Στοιβαγμένος δίπλα σε δυο φορεία. Ο ταξιτζής και η κοπελίτσα, με ορούς και όλα τα σχετικά. Αυτός, καθιστός. Ανάμεσα. Τα ασθενοφόρα ήταν δύο τελικά. Ένα για κάθε αμάξι. Τους στοίβαξαν και μαζί για να κάνουν παρέα στη διαδρομή.
Αυτός δεν είχε πρόβλημα. Τα αίματα στο πρόσωπό του ήταν από τη γρατζουνιά. Από το νύχι της κοπελίτσας. Μωβ –μάλλον. Τους το είπε, αλλά δεν το δέχτηκαν. Μπορεί να είχε και τίποτα άλλο. Εσωτερική αιμορραγία, διάτρηση στομάχου, ολική ρήξη χιαστού, Ερμή ανάδρομο –κάτι τέλος πάντων. Οι τραυματιοφορείς έκαναν πλάκα με τον οδηγό. Ο οδηγός έβριζε και πάταγε τη σειρήνα Η κοπελίτσα κουνήθηκε λίγο, αλλά δεν συνήλθε. Ήταν όμορφη. Πριν. Τώρα είχε κομμάτια από τζάμι μέσα σε χαραγμένο δέρμα. Θυμήθηκε μια συμφοιτήτριά του –όμορφη, ίσως περισσότερο από την κοπελίτσα, αλλά ποτέ δεν του είχε δώσει σημασία. Η κοπελίτσα τραντάχτηκε. Της έπιασε ασυναίσθητα το χέρι, ίσως να της ψιθύρισε και κάτι καθησυχαστικό. Όταν κατάλαβε τι έκανε, άφησε το χέρι απότομα. Κατακόκκινος. Ο ταξιτζής από την άλλη πλευρά στριφογύρισε και βόγκηξε.
Τους παράτησαν σε ένα εφημερεύον νοσοκομείο. Δυο φορεία κι αυτός σε μια πλαστική καρέκλα, κολλημένη στον τοίχο. Κολλημένοι στον τοίχο. Άρχισε να τον πονάει το στομάχι του –έπρεπε να ειδοποιήσει στη δουλειά ότι θ’ αργούσε. Ψάχτηκε –πουθενά κινητό. Κάπου θα είχε παραπέσει στο ταξί. Άρχισε να ζαλίζεται. Κάτι ψιλά, αλλά ζαλάδα πάντως. Η ώρα περνούσε και ο χώρος γέμιζε τραυματίες. Φρίκη και αποξένωση. Κλάματα, αίματα και αναμονή. Κοίταξε την κοπελίτσα. Είχε συνέλθει και έκλαιγε. Δεν πήγαινε άλλο. Σηκώθηκε.
Η αρχική σκέψη ήταν να πάει στο κυλικείο. Για κανέναν καφέ και οπωσδήποτε ένα πακέτο τσιγάρα. Πήρε μόνο τα τσιγάρα. Τον καφέ θα τον έπινε έξω. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, να φύγει από εκεί μέσα ρε πούστη μου, να φύγει. Και έφυγε.
Είχε ήλιο έξω. Θα πεις –καλοκαίρι είναι, ήλιο θα έχει και ζέστη. Αλλά αυτού του φάνηκε πως είχε χρόνια να δει ήλιο. Δεν γούσταρε να καθίσει στο απέναντι τυροπιτάδικο –βρώμαγε νοσοκομείο και συγγενείς ασθενών. Έκανε τον κύκλο του νοσοκομείου και βρέθηκε σε μια πλατεία. Το τσιρότο κάτω από το μάτι του έκαιγε λιγάκι, αλλά η ζαλάδα του είχε περάσει. Κα ο πόνος στο στομάχι. Είδε μια συνοικιακή καφετέρια και μπήκε.
Τον χτύπησε η μυρωδιά του αποσμητικού χώρου (άρωμα -φρούτα του δάσους) και το αιρ κοντίσιον. Ένιωσε αναγούλα, αλλά ελεγχόμενη. Κάθισε και παράγγειλε διπλό εσπρέσο. Κυριλέ. Που να είχε παραπέσει το κινητό του; Έπρεπε να ειδοποιήσει την εταιρεία για να διακόψουν τη σύνδεση. Αλλιώς θα του ερχόταν κανένας λογαριασμός απίθανος και άντε να βρεις τον πιτσιρικά που σου άρπαξε το τηλέφωνο. Ήρθε ο καφές, άραξε άνετα στην καρέκλα και έβγαλε τσιγάρο. Πέντε χρόνια. Ψάχτηκε για αναπτήρα –σιγά μην είχε! Γαμώ το κέρατό μου –κοίταξε γύρω. Το γκαρσόνι είχε εξαφανιστεί, αλλά υπήρχε μια γυναίκα, τρία τραπέζια δεξιά του. Για την ακρίβεια ήταν οι μόνοι πελάτες του μαγαζιού –αυτός και η γυναίκα. Σηκώθηκε. Πόσον καιρό είχε να το κάνει αυτό; Ποιο;
«Συγνώμη, μήπως έχετε φωτιά;»
«Απ’ όλα έχω»
«Ορίστε;»
Όταν ήταν πιτσιρικάς, ο αναπτήρας ήταν πρόσχημα για να πιάσεις κουβέντα με τις κοπέλες. Δεν μπορούσε να αποφύγει τη σύνδεση, ακόμα και στην ηλικία του, ακόμα κι αν όντως έψαχνε για αναπτήρα. Ήταν τόσα χρόνια άλλωστε που είχε να το κάνει. Ποιο; Το κάπνισμα. Το καμάκι. Όλα τέλος πάντων. Αλλά αν, ας πούμε, υπήρχε κι ένας άντρας στο μαγαζί –από ποιόν θα ζητούσε φωτιά;
Η γυναίκα τον είδε κομπλαρισμένο και γέλασε ανάβοντας έναν μωβ bic που δεν έλεγε ν’ ανάψει. Αυτός έσκυψε και κάλυψε το χέρι της ανάμεσα στις χούφτες του. Την άγγιξε κιόλας. Αναγκαστικά. Για να προστατέψει τη φλόγα του αναπτήρα. Λέμε τώρα. Πάντως την άγγιξε. Και, μάλλον, του άρεσε.
«Κάτσε», του έδειξε την καρέκλα απέναντί της.
Τράβηξε μια γερή τζούρα από το τσιγάρο και πνίγηκε. Το στομάχι του έφτασε δυο χιλιοστά πριν από τα δόντια –έτοιμο ήταν να αδειάσει ανεξέλεγκτα. Πέντε χρόνια ήταν αυτά –ατσίγαρος. Συγκράτησε τον εμετό αλλά ήταν αδύνατο να βγάλει κουβέντα.
«Κάτσε ρε», γέλασε η γυναίκα.
«… γκαφέ μου ‘κει», ψέλλισε.
«Ε, πάρτον κι έλα»
Τον πήρε και ήρθε. Κάθισε κιόλας. Η ανακατωσούρα είχε περάσει, αν δεν ήταν τόσο κομπλαρισμένος, μέχρι και κουβέντα θα μπορούσε ν’ αρχίσει.
«Τι γίνεται;» η γυναίκα έδειχνε κατανόηση, βοηθώντας τον να νιώσει ακόμα πιο γελοίος.
«Ε …»
Τώρα την πρόσεχε καλύτερα. Φαινόταν σαραντάρα. Τουλάχιστον. Βαμμένη βαριά, για πρωί. Φορούσε και κάτι ρούχα –η γυναίκα του θα κορόιδευε με τις ώρες αν την έβλεπε. Πολλά χρώματα, κόκκινο, μωβ, κίτρινο. Και σχέδια. Και τα μαλλιά βαμμένα ξανθά –διακρίνονταν οι μαύρες ρίζες από κάτω, η γυναίκα του θα γελούσε κρυφά και μ’ αυτό. Έπρεπε να ειδοποιήσει και τη γυναίκα του. Έπρεπε; Μπα. Έτσι κι αλλιώς θα ήταν στην ώρα το μεσημέρι. Απλά δεν θα πήγαινε στη δουλειά. Είκοσι χρόνια ήταν αυτά. Ποτέ δεν είχε απουσιάσει αδικαιολόγητα. Ούτε και τώρα δηλαδή. Θα τους εξηγούσε αύριο. Τι να γίνεται άραγε η κοπελίτσα;
«Πως από τα μέρη μας λοιπόν;»
Μαλακία έκανε που έφυγε από το νοσοκομείο. Θα του έδιναν κάποιο χαρτί –τώρα η απουσία του είναι αυθαίρετη.
«Μεγάλη ιστορία», είπε.
«Καλά μην αγχώνεσαι. Χρόνο έχουμε»
Ήπιαν και οι δυο τους λίγο καφέ. Αυτός εσπρέσο διπλό, εκείνη φραπέ με γάλα. Θυμήθηκε τον λεκέ στο παντελόνι του. Δεν ήταν ώρα να τον ψάξει τώρα.
«Πως σε λένε;» ρώτησε, για να πει κάτι και να ξεφύγει από το βλέμμα της.
«Σόνια», πάλι γελούσε. Το είπε πολύ ψευτικά το όνομα. Άρα;
«Σόνια …», είπε κι αυτός. Δεν ήταν το πραγματικό της όνομα –φως φανάρι.
«Και τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα Σόνια;»
«Γιατί, τι έχει η ώρα;»
«Ε; Τίποτα, αλλά …»
«Ρε συ, κάθε ώρα είναι καλή άμα έχεις διάθεση. Έχεις;»
«Τι;»
«Διάθεση»
Πουτάνα ήταν! Πως δεν το είχε καταλάβει από την αρχή; Πουτάνα που έψαχνε πελάτη! Εντάξει και τι κακό είχε αυτό; Δεν πήγαινε με πουτάνες. Δεν του σηκωνόταν. Κάποτε το είχε δοκιμάσει –μικρός, κοπάνα από το Γυμνάσιο. Είχε πέσει σε μια άσχημη, του μίλαγε και όλο με βρωμόλογα. Λιώμα τον είχε κάνει, στο τέλος άρχισε να τον βρίζει και να τον προσβάλλει. Δεν το ξαναδοκίμασε από τότε. Τραύμα.
«Κοίταξε …»
«50 ευρώ σπίτι μου. Και θα περάσουμε καλά. Έλα δεν θα το μετανιώσεις».
«Όχι, εννοώ …»
«Έλα μωρέ που σου λέω».
Ίδρωνε. Δεν πήγαινε με πουτάνες. Δεν έκανε σεξ γενικώς δηλαδή, τα τελευταία χρόνια. Λίγο συζυγικό, από αυτά που χρησιμεύουν μόνο στην εκτόνωση των ορμών. Υποχρεωτικό, όπως και να το δεις. Αλλά το σεξ δεν ήταν διασκέδαση πια, αυτό ήταν το θέμα. Όπως και να το δεις.
Σηκώθηκε απότομα. Ο μισός καφές χύθηκε στο τραπέζι. Το γκαρσόνι έφτασε δίπλα του. Για να τον σκουπίσει προφανώς. Καθόλου προφανώς. Τον έπιασε από το μανίκι.
«Τι συνέβη κύριος;»
«Τίποτα, πάω να καθήσω στη θέση μου»
«Γιατί κύριος; Δεν μας αρέσει η Σόνια;»
«Ε; Δεν είναι αυτό, αλλά …»
«Ε, τότε τι είναι;»
«Αφήστε το μανίκι μου παρακαλώ!»
Το τελευταίο το φώναξε. Απότομα. Ο άλλος μαζεύτηκε αργά. Η γυναίκα σηκώθηκε.
«Άστον τον κύριο Λεωνίδα. Μιλάμε, δεν τρέχει τίποτα»
Το γκαρσόνι απομακρύνθηκε.
«Μήπως θέλετε να σας φέρω τίποτα;» ρώτησε στον αέρα. Σιγά μην περίμενε απάντηση.
Η γυναίκα τον πλησίασε όσο αυτός καθόταν στη θέση του. Την αρχική. Ποτέ μην αλλάζεις θέσεις βιαστικά. Δείχνει αφερεγγυότητα.
«Συγνώμη αν ήμουν λίγο απότομη. Αλλά είναι αυτός ο Λεωνίδας. Αγχώνεται άμα δεν κλείνει γρήγορα η δουλειά με τον πελάτη. Κατάλαβες;»
Όχι. Αλλά δεν είπε τίποτα.
«Ας πιούμε τα καφεδάκια μας», συνέχισε η γυναίκα, στο εντελώς αδιάφορο. Ποια καφεδάκια; Δεν υπήρχε τίποτα σ’ αυτό το τραπέζι.
«Κοιτάξτε κυρία μου …»
«Σόνια»
«Κοιτάξτε. Εγώ δεν έχω διάθεση … καταλαβαίνετε …»
«Έλα μωρέ, μη γίνεσαι κρυόκωλος. Τέλος πάντων. Θα περάσεις καλά, στο εγγυώμαι. Όλα τα κάνω, θα δεις. Άντε 40 ευρώ».
Λυπήθηκε πραγματικά. Δεν μπορούσε να βλέπει γυναίκες να παρακαλάνε. Ειδικά σε τέτοια θέματα. Όχι ότι του είχε τύχει ποτέ. Πρώτη φορά. Εντάξει δεν πέρναγε πια η μπογιά της. Αλλά και τι να έκανε η γυναίκα; Σκατά ένιωθε τώρα.
«Άκου, δεν είναι ότι δε θέλω. Απλά μόλις βγήκα από το νοσοκομείο –είχα ένα τρακάρισμα. Και πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου. Ήθελα μόνο έναν καφέ για να συνέλθω».
Ποιος ξέρει αν το ‘φαγε; Πάντως, του είπε κάτι τυπικά, ρώτησε λεπτομέρειες χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον και του άδειασε τη γωνιά. Αυτός πάλι, κάπνισε μισό, βεβιασμένο τσιγάρο, άφησε κάτι ψιλά και την κοπάνησε.
Έξω στο δρόμο είχε ήλιο με πηχτή ζέστη. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει –να, για κάτι τέτοιες στιγμές είναι τα γυαλιά ηλίου. Μόνο που δεν είχε μαζί του. Τα άφηνε στο αυτοκίνητο, είκοσι χρόνια στα λεωφορεία τι να τα κάνει; Αυτός ο ήλιος είναι δολοφόνος όμως. Βλαστήμησε χαμηλόφωνα όλους όσους εκθείαζαν τον ελληνικό ήλιο. Ποιητές, ρομαντικοί, τεμπέληδες που τα ξύνανε σε αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Σκατά ήλιος ρε. Εκτυφλωτικός –δε βλέπεις, ψηλαφίζεις. Σκοτάδι από το πολύ φως και πονοκέφαλος, αυτό είναι τα ηλιόλουστα μεσημέρια μας. Και δεν υπήρχε ούτε μια στο εκατομμύριο να βρει ταξί –τζάμπα περίμενε, με το χέρι μετέωρο.
Βρήκε κάτι στενά δρομάκια με σκιά και τα περπάτησε. Χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Περισσότερο χάζευε παρά πήγαινε. Συνήθως βαριόταν το περπάτημα και πάντοτε απεχθανόταν το χαζολόγημα. Είχε δουλειές, μια ζωή δουλειές, υποχρεώσεις. Έλεγε. Ακόμα και στις διακοπές –το ίδιο πράγμα. Να κάνει ψώνια για την οικογένεια, να πιάσει νωρίς θέση στην παραλία, να προσέχει τα παιδιά, να κάνει μπάνιο. Όλα έχουν το χρόνο τους. Η μέρα δε φτάνει αν έχεις υποχρεώσεις. Είκοσι χρόνια περίπου. Μπορεί και ακριβώς. Μάλλον περισσότερο. Δεν θυμόταν τον εαυτό του διαφορετικά. Λύκειο, Πανελλήνιες, πότε ήταν αυτό άραγε; Μετά στο Πανεπιστήμιο, δουλειές του ποδαριού, να βγαίνει το χαρτζηλίκι -έλεγε ο πατέρας του, ο συγχωρεμένος. Στρατός, καλή μετάθεση με βύσμα, δουλειά στο Δημόσιο με γνωριμία, γάμος, παιδιά. Μια ζωή στη λιγούρα –να θέλει αυτά που έχουν οι άλλοι και να μην τολμά. Να μην μπορεί, να μην έχει χρόνο. Να φοβάται –με δυο λόγια.
Βρήκε ένα παγκάκι, ξέμπαρκο. Ο Δήμος τα κάνει αυτά κάποιες φορές. Βάζει παγκάκια στα πεζοδρόμια, κάτω από δέντρα με μελίγκρα για να ξαποσταίνουν οι νοικοκυρές και οι συνταξιούχοι. Κάθισε. Πίσω του ήταν ένα τριώροφο. Αν δε βαριόταν θα αγόραζε κι έναν καφέ από το περίπτερο που έβλεπε στην άλλη γωνία. Τον προηγούμενο δεν τον είχε πιει. Αλλά βαριόταν. Ήταν και κουρασμένος –από τα πάντα. Έβγαλε το πακέτο να καπνίσει. Εξακολουθούσε να μην έχει φωτιά. Βλαστήμησε δυνατά και έπιασε το κεφάλι του.
«Είστε καλά;»
Κοίταξε δίπλα του. Από πού είχε ξεφυτρώσει αυτή; Και τι σκατά συνέβαινε; Δεν θυμόταν άλλη φορά στη ζωή του τέτοιο πράγμα. Μπροστά του στεκόταν μια γυναίκα από αυτές που πάντα χάζευε, αλλά ποτέ δεν του μιλούσαν. Μια ζωή, περισσότερο από είκοσι χρόνια. Μαύρα μαλλιά, μωβ μπλούζα και τζιν. Τίποτα το επιλήψιμο, ούτε ένα κραυγαλέο κόσμημα για να κοροϊδέψει η γυναίκα του. Πρέπει να ήταν τριαντάρα –αλλά ποτέ δεν ξέρεις με τις γυναίκες. Και όμορφη –αυτό τουλάχιστον το ήξερε. Η γυναίκα του θα την κορόιδευε έτσι κι αλλιώς –από ζήλια. Δεν ήταν ποτέ όμορφη η γυναίκα του –συμπαθητική, ευγενική με τους επισκέπτες, αλλά όχι όμορφη. Και υπεράνω. Δεν έδειχνε ποτέ τα αληθινά της αισθήματα. Πάντα είχε τη σωστή πρόφαση για να υποβαθμίσει τον άλλο, πάντα έβρισκε ελαττώματα –στους άλλους. Όσο καλύτεροι, τόσο χειρότερα.
«Αισθάνεστε καλά;»
«Ναι συγνώμη. Ένας ξαφνικός πονοκέφαλος. Είμαι εντάξει τώρα».
«Μήπως θέλετε να σας πάω κάπου; Έχω το αυτοκίνητό μου εδώ –στη γωνία»
Ήθελε. Να τον πάρει και να τον πάει κάπου. Αλλού. Όχι εδώ. Μακριά από αυτό το μέρος με τις κονσομασιόν καφετέριες και τον δολοφονικό ήλιο. Μακριά από αυτή την πόλη με τις δουλειές και τις οικογένειες. Μακριά –γενικά.
«Όχι ευχαριστώ, είμαι εντάξει».
Η γυναίκα κάθισε πλάι του. Άλλο πάλι και τούτο! Του πρόσφερε και έναν zipo με σκαλισμένο κεφάλι μέδουσας για ν’ ανάψει. Άναψε κι αυτός, τι να κάνει; Μπερδεμένος. Τι έπαιζε σ’ αυτή την περιοχή; Όλες οι γυναίκες την έπεφταν;
«Συγνώμη που κάθισα χωρίς να σας ρωτήσω. Αν σας ενοχλεί να φύγω»
«Όχι, μα τι λέτε;» απάντησε αυτόματα.
Κάπνιζε ένα μακρύ, γυναικείο τσιγάρο και δεν μιλούσε. Περίμεναν.
«Είστε από εδώ;» ρώτησε για να πει κάτι κι αυτός.
«Α, όχι. Τυχαία βρέθηκα εδώ. Έκανα βόλτες με το αυτοκίνητο όταν σας είδα».
«Ξέρετε είχα ένα ατύχημα. Όχι τίποτα σοβαρό –πήγα στο νοσοκομείο και τώρα πρέπει να γυρίσω στη δουλειά μου. Αλλά δεν υπάρχει ταξί ούτε για δείγμα, με την απεργία»
Γιατί έλεγε δικαιολογίες; Μάλλον επειδή δεν ήθελε να χάσει το άρωμα από λευκά λουλούδια που φορούσε η γυναίκα. Δροσιζόταν δίπλα σε μια λιμνούλα αρώματος, για την ακρίβεια. Διακριτικό άρωμα. Από λευκά λουλούδια. Έτσι είχε ακούσει να το λένε, σε ένα τραπέζι –το φορούσε μια κυρία. Του άρεσε αυτή η μυρωδιά. Είχε ρωτήσει τη γυναίκα του, λευκά λουλούδια του είχε πει –να σου πάρω κι εσένα; Μπα, δεν είναι στον τύπο μου –πάντα κάτι τέτοια έλεγε η γυναίκα του και κοβόταν κάθε διάθεση ρομαντισμού.
«Ε τότε να σας πάω εγώ όπου θέλετε», τον επανέφερε η γυναίκα.
«Μα όχι μην κάνετε τον κόπο».
«Τι λέτε –ελάτε, πάμε».
Δίστασε. Αυτός. Εκείνη είχε ήδη σηκωθεί. Ξανακάθισε.
«Α, μα είμαι απαράδεκτη. Εσείς ακόμα καπνίζετε. Και δεν σας συστήθηκα. Εύα Δασκαλάκη. Ευανθία δηλαδή αλλά με φωνάζουν Εύα».
Έχαιρε πολύ. Της είπε και το όνομά του, έδωσαν τα χέρια, τον χτύπησε καινούργιο κύμα λευκών λουλουδιών στη μύτη.
Την ακολούθησε προς το αυτοκίνητο. Έμενε κοντά της για να κρατάει επαφή με το άρωμα και για να την χαζεύει. Πρέπει να είχε κάνει κάποτε μπαλέτο. Δεν ήταν και σίγουρος, απλά υπολόγιζε πως κάπως έτσι θα περπατούσαν οι μπαλαρίνες. Ακόμα και όταν ήταν πρώην. Μπήκαν σε μια παλιά κόκκινη BMW και ξεκίνησαν.
Δεν μιλούσε. Χάζευε τις αρθρώσεις των χεριών της όπως άσπριζαν στο βαρύ τιμόνι. Διέκρινε κι ένα δαχτυλίδι, ασημένια φιδάκια μπλεγμένα στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού. Μιλούσε για διάφορα αλλά ήταν αδύνατο να την παρακολουθήσει. Τη χάζευε και ονειρευόταν. Τον διέκοψε ένα ξαφνικό φρενάρισμα. Πετάχτηκε. Είχαν παρκάρει κοντά στην πλατεία.
«Τι έγινε;»
Τον κοίταξε όπως μόνο οι μπελάδες κοιτάζουν.
«Συγνώμη που παίρνω το θάρρος. Θα ήθελα να σας πω κάτι. Να σας κάνω μια πρόταση. Αν συμφωνείτε –καλώς. Αλλιώτικα, σας πηγαίνω μέχρι τη δουλειά σας και ξεχνάμε την όλη υπόθεση».
Άλλο πάλι και τούτο! Πουτάνα ήταν κι αυτή; Απλά είχε διαφορετικές μεθόδους; Έμεινε μουγκός και θολωμένος. Αλλά την άφησε να συνεχίσει.
«Κοιτάξτε. Στο πίσω κάθισμα έχω μια βαλίτσα. Μέσα, υπάρχουν τρία εκατομμύρια. Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας. Συμμετείχα σε μια ληστεία τράπεζας αλλά τους υπόλοιπους τους έπιασε η αστυνομία. Ή κάτι τέτοιο. Πάντως εξαφανίστηκαν –αυτό είναι το θέμα. Μας περιμένει ένα κρουαζιερόπλοιο στον Πειραιά, αλλά φοβάμαι να πάω μόνη. Βλέπετε, η αστυνομία ίσως να ψάχνει για μένα. Στο κρουαζιερόπλοιο υπάρχει κρατημένη καμπίνα στο όνομα ενός ζευγαριού Καναδών. Υπάρχουν και τα σχετικά διαβατήρια –εντάξει, δεν τα έχω στα χέρια, αλλά μπορούμε να τα πάρουμε. Η πρότασή μου είναι η εξής: Έρχεστε μαζί μου για όσο θέλετε. Είστε ελεύθερος να κατεβείτε στο πρώτο λιμάνι, εκτός Ελλάδος. Αν πάλι θέλετε, μπορείτε να συνεχίσετε την κρουαζιέρα. Για αυτή την εξυπηρέτηση, θα σας προσφέρω πεντακόσιες χιλιάδες. Τι λέτε;»
Τι να πει; Έμεινε να κοιτάζει σαν χάνος, τη γυναίκα και τη βαλίτσα.
«Μα δεν καταλαβαίνω κυρία μου … τι είναι αυτά που μου λέτε; Δεν με ξέρετε καν!»
«Σας είδα στο νοσοκομείο. Είδα τον φάκελό σας. Είστε η ιδανική περίπτωση. Αφήστε που μοιάζετε με τη φωτογραφία του διαβατηρίου. Μα ελάτε –βάλτε λίγη περιπέτεια στη ζωή σας. Δεν θα βγείτε χαμένος –σας το εγγυώμαι!»
Κοίτα να δεις που το σκεφτόταν! Να φύγει. Να εξατμιστεί. 20 χρόνια ήταν αυτά. Μπορεί και περισσότερο. Και έρχεται μια γυναίκα, (ψέμματα, γυναικάρα) και σου προσφέρει την τέλεια απόδραση. Πεντακόσιες χιλιάδες! Μήπως μπορούσε να ανεβάσει το ποσόν; Μα τι μαλακίες είναι αυτές τώρα; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Παγίδα, παγίδα! Κάτι ήθελαν να του κάνουν! Ναι, μάλιστα. Ήθελε η θεογκόμενα να τον ξεμοναχιάσει και να τον βιάσει. Ή ήθελε να τον εκβιάσει ίσως. Και να του παίρνει τα ψίχουλα που κέρδιζε από το Δημόσιο. Ενώ είχε ένα κάρο λεφτά στη βαλίτσα! Εμπόριο οργάνων ίσως; Αυτό –σίγουρα. Έψαχναν άτομο στα σαρανταφεύγα για να του κλέψουν τα, σχεδόν αχρησιμοποίητα, όργανα. Το μυαλό κυρίως –έτσι; Δεν θα το έκανε –δεν ήταν αυτός για τέτοια.
«Εφτακόσιες χιλιάδες», του χαμογέλασε.
«Εντάξει, αλλά …»
Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος από την απάντησή του. Δεν είχε να προσθέσει κάτι μετά το «αλλά …». Έτσι το είπε, χωρίς λόγο.
Η γυναίκα του έσκασε ένα ξεγυρισμένο φιλί στο μάγουλο.
«Λοιπόν άκου», πήρε φόρα. «Θα πάμε εδώ πιο κάτω για να πάρουμε τα διαβατήρια. Μη φοβάσαι, εγώ θα τα πάρω. Εσύ θα με περιμένεις στο αυτοκίνητο. Μετά φεύγουμε για Πειραιά. Μπαίνουμε στο πλοίο και αμέσως μόλις βγούμε από τη χώρα παίρνεις τα χρήματα. Μετά είσαι ελεύθερος»
«Και αν …»
«Δεν υπάρχει κίνδυνος. Δεν γίνονται έλεγχοι στα κρουαζιερόπλοια. Αλλά και έλεγχος να γίνει και να μας πάρουν χαμπάρι σου έχω έτοιμη ιστορία. Με ξέρεις λίγους μήνες και με έχεις ερωτευτεί. Προσπάθησες να το σκάσεις μαζί μου στο εξωτερικό γιατί έχεις βαρεθεί την οικογένεια και τα παιδιά σου. Σσσστ, ξέρω πράγματα για σένα. Το διαβατήριό σου το κρατάει η γυναίκα σου, γι’ αυτό έβγαλες ψεύτικο. Μπορείς να αποκαλύψεις και που –δεν θα έχει σημασία. Δεν ήξερες τίποτα για τα χρήματα κι εγώ σε χρησιμοποίησα για να βγω από τη χώρα. Θα το υποστηρίξω, δεν υπάρχει πρόβλημα, έτσι κι αλλιώς θα φάω κάποια χρόνια για τη ληστεία. Εσύ πάλι, τη μέρα της ληστείας δούλευες –δεν μπορούν να σου τη φορτώσουν. Θα φας έξη μήνες με αναστολή για το παράνομο διαβατήριο και αυτό ήταν όλο».
«Και θα καταστρέψω τη ζωή μου».
«Μικρό το ρίσκο για ένα εκατομμύριο –δε νομίζεις;»
«Ένα …;»
«Πάμε να πάρουμε τα διαβατήρια».
Ξεκίνησε σφυρίζοντας ένα παλιό τραγούδι. Ποιο ήταν το τραγούδι; Προτίμησε να απασχολείται με αυτό παρά να σκέφτεται. «Don’t have nobody to call my own/
So please turn on your magic beam». Θυμόταν τους στίχους –ποιο ήταν το τραγούδι;
Κατάλαβε μόλις την τελευταία στιγμή πως είχαν παρκάρει στο πίσω μέρος της γνωστής του καφετέριας. Η Εύα βγήκε σφυρίζοντας ακόμα. Αυτός έμεινε να κοιτάζει, μέσα από το αυτοκίνητο.
Η Εύα χτύπησε μια σιδερένια πόρτα. Ο αγαπητός Λεωνίδας-γκαρσόνι εμφανίστηκε. Τους έβλεπε να μιλάνε. Τα γόνατά του έπαιζαν νευρικά –ποιο ήταν το τραγούδι; Χτύπησε το ντουλαπάκι μπροστά του και το ντουλαπάκι άνοιξε. Πράγματα χύθηκαν –κραγιόν, κρέμες και ένα περίστροφο. Τα γόνατά του συνέχισαν να τρέμουν καθώς έπιασε το περίστροφο. Ο Λεωνίδας απέναντι άρπαξε την Εύα από τον καρπό. Αυτή προσπάθησε να τραβηχτεί –μάταια.
Πριν το καταλάβει ήταν έξω, με το περίστροφο στο χέρι. Έτρεχε, έπρεπε να προλάβει την σιδερένια πόρτα ανοιχτή. Μόνο αυτό σκεφτόταν κι έτρεχε.
Ο Λεωνίδας τον είδε και σταμάτησε απότομα.
«Άσε τη γυναίκα ρε!»
«Βρε καλώς το μαλάκα!»
«Άσε τη γυναίκα! ΤΩΡΑ!»
Ο Λεωνίδας το σκέφτηκε και η Εύα πρόλαβε να τον σπρώξει πίσω. Ελευθερώθηκε.
«Ρε κακομοίρη, σιγά μη ρίξεις. Ούτε την ασφάλεια δεν έχεις βγάλει», γέλασε ο Λεωνίδας.
Κοίταξε το πιστόλι του καθώς πλησίαζε. Ο Λεωνίδας είχε δίκιο. Αλλά ήταν μαλάκας που του το είπε. Απασφάλισε και πυροβόλησε καθώς περπατούσε. Η σφαίρα καρφώθηκε στον σκουπιδοτενεκέ, δυο μέτρα από τα πόδια του Λεωνίδα. Ο θόρυβος τον ξάφνιασε, το κλώτσημα του όπλου επίσης. Ήθελε να ρίξει στον αέρα, αλλά δεν φάνηκε η ασχετοσύνη του. Έτσι πίστευε τουλάχιστον.
«Ήρεμα ρε μεγάλε», ο Λεωνίδας έκανε δυο βήματα πίσω και τον ακολούθησαν. Στο δωματιάκι πίσω από την καφετέρια ήταν σκοτεινά. Όχι τόσο δηλαδή, απλά ο ήλιος τους στράβωνε, γιατί η Σόνια έβαφε τα νύχια της. Πετάχτηκε.
«Ααα, οοοοο ….»
«Ναι αυτός», της απάντησε και χαμογέλασε με την μοναδική έξυπνη ατάκα της σημερινής μέρας που βγήκε από το στόμα του. Ένιωσε σημαντικός. Η Εύα τον κοίταζε χαμογελαστή. Ένιωσε ακόμα πιο σημαντικός. Ο άντρας αυτής της όμορφης γυναίκας. Αυτός που είχε δικαίωμα να νιώσει το άρωμα των λευκών λουλουδιών πάνω της. Η σκέψη τον αναστάτωσε.
«Δώσε μας τα διαβατήρια μαλάκα», είπε σιγά η Εύα.
«Δεν είναι ακόμα έτοιμα», μουρμούρισε ο Λεωνίδας.
Τον πλησίασε σημαδεύοντάς τον. Επιχείρησε να ακουμπήσει το πιστόλι στον κρόταφό του, όπως είχε δει στις ταινίες. Αλλά το έκανε απότομα –λόγω άγχους. Ο Λεωνίδας τρέκλισε και μια μελανιά εμφανίστηκε εκεί που τον χτύπησε η κάνη. Η Σόνια τσίριξε.
«Σιγά ρεεεε …», πιάστηκε από ένα τραπέζι για να μη σωριαστεί ο Λεωνίδας ο σκληρός.
Η συναλλαγή έγινε όμορφα και τακτοποιημένα μετά από αυτό. Τα διαβατήρια μύριζαν ακόμα μελάνι, η φωτογραφία του έμοιαζε. Εντάξει, όχι πολύ. Ο άντρας της φωτογραφίας ήταν περίπου στην ηλικία του αλλά πιο όμορφος. Είχε στυλάκι, όσο να πεις. Αυτός ήταν μια καρικατούρα της φωτογραφίας –αλλά έμοιαζαν αρκετά.
«Φύγαμε», φώναξε η Εύα.
«Κοίτα ρε και δε σου φαινότανε», είπε η Σόνια.
Ένιωσε άντρας. Ληστής τραπεζών, παράνομος. Οι γυναίκες τον θαυμάζουν. Μέχρι που άρχισε να πιστεύει πως είναι ολόιδιος η φωτογραφία. Έφυγαν σπινιάροντας «για καλό και για κακό», όπως είπε η Εύα και γιατί έτσι ταιριάζει σε ληστές τραπεζών.
Στο δρόμο έλεγαν μαλακίες. Για εξωτικά νησιά και χυμούς ανανά με ρούμι. Για φοίνικες. Για μεθύσια (που αυτός είχε από χρόνια ξεχάσει). Η Εύα χαλάρωνε. Τώρα ακουμπούσε τον ώμο του με τα μωβ νύχια της κάθε φορά που έλεγε κάτι. Αυτός ένιωθε ωραία. Ένιωθε τέλεια, για την ακρίβεια. Μέχρι που ρώτησε:
«Καλά και πως ήσουν σίγουρη ότι δεν θα σου δώσω μια σφαλιάρα και μετά θα αρπάξω τα λεφτά για πάρτη μου;»
Η Εύα χαμογέλασε. Τον χάιδεψε στο μπράτσο πριν απαντήσει και αυτό του άρεσε.
«Σου είπα, ξέρω πράγματα για σένα».
Αυτό του έκοψε λίγο τη φόρα. Για λίγο. Μετά αποφάσισε να πιστέψει πως το όλο θέμα είχε να κάνει με τη γνωστή σε όλους ηθική του ακεραιότητα. Άναψε τσιγάρο. Για την ακρίβεια, άναψε δυο τσιγάρα μαζί και της έδωσε το ένα. Εκείνη γέλασε και ήταν όμορφα.
«Θα κατέβεις στο πρώτο λιμάνι;» τον ρώτησε.
«Εσύ τι θέλεις;»
«Να μην κατέβεις»
«Δεν θα κατέβω τότε».
Γέλασαν και δυο μαζί.
«Μόνο που δεν έχω ρούχα μαζί μου»
«Μη νοιάζεσαι –έχει κάτι μπουτίκ το πλοίο! Ότι τραβάει η ψυχή σου».
Κοίταζε τον δρόμο μπροστά του. Και ο δρόμος τελείωνε. Μπήκαν στο πάρκινγκ του ΟΛΠ και παράτησαν νόμιμα το αυτοκίνητο.
«Δεν φοβάσαι μήπως το βρουν;» την ρώτησε.
«Θα είναι αργά τότε», τον καθησύχασε.
Έβγαλε με το ζόρι τη βαλίτσα από το πίσω κάθισμα. Την είδε να αγωνίζεται και έτρεξε να την βοηθήσει. Δίστασε λίγο αλλά τελικά τον άφησε να πάρει τη βαλίτσα. Της χαμογέλασε. Εμπιστοσύνη. Ζευγάρι. Του χαμογέλασε κι αυτή. Προχώρησαν στο διάδρομο για τη σκάλα του πλοίου.
Όμορφο πλοίο. Ίσα με δυο πολυκατοικίες. Ένας τύπος με στολή περίμενε στα αριστερά της σκάλας. Δαγκώθηκε, αλλά η Εύα τον καθησύχασε.
«Μη φοβάσαι, δεν είναι λιμενικός. Της εταιρείας είναι».
Συνέχισαν να περπατάνε. Ήρεμα, χαζεύοντας γύρω. Μυρίζοντας. Τη μπόχα του λιμανιού ανακατεμένη με άρωμα από λευκά λουλούδια. Ξαφνικά σταμάτησε. Δεν τον κατάλαβε αμέσως, συνέχισε να περπατάει μόνη της. Την φώναξε. Γύρισε ξαφνιασμένη.
«Δεν μπορώ».
Ήταν είκοσι μέτρα που έμεναν ακόμα μέχρι τη σκάλα.
«Έλα, δεν είναι τίποτα -είκοσι μέτρα μείνανε», του φώναξε νευρικά.
«Όχι»
«Τι όχι; Έλα σε παρακαλώ»
«Όχι είκοσι μέτρα. Είκοσι χρόνια»
«Τι;»
«Πάνω κάτω. Μπορεί να είναι και περισσότερα»
«Τι λες;»
«Είκοσι χρόνια. Είναι πολλά, όπως και νάχει».
Άφησε τη βαλίτσα στο τσιμέντο και έκανε μεταβολή. Την άκουσε να φωνάζει. Τον φώναζε. Αγχωμένη. Αβέβαιη. Προδομένη ίσως. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είκοσι χρόνια γαμώ το κέρατό μου. Τουλάχιστον. Μπορεί και περισσότερα. Βγήκε από την προκυμαία παλεύοντας να μην κοιτάξει πίσω. Ευτυχώς υπήρχαν παρκαρισμένα ταξί. Χώθηκε στο πρώτο και κοίταξε το ρολόι του. Είχε μεσημεριάσει για τα καλά.
Έδωσε τη διεύθυνση του σπιτιού του. Δεν είχε αργήσει πολύ. Ποτέ δεν αργούσε –είκοσι χρόνια τώρα, ίσως να είχαν ήδη ανησυχήσει στο σπίτι. Τώρα θα έστρωναν τραπέζι. Με τη δουλειά θα τα βόλευε. Και με το σπίτι. Ατύχημα –νοσοκομείο, όλα καλά στο τέλος. Η γυναίκα του θα περίμενε. Και τα παιδιά. Πρέπει να είχαν σχολάσει πριν δυο ώρες. Θα είχαν φάει ήδη. Αλλά η γυναίκα του θα τον περίμενε, να φάνε μαζί. Έτσι γινόταν πάντα τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Θυμήθηκε το τραγούδι. «Mr. Sandman, bring me a dream/ Make him the cutest that I've ever seen/ Give him two lips like roses and clover/ Then tell him that his lonesome nights are over./ Sandman, I'm so alone/ Don't have nobody to call my own/ Please turn on your magic beam/ Mr. Sandman, bring me a dream». Αυτό ήταν που σφύριζε εκείνη.

Θα έβαζε τα κλάματα αν του είχε απομείνει καθόλου συναίσθημα.

31 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Sigmund_01 είπε...

Ελλιπής απόδραση...
Εκεί που ανέβαινε...
Τέλος!

The Motorcycle boy είπε...

Κάπως έτσι δε γίνεται ρε φίλε;

Sigmund_01 είπε...

Από αυτή τη σκοπιά είσαι μέσα 100%...

averel είπε...

γαμημενη ρουτινα.

Godot είπε...

koita na deis ti tha skeftomai 20 metra apo to karavi sto Elsinki.
Tha anevw re mpagasa!

Sigmund_01 είπε...

Εσύ έχεις την Εύα μπροστά σου...
Δεν την κουβαλάς 20 χρόνια στην πλάτη :P

Λίτσα είπε...

!!!!!!!!
Μου άρεσε!
(Άσε που έχει και κόλπα σημειωτικά με το μοβ.)
Κρίμα που δεν το κράτησα για τον αυριανό καφέ.

zero είπε...

Κι'εμενα μου αρεσε.
Πραγματι εχει πολλα κολπα μεσα.
Γενικα μου αρεσει ο τροπος που γραφει ο Μηχανοβιος.
Λες κι'εχει κολλησει το γκαζι της μηχανης, ενα πραγμα.
Ωραιο πραγμα το γκαζι.

ΥΓ: οπως παντα πολυ καλο το ποστ.

ζερο.

roidis είπε...

το κείμενο ρέει στρωτά κι όμορφα όπως άλλωστε και όλα σου τα κείμενα, και τα καταφέρνεις πολύ καλά με τους διαλόγους, πράγμα που εγώ το αποφεύγω και λέω "δεν μου πάει" και ξεμπερδεύω...

(έχω και ραγισμένο ώμο από μηχανή)

θα ξανά'ρθω να το ξαναδιαβάσω.

marquee de mud είπε...

φιλε δεν προλαβαινω να το διαβασω.

μπηκα στο bloghood αλλα για καποιο λογο δεν μπορω να ξαναμπω.

εννοω δεν πηγε τσαμπα η προσκληση. εγω ειμαι ασχετος.

The Motorcycle boy είπε...

Averel όταν δεν είναι γαμημένη -τότε γαμιέται πραγματικά.
Captain Godot ν' ανέβεις γιατί αλλιώς θα σε ανεβάσουμε με το ζόρι. Αυτό έλειπε δηλαδή να χάσουμε τις ιστορίες από τα παρθένα μέρη.
sigmund και πάλι καλάθι και φάουλ. Τα πας καλά.
Λίτσα ευχαριστώ. Τώρα για τα κόλπα τα σημειωτικά...
Ζέρο με τέρμα γκάζι ρετάρει στις τρύπες της ροπής. Και ακούγονται κάτι πλαφ άλλο πράγμα.
Ροϊδη το πρόβλημά μου με τους διαλόγους είναι να μη μιλάνε όλοι ίδια. Πάντως το σημερινό κάπου πρέπει να χάνει γιατί το πόσταρα χωρίς να το ξαναδιαβάσω για διορθώσεις.
marquee μπαίνεις και ποστάρεις κανονικά. Για να έχουμε κάπου να σε βρίσκουμε. Πόσταρε ένα καλημέρα -φτάνει. Αν δεις στο id σου είσαι σε μπλογκοομάδα. Α, και την Πέμπτη σε περιμένουμε για το αποχαιρετιστήριο.

Eu-aggelos είπε...

όταν διαβάζω τετοια διηγήματα απο άτομα που γνωρίζω έστω και λίγο προσπαθώ να εντοπίσω στοιχεία του συγγραφεά τα οποία περνάει στους χαρακτήρες του.Αυτά είτε είναι στοιχεία του χαρακτήρα του είτε βιώματα της ζωής του.Η ερώτηση που έχω να κάνω είναι αν όντως συμβαίνει αυτό ή μήπως μπορείς και κρατάς τα στοιχεία αυτα έξω απο τα διηγήματά σου;
καλησπέρες πολλές

homelessMontresor είπε...

well δεν είναι πολιτική ανάλυση(ευτυχώς ίσως γιατί φαντάζομαι την έκταση του σεντονιού εκείνου), αλλά μια ιστορία γεμάτη αναπάντεχα κι εκεί που νομίζεις οτι ξέρεις τι θα συμβεί... ανακαλύπτεις τη στροφή! Nice!

The Motorcycle boy είπε...

Φίλε, δεν είμαι δα και κανένας συγγραφέας για να μπορώ να επεξεργάζομαι προσωπικά βιώματα. Είναι πολύ δύσκολο να βγάλεις τα δικά σου στη φόρα.
Την καλησπέρα μου.

The Motorcycle boy είπε...

Montressor πότε πρόλαβες παιδάκι μου και χώθηκες πάνω που απαντούσα στον Ευάγγελο;
Για την πολιτική ανάλυση που ζητάς χρειάζεται ηρεμία -και δεν διαθέτω καθόλου το τελευταίο διάστημα. Ελπίζω να την πετύχω την κυρία μέσα στη νέα εβδομάδα

Gordon είπε...

Εγώ νομίζω πως τα βιώματά μας περνούν σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε όχι.
Όσο για το "συγγραφέας" που λες αυτό έχει ήδη αναγνωριστεί απο εμάς που σε διαβάζουμε.

Ανώνυμος είπε...

την εντονη αναγκη για τσιγαρο μετα απο τρακαρισμα-πτωση την εχω νιωσει ολες τις φορες.μαλλον εχει να κανει με ολα αυτα τα ζουμια που κυκλοφορουν μεσα μας,στρεσογονα,παραισθησιογονα,αναλγητικα,κολαγονα,μποτοξ,βιαγρα.παντως ειναι απο τα πιο γαματα τσιγαρα που μπορω να θυμηθω.λεω να αρχισω να ριχνω μπουνιδια στον εαυτο μου και μετα να καπνιζω με σκισμενα χειλια μπας και ξελαμπικαρω.σιγουρα ειναι πιο υγιεινο απο το καθισιο στο γραφειο.
"Νικολακης"

homelessMontresor είπε...

Μοtoboy είμαι μικρή και χωράω παντού, τι να κάνω τώρα?!

The Motorcycle boy είπε...

Gordon έτσι είναι, απλά δεν γράφω προσωπικές ιστορίες -αυτό εννοώ. Φυσικά όποιος γράφει χρησιμοποιεί την δική του οπτική γωνία. Συγγραφέας είναι αυτός που γράφει βιβλία και τα διαβάζει ο κόσμος.
Νικολάκη, σε πολύ fight club κλίμα σε βρίσκω. Το καθισιό στο γραφείο είναι σίγουρα μεγάλος, αργός θάνατος.
Montressor άντε, θα σε δεχτώ κι έτσι. Άμα ξαναχωθείς όμως ανάμεσα σε ερωταπαντήσεις θα σε βάλω τιμωρία.

άσωτος υιός είπε...

επιστροφη στις παλιες καλες ιστοριες......
δεν ξερω γιατι αλλα ημουν σιγουρος οτι θα γυρισει στη γυναικα του. ουτε στα παραμυθια δεν γλυτωνεις ποια...

The Motorcycle boy είπε...

Άσωτε, απωθημένο το έχω να φτιάξω μια ιστορία που ο ήρωας πηγαίνει μπροστά και αλλού κι όχι πίσω και στα ίδια. Αλλά δε μου βγαίνει.

Ανώνυμος είπε...

Μια και έχω τις υποψίες μου πια ότι θα κάνεις κάποια περίεργη ανατροπή στο τέλος, και με όλες αυτές τις αναφορές στο μωβ και τα λευκά λουλούδια, μου είχε περάσει από το μυαλό ότι ο τύπος είχε ήδη πεθάνει και επρόκειτο να το ανακαλύψει σύντομα. Η τελευταία επιλογή του κλείνει τον κύκλο αυτών των αναφορών;
Σε διαβάζω εδώ και λίγο καιρό και πραγματικά απολαμβάνω τα κείμενά σου. Ανυπομονώ για τα επόμενα!

placebo

The Motorcycle boy είπε...

placebo μου περνάει λίγο από το μυαλό μια περιμετρική αναφορά.Ξέρεις, ποιοί είναι οι άλλοι, οι ληστές, ο τύπος του διαβατηρίου, η πουτάνα κι ο νταβατζής. Κατά τα άλλα ναι, ο τύπος έχει πεθάνει αλλά πολύ πριν το ατύχημα. Βασικά είναι 20 χρόνια νεκρός, μπορεί και παραπάνω. Απλά, επειδή δεν είμαι χριστιανός δεν μπορώ να γράψω για ανάσταση.
Ειλικρινά χαίρομαι που με διαβάζεις και που σχολιάζεις.

mmg είπε...

mwv as in penthos?
giati egw to evlepa sa paralirimatiko trip
tou travmatia,still inside the taxi.
twra thes eilikrinia?yesyoudo.
skata me tipota den einai,ok?gr8 as usual.alla,allou me pigaine & de me pige alltheway->de me xastoukise opws kanoun ta alla sou

The Motorcycle boy είπε...

mmg μου -η κακόμοιρη ζωή του κακομοίρη μικροαστού είναι. Αλλά όταν θα συναντηθούμε να σε χαστουκίσω βρε αδερφέ 2,3 φορές κολλητά. Τέλος πάντων, αποφάσισα να βάλω και αντι-ήρωα μια φορά -θα το φτιάξω αργότερα.

mmg είπε...

yesssssmasssterrrrr
;))))

The Motorcycle boy είπε...

Έτσι μπράβο. Και κάποια μέρα θα φτιάξω ένα ποστ που θα σε ικανοποιεί πλήρως (θέλει δουλειά όμως).

tomboy είπε...

Μάλλον επειδή σε ξέρω καλύτερα, δεν μου έκανε καμία κατάπληξη το τέλος.
Ωστόσο η προκυμαία μου θύμισε εκείνη την προκυμαία με τον Χαραλαμπίδη και την "αθάνατη ολυμπιακή φλόγα" να γκαρίζει.
Γενικά δεν ήταν από τα καλύτερα σου.

The Motorcycle boy είπε...

Ε δεν ήταν -αλλά με ενδιέφερε το θέμα. Δε βαριέσαι -μια άλλη φορά.

sorry_girl είπε...

He is baaaack!
Το διάβασα με ένα τσιγάρο και τον πρωινό καφέ..Α ρε Mboy μου φτιαξες τη Δευτέρα!

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ γιατί γνωρίζω τη σημασία του δευτεριάτικου πρωινού καφέ

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι