Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2006

Το μπλουζ του εργατόπαιδου

Για ένα παπάκι και ένα στέρεο. Η δουλειά δεν είναι ντροπή (είναι μαλακία) -οπότε αν ήθελες να αγοράσεις ένα στέρεο, για να σταματήσεις να ακούς παράνομες κασέτες στο ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο, αναγκαζόσουν να δουλέψεις τα καλοκαίρια, στις διακοπές.

Τότε ήταν που η Βραζιλία κατέβηκε από άλλο πλανήτη, έφερε μαζί της κάτι εξωγήινους σαν τον Ζίκο (όχι τον μπακαλόγατο εντάξει;) και τον Φαλκάο, κουβάλησε και τον Τσε των γηπέδων, τον Σόκρατες (κι άσε το Μαραντόνα να χτυπάει τατουάζ -φιλαράκο, αν έχεις περάσει μια ζωή μέσα στην κόκα και τις πουτάνες, λογικό είναι στα γεράματά σου να το παίζεις μετανοημένος χριστιανός ή κομμουνιστής -αλλά μην τρελλαίνεσαι, τον σώζεις άλλη μέρα τον κόσμο). Και επειδή η ζωή στον πλανήτη γη ήταν ανέκαθεν περίεργη και οι Βραζιλιάνοι δεν ήταν από εδώ, αδυνατούσαν να καταλάβουν πως υπάρχει και η ισοπαλία στο παιχνίδι, που σου δίνει την πρόκριση. Φουλ επίθεση λοιπόν με τους Ιταλούς, γκολ πάνω στο γκολ, μέχρι που οι "πεθαμένοι" τους πέταξαν έξω τους Βραζιλιάνους κι έμεινα εγώ να κλαίω που θα έκανα 4 χρόνια να τους ξαναδώ να παίζουν.

Και επειδή η ζωή στη γη ήταν ανέκαθεν σκληρή, εγώ τότε δούλευα σερβιτόρος, για να πάρω το στέρεο, να μπορώ να ακούω εκείνο το φοβερό LP των Birthday Party (το Preyers on fire, εισαγωγής κιόλας) που όλοι έλεγαν πως ανατινάζει μυαλά (όχι όλοι, ο Μαλαθρώνας στο ΠΟΠ & ΡΟΚ το έλεγε-αλλά εγώ τον πίστευα). Και το άλλο καλοκαίρι έπρεπε πάλι να δουλέψω (σε εργοστάσιο), να πάρω παπάκι, για να μπορώ να πηγαίνω στη δουλειά μου (κουφάλα καπιταλισμέ, τα πάντα εν σοφία εποίησες!).

Έτσι μπήκα στον σκληρό κόσμο του μεροκάματου -πρώτα μαθητής, μετά φοιτητής, τέλος κανονικός άνθρωπος -χωρίς ελπίδα απόδρασης. Αλλά μπήκα με όνειρα εντάξει; Ήθελα να δουλέψω σε δισκάδικο και σε βιβλιοπωλείο (μικρότερος ήθελα να δουλέψω και σε ζαχαροπλαστείο -αλλά το ξεπέρασα). Τελικά έκανα τα όνειρά μου πραγματικότητα σε ποσοστό 50% -κατάφερα να δουλέψω σε βιβλιοπωλείο μόνο -αλλά δούλευα κι ένα φεγγάρι σε περιοδικό για μοτοσυκλέτες, κάτι που δεν τολμούσα ούτε να το ονειρευτώ όταν ξεκίνησα το εργασιακό σαφάρι. Ανακάλυψα λοιπόν οτι τα όνειρα εκπληρώνονται μόνο για να συνειδητοποιήσεις πως τελικά πρόκειται για εφιάλτες σε εορταστική συσκευασία.

Βρήκα την αγγελία στο βιβλιοπωλείο μια μέρα που είχα πάει να κλέψω κανένα βιβλίο (μας το είχε σφυρίξει τότε η Πάολα στην πλατεία πως το συγκεκριμένο μαγαζί κλέβεται εύκολα -έτσι έγινε διάσημο το βιβλιοπωλείο -τα αποβράσματα οι συνομήλικοί μου θα θυμούνται και πως το έλεγαν το μαγαζί -ακόμα υπάρχει και ευημερεί, αλλά έχει βάλει bar code στα βιβλία και άντε να κλέψεις). Φορούσα ένα 501 (μεταχειρισμένο, από αμερικάνικη αγορά) σκισμένο πάνω από το γόνατο, που αρνιόμουν ενσυνείδητα να μπαλώσω. Δεν ξέρω πως την είδαν αλλά με προσέλαβαν. Για να μάθω πως ότι φαίνεται παράδεισος απέξω είναι Νταχάου από μέσα. Την κοπάνησα από αυτούς λίγο πριν γίνει μια γερή απεργία και πετάξουν όλους τους γνωστούς μου έξω.

Εκεί γνώρισα κι ένα κορίτσι που οδηγούσε το ιστορικό Harley Davidson - Gagiva (κάποια συνεργασία έτσι;) που πολύ το ερωτεύτηκα -κι αυτή έδειχνε να νιώθει τα ίδια, αλλά είχε και γκόμενο, με σταθερή δουλειά και σπίτι, ενώ εγώ δεν είχα πάει ούτε φαντάρος -οπότε προτίμησε κάτι πιο σίγουρο και δεν πήγαμε παραπέρα από κάποιο κέρατο, πολλά δάκρυα και μερικές παθιασμένες κασέτες. Χαλάλι της, γιατί όταν την έβλεπα να τεντώνεται στο ταμείο μου θύμιζε αιλουροειδές κι εμένα αυτό πολύ μου άρεσε (κι ας προτιμάω τα σκυλιά από τις γάτες -μυστήρια πράγματα).

Αλλά εκεί έμαθα τι θα πει αφεντικό. Ήταν ένας τύπος, γλίτσας, με τα ίδια ρούχα για αιώνες, που ζούσε για να έρχεται στο μαγαζί και να μας γαμοσταυρίζει. Αφεντικό φίλε -εκεί που ο άνθρωπος συναντάει το κτήνος. Και ήταν κι από γνωστή οικογένεια, με άκρες στον πνευματικό κόσμο, άκου να δεις!

Ήδη την ατέλειωτη σειρά κιταρισμένων, πειραγμένων και τελικά κατεστραμμένων παπιών είχε ακολουθήσει το μνημειώδες DT 200 ιταλικής κατασκευής -με ένα τρομακτικό σκαλί στις 4.500 στροφές που εξαπέλυε άλογα στον ορίζοντα και λάδια από την εξάτμιση, τρελλαίνοντας τους νεο-εγκατασταθέντες μετρητές ρύπων στην Ακαδημίας και συμβάλλοντας στη συνειδητοποίηση του κοινού σχετικά με τους κινδύνους που εγκυμονεί η περιβαλλοντική μόλυνση σε αστικό περιβάλλον. Όμορφη μηχανή, μπλε-κίτρινη, κάποτε που ήμουν τύφλα μου είπαν οτι ανεβοκατέβαινα μαζί της τα σκαλοπάτια στην πλατεία Ν. Σμύρνης, μέχρι το γνωστό "παλούκι" (εγώ δεν το θυμάμαι). Ας είναι μαλακές οι βαλβολίνες που τη σκεπάζουν στον παράδεισο των ανταλλακτικών που βρίσκεται τώρα.

Τέλος πάντων, πήγα φαντάρος, το DT έγινε SRX 400 και μετά CB super four 400 και όταν βγήκα από το στρατόπεδο με το απολυτήριο, τη στολή και μια σκατοβροχή να φτιάχνει λάσπη στις λακούβες -κάποιος μου εξήγησε οτι τα χρόνια των μειωμένων απαιτήσεων είχαν παραμείνει στο ΚΨΜ για καφέ και σάντουιτς. Κάποιος πανικός έτσι; Η μόνιμη σχέση με περίμενε για το ταξιδιωτικό πακέτο "γάμος, αυτοκίνητο, μόνιμη δουλειά, παιδιά και πάλι πίσω -στη φανταστική τιμή των 26 χαμένων χρόνων (μόνο!)" και η μηχανή αρνιόταν να ξεκινήσει γιατί είχαν πάρει νερό τα αθάνατα NGK. Θυμήθηκα τότε τους Βραζιλιάνους και πως την είχαν πατήσει από τους βρωμο-Ιταλούς και αποφάσισα να λάβω υπόψη το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας -με άλλα λόγια άρχισα το κατενάτσιο. Απάντησα στην αγγελία για νέους συντάκτες του περιοδικού μοτοσυκλέτας που διάβαζα από πιτσιρικάς, τους έγραψα κι ένα δοκιμαστικό άρθρο που ανακάτευε το θρυλικό νησί Πάιτα (μόλις είχαν βγει τα "Γουρούνια στον άνεμο" του Νικολαϊδη -μεγάλο μου κόλλημα ο Νικολαϊδης γενικότερα), μια φυλή ιθαγενών που πίστευαν πως όλα έχουν ζωή, άρα και οι μηχανές, που είχαν χαρακτήρα και ιδοτροπίες και άλλες τέτοιες παπαριές -κοινωνική ανθρωπολογία του μπουζοκαλώδιου με λίγα λόγια. Τώρα, τι τους άρεσε στο όλο θέμα δεν ξέρω, αλλά με πήραν για τη δουλειά.

Εκεί γνώρισα ένα άλλο είδος αφεντικού -τον εμπνευσμένο, με ιδέες που φορούσε φόρμα μηχανικού πάνω από το κοστούμι του σύγχρονου μάναντζερ (βγαλμένο τσιφ από τις σελίδες εγχειριδίου του Αϊοκόκα). Και γνώρισα και τον προϊστάμενο που δεν μπορεί να είναι προϊστάμενος γιατί απλούστατα είναι ο καλύτερος εργαζόμενος που πέρασε ποτέ. Μπερδεμένο; Όταν κάποιος ξέρει να δουλεύει, είναι αποτελεσματικός, ακούραστος και οργανωτικός, συνήθως είναι ακατάλληλος για προϊστάμενος. Ο προϊστάμενος πρέπει να είναι τεμπέλης, για να μοιράζει τη δουλειά στους υφισταμένους και γεμάτος υπομονή, αφού ξέρει οτι στηρίζεται σε άλλους. Οι μοναχικοί λύκοι δεν γίνονται προϊστάμενοι -αξίωμα. Τώρα θα μου πεις γιατί να είναι έτσι και γιατί να αξιοποιούνται οι άχρηστοι και οι άξιοι να μένουν στην απέξω -αλλά, τα παράπονά σου στο Φώσκολο, εμείς απλά το ρόλο μας παίζουμε εντάξει;

Έμαθα λοιπόν οτι μερικές φορές είναι δυνατό, πολλοί, ενδιαφέροντες άνθρωποι (που θα σκότωνες για μια θέση δίπλα τους στο μπαρ) να κάνουν μια δουλειά μπάχαλο. Κι όπως βαριέμαι εύκολα, τους χαιρέτησα και πάλι φίλοι είμαστε. Και κατάλαβα οτι καλό το κατενάτσιο αλλά πρέπει κάποτε να παίξεις και μπάλα γιατί αρχίζει και το κράξιμο, βρήκα σταθερή δουλειά-νεκροταφείο, εξειδικεύτηκα κιόλας για να είμαι απαραίτητος, πήρα το τουριστικό πακέτο που λέγαμε παραπάνω, παντρεύτηκα, έκανα παιδί, χώρισα, ξαναπαντρεύτηκα, σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Κι όλα αυτά για ένα παπάκι κι ένα στέρεο. Που έγιναν XTR 660 και τηλεόραση 29'' και compact Hi-Fi και DVD player και να τα recorder, να τα pixel, τα adsl και τα ασύρματα. Αλλά τώρα δεν πάω εκείνες τις βόλτες που με πήγαινε το παπί, Βουλιαγμένης στη Βούτα και μετά πλατεία (όταν πλατεία ήταν ΜΟΝΟ τα Εξάρχεια -μαλάκα Λαζόπουλε) για "κόψιμο κίνησης" και Βούκου' να δούμε τις βιζιτούδες με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και Στρέφη για καμμιά ψιλή και μετά Βαρκιζα, να δούμε αν κουνιούνται οι βάρκες. Και στα Hi fidelity δεν υπάρχει τίποτα να ακούσω που να ανατινάζει μυαλά, άσε που δεν προλαβαίνω πια. Μόνο η δουλειά έμεινε -χέσε μέσα κολλητέ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2006

Λευκή εξέγερση (όχι πια!)

Για όλα φταίει ο Κάιν. Όσοι κυκλοφορούσαν στην πλατεία, στα Εξάρχεια το 80κάτι θα τον θυμούνται -με τα μακρυά, ράστα, μαλλιά και το λευκό μικρό ποντίκι του -έβγαζε την εφημερίδα που μοίραζε μόνος του (λίγοι τυχεροί είχαν πετύχει και το λευκό μικρό ποντίκι να μοιράζει), έφτιαχνε αφίσες, κυκλοφορούσε.

Ναι, και για εμάς από την Πάντειο φταίει κι ο Μαρκήσιος. Εκείνη η φιγούρα που έφερνε επικίνδυνα στον Morrison και ήταν απλησίαστος για τους τότε πιτσιρικάδες (κι εγώ ήμουν μέσα σ' αυτούς, πρωτοετής, δευτεροετής) -και ευτυχώς, γιατί έτσι έμεινε ο θρύλος του.

Κι ο φιλαράκος ο Θοδωρής ο Παπαδόπουλος που βγήκε μετά το πρώτο μάθημα στο Αμφιθέατρο μετά τον αρχι-κνίτη ο οποίος μας είχε ζαλίσει στη μαζική συμμετοχή και την κινητοποίηση και είπε τότε ο Θοδωρής "εγώ θέλω να έρθετε, να τα πούμε, όχι μαζικά, σαν τα βόδια, αλλά ατομικά -παρέα με τις διαφορετικότητές σας". Ε, αν μπλέξεις με τέτοια ρεμάλια -θα έχεις κακά ξεμπερδέματα -αυτό είναι γνωστό.

Αυτόνομοι στην Πάντειο, μέχρι να μας καπελώσουν κάτι διαγραμμένοι της ΠΑΣΠ, αυτόνομοι σε συνελεύσεις στο Πολυτεχνείο -μια χάβρα από διαφορετικότητες που συμφωνούσαν μόνο σε επείγουσες περιστάσεις -δηλαδή όταν τα ΜΑΤ ήταν στο μισό μέτρο. Και η γαμημένη γενιά του Πολυτεχνείου να μας φερμάρει από παντού. Από τα κυβερνητικά πόστα, το ΠΑΣΟΚ είχε έρθει για να αγιοποιήσει ότι άρχιζε από σοσιάλ και να το σαβανώσει σε μουσεία και τηλεοπτικές εκπομπές. Εντάξει, στην αρχή το φάγαμε το τυράκι.

Είχαμε βλέπεις έρθει από δύσκολα χρόνια. Είχαμε μεγαλώσει την εποχή που η Ελλάδα νόμιζε πως έδιωξε τη χούντα αλλά, στις διαδηλώσεις σκοτώθηκε ο Κουμής και η Κανελλοπούλου. Και λίγο πριν (ήμουνα δημοτικό τότε -αλλά μου τα είπαν στο Γυμνάσιο), οι μπράβοι είχανε φάει τον Παναγούλη. Και οι βολεμένοι επί Δικτατορίας παρέμεναν βολεμένοι και επί μεταπολίτευσης -άντε να έτρωγε κανα-δυο πολυδιαφημισμένους η 17Ν.

Και με όλα αυτά στην πλάτη, με αποβολές από το Γυμνάσιο γιατί πήγαμε στην πορεία, στις 17 Νοέμβρη, αποβολές για μαλλιά και κάπνισμα, αποβολές γενικώς .... Και ήρθε ο Αντρέας, έκανε τη μέρα του Πολυτεχνείου ημιαργία, έβαλε και τον Λαλιώτη μέσα, έβαλε τον Παπαχρήστου στο Νέας Γενιάς, το ξεδόντιασε το (όποιο, ισχνό) αγωνιστικό πνεύμα είχε απομείνει. Αλλά τι να πεις που τώρα ήταν οι "καλοί" στα πράγματα;

Κι αν πήγαινες να κοντράρεις σου την πέφτανε, από τη μια τα ΚΝΑΤ στις σχολές (γιατί ήσουν αντιδραστικός και προβοκάτορας) και από την άλλη οι "αγανακτισμένοι πολίτες" (τα νέα Τάγματα Ασφαλείας του ΠΑΣΟΚ). Και ξέμενες στα Εξάρχεια, κυκλωμένος από τα ΜΑΤ, με 10 φίλους αμήχανους και τα παιδιά της πλατείας φρικαρισμένα από τις αμφεταμίνες -α ναι, και τον επικεφαλής της διμοιρίας να σου φωνάζει από την ντουντούκα "διαλυθείτε ησύχως διότι η πλατεία δεν παρέχει φοιτητικό άσυλο". Και αν έκανες να την κοπανήσεις από τα στενά έβλεπες πως ο μόνος ανοιχτός δρόμος ήταν αυτός που οδηγούσε στη Νομική ή το Χημείο -που ήταν και άσυλα. Εντάξει ρε καριόληδες, φώναζες κι έμπαινες μέσα.

Το βλέπαμε ότι μας έσπρωχναν, βήμα-βήμα στις καταλήψεις, να μας έχουν μαντρωμένους -συνήθως αυτό γινόταν Παρασκευή απόγευμα -να μην παραλύσει και η εμπορική κίνηση στη Σόλωνος έτσι; Και από Δευτέρα ξημερώματα βρισκόταν κανένας Σταθόπουλος (ποιός τον θυμάται τον κύριο Υπουργό Δικαιοσύνης όταν ήταν "πρύτανης των ΜΑΤ";) να δώσει το ελεύθερο στα γουρούνια να ξεχαρμανιάσουν, διαλύοντας την κατάληψη. Ή πάλι, αν δεν μας πετύχαιναν στις σχολές κι αν κάποιοι από εμάς κρυβόμασταν στα "αριστερίστικα" στέκια, πάλι βρισκόταν κανένας συνειδητοποιημένος ηγέτης τύπου Καραμπελιά (αυτός που τώρα έχει γίνει μαϊντανός των τηλεοπτικών παραθύρων), να φυγαδεύσει τους δικούς του, από τη ΡΗΞΗ, και να μας αφήσει στα στοργικά χεράκια των ΜΑΤατζήδων.

Ωραία περνάγαμε, παράπονο δεν είχαμε, απλά ο κόσμος μας κοιτούσε σαν βλαμμένους. Κακομαθημένα κωλόπαιδα, τι ζητάνε τώρα, όλα τα έχουν, που να δουν τις δικές μας εποχές όταν δεν τολμούσες ούτε να κοιτάξεις, αμέσως σε σβέρκωνε ο χωροφύλακας και μέσα. Επαναστάτες είστε εσείς ρε; Εμείς αγωνιστήκαμε για τη Δημοκρατία, εσείς τι κάνατε; Μα πως να κάνουμε κύριοι; Με το υπεροπτικό βλέμμα σας και το υφάκι "άντε παίξε με τα κουβαδάκια σου παιδάκι" και τις καταθλίψεις και τα υπαρξιακά σας να μας φορτώνουν ενοχές. Ήρωες που βολεύτηκαν αλλά αρνήθηκαν να το παραδεχτούν και κρεμαστήκατε στη γενιά μου για να πηδήξετε και να κάνετε φιγούρα.

Κι έτσι καταλήξαμε σε έναν ατέλειωτο χαβαλέ. Με "Επιχείρηση Αρετής" στην πλατεία και ξύλο στα στενά, μας κόψανε τα μπαράκια και τα live, με το ξεφτιλισμένο το DT να μην ξεκινάει και οι διμοιρίες να παίρνουν θέση μάχης, με κυνήγι στην Ακαδημίας και με εκείνους τους άγιους ανθρώπους στα γραφεία της ΕΔΑ που μας έκρυψαν για όλο το βράδυ -κι εγώ να χαζεύω από το μπαλκόνι τους τα ΜΑΤ να σπάνε τζαμαρίες μαγαζιών που αύριο θα καταγράφονταν σαν "ζημιές που προκάλεσαν οι γνωστοί-άγνωστοι" και με εκείνη την κοπελίτσα που κρύφτηκε μαζί μας στην ΕΔΑ και, κατά το ξημέρωμα, παραδέχτηκε ντροπιασμένη πως είχε κατουρήσει το βρακί της όταν μας είχαν στριμώξει τα ΜΑΤ και δεν είχε που να αλλάξει -της κάναμε πλάτες θυμάμαι και το πέταξε στο στέγαστρο της ΕΛΛΗΣ -και κάπνιζα το τελευταίο μου Camel στη γύρα με κάτι παιδιά παντελώς άγνωστα και αναρωτιόμασταν αν ήταν πράγματι πολύ διεγερτικό αυτό με την κοπελίτσα ή μας είχε αποστραβώσει η αγαμία (στο συγκεκριμένο ερώτημα ακόμα δεν έχει δωθεί απάντηση).

Και μετά ήρθε η καινούργια Βάρκιζα, το ΚΚΕ να συνεργάζεται με τη Ν. Δημοκρατία και να στήνουν Ειδικά Δικαστήρια -τα καθάρματα σφάζονταν μεταξύ τους, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών σε στυλ "συμμορίες της Μαφίας" και εμείς κάναμε πάρτυ.

Και η πλατεία γέμισε παραμύθα και βγήκαν σωστά τα παλιά πρεζάκια που υποστήριζαν ότι κάθε φορά που έρχετε η Ν.Δ. στα πράγματα σκάνε οι καλύτερες παρτίδες. Μόνο που έσκασε τότε και πολύ καθαρή και μπόλικοι πήγανε από o.d. γιατί συνηθισμένοι να σουτάρουν τσιμεντόσκονη τα ξεφτίλιζαν τα grains. Η γενιά μου δεν σακατεύτηκε από τα ναρκωτικά -δεν είχαμε ούτε καν την τύχη των χίπηδων που έφυγαν μέσα σε σύννεφα παραισθήσεων ή άδειασαν τη ζωή τους από σπασμένες φλέβες. Σε μας τα πρεζάκια ήταν λίγα και αφερέγγυα. Συνήθιζα να περνάω πίσω από τις διμοιρίες των ΜΑΤ και να χαζεύω πρεζόνια ξαπλωμένα σε σκαλιά πολυκατοικιών και βαποράκια να στήνουν λαϊκή αγορά δίπλα στις ασπίδες. Και από την άλλη, αν ήθελες να αλλάξεις επίπλωση στο διαμέρισμά σου φιλοξενούσες ένα 'ζάκι για να μην πληρώνεις και μεταφορείς. Έτσι ήταν.

Αλλά οι δικοί μας νεκροί έφυγαν συκοφαντημένοι ή αφανείς. Σας τον Καλτεζά, τον αιμοσταγή δολοφόνο, ετών 16, που έσπασε μια μολότωφ στο σιδερόφραχτο παραθυράκι της κλούβας -εγκληματίας, πάρε 2 σφαίρες στην πλάτη. Σαν τον άλλο τον πιτσιρίκο, που τον σκότωσαν στο ξύλο τα ΜΑΤ στη Ναυαρίνου, αλλά το έκαναν γαργάρα -όλοι τον είδαμε πως του χτυπούσαν το κεφάλι στο πεζοδρόμιο και πήγαμε να βοηθήσουμε και μας βούτηξαν και το μάθαμε μέσα στο κρατητήριο οτι πέθανε στον Ευαγγελισμό, αλλά όταν βγήκαμε έξω δεν υπήρχε γραμμή γι' αυτό στις εφημερίδες. Ή σαν το φίλο μου το Νίκο, παλιότερα αυτό, που είδε τη γυναίκα της ζωής του να φιλιέται με άλλον στη χοροεσπερίδα της Γ' Λυκείου και φούνταρε με τη βέσπα του από τον Κρεμαστό Λαγό.

Τέτοιοι είμασταν, σαν κι αυτούς, μαλάκες που ξοδευτήκαμε, αλλά δεν το μετανιώσαμε και η στάση μας παράδειγμα για κανένα δε θέλουμε να γίνει. Και ο Κάιν εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά όσο εμφανίστηκε και ο Μαρκήσιος πάχυνε -για γέλια το παιδικό μας ίνδαλμα κι έτσι μας αρέσει -να γελάμε κατεβαίνοντας, γιατί η κορυφή είναι για τους ισχυρούς κι εμείς γουστάρουμε μόνο τους χαμένους.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 15, 2006

Ποντικοπαγίδα

Στην αρχή ήταν το Σπόρτιγκ. Κι εμείς, πιτσιρικάδες με κάτι μάτια να -σαν πιατάκια του καφέ να χαζεύουμε τους εξωτικούς, επι σκηνής.

Και στην αρχή ήταν οι Police αλλά πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Μετά ήρθαν οι Boomtown Rats, όπου κάτι έγινε. Για μένα έτσι; Για τους άλλους δεν έτρεχε και τίποτα. Μάλιστα κάτι πανκς στις πρώτες σειρές φτύνανε ανελέητα με αποτέλεσμα ο Geldof να τσαμπουκαλευτεί. Βέβαια, δεν ήταν Άγιος ακόμα εντάξει; Και αμφιβάλλω αν περνούσε από το μυαλό του ότι χρόνια αργότερα θα έκανε την Band Aid και θα μοίραζε καραμέλες σε φτωχά παιδάκια. Και οι πανκς εκεί, να φτύνουν γιατί οι Rats δεν τα έχωναν χοντρά και γιατί ήταν Ιρλανδοί οι σκατιάρηδες αλλά δεν λέγανε τίποτα για τη Bloody Sunday.

Στην αρχή ήταν και οι μπάτσοι. Να φτιάχνουν διπλούς κλοιούς από τον σταθμό μέχρι το γήπεδο και να ελέγχουν τους πιτσιρικάδες. "Χωρίς εισητήριο δεν περνάς". Αυτό μου έμεινε. Και τα παιδιά που έβαφαν τα μάτια τους δίπλα στην είσοδο. Και ένας μεθυσμένος Άγγλος που καθόταν πίσω μου γυρεύοντας φασαρίες. Στην αρχή ήταν το Σπόρτιγκ λοιπόν και οι Police και οι Rats. Αλλά αυτοί έφυγαν. Μόνο οι μπάτσοι έμειναν -να μας ψάχνουν για εισητήριο.

Μετά ήρθαν κι άλλοι. Κάποιοι πέρασαν για να φύγουν (άστους αυτούς -κοντεύουμε να τους ξεχάσουμε, άντε ρε, πότε ήρθαν οι Wipers;) κάποιοι ήρθαν για να ξανάρθουν (τόσο, που αν δεν δούμε μια χρονιά τον Nick Cave νιώθουμε σα να μην έχουμε κάνει Πρωτοχρονιά), άλλοι ήταν εδώ (σαν τον Παυλάκη το Σιδηρόπουλο, το μεγάλο κωλόπαιδο, τη ντίβα αλλά -χαλάλι του - είχε φωνάρα και στίχους αιματερούς, μόνο που σιχτιρίζαμε κάθε φορά που τελείωνε το πρόγραμμα στο Rodeo και την έπεφτε στη disco απέναντι να χτυπήσει κανένα γκομενάκι ή όταν τον βλέπαμε να κυκλοφορεί στην κατάληψη της Νομικής με την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ παραμάσχαλα και να λέει παπαριές για τη θεία του την Έλλη Αλεξίου και για το Ζορμπά -και πέθανε κι αυτός, είχαμε κανονίσει να πάμε να τον δούμε αλλά το καθυστερούσαμε -ρίσκο ήταν οι εμφανίσεις του -αν ήταν λιώμα έκλαιγες τα λεφτά σου, το καθυστερούσαμε μέχρι που ... πάει ο Παύλος και το ακούσαμε σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια και χύσαμε κρασί στο πάτωμα για πάρτη του -για καλό ταξίδι και κάναμε το χρέος μας αλλά πάλι άδειοι μείναμε) και άλλοι έμεναν δίπλα μας αλλά δεν τους είχαμε πάρει χαμπάρι (σαν τους Socrates που μας μάθαιναν τα τραγούδια των Stones και ήταν καλά παιδιά, αθόρυβα, αλλά με το κόλλημα της διεθνούς καρριέρας -εντάξει μωρέ και ο Σπάθας να δακρύζει στο solo του Mountains και ο Πούλικας να τους κάθεται στο σβέρκο στις βραδιές R'n'B στο ΚΥΤΑΡΡΟ, τι να πεις, φωνάρα ο παππούς αλλά παλιοτόμαρο -και οι άλλοι καλά παιδιά, μέχρι που βαρέθηκαν, έκοψαν και τα μαλλιά, πήγαν στην Αγγλία, έγιναν Plaza και σπάσανε τα μούτρα τους για μια ακόμα φορά).

Και υπήρχαν οι γραφικοί των Εξαρχείων που πουλούσαν τρέλα για να ξορκίσουν τα Λαρισαϊκά κόμπλεξ τους (αν τον θυμάστε -έχει καλώς) και αυτοκτόνησαν και έγιναν ήρωες (ως συνήθως) ή έπαιζαν διασκευές σαν το "I pay the eyes that I love" στα παγκάκια της πλατείας για να κάνουν μικρές καρριέρες βασισμένοι σε soft πρεζοτράγουδα ή τέλος έβγαζαν μεροκάματο στον ΚΑΒΟΥΡΑ πριν εκτοξεύσουν την καρριέρα τους με "Διαμάντια και ρουμπίνια" και "Καραμελένιες" (εντάξει το κόβω γιατί μου βγαίνει προς εμετό).

Και, αφού λέμε για εμετό μην ξεχαστούν οι ΑΓΝΟΙ, οι ΓΝΗΣΙΟΙ, οι ΑΤΟΦΙΟΙ, ΟΙ ΡΟΚΑΔΕΣ, που ήρθαν και μας καβάλησαν -σαν το Βασιλάκη τον Παπακωνσταντίνου που τραγουδούσε στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ την εποχή που ο Θεοδωράκης κατακεραύνωνε το ξενόφερτο, αλλοτριωτικό ροκ και έλεγε τα ξένα συγκροτήματα γενίτσαρους. Σαν τον Λαυρέντη το Μαχαιρίτσα που τραγουδούσε χριστιανικό ροκ στους PLJ Band (δεν είναι ανέκδοτο!). Και τώρα βγαίνουν να διεκδικήσουν τη θέση τους στο ελληνικό ροκ πάνθεο -οι κύριοι "όπου φυσάει ο άνεμος" με τα "ροκ βιώματα" και η πιτσιρικαρία να τους αποθεώνει και οι συλλογές ελληνικού ροκ να τους έχουν πρώτες μούρες. Γιατί όταν οι παραπάνω παίζανε φίσκα στα μοντέρνα σκυλομάγαζα, οι Last Drive, οι Antitrop. Council και όλοι οι υπόλοιποι ξεσκίζονταν στον ΠΗΓΑΣΟ με το Α.Τ. Εξαρχείων να κάνει ντου κάθε τρεις και λίγο. Όμορφα;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι