Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Μη βιάζεστε -εδώ είμαι ακόμα

Σήμερα, αγαπητά μου παιδιά, θα μιλήσουμε για αρχίδια. Και για συγνώμες που ειπώθηκαν, προθέσεις που δεν ευδοκίμησαν, παρεξηγήσεις που δεν λύθηκαν, μπαλαρίνες που δεν χόρευαν. Αλλά, πάνω απ’ όλα, θα μιλήσουμε για φίλους. Φίλους –είπα και οι φίλοι είναι άνθρωποι. Ξέρεις τώρα, πως είναι οι άνθρωποι –έχουν πόδια για να κλωτσάνε, χέρια για να ξύνουν τη μύτη τους και κεφάλια για να φοράνε καπέλα. Ή για να σκέφτονται –που είναι το ακριβώς αντίθετο. Και θα μιλήσουμε με ονόματα –οι γενικολογίες και οι υπεκφυγές βλάπτουν σοβαρά την αντιληπτική ικανότητα.

Οι φίλοι μου λοιπόν … για μισό λεπτό –πάρτο αλλιώς γιατί θα βρεις στο ντουβάρι. Καλύτερα να ξεκινήσουμε από τα αρχίδια. Τι χαρακτηρίζουμε ως αρχίδι; Με την κυριολεκτική έννοια του όρου, περιγράφονται κάποια μέρη της ανδρικής ανατομίας (συνήθως δύο, ενίοτε ένα, κάποιες φορές ακόμα και τρία). Ναι, αλλά τι χαρακτηρίζουμε ως αρχίδι; Θα μιλήσω για την πάρτη μου και θα αναφερθώ στις περιπτώσεις που συνάντησα πρόσφατα.

Αρχίδια για μένα είναι όλοι αυτοί που, τις τελευταίες μέρες, έμπαιναν στο bloghood για να δημιουργήσουν καταστάσεις. Και όχι μόνο στο bloghood, αλλά σίγουρα προσπάθησαν να δημιουργήσουν πολλές καταστάσεις.

Αρχίδι είναι αυτό (τα αρχίδια δεν έχουν φύλο –γιατί δεν είναι άνθρωποι) που βούτηξε το id του Γείτονα (μπορώ πλέον να τον λέω Γείτονα –γιατί απέδειξε ότι το αξίζει) και απείλησε τη Μανταλένα. Σκέψου λίγο την κατάσταση του συγκεκριμένου αρχιδιού –καθόταν και παρακολουθούσε, έναν καυγά (διαδυκτικό) και αποφάσισε, με τη γλίτσα που κουβαλάει στο μέρος που οι άλλοι έχουν το μυαλό τους, να μπει και να το κάνει μπάχαλο. Εντάξει, το κατάφερε. Τα αρχίδια πάντα καταφέρνουν να δημιουργήσουν καταστάσεις. Γι’ αυτό τα λένε και προβοκάτορες, τραμπούκους, ρουφιάνους και άλλα πολλά.

Αρχίδι είναι ο bruce is nosebleeding γιατί παρακολουθεί τον κόσμο και βιάζεται να επωφεληθεί από τα αποφάγια των ανθρώπων. Δεν έχει δική του ζωή, απλά τρέφεται με τα απομεινάρια από τις ζωές των άλλων κι αυτό το θεωρεί επίτευγμα.

Αρχίδια είναι ο jimakos και οι λοιποί ανώνυμοι για τους ίδιους λόγους. Σκέψου λίγο την κατάσταση –υπάρχει μια παρέα που μιλάει δυνατά. Σε μια ταβέρνα, ας πούμε. Διαφωνεί, συμφωνεί, γκρινιάζει, κάνει ότι γουστάρει η παρέα και τον λογαριασμό θα τον πληρώσει στο τέλος. Ξαφνικά λοιπόν πετάγεται ένας μαλάκας, από δίπλα, που έστηνε αυτί όλη αυτή την ώρα. Και τι κάνει ο μαλάκας; Αρχίζει να βρίζει κάποιον ή κάποιους από την παρέα. Εντάξει, θα μπορούσε να πει τη γνώμη του –και η παρέα θα την άκουγε. Μπορεί και να τον έπαιζε η παρέα, σε αυτή την περίπτωση. Αλλά αυτός βρίζει. Σε θέμα που δεν τον αφορά, για λόγους που δεν διευκρινίζει. Φαντάσου τώρα πως ο συγκεκριμένος μαλάκας δεν δείχνει καν το πρόσωπό του. Βρίζει, ας πούμε, κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα. Το φαντάστηκες; Έλα και πες μου τώρα, αν υπάρχει καλύτερος ορισμός του αρχιδιού από αυτόν που περιέγραψα μόλις τώρα. Ή αλλιώς «σκέφτεστε τίποτα καλύτερο;» Εγώ όχι, πάντως.

Αρχίδι είναι ο Παρατηρητής και όλοι οι σκατιάρηδες που φτιάχνουν προβοκάτσιες, κατηγορώντας άδικα τον κόσμο. Ας πούμε, ο Παρατηρητής, άφησε ένα σχόλιο όπου έλεγε πως πίσω από το id της frosοulas κρύβεται, μάλλον, ο Γέρος του blogs.gr. Εγώ, που έχω πιεί και δυο κρασιά με τη frosoula μπορώ να διαβεβαιώσω πως αυτός ο ισχυρισμός είναι τόσο βάσιμος, όσο εάν έλεγες πως ο Πάνος Κιάμος είναι στην πραγματικότητα ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος που ξεδίνει τα βράδια. Αλλά, «ρίξε λάσπη, ρίξε λάσπη, όλο και κάτι θα μείνει» σωστά;

Και κλείνοντας το κεφάλαιο «αρχίδια» θα ήθελα να τους υπενθυμίσω κάτι: Μπορεί να έφυγα από το bloghood, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Είμαι ακόμα στην παρέα και είμαστε ακόμα παρέα. Όχι διαδικτυακή –αρχιδάκια μου –παρέα κανονική είμαστε. Πίνουμε τις μπύρες μας, μιλάμε, τηλεφωνιόμαστε, υπάρχουμε μαζί -γενικότερα. Και μια ζωή θα μας χαζεύετε απέξω και μια ζωή θα γουστάρετε και θα ξερογλείφεστε να ήσασταν μέσα. Αλλά, μια ζωή, δεν θα μπορείτε. Ξέρετε γιατί; Απλούστατο (που λέει κι ο αδερφός μου o Godot): γιατί δεν υπάρχετε –δεν έχετε ανθρώπινη υπόσταση. Πώς να συναντηθούμε μαζί σας ρε; Να πηγαίνουμε δηλαδή στην ταβέρνα και να ρίχνουμε ένα καραφάκι στο βόθρο για να το πιείτε; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα –γιατί εμείς έχουμε και κόκαλα και κρέας, ενώ εσείς, έχετε καταντήσει ένα μάτσο σκατά (είμαστε ότι τρώμε, όπως λένε και οι γραμματιζούμενοι).

Και μετά από αυτόν, τον αναγκαίο οχετό, θέλω να πω δυο κουβέντες στους φίλους μου. Όσο πιο απλά γίνεται, για να μην παραγίνεται πάλι το θέμα:

Godot, θα τα βγάλω πέρα μέχρι να γυρίσεις. Αλλά μέχρι τότε μάγκα μου –ούτε μέρα παραπάνω. Κοίτα να κάνεις κι εσύ το ίδιο, γιατί έχουν μείνει πολλά που μας περιμένουν.

Μεταφραγμένοι, ευτυχώς που υπάρχετε. Κάνετε τα πράγματα να αξίζουν τον κόπο.

Λίτσα, δεν υπάρχει λόγος να φορτώνεις. Ξέρω που στέκεσαι και ξέρεις που στέκομαι. Ο ένας δίπλα στον άλλον.

DCD, πάλι θα φτάσεις μετά τη φάση και θα ξύνεις το κεφάλι σου αμήχανα; Τι κατάρα σε κυνηγάει ρε αδερφάκι μου; Γινόταν η φάση κι εσένα σκεφτόμουν. Που θα πρέπει να διαβάζεις πάλι κατεβατά. Κουράγιο ρε –για όλους τους ανθρώπους θα ήταν δύσκολο να είναι στο ίδιο πετσί με έναν DCD.

Ευ-άγγελε, ευχαριστώ που είσαι πάντα εδώ. Χρειάζεται και μια ήρεμη φωνή, ανάμεσα στα βρισίδια.

Summertime, μου αρέσει που έχεις πάντα δίκιο –όσο ακριβώς μου αρέσει κι ότι ποτέ δεν σε ακούω.

Nada, δεν τρέχει τίποτα. Σέβομαι τις απόψεις σου αλλά διαφωνώ με αυτές. Έτσι δεν είναι οι φίλοι;

Sourfou, μηδέν παρεξήγηση. Απλά, για την ώρα, δεν μπορώ να περπατήσω δίπλα σου στην ίδια δικτυακή γειτονιά. Όχι μόνο δίπλα σου δηλαδή –και μαλακία μου που είμαι έτσι. Αλλά έτσι είμαι. Όμως δεν έχω καμιά διάθεση να στερηθώ την παρέα σου έξω από εδώ. Οι φίλοι μου εμένα, είναι πάντα φίλοι μου.

Μανταλένα, μην τρελαίνεσαι. Δεν υπήρξε δικό σου φταίξιμο σε τίποτα –έτσι το είδα από την αρχή και έτσι συνεχίζω να το βλέπω. Χαίρομαι που είσαι φίλη μου.

Γείτων, αν και διαφωνούσα με τις απόψεις σου στον καυγά –δεν μπορώ να μη σε ευχαριστήσω για την τοποθέτησή σου αμέσως μετά. Καλωσόρισες στην παρέα, έστω και καθυστερημένα.

Mario, τίποτα δεν χάνεται γιατί εμείς δεν χανόμαστε. Τίποτα δεν αλλάζει γιατί εμείς είμαστε οι ίδιοι. Μη στεναχωριέσαι –είμαστε μαζί και αντέχουμε.

Zouri, ηρέμησε. Κι, αν θέλεις να μου κάνεις μια χάρη, φέρε πίσω τον παλιό zouri. Εσύ αποφασίζεις, αλλά εμένα μου λείπει –απλά στο λέω για να το ξέρεις.

Zero, έχεις καταντήσει συνώνυμο της στήριξης στο προσωπικό μου λεξιλόγιο. Είσαι ένας από τους λόγους που με βοηθάνε να μην απελπίζομαι. Και σ’ ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό.

Atron, σκέφτεσαι ψύχραιμα κι αυτό λείπει γενικότερα. Ξέρω ότι μπορείς και ξέρω πως θα το κρατήσεις το όλο πράγμα –όσο κι αν χτυπάνε κάποιοι τον κώλο τους κάτω.

Cherry, ευχαριστώ γαιτί ήσουν κοντά όταν έπρεπε. Και όπως ακριβώς ήθελα. Κι ας είχες τα δικά σου προβλήματα –πράγμα που κάνει την συμπαράστασή σου πιο σημαντική.

Pascal, είναι χρήσιμο να ακούγεται η άποψή σου. Συνεχίζοντας να την λες –βοηθάς πολύ.

Tomboy, σ΄εσένα δεν χρειάζεται να πω τίποτα –τα ξέρεις ήδη από πρώτο χέρι –μαζί σκεφτόμαστε άλλωστε. Απλά θα ήθελα να ρωτήσω κάτι, σε σχέση με σένα –ελπίζω να μην το παρεξηγήσεις. Ρε bloghood που εκφράσατε τη διαφωνία σας με τη δική μου αποχώρηση –ειλικρινά δεν κατάλαβα κάτι: Αφού θέλετε admin που να ασχολείται μόνο με το πρακτικό-τεχνικό-εικαστικό κομμάτι της υπόθεσης και αφού διαφωνούμε σχετικά με το πώς αντιμετωπίζουμε βασικά ζητήματα –τι τρώγεστε να γυρίσω πίσω εγώ; Την Tomboy έπρεπε να ζητάτε πίσω, αυτή έχει την ικανότητα να δουλέψει με τα τεχνικά –εγώ είμαι σκράπας. Τι περίεργοι άνθρωποι που είσαστε ρε αδερφάκια μου!

Reservoir, Annania, Sigmund, sorry, Μαριρένα (κι αν ξεχνάω κανέναν ας μου συγχωρεθούν τα πρώτα συμπτώματα Αλτσχάιμερ) μην τρομάξετε όταν έρθετε και δείτε την ακαταστασία. Με ένα σκουπισματάκι θα είναι πάλι σένιο το σπίτι. Εμείς είμαστε βρε –οι ίδιοι, οι παλιοί, δεν τρέχει τίποτα. Όλα είναι υπό έλεγχο.

Αυτά είχα να πω και τα έγραψα εδώ γιατί δεν μπορώ να απαντήσω στο bloghood. Σιχάθηκε ο δικός μου να βλέπει τους σκατιάρηδες να μαλακίζονται κι έχει απενεργοποιήσει τα σχόλια για τα μη μέλη. Δεν θέλω να επανέλθω στο θέμα –αλλά θέλω να υπενθυμίσω κάτι: Οι φίλοι μου είναι φίλοι μου, ότι και να γίνεται μεταξύ μας. Ξηγηθήκαμε;

Τέλος του παραμυθιού –καλησπέρα σας.

Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2006

Ότι άφησαν πίσω τους

Της πουτάνας έγινε όταν το μάθαμε. «Γύρισε ο Ίντυ ρε μαλάκες!». Πότε, που, γιατί; Ρωτούσαμε λες και είχε σημασία. Ο Βασιλάκης ο «συν –πλην» απλά τον είχε δει να καπνίζει στο παράθυρο του πατρικού του –πριν μια ώρα. Ο Βασιλάκης έμενε απέναντι, στην πολυκατοικία. Μόλις είχε ξυπνήσει και προσπαθούσε να ξεφορτωθεί κάτι μπυρόνια από το προηγούμενο βράδυ στη λεκάνη της τουαλέτας. Ή στη λεκάνη του νιπτήρα –δε μας ξεκαθάρισε.

«Πότε τον είδες ρε μαλάκα;»

«Τώρα ρε, πριν μια ώρα, συν –πλην».

«Και τι έκανε;»

«Κάπνιζε»

«Μόνο αυτό;»

«Ε, ναι αυτό, τι άλλο;»

«Πως ήτανε;»

«Γερασμένος»

«Άντε ρε! Πολύ;»

«Καμιά δεκαετία, συν-πλην»

Σωπάσαμε, ρουφώντας τα καλαμάκια μας. Κάναμε και δυο –τρεις σκεφτικές μπουρμπουλήθρες. Συν –πλην. Ήμασταν ακόμα στο σχολείο όταν βάλανε στη φυλακή τον Ίντυ. Οπλοκατοχή, οπλοχρησία, πρόκληση σωματικών βλαβών και φθορά ξένης περιουσίας. Πέντε χρονάκια -λόγω λευκού ποινικού μητρώου, στα δύο βγήκε -λόγω καλής συμπεριφοράς. Πάντως, εμείς μια πενταετία κάναμε να τον ξαναδούμε γιατί μετά τη φυλακή, χάθηκε. Κάτι ακούστηκε για καράβια, για εξωτερικά κι έτσι –δε μάθαμε ακριβώς.

Ο Ίντυ ήτανε «και γαμώ τα παιδιά». Ο ορισμός της κατηγορίας. Στο σχολείο ήταν μεγαλύτερός μας (και μετά δηλαδή, το ίδιο ήτανε) –είχε μια παρέα από άγριους που κάνανε καφριλέματα. Αν έχεις ακούσει για τα δυναμιτάκια στο Β2 –ο Ίντυ τα έβαλε. Μόνο που το παράχεσε κι άνοιξε έναν κρατήρα στο πάτωμα –καλά που δεν χάσανε τη φιλόλογο εκεί μέσα –ήταν και κοντούλα, άγιο είχε η γυναίκα. Είκοσι μέρες αποβολή ολόκληρη η παρέα κι ένα νευρικό τικ στο αριστερό μάτι της φιλολόγου. Πέσανε πάνω τα συμβούλια γονέων, μειώθηκε η αποβολή και δεν χάσανε την τάξη τα παιδιά. Έχασε βέβαια τον ύπνο της η φιλόλογος, αλλά σε αυτή τη ζωή δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Και τυχερή ήτανε δηλαδή, γιατί την επόμενη χρονιά –στην Τρίτη Λυκείου, κλειδώσανε το Λυκειάρχη μέσα στο γραφείο του, ο Ίντυ με τους υπόλοιπους, και του κόψανε το τηλέφωνο. Εξάρθρωση ώμου έπαθε ο άνθρωπος για να βγει από εκεί μέσα –βλέπεις τα βρωμόπαιδα είχαν ξεχάσει πως μεσολαβούσαν οι χριστουγεννιάτικες διακοπές μέχρι να ξανανοίξει το σχολείο. Πάντως, από τη συγκεκριμένη φάση την έβγαλαν καθαρή –κανείς δεν έμαθε, κανείς δεν άκουσε, όλοι ήξεραν, κανείς δεν μίλαγε.

Μετά το σχολείο μπλέχτηκε στα ποδοσφαιρικά ο Ίντυ. Ήταν η εποχή που έπεφτε το ξύλο της αρκούδας από τις συμμορίες των ομάδων. Ο Ίντυ τύγχανε γαύρος (είπαμε –ο ορισμός του «και γαμώ τα παιδιά»). Έφτασε μέχρι υπαρχηγός στην 7, οι παλιοί θα τον θυμούνται σκαρφαλωμένο στο συρματόπλεγμα με τα μαλλιά να ανεμίζουν –είχε ζόρικο στυλάκι ο Ίντυ, σκέτος ινδιάνος. Αλλά το έκοψε απότομα το χουλιγκανιλίκι όταν άρχισαν να μπαίνουν οι φασίστες στα κόλπα και να ελέγχουν τις θύρες. Από κάτι κουβέντες που κυκλοφορούσαν στο γήπεδο τη μάθαμε την αιτία γιατί δεν ήταν εύκολο να μιλήσεις στον Ίντυ εκείνες τις εποχές. Μια μέρα του την έπεσαν κάτι βάζελοι οργανωμένοι –καμιά δεκαπενταριά άτομα -κάνανε θερινό το μαγαζί του Μπιλ του Χοντρού. Όταν βαρέθηκαν να τον κοπανάνε με τις αλυσίδες, σηκώθηκε, τίναξε τα ρούχα του κι έφυγε –κύριος. Δεν ήμασταν εκεί να τον βοηθήσουμε –ευτυχώς δηλαδή, γιατί αν ήμασταν, θα την κοπανάγαμε πανικόβλητοι. Δεν έπαιζες εκείνο τον καιρό με τους οργανωμένους –καθόσουν ήσυχος, να τις αρπάξεις, γιατί αλλιώς κυκλοφορούσαν και σουγιάδες.

Ο Ίντυ εξακολουθούσε να βρίσκεται με την υπόλοιπη παρέα του –άρχισαν να δουλεύουν κιόλας σε συναυλίες –περιφρούρηση για να μπαίνουν τζάμπα. Όποτε μας πετύχαινε έξω από το Σπόρτινγκ ήταν η καλύτερή μας. Μας έβαζε από τις πλαϊνές πόρτες, μέχρι και μπύρες τζάμπα κερνούσε. «Και γαμώ τα παιδιά».

Η κακιά η ώρα τον πέτυχε νύχτα σε μια disco της Ηλιούπολης. Μάθαμε ότι μπήκε φορτωμένος και μαχαίρωσε τρία άτομα. Κατέβασε μάλιστα και τον τοιχο-καθρέφτη απέναντι από την είσοδο, χρησιμοποιώντας το κεφάλι του ιδιοκτήτη αντί για σφυρί –που να βρεις σφυρί εύκαιρο τότε -κάτι λίγα που υπήρχαν, τα κράταγε το ΚΚΕ για ίδια χρήση. Η κακιά η ώρα ήρθε αμέσως μετά, γιατί, στην έξοδο περίμενε ένα περιπολικό. Είχαν πάει οι άνθρωποι να κάνουν τη μηνιαία είσπραξη και έπεσαν πάνω στη φασαρία. Περίμεναν να ηρεμήσει η κατάσταση και ρίχτηκαν στον Ίντυ με το που έσκασε μύτη από την έξοδο. Πέντε χρονάκια που έγιναν δύο και κατέληξαν πάλι πέντε –τα’παμε αυτά.

Πήγα και τον βρήκα ρε γαμώτο. Είχε ξηγηθεί πολύ σκάρτα, από τότε που βγήκε –μας έγραψε στον πούτσο του. Εντάξει ρε άνθρωπε, δεν θέλεις να περάσεις από τη γειτονιά –το καταλαβαίνω. Αλλά πάρε ένα τηλέφωνο, ρίξε ένα σύρμα. Δηλαδή μαλάκες ήμασταν που σου φέρναμε τσιγάρα στη μπουζού; Μαλάκες μας έκανες –εμένα δηλαδή. Νάρθω ρε στο επισκεπτήριο κι εσύ να έχεις αποφυλακιστεί; Γελάγανε οι σκατόμπατσοι –σα γκόμενα ένιωσα. Τέλος πάντων –το κατάπια, αγάπα το φίλο σου με την ανωμαλία του. Μετά όμως; Εξαφανιζόλ. Στημένοι πάνω από τα τηλέφωνα περιμέναμε και τα τηλέφωνα γελάγανε με τα χάλια μας. Και τώρα, τόσα χρόνια μετά ρε ξεφτιλισμένε –αν δε γινότανε σούσουρο στου Χοντρού δεν θα έπαιρνα πρέφα ότι γύρισες. Γιατί ρε πούστη; Έχεις κάτι μαζί μας;

Έμεινε να με κοιτάζει σαν ούφο. Τόσα χρόνια κι ούτε χαμογέλασε ο άτιμος. Καλά που καταδέχτηκε να μου πετάξει ένα μπυροκούτι –σκέτο κάτουρο. Έπαιζε και μια κηδεία στο στερεοφωνικό, βάλε τίποτα Purple ρε άνθρωπε, του λέω, βάλε κανέναν Ozzy να γίνουμε -όπως παλιά. Γέλαγε. Ξεκαβάλησε το πρεβάζι του παράθυρου και μ’ έπιασε από τους ώμους.

«Άκου να δεις τι λέει το τραγούδι», μου ξηγιέται. « Ο Βορράς βρισκόταν κάπου εκεί,/ πριν από χρόνια και ήταν κρύος: /ο πάγος κλείδωνε τις καρδιές των ανθρώπων και τους γερνούσε . /Ο Νότος γεννήθηκε μέσα από καλόβολα χωράφια, αλλά ήταν άνυδρα … /Περπατούσα μέχρι εκεί που βάθαινε το νερό κι έπαιζα με το μυαλό μου.»

Τον έσπρωξα πέρα -τι έπαθες ρε; Πούστεψες; Τι μαλακίες είναι αυτές; Ποιος βοράς και νότος; Γεωγραφία θα κάνουμε;

Μου γύρισε την πλάτη και μ’ έγραψε στ’ αρχίδια του. Συγνώμη ρε φίλε, φόρτωσα που είχα τόσον καιρό να σε δω και φέρεσαι κάπως. Να κι αν του το ‘πα, να κι αν δεν του το ‘πα! Καμία επαφή. Ήτανε στο βορά και στο νότο και μάζευε καλαμπόκια –ξέρω ‘γω. Έπαιζε και με το μυαλό του –ανάθεμα κι αν καταλάβαινα τι ακριβώς σήμαινε αυτό. Καταλάβαινα δηλαδή, αλλά έκανα τον άσχετο. Μετά από κανένα τέταρτο έφυγα όπως είχα έρθει. Μαλάκας.

Γύριζε στη γειτονιά ο Ίντυ και η γειτονιά γύρω από τον Ίντυ. Οι χοντρές νοικοκυρές έκαναν κρυφά το σταυρό τους όταν τον πετύχαιναν στο super market. Πρώην φυλακισμένος βλέπεις –χειρότερα κι από λεπρός! Φοβόντουσαν μην τις ακουμπήσει ο ίσκιος του και πάθουν τίποτα. Αλλά ο Ίντυ δεν έδειχνε να νοιάζεται. Φαινόταν πως ήθελε την ησυχία του. Αγόραζε ότι χρειαζόταν και την έπεφτε στον κήπο του πατρικού, που είχε ησυχία. Βλέπεις, ο πατέρας του είχε πεθάνει χρόνια πριν –δούλευε τεχνικός στον ΟΤΕ και έπεσε από μια κολώνα. Με τα φτυάρια τον μαζεύανε για να τον θάψουν –ο Ίντυ πήγαινε δημοτικό τότε. Η μάνα του δούλευε φασόν μέχρι που πέθανε –τη χτύπησε εγκεφαλικό, κάτι μήνες πριν μπει ο Ίντυ φυλακή. Ευτυχώς δηλαδή, εδώ που τα λέμε, που δεν ζούσε να δει τον κανακάρη της με χειροπέδες στην Ευελπίδων. Από το παράθυρο του Βασιλάκη τον κατασκοπεύαμε να βγάζει τον κόκκινο Μπόλντορα στην αυλή και να τον λύνει. Γέμιζε το τσιμέντο με καρμπυρατέρ, ψύκτρες, καβλιτζέκια, παπαράκια και μετά τα έπλενε στη βενζίνη. Εκεί διακόπταμε την παρακολούθηση το μεσημέρι –στο ίδιο σημείο την ξαναπιάναμε το επόμενο πρωί. Ο Ίντυ θα ξανάβγαζε στο δρόμο τον Μπόλντορα –αυτό ήτανε το θέμα. Δεν είχαμε ξεχάσει τις κόντρες στη Βούτα, πιτσιρικάδες εμείς, με τη μύξα να μας κρέμεται πάνω από τη γέφυρα, παρέα με τα σάλια που έτρεχαν πιο γρήγορα από τις μηχανές των ινδιάνων, από κάτω. Δεν χρειάζεται να πω ότι ο Ίντυ δεν είχε χάσει κόντρα. Βέβαια, ήταν καινούργιος τότε ο Μπόλντορας –του είχε βγάλει το σιλανσιέ ο Ίντυ, μετά την πέταξε την εξάτμιση την εργοστασιακή και έβαλε μια Devil, κάποιοι λέγανε πως είχε βάλει χέρι στα ζιγκλέρ –το γεγονός ήταν πως ο Ίντυ βασίλευε στα Νοτιοδυτικά.

Την πρώτη έξοδο του Μπόλντορα τη χάσαμε. Αλλά εκείνο το απόγευμα που λιώναμε στους πάγκους του Χοντρού, το τρίξιμο της τζαμαρίας δεν σήκωνε αμφιβολίες. Ο Μπόλντορας έριχνε ήδη 1100 κυβικά σκιάς πάνω στα σκεβρωμένα εντουράκια μας κι ο Ίντυ πνιγόταν στην αγκαλιά του Μπιλ του Χοντρού.

Πάθαμε απανωτές εξαρθρώσεις αυχένα, μήπως κι ακούσουμε τι λέγανε. Είχαν αράξει μέσα από τη μπάρα, σοβαροί σαν τη Μεγάλη Παρασκευή και συγκεντρωμένοι στα ποτήρια τους. Δεν άντεξα, έπρεπε να μάθω –κατέβασα λοιπόν τη μπύρα μου σφηνάκι και πήγα το άδειο ποτήρι στον Μπιλ. Σιγά μην ασχολιόταν ο Χοντρός, έμεινα μετέωρος με το άδειο ποτήρι στο χέρι και μια πηχτή βλακεία στο μάτι. Χαμογελούσα κιόλας ο ηλίθιος (τώρα και σε συσκευασία έκο πακ, φιλική προς το περιβάλλον). Ο Ίντυ με λυπήθηκε.

«Τι γίνεται ρε πιτσιρίκο; Ακόμα παλεύετε για χάρη της;»

Δεν κατάλαβα σε ποια αναφερόταν. Μπορεί να εννοούσε τη Θρυλάρα, μπορεί και τη Μελίνα που ήταν η γκόμενα του σχολείου πριν από κάτι χρόνια.

«Μπα, πάνε αυτά. Γενικώς», προτίμησα να το παίξω διφορούμενος.

Έπεσε μια μουγκαμάρα, συμπαθητική σαν κατσαρίδα.

«Φέρε το βρωμοπότηρό σου να το γεμίσω», έσπασε τον πάγο ο Μπιλ και τον παρακολουθούσαμε να κατεβάζει την κάνουλα μουρμουρίζοντας.

«Τι άλλα;» είπα να αρπάξω καμιά κουβέντα από τον Ίντυ.

«Όπως τα ξέρεις πιτσιρίκο. Ο κόσμος γυρίζει κι εμείς μυρίζουμε», γέλασε ο Ίντυ.

Πήρα το ποτήρι με τον αφρό μου και γύρισα στον πάγκο με τους υπόλοιπους. Δεν είχα βγάλει άκρη με τον Ίντυ, άσε που ο αφρός ξεχείλιζε και κόλλαγε στις παλάμες μου. Μηδέν από μηδέν μας κάνει μηδέν. Χωρίς συν-πλην.

Τον πήρε τηλέφωνο ο Λέμυ. Που ‘σαι ρε Ίντυ, καλώς το παιδί –σα να μην έτρεχε τίποτα. Με τα πολλά, κανόνισαν να μαζευτούμε όλη η παρέα στην καντίνα της παραλιακής. Πήγαμε από το απόγευμα –στήσαμε τις μηχανές παράταξη και περιμέναμε. Κάτι πιτσιρίκια έκαναν κόντρες, μετά πλάκωσαν οι Γκολφάκηδες παρέα με τους Τζι-Τι-Άι και μαλακίστηκε το θέμα. Κανα δυο από μας τρωγόμασταν να τους κάνουμε τα μούτρα κρέας. Αλλά ο Λέμι μας κράταγε. Για τον Ίντυ είμαστε εδώ ρε στόκοι –τι θέλετε; Να έρθει και να σας ψάχνω στην Τρύπα του Καραμανλή; Τρωγόμασταν το λοιπόν αλλά περιμέναμε. Βράδιασε μέχρι να φανεί ο δικός σου. Μπήκε στη στροφή με τα χίλια –ένας Φίατ Τούρμπος τον κυνηγούσε, 10 μέτρα πίσω. Όταν είδε τις μηχανές φρέναρε και βγήκε από το δρόμο, αφήνοντας τον Τούρμπο να πλακώνεται μόνος του.

Οι απαραίτητες αγκαλιές αρχίσανε πριν βγάλει το κράνος. Ακολούθησαν τα βαρετά. Τι γίνεται, τι γινόσαστε, τι κάνετε τώρα, πως πάει –μαλακίες. Ο Ίντυ ρώταγε και οι άλλοι μπαίνανε στο τριπάκι. Σε μισή ώρα είχε μάθει όλη μας τη ζωή. Εμείς πάλι –δεν ξέραμε την τύφλα μας. Μέχρι που δεν άντεξε ο Λέμυ. Αρκετά με τα δικά μας –εσύ τι έγινες ρε μεγάλε; Που ήσουνα τόσα χρόνια; Ο Ίντυ γέλασε. Έχουμε ώρα γι’ αυτά, είπε και πήγε για άλλον ένα γύρο μπύρες. Μου ήρθε να του αστράψω μια ξεγυρισμένη του κερατά –αλλά κρατήθηκα. Έπεσε μια μούγκα, είπαμε να τη σπάσουμε πηγαίνοντας μέχρι Σούνιο, έτσι για να γρασσαριστεί και λίγο το Μπολντόρι του Ίντυ. Στη διαδρομή μας έριξε στ’ αυτιά –όπως παλιά. Δεν ήτανε η μηχανή, ήταν αυτός που οδηγούσε «ζω-πεθαίνω».

Είχε νυχτώσει για τα καλά μέχρι να φτάσουμε στα βράχια. Χυθήκαμε όλοι οι μαλάκες δίπλα στο κυματάκι και άρχισαν να γυροφέρνουν τα τρίφυλλα. Κόλλησα με μια γκομενο-κουβέντα, όταν ξύπνησα είδα πως Ίντυ και Λέμυ την είχαν πέσει σε μια ξέρα και ρομαντζάρανε. Σηκώθηκα και πήγα κοντά τους. Ο Λέμυ έκανε κουμάντο στην παρέα από τότε που είχε εξαφανιστεί ο Ίντυ, αλλά κι εγώ ήμουνα ο κολλητός του Ίντυ. Δεν μπορούσαν να με έχουν στην απέξω –γαμώ το στανιό μου! Πλησίασα λοιπόν και τους άκουσα. Δηλαδή τον Ίντυ άκουγα.

«Τα ξέρω ρε φίλε», του έλεγε. «Μη μου τα θυμίζεις, δεν ξέχασα τίποτα. Υπάρχει ένα τραγούδι –το χρησιμοποιώ για να ξαναφέρνω στο μυαλό μου εκείνα τα χρόνια. Θέλεις να σου πω; Η Ανατολή ήταν η αυγή, που ζωντάνευε από τον χρυσό ήλιο: /Οι άνεμοι έρχονταν ήρεμα, πολλά κεφάλια γίνονταν ένα /το καλοκαίρι, νομίζαμε πως οι άνθρωποι του Αυγούστου κορόιδευαν- /είχαμε ησυχάσει και το χαιρόμασταν. Το έχεις ακούσει έτσι; Εντάξει ρε μαλάκα, δεν είναι Motorhead, αλλά ξεκόλλα. Έτσι ήταν όσο άξιζε τον κόπο». Τότε με είδαν και οι δυο μαζί. Σταμάτησαν. Κοίταγα σαν χάνος. Τι λέτε εσείς εδώ; Τα ίδια. Αρχίδια. Λες και τους είχα τσακώσει να πηδιούνται κρυφά. Θα ξεμονάχιαζα τον Λέμυ αργότερα.

Γυρίσαμε όλοι πίσω. Αλλά ο Ίντυ δεν ήρθε μαζί μας –είχε μια δουλειά, λέει, στο Πόρτο Ράφτη. Μαλακίες –δε γούσταρε άλλο, φαινότανε το πράμα. Έμεινα τελευταίος, ξημερώματα, μαζί με τον Λέμυ. Τι έγινε ρε κολλητέ; του λέω. Έμαθες τίποτα;

«Λίγα πράγματα», μου λέει ο Λέμυ. «Μετά τη φυλακή βρήκε κάτι φράγκα αδέσποτα και την έκανε για έξω. Λονδίνο, Άμστερναμ και Βερολίνο –έτσι δεν πάει το τραγουδάκι; Και τώρα γύρισε πίσω. Γιατί γύρισε –δεν κατάλαβα. Τι σκέφτεται να κάνει –δεν είπε. Αλλά το μυαλό του έχει γίνει σκατά. Ποιος ξέρει τι χημείες έφαγε εκεί έξω. Του είπα αν γουστάρει να δουλέψει μαζί μας –ξέρεις τώρα. Ούτε ναι, ούτε όχι –με κοίταγε σα χάχας.»

Και δεν έμαθες γιατί την έπεσε στη disco; Ο Λέμυ κούνησε το κεφάλι και έξυσε τα γένια. Δεν έμαθε. Μου είπε ότι μίλησαν για τον παλιό, καλό καιρό - το θυμήθηκα. Τι είναι αυτό το γαμωτράγουδο που του έχει κολλήσει ρε; Ο Λέμυ γέλαγε. «Κουλτούρα μάγκα μου, μην την ψάχνεις». Αυτά έγιναν εκείνο το βράδυ.

Ο Ίντυ είχε μια ζωή μπλεξίματα με τους μπάτσους. Σε κάθε στραβή που γινόταν, τον τράβαγαν στο Τμήμα από τους πρώτους. Αυτά παλιά –τώρα που είχε κάνει και φυλακή τον τσίμπησαν χωρίς να τρέχει τίποτα. Για προληπτικούς λόγους, που λένε και στις ειδήσεις. Είδε ο Βασιλάκης το περιπολικό έξω από το σπίτι του και τους είδε να τον παίρνουν. Χωρίς χειροπέδες –άρα δεν τον κατηγορούσαν για κάτι. Άναψαν τα τηλέφωνα εκείνη τη μέρα, κινητοποιηθήκαμε, που λένε και οι κομματικοί. Τρέξαμε, ψάξαμε, ρωτήσαμε –στο τέλος βρέθηκαν δυο από μας στο καφενείο απέναντι από τη μπατσαρία και έπιναν μπύρες περιμένοντας.

Βγήκε, υπολογίζαμε, τρεις με τέσσερεις ώρες τον κράτησαν. Σκοτώθηκαν οι δικοί μας να τον προλάβουν μόλις έστριψε την πρώτη γωνία. Τον διπλάρωσαν με τα δίχρονα και προσφέρθηκαν να τον γυρίσουν σπίτι.

«Όχι ρε σεις, εντάξει. Θα περπατήσω λίγο να ξεβρωμίσουν τα ρούχα μου από τη μπατσίλα», τους καθησύχασε και συνέχισε τον δρόμο του.

Από την επιτόπια, ενδελεχή, σχεδόν εξ’ επαφής, εξέταση –δεν αναφέρθηκαν τραυματισμοί ή ενδείξεις βάναυσης μεταχείρισης του υπόπτου. Δεν τον είχαν ξυλοφορτώσει τα μπασκίνια δηλαδή -οι δικοί μας ήταν κάργα καθησυχαστικοί. Λάθος τους. Όταν ανοίγεις παρτίδες με τους μπάτσους ποτέ δεν βγαίνεις αλώβητος.

«Τι σε θέλανε οι μπάτσοι ρε;»

«Τίποτα ιδιαίτερο. Για κανένα χαφιεδιλίκι, τίποτα κόκες, παραλαβή και διακίνηση. Τα γνωστά, μην αγχώνεσαι»

«Πως το έπαιξες;»

«Παρθεναγωγείο –πως αλλιώς; Δεν καταλαβαίνω, μι τούριστ και τέτοια.»

«Πέσανε τίποτα ψιλές;»

«Όχι μωρέ. Μεγαλώσαμε πια –άλλαξαν τα κόζια»

«Δηλαδή;»

«Τώρα δουλεύουν με εκβιασμούς και τα σχετικά. Μου είπαν να συνεργαστώ γιατί αλλιώς θα τυλίξουν σε μια κόλλα χαρτί τη Σόνια και θα τα πληρώσει αυτή για όλους μας»

«Κι εσύ τι είπες;»

«Τι να πω; Ποια Σόνια;»

«Σωστά –ποια Σόνια».

«Ξέρεις εσύ καμιά Σόνια;»

«Όχι»

«Ούτε κι εγώ. Άρα;»

«Άρα το γκολ είναι άκυρο. 10 μέτρα οφσάιντ ήτανε ο αντίπαλος επιθετικός»

«Έτσι ακριβώς»

«Κάνεις τίποτα το βράδυ;»

«Έχω κάτι δουλειές»

«Μάλιστα. Καλά. Ρε είσαι σίγουρος πως ήταν μόνο αυτά;»

«Ναι ρε –άντε γεια».

Εγώ δεν ήμουνα σίγουρος.

Ο Ίντυ τα είχε με τη Σόνια. Παλιά. Η σχέση τους ξεκίνησε τη λίθινη εποχή του Γυμνασίου και τσιμεντώθηκε την εποχή του Χαλκού (και άλλων παρεμφερών σιδερικών). Μασίφ σχέση, χωρίς διακοπές και καυγαδάκια. Και η Σόνια –μασίφ γκόμενα. Γκομενάρα για την ακρίβεια. Αν ήταν ψήφοι οι μαλακίες που είχαν χαραμιστεί για πάρτη της θα έπαιρνε τη δημαρχία από την πρώτη Κυριακή. Πανελλαδικής εμβέλειας –σα να λέμε. Αλλά, μέχρι εκεί. Κανένας δεν τολμούσε να κοιτάξει τη Σόνια στα μάτια. Ήταν η κοπέλα του Ίντυ. Καλημέρα της λέγαμε και το κεφάλι κάτω. Όχι ότι ήταν άσχημα να την κοιτάζουμε από κάτω προς τα πάνω δηλαδή –απλά έπρεπε να έχεις το νου σου μην περνάει από δίπλα η παρέα του Ίντυ γιατί την έτρωγες σβουριχτή και μπέρδευες μπούτι με τακούνι. Τέλος πάντων, όταν βάλανε μέσα τον Ίντυ, ξέπεσε και η Σόνια. Κάτι ακούστηκε πως έκανε βίζιτες, την είχαμε πετύχει, μερικές φορές, σε στέκια περίεργα να μιλάει με βαποράκια της συμφοράς –μόνο του έβγαινε το συμπέρασμα.

Πήγα να βρω τη Σόνια, μετά που μιλήσαμε με τον Ίντυ. Ήξερα ότι αυτό ήθελε να κάνω. Έπρεπε να την μαζέψω γιατί οι μπάτσοι θα το κάνανε στ΄ αλήθεια. Ήθελαν μάλλον να μαγκώσουν εμάς κι αν δεν βγάλανε τίποτα από τον Ίντυ θα πίεζαν τη Σόνια. Έτσι τα ρίχνανε τα ζάρια τους αυτοί κι ότι κάτσει.

Τη βρήκα να βάφεται. Το πρώτο που ήθελα ήτανε να την πλακώσω στα χαστούκια –βιζιτού η γκόμενα του Ίντυ γαμώ τον Αντίχριστό μου; Δεν ξαφνιάστηκε που με είδε. Ήρθε ο Ίντυ, της λέω. «Το ξέρω και τι θες να κάνω;» μου απαντάει. Να της αστράψεις μία, να ισιώσει -πήξαμε στους εξυπνάκηδες! Αυτό σκεφτόμουν. Έκανα όμως τον Εγγλέζο. Της αράδιασα όλη τη φάση με τους μπάτσους, της είπα να κρυφτεί ή να την κρύψουμε γιατί έρχονταν ζόρια. Στα τέτοια της η Σόνια. «Άσε ρε», μου λέει «τι να μου κάνουν εμένα οι μπάτσοι; Για κότα με πέρασες; Δεν έχω ανάγκη κι ευχαριστώ κιόλας που έκανες τον κόπο». Της είπα ότι με είχε στείλει ο Ίντυ. Κάπως έτσι. «Μπα; Νοιάστηκε; Αυτά κι αν είναι νέα!» τράβηξε ένα χαζόγελο η Σόνια. Φόρτωσα. Γιατί μωρή πουτάνα; Εσύ πήγες καμιά φορά να τον δεις όσο ήταν μέσα; Εκείνος έπηζε κι εσύ πηδιόσουνα για φράγκα! Μη σε πλακώσω επιτόπου που έχεις καταντήσει πρεζάκι τελειωμένο! Έχεις δει τα μούτρα σου; Πήρες χαμπάρι την κατάντια σου;

Κοκκίνισε η Σόνια. «Αν πήγε και μπλέχτηκε δεν του φταίει κανένας. Η μαλακία που κουβαλάει στο κεφάλι του –κατάλαβες; Και το τι κάναμε μεταξύ μας είναι δικιά μας δουλειά. Ήρθε ο μαλάκας να μου κάνει παρατήρηση που δεν πήγαινα στη φυλακή να δω τον Ίντυ! Σώπα ρε άθρωπα! Κι αν κάνω βίζιτες –δικιά μου δουλειά, ξηγημένοι; Χωροφύλακα στο μουνί μου θα σε βάλω; Που θα μου μιλήσεις και για πρέζα –ξεφτιλισμένε! Εσείς τι πουλάτε ρε; Στραγάλια; Μαθήματα ηθικής από τους μπράβους –ρε που καταντήσαμε! Τι σε τρώει ρε μαλάκα; Που δεν παίρνετε μερίδιο από τις βίζιτες; Για πες μας να ξέρουμε».

Έφυγα σφαίρα για την πόρτα –λίγο ακόμα και θα την ξεκοίλιαζα. Άνοιξα κι έπεσα πάνω σε κάποιο γλυμμένο κεφάλι, με προχωρημένη φαλάκρα. Είχε μείνει κάγκελο, με το δάχτυλο δίπλα στο κουδούνι. Του είπα κάτι πράγματα που ήθελα να κάνω στη μάνα του και τον ξάπλωσα φαρδύ-πλατύ, δίπλα στο χαλάκι. Δυο μπουνιές υπόθεση ήταν ο καργιόλης! Έφυγα ξαλαφρωμένος. Στο δρόμο κατάλαβα πως είχα δει τη θήκη ενός όπλου μέσα από το σακάκι του. Φρέναρα στον αέρα. Τι να κάνω; Η πρώτη μου σκέψη ήταν να το πω στον Λένυ. Αλλά ήξερα πως αυτός που δικαιούταν να το μάθει πρώτος, ήταν ο Ίντυ.

Πήγα σπίτι του. Σιγά μην έλειπε! Του τα είπα όπως ακριβώς έγιναν. Η Σόνια έχει νταραβέρια με μπάτσους. Με κοίταγε και δεν μίλαγε. Πες κάτι γαμώ τη ζωή μου! Γέλασε. «Ευχαριστώ ρε φίλε, θα τα πούμε σύντομα». Με πήγε μέχρι την πόρτα. Αυτό ήταν όλο. Αλλά δεν είμαι κανένας βλάκας. Βγήκα έξω, πήρα τη μηχανή και έκανα τον κύκλο του τετραγώνου. Σε δυο λεπτά είχα πηδήξει τη μάντρα και βρισκόμουν κάτω από το παράθυρό του. Αθόρυβος σαν το μπαμπάκι.

Μίλαγε στο τηλέφωνο. Έστησα αυτί. Ήμουνα σίγουρος πως θα την πάρει. Έλεγε: «…ξέρω τι θα πεις, δεν είναι ώρα …Εντάξει ναι, αλλά εσύ;…Όχι, δεν είναι αυτό, λάθος κάνεις … Γιατί θέλεις να το ακούσεις; …Δεν αλλάζει τίποτα …Μαζοχιστικό μου φαίνεται …Αφού το ζητάς … Περπατούσαμε μαζί, μερικές φορές πιασμένοι από το χέρι/ ανάμεσα στις λεπτές γραμμές που χώριζαν τη θάλασσα από την άμμο/ χαμογελώντας ειρηνικά, /αρχίσαμε να σκεφτόμαστε οτι θα μπορούσαμε να είμαστε ελεύθεροι /και ξεκινήσαμε μαζί για τη Δύση… Και τι κατάλαβες τώρα;… Ότι νομίζεις, δεν πρόκειται να στήσω καυγά …Όχι, δεν το ακούω τώρα –έτσι σου φάνηκε… Να περνάς καλά». Το ακουστικό ακούμπησε με θόρυβο πάνω στη συσκευή. «Και να προσέχεις», είπε μόνος του. Εκείνο το κωλοτράγουδο έπαιζε από πίσω.

Βρήκαν τη Σόνια από τη μυρωδιά. Κάποιοι γείτονες παραπονέθηκαν καθυστερημένα –δεν έμενε και σε πολύ κυριλέ περιοχή. Έσπασαν την πόρτα και την βρήκαν φουσκωμένη, με τη σύριγγα στο πλάι. Υπερβολική δόση. Έτσι είπαν. Στις παρέες κυκλοφόρησαν διάφορα. Μάθαμε πως χαφιέδιζε στους μπάτσους –η πηγή ήταν σίγουρη. Είχε δώσει κάτι πάνκηδες που δεν ήταν πολύ μπασμένοι στα κόλπα. Τους μάγκωσαν με τις τσέπες γεμάτες σταφ, οι μπάτσοι ήξεραν τα πάντα για όλους τους. Από μικροκλοπές μέχρι μολότωφ σε περιπολικά. Τους έφαγε η μαρμάγκα πριν προλάβουν να πουν ΣιντΒίσιους οι κακόμοιροι. Σίγουρα θα είχε δώσει κι άλλους –ποιος ξέρει; Έλεγαν πως την έφαγαν οι ίδιοι οι μπάτσοι και ακουγόταν λογικό. Δεν είχε σκάσει κανένα φορτίο με καθαρή στην πλατεία, εκείνη την περίοδο –δεν ήταν νορμάλ να πάει πρεζάκι από υπερβολική δόση. Τέλος πάντων –υποθέσεις κυκλοφορούσαν σε βαθμό μποτιλιαρίσματος εκείνη τη μέρα στου Χοντρού. Αλλά κόπηκαν μαχαίρι όταν εμφανίστηκε ο Ίντυ.

Δεν έβλεπε τίποτα. Πήγε κατευθείαν στη μπάρα και σωριάστηκε στους αγκώνες του. Ο Μπιλ βιάστηκε να του γεμίσει ποτήρι. Τους κοιτάζαμε από το πλάι. Δεν θέλαμε να σκοντάψουμε πάνω στα μάτια του –κατάλαβες; Μέναμε κολλημένοι και παρακολουθούσαμε την ταχύτατη εξαϋλωση του αλκοόλ. Στα 30 γεμίσματα σταματήσαμε το μέτρημα. Περιορίσαμε και το κάπνισμα γιατί η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει σπίθες.

Σε κάποια φάση οι αγκώνες του Ίντυ δεν μπορούσαν άλλο να βοηθάνε το κεφάλι του. Τον ακούσαμε να κουτουλάει στη μπάρα, αλλά μετά από αυτό συνήλθε. Σηκώθηκε και έφυγε από το γεμάτο κόσμο έρημο μαγαζί του Χοντρού. Περιμέναμε να τρίξουν τα τζάμια από τον Μπόλντορα –μάταια. Δεν έφευγε. Κι εγώ κατάλαβα πως είχε κολλήσει κάπου απέξω. Μάζεψα ότι κουράγιο κυκλοφορούσε στην ομήγυρη και βγήκα να τον ψάξω.

Τον βρήκα καθισμένο έξω από μια πολυκατοικία. Χυμένο στα σκαλιά, για να είμαστε και πιο ακριβείς. Άραξα δίπλα του. Με είδε αλλά δεν έδωσε σημασία. Καπνίζαμε σιωπηλοί, μετρώντας τα αυτοκίνητα που έπεφταν στην απέναντι λακκούβα. Εγώ δηλαδή. Ήταν μια λακκούβα άσχετη, που είχε ξεμείνει πάνω από δυο αιώνες και ο Δήμος τη διατηρούσε για τουριστική ατραξιόν. «Η συνοικία μας θα σας μείνει αξέχαστη. Σ’ εσάς και τα σασμάν σας». Κάπως έτσι. Δεν είχε σημασία. Άρχισε να μιλάει –λες και είχαμε παρατήσει κουβέντα στη μέση.

«Στο Λονδίνο, που λες, έχουν μια λιμνούλα με πάπιες. Κάτι κιτρινιάρικα πουλιά που ξέχασαν να ψοφήσουν, μη σκεφτείς τίποτα γραφικό. Το θέμα είναι πως, από δίπλα μαζεύονται κάτι ζόρικοι τυπάδες, ψαγμένοι. Στην αρχή τάιζα τις πάπιες και αυτό ήταν όλο. Μετά όμως αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Ήταν κι ένας περίεργος, αυτός μιλούσε κι εγώ μπλόκαρα. Δεν έβγαζα άκρη –κατάλαβες; Αλλά ήξερε το τραγούδι. Το έλεγε πάντα, ένα στίχο τη φορά, δυο τρεις μαζεμένους αν είχε κέφι. Μερικές φορές το έλεγε ανακατεμένο. Ότι νόημα ήθελε έδινε στο τραγούδι. Πριν φύγω μου είπε ένα ολόκληρο κουπλέ. Με είχε συμπαθήσει και γούσταρε να μου δείξει τον δρόμο –έτσι είπε. Ξέρεις ποιο κομμάτι του τραγουδιού μου είπε; Αυτό που λέει: Η Δύση είναι εκεί που όλες οι μέρες τελειώνουν κάποια μέρα, /εκεί που το γκρι γίνεται χρυσό /και μπορείς να περνάς την ώρα σου με φίλους. /Και νιφάδες από φως περνάνε μέσα από τα χρυσά σύννεφα. /Η Δύση είναι ο Μάικ και η Σούζι. /Η Δύση είναι ότι αγαπάω». Δε μίλησε περισσότερο. Βασικά, κάτι θυμήθηκε γιατί τους τελευταίους στίχους τους είπε καθώς σηκωνόταν.

Έμεινα με έναν αποχαιρετισμό παραμάσχαλα –τον παρακολουθούσα καθώς χανόταν μέσα στο γαλάζιο σύννεφο του Μπόλντορα. Δεν έμοιαζε μεθυσμένος, τουλάχιστον όχι περισσότερο από μένα. Δίπλωσα προσεκτικά τον αποχαιρετισμό μου και τον έβαλα στον κώλο μου –για να μην πιάνει χώρο στο μηχανάκι. Μετά έφυγα, αφήνοντας λαδίλα σε σταγονίδια.

Χάθηκε πάλι ο άτιμος! Μπλέξαμε κι εμείς με τις δουλειές, αλλά δεν ήταν αυτό. Πήγαμε να του πούμε μια κουβέντα όταν βρήκαν τη Σόνια, χτυπήσαμε την πόρτα, μέσα ήταν τον ακούγαμε αλλά δεν άνοιγε. Νευρίασε ο Λέμυ, πήγε στο παράθυρο, «άνοιξε ρε αρχίδι», του φώναξε. Εντάξει, άνοιξε το παράθυρο. Από μέσα ακουγόταν η πεθαμενατζίδικη μουσική. Βγήκε ο μισός έξω από το περβάζι και έπιασε το Λέμυ από τους ώμους. «Πάρτους και φύγετε –η νύχτα είναι κακιά απόψε». Κλάσαμε μαλλί! Δεν ήταν ο Ίντυ αυτός –φίδια έβγαιναν από το στόμα του. Ο Λέμυ μαζεύτηκε. Κάτι πήγε να πει, αλλά το παράθυρο είχε κλείσει.

Αργότερα, στον δρόμο φάνηκε ότι ήταν παρμένος. Τα ‘χωνε στη Ντουντούκα του κι έξυνε καθρέφτες αυτοκινήτων στην ψύχρα. Κάποιος μάλιστα πήγε να του την πει στο φανάρι –ο Λέμυ του έμπασε την πλαϊνή πόρτα 10 πόντους –κόντεψε ν’ αφήσει το τακούνι της μπότας εκεί πέρα. Κι αν δεν γκάζωνε να φύγει με κόκκινο ο άλλος, ακόμα ξύλο θα ‘τρωγε. Ανησύχησα. Γι’ αυτό όταν χωρίσαμε από τους άλλους τον ακολούθησα. Όσο μπορούσα δηλαδή, νέφτι στον κώλο είχε ο Λέμυ και πήγαινε μαλλιοκούβαρος. Κάποτε αποφάσισε να φτάσει σπίτι του. Μπήκε –μπήκα. Τι έπαθες ρε μαλάκα; του κάνω.

«Να μου ξηγηθεί έτσι ο μπινές! Εμένα ρε έκλεισε το παράθυρο στα μούτρα; Τι είμαι εγώ ρε; Κανένα αρχιδάκι χτεσινός; Άντε, γιατί πολύ τον έφαγα στη μάπα τόσα χρόνια», έτρεμε ο Λέμυ από τα νεύρα.

«Τι εννοείς ρε; Πότε τον έφαγες στη μάπα;»

Κουμπώθηκε. Άναψε κι ένα τσιγάρο, αλλά εμένα με ζώνανε οι διαόλοι.

«Μίλα ρε», του κάνω.

«Τίποτα μωρέ μαλάκα. Που μας το έπαιζε αρχηγός εννοώ. Κι ο Ίντυ έτσι, ο Ίντυ αλλιώς, χεστήκαμε με τον Ίντυ. Από τ’ αρχίδια τον έσερνε η καργιόλα»

Χύμηξα να τον φάω.

«Τι ξέρεις ρε πούστη; Μίλα γιατί σε σκοτώνω επιτόπου», είχα ήδη το δεξί κατεβασμένο –ακούμπαγα το φερμουάρ να πιάσω τον σουγιά. Αλλά με πέταξε πίσω κι ετοιμάστηκε. Ξανανέβασα το φερμουάρ –δεν έλεγε να σκοτωθούμε πριν μάθω. Έφυγα χωρίς να του γυρίσω πλάτη.

Την άλλη μέρα πήγα και βρήκα τη μάνα της Σόνιας. Ήτανε καλή γυναίκα, ήσυχη. Μέσα στα μαύρα τη βρήκα –ευτυχώς ξεμπερδέψαμε γρήγορα με τις τυπικούρες. Κι έτσι έμαθα γιατί έκανε τον σαματά στη disco ο Ίντυ.

Η Σόνια ήθελε να φύγουν, να ξεφύγουν από τη μιζέρια. Μόντελινγκ σκεφτόταν, ηθοποιηλίκια –τέτοια πράματα. Τα ‘λεγε στη μάνα της, έτρωγε και τ’ αυτιά του Ίντυ. Για καιρό. Σε κάποια φάση μπαίνει στο παιχνίδι ο άλλος. Ποιος άλλος; Αυτός ο ψηλός, ο μουσάτος με την ελιά στη μούρη –ο φίλος σας. Μάλιστα, ο Λέμυ. Η Σόνια αρχίζει παρτίδες μαζί του –μια φορά τον φέρνει σπίτι και κοιμούνται μαζί. Η Σόνια; Η Σόνια. Κι ο Ίντυ; Σα να μην τρέχει τίποτα, συνεχίζει μαζί του. Και μαζί του. Αρχίζουν παρτίδες με κάτι κακούς ανθρώπους, από αυτούς που κυκλοφορούν με ακριβά αμάξια και βρωμάνε φτηνή κολόνια. Τους έφερναν στο σπίτι. Αυτή και ο μουσάτος. Ήτανε, λέει, παραγωγοί. Κάθε που έφευγαν, κλειδωνόταν στο δωμάτιο η Σόνια με το μουσάτο κι έβγαιναν το άλλο πρωί με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Κι όλο κρυωμένη ήταν η Σόνια. Εκείνο το βράδυ πέρασε από ‘δω ο Ίντυ. Την έψαχνε. Η Σόνια έλειπε –είχαν φύγει πριν από δυο ώρες με τον μουσάτο. Φοβήθηκα μη γίνει κανένα κακό –τον συμπαθούσα τον Ίντυ, αλλά το μάτι του γυάλιζε. Μην κάνεις καμιά τρέλα παιδάκι μου, έτσι του είπα. Μην ανησυχείς, μου λέει αυτός, ότι κακό ήταν να γίνει –έγινε. Τώρα θα στρώσουν τα πράγματα. Ψέματα μου είπε. Γύρισε, ξημερώματα η Σόνια κι έκανε σαν τρελή. Δε μιλιόταν. Από τη γειτονιά έμαθα πως έβαλαν φυλακή τον Ίντυ. Μετά έχασα και τη Σόνια. Νοίκιασε σπίτι μόνη της …και …

Έφυγα - χίλιοι διάβολοι πίσω από την πλάτη μου. Ήθελα χιλιόμετρα για να ξεκαθαρίσει το μυαλό μου. Εκεί στην Κόρινθο ίσιωσα. Άφησα τη μηχανή να με πάει. Κι αυτή με πήγε.

Βρήκα τους υπόλοιπους στο συνεργείο του Ιταλού. Είχανε λύσει κανα-δυο μοτέρ και τα πειράζανε. Τους μάζεψα με τα χίλια ζόρια. Άντε ρε μαλάκες, ξεκουνάτε –έχουμε δουλειά, γαμώ το στανιό μου. Ακολούθησαν βρίζοντας. Στο κεφάλι εγώ και οι άλλοι πίσω μου –δεν τρέχαμε, δεν θέλαμε μπλεξίματα. Γέμιζαν τους καθρέφτες μου, όλη η παρέα και μπροστά μας τίποτα. Μόνο αυτό που έπρεπε να κάνω.

Πήγαμε από το σπίτι του –έλειπε. Ήτανε και μια αποθήκη που την είχαμε για να κρύβουμε τίποτα κλεμμένα και για να καβαντζάρουμε προμήθειες. Στη Ζήνωνος. Ξεκίνησα για εκεί, με τους άλλους πίσω μου. Άρχισαν να με πιάνουν, άλλος δεξιά, άλλος αριστερά και ρωτούσαν μέσα από τα κράνη τους. Δε μίλαγα –έδειχνα μόνο μπροστά. Κανείς τους δεν σκεφτόταν να με περάσει. Ακόμα κι όταν κατάλαβαν που πηγαίναμε –ακολουθούσαν σε παράταξη.

Η αποθήκη είχε φως. Από τη βιασύνη μου να μπω –άφησα το κλειδί πάνω στη μηχανή. Κλώτσησα την πόρτα και οι άλλοι ακολούθησαν τρέχοντας. Μέσα ήταν. Αλλά όχι μόνος του. Το ήξερα –δεν ήμουνα πια τόσο μαλάκας! Είχα δει και το παρκαρισμένο αμάξι, δίπλα στην πόρτα της αποθήκης, στο ταμπλό, μπροστά από το τιμόνι, η μπλε, γαμημένη σειρήνα τους. Ξαφνιάστηκαν οι καργιόληδες. Όχι πολύ –αλλά μου έφτανε για να φάω τον πρώτο - πετώντας. Τον κάρφωσα τόσο δυνατά που μπλόκαρε ο σουγιάς ανάμεσα στα κόκαλα του στήθους του. Ο άλλος πισωπάτησε. Κρατούσε ένα πακέτο, δεμένο με σπάγκους και καθόταν σαν το αγγούρι δίπλα στο Λέμυ. Ήτανε γαμημένα εύκολο. Δεν το πάλεψα να βγάλω τον σουγιά –άρπαξα με τη μία το πιστόλι του καργιόλη που χτυπιόταν στο σκονισμένο πάτωμα. Μέσα στα αίματα ήτανε. Έτσι κι έχεις αίμα στα χέρια σου δε σταματάς. Ο δεύτερος μπάτσος την έφαγε στην κοιλιά και κοπάνησε στον τοίχο. Η αποθήκη βούιζε, ο αέρας βρωμούσε σκασμένο καψούλι. Σηκώθηκα.

Η υπόλοιπη παρέα είχε κάνει ημικύκλιο. Κοίταζαν με τα χέρια σταυρωμένα. Περίμεναν. Ο Λέμυ έπαιζε σουτάκια με το πεσμένο πακέτο. Μέχρι που η μπότα του έκανε μια τρύπα στο καφέ χαρτί και βάφτηκε άσπρη από τη σκόνη. Κοιταχτήκαμε. Τα μάτια του ήταν άδεια, σαν τις ψυχές των μπάτσων.

«Γιατί ρε καργιόλη;», φώναξα.

«Τι ψάχνεις τώρα; Ζητάς και τα ρέστα;» είπε ψευτοτσαμπουκάδικα.

«Τι έκανες με τη γυναίκα του Ίντυ; Πέστα εδώ –μπροστά σε όλους», αφιονίστηκα.

«Σώπα ρε μαλάκα! Αφού γούσταρε το γκομενάκι. Χάρη της έκανα και τραβήχτηκα».

Με το ζόρι κρατήθηκα. Ήθελα να ξέρω τα πάντα.

«Κι εμείς τι δουλειά κάνουμε ρε πούστη; Βαποράκια των μπάτσων έχουμε καταντήσει;»

Γέλαγε. Οι υπόλοιποι πίσω μου δεν ανέπνεαν.

«Τι νόμισες αγόρι μου; Από πού ερχόντουσαν τα φράγκα; Από τον ουρανό; Πως νόμιζες ότι ζεις καραγκιοζάκο; Με τα φουσκωτιλίκια στις συναυλίες ή με τις παρτίδες τα ουίσκια που σπρώχναμε στα μαγαζιά; Ποιος θα τα έπαιρνε σκέτα ρε ζώο; Άμα δεν είχανε ζαπρέ μέσα, θα μας τα βάζανε στον κώλο –μαζί με τα κιβώτια. Γιατί να μην τα πάρουν από κάβες ρε; Επειδή είμαστε σένιοι; Για το σακουλάκι αγοράζανε ρε κακομοίρη!»

«Πούλησες την παρέα παλιοπούστη. Μας ξεφτίλισες. Εσύ φταίς και για τον Ίντυ».

Κοίταξα τους άλλους. Κόκαλο όλοι τους. Δεν μπορούσα να βγάλω άκρη. Μετά κοίταξα τον Λέμυ, ίσα στα μάτια, καθώς σήκωνα το μπατσοπίστολο.

«Σιγά ρε μάγκα!».

Μόνο αυτό πρόλαβε να πει. Η σφαίρα τον άρπαξε και τον κοπάνησε σε μια κολώνα. Πριν τον αφήσει να κυλήσει δίπλα στα ακίνητα καλόπαιδα. Το πιστόλι μου έπεσε από το χέρι. Πονούσε ο καρπός μου. Πολύ. Ο αέρας είχε πήξει τριγύρω μας.

«Πάμε να φύγουμε», φώναξε κάποιος.

Δεν κουνήθηκα. Δε μ’ άφηνε ο αέρας. Και κανένας δεν κουνήθηκε. Πήρα να καθαρίζω το χέρι μου από τα αίματα που ξεραίνονταν. Χωρίς να χάσω τον Λέμυ από τα μάτια μου.

Η πόρτα άνοιξε, αλλά κανένας δε γύρισε να κοιτάξει.

«Τι έγινε εδώ; Βαρεθήκατε να κλείνετε τα μάτια;»

Ο Ίντυ πέρασε μέσα από την παρέα, λες και άνοιγε κουρτίνα. Τον παρακολουθούσαμε να σκύβει πάνω από τους πεσμένους μπάτσους. Μετά γονάτισε δίπλα στον Λέμυ. Κράτησε το βαρύ κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες του –κι άρχισε να του μιλάει. Ξυπνήσαμε απότομα και πλησιάσαμε πίσω από την πλάτη του. Ο Λέμυ δεν ήταν εκεί. Εντάξει, δεν είχε φτάσει ακόμα στο απέναντι πεζοδρόμιο –αλλά ήταν ήδη στο δρόμο. Κάτι βήματα τον χώριζαν, κατά πως φαινόταν.

«Εκεί θα περάσουμε τις τελευταίες μέρες της ζωής μας, /θα λέμε τις ίδιες παλιές ιστορίες … καλά εντάξει, τουλάχιστον προσπαθήσαμε. /Έτσι, στη Δύση με χαμογελαστά πρόσωπα θα πάμε- /α, ναι, και τις συγνώμες μας σ’ εκείνους /που ποτέ δεν θα βρουν στ’ αλήθεια το δρόμο. Με το γόνατο στην άσφαλτο ρε φίλε. Πάντα.»

Του έκλεισε τα μάτια πριν τον ακουμπήσει στο πάτωμα.

«Κάντε την. Όλοι. Και γρήγορα», μας κοίταζε ήρεμος.

Κανένας δεν κουνήθηκε.

«Μην το ξαναπώ –εντάξει;» είχε πάρει πάλι τα κουμάντα. Αυτός έλεγε κι εμείς κάναμε. Ότι έλεγε. Η παρέα έφευγε διστακτικά. Άκουγα ήδη τις πρώτες μηχανές να μαρσάρουν. Εγώ περίμενα.

«Τι στέκεσαι ρε μάγκα; Δεν άκουσες τι είπα;»

«Κάτσε ρε γαμώτο …»

«Έφυγες. Τώρα!»

«Και τι θα γίνει εδώ;»

«Δικιά μου δουλειά. Γίνε καπνός.»

«Θα πλακώσουν μπάτσοι …»

«Φύγε ρε μην πλακώσω εγώ, εσένα!»

Έβαλα το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους και αδειάστηκα προς την έξοδο. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω. Μόνο που ρώτησα…

«Γιατί δεν μας τα είπες από την αρχή ρε φίλε;»

Όσο οδηγούσα για να βρω τους άλλους το άφηνα να κοπανάει στο κεφάλι μου. Θα είχαμε μνημόσυνο απόψε. Μέχρι να μας βρουν οι μέρες, διαλυμένους. Είχαμε χάσει τα πάντα –οι παρέες δεν υπάρχουν έξω από την ιστορία τους. Παράτησα τη μηχανή δίπλα στο κύμα, κιβώτια με ποτά ξεφύτρωναν από τους βράχους. Τους είδα όλους άψυχους. Κρατούσαν μπουκάλια χωρίς να μιλάνε, η θάλασσα μαύριζε με κύματα τη νύχτα.

«Η αλήθεια είναι μέσα σου ρε μάγκα. Αν δεν τη βγάλεις εσύ, κανένας δεν μπορεί». Αυτό είχε πει ο Ίντυ. Μετά, τέλος.

Καθόμασταν στο δωμάτιο του Βασιλάκη και καπνίζαμε. Πάνω στο κρεβάτι έχασκαν ξεκοιλιασμένες μια στοίβα εφημερίδες. «Μάχη ανάμεσα σε αστυνομικούς και μέλη συμμορίας». «Δυο αστυνομικοί νεκροί και ένας κακοποιός –Ο συνεργάτης του συνελήφθη». «Θρήνος στην κηδεία των ηρώων». «Θύματα του καθήκοντος. –Η κοινωνία ζητά παραδειγματική τιμωρία». «Αμετανόητος ο στυγερός κακοποιός». «Θα πατάξουμε την εγκληματικότητα, δήλωσε ο Υπουργός». «Σοκ με Ελευθερόπουλο». «Οι λαϊκοί αγώνες δεν χειραγωγούνται». Εντάξει, είχαμε μαζέψει ότι φυλλάδα κυκλοφορούσε. Οι φωτογραφίες του Ίντυ πάλευαν να τον παρουσιάσουν παλιόμουτρο. Παραδόξως, δεν είχαν ρετουσάρει το μισό χαμόγελο που έμενε παγωμένο, όσο τον έσερναν με χειροπέδες. Ή ίσως να τους βόλευε. Ο φονιάς γελάει! Στα κάτεργα το κτήνος! Να τον κρεμάσουν στην πλατεία Συντάγματος!

«Πόσο λέτε να φάει ρε;»

«Ισόβια, του έχουν ράψει ήδη το κουστουμάκι».

«Ισόβια! Τόσο πολύ;»

«Ε, συν-πλην …».

Το παράθυρο στο σπίτι του Ίντυ είχε ξεχαστεί ανοιχτό. Έπεσε λοιπόν η ιδέα να πάμε εκεί. Έτσι, χωρίς λόγο –για να δούμε μην άφησε το θερμοσίφωνο αναμμένο –και καλά. Κατεβήκαμε κολυμπώντας στην περιέργεια.

Αλλά έξω από το παράθυρό του κωλώσαμε. Οι άλλοι έψαχναν δικαιολογίες –φόβος ή σεβασμός, δεν κατάλαβα. Εγώ πάντως μπήκα.

Το σπίτι δεν είχε ζωή. Όλα στη θέση τους, σα να μην έμεινε άνθρωπος ποτέ εδώ πέρα. Μόνο ένα επαναλαμβανόμενο γρατζούνισμα –το εντόπισα –η βελόνα του πικ απ πηγαινοερχόταν, χωρίς επαναφορά, στα τελευταία αυλάκια ενός δίσκου. Τη σήκωσα, να ησυχάσει ο τόπος. Μετά το θυμήθηκα. Και άφησα το τραγούδι να παίξει από την αρχή. Στάθηκα χωρίς αναπνοή να το ακούσω. Την αρχή την ξέρεις. Και τη μέση –επίσης.

«Είμαστε πρόσφυγες που φεύγουμε μακριά από τη ζωή /που ξέραμε και αγαπούσαμε- /τίποτα δεν υπάρχει να κάνουμε ή να πούμε, πουθενά να μείνουμε- /τώρα είμαστε μόνοι. /Είμαστε πρόσφυγες κουβαλώντας όλα τα υπάρχοντά μας, /σε καφέ σακούλες, δεμένες με σπάγκο- /τίποτα δεν έχουμε να σκεφτούμε, τίποτα δεν έχει σημασία, αλλά είμαστε χαρούμενοι που είμαστε μόνοι μας. /Η Δύση είναι ο Μάικ και η Σούζι. /Η Δύση είναι ο Μάικ και η Σούζι. /Η Δύση είναι ότι αγαπάω. /Η Δύση είναι το σπίτι των προσφύγων.»

Τώρα έμαθες και το τέλος.

Υ.Γ.: Υπεύθυνος για τη σημερινή μουσική υπόκρουση είναι, φυσικά, ο Peter Hammill που έφτιαξε το Refugees.

Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006

Blogging από αρχάριους

«Έρχομαι από πολύ μακριά. Και μπορώ να ξεχωρίσω ένα καλό πράγμα όταν το δω. Όταν το δω. Γι’ αυτό τον λόγο, κανένας, ποτέ, δεν γύρισε ένα τηλεσκόπιο προς τον ήλιο». Έτσι λέγανε οι Clash πριν από κάτι αιώνες –και εξακολουθώ να συμφωνώ μαζί τους. Τόσο απλά ήταν πάντα τα πράγματα για μένα αλλά ήρθε το blogging και μου έκανε το μυαλό, κουνουπίδι.

Δεν έχω χρόνια στο χώρο και γι’ αυτό έχω απορίες. Βλέπεις, δεν έχω προλάβει να διαβάσω τους μυθικούς bloggers και η παρέα που έκανα εδώ δεν έχει άποψη σχετικά με την παγκόσμια σημασία του φαινομένου και την κοσμοϊστορική επίδραση των blogs στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Γι’ αυτό και σκέφτηκα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα –μήπως και γλιτώσω από την συνεχή επανάληψη εξηγήσεων και διευκρινήσεων:


Για ν’ αρχίσεις μαζί του –τι είναι το blogging;

Εγώ ήξερα πως τα blogs είναι προσωπικές ιστοσελίδες που εκφράζουν δημόσια τις απόψεις αυτού που τις γράφει. Ισχύει; Ας το δεχτούμε. Τότε όμως, γιατί οι απόψεις του καθενός έχουν την τάση να κυκλοφορούν με τον αέρα της αυθεντίας; Λέω ότι ο γάιδαρος πετάει –δικαίωμά μου είναι. Και το λέω εγώ, που έχω αυτή την άποψη –δεν εκφράζω τους συμπαντικούς νόμους, δεν είμαι εκπρόσωπος κανενός θεού, δεν είμαι εξουσιοδοτημένος να μεταφέρω τη μοναδική αλήθεια. Αν αυτά ισχύουν, τότε δεν υπάρχει λόγος φανατισμού.

Ακόμα κι αν η άποψή μου στηρίζεται σε κάποιες πηγές και πάλι δεν είναι εκ προοιμίου η μοναδική σωστή. Πολλές φορές δεν είναι καν σωστή. Αν, για παράδειγμα, πάρω 2 άρθρα έγκριτων εφημερίδων και βγάλω κάποια συμπεράσματα, δεν έγινα αυτομάτως ο εγκυρότερος των αναλυτών. Γιατί δεν υπάρχει πουθενά η συνεπαγωγή: τυπωμένο=αληθινό. Το κάθε μέσο έχει τη δική του οπτική, μέσα από την οποία παρουσιάζει ένα γεγονός. Και όταν χρησιμοποιώ την πηγή για να παρουσιάσω το γεγονός κάνω αυτό ακριβώς: χρησιμοποιώ. Όπως μου γουστάρει εμένα.

Αυτό που έκανα παραπάνω, είναι μια προσπάθεια να δείξω το προσωπικό στοιχείο των blogs. Πάμε τώρα και στον δημόσιο χαρακτήρα της υπόθεσης.

Ότι γράφεις –δημοσιεύεται. Το βλέπουν κι άλλοι άνθρωποι, δημοσιοποιείται με άλλα λόγια. Και δεν φτάνει που δημοσιεύεται, αλλά το μέσο σου δίνει τη δυνατότητα να δεις τις αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων σε αυτό που έγραψες. Τουτέστιν …


Για να εξοικειωθείς μαζί του –τι είναι τα σχόλια;

Οι αντιδράσεις αυτών που διάβασαν το κείμενό σου. Τις θέλεις; Τις θέλεις –γι’ αυτό γράφεις εδώ και όχι σε ένα word κάτω από την κατηγορία «My documents». Για μισό λεπτό –υπάρχουν και κάποιοι που δεν θέλουν σχόλια. Δεν θέλουν να βλέπουν τις αντιδράσεις των άλλων (θετικές ή αρνητικές). Κανένα πρόβλημα –είπαμε, ο χώρος είναι προσωπικός, εσύ που γράφεις, φτιάχνεις τους κανόνες του (όσο σε αφήνει το μέσο). Για να πω και την αλήθεια, εάν τα γραπτά σου έχουν προσωπικό χαρακτήρα –κατανοώ την πρόθεσή σου να μην δέχεσαι σχόλια. Γράφω, ας πούμε, για τον έρωτα της ζωής μου, για τα παιδιά μου, για το δόντι μου που πονάει. Δεν θέλω να ξενερώσω με την, τυχόν, εξυπνάδα που μπορεί να μου αφήσει ο οποιοσδήποτε. Απενεργοποιώ τα σχόλια και έχω την ησυχία μου.

Υπάρχει κάτι μεμπτό στην απενεργοποίηση των σχολίων; Όχι, όσο δεν αναφέρεσαι σε κοινωνικά θέματα, στα οποία υπάρχουν και άλλες απόψεις εκτός από τη δική σου και όσο δεν βρίζεις συγκεκριμένα άτομα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απενεργοποίηση των σχολιών είναι ελεεινή ενέργεια, κομπλεξικού ατόμου. Αν έρθεις για να δηλώσεις πως ο Καραμανλής είναι γίγαντας (ή πως είναι μαλάκας) μιλάς για ένα θέμα στο οποίο έχουν άποψη και οι άλλοι. Αν έρθεις να μας πεις πως ο κομμουνισμός είναι η σωτηρία της ανθρώπινης φυλής (ή πως είναι η καταστροφή του ανθρώπινου είδους) μιλάς για ένα θέμα στο οποίο υπάρχουν και διαφορετικές απόψεις. Αν έρθεις να υποστηρίξεις πως ο Ολυμπιακός θα γαμήσει και πάλι φέτος (ή πως θα πέσει κατηγορία) μιλάς για μια υπόθεση που κάποιοι άλλοι την βλέπουν διαφορετικά. Να το κάνω πιο απλό; Τα θέματα πολιτικής (με τη στενή και την ευρεία έννοια), ιδεολογίας (και θρησκείας –προσοχή, δεν αναφέρομαι στην πίστη) αλλά και τα αθλητικά θέματα αποτελούν αντικείμενα κοινωνικού διαλόγου (ξέρεις, είναι αυτό το πράγμα που γίνεται στα καφενεία, στη βουλή, στους δρόμους παρέα με μπάτσους κ.λ.π.). Αν εσύ βάζεις την άποψή σου για τέτοια θέματα και αδιαφορείς για την άποψη αυτών που σε διαβάζουν είσαι απλά κρετίνος. Έχεις αρπάξει την έννοια της δημοσιοποίησης από το λαιμό και αυνανίζεσαι με το κατόρθωμά σου. Εάν τώρα, βρίζεις συγκεκριμένα άτομα και δεν τους δίνεις τη δυνατότητα να απαντήσουν είσαι και χέστης αποπάνω. Διαδυκτιακός χέστης –πράγμα που σημαίνει χέστης στη νιοστή. Αυτή είναι η δική μου γνώμη.

Αφού ξεκαθάρισα την άποψή μου σχετικά με την απενεργοποίηση των σχολίων (γιατί κάποιοι λεβέντες δεν μου επιτρέπουν να την πω στα δικά τους ποστ) –έχω και μια θέση για τα σχόλια γενικότερα. Η προσωπική μου λοιπόν θέση εκφράζεται με το απλοϊκό: απαντάω σε όλα τα σχόλια. Έρχεσαι και μου λες τη δική σου θέση –θα τη δεχτώ ή θα διαφωνήσω, θα πω κάτι τέλος πάντων γιατί σέβομαι τον χρόνο που σπατάλησες για να τη γράψεις. Έτσι το καταλαβαίνω εγώ. Δεν έχει σημασία αν η άποψή σου έχει σχέση με το κείμενο. Αλλά θα πρέπει να δεχτείς τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου και το δικαίωμά μου να έχω άποψη. Αν μου πεις πως ο «Θρύλος γαμιέται», έχω δικαίωμα να απαντήσω ανάλογα. Αν μου πεις πως εγώ γαμιέμαι, έχω δικαίωμα να υποθέσω το ίδιο και για σένα. Προσπαθώ να απαντάω ακόμα κι αν ο διάλογος δεν βγάζει πουθενά –δεν τα καταφέρνω πάντα, αλλά προσπαθώ πάντα.

Γι’ αυτό και διαφωνώ με την διαγραφή σχολίων, αλλά και με τις μεθόδους ελέγχου των σχολίων (περιορισμός του δικαιώματος μόνο σε επώνυμους ή/και bloggers, έλεγχος του σχολίου από τον blogger πριν τη δημοσίευση). Κατανοώ τους λόγους που πολλοί επιλέγουν αυτές τις τακτικές, αλλά εξακολουθώ να διαφωνώ.

Και …


Για να τελειώσεις μαζί του – τι είναι το μεταblogging;

Δεν είμαι απολύτως σίγουρος. Νομίζω πως είναι η αντίδραση σε ποστ άλλων –με τη μορφή νέου ποστ. Συνήθως υβριστικού. Ίσως και εγκωμιαστικού. Εντάξει, τη δεύτερη περίπτωση την καταλαβαίνω –είδες κάτι που σου έκανε κλικ και θέλεις να το μοιραστείς με όσους θα μπουν στη σελίδα σου. Αλλά, ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω γιατί να κάνεις ένα ποστ που θα περιέχει μόνο βρισιές για κάποιο άλλο άτομο. Δεν μιλάμε για τον Μπους έτσι; Ούτε μιλάμε για το ποστ που τα χώνει σε κάποια θέση –όπως αυτή εκφράστηκε αλλού. Μιλάμε για ποστ που λένε πως ο τάδε blogger είναι έτσι κι αλλιώς. Γιατί; Για να αποκτήσεις επισκεψιμότητα την οποία θα τσιμπήσεις από τον άλλο, με τη χρήση του ονόματός του; Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο λόγο –ειλικρινά. Αν ξέρει κάποιος, ας μου τον πει κι εμένα, μήπως το καταλάβω.


Κλείνοντας, θα πρέπει να πω δυο-τρία γενικά πράγματα, για το blogging, όπως τα βλέπω εγώ:

· Ο καθένας ανοίγει ένα blog για να καλύψει προσωπικές του ανάγκες. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό –όσο οι προσωπικές του ανάγκες δεν με ενοχλούν. Τουτέστιν, δικαίωμά σου να ψάχνεις επισκεψιμότητες και αναγνωρισιμότητες. Μέχρι εκεί όμως που δεν θα περιορίζεις εμένα. Σαφές;

· Τα blogs δεν φαίνεται πως είναι ικανά να αλλάξουν τον κόσμο. Μπορεί να εξελιχθούν σε κάτι σημαντικό, μπορεί και όχι –για την ώρα πρόκειται για χώρους όπου ο καθένας κάνει το κέφι του. Τίποτα περισσότερο.

· Όλες σχεδόν οι δομές της κοινωνίας στην οποία ζούμε, έχουν περάσει στα blogs. Είναι τρομερά ενοχλητικό –αλλά ο μαλάκας ο διπλανός σου, που αφήνει τα σκουπίδια του έξω από την πόρτα σου είναι κι αυτός blogger.

· Έχω διαβάσει καταπληκτικά κείμενα μέσα σε blogs. Έχω γνωρίσει τρομερά ενδιαφέροντες bloggers. Αυτό και μόνο είναι λόγος για τον οποίο αξίζει η ενασχόληση με τον χώρο.

· Στα blogs αποθεώνεται η «τζάμπα μαγκιά». Κυκλοφορούν διάφοροι που λένε τα πάντα. Αν τους πιστέψεις, δικαιούσαι να θεωρήσεις πως ανακάλυψες τάγματα επίλεκτων μαχητών. Ελληναράδες που θα πάρουν την Πόλη πριν ξημερώσει η επόμενη μέρα, δημοκράτες που θα σουγιαδιάσουν όποιο δικτάτορα κυκλοφορεί στα πέριξ, επαναστάτες που θα αλλάξουν τον κόσμο στο άψε σβήσε. Μπούρδες. Τα καφενεία ωχριούν μπροστά σε αυτόν το χώρο. Αν περάσεις στην πρακτική –έχασες τα ¾ του μαγαζιού. Και δεν μιλάμε για τίποτα σπουδαίο –έτσι; Για δοκίμασε όμως να κάνεις την ερώτηση: αφού έτσι πιστεύεις, γιατί δεν ξεκουνιέσαι; Θα ανοίξεις καινούργιο κεφάλαιο στο λήμμα «Δηλώσεις που έμειναν για πάντα δηλώσεις».


Αυτά τα ολίγα, στην προσπάθειά μου να κάνω πάλι το κουνουπίδι, μυαλό. Δεν θέλησα να αναφέρω ονόματα γιατί τα άτομα δεν είναι το θέμα μου. Οι συμπεριφορές με κάνουν να σαλτάρω.

Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2006

Σιχαμένο, κίτρινο, φως

Πάνε 22 χρόνια από τότε που συνάντησα, για πρώτη φορά, τον Λυκάνθρωπο. Και κοντεύουν 18 χρόνια από τότε που τον είδα για τελευταία φορά. Έκανα, θυμάμαι, κοπάνες από το φροντιστήριο στην Κάνιγγος και τρύπωνα στα Εξάρχεια, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μυρίσω το κλίμα της πλατείας. Ήμουνα ψαρωμένος και φιλομαθής. Ο καλύτερος στόχος για δούλεμα, από τους σταθερούς της πλατείας δηλαδή.

Την είχα πέσει στο παγκάκι πίσω από το άγαλμα, θυμάμαι, για να μην έχω «πλάτη» τους φρίκουλες που είχαν παραταχθεί στο χωμάτινο πρώην γκαζόν, με μπύρες και γιαούρτια. Φορούσα ένα ξεφτιλισμένο πουκάμισο με μεγάλους γιακάδες και φωσφοριζέ κουμπιά, δώρο των βλαχο-αμερικάνων θείων μου κι ανησυχούσα για το πώς βγαίνει το γιαούρτι από το νάυλον. Αλλά δεν κουνούσα από το παγκάκι, σκαρφαλωμένος και αχόρταγος για ιστορίες, που θα έλεγα με ύφος μπλαζέ την άλλη μέρα στο σχολείο. Επειδή είχα φάει κόλλημα με την κομπίνα που επαναλάμβαναν οι φρίκουλες –ο ένας ζητούσε τσιγάρο από τα περαστικά ζευγαράκια κι ο άλλος τους φέρμαρε το γιαούρτι από πίσω –δεν πήρα χαμπάρι ότι κάποιος κάθισε δίπλα μου. Και θ’ αργούσα να το καταλάβω αν δεν ήταν η μυρωδιά. Μπόχα κανονική δηλαδή. Σα ν’ αδειάζανε μπουκάλια μπύρας στο νεροχύτη –γύρισα κι έφαγα φρίκη κανονική. Γιατί μαζί με τη μυρωδιά καθόταν ένας τεράστιος, με κόκκινα μούσια, λασπωμένα μαλλιά και τρύπια ρούχα, απ’ αυτά που ο σκουπιδιάρης δεν αγγίζει χωρίς προστατευτικά γάντια.

Τον κοίταξα, δεν μου έδωσε σημασία –είπα να την κάνω, αλλά ο τέρας μίλησε:

«Έχεις;»

Ωραία μπλέξαμε, σκέφτηκα. Δεν το είπα όμως.

«Τι να’χω;» μουρμούρισα.

«Ό,τι», βρυχήθηκε.

Εκείνη τη στιγμή παρακαλούσα για κανένα δροσερό γιαουρτάκι που θα με γλίτωνε από τον κύριο Τρομακτικό. Αλλά τα γιαούρτια είναι σαν τα λεωφορεία –ποτέ δεν έρχονται στην ώρα τους.

«Έχω τσιγάρα. Θέλεις;» του κούνησα διστακτικά το πακέτο.

«Αυτό μόνο νάναι …» είπε, όσο καθόταν να του ανάψω το τσιγάρο. Μόνο που το είπε σε κάποιον δίπλα του, που δεν υπήρχε. Όχι πως με πείραζε –χέστηκα στην τελική –εγώ ήθελα απλά να τον ξεφορτωθώ. Μέχρι που το προσπάθησα κιόλας.

«Λοιπόν, εγώ την κάνω» είπα όρθιος και αποφασισμένος.

«Για που;» αναρωτήθηκε μόνος του.

Γέλασα χαζά κι άρχισα να απομακρύνομαι. Στη μέση της πλατείας είδα πως οι φρίκουλες είχαν πάρει χαμπάρι τον κουρελή.

«Λυκάνθρωπε σου’ ρχεται!» φώναζαν και ο αέρας μύρισε ξινισμένο γάλα. Δυο γιαούρτια τον πέτυχαν -μάλλον τον ξάφνιασαν γιατί έπεσε τα πλακάκια και άρχισε να ουρλιάζει. Για λίγο, μετά συνήλθε και άρχισε να γλύφει τα απομεινάρια στο πρόσωπό του. Τον κοίταζα όσο έκανε το ίδιο και με τα πεσμένα κεσεδάκια πλάι του. Μετά κατηφόρισα τη Θεμιστοκλέους ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω μου. Μακάρι να μην τον ξαναπετύχαινα τον φρικαλέο.

Desperado γιατί δεν λογικεύεσαι;/ Είσαι εκεί έξω, πηδάς φράχτες τόσον καιρό τώρα/ περνιέσαι για σκληρός;/ Ξέρω πως έχεις τους λόγους σου,/ αλλά εκείνα τα πράγματα που σ΄ευχαριστούν/ μπορούν να σε βλάψουν, να το ξέρεις.

Πρέπει να σηκώσω την καταπακτή. Μπαίνει ο ήλιος και σφηνώνει το σίδερο. Γιατί μπαίνει ο ήλιος; Μπαίνει ο ήλιος και δεν μπορώ να δω αν έρχεται η Λίνα μου. Πόσο πια θα κάνει να γυρίσει από το μπακάλικο; Μπορεί να την έστειλα και για τσιγάρα –το μπακάλικο δεν έχει τσιγάρα. Την έστειλα για τσιγάρα; Να ψαχτώ –δεν έχω τσιγάρα, την έστειλα για τσιγάρα. Καλύτερα να πάω να τη βρω. Άργησε. Που να έχει ξεχαστεί η Λίνα μου; Πουτάνα καταπακτή! Κακιά λέξη –μην την ακούσει το παιδί! Αλλά πώς να την ακούσει, αφού δεν είναι εδώ; Πρέπει να σηκώσω την καταπακτή. Έτσι. Δεν ήταν δύσκολο. Ψεύτικα τα έχουν κάνει πια τα σίδερα –όλα τα έχουν σκαρτέψει, το έλεγε ο πατέρας μου. Που είναι ο πατέρας μου; Λείπει ώρα. Στο μπακάλικο θα πήγε. Να βρει τη Λίνα μου. Ανησύχησε φαίνεται! Πώς να μην ανησυχήσει; Τόση ώρα λείπει. Θα έχει πάει και για τσιγάρα. Πρέπει να τη βρω πρώτα και μετά να βρω και τον πατέρα μου. Ποιος ξέρει που ξεχάστηκε κι αυτός; Πρέπει να σηκώσω την καταπακτή. Έχει σφηνώσει το σίδερο. Από τον ήλιο. Δεν τη σήκωσα; Είμαι σίγουρος ότι τη σήκωσα πριν από λίγο. Αλλά τώρα θα πρέπει να την σηκώσω πάλι. Για να βγω έξω να τους βρω. Πρέπει να σηκώσω την καταπακτή. Δε γίνεται δουλειά αλλιώς. Αλλά και που τη σηκώνω, ξανακλείνει. Να βγω από την πόρτα καλύτερα; Και τη σηκώνω απέξω την καταπακτή!

Έχει ήλιο εδώ έξω. Γι΄αυτό σφήνωνε η καταπακτή. Ξέχασα να αλλάξω ρούχα, δεν έπρεπε να βγω με τα ίδια ρούχα –με πήρε ο ύπνος μ’ αυτά, τσαλακώθηκαν. Μα καλά δεν με είδε η Αθηνά; Δεν μου έλεγε μια κουβέντα; Όλο φωνάζει που κυκλοφορώ τσαλακωμένος-σήμερα πως και δεν με είδε; Στο σπίτι δεν ήταν η Αθηνά; Που είναι η Αθηνά; Τη χαιρέτησα πριν φύγω; Δεν το θυμάμαι. Άμα δεν τη φιλήσω κάθε φορά που βγαίνω έξω, μου κρατάει μούτρα. Μετά τα βλέπω, όταν είμαι έξω δεν φαίνονται. Αλλά, έτσι το κάνει η Αθηνά που μου κρατάει μούτρα. Νάζια. Αφού ξέρει πως έχω δουλειές και σκοτούρες. Ξέρεις τι είναι να δουλεύεις σε τράπεζα; Να έχεις το νου σου μην κάνεις λάθος στους ισολογισμούς –πρέπει να παραδώσω τον ισολογισμό. Σήμερα! Άργησα; Λάθος πάω. Η τράπεζα είναι αντίθετα. Γιατί πάω από ΄δω; Από την άλλη –τι βλακείες κάνω! Έτσι. Ξεχάστηκα. Το παθαίνω αυτό. Έχω κουραστεί τελευταία. Πολύ δουλειά. Και η Αθηνά με τρώγεται. Να πάρουμε εξοχικό λέει, να κάνει το παιδί τα μπάνια του –έχει γίνει χλωμό από την κλεισούρα. Ακόμα δεν ξεχρέωσα το δάνειο του σπιτιού –πως να πάρω κι άλλο; Είναι για το παιδί, όμως. Που είναι το παιδί; Λίνα μου; Γιατί πάω από ‘δω; Στο μπακάλικο δεν την έστειλα; Λάθος πάω. Που κόλλησε το πόδι μου; Τι είναι αυτό; Κομπόστα. Ροδάκινο. Δεν έχει μείνει πολύ. Να κάτσω καλλίτερα. Μου αρέσει η κομπόστα. Όχι όλες. Αλλά το ροδάκινο μου αρέσει. Λερώθηκε και το παπούτσι μου με σιρόπι. Τρύπησε κιόλας. Τι να σου κάνει; Πόσο ν’ αντέξει; Πρέπει ν΄αγοράσω καινούργια. Δροσερό που είναι το ροδάκινο! Να το φάω και να πάω αμέσως στη δουλειά. Άργησα. Θα φωνάζουν. Να βρω το παιδί! Πονάει το κεφάλι μου. Πονάει και βουίζει. Το κεφαλάκι μου!...

…νύχτωσε κι άργησα. Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν θυμάμαι τι έκανα στη δουλειά. Τι φαγητό να έχει η Αθηνά; Όχι μπάμιες ελπίζω. Δεν μου αρέσουν οι μπάμιες.

Τελειώνει και η ζάχαρη. Να θυμηθώ να στείλω τη Λίνα μου στο μπακάλικο. Να πάρει ζάχαρη. Τη θέλω για τον καφέ μου. Η Αθηνά ξεχνάει. Πώς να τον πιω τον καφέ χωρίς ζάχαρη; Πεινάω. Ας μην έχει μπάμιες! Κι ένας καφές θα με βόλευε τώρα! Γιατί κουνιέται αυτό το αυτοκίνητο; Αφού δεν κουνιόταν τόση ώρα. Πολύ ώρα δεν κουνιόταν. ΕΙΜΑΙ ΠΙΣΩ –ΣΙΓΑ! Με πονάει το πεζοδρόμιο. Όχι -το πόδι μου. Και το κεφάλι μου. Από πάντα με πονάει το κεφάλι μου. Ο ήλιος φταίει. Ούτε τη νύχτα δεν με αφήνει ήσυχο. Ο ήλιος. Έχουν βάλει παντού ήλιους. Μακρόστενους, κρεμασμένους, καρφωμένους και με κοιτάζουν. Όπου και να γυρίσω, βλέπω ήλιους. Κρύφτηκα εδώ να μη με δει ο ήλιος της βιτρίνας. Μ’ έψαχνε, αλλά ήμουνα χαμηλά. Δεν με είδε. Αλλά ξέρει που είμαι. Έβαλε το αμάξι να κουνηθεί για να με αναγκάσει να σηκωθώ. Και με περίμενε όταν σηκώθηκα και μου τρύπησε το κεφάλι. Γι’ αυτό πονάει το κεφάλι μου. Ο ήλιος φταίει που πονάει και το πόδι μου. Θα το πω στην Αθηνά. Ξέρει αυτή τι να κάνει. Μου έδωσε και φυλαχτό, αλλά εγώ την κορόιδεψα. Και το πέταξα. Δεν τα πιστεύω αυτά. Αν το είχα τώρα όμως …που είναι το φυλαχτό; Στην τσέπη μου. Που είναι; Δεν το βρίσκω. Τρύπησε η τσέπη κι έπεσε. Τρύπησε το σακάκι. Τι να σου κάνει κι αυτό; Πόσο ν’ αντέξει; Πρέπει ν’ αγοράσω καινούργιο. Θέλω ένα ροδάκινο. Όχι, δεν είναι ώρα. Πρέπει να γλιτώσω από τον ήλιο. Δεν είναι δύσκολο. Να του ξεφύγω. Εγώ είμαι έξω κι αυτός στη βιτρίνα. Να φύγω πριν ειδοποιήσει τους άλλους ήλιους και τότε δε με γλιτώνει τίποτα!

Λύθηκε το κορδόνι. Να κάτσω στο παγκάκι, να το δέσω. Έσπασε το κορδόνι μου. Δεν μπορώ να το δέσω. Τι να σου κάνουν κι αυτά; Πόσο ν’ αντέξουν; Πρέπει να αγοράσω καινούργια. Θέλω ένα ροδάκινο. Λες να έχει αυτός δίπλα μου; Έχεις;… Ό,τι. Εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Κι ας μην είναι ροδάκινο. Κοίτα να δεις που ήρθε και κάθισε ο Παντελής. Κι αυτός στο παγκάκι. Αρρώστησε η γυναίκα του. Πως τη λένε –να δεις… Την πήγαν για εξετάσεις στη ΣΩΤΗΡΙΑ. Αυτό μόνο να’ναι. Να μην έχει τίποτα χειρότερο η γυναίκα. Κρίμα. Που βρέθηκε το τσιγάρο; Καλό είναι. Φεύγει κι ο καπνός μπροστά. Που πάει ο καπνός Παντελή; Για πού τραβάει; Για πού; Τι να πεις κι εσύ –έχεις τις σκοτούρες σου. Ποιος φωνάζει; Από ψηλά φωνάζει. Φοβάμαι να κοιτάξω ψηλά. Μπορεί να έχει βγει ο ήλιος. Έχει βγει ο ήλιος! Με χτύπησε, άσπρο φωςι, πονάω, με χτύπησε, πονάω, με χτύπησε, να φύγει, να φύγω… Θα το φάω κι ας είναι από τον ήλιο το φως θα το φάω να γλιτώσω με χτυπάει αλλά με θέλει να με βασανίζει αλλά θα το φάω δεν είναι ήλιος φάτο μη σε νοιάζει … νόστιμο είναι!

Όμως, τον ξαναπέτυχα -6 μήνες μετά. Φοιτητής –ηθικό δίδαγμα: οι κοπάνες από το φροντιστήριο συμβάλλουν στην επιτυχή κατάληξη των Πανελλαδικών. Χωρίς το σιχαμένο, αμερικάνικο πουκάμισο –είχε καταλήξει σφουγγαρόπανο για τη μάνα μου. Αλλά με άποψη, δεν ξέρω για το πουκάμισο (πως διαμορφώνονται οι απόψεις των αντικειμένων;) –εγώ πάντως είχα άποψη. Από αυτές που κυκλοφορούσαν εκείνα τα χρόνια. Απέχθεια για τα κοινοβουλευτικά κόμματα και τους μπάτσους κάθε λογής, εχθρότητα απέναντι σε κάθε συμβατική άποψη κι άπειρα κολλήματα. Μέσα σ’ αυτά ήταν ο Λενγκ, ο Κούπερ και όλη η παρέα των αντι-ψυχιάτρων. Τα λέω αυτά γιατί μπορεί να έχουν σχέση, εντάξει; Είχα ξεψαρώσει στην πλατεία, τώρα εγώ ήμουνα σε θέση να δουλεύω τους «κάπως» -μέχρι και κολλητούς είχα κάνει. Δεν άραζα πια στα παγκάκια, ή, τουλάχιστον, δεν άραζα μόνος μου.

Μου έκανε εντύπωση που δεν τον είχα ξαναδεί τόσον καιρό –βασικά τον είχα ξεχάσει, αλλά, όταν τον πήρα γραμμή να κατεβαίνει τον πρεζόδρομο της Θεμιστοκλέους, θυμήθηκα το γιαούρτωμα και μαγκώθηκα κάπως. Περπατούσε κάνοντας οχτάρια –παρά λίγο να γκρεμίσει τα ποτήρια και τα ξηροκάρπια μαζί με τους πελάτες της «Ίντριγκας». Ένας Αργύρης, Αρτινός, που σάπιζε δίπλα μου με είδε να χαζεύω.

«Α μάστα, ο Λυκάνθρωπος μας έλειπε τώρα!», σχολίασε.

«Τον ξέρεις ρε συ;»

Ο Αργύρης μόλις που καταδέχτηκε να μου ρίξει μια τεμπέλικη ματιά.

«Ε, βέβαια. Ήμουνα χτες καλεσμένος στην δεξίωσή του. Πας καλά ρε όρνιο; Ένας βαρεμένος είναι –τι να ξέρω για την πάρτη του; Λες και τους αδειάζουνε από τις κλούβες που μαζεύουνε εμάς. (Σταμάτησε λίγο και το σκέφτηκε). Ρε συ, καλό ήταν αυτό που είπα –ε;»

Τράβηξα έναν ξεγυρισμένο, εικονικό, εμετό για να του δείξω την εκτίμησή μου και έμεινα να χαζεύω τον Λυκάνθρωπο.

«Και γιατί τον λέτε Λυκάνθρωπο ρε;» τον ρώτησα μετά από λίγο.

«Εσένα δηλαδή γιατί σε λέμε μαλάκα;» απάντησε ερωτηματικά ο χολωμένος Αργύρης.

«Ο Καβάτζας του έβγαλε το όνομα ρε σεις. Ήτανε μια νύχτα λιώμας από κάτι πιαχά και τον βλέπει να πλησιάζει. Πετάχτηκε κι άρχισε να τσιρίζει –Λυκάνθρωπος, Λυκάνθρωπος, ήρθε η πανσέληνος!», είπε ένας άλλος δίπλα μας –ούτε που θυμάμαι ποιος- δεν έχει και σημασία στην τελική ανάλυση.

Καθόμουν και σκεφτόμουν λοιπόν. Ο Λυκάνθρωπος ήταν σαλταρισμένος –τι να λέμε τώρα; Η αντι-ψυχιατρική που διάβαζα εκείνη την εποχή, έλεγε πως για την κατάσταση των ανθρώπων φταίνε κοινωνικοί παράγοντες –συμφωνούσα απόλυτα. Άρα, η αντιμετώπιση της κατάστασης σε αυτές τις περιπτώσεις σημαίνει, από τη μια, την αποδοχή της διαφορετικότητας του άλλου -που σταματάς να τη βλέπεις σαν αρρώστια και από την άλλη, να αντιτίθεσαι στις κοινωνικές δομές που τον οδήγησαν σ’ αυτά τα χάλια. Έτσι το καταλάβαινα τότε. Σωστό και τεκμηριωμένο, αλλά μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ τον Λυκάνθρωπο σαν «ισότιμο μα διαφορετικό». Ψυχάκιας ναι, τρελαμένος βεβαίως –διαφορετικός κι ακαταλόγιστος, μέχρι εκεί έφτανα. Καλή η θεωρία, αλλά στην πράξη γαμιόταν. Και ειδικά όταν ο Λυκάνθρωπος σκόνταψε σε ένα τραπέζι, άρπαξε ένα τασάκι και το’βαλε στα πόδια -η παραμικρή προοπτική κατανόησης χάθηκε τρέχοντας.

Χάζευα τη γκαρσόνα να τον βρίζει και τους πελάτες που σκούπιζαν υγρά, κολλημένα ρούχα. Μετά από λίγο βαρέθηκα και προτίμησα να χαζέψω μια καινούργια παρέα που είχε αράξει στα τραπέζια του «ΤΣΑΦ» και αποτελούσε τον ορισμό του ελπιδοφόρου 3-1. Τρεις γυναίκες, ένας άντρας –καθαρή φάση. Ο τύπος βγαίνει με τη γκόμενά του, αλλά κολλάνε από δίπλα οι ξεκάρφωτες φιλενάδες. Ο τύπος θέλει να τις ξεφορτωθεί μπας και ρίξει κανένα μπαλαμούτι στη δικιά του κι αυτές θέλουν να βρουν τίποτα γκόμενους –για να μην κρατάνε πλέον το φανάρι, αλλά και για να μπουν στο μάτι του ζευγαριού. Έκανα νόημα στον Αργύρη -κι αυτός την είχε πάρει γραμμή τη φάση. Σηκωθήκαμε –πανέτοιμοι να εκτελέσουμε την αποστολή μας, για το καλό του κοινωνικού συνόλου, αλλά στη μέση της διαδρομής φρενάραμε. Μας φρέναρε δηλαδή ένας θόρυβος, σα να κατρακύλαγε βαρέλι και κάτι φωνές υστερικές.

Όλη η πλατεία, πλέον, κοίταζε τον χαμό στην «Ίντριγκα». Ο Λυκάνθρωπος, δεν ξέρω πως, αλλά είχε ξεφυτρώσει από το πουθενά και πέταξε ένα αναμμένο χαρτόκουτο πάνω στα τραπέζια. Δεν είχε γίνει μεγάλη ζημιά, ο πανικός, όμως, είχε χτυπήσει κόκκινο. Κάτι μαντραχαλάδες είχαν πέσει πάνω στον Λυκάνθρωπο και τον τραβάγανε, οι κοπέλες τσίριζαν –τζόγος μεγάλος γενικώς. Η παρέα-στόχος πετάχτηκε από το τραπέζι του «ΤΣΑΦ» και ανηφόρισε για να δει τι γινόταν. Καλύτερα, σκέφτηκα και μάλλον το ίδιο σκεφτόταν κι ο Αργύρης. Θα τις βρούμε διάσπαρτες τις κοπέλες και το πέσιμο θα είναι ευκολότερο. Έτσι τραβήξαμε κι εμείς για τον πανικό.

Όταν φτάσαμε, ξέχασα τις κοπέλες. Οι τύποι έσπρωχναν τον Λυκάνθρωπο μακριά κι αυτός έκανε γκελ σε μια μπετοκολώνα πριν ξαναγυρίσει κοντά στα τουμπαρισμένα τραπέζια. Κάτι φώναζε, σαν « Αθηνά, το παιδί» και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Ήτανε και γομάρι –οι τύποι είχαν βρει τον μπελά τους.

«Έλα ρε Αργύρη να τον τραβήξουμε από τη φάση. Θα τον λιώσουν», είπα σιγά.

«Άστον ρε μαλάκα, θα χάσουμε τις γκόμενες», παρατήρησε αδιάφορα ο Αργύρης.

Μπορεί να είχε δίκιο. Μπορεί και να κάναμε μαλακία. Ποτέ δεν το έμαθα γιατί προτίμησα ν’ ακολουθήσω τον Αργύρη για καμάκι. Αμέσως, έχασα τον Λυκάνθρωπο από το οπτικό μου πεδίο. Τις γκόμενες τις χάσαμε λίγο αργότερα. Βλέπεις, αποδείχτηκε πως ο τύπας που τις συνόδευε, έπαιζε σε ένα γκρουπάκι και οι κοπέλες ήταν ρεζερβέ από τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Μια από αυτές, την ξαναείδα κάτι φεγγάρια μετά –αλλά δεν έχει σχέση με την ιστορία, ούτε και γενικώς δηλαδή. Τον Λυκάνθρωπο πάντως, έκανα ένα χρόνο να τον ξαναδώ.

Μην τραβάς τη ντάμα καρό, αγόρι μου/ θα σε κερδίσει όταν γίνει δυνατή/ Αφού ξέρεις πως η ντάμα κούπα ήταν πάντα το καλύτερό σου φύλλο.

Δε βρέχει σήμερα. Είναι κακό που δε βρέχει γιατί κόλλησε η καταπακτή. Όταν βρέχει-γλιστράει. Τώρα δεν ανοίγει. Τη σπρώχνω απέξω –τίποτα. Ήρθε κι ο κυρ Αντρέας, καλός άνθρωπος, να βοηθήσει. Πάντα βόηθαγε ο κυρ Αντρέας, πιάνουν τα χέρια του, ήτανε υδραυλικός. Καλός άνθρωπος, η Αθηνά δεν τον καταδέχεται γιατί είναι μέσα στη μουτζούρα, αλλά εγώ –μου αρέσει που έρχεται να βοηθήσει. Και τώρα να πεις –καλά έκανε –και θα τον άφηνα να βοηθήσει. Αλλά στάθηκε πάνω από το κεφάλι μου με τον ήλιο αγκαζέ και έπρεπε να φύγω γιατί έχω να πάω για ψώνια και μπορεί να κλείσουν τα μαγαζιά. Όχι, δεν έφυγα για τον ήλιο –τα μαγαζιά θέλω να προλάβω. Θα γυρίσω σπίτι κι ο κυρ Αντρέας θα την έχει καταφέρει την καταπακτή. Που έβαλα το σημείωμα; Η Αθηνά μου τα’χει γραμμένα καταλεπτώς. Αν μ’ αφήσει έτσι δεν θα ξέρω τι να πάρω. Βρωμάνε κλεισούρα τα μαγαζιά. Και με πονάει το κεφάλι μου όταν ψωνίζω. Αλλά η Αθηνά δεν μπορεί. Μπορεί, αλλά δεν ψωνίζει. Θέλει να τα φέρνω εγώ. Δεν την αγαπάω την Αθηνά. Όλο να ψωνίζω θέλει. Αλλά την αγαπάω, δε μπορώ να της χαλάσω χατήρι. Τουλάχιστον μ’ αφήνει να πηγαίνω για ψώνια με τη Λίνα μου. Όλα τα μαγαζιά τα αγοράζω στη Λίνα μου. Και μετά φωνάζει η Αθηνά. Δεν την αγαπάω. Φωνάζει και φοβάται η Λίνα μου. Παιδί είναι! Άστο να πάρει τα δικά του! Όχι, πρέπει να μάθει στην οικονομία. Θα μάθει όταν μεγαλώσει. Τότε θα είναι αργά. Την αγαπάω την Αθηνά που με αφήνει να ψωνίζω παρέα με τη Λίνα μου. Της δίνω και κρατάει τον κατάλογο. Έτσι Λίνα μου; Από μένα τα πήρε τα μάτια η Λίνα μου. Της Αθηνάς είναι μικρά, σαν μπίλιες -τα φοβάμαι. Αλλά όχι της Λίνας μου. Μουσική. Καλή. Να δω από πού έρχεται. Από το βάθος έρχεται, που είναι δροσερά. Έχω ακούσει αυτό το τραγούδι. Λέει παράν-παραπάν, γερμανικά θα είναι. Γερμανικά δεν ξέρω. Αγγλικά και γαλλικά. Γαλλικά όχι καλά. Είχα μια κακιά δασκάλα που φώναζε. Δεν μπορούσα να ακούω. Φώναζα, έκλαιγα. Όλο τα ίδια έγραφα. Αλλά γερμανικά δεν ξέρω. Κι άλλη μουσική. Δεν αρέσει στην Αθηνά η μουσική. Την πονάει το κεφάλι της. Θέλει να ακούω χαμηλά. Αλλά χαμηλά δεν ακούω. Τώρα όμως ακούω μουσική. Τι χαζός που είμαι! Άφησα τη Λίνα μόνη να ψωνίζει. Ξεχάστηκα με τη μουσική τι κάνω έξω από το μαγαζί; Κάτσε να τρέξω να τη βρω, θα ψωνίσει όλον τον τόπο. Και θα φωνάζει η Αθηνά. Που είναι το μαγαζί; Δεν είναι εδώ το μαγαζί. Εδώ ήταν το μαγαζί. Μάλλον βγήκε έξω να με βρει. Θα γυρίσω πίσω στη μουσική. Εκεί περιμένει η Λίνα μου. Τι βλάκας! Αφού και της Λίνας της αρέσει η μουσική. Νάτη πάλι η μουσική. Η Λίνα που είναι; Ας πάω πιο κοντά.

Έχουν ήλιους σε μικρά πιάτα! Παντού! Στα πιάτα τρώμε. Αλλά οι ήλιοι δεν τρώνε. Κρατάνε μικρούς ήλιους στα στόματά τους. Θα τους φτύσουν πάνω μου! Όχι, θα τους φτύσουν στον αέρα. Θα γεμίσουν τον τόπο ήλιους! Φέρτο ‘δω το πιατάκι. Θέλεις να γλιτώσεις τους ήλιους; Δεν θα με πιάσεις! Θα τους θάψω στον σκουπιδοτενεκέ! Όλους! Να χαθείς! Από κει βγαίνουν οι ήλιοι λοιπόν! Τώρα θα δουν! Κάτσε λίγο. Έθαψα τον έναν, αλλά υπάρχουν πολλοί εκεί! Πώς να τους διώξω; Τι να κάνω; Βόηθα με λίγο! Αυτό θα κάνω. Ένα κουτί σπίρτα. Είχα στην τσέπη του παντελονιού μου. Που είναι τώρα; Δεν είναι εδώ. Λες να τα πήρε η Λίνα; Δεν κάνει να παίζουν τα παιδιά με τα σπίρτα. Όχι, εδώ είναι. Ένα, δυο, πέντε σπίρτα. Να βρω προσάναμμα. Χαρτιά. Και εφημερίδες. Τι λέει; Νέοι συντελεστές φορολόγησης; Είναι καλό να δίνεις τόπο στους νέους. Κι εμένα δεν με πήραν δα τα χρόνια! Νέος είμαι –μην κοιτάς που έχω ολόκληρη κοπέλα. Να τα μαζέψω. Στο χαρτόκουτο. Και μια ζακέτα. Γυναικεία –ποιος την πέταξε; Μάλλινη. Θα αρέσει στην Αθηνά. Ανάβει; Δεν ανάβει. Πάει και το δεύτερο σπίρτο. Δεν ανάβει! Γιατί δεν ανάβει; Άναψε! ΦΩΤΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ! ΚΑΙΓΟΜΑΣΤΕ! Όχι βρε. Η φωτιά είναι για να πνίξει τους ήλιους. Δεν αντέχουν τη φωτιά, θα τρέχουν με τη φωτιά, δεν θα κάθονται σε μια μεριά να με τρυπάνε, θα κυλάνε, θα στάζουν με τη φωτιά, θα χυθούν μέσα στη φωτιά. ΦΩΤΙΑ! Όχι βρε. Μα καίγομαι! Σε λίγο δεν θα την κρατάω άλλο. Θα κάψω τους ήλιους. Πάω πάλι στη μουσική.

Σηκώθηκαν. Πάνε να μου κρύψουν τα πιάτα με τους ήλιους, αλλά δεν με ξέρουν καλά. Να, για να μάθετε! Να καείτε! Φωνάζετε ε; Θέλατε να μου κάνετε κακό. Να με ξεκάνετε και μετά να περιλάβετε τη Λίνα μου! Τι κάνει εκεί η Αθηνά με το παιδί στο χέρι; Τι κάνουν μέσα στη φωτιά; Φύγετε –δεν με ακούνε –ΦΥΓΕΤΕ!. Να τις σώσω –δεν με ακούνε! Κάντε στην άκρη ρε! Θα καεί η κόρη μου και η γυναίκα μου! Αθηνά, το παιδί!


Τον ξαναείδα, περίπου ένα χρόνο μετά, όταν τα Εξάρχεια καίγονταν. Είχε αρχίσει βλέπεις η «Επιχείρηση Αρετή» και σκούπιζαν την πλατεία μαζί με τους γύρω δρόμους. Ξεκίνησαν από τα μπαρ και τα λαϊβάδικα. Κάθε μέρα έκλειναν και ένα, μέχρι που δεν έμεινε τίποτα. Πέρασαν μετά στις καφετέριες. Μια από τα ίδια. Ευτυχώς που δεν το συνέχισαν στα σουβλατζίδικα γιατί θα ψοφάγαμε της πείνας. Το γεγονός πάντως ήταν πως για να περάσεις από την πλατεία εκείνες τις μέρες, έπρεπε να είσαι γρήγορος στα πόδια και πλήρως εξοπλισμένος με χαρτούρα. Άδειες, διπλώματα, ταυτότητες –τέτοια. Αλλιώς, πέρα από το ξύλο (το οποίο δεν υπήρχε περίπτωση να γλιτώσεις), θα ‘πρεπε να έρθουν οι γέροι σου να σε βγάλουν από το κρατητήριο. Κι αυτό δηλαδή, μετά από καμιά βδομάδα –αφού είχαν βαρεθεί να σε κοπανάνε και σε άφηναν να τηλεφωνήσεις.

Αλλά συνεχίζαμε να πηγαίνουμε στην πλατεία, σαν τους μαλάκες που τους τρώει ο κώλος τους. Και γιατί όχι δηλαδή; Επειδή θέλανε να μας την κόψουν; Ρε, δε γαμιούνται; Ξύλο εσείς; Ξύλο κι εμείς. Μόνο που συνήθως, αυτοί το έριχναν κι εμείς το τρώγαμε. Λεπτομέρειες άνευ σημασίας όταν είσαι πιτσιρικάς κι όλος ο κόσμος σε στριμώχνει στη γωνία.

Ήταν, θυμάμαι απόγευμα –από αυτά που βγάζουν αίμα στον ουρανό. Το λέω, όχι γιατί έχει σημασία, αλλά για να δικαιολογήσω τη χαλασμένη μου διάθεση. Με είχε πιάσει και μια ταχυκαρδία από τον φόβο –μπήκα στην πλατεία και θαύμασα τα «στρατά» παραταγμένα. Εγώ κι αυτοί –ψυχή ανθρώπινη δεν φαινόταν πουθενά –μέχρι και οι καταστηματάρχες είχαν κλείσει. Πήγα και την έπεσα στο αγαπημένο μου παγκάκι, δεν ήμουνα για πολλά –να πουλήσω λίγο μούρη (σε ποιον; ποτέ δεν κατάλαβα –μόνο εγώ κι ο εαυτός μου ήμασταν εκεί) και θα ‘φευγα σε λίγα λεπτά. Είχα δώσει και περιθώριο –να καπνίσω ένα τσιγάρο και την κάνω. Έτσι, για να μην τους περάσει το δικό τους. Καθόμουνα, το λοιπόν, και κάπνιζα, σκεφτόμουν κιόλας ότι, την ώρα που πέρναγα από μπροστά τους κάποιος στοργικός μου είχε πετάξει ένα: «Κοπάνα την αγοράκι, γιατί σε λίγη ώρα –τέρμα οι καραμέλες».

Θα την κοπάναγα, δεν γεννάται ζήτημα, αλλά όχι ακόμα. Στη μέση του τσιγάρου είδα μια διμοιρία να κλείνει την έξοδο από Στουρνάρη. Πόσο γιαμιόλα ήταν αυτή η πλατεία; Ποντικοπαγίδα σκέτη –μπλοκάρανε τις τέσσερεις πλευρές και σε ψήνανε όποτε τους έκανε κέφι. Πνίγηκα να τελειώσω το τσιγάρο όσο πιο γρήγορα γινόταν –δυο τζούρες μου είχαν μείνει όταν εμφανίστηκε ο Λυκάνθρωπος. Δεν κατάλαβα από πού ήρθε, είχα το νου μου στις εξόδους της πλατείας που λιγοστεύανε κι έτσι τον είδα όταν κοπάνησε πάνω σε μια ασπίδα. Ο ΜΑΤατζής που την κρατούσε κόντεψε να σωριαστεί, αλλά το’ σωσε, τελευταία στιγμή. Έσπρωξε τον κουρελή μακριά και ξαναπάτησε πάνω στο αγαπημένο του πλακάκι.

Δεν τους ενδιέφερε ο Λυκάνθρωπος, για την ακρίβεια δεν ήθελαν ούτε καν να τον πλησιάσουν. Ήταν και η μπόχα –τα ‘χουμε πει αυτά. Αλλά ο Λυκάνθρωπος ξαναπήγε κατά πάνω τους γαμώ το μυαλό του το ταραγμένο!

Μου φαίνεται πως κάποια πράγματα/ είναι αφημένα πάνω στο τραπέζι σου/ αλλά εσύ, θέλεις αυτά που δεν μπορείς να έχεις.

Τώρα έχει πεθάνει ο ήλιος και χαίρομαι. Τώρα δεν το έχουν καταλάβει και δεν έχουν σκορπίσει τους μικρούς ήλιους τριγύρω. Μέχρι και τα τζάμια που βάλανε έξω από την πολυκατοικία του Παντελή είναι θολά. Δεν έχουν ούτε τόσον δα ήλιο. Γιατί κρατάτε τα τζάμια; Ανοίξτε βρε να περάσω –με περιμένει ο Παντελής. Επάνω με περιμένει. Πέθανε η γυναίκα του, του κακομοίρη. Ν’ ανέβω να του πω μια καλή κουβέντα –αμαρτία από το θεό να μένει μόνος. Ανοίξτε βρε! Τι είσαστε εσείς; Του γραφείου κηδειών; Αφήστε με να περάσω βρε –φίλος είμαι.


Έσπρωχνε τις ασπίδες και οι ασπίδες τον έσπρωχναν πίσω. Στην αρχή το πήραν για χαβαλέ οι γουρούνηδες, αλλά μετά σοβάρεψαν. Έτσι είναι αυτοί με τις στολές. Ότι δεν καταλαβαίνουν το βαράνε. Από ανασφάλεια μάλλον.

«Φύγε ρε βρωμιάρη μη σε μαζέψουμε», φώναξε ένα κράνος.

Ταυτόχρονα, ένας μάγκας βγήκε από τη σειρά του, πλησίασε τον Λυκάνθρωπο από πίσω και του κατέβασε μια γερή με το γκλοπ. Ο Λυκάνθρωπος παραπάτησε, αλλά δεν γύρισε πίσω. Κάποιοι γέλασαν –τώρα ήταν πιο εύκολο να ρίξουν τον Λυκάνθρωπο με τις ασπίδες τους. Και αυτό ακριβώς έκαναν.


Πόνος! Πόνος! Αφήστε με να περάσω. Ένας ήλιος ήρθε και με τρύπησε πίσω από την πλάτη μου, όταν δεν κοίταζα. Με τρύπησε στο κεφάλι σας λέω –αφήστε με. Να πάω επάνω στον Παντελή, να μου δώσει παυσίπονο, πέφτω, αφήστε με. Τι είσαστε εσείς; Ψηλούς σας βλέπω, σηκώστε με, βοηθήστε να σηκωθώ, καλέστε την αστυνομία. Κάτι καίγεται, ο Παντελής, φωτιά, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ!


Όταν είδαν πως δεν βγάζουν άκρη μαζί του, γιατί ο Λυκάνθρωπος έπεφτε σε κάθε γκλοπιά, αλλά σηκωνόταν πάλι -αποφάσισαν να τον πετάξουν λίγο παρακάτω. Δεν είχε πλάκα πια. Τον περίμεναν λοιπόν να ξαναπέσει και τότε δυο γομάρια τον έσυραν μέχρι την άκρη της πλατείας. Κοντά μου. Όσο πλησίαζαν τους άκουγα να λένε για ασθενοφόρα και περιπολικά.

«Μήπως να καλέσουμε ασθενοφόρο; Μήπως να φωνάξουμε την Άμεσο Δράση –χρειάζεται τρελλάδικο ο άνθρωπος»

«Μαλάκας είσαι; Να μπλέκουμε με περιστατικά και καταθέσεις; Ξεφορτώσου τον ρε να ησυχάσουμε. Κωλόπαιδο –πρόσεχέ τον εδώ πέρα. Μην ξανάρθει κοντά γιατί θα τον λιώσουμε –ξηγημένοι;»

Το τελευταίο πήγαινε σε μένα. Χάρηκα. Θα προσέφερα ανθρωπιστική βοήθεια στους μπάτσους κι έτσι, ίσως να γλίτωνα το ξύλο. Τσακίστηκα να πάω κοντά του κιόλας.


Καίγεται! Όλα καίγονται. Θέλω να μπω, η Λίνα μου μπορεί να έχει μείνει μέσα. Καίγεται το σπίτι, έχω στη ντουλάπα τα βιβλιάρια –όλες μας οι οικονομίες, για μια ώρα ανάγκης. Αθηνά! Που είναι η Λίνα; Γιατί με τραβάνε οι πυροσβέστες; Που είναι η Λίνα;


Προσπαθούσα να τον κρατήσω κάτω, αλλά δεν ήταν κι εύκολο. Ο Λυκάνθρωπος ούρλιαζε, στριφογύριζε, τεντωνόταν. Μια μολότωφ έσκασε κάπου πίσω –στη Σολωμού, αν κατάλαβα καλά. Η διμοιρία που ήταν στην πλατεία σήκωσε τις ασπίδες.


Άνοιξέ μου! Δε φταίει η φωτιά! Άνοιξε ρε Αθηνά! Άνοιξε και θα γίνουν όλα όπως πρώτα.


Δεν μ’ έπαιρνε να μείνω άλλο –το καταλαβαίνεις έτσι; Οι ΜΑΤατζήδες είχαν αρχίσει να χτυπάνε τα γκλοπ πάνω στις ασπίδες. Μολότωφ έσκαγαν τριγύρω, μπότες ποδοπατούσαν ρυθμικά τα πεζοδρόμια, γκλοπ χτυπούσαν σε κάγκελα. Δεν μ’ έπαιρνε.

Σηκώθηκα και το’ βαλα στα πόδια. Ήμουνα σίγουρος ότι θα πέσω πάνω σε κάποια διμοιρία και θα με σαπίσουν, αλλά, δεν έγινε έτσι. Βρήκα έναν άδειο δρόμο κι εξαφανίστηκα πετώντας. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Πρόλαβα ν΄ακούσω τα βογκητά του Λυκάνθρωπου καθώς περνούσε από πάνω του, τροχάδην, η διμοιρία. Ήμουνα σίγουρος πως δεν θα τον ξαναδώ. Αλλά έκανα λάθος.

Desperado, δεν πρόκειται να ξαναγίνεις νέος/ ο πόνος και η πείνα θα σε οδηγούν πίσω στο σπίτι/ Και η ελευθερία, λοιπόν, η ελευθερία είναι σκέτα λόγια που λένε κάποιοι άνθρωποι/ Η φυλακή σου, περπατάει δίπλα σου όπου και πας.

Είμαι 60 ετών. Έτσι γράφει το χαρτί από το νοσοκομείο. Το εξιτήριο. Νοσηλεύτηκα με πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, μώλωπες και εκδορές. Κι αυτά στο εξιτήριο τα γράφει. Μου είπαν πως έμεινα κοντά στους 8 μήνες, εγώ δεν το θυμάμαι. Μου είπαν πως υπέφερα από νευρικό κλονισμό, κρίσεις πανικού και κάτι άλλο, που δεν το συγκράτησα. Γεγονός είναι πως δεν ήμουν καλά στα μυαλά μου. Τώρα θα είμαι. Οι γιατροί μου έγραψαν κάποια φάρμακα –αν τα παίρνω δεν θα ξαναπάθω κρίσεις. Θα πρέπει να πέρασα κάποια τραυματική εμπειρία –έτσι είπαν οι γιατροί. Δεν θυμάμαι πολύ καλά. Για την ακρίβεια –δεν θυμάμαι καθόλου. Οι γιατροί μου είπαν να μην ανησυχώ –θα επανέλθει και η μνήμη μου, σταδιακά.

Το πρόβλημα είναι πως δεν έχω με τι να ζήσω, μέχρι να θυμηθώ. Και δεν το λέω φιλολογικά –τα ρούχα που φοράω μου τα προμήθευσαν στο νοσοκομείο και μια καλή κυρία μου έδωσε κάτι λίγα χρήματα. Πρέπει να θυμηθώ ποιος είμαι. Αυτό δεν το λένε οι γιατροί –με καθησύχασαν οι άνθρωποι, πολύ καλοί άνθρωποι, όλα θα επανέλθουν με τον καιρό. Αλλά πρέπει να θυμηθώ –αυτό το λέω εγώ ο … κάτσε να δω το εξιτήριο … ο όνομα –άγνωστο, επίθετο-άγνωστο...


Τα Εξάρχεια είχαν ησυχάσει από τις επιδρομές. Σχεδόν δηλαδή –άρχιζε το καλοκαίρι, μέχρι και οι μπάτσοι έπρεπε να πάρουν τις άδειές τους. Κάποιοι «αγανακτισμένοι πολίτες» επέμεναν ακόμα να μας χαλάνε τις καταλήψεις –κομματόσκυλα της κυβέρνησης που μαζεύονταν με πέτρες και μπουκάλια κι έψαχναν για στόχους, μέσα από σπασμένα παράθυρα. Καταστρέφονταν τα μαγαζιά τους, οι περιουσίες τους, στις φασαρίες –έτσι έλεγαν. Εγώ είχα δει τα ΜΑΤ να κατεβάζουν βιτρίνες και τους ασφαλίτες να τα σπάνε. Υπήρχαν και παιδιά από την πλατεία που έσπαγαν κι έκλεβαν, μαζί με κλεφτρόνια που χώνονταν στις φασαρίες. Αλλά δεν χτυπάγανε μικρομάγαζα –τι να πάρεις από αυτούς; Κάτι πολυκαταστήματα λεηλατούσαν, από αυτά που πίνανε τον ιδρώτα των υπαλλήλων με το μπουρί της σόμπας. Τέλος πάντων –οι «αγανακτισμένοι πολίτες» εκεί –στο κόλλημά τους, εναλλάξ με τους Κνίτες. Αυτοί οι τελευταίοι είχαν ειδικότητα στις εκδηλώσεις μέσα σε σχολές. Συναυλία ήταν, ομιλία ήταν –οι Κνίτες στο πόστο τους με τους πυροσβεστήρες και τα καδρόνια. Τα λέω όλα αυτά γιατί έχουν σχέση με την υπόθεση –αλλά και γιατί γούσταρα να τα πω, σε τελική ανάλυση.

Ήταν λοιπόν η τελευταία συναυλία πριν κλείσουν οι σχολές για καλοκαίρι. Αντιρατσιστική –στο Πολυτεχνείο. Γιατί είχε κυκλοφορήσει πως κάτι Χρυσαυγίτες σουλατσάριζαν από Κουμουνδούρου μέχρι Πανεπιστημίου τα βράδια και μαχαίρωναν μετανάστες. Το είχε γράψει μια εφημερίδα στα «ψιλά» -υπήρχαν ονόματα από 5 άτομα που νοσηλεύονταν. Γι’ αυτό πίναμε μπύρες στην πλατεία, περιμένοντας την ώρα να περάσει –για να κατηφορίσουμε προς Πολυτεχνείο μεριά. Μέσα στον κόσμο τριγύριζε κι ένας γέρος που κάτι μας θύμιζε, αλλά δεν ενδιαφερόμασταν να το ψάξουμε περισσότερο.

Δεν παγώνουν τα πόδια σου το χειμώνα;/ Τα σύννεφα δεν θα χιονίσουν κι ο ήλιος δεν θα λάμψει./ Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τη μέρα από τη νύχτα./ Χάνεις τις ισορροπίες σου./ Δεν είναι αστείο το πώς φεύγει κάθε αίσθηση;

Είναι δυο μήνες τώρα, μπορεί και περισσότερο, που γυρίζω στην ίδια περιοχή. Κοιμάμαι σε ένα ερείπιο στη Νοταρά, που κάτι μου θυμίζει. Πολλά μου θυμίζει. Θα πρέπει να ήταν το σπίτι μου –αλλά είναι κατεστραμμένο τώρα, από φωτιά –έτσι δείχνει. Ρώτησα τους γείτονες, κανείς δεν με θυμάται. Ποιους γείτονες δηλαδή; Κάτι τρομοκρατημένοι ξένοι είναι που ζουν πια εκεί και πολλές εταιρείες. Οι ξένοι δεν με έχουν ξαναδεί –δηλαδή με έχουν, με θυμούνται να κυκλοφορώ στην περιοχή κουρελής. Αλλά μόνο αυτό. Προχτές ανακάλυψα ότι έχω κόρη. Είχα, τέλος πάντων. Βρήκα κάτι κοριτσίστικα παπούτσια μέσα στα ερείπια, από του «Μούγιερ», τα θυμήθηκα κάπως. Ήταν Πάσχα, η μικρή ήταν μαζί μου και τραβούσε το σακάκι μου, ήθελε πολύ αυτά τα παπούτσια, μπήκαμε και τ’ αγοράσαμε και μετά η άλλη γκρίνιαζε στο σπίτι. Η γυναίκα μου. Έλεγε ότι πετάμε τα λεφτά μας και δεν ήταν ανάγκη να πάρουμε παπούτσια θα έφερνε ο νονός της μικρής. Μόνο που δεν θυμάμαι τα πρόσωπά τους. Είχα κόρη και γυναίκα. Τίποτα άλλο δεν θυμάμαι. Κάνω θελήματα και δουλεύω στις μετακομίσεις. Έρχομαι στην πλατεία, βρίσκω αυτούς με τα τρίκυκλα και περιμένουμε μαζί. Βοηθάω στα κουβαλήματα και βγάζω κάτι ψιλά. Ευτυχώς ο καιρός είναι καλός –όταν χειμωνιάσει θα πρέπει να βρω σπίτι να μένω. Κάνω οικονομίες, κάτι θα έχω μαζέψει μέχρι το χειμώνα.


«Σηκωθείτε ρε μάγκες –θα έχει ξεκινήσει η συναυλία».

Δεν ξέρω ποιος απ’ όλους το φώναξε, αλλά σηκωθήκαμε. Πήρε το μάτι μου τον γέρο να τρώει ένα σουβλάκι.

«Τι μου θυμίζει αυτός ρε Βαγγέλη;» ρώτησα τον Καβάντζα που ήξερε την κάθε πέτρα της πλατείας με το μικρό της όνομα.

«Χαζός είσαι μωρ’ αδερφάκι μου», γέλασε ο Καβάντζας. «Ο Λυκάνθρωπος είναι ρε. Έστρωσε η γκλάβα του και γύρισε πάλι στα λημέρια του. Κουρεύτηκε κιόλας, γι’ αυτό δεν τον κατάλαβες. Δουλεύει με αυτούς που ‘μεταφέρουν εκτελέσεις’, αυτούς με τα τρίκυκλα».

Τότε τον κατάλαβα! Βέβαια! Βρε τον Λυκάνθρωπο –δεν ήταν πια λύκος, σκέτος άνθρωπος είχε απομείνει! Τον πλησίασα κιόλας.

«Με θυμάσαι;»

«Τίποτα δεν θυμάμαι παλικάρι μου»

«Τίποτα-τίποτα;»

«Είχα μια κόρη και μια γυναίκα, έμενα εδώ πιο πάνω στη Νοταρά. Μόνο αυτά. Ούτε πως τις λένε, ούτε που είναι τώρα –τίποτα. Και το νοσοκομείο θυμάμαι, αλλά δεν ξέρω πως βρέθηκα εκεί».

«Καλά αυτό είναι μεγάλη κουβέντα. Μέχρι κάποια φάση μπορώ να σου …»

«Έλα ρε μαλάκα –θα πάμε στο Πολυτεχνείο;» αυτός ήταν ο βιαστικός Αργύρης.

«Δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας; Μουσική θα έχει –να τα πούμε κιόλας ε;»

«Και δεν έρχομαι; Μου αρέσει η μουσική».

Καλά, δεν τον έκοβα να ενθουσιάζεται κιόλας με τους «Χωρίς Περιδέραιο», τους «Last Drive» και τα υπόλοιπα γκρουπάκια –αλλά τέλος πάντων, ξεκινήσαμε μαζί με το τσούρμο –καμιά σαρανταριά άτομα θα ήμασταν.

Η συναυλία πήγαινε καλά. Τα είπαμε και με τον Λυκάνθρωπο (τον πρώην) –άκρη δε βγάλαμε. Σε κάποια φάση μας σφύριξαν πως οι «αγανακτισμένοι πολίτες» άρχισαν να μαζεύονται απέξω. Αποφασίσαμε πως «στ’ αρχίδια μας». Αργότερα μάθαμε πως οι Κνίτες ήθελαν να τελειώσουν τη συναυλία πρόωρα. Άρχισε να μυρίζει φασαρίες. Κι ότι μυρίζει –ψήνεται. Κι ότι ψήνεται –σερβίρεται. Έτσι λοιπόν, μας σέρβιραν κάτι κουτουλίδια ξεγυρισμένα οι Κνίτες και ξεκίνησαν να μας μεταφέρουν, καροτσάκι, έξω από την κεντρική πύλη. Εκεί μας περίμεναν οι «αγανακτισμένοι», με πέτρες. Αλλά δεν ήταν μόνοι.

Δεν το πήραμε γραμμή από την αρχή, αλλά τα στενά είχαν γεμίσει Χρυσαυγίτες. Κάναμε ντου στους «αγανακτισμένους», τους ανοίξαμε εύκολα και χωθήκαμε στα στενά σαν τα ποντίκια σε στόμα γάτας. Κάποιοι έλεγαν να γυρίσουμε πίσω, να περάσουμε από τους «αγανακτισμένους» και να πλακωθούμε πάλι με τους Κνίτες. Θα καταλαμβάναμε το Πολυτεχνείο –οι ομάδες άρχιζαν ήδη να οπλίζονται. Καλά, εντάξει –εγώ ψιλοβαριόμουν. Είχα να πάω και σ’ ένα ραντεβού την επόμενη μέρα, για δουλειά –μπας κι έβγαζα τίποτα φράγκα για το καλοκαίρι … Μέσα στον πανικό είχα χαθεί και με τον Λυκάνθρωπο, αποφάσισα λοιπόν να διαλυθώ ησύχως…

… και είδα που τον λιάνιζαν στο ξύλο, γωνία Μπουμπουλίνας και Δεληγιάννη –πίσω από το Μουσείο. Οι Χρυσαυγίτες παραμόνευαν στα στενά –το είπα αυτό ήδη. Την άλλη μέρα, έμαθα πως είχαν στείλει 10 άτομα στο νοσοκομείο –τους πετύχαιναν μόνους ή δυο-δυο, έριχναν ξύλο και μετά τους παρατούσαν. Αφού τους είχαν κλέψει ότι κλεβόταν βέβαια. Στο νοσοκομείο 10 άτομα, αλλά τον Λυκάνθρωπο δεν τον πρόλαβαν. Κοίτα να δεις πως έγινε:

Ο Λυκάνθρωπος μάλλον γύριζε στο ερείπιό του, όταν τον πέτυχαν οι «αγανακτισμένοι». Μπορεί κάποιος να τον είχε δει όταν έβγαινε από το Πολυτεχνείο –το θέμα είναι ότι τσακώθηκαν. Όχι τίποτα χοντρό, τον έβρισαν κι αυτός κάτι απάντησε. Αυτά τα έμαθα γιατί μπλέχτηκα στο μπούγιο των «αγανακτισμένων» που παρακολουθούσαν τον ξυλοδαρμό. Τέλος πάντων, τον πήραν χαμπάρι οι Χρυσαυγίτες, ότι ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο και του όρμησαν με μαχαίρια και ρόπαλα. Ακούγαμε κόκαλα να σπάνε –δεν είναι καθόλου ανθρώπινο αυτό –κάνει τα γόνατά σου να λύνονται, να μην σε υπακούουν.

«Πάμε να τον βοηθήσουμε, θα τον σκοτώσουν τον άνθρωπο!», αυτό τουλάχιστον κατάφερα να το φωνάξω.

«Τρελός είσαι παιδάκι μου; Αυτοί έχουν μαχαίρια δε βλέπεις;»

«Ρε που σε ξέρω εσένα; Μήπως ήσουνα με τους αληταράδες στο Πολυτεχνείο;»

«Μαζί τους ήταν το σκατόπαιδο!»

Φοβόμουν τόσο πολύ που δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κι αυτοί δηλαδή –είχαν νεκρώσει από το κορμί που σπαρτάραγε -10 μέτρα μακριά τους. Οι Χρυσαυγίτες είχαν τελειώσει τη δουλειά τους και τον παράτησαν να πιτσιλάει με αίμα την άσφαλτο. Πολύ αίμα. Δεν έβλεπα από πού ερχόταν. Πήγα κοντά του, σπρώχνοντας τα πόδια με το κεφάλι μου.

Desperado γιατί δεν λογικεύεσαι;/ Κατέβα από τους φράχτες, άνοιξε την πόρτα/ μπορεί να βρέχει αλλά έχεις το ουράνιο τόξο πάνω από το κεφάλι σου/ Καλύτερα ν’ αφήσεις κάποιον να σε αγαπήσει/ ν’ αφήσεις κάποιον να σε αγαπήσει/ν’ αφήσεις κάποιον να σε αγαπήσει/ πριν να είναι αργά.

Με λένε Θεμιστοκλή Αργυριάδη. Είχα μια γυναίκα, την Αθηνά και μια κόρη τη Λίνα –από το Ευαγγελία βγαίνει, έτσι λέγανε τη συχωρεμένη τη μάνα μου. Δούλευα στην τράπεζα. Μέναμε στη Νοταρά, νούμερο 77. Με έδιωξαν από την τράπεζα για κατάχρηση. Δεν τα ήθελα για μένα τα λεφτά –η Αθηνά είχε φαγωθεί να πάρουμε εξοχικό. Δεν άντεχα τη γκρίνια της -θα έκανε καλό και στο παιδί που ήταν κατάχλωμο, να το δει και λίγο ο ήλιος. Μ’ έφαγε μ’ αυτό τον ήλιο η Αθηνά. Και τον σιχαίνομαι τον ήλιο –μου προκαλεί ημικρανίες –αλλά ήταν για το παιδί. Για τη Λίνα μου. Με κάρφωσε ένας συνάδελφός μου, ο Παντελής ο Νικολάου. Είχε τη γυναίκα του άρρωστη, από καρκίνο –είχε ανάγκες, έπρεπε να την πάει στο εξωτερικό, με κάρφωσε και μου πήρε τη θέση του προϊσταμένου. Μετά πήρε φωτιά το σπίτι μας, στη Νοταρά. Αποκοιμήθηκα και ξέχασα το γκαζάκι που έψηνα καφέ. Άρπαξαν οι κουρτίνες, δεν έμεινε τίποτα. Η Αθηνά με τη Λίνα μου, δεν ήταν στο σπίτι τότε. Έκαναν διακοπές, στο χωριό της Αθηνάς. Όταν της το είπα, από το τηλέφωνο, δεν έβγαλε λέξη. Μετά πήρε το παιδί και έφυγε για Αυστραλία. Είχε κάτι ξαδέρφια, συχωριανούς εκεί πέρα. Πήρε το παιδί και έφυγε –χωρίς να μου πει κουβέντα, δεν τις ξαναείδα από τότε. Έχασα τα μυαλά μου, μετά από αυτό –αλλά δεν έφυγα από το σπίτι μου. Ακόμα εκεί μένω. Εκεί ήθελα να πάω –δεν κατάλαβα γιατί με έβριζαν αυτοί οι άνθρωποι, δεν κατάλαβα γιατί μου επιτέθηκαν αυτά τα παιδιά. Στην αρχή πόνεσε, αλλά μετά από λίγο δεν ένιωθα τίποτα. Μόνο που δεν μπορώ να κουνηθώ. Ούτε να μιλήσω. Δε βαριέσαι; Καλά είναι κι εδώ –που να τρέχω τώρα; Θέλω πολύ να κοιμηθώ. Αύριο το πρωί θα ψάξω για την κόρη μου. Δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε η Αθηνά. Αλλά τώρα νυστάζω. Καληνύχτα Λίνα μου.



Υ.Γ.: Η μουσική υπόκρουση που παρεμβάλλεται, είναι φυσικά, το Desperado των Eagles

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι