Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

10. Άσπρος φόβος

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
Φοβάται. Ο Άρης φοβάται. Για την ακρίβεια, έχει ασπρίσει -από κλειδώσεις μέχρι μηνίγγια, ιδρώνει κρύα και τρέμει. Μπροστά του χάσκουν οι ζάντες-ξυράφια της μαύρης Ντεσπεράντο, δίπλα του η Μάχη, σχολιάζει την πίσω σέλα.
«Στενή δεν είναι;»
«Ε;»
Ο Άρης τρέμει να ξανανέβει σε μοτοσικλέτα. Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές – ούτε τις φυσιοθεραπείες δεν ολοκλήρωσε καλά-καλά. Και έχει ακόμα σκοτοδίνες, εντάξει, όχι συνέχεια –αλλά ποτέ δεν ξέρεις. «Θα εξαλειφθούν σταδιακά. Το χτύπημα ήταν αμβλύ, μάλλον προσκρούσατε στο σίδερο στήριξης του κάδου. Αν δεν φορούσατε κράνος θα είχε καρφωθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού σας. Αλλά και πάλι … οι εξετάσεις δείχνουν κάποια ραγίσματα, βλέπετε; Εδώ κι εδώ… μάλλον έχει τραυματιστεί κι ο εσωτερικός φλοιός, αλλά θα επουλωθεί μόνος του –με τον καιρό. Για την ώρα…», να αποφεύγει τις έντονες δραστηριότητες, είχε πει ο γιατρός. Να μην οδηγεί, να μην ανεβαίνει σκάλες, να μην τρέχει –τέτοια πράγματα. Να ζει σε αναπηρική καρέκλα, πες καλύτερα. Ο Άρης τον είχε γράψει κανονικά. Η Μάχη θα πέθαινε από το άγχος, αν το μάθαινε –ευτυχώς δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε καν υποψιαζόταν. Ο Άρης φρόντιζε να το κρατήσει μυστικό χωρίς να ξέρει πως κι αυτή του έκρυβε κάτι. Γιατί η Μαρία είχε τηλεφωνήσει και στη Μάχη για να της πει σχετικά με την εξαφάνιση του Κώστα, αλλά αυτή προτίμησε να μην ανησυχήσει τον Άρη. Δεν υπήρχε λόγος –θα μαθευόταν αργότερα ή θα ξαναεμφανιζόταν ο Κώστας.
Τα παιδιά από το περιοδικό –για την ακρίβεια ο Χρηστάρας –του είχαν φέρει αυτή τη Ντεσπεράντο μέχρι να επισκευαστεί η δική του μοτοσικλέτα (πράγμα αδύνατο) ή μέχρι να αγοράσει καινούργια (το πιο πιθανό). Η Ντεσπεράντο ανήκε στο περιοδικό –την είχαν για ώρα ανάγκης, για περιηγήσεις επισκεπτών –τέτοια πράγματα.
Ο Άρης φιλάει τη Μάχη για να πάρει κουράγιο και ανεβαίνει. Ο κινητήρας αρχίζει να λειτουργεί σα μαχαίρι που κόβει βούτυρο, δεν γίνεται να καθυστερήσει άλλο –ξεκινάει για τη δουλειά του, κοντά δυο μήνες από το ατύχημα. Στα πρώτα μέτρα έχει ήδη ιδρώσει μέσα στο κράνος, αρκεί να τον πλησιάσει αυτοκίνητο για να δει στιγμιότυπα σύγκρουσης σε γρήγορη κίνηση –σφίγγει τα μάτια, τα διώχνει και κόβει ταχύτητα. Στο φανάρι, σταματάει δίπλα του ένα σκούτερ –ο πιτσιρίκος χαζεύει τη Ντεσπεράντο και φεύγει πατημένος όταν ανάβει πράσινο. Ο Άρης ακολουθεί γελώντας με τη φάτσα του μικρού –γυρίζει κάθε λίγο να κοιτάξει πίσω του, δεν μπορεί να πιστέψει ότι έριξε τόσο «στ΄ αυτιά» της μεγάλης μοτοσικλέτας. «Chicken rider, σωστά μικρέ;»
«Ήρθες αφεντικό; Σιδερένιος!», η υποδοχή είναι πιο ήρεμη αυτή τη φορά. Ίσως και πιο μουδιασμένη –τα παιδιά δουλεύουν μπροστά στους υπολογιστές τους, περίεργα άφωνα –ούτε ένα πείραγμα, ούτε μια βρισιά. Ο Άρης το κατάλαβε πριν καθίσει καν στην καρέκλα του. «Στα τελειώματα είναι οι διαδικασίες ξεπουλήματος –η ΔΥΝΑΜΙΚΗ μας έχει ράψει ήδη τα κουστούμια», τον είχε πληροφορήσει τηλεφωνικά ο Χρηστάρας πριν μια βδομάδα. Τι θα έκανε; Τι μπορούσε να κάνει; Απολύτως τίποτα. Δεν είχε δύναμη να κοντράρει και δεν είχε διάθεση. Ούτε επιχειρήματα. Φοβόταν να κινηθεί, με απλά λόγια.
«Να κατέβουμε στο γραφείο σου για κάτι υπογραφές;» ρώτησε τηλεφωνικά ο Καραγιάννης.
«Όχι άστο –ανεβαίνω εγώ», προτίμησε να μην δει όλο το τμήμα τον συμβιβασμό του. Σηκώθηκε κουτσαίνοντας.
«Έχεις ενημερωθεί περί του θέματος –έτσι;» χαμογέλασε ο Νικολάου.
«Σαφώς και όχι, όπως θα θυμάστε πολύ καλά. Αλλά το ερώτημα είναι –ακόμα κι αν ενημερωνόμουν θα άλλαζε κάτι;» ανταποδίδει το χαμόγελο ο Άρης. Κοιτάζει κιόλας τον καινούργιο μαλάκα που κάθεται στην άλλη άκρη του τραπεζιού συσκέψεων, δίπλα στον Καραγιάννη και δήθεν σημειώνει. Μικρότερός του, με τρεις τόνους ζελέ στο μαλλί και κομψό κοστούμι. Χαφιές τους ή τοποτηρητής; Σε πιο σημείο έχουν φτάσει οι διαδικασίες πώλησης;
«Μα τι λες τώρα Άρη μου! Είμαστε στην ίδια πλευρά, συνέταιροι –σαφώς και η γνώμη σου μετράει!» απορεί καθησυχαστικά ο Καραγιάννης.
«Καλά, ας κόψουμε τις σάλτσες. Εξηγείστε μου λίγο το καινούργιο καθεστώς» και φοβάται σχετικά με το τι θ’ ακούσει ο Άρης. Σκοπεύει να συμβιβαστεί με έναν καλό μισθό και υποτυπώδη αυτονομία. Μετά, βλέπει.
«Δεν υπάρχει καινούργιο καθεστώς αγαπητέ. Η κατάσταση διατηρείται ως έχει –απλώς θα υπάρχει δομική συνεργασία με την ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Εξακολουθείτε να διατηρείτε την θέση και τις αρμοδιότητές σας. Το μόνο που αλλάζει είναι η υποχρέωση της εταιρείας σας να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Ομίλου, προκειμένου να καθορίζεται, από κοινού και σε τακτά χρονικά διαστήματα, η στρατηγική πλεύσης μας. Φυσικά, μετά από απαίτηση του κυρίου Καραγιάννη θα σας διαθέσουμε τρεις από τους καλύτερους εμπειρογνώμονές μας, προκειμένου να σας υποστηρίζουν σε εξειδικευμένα θέματα της αγοράς». Ο κουστουμάτος μίλησε την χειρότερη ώρα. Κυριολεκτικά. Δεν χρειαζόταν –δεν υπήρχε λόγος. Υπογραφόταν ένα ξεπούλημα και ο καθένας προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα μίνιμουμ –αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχε λόγος να τους περιγράψει τις συνθήκες υποτέλειας.
Ο Νικολάου δαγκωνόταν σε κάθε κουβέντα του κουστουμάτου –δεν είχε καμιά όρεξη να τα πάρει στο κρανίο ο Άρης και να τους καθυστερήσει με τίποτα ξεσπάσματα. Τον έβλεπε κιόλας τεντωμένο, οι αρθρώσεις του έσφιγγαν τις άκρες του τραπεζιού. Βέβαια, ο Νικολάου δεν ήταν σε θέση να καταλάβει πως ο Άρης είχε φάει ένα ακόμα φλας σκοταδιού και πάλευε να νικήσει τη ζαλάδα του. Γι΄ αυτό παραξενεύτηκε όταν τον είδε να υπογράφει γρήγορα στα χαρτιά και να σηκώνεται.
«Προχωρήστε τις διαδικασίες μόνοι σας –έχω κάποια επείγουσα δουλειά στο γραφείο μου», μουρμούρισε σέρνοντας τις μπότες του.
Ο κουστουμάτος πετάχτηκε να χαιρετήσει τον Άρη καθώς αυτός περνούσε δίπλα του –γιατί οι μάνατζερς δεν είναι ποτέ ικανοί να ξεχωρίσουν τη αποδοχή από την απαξίωση.
«Να πάτε στο καλό αγαπητέ μου», έτεινε μια παλάμη με ασημένιο μανικετόκουμπο.
«Ρε σάλτα και γαμήσου», σφύριξε ο Άρης κοιτάζοντάς τον έντονα. Και τρόμαξε μόλις το ξεστόμισε, δεν ένιωθε καθόλου δυνατός αυτή την εποχή.
Έφυγε όσο πιο βιαστικά μπορούσε το χτυπημένο του πόδι. Κι ας ένιωθε τις βίδες, που είχαν αφαιρεθεί, να μαχαιρώνουν τα κόκαλά του. Δεκαπέντε μέρες τώρα –ήταν χειρότερα από τότε που το πόδι του έμοιαζε απομίμηση Ρόμποκοπ. Λες και οι βίδες είχαν τραβήξει μαζί τους τις νευρικές του απολήξεις –γυμνά καλώδια υψηλής τάσης, προσαρμοσμένα στο πόδι του, ένιωθε μεταλλικά τσιμπήματα όταν καθόταν και αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ όταν περπατούσε. «Όλα θα διορθωθούν με τον καιρό», είχε πει ο φυσιοθεραπευτής –μαλακίες, στην ηλικία του τίποτα δεν διορθώνεται, απλά παραφυλάει. Το είχε πάρει απόφαση ο Άρης, θα κυκλοφορούσε με ελεγχόμενο σακατιλίκι για τα επόμενα χρόνια, επειδή κάποιο αρχίδι αποφάσισε να περάσει με κόκκινο. Και πάλι, τυχερός ήταν που την είχε σκαπουλάρει, τόσον καιρό.
Στο γραφείο, έπαιζε με μια στραβωμένη μπιέλα (την είχε εκεί για να μην του παίρνει τα χαρτιά ο αέρας) και συζητούσε με τη μπετούγια στο παράθυρο. Την ησυχία του ήθελε και πολλά χρόνια με τη Μάχη. Μια δουλειά διεκπεραιωτική, να σκοτώνει τις ώρες μακριά της και να τον αφήνει ξεκούραστο για εκείνη. Ας έπαιρναν την εταιρεία, ας έβαζαν τους μαλακούς κώλους τους σε ανατομικές πολυθρόνες κι ας έγραφαν για πολύχρωμα σκουτεράκια και μοτοσικλέτες-πολυθρόνες. Στ΄αρχίδια του -αν αυτά ήθελε να διαβάζει ο κόσμος. Κάποτε, κάποιοι έφτιαξαν μια υποφερτή ζωή πουλώντας τη μονομανία τους. Κάποτε ξενυχτούσαν προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν θολές φωτογραφίες δοκιμαστικών σε εξωτικές πίστες. Κάποτε χάνονταν για μέρες σε μηχανουργεία προσπαθώντας να φτιάξουν εκείνο το τόσο απαραίτητο εξάρτημα που θα επέτρεπε σε μια θρυλική κυρία να αδιαφορήσει για τα 70 χρόνια ζωής της και να ξανακουνήσει τις ρόδες της. Πλάκα είχε –αλλά δεν περνάνε αυτά πια. Πλάκα είχε, αλλά τελείωσε. Καλύτερα λάιφσταϊλ καλοπληρωμένοι παρά άφραγκοι σκληροπυρηνικοί. Σωστά; Κατέβασε τη μπιέλα με δύναμη και κομμάτιασε κάποια γυάλινη υδρόγειο –δώρο από μια παλιά του σχέση. «Για να θυμάσαι πως είσαι όλος μου ο κόσμος», του είχε πει –κι αυτός είχε νιώσει ηλίθια γιατί εκείνη η γυναίκα δεν σήμαινε τόσα πολλά και, στην τελική, πάντα ξενέρωνε με τις βαρύγδουπες δηλώσεις.
Σηκώθηκε για να πει τίποτα σαχλαμάρες με τα παιδιά που εξακολουθούσαν να δουλεύουν άψυχα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
«Ναι;»
«Κύριε Άρη; Η κυρία Βούλα, η διαχειρίστρια είμαι. Σας ενοχλώ;»
Τι ήθελε η σκατόγρια; Μήπως είχαν ξεχάσει τα κοινόχρηστα; Έμενε ακριβώς από πάνω τους και κάθε βράδυ άκουγαν τις παντόφλες της να σέρνονται στο πάτωμα –ατέλειωτο σύρσιμο, καζανάκι τουαλέτας και πάλι πίσω. Στις 3, στις 4, στις 5 –όλο το βράδυ βόλταρε η άθλια! Η «κυρία Βούλα» που κανένας δεν την είχε πληροφορήσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιείς τον χαρακτηρισμό «κύριος -κυρία» όταν μιλάς για τον εαυτό σου. Ο Άρης ξύνισε.
«Όχι δεν με ενοχλείτε. Τι συμβαίνει;»
«Να … κύριε Άρη … φαίνεται πως κάποιος μπήκε στο διαμέρισμά σας. Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη …»
«Έρχομαι αμέσως», της έκλεισε το τηλέφωνο, πριν προλάβει να σκεφτεί. Πετάχτηκε σαν παλαβός στο ασανσέρ –είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην επιστροφή, αλλά έπρεπε να βιαστεί. Να φτάσει πριν τη Μάχη –θα φρικάρει η κοπέλα αν το δει πρώτη!
Ξεχάστηκε ανάμεσα στις λευκές γραμμές της λεωφόρου και οδήγησε γρήγορα. Είχε την εντύπωση πως η αδρεναλίνη κρατούσε τις σκοτοδίνες μακριά –έτσι θα γινόταν, δεν είχε ώρα για χασίματα. Ένας αρρωστιάρης ήλιος αντανακλούσε στη ζελατίνα του κράνους και οι άνθρωποι του γύριζαν την πλάτη από τα πεζοδρόμια. Κάποιος βιαστικός με θορυβώδεις εξατμίσεις, φαρδιά πίσω ρόδα και στραβοπατημένες μπότες που έδιωχνε τα αργοκίνητα αυτοκίνητα με μια κίνηση των ώμων του –ο Άρης είχε την αίσθηση πως ο χρόνος του τελείωνε. Το σκεφτόταν λογικά και είχε άδικο γιατί φρόντισε να αποθηκεύει μπόλικο χρόνο στις τσέπες του μπουφάν του. Και είχε άδικο γιατί ο χρόνος είναι φυσαλίδες που σπάνε όταν προσπαθείς να τις κρατήσεις. Εξαργύρωσε την τελευταία επιταγή αδρεναλίνης ανεβαίνοντας τις σκάλες με τα πόδια. Κι έφτασε στην ορθάνοιχτη πόρτα, τρέμοντας. Πονώντας. Η κλειδαριά κρεμόνταν από το ξύλο -«κι αν είναι ακόμα μέσα;» «Καλύτερα –να τελειώνουμε μια και καλή». Φοβισμένος και συνάμα αηδιασμένος από τον φόβο του -μπήκε.
Το σπίτι, με την πρώτη ματιά, φαινόταν απείραχτο. Όπως ακριβώς το είχαν αφήσει -πριν φύγουν. Τα βιβλία στα ράφια, οι καναπέδες στη θέση τους, τα cd μόνιμα μπερδεμένα με dvd και δίσκους. Όλα καλά. Έπρεπε να κοιτάξει και τα μέσα δωμάτια –ίσως ο κλέφτης να έψαξε στα συρτάρια. Πηγαίνοντας για την κρεβατοκάμαρα, σήκωσε ασυναίσθητα τα παντελόνι από τη πιτζάμα της Μάχης –«αυτή η γυναίκα πετάει παντού τα ρούχα της λες και κάνει στριπτίζ –όχι ότι είναι άσχημο αλλά …». Το παντελόνι της πιτζάμας ήταν κομματιασμένο στον καβάλο! Κάποιος είχε χρησιμοποιήσει ψαλίδι ή μαχαίρι –ο καβάλος ήταν κουρελιασμένος, λωρίδες μεταξωτού υφάσματος κρέμονταν από την κεντρική ραφή. Ένα παγωμένο δάχτυλο μέτρησε τη ραχοκοκαλιά του Άρη καθώς αυτός χάζευε το παντελόνι, ακίνητος. «Ποιος ξεφτιλισμένος;» -πέταξε το παντελόνι στον απέναντι τοίχο με σιχασιά. «Ποιος ανώμαλος;» -γλίστρησε με την πλάτη στον τοίχο και βρέθηκε να καπνίζει, αγγίζοντας το πεταμένο παντελόνι με τη μύτη της μπότας του. Απροστάτευτος μπροστά στην απειλή που χαμογελούσε στην άκρη του ποδιού του. «Δηλαδή, κάποιος μπήκε, κυκλοφόρησε μέσα στο σπίτι και κομμάτιασε μια πιτζάμα; Αυτό μόνο;» Πετάχτηκε σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο. Στην κρεβατοκάμαρα ήταν όλα εντάξει. Στο μπάνιο επίσης. Και στην κουζίνα… Στην κουζίνα μύριζε βαρύ καπνό –διαφορετικό από τον δικό του. Ποιος κάπνισε; Εκείνος ο καργιόλης; Στην κούπα της Μάχης, στο νεροχύτη, μια γόπα κολυμπούσε σε υπολείμματα πρωινού καφέ. Μια γόπα; Ο Άρης την έπιασε στις άκρες των δαχτύλων του –ΚΑΡΕΛΙΑ lights, βρωμερό τσιγάρο, χρόνια είχε να το μυρίσει –υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που τα κάπνιζαν; Και γιατί στην κούπα της Μάχης; Ένας θόρυβος στο σαλόνι τον έκανε να πεταχτεί. «Λες να ξαναγύρισε ο μαλάκας;» Βγήκε από την κουζίνα πατώντας επιφυλακτικά στα πλακάκια.
Ένας άντρας ήταν μέσα στο σαλόνι, βημάτιζε χωρίς προφυλάξεις και κοίταζε γύρω. Ο Άρης βγήκε μπροστά του απότομα …
«Ποιος είσαι εσύ;»
Ο άντρας πετάχτηκε ξαφνιασμένος, αλλά αμέσως χαλάρωσε.
«Καλημέρα. Υπαστυνόμος Ανδρέου –μας ειδοποίησαν για μια διάρρηξη. Εσείς είστε;»
«Ποιος μαλάκας πήρε τους μπάτσους; Η κυρία Βούλα –ποιος άλλος;» ο Άρης βλαστήμησε στη σκέψη –είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν νιώθουν καλά αν δεν χώσουν τη μύτη τους σε ξένες υποθέσεις. Σαν την κυρία Βούλα που ζει για να ανακατεύεται. Γι΄ αυτό έγινε διαχειρίστρια, για να ξέρει τι γίνεται στα διαμερίσματα των υπολοίπων. Κι αν της έλεγες τίποτα, θα σου άρχιζε το παραμύθι για την ασφάλεια των ενοίκων και τα σχετικά. «Αει γαμήσου κυρία Βούλα!».
«Υπαστυνόμος είπατε;»
Ο άλλος χαμογέλασε καθησυχαστικά και εμφάνισε μια ταυτότητα, με μαγικό τρόπο στο αριστερό του χέρι. Ήταν πενηντάρης, με φαλάκρα και αθλητικό σώμα. Αν μάλιστα δεν φορούσε τόσο παλαιομοδίτικο καρό σακάκι, μπορεί και να περνιόταν για συμπαθητικός τύπος.
«Καθήστε», του έδειξε τον απέναντι καναπέ ο Άρης. Κάθησαν και κοιτάζονταν.
«Λοιπόν; Σας ακούω. Μπήκαν κάποιοι στο σπίτι σας;»
«Κάποιοι, κάποιος, δεν ξέρω. Με ειδοποίησαν και βρήκα την κλειδαριά παραβιασμένη.»
«Σας λείπει κάτι;»
«Από μια γρήγορη ματιά που έριξα … όχι, δε νομίζω».
«Μάλιστα. Αυτό είναι καλό. Θα πρέπει βέβαια να υποβάλετε μήνυση κατ’ αγνώστων. Από πού μπορώ να τηλεφωνήσω για να καλέσω τη σήμανση;»
Ο Άρης σηκώθηκε για να του φέρει τη συσκευή, αλλά στα μέσα της διαδρομής σταμάτησε.
«Αυτός που μπήκε, έκανε κομμάτια τη πιτζάμα της γυναίκας μου», μουρμούρισε. «Και άφησε ένα αποτσίγαρο στην κούπα της στο νεροχύτη»
«Της γυναίκας σας;»
«Ναι»
«Ενδιαφέρον», είπε ο μπάτσος, με αφηρημένο ύφος. Το δεξί του χέρι έκανε ανασκαφές στις μέσα τσέπες του σακακιού, ψάχνοντας να ψαρέψει κάποιο μπλοκάκι.
«Μήπως σας βρίσκεται ένα στυλό;» ρώτησε, ψάχνοντας τις εξωτερικές τσέπες αυτή τη φορά.
Ο Άρης ξεκίνησε να πάει προς τα συρτάρια του γραφείου, αλλά, στη μέση της διαδρομής, ανακάλυψε πως κρατούσε τη συσκευή …
«Το τηλέφωνο δεν το θέλετε τελικά;»
«Όχι … πως … το θέλω.»
Ο Άρης προτίμησε να βρει κι ένα στυλό για να του τα δώσει όλα μαζί.
«Κάτι άλλο θα χρειαστείτε ή να καθήσω;» τον ρώτησε καθώς τον πλησίαζε.
«Ένα ουισκάκι με τίποτα φυστικάκια δεν θα με χάλαγε», είπε αυτός, αλλά βλέποντας το ορθάνοιχτο στόμα του Άρη έσπευσε να προσθέσει, «αστειεύομαι φυσικά –καθίστε».
Σχημάτισε έναν αριθμό και περίμενε με τη συσκευή στο αυτί.
«Έλα … ποιος είναι εκεί; … Τι έγινε; Όλα εντάξει; … Να στείλετε ένα κλιμάκιο της σήμανσης στο … (στράφηκε προς τον Άρη, ζήτησε την ακριβή διεύθυνση και την είπε στο τηλέφωνο) … Ναι, αυτά. Άντε γεια».
Μετά ξάπλωσε αναπαυτικά στον καναπέ και πήρε μια πλήρη κατάθεση. Ο Άρης είχε την εντύπωση πως, όσο μιλούσε, ο μπάτσος ψιλοκοιμόταν –στοιχημάτιζε μάλιστα πως στο μπλοκάκι του ζωγράφιζε κύκλους αντί να σημειώνει.
«Αυτά;» ρώτησε ο μπάτσος, όταν θεώρησε πως ο Άρης είχε ολοκληρώσει.
«Αυτά», είπε κι ο Άρης κοιτάζοντας το ρολόι του ανήσυχα. Σύντομα θα ερχόταν η Μάχη και προτιμούσε να είναι μόνος του.
«Μήπως θέλετε να με ρωτήσετε κάτι;» πρότεινε ο μπάτσος καθώς ξεκολλούσε από τον καναπέ.
«Δεν ξέρω. Εσείς βγάλατε κανένα συμπέρασμα από την όλη ιστορία;» ρώτησε βαριεστημένα ο Άρης.
Ο μπάτσος τακτοποίησε το σημειωματάριο στην τσέπη του, έχωσε και το δανεικό στυλό στην άλλη πριν απαντήσει …
«Κοιτάξτε –υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Ας πούμε, αυτός που μπήκε εδώ μέσα δεν ήθελε να σας κλέψει. Μου είπατε ότι δεν βρήκατε τα πράγματά σας ανακατεμένα –άρα δεν έψαξε. Τότε γιατί μπήκε; Μάλλον για να σας αφήσει κάποιο μήνυμα. Κάτι που σχετίζεται με τη γυναίκα σας –ίσως; Μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να ήθελε να σας υπενθυμίσει πως κάποιος σας θυμάται ακόμα. Όλους σας. Μπορεί κι αυτό -δε μπορεί;»
Ο Άρης έφαγε ολοκληρωτικό μπέρδεμα -για αρχή. Αδυνατούσε να καταλάβει τι του έλεγε ο μπάτσος. Ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη σύγχιση για να αποχωρίσει.
«Αντίο σας», πληροφόρησε τον απορημένο Άρη και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Ο Άρης έμεινε να την κοιτάζει. Την πόρτα που έχασκε, σε πλήρη αρμονία με το στόμα του. «Τι είπε τώρα το άτομο; Ποιος μας θυμάται;» Έτρεξε πίσω του αλλά ο μπάτσος είχε γίνει καπνός. Ανέβηκε μέχρι το διαμέρισμα της κυρίας Βούλας και πάτησε το κουδούνι απεγνωσμένα. Η γριά εμφανίστηκε διστακτικά.
«Τι έγινε; Σας κλέψανε;»
«Όχι εντάξει. Κυρία Βούλα να σας ρωτήσω -εσείς καλέσατε την αστυνομία;»
«Όχι κύριε Άρη μου. Εγώ είδα την πόρτα και τρόμαξα. Περίμενα να γυρίσετε και να κανονίσετε εσείς. Γιατί …», δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της κι ο Άρης κατέβαινε ήδη τα σκαλιά δυο-δυο.
Ησυχία στην είσοδο της πολυκατοικίας. Και έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Κάποια αυτοκίνητα, αλλά κανένα ίχνος του μπάτσου. Ή του «μπάτσου». Ανέβηκε στο διαμέρισμά του με το ασανσέρ. «Το τηλέφωνο …», άρπαξε τη συσκευή και πάτησε το κουμπί επανάκλησης. Περίμενε μέχρι να ενεργοποιηθεί η γραμμή.
«Νωρίς το κατάλαβες», είπε η αντρική φωνή στην άλλη άκρη του σύρματος.
«Ποιος είσαι;»
«Δεν έχει σημασία Το πήρες το μήνυμα –έτσι δεν είναι κακομοίρη;»
«Τι εννοείς;»
«Μην κάνεις το βλάκα. Δεν ήσουνα έτσι παλιά -εκτός αν σου άφησε κανένα κουσούρι το τράκο».
Κενό στην άλλη άκρη της γραμμής και η συσκευή έχει απομείνει ξεχασμένη στο χέρι του Άρη. Τους θυμάται ακόμα. Και ήρθε μέσα στο σπίτι του –εντάξει, όχι αυτός ο ίδιος (σάλιο προσγειώνεται δίπλα στη μπότα του Άρη) –έστειλε κάποιον να σκίσει τη πιτζάμα της Μάχης και να του παίξει παιχνιδάκια με μαϊμουδένιους μπάτσους. Ο γαμημένος ξεθάρρεψε, από τα τόσα χρόνια που τον άφησαν στην ησυχία του –να προετοιμαστεί, να δυναμώσει –ξεθάρρεψε ή βαρέθηκε να κρύβεται. Έπρεπε να τον είχαν διαλύσει τότε που μπορούσαν, αλλά τους κράτησαν βουνά από δικαιολογίες. Να μη μπλέξουν πριν σιγουρευτούν ότι θα τη σκαπουλάρουν, να μην καρφωθούν τη στιγμή που προσπαθούσαν να στήσουν τις ζωές τους –ποιες ζωές τους; Τις δουλειές τους και τις οικογένειές τους, πες καλύτερα. Να τις χτίσουν με παράθυρα μόνο μπροστά, γιατί πίσω έχασκαν νεκροταφεία και ψυχιατρεία. Λουλούδια και σοκολάτες –εθιμοτυπικά πράγματα για να ξεμπερδεύουμε. Κάποτε, το κάθαρμα θα βρει αυτό που του αξίζει –εμένα μου λες; Αν υπάρχει θεία δίκη –μπορεί. Αλλιώς … η πληρωμή αναβάλλεται και οι τόκοι τρέχουν.
Έρχεται τώρα που η παρέα γαμήθηκε και ψόφησε –πως το έμαθε άραγε; Το θέμα είναι πως έρχεται για όλους και οι «όλοι» δεν υπάρχουν, τρεις παραιτημένοι σαραντάρηδες –αυτό έχει μείνει. Τρεις καθιστές πάπιες –εύκολοι στόχοι. Να το έμαθαν άραγε οι άλλοι; Πολύ θα ήθελε να τους τηλεφωνήσει, αλλά δεν έπαιζε πλέον τέτοια προοπτική. Δεν γυρίζεις πίσω από τα λόγια –όλα στραβά πήγαν –τι θα κάνουν οι άλλοι; Μάλλον θα κρυφτούν κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν. Ο Άρης φοβάται. Από το πρωί φοβάται και τώρα, ακόμα περισσότερο. Θέλει λίγα χρόνια με τη Μάχη και τίποτα άλλο –λίγα χρόνια, πολλά χρόνια, ποτέ δεν θα είναι αρκετά γι΄ αυτό πρέπει να φύγει, να κρυφτεί. Κανένας δεν θα του πάρει τα χρόνια που δικαιούται και, στην τελική, έχει να ενδιαφερθεί για τους ζωντανούς. Και να θάψεις τους πεθαμένους Άρη –το ζήτημα είναι αν μπορείς!
«Αγάπη μου τι έγινε;» η Μάχη κοντοστέκεται στην είσοδο της πόρτας περιμένοντάς τον. Κι αυτός, φυσικά, τρέχει να την αγκαλιάσει –να την προστατεύσει.
«Κάποιος μπήκε εδώ μέσα. Ευτυχώς δεν έκανε τίποτα –μόνο την πόρτα χάλασε».
«Τι;» η Μάχη στριφογυρίζει στην αγκαλιά του.
«Μην ανησυχείς. Όλα είναι εντάξει τώρα. Μην ανησυχείς».
Πρέπει να φύγουν. Τώρα αμέσως! Ο Άρης την καθίζει απέναντί του κρατώντας της τα χέρια.
«Αγαπούλα έχω μια πρόταση. Να τα παρατήσουμε όλα και να την κοπανήσουμε για λίγο καιρό. Τι λες;» προσπαθεί να βγάλει κάθε χρώμα από τη φωνή του.
«Να φύγουμε; Τώρα; Μα πως; Η δουλειά σου; Έχω και κάτι υποχρεωτικές παρακολουθήσεις …»
Της σφίγγει τα χέρια περισσότερο. Ασυναίσθητα.
«Δεν κατάλαβες αγαπούλα. Πρέπει να φύγουμε! Τώρα! Είναι σοβαρό!»
Σωπαίνουν. Καταλαβαίνει και, ευτυχώς, αφήνει τις ερωτήσεις για αργότερα.
«Που θα πάμε;»
«Λέω να πάμε στου γονείς σου. Θέλεις;»
Δακρύζει αλλά προσπαθεί να το κρύψει πίσω από ένα, μασημένο, «εντάξει, πάω να ετοιμάσω» και στη βιασύνη της να χωθεί στις ντουλάπες. Ο Άρης της δίνει λίγο χρόνο πριν πάει να τη βοηθήσει. Όχι τόσο για να νιώσει πιο ήρεμη –όσο για να βρει αυτός, κάποιο ξεχασμένο ύφος αυτοπεποίθησης. Όχι πανικός, όχι τώρα!
Μαζεύουν αμίλητοι, θα ταξιδέψουν με τη Ντεσπεράντο και πρέπει να φύγουν γρήγορα, για να μην τους πάρει νύχτα στην εθνική. Ο Άρης ενημερώνει τα παιδιά στο περιοδικό ότι θα λείψει –και δεν κάνει καν τον κόπο να πει τίποτα στους αποπάνω, σιγά μην τον ψάξουν κιόλας!
Σπαταλάει λίγο χρόνο ξαναπατώντας την επανάκληση –«ο αριθμός που καλείτε δεν λειτουργεί προσωρινά …», κλείνει το τηλέφωνο, κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και ψάχνει τον αριθμό που φαίνεται στο καντράν –δεν είναι καταχωρημένο, φυσικά.
Ένα σακ βουαγιάζ για την πλάτη και ένα ακόμα που θα δεθεί στο πίσω φτερό –αυτά είναι όλα που μπόρεσαν να μαζέψουν. Κατεβαίνουν πιασμένοι από το χέρι, αποφεύγοντας να κοιταχτούν. Ο Άρης διώχνει την ξαφνική ζαλάδα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του –τι θα γίνει αν θολώσει στο ταξίδι; Εντάξει, κι αυτό είναι υπολογισμένο –κάποια αίσθηση ισορροπίας θα του μείνει –μακάρι να είναι αρκετή για να κρατήσει τη μοτοσικλέτα σε ευθεία γραμμή. Αρκεί μόνο να μην χάσει επαφή, όσο ακόμα κινούνται στην πόλη …
Βγαίνουν με τα χέρια κρατημένα σφιχτά –κι ο Άρης τους βλέπει αμέσως. Δυο αδιάφοροι με μαύρα γυαλιά, στο άσπρο αυτοκίνητο απέναντί τους. Γιατί φοράνε πάντα μαύρα γυαλιά; Είναι θέμα στυλ ή απλά προσπαθούν να κρύψουν την αμηχανία τους; Φαντάσου να κοιτάζεσαι με αυτόν που παρακολουθείς –σκατοκατάσταση! Ο Άρης δένει το σακ βουαγιάζ στο φτερό, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους απέναντι. Δένει απρόσεκτα, γι’ αυτό κι ο γάντζος στην άκρη του χταποδιού πετάγεται με εμφανή διάθεση να του βγάλει το μάτι.
«Πρόσεχε μωρό μου», η Μάχη τρέχει να τον βοηθήσει.
«Δεν είναι τίποτα –τσιτώθηκε πολύ το γαμημένο …»
Κάνουν την υπόλοιπη δουλειά παρέα –οι ώμοι τους αγγίζονται κι ο Άρης ηρεμεί από τη μυρωδιά της. Δεν τρέχει τίποτα, σε τελική ανάλυση. Αν ήθελαν να τους την πέσουν θα το είχαν κάνει ήδη –έχουν στηθεί εκεί μονάχα για να τους τρομάξουν. Κι αν περιμένουν να ξεκινήσει τη μοτοσικλέτα και να τον τρακάρουν αμέσως μετά; «Θα πάρουν τ’ αρχίδια μου –όταν ανέβω στη μηχανή δε με πιάνουν ούτε με σφαίρες». Ε, καλά –όχι κι έτσι!
Γιατί ο Άρης δεν έχει ξεπεράσει τον φόβο της οδήγησης ακόμα –γι’ αυτό πηγαίνει αργά, με συνοδεία το άσπρο αυτοκίνητο. Το γλεντάει κιόλας -«και γαμώ τις επισημότητες!» Η Μάχη κρατιέται πάνω του, χαλαρά, αποκαμωμένη -θα αντέξει τρεις ώρες ταξίδι; Η μοτοσικλέτα κινείται βαριεστημένα –έτσι όπως είναι φορτωμένη, ακόμα και οι σφήνες ανάμεσα στα αυτοκίνητα γίνονται δύσκολα. Στα δυο χιλιόμετρα στρίβουν αριστερά με κατεύθυνση κάποιο από τα στέκια που μαζεύονται οι γνωστοί. Γιατί έχει μια δουλειά να τελειώσει κι ελπίζει να πετύχει κάποιους αραχτούς στον ήλιο. Νιώθει καλύτερα πριν καν φτάσει στη Spider’s, όταν βλέπει τις μοτοσικλέτες τους σε παράταξη. Εκεί είναι –οι περισσότεροι τουλάχιστον.
«Θα σταματήσουμε;» ρωτάει η Μάχη.
«Ναι, θα κανονίσω κάτι και φύγαμε».
Παρκάρει χαζεύοντας τη φιγούρα του άσπρου αυτοκινήτου από τους καθρέφτες του. Θα τον περιμένουν φυσικά κι αυτός δεν πρόκειται ν’ αργήσει. Βλέπει τους δικούς του πίσω από καλαμάκια φραπέ. Καθώς πλησιάζει το τραπέζι τους, κάποιοι στραβολαιμιάζουν για να μη χάσουν οπτική επαφή με τις μοτοσικλέτες τους.
«Καλώς τα παιδιά τα δικά μας», μερικά χέρια σηκώνονται παρέα με φιλικά χαμόγελα.
Ο Άρης με τη Μάχη πιάνουν καρέκλες και απαντάνε σε αδιάφορες ερωτήσεις –«ναι, θα πάμε ένα ταξιδάκι», «εντάξει, μια χαρά είμαι –πονάω λίγο, αλλά παλεύεται το ζήτημα», τέτοια πράγματα. Είναι περισσότερες από μια, παρέες –οι στρητάδες από τα μπαράκια, που ξαποσταίνουν μετά το γυμναστήριο, οι αρχαίοι από τα Δυτικά –ψιθυρίζουν στήνοντας μονίμως «καλές φάσεις» και τα πιτσιρίκια με τα μοτάρ. Ο Άρης έχει παραπάνω από μια, χάρες να ζητήσει –στριφογυρίζει το κεφάλι, ψάχνοντας τους κατάλληλους. Ζήτημα χρόνου είναι …
«Θέλω κάτι», τραβάει το δερμάτινο μανίκι ενός σκουλαρικάτου μεταλλά.
«Πες το κι έγινε».
«Να –κάτι καργιόληδες μου ρημάξανε την κλειδαριά στο σπίτι. Παίζει να μου τη φτιάξει κάποιος; Δε λέει να αφήσω την πόρτα έτσι, τώρα που φεύγουμε».
Ο μεταλλάς κόβει κίνηση στα διπλανά τραπέζια, κάνει νόημα σ΄ έναν πιτσιρίκο και του εξηγεί την κατάσταση. Ο πιτσιρίκος συμφωνεί πρόθυμα, παίρνει τα κλειδιά του Άρη, κανονίζει να του αφήσει δυο καινούργια ζευγάρια στο υπόγειο της πολυκατοικίας –δίπλα από τον καυστήρα …
«Ευχαριστώ πολύ ρε!»
«Δεν κάνει τίποτα παππούλη» και η πρώτη δουλειά έκλεισε.
Η Μάχη ζητάει συγνώμη, αλλά πρέπει να πάει στην τουαλέτα κι ο Άρης σηκώνεται πίσω της. Βρίσκει αυτόν που θέλει, δυο τραπέζια πιο πίσω και τον παίρνει παράμερα.
«Έχω πρόβλημα», του λέει χωρίς προλόγους.
«Όπως πάντα –έτσι;» χαμογελάει ο άλλος.
«Μπορεί και χειρότερα. Το θέμα είναι πως το άσπρο αυτοκίνητο, εκεί, απέναντι –δε λέει να ξεκολλήσει από τον κώλο μου».
Ο άλλος κοιτάζει διακριτικά. Οι αδιάφοροι στο αυτοκίνητο δεν μπορούν να τους δουν –μιλάνε μεταξύ τους, μέχρι που ο συνοδηγός πετάγεται στο κοντινό περίπτερο.
«Ποιοι είναι;»
Ο Άρης φτύνει στα πλακάκια.
«Σώπα ρε! Τόσο πολύ ξεθάρρεψε το μουνόπανο!» απορεί ο άλλος.
Ο Άρης κουνάει το κεφάλι και αφήνει μισό, αμίλητο, λεπτό να κυλήσει.
«Θα τους γαμήσουμε στα ίσα», αποφασίζει ο άλλος.
«Επικίνδυνο. Σας έχουν που σας έχουν στη μπούκα …»
«Αυτό ακριβώς. Τι περισσότερο να μας κάνουν;»
«Πρόσεξε μη μπλέξετε ρε μαλάκα».
Ο άλλος ανάβει τσιγάρο. Κοιτάζει γύρω του και πλησιάζει το μάγουλο του Άρη …
«Μην τρελαίνεσαι –θα στείλω ξεκάρφωτους. Είναι κάτι καινούργια παιδιά, τους βλέπεις; Μέσα στο μπαρ κάθονται –ναι, αυτοί που σαχλαμαρίζουν με τις γκομενίτσες. Και χάρη θα τους κάνω –γαμώ τις μούρες θα πουλήσουν. Δώσε μου δέκα λεπτά και μετά φεύγεις».
Ο Άρης σφίγγει το φουσκωμένο μπράτσο του άλλου.
«Θα στο χρωστάω μάγκα μου».
«Καλά, γράφτο τεμπεσίρι», γελάει ο άλλος και σηκώνεται αμέσως.
Η Μάχη επιστρέφει από την τουαλέτα, αλλά ο Άρης δεν την αφήνει να καθίσει στο τραπέζι των υπολοίπων. Την τραβάει παράμερα ...
«Πρέπει να σου πω δυο πράγματα κι ένα ευχαριστώ που δεν με ρώτησες προηγουμένως».
Τον κοιτάζει σοβαρή. Ανήσυχη, αλλά όχι τρομαγμένη κι αυτό είναι καλό.
«Έχω κάποιες ανοιχτές ιστορίες από παλιά και φοβάμαι πως ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια».
«Να τρομάξω;»
«Όχι ακόμα –θα σου πω εγώ πότε. Τέλος πάντων, αυτός που μπήκε σπίτι μας, μπορεί να ήταν μόνο η αρχή. Μπορεί και όχι –δεν ξέρω ακόμα, αλλά καλύτερα να μείνουμε μακριά για λίγο καιρό. Δεν έχω καμιά όρεξη για φασαρίες».
Η Μάχη κοιτάζει το μεταλλικό τραπέζι.
«Θέλω να μάθω περισσότερα. Θα μου πεις;»
«Εντάξει, το δικαιούσαι. Όταν φτάσουμε, θα σου τα πω όλα. Καταλαβαίνεις όμως γιατί πρέπει να φύγουμε –έτσι;»
Η Μάχη κουνάει το κεφάλι της συμφωνώντας.
«Ωραία. Δεν θέλω να ανησυχήσεις περισσότερο. Σε λίγες μέρες, τα πράγματα θα έχουν ηρεμίσει και θα ξαναγυρίζουμε. Απλά δεν θέλω να ταραχτείς».
Κολλάει πάνω του, μισοκλείνοντας τα μάτια …
«Δεν θα πάθεις τίποτα –έτσι; Μόνο αυτό θέλω να μου πεις, γιατί αν πάθεις κάτι …»
«Μην ανησυχείς, τίποτα δεν θα πάθουμε. Όλα θα ηρεμήσουν σε λίγες μέρες».
«Δεν θέλω να συμβεί τίποτα –δεν αντέχω άλλο …»
Ακουμπάει τα δάχτυλά του στα χείλη της, χαμογελάει για να την ησυχάσει και ετοιμάζεται. Ώρα να φύγουν. Μέσα από το μπαρ του έχουν κάνει νόημα –ένα χέρι γνέφει «αντίο» πριν μετατραπεί σε γροθιά που στριφογυρίζει. Πολλά ποτήρια με καφέ σηκώνονται για να τους χαιρετήσουν καθώς η μοτοσικλέτα ξεκινάει. Ταυτόχρονα με πέντε άλλες μοτοσικλέτες που ξεκολλάνε από το μαγαζί και παρκάρουν δίπλα στο άσπρο αυτοκίνητο. Ο Άρης ξέρει τη συνέχεια.
Το άσπρο αυτοκίνητο αγωνίζεται να ξεπαρκάρει, εγκλωβισμένο ανάμεσα στις μοτοσικλέτες. Αναγκαστικά, ακουμπάει σε μια από αυτές –ο αναβάτης φωνάζει, βάζοντας ταυτόχρονα τα κλειδιά στην τσέπη…
«Τι έγινε ρε λεβέντες! Θα μας πηδήξετε κιόλας;»
«Συγνώμη, απλά προσπαθούμε να βγούμε», λέει το κεφάλι που βγαίνει από το παράθυρο του οδηγού.
«Τι έγινε ρε; Μαθήματα οδήγησης θα κάνουμε;» φωνάζει η μοτοσικλέτα που ακουμπάει τον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου.
«Ξέρω γω με τους μαλάκες! Μου γρατζούνισαν και το φέρινγκ!»
«Δεν έγινε τίποτα ρε παιδιά …», υποστηρίζει μαζεμένα ο συνοδηγός. Γιατί οι άλλοι έχουν πλησιάσει επικίνδυνα στις πόρτες του αυτοκινήτου.
«Βγες έξω ρε πούστη να δεις αν έγινε τίποτα», φωνάζει ο «γρατζουνισμένος».
«Κοιτάξτε … δεν είναι θέμα …»
Οι υπόλοιποι θαμώνες πλησιάζουν σχηματίζοντας κύκλο, γύρω από το άσπρο αυτοκίνητο. «Τι έγινε;» «Ποιοι είναι οι μαλάκες;» «Τρέχει κάτι;»
Οι αδιάφοροι χάνουν την ψυχραιμία τους και δεν προλαβαίνουν να ασφαλίσουν τις πόρτες. Μέγα λάθος γιατί τους έχουν ήδη τραβήξει έξω, «σιγά ρε παιδιά … δεν έγινε τίποτα …» -προλαβαίνουν ακόμα να φωνάξουν, «μην κάνετε καμιά μαλακία –είμαστε αστυνομικοί …», αλλά δεν σώζονται. Πια.
Ο Άρης έχει δει μόνο την αρχή της φάσης, αλλά δεν χρειάζεται περισσότερα. Χρόνια τώρα παίζεται ο ίδιος τσαμπουκάς –τα παιδιά χτυπάνε και φεύγουν, οι ξεφτιλισμένοι αλωνίζουν στα πέριξ για κάμποσες μέρες μετά, ψάχνοντας φταίχτες στ’ άχυρα. Στο τέλος βαριούνται, τσιμπάνε τίποτα άσχετους και ξεχαρμανιάζουν.
Η εθνική τους περιμένει μετά τα πρώτα διόδια, η Μάχη ψάχνει στην τσέπη της για κέρματα, αλλά ο υπάλληλος κάνει νόημα να περάσουν ελεύθερα. Ο Άρης χαμογελάει φιλικά, καλός οιωνός για το ταξίδι είναι αυτός.
Δίνες αέρα ξεκινάνε από το μπροστινό φτερό και προσπαθούν να στροβιλίσουν τα κράνη, όσο αυξάνεται η ταχύτητα. Ο λαιμός σύντομα μουδιάζει, ταξιδεύοντας με μοτοσικλέτες που δεν είναι φτιαγμένες για ταξίδια. Τα χέρια σκεβρώνουν, σχηματίζοντας ορθή γωνία, οπότε, ψάχνεις μέρος να σταματήσεις για καφέ. Συνήθως –γιατί ο Άρης δεν θέλει να χάσει χρόνο. Όταν υποχωρείς δεν πρέπει να καθυστερείς –αλλιώς δεν έχει νόημα η φυγή. Κι όταν υποχωρείς δεν χρειάζεται να αφήνεις χώρο για σκέψεις –αλλιώς μένεις μετέωρος. Η ρόδα καταπίνει τη λευκή λωρίδα ενώ κοπάδια εντόμων αυτοκτονούν στη ζελατίνα του κράνους. Υπάρχουν κάτι καινούργια μαραφέτια, που προσαρμόζονται στα κράνη και εξασφαλίζουν ενδοσυνεννόηση ανάμεσα στον επιβάτη και τον συνοδηγό –ποτέ δεν τα χώνεψε ο Άρης γιατί το ταξίδι είναι πορεία προς τα μέσα και απερίσπαστος πρέπει να αφήνεσαι για να μη χάσεις την ευκαιρία. Ο δρόμος κυλάει στα πλάγια –τσιμέντο που διαχωρίζει τις κατευθύνσεις και πράσινα χορταρένια κύματα που, πάνω τους, πλατσουρίζουν εργοστάσια. Τα μάτια θαμπώνουν προς τα έξω, αλλά καθαρίζουν κατά μέσα κι ο δρόμος –κορδόνι. Αν κοιτάξεις τα σωθικά σου θα βρεις ανθρώπους που σε κοιτάζουν πίσω. Στα χέρια τους κρατάνε υποχρεώσεις, τις δικές σου υποχρεώσεις. Κι ο φόβος σου είναι αέρας που κλυδωνίζει τα πρόσωπα –τα ανακατεύει για να μείνει στο τέλος ένας πολτός που παίρνει τη μορφή της. Σε αυτή χρωστάς πρώτα απ΄ όλα κι αυτή πρέπει να φροντίσεις πάνω απ’ όλα. Έτσι είναι κι αν το πρόσωπό της δεν διακρίνεται –βουτάς τα χέρια σου στον πολτό και φτιάχνεις το πρόσωπο της Μάχης με υλικά δανεισμένα από την Άλεξ. Έτσι πρέπει να είναι.
Η Μάχη αλλάζει συνέχεις θέση στην πίσω σέλα, έχει, σίγουρα, πιαστεί ολόκληρη αλλά ο Άρης δεν βλέπει έξω. Μόνος του σέρνεται από τη ροπή της Ντεσπεράντο –είναι στιγμές που συντονίζεται με τον κινητήρα και στρίβει όλο το σύστημα -αυτός, η Μάχη, η μοτοσικλέτα –ένα κομμάτι. Και είναι στιγμές αμνησίας, αδειάσματος. Μετά, τσιτώνει απότομα στο φόβο μιας σκοτοδίνης που δεν λέει να έρθει.
Ο δρόμος λιγοστεύει καθώς αφήνουν δεξιά τους την Αγχίαλο και η Μάχη παίρνει κουράγιο στα πρώτα σπίτια του Βόλου. Παρακάμπτουν την πόλη –είναι η ώρα να πιάσουν τις στροφές που οδηγούν στο Πήλιο –μετά τα πρώτα χωριά μένουν οι γονείς της Μάχης. Ο πατέρας της είναι αρχιτέκτονας –βαρέθηκε να χτίζει εκκλησίες και δημαρχεία στην ευρύτερη περιοχή Μαγνησίας και αποσύρθηκε στο εξοχικό τους. Τράβηξε μαζί τη μητέρα της Μάχης –βρέθηκε μια θέση στο δημοτικό σχολείο του χωριού και η κυρία Σοφία συμπληρώνει τα χρόνια που της λείπουν για τη συνταξιοδότηση. Δυο στενά από την πλατεία του χωριού είναι το σπίτι τους κι ο Άρης κόβει απότομα ταχύτητα –δεν έχει όρεξη να βρεθεί κάτω από τις ρόδες κανενός τρακτέρ, τώρα στα τελειώματα.
Παρκάρουν τη μοτοσικλέτα έξω από το σπίτι, ο πατέρας Θόδωρος τους παίρνει αμέσως χαμπάρι από τον κήπο και σηκώνει τα χέρια ψηλά, φωνάζοντας «Σοφία, Σοφία, τρέξε να δεις ποιοι ήρθαν!», η Μάχη έχει ήδη κατέβει πριν καν σταματήσει εντελώς η μοτοσικλέτα, το κεφάλι της μητέρας Σοφίας εμφανίζεται στο παράθυρο κι ο Άρης χαμογελάει πεθαμένα. Γιατί έχει δει το άσπρο αυτοκίνητο που είναι παρκαρισμένο στην άλλη άκρη του δρόμου –50 μέτρα απόσταση, από το σπίτι. Ίδιο μ’ αυτό που άφησαν στην Αθήνα, με δυο καινούργιους αδιάφορους να τους χαζεύουν μέσα από τα μαύρα γυαλιά τους.
Οι γονείς της Μάχης είναι ήδη έξω και τους αγκαλιάζουν, ενώ αναρωτιούνται «γιατί δεν μας ειδοποιήσατε, να φτιάξουμε ένα φαγητό της προκοπής!». Η Μάχη φεύγει μαζί τους κι ο Άρης λύνει το σακ βουαγιάζ από το φτερό της Ντεσπεράντο. Όταν φτάσεις στο τέλος του δρόμου δεν έχει άλλο να φοβηθείς, γι΄ αυτό κοιτάζει ίσια απέναντί του –καρφώνει το βλέμμα του στα μαύρα γυαλιά και φτύνει στο χώμα επιδεικτικά.
Το άσπρο αυτοκίνητο ζωντανεύει και χάνεται ράθυμα, στο βάθος του δρόμου.
(συνεχίζεται κατά μόνας)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

9. Προετοιμασία μίσους

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
Ο Πέτρος έμαθε για την εξαφάνιση του Κώστα από ένα υστερικό τηλεφώνημα της Μαρίας. Το τηλεφώνημα ήρθε στη χειρότερη στιγμή και τον πέτυχε κολλημένο στα σκοινιά, από τα ανελέητα άπερκατ της Αφροδίτης. Η μικρή (Αφροδίτη λέγανε την κόρη του Πέτρου) είχε να τον δει κοντά στις δυο βδομάδες και ήταν ασυγκράτητη.
Όταν χώρισε ο Πέτρος με τη Σόνια, η Αφροδιτούλα δεν είχε κλείσει καν τα δυο της χρόνια. Μια εκρηκτική σχέση τριών χρόνων, με μπόλικα ενδιάμεσα διαλείμματα χωρισμών, είχε οδηγήσει το ζευγάρι στο γάμο. Η γέννηση της Αφροδιτούλας είχε επισπεύσει το διαζύγιο. Σύνολο, έξη χρόνια και κάτι ψιλά –που η Κόλαση ανοιγόκλεινε τις πύλες του Παράδεισου για περιστασιακό μπανιστήρι. Τα είχαν όλα εκτός από τη ρουτίνα, γι’ αυτό παρέμειναν με το φυτίλι αναμμένο, ακόμα κι όταν εκδόθηκε το διαζύγιό τους –σαν μέτρο προστασίας της ανυπεράσπιστης Αφροδιτούλας. Έτσι το έβλεπε ο Πέτρος και η Σόνια συμφωνούσε. Δηλαδή, όχι ακριβώς –δεν ήταν εύκολο να εξασφαλίσεις την συναίνεσή της, αλλά, όπως και να το δεις, ένα «τσακίσου από δω μέσα παλιομαλάκα και μην ξαναφανείς», συνοδευμένο από κάποια ιπτάμενη κούπα με καφέ (που ευτυχώς, δεν βρήκε στόχο) και τις τσιρίδες της τρομαγμένης Αφροδιτούλας –σημάδεψαν το τέλος της άγριας σχέσης και αποτέλεσαν υλικό για τους νυχτερινούς εφιάλτες του Πέτρου.
Η Σόνια είχε έρθει στην Ελλάδα όταν έκλεισε τα 18. Ο πατέρας της ήταν Έλληνας που πήγε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του, αλλά έπεσε πάνω σε μια καχεκτική κοκκινομάλλα και, ως εκ τούτου, προέκυψε η Σόνια. Η οποία αποφάσισε, πριν ακόμα τελειώσει το κολλέγιο, να έρθει στην Ελλάδα –ψάχνοντας, λέει, τις ρίζες της. Είχε ήδη σκοτωθεί σε μια συμπλοκή σε μπαρ ο πατέρας της –χαιρέτησε η Σόνια την χαροκαμένη Αυστραλέζα μάνα, πήρε αναμνηστικό τα ατίθασα κόκκινα μαλλιά της και προσγειώθηκε στην Αθήνα, με τελικό προορισμό τα Ζαγοροχώρια. Αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί, γιατί την τσίμπησαν οι τελωνειακοί με δέκα γραμμάρια πρέζα και σαράντα τριπάκια, αμέσως μόλις πάτησε το πόδι της στη χώρα. Τη σκαπουλάρισε σχετικά εύκολα, λόγω της διπλής υπηκοότητας η Σόνια, αλλά, βγαίνοντας από την προφυλάκιση είχε ανοίξει υποχρεώσεις. Μπλέχτηκε λοιπόν με κάτι καταληψίες και ανέβαλλε επ’ αόριστον, την επίσκεψη στα πατρικά χώματα.
Ο Πέτρος την συνάντησε για πρώτη φορά σε μια έκθεση εναλλακτικών μορφών τέχνης στη Βαλτετσίου. Είχε τότε, πάνω από δέκα χρόνια στην Ελλάδα και ακόμα οργάνωνε την «επιστροφή στα Ζαγοροχώρια», αλλά στο μεταξύ, έγινε γνωστή στον χώρο του video art. Σκότωνε την ώρα του ο Πέτρος γιατί τον είχε στήσει κάποιος παλιός γνωστός, όταν κόλλησε μπροστά σε μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που έδειχνε «χιόνια». Είχε σταθεί όλο περιέργεια, τα «χιόνια» διακόπτονταν φευγαλέα από τη θολή εικόνα ενός απειλητικού κεφαλιού –πριν προλάβει να διακρίνει τη μορφή, αυτή χανόταν. Άργησε να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε –πρώτα ένιωσε μια φευγαλέα ζέστη στο σβέρκο και μετά άκουσε τον κόσμο να ψιθυρίζει πίσω του. Γύρισε απότομα για να αντιληφθεί πως, όσο αυτός χάζευε στην οθόνη, κάποιοι πρόβαλαν εικόνες από σφαγές και βομβαρδισμούς πάνω στην πλάτη του. Νευρίασε κι έκανε απότομα στην άκρη. Τότε τον έπιασε από το μπράτσο η κοκκινομάλλα και του έδειξε τον τίτλο του έργου-χάπενινγκ που κρεμόταν στον τοίχο, πάνω από την τηλεόραση. Και ο τίτλος ήταν: «Όσο εσύ ανησυχείς -αυτοί σκοτώνουν πίσω από την πλάτη σου». Κανονικά θα γελούσε, αλλά ήταν ακόμα θυμωμένος.
«Θα πρέπει να σας ευχαριστήσω που γίνατε, έστω και χωρίς την θέλησή σας, μέρος του χάπενινγκ», του είχε πει χαμογελαστά η κοκκινομάλλα.
Εκείνο το βράδυ βρέθηκαν να τα πίνουν στα μπαρ της πλατείας, συζητώντας για εναλλακτική τέχνη, ανταλλακτικό έρωτα και αδιάλλακτες παραπλανήσεις. Μέσα στον επόμενο μήνα είχαν, πλέον, κανονική σχέση. Η Σόνια έκοψε σταδιακά τις καθημερινές της ακρότητες και ο Πέτρος αποφάσισε πως δεν θα ήταν κακό, τελικά, να συγκατοικήσει με μια γυναίκα. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Η Σόνια δεν κέρδισε ποτέ την αποδοχή της υπόλοιπης παρέας και το ανάποδο. Δεν ταίριαζαν σε τίποτα –μια στοιχειώδης, αμοιβαία ανοχή ήταν το καλύτερο που μπόρεσε να εξασφαλίσει ο Πέτρος για το διάστημα της κοινής τους ζωής. Αλλά η Αφροδιτούλα ήταν άλλο πράγμα. Κατ’ αρχάς, Αφροδίτη την έβγαλαν λόγω επιμονής της Σόνιας. «Αυτό είναι το όνομα που θέλει το παιδί», υποστήριζε, όταν ακόμα το μικρό ήταν νεογέννητο. Που το ήξερε; Ποιος να ξέρει; Ο Πέτρος πάντως αντιδρούσε. «Αφροδίτη έλεγαν μια ασπρουλιάρα κωλόχοντρη στο σχολείο μου. Είναι εντελώς χάλια όνομα», έλεγε αλλά δεν έπειθε. Τη Σόνια.
«Και που ήσουν όλες αυτές τις μέρες;» ρωτούσε η Αφροδιτούλα ρίχνοντας γροθιές στο μπράτσο του Πέτρου.
«Ήμουν άρρωστος, στο κρεβάτι».
«Και γιατί δεν με πήρες να έρθω για να σου δίνω τα φάρμακά σου;»
«Γιατί ήμουν άρρωστος. Πώς να σε πάρω;»
«Να σηκωθείς, να μπεις στο αμάξι και να έρθεις».
«Μα δεν μπορούσα βρε καλό μου. Αφού ήμουν άρρωστος».
«Ψέματα λες. Εσύ ποτέ δεν αρρωσταίνεις γιατί εσύ είσαι μπαμπάς».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και η μικρή μούτρωσε.
«Έλα Πέτρο, η Μαρία είμαι».
«Έλα τι έγινε»
«Κλείσε το τηλέφωνο –θέλω να παίξουμε ιστορίες», τον τράβηξε από το μανίκι η Αφροδίτη.
«Ο Κώστας. Δεν έρχεται σπίτι. Εξαφανίστηκε. Τι να κάνω Πέτρο;» η Μαρία έβαλε τα κλάματα απροειδοποίητα.
«Κάτσε μισό λεπτό –εξήγησέ μου τι ακριβώς έγινε».
«Θα κλείσεις το τηλέφωνο μπαμπά; Σαν τη μαμά είσαι –όλο στο τηλέφωνο μιλάς! Πότε θα παίξουμε;»
Μύλος η κατάσταση. Στα πεταχτά έμαθε τι είχε συμβεί ο Πέτρος και υποσχέθηκε πως θα περνούσε την ίδια κιόλας μέρα, από το σπίτι της Μαρίας για να μιλήσουν.
«Όχι, όχι από το σπίτι –δεν θέλω να ακούει το παιδί», είπε όλο αγωνία η Μαρία.
«Εντάξει, κλείσε και θα σε πάρω εγώ για να βρεθούμε έξω», πρόλαβε να αντιπροτείνει ο Πέτρος πριν η μικρή του κλείσει το τηλέφωνο.
Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο την έπαιρνε σπίτι του τη μικρή και μια φορά την εβδομάδα διέσχιζε τη μισή Αθήνα για να περάσει λίγη ώρα μαζί της –μετά το σχολείο. Πρώτη δημοτικού και η μικρή δεν άντεχε το ντρεσάρισμα. Βαριότανε, νευρίαζε, ένιωθε απομονωμένη. Κι ο Πέτρος συμμεριζόταν τη στεναχώρια της μεγενθυμένη από την απόσταση. Κάθε πρωί στις 8, όπου κι αν ήταν, έβλεπε το προσωπάκι της δακρυσμένο, να τον χαιρετάει από το προαύλιο του σχολείου. Ήξερε πως σε δυο λεπτά θα της περνούσε, αρκεί να έρχονταν οι φίλες της για να παίξουν, ήξερε πως το μεσημέρι δεν θα θυμόταν καν γιατί έκλαιγε –αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Αρκούσε ένα δάκρυ της για να χάσει το πάτωμα κάτω από τα παπούτσια του –τι θα πει δηλαδή «θα της περάσει»;
«Πάω να παίξω στα φουσκωτά, μπαμπά», η μικρή απομακρύνθηκε τραμπαλίζοντας τα κοτσίδια της. Πριν από λίγο ήθελε την αποκλειστική προσοχή του, τώρα χρειαζόταν απλά, κάποιον να την περιμένει.
Ο Πέτρος άναψε τσιγάρο και χάζεψε το σωματείο χωρισμένων πατεράδων που κυριαρχούσε στον παιδότοπο. Αμήχανοι, ευάλωτοι μπροστά στα πιτσιρίκια τους, να σκοντάφτουν σε παρατημένα παπούτσια, προσπαθώντας να μη χάσουν τα παιδιά από τα μάτια τους. Πατεράδες με την ώρα γιατί έτσι είχε αποφασίσει, στις περισσότερες περιπτώσεις, κάποια αγάμητη δικαστίνα.
Έφερε στο μυαλό του τον Κώστα –να κυνηγάει τον Δημητράκη στην παραλία. Χρόνια πριν –κι αυτός με τον Άρη να κοροϊδεύουν, «τρέχα κορόιδο πατέρα, τρέχα μην καταπιεί καμιά γόπα το παιδί». Ο Κώστας γελούσε και έβαζε τον Δημητράκη να γεμίζει ένα κουβαδάκι με νερό –στη συνέχεια ακολουθούσε μπουγέλο, φυσικά.
«Αφήστε το παιδί ήσυχο, όλο βλακείες το βάζετε να κάνει», δυσανασχετούσε η Μαρία. Έπρεπε να της τηλεφωνήσει, να βρεθούν. Τι θα πει «εξαφανίστηκε ο Κώστας» δηλαδή; Που πήγε; Μάλλον καυγάδισαν, αν και ο Κώστας δεν τα συνήθιζε τέτοια πράγματα. Κι αν δεν ήταν έτσι; Αν ο Κώστας είχε αποφασίσει να γυρίσει πίσω; Μα, γίνονται αυτά τα πράγματα; Το είχε σχεδόν πιστέψει πως ο Κώστας ήταν χρόνια τελειωμένος και ο Άρης θα έκανε πίσω, τώρα που κολυμπούσε στα μέλια παρέα με τη Μάχη. Άλλωστε, μπορεί και να μην υπήρχε πλέον λόγος –μαλακισμένες, παιδιάστικες ιστορίες –αυτό δεν ήταν; Και δεν ξεκαθάρισαν ποτέ τα γεγονότα, υπήρχε η δική τους αλήθεια, η άποψή τους αλλά μπορεί να έκαναν λάθος. Αυτό είπε και πέσανε να τον φάνε οι κρετίνοι.
Η μικρή γύρισε αποκαμωμένη από το παιχνίδι και το έριξε στην πολυλογία. Άκουγε το αδύνατο κοριτσάκι με ένα χαμόγελο θαυμασμού –κλασσικό σύνδρομο του υπερήφανου (χαζού) πατέρα. Μέχρι που έφτασε η ώρα της επιστροφής στο σπίτι –άσχημη ώρα, γιατί η μικρή δεν ήθελε να γυρίσει, άσε που θα έβλεπε και τη Σόνια. Αμηχανία και νεύρα που με το ζόρι συγκρατούσαν μπροστά στο παιδί –αυτές ήταν οι επαφές του Πέτρου με τη Σόνια.
«Θα την πάρεις σπίτι σου το Σάββατο;»
«Φυσικά, αφού είναι η σειρά μου –γιατί ρωτάς;»
«Ξέρω ‘γω; Μπορεί να άλλαξες γνώμη»
«Θυμάσαι να έχω αλλάξει γνώμη πολλές φορές, όλα αυτά τα χρόνια;»
Η Σόνια σηκώνει τους ώμους –«πες ότι σκατά θέλεις να πεις», σκέφτεται αυτός αλλά δεν το λέει. Είπαμε –το παιδί!
Περπάτησε μέχρι το σημείο που είχε παρκάρει το μίνι, προσπαθώντας να δείχνει άνετος. Η μέση του ακόμα πονούσε από το ξύλο και δεν μπορούσε να πάρει γρήγορες ανάσες. Εντάξει, είχε περάσει και χειρότερα αλλά τότε ήταν πιο νέος. Πάντως, αν εξαιρέσεις κάτι σκισίματα στο μέτωπο –είχε γίνει σαν καινούργιος. Τα ίχνη του ξυλοφορτώματος κόντευαν να εξαφανιστούν –αν και δεν ίσχυε το ίδιο με τον πόνο. Σαν τηλεκατευθυνόμενο που έπεσε από τον τρίτο όροφο είχε καταντήσει –απέξω μια χαρά, από μέσα κουδούνιζε ολόκληρος.
Σχημάτισε το τηλέφωνο της Μαρίας, «έλα … ναι … την έδωσα τη μικρή … πότε; … εντάξει, έρχομαι τώρα». Χώθηκε στην αδιάβατη λεωφόρο και περίμενε υπομονετικά, μαζί με τα υπόλοιπα, ακίνητα, αυτοκίνητα. Δεν είχε καμιά όρεξη να δει τη Μαρία και δεν είχε καμιά διάθεση να μάθει τα νέα του Κώστα. «Ο καθένας τον δρόμο του και μακάρι να μην ξανασυναντηθούμε», έτσι δεν είπαν;
Αλλά έπρεπε να τη δει. Δεν είχε να κάνει και τίποτα καλύτερο –από τη μέρα που κατέστρεψαν το μαγαζί του ανάρρωνε σωματικά και κατέρρεε οικονομικά. Το μαγαζί ήταν ανασφάλιστο, όπως και τα βιβλία που υπήρχαν μέσα. Ο Αποστόλης ήταν ακόμα ξάπλα και η Κάτια είχε πάει σε μια θεία της στα Χανιά. «Να ηρεμήσω», του είχε πει, «να συνέλθω από το σοκ». Δεν ήξερε αν θα ξαναρχόταν στη δουλειά, βασικά δεν υπήρχε πλέον δουλειά. Στο σπίτι του είχε μια πλούσια συλλογή από απλήρωτους λογαριασμούς, σε λίγο θα έσκαγε και η εντολή κατάσχεσης που του είχαν τάξει. «Τ’ αρχίδια μου θα πάρετε μαλάκες», γέλασε μέσα από τα δόντια του –αλλά ήξερε πως οι μαλάκες θα έπαιρναν τελικά αυτό που ήθελαν. Και δεν τον ένοιαζε καθόλου.
Τι πιθανότητες είχε να πέσει πάνω σε κάποιον από αυτούς που τους επιτέθηκαν; Τόσα εκατομμύρια κόσμος η Αθήνα –ψύλλοι στ΄ άχυρα, ούτε μια στο εκατομμύριο. Ή μάλλον, τόσο ακριβώς –μια στο εκατομμύριο, αν υπολογίσεις πως ήταν έξη οι τύποι και η Αθήνα έχει γύρω στα έξη εκατομμύρια κόσμο. Βάλε τώρα ότι οι τύποι ήταν φασιστάκια του κερατά, από αυτά που συχνάζουν στα γήπεδα και την επόμενη Κυριακή είχε ντέρμπυ στο ΟΑΚΑ! Πόσο αυξάνονται οι πιθανότητες; Και πάλι –σχεδόν απίθανο έμοιαζε να είναι ο τύπος στο παπάκι αριστερά του, ένας από αυτούς! Κι όμως…
Ο Πέτρος χάζευε το κωλόπαιδο μποτιλιαρισμένος και το κωλόπαιδο κυλούσε αργά μακριά του. Δεν αγχωνόταν γιατί ήταν σίγουρος πως θα τον χάσει και, από την άλλη, δεν ήταν καθόλου βέβαιος πως ήταν αυτός. Μέχρι που ένα μπλε κουπέ αποφάσισε ν΄ αλλάξει λωρίδα μποτιλιαρίσματος, ακριβώς μπροστά στο παπί, δημιουργώντας χάος. Ο σφίχτης φρέναρε απότομα, το κουπέ ταλαντεύτηκε για να μην αφήσει κανένα άλλο όχημα να κινηθεί κι αυτό προκάλεσε οργισμένα κορναρίσματα. Ο σφίχτης πήρε θάρρος και άρχισε το βρισίδι …
«Μωρή καργιόλα που πας; Θες να σε γαμήσω μεσημεριάτικα;»
Η οδηγός του κουπέ δεν έβγαλε άχνα, οπότε ο άλλος πήρε θάρρος και τράβηξε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα της. Από τη θέση που ήταν ο Πέτρος δεν μπορούσε να την ακούσει, αλλά μάλλον διαμαρτυρήθηκε γιατί ο σφίχτης συνέχιζε να κλωτσάει την πόρτα. Τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα κόρναραν κι ο Πέτρος ήταν ήδη στο δρόμο κραδαίνοντας το μασίφ γερμανικό κλειδί. Δυο, τρία, τέσσερα βήματα και ήταν πίσω από την πλάτη του, αλλά ο σφίχτης ήταν απασχολημένος -«θα σου σκίσω τον πάτο μωρή σκύλα», γκαπ, γκουπ. Το κλειδί έκανε μισή περιστροφή στον αέρα πριν σκάσει πάνω από το αυτί του και προκαλέσει μια έκπληκτη πτώση. Η γυναίκα στο κουπέ τσίριξε, ο σφίχτης δεν ήξερε αν πρέπει να πιάσει το κεφάλι του ή να συγκρατήσει το παπί που τον έπαιρνε από κάτω –όταν τον άρπαξε ο Πέτρος από τη μπλούζα.
«Με θυμάσαι ρε μαλάκα;»
Ο άλλος τον διέκρινε με δυσκολία γιατί τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Όταν ακούμπησε στην άσφαλτο, ο Πέτρος του άρπαξε το τσαντάκι που φορούσε στη μέση και τον άφησε με μια κλωτσιά στο στομάχι –για ενθύμιο. Έφυγε χωρίς να κοιτάζει πίσω του, κάποιοι οδηγοί είχαν βγει από τα αυτοκίνητά τους, αλλά βιάστηκαν να ξαναμπούν καθώς περνούσε δίπλα τους.
Έκανε λίγα εκατοστά όπισθεν και έριξε απότομα το μίνι προς το πεζοδρόμιο. Ευτυχώς ήταν ένα βολικό πεζοδρόμιο που του επέτρεψε να ξεφύγει μέσα από το πλαϊνό στενό. Πίσω του οι οδηγοί κόρναραν κι ο σφίχτης δεν έλεγε να σηκωθεί από την άσφαλτο. Χάθηκε πηγαίνοντας ανάποδα για να αποφύγει την κεντρική λεωφόρο –του πήρε μπόλικο χρόνο και χιλιόμετρα μέχρι να φτάσει στο κέντρο. Είδε την ώρα από το κινητό του και είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού με τη Μαρία. Ευτυχώς που βρήκε εύκολα παρκάρισμα πάνω στην πλατεία της Δάφνης –έκρυψε το τσαντάκι κάτω από το κάθισμά του και βγήκε βιαστικά., αδιαφορώντας για την πινακίδα που απαγόρευε ρητά το παρκάρισμα.
Η Μαρία τον περίμενε σε ένα «απ’ όλα» μαγαζί. Τέτοια μαγαζιά σερβίρουν καφέ το πρωί, φαγητό το μεσημέρι και ποτό το βράδυ παίζοντας, ανελέητα, την ίδια άσχετη latin, hip hop μουσική. Την βρήκε να σκαλίζει ένα παναρισμένο κοτόπουλο με το πιρούνι της –κάθισε απέναντί της, ψάχνοντας το γκαρσόνι. Η Μαρία έκλαιγε.
«Έλα τώρα, ησύχασε, να δεις που όλα θα φτιάξουν», απόθεσε ένα άχρηστο κλισέ παρηγοριάς.
«Με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι θέλει να μείνει λίγο μόνος του».
«Εντάξει, συμβαίνουν αυτά».
«Όχι ρε Πέτρο, δεν συμβαίνουν όταν έχεις οικογένεια! Τι θα κάνουμε εμείς δηλαδή;»
«Ηρέμησε Μαρία. Τον ξέρεις καλά τον Κώστα και ξέρεις πως θα γυρίσει. Τι έγινε; Μήπως τσακωθήκατε;»
«Όχι. Εντάξει, τις τελευταίες μέρες είχε προβλήματα με τη δουλειά του, ήταν και αναστατωμένος από το ατύχημα του Άρη …»
«Το ποιο;»
«Α, δεν το ξέρεις;»
Δεν το ήξερε, αλλά τώρα το μάθαινε. Ο μαλάκας ο Άρης –μια ζωή σαν παλαβός οδηγούσε! Δεν έφταιγε αυτός –αλλά μόνος του το είχε πει –«όταν οδηγείς μηχανή, φταις –δεν φταις, εσύ φταις στο τέλος γιατί εσύ την πληρώνεις». Αφού δεν σκοτώθηκε –πάλι καλά να λέμε! Σκεφτόταν για να κατανικήσει το σφίξιμο στο στομάχι. «Ένας χαμένος, ένας με σίδερα –πολύ γρήγορα καταρρέουμε».
«Πέτρο;»
«Λέγε»
«Για τα παλιά τσακωθήκατε;»
«Ποια παλιά;»
«Ξέρεις … τον Γιαννάκη και την …»
«Άστο μωρέ, μην τα σκαλίζεις», ο Πέτρος τινάχτηκε απότομα για να βουτήξει το βιαστικό γκαρσόνι. Έσκαγε για μπύρα.
«Λέω … μήπως έφυγε για κάτι τέτοιο…»
«Δηλαδή;»
«Ξέρω ‘γω … Έχει κλείσει η ιστορία μεταξύ σας και …;»
Ο Πέτρος ετοιμάστηκε να φτύσει αλλά δεν χρειάστηκε. Όπως δεν χρειαζόταν να της δώσει εξηγήσεις. Δεν έπρεπε κιόλας.
«Όλον αυτόν τον καιρό είσαστε καλά με τον Κώστα;»
«Καλά. Κανονικά δηλαδή. Γιατί;»
«Ρωτάω»
Η Μαρία αγγίζει το μανίκι του με κατεβασμένο κεφάλι.
«Δεν ξέρω. Είμαστε όπως όλες οι οικογένειες. Μη με ρωτήσεις αν είμαι ευχαριστημένη. Δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ. Ο Κώστας είναι μια ζωή επισκέπτης. Αδιαφορεί για τα πάντα, όλα στο σπίτι εγώ πρέπει να τα αποφασίζω. Και μετά κατεβάζει μούτρα γιατί δεν του αρέσει αυτό που αποφάσισα. Τι να γίνει δηλαδή; Ποτέ δεν προτείνει κάτι –κι αν καμιά φορά ανοίξει το στόμα του, όλο παράλογα πράγματα λέει. Έχει πάρει εργολαβία το παραμύθι και με αφήνει μόνη, να ξεχρεώσω με την πραγματικότητα. Σαράντα χρονών άνθρωποι –βαρέθηκα ρε Πέτρο!»
Πίνει τη μπύρα του βιαστικά γιατί δεν αντέχει τη μιζέρια της. Εντάξει, δίκιο έχει –η ζωή είναι εκεί έξω, γεμάτη υποχρεώσεις, τη ζεις ή περνάει πάνω σου σαν μπουλντόζα. Κι ο Κώστας έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί επειδή υπάρχει η Μαρία. Αλλιώς …
Οι συνομήλικοί τους ποτέ δεν πάτησαν και με τα δυο πόδια στην πραγματικότητα. Χαμένοι πριν καν προσπαθήσουν, γιατί βρέθηκαν στο δρόμο μετά από μια γενιά ηρώων –τι μένει να κάνεις όταν οι προηγούμενοι έγραψαν ιστορία; Απογοητευμένοι στην εκκίνηση, μπερδεμένοι στην κούρσα, τερμάτισαν όταν οι θεατές είχαν αποχωρήσει από το στάδιο. Για ποιο λόγο; Έτσι –δεν υπήρχε λόγος, πέρα από το ότι όλοι οι προορισμοί οδηγούν σε ένα τέλος. Χωρίς σκοπό, γιατί οι καλοί τους πυροβολούσαν στην πλάτη και οι κακοί σημάδευαν τα πόδια τους. Γι΄ αυτό ήταν μονίμως οργισμένοι. Αλλά η οργή, όταν δεν έχει στόχο γυρίζει πάνω σου. Τους εαυτούς τους μίσησαν λοιπόν –γιατί δεν είχαν την αξιοπρέπεια να πεθάνουν στα 30 και να ζήσουν προηγουμένως. Οι συνομήλικοί τους ποτέ δεν πάτησαν και με τα δυο πόδια στο όνειρο, επίσης.
Του είπε κι άλλα η Μαρία -παράπονα από τη δουλειά της, βαρετές πληροφορίες για την εφηβεία του Δημήτρη, αγχωτικές συμβουλές για τις καινούργιες φορολογικές δηλώσεις. Αλλά ο Πέτρος δεν της ανέφερε τίποτα σχετικά με την επίθεση στο βιβλιοπωλείο και η Μαρία δεν πρόσεξε τα σημάδια πάνω του. Ποτέ δεν πρόσεχε ιδιαίτερα την εμφάνιση των άλλων η Μαρία. Όταν σηκώθηκε να φύγει, τον σταμάτησε …
«Αν δεις τον Κώστα …»
«Δεν θα τον δω Μαρία» κι έφυγε βιαστικός, ελπίζοντας πως δεν θα είχε τσιμπήσει καμιά κλήση…
Οδηγούσε αφηρημένα, με την κλήση σκαλωμένη στο παρμπρίζ, ψάχνοντας κάποιο ήσυχο μέρος για να ρίξει μια ματιά στο τσαντάκι που περίμενε κάτω από το κάθισμά του. Βρήκε χώρο να παρκάρει, πίσω από τον μαντρότοιχο του Α΄ Νεκροταφείου. Μέχρι που άναψε και τσιγάρο για να το ευχαριστηθεί, κάτω από τις καχεκτικές λεύκες.
Στην μπροστά θήκη υπήρχε ένα κινητό. Έλεγξε τη μπαταρία του, ευτυχώς ήταν γεμάτη –δεν είχε καμιά όρεξη να σβήσει το κινητό και να ψάχνει κωδικούς ενεργοποίησης. Έλεγξε τα τελευταία τηλέφωνα στη μνήμη –αντρικά ονόματα εναλλάσσονταν με φανταχτερά γυναικεία. Ο τύπος, προφανώς δούλευε και σαν νταβαντζής. Ή συνοδός των κοριτσιών. Κοίταξε το παλιότερο αποθηκευμένο νούμερο –άδικος κόπος –η μνήμη έφτανε μέχρι τρεις μέρες πίσω. Θα έπρεπε να ψάξει στον κατάλογο της συσκευής.
Άνοιξε το κεντρικό φερμουάρ –πορτοφόλι, αναπτήρας (αλλά, όχι τσιγάρα), ένα κουτί πολυβιταμίνες κι ένας σουγιάς με ελατήριο. Αυτόν τον έβαλε στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και βάλθηκε να ψάχνει το εσωτερικό του πορτοφολιού. Μια πλαστικοποιημένη κάρτα μέλους του Συνδέσμου Φιλάθλων ΠΑΟ –Νεάπολης, με κωδικό αλλά χωρίς όνομα, μια φωτογραφία από διαδήλωση –ο μαλάκας να χαιρετάει ναζιστικά την ελληνική σημαία κι ένας αριθμός τηλεφώνου γραμμένος σε ριγέ χαρτί. Ο Πέτρος άδειασε το πορτοφόλι και το πέταξε μαζί με το τσαντάκι στον κοντινότερο κάδο. Δεν περίμενε να βγάλει άκρη από όσα βρήκε, αλλά δεν έχανε τίποτα να το ψάξει.
Οδήγησε χαλαρά μέχρι το σπίτι του και μπήκε μέσα, κλωτσώντας φακέλους με διαφημιστικά. Αραγμένος στον καναπέ, σκεφτόταν να βάλει μουσική και να γίνει λιώμα με το τελευταίο μπουκάλι τζιν που τον περίμενε στον πάγκο της κουζίνας. Έβαλε πάγο σε ένα καθαρό νεροπότηρο και προσπέρασε το ακανθώδες κεφάλαιο της επιλογής κατάλληλης μουσικής. Όταν πίνεις, είναι προτιμότερο να φτιάχνεσαι με τηλεόραση –χάνεις πιο γρήγορα την αίσθηση του χωρόχρονου.
Κατέβαζε το τρίτο ποτήρι, απορροφημένος από ένα ντοκιμαντέρ για τους πιγκουίνους, όταν χτύπησε το κινητό. Όχι το δικό του –το άλλο. Η κλήση ήταν από απόκρυψη.
«Ναι;»
«Σηκώνεις και ξένα κινητά μαλάκα;»
«Μέχρι και πεσμένους πούτσους σηκώνω άμα λάχει».
Ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Αυτό το τελευταίο θα σου χρειαστεί σύντομα γιατί την έφερες πούστικα στον δικό μας».
«Ενώ αυτός μου είχε ξηγηθεί σπαθί –έτσι;»
«Δεν πήρα για να κουβεντιάσουμε παπαριές.»
«Τότε γιατί πήρες;»
«Για να σου λύσω τις απορίες».
«Όπως;»
«Όπως, ας πούμε, γιατί σου γαμήσαμε το μαγαζί».
«Γιατί είσαστε σκατομαλάκες»
«Έξυπνο. Αλλά πέφτεις έξω. Αυτό που έγινε ήταν μια απλή υπενθύμιση από έναν παλιό φίλο. Σας στέλνει χαιρετίσματα και σας θυμάται ακόμα. Έτσι μου είπε να σου μεταφέρω. Σας θυμάται ακόμα. Όλους σας».
Όλους; Ο Πέτρος έκρυψε τον εκνευρισμό του.
«Τίποτα άλλο;»
«Αυτά. Και μπορείς να κρατήσει το κινητό -χάρισμά σου λιγούρη. Θα σου χρειαστεί για να καλέσεις ασθενοφόρο. Σύντομα».
Κλικ.
Ο Πέτρος έμεινε να κοιτάζει το κινητό –ήταν πιο εξελιγμένο μοντέλο από το δικό του. (Πιέστηκε να μην σκεφτεί το προφανές). Ωραίο κινητό, πολυφωνικό, με φωτογραφική μηχανή ενσωματωμένη. Κοίταξε τον ηλεκτρονικό φάκελο με τις φωτογραφίες –γυμνές γυναίκες και αρχαιοελληνικά σύμβολα. Πέρασε στα γρήγορα τον τηλεφωνικό κατάλογο της συσκευής, αλλά δεν βρήκε κάτι να του κινήσει την περιέργεια. Άδειασε το ποτήρι και το ξαναγέμισε με τζιν. Οι πιγκουίνοι είχαν φύγει από την οθόνη και, στη θέση τους, μια σιτεμένη με συμπαγές μαλλί, έλεγε ειδήσεις. Το χάσιμο!
Ο Κατσούλας (σάλιο προσγειώνεται δίπλα στο πόδι του καναπέ) βγαίνει, κατά πως φαίνεται, από το λαγούμι του. Τόσα χρόνια φρόντιζε να οχυρώσει την απόσταση ανάμεσά τους –τώρα νιώθει ασφαλής να τους προκαλέσει. Όλους τους. Δεν ξέρει πως η παρέα δεν υπάρχει πλέον; Ίσως και να το ξέρει, γι΄ αυτό παίρνει θάρρος. Όσο ήταν και οι τρεις μαζί, έμοιαζε αδύνατο να τον αντιμετωπίσουν. Τώρα που είναι ο καθένας για την πάρτη του … Ο Πέτρος διστάζει στο μέτρημα –μην υπολογίζεις τον Άρη, αυτός με το ζόρι κινείται, αλλά ο Κώστας; Που είναι, τι κάνει και γιατί απομονώθηκε; Ο Πέτρος σηκώνεται και φοράει τα παπούτσια του. Καθαρίζει με νερό, όσο οινόπνευμα βγαίνει από τους πόρους του προσώπου του και σταματάει μπροστά στον καθρέφτη του χωλ. Είναι έτοιμος αλλά δεν ξέρει που να πάει. Όπως και σε ολόκληρη τη ζωή του άλλωστε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο.
«Ναι;»
«Πέτρο; Αλίκη Παπαγιάννη εδώ»
Αυτή μόνο του έλειπε τέτοια ώρα.
«Τι κάνεις Αλίκη μου;»
«Μια χαρά. Κοίτα … έμαθα για την καταστροφή στο βιβλιοπωλείο … τι ήταν αυτό βρε παιδί μου; Βαρβαρότητα … είμαι σοκαρισμένη…»
«Ναι, όπως τα λες».
«… και ήθελα να σε ρωτήσω τι γίνεται με το βιβλίο μου …»
«Όλα προχωράνε κανονικά, μην αγχώνεσαι»
«Α, μάλιστα. … κοίτα Πέτρο μου … νομίζω πως θα ξαναγυρίσω στον παλιό μου εκδοτικό οίκο …καταλαβαίνεις … υπάρχει κάποιο δέσιμο, παρόλα όσα έγιναν … αλλά μην ανησυχείς –θα σου επιστρέψω την προκαταβολή …ε;»
«Όπως θέλεις Αλίκη. Τώρα συγνώμη αλλά είμαι λίγο βιαστικός. Θα μιλήσουμε άλλη φορά για τα διαδικαστικά».
Κλείνει το τηλέφωνο πριν προλάβει αυτή να τον αποχαιρετήσει –το έχει άλλωστε η σημερινή μέρα – τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που διακόπτονται απότομα. Βγαίνει βιαστικός, ξεχνώντας ότι δεν ξέρει που θέλει να πάει. Ευτυχώς που το αυτοκίνητό του ξέρει τον δρόμο. Δυτικά, από τη λεωφόρο που οδηγήσει σε γέφυρες, μακριά από τις γραμμές του τραίνου –εκεί που αραιώνουν τα σπίτια της πόλης. Αργή, βαρετή διαδρομή ανάμεσα σε γκρίζα κτίρια εταιρειών. Όταν τελειώσουν κι αυτά, θα φανεί το μοναδικό οίκημα με κήπο. Είναι καλοδιατηρημένο οίκημα, βαμμένο χαρούμενα, αλλά δεν μπορείς να το δεις από τον δρόμο. Γιατί τα δέντρα του κήπου σου κόβουν τη θέα. Πρέπει να φτάσεις στην καγκελόπορτα για να διακρίνεις το μικρό, ξύλινο, φυλάκιο και τον θυρωρό που διαβάζει περιοδικά –μέσα σ’ αυτό. Ο Πέτρος κορνάρει προειδοποιητικά.
«Καλησπέρα, μπορώ να περάσω;»
Ο θυρωρός σηκώνεται βαριεστημένα.
«Θέλετε να επισκεφθείτε κάποιον ασθενή;»
«Ναι»
«Μισό λεπτό να ειδοποιήσω».
Του χρειάζονται πέντε λεπτά για να παρκάρει στο πίσω μέρος του οικήματος και άλλα δυο λεπτά για να φτάσει στη ρεσεψιόν. Καθυστερεί, γιατί κόβονται τα γόνατά του κάθε φορά που έρχεται εδώ, κάθε φορά που πρέπει να ανέβει στον τρίτο όροφο.
Στο σαλόνι του ορόφου, άνθρωποι με πιτζάμες και ρόμπες κάνουν φασαρία μπροστά από έναν δέκτη τηλεόρασης. Αυτή όμως κάθεται μόνη της στο βάθος, σε ένα μικρό τραπεζάκι γεμάτο με πούλια του ντόμινο. Ο Πέτρος φέρνει μια καρέκλα απέναντί της.
«Γεια σου Άλεξ».
Η γυναίκα σηκώνει το βλέμμα, αλλά δεν παρατάει τα πούλια. Μακριά γκρίζα μαλλιά, πρέπει να τα διώξει από το πρόσωπό της για να τον δει. Δυο κουμπιά του νυχτικού ανοιχτά και πρέπει να τα κλείσει –αποφασίζει, μετά από σκέψη, πως όλα αυτά δεν γίνονται κρατώντας τα πούλια.
«Είσαι καλά;»
«Ναι. Καλά», παιδεύεται με τα κουμπιά. Κοιτάζει τον Πέτρο, αλλά στην πραγματικότητα κοιτάζει πίσω από τον Πέτρο. Σαν άνθρωπος που προσπαθεί να δει τι συμβαίνει, μέσα από φιμέ τζάμι.
«Ήρθα βιαστικά αυτή τη φορά και δεν σου έφερα τίποτα», ο Πέτρος μιλάει στον αέρα, ψάχνοντας για επαφή.
«Δεν πειράζει. Εδώ τα έχουμε όλα, φτάνει να τα ζητήσουμε. Να φανταστείς, τις προάλλες μας έδωσαν κρεμ καραμελέ. Σου αρέσει η κρεμ καραμελέ;» η Άλεξ έχει ζωντανέψει απροειδοποίητα, χαμογελάει και κουνάει τα χέρια της.
«Ναι μου αρέσει πολύ», λέει ψέματα ο Πέτρος.
«Εμένα καθόλου», η Άλεξ συννεφιάζει εξίσου απροειδοποίητα. «Μυρίζει καμένο και με αηδιάζει. Αλλά όλοι έλεγαν πως είναι ωραία, την έφαγα με το ζόρι και έκανα εμετό αμέσως μετά. Κρυφά».
Ο Πέτρος πάει να πει κάτι, αλλά το μετανιώνει αμέσως. Προτιμά να κοιτάξει τη γυναίκα που μοιάζει με εκείνο το παλιό κορίτσι, μόνο στα στοιχεία ταυτότητας. Γι’ αυτό ήρθε άλλωστε. Για να βεβαιωθεί ότι θυμάται, για να σιγουρευτεί ότι μισεί.
«Τι κάνουν οι άλλοι;» ρωτάει μέσα από τα δάχτυλά της, γιατί τα μαλλιά και πάλι έπεσαν μπροστά στα μάτια της.
«Α, όπως τα ξέρεις. Ο Κώστας … ο Άρης είχε ένα ατύχημα με τη μηχανή …»
«Σοβαρό;»
«Όχι μωρέ –μασάει ο Άρης από τούμπες;»
«Αχ ναι δίκιο έχεις! Θυμάσαι τότε που με πήγαινε … που με πήγαινε; Καλά δεν έχει σημασία … και γλιστράμε σε κάτι λάδια, που λες, και φεύγει η μηχανή …», σκέφτεται, αλλάζοντας διάθεση «… ακόμα έχω το σημάδι στη γάμπα μου … αλλά δεν πονάει πια …».
Ο Πέτρος της πιάνει το χέρι, θέλει να της πει ότι ποτέ άλλοτε δεν πρόκειται να ξαναπονέσει –αλλά δεν είναι καλός στα ψέματα. Η Άλεξ θα λιώσει στη ψυχιατρική κλινική για όσα χρόνια αντέχει ακόμα. Αν προλάβει –θα πάθει ανακοπή, στον ύπνο της –αυτό θα είναι το καλύτερο, για να τη βρουν χαμογελαστή το επόμενο πρωί. Αν καταφέρει να επιβιώσει για πολλά χρόνια, θα την τελειώσουν με κάποια κοκτέιλ φαρμάκων –έτσι γίνεται στις καλές κλινικές. Κρατάνε τον ασθενή όσο τα χρήματα που πληρώνεις είναι περισσότερα από τις ανάγκες του. Όταν αρχίσει να χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, μετατρέπεται αυτομάτως σε παθητικό. Και με παθητικά δεν κλείνουν οι ισολογισμοί.
«Κάποιος μου είπε κάτι, μια μέρα», λέει η Άλεξ στα πούλια του ντόμινο. «Μου είπε πως ξεραίνονται τα δέντρα στον κήπο κι αυτό είναι πολύ κακό, γιατί σε λίγο θα μας βλέπουν όσοι περνάνε απέξω. Το φαντάζεσαι;»
«Λάθος θα έκανε Άλεξ. Εγώ, τώρα μόλις τα είδα και είναι μια χαρά. Μην πιστεύεις τέτοια πράγματα».
Η Άλεξ έχει επικεντρωθεί στα πούλια του ντόμινο –τα στήνει όρθια, με τους αριθμούς προς το μέρος της μουρμουρίζοντας «… ξεραίνονται, ξεραίνονται …».
Η Πέτρος νιώθει άβολα, όπως κάθε φορά που την επισκέπτεται. Στην αρχή έρχονταν όλοι μαζί –ο Κώστας έκανε φασαρία και ενθουσίαζε την Άλεξ, ο Άρης έσπρωχνε ξαφνικά το τραπέζι για να την ξαφνιάσει –την άφηναν μετά από ώρες εξουθενωμένη, έτοιμη για ύπνο. Μερικές φορές και χαμογελαστή. Αλλά με τον καιρό αραίωσαν τις επισκέψεις τους οι άλλοι –κι ο Πέτρος δηλαδή, είχε φτάσει να το βλέπει σαν υποχρέωση.
«Ήρθε χτες» θυμήθηκε απότομα η Άλεξ.
«Ποιος ήρθε;»
«Ο Κώστας. Ήρθε χτες και με είδε. Δεν το ήξερες;»
«Όχι, που να το ξέρω;» απόρησε αυτόματα ο Πέτρος.
«Ε, μα δεν σου το είπε; Τέλος πάντων, ήρθε και με είδε. Μου έφερε κάτι φορέματα, δύο φορέματα. Και σοκολατάκια!»
«Α ναι;» ο Κώστας είχε περάσει από εδώ. Το γιατί ήταν προφανές. Ο Κώστας πέρασε κι αυτός για τον ίδιο λόγο –για να γεμίσει με μίσος το μυαλό του. Άρα, σκέφτονταν και οι δυο το ίδιο πράγμα. Άρα, είχε ειδοποιηθεί κι αυτός … Ο Πέτρος ευχόταν μόνο να μην είχαν φτάσει μέχρι τον Άρη, όχι ακόμα. Εκείνη τη στιγμή ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να συναντηθεί με την παρέα, να σκεφτούν μαζί, να προφυλαχτούν. Και μαζί να κάνουν την κίνησή τους.
«Σου είπε τίποτα ο Κώστας;»
Η Άλεξ ζάρωσε το μέτωπο, κάτι προσπαθούσε να θυμηθεί και αυτό της έφερνε φανερή δυσφορία.
«Καλά, άστο δεν πειράζει. Θα τον δω και θα μου πει ο ίδιος» σηκώθηκε απότομα. «Λέω να πηγαίνω, θα με βγάλεις μέχρι έξω; Να κάνουμε και μια βόλτα στον κήπο».
Η Άλεξ έσπρωξε πίσω την καρέκλα και φόρεσε μια φανελένια ρόμπα πάνω από το νυχτικό της. Φάντασμα. Ο Πέτρος την κοίταζε στο πλευρό του και διέκρινε τις φλέβες, κάτω από διάφανο δέρμα της. Πάντα ήταν αδύνατη η Άλεξ, αλλά τώρα πια, ήταν σκελετωμένη. Κατέβηκαν τις σκάλες κουτσαίνοντας και οι δυο.
«Κουτσαίνεις;»
«Ναι, έπεσα στο μπάνιο τις προάλλες. Αλλά δεν είναι τίποτα. Όταν ήρθε να με δει ο Κώστας ήταν χειρότερα. Τρόμαξε. Μου είπε …», ακόμα ένα ζαρωμένο μέτωπο, «εσύ κουτσαίνεις;»
«Ναι. Έπεσα από τις σκάλες».
«Ποιες σκάλες;»
«Στο βιβλιοπωλείο. Θα σε πάρω μια μέρα να το δεις, είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει. Και να πάρεις ότι βιβλία θέλεις –εντάξει;» απέφυγε τα μάτια της γιατί δεν ήταν καλός στα ψέματα. Δεν ξέρει κιόλας αν θα μπορούσαν να διακρίνουν κάτι τα μάτια της –πεθαμένα είναι πλέον, σε πλήρη αρμονία με το υπόλοιπο σώμα της.
Έχει νυχτώσει στον κήπο, περπατάνε χαζεύοντας τριγύρω. Η Άλεξ του δείχνει μια νεραντζιά –«την κλάδεψα και μου είπαν να την μπολιάσω για να βγάλει φρούτα και φέτος –αλλά είναι πικρά τα νεράντζια κι εγώ αρνήθηκα να τη μπολιάσω -αυτή όμως έβγαλε φρούτα έτσι κι αλλιώς». Πικρά. Σαν τη δυστυχία που φοράει, δερμάτινη μάσκα στο πρόσωπό της. Φτάνουν στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο κι ο Πέτρος ξεκλειδώνει.
«Στάσου…»
Σταματάει με την πόρτα μισάνοιχτη.
«Θυμήθηκα! Ο Κώστας μου είπε πως θα με βγάλει από εδώ μέσα! Θα με πάρει μαζί του! Έξω!», κάποια ξεχασμένη λάμψη στα μάτια της.
«Αλήθεια;»
«Ναι σου λέω! Θα με πάρει. Πρέπει πρώτα να τακτοποιήσει κάτι δουλειές –έτσι μου είπε, γιατί κάπου χρωστάει … κάτι πρέπει να ξεχρεώσει … να δεις πως μου το είπε …»
Ο Πέτρος την κοιτάζει αλλά βλέπει τον Κώστα πάνω της. Μόνο αυτός έχει την ικανότητα να ζωντανέψει πεθαμένους, ή τουλάχιστον την είχε αυτή την ικανότητα πριν καταντήσει ζόμπι κι ο ίδιος. Φαίνεται ότι το ξανάκανε, φαίνεται πως του ξαναήρθε η ικανότητα –ένας Κώστας ολοζώντανος κυκλοφορεί εκεί έξω μετά από δέκα χρόνια λήθαργου. Μπορεί και περισσότερα.
«Ναι σου λέω! Θα με πάρει. Μου το είπε και με σήκωσε αγκαλιά, ψηλά, με στριφογύρισε κιόλας. Τι λες;»
«Λέω πως ο Κώστας θα το κάνει. Αφού σου το είπε, θα έρθει να σε πάρει από εδώ μέσα» και αυτή τη φορά ο Πέτρος δεν νιώθει ότι λέει ψέματα.
«Κι ο Γιαννάκης ήρθε!», πετάγεται ξαφνικά η Άλεξ. «Πριν κάτι μέρες, ήρθε ένα αυτοκίνητο –να, εδώ που έχεις παρκάρει το δικό σου –κι ο Γιαννάκης ήταν κρυμμένος στο πορτ μπαγκάζ. Πάει να βγει, που λες, και σκοντάφτει στην πόρτα … κάναμε κάτι γέλια!»
Ο Πέτρος αφήνει την μισάνοιχτη πόρτα και την παίρνει αγκαλιά.
«Ησύχασε γλυκιά μου, ο Γιαννάκης δεν ήρθε. Γιατί ο Γιαννάκης δεν έφυγε και ποτέ –σωστά;»
Σφίγγεται πάνω του, στυφή μυρωδιά χαπιών ανακατεμένη με αντισηπτικό φτάνει στη μύτη του Πέτρου –μια ακόμα χρήσιμη υπενθύμιση. Έχει μπει ήδη στο αυτοκίνητο, όταν η Άλεξ του χτυπάει το τζάμι.
«Ναι;»
«Κι ο άλλος;» η Άλεξ φτύνει στο χώμα.
Ο Πέτρος χαμογελάει ψεύτικα. «Δεν υπάρχει άλλος, Άλεξ. Στον ύπνο σου θα τον είδες, δε υπήρξε ποτέ άλλος στην πραγματικότητα», αν έβλεπε τον εαυτό του θα τρόμαζε γιατί το χαμόγελό του μοιάζει με αποκριάτικη μάσκα βρικόλακα. Θα το κρύψει επιμελώς, όσο κουνάει το χέρι του αποχαιρετώντας την, αλλά αυτό θα ξαναεμφανιστεί απρόσκλητο όσο οδηγεί προς την έξοδο.
Οδηγεί με τα μάτια μισόκλειστα στην άδεια λεωφόρο, οδηγεί με το ένα χέρι –ενώ στο άλλο ανοιγοκλείνει τον σουγιά. Σκέφτεται ότι το ελατήριό του θέλει λάδωμα, γιατί η λεπίδα σκαλώνει, κάθε φορά που πατάει το κουμπί. Σκέφτεται ότι η επαγγελματική του ζωή δεν έχει καμιά ελπίδα ανάκαμψης, αλλά αυτό δεν τον ενδιαφέρει πια –και είναι περίεργο, αφού την αγαπούσε πολύ τη δουλειά του. Κάποτε. Σκέφτεται ότι δεν έχει καμιά απολύτως ιδέα σχετικά με το πώς θα τα καταφέρει. Σκέφτεται το χέρι που σπρώχνει τη λεπίδα, κόντρα στην αντίσταση του σώματος. Μετά, ξεσφίγγει την παλάμη του για να ανακαλύψει πως είναι γεμάτη αίματα από το αγκάλιασμα της λεπίδας. Και δεν σκέφτεται άλλο πια. Τώρα.
(συνεχίζεται -η εκτύπωση Ευ-άγγελε)

Πέμπτη, Νοεμβρίου 16, 2006

8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
Άνθρωποι περιμένουν φασαριόζικα πίσω από ένα πολυμορφικό με ανοιχτό πορτ μπαγκάζ. Θορυβώδεις φοιτητές που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν νωχελικές συνομήλικές τους. Κυρίως φοιτήτριες. Δυο καλοντυμένοι τριαντάρηδες, ξεφορτώνουν ντοσιέ, τίγκα στα ερωτηματολόγια. Αυτοί είναι οι υπεύθυνοι των ομάδων. Τρεις είναι οι ομάδες, αλλά ο τρίτος υπεύθυνος κάπου βόσκει. Για την ακρίβεια, επιδεικνύει την ταμπελίτσα με το όνομα και τη θέση του σε μια πιτσιρίκα –πουλώντας γοητευτική εξουσία. Η πιτσιρίκα τσιμπάει ή το παίζει πολύ καλά. Κρέμεται από τις φιγουρατζίδικες εκφράσεις του, με μισό χαμόγελο έκπληξης παρατημένο στα χείλη. Άραγε σκέφτεται «τι σπουδαίος τύπος!» ή «πόσο μαλάκας μπορεί να γίνει ένας άντρας;» Ο Κώστας ποντάρει στο δεύτερο.
«Κύριε Μαργαρίτη, θα μας καταδεχτείτε για μισό λεπτό;»
Ο υπεύθυνος ψαρώνει ελεγχόμενα. Χαμογελάει ένα δουλικό «έφτασα αμέσως» κλείνοντας το μάτι στην πιτσιρίκα σε στυλ «άντε να τελειώνουμε με τον μαλάκα». Κι ο Κώστας χαμογελάει γιατί τα ξέρει όλα αυτά. Ήταν φοιτητής που τον φόρτωναν ερωτηματολόγια και παράλογες απαιτήσεις υπευθύνων, ήταν αγχωμένος υπεύθυνος που αγωνιζόταν να κρατήσει ισορροπίες και τώρα βρέθηκε πάλι πίσω. Επικεφαλής του συνεργείου. Παρουσιάζει χάρτες στους υπευθύνους με τις περιοχές ευθύνης τους. Κυκλώνει τετράγωνα με φωσφοριζέ μαρκαδόρους. Συμπληρώνει ημερολογιακές καταστάσεις. Μετά, παίρνει σβάρνα τα καφενεία περιμένοντας. Και μη ελέγχοντας.
Οι υπεύθυνοι τον περιμένουν ανάβοντας τσιγάρα. Σιχαμένοι τύποι. Γλύφτες της εργοδοσίας, ονειρεύονται πόστο στα κεντρικά για να φύγουν από το δρόμο. Γιατί; Κακό είναι; Έτσι δεν έκανε κι αυτός κάποτε;
«Κύριοι, έχετε ήδη τις περιοχές ευθύνης. Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να βοηθάτε τους ερευνητές σας. Οι περισσότεροι δεν έχουν την εμπειρία σας. Υπάρχει κάποια ερώτηση; Τίποτα; Καλή δουλειά κύριοι».
Αρκετά –δεν έχει όρεξη να βλέπει άλλο τα μούτρα τους. Όταν αρχίζουν να απομακρύνονται, πιάνει τον Μαργαρίτη από το μανίκι.
«Κύριε Μαργαρίτη ήθελα να σας πω. Οι οικειότητες με τους ερευνητές δεν εκτιμώνται ιδιαίτερα από την εταιρεία».
Ο άλλος προσποιείται έκπληξη –«τι εννοείτε;» -η ανάσα του μυρίζει άσχημα.
«Τίποτα ιδιαίτερο κύριε Μαργαρίτη. Αυτό που είπα –μόνο. Καλή σας δουλειά». Του γυρίζει την πλάτη νιώθοντας αναγούλα. Οι ομάδες χωρίζουν στην απέναντι διασταύρωση κι αρχίζουν τον ποδαρόδρομο. Ο Κώστας ξεκινάει με το πολυμορφικό για το επόμενο σημείο συνάντησης. Είναι 9:10 και έχει δυο ώρες για σκότωμα. Τις τελευταίες βδομάδες, στο καινούργιο, υποβαθμισμένο του πόστο –όλα για σκότωμα τα έχει. Υπνοβατεί μέχρι το τέλος του ωραρίου και αποφεύγει να σκέφτεται. Όταν σχολάει, περιφέρεται για να αποφύγει την επιστροφή στο σπίτι. Τρώει σε απομονωμένες ταβέρνες και μετά περιπλανιέται σε μπαράκια για αλκοολικούς. Από αυτά που ανοίγουν στις 12 το μεσημέρι και δεν κλείνουν ποτέ. Με τη Μαρία δεν μιλάει, ο γιος του τον αποφεύγει. Ξέρουν καλά πως κάτι συμβαίνει και γι’ αυτό μένουν μακριά του.
«Θα συνεχιστεί πολύ αυτό;» τον είχε ρωτήσει στην αρχή η Μαρία.
«Όσο πάει. Μετά θα χειροτερέψει», είχε απαντήσει.
Στα σκαλιά της γκρι πολυκατοικίας βλέπει ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που συμπληρώνουν ερωτηματολόγια. Κλέβουν, λουφάρουν. Το είχε κάνει κι αυτός παλιά. Έγραφε τα ονόματα που έβλεπε στα κουδούνια και έφτιαχνε ψεύτικες συνεντεύξεις. Από βαρεμάρα, για σπάσιμο ή γιατί απλά ντρεπόταν να ρωτάει. Το αγόρι σκουντάει το κορίτσι δείχνοντάς τον. Πανικός!
Ανάβει τα αλάρμ και τους κάνει νόημα να πλησιάσουν. Δυο κατεβασμένα κεφάλια κουβαλάνε διστακτικά βήματα. Τα παιδιά είναι σίγουρα πως την έχουν άσχημα. Απόλυση ή απλή επίπληξη;
«Μπείτε μέσα ρε σεις», ο Κώστας δείχνει την πίσω πόρτα. Μπαίνουν χωρίς κουβέντα και το πολυμορφικό ξεκινάει.
«Ήθελα να σας πω ... δεν είχαμε προλάβει να συμπληρώσουμε κάποιες απαντήσεις ... και ... για να μην τις ξεχάσουμε ...», το αγόρι κομπιάζει.
«Καφέ πίνετε;»
Τα παιδιά κοιτάζονται απορημένα.
«Κερνάω. Πίνετε καφέ;»
«Πίνουμε», λέει βιαστικά το κορίτσι.
Περνάνε αμίλητοι την πλατεία –όχι εδώ, είναι πολύ κεντρικά –και καταλήγουν δυο στενά πιο κάτω. Είναι ένα καφενείο ξεχασμένο από τη ζωή, στο βάθος τραπέζια με πράσινη τσόχα και συνταξιούχοι που παίζουν πρέφα. Ίσως και κουμ καν –ποιος ξέρει;
«Έναν νες σκέτο και ότι πάρουν τα παιδιά», λέει ο Κώστας, ψάχνοντας τις τσέπες του. Τα παιδιά παραγγέλνουν δυο φραπέ γλυκούς. Ο ένας με πολύ γάλα.
«Πως σας λένε ρε;» ο Κώστας επιτέλους πετυχαίνει το πακέτο και είναι πολύ ευτυχισμένος που ξανάρχισε το κάπνισμα.
«Εμένα με λένε Άγη κι αυτή Δανάη», λέει το αγόρι. Τυχερά παιδιά. Οι γονείς τους πάτησαν πόδι και δεν τα φόρτωσαν με ονόματα παππούδων. Θα μου πεις –με κάτι τέτοια έχουμε καταντήσει Αρχαία Ελλάδα. Ναι, εντάξει, από το να είμαστε γεμάτοι Γιάννηδες, Βαγγέληδες και Χαράλαμπους –χίλιες φορές καλύτερα. Ο Κώστας σκύβει προς το μέρος τους.
«Λοιπόν άτομα –δεν σας είδα ποτέ στην είσοδο της πολυκατοικίας και δεν σας κάλεσα ποτέ για καφέ –ξηγημένοι;»
Τα παιδιά τον κοιτάζουν όλο απορία. Ο εργασιακός φόβος έχει αντικατασταθεί με τον τρόμο των άγνωστων προθέσεων. Αλλά γνέφουν κάποια μουδιασμένα «εντάξει».
«Επίσης δεν πρόκειται να σας ζητήσω τίποτα περίεργο και δεν σκοπεύω να σας βιάσω ή να σας τεμαχίσω. Σαφές κι αυτό;»
Γνέφουν πάλι, αβέβαια. Στα μάτια τους είναι ο Μεγάλος. Όχι μόνο σε ηλικία –ο Μεγάλος από τα κεντρικά, ο Ελεγκτής, ο Κουμανταδόρος. Το χέρι των αφεντικών ανάμεσά τους -και τα αφεντικά είναι, εκ προοιμίου, μαλάκες. Έρχονται οι καφέδες.
«Πριν από πολλά χρόνια έκανα την ίδια δουλειά με σας ...» ξεκινάει ο Κώστας, αλλά σταματάει απότομα. Συμβουλές; Αποφθέγματα γεμάτα εμπειρία; Όταν ήταν στην ηλικία τους δεν υπήρχε πιο σιχαμερό πράγμα, από το ν’ακούει τους ξερόλες μεγάλους.
«Εντάξει, αυτό που θέλω να πω είναι οτι η κομπίνα θέλει προφύλαξη. Δεν συμπληρώνουμε τα ερωτηματολόγια, φόρα παρτίδα στη μέση του δρόμου. Οι υπεύθυνοι κόβουν βόλτες συνέχεια.»
Κουνάνε τα κεφάλια τους συμφωνώντας. Αλλά δεν έχει ακόμα την αποδοχή τους.
«Από ποιες σχολές είστε;»
«Εγώ από το Οικονομικό Πειραιά κι ο Άγης από το Ο.Π.Α.», παίρνει τον λόγο η κοπέλα. Δεν διακρίνει αμηχανία στα μάτια της ο Κώστας –η κοπέλα έχει, ήδη, σταθμίσει την κατάσταση. Ο άνθρωπος των αφεντικών βαριέται και τους κάλεσε για καφέ. Είναι καλό ανθρωπάκι δεν θα τους μαρτυρήσει.
«Να σας ρωτήσω κάτι;» παίρνει πρωτοβουλία το αγόρι.
«Εμένα και τη Δανάη εννοείς; Εκτός αν είσαι πιωμένος και με βλέπεις διπλό».
Τα παιδιά γελάνε, μάλλον από υποχρέωση, με το αστείο του.
«Κώστας. Και ρώτα με».
«Ακούγεται οτι θα διώξουν κόσμο. Αληθεύει;»
Οι αιώνιες φήμες για να κρατάνε τους κακοπληρωμένους στην τσίλια.
«Πριν σου απαντήσω, να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι. Γιατί δουλεύετε;»
«Εγώ για να πληρώνω το νοίκι μου», λέει διφορούμενα ο Άγης.
«Εγώ για χαρτζιλίκι –οι γονείς μου μένουν Αθήνα», απαντάει η Δανάη μασουλώντας το καλαμάκι της.
«Άψογα. Εσύ λοιπόν να φροντίζεις περισσότερο την κάλυψή σου και δεν πρόκειται να μείνεις χωρίς δουλειά. Αρκεί να μην σε σταμπάρουν να κάνεις μαλακίες. Εσύ δεσποινίς μπορείς να κάνεις ότι γουστάρεις. Η ανάγκη σου για χαρτζιλίκι δεν είναι τόσο επιτακτική που να μην σηκώνει μια απόλυση. Άλλωστε, ψευτο-δουλειές σαν αυτή υπάρχουν μπόλικες. Αυτή είναι η γνώμη μου».
Τα παιδιά δεν καπνίζουν. Τα χαζεύει καθώς αρχίζουν κάτι δικά τους πειράγματα, ο Άγης την κοροϊδεύει για το κινητό της κι αυτή αντεπιτίθεται, επισημαίνοντάς του πως το δικό του κινητό χτυπάει μόνο κατά λάθος.
«Σας φαίνεται ... σου φαίνεται πολύ κιτσάτο το κινητό μου;» η Δανάη το στρέφει απειλητικά προς το φλιτζάνι του Κώστα.
«Ε ... όσο να πεις ... αυτές οι γούνες και τα φτερά στα πλάγια είναι λίγο κάπως»
«Τι κάαααπως; Τι εννννννοείς;» η μικρή σαχλαμαρίζει μαζί του. Ίσως αυτή να είναι η ιδέα της για το φλερτ –ο Κώστας κουμπώνει το αόρατο σακάκι του για να αισθανθεί λιγότερο άβολα. Πριν δυο χρόνια, έκανε την πρώτη του απιστία. Ήταν μια καινούργια στο τμήμα του, πολύ γλυκιά, με ανεξέλεγκτες εκπομπές τρυφερότητας προς το μέρος του. Σύντομα ο Κώστας άρχισε να τρέφει ελπίδες ανακατεμένες με ονειρώξεις. Αλλά οι αντιστάσεις του ήταν καλοφτιαγμένες. Άντεξαν τα πρώτα υπονοούμενα, αντιστάθηκαν σε ξεχασμένες εκρήξεις ενστίκτων, κατευνάστηκαν μέσα από την ευλογημένη πιθανότητα απόρριψης. Μέχρι που, σε κάποιο ενδοεταιρικό πάρτι, μόνο για τους υπαλλήλους –βρέθηκαν, χωρίς να το προσχεδιάσουν, στην τουαλέτα να φιλιούνται. Η γυναίκα μύριζε κρασί και τριαντάφυλλο. Ο Κώστας έχασε τις αναστολές του μέσα στη ζαλάδα της. Για λίγο μόνο. «Πάμε να φύγουμε –τώρα», του πρότεινε αυτή. «Δεν γίνεται. Με περιμένουν σπίτι», συνήλθε απότομα ο Κώστας. Αλλά όχι εντελώς. «Θα σου τηλεφωνήσω, να βρεθούμε μετά τη δουλειά. Αύριο». «Εντάξει, θα περιμένω». Αρχίδια.
«Θα πηδήξεις την υφισταμένη σου; Βάζω στοίχημα οτι τη στρίμωξες ήδη στις τουαλέτες έτσι; Ένιωσες πολύ αφεντικό, μαλάκα;» τον πολιορκούσε ο Πέτρος, το ίδιο βράδυ.
«Πότε έγινε; Τώρα πριν από εδώ; Στο πάρτι; Είχατε πιει κιόλας; Ε; Την πέφτεις και σε μεθυσμένες τώρα ρε γελοίε;» στριφογύριζε το μαχαίρι ο Άρης.
Εμμονές. Οι εμμονές των φίλων του, δίπλα στη δική του αβεβαιότητα. «Γιατί φιλήθηκε μαζί μου; Μπορεί απλά για να προωθηθεί στη δουλειά. Εντάξει, μπορεί και όχι. Αλλά τότε; Αν, ας πούμε, με γουστάρει κανονικά; Είμαι παντρεμένος με παιδί. Τι γίνεται αν μου κολλήσει και θέλει περισσότερα από ένα πήδημα; Τι γίνεται αν τα πάρει στο κρανίο και τα πει όλα στη Μαρία; Δύσκολο είναι;»
Δεν έκανε τίποτα. Δεν την πήρε ποτέ τηλέφωνο και δεν της έδωσε την παραμικρή εξήγηση. Φρόντισε να την αποφεύγει κι αυτή τον κοίταζε ειρωνικά. Στις επόμενες εργασιακές τους επαφές, η γυναίκα είχε γίνει μια ξύλινη ταμπέλα που έγραφε «χέστης» και έδειχνε προς το μέρος του. Μετά μαλάκωσε η κατάσταση. Η ψυχρότητα εξελίχθηκε σε αδιαφορία, κάποια μέρα είχαν μείνει τελευταίοι στη δουλειά –τον πλησίασε. Αυτός τρόμαξε.
«Ήθελα να σου πω οτι παντρεύομαι»
«Αλήθεια; Πολύ χάρηκα για σένα.»
«Ναι. Κοίτα –για εκείνο που είχε γίνει μεταξύ μας ...»
«Ξέχασέ το μη σε απασχολεί».
«Ναι, τώρα πια το έχω ξεχάσει, Κώστα. Τις πρώτες μέρες με είχε πειράξει. Δεν αντέχω την απόρριψη όταν είναι τόσο ωμή. Μετά κατάλαβα.»
«Α, ναι;»
«Ναι. Κατάλαβα πως πρέπει να είσαι πολύ τρομοκρατημένος άνθρωπος. Και καλά έκανες που δεν τηλεφώνησες. Δεν θα γινόταν τίποτα μεταξύ μας έτσι κι αλλιώς»
Ο Κώστας είχε συμφωνήσει γυρίζοντας την πλάτη του.
«Δεν έχεις να πεις τίποτα;» επέμενε αυτή.
«Οτι έχεις δίκιο –τίποτα άλλο», είχε πει εκείνος πριν εξαφανιστεί βιαστικά. Από την ξεφτίλα που ένιωθε, δεν είχε κουράγιο ούτε τα κλάματα να βάλει.
Έστρεψε το ενδιαφέρον του στα παιδιά που τον είχαν αφήσει ήσυχο, στην αναπόλησή του. Κορόιδευαν έναν γέρο από την παρέα των χαρτοπαικτών, που μιλούσε σα να είχε καταπιεί καραμούζα. Ποιος ξέρει; Ίσως σε λίγο να κορόιδευαν κι αυτόν.
«Όποτε θέλετε μπορείτε να φύγετε. Δεν είναι υποχρεωτικό να κάθεστε μαζί μου», αποφάνθηκε ηλίθια.
«Μα τι λες! Μια χαρά περνάμε. Απλά, δεν έχουμε συνηθίσει να μας μιλάνε οι ανώτεροι στην εταιρεία. Δεν μας καταδέχονται», δικαιολογήθηκε η Δανάη.
«Καλά, εντάξει. Αλλά, για πείτε μου –έχετε πρόβλημα με κανέναν από τους υπευθύνους σας; Πως σας φαίνονται;»
Τα παιδιά μαζεύτηκαν εμφανώς. «Νάτο που έσκασε! Ο τύπος ψάχνει για χαφιέδες!». Το αγόρι σηκώθηκε και προφασίστηκε πως θέλει να πάει στην τουαλέτα. Άφησε την κοπέλα μόνη στα δύσκολα. Κι ο Κώστας δαγκώθηκε. Δεν ήθελε να μάθει πληροφορίες, δεν ενδιαφερόταν να «φακελώσει» κόσμο. Απλά μια αφορμή για κουβέντα έψαχνε.
«Πολύ ωραίο το δαχτυλίδι σου», η Δανάη δείχνει το χέρι του Κώστα, για την ακρίβεια ακουμπάει το δάχτυλό της πάνω στο μέταλλο. Ο Κώστας ξαφνιάζεται.
«Α, αυτό … ναι. Είναι ενός φίλου». Λες και συνειδητοποίησε μόλις τώρα πως φοράει τη βέρα του Άρη –εκείνη που μάζεψε μέσα από το γάντι του. Δεν θυμάται από πότε την έχει στο δάχτυλό του και δεν μπορεί να βρει το γιατί. Φοράμε συνήθως ενθύμια από πεθαμένους φίλους κι ο Άρης μια χαρά χάλια είναι. Ευτυχώς. Φοράμε άραγε και ενθύμια από πεθαμένες φιλίες;
«Φίλου σου; Και το φοράς εσύ;» η Δανάη χαζογελάει.
«Ναι … εντάξει … μέχρι να του το δώσω …», δεν έχει τι να πει, δεν γίνεται κιόλας να της εξηγήσει. Μένει να κοιτάζει σκεφτικός τη βέρα από λευκόχρυσο –ο Άρης πάντα απεχθανόταν τους συμβατικούς γαμήλιους χαλκάδες.
«Ναι σε ρωτήσω κάτι; Είσαι παντρεμένος έτσι;» τον βγάζει από την αμηχανία η κοπέλα. Και τον βυθίζει σε μεγαλύτερη βεβαίως.
«Ναι, παντρεμένος. Εσύ;»
Η κοπέλα ξεκαρδίζεται. Είναι όμορφη και κινείται χαριτωμένα. Σίγουρα θα έχει μπόλικα αγόρια να τρέχουν πίσω της.
«Τι παντρεμένη καλέ; Είμαι μικρή ακόμα! Μόνη, κατάμονη».
«Πως κι έτσι;»
«Ε, δεν βρέθηκε ακόμα ο κατάλληλος …»
Φλερτάρουν; Η κοπέλα του αφήνει χώρο ή είναι απλά η ιδέα του; Ίσως και η προσδοκία του. «Τι πράγματα είναι αυτά ρε;». Βιάζεται να σταματήσει την κουβέντα κι ο άλλος δεν λέει να γυρίσει από την τουαλέτα –κόψιμο τον έπιασε;
«Ε, που θα πάει –θα βρεθεί. Το καλό πράγμα αργεί να γίνει», λέει πατρικά και αποφασίζει να μην ξαναμιλήσει.
Η υπόλοιπη ώρα περνάει κοινότυπα, τα παιδιά φεύγουν, το ωράριο προχωράει σύμφωνα με τα πλάνα, η μέρα τελειώνει και ο Κώστας νιώθει ξαλαφρωμένος. Στην αποχώρηση κάνει πως δεν βλέπει τη Δανάη με τον Άγη –δεν έχει όρεξη να τους πάει πουθενά με το αυτοκίνητό του.
Οδηγεί πάντα, ακούγοντας CD. Σιχαίνεται το ραδιόφωνο, σταθμοί που παίζουν συνέχεια τις ίδιες playlists, σταθμοί που εκφωνούν, αλλεπάλληλα, το ίδιο δελτίο ειδήσεων –φτηνό χιούμορ, χοντροκομμένο χιούμορ και αναμετάδοση της τηλεοπτικής μιζέριας. Οι Meteors φωνάζουν στο cd player –«Λοιπόν, είναι δύσκολο να το πιστέψεις, το ξέρω/ αλλά την ακούω να τραγουδάει στον αέρα/ που σφυρίζει πάνω από τις κορυφές των δέντρων/ ‘Τζώννυ, θυμήσου με.’/ Ναι –πάντα θα θυμάμαι/ μέχρι τη μέρα που θα πεθάνω/ θα ακούω το κλάμα της/ ‘Τζώννυ θυμήσου με’», δυναμώνει την ένταση, ασυναίσθητα.Οδηγεί προς το κέντρο της πόλης, σταματάει σε κάθε φανάρι μέχρι να τον ξυπνήσουν τα κορναρίσματα αγανακτισμένων οδηγών, δεν βιάζεται γιατί ξέρει που πάει.
Πρώτη στάση η αγορά στο Μοναστηράκι. Χάνεται μέσα στα ρουχάδικα, ξέρει τι ψάχνει, αλλά κολλάει σε άσχετα σημεία. Του παίρνει αρκετή ώρα μέχρι να αγοράσει δυο φανελένια, καρό πουκάμισα, εφτά μποξεράκια με στάμπες ηρώων της Marvel Comics, πέντε κατάμαυρες μπλούζες και τρία 501. Έχει βάλει κιλά, αλλά ευτυχώς –όχι πολλά. Ένα νούμερο μεγαλύτερο παντελόνι –δεν είναι και απελπιστική η κατάσταση. Αυτό που του παίρνει πολύ ώρα είναι οι μπότες. Κανένας δεν έχει εκείνες τις H-D που κυκλοφορούσαν πριν από 20 χρόνια –βολεύεται στο τέλος με μια κοντινή απομίμηση. Από το ίδιο μαγαζί αγοράζει και ένα δερμάτινο μπουφάν αεροπόρου. Απομίμηση κι αυτό φυσικά.
Δεύτερη στάση στα Χαυτεία. Βρίσκει ένα φτηνό ξενοδοχείο, συμπαθητικό και ανεκτά βρώμικο. Ο υπάλληλος αλληθωρίζει όταν ακούει πως «ο κύριος δεν θέλει το δωμάτιο με την ώρα, αλλά με τη μέρα». Απομονώνεται με κλειστές κουρτίνες. Σχηματίζει τον αριθμό της στο καντράν και περιμένει.
«Έλα Κώστα –που είσαι;»
«Δεν έχει σημασία Μαρία. Θέλω να ακούσεις, ήρεμα, αυτά που θα σου πω. Λοιπόν (βαθιά ανάσα) το κινητό θα το απενεργοποιήσω, μην ψάξεις να με βρεις. Χρειάζομαι να μείνω λίγο μόνος μου. Γι΄αυτό δεν θα έρθω σπίτι τις επόμενες μέρες. Εντάξει;»
Ακούει τη σιωπή της. Ξέρει κιόλας τι σκέφτεται τη συγκεκριμένη στιγμή. Είναι διχασμένη ανάμεσα στην αυστηρότητα και την παράκληση. Διαλέγει το πρώτο.
«Τι είναι αυτά που μου λες; Είναι σοβαρά πράγματα; Έχεις οικογένεια Κώστα, σύνελθε σε παρακαλώ».
Έκανε λάθος επιλογή –ο Κώστας κλείνει μαλακά το τηλέφωνο. Αμέσως μετά, σχηματίζει τον αριθμό του γιου του.
«Έλα, λέγε».
«Ήθελα να σου πω ότι θα λείψω για λίγο, Δημήτρη. Και ήθελα να το ακούσεις από εμένα. Όσο θα λείπω, να προσέχεις τη μητέρα σου. Θα γυρίσω σύντομα, μην ανησυχείς.»
«Τι συμβαίνει;»
«Τίποτα σοβαρό, απλά θα πρέπει να μείνω λίγο μόνος».
«Δηλαδή;»
«Δεν θέλω να μιλήσουμε γι΄αυτά τώρα. Θα τα πούμε όταν γυρίσω».
«Είσαι σίγουρος πως θα γυρίσεις;»
«Ναι ρε –σου έχω πει ποτέ ψέματα;»
«Ποτέ δεν είναι αργά. Από λεφτά τι θα κάνουμε;»
«Μην ανησυχείς. Μπαίνουν όλα στον κοινό λογαριασμό μας με τη μητέρα σου».
«Καλά. Να γυρίσεις, εντάξει; Αργά ή γρήγορα να γυρίσεις».
Ο μικρός του κλείνει το τηλέφωνο απότομα. Νευρίασε ή ντράπηκε να ακουστεί κλαμένος; Δεν θέλει να το σκεφτεί τώρα ο Κώστας. Γιατί αν το σκεφτεί θα χάσει κάθε ίχνος αποφασιστικότητας.
Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει επίμονα.
«Τι θέλεις Μαρία;»
«Το παιδί τι θα γίνει;»
«Του μίλησα μόλις τώρα».
Η Μαρία σπάει σε λυγμούς. Είναι λογικό να δοκιμάσει τη δεύτερη επιλογή μετά την αποτυχία της πρώτης. Ή ίσως και να το εννοεί.
«Γύρνα πίσω, σ΄αγαπάω, γύρνα πίσω, τώρα. Δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα. Σε τι έφταιξα; Τι σε πείραξε; Γιατί μας βασανίζεις;»
Ο Κώστας κλείνει το τηλέφωνο και το πετάει στον απέναντι τοίχο. Μαζεύει σκυθρωπά τα κομμάτια -βεβαιώνεται ότι δεν λειτουργεί πλέον. Θα ήθελε να νιώθει ελεύθερος –αλλά δεν είναι έτσι. Η Μαρία κλαίει στα αόρατα κεντρικά μεγάφωνα, ο Δημήτρης σέρνει την τσάντα του με κατεβασμένο κεφάλι, προβάλλοντας την εικόνα του στις κλειστές κουρτίνες.
«Αφήστε με για λίγο ήσυχο!», μουγκρίζει ο Κώστας ανάμεσα στις παλάμες του. «Τόσα χρόνια σας έδωσα, τόσα χρόνια δούλεψα για σας, τόσα χρόνια σας υπηρετώ –τόσα χρόνια –δεν είναι αρκετό; Ζητάω λίγες μέρες. Μόνο. Και μετά, πάλι στο λούκι σας». Ίσως και να κλαίει, τις τελευταίες μέρες έχει γίνει ευσυγκίνητος. Μετά κοιμάται βαριά. Γι΄αυτό δεν ακούει τις φωνές τους πάνω από τις κορυφές των δέντρων -«θυμήσου με». Ή μάλλον –επειδή ακριβώς τις ακούει, καταφέρνει να κοιμηθεί βαριά.
Έχει νυχτώσει όταν ξυπνάει από το άδειο στομάχι του. Ντύνεται βιαστικά και βγαίνει για ψώνια. Ξυραφάκια, αφρός, σαμπουάν, οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα από το διπλανό ψιλικατζίδικο. Ο διακριτικός Πακιστανός τα βάζει σε σακούλα και μετράει ρέστα. «Ευκαρίστω», «παρακαλώ –καληνύχτα σας». Ξανακλείνεται στο δωμάτιο νιώθοντας προστατευμένος. Από τους τοίχους ακούγονται βογκητά ζευγαριών –πόσοι είναι κανονικά ζευγάρια και πόσοι πληρωμένα πηδήματα; Δύσκολο να ξεχωρίσεις, ένα ασφαλές κριτήριο είναι η πόρτα που κλείνει και το νερό στο μπάνιο που τρέχει αμέσως μετά. Δεν έχει και σημασία άλλωστε. Ο Κώστας ετοιμάζεται για έξοδο. Πλένεται, ξυρίζεται –θα ήθελε πολύ να έχει μια παλιά κολόνια μαζί του –κάτι σε Old Spice, που ήταν δυσεύρετη στα νιάτα του.
Μετά, διπλώνει τα παλιά του ρούχα για να τα καταχωνιάσει στον πάτο της ντουλάπας. Και ντύνεται, επιτέλους, σαν άνθρωπος. Τέρμα η φαγούρα από τα λινά και φανελένια παντελόνια –όποιος έχει φορέσει τζιν δεν ανέχεται τους χνουδωτούς καβάλους. Ο Κώστας είναι έτοιμος και πεινασμένος για όλα, όπως παλιά.
«Παίζει κανένα μαγαζί για φαγητό εδώ γύρω;» ρωτάει τον ιδρωμένο υπάλληλο στη ρεσεψιόν.
«Ναι κύριε, έχει ένα πολύ καλό στα 200 μέτρα δεξιά. Θα το δείτε». Ωραία, τώρα ξέρει που δεν θα πάει. Για να το προτείνει ο βρωμιάρης, χάλια θα είναι. Βγαίνει έξω και στρίβει αμέσως αριστερά.
Τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα μαύρες που κάνουν ψωνιστήρι. Ψηλές, εντυπωσιακές, απεγνωσμένες. Έκαναν χιλιάδες χιλιόμετρα για να πηδηχτούν με κονομημένους λαχαναγορίτες –εξαθλίωση σε εφαρμοστά παντελόνια βινύλ. Βρίσκει ένα εστιατόριο που «έχει γνωρίσει και καλύτερες μέρες». Κάθεται και παραγγέλνει τα πάντα. Πεινάει όλο και περισσότερο. Διψάει και οι μπύρες δεν βοηθάνε. Απέναντι του έρχεται να καθήσει μια γυναίκα που τον κοιτάζει επίμονα.
Δεν γίνεται να αγνοήσεις αυτό το ενοχλητικό βλέμμα. Και δεν μπορείς να φας με την ησυχία σου –ο Κώστας μασάει διακριτικά προσπαθώντας να το παίξει άσχετος. Καταπίνει σιγά, χάνοντας την όρεξή του. Είναι μια περίεργη γυναίκα με αλογοουρά και μακρύ, κόκκινο φόρεμα. Ξανθιά, αλλά όχι φυσική, καπνίζει τσιγάρα με χρυσό επιστόμιο. Κάνει ψωνιστήρι μέσα στο εστιατόριο; Ίσως.
«Συγνώμη, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;»
«Παρακαλώ», δέχεται ο Κώστας προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του. Δεν έχει όρεξη για γυναίκες, αλλά έχει όρεξη για φαγητό. Η ξανθιά τον πλησιάζει εντυπωσιακά και κάθεται απέναντί του.
«Σας ξέρω από κάπου;»
Ο Κώστας καταπίνει μια μπουκιά μπριζόλας απότομα.
«Δε νομίζω».
«Κι όμως …», η γυναίκα τον κοιτάζει διερευνητικά και χτυπάει το νύχι της στο τραπεζομάντιλο. Μακρύ νύχι, βαμμένο μωβ.
«Δεν είστε …»
«Ακούστε κυρία μου. Δεν είμαι -και μάλλον δεν με ξέρετε. Δεν ενδιαφέρομαι για γνωριμίες –καταλάβατε;»
Η γυναίκα κατσουφιάζει. Ανάβει νέο τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου και …
«Με παρεξηγήσατε. Καταλαβαίνω βέβαια, λόγω της περιοχής … Απλά μου είστε πολύ γνωστός. Να σας συστηθώ –Μελίνα Βογιατζόγλου», η γυναίκα περνάει το χέρι της πάνω από το τραπέζι για κάποια χειραψία.
Ο Κώστας μένει με το δικό του χέρι μετέωρο. Μελίνα Βογιατζόγλου; Κάπου το έχει ξανακούσει. Μελίνα … Μελίνα …«Βογιατζόγλου θα σηκωθείς στον πίνακα να λύσεις την άσκηση;» Κι αυτή, με αφοπλιστικό χαμόγελο –«δεν έχω προετοιμαστεί κύριε Αλισάφη», «δεν μου προξενεί καμιά περιέργεια αυτό, Βογιατζόγλου».
«Ρε Μελίνα εσύ είσαι;» ο Κώστας γίνεται αμέσως οικείος.
«Ε… εγώ … κι εσύ; Ο …»
«Ναι;»
«Ο … Κώστας ... ο ….»
«Ναι ρε! Πόσα χρόνια!»
«Πολλά. Πάνω από είκοσι».
Ανταλλάσουν φιλοφρονήσεις, δεν άλλαξαν κι ας έχουν γκριζάρει επικίνδυνα τα μαλλιά του Κώστα -δεν άλλαξαν κι ας έχουν ξανθύνει αμετάκλητα τα μαλλιά της Μελίνας. Εντάξει, άλλαξαν αλλά αναγνωρίζονται ακόμα κι αυτό είναι το σημαντικό. Αναλώνονται σε συζητήσεις για παλιούς γνωστούς, μέχρι να φτάσουν στην τωρινή τους κατάσταση.
«Κι εσύ;»
«Παντρεμένος με ένα γιο, γομάρι ολόκληρο. Εσύ;»
«Α, όχι τώρα. Παλιότερα είχα παντρευτεί, χώρισα, παιδιά δεν έχω».
Η ατμόσφαιρα έχει γίνει αποπνικτική στο εστιατόριο, μυρωδιές από λαδωμένα κρέατα και τσιγαρίλα …
«Τι κάνεις τώρα; Έχεις κάποια υποχρέωση; Έλεγα να πηγαίναμε πουθενά για κανένα ποτό», προτείνει ο Κώστας.
«Ξέρεις … σε λίγο πρέπει να δουλέψω … εδώ».
«Εδώ;»
«Ε, εδώ έξω».
Η Μελίνα; Πεζοδρόμιο; Την θυμάται στο σχολείο, ψηλή και ευλύγιστη. Έπαιζε βόλεϊ και κάπνιζε ασταμάτητα στα διαλείμματα. Είχε μια κολλητή, κοντή και χοντρή –το ακριβώς αντίθετο από αυτή. Οι περισσότεροι συμμαθητές τους, γούσταραν να κάνουν κατάσταση με τη Μελίνα αλλά φοβόντουσαν. Ήταν και μια παρέα μεγαλύτερων, εξωσχολικών που νταραβερίζονταν μαζί της … Την έπεφταν λοιπόν στην κοντή, για να προσεγγίσουν τη Μελίνα –στο τέλος έβγαζε η κοντή γκόμενους κι έμενε η Μελίνα στην απέξω.
«Α, καταλαβαίνω. Κοίτα …», φυσικά δεν έχει τι να πει ο Κώστας. Αλλά ξέρει τι θέλει να κάνει. Αποφασίζει πως ο χρόνος του είναι περιορισμένος και επιλέγει την ειλικρίνεια.
«Κοίτα … χάρηκα πολύ που σε ξαναείδα, μετά από τόσα χρόνια. Περνάω μια περίεργη φάση και … Τέλος πάντων, αν θέλεις μπορείς να έρθεις μαζί μου, για ένα ποτό, για μια βόλτα … Θα πληρώσω εγώ την … το …»
Η Μελίνα γελάει. Ίσως κολακευμένη, σίγουρα αμήχανη.
«Θα με πάρεις βίζιτα;»
«Όχι. Θα σου πληρώσω την ώρα που θα περάσω μαζί μου. Αλλά δεν έχω όρεξη για σεξ. Περνάω περίεργη φάση, σου το είπα», ο Κώστας αποφεύγει να την κοιτάξει.
«Μάλιστα. Και πόσο θα μας πάρει; Μια, δυο ώρες; Περισσότερο;»
«Όσο -ρε γαμώτο. Δεν τα μπορώ αυτά, πόσο στοιχίζει να πληρώσω όλη τη νύχτα σου;» ο Κώστας μετατρέπει την αμηχανία του σε θυμό.
«Α, χα –μεγαλοπιάστηκε ο Κωστάκης! Λοιπόν -500 ευρώ είναι καλά; Φιλική τιμή», καγχάζει η Μελίνα.
«Μια χαρά. Φεύγουμε;»
Ο Κώστας έχει ήδη σηκωθεί και πληρώνει. Δεν σκέφτεται για να μην μετανιώσει, δεν την κοιτάζει για να μην θυμηθεί ότι κάποτε την ήθελε πολύ.
Το πολυμορφικό κινείται αμίλητο, εκτός από τους Magazine που γκρινιάζουν για «καινούργιες επιθέσεις στα νεύρα μου/ σπαταλάνε τον χρόνο μου, με το ζόρι/ πρέπει να ξαναγράψουν όλα τα βιβλία από την αρχή/ είναι φυσικό επακόλουθο».
«Πυροβολημένος κι από τις δυο πάντες;» σχολιάζει η Μελίνα.
«Α, το θυμάσαι το κομμάτι; Ναι, κάπως έτσι –πυροβολημένος γενικότερα».
Την κοιτάζει από τον μπροστινό καθρέφτη. Δεν είναι τόσο όμορφη πια, δεν είναι καν ζωντανή. Θυμάμαι έναν χαρακτηρισμό που πάντα σιχαινόταν –«μαραμένη» -δυστυχώς ταιριάζει απόλυτα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
«Που πάμε;»
«Στα παλιά.»
«Τα δικά σου, τα δικά μου ή τα δικά μας;»
«Τίποτα δεν ήταν δικό μου, τίποτα δεν έμεινε δικό μας και τα δικά σου δεν τα ξέρω. Οπότε …»
«Οπότε, γάμησέ τα Κωστάκη και κάνε γρήγορα», γελάει σαν 25 χρόνια πίσω.
Παρκάρουν το πολυμορφικό έξω από το Πολυτεχνείο και χαζεύουν την πλατεία σαν τουρίστες. Χάλια η πλατεία, με αναπαυτικούς καναπέδες εκεί που κάποτε υπήρχαν σιδερένιες καρέκλες, με σόμπες-μανιτάρια και μπλαζέ μουσική. Δεν γίνεται να καθίσουν εδώ, γι’ αυτό πιάνουν τα στενά –ψάχνοντας κάποιο παλαιολιθικό μπαράκι. Το εντοπίζουν βρώμικο, υγρό και, φυσικά, μισοάδειο.
«Ένα Singapore sling για τις παλιές κακές μέρες», παραγγέλνει ο Κώστας.
«Και μια βότκα τόνικ για τον ίδιο ακριβώς λόγο», συμπληρώνει η Μελίνα.
«Σκατοκατάσταση», αποφαίνονται ταυτόχρονα. Γελώντας.
Η βραδιά κυλάει αδιάφορα με συνεχείς εναλλαγές ποτών. Έχουν αποφασίσει να μην πιούν με τίποτα –δεύτερη φορά το ίδιο πράγμα. Έχουν συμφωνήσει να εξαντλήσουν την ποικιλία ή να τους πάρουν σηκωτούς.
«Θυμάσαι την κατάληψη στην Δευτέρα Λυκείου; Ήσουνα πρόεδρος του δεκαπενταμελούς τότε».
«Γραμματέας», την διορθώνει ο Κώστας.
«Τέλος πάντων. Αλλά τη φασαρία όλη εσύ την έκανες. Εσύ πλακώθηκες με το συμβούλιο γονέων όταν προσπαθούσες να περάσεις λουκέτα στις πόρτες. Έφαγες και αποβολή μετά –έτσι;»
«Ναι εντάξει, μου την είχανε φυλαγμένη μετά την κατάληψη και στην πρώτη στραβή μου έριξαν διήμερη».
Περνάει τα νύχια της πάνω από τη σφιγμένη γροθιά του.
«Από τότε μου άρεσες Κώστα»
Τραβάει το χέρι του απότομα.
«Δεν υπάρχει λόγος» και τη βλέπει να μαζεύεται.
Μισό λεπτό ησυχίας.
«Εντάξει, ας μιλήσουμε στα ίσια, καλύτερα. Εγώ, που λες Κωστάκη μπορεί να κάνω βίζιτες αλλά δεν έχω ξεπέσει στα πεζοδρόμια. Έχω χρόνια μέχρι να πιάσω πάτο και ελπίζω να την κοπανήσω πριν από αυτό. Σήμερα στο εστιατόριο ήρθα για σένα. Συστημένη –εντάξει;»
Ο Κώστας δεν έχει συνέλθει ακόμα από τη μεταμόρφωσή της. Είναι χαλαρός από τα ποτά και αναστατωμένος από την παρουσία της. Γιατί η τρυφερότητα ξεπερνάει την επίγνωση. Σχεδόν πάντα. Αλλά τώρα έχει απέναντί του ένα κανονικό επαγγελματικό στέλεχος, που τυχαίνει να φοράει κόκκινο φόρεμα και βαρύ άρωμα.
«Τι εννοείς; Δεν καταλαβαίνω».
«Εννοώ ότι πήραν στο γραφείο που δουλεύω, ζήτησαν εμένα προσωπικά και προπλήρωσαν για να σου κάνω παρέα. Και όχι μόνο –έτσι;»
«Ποιος;»
«Που να ξέρω; Το αφεντικό πήρε τα φράγκα, εγώ πήρα την προμήθειά μου και νάμαι»
Ποιος; Και γιατί;
«Πως ήξερες που να με βρεις;»
«Δεν το ήξερα. Ήμουνα στάντ μπάι μέχρι σήμερα. Το απόγευμα μου τηλεφώνησαν να στηθώ έξω από το ξενοδοχείο σου και να σε πλησιάσω. Δυο ώρες περίμενα».
«Συγνώμη, δεν το ήξερα –αλλιώς θα έβγαινα νωρίτερα. Αλλά, γιατί μου τα λες όλα αυτά;»
«Γιατί μου ζήτησαν να στα πω. Μη με ρωτήσεις ποιος. Ένα κινητό με απόκρυψη που με έστειλε σε σένα. Αντρική φωνή. Μου έδωσε τη διεύθυνση, μου ζήτησε να σου πω τα πάντα και κάτι άλλο… Είπε να σου μεταφέρω από μέρους του ότι κάποιος σας θυμάται ακόμα. Όλους σας –έτσι είπε».
Ο Κώστας άναψε τσιγάρο χαζεύοντας την παρακμιακή μπαρ-γούμαν. Σκούπιζε τη μπάρα με μια πετσέτα Στολίσναγια –το έκανε τόσο αργά που θα μπορούσε να σε υπνωτίσει. «Κάποιος μας θυμάται ακόμα. Όλους μας». Ποιος είναι ο «κάποιος» και ποιοι είναι οι «όλοι»; Εντάξει, μπορεί και να ήταν προφανές. Η αφεντιά του, ο Άρης και ο Πέτρος –σ’ αυτούς πήγαινε το «όλοι». Άρα, ο «κάποιος» ήταν ο γνωστός; Έσκυψε το κεφάλι στο πλάι και …
«Τι έπαθες και φτύνεις βρε; Είχε τίποτα το ποτό;» απόρησε η Μελίνα.
«Μη δίνεις σημασία», προσπάθησε να απομονωθεί στις σκέψεις του ο Κώστας.
«Κοκκίνισες. Είπα κάτι κακό; Νόμιζα πως κάποιος φίλος ήθελε να σου κάνει ένα δώρο. Δεν είναι αυτό, ε;»
«Όχι, δεν είναι αυτό. Για πες μου κάτι ρε Μελίνα. Δίνετε τα πλήρη στοιχεία σας στο … γραφείο τελοσπάνων που δουλεύετε; Πως ήξερε ο τύπος ότι ήσουνα παλιά μου συμμαθήτρια;»
«Έλα ντε! Δεν δίνουμε κανένα στοιχείο, μόνο το κινητό μας. Εντάξει, οι άνθρωποι του γραφείου έχουν ψάξει και ξέρουν κάτι παραπάνω για μας, αλλά …»
«Πάρτον τηλέφωνο»
«Ποιόν;»
«Αυτόν που σου έκλεισε τη δουλειά από το γραφείο. Θέλω να του μιλήσω».
Η Μελίνα μαζεύτηκε απότομα. Ήταν έξυπνη γυναίκα, την είχε υπολογίσει κι αυτή την πιθανότητα –μέχρι που είχε ρωτήσει κιόλας πως θα το αντιμετώπιζε. Αλλά της είχαν πει να το αποφύγει, όσο ήταν δυνατό.
«Ξέρεις …»
«Πάρτον τηλέφωνο γαμώ το στανιό μου!» δεν ήταν το χέρι που έσφιγγε τον καρπό της, αλλά τα μάτια του που δεν αστειεύονταν.
Όσο ήταν δυνατό –εντάξει, τράβηξε το χέρι της και διάλεξε έναν αριθμό από τον τηλεφωνικό της κατάλογο. Χλωμή κάτω από το βαρύ μακιγιάζ.
«Έλα Ηλία … ναι εγώ … ο κύριος θέλει να σου μιλήσει … ναι, μου είπες αλλά … εντάξει, στον δίνω», του πέρασε το κινητό φοβισμένα.
Έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που ο Κώστας μίλησε με ατόφιο κάθαρμα. Όλα αυτά τα χρόνια, έχει συμμετάσχει σε συναντήσεις με αδίστακτους κυβερνητικούς και χοντροκομμένους επιχειρηματίες –αλλά, σε εκείνες τις περιπτώσεις, υπήρχε απειλή πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη, απειλή αρωματισμένη από τον καφέ φίλτρου. Τώρα όμως είναι αλλιώς και ποτέ δεν έχεις προετοιμαστεί στην εντέλεια.
«Γεια σου Ηλία».
«Τι τρέχει κύριος; Δεν σας αρέσει η κοπέλα;»
Το θυμάται το παιχνιδάκι με τις συνεχείς ερωτήσεις που γαμάνε την κουβέντα. Παλιά το έπαιζαν οι μπάτσοι, τώρα το έμαθαν όλοι καθώς φαίνεται.
«Άσε την κοπέλα έξω ρε φίλε. Για άλλο θέλω να μιλήσουμε».
«Δε θα μου πεις τι να κάνω κύριος. Εντάξει; Και δε θα μου πεις γιατί θα μιλήσουμε. Πως της είδες δηλαδή;»
«Την είδα ο ‘γαμάω’ απόψε και μαζέψου μην αρχίσω από σένα. Κόψε τις πίπες, το καλό που σου θέλω μη σου φέρω τη γκόμενα πεσκέσι –εντάξει;»
«….»
«Και μη με διακόψεις άλλη φορά γιατί τσαντίζομαι. Εντάξει μαλάκα;»
«…»
«Έτσι μπράβο. Για πες μου τώρα για τον τύπο που μου πλήρωσε τη βίζιτα. Ήρεμα κι ωραία, γιατί είμαι κακός άνθρωπος και χαίρομαι με τους μπελάδες των άλλων».
«Μπελάδες;»
«Μπελάδες, όπως αυτόφωρο και δικαστήρια. Μπελάδες, όπως δυο νευρικοί αλλοδαποί πίσω από τον κώλο σου. Και τον κώλο της για να μην ξεχνιόμαστε».
«Με απειλείς ρε;»
«Γιατί να το ψάχνουμε τώρα; Ενώ μπορούμε να συνεννοηθούμε μια χαρά και να βγάλεις ένα πεντακοσάρικο έξτρα;»
«Τώρα μιλάς σωστά. Ρώτα κι αν ξέρω …»
«Ποιος πλήρωσε;»
«Δυο τύποι εδώ και κάτι μέρες. Μπορεί και βδομάδα. Ήρθαν εκεί που συχνάζω, μου ξηγήθηκαν για την Άντζελα …»
«Την ποια;»
«Ε, τη Μελίνα … πως τη λες! Άντζελα το επαγγελματικό της. Μου ξηγήθηκαν λοιπόν ότι θέλουν να τη στείλουν σε κάποιον φίλο τους, καθωσπρέπει άνθρωπο, για να του κάνουν έκπληξη. Πότε και που θα ειδοποιούσαν την ίδια απευθείας. Μου σκάσανε και τα φράγκα μπροστάντζα και αυτό ήταν».
«Τηλέφωνο»
«Τι;»
«Το τηλέφωνό τους. Δεν μπορεί να έστειλες κορίτσι σε κάποιον χωρίς να κρατήσεις ένα τηλέφωνο. Ρίχτο».
«Ε, κοίτα …»
«Τελείωνε ρε γαμημένε!»
«Δε μιλάς καλά!»
«Κι άμα γουστάρεις! Πες τώρα»
Ο Κώστας σηκώνεται και φτάνει μέχρι τη μπάρα. Ζητάει με νοήματα ένα στυλό και σημειώνει σε χαρτοπετσέτα.
«Είσαι καλός άνθρωπος κυρ Ηλία. Σ’ ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση».
«Ρε άντε και …»
Δίνει το τηλέφωνο πίσω στη Μελίνα ενώ φοράει το μπουφάν του.
«Φεύγουμε;» τον ρωτάει εκείνη.
Γνέφει θετικά –πληρώνοντας. Η ζαλάδα από τα ανακατεμένα ποτά έχει φύγει κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος. Έξω από το μπαρ έβαλε ψύχρα, η Μελίνα διπλώνει τα μπράτσα γύρω από το στήθος της. Εκείνος βγάζει το μπουφάν και το ρίχνει ιπποτικά στην πλάτη της –κάποιος Ματ Ντίλον σε καρικατούρα.
«Ευχαριστώ. Τι θα κάνουμε τώρα;»
«Θα σε πάω μέχρι παρακάτω και θα σε βάλω σε ΤΑΞΙ. Αλλά πρώτα έχω μια δουλίτσα».
Προχωράνε αργά, χαζεύοντας τα κλειστά μαγαζιά. Αμίλητοι. Μέχρι που ο Κώστας την πιάνει από το μπράτσο και την σταματάει.
«Εσύ θα με περιμένεις εδώ. Δεν θα κάνω πάνω από δυο λεπτά. Θα σου πάρω και το μπουφάν για λίγο, αλλά θα στο ξαναφέρω».
Τον παρακολουθεί να κατηφορίζει με χορευτικό βήμα και απορεί γιατί δεν το είχε προσέξει πριν. Μετά θυμάται –δεν περπατούσε έτσι, όλη την προηγούμενη νύχτα, καμπουριασμένος πήγαινε, σέρνοντας τα πόδια.
Σταματάει δίπλα σε έναν κάδο απορριμμάτων κι αρχίζει το σκάλισμα. Βγάζει σακούλες, τις αφήνει στο πεζοδρόμιο, διαλέγει. Μετά τραβάει τον κάδο στην ανηφόρα και τον πετάει με δύναμη πάνω σ΄ένα παρκαρισμένο τζιπ. Σίδερο πάνω σε λαμαρίνα που βουλιάζει, ο συναγερμός του τζιπ ενεργοποιείται κι ο Κώστας συνεχίζει να σέρνει τον κάδο. Πίσω, για φόρα και μετά δυνατά μπροστά. Οι πλαϊνές πόρτες του τζιπ έχουν βουλιάξει. Τώρα χτυπάει με μανία το μπροστινό τζάμι, έχοντας το χέρι του καλυμμένο μέσα στο μπουφάν. Μια, δυο, τρεις –το τζάμι ραγίζει. Ο Κώστας πάνω στο καπό, αποτελειώνει το τζάμι με τη μπότα του. Δεν του μένει πολύ ώρα γιατί ο συναγερμός έχει ξεσηκώσει τη γειτονιά. Ανάβει εφημερίδες από τα σκουπίδια, τις πετάει στο εσωτερικό του τζιπ. Μετά, ρίχνει παλιόρουχα και κάθε λογής πλαστικό –πάνω στις αδύναμες φλόγες. Ο Κώστας φωνάζει κάτι σαν …
«Έρχομαι ρε ξεσκισμένε … μόνος μου … θυμάμαι … κι εγώ…», τρέχοντας προς τη Μελίνα που έχει παγώσει.
«Φύγαμε κοριτσάκι, σιγά και χωρίς πανικό», την παίρνει αγκαλιά και στρίβουν στην πρώτη γωνία. Ο φάρος ενός περιπολικού φωτίζει την άσφαλτο πριν ακόμα το αυτοκίνητο βρεθεί μπροστά τους. Η Μελίνα ανατριχιάζει και σφίγγεται πάνω του. Ο Κώστας την τραβάει απότομα, για να βγουν στο δρόμο, μπροστά στο περιπολικό. Οι μπάτσοι φρενάρουν …
«Πρόσεχε ρε χριστιανέ μου, πως πετάγεσαι έτσι -μέσα στη μέση του δρόμου;» ουρλιάζει το κεφάλι από το δεξί παράθυρο του περιπολικού.
«Συγνώμη, ήρθατε πολύ απότομα και δεν σας είδα», απαντάει ο Κώστας με κακομοίρικο ύφος.
Οι μπάτσοι βρίζουν και γκαζώνουν ταυτόχρονα. Το πολυμορφικό είναι 100 μέτρα πιο πέρα.
«Γιατί το έκανες αυτό;» ρωτάει η Μελίνα.
«Γιατί έπρεπε. Ή αυτό ή θα πήγαινα να ξεκοιλιάσω κανέναν», ξεκινάει κρατώντας το σκοτάδι στη φάτσα του, ενώ οι αρθρώσεις του έχουν αρχίσει να πρήζονται. Αμίλητοι, χωρίς μουσική, χωρίς διάθεση κιόλας. Ο Κώστας κάνει τον κύκλο του τεραγώνου και βρίσκεται κοντά στο τζιπ που καίγεται αργά. Οι μπάτσοι απομακρύνουν τον κόσμο –στρίβει πριν πέσει σε μποτιλιάρισμα.
«Άσε με όπου μπορείς», ψιθυρίζει η Μελίνα.
«Θέλω να ξέρεις κάτι», μιλάει στον μπροστινό καθρέφτη ο Κώστας.
«Τι;»
«Παρ’ όλα αυτά, χάρηκα που σε ξαναείδα», συνεχίζει ήρεμα αυτός.
«Ρε άντε γαμήσου! Σταμάτα κι άσε με εδώ!».
Σταματάει, βγάζοντας ένα μάτσο χρήματα από το πορτοφόλι του -χωρίς να τα μετρήσει. Τα φέρνει κοντά της, τόσο όσο χρειάζεται αυτή για να του χτυπήσει το χέρι. Τα χαρτονομίσματα σκορπίζουν στη θέση που καθόνταν πριν λίγο.
«Βάλτα στον κώλο σου μαλάκα!»
Η Μελίνα κατεβαίνει χτυπώντας την πόρτα πίσω της. Εκείνος την παρακολουθεί να απομακρύνεται. Όμορφη γυναίκα. Εντάξει, όχι όσο παλιά –αλλά όμορφη. Εντυπωσιακή. Ξεκινάει απότομα και, από τύχη δεν χτυπάει το αμάξι που περνάει βολίδα στην μεσαία λωρίδα. Ψάχνει απέξω την τσέπη του 501, νιώθει τη διπλωμένη χαρτοπετσέτα και ηρεμεί. Με αυτό θα ασχοληθεί αύριο. Τα χέρια του πονάνε περισσότερο, όσο περνάει η ώρα. Ανοίγει τη μουσική, η Siouxsie (όμορφη γυναίκα, εντάξει –όχι όσο παλιά, αλλά όμορφη –εντυπωσιακή) του εξηγεί οτι: «Μπάνιο κι άλλο μπάνιο/ πρέπει να δείχνεις στα καλύτερά σου γι’ αυτήν, να είσαι καθαρός παντού/ χτυποκάρδι, αυξανόμενο χτυποκάρδι./ Η βροχή πέφτει στην ξένη πόλη, οι σφαίρες δεν μπορούν να σε πετύχουν/ αυτή η πόλη δεν είναι αρκετά μεγάλη για τους δυο μας/ και δεν είμαι εγώ αυτός που θα φύγει». Έτσι ακριβώς.
Σε λίγο θα παρκάρει το πολυμορφικό και θα χρησιμοποιήσει όσον περισσότερο ύπνο διαθέτει. Από αύριο θα δεχτεί την κατάσταση χωρίς διαμαρτυρίες. Γιατί αυτό που άνοιξε δεν είχε κλείσει ποτέ –μόνο έχασκε πάνω από τα κεφάλια τους, τόσα χρόνια τώρα. Ήρθε η ώρα του να κλείσει και είναι αυτός που θα το κλείσει –γιατί οι άλλοι λείπουν. Από αύριο.
(συνεχίζεται μετά από λαϊκή απαίτηση -για το αντίθετο)

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι