Είχε απομείνει μαλάκας, με το σπιρτόκουτο στο χέρι. Το σπιρτόκουτο ήταν διαφημιστικό. Το χέρι ήταν δικό του φυσικά. Ένα από τα δύο που διέθετε. Στο άλλο κρατούσε ένα Camel light που αδημονούσε ν’ ανάψει. Πως ν’ ανάψει όμως; Ο αναπτήρας αντιστεκόταν, μέχρι που, στην πέμπτη προσπάθεια, του έφτυσε κάτι υπολείμματα πέτρας κατάμουτρα. Σπίρτα; Δεν υπήρχαν πουθενά, εκτός από αυτό το κουτί, κρυμμένο στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα –πίσω από το ανοιχτήρι κονσέρβας.
Το κουτί είχε ένα κακοσχεδιασμένο ηλιοβασίλεμα μπροστά και μια επιγραφή, «Bar Sunset, Ήβης 7, τηλέφωνο…» ο αριθμός έλειπε, γιατί κάποιος είχε σκίσει την κάτω άκρη. Γι’ αυτό μάλλον και τα σπίρτα είχαν πάρει υγρασία -καθόντουσαν κολλημένα στην κάτω άκρη του σπιρτόκουτου και αδιαφορούσαν για την ανάγκη του να καπνίσει. Τώρα, αυτό το μπαρ δεν το θυμόταν -πράγμα διόλου παράξενο. Όνομα κοινότυπο, ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχε το κουτί; Στην πίσω του πλευρά ήταν λευκό. Αλλά όχι κενό –υπήρχε ένα νούμερο τηλεφώνου γραμμένο με στυλό δίπλα σ’ ένα «Κ». Αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα. Το μόνο που αναγνώριζε σε όλη την υπόθεση. Κι αυτό δηλαδή, όχι ακριβώς –έμοιαζαν με δικά του γράμματα, λίγο κουνημένα, σχετικά σβησμένα –μάλλον έτσι έγραφε πριν κάποια χρόνια.
Πέταξε το κουτί νευριασμένος και έκανε το σπίτι κόλαση. Ένας αναπτήρας, ένα κουτί σπίρτα, ένας πυρσός γαμώτο. Τίποτα δεν υπήρχε στο κωλόσπιτο. Μέχρι που ξύπνησε η γυναίκα του. Από τη φασαρία.
«Τι σκαλίζεις άνθρωπέ μου;»
«Ένας αναπτήρας δεν υπάρχει γαμώ το σπίτι μου;»
«Στο δεξί ράφι της κουζίνας, δίπλα στο γκαζάκι».
Μπροστά στα μάτια του! Άναψε το τσιγάρο ευτυχισμένος και κάθισε στο σαλόνι. Όχι, δεν ήταν ηλίθιος, απλά οι γυναίκες είναι μανιακές. Πάει η άλλη και βάζει τον αναπτήρα στο ράφι, δίπλα στο γκαζάκι. Που να το φανταστεί κανείς; Βάλτον κυρία μου σε εμφανές σημείο. Βάλτον στο … Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά –ήταν ηλίθιος, μην το κάνουμε θέμα τώρα.
Η γυναίκα του συνέχιζε να κοιμάται. Τι το θέλανε το ξενύχτι Παρασκευή βράδυ; Να πιούμε ένα ποτό λέει, να πούμε και καμιά κουβέντα με τον Τάκη και τη Γιώτα. Ένα ποτό ναι, αλλά οι άνθρωποι είχαν ετοιμάσει κι έναν περίδρομο –συνοδευτικά. Μόνο αρνί στη σούβλα δεν είχαν ψήσει. Ήπιανε και 3 μπουκάλια κρασί, τσακίσανε κάτι πάστες –χάλια το στομάχι, μολύβι πρωινιάτικα. Καλός, χρυσός ο Τάκης, τόσα χρόνια φίλοι, αλλά αυτό ακριβώς –τόσα χρόνια! Σαρανταρήσανε πια, το βραδινό φαγητό δεν χωνευότανε, άσε που γινόταν κατευθείαν λίπος, λίγο ακόμα και θα άλλαζε πάλι νούμερο σε παντελόνι. Προς τα πάνω βέβαια.
Κρατούσε σφιχτά τον αναπτήρα, ο καφές χρειάζεται απαραιτήτως δυο τσιγάρα –τα επιπλέον είναι προαιρετικά. Που το είχαν βρει εκείνο το σπιρτόκουτο; Και το τηλέφωνο, τίνος ήταν; Δε βαριέσαι, θα μάθαινε από τη γυναίκα του –όταν, με το καλό, ξυπνούσε. Γέμισε την κούπα του από την καφετιέρα και δεν ασχολήθηκε περισσότερο με σπιρτόκουτα. Είχαν να πάνε και σούπερ-μάρκετ, ακόμα ένα εκνευριστικό Σαββατοκύριακο.
«Δεν μου λέει κάτι»
Τη ρώτησε το μεσημέρι. Χάζευαν μια σαχλαμάρα στην τηλεόραση τρώγοντας σαλάτες, μπας και ηρεμίσουν τα στομάχια τους. Πάλι σα γαϊδούρια είχαν φορτωθεί με ψώνια, στα μέσα της βδομάδας θα χρειαζόταν να πετάξει μουχλιασμένα αλλαντικά από το ψυγείο. Αφήνοντας το πιάτο του στο νεροχύτη ξαναθυμήθηκε το σπιρτόκουτο. Της το πήγε, σαν το παιδάκι που βρήκε καρφίτσα στο πάτωμα.
«Τι είναι αυτό, ξέρεις;»
«Σπιρτόκουτο», μετά βίας διέκοψε την παρακολούθηση της σαχλαμάρας στην τηλεόραση.
«Το βλέπω ρε παιδί μου. Αλλά έχει κι ένα τηλέφωνο. Σου θυμίζει κάτι;»
«Δεν μου λέει κάτι».
Απόγευμα. Και ρουτίνα. Η γυναίκα του συμμάζευε, γιατί το βράδυ θα έρχονταν μερικοί φίλοι. Κι αυτός βοηθούσε, όσο να πεις. Η κουζίνα δούλευε στο φουλ, τα κεφτεδάκια χαλάρωναν δίπλα στα τυροπιτάκια. Πάλι σα βόδια θα έτρωγαν βραδιάτικα. Αλλά έτσι είναι, άμα σε καλούν και σε ταΐζουν πρέπει να ανταποδώσεις. Γαμημένες κοινωνικές συμβάσεις. Έπρεπε να προειδοποιούν, σαν τα πακέτα των τσιγάρων, «ΠΡΟΣΟΧΗ, Η ΠΙΣΤΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΚΑΡΔΙΟΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ». Και παχαίνει κιόλας. Την είδε να καθαρίζει το τραπεζάκι στο σαλόνι. Μόλις που πρόλαβε να σώσει το σπιρτόκουτο από τα χέρια της.
«Που το πας αυτό;»
«Να το πετάξω».
«Κάτσε μωρέ, ξέρεις τι είναι;»
«Ένα στραπατσαρισμένο σπιρτόκουτο»
«Ναι, αλλά έχει κι ένα τηλέφωνο πάνω».
«Ναι. Τίνος είναι;»
«Δεν έχω ιδέα».
Σταμάτησε για λίγο, σκεφτική.
«Δε σου θυμίζει τίποτα ο αριθμός;»
«Δεν μου λέει κάτι. Εσένα;»
«Ούτε. Οπότε να το πετάξω»
«Κάτσε ρε χρυσή μου γυναίκα. Αμέσως δηλαδή να το πετάξεις και να το πετάξεις. Κάτσε να δούμε τι είναι πρώτα».
«Μωρέ δεν κάνεις ότι θέλεις; Κορνιζάρισε το, αν σου αρέσει. Πάρτο μόνο από μπροστά μου γιατί έχω και δουλειές».
Βρέθηκε πάλι με το σπιρτόκουτο στο χέρι. Μαλάκας. Αλλά αποφασισμένος. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό. Χτυπούσε. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να το κατεβάσει, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν υπήρχε και λόγος.
«Εμπρός;», αντρική φωνή.
«Χαίρετε. Ήθελα να σας ρωτήσω –τι είναι εκεί;»
«Εσύ τι πήρες;»
«Ε, αυτό είναι το θέμα. Βρήκα το τηλέφωνο σε ένα σπιρτόκουτο και ψάχνω να δω σε ποιόν ανήκει».
«Άντε γαμήσου ρε ηλίθιε», γραμμή νεκρή.
Συνέχισε να κοιτάζει το σπιρτόκουτο. Είχε μείνει και με το τηλέφωνο στο χέρι, δεν του θύμιζε τίποτα η φωνή. Τουλάχιστον δεν ήταν το νούμερο κάποιας γυναίκας. Εντάξει, μπορεί και να ήταν. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχε παραπεταμένο το σπιρτόκουτο. Μπορεί να παντρεύτηκε, ή να άλλαξε σπίτι.
«Τι σου είπαν άνθρωπέ μου;»
«Τίποτα. Δεν απάντησαν», δεν υπήρχε λόγος να το πει αυτό. Έτσι;
«Αφού μιλούσες»
«Άσε μας μωρέ. Σε τηλεφωνητή έπεσα. Τι έγινε δηλαδή, με παρακολουθείς;»
Τον κοίταξε απορημένη. Απέφυγε να την κοιτάξει κι αυτός. Δεν υπήρχε λόγος να πει ψέματα. Πως του κόλλησε δηλαδή ότι υπήρχε γυναίκα στη μέση; Κι αν υπήρχε, τι έγινε; Κάποια που τραβιόταν μαζί του παλιά. Γιατί να νιώθει ενοχές;
Το βράδυ ήρθε παρέα με έξη ακόμα άτομα. Τρία ζευγάρια αν το θέλεις διαφορετικά. Τα φαγητά εξαφανίστηκαν σε χρόνο ρεκόρ –έτσι δεν συμβαίνει πάντα; Έφτασε η ώρα του καθιερωμένου διαχωρισμού. Οι γυναίκες στο σαλόνι, οι άντρες στην τραπεζαρία. Ποτά, τσιγάρα και εξειδικευμένες αοριστολογίες. Η μυθική τετράδα ενωμένη, σε καινούργιες αναπολήσεις. Από το σχολείο ήταν μαζί -25 χρόνια είναι πολλά; Πολλά είναι. Είχαν αναρωτηθεί άπειρες φορές για τις γυναίκες τους. Εντάξει, εμείς, μια ζωή μαζί. Αυτές; Δεν ήταν απαραίτητο να ταιριάζουν σαν παρέα. Και τότε τι γίνεται; Είχαν μια ελπίδα –αφού ταιριάζουμε μεταξύ μας κι αφού ταιριάζουμε μ’ αυτές, άρα… συνεπάγεται …και αντιστρόφως. Συλλογιστική του κώλου αλλά ίσχυε. Μια χαρά τα είχαν βρει μεταξύ τους οι κυρίες, ευτυχία να τις βλέπεις αφοσιωμένες στην κουβέντα τους. Τελικά, η ζωή μπορεί και να είναι ωραία. Αν εξαιρέσεις το νυχτερινό φαγητό βέβαια.
«Ρε μαλάκες, θυμόσαστε ένα μπαρ που το έλεγαν Sunset;», τρωγόταν από την ώρα του φαγητού, αλλά περίμενε να απομονωθούν. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να βγει μαζί με τις αναμνήσεις.
Πάντως τώρα δεν έβγαινε τίποτα. Κάποιες σκεφτικές φάτσες, δυο-τρεις συλλογισμένες γουλιές από ποτό, ένας αναπτήρας άναψε. Τους είπε την ιστορία. Ο Μάνος, πετάχτηκε ξαφνικά.
«Ναι ρε, πως δεν το θυμήθηκα αμέσως; Το ‘85, στη Σαντορίνη. Μπαρ Sunset, που είχαμε γνωρίσει τις Αγγλίδες».
Σκοτείνιαζε όσο τον άκουγε.
«Ρε κόπανε, αθηναϊκό είναι το νούμερο. Και το μπαρ στη Σαντορίνη το έλεγαν Sundance. Άσε που οι κοπέλες ήταν Γερμανίδες. Βλάκα».
Ο Μάνος απομανώθηκε. Μουρμούρισε ένα «κοντά έπεσα πάντως», για να εισπράξει τη σχετική παρεϊκή κοροϊδία, η οποία παλιότερα θα κατέληγε σε καρπάζωμα ξεγυρισμένο. Οι υπόλοιποι δύο, θεώρησαν φρόνιμο να μην μιλήσουν. Σηκώθηκε νευριασμένος, έφερε το σπιρτόκουτο και τους το κόλλησε στα μούτρα.
«Σας θυμίζει τίποτα ρε;»
«Δε μου λέει κάτι», οι τρεις σωματοφύλακες, με μια φωνή.
«Έχει κλείσει εδώ και χρόνια»
Η Αθήνα έχει 20 δρόμους που λέγονται Ηβης. Διάσπαρτους, σε όλο το λεκανοπέδιο. Από το πρωί, στη δουλειά μ’ αυτό ασχολείται. Ευτυχώς που δεν υπάρχει τίποτα βιαστικό -πρωινό Δευτέρας, στην εταιρεία. Κάτι υπόλοιπα της προηγούμενης βδομάδας, κάποια σχέδια που χρειάζονται έγκριση από τους πελάτες, μαλακίες με λίγα λόγια. Η δουλειά του έχει να κάνει κυρίως με τη σύνταξη επιχειρησιακών πλάνων, μεταφέρει μελέτες σε μορφή συμπερασμάτων και σχεδιαγραμμάτων. Στην αρχή έχει πλάκα. Μετά είναι κόψε-ράψε. Όλοι τα ίδια χρειάζονται. Αλλάζεις τα ονόματα και τα οργανογράμματα. Τέλος πάντων.
Η Αθήνα είναι πήχτρα στις «Ήβης». ΗΒΗ –ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΠΙΝΕΙΣ –ΠΙΝΕΙΣ ΧΥΜΟ. Έκοψε κάτι περιοχές που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ. Μενίδι, Γέρακας, Ανάβυσσος, ούτε ήξερε που πέφτουν. Ακόμα, πολλές περιοχές έμεναν. Δεν έβγαινε άκρη έτσι.
Ο αριθμός τηλεφώνου ήταν καταχωρημένος στο όνομα ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΕΞΗΣ – ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ, ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ 12. Είχε και περιοχή. Έψαξε την καινούργια οδό στο χάρτη. Ο υπολογιστής του κατέβασε στοιχεία και μεγεθύνσεις. Δεν κουράστηκε πολύ μέχρι να τυπώσει την εκδοχή που τον βόλευε. Κοίταζε τη σελίδα με κενό μνήμης. Το όνομα Μέξης δεν του έλεγε τίποτα. Η περιοχή επίσης.
Παραλίγο και θα το έχανε. Δυο δρόμους πιο αριστερά από τη Σαλαμίνας ξάπλωνε αναπαυτικά μια από τις είκοσι «Ήβης». Εδώ σ’ έχω μάγκα μου!
Χτύπησε το τηλέφωνο. Το αγνόησε, χαζεύοντας τον χάρτη. Η συσκευή επέμενε και τελικά επικράτησε. Το αφεντικό χρειαζόταν κάποια ιστογράμματα επειγόντως. Χέσε μέσα Αποστόλη, που δε γίναμε ευζώνοι –πάνω από δυο ώρες θα του έπαιρνε. Σκατοδουλειά, αλλά τουλάχιστον είχε βγάλει άκρη.
Πότε είχε πάει σ’ εκείνη τη ρημαδο-Ήβης; Ποιο ήταν το μπαρ; Γιατί δεν θυμόταν τίποτα; Μα τίποτα απολύτως! Γιατί δεν είχε πάει ποτέ. Απλό ήταν. Και το σπιρτόκουτο; Θα μπορούσε να το βρει οπουδήποτε αλλού. Και ο Μέξης; Ν, όχι Κ, γαμώ το κέρατο. Όχι δηλαδή ότι αν ήταν Κ θα βοηθούσε ιδιαίτερα.
Μετά τη δουλειά δεν το σκέφτηκε καθόλου. Έπρεπε να βρει το μπαρ. Δεν ήταν δύσκολο, είχε χάρτη. Χάθηκε ανάμεσα σε στενά στενά. Μπλοκαρίστηκε από σκουπιδιάρικο. Κόντεψε να πάρει κάτω από τον προφυλακτήρα του ένα παπάκι. Αλλά βρήκε την Ήβης. Στο 87 και ήταν άνοδος. Ακολούθησε μαρτύριο μέσα από παράλληλους δρόμους που τέμνονταν. Γίνεται; Γίνεται. Έφτασε στο 3 της Ήβης, πέρασε το 5 και σταμάτησε έξω από ένα κομμωτήριο. Ήβης 7, ΚΟΜΜΩΣΕΙΣ ΕΦΗ. Βλαστήμησε μπαίνοντας.
Η Έφη ήταν μεσόκοπη και ξανθιά. Στα σεσουάρ καίγονταν κάτι χαζεμένες κυράτσες μεγαλύτερης ηλικίας. Υπήρχε και μια πιτσιρίκα που σκούπιζε τρίχες –αλλά αυτή δεν τον ενδιέφερε.
«Η κυρία Έφη;»
«Ναι, τι θέλετε;»
«Ήθελα να σας ρωτήσω για ένα μαγαζί που ήταν εδώ. Ένα μπαρ Sunset».
«Α, μα αυτό έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Που το θυμηθήκατε καλέ;»
Να το θυμόταν, καλά θα ήταν. Αλλά το θέμα είναι, τι θυμόταν η κυρία Έφη. Εναπόθεσε τις τελευταίες ελπίδες του σε ένα κούρεμα. Είχε κενό χρόνο η κυρία Έφη να τον κουρέψει; Βεβαίως. Πότε; Σε μισή ωρίτσα, αν περιμένετε. Θα περίμενε –οι κομμώτριες μιλάνε πολύ, ειδικά όταν κουρεύουν. Κάθησε δίπλα σε μια κυρία. Η οποία διάβαζε κουτσομπολιά και δεν τον έβλεπε. Τον έβλεπε όμως μια γιαγιούλα, κάτω από σεσουάρ. Επίμονα.
«Καλέ, ίδιος είστε!»
«Συγνώμη;»
«Ίδιος είστε, φτυστός. Ε, Μαρία; Δε μοιάζει;», η γιαγιούλα μιλούσε στο διπλανό σεσουάρ. Το διπλανό σεσουάρ κούνησε το σαγόνι, σκεφτικό.
Σηκώθηκε. Τις πλησίασε κιόλας.
«Συγνώμη κυρίες μου, με ποιόν μοιάζω;»
«Με τον Άλκη καλέ. Δηλαδή, δεν τον λέγανε Άλκη, ένας Θεός ξέρει πως τον λέγανε, αλλά ήταν φτυστός ο Άλκης ο Γιαννακάς (σ’ αυτό το σημείο οι δυο γριές χάθηκαν σε αναπόληση) και του έμεινε».
Ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο να την ψάξει περισσότερο ή να αδιαφορήσει για τις παλαβομάρες τους.
«Και τι ήταν αυτός ο Άλκης;»
«Ο ιδιοκτήτης καλέ. Αυτός που είχε το Sunset. Που ρωτάγατε πριν;»
«Εσείς ξέρατε το Sunset;»
«Και ποιος δεν το ήξερε», πνιχτά γελάκια.
«Δηλαδή;»
«Παιδάκι μου, το Sunset ήταν μαγαζί με κοπέλες.»
Ημιλυπόθυμος. Γι’ αυτό δεν το θυμόταν. Είχε περάσει από εδώ –μπουρδελότσαρκα. Ποιος ξέρει πότε, ποιος θυμάται με ποιους; Σίγουρα πιωμένος, για να μην του έρχεται τίποτα στο μυαλό. Και το έδειχνε στη γυναίκα του, ο μαλάκας. Το ξέρεις αυτό αγάπη μου; Όχι λατρεία μου, δεν έχω ψωνίσει γυναίκα από εκεί –εσύ; Άναψε τσιγάρο.
«Και πότε έκλεισε το μαγαζί;» προσπάθησε να τοποθετήσει το ατόπημα χρονικά. Πριν παντρευτεί σίγουρα, πριν τη γνωρίσει όμως;
«Α, κάτσε να δεις, ήταν ο Καραμανλής τότε, ε Μαρία;»
«Όχι, όχι ακόμα –ήτανε πιο πριν», συμφώνησε το σκεπτικό σεσουάρ.
Καραμανλής, μάλιστα. Δηλαδή, πριν καμιά πενταετία έκλεισε το μαγαζί.
«Δηλαδή, πριν καμιά πενταετία έκλεισε το μαγαζί», είπε ότι σκέφτηκε.
Οι γριές ξεκαρδίστηκαν.
«Τι λέτε καλέ; Ο Καραμανλής, ο μεγάλος, μετά τη χούντα. Τι 5 χρόνια; Τέλη του ‘60. Πες κι εσύ ρε Μαρία.»
Στιβαρή δύναμη υποστήριξης η Μαρία. Πάνε σαράντα και χρόνια, τραγουδούσαν ρυθμικά το μάντρα τους οι γριές. Αλλά δεν φταίγανε αυτές. Η μαλακία του ήταν υπεύθυνη, που κάθησε και ασχολήθηκε. Τι τρελλόγριες! Δεν είχε καν γεννηθεί τότε. Αυτά παθαίνεις αν ακούς την κάθε ξεμωραμένη!
Από το κούρεμα δεν έβγαλε πολλά. Κάτι φλυαρίες περί οικογενειακής καταστάσεως και καλοκαιρινών διακοπών. Ήταν και πολυλογού η κυρία Έφη, ζαλίστηκε -να τελειώσει, να ξεκουμπιστεί από εδώ μέσα. Έφτασε η ώρα να πληρώσει. Για τότε φύλαγε το καλό η κυρία Έφη.
«Επειδή σας είδα που ρωτούσατε. Μου έχουν μείνει κάτι πράγματα από το μπαρ. Στην αποθήκη, πίσω. Όλο λέω να τα πετάξω και όλο το ξεχνάω. Αν θέλετε να τα δείτε …»
Ήθελε. Όχι ότι πίστευε πως θα βοηθούσαν αλλά ήθελε. Τι διάολο, είχε αφήσει την κυρία Έφη να του κάνει το κεφάλι κατσαρόλα, μέσα-έξω. Την ακολούθησε. Η αποθήκη βρωμούσε υγρασία. Και μισοσκόταδο. Είδε έναν σωρό στην γωνία, αριστερά. Σιχαινόταν, λόγω σκόνης, αλλά πλησίασε. Η κυρία Έφη ζήτησε συγνώμη, είχε δουλειά. Ο σωρός δεν ήταν τόσο ευγενικός. Κατέρρευσε στο πρώτο άγγιγμα.
Λογιστικά βιβλία και φωτογραφίες κιτρινισμένες. Κυρίως διαφημιστικές, με σημάδια από πινέζες. Τις πέρασε μια γρήγορη ματιά. Γυναίκες ντυμένες φανταχτερά. Όχι πολλές και όχι όμορφες. Μια μόνο επαναλαμβανόταν με μεγάλη συχνότητα. Αυτή ήταν πολύ όμορφη. Προκλητική, με μακριά μαύρα μαλλιά, τεράστια μάτια, τεράστια πόδια, γυναικάρα all weather. Άνοιξε τα βιβλία. Λογιστικές εγγραφές, τσαπατσούλικα καταχωρημένες. Αγορές από κάβες, μισθοί, τα μάτια του συνήθισαν το μισοσκόταδο. Φρίκαρε εντελώς. Ήταν ο δικός του γραφικός χαρακτήρας! Ο ίδιος με το σπιρτόκουτο. Έγραφε αυτός, «Κάβα Εσπέρια -80 δραχμές – 29/7/1967». Εντάξει, δεν ήταν τίποτα κακό –μια ακόμα λογιστική εγγραφή στο γραμμογραφημένο τετράδιο. Το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στο γεγονός πως στις 29/7/1967, αυτός ήταν δεν υπήρχε ούτε σαν σπερματοζωάριο! Και το πρόβλημα συνεχιζόταν. Μέχρι να γεννηθεί είχε καταχωρήσει αλλεπάλληλες αγορές ποτών, ξηρών καρπών, ειδών κουζίνας … Πετάχτηκε από την αποθήκη με τις φωτογραφίες ξεχασμένες στο χέρι. Χρειαζόταν επειγόντως φρέσκο αέρα.
«Καλέ αυτή δεν είναι;»
«Ναι, ναι, που τη βρήκατε τη φωτογραφία;»
Οι γριές έδειχναν τη φωτογραφία της μαυρομάλλας και παραληρούσαν. Όπως παραληρούν οι γέροι, κάθε φορά που βρίσκουν την ευκαιρία να γίνουν το κέντρο της προσοχής. Σταμάτησε. Τις κοίταξε.
«Αυτή είναι, η Βέρα, η γυναίκα του Άλκη. Ναι καλέ. Θυμάσαι το γάμο; Μια βδομάδα κράτησε το γλέντι στο μπαρ».
Θα τις σκότωνε ευχαρίστως, αλλά τις άφησε να κακαρίζουν αναμνήσεις πίσω του. Του χρειάστηκαν 200 μέτρα για να κόψει φόρα και ένα πλατύσκαλο πολυκατοικίας για να καταρρεύσει καπνίζοντας.
Σύμπτωση. Δεν εξηγείται αλλιώς. Ο γραφικός του χαρακτήρας δεν ήταν δα και τίποτα σπάνιο. Η γυναίκα του, μάλλον αυτή το είχε κάνει. Πρόσεξε τώρα πως έγινε: βρίσκεται με τη γυναίκα του κάπου –εστιατόριο, μαγαζί, δεν έχει σημασία. Βλέπει εκείνη το σπιρτόκουτο, τυχαία, δίπλα της. Αναγνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του. Το μαζεύει, το βάζει στην τσάντα της. Το πετάει στο συρτάρι, όπου το βρήκε εκείνος. Απλούστατο. Σύμπτωση. Και μετά περνάει ένας ιπτάμενος δίσκος, πετάγεται ο εξωγήινος, τους κερνάει δυο πούρα Αβάνας και εξαφανίζεται. Άκου σύμπτωση! Μαλάκα!
«Έχω κάτι για σένα»
Σηκώνεται από το πλατύσκαλο. Κοιτάζει τον αριθμό στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας. Φυσικά είναι το 12. Σαλαμίνας 12. Που αλλού; Ψάχνει τα κουδούνια. Μέξης. 3ος όροφος. Χτυπάει και του ανοίγουν χωρίς να ρωτήσουν τίποτα. Το ασανσέρ τρίζει επικίνδυνα. Και οι σοβάδες στους τοίχους θα έτριζαν κάπως έτσι. Πριν καταρρεύσουν. Βρίσκεται έξω από την πόρτα, χτυπάει το κουδούνι, βιάζεται. Μόνο όταν ακούει βήματα να πλησιάζουν συνειδητοποιεί ότι δεν έχει σκεφτεί τίποτα. Τι κάνει εδώ; Γιατί ήρθε; Και κυρίως –τι θα πει;
Του ανοίγει ένας χοντρός, με πουλόβερ και φαλάκρα. Βόδι.
«Ορίστε;»
«Γεια σας, είχα πάρει τηλέφωνο».
«Ναι;»
«Σας είχα πει … είχα βρει τον αριθμό σας σε ένα σπιρτόκουτο…»
Ο χοντρός φουντώνει. Δυο φούσκες σάλιου στις άκρες των χειλιών του εκρήγνυνται πριν αρχίσει να μιλάει.
«Ρε φιλαράκο πλάκα κάνεις; Πλασιέ είσαι; Πούστης είσαι; Τι θες ρε;»
Αμείλικτα ερωτήματα, στα οποία αδυνατεί να βρει λογική απάντηση. Ο χοντρός παίρνει θάρρος από την αμηχανία του και σηκώνει τα χέρια. Ευτυχώς που εμφανίζεται ο «από μηχανής» γέρος. Από το εσωτερικό του διαμερίσματος.
«Άστον Στέφανε, εμένα θέλει ο κύριος».
Ο χοντρός Στέφανος μένει ακίνητος. Μετά αποχωρεί αδιάκριτα. Κοιτάζοντας και βρίζοντας. Στα τσακ γλιτώσαμε!
Ο γέρος είναι ο πατέρας του Στέφανου. Ο Στέφανος είναι συνομήλικός του –στο περίπου. Ο πατέρας του δεν είναι και ο ευτυχέστερος των ανθρώπων για το παιδί του. Μια ζωή χωρίς δουλειά, έχει κάνει κάτι τέρμενα και φυλακή. Αυτά τα κουβεντιάζουν με τον καφέ. Ο γέρος τον ετοίμασε –ελληνικό, μέτριο.
Καλός άνθρωπος ο γέρος. Με αραιό μουσάκι, κινέζικα γυαλιά πρεσβυωπίας και καλοχτενισμένα μαλλιά. Λευκά όλα. Ντυμένος ασορτί με το σπίτι του. Καναπέδες απομίμηση Λουί σεζλόνγκ –κάτι τέτοιους είχε η θεία του η Ελένη, όταν ήταν πιτσιρικάς. Μόνο που αυτοί είναι σκωροφαγωμένοι. Σαν τα ρούχα του γέρου.
«Τα δικά σου παλικάρι μου», λέει ο γέρος. «Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι; Ζει η μάνα σου;»
Είναι έτοιμος να μιλήσει. Το πρώτο που του έρχεται είναι βρισίδια. Ανάβει τσιγάρο –δεν κάνει, κυκλοφορεί και Στέφανος λυτός.
Βγάζει από την τσέπη του το σπιρτόκουτο. Ο γέρος χαμογελάει.
«Συγνώμη, τι ξέρετε γι’αυτό;»
«Δεν σου είχε πει τίποτα;»
«Ποιος;»
«Ο πατέρας σου βρε παλικάρι μου».
Κενό. Ο πατέρας του; Πήγαινε στις πουτάνες ο πατέρας του; Πάνε δυο χρόνια που πέθανε, ήσυχος άνθρωπος, διακριτικός. Η μάνα του ζούσε ακόμα –τον είχε φάει τον άνθρωπο. Γκρίνια, απαιτήσεις. Κι αυτός ο κακομοίρης, όλο έτρεχε να τις καλύψει. Είχε ένα μαγαζάκι με παπούτσια, όλο στο όριο τον θυμάται. Όλο να μετράει την είσπραξη που εξατμιζόταν σαν τα Sante τα άφιλτρα που κάπνιζε. Αυτά τον έφαγαν, έλεγε η μάνα του. Αυτή τον έφαγε, έλεγε αυτός. Έκανε καρκίνο και στον ένα χρόνο τον χάσανε. Τις τελευταίες μέρες του τις πέρασε μαζί τους –σπίτι τους. Άγιος άνθρωπος ο πατέρας του. Ανθρωπάκι δηλαδή. Αλλά άγιος. «Κοίτα να μην ξεφτιλιστείς», του έλεγε μια ζωή. Από μικρό παιδάκι θυμάται τον πατέρα του, με τη φράντζα να πέφτει ατίθασα στο μέτωπό του, πίσω από το ποδήλατο να τον στηρίζει -να ισορροπήσει χωρίς βοηθητικές. «Κοίτα να μην ξεφτιλιστείς κακομοίρη μου». Ο γέρος του με πουτάνες; Άντε από δω!
«Ο πατέρας μου;»
Ο γέρος βολεύεται καλύτερα στην απέναντι καρέκλα. Ανάβει κι ένα Sante, άφιλτρο. Παρακολουθεί τον αναπτήρα να καίει την άκρη, κοντά στα γράμματα. Ο γέρος ανάβει το τσιγάρο ανάποδα, σαν τον πατέρα του.
«Μεγάλος άνθρωπος ο πατέρας σου. Μορφή. Ήρωας. Μα καλά, δεν σου είχε πει τίποτα;»
Τον κοιτάζει εκλιπαρώντας να συνεχίσει.
«Τον γνώρισα κάπου στο ’58, στους Λαμπράκηδες. Εγώ ήμουνα ΕΔΑ, ο πατέρας σου -δεν ξέρω. Πάντως, ΚΚΕ δεν ήτανε, γιατί οι κομματικοί τον είχαν μια ζωή στη μπούκα. Σ’ ένα πάρτυ θυμάμαι, ήταν και ωραίος άντρας, κάνανε ουρά οι κοπέλες. Δεν είχε γνωρίσει τη μάνα σου ακόμα. Τέλος πάντων, μετά χαθήκαμε.
Με ξαναβρήκε αυτός, στη χούντα. Μόλις είχα γυρίσει από εξορία, έψαχνα για δουλειά, πείναγα κιόλας. Με βρήκε στην παλιά μου γειτονιά –Κοκκινιώτης είμαι, βέρος. Μίλαγε απλά ο πατέρας σου. Ήτανε σπουδαγμένος; Όχι; Δεν έχει σημασία. Μου είπε πως με τη χούντα όλοι είχαν λουφάξει. Το ΚΚΕ συνιστούσε ψυχραιμία και εγρήγορση, οι Λαμπράκηδες είχανε διαλυθεί, η ΕΔΑ εκτός νόμου –όπως όλα τα κόμματα δηλαδή. Αυτός ήτανε Τρότσκης. Τότε μου το πρωτοείπε. Τρόμαξα. Οι Τρότσκηδες ήτανε επικίνδυνοι, μας είχαν προειδοποιήσει από το Κόμμα. Ρεβιζιονιστές και τέτοια. Πιστεύανε και στην ένοπλη εξέγερση. Μακριά σύντροφοι!
Τέλος πάντων. Ο πατέρας σου είχε δικιά του δουλειά –έτσι είπε. Είχε ανοίξει ένα μπαράκι με κονσομανσσιόν. Άμα ήθελα μπορούσα να δουλέψω. Ήθελα. Αλλά φοβόμουνα. Ήτανε πολύ το ξύλο στο νησί, δεν ήταν να ξαναμπλέκω. Ήξερα πως οι Τρότσκηδες δεν κάθονται ποτέ στ’ αυγά τους. Με καθησύχασε. Δουλειά μόνο, στο μπαρ. Και όλα νόμιμα. Ούτε πολιτικά, ούτε τίποτα. Έλεγε ψέμματα».
Δεν κρατήθηκε. Είχε γίνει κατακόκκινος, διέκοψε τον γέρο.
«Συγνώμη, μήπως κάνετε λάθος; Ο πατέρας μου; Μπαρ με Κονσομανσσιόν; Ο δικός μου ο πατέρας;»
Ο γέρος χαμογέλασε.
«Κάτσε ν’ ακούσεις παλικάρι μου. Ο πατέρας σου ναι. Που λες, στις δυο βδομάδες βρίσκω ένα περίστροφο κάτω από το μπαρ. Μια Μπερέττα. Τι είναι αυτό Κώστα; τον ρωτάω. Ρε Νικολάκη, κωλόμπαρο έχουμε, δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί –μην ξεφτιλιστούμε κιόλας, μου κάνει ο γέρος σου κι εγώ να καταλαβαίνω πως κάτι κρύβει. Με ζώσανε τα φίδια. Κοιτάω στην αποθήκη, πίσω από την κάβα, πάνω από 12 μασούρια δυναμίτη. Τον καθίζω σ’ ένα τραπέζι όταν κλείσαμε. Μίλα ρε κερατά, του κάνω. Μου τα είπε όλα. Είχε βρει τα εκρηκτικά από το λιμάνι, του τα πούλησαν κάτι Χιλιάνοι. Το πιστόλι το είχε αγοράσει από την Τρούμπα, ήταν στις δόξες της τότε η Τρούμπα. Ήτανε έτοιμος. Θα τους τίναζε στον αέρα τους καραβανάδες, μόνος του, να ξεβρωμίσει ο τόπος. Την ευκαιρία περίμενε.
Και το μπαρ; του κάνω. Στάχτη στα μάτια. Το είχε αγοράσει από ένα παλιόμουτρο Λαρισαίο. Για να πιάσει γνωριμίες με τους μπάτσους. Καλύτεροι πελάτες του ήτανε. Αυτό το είχα δει και μόνος μου. Είχε κανονίσει με τις κοπέλες, τρύπωνε σε κάτι ντουλάπες και φωτογράφιζε τους μπασκίνες την ώρα που βγάζανε τα μάτια τους. Κράταγε στο χέρι μέχρι και το Διοικητή της Ασφάλειας.
Τρελάθηκα. Χέστηκα πάνω μου, που είχα μπλέξει! Κι αυτός το χαβά του. Τραβιότανε με μια γυναικάρα τότε από το μαγαζί, τη Βέρα με τ’όνομα, αργότερα την παντρεύτηκε. Δεν είχε αρχίσει ακόμα να δουλεύει η μάνα σου στο μαγαζί βλέπεις»
Η μάνα του; Ο πατέρας του νταβατζής και αριστερός οργανωμένος; Να το δεχτεί –δεν γινόταν βέβαια να τον φανταστεί μέσα σε όλα αυτά -αλλά εντάξει. Η μάνα του όμως; Η κυρά Φρόσω πουτάνα; Σηκώθηκε –να τον πνίξει το γέρο. Ξανακάθησε αμέσως, ο Στέφανος εμφανίστηκε από την κουζίνα. Κι ο γέρος συνέχιζε.
«Η μάνα σου όταν ήρθε από τα Τρίκαλα ήτανε κωλοπετσομένη. Και τον πατέρα σου τόνε γούσταρε. Έλα όμως που αυτός δεν είχε μάτια για άλλη από τη Βέρα. Και η Βέρα έτσι; Μόνο ποτό με τους πελάτες –τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα, έναν άντρα είχε, τον πατέρα σου. Όχι σαν την … τέλος πάντων.
Ετοιμάζανε το μεγάλο χτύπημα. Ο πατέρας σου και η Βέρα. Θα τινάζανε στον αέρα τη γιορτή για την επέτειο της χούντας. Η Βέρα έκανε τα γλυκά μάτια σε έναν ΕΣΑτζή, του είχε ζητήσει να της βρει θέσεις στα επίσημα –να δει τάχαμου το Πουλί από κοντά. Θα κουβάλαγε μαζί της δυο χειροβομβίδες που είχε βουτήξει ο πατέρας σου από την Αυλώνα. Άλλη παλαβομάρα κι αυτή –τέλος πάντων. Ο πατέρας σου είχε γεμίσει με δυναμίτη τη βάση από το Πουλί. Ήτανε ένας γνωστός του, που δούλευε οξυγονοκολλητής και τον είχε τρυπώσει στο συνεργείο. Το Πουλί θα έσκαγε με τηλεχειριστήριο. Η Βέρα θα πέταγε τις χειροβομβίδες στους επίσημους. Ο πατέρας σου κι αυτός με πρόσκληση για τις θέσεις των επισήμων θα τράβαγε τη Μπερέττα κι όποιον πάρει ο Χάρος. Για να την κοπανήσουν μαζί με τη Βέρα.
Όταν μου τα είπαν, έπεσα στα γόνατα. Μη ρε Κώστα, μην το κάνεις, θα σας πιάσουν αμέσως. Δεν είναι σχέδιο αυτό που έχετε –εδώ πιάσανε οργανωμένους, εσείς θα γλιτώσετε; Άσε που θα σκοτώσεις αθώο κόσμο. Τι σου φταίνε οι φαντάροι πάνω στο Πουλί; Τι σου φταίνε οι γύρω που θα παρακολουθούν; Τη Βέρα δεν τη λυπάσαι; Μην το κάνεις ρε αδερφέ.
Ο πατέρας σου ούτε ν’ ακούσει. Όσοι πάνε εκεί τα θέλει ο κώλος τους –χουντικοί θα είναι. Και οι φαντάροι ΕΣΑτζήδες, βύσματα. Να ξυπνήσει ο λαός, να σταματήσει να ξεφτελίζεται. Κάτι τέτοια μου έλεγε. Η επανάσταση θέλει αγώνα και αίμα Νικολάκη. Ας είναι και το δικό μου, ας είναι και της Βέρας. Τι δηλαδή, για πόσο θα τους αφήσουμε ανενόχλητους; Τέτοιος ήτανε ο πατέρας σου –σίγουρο το είχε πως θα πέθαινε και πήγαινε. Και ξέρεις κάτι; Από όσο τον ήξερα, δεν νοιαζόταν που θα πέθαινε. Αλλά για τη Βέρα νοιαζόταν –αν ήτανε δυνατό, αυτός θα σκοτωνόταν για να γλιτώσει εκείνη».
Σταμάτησε, τον άφησε να χωνέψει. Ανάμεσα σε αποκαλύψεις και αναμνήσεις. Κ, έλεγε δίπλα στον αριθμό τηλεφώνου. Κώστας. Ο πατέρας του. Έχωσε κρυφά το σπιρτόκουτο και ήθελε να το βρει αυτός. Να μάθει. Πότε να το είχε αφήσει στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα; Γιατί δεν του είχε μιλήσει στα ίσα; Ντρεπόταν; Φοβόταν; Ο πατέρας του, μειλίχιος, πράος, αθόρυβος. Ανθρωπάκι.
Θυμόταν τη μοναδική φορά που τον είχε δει αγριεμένο. Είχαν πάει βόλτα στην Πάρνηθα. Ο πατέρας του μπροστά κι αυτός πίσω, με κοντό παντελονάκι και ένα παγούρι νερό. Είχε ζεσταθεί, βαριόταν κιόλας –είδε στο χώμα μια σειρά μυρμήγκια. Πήγαιναν κουβαλώντας σπόρους ή κάτι παρόμοιο, το ένα πίσω από το άλλο, γραμμή. Δεν θυμάται ποιος διάολος τον καβάλησε αλλά άρχισε να τα πατάει. Τους τσάκισε τη γραμμή, έλιωνε αβέρτα κάτω από το μποτάκι του. «Τι κάνεις εκεί ρε τσόγλανε;» είχε φωνάξει ο πατέρας του όταν το πήρε χαμπάρι. «Γιατί ρε; Γιατί;». Τον θυμάται ακόμα να αφρίζει παλεύοντας να κρατηθεί. Θυμάται και το χέρι –σηκωμένο στον αέρα, μετέωρο, στο τέλος έπεσε κουρασμένο. «Μην κάνεις τέτοια πράματα -να είσαι άνθρωπος μωρέ», είχε πει ο πατέρας του πριν συνεχίσει την πεζοπορία. Δεν του ξαναμίλησε γι’ αυτό, αλλά δεν χρειαζόταν. Είχε καταλάβει πως θα έπρεπε να είναι για να μοιάζει άνθρωπος. Δεν το τήρησε σχεδόν ποτέ στη ζωή του, αλλά τουλάχιστον ήξερε.
«Έτσι θα γίνονταν τα πράγματα που λες. Αλλά δεν έγιναν. Η Ασφάλεια ήτανε ανίκητη τότε, είχε μάτια και αυτιά παντού. Κάποιος τους έδωσε, δεν εξηγείται αλλιώς. Στην είσοδο του Σταδίου πιάσανε τη Βέρα. Ο πατέρας σου είχε ήδη μπει –μόνο όταν είδε πως το άρμα με το Πουλί άλλαξε, τελευταία στιγμή, κάτι ψυλλιάστηκε. Βγάλανε άλλο άρμα στην παρέλαση και απάνω δεν είχε στρατιώτες. Κάτι εξόριστους από τη Γυάρο είχαν ντύσει με χλαμύδες και τους μόστραραν για παραδειγματισμό. Και η Βέρα πουθενά.
Γύρισε στο μαγαζί κομμάτια. Ήθελα να βγάλω το πιστόλι και ν’ αρχίσω να σκοτώνω, μου είπε. Αλλά δεν είχαν έρθει ούτε καν οι επίσημοι. Κάτι φουκαράδες δήμαρχοι, παρέα με το παπαδαριό, μόνο αυτοί ήταν. Είπα να σκοτώσω τίποτα παπάδες και να σκοτωθώ μετά. Αλλά δεν το’κανα. Μετά σώπασε, κατέβασε ίσαμε τρία μπουκάλια κονιάκ μόνος του, έσπασε όλο το μαγαζί και μας είπε να εξαφανιστούμε. Έκανα 2 χρόνια να τον ξαναδώ».
Ο γέρος σταμάτησε. Ήπιε λίγο νερό, άναψε τσιγάρο, ανάποδα πάλι.
«Τον είδα μετά από κάμποσα χρόνια, στη Μεταπολίτευση. Κρατιότανε μια χαρά, μόνο που δεν ήτανε ο ίδιος. Καμπούριαζε πολύ, καμιά σχέση με τον άντρα που ήξερα –Άλκη τον φωνάζανε παλιά οι γυναίκες, φτυστός ο Άλκης ο Γιαννακάς. Όταν τον είδα έμοιαζε χαλασμένος. Και κακομοίρης. Πιάσαμε κουβέντα στην πλατεία, εδώ πιο κάτω. Είχε ξαναπαντρευτεί. Τη μάνα σου. Πως αυτό ρε Κώστα; του κάνω. Λόγω του παιδιού, ήτανε έγκυος η Φρόσω, μου είπε. Έγκυος; Μάλιστα έγκυος. Από πότε; Την προηγούμενη που θα πηγαίναμε να ανατινάξουμε το Πουλί μου το είπε Γιάννη. Γι’ αυτό τελικά δε σκότωσα τους παπάδες. Γι’ αυτό άφησα τη Βέρα στα νύχια τους. Ήτανε το παιδί στη μέση. Αυτά μου είπε ο πατέρας σου κι έκλαιγε. Για τη Βέρα που την είχε πουλήσει δυο φορές, κοντά-κοντά. Και χάθηκε στη Μπουμπουλίνας, αυτοκτόνησε λέγανε, πήδηξε από ένα παράθυρο. Αλλά τον πατέρα σου δεν τον έδωσε. Μπορεί να έκλαιγε και για άλλα πράγματα. Μην κλαις ρε, άντρας είσαι δεν είναι σωστό, του είπα. Άντρας είμαι, άνθρωπος δεν είμαι Νικολάκη, έκανε ο πατέρας σου. Γιατί οι άνθρωποι έχουνε αξιοπρέπεια κι εγώ είμαι ξεφτιλισμένος. Και δώστου να κλαίει. Τέλος πάντων, όταν ηρέμησε, βγάζει από το σακάκι του κάτι διπλωμένο με πετσέτα. Κράτα το ρε Νικολάκη, μου κάνει. Κάποτε θα’ρθει ο γιος μου να το πάρει. Δώστο του και πες του να γίνει άνθρωπος, να μην ξεφτιλιστεί κι αυτός, σαν τον πατέρα του. Κι άμα δει ότι πάνε να τον ξεφτιλίζουν, αυτόν και τους άλλους γύρω του να τους γαμήσει. Αυτά είπε ο πατέρας σου.
Α, και κάτι ακόμα. Πάνω που σηκώθηκε να φύγει, τον ρώτησα, ρε Κώστα, ποιος σας κάρφωσε τότε; Με βούτηξε από το λαιμό και με σήκωσε. Αυτό να το ξεχάσεις παλιοκερατά, ακούς; Και γυάλιζαν τα μάτια του, έμοιαζε με τον παλιό Κώστα, αλλά για μια στιγμή μονάχα. Μετά ηρέμησε –μην τα σκαλίζεις ρε Νικολάκη, είπε και μου γύρισε την πλάτη. Αυτά -ούτε αντίο, κατάλαβες; Και τώρα που με βρήκες λεβέντη μου –έχω κάτι για σένα».
«Σκατά τα κάναμε πάλι»
Έφυγε ζαλισμένος. Κουρασμένος, χωρίς αυτοκίνητο. Πήρε τα στενά περπατώντας. Ο πατέρας του. Η μάνα του. Δυο ζωές. Και μία η δικιά του. Μεγάλωσε με έναν άνθρωπο που γεννήθηκε εννιά μήνες πριν από αυτόν. Μπορεί και λιγότερο. Σίγουρα λιγότερο.
Βρήκε μια παλιά αποθήκη και βολεύτηκε δίπλα στους κάδους απορριμμάτων. Είχαν τελειώσει τα τσιγάρα του, ευτυχώς το γεροντάκι τον είχε κεράσει ένα Sante άφιλτρο. Το άναψε ανάποδα, σαν κι αυτούς. «Να μην ξεφτιλιστείς». Μακριά από πολιτικές οργανώσεις στο Πανεπιστήμιο. Τον είχε πρήξει η μάνα του. Δόκιμος στο στρατό, με βύσμα. Ένας θείος του –από το σόι της μάνας. Ο πατέρας του σκυθρώπιαζε όταν τον έβλεπε με στολή, πως δεν το είχε προσέξει; Δουλειά. Όλα καλά. Και η γυναίκα του –μια χαρά. Πρήχτρα κάποιες φορές, αλλά γενικώς εντάξει. Παιδιά δεν είχαν ακόμα, ούτε και η υπόλοιπη παρέα -παιδιά δεν είχαν, καιρό είχαν, καριέρες είχαν, αυτοκίνητα είχαν (από δύο). Μια χαρά ζωή. Θα έβαζαν σιγά-σιγά μπροστά και για κανένα παιδάκι, τι να κάνεις; Πριν κλείσει τα μάτια της η κυρά Φρόσω, να δει εγγονάκι. Είχαν κι ένα οικόπεδο στη Χαλκίδα, προίκα της γυναίκας του, τον έψηνε να χτίσουν εξοχικό, 2 χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Στις εκλογές δεν ψήφιζε, αλλά με τους πολιτικούς τα είχε καλά. Δεν ξεχώριζε κιόλας. Όλα ίδια, όλοι ίδιοι, αρκεί να έκανε τη δουλειά του. Και την έκανε, πάει να πει, κονόμαγε από όλες τις πάντες. Ζωή χαρισάμενη, που λένε.
Έβγαλε τη Μπερέττα από την τσέπη του. Η πετσέτα κύλησε στο πλάι. Όμορφο όπλο. Βαρύ. Γυάλιζε. Μάλλον ο γέρος το καθάριζε περιμένοντάς τον. Την όπλισε. Είχε δίκιο. Ο επικρουστήρας κύλησε μέχρι τη θέση του μαλακά.
Μπουκώθηκε την κάνη. Είχε ακούσει πως πολλές φορές φεύγει δεξιά το όπλο και απλά σου τρυπάει το μάγουλο. Γι΄αυτό δάγκωσε δυνατά, γύρω από το σκόπευτρο. «Πρόσεξε να μην ξεφτιλιστείς». Κι άλλο ρε πατέρα; Τράβηξε την σκανδάλη. Άκουσε το χτύπημα του επικρουστήρα στην κενή θαλάμη. Μετά τίποτα.
Έβγαλε το όπλο από το στόμα του χαμογελώντας. Το πέταξε κιόλας στον διπλανό κάδο καθώς σηκωνόταν. Τινάχτηκε από τις σκόνες και ξεκίνησε να βρει το αυτοκίνητό του. Χαμογελαστός. Σίγουρος. Και κάπως σκωπτικός. «Αντε ρε πατέρα. Σκατά τα κάναμε πάλι».
Πήρε να νυχτώνει.
