Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2006

Έξω από σένα (η ζωή συνεχίζεται)

Ο γέρος έπινε καφέ στην πίσω πλευρά του κήπου. Κάθε πρωί –νωρίς το πρωί. Για κάποιο λόγο –προτιμούσε να χαζεύει το βουνό που στεκόταν ξερό και πέτρινο, παρά να ρεμβάζει κατά τη μεριά της θάλασσας. Ποιος ξέρει; Ίσως σιχαινόταν τη θάλασσα, ίσως πάλι το πλάτσα πλούτσα των κυμάτων στα βράχια, να του έφερνε κατούρημα. Το γεγονός είναι πως έπινε καφέ στην πίσω πλευρά του κήπου και κάπνιζε κάτι βρωμερά, νυχτερινά τσιγάρα με άσπρο φίλτρο, στη μπροστινή βεράντα.
Το χωριό δεν ήξερε πολλά για τον γέρο. Ερχόταν για μια γύρα ανεφοδιασμού στα μαγαζιά της πλατείας, μια φορά τη βδομάδα και εξαφανιζόταν στο μισάωρο με το πανάρχαιο Λάντα του, τιγκαρισμένο από πράγματα. Δεν μιλούσε σε κανέναν ο γέρος –εντάξει, μιλούσε για τα τυπικά, αλλά δεν καθόταν στο καφενείο, δεν σαχλαμάριζε περιμένοντας στην ουρά του μανάβικου –δεν είχε πολλά με τον κόσμο ο γέρος. Καλός άνθρωπος, ανθρωπάκι του Θεού, δεν ενοχλούσε κανέναν στις σύντομες επισκέψεις του. Μετά εξαφανιζόταν βιαστικά, με το Λάντα να αγκομαχάει στον χωματόδρομο που έβγαζε στην πίσω παραλία του νησιού.
Το νησί είχε δυο πλευρές –την πίσω και την μπροστά. Τη χάλια και τη λιγότερο χάλια. Η μπροστά πλευρά ήταν η τουριστική. Εκεί που έκαναν μπάνιο οι συγγενείς των κατοίκων δηλαδή, αυτοί που γλίτωσαν από το κωλονήσι, μεγαλοπιάστηκαν στις μεγαλουπόλεις κι έρχονταν να κάνουν το κομμάτι τους. Καμιά φορά έσκαγαν μύτη και τίποτα φρικιά, παιδιά της φύσης και λοιπές οικολογικές δυνάμεις που μαγεύονταν από την ξεραΐλα του νησιού και το παρθένο τοπίο. Η καλύτερη ευκαιρία των κατοίκων για διασκέδαση ήταν τότε –αγόραζαν μέλι και λάδι από το μπακάλικο, τα άδειαζαν σε κάτι δοχεία που είχαν ξεμείνει στο ελαιοτριβείο και τα πουλούσαν για φυσικά προϊόντα. Τα μεσημέρια έβλεπαν και τζάμπα τσόντα, γιατί όλο και κάποια κοπέλα από εκείνες τις παρέες θα έκανε μπάνιο ημίγυμνη –κάποιοι είχαν πετύχει και κοπέλες ολοτσίτσιδες. Αλλά στην πίσω πλευρά του νησιού δεν πήγαινε κανείς. Τι να κάνουν εκεί; Όλο βράχια και κοτρόνες ήταν. Και η μπροστά δηλαδή –χάλια ήταν, αλλά η πίσω –τρισχειρότερα. Ανάμεσα στις δυο πλευρές στεκόταν το βουνό. Με λίγα λόγια, το νησί ήταν πέτρες που μούλιαζαν στη θάλασσα και πέτρες που καίγονταν στον ήλιο. Ένα πετρώδες πετράδι στη μέση του πελάγους, όπως είχε πει πριν από χρόνια ο τοπικός ποιητής. Με περιορισμένη επιτυχία βέβαια –εκδοτική ο ποιητής και τουριστική το νησί.
Το σπίτι του γέρου είχε κήπο μπρος-πίσω. Με κάτι καχεκτικές ελιές και λίγες ντοματιές –κάποτε ο γέρος είχε φυτέψει καρπούζια, αλλά δεν έπιασαν. Στο πίσω μέρος υπήρχε και μια πανάρχαια συκιά –μακριά από το θεμέλια του σπιτιού. Σιγά το σπίτι δηλαδή –δυο δωμάτια κι ένα μπάνιο. Ζούσε παλιά ένα ζευγάρι γέρων κι όταν πέθαναν, τα ανίψια τους το πούλησαν κοψοχρονιά. Έτσι το αγόρασε ο τωρινός γέρος –κανείς δεν θυμόταν από πού είχε ξεφυτρώσει. Απλά τον είδαν να περνάει μπροστά από το φορτηγό της Μεταφορικής και μετά τον έβλεπαν να ψωνίζει, μια φορά τη βδομάδα. Αυτά ήταν όλα.
Εκείνη τη μέρα ήταν νύχτα. Δηλαδή ήταν και μέρα το πρωί –αλλά τώρα είχε νυχτώσει. Έπεφτε μια βροχή πηχτή και σε λωρίδες –δεν έβλεπες τη μύτη σου. Ποτέ δε βλέπεις τη μύτη σου δηλαδή, αλλά με τη βροχή, ένα παραπάνω. Ο γέρος καθόταν στη μπροστινή βεράντα κι έγραφε. Κάπνιζε τα βρωμοτσίγαρα και σκάλιζε σε ένα μαθητικό τετράδιο μέχρι που τα δάχτυλά του πιάνονταν. Στο τετράδιο έγραφε:
«ΣΙΩΠΗ. Όταν ο αέρας ουρλιάζει ή όταν το νερό πέφτει ορμητικά από τον ουρανό, τότε έχει σιωπή για μένα. Γιατί δεν ακούω παρά μόνο τις κοφτές διαταγές της επιβίωσης. Έκλεισες τα παράθυρα; Έβαλες το χαλί πίσω από την πόρτα για να μη μπάσει νερά; Και η θάλασσα γίνεται βάλτος, τα βράχια δε μοιάζουν με το πρόσωπό Της, τα φύκια δεν κουνιούνται σαν τα χέρια Της. Όταν η φύση φωνάζει, τότε είναι ησυχία για μένα. Μπορώ να κοιτάζω χωρίς να σκέφτομαι και να κοιμάμαι χωρίς να ονειρεύομαι. Η καταιγίδα είναι η ξεγνοιασιά μου, η φασαρία είναι η δική μου σιωπή. Να το θυμάμαι αυτό».
Είχε γράψει κι άλλα στο τετράδιο ο γέρος και σε άλλα τετράδια που τα έκρυβε στο ντουλάπι, κάτω από τα ράφια της βιβλιοθήκης. Αλλά δεν είναι της ώρας να ανοίξουν αυτά.
Ο γέρος σταμάτησε και βάλθηκε να κοιτάζει πέρα από την καταιγίδα. Ή μέσα από αυτήν –το ίδιο είναι. Σαν άνθρωπος φαινόταν αυτό το πράγμα που χάλαγε τις ευθείες γραμμές του νερού. Ο γέρος μισόκλεισε τα μάτια για να δει καλύτερα. Άνθρωπος; Με τέτοιο σκατόκαιρο; Άνθρωπος και κόντευε να φτάσει στην πόρτα της αυλής του. Ο γέρος σηκώθηκε.
«Ποιος είναι εκεί;»
Η βροχή είχε χάσει εντελώς το σχήμα της –αυτό δεν είναι ποτέ καλό. Ο άνθρωπος ακουμπούσε ήδη πάνω στα κάγκελα της πόρτας και ενοχλούσε τη βροχή. Αλλά δεν φαινόταν να ενοχλείται από τη βροχή.
«Μπορώ να περάσω;» άντρας ήταν ο άνθρωπος. Ξανθός, ξεπλυμένος γενικότερα και όχι μόνο από τη βροχή. Έσπρωξε την πόρτα που σκάλωνε σε δυο μεριές και προχώρησε στο λασπωμένο κήπο χωρίς να περιμένει απάντηση.
«Ποιος είσαι;»
Δεν θα ήταν πάνω από 30 χρονών. Όσο πλησίαζε, ο γέρος τον έβλεπε καθαρά. Πρώτη φορά τον έβλεπε –δεν ήταν από το χωριό. Φορούσε ένα πουκάμισο που κρέμαγε, σακουλιασμένο από το νερό και χαμογελούσε.
«Ταξιδιώτης κύριε. Φαίνεται ότι χάθηκα».
«Ταξιδιώτης εδώ πέρα; Με τι;»
«Ιστιοπλοϊκό. Είπα να δέσω στον όρμο εδώ πιο κάτω για να περάσει η κακοκαιρία. Αλλά μάλλον βρήκα σε κάποιο βράχο –καθώς έμπαινα. Οπότε, προσάραξα αναγκαστικά».
Ο γέρος συνέχισε να τον κοιτάζει. Είχε μιλήσει αρκετά. Τα τελευταία χρόνια ήταν φορές που δοκίμαζε μόνος τη φωνή του για να δει πως μοιάζει. Είχε μιλήσει αρκετά –δεν ήθελε άλλο.
«Κάθησε», του έδειξε μια καρέκλα και έμεινε όρθιος. Μια καρέκλα υπήρχε έτσι κι αλλιώς στη βεράντα.
Ο άντρας σωριάστηκε στην καρέκλα. Στάζοντας και με γόνατα που έτρεμαν.
«Συγνώμη, μην κάθεσαι καθόλου. Πάω μέσα να σου βρω ρούχα. Δεν μπορείς να μείνεις έτσι», ο γέρος έφυγε βλαστημώντας από μέσα του. Δεν ήθελε κόσμο και δεν ήθελε επαφές με τον κόσμο. Αλλά δε γινόταν να τον αφήσει έτσι. Δεν ήθελε άλλα κρίματα στο λαιμό του ο γέρος.
Μετά από λίγη ώρα κάθονταν απέναντι, στο τραπέζι της βεράντας, κοιτάζοντας την καταιγίδα που δυνάμωνε. Ο γέρος είχε κατορθώσει να ψαρέψει μια ακόμα καρέκλα με τριάμιση πόδια από την κουζίνα. Έπιναν τσάι –το μάζευε ο γέρος από τους πρόποδες τους βουνού. Δεν μιλούσαν, μέχρι που ο άντρας ρώτησε…
«Και μένεις μόνος σου εδώ πέρα;»
Ο γέρος κούνησε το κεφάλι.
«Πως κι έτσι;»
Ο γέρος είχε πολλά να πει σχετικά με αυτό. Αλλά προτίμησε να ψάξει για μια απάντηση από αυτές που σταματάνε την κουβέντα…
«Έτυχε», μουρμούρισε κοιτάζοντας μια γλάστρα με μαραμένα γαρύφαλλα.
Ο άντρας κατάλαβε. Τράκαρε ένα από τα τσιγάρα του γέρου …
«Δε λέει να σταματήσει», είπε για να εισπράξει την αναμενόμενη απάντηση …
«Μπορείς να κοιμηθείς εδώ για απόψε. Έχω έναν καναπέ στο μπροστινό δωμάτιο».
«Σίγουρα;»
«Σίγουρα», είπε ο γέρος αλλά δεν το εννοούσε. Τέλειωσε το τσάι του και σηκώθηκε γιατί …
«Κουράστηκα –λέω να πάω για ύπνο. Κάτσε εσύ αν θέλεις. Όσο θέλεις», είπε και βιάστηκε να χωθεί μέσα στο δωμάτιό του. Δεν θα κοιμόταν πάλι. Το ήξερε. Γκαντεμιά. Στις καταιγίδες συνήθως κοιμάται ήσυχος. Αλλά σήμερα; Με έναν ξένο μέσα στα πόδια του;
Ξάπλωσε στο ντιβάνι χωρίς να βγάλει τα ρούχα του. Μετά, βάλθηκε να κοιτάζει το ταβάνι και το ταβάνι κοίταζε τη σβησμένη λάμπα, δίπλα –στο κομοδίνο. Σκέφτηκε την άλλη ζωή όταν βρισκόταν κι αυτός εκεί. Μια νύχτα στην προκυμαία. Μόλις είχαν σχολάσει. Έτρωγαν στην κοντινή και βρώμικη ταβέρνα. Λιμενεργάτες και επιστάτες ανακατεμένοι. «Είμαι έγκυος», του είχε πει. Σάστισε φυσικά. Πλάκα κάνεις; Τον κοίταζε ανήσυχη. Τι διάολο; Φοβόταν πως θα το πάρει; «Που είσαι ρε μικρέ; Κέρνα όλο το μαγαζί. Ότι πιούν. Θα γίνω πατέρας ρε!». Μετά θυμήθηκε πως δεν είχε πολλά λεφτά –δε γαμιέται; Θα τσόνταρε κι Εκείνη. Θα του άφηνε χρέος του μαγαζάτορα –πως τον λέγανε άραγε; Δε γαμιέται; Σήκωσε το ποτήρι. «Πιείτε στην υγειά του παιδιού μου …συνάδελφοι!». Πήγε να πει «σύντροφοι», αλλά δαγκώθηκε. Δεν ήταν ακόμα καιρός. Δεν είχε τίποτα μέσα. Το ποτήρι.
Μετά, σκεφτόταν την άλλη ζωή χωρίς αυτόν. Τι να έκαναν άραγε; Εκείνη -μια χαρά θα ήταν. Υπέθετε γιατί δεν ήθελε να Τη σκεφτεί παραπάνω. Αλλά, τι να έκανε η κόρη του; Τελευταία φορά που την είχε δει ήταν τότε που την άφησε έξω από το σχολείο. Δυο κοκαλιάρικα ποδαράκια φαίνονταν μόνο –κάτω από την τσάντα. Κοίταζε την τσάντα κι ένα κοτσιδάκι που πεταγόταν, πάνω αριστερά. Κόντευε να δακρύσει κιόλας. Μεγάλωσε η Αριαγνή του –Αριάδνη την είχανε πει, αλλά μετά, είχε βγάλει εκείνο το βιβλίο ο Τσίρκας που ήταν πολύ της μόδας στον κύκλο του και όλοι έτσι τη φώναζαν. Κατάπιε τότε έναν κόμπο, έτσι νόμιζε, λάθος έκανε. Τριάντα χρόνια τώρα, μπορεί και περισσότερα κι ο κόμπος εκεί ήταν –φρακαρισμένος στο λαιμό του, τον ένιωθε κάθε φορά που σκεφτόταν την κόρη του. Δεν ήτανε σωστό –πήγε να σκεφτεί τη ζωή χωρίς αυτόν και πάλι στις αναμνήσεις ξέμεινε. Τι να έκανε τώρα η Αριαγνή του; Αριάδνη θα την έλεγαν πια –πάλιωσε το βιβλίο. Μπορεί να είχε σπουδάσει, δεν πρόλαβε να μάθει αν ήταν καλή μαθήτρια στο σχολείο. Βλέπεις, τον έπιασαν εκείνη τη ρημαδομέρα, την πρώτη μέρα που πήγαινε η κόρη του σχολείο. Δεν πρόλαβε να τη δει μετά, να τη ρωτήσει, πως της φάνηκε –αν ήταν καλή η δασκάλα, αν έκανε φιλενάδες. Τίποτα δεν πρόλαβε. Και η μικρή του είχε αδυναμία –φανταζόταν τα μάτια της όταν θα γύριζε σπίτι και δεν θα τον έβρισκε. Τι να της είπε Εκείνη; Τον δικαιολόγησε άραγε; Πώς να της το έφερε; Κλάματα που θα πάτησε η μικρή όταν θα το κατάλαβε!
Πετάχτηκε στον αέρα. Κάτι ακούστηκε στο μπροστινό δωμάτιο. Εντάξει, ήταν ο άλλος που πήγαινε να κοιμηθεί. Αγριεύτηκε για μια στιγμή, τον είχε ξεχάσει. Μάλλον είχε αποκοιμηθεί, δε βαριέσαι; Πήρε ένα τσιγάρο από το κομοδίνο και άρχισε να στέλνει καπνό στο ταβάνι. Σκατοζωή.
Την άλλη μέρα είχε έναν ήλιο εκρηκτικό. Αφού έπεσαν τα σύννεφα με τη βροχή, δεν έμεινε τίποτα να προστατέψει τους ανθρώπους από την κάψα –ο γέρος ξύπνησε ιδρωμένος. Μάζεψε τα πονεμένα κόκαλά του και παρακάλεσε να μην αρχίσουν να τρίζουν καθώς περνούσε από το μπροστινό δωμάτιο. Ο ξένος κοιμόταν του καλού καιρού. Τον προσπέρασε κι έφτιαξε καφέ στην κουζίνα. Από εκεί βγήκε στην πίσω αυλή –να βλέπει το βουνό. Δεν ήθελε να ξυπνήσει τον ξένο. Όχι από ευγένεια μα από μισανθρωπία. Όσο λιγότερο τον έβλεπε, τόσο καλύτερα. Να ξυπνήσει, να πιει έναν καφέ κι αυτός και να φύγει. Αρκετά.
Κάτι σαλιγκάρια άφηναν αραιή μύξα πάνω στις ντομάτες του. Πολύ θα ήθελε να δει μια πεταλούδα –του άρεσαν οι πεταλούδες από τότε που ήταν μικρός. Χρόνια πίσω. Αλλά συνήθως το μόνο που έβλεπε ήταν κάτι μαυριδερά, νυχτερινά πετούμενα –με σώμα σκουληκιού και φτερά που άφηναν σκόνη στον αέρα. «Κερατάδες, σκαρτέψατε μέχρι και τις πεταλούδες», σκεφτόταν γελώντας ο γέρος. Το τσιγάρο καιγόταν παρέα με τα δάχτυλά του. Πήρε τετράδιο και στυλό. Bic.
«ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ. Δεν ωφελεί να μετανιώνω, έτσι κι αλλιώς, τίποτα δεν αλλάζει. Ούτε να παραπονιέμαι γιατί πλήρωσα ακριβά για να μην έχω τίποτα. Μόνο που σκέφτομαι –αν ήταν τώρα να διαλέξω, τι θα έκανα; Η συνδιαλλαγή είχε πάντα προδιαγεγραμμένους όρους, αλλά τι αγοράζεις στο τέλος; Αν πουλήσεις ιδανικά μέσα στα σύννεφα και ελπίδα για την επόμενη μέρα –πόσο πιάνει αυτή η πραμάτεια; Γιατί μαζί πουλάς και τη φάτσα σου στον καθρέφτη. Δεν είσαι εσύ πια –ένας γυμνοσάλιαγκας είσαι, που σέρνεται να ζήσει. Εντάξει, να μην πουλήσεις και να μην πουληθείς. Να σταθείς με την πλάτη όρθια κι ας έρθουν οι κερατάδες –φοβάσαι αλλά δε φαίνεται, κοπιάστε ρε! Τι κάνεις όμως όταν οι δικοί σου σκάβουν το χώμα κάτω στα πόδια σου, τι κάνεις που γίνεσαι νάνος όταν νόμιζες τον εαυτό σου γίγαντα; Μετανιώνεις; Σιγά μη μετανιώσω –αφού δεν αλλάζει τίποτα, έτσι κι αλλιώς. Μόνο που μου λείπουν αυτά που έδωσα για να μην έχω τίποτα. Όχι επειδή δεν έχω τίποτα –αλλά επειδή τα έδωσα και κάποιοι τα πήραν. Να τα ξεχάσω όλα αυτά πρέπει –γιατί δεν αξίζει να θυμάμαι».
Άκουσε τον θόρυβο από το μέσα δωμάτιο. Ο ξένος είχε ξυπνήσει. Μάζεψε τα γραπτά του βιαστικά και σηκώθηκε τρίζοντας. Οι αλλαγές στον καιρό του έτρωγαν τα κόκαλα. Μπήκε στο σπίτι.
«Καλημέρα. Να σου φτιάξω έναν καφέ», είπε στον ξένο που μόλις έβγαινε από την τουαλέτα.
Ο ξένος χαμογέλασε και το δέχτηκε. Όσο ο γέρος ανακάτευε το ζουμί πάνω στο γκαζάκι ένιωθε τα μάτια του άλλου στους ώμους του. Από τύχη μόνο δεν του χύθηκε ο καφές και από καταραμένη συμβατικότητα, τον σέρβιρε στην πίσω αυλή. Ήδη μέτραγε στο μυαλό του τις ώρες που απέμεναν μέχρι να φύγει ο ξένος.
«Ωραία είσαι εδώ», του είπε ρουφώντας καυτό καφέ.
«Ναι, μια χαρά», συνέχισε το κορδόνι κοινοτυπίας ο γέρος. Μόνο «δόξα τω θεώ» δεν είπε –τα είχε κόψει τα νταραβέρια με τον ύψιστο από δεκατεσσάρων χρονών.
«Τι θα κάνεις με το σκάφος σου;» ρώτησε ο γέρος.
«Α, θα το συμμαζέψω μόνος –δεν είναι τίποτα. Κάτι πράγματα που χρειάζομαι θα τα βρω στη Χώρα, εργαλεία έχω … μια χαρά».
«Εντάξει».
«Μόνο που θέλω μια χάρη».
«Πες το», ο γέρος θα ήθελε να μην ανησυχούσε, αλλά δεν ήταν έτσι.
«Να με πετάξεις μέχρι τη Χώρα. Είδα, έχεις αυτοκίνητο. Αυτό –γίνεται;»
Γίνεται. Πες το κι έγινε δηλαδή. Ο γέρος θα τον πήγαινε μέχρι το φεγγάρι προκειμένου να τον ξεφορτωθεί. Όχι ειδικά αυτόν –οποιονδήποτε.
Το μεσημέρι τους βρήκε να ξεφορτώνουν σανίδες και σιδερικά δίπλα στο ιστιοπλοϊκό. Ο γέρος βρήκε μια ευγενική αφορμή για να καταπολεμήσει την απραξία του κι έκατσε να τον βοηθήσει. Χρόνια είχε να καλαφατίσει, αλλά τα κατάφερνε μια χαρά. Το βράδυ αναγκάστηκαν να σταματήσουν –ο ξένος θα κοιμόταν στο ιστιοπλοϊκό, ο γέρος πήρε την ανηφόρα για το σπίτι του. Κουρασμένος μετά από τόσα χρόνια. Μπορεί και να κοιμόταν καλά απόψε.
«ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ. Δεν αξίζουν τον κόπο. Έρχονται, τους πλησιάζεις και εξαφανίζονται όπως ήρθαν. Σαν το λαχείο είναι -μόνο που κανένας αριθμός δεν κερδίζει. Αλλά εσύ ελπίζεις. Δεν αξίζουν τον κόπο. Κι αν φύγουν νωρίς δε σου παίρνουν πολλά. Αν όμως αλλάζουν οι μέρες κι αυτοί είναι εκεί –νομίζεις πως θα είναι για πάντα. Φίλοι που μοιάζουν με τον Ιανό κι εσύ αναγκαστικά θα δεις και τις δυο πλευρές. Σύντροφοι που κουράστηκαν στη μέση του δρόμου. Ακριβώς την ώρα που πήγες ν’ ακουμπήσεις στον ώμο τους, να πάρεις δύναμη –έσκυψαν και σωριάζεσαι σα χαζός. Πως διάολο αλλάζουμε έτσι οι άνθρωποι; Πτυσσόμενοι είμαστε; 10 πόντους γίνεται ο διπλανός σου, που ήτανε 2 μέτρα -και 3 μέτρα σου φαίνεται όταν στηθεί απέναντί σου».
Ο γέρος κοιμήθηκε αμέσως όταν ακούμπησε στο μαξιλάρι. Είδε όνειρο πως ήταν μέσα σε ένα καράβι και πλησίαζε το λιμάνι. Εκεί τον περίμεναν όλοι, τους έβλεπε από την κουπαστή καθαρά, αλλά όσο πλησίαζε τόσο και λιγόστευε ο κόσμος. Λες και δεν τον έβλεπαν –γυρνούσαν την πλάτη και απομακρύνονταν. Όταν φουνταρίστηκε η άγκυρα διέκρινε την κόρη του με τα κοτσιδάκια της να του χαμογελάει. Όταν έδεναν τους κάβους την είδε να απομακρύνεται. Κούναγε το χέρι, ήθελε να φωνάξει, αλλά αυτό το όνειρο ήταν του «βωβού κινηματογράφου». Ήθελε να δώσει ένα σάλτο, να την προλάβει στην προκυμαία πριν εξαφανιστεί –αλλά δεν είχαν εφευρεθεί ακόμα τα ειδικά εφέ. Ξύπνησε με τα νύχια καρφωμένα στο μαξιλάρι.
Χωρίς να ξέρει τον λόγο ετοίμασε φαγητό και ξαναπήγε να βρει τον ξένο. Το ιστιοπλοϊκό συμμαζευόταν γρήγορα. Λίγες δουλειές είχαν μείνει, ο ξένος διασκέδασε την αμηχανία με ένα μπουκάλι ούζο που είχε ξεμείνει στο χαλασμένο ψυγείο. Θα το τσάκιζαν όταν ξεμπέρδευαν -και ξεμπέρδεψαν νωρίς το απόγευμα. Ο ξένος είχε να το λέει για το πόσο έπιαναν τα χέρια του γέρου. Είχε δουλέψει μάστορας; Ο γέρος δεν είχε τίποτα να λέει. Ξεκίνησαν να τρώνε σιωπηλοί.
«Μένεις πολλά χρόνια εδώ στο νησί;»
«Πολλά»
«Αλλά δεν είσαι από δω»
«Όχι».
Σιωπηλοί.
«Ήρθα πριν από 7 χρόνια, μπορεί και περισσότερο –έχω αρχίσει να ξεχνάω. Έμενα στη Γερμανία πριν, αλλά είχα περάσει από μπόλικες χώρες. Δουλειές. Εμπορικός αντιπρόσωπος. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, δεν είχα τίποτα να με κρατάει πουθενά. Το νησί το ήξερα από … διακοπές. Βρήκα το σπίτι και το αγόρασα με κάτι λεφτά που είχα στην άκρη για να περάσω τα γεράματα ήσυχος», ο γέρος έγλειψε τα χείλια του, άμαθος στις μακριές συζητήσεις.
Ο ξένος χτύπησε το φίλτρο του τσιγάρου στο πακέτο πριν ανάψει. Χαμογέλασε -πράγμα που τον έκανε μέχρι και ανθρώπινο, με αυτά τα ξεπλυμένα μαλλιά.
«Δυο μέρες τώρα δεν ανοίγεις το στόμα σου και τώρα είπες πέντε φράσεις μαζεμένες. Θες να μου πεις και το γιατί; Κάτι θέλεις, έτσι;»
Ο γέρος κοίταζε κάποιο ψάρι που πηδούσε έξω από το νερό. Όχι ότι υπήρχε τέτοιο ψάρι, αλλά ο γέρος το κοίταζε πάντως.
«Μάλλον θέλω να φύγω από το νησί. Για λίγο –έστω. Και ήθελα να πω δυο πράγματα, για να ξαναθυμηθώ να μιλάω. Αυτό είναι όλο», ο γέρος ντράπηκε αλλά ήταν αργά να το βουλώσει. Αν ξεκινήσεις το έχεις ήδη χάσει.
«Έλα μαζί μου με το ιστιοπλοϊκό –Πειραιά, πάω».
Ο γέρος έξυσε το κεφάλι του.
«Θα αργήσεις και μέχρι να φτάσεις θα το έχω μετανιώσει».
Ο ήλιος είχε βαρεθεί να τους ταλαιπωρεί και το ούζο δεν έλεγε να τελειώσει. Είπαν να καθίσουν μέχρι να τους διώξουν τα κουνούπια.
«Στη Γερμανία πήγα κρυφά. Ήταν χούντα τότε στην Ελλάδα. Με πιάσανε το ’69 από τους πρώτους –ήμουνα οργανωμένος στο ΚΚΕ. Ξύλο, ΕΣΑ, ανακρίσεις, την κοπάνησα μαζί με δυο άλλους και φύγαμε για έξω. Δεν πρόλαβα να δω ούτε τους δικούς μου ανθρώπους. Μετά τη χούντα, περιμέναμε να φτιάξουν τα πράγματα πριν γυρίσουμε. Ήταν και οι τυπικές διαδικασίες –τελικά δεν υπήρχε λόγος να γυρίσουμε. Εγώ δηλαδή –οι άλλοι γύρισαν. Εγώ δούλευα σε μια καλή δουλειά, εμπορικός αντιπρόσωπος. Ήρθα με τη σύνταξη», λες κι εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποιούσε ο γέρος. Κοίταξε γύρω του, λες και μόλις είχε γυρίσει.
«Οικογένεια δεν είχες;»
«Πως -αμέ. Γυναίκα και μια κόρη. Δεν τους είδα από τότε που με πιάσανε. Όταν δραπετεύσαμε ήταν επικίνδυνο. Μετά …», ο γέρος δεν ήξερε τι να πει –ή δεν ήθελε να το πει, πράγμα που κάνει το ίδιο.
«Και γιατί θα πας τώρα στην Αθήνα; Για να τους ψάξεις;».
Ο γέρος σηκώθηκε. Μάζεψε τα αποφάγια …
«Νύχτωσε πια, ώρα να πηγαίνω», μουρμούρισε και άφησε τον ξένο με τις σκέψεις του δίπλα σ΄ ένα δανεικό κι αγύριστο πακέτο τσιγάρα με άσπρο φίλτρο.
Είχε κι ένα χαρτί με το τηλέφωνο του ξένου στην Αθήνα …
«Πάρτο κι ότι χρειαστείς ειδοποίησε με», τυπικά πράγματα.
Πέρασαν δυο μέρες μέσα σε ετοιμασίες και το στομάχι ανακατεμένο. Ο γέρος δεν ήθελε να φύγει γιατί δεν ήθελε να φτάσει. Αλλά έπρεπε. Από τη μπροστινή βεράντα είδε το ιστιοπλοϊκό να χάνεται και η ηρεμία του είχε μπερδευτεί στην προπέλα στου ιστιοπλοϊκού. Μέχρι να φτάσει η μέρα του ταξιδιού –ζήτημα ήταν να κοιμήθηκε ένα τρίωρο.
«ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. Δεν γίνεται να επιστρέψεις από εκεί που δεν έφυγες. Και όσοι σε ξέγραψαν θα σε αφήσουν ξεγραμμένο –έτσι είναι. Σωστός χρόνος δεν υπάρχει -πάντα θα έχεις αργήσει. Σωστός τρόπος δεν υπάρχει –γιατί δεν ήσουν εκεί κι αυτό φτάνει. Για όσους σε χρειάζονταν –δεν ήσουν εκεί . Για όσους σε κυνηγούσαν –δεν ήσουν εκεί. Και ούτε τώρα θα είσαι. Απλά ένα φάντασμα για να ξεσπάσει όποιος έχει ακόμα πίκρα μέσα του. Ή οργή, ή μίσος. Κι αφού δεν γίνεται να επιστρέψεις –γιατί γυρίζεις; Αφού σε έχουν ήδη θάψει γιατί βγαίνεις έξω; Για ένα βλέμμα από τα μάτια της κι ας μην υπάρξει τίποτα μετά. ‘Ετσι θα είναι».
Πέρασε μαρτυρικές ώρες, διπλωμένος σε σκληρούς πάγκους, μέχρι το καράβι να δέσει στον Πειραιά. Στη διαδρομή σκεφτόταν. Είχε αγοράσει μια εφημερίδα και, κρυμμένος πίσω από το άνοιγμά της, υπολόγιζε τους δρόμους που έπρεπε να τραβήξει. Δεν ήξερε διευθύνσεις –άσε που με τα χρόνια θα είχαν αλλάξει. Ήξερε μόνο τα μέρη που έπρεπε να πάει και τους ανθρώπους που ήθελε να δει. Έφτανε.
Και το καράβι έφτασε δηλαδή. Βγήκε με το σωρό των ανθρώπων σε μια κακή παρωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Τσεμπέρια, κοφίνια, βαλίτσες –όλα μαζί πετάχτηκαν έξω από την καταπακτή για να κυνηγήσουν ΤΑΞΙ.
Κάθησε στο τσιμεντένιο ντοκ και περίμενε να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Τα βρώμικα νερά έκαναν παρέα στην κάφτρα του τσιγάρου –και έτσι ήταν μέχρι που δεν άκουγε αλαλαγμούς επιβατών πίσω του. Μετά ξεκίνησε να επιστρέφει.
Το ΤΑΞΙ βρωμούσε ιδρώτα και τσιφτετέλια. Κάτι τέτοια τον αρρώσταιναν –ένιωθε ήδη να ιδρώνει και να κρυώνει από τον πυρετό. «Καισαριανή, Καισαριανή ..», με το ζόρι το άκουσε ο ταρίφας, ανάμεσα σε σόλα μπουζουκιών και παράσιτα του δέκτη, «κέντρο προς 22, με λαμβάνεις 22; Πλατεία Βικτωρίας … έτερος …», θα ήθελε να κλείσει τα αυτιά του αλλά ντρεπόταν –τον ενοχλούσαν οι περιοχές της Αθήνας που επαναλαμβάνονταν.
Η πλατεία της Καισαριανής είχε πιτσιρίκια που έτρεχαν και ουζάδικα που βρωμούσαν φρέσκα, κατεψυγμένα ψάρια. Αν δεν έβλεπε τις τρύπες από τις Εμφύλιες σφαίρες θα νόμιζε λάθος το μέρος. Κάθισε, περίμενε, κάπνιζε. Μετά είδε τους ασφαλίτες. Βγήκαν από τα αυτοκίνητά τους και έπιασαν τρία τραπέζια στο κεντρικό ουζάδικο. Είδε και τα γερόντια που κάθισαν σε άλλο τραπέζι, μόνοι τους και παράγγειλαν κρασί σε σαμπανιέρα. Τα μάτια του δεν δούλευαν καλά πια, γι’ αυτό σηκώθηκε και πλησίασε. Κάποιος ασφαλίτης τον κοίταξε πάνω από τα μαύρα γυαλιά του –οι υπόλοιποι έγλυφαν τα λάδια από τα δάχτυλά τους. Τα γερόντια είχαν χάσει μαλλιά ή μάλλον, λίγα ήταν τα μαλλιά που απέμεναν στα κεφάλια τους. Μισόκλεισαν τα μάτια όταν τον είδαν –κόντρα στον ήλιο.
«Ρε Αντώνη εσύ είσαι; Ζεις μωρέ;» ο φαλακρός γέρος νούμερο ένα, έδειχνε να μην πιστεύει στα μάτια του.
Χαμογέλασε, αλλά δεν είχε διάθεση να μιλήσει.
«Κάτσε ρε πατρίδα, κάτσε να πιούμε ένα ούζο», πρότεινε ο νούμερο δύο.
«Όχι, περαστικός είμαι –δεν ευκαιρώ. Για μια καλησπέρα πέρασα».
«Κάτσε μωρέ που σου λέμε. Ακόμα μας το κρατάς για τη διαγραφή;»
«ΔΙΑΓΡΑΦΗ. Σε σβήνουν και σβήνουν ότι υπήρχε σχετικά με σένα. Σήμερα είσαι εδώ, με φίλους, παρέα, κύρος, άποψη. Αύριο δεν είσαι καν ανάμνηση. Δεν υπήρξες ποτέ. Αυτό είναι καλό, αν σε αφήσουν ήσυχο, αμόλυντο, ξένο. Κι αυτό είναι κακό αν σε αφήσουν με τη ρετσινιά στο κούτελο. Φραξιονιστής, οπορτουνιστής, ρεβιζιονιστής. Προδότης. Πουλημένος στους εχθρούς του κόμματος. Ευτυχώς, όχι δηλωσίας –σαν κι αυτούς που μείνανε μέσα, με κατεβασμένα βρακιά και σκυμμένα κεφάλια. ‘Όχι σαν αυτούς, αλλά όχι σαν κανέναν. Μόνος σου στη μέση του δρόμου, τυφλός στις γραμμές του τραίνου. Ακούς, αλλά κανένας δεν θα σου φωνάξει ‘πρόσεχε!’».
«Δε θα κάτσω, βιάζομαι. Μόνο θέλω μια πληροφορία. Που μένει η οικογένειά μου;»
Οι άλλοι κατέβασαν τα μάτια.
«Η Χρύσα πέθανε Αντώνη. Κάτσε να σου τα πούμε … γιατί δεν θες; Μην κάθεσαι, τέλος πάντων… Ήταν καλή συντρόφισσα η Χρύσα, πέρασε πολλά …αλλά δεν εγκατέλειψε το κόμμα. Πήγαμε όλοι στην κηδεία της … πάνε … πόσα χρόνια ρε; Δε θυμάσαι ούτε εσύ; Ξεκούτιανες παλιόγερε …»
«Η κόρη μου;»
«Α, μια χαρά η Αριάδνη. Γιατρός, από τις καλύτερες! Σαν παιδί μας τη μεγαλώσαμε, αλλά κι αυτή … θείε και θείε μας έχει … α, δεν ξέρεις πόσο μας αγαπάει …»
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του. Ο γέρος τον κρατούσε σφιχτά από τον καρπό και με το πρόσωπο κολλημένο …
«Που είναι το ιατρείο, λέγε. Άσε την πάρλα και λέγε!»
Οι ασφαλίτες τον απομάκρυναν νευριασμένοι που διέκοψαν το φαγητό τους. Αλλά είχε προλάβει ν’ ακούσει τη διεύθυνση. Για τίποτα άλλο δεν τον ένοιαζε. Ξεκίνησε να περπατάει. Δεν άντεχε να ξαναπάρει ΤΑΞΙ και τα λεωφορεία τον τρόμαζαν με τον κόσμο τους. Καλύτερα με τα πόδια, να σκεφτεί, να συνηθίσει.
Κοίταζε ακίνητος τα οικοδομικά τετράγωνα να φεύγουν πίσω του –περπατούσε χαζεύοντας, σα να λέμε. Ξένη πόλη χωρίς ανθρώπους στα ανύπαρκτα πεζοδρόμια. Έρημη, ανάμεσα στα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα. Καυτός ήλιος στη σιωπή ενός συνεχιζόμενου βουητού.
Στο σαλονάκι του ιατρείου έτρεμε. Ευτυχώς ήταν πολύς ο κόσμος και η γραμματέας έλειπε όταν μπήκε. Κανένας δεν τον ρώτησε τίποτα, κανένας δεν του ζήτησε τίποτα. Είχε πιάσει μια θέση, πλάγια από την πόρτα του γραφείου της. Ευτυχώς, η κόρη του δεν ήταν παιδίατρος ή γυναικολόγος. Τα μάτια του πονούσαν στην προσπάθεια να τρυπήσει την κλειστή πόρτα, τ’ αυτιά του βούιζαν καθώς αγωνιζόταν να ακούσει τη φωνή της. Τώρα θα έβγαινε, σε λίγο –ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν άντεχε άλλο τρέξιμο.
Η πόρτα άνοιξε για να βγει ένα ζευγάρι. Η γραμματέας είπε «ο επόμενος». Τζίφος.
Η πόρτα άνοιγε και έκλεινε, οι ασθενείς λιγόστευαν. Στο τέλος έμεινε αυτός και η γραμματέας, αυτός και το ξερό του στόμα, αυτός και η τελευταία ώρα.
«Ο κύριος;»
«Ήθελα να δω τη γιατρό …»
«Το όνομά σας;»
«Με στέλνει ένας φίλος …», τι βλακείες έλεγε; Αυτά περνούσαν την εποχή της παρανομίας. Τώρα οι άνθρωποι είχαν ονόματα κανονικά.
Βγήκε μαζί με τον τελευταίο ασθενή –εκεί που δεν την περίμενε.
«Έχουμε άλλους Χρυσάνθη;»
«Ο κύριος μόνο γιατρέ».
Τον κοίταξε. Η κόρη του, όμορφη, ψηλή, χαμογελαστή. Κι αυτός μικρότερος από μύγα, πιο ασήμαντος από τα πλακάκια του δαπέδου. Έτρεμε ανεξέλεγκτα.
«Είστε καλά κύριε;» η κόρη του πλησίασε πιο κοντά. «Χρυσάνθη φέρε ένα ποτήρι νερό».
Ρεζίλι έγινε κι αυτή του κρατούσε τον καρπό ν΄ακούσει τον σφυγμό του. Την κοίταζε, αλλά αυτή δεν τον έβλεπε. Όπως οι γιατροί δεν βλέπουν τους ασθενείς, όπως οι συνεργειάδες δεν ξεχωρίζουν τα χαρακτηριστικά των αυτοκινήτων. Κάτι χαλασμένο θέλει φτιάξιμο, αυτό είναι όλο, άνθρωπος ή μηχανή δεν έχει σημασία, «βήξτε», «μάρσαρέ το λίγο ρε», «αναπνεύστε», «άστο τώρα ρελαντί». Μύριζε όμορφα η κόρη του, γλάστρες σε παλιά αυλή μύριζε και είχε τα μάτια Εκείνης. Τον είδε ξαφνικά και πετάχτηκε…
«Ποιος είστε κύριε;» η γιατρός έγινε γυναίκα κάτω από το άβολο αντρικό βλέμμα. Αυτό να ήταν;
Η Χρυσάνθη του έφερε νερό κι αυτός το ήπιε λαίμαργα.
«Ποιος είστε;»
Σηκώθηκε. Ήταν ψηλή –όχι ψηλότερη από αυτόν, αλλά ψηλή. Είχε όμορφο ιατρείο, καλόγουστο, σε ακριβή περιοχή. Και από πελατεία, μια χαρά τα πήγαινε. Είχε ζωή, δική της. Ότι ακριβώς έλειπε από αυτόν. Έκανε μεταβολή και έψαξε την πόρτα βιαστικός και ….
«Συγνώμη, λάθος. Αντίο σας», άφησε στον αέρα πίσω του, ανακατεμένο με κάποια…
«Μισό λεπτό, για καθίστε, είστε καλά;» από την κόρη του.
Κουτρουβάλησε τις σκάλες χωρίς να κοιτάξει πίσω. Πετάχτηκε στον δρόμο χωρίς να κοιτάξει τριγύρω. Σωριάστηκε μετά από ώρα στο τραπέζι ενός ζαχαροπλαστείου χωρίς να κοιτάξει μέσα του.
Από εκεί τον μάζεψε ο ξανθός. Μέσα στο χάσιμό του, πήρε το τσαλακωμένο χαρτί τηλέφωνο. Ο ξένος ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να τον βοηθήσει και τον βοήθησε. Τον πήρε σπίτι του, όμορφο σπίτι, απέναντι από τη θάλασσα, τον άφησε να ξεκουραστεί και το επόμενο πρωί τον πήγε μέχρι το καράβι. Χωρίς ερωτήσεις. Ο γέρος είχε ξεχάσει να μιλάει. Στο πρώτο κατάστρωμα τον απόθεσε, σε έναν πάγκο και μονάχα …
«Θα τα καταφέρεις;», ρώτησε ο ξένος κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.
Δεν τα κατάφερε. Τον βρήκαν λίγο πριν δέσει το πλοίο στο λιμάνι –κοκαλωμένο. Ο γιατρός του πλοίου μίλησε για εγκεφαλικό –συμβαίνει σε άτομα αυτής της ηλικίας, κανένας δεν τον πήρε χαμπάρι όταν έφευγε.
Στο πακέτο των τσιγάρων υπήρχε διπλωμένο ένα σημείωμα …
«ΑΝΤΙΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ. Δεν υπάρχει λόγος να μάθεις και να αλλάξεις τη ζωή σου. Έλειπα όταν με χρειαζόσουν, ήρθα σε λάθος ώρα. Οι δικαιολογίες δεν είναι για μας και οι δικαιολογίες δεν αλλάζουν τίποτα. Χόρεψα τον δικό μου σκοπό, ακόμα και όταν σταμάτησαν τα όργανα κι αν γύριζα τον χρόνο πίσω θα φρόντιζα να πεθάνω όταν έπρεπε –για να σου αφήσω ένα ίσκιο ήρωα και όχι να περιφέρω τη ρετσινιά μου δίπλα στις μέρες σου. Ότι δεν υπάρχει, καλά είναι να μη ζει. Για να μην προβληματίζει τους ζωντανούς –ελπίζω να καταλάβεις παιδί μου. Κι επειδή ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, καλύτερα να σταματήσει ο χρόνος».
Κανένας δεν βρήκε το σημείωμα και η κόρη του γέρου ποτέ δεν πήγε στην κηδεία του. Ποια κηδεία δηλαδή –δημοσία δαπάνη τον κουκούλωσαν στο νεκροταφείο του νησιού που έβλεπε προς το βουνό. Και κανένας δεν διάβασε τα τετράδια που αράχνιαζαν στο ντουλάπι κάτω από τα ράφια της βιβλιοθήκης, κάτι μετανάστες τρύπωσαν στο εγκαταλελειμμένο για να γλιτώσουν από το κρύο και τους μπάτσους. Στον πρώτο χειμώνα έγιναν προσάναμμα τα τετράδια για να ζεσταθούν γυναίκες και παιδάκια και κανένας δεν έμαθε τι έλεγαν.
Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.

48 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

sorry_girl είπε...

Μάλιστα.Ωραία.Με ψυχομπούκωσες πάλι μεσημεριάτικα!

πι ες:νομίζω πως ήταν το πρώτο σου που έχω διαβάσει και είναι λιγότερο θυμωμένο.

Godot είπε...

Δεν το διάβασα ακόμη, αλλά το ότι έκανα καμια 15αρια page down ήταν κάτι που είχα να το κάνω καιρό εδώ μέσα.

Χειμώνιασε και βγήκαν τα παπλώματα, ετσι;
Πλέον παπλώματα πρέπει να τα λέμε.

Σκάσε και γράφε λοιπόν.

Cherryfairy είπε...

καταπληκτικο ποστ ΜΒ.

Sigmund_01 είπε...

Είπαμε ότι είναι άδικη η ζωή πολλές φορές...
Αλλά άσε και μια αχτίδα χαράς να περάσει...
Μάλλον από τα καλύτερά σου και σαφώς το πιο ανθρώπινο...
Πρόσεχε γιατί θα χαλάσεις :-)

Λίτσα είπε...

Μετά από το φόρτο και τις (αναγκαστικές) αναγνώσεις των τελευταίων ημερών, το χρειαζόμουν. Έξοχο ήταν.

Lex_Luthor06 είπε...

Φοβερή ιστορία. Πέρασαν οι σελίδες νερό. Έχει μια ταιριαστή με την εποχή μελαγχολία αλλά νομίζω ότι αλλού είναι η επιτυχία της. Χτύπησες ύπουλα το αναγνωστικό κοινό των blogers εκεί που πονάει. Τα μπλε- γεμάτα με σημειώσεις- τετράδια που κατέληξαν προσάναμμα ήταν φοβερό εύρημα.


Υ.Γ. Αν ήταν χολιγουντιανή παραγωγή θα τα έφτιαχνε η γιατρός με τον ιστιοπλόο και θα ζούσαν πλουσιοπάροχα από τα κέρδη του βιβλίου του γέρου. Βέβαια ο γέρος δεν θα ήταν του κόμματος.

The Motorcycle boy είπε...

sorry, δεν είμαι θυμωμένος πια. Ή μάλλον, δεν είμαι θυμωμένος τώρα. Θα μου περάσει.
Κουμπάρε, δίκιο έχεις. Γιατί πολύ το ρίξαμε στο συνδικαλισμό και θα ξεχάσουμε τη δουλειά μας. ΣΕΝΤΟΝΙΑ -ΠΑΠΛΩΜΑΤΑ -ΕΙΔΗ ΠΡΟΙΚΟΣ.
cherry, αυτό δεν θυμάμαι να το είχα ξανακούσει από εσένα, οπότε σημαίνει πολλά για μένα.
sigmund έκανες κι εσύ παρόμοιο ποστ και καταλαβαίνεις. Πάω να διαβάσω το άρθρο στα ΝΕΑ να σηκώσω τίποτα καντήλια για αύριο.
Λίτσα, ξελάσκαρες λιγάκι από τα δικά σου ή ακόμα; Ένα σου και ένα μου πάει.

The Motorcycle boy είπε...

lex είσαι μεγάλη κουφάλα (τόσο μεγάλη -που ούτε εγώ δεν το είχα σκεφτεί αυτό που λες, στην τύχη βγήκε). Το χολυγουντιανό σενάριο είναι: ο γέρος βετεράνος του Βιετνάμ, η γιατρός έχει μελαγχολία και στέλνει τον ιστιοπλόο γκόμενο να βρει τον πατέρα της (και για να το κάνω λίγο πιο ανεξάρτητο -η κόρη τελικά δεν είναι του γέρου -το γάμησα;)
Ευχαριστώ πολύ ρε συ.

ΣεΞπΥρ είπε...

"...δεν γίνεται να επιστρέψεις από εκεί που δεν έφυγες. Και όσοι σε ξέγραψαν θα σε αφήσουν ξεγραμμένο – έτσι είναι...."

Νομίζω ότι πρέπει να ξανασυστηθούμε...εμένα με λένε S in L, εσένα? Κα-τα-πλη-κτι-κό!

Mantalena Parianos είπε...

Ρε μοτοσακέ, δεν μπορώ να κλαίω στο γραφείο, ρε.
μουτς

The Motorcycle boy είπε...

Ακούω πάντως και στο "μαλάκας".
Χαίρομαι που σου άρεσε.

Mantalena Parianos είπε...

Δεν τα βγάζεις σε βιβλίο, να σε διαβάζω και να κλαίω με την ησυχία μου, σπίτι;
Θα σε πρήξω αλλά μια μέρα ελπίζω ότι θα σε πείσω...

σου κάνω δωρεάν επιμέλεια, διόρθωση, επισκέψεις κατ' οίκον.
(σόρυ TomBoy)

The Motorcycle boy είπε...

Σωστά Μανταλένα -στο γραφείο πρέπει και να δουλεύεις λίγο παιδάκι μου. 8 σελίδες σεντόνι σε ώρα εργασίας;
Νάσαι καλά φιλενάδα.

The Motorcycle boy είπε...

Αυτό το τελευταίο με τις επισκέψεις κατ΄οίκον με κλόνισε, οφείλω να πω. Πάντως, εντελώς εκμυστηρευτικά -ο marquee μου έδωσε το καλύτερο επιχείρημα για βιβλίο. Το μόνο που μένει είναι να στρωθώ να το γράψω -πράγμα το οποίο βαριέμαι. Κατά τα λοιπά, πες πως έγινε.

Mantalena Parianos είπε...

"επιχείρημα για βιβλίο"???

ΕΙΔΗΣΗ! ΕΙΔΗΣΗ!

The Motorcycle boy είπε...

Είδηση θα είναι φιλενάδα αν ποτέ στρώσω τον κώλο μου να γράψω κάτι μεγαλύτερο από 10 σελίδες με το ίδιο θέμα (μάλλον θα πρέπει να σπάσω κανα-δυο πόδια με τη μηχανή, για να έχω χρόνο) και, εφόσον το γράψω, καταδεχτώ να στείλω έστω και με μέιλ σε κάποιον εκδότη (για τους οποίους έχω την αμέσως χειρότερη γνώμη μετά τις κατσαρίδες). Οπότε, σε μια δεκαετιούλα, αφού θα έχει στρώσει η cherry το δικό της απαυτούλη να βγάλει τη βιβλιάρα που ετοιμάζει (να μην πέσουμε και μαζί και μας φάει ο ανταγωνισμός!) θα το έχω έτοιμο στα ράφια το τεμάχιο. Όπως σου είπα και πριν: πες πως έγινε (γιατί εγώ δεν πρόκειται, από εδώ μέσα).

Ανώνυμος είπε...

apo perastikos:
eyxaristo me ayto to post moy eftiakses thn mera. pragmatika paw na dwsw fysikh kai an perasw sto ofeilw p.s. yparxei zwh meta thn eksetastikh??

p.s.2 yparxoyn kai biblia me dihghmata(mpou)

Cherryfairy είπε...

η Τσέρυ όπως πάει σε κάνα μήνα καθάρισε γιατί της έταξα μια Hermes Birkin τσάντα.
Σημείωση.Επιτέλους κάποιος αναφέρει τον Τσίρκα.Και το μεγαλείο του,για μένα.

The Motorcycle boy είπε...

Περαστικέ, είσαι σίγουρος; Μ΄αυτή τη μαυρίλα σου έφτιαξε η μέρα; Τι να πω; Μακάρι να περάσεις και να ξαναπεράσεις για να σε επιδεικνύω στην Elemental Nausea που δεν αξιώνεται να περάσει μάθημα. Το ερώτημα πάντως είναι αν υπάρχει εξεταστική μετά τη ζωή. Αν μου πεις την απάντηση -θα σε ευγνωμονώ. Τι βιβλίο με διηγήματα ρε; Αφού τα έχω ποσταρισμένα εδώ -μαλάκας είναι ο άλλος να τα πληρώνει και κλέφτης είμαι εγώ να πουλάω το τζάμπα;
cherry, ΣΕ ΕΝΑ ΜΗΝΑ; Έλα ρε θηρίο! Θέλω να το δω από τους πρώτους εντάξει; Κι άμα μου το φέρεις -τραπέζι από όλους μας κερασμένο.

roidis είπε...

το είδα νωρίτερα αλλά δεν είχα τον χρόνο. Τώρα το διάβασα και σου λέω ότι μάλλον είναι ότι καλύτερο έχεις γράψει στο μπλογκ σου.

η συναισθηματική φόρτιση όσο προχώραγε το κείμενο γινόταν εντονότερη.

(στο "πήρα" ξέρεις εσύ, στείλε μου μέιλ)

The Motorcycle boy είπε...

Εντάξει Ροϊδη. Πάω να το στείλω,

pascal είπε...

Άντε γαμήσου ρε (με την καλή έννοια). Κι' ευχαριστώ, πάλι.

numb_jg είπε...

Όταν το πρωτοείδα σκέφτηκα ότι είναι πολύ μεγάλο σε έκταση. Παρ' όλα αυτά το διάβασα. Χρειάστηκε όμως να το διαβάσω και 2η φορά για να μπορέσω να το αφομοιώσω και να βγει αυτό το σχόλιο. Ο λόγος ρέει ωραία, οι εικόνες διαδέχονται με ομαλό τρόπο η μια την άλλη, το σιντί μου παίζει κάτι από Καραϊνδρου, ο καιρός είναι ψιλοάσχημος και όλα δένουν αρμονικά μεταξύ τους. Και το τέλος ευρηματικό με πολλά σχόλια του παρόντος για πράγματα του παρελθόντος.Το μπλογκ σου, όπως ξέρεις, το ανακαλύπτω σταδιακά, όπως πολλών άλλων εξάλλου. Αλλά μου φάινεται ότι βρήκα έναν νέο εθισμό, με την καλή έννοια!
Α ναι, και αξίζει να εκδοθεί, για να το ανακαλύψουν όλοι, και όχι μόνο οι συμπλογκερς σου. CU!

Epsilon είπε...

Ωραία ιστορία, αφήνει ωραίες εικόνες όταν τελειώνει η ανάγνωση.

Γιατί όμως ρε πουλάκι μου έχεις βάλει αυτές τις μαύρες μύγες-γάτες-μύξες-κατσαρίδες-σκουπιδάκια στο background? έχω αστιγματισμό γαμώτο σου και εσύ μου κάνεις ασκήσεις όρασης!

Elemental_Nausea είπε...

Να σαι καλά βρε ΜΒ ότι πρέπει πριν πάω να δώσω τα μαθήματα .Ταιρίαζει γάντι και με τον καιρό αυτή η μελαγχολική του διάθεση.

Υ.Γ .Έχω περάσει ήδη 2 μάθηματα αλλά δεν σας το λέω μην με περάσετε για φυτό :P
Y.Γ.2 Αν περάσω και τα σημερινά μετά την εξεταστική κερνάω βανίλια υποβρύχιο :P

The Motorcycle boy είπε...

Pascal κι εσύ -θα τα πούμε από κοντά για τα δικά μου ευχαριστώ. Συντόμως. Λίαν.
numb ευχαριστώ, αλλά, αφού διαβάζεις blogs γενικά, γράψε λίγο που αργά αγόρι μου -δεν προλαβαίνω να σε διαβάσω. Πολυβόλο είσαι!
Epsilon κάντο πουλάκι μου copy-paste σε ένα word να το διαβάζεις με την άνεσή σου. Με ρωτάς αν μπορώ να τα βγάλω τα πίσω; Η Tomboy μου τα έβαλε. Και δεν είναι μύγες ρε -σφαίρες είναι (έτσι έγραφε τουλάχιστον).
Elemental πήγαινε στη σχολή σου, ζήτα τους μια αναλυτική βαθμολογία και στείλτη μου με ένα mail. Άντε μη μας αναγκάσεις να στείλουμε τον Ευ-άγγελο να ρωτήσει τους καθηγητές σου (ξέρεις, κοστουμάκι, μαύρο γυαλί -κηδεμόνας κι έτσι φάση).

Eu-aggelos είπε...

Εμένα δε μου αρεσε και τοσο πολύ ειδικα το πρωτο μισο.Πιστεύω οτι εχεις γράψειπολύ καλύτερα.Βέβαια μπορεί να είμαι γενικοτερα επηρρεασμενος και να ήθελα κατι πιο ευχαριστο αυτή την εποχή (μαλακα)
Υ.Γ:Η μικρή (elemental)μας δουλέυει ψιλό γαζί.Βάζω τα καλά μου και πάω.Αμα πια!

marquee de mud είπε...

λοιπον, τα παιρνω ολα πισω.

σταματατο το σπορ ή αν το συνεχισεις, να γινεις λιγο πιο χολυγουντ, λιγο πιο silkcut pinks light. αιντε πρωι-πρωι.

The Motorcycle boy είπε...

Κάτι σε Camel άφιλτρο (από τα παλιά) δεν παίζει ρε αδερφέ; Κάτσε να ξημερώσει κάποτε και βλέπουμε

The Motorcycle boy είπε...

Ρε Ευ-άγγελε γι΄αυτό έφτιαξε τη χολλυγουντιανή εκδοχή ο Lex για να πιάσουμε όλο το κοινό. Για κόφτης το internet της μικρής γιατί όπου και να γυρίσω όλο μέσα να σχολιάζει τη βλέπω.

Ανώνυμος είπε...

sorry, δεν είμαι θυμωμένος πια. Ή μάλλον, δεν είμαι θυμωμένος τώρα. Θα μου περάσει.

st'arxidia mas pia! popoooooo! periodo exeis re motor?

Ανώνυμος είπε...

Ακούω πάντως και στο "μαλάκας".
Χαίρομαι που σου άρεσε.


xaxaxaxaxa! Ti toy les tora! Se afoplizei! Xekinas na ton arxiseis stis “elegeies” alla petagetai kai se prolabainei! : “Emena poy me vlepeis, eimai O Malakas!”

xaxaxaxa!

Ανώνυμος είπε...

Geia soy malaka motor!

Elemental_Nausea είπε...

Αλήθεια σας λέω βρε άπιστοι Θωμάδες, αλλά προς το παρόν αναλυτική δεν έχω στα χέρια μου.Όταν την πάρω (με το καλό)μετά το τέλος του εξαμήνου, θα την δημοσιεύσω σε post για να μην λέτε.

The Motorcycle boy είπε...

Γειά σου μαλάκα σκέτο.

The Motorcycle boy είπε...

Elemental άστο. Έχω στείλει ήδη τον Ευ-άγγλεο να ρωτήσει τους καθηγητές σου.

Nada είπε...

Πολύ όμορφο κείμενο.

Elemental_Nausea είπε...

Ωραία αν καταφέρει να τους βρει να μου το πει και εμένα.Καλημέρα ΜΒ.

The Motorcycle boy είπε...

O Ευ-άγγελος; Αυτός ρε μέχρι και βελόνα σε οίκο ραπτικής βρίσκει.
Καλημέρα βεβαίως.

Elemental_Nausea είπε...

MB άκου πως έχει το πράγμα.Οι καθηγητές μονίμως (σχεδόν)λείπουν.Η Γραμματεία εξυπηρετεί περίπου δυό ώρες και αν έχουν τα κέφια τους μπορείς να κάνεις δουλειά αλλιώς μένεις με μια χριστοπαναγία και είσαι ευχαριστημένος.Οι καθηγητές ακόμα και όταν βρίσκονται στην σχολή δεν μπαίνουν για μάθημα.Αυτά.

The Motorcycle boy είπε...

Τυχερή! Ξέρεις τι ξύλο είχαμε φάει εμείς στα νιάτα μας που παλεύαμε για αυτοδιαχείριση στην εκπαίδευση;

Elemental_Nausea είπε...

Α όχι είμαι κατά της βίας.Αν με χτυπήσει κανείς θα το μετανιώσει έται άγαρμπα που κλαίω...

The Motorcycle boy είπε...

Τ΄ακούς Βαγγέλη. Πάρε και ωτοασπίδες μαζί

άσωτος υιός είπε...

δε θα πω καλα λογια τα εγραψαν αλλοι πριν απο μενα. εγω θα ηθελα να σε ρωτησω σοβαρα, ποσες ωρες σου πηρε για να γραψεις ολο αυτο;
η ταπεινη μου (ως ελεεινη) γνωμη ειναι οτι αν θες να γραψεις βιβλιο πρεπει να αφιερωθεις αποκλειστικα σε αυτο και να ζεις παραλληλα με την ιστορια του και αυτο ειναι το ποιο δυσκολο πραγμα...

The Motorcycle boy είπε...

Άσωτε -5 ωρίτσες σπαστές, γιατί έγινε και η σφαγή του bloghood ενδιάμεσα και έχασα επαφή.
Το πρόβλημα με το βιβλίο έχει να κάνει με τη βαρεμάρα και την ανοργανωσιά μου. Γιατί συγγραφέας δεν είμαι, όπως και να το κάνουμε και το βιβλίο θέλει (όπως το λες) πλήρη απασχόληση, όχι παρταϊμιλίκια. Γι΄αυτό έχω εναποθέσει τις ελπίδες μου στο Θεό. Αν καταφέρει ο Θεός να μας πάει (Νέρι -Νέρι) μέχρι δεύτερο γύρο, θα πει οτι όλα γίνονται.

Καπετάνισσα είπε...

Είσαι σπουδαίος Μοτοσακέ.

Εξαιρετική ιστορία.

Τα σέβη μου.

The Motorcycle boy είπε...

Σιγά ρε. Ανταποδίδω πάντως κι ευχαριστώ.

o erwtas pernaei ap' to stomaxi είπε...

Ανατρίχισα, μου θύμισε τον δικό μου εξόριστο παππού. καταπληκτική ιστορία Mboy

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι