Δευτέρα, Απριλίου 17, 2006

Μυστήριο τραίνο

Ήρθε από το πουθενά. Είμασταν αραχτοί –σταθερή κατάσταση, στο γρασίδι της Παντείου, κάτω από το άγαλμα. Θυμάμαι κιόλας πως κάποιος είχε κολλήσει με σελοτέιπ ένα τσιγάρο στον έρημο τον άγαλμα Πάντο (όχι του Ολυμπιακού έτσι; δεν υπήρχε αυτός τότε). Γενικά, σερνόμασταν, αποβλακωμένοι από τον ήλιο, έπαιζαν και κάτι ούζα –σταθερή κατάσταση. Και αντιμετωπίζαμε το φλέγον πρόβλημα –στο καφενείο απέναντι ή στο σπίτι του Θεσσαλονικιού, δυο τετράγωνα δρόμος; Άλυτο πρόβλημα, είχαμε αποκάμει –ούτε το μπουκάλι του ούζου δεν μπορούσαμε να μετακινήσουμε, που του είχε κάνει δεύτερη ζύμωση ο ήλιος. Έπαιζε και κάποιο μάθημα στο αμφιθέατρο, αλλά γι’ αυτό, ούτε λόγος –σταθερή κατάσταση.


Με τον καφέ έχει να κάνει
Εκεί λοιπόν που λιαζόμασταν, σαν τα σκουλήκια μετά τη βροχή, βλέπουμε μια αρβύλα. Η οποία σπρώχνει το ούζο. Το οποίο πάει και κάθεται κάτω από τις σημειώσεις Στατιστικής, που τις είχε κάνει πυργάκι κάποιος βαριεστημένος σκουλήκης. Και ακούμε κάτι σαν «μαζέψτε το ούζο σας ρε μάγκες –θα μαστουρώσει το άγαλμα από τις αναθυμιάσεις». Καλώς τον εξυπνάκια, σκέφτηκαν τα μισά μυαλά που κυλιόντουσαν στο γρασίδι (τα άλλα μισά είχαν ναρκωθεί εντελώς και σκέφτονταν πως μπορείς να κατουρήσεις χωρίς να σηκωθείς από τη θέση σου). Κάποιος του είπε «μάζεψέ το εσύ ρε φίλε, που είσαι και μορφωμένος», ενώ κάποιος άλλος μουρμούρισε την κατεξοχήν λιώμα-φράση «κάτσε και σκάτσε». Να μην τα πολυλογώ, κάθησε στο μαρμάρινο παγκάκι, τρία μέτρα απόσταση, για να μπορούμε να τον χαζέψουμε.
Διαδικασία επίπονη, αφού πιωμένος και αποβλακωμένος νετάρεις μέσα από καλειδοσκόπιο, αλλά και διαφωτιστική. Είχε κάτι μαλλιά ο κερατάς, μαύρα σαν την Κόλαση και όρθια σαν υποδοχή νέο-εκλεγέντος Πρωθυπουργού. Δεν φαινόταν ιδιαίτερα ψηλός, αλλά δεν ορκίζομαι κιόλας. Φορούσε ένα από εκείνα τα στρατιωτικά τζάκετ που είχαν γίνει δεύτερο πετσί τότε, με τις τσέπες έτοιμες να εκραγούν. Τον κοιτάζαμε που κάπνιζε -κι αυτός κοίταζε πίσω από τα κεφάλια μας. Κάποιος ψάρωσε και γύρισε να δει τι χαζεύει ο Μυστήριος. Για να φάει μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα από τον, σχετικά νηφάλιο, διπλανό του.
Για να μην τα πολυλογώ, θα πρέπει να ήταν τραβηχτικός ο Μυστήριος. Γιατί, την ώρα που αρχίσαμε να μαζεύουμε τα πτώματά μας από το γρασίδι, με προορισμό το καφενείο, μια από τις κοπέλες της παρέας του πέταξε την πρόταση. «Πάμε για καφέ απέναντι, δεν έρχεσαι κι εσύ;». Πάω στοίχημα πως, όσοι από την παρέα διατηρούσαν κάποια επαφή με την πραγματικότητα, σιχτίρησαν απορημένοι. Τι σκατά δουλειά είχε μαζί μας ο Μυστήριος; Παρέα είμαστε ρε γαμώτο, δεν είμαστε μπουρδέλο –να μπαινοβγαίνει ο κάθε άσχετος.
Στο καφενείο κάθισα απέναντί του. Για να μπορώ να τον κόβω άνετα, ένεκα η περιέργεια. Τον παρακολουθούσα λοιπόν που έπινε τον καφέ του όσο η συζήτηση άναβε. Πλησίαζαν οι φοιτητικές εκλογές και ήμασταν όλοι στην τσίτα. Ξέραμε πως η Πανσπουδαστική θα πάρει τις περισσότερες έδρες, ξέραμε πως η ΠΑΣΠ θα χάσει κι άλλο έδαφος (κόντευε τετραετία, το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση –ο λαός στην απουσία). Το θέμα ήταν αν ο Ρήγας θα ανέβαινε ή θα έπεφτε. Στον Ρήγα ήταν μπόλικοι φίλοι μας, αλλά, πέραν τούτου, κοινοβουλευτισμός ίσον κρετινισμός. Και κάτι εξωκοινοβουλευτικοί που κατέβαιναν στις εκλογές ήταν επιεικώς ανύπαρκτοι, καταδικασμένοι στη γραφικότητα, στην άλλη άκρη από τους ΔΑΠίτες. Σε όλο αυτό το χάος, ποια η θέση της παρέας;
Οι θέσεις που αναπαύονταν στο τραπέζι, ανάμεσα σε πακέτα Camel και νεσκαφέδες ήταν περιορισμένες. Να ψηφίσουμε Ρήγα ή να πάμε εκδρομή στο Καπανδρίτι; Δίλημμα από τα «για δυνατούς λύτες». Γιατί να ψηφίσουμε παράταξη που είναι παρακλάδι κοινοβουλευτικού κόμματος μας καθόταν στραβά. Αλλά και να αφήσουμε τους Κνίτες να μας πηδάνε ανεξέλεγκτα για έναν ακόμα χρόνο, δεν το καταπίναμε εύκολα. Για τους γραφικούς αριστεριστές –ούτε λόγος. Να ψηφίσεις κάτι και να ντρέπεσαι να το παραδεχτείς μετά –δε λέει.
«Δηλαδή δεν παίζει άλλη προοπτική;» ρώτησε στο ξεκάρφωτο ο Μυστήριος. Τώρα, ποιόν ρώτησε, δεν κατάλαβα. Εξακολουθούσε να καπνίζει κοιτάζοντας την καγκελόπορτα, απέναντι. Είχε αρχίσει να μου σπάει τα νεύρα ο Μυστήριος. Είναι μαλακία να μιλάς και να μην κοιτάς τον άλλον, ρε παιδί μου. Φαίνεσαι κάλπης, άσε που μπερδεύεται κι ο άλλος, γιατί δεν ξέρει που μιλάς. «Και πως είπαμε ότι σε λένε ρε μεγάλε;», ρώτησε ο πονηρός της παρέας. «Δεν είπαμε και δεν είναι εκεί το θέμα. Ρωτάω, μόνο ο συμβιβασμός και η αδιαφορία είναι οι εναλλακτικές σας», συνέχισε το καμάκι του στην καγκελόπορτα ο Μυστήριος.
Έγινε του talk show στην παρέα. Όλοι φώναζαν, όλοι διαφωνούσαν και κανένας δεν ακουγόταν. Για κανένα εικοσάλεπτο έπεσαν απόψεις περί του αδιεξόδου του εκλογικού συστήματος, διανθισμένες με κάποια «και τι σε νοιάζει εσένα», «εσύ τελικά προτείνεις κάτι;» και μπόλικα «δε μας γαμάς» εναλλάξ με «δε γαμιέσαι». Ο Μυστήριος εκεί -μουγκός στο παθιασμένο φλερτ του με την καγκελόπορτα. Μέχρι που βαρέθηκε, είδε πως η καγκελόπορτα δεν έπεφτε με τίποτα, ένεκα η σοβαρή της σχέση με τους μεντεσέδες και σηκώθηκε. «Εγώ λέω να την κάνω. Μου έπεσε βαριά η σκουριά», είπε καταφανώς στην καγκελόπορτα.

Με τα ψηφοδέλτια έχει να κάνει
Τον ξεχάσαμε τις επόμενες μέρες τον Μυστήριο. Έπεσαν μαζεμένα κάτι μεθύσια άγρια στα προεκλογικά πάρτυ, ανοίξανε και μερικά κεφάλια στην πλατεία, από τις προεκλογικές σκούπες των ΜΑΤ –είχε κίνηση το μαγαζί. Όταν έφτασε η ώρα της εκλογο-απολογιστικής σερνόμασταν σαν τις σαύρες. Με μολυβένια κεφάλια από τα ξύδια και πονεμένες πλάτες από τα γκλομπς ασκούσαμε το ιερό δικαίωμα της σιέστας, όσο τα κομματόσκυλα αγόρευαν στο αμφιθέατρο. Εντάξει, το παραδέχομαι, ήμασταν με το ένα μάτι ανοιχτό –περιμένοντας τους ΔΑΠίτες για να αρχίσουμε τα καφριλέματα. Κάποιοι από εμάς είχαν έτοιμες τις προκηρύξεις της Χρυσής Αυγής για να καλωσορίσουν τα ΔΑΠιτάκια, κάποιοι άλλοι είχαν καβαντζάρει τις γλάστρες από την Πρυτανεία, με ανεξιχνίαστους σκοπούς. Νεκρο-ζώντανοι του κερατά, με αγαθές προθέσεις και πονηρές διαθέσεις.
Μάλλον με είχε πάρει ο ύπνος γιατί δεν τον είδα την ώρα που ανέβαινε στην έδρα. Αλλά με ξύπνησε η φωνή του και έμεινα να τον κοιτάζω σαν χαζός. Ενώ αυτός εξηγούσε τις θέσεις του στο παράθυρο, τέρμα πάνω, στην άκρη του αμφιθεάτρου. Ο Μυστήριος μαλάκας. Αλλά είχε αέρα –το παραδέχτηκαν όλοι, εκείνη τη μέρα. Μίλησε για το πεθαμένο φοιτητικό κίνημα, που δεν ήταν πια κίνημα, αλλά κέντρο εκπαίδευσης των κομματικών στελεχών. Είπε για κόντρα, από θέση. Αυτοί που είναι μέσα κι εμείς που είμαστε απέξω. Και δεν είναι μαλακία να υπερασπίζουμε τα συμφέροντα των μέσα, εμείς οι απέξω; Ή να γυρίζουμε την πλάτη σαν αγάμητες γεροντοκόρες; Έτσι το είπε ο Μυστήριος. Αγάμητες γεροντοκόρες. Πετάχτηκε ο αρχι-Κνίτης να του πει για σεβασμό των διαδικασιών, αυτός όμως εκεί -συνέχισε να εξηγεί στο παράθυρο –λες και ήταν μύγα ο Κνίτης. Σηκώθηκαν και κάποιοι βάρβαροι, φώναξαν «αφήστε το παιδί να μιλήσει», παρά λίγο να πέσει ξύλο. Αλλά αυτός στον κόσμο του. Κολλημένος με το παράθυρο. Τελείωσε καλώντας όποιον ενδιαφέρεται για συνάντηση σε μια από τις αίθουσες του δευτέρου ορόφου.
Πήγαμε όλοι -σιγά μη χάναμε τον Μυστήριο. Καθόταν στο τελευταίο έδρανο της αίθουσας και παρακολουθούσε τον κόσμο. Είχαν έρθει κάτι πρωτοετείς, περίεργοι και φιλομαθείς. Κάτι γκόμενες μυστήριες, μαζί με τους συνήθεις βάρβαρους. Κάποιοι ξέμπαρκοι που πήγαιναν παντού και μερικοί παντελώς αταξινόμητοι. Πάνω από 100 άτομα είχε ο Μυστήριος και όλο ερχόντουσαν. Εγώ, θυμάμαι, ήθελα απεγνωσμένα να ξεράσω –με είχε χαλάσει άσχημα ένα φαρμακευτικό κοκτέιλ. Ήταν και μια βαβούρα ανυπόφορη, οι δικοί μου προσπαθούσαν να ρίξουν κάποια από τις μυστήριες, στο πίσω μέρος κάποιοι έστριβαν μανιωδώς τσιγάρα. Βγήκα έξω να ξεθολώσω και έχασα την εισαγωγή.
Όταν ξαναμπήκα, είδα κάποιον παπάρα να αγορεύει και έμαθα πως ο Μυστήριος είχε ζητήσει να μιλήσει όποιος ήθελε και για ότι ήθελε. Τώρα καθόταν στην έδρα, δίπλα στον κάθε ομιλητή και τον βοηθούσε να ακουστεί. Το πράγμα τράβαγε στο άπειρο, οπότε την έπεσα στους ευσυνείδητους τσιγαροστρίφτες και έχασα επαφή. Είχε νυχτώσει όταν ξενέρωσα. Αλλά πρόλαβα το «δια ταύτα». Όπου ο Μυστήριος φώναξε στη χάβρα να μη διαλυθούν τώρα που μαζεύτηκαν. Να κατεβάσουν υποψηφιότητα και να τους γίνουν κακό σπυρί. Και η χάβρα συμφώνησε. Μετά κάποιος πετάχτηκε να φωνάξει «ποιος θα είναι επικεφαλής;» και η βαβούρα έδειχνε τον Μυστήριο. Ο οποίος είπε όχι -θα εκλεγούν επιτόπου 12 άτομα. Ένας επικεφαλής για κάθε μήνα. Και αυτός θα είναι στο κεφάλι μέχρι τις εκλογές. Μετά θα δώσει τη θέση του κι απλά θα συμμετέχει στην κίνηση. Οπότε η χάβρα εξέλεξε 5 βάρβαρους, 6 γκόμενες και έναν ξέμπαρκο, για ξεκάρφωμα.
Στις εκλογές σάρωσε ο Μυστήριος. Ήρθαμε δεύτεροι, μετά την Πανσπουδαστική και κάναμε κάτι χάπενιγκ με γιαουρτώματα και μπουγέλα που άφησαν εποχή στη σχολή και αρχές πνευμονίας στους συμμετέχοντες. Είχαμε γίνει δύναμη πια. Και το πράγμα λειτουργούσε. Με συνεχείς κόντρες, νεύρα, μεθύσια και πονοκεφάλους. Αλλά λειτουργούσε. Και ο κόσμος εξακολουθούσε να έρχεται στον Μυστήριο. Ο οποίος βοηθούσε αλλά δεν καπέλωνε. Πολύ Μυστήριος ο Μυστήριος.

Με τα δακρυγόνα έχει να κάνει
Κάπως έτσι φτάσαμε στην κατάληψη. Για την ακρίβεια, πρώτα σφίξανε οι κώλοι με κάτι καταργήσεις δωρεάν συγγραμμάτων, έπεσε και μια αλλαγή στο εξεταστικό, που θα μας έκανε να πάρουμε πτυχίο σε προχωρημένα γεράματα, έκοψαν και τη δωρεάν σίτιση σε πολλά παιδιά –ήρθε και πήρε βράση το πιλάφι. Οι Πανσπουδαστικάριοι στη γραμμή τους –να κάνουμε πορεία, να διαμαρτυρηθούμε, να κατεβάσουμε και ψήφισμα –αγωνιστική γυμναστική και δυο αυγά Τουρκίας. Οι ΠΑΣΠίτες νομοταγείς –μας πηδάνε μεν, λόγω εθνικού συμφέροντος δε. Οι Ρηγάδες διχασμένοι κι άπραγοι ως συνήθως.
Τότε οι 12 βγάλανε τον Μυστήριο πρώτη γραμμή –μήπως και πάρουν το παιχνίδι. Άνετος ο Μυστήριος. Προκάλεσε γενική συνέλευση, κατέβασε ομιλητές, έπεσαν και οι καθιερωμένες ψιλές. Και δώστου δευτερολογίες και ενστάσεις. Αλλά είχε τον σκοπό του ο Μυστήριος. Έφαγε ώρες με γενικολογίες και παπαριές -χαλάρωσαν οι Κνίτες. Κουβέντα δεν άφησε να βγει για κατάληψη. Μέχρι που άνοιξε το εστιατόριο και οι Κνίτες πήγαν να σαβουριάσουν, αφήνοντας μια υποτυπώδη περιφρούρηση. Εμάς μας είχε μιλημένους ο Μυστήριος, από την προηγούμενη και είχαμε πάρει την απόφαση για κατάληψη. Ομόφωνα. Όταν είδε πως άδειασε ο τόπος από τους Κνίτες, τότε κατέβασε αιφνιδιαστικά την πρόταση ο δικός μας. Με εμάς όλους μέσα, πέρασε πλειοψηφικά η κατάληψη. Μας στήριξαν και οι Ρηγάδες που, όταν τα είχαν χαμένα, λειτουργούσαν κατά συνείδηση. Μέχρι να πάρουν πρέφα οι μάγκες από το εστιατόριο μπλοκάραμε τις πόρτες με θρανία.
Σκύλιασαν οι Κνίτες –να καταληφθεί δική τους σχολή, από το Πολυτεχνείο είχαν να πάθουν τέτοιο χουνέρι. Ήρθαν και κάτι νταβραντισμένοι, να μας την πέσουν, την ώρα που οργανώναμε την περιφρούρηση. Άμα όμως την έχεις ψήσει τη δουλειά, δεν μαζεύεται. Κάτι τους φωνάξαμε για δημοκρατικές διαδικασίες, τις οποίες σέβονταν αλλά στ΄αρχίδια τους, έγινε κι ένας τσαμπουκάς –στο τέλος βρεθήκαμε να κυλιόμαστε αγκαλιασμένοι στα σκαλοπάτια. Ρομαντικά πράγματα, όσο να πεις.
Την άλλη μέρα ήρθαν οι μπάτσοι. Στην αρχή λίγοι και ντροπαλοί, με τις στολές και τα πηλίκια. Κατά το μεσημέρι παρατάχθηκαν και δυο διμοιρίες ΜΑΤατζήδων, να μη νιώθουμε μοναξιά. Εμείς, μέσα –ήρωες πίσω από τα κάγκελα. Ντουντούκες, πανώ, νεράτζια, του αγωνιστή το κάγκελο. Ο Μυστήριος είχε γίνει τρισυπόστατος. Από το γεμάτο σλίπιγκ μπαγκ αμφιθέατρο, στην αυλή με την περιφρούρηση κι από εκεί στα γραφεία για την προστασία του εξοπλισμού. Θεός, ελβετικός πολυσουγιάς ο Μυστήριος. Και οργανωτικός. Χαλαρός, με την πλακίτσα του στις συνεδριάσεις, αλλά και αυστηρός ενίοτε. Κάτι φρίκουλες που είχαν αρπάξει τους πυροσβεστήρες και τους είχαν γυρίσει προς τα ΜΑΤ τους συνέτισε με δυο κουβέντες και κάμποσες κλωτσιές. Αρχηγός αναμφισβήτητος.
Έτσι πέρασε μια βδομάδα. Κι εμείς ακόμα μέσα. Με τα ΜΑΤ απέξω. Και τους Κνίτες να παραφυλάνε από τα στενά. Η διάθεση έφευγε, η απελπισία ερχόταν. Τι σκατά κάνουμε εδώ μέσα; Μας έχει ξεχάσει κι ο Θεός, σε λίγο θα βγάλουν εισιτήριο για να μας δείχνουν, σα να είμαστε μαϊμούδες. Ο Μυστήριος όμως, βράχος. Όλο να διοργανώνει συζητήσεις για τις εξελίξεις, όλο να φέρνει τρόφιμα και σαπούνια (πότε την κοπάναγε, πως ξανάμπαινε, κανείς δεν καταλάβαινε), μέχρι ένα συγκροτηματάκι έμπασε και κάναμε πάρτυ γερό –το επόμενο πρωί μας βρήκε όλους ένα κουβάρι. Πλακώθηκε και με τον Πρύτανη, που μπήκε μέσα -τάχα για να πάρει προσωπικά του αντικείμενα, αλλά θρονιάστηκε και κόντεψε να σπάσει την κατάληψη. Την κλήση από το Συμβούλιο Καθηγητών την είχε στο τσεπάκι ο Μυστήριος, όταν θα έληγε η κατάληψη.
Όλα κυλούσαν ήρεμα, μεταξύ βαρεμάρας και πηδήματος γωνία –μέχρι εκείνο το απόγευμα. Που ο Αντρέας αποφάσισε να γίνει Άντρας και διέταξε «βυθίσατε το Χόρα». Από τα ραδιοφωνάκια μάθαμε πως ένα τουρκικό πλοίο μπήκε στα χωρικά ύδατα –να ψάξει για πετρέλαιο. Και ο γίγαντας είχε δώσει εντολή να το βυθίσουν, τουτέστιν πηγαίναμε για πόλεμο.
Μας έφυγε λίγο η μαγκιά. Επιστρατεύσεις βλέπαμε, βιαία εκκένωση της σχολής περιμέναμε, γαμώ την τύχη μας τη μαύρη συμπεραίναμε. Ο Μυστήριος μας μάζεψε στο αμφιθέατρο. Ήταν ήσυχος και χαμογελαστός –λες και είχε μόλις πηδήξει (διόλου απίθανο, αλλά κανένας δεν τον έπαιρνε χαμπάρι, ότι κι αν έκανε). Μας είπε πως σφίξανε τα γάλατα και όποιος ήθελε μπορούσε να την κάνει –δεν ήταν ντροπή. Αυτός θα έμενε, μια φορά έγινε κάτι καλό στη σχολή, δεν του πήγαινε να το παρατήσει. Ελπίδες ικανοποίησης των αιτημάτων μας δεν είχαμε –ούτε πριν, ούτε (πολύ περισσότερο) τώρα. Αλλά αυτός θα έφευγε μόνο με το ζόρι από εκεί μέσα.
Έμεινα. Χεσμένος από τον φόβο, αλλά έμεινα. Όχι για τον Μυστήριο ή για τα αιτήματα. Απλά είχα κολλήσει με μια ξανθιά, τεταρτοετή και παιζόταν σοβαρά να γίνει κατάσταση, στο αμέσως προσεχές μέλλον. Πλύθηκα, ξυρίστηκα και έμεινα.
Το βράδυ μας έριξαν δακρυγόνα. Και πλαστικές σφαίρες σε όσους ξεμύτιζαν προς τα κάγκελα. Η περιφρούρηση έγινε μπουρδέλο, γέμισε το αμφιθέατρο από παιδιά με ανοιγμένα κεφάλια, στους διαδρόμους έτρεχαν δακρυσμένα μάτια και στο προαύλιο βρώμαγε εμετός. Κι εγώ, πάνω που είχα ψήσει την ξανθιά, βρέθηκα ανάμεσα σε δυο δικούς μου –να με τραβάνε και να με βρίζουν γιατί έπρεπε, λέει, να φυλάξουμε την κεντρική είσοδο. Και γκαντέμης και υποφήφιος ξυλοδαρμού, με λίγα λόγια.
Η νύχτα πέρασε με φωτιές και ξύλο. Οι ΜΑΤατζήδες πλησίαζαν τα κάγκελα και εμείς, τίγκα στις αμφεταμίνες, πετάγαμε ότι βρίσκαμε. Μέχρι που άρχισε να ξημερώνει και πήγαν τα παλικάρια για αλλαγή βάρδιας. Είχα ξεμείνει, θυμάμαι, στην κεντρική είσοδο, τρομοκρατημένος και αγριεμένος να κοιτάζω τους Κνίτες από τα στενά. Δεν τον κατάλαβα πως έφτασε δίπλα μου. Ούτε ότι είχα ξεμείνει μόνος εδώ και ώρα, είχα πάρει χαμπάρι. «Έχεις φάει κόλλημα έτσι;». Είχε αυτή τη σκατένια τάση να ρωτάει συνέχεια. Κάτι του είπα, κάτι απάντησε, βρεθήκαμε να μιλάμε για τις ταράτσες της Παντείου κα για τα άρρωστα αλογάκια της Σύρου –που τα είχαμε δει σε καλοκαιρινές διακοπές. Άλλη εποχή εγώ, άλλη αυτός, αλλά στο ίδιο μέρος, το ίδιο ψυχοπλάκωμα. «Γιατί ρε συ δεν κοιτάς ποτέ τον άλλον στα μάτια;» με έτρωγε από τότε που τον γνώρισα, θα έσκαγα αν δεν μάθαινα. «Γιατί έχω στραβισμό ρε βλάκα», είπε γελώντας. Άναψε τσιγάρο. «Γιατί ντρέπομαι ρε. Δεν μπορώ να μιλάω σε κόσμο. Κοκκινίζω σα γκομενίτσα». Μίλαγε και έβγαζε τον καπνό έξω από τα κάγκελα. Προς τους νυσταγμένους μπάτσους. Κοιτάζοντας το κλειστό παράθυρο στο απέναντι καφενείο. Σοβαρός. Άκρη δεν έβγαλα.
Την άλλη μέρα έφυγε και η ξανθιά. Ανοίξανε για λίγο τον κλοιό οι ΜΑΤατζήδες και μπόρεσαν να βγουν οι τελευταίοι. Τους έβλεπα να περνάνε την καγκελόπορτα, σκυμμένα κεφάλια, αμήχανα πατήματα και οι μπάτσοι τους ξεπροβόδιζαν με φιλικές γκλομπιές. Τους έβλεπα από το παράθυρο της Αίθουσας Εκδηλώσεων, γιατί εγώ έμεινα. Άνευ λόγους και αιτίας. Πες ότι γούσταρα τον Μυστήριο. Οι δικοί μου έφυγαν σχεδόν όλοι, αλλά εγώ έμεινα. Μάλλον λόγω αδράνειας. Και λόγω φόβου. Ένας κέρινος ανθρωπάκος δίπλα στην μισοξηλωμένη, βελούδινη κουρτίνα. Από πίσω, στο κεντρικό τραπέζι της αίθουσας, ο Μυστήριος έκανε σχέδια σε χαρτιά, παρέα με τον γνωστό ξέμπαρκο. Τον τελευταίο εναπομείναντα από τους 12. Οι υπόλοιποι την είχαν κάνει σταδιακά. Αλλά ο ξέμπαρκος, που να πάει –έμεινε με τους αμετανόητους.
Πέρασαν δυο μέρες ακόμα, με κλεφτοπόλεμο. Τα ΜΑΤ ξεκινούσαν με δακρυγόνα και ολοκλήρωναν με εικονικές εφόδους. Εμείς απαντούσαμε με νεράντζια και κορυφώναμε με μολότωφ. Μια ωραία ατμόσφαιρα είμασταν. Μέχρι και οι Κνίτες είχαν βαρεθεί –τα στενά ήταν άδεια πλέον. Περιμέναμε εκεί, βρώμικοι, ανίσχυροι και το μακελειό δεν έλεγε να φτάσει. Τα τσιγάρα τελείωναν, ρεύμα, νερό, κομμένα προ πολλού, κάναμε καταδρομικές στο περίπτερο της πίσω πλευράς, μπας και είχε ξεμείνει καμιά σοκολάτα ή κανένα εμφιαλωμένο. Πίκρα σου λέω.
Ο Μυστήριος ήταν, ως συνήθως, εξαφανισμένος, εγώ συμμετείχα σε μια νουμεράδα του τελευταίου μου Camel, όταν ακούστηκαν οι φωνές. Πριν το καταλάβουμε είχαμε σκαρφαλώσει στα κάγκελα, εγώ τελευταίος, κάπνιζα βλέπεις το φίλτρο του Camel. Από τη λεωφόρο ερχόταν μια ξεγυρισμένη διαδήλωση. Με τις ντουντούκες της, με τα πανώ της, με τον αγωνιστικό της παλμό. Διαδήλωση διπλόπιτη, τίγκα στο τζατζικοκρέμμυδο. Γύρω μου τα κάγκελα είχαν γεμίσει αλαλάζοντες βρομύλους. Και η διαδήλωση έσπαγε τον κλοιό των ΜΑΤ, πλησιάζοντας την κεντρική είσοδο. Ε, ρε γλέντια.
Οι μπάτσοι αμήχανοι, εμείς νικητές, ο κόσμος ήταν δικός μας για λίγα λεπτά. Μέχρι να φτάσει η διαδήλωση στην είσοδο. Και οι επικεφαλείς -οι δικοί μας 11, αγκαζέ με όλους τους αρχικνίτες. Έπεσε παγωμάρα. Μέχρι και το παιδί στην είσοδο έμεινε με την κλειδαριά στο χέρι, χρειάστηκε να φάει μερικές σβουριχτές για να ξεκολλήσει.

«Που ήταν λοιπόν οι αράχνες, όταν μας τσάκισε η μύγα;»
Το γεγονός ήταν πως είχαμε γίνει μαζικοί. Και αγωνιστικοί, σαν τους χαιρετισμούς. Και οργανωμένοι, αγκαλιά με τα κομματόσκυλα. Στη μεγάλη συνέλευση του αμφιθεάτρου ο κόσμος κρεμόταν από τα έδρανα. Οι 11 παρέλασαν πανηγυρικά, με ομιλίες φωτισμένες και βαρύγδουπες. Ο ξέμπαρκος που είχε μείνει μαζί μας έκανε μια προσπάθεια να μιλήσει αλλά αγνοήθηκε επιδεικτικά. Άλλωστε δεν ήταν κι ο μήνας του. Μετά πήραν το λόγο οι Κνίτες. Και έπαιξαν ένα ποτ πουρί από τις γνωστές τους επιτυχίες. Ο Μυστήριος εξαφανισμένος.
Τα ΜΑΤ είχαν αποχωρήσει, κάτι κακόμοιροι, κακοχυμένοι μπασκίνες έκαναν περιπολία στους γύρω δρόμους –έτσι, για το τυπικό της υπόθεσης. Αλλά τα γύρω στενά είχαν γεμίσει κόσμο, για μια ακόμα φορά. Μόνο που τώρα ήταν οι οικοδόμοι. Τα τιμημένα ΚΝΑΤ που είχαν αναλάβει το νταβατζιλίκι της κατάληψης. Το κεφάλι μου γύριζε, υπερένταση και ξεφτίλα, το στομάχι μου γύριζε κι αυτό -μια τάση για ακατάσχετο εμετό. Μπα, άστο καλύτερα.
Η συνέλευση κατέληξε σε ψήφισμα. Ομόφωνο. Ενωτικό. Πανηγυρικό. Οι θέσεις μας διατυπωμένες ασαφώς. Τα αιτήματά μας γραμμένα στ΄αρχίδια τους. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Η κατάληψη, μαζική και ενωτική ευθείς εξ΄αρχής, είχε πετύχει τους σκοπούς της. Και μερικοί είχαν πηδήξει κάτι γκομενάκια ζόρικα. Εγώ πάλι όχι.
Πάνω στο δεκάωρο η συνέλευση πήρε να τελειώνει. Αλλά έλειπε το κερασάκι από την τούρτα. Ο Μυστήριος ήταν ακόμα εξαφανισμένος. Και το πλήθος τον ζητούσε. Μέχρι οι Κνίτες τον έψαχναν, μυθικός ο Μυστήριος, έκανε καλή δουλειά ο Μυστήριος, πρώτο παιδί ο Μυστήριος, που ‘σαι ρε μαλάκα Μυστήριε;
Τον βρήκαν κάτω από το άγαλμα του Πάντου. Εκεί που τον είχαμε πρωτοδεί. Κάπνιζε αμέριμνος, λες και έκανε κοπάνα από μάθημα. Σηκωτό τον έφεραν στη συνέλευση τον βασιλιά Μυστήριο. Να χαιρετήσει τα πλήθη που ζητωκραύγαζαν. Γύρω στη μισή ώρα τους πήρε να ησυχάσουν τον όχλο και να ανεβάσουν τον Μυστήριο στον θρόνο του.
Δεν ήταν όμως σε φόρμα ο Μυστήριος. Υπήρχε και κόσμος που του έκρυβε το παράθυρο. Όπου και να κοίταζε, έβλεπε παιδιά που κρέμονταν από τα χείλη του. Κοκκίνιζε και ξεκοκκίνιζε ο Μυστήριος, αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Γιατί απέφευγα να τον κοιτάξω.
Και είπε μόνο μια κουβέντα ο Μυστήριος, είπε «εγώ λέω να την κάνω, τα λέμε άλλη φορά». Μετά κατέβηκε από το βήμα και άρχισε να σκουντουφλάει προς την πόρτα. Ο κόσμος έγινε μαλλιά κουβάρια. Μίλα ρε Μυστήριε. Πες κάτι ρε μαλάκα. Υπόγραψε το ψήφισμα ρε αρχίδι και μετά την κάνεις. Αυτό το είπε ένας από τους αρχικνίτες.
Ο Μυστήριος κόντραρε. Κάτι έλεγε αλλά δεν ακουγόταν. Τον είχαν περικυκλώσει οι Κνίτες, αλλά μπήκαν στη μέση οι δικοί του. Οι 11. Ο ξέμπαρκος είχε βρει ένα τρίφυλλο και ρετάριζε μόνος στην άλλη άκρη. Έχωσα μερικές αγκωνιές και πλησίασα το χαμό. Οι Κνίτες είχαν πιάσει τις πόρτες και άφηναν τους 11 να μαλλιοτραβιούνται με τον Μυστήριο. Πρόλαβα να τον ακούσω που φώναζε «κατεβάστε τα μόνοι σας ρε ξεφτίλες, εμένα τι με θέλετε; Αει γαμηθείτε, δεν υπογράφω». Και χάθηκε πίσω από την βαριά, ξύλινη πόρτα ο Μυστήριος.
Γι’ αυτά που έγιναν μετά δεν έχω πλήρη εικόνα. Θυμάμαι ότι άρχισε να πέφτει ξύλο στο αμφιθέατρο, κάποιοι υποστήριζαν τον Μυστήριο, κάποιοι έλεγαν ότι νικήσαμε, κάποιοι φώναζαν «παίχτες πουλημένοι, ο Θρύλος δεν πεθαίνει». Καρέκλες έφευγαν, τζάμια έσπαγαν, κάποιος φώναξε ότι μας πήραν χαμπάρι τα ΚΝΑΤ που ήταν παρκαρισμένα στα στενά και ετοιμάζονταν να κάνουν ντου.
Και το έκαναν οι κερατάδες. Μόνο που, πριν πέσουν πάνω μας, βρέθηκαν φάτσα με τον Μυστήριο. Αυτός προσπαθούσε να βγει από την κεντρική είσοδο, ενώ τον γιουχάιζε ο όχλος. Άκουσα πως μέσα στον όχλο ήταν και οι 11. Αυτοί μάλλον τον έδειξαν στα ΚΝΑΤ που έμπαιναν από την κεντρική είσοδο με καδρόνια και λοστούς.
Τον λιάνισαν τον Μυστήριο. Τον είχαν άχτι, έτσι κι αλλιώς, βρήκαν την ευκαιρία, που πούλησε λέει τους φοιτητικούς αγώνες, φραξιονιστής, ρεβιζιονιστής, οπορτουνιστής. Οι 11 εξαφανίστηκαν όταν παρέδωσαν τον Μυστήριο, δεν ήθελαν να τους δουν μέσα στην εισβολή. Γιατί ήταν εισβολή κανονική, τα ΚΝΑΤ έσπαγαν πόρτες και έβγαζαν τους φοιτητές καροτσάκι. Αν δεν έδειχνες κομματική ταυτότητα κατέληγες κομπάρσος σε καουμπόικη ταινία. Ιπτάμενος για δευτερόλεπτα, με την πλάτη στην άσφαλτο αμέσως μετά και βαρελάκια για να γλιτώσεις το κλωτσίδι.
Ήμουν σε φάση «να σώσω τα δόντια μου από τις κλωτσιές» και τον είδα τον Μυστήριο να τον περιποιούνται κάτι γομάρια με καδρόνια. Πήρε το μάτι μου και την ξανθιά. Είχε ανέβει στην πλάτη ενός μαλάκα και ούρλιαζε υστερικά. Για λίγο. Μέχρι να την τινάξουν στον απέναντι τοίχο –σαν την τρίχα από το παλτό. Κοίτα η ξανθιά –τον Μυστήριο γούσταρε, κατά πως φαίνεται. Γιατί ήταν ωραίος ο Μυστήριος –πριν του κάνουν τη μούρη αλοιφή, έτσι; Τίποτα άλλο δεν πρόλαβα να δω.
Κατηφόρισα τη Συγγρού, εφτά κομμάτια είχα γίνει από το ξύλο και την ξεφτίλα. Στην Αθήνα έπαιρνε να ξημερώνει. Τα πεζοδρόμια βρωμούσαν άκαυτο μαζούτ φορτηγών τροφοδοσίας. Δεν κυκλοφορούσε ψυχή στη Συγγρού. Μόνο κάτι τελειωμένες τραβεστί που φαίνονταν να μην έχουν κάνει σεφτέ ολόκληρη τη νύχτα. Ήθελα να φτάσω στη θάλασσα. Και έφτασα με τα γόνατα να τρέμουν. Με το που πάτησα άμμο, τράβηξα έναν ξεγυρισμένο εμετό.
Τον Μυστήριο δεν τον ξαναείδα. Ποτέ. Ούτε άκουσα άλλη φορά να μιλάνε γι’ αυτόν και όταν προσπαθούσα να ανοίξω κουβέντα, ο κόσμος πήγαινε στο περίπτερο για εφημερίδα. Ή τσιγάρα. Ή σοκολάτες.
Αυτά.

Πέμπτη, Απριλίου 06, 2006

Με διαφορά φάσης

«Γεια ρε. Τα λέμε σε καμιά εικοσαετία». Πως μπορεί καμιά φορά η παπαριά να βγει αλήθεια έτσι;

1985

Την έκαναν τρέχοντας, ο Πέτρος στην Πατησίων ψηλά, ο Παύλος κατά Πεδίο του Άρεως μεριά και ο Κώστας δίπλα –στη Στουρνάρη. Δεν έλεγε να τον περιμένουν άλλο το μαλάκα τον Ψηλό. Είχε πήξει ο τόπος στα δακρυγόνα, από Μάρνης κατέβαιναν οι Χρυσαυγίτες –χέσε ψηλά κι αγνάντευε η κατάσταση.

«Δεν είμαστε για τέτοια μαλάκα μου -γεράσαμε», μουρμούριζε ο Κώστας σπινιάροντας σαν την κατσίκα στο γιαούρτι, καθώς χώθηκε σ’ ένα τυφλό στενό με μπουρδέλα. Μπουρδέλο η ζωή μας γενικά. Έφευγε και για Εδιμβούργο την επόμενη Τρίτη. Κάποιο μαστεράκι έτσι; Δεκτός μετά πολλών επαίνων –ψέματα, δεκτός γιατί έμειναν κάποιες κενές θέσεις την τελευταία στιγμή. Τέλος πάντων, δυο χρόνια στο Scotland, δυο έξτρα χρόνια αναβολή από το φαντάρικο –μια χαρά φτιάξη. Μόνο να έβρισκε άκρη ανάμεσα στο κόκκινο φωτάκι και το μπλε φασιστάκι. Ήταν και μόνος του –να γαμήσει δεν μπορούσε, χεσμένος στα χάπια και τα ούζα, να τον γαμήσουν όμως, μπορούσαν μια χαρά.

«Α, ρε καργιόληδες, εσείς και οι κοπρίτες σας», έτρεχε βλαστημώντας ο Παύλος με τα Converse του χωμένα ως τον αστράγαλο στα σκυλόσκατα. Μπήκε στο Άλσος –μια από τα ίδια, είχε βρέξει προσφάτως, αγροτική ζωή και κοπριά στο κέντρο της Αθήνας, γαμώ την πουτάνα μου. Έφευγε για φαντάρος τον επόμενο μήνα, εφτά χρόνια αναβολή είναι πολλά; Ναι ρε μαλάκα, πολλά είναι -μέχρι ωμοπλάτη είχε βγάλει σε έναν χασάπη του νοσοκομείου Τρίπολης, 30 καφετιά για έναν έξτρα χρόνο. Τρέχα τώρα μάγκα μου να προλάβεις το ΚΤΕΛ για την κατασκήνωση της Αυλώνας. Άραγε αν έπεφτε στους Χρυσαυγίτες και τον σαπίζανε στο ξύλο δεν θα τσίμπαγε ένα εξαμηνάκι αναβολή ακόμα;

«Όχι ρε πούστη μου, μας την πέσανε, πάρτο αλλιώς», ήταν το μόνο που πρόλαβε να πει ο Πέτρος πριν καρφωθεί με το κεφάλι στις ασπίδες των ΜΑΤατζήδων. Οργανωμένα τα παιδάκια, από Κάνιγγος ρίχνανε και από Πατησίων έκαναν παρέλαση. Σου λέει, όλο και κάποιος αληταράς, κοτοπουλιασμένος, θα πέσει στα χέρια μας. Οι αναγκαίες και απαραίτητες προσαγωγές υπόπτων κύριε Διοικητά. Σηκωτό τον πήραν και, μετά το απαραίτητο βρωμόξυλο, τον τσουβάλιασαν στην κλούβα –μαζί με καμιά δεκαριά άλλους. Κρίμα το παιδί και είχε κανονίσει ραντεβού με την Αλίκη στη MAD –θα παίζανε οι Last Drive, psychobilly του κερατά, ποτάμι ο ιδρώτας, μπορεί να του καθόταν και η Αλίκη μέσα στον πανικό. Τώρα, σκατά MAD, σκατά Αλίκη, πάμε για πιανάκι και πασαρέλα.

1995

«Αγάπη μου, η σχέση μας έχει βαλτώσει. Πρέπει κάτι να κάνουμε». Τι να της πεις τώρα; Εσύ δεν ξέρω, αλλά ο Πέτρος έκανε τον ινδιάνο. Κοντεύανε να κλείσουν δεκαετία με την Αλίκη και, όσο να πεις, είχε τα δίκια της. Δούλευε πάνω από 5 χρόνια η κοπέλα, της είχε φύγει η ψυχή με το δασκαλίκι, στην αρχή ιδιωτικά σε Παιανίες και Μαρκόπουλα, μετά άγονη γραμμή και επιτέλους ερχόταν η μετάθεση για Αθήνα. Εντάξει, τόσον καιρό έμενε με τους γονείς της, αλλά τώρα πια; Που θα πάει αυτή η κατάσταση δηλαδή; Ζευγάρι εξ αποστάσεως Κολιάτσου-Παγκράτι;

Αυτός, κουλ. Από τον Στρατό τη σκαπουλάρισε Γιώτα-Ευτυχία, τον έτρεξαν επαναληπτικά, για επανεξέταση -τη μια πήγαινε χαπακωμένος, την άλλη με γυναικεία ρούχα και ξυρισμένη γάμπα, την τρίτη με γύψο. Είδαν κι αποείδαν οι άνθρωποι, τον άφησαν στην ησυχία του –τι να μπλέκεις με ψυχάκηδες τώρα; Να αρπάξουν το όπλο και να φάνε κάνα Λοχαγό; Δεν κάνει. Έγινε κι αυτός γραφίστας, ξεπέταξε τρεις συλλογές κόμικς με σχετική επιτυχία και άσχετο ψευδώνυμο –κατέληξε σε εφημερίδα, συνοπτικός σχολιασμός της επικαιρότητας.

Τον είχε βολέψει η σχέση μετ’ εμποδίων. Αιωνίως ερωτευμένος με την Αλίκη, μονίμως αγουροξυπνημένος δίπλα σε γυναίκες χωρίς ονοματεπώνυμο. Η ευλογημένη μοναξιά του καλλιτέχνη. Η μάταια αναζήτηση του ιδανικού έρωτα. Η ενστικτώδης απέχθεια της δέσμευσης. Αρχίδια μάντολες, εν ολίγοις. Απλά δέσμιος του κάτω κεφαλιού –οι δικαιολογίες πάντα έρχονται με ΤΑΞΙ την ώρα που οι τύψεις περιμένουν στην ουρά για λεωφορείο.

Άσχετο –τον πήρε τηλέφωνο ο μαλάκας ο Ψηλός, τις προάλλες. Που τον βρήκε, που τον θυμήθηκε; Τον βρήκε από μια περιστασιακή ανώνυμη, που ήταν κολλητή της δικιάς του και κουνιόταν ότι πηδήχτηκε με γνωστό σκιτσογράφο. Άκου πράγματα. Να βρεθούμε λέει, να πιούνε καμιά μπύρα, να θυμηθούμε τα παλιά Τον παπάρα τον Ψηλό. Την προηγούμενη φορά που τον περιμένανε κατέληξε στην Ασφάλεια, με διάσειση και ράμματα στο κούτελο. Α, ρε Ψηλέ, παιχταρά.

«Μια χαρά πάει το μαγαζί. Διώχνουμε κόσμο δικέ μου. Οι πιο γαμάτοι της παλιάς γενιάς στα πλατό και τα καθαρότερα ποτά -γκαραντί». Έτσι ήταν. Το σωστό-σωστό. Το μπαρ του Παύλου ήταν στέκι. Σε στρατηγικό σημείο, όρια Κολωνάκι με Νεάπολη, κοντά στα Εξάρχεια, να έρχονται οι παλιοί γνωστοί -μακριά από την πλατεία (μια είναι η πλατεία) να μην το κλείνουν κάθε τρεις και λίγο οι μπάτσοι. Ευτυχώς που βρήκε τον Μιχαλάκη –ξηγημένο παληκάρι- στην πρώτη του μετάθεση, μετά το Κέντρο Νεοσυλλέκτων. Τον έσωσε από τα καψόνια των παλιών ο ξηγημένος παληκάρης, του έμαθε και τις καβάντζες του Στρατοπέδου. Και λίγο πριν απολυθεί, λιώμα σε ένα κωλόμπαρο της Σάμου, την κανονίσανε τη δουλειά. «Εμείς οι δυο παληκάρι μου θα ανοίξουμε μπαρ. Να βάζουμε τα μπίτια τα ζόρικα, να γεμίζουμε γκομενάκια και κατά τα ξημερώματα, όταν αδειάζει το μαγαζί, να πετάμε τα No Rest μας και τους Cure μας και τα άλλα τα δικά μας –να μη μένει Θεός ζωντανός».

Το’ παν και το’ καναν οι ξηγημένοι. Στην αρχή είχαν δυσκολίες –κάποιοι τραμπούκοι γνωστών οικογενειών, μερικοί μπάτσοι αλάδωτοι, ήταν κι ένα πρεζάκι που πήγε να τα τινάξει στις τουαλέτες… Αλλά έστρωσε η δουλειά –καταξιωμένος στην πιάτσα ο Παύλος, γκόμενα δεν σταύρωνε για πάνω από δυο μήνες, αγόρασε και μια Brought Superior που την είχε άχτι από πιτσιρικάς –ωραίος, ρέμπελος και ρετρό ο Παύλος.

Με τον Μιχαλάκη τον ξηγημένο είχε κάποια ζόρια, γιατί έμπλεξε με μια τρελή, ψυχωτικιά από την Εκάλη –ήταν και μεγαλύτερή του, ήταν και τίγκα στην κόκα, κόντευε να σαλτάρει το παιδί το δικό μας. Τον κάλυπτε ο Παύλος, όσο μπορούσε, τι σκατά δηλαδή, φίλοι από το Στρατό, ιερή σχέση –κι ας είχε καταντήσει διαμαρτυρημένη συναλλαγματική ο πρώην παληκάρης.

Αλλά, κατά τα λοιπά -όλη η καλή Αθήνα είχε περάσει από το στέκι του. Τραγουδιστές με αρχές φαλάκρας που ήθελαν να φρεσκάρουν το διαμπερές ροκ προφίλ τους, μοντέλες που ήθελαν να ψωνίσουν underground σε ασφαλή συσκευασία, συγγραφείς που δεν συνέγγραφαν, μπαλαρίνες που δεν χόρευαν και αμφισβητίες που δεν αμφισβητούσαν. Μέχρι τις προάλλες, που έτυχε να είναι ο Μιχαλάκης στο μαγαζί, πέρασε λέει και ένας παλιός γνωστός του. Δικός του; Ναι. Του Παύλου; Ναι ρε. Ποιος; Ξέρω ‘γω, ο Ψηλός μου είπε –θα καταλάβεις. Άκου ο Ψηλός. Βρε τον Ψηλό. Από πριν το Στρατό έχει να τον δει. Που χάθηκε ο μαλάκας ο Ψηλός;

«Όχι ρε φίλε, δεν έχω τίποτα να δηλώσω. Τι θες δηλαδή, να μας ψάξεις και τα σώβρακα; Άσε την κυρία ήσυχη –είναι ξένη». Γαμημένοι που είναι αυτοί οι τελωνιακοί. Από Ευρωπαϊκή Ένωση έρχομαι ρε καραγκιόζη. Από Αγγλία γαμώτο μου. Λες να κουβαλάω καμιά βιντεοκάμερα στη ζούλα; Ίδιους δασμούς έχουμε μαλάκα. Δε λες ότι σου γυάλισε η γκόμενα και θέλεις να παίξεις τον ωραίο ένστολο;

Είχε γίνει νευρικός με τα χρόνια ο Κώστας. Θες η άτιμη η ξενιτειά; Θες τα σκατο-προτζεκτς που όλο τα κυνηγάς και όλο σου ξεφεύγουν αφού σε έχουν αφήσει ταπί και ψύχραιμο; Μπορεί να ήταν και η γκόμενα –άψογη εμφάνιση, άγγελος επί της γης, αλλά υστέρω. Φανατική χορτοφάγος, οικολόγα με πτυχίο και ακτιβίστρια του κερατά. Να την μαζεύει έξω από τα εργοστάσια και δίπλα στα απόβλητα ο Κώστας, πριν την πατήσουν τα εγγλέζικα άλογα και οι παπουτσωμένοι μπάτσοι.

Τέλος πάντων, 10 χρόνια ήταν αυτά. Θα δει τους γέρους του, που δεν του είχαν λείψει καθόλου, την αδερφή του, που έχει δυο παιδιά, τη γειτονιά του, που έχει γεμίσει πολυκατοικίες. Ρε μήπως να την έκανε κατευθείαν για πίσω; Φοβόταν κιόλας τη στρατολογία –ανυπότακτος, επιτρεπόταν, λέει, να μπει στη χώρα για τις εκλογές, αλλά μπορείς να δώσεις εμπιστοσύνη στα καρακόλια; Δε γαμιέται –να περάσουν οι μέρες, να γυρίσει πάλι στη βολή του. Καλή η πατρίδα αλλά για τα ρεμπετάδικα του City. Να χαζεύεις τους παπάρες που εκστασιάζονται με τον Στελάρα και να σφίγγεσαι μη σε πάρουν τα γέλια. Ελλαδάρα, ομαδάρα και 4-0 μέσα στο Γουέμπλεϊ. Έτσι πάει κολλητέ, γαμήσι και πρόστιμο. Κολλητέ; Ρε κολλητέ; Ο Ψηλός δεν είναι αυτός που περνάει με το σακ βουαγιάζ στον έλεγχο; «Ρε Ψηλέ; Ρε μαλάκα Ψηλέ; Εδώ ρε».

2005

Έρχονταν βιαστικοί, ο Πέτρος από την Πατησίων, ο Παύλος από την Ευελπίδων, με κατεύθυνση προς το Πεδίο του Άρεως, αφού του πήρε κάμποση ώρα να ασφαλίσει τη Superior και ο Κώστας βριζόταν με τον ταρίφα στη Στουρνάρη –που γκρίνιαζε γιατί έμπλεξαν μέσα στη συγκέντρωση. Θα ερχόταν, λέει, κι ο Ψηλός. Είχε γεμίσει ο τόπος κόκκινες σημαίες, από Μάρνης ξεκινούσε η δεύτερη συγκέντρωση, που κατέληγε Κάνιγγος –το γαμήσαμε και ψόφησε, η κατάσταση.

«Έχει γεμίσει γερουσία ο τόπος», μουρμούριζε ο Κώστας, ρίχνοντας αγκωνιές τριγύρω, για να φτάσει τους άλλους. Ωραίοι οι μαλάκες. Πουρόκερς. Ο ένας με το γιλεκάκι και γυαλάκι –διανοουμενέ. Ο άλλος με δερμάτινα και κοιλίτσα –σαν καρικατούρα του Μάρλον Μπράντο στον «Ατίθασο». Είκοσι χρόνια ρε γαμώτο, ποιος να το’λεγε; Όχι, ψέματα, κάποιος το είχε πει –πριν σκορπίσουν σαν κοτόπουλα. Ποιος όμως; Ο Ψηλός μάλλον. Αυτός ειδικευόταν σε τέτοιου είδους παπαρολογίες. Όχι ρε, ο Ψηλός έλειπε. Δεν τους πρόλαβε ποτέ.

Αλλά το κατάφεραν οι κερατάδες. Λειτούργησαν τα μυαλά τους συνθετικά –στην εικοσαετία πάνω, στη συγκέντρωση με τον μεγαλύτερο τζόγο. Όταν το διάβασε στον Independent ότι θα γίνει, στην Αθήνα, στο Πεδίο του Άρεως, σκοτώθηκε να κλείσει εισιτήριο. Ήταν σίγουρος πως θα τους πετύχει. Και το πέτυχαν.

«Καλώς τ’ αρχίδια μου τα δυο», διαχυτικός ο Παύλος, τους τράβηξε στην άκρη για να μην τους χάσει ανάμεσα στα μπλοκ που έπαιρναν θέσεις χειροκροτητών. Δεξιά κι αριστερά οι ντουντούκες, στη συνέχεια οι φωνακλάδες, στη μέση οι χειροκροτητές και τα γυναικόπαιδα. Και τα τιμημένα γηρατειά φυσικά. Μπροστά η εξέδρα των ομιλητών –σκατά στα μούτρα τους, πουτάνες της Βουλής, καραγκιόζηδες των Μ.Κ.Ο. και γραφικοί των εξωκοινοβουλευτικών.

Ευτυχώς ήταν και τα παιδιά ένα γύρω. Δεν είχαν οργανωθεί ακόμα. Ιστορία της ζωής τους έτσι; Και πότε είχαν οργανωθεί τα παιδιά; Μόνο όταν βρίσκονταν περικυκλωμένοι –πρέπει, φαίνεται, να φτάσεις σε απόγνωση για να δουλέψει το μυαλό στρωτά. Ήδη άρχιζαν τα πρώτα σπασίματα. Κάποιοι είχαν χωθεί στο κέντρο της συγκέντρωσης και άρχιζαν το χαβαλέ. Το μόνο φωτεινό Πανεπιστήμιο είναι αυτό που καίγεται –να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή – σκατά, σκατά, στον τάφο του Ζητά και άλλες γνωστές επιτυχίες. Οι κομματικοί τσίμπησαν και πήγαν να τους πετάξουν έξω. Βγήκαν αλυσίδες και σιδερογροθιές από όλες τις πάντες.

Καλά που είχε τους δικούς του από δίπλα. Μουνί καπέλο η συγκέντρωση. Σε τέτοιες φάσεις πρέπει να έχεις τις πλάτες σου καλυμμένες. Αυτός ο άρρωστος ο Κώστας πως τα κατάφερε να φτάσει μέχρι εδώ; Σα σκατόφλωρος ήταν ο δικός σου. Και παπουτσάκι παντοφλέ, τύπου Timberland; Τι σου κάνει η αλλοδαπή, αν τον πετύχαινε πριν 20 χρόνια θα τον πέρναγε για ασφαλίτη –έχει ρίξει και το πουλοβεράκι στους ώμους το χρυσό μου, μην βάλει ψύχρα.

Τίναξε τη μπότα στα κρυφά και στα ύπουλα –ο νταβραντισμένος της κλαδικής που τράβαγε τον πιτσιρίκο από το μαλλί , σαβουρδιάστηκε με τα χέρια ψηλά. Φάουλ και κάρτα Διαιτήτα, εσκεμμένο ήταν –δεν πήγαινε για τη μπάλα. Ρε αει στο διάολο και συ.

«Όχι ρε μαλάκα –αυτός κρατάει πιστόλι», δεν κατάλαβε ο Πέτρος σε ποιόν το φώναξε. Μπάτσος θα ήταν, βρήκε τα σκούρα επειδή πήγε να κάνει σύλληψη και τράβηξε το σίδεοο, πάνω που άνοιγε η μύτη του. Κοίταξε τους άλλους δυο, στα δεξιά του. Δεν είχαν πάρει γραμμή ακόμα. Ο Κώστας προσπαθούσε να τραβήξει μια πιτσιρίκα που την ποδοπατούσε ο όχλος με τις κόκκινες σημαίες. Ο Παύλος έσφιγγε τα κλειδιά (εξώπορτας, διαμερίσματος, μαγαζιού –με προκαθορισμένη σειρά) στη χούφτα του, αφήνοντας τις άκρες να προεξέχουν ανάμεσα στα δάχτυλά του, έτοιμος για τις «ματωμένες γροθιές του καράτε νο. 13».

Ο αρχίδης με το σιδερικό είχε πάθει παράκρουση. Ξεκίνησε να το σηκώνει στον αέρα αλλά κάποιος τον χτύπησε στο σβέρκο. Το χέρι τινάχτηκε πριν πέσει. Τώρα το πιστόλι χάθηκε μέσα στον πανικό. Δεν το σκέφτηκε πριν ορμήσει με το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στους ώμους.

Τον βρήκε τον καργιόλη κάτω από τον αυχένα. Κάτι βλαστήμησε καθώς έπεφταν. Θόλωσαν και τα μάτια του από κάποιο σκίσιμο –μόλις που άκουσε το θόρυβο, σα λάστιχο που σκάει. Ούρλιαζαν. Πολλοί. Πολύ. Και έτρεχαν. Οι μπάτσοι έριχναν δακρυγόνα από ψηλά. Σε λίγο θα έκαναν ντου. Κόκκινη σημαία με ξύλινο κοντάρι αριστερά. Πολύ αργά. Πάει το μάγουλο, το σκίσιμο θα πρέπει να έφτασε μέχρι κρόταφο. Χέρια τον σήκωσαν. Οι δικοί του. Φιλαράκια. Είκοσι χρόνια ήταν αυτά. Αλλά ήρθαν οι μαλάκες. Ο καου-μπόυς έζεχνε. Μάλλον είχε χεστεί πάνω του. Στο μισό μέτρο ένας γέρος έτρεμε. Κόκκινος στην κοιλιά αλλά όχι από σημαία. Κρίμα τον παππού. Και ήταν τόσο καλός άνθρωπος. Τώρα, σκατά σύνταξη, σκατά καφενείο, σκατά όλα.

Για λίγο

«Που να τους πετύχεις τους μαλάκες τώρα;» ο Ψηλός άραξε στο πεζοδρόμιο της Πατησίων. Τα ΜΑΤ έκαναν σκούπα στους γύρω δρόμους. Κόσμος έτρεχε προς το Άλσος. Πανικός κι ομίχλη. Δακρυγόνα και τσουξογόνα. Ένα ασθενοφόρο καιγόταν. Μια πυροσβεστική το έσβηνε. Μια ντουζίνα μαλάκες χάζευαν. Που είναι το πτώμα; Ποιος είναι το πτώμα; Εντελώς πτώμα το πτώμα;

Ο Ψηλός έστριψε τσιγάρο και έξυσε κεφάλι. Με αυτή τη σειρά. Απέφυγε και μια κυρία με ταγέρ που κόντεψε να μπερδευτεί στα απλωμένα του πόδια. Της πουτάνας έγινε. Βρωμούσε εμετό η σχάρα του υπονόμου δίπλα του. Αλλά βαριόταν να μετακινηθεί. Που να πήγαν τα ρεμάλια; Εδώ είχαν πει –σίγουρα, για το πότε δεν έπαιρνε όρκο. Αν τους έχασε πάντως θα ήταν στο τσακ –για λίγο. Δε γαμιέται, όπου και να πάνε, εδώ θα γυρίσουν οι τσόγλανοι –θα τους περίμενε για λίγο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι