Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

9. Προετοιμασία μίσους

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
Ο Πέτρος έμαθε για την εξαφάνιση του Κώστα από ένα υστερικό τηλεφώνημα της Μαρίας. Το τηλεφώνημα ήρθε στη χειρότερη στιγμή και τον πέτυχε κολλημένο στα σκοινιά, από τα ανελέητα άπερκατ της Αφροδίτης. Η μικρή (Αφροδίτη λέγανε την κόρη του Πέτρου) είχε να τον δει κοντά στις δυο βδομάδες και ήταν ασυγκράτητη.
Όταν χώρισε ο Πέτρος με τη Σόνια, η Αφροδιτούλα δεν είχε κλείσει καν τα δυο της χρόνια. Μια εκρηκτική σχέση τριών χρόνων, με μπόλικα ενδιάμεσα διαλείμματα χωρισμών, είχε οδηγήσει το ζευγάρι στο γάμο. Η γέννηση της Αφροδιτούλας είχε επισπεύσει το διαζύγιο. Σύνολο, έξη χρόνια και κάτι ψιλά –που η Κόλαση ανοιγόκλεινε τις πύλες του Παράδεισου για περιστασιακό μπανιστήρι. Τα είχαν όλα εκτός από τη ρουτίνα, γι’ αυτό παρέμειναν με το φυτίλι αναμμένο, ακόμα κι όταν εκδόθηκε το διαζύγιό τους –σαν μέτρο προστασίας της ανυπεράσπιστης Αφροδιτούλας. Έτσι το έβλεπε ο Πέτρος και η Σόνια συμφωνούσε. Δηλαδή, όχι ακριβώς –δεν ήταν εύκολο να εξασφαλίσεις την συναίνεσή της, αλλά, όπως και να το δεις, ένα «τσακίσου από δω μέσα παλιομαλάκα και μην ξαναφανείς», συνοδευμένο από κάποια ιπτάμενη κούπα με καφέ (που ευτυχώς, δεν βρήκε στόχο) και τις τσιρίδες της τρομαγμένης Αφροδιτούλας –σημάδεψαν το τέλος της άγριας σχέσης και αποτέλεσαν υλικό για τους νυχτερινούς εφιάλτες του Πέτρου.
Η Σόνια είχε έρθει στην Ελλάδα όταν έκλεισε τα 18. Ο πατέρας της ήταν Έλληνας που πήγε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του, αλλά έπεσε πάνω σε μια καχεκτική κοκκινομάλλα και, ως εκ τούτου, προέκυψε η Σόνια. Η οποία αποφάσισε, πριν ακόμα τελειώσει το κολλέγιο, να έρθει στην Ελλάδα –ψάχνοντας, λέει, τις ρίζες της. Είχε ήδη σκοτωθεί σε μια συμπλοκή σε μπαρ ο πατέρας της –χαιρέτησε η Σόνια την χαροκαμένη Αυστραλέζα μάνα, πήρε αναμνηστικό τα ατίθασα κόκκινα μαλλιά της και προσγειώθηκε στην Αθήνα, με τελικό προορισμό τα Ζαγοροχώρια. Αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί, γιατί την τσίμπησαν οι τελωνειακοί με δέκα γραμμάρια πρέζα και σαράντα τριπάκια, αμέσως μόλις πάτησε το πόδι της στη χώρα. Τη σκαπουλάρισε σχετικά εύκολα, λόγω της διπλής υπηκοότητας η Σόνια, αλλά, βγαίνοντας από την προφυλάκιση είχε ανοίξει υποχρεώσεις. Μπλέχτηκε λοιπόν με κάτι καταληψίες και ανέβαλλε επ’ αόριστον, την επίσκεψη στα πατρικά χώματα.
Ο Πέτρος την συνάντησε για πρώτη φορά σε μια έκθεση εναλλακτικών μορφών τέχνης στη Βαλτετσίου. Είχε τότε, πάνω από δέκα χρόνια στην Ελλάδα και ακόμα οργάνωνε την «επιστροφή στα Ζαγοροχώρια», αλλά στο μεταξύ, έγινε γνωστή στον χώρο του video art. Σκότωνε την ώρα του ο Πέτρος γιατί τον είχε στήσει κάποιος παλιός γνωστός, όταν κόλλησε μπροστά σε μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που έδειχνε «χιόνια». Είχε σταθεί όλο περιέργεια, τα «χιόνια» διακόπτονταν φευγαλέα από τη θολή εικόνα ενός απειλητικού κεφαλιού –πριν προλάβει να διακρίνει τη μορφή, αυτή χανόταν. Άργησε να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε –πρώτα ένιωσε μια φευγαλέα ζέστη στο σβέρκο και μετά άκουσε τον κόσμο να ψιθυρίζει πίσω του. Γύρισε απότομα για να αντιληφθεί πως, όσο αυτός χάζευε στην οθόνη, κάποιοι πρόβαλαν εικόνες από σφαγές και βομβαρδισμούς πάνω στην πλάτη του. Νευρίασε κι έκανε απότομα στην άκρη. Τότε τον έπιασε από το μπράτσο η κοκκινομάλλα και του έδειξε τον τίτλο του έργου-χάπενινγκ που κρεμόταν στον τοίχο, πάνω από την τηλεόραση. Και ο τίτλος ήταν: «Όσο εσύ ανησυχείς -αυτοί σκοτώνουν πίσω από την πλάτη σου». Κανονικά θα γελούσε, αλλά ήταν ακόμα θυμωμένος.
«Θα πρέπει να σας ευχαριστήσω που γίνατε, έστω και χωρίς την θέλησή σας, μέρος του χάπενινγκ», του είχε πει χαμογελαστά η κοκκινομάλλα.
Εκείνο το βράδυ βρέθηκαν να τα πίνουν στα μπαρ της πλατείας, συζητώντας για εναλλακτική τέχνη, ανταλλακτικό έρωτα και αδιάλλακτες παραπλανήσεις. Μέσα στον επόμενο μήνα είχαν, πλέον, κανονική σχέση. Η Σόνια έκοψε σταδιακά τις καθημερινές της ακρότητες και ο Πέτρος αποφάσισε πως δεν θα ήταν κακό, τελικά, να συγκατοικήσει με μια γυναίκα. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Η Σόνια δεν κέρδισε ποτέ την αποδοχή της υπόλοιπης παρέας και το ανάποδο. Δεν ταίριαζαν σε τίποτα –μια στοιχειώδης, αμοιβαία ανοχή ήταν το καλύτερο που μπόρεσε να εξασφαλίσει ο Πέτρος για το διάστημα της κοινής τους ζωής. Αλλά η Αφροδιτούλα ήταν άλλο πράγμα. Κατ’ αρχάς, Αφροδίτη την έβγαλαν λόγω επιμονής της Σόνιας. «Αυτό είναι το όνομα που θέλει το παιδί», υποστήριζε, όταν ακόμα το μικρό ήταν νεογέννητο. Που το ήξερε; Ποιος να ξέρει; Ο Πέτρος πάντως αντιδρούσε. «Αφροδίτη έλεγαν μια ασπρουλιάρα κωλόχοντρη στο σχολείο μου. Είναι εντελώς χάλια όνομα», έλεγε αλλά δεν έπειθε. Τη Σόνια.
«Και που ήσουν όλες αυτές τις μέρες;» ρωτούσε η Αφροδιτούλα ρίχνοντας γροθιές στο μπράτσο του Πέτρου.
«Ήμουν άρρωστος, στο κρεβάτι».
«Και γιατί δεν με πήρες να έρθω για να σου δίνω τα φάρμακά σου;»
«Γιατί ήμουν άρρωστος. Πώς να σε πάρω;»
«Να σηκωθείς, να μπεις στο αμάξι και να έρθεις».
«Μα δεν μπορούσα βρε καλό μου. Αφού ήμουν άρρωστος».
«Ψέματα λες. Εσύ ποτέ δεν αρρωσταίνεις γιατί εσύ είσαι μπαμπάς».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και η μικρή μούτρωσε.
«Έλα Πέτρο, η Μαρία είμαι».
«Έλα τι έγινε»
«Κλείσε το τηλέφωνο –θέλω να παίξουμε ιστορίες», τον τράβηξε από το μανίκι η Αφροδίτη.
«Ο Κώστας. Δεν έρχεται σπίτι. Εξαφανίστηκε. Τι να κάνω Πέτρο;» η Μαρία έβαλε τα κλάματα απροειδοποίητα.
«Κάτσε μισό λεπτό –εξήγησέ μου τι ακριβώς έγινε».
«Θα κλείσεις το τηλέφωνο μπαμπά; Σαν τη μαμά είσαι –όλο στο τηλέφωνο μιλάς! Πότε θα παίξουμε;»
Μύλος η κατάσταση. Στα πεταχτά έμαθε τι είχε συμβεί ο Πέτρος και υποσχέθηκε πως θα περνούσε την ίδια κιόλας μέρα, από το σπίτι της Μαρίας για να μιλήσουν.
«Όχι, όχι από το σπίτι –δεν θέλω να ακούει το παιδί», είπε όλο αγωνία η Μαρία.
«Εντάξει, κλείσε και θα σε πάρω εγώ για να βρεθούμε έξω», πρόλαβε να αντιπροτείνει ο Πέτρος πριν η μικρή του κλείσει το τηλέφωνο.
Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο την έπαιρνε σπίτι του τη μικρή και μια φορά την εβδομάδα διέσχιζε τη μισή Αθήνα για να περάσει λίγη ώρα μαζί της –μετά το σχολείο. Πρώτη δημοτικού και η μικρή δεν άντεχε το ντρεσάρισμα. Βαριότανε, νευρίαζε, ένιωθε απομονωμένη. Κι ο Πέτρος συμμεριζόταν τη στεναχώρια της μεγενθυμένη από την απόσταση. Κάθε πρωί στις 8, όπου κι αν ήταν, έβλεπε το προσωπάκι της δακρυσμένο, να τον χαιρετάει από το προαύλιο του σχολείου. Ήξερε πως σε δυο λεπτά θα της περνούσε, αρκεί να έρχονταν οι φίλες της για να παίξουν, ήξερε πως το μεσημέρι δεν θα θυμόταν καν γιατί έκλαιγε –αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Αρκούσε ένα δάκρυ της για να χάσει το πάτωμα κάτω από τα παπούτσια του –τι θα πει δηλαδή «θα της περάσει»;
«Πάω να παίξω στα φουσκωτά, μπαμπά», η μικρή απομακρύνθηκε τραμπαλίζοντας τα κοτσίδια της. Πριν από λίγο ήθελε την αποκλειστική προσοχή του, τώρα χρειαζόταν απλά, κάποιον να την περιμένει.
Ο Πέτρος άναψε τσιγάρο και χάζεψε το σωματείο χωρισμένων πατεράδων που κυριαρχούσε στον παιδότοπο. Αμήχανοι, ευάλωτοι μπροστά στα πιτσιρίκια τους, να σκοντάφτουν σε παρατημένα παπούτσια, προσπαθώντας να μη χάσουν τα παιδιά από τα μάτια τους. Πατεράδες με την ώρα γιατί έτσι είχε αποφασίσει, στις περισσότερες περιπτώσεις, κάποια αγάμητη δικαστίνα.
Έφερε στο μυαλό του τον Κώστα –να κυνηγάει τον Δημητράκη στην παραλία. Χρόνια πριν –κι αυτός με τον Άρη να κοροϊδεύουν, «τρέχα κορόιδο πατέρα, τρέχα μην καταπιεί καμιά γόπα το παιδί». Ο Κώστας γελούσε και έβαζε τον Δημητράκη να γεμίζει ένα κουβαδάκι με νερό –στη συνέχεια ακολουθούσε μπουγέλο, φυσικά.
«Αφήστε το παιδί ήσυχο, όλο βλακείες το βάζετε να κάνει», δυσανασχετούσε η Μαρία. Έπρεπε να της τηλεφωνήσει, να βρεθούν. Τι θα πει «εξαφανίστηκε ο Κώστας» δηλαδή; Που πήγε; Μάλλον καυγάδισαν, αν και ο Κώστας δεν τα συνήθιζε τέτοια πράγματα. Κι αν δεν ήταν έτσι; Αν ο Κώστας είχε αποφασίσει να γυρίσει πίσω; Μα, γίνονται αυτά τα πράγματα; Το είχε σχεδόν πιστέψει πως ο Κώστας ήταν χρόνια τελειωμένος και ο Άρης θα έκανε πίσω, τώρα που κολυμπούσε στα μέλια παρέα με τη Μάχη. Άλλωστε, μπορεί και να μην υπήρχε πλέον λόγος –μαλακισμένες, παιδιάστικες ιστορίες –αυτό δεν ήταν; Και δεν ξεκαθάρισαν ποτέ τα γεγονότα, υπήρχε η δική τους αλήθεια, η άποψή τους αλλά μπορεί να έκαναν λάθος. Αυτό είπε και πέσανε να τον φάνε οι κρετίνοι.
Η μικρή γύρισε αποκαμωμένη από το παιχνίδι και το έριξε στην πολυλογία. Άκουγε το αδύνατο κοριτσάκι με ένα χαμόγελο θαυμασμού –κλασσικό σύνδρομο του υπερήφανου (χαζού) πατέρα. Μέχρι που έφτασε η ώρα της επιστροφής στο σπίτι –άσχημη ώρα, γιατί η μικρή δεν ήθελε να γυρίσει, άσε που θα έβλεπε και τη Σόνια. Αμηχανία και νεύρα που με το ζόρι συγκρατούσαν μπροστά στο παιδί –αυτές ήταν οι επαφές του Πέτρου με τη Σόνια.
«Θα την πάρεις σπίτι σου το Σάββατο;»
«Φυσικά, αφού είναι η σειρά μου –γιατί ρωτάς;»
«Ξέρω ‘γω; Μπορεί να άλλαξες γνώμη»
«Θυμάσαι να έχω αλλάξει γνώμη πολλές φορές, όλα αυτά τα χρόνια;»
Η Σόνια σηκώνει τους ώμους –«πες ότι σκατά θέλεις να πεις», σκέφτεται αυτός αλλά δεν το λέει. Είπαμε –το παιδί!
Περπάτησε μέχρι το σημείο που είχε παρκάρει το μίνι, προσπαθώντας να δείχνει άνετος. Η μέση του ακόμα πονούσε από το ξύλο και δεν μπορούσε να πάρει γρήγορες ανάσες. Εντάξει, είχε περάσει και χειρότερα αλλά τότε ήταν πιο νέος. Πάντως, αν εξαιρέσεις κάτι σκισίματα στο μέτωπο –είχε γίνει σαν καινούργιος. Τα ίχνη του ξυλοφορτώματος κόντευαν να εξαφανιστούν –αν και δεν ίσχυε το ίδιο με τον πόνο. Σαν τηλεκατευθυνόμενο που έπεσε από τον τρίτο όροφο είχε καταντήσει –απέξω μια χαρά, από μέσα κουδούνιζε ολόκληρος.
Σχημάτισε το τηλέφωνο της Μαρίας, «έλα … ναι … την έδωσα τη μικρή … πότε; … εντάξει, έρχομαι τώρα». Χώθηκε στην αδιάβατη λεωφόρο και περίμενε υπομονετικά, μαζί με τα υπόλοιπα, ακίνητα, αυτοκίνητα. Δεν είχε καμιά όρεξη να δει τη Μαρία και δεν είχε καμιά διάθεση να μάθει τα νέα του Κώστα. «Ο καθένας τον δρόμο του και μακάρι να μην ξανασυναντηθούμε», έτσι δεν είπαν;
Αλλά έπρεπε να τη δει. Δεν είχε να κάνει και τίποτα καλύτερο –από τη μέρα που κατέστρεψαν το μαγαζί του ανάρρωνε σωματικά και κατέρρεε οικονομικά. Το μαγαζί ήταν ανασφάλιστο, όπως και τα βιβλία που υπήρχαν μέσα. Ο Αποστόλης ήταν ακόμα ξάπλα και η Κάτια είχε πάει σε μια θεία της στα Χανιά. «Να ηρεμήσω», του είχε πει, «να συνέλθω από το σοκ». Δεν ήξερε αν θα ξαναρχόταν στη δουλειά, βασικά δεν υπήρχε πλέον δουλειά. Στο σπίτι του είχε μια πλούσια συλλογή από απλήρωτους λογαριασμούς, σε λίγο θα έσκαγε και η εντολή κατάσχεσης που του είχαν τάξει. «Τ’ αρχίδια μου θα πάρετε μαλάκες», γέλασε μέσα από τα δόντια του –αλλά ήξερε πως οι μαλάκες θα έπαιρναν τελικά αυτό που ήθελαν. Και δεν τον ένοιαζε καθόλου.
Τι πιθανότητες είχε να πέσει πάνω σε κάποιον από αυτούς που τους επιτέθηκαν; Τόσα εκατομμύρια κόσμος η Αθήνα –ψύλλοι στ΄ άχυρα, ούτε μια στο εκατομμύριο. Ή μάλλον, τόσο ακριβώς –μια στο εκατομμύριο, αν υπολογίσεις πως ήταν έξη οι τύποι και η Αθήνα έχει γύρω στα έξη εκατομμύρια κόσμο. Βάλε τώρα ότι οι τύποι ήταν φασιστάκια του κερατά, από αυτά που συχνάζουν στα γήπεδα και την επόμενη Κυριακή είχε ντέρμπυ στο ΟΑΚΑ! Πόσο αυξάνονται οι πιθανότητες; Και πάλι –σχεδόν απίθανο έμοιαζε να είναι ο τύπος στο παπάκι αριστερά του, ένας από αυτούς! Κι όμως…
Ο Πέτρος χάζευε το κωλόπαιδο μποτιλιαρισμένος και το κωλόπαιδο κυλούσε αργά μακριά του. Δεν αγχωνόταν γιατί ήταν σίγουρος πως θα τον χάσει και, από την άλλη, δεν ήταν καθόλου βέβαιος πως ήταν αυτός. Μέχρι που ένα μπλε κουπέ αποφάσισε ν΄ αλλάξει λωρίδα μποτιλιαρίσματος, ακριβώς μπροστά στο παπί, δημιουργώντας χάος. Ο σφίχτης φρέναρε απότομα, το κουπέ ταλαντεύτηκε για να μην αφήσει κανένα άλλο όχημα να κινηθεί κι αυτό προκάλεσε οργισμένα κορναρίσματα. Ο σφίχτης πήρε θάρρος και άρχισε το βρισίδι …
«Μωρή καργιόλα που πας; Θες να σε γαμήσω μεσημεριάτικα;»
Η οδηγός του κουπέ δεν έβγαλε άχνα, οπότε ο άλλος πήρε θάρρος και τράβηξε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα της. Από τη θέση που ήταν ο Πέτρος δεν μπορούσε να την ακούσει, αλλά μάλλον διαμαρτυρήθηκε γιατί ο σφίχτης συνέχιζε να κλωτσάει την πόρτα. Τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα κόρναραν κι ο Πέτρος ήταν ήδη στο δρόμο κραδαίνοντας το μασίφ γερμανικό κλειδί. Δυο, τρία, τέσσερα βήματα και ήταν πίσω από την πλάτη του, αλλά ο σφίχτης ήταν απασχολημένος -«θα σου σκίσω τον πάτο μωρή σκύλα», γκαπ, γκουπ. Το κλειδί έκανε μισή περιστροφή στον αέρα πριν σκάσει πάνω από το αυτί του και προκαλέσει μια έκπληκτη πτώση. Η γυναίκα στο κουπέ τσίριξε, ο σφίχτης δεν ήξερε αν πρέπει να πιάσει το κεφάλι του ή να συγκρατήσει το παπί που τον έπαιρνε από κάτω –όταν τον άρπαξε ο Πέτρος από τη μπλούζα.
«Με θυμάσαι ρε μαλάκα;»
Ο άλλος τον διέκρινε με δυσκολία γιατί τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Όταν ακούμπησε στην άσφαλτο, ο Πέτρος του άρπαξε το τσαντάκι που φορούσε στη μέση και τον άφησε με μια κλωτσιά στο στομάχι –για ενθύμιο. Έφυγε χωρίς να κοιτάζει πίσω του, κάποιοι οδηγοί είχαν βγει από τα αυτοκίνητά τους, αλλά βιάστηκαν να ξαναμπούν καθώς περνούσε δίπλα τους.
Έκανε λίγα εκατοστά όπισθεν και έριξε απότομα το μίνι προς το πεζοδρόμιο. Ευτυχώς ήταν ένα βολικό πεζοδρόμιο που του επέτρεψε να ξεφύγει μέσα από το πλαϊνό στενό. Πίσω του οι οδηγοί κόρναραν κι ο σφίχτης δεν έλεγε να σηκωθεί από την άσφαλτο. Χάθηκε πηγαίνοντας ανάποδα για να αποφύγει την κεντρική λεωφόρο –του πήρε μπόλικο χρόνο και χιλιόμετρα μέχρι να φτάσει στο κέντρο. Είδε την ώρα από το κινητό του και είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού με τη Μαρία. Ευτυχώς που βρήκε εύκολα παρκάρισμα πάνω στην πλατεία της Δάφνης –έκρυψε το τσαντάκι κάτω από το κάθισμά του και βγήκε βιαστικά., αδιαφορώντας για την πινακίδα που απαγόρευε ρητά το παρκάρισμα.
Η Μαρία τον περίμενε σε ένα «απ’ όλα» μαγαζί. Τέτοια μαγαζιά σερβίρουν καφέ το πρωί, φαγητό το μεσημέρι και ποτό το βράδυ παίζοντας, ανελέητα, την ίδια άσχετη latin, hip hop μουσική. Την βρήκε να σκαλίζει ένα παναρισμένο κοτόπουλο με το πιρούνι της –κάθισε απέναντί της, ψάχνοντας το γκαρσόνι. Η Μαρία έκλαιγε.
«Έλα τώρα, ησύχασε, να δεις που όλα θα φτιάξουν», απόθεσε ένα άχρηστο κλισέ παρηγοριάς.
«Με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι θέλει να μείνει λίγο μόνος του».
«Εντάξει, συμβαίνουν αυτά».
«Όχι ρε Πέτρο, δεν συμβαίνουν όταν έχεις οικογένεια! Τι θα κάνουμε εμείς δηλαδή;»
«Ηρέμησε Μαρία. Τον ξέρεις καλά τον Κώστα και ξέρεις πως θα γυρίσει. Τι έγινε; Μήπως τσακωθήκατε;»
«Όχι. Εντάξει, τις τελευταίες μέρες είχε προβλήματα με τη δουλειά του, ήταν και αναστατωμένος από το ατύχημα του Άρη …»
«Το ποιο;»
«Α, δεν το ξέρεις;»
Δεν το ήξερε, αλλά τώρα το μάθαινε. Ο μαλάκας ο Άρης –μια ζωή σαν παλαβός οδηγούσε! Δεν έφταιγε αυτός –αλλά μόνος του το είχε πει –«όταν οδηγείς μηχανή, φταις –δεν φταις, εσύ φταις στο τέλος γιατί εσύ την πληρώνεις». Αφού δεν σκοτώθηκε –πάλι καλά να λέμε! Σκεφτόταν για να κατανικήσει το σφίξιμο στο στομάχι. «Ένας χαμένος, ένας με σίδερα –πολύ γρήγορα καταρρέουμε».
«Πέτρο;»
«Λέγε»
«Για τα παλιά τσακωθήκατε;»
«Ποια παλιά;»
«Ξέρεις … τον Γιαννάκη και την …»
«Άστο μωρέ, μην τα σκαλίζεις», ο Πέτρος τινάχτηκε απότομα για να βουτήξει το βιαστικό γκαρσόνι. Έσκαγε για μπύρα.
«Λέω … μήπως έφυγε για κάτι τέτοιο…»
«Δηλαδή;»
«Ξέρω ‘γω … Έχει κλείσει η ιστορία μεταξύ σας και …;»
Ο Πέτρος ετοιμάστηκε να φτύσει αλλά δεν χρειάστηκε. Όπως δεν χρειαζόταν να της δώσει εξηγήσεις. Δεν έπρεπε κιόλας.
«Όλον αυτόν τον καιρό είσαστε καλά με τον Κώστα;»
«Καλά. Κανονικά δηλαδή. Γιατί;»
«Ρωτάω»
Η Μαρία αγγίζει το μανίκι του με κατεβασμένο κεφάλι.
«Δεν ξέρω. Είμαστε όπως όλες οι οικογένειες. Μη με ρωτήσεις αν είμαι ευχαριστημένη. Δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ. Ο Κώστας είναι μια ζωή επισκέπτης. Αδιαφορεί για τα πάντα, όλα στο σπίτι εγώ πρέπει να τα αποφασίζω. Και μετά κατεβάζει μούτρα γιατί δεν του αρέσει αυτό που αποφάσισα. Τι να γίνει δηλαδή; Ποτέ δεν προτείνει κάτι –κι αν καμιά φορά ανοίξει το στόμα του, όλο παράλογα πράγματα λέει. Έχει πάρει εργολαβία το παραμύθι και με αφήνει μόνη, να ξεχρεώσω με την πραγματικότητα. Σαράντα χρονών άνθρωποι –βαρέθηκα ρε Πέτρο!»
Πίνει τη μπύρα του βιαστικά γιατί δεν αντέχει τη μιζέρια της. Εντάξει, δίκιο έχει –η ζωή είναι εκεί έξω, γεμάτη υποχρεώσεις, τη ζεις ή περνάει πάνω σου σαν μπουλντόζα. Κι ο Κώστας έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί επειδή υπάρχει η Μαρία. Αλλιώς …
Οι συνομήλικοί τους ποτέ δεν πάτησαν και με τα δυο πόδια στην πραγματικότητα. Χαμένοι πριν καν προσπαθήσουν, γιατί βρέθηκαν στο δρόμο μετά από μια γενιά ηρώων –τι μένει να κάνεις όταν οι προηγούμενοι έγραψαν ιστορία; Απογοητευμένοι στην εκκίνηση, μπερδεμένοι στην κούρσα, τερμάτισαν όταν οι θεατές είχαν αποχωρήσει από το στάδιο. Για ποιο λόγο; Έτσι –δεν υπήρχε λόγος, πέρα από το ότι όλοι οι προορισμοί οδηγούν σε ένα τέλος. Χωρίς σκοπό, γιατί οι καλοί τους πυροβολούσαν στην πλάτη και οι κακοί σημάδευαν τα πόδια τους. Γι΄ αυτό ήταν μονίμως οργισμένοι. Αλλά η οργή, όταν δεν έχει στόχο γυρίζει πάνω σου. Τους εαυτούς τους μίσησαν λοιπόν –γιατί δεν είχαν την αξιοπρέπεια να πεθάνουν στα 30 και να ζήσουν προηγουμένως. Οι συνομήλικοί τους ποτέ δεν πάτησαν και με τα δυο πόδια στο όνειρο, επίσης.
Του είπε κι άλλα η Μαρία -παράπονα από τη δουλειά της, βαρετές πληροφορίες για την εφηβεία του Δημήτρη, αγχωτικές συμβουλές για τις καινούργιες φορολογικές δηλώσεις. Αλλά ο Πέτρος δεν της ανέφερε τίποτα σχετικά με την επίθεση στο βιβλιοπωλείο και η Μαρία δεν πρόσεξε τα σημάδια πάνω του. Ποτέ δεν πρόσεχε ιδιαίτερα την εμφάνιση των άλλων η Μαρία. Όταν σηκώθηκε να φύγει, τον σταμάτησε …
«Αν δεις τον Κώστα …»
«Δεν θα τον δω Μαρία» κι έφυγε βιαστικός, ελπίζοντας πως δεν θα είχε τσιμπήσει καμιά κλήση…
Οδηγούσε αφηρημένα, με την κλήση σκαλωμένη στο παρμπρίζ, ψάχνοντας κάποιο ήσυχο μέρος για να ρίξει μια ματιά στο τσαντάκι που περίμενε κάτω από το κάθισμά του. Βρήκε χώρο να παρκάρει, πίσω από τον μαντρότοιχο του Α΄ Νεκροταφείου. Μέχρι που άναψε και τσιγάρο για να το ευχαριστηθεί, κάτω από τις καχεκτικές λεύκες.
Στην μπροστά θήκη υπήρχε ένα κινητό. Έλεγξε τη μπαταρία του, ευτυχώς ήταν γεμάτη –δεν είχε καμιά όρεξη να σβήσει το κινητό και να ψάχνει κωδικούς ενεργοποίησης. Έλεγξε τα τελευταία τηλέφωνα στη μνήμη –αντρικά ονόματα εναλλάσσονταν με φανταχτερά γυναικεία. Ο τύπος, προφανώς δούλευε και σαν νταβαντζής. Ή συνοδός των κοριτσιών. Κοίταξε το παλιότερο αποθηκευμένο νούμερο –άδικος κόπος –η μνήμη έφτανε μέχρι τρεις μέρες πίσω. Θα έπρεπε να ψάξει στον κατάλογο της συσκευής.
Άνοιξε το κεντρικό φερμουάρ –πορτοφόλι, αναπτήρας (αλλά, όχι τσιγάρα), ένα κουτί πολυβιταμίνες κι ένας σουγιάς με ελατήριο. Αυτόν τον έβαλε στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και βάλθηκε να ψάχνει το εσωτερικό του πορτοφολιού. Μια πλαστικοποιημένη κάρτα μέλους του Συνδέσμου Φιλάθλων ΠΑΟ –Νεάπολης, με κωδικό αλλά χωρίς όνομα, μια φωτογραφία από διαδήλωση –ο μαλάκας να χαιρετάει ναζιστικά την ελληνική σημαία κι ένας αριθμός τηλεφώνου γραμμένος σε ριγέ χαρτί. Ο Πέτρος άδειασε το πορτοφόλι και το πέταξε μαζί με το τσαντάκι στον κοντινότερο κάδο. Δεν περίμενε να βγάλει άκρη από όσα βρήκε, αλλά δεν έχανε τίποτα να το ψάξει.
Οδήγησε χαλαρά μέχρι το σπίτι του και μπήκε μέσα, κλωτσώντας φακέλους με διαφημιστικά. Αραγμένος στον καναπέ, σκεφτόταν να βάλει μουσική και να γίνει λιώμα με το τελευταίο μπουκάλι τζιν που τον περίμενε στον πάγκο της κουζίνας. Έβαλε πάγο σε ένα καθαρό νεροπότηρο και προσπέρασε το ακανθώδες κεφάλαιο της επιλογής κατάλληλης μουσικής. Όταν πίνεις, είναι προτιμότερο να φτιάχνεσαι με τηλεόραση –χάνεις πιο γρήγορα την αίσθηση του χωρόχρονου.
Κατέβαζε το τρίτο ποτήρι, απορροφημένος από ένα ντοκιμαντέρ για τους πιγκουίνους, όταν χτύπησε το κινητό. Όχι το δικό του –το άλλο. Η κλήση ήταν από απόκρυψη.
«Ναι;»
«Σηκώνεις και ξένα κινητά μαλάκα;»
«Μέχρι και πεσμένους πούτσους σηκώνω άμα λάχει».
Ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Αυτό το τελευταίο θα σου χρειαστεί σύντομα γιατί την έφερες πούστικα στον δικό μας».
«Ενώ αυτός μου είχε ξηγηθεί σπαθί –έτσι;»
«Δεν πήρα για να κουβεντιάσουμε παπαριές.»
«Τότε γιατί πήρες;»
«Για να σου λύσω τις απορίες».
«Όπως;»
«Όπως, ας πούμε, γιατί σου γαμήσαμε το μαγαζί».
«Γιατί είσαστε σκατομαλάκες»
«Έξυπνο. Αλλά πέφτεις έξω. Αυτό που έγινε ήταν μια απλή υπενθύμιση από έναν παλιό φίλο. Σας στέλνει χαιρετίσματα και σας θυμάται ακόμα. Έτσι μου είπε να σου μεταφέρω. Σας θυμάται ακόμα. Όλους σας».
Όλους; Ο Πέτρος έκρυψε τον εκνευρισμό του.
«Τίποτα άλλο;»
«Αυτά. Και μπορείς να κρατήσει το κινητό -χάρισμά σου λιγούρη. Θα σου χρειαστεί για να καλέσεις ασθενοφόρο. Σύντομα».
Κλικ.
Ο Πέτρος έμεινε να κοιτάζει το κινητό –ήταν πιο εξελιγμένο μοντέλο από το δικό του. (Πιέστηκε να μην σκεφτεί το προφανές). Ωραίο κινητό, πολυφωνικό, με φωτογραφική μηχανή ενσωματωμένη. Κοίταξε τον ηλεκτρονικό φάκελο με τις φωτογραφίες –γυμνές γυναίκες και αρχαιοελληνικά σύμβολα. Πέρασε στα γρήγορα τον τηλεφωνικό κατάλογο της συσκευής, αλλά δεν βρήκε κάτι να του κινήσει την περιέργεια. Άδειασε το ποτήρι και το ξαναγέμισε με τζιν. Οι πιγκουίνοι είχαν φύγει από την οθόνη και, στη θέση τους, μια σιτεμένη με συμπαγές μαλλί, έλεγε ειδήσεις. Το χάσιμο!
Ο Κατσούλας (σάλιο προσγειώνεται δίπλα στο πόδι του καναπέ) βγαίνει, κατά πως φαίνεται, από το λαγούμι του. Τόσα χρόνια φρόντιζε να οχυρώσει την απόσταση ανάμεσά τους –τώρα νιώθει ασφαλής να τους προκαλέσει. Όλους τους. Δεν ξέρει πως η παρέα δεν υπάρχει πλέον; Ίσως και να το ξέρει, γι΄ αυτό παίρνει θάρρος. Όσο ήταν και οι τρεις μαζί, έμοιαζε αδύνατο να τον αντιμετωπίσουν. Τώρα που είναι ο καθένας για την πάρτη του … Ο Πέτρος διστάζει στο μέτρημα –μην υπολογίζεις τον Άρη, αυτός με το ζόρι κινείται, αλλά ο Κώστας; Που είναι, τι κάνει και γιατί απομονώθηκε; Ο Πέτρος σηκώνεται και φοράει τα παπούτσια του. Καθαρίζει με νερό, όσο οινόπνευμα βγαίνει από τους πόρους του προσώπου του και σταματάει μπροστά στον καθρέφτη του χωλ. Είναι έτοιμος αλλά δεν ξέρει που να πάει. Όπως και σε ολόκληρη τη ζωή του άλλωστε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο.
«Ναι;»
«Πέτρο; Αλίκη Παπαγιάννη εδώ»
Αυτή μόνο του έλειπε τέτοια ώρα.
«Τι κάνεις Αλίκη μου;»
«Μια χαρά. Κοίτα … έμαθα για την καταστροφή στο βιβλιοπωλείο … τι ήταν αυτό βρε παιδί μου; Βαρβαρότητα … είμαι σοκαρισμένη…»
«Ναι, όπως τα λες».
«… και ήθελα να σε ρωτήσω τι γίνεται με το βιβλίο μου …»
«Όλα προχωράνε κανονικά, μην αγχώνεσαι»
«Α, μάλιστα. … κοίτα Πέτρο μου … νομίζω πως θα ξαναγυρίσω στον παλιό μου εκδοτικό οίκο …καταλαβαίνεις … υπάρχει κάποιο δέσιμο, παρόλα όσα έγιναν … αλλά μην ανησυχείς –θα σου επιστρέψω την προκαταβολή …ε;»
«Όπως θέλεις Αλίκη. Τώρα συγνώμη αλλά είμαι λίγο βιαστικός. Θα μιλήσουμε άλλη φορά για τα διαδικαστικά».
Κλείνει το τηλέφωνο πριν προλάβει αυτή να τον αποχαιρετήσει –το έχει άλλωστε η σημερινή μέρα – τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που διακόπτονται απότομα. Βγαίνει βιαστικός, ξεχνώντας ότι δεν ξέρει που θέλει να πάει. Ευτυχώς που το αυτοκίνητό του ξέρει τον δρόμο. Δυτικά, από τη λεωφόρο που οδηγήσει σε γέφυρες, μακριά από τις γραμμές του τραίνου –εκεί που αραιώνουν τα σπίτια της πόλης. Αργή, βαρετή διαδρομή ανάμεσα σε γκρίζα κτίρια εταιρειών. Όταν τελειώσουν κι αυτά, θα φανεί το μοναδικό οίκημα με κήπο. Είναι καλοδιατηρημένο οίκημα, βαμμένο χαρούμενα, αλλά δεν μπορείς να το δεις από τον δρόμο. Γιατί τα δέντρα του κήπου σου κόβουν τη θέα. Πρέπει να φτάσεις στην καγκελόπορτα για να διακρίνεις το μικρό, ξύλινο, φυλάκιο και τον θυρωρό που διαβάζει περιοδικά –μέσα σ’ αυτό. Ο Πέτρος κορνάρει προειδοποιητικά.
«Καλησπέρα, μπορώ να περάσω;»
Ο θυρωρός σηκώνεται βαριεστημένα.
«Θέλετε να επισκεφθείτε κάποιον ασθενή;»
«Ναι»
«Μισό λεπτό να ειδοποιήσω».
Του χρειάζονται πέντε λεπτά για να παρκάρει στο πίσω μέρος του οικήματος και άλλα δυο λεπτά για να φτάσει στη ρεσεψιόν. Καθυστερεί, γιατί κόβονται τα γόνατά του κάθε φορά που έρχεται εδώ, κάθε φορά που πρέπει να ανέβει στον τρίτο όροφο.
Στο σαλόνι του ορόφου, άνθρωποι με πιτζάμες και ρόμπες κάνουν φασαρία μπροστά από έναν δέκτη τηλεόρασης. Αυτή όμως κάθεται μόνη της στο βάθος, σε ένα μικρό τραπεζάκι γεμάτο με πούλια του ντόμινο. Ο Πέτρος φέρνει μια καρέκλα απέναντί της.
«Γεια σου Άλεξ».
Η γυναίκα σηκώνει το βλέμμα, αλλά δεν παρατάει τα πούλια. Μακριά γκρίζα μαλλιά, πρέπει να τα διώξει από το πρόσωπό της για να τον δει. Δυο κουμπιά του νυχτικού ανοιχτά και πρέπει να τα κλείσει –αποφασίζει, μετά από σκέψη, πως όλα αυτά δεν γίνονται κρατώντας τα πούλια.
«Είσαι καλά;»
«Ναι. Καλά», παιδεύεται με τα κουμπιά. Κοιτάζει τον Πέτρο, αλλά στην πραγματικότητα κοιτάζει πίσω από τον Πέτρο. Σαν άνθρωπος που προσπαθεί να δει τι συμβαίνει, μέσα από φιμέ τζάμι.
«Ήρθα βιαστικά αυτή τη φορά και δεν σου έφερα τίποτα», ο Πέτρος μιλάει στον αέρα, ψάχνοντας για επαφή.
«Δεν πειράζει. Εδώ τα έχουμε όλα, φτάνει να τα ζητήσουμε. Να φανταστείς, τις προάλλες μας έδωσαν κρεμ καραμελέ. Σου αρέσει η κρεμ καραμελέ;» η Άλεξ έχει ζωντανέψει απροειδοποίητα, χαμογελάει και κουνάει τα χέρια της.
«Ναι μου αρέσει πολύ», λέει ψέματα ο Πέτρος.
«Εμένα καθόλου», η Άλεξ συννεφιάζει εξίσου απροειδοποίητα. «Μυρίζει καμένο και με αηδιάζει. Αλλά όλοι έλεγαν πως είναι ωραία, την έφαγα με το ζόρι και έκανα εμετό αμέσως μετά. Κρυφά».
Ο Πέτρος πάει να πει κάτι, αλλά το μετανιώνει αμέσως. Προτιμά να κοιτάξει τη γυναίκα που μοιάζει με εκείνο το παλιό κορίτσι, μόνο στα στοιχεία ταυτότητας. Γι’ αυτό ήρθε άλλωστε. Για να βεβαιωθεί ότι θυμάται, για να σιγουρευτεί ότι μισεί.
«Τι κάνουν οι άλλοι;» ρωτάει μέσα από τα δάχτυλά της, γιατί τα μαλλιά και πάλι έπεσαν μπροστά στα μάτια της.
«Α, όπως τα ξέρεις. Ο Κώστας … ο Άρης είχε ένα ατύχημα με τη μηχανή …»
«Σοβαρό;»
«Όχι μωρέ –μασάει ο Άρης από τούμπες;»
«Αχ ναι δίκιο έχεις! Θυμάσαι τότε που με πήγαινε … που με πήγαινε; Καλά δεν έχει σημασία … και γλιστράμε σε κάτι λάδια, που λες, και φεύγει η μηχανή …», σκέφτεται, αλλάζοντας διάθεση «… ακόμα έχω το σημάδι στη γάμπα μου … αλλά δεν πονάει πια …».
Ο Πέτρος της πιάνει το χέρι, θέλει να της πει ότι ποτέ άλλοτε δεν πρόκειται να ξαναπονέσει –αλλά δεν είναι καλός στα ψέματα. Η Άλεξ θα λιώσει στη ψυχιατρική κλινική για όσα χρόνια αντέχει ακόμα. Αν προλάβει –θα πάθει ανακοπή, στον ύπνο της –αυτό θα είναι το καλύτερο, για να τη βρουν χαμογελαστή το επόμενο πρωί. Αν καταφέρει να επιβιώσει για πολλά χρόνια, θα την τελειώσουν με κάποια κοκτέιλ φαρμάκων –έτσι γίνεται στις καλές κλινικές. Κρατάνε τον ασθενή όσο τα χρήματα που πληρώνεις είναι περισσότερα από τις ανάγκες του. Όταν αρχίσει να χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, μετατρέπεται αυτομάτως σε παθητικό. Και με παθητικά δεν κλείνουν οι ισολογισμοί.
«Κάποιος μου είπε κάτι, μια μέρα», λέει η Άλεξ στα πούλια του ντόμινο. «Μου είπε πως ξεραίνονται τα δέντρα στον κήπο κι αυτό είναι πολύ κακό, γιατί σε λίγο θα μας βλέπουν όσοι περνάνε απέξω. Το φαντάζεσαι;»
«Λάθος θα έκανε Άλεξ. Εγώ, τώρα μόλις τα είδα και είναι μια χαρά. Μην πιστεύεις τέτοια πράγματα».
Η Άλεξ έχει επικεντρωθεί στα πούλια του ντόμινο –τα στήνει όρθια, με τους αριθμούς προς το μέρος της μουρμουρίζοντας «… ξεραίνονται, ξεραίνονται …».
Η Πέτρος νιώθει άβολα, όπως κάθε φορά που την επισκέπτεται. Στην αρχή έρχονταν όλοι μαζί –ο Κώστας έκανε φασαρία και ενθουσίαζε την Άλεξ, ο Άρης έσπρωχνε ξαφνικά το τραπέζι για να την ξαφνιάσει –την άφηναν μετά από ώρες εξουθενωμένη, έτοιμη για ύπνο. Μερικές φορές και χαμογελαστή. Αλλά με τον καιρό αραίωσαν τις επισκέψεις τους οι άλλοι –κι ο Πέτρος δηλαδή, είχε φτάσει να το βλέπει σαν υποχρέωση.
«Ήρθε χτες» θυμήθηκε απότομα η Άλεξ.
«Ποιος ήρθε;»
«Ο Κώστας. Ήρθε χτες και με είδε. Δεν το ήξερες;»
«Όχι, που να το ξέρω;» απόρησε αυτόματα ο Πέτρος.
«Ε, μα δεν σου το είπε; Τέλος πάντων, ήρθε και με είδε. Μου έφερε κάτι φορέματα, δύο φορέματα. Και σοκολατάκια!»
«Α ναι;» ο Κώστας είχε περάσει από εδώ. Το γιατί ήταν προφανές. Ο Κώστας πέρασε κι αυτός για τον ίδιο λόγο –για να γεμίσει με μίσος το μυαλό του. Άρα, σκέφτονταν και οι δυο το ίδιο πράγμα. Άρα, είχε ειδοποιηθεί κι αυτός … Ο Πέτρος ευχόταν μόνο να μην είχαν φτάσει μέχρι τον Άρη, όχι ακόμα. Εκείνη τη στιγμή ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να συναντηθεί με την παρέα, να σκεφτούν μαζί, να προφυλαχτούν. Και μαζί να κάνουν την κίνησή τους.
«Σου είπε τίποτα ο Κώστας;»
Η Άλεξ ζάρωσε το μέτωπο, κάτι προσπαθούσε να θυμηθεί και αυτό της έφερνε φανερή δυσφορία.
«Καλά, άστο δεν πειράζει. Θα τον δω και θα μου πει ο ίδιος» σηκώθηκε απότομα. «Λέω να πηγαίνω, θα με βγάλεις μέχρι έξω; Να κάνουμε και μια βόλτα στον κήπο».
Η Άλεξ έσπρωξε πίσω την καρέκλα και φόρεσε μια φανελένια ρόμπα πάνω από το νυχτικό της. Φάντασμα. Ο Πέτρος την κοίταζε στο πλευρό του και διέκρινε τις φλέβες, κάτω από διάφανο δέρμα της. Πάντα ήταν αδύνατη η Άλεξ, αλλά τώρα πια, ήταν σκελετωμένη. Κατέβηκαν τις σκάλες κουτσαίνοντας και οι δυο.
«Κουτσαίνεις;»
«Ναι, έπεσα στο μπάνιο τις προάλλες. Αλλά δεν είναι τίποτα. Όταν ήρθε να με δει ο Κώστας ήταν χειρότερα. Τρόμαξε. Μου είπε …», ακόμα ένα ζαρωμένο μέτωπο, «εσύ κουτσαίνεις;»
«Ναι. Έπεσα από τις σκάλες».
«Ποιες σκάλες;»
«Στο βιβλιοπωλείο. Θα σε πάρω μια μέρα να το δεις, είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει. Και να πάρεις ότι βιβλία θέλεις –εντάξει;» απέφυγε τα μάτια της γιατί δεν ήταν καλός στα ψέματα. Δεν ξέρει κιόλας αν θα μπορούσαν να διακρίνουν κάτι τα μάτια της –πεθαμένα είναι πλέον, σε πλήρη αρμονία με το υπόλοιπο σώμα της.
Έχει νυχτώσει στον κήπο, περπατάνε χαζεύοντας τριγύρω. Η Άλεξ του δείχνει μια νεραντζιά –«την κλάδεψα και μου είπαν να την μπολιάσω για να βγάλει φρούτα και φέτος –αλλά είναι πικρά τα νεράντζια κι εγώ αρνήθηκα να τη μπολιάσω -αυτή όμως έβγαλε φρούτα έτσι κι αλλιώς». Πικρά. Σαν τη δυστυχία που φοράει, δερμάτινη μάσκα στο πρόσωπό της. Φτάνουν στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο κι ο Πέτρος ξεκλειδώνει.
«Στάσου…»
Σταματάει με την πόρτα μισάνοιχτη.
«Θυμήθηκα! Ο Κώστας μου είπε πως θα με βγάλει από εδώ μέσα! Θα με πάρει μαζί του! Έξω!», κάποια ξεχασμένη λάμψη στα μάτια της.
«Αλήθεια;»
«Ναι σου λέω! Θα με πάρει. Πρέπει πρώτα να τακτοποιήσει κάτι δουλειές –έτσι μου είπε, γιατί κάπου χρωστάει … κάτι πρέπει να ξεχρεώσει … να δεις πως μου το είπε …»
Ο Πέτρος την κοιτάζει αλλά βλέπει τον Κώστα πάνω της. Μόνο αυτός έχει την ικανότητα να ζωντανέψει πεθαμένους, ή τουλάχιστον την είχε αυτή την ικανότητα πριν καταντήσει ζόμπι κι ο ίδιος. Φαίνεται ότι το ξανάκανε, φαίνεται πως του ξαναήρθε η ικανότητα –ένας Κώστας ολοζώντανος κυκλοφορεί εκεί έξω μετά από δέκα χρόνια λήθαργου. Μπορεί και περισσότερα.
«Ναι σου λέω! Θα με πάρει. Μου το είπε και με σήκωσε αγκαλιά, ψηλά, με στριφογύρισε κιόλας. Τι λες;»
«Λέω πως ο Κώστας θα το κάνει. Αφού σου το είπε, θα έρθει να σε πάρει από εδώ μέσα» και αυτή τη φορά ο Πέτρος δεν νιώθει ότι λέει ψέματα.
«Κι ο Γιαννάκης ήρθε!», πετάγεται ξαφνικά η Άλεξ. «Πριν κάτι μέρες, ήρθε ένα αυτοκίνητο –να, εδώ που έχεις παρκάρει το δικό σου –κι ο Γιαννάκης ήταν κρυμμένος στο πορτ μπαγκάζ. Πάει να βγει, που λες, και σκοντάφτει στην πόρτα … κάναμε κάτι γέλια!»
Ο Πέτρος αφήνει την μισάνοιχτη πόρτα και την παίρνει αγκαλιά.
«Ησύχασε γλυκιά μου, ο Γιαννάκης δεν ήρθε. Γιατί ο Γιαννάκης δεν έφυγε και ποτέ –σωστά;»
Σφίγγεται πάνω του, στυφή μυρωδιά χαπιών ανακατεμένη με αντισηπτικό φτάνει στη μύτη του Πέτρου –μια ακόμα χρήσιμη υπενθύμιση. Έχει μπει ήδη στο αυτοκίνητο, όταν η Άλεξ του χτυπάει το τζάμι.
«Ναι;»
«Κι ο άλλος;» η Άλεξ φτύνει στο χώμα.
Ο Πέτρος χαμογελάει ψεύτικα. «Δεν υπάρχει άλλος, Άλεξ. Στον ύπνο σου θα τον είδες, δε υπήρξε ποτέ άλλος στην πραγματικότητα», αν έβλεπε τον εαυτό του θα τρόμαζε γιατί το χαμόγελό του μοιάζει με αποκριάτικη μάσκα βρικόλακα. Θα το κρύψει επιμελώς, όσο κουνάει το χέρι του αποχαιρετώντας την, αλλά αυτό θα ξαναεμφανιστεί απρόσκλητο όσο οδηγεί προς την έξοδο.
Οδηγεί με τα μάτια μισόκλειστα στην άδεια λεωφόρο, οδηγεί με το ένα χέρι –ενώ στο άλλο ανοιγοκλείνει τον σουγιά. Σκέφτεται ότι το ελατήριό του θέλει λάδωμα, γιατί η λεπίδα σκαλώνει, κάθε φορά που πατάει το κουμπί. Σκέφτεται ότι η επαγγελματική του ζωή δεν έχει καμιά ελπίδα ανάκαμψης, αλλά αυτό δεν τον ενδιαφέρει πια –και είναι περίεργο, αφού την αγαπούσε πολύ τη δουλειά του. Κάποτε. Σκέφτεται ότι δεν έχει καμιά απολύτως ιδέα σχετικά με το πώς θα τα καταφέρει. Σκέφτεται το χέρι που σπρώχνει τη λεπίδα, κόντρα στην αντίσταση του σώματος. Μετά, ξεσφίγγει την παλάμη του για να ανακαλύψει πως είναι γεμάτη αίματα από το αγκάλιασμα της λεπίδας. Και δεν σκέφτεται άλλο πια. Τώρα.
(συνεχίζεται -η εκτύπωση Ευ-άγγελε)

52 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

numb_jg είπε...

καλημέρα καλημέρα
φυσικά δεν το διάβασα
ήθελα να κάνω το 1ο σχόλιο
θα το διαβάσω το βράδυ

Lex_Luthor06 είπε...

Εχω φτ'ασει στα μισά.

Βαζελος το φασιστόνι; Πως φαινονται οι γαβροι συγγραφεις.

Ωραιο και το εργο τεχνης με την πλάτη. Γιατι δεν το κανεις; :-D

ampot είπε...

αχ τι μου κανεις!
με τη βαλιτσα στο χερι ειμαι
τυπωνω κι εγω για να το'χω στο δρομοοοοο
η απαντηση αργοτερα!

The Motorcycle boy είπε...

numb, αν είναι να τα διαβάζεις τις νύχτες -στο επόμενο θα χώσω τίποτα περιγραφές φαγητών να σε κάνω να τρέχεις νυχτιάτικα σαν σύζυγος εγκύου, χε, χε. Πως και δεν σε πρόλαβε η sorry; Ή αυτή γερνάει ή εσύ γίνεσαι αστραπιαίος.
lex -εντάξει, έχω μια δικαιολογία οτι οι βάζελοι ήταν οι μοναδικοί μέχρι σήμερα που είχαν φασιστική οργάνωση οπάδων τη ΝΟΠΟ. Αλλά, μεταξύ μας, αυτό είναι μόνο δικαιολογία -έτσι; Φταίω εγώ που το πράσινο μου βγάζει μόνο άσχημες εικόνες;
Το έργο τέχνης δεν το κάνω γιατί είμαι άτεχνος ρε συ. Ούτε βιντεάκι στο windows media δεν ξέρω να φτιάχνω. Κάντο εσύ άμα τα καταφέρνεις -κερασμένο.

The Motorcycle boy είπε...

Ampot, ολόκληρο ταξίδι έχεις -έτσι θα σε άφηνα; Άσε που θα λέω πως τα κείμενά μου έχουν κυκλοφορήσει και στο εξωτερικό!

Sigmund_01 είπε...

Φυσικά και το τυπώνω για να το διαβάσω ΣΚ με την ησυχία μου!

The Motorcycle boy είπε...

Ρε μήπως να βάλω σπόνσορα καμιά εταιρεία μελανιών εκτυπωτών;

Cherryfairy είπε...

Άλεξ-η Ρόουζ του Τένεση Ουίλιαμς στο Γυάλινο Κόσμο και η Πλαθ μετά τα ηλεκτροσόκ και λοιπά καλό κείμενο πετυχαίνεις τους διαλόγους το θέλω όλο μαζί τυπωμένο δεν ξέρω όμως αν θα φτάσω μέχρι το τέλος είσαι απ'τους λίγους που οι διάλογοι σου πάνε και μου αρέσουν και οι συμβολισμοί των ονομάτων.Πάω να φάω φαρφάλλες με πέστο και κουκουνάρι για να γυρίσω στην πεζή πραγματικότητα.

Bitch Girl είπε...

"Αλλά η οργή, όταν δεν έχει στόχο γυρίζει πάνω σου" και το σπανακόρυζο καίγεται όταν ξεχνιέσαι διαβάζοντας σεντόνια...γμτ εντωμεταξύ κάθε φορά που διαβάζω, οι απορίες αντί να λύνονται με το παρακάτω πολλαπλασιάζονται, άντε για να δούμε

The Motorcycle boy είπε...

cherry, κατά πρώτον ντροπή σου!2 η ώρα το μεσημέρι μου γράφεις για φαγητά; Πήγα ν΄απαντήσω στο σχόλιό σου και βρέθηκα στον απέναντι φούρνο να ψάχνω για σάντουις! (Τώρα το' φαγα και μπορώ να διαβάσω χωρίς να τρέχουν τα σάλια μου).
Τον Γυάλινο κόσμο δεν τον έχω διαβάσω γαμώτο -γιατί με καταθλίβουν τέτοια θέματα με γυναίκες σε τέτοια κατάσταση. Μακάρι να βγήκε αληθοφανής τουλάχιστον.
Χαίρομαι που διορθώθηκαν οι διάλογοί μου -γιατί στην αρχή δεν τρελαινόσουν κιόλας μαζί τους. Βαλτοί είσαστε όλοι ρε και το ζητάτε τυπωμένο; Το ίδιο μου έλεγε και η mmg -είπαμε να μην πληρώνομαι για ότι γράφω, αλλά όχι και να πληρώνω από πάνω! Να σε κεράσω τα ποτά την άλλη φορά που θα βρεθούμε;
Bitch, η οργή επίσης είναι σαν το σπανακόριζο -αν δεν του κλείσει το μάτι σου το κλείνει αυτό. Για τις απορίες -νομίζω πως μέχρι τώρα τις ελέγχω, ελπίζω να μην ξεχάσω τίποτα μέχρι το τέλος.

Cherryfairy είπε...

εμείς τι να κάνω που τρώμε στις 2;
Μην το διαβάσεις-δες το στο θέατρο.
Είχε ανέβει στο Εμπρός πριν κάτι χρόνια,πέρυσι με τη Βαγενά δεν ήταν πολύ καλό,αλλα φέτος παίζεται το Τριαντάφυλλο στο Στήθος που ακούω μόνο καλά λόγια και πιστεύω πως θα το δω.

The Motorcycle boy είπε...

Βαγενά μπλιάχ (την έχω ακόμα συνδεδεμένη με τη Βαγγελίτσα από την επαρχία). Όταν πας, ειδοποία μήπως τα καταφέρουμε κι εμείς.

druuna είπε...

τι να πω, έγραψες "κινηματογραφικά" κι έφερες στο προσκήνιο ανατροπές με πραγματικά καλό τρόπο, μπράβο!, αυτή τη φορά ήταν αρκετά γρήγορο (υπήρχε βέβαια και το υπόβαθρο μιας και γνωρίζαμε τη σύνδεση των χαρακτήρων) και μου πήρε ελάχιστο χρόνο να το διαβάσω (ρουφήξω ήθελα να πω αλλά σκέφτηκα πως είσαι σεξιστικό γουρούνι και τ άλλαξα) μ ενθουσιασμό, μόνο περιμένω -όπως όλοι- τη συνέχεια πως και πως!

ΥΓ: ξέχασα να σου πω να βρεις να προσλάβεις καμμιά μανικιουρίστρια γιατί οι μισές από δω μασήσαμε τα νύχια μας ΚΑΝΟΝΙΚΑ σήμερα!

The Motorcycle boy είπε...

druuna -για να μη με βρίζεις αυτή τη φορά (το σεξιστικό γουρούνι δεν είναι βρισιά, είναι συνέπεια της παλιοκενωνίας) κάτι καλό θα έγραψα. Ποιές είναι οι μισές; Είχα την εντύπωση οτι μόνη σου με διαβάζεις. Ευχαριστώ πάντως και γι΄αυτό και για τα προηγούμενα σχόλιά σου.

ΣεΞπΥρ είπε...

Να το διαβάσω δε προλαβαίνω, να το τυπώσω τέλειωσε το μελάνι και το χαρτί είναι λειψό. Άσε, θα το κλέψω από τον Eu-aggelo!

Ο Καλος Λυκος είπε...

κι έλεγα και γώ, πού είναι το επόμενο...

robocop murphy's law είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
The Motorcycle boy είπε...

Σέξπυρ, μην αγχώνεσαι βρε. Έχω βρει τη λύση και θα σας την πω σύντομα. Άσε που δεν θα έχεις ανάγκη τον Ευ-άγγελο.
Λύκε, εδώ είναι το επόμενο αλλά ζόρισε τον άλλον να στείλει καμιά φωτογραφία -τι σκατά, σε ανταλλακτική κοινωνία ζούμε. Κι εσύ βρε αδερφέ, σήκωσε κανένα ποστάκι που σ΄έχουμε αφήσει ακόμα στη Ρωσσία.
Ανώνυμε, γιατί επιμένεις; Εκτός από μασκοφόρος εκδικητής των μπλογκς, σου κόλλησε πως είσαι και πνευματώδης τώρα; Τρέχα καλύτερα να μαζέψεις τα σχολιάκια σου και τα ποστάκια σου μαζί με τους άλλους, τρέχα να καλύψεις τον κώλο σου γιατί σε λίγο θα είμαστε πολύ κοντά σου και θα πρέπει να μας τα πεις φάτσα-κάρτα.

robocop murphy's law είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
μασκοφόρος εκδικητής είπε...

O~O~O~O~ΟΥ! Τ~Ρ~Ε~Μ~Ω!

μασκοφόρος εκδικητής είπε...

ΘΑΝΑΣΑΚΗ! ΟΤΑΝ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΓΚΑΣΤΡΟ ΤΑ ΚΑΚΑΡΩΣΕΙ, ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΘΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΗ ΚΟΥΒΑ?
ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ! ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ WHORE-HOUSE-ΚΑΖΙΝΟ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ!!! ΤΟΤΕ ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΘΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΥΤΩ ΚΑΙ ΕΓΩ
ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΠΑΡΘΕΝΙΑΣΩ ΜΟΥΛΑΤΕΣ ΚΑΙ ΙΣΩΣ -ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΤΥΧΕΡΟΣ- ΝΑ ΣΕ ΑΦΗΣΩ ΝΑ ΜΟΥ ΓΥΑΛΙΣΕΙΣ ΤΑ ΛΟΥΣΤΡΙΝΙΑ ΜΟΥ!
ΑΝΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΠΑΣ ΚΑΙ ΣΥ ΝΑ ΧΑΡΕΙΣ ΛΙΓΑΚΙ ΠΡΙΝ ΑΝΑΓΚΑΣΤΕΙΣ ΝΑ ΕΚΔΙΔΕΙΣ ΤΗ ΚΟΡΟΥΛΑ ΣΟΥ ΓΙΑ ΛΙΓΑ "ΝΙΚΛΣ"!!!
;pppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppp LOL ;pppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppppp

μασκοφόρος εκδικητής είπε...

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ "ΚΥΡΙΟΙ" ΘΑΝΑΣΑΚΗΣ ΚΑΙ ΔΡ.ΜΑΝΟΣ ΝΑ ΜΗ ΜΑΣ ΚΛΑΝΟΥΝ ΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.

μασκοφόρος εκδικητής είπε...

"...τρέχα να καλύψεις τον κώλο σου γιατί σε λίγο θα είμαστε πολύ κοντά σου και θα πρέπει να μας τα πεις φάτσα-κάρτα."

http://yeoldeblogshoppe.eponym.com/pumpkin butt.jpg

The Motorcycle boy είπε...

Μην ζορίζεσαι μπόζο. Δεν θα ανοίξουμε κουβέντα από εδώ. Θα τα πούμε από κοντά -σύντομα.

μπόζο είπε...

Θαναση! Για μένα, ως φυσικό πρόσωπο δεν υπάρχεις πια, γκέγκε αρχιπαπάρα. FIN

The Motorcycle boy είπε...

Αυτό το έχεις πει πολλές φορές sourfou αλλά δεν έχεις τ' αρχίδια να το τηρήσεις. Άντε τραβήξου πουθενά αλλού.

mohican-biker είπε...

Τα κείμενα σου είναι γαμάτα. Μη σκας για το μπόζο. Όποτε θες, στείλε ένα email, έχω μια κολομβιανή γραβάτα να του κάνω δώρο. Τα λέμε σύντροφε.

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ mohican, αλλά δεν χρειάζεται -δεν αξίζει καν τον κόπο. Κι εγώ είδα τα δικά σου κείμενα -κακός μπελάς είσαι. Θα τα πούμε σύντομα, αυτό είναι σίγουρο.

Eu-aggelos είπε...

Γιατι οποτε παω να σχολιασω ενα ποστ σου η πρωτη λεξη που μου ερχεται να γράψω είναι ΜΑΛΑΚΑ;Μπορείς να μου το εξηγησεις;
Αντε να δουμε την επομενη συνεχεια που είναι πριν απο την επομενη συνεχεια ΜΗΠΩΣ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ!

Eu-aggelos είπε...

Και μην απαντας οταν σχολιαζω.Αυτά μόνο με το mitsako γινονται

The Motorcycle boy είπε...

Ξέρω 'γω ρε Ευ-άγγελε; Ίσως επειδή σου τέλειωσε το μελάνι στο εκτυπωτή. Α, να σε πληροφορήσω πως αυτή τη φορά πρέπει να κάνεις μια εκτύπωση για σένα και μια για τον Σέξπυρ -χε, χε.
Τελειώνει ρε, αφού έχουμε φτάσει ήδη στη μέση. Διότι όπως έλεγαν και οι αρχαίοι ημών "η αρχή είναι το ήμισυ του παντός".
Δεν απαντάω εγώ όταν σχολιάζεις -εσύ σχολιάζεις όταν απαντάω.

marquee de mud είπε...

κατι καλο ηθελα να πω και γω αλλα το ξεχασα μετα την αναγνωση των τελευταιων σχολιων. τελος παντων

πραγματικα περιμενω την συνεχεια...

The Motorcycle boy είπε...

marquee, τα σχόλια είναι ολόκληρο βιβλίο από μόνα τους -καλύτερο από τα ποστ μου. Ξέρεις τώρα, έχουν να κάνουν με καθημερινές, "ανθρώπινες", καταστάσεις.
Την άλλη βδομάδα η συνέχεια, ελπίζω.

Ο Καλος Λυκος είπε...

mboy, που με έχετε αφήσει λέει;;;

Εγώ σηκώνω post κάθε τρείς και λίγο... εσεις δεν με διαβάζετε...*σνίφ*

Τί φώτο θές πάντως, να στις φέρω εγώ... γιατί ο άλλος είναι busy...

The Motorcycle boy είπε...

Λύκε, ποστ σηκώνεις -ιστορίες από την αλλοδαπή σαν εκείνες από τη Ρωσσία δεν έχεις ξανασηκώσει. Για δουλεύετε και λιγάκι εσείς οι θαλασσόλυκοι (καλό!).
Τις φωτό να μου τις φέρεις κι αυτό να είναι δέσμευση -γιατί σε περιμένουμε μέσα στον επόμενο μήνα. Μην τολμήσεις να μην επικοινωνήσεις όταν φτάσεις γιατί θα σε γδάρω!

Sigmund_01 είπε...

Με τον Φώσκολο είστε συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας; Για να ξέρω δηλαδή σε πόσα επεισόδια το βλέπεις να τελειώνει :-P

Καλή εβδομάδα!

The Motorcycle boy είπε...

Εγώ γιατρέ μου ανήκω στη γενιά του Τζέιμς Πάρις. Θυμάσαι υποθέτω το μνημειώδες αριστούργημα "στα δίχτυα της αράχνης" με τον κολοσσό Γιάννη Κατράνη; Ε, τόσες ακριβώς συνέχειες προσδοκώ.
Καλή μας εβδομάδα ρε -ελπίζω να βρεθούμε για κανά τίποτα -ιν μπιτουίν.

Ο Καλος Λυκος είπε...

mboy, πες στον κοινό μας φίλο να δώσει τηλέφωνο, γιατί μονίμως ξεχνιέται...

ή στείλε mail στο γνωστό πλέον account - γιατί ποιός ξέρει τι ανταλλάγματα θα ζητήσει...

The Motorcycle boy είπε...

Αν περιμένεις να πάρεις τηλέφωνο από τον κοινό μας φίλο ... πιο εύκολο είναι να σου δώσει το κιλοτάκι της Ναόμι Κάμπελ.
Πάω να στείλω πληροφορία από μόνος μου.

Aporia είπε...

Που ειναι αραγε ο ζουρι; Εχω καιρο να τον δω στα μερη αυτα...

The Motorcycle boy είπε...

Και τι σε νοιάζει ρε aporia; Τροχονόμο στην παρέα μας σε βάλαμε;

Aporia είπε...

χαχαχα!

Οκ! Μπορεί να νομιζεις οτι δεν απαντησες, αλλα θενκς για την ινφο.

[οταν παιρνεις αυτο το υφος το (και καλα) επιθετικό, σκλαβώνεις κόσμο!]

The Motorcycle boy είπε...

Κι εσύ όταν γράφεις (και καλά) εξυπνακίστικα, καρφώνεσαι φουλ. Άντε παίξε παραδίπλα -σε βαρέθηκα.

Aporia είπε...

ποιος γράφει εξυπνακιστικα; Λάθος κανεις. Παω να φυγω, βαρεθηκα να σε βλεπω να ερχεσαι σε δυσκολη θεση.

The Motorcycle boy είπε...

Μηδέν πρωτοτυπία επίσης. Όλο φεύγεις κι όλο εδώ είσαι. Ναι, μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση -μη μου ζαλίζεις άλλο τ΄αρχίδια, θα με υποχρεώσεις.

Aporia είπε...

Κι εσυ, απ'οτι βλεπω, ολο με βαριεσαι κι ολο απαντας.

Ειναι απιστευτο το κωλοσφιξιμο που εχεις για αυτοεπιβεβαιωση. Παρα 9, πενήντα εισαι! Χαλαρωσε.

Ειπαμε:

Φευγω, πάω να παιξω παραδιπλα. Είναι επωδυνο να σε βλεπω μα ερχεσαι σε δυσκολη θεση. Χαίρομαι ομως να σε ακουω να βαυκαλιζεσαι οτι εχεις αρχιδια.

Κατσε κι ασχολεισου μαζι τους, παω στου ζουρι.

Εντελως φιλικα: Πρεπει να σε προβληματιζει οτι εκτος απο σχολια φιλων, υπαρχουν επισης πολλα που σε βριζουν πολυ αισχρα. Πιστευα οτι θα σε προβληματιζε, αλλα οπως φαινεται, καθόλου δεν χαλιεσαι να διαβαζεις να βριζουν προστυχα την οικογενεια σου. Γουσταρεις προφανως, τουτο δειχνει ποσο αρρωστος εισαι.

Σε χαιρετω και να προσεχεις.

The Motorcycle boy's wife dude είπε...

Αντε γαμησου Απορια!

Ασε τον μοτορ ησυχο!

The Motorcycle boy είπε...

Μάλιστα -μια από τα ίδια. Και είναι η δεύτερη φορά που ακούω το παραμύθι οτι γουστάρω να με βρίζουν. Καληνύχτα σας.
Α ναι -mbwd δεν έχω ανάγκη από ανώνυμη υποστήριξη. Ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω.

Ο Καλος Λυκος είπε...

Διά να επανέλθωμεν στα δικά μας, ότι είναι να γράψεις, γράφτο μέχρι τις 6-7/12...να τα τυπώσω, να έχω να ασχολούμαι με κάτι στην πτήση...15 ώρες πώς θα περάσουν;

The Motorcycle boy είπε...

15 ώρες; Εντάξει αδερφέ, από εδώ και πέρα γράφω για σένα. Να το έχω τελειώσει αποκλείεται -αλλά, όσο νμα πεις, 2-3 συνέχειες θα τις έχεις.

άσωτος υιός είπε...

δε πιστευω να ειναι ο κατσουλας απο τους σατανιστες; καλα παει, για να δουμε πως θα τελειωσει....
ειμουν σιγουρος οτι θα βρει κατι του βαζελου στο τσαντακι. υπολογιζα μπρελοκ.
αντε καλα να σαι.

The Motorcycle boy είπε...

Όχι μωρέ, όχι αυτός ο φλώρος. Ο βάζελος κερασμένος για πάρτη σου ρε! Θα μιλήσουμε σύντομα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι