Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007

Η αναμονή δεν σε σκοτώνει

Περιμένει τη σειρά του για να πλησιάσει το ταμείο –κάθε άλλο παρά υπομονετικά. Καιροφυλακτεί για να φάει τη θέση του μπροστινού, κοιτάζει τη διπλανή ουρά που προχωράει πιο γρήγορα από τη δική του. Το ξέρει –αυτό συμβαίνει πάντα στις διπλανές ουρές και ποτέ στη δική σου. «Τι ώρα κλείνει το ταμείο;» Είχε ώρα.

Ένα τρένο ξεκίνησε πίσω του, σφύριγμα και μέταλλα που τρίβονται μεταξύ τους, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο –αυτό σίγουρα δεν ήταν το δικό του τρένο. Μέτρησε τους μπροστινούς –πέντε άτομα –πολλοί. Αλλά σήμερα το είχε πάρει απόφαση, θα έβγαζε εισιτήριο. Όπως και να είχε.

«Που πηγαίνετε;»

«Στο τερματικό σταθμό».

«Να το βγάλω μετ’ επιστροφής; Έχει έκπτωση»

«Όχι, ευχαριστώ. Δεν αντέχω άλλη έκπτωση. Πόσο κοστίζει;»

«Μαζί με τις σφαίρες;»

«….»

«Άδεια έχετε;»

«….»

Κάθισε στο βρώμικο παγκάκι της αποβάθρας αφού πρώτα φρόντισε να διώξει κάποια περιστέρια. Το εισιτήριο στην μέσα τσέπη του μπουφάν. Αντιστάθηκε στην επιθυμία να κοιτάξει τον αριθμό του βαγονιού για μια ακόμα φορά. Είχε χρόνο μέχρι να έρθει το τρένο του και επιπλέον, ξεχνούσε εύκολα. Κοίταξε το ρολόι –είχε χρόνο ακόμα.

Κάθε απόγευμα, μετά τη δουλειά, ερχόταν στο σταθμό, κάθε απόγευμα σκεφτόταν ότι θα έπρεπε επιτέλους να βγάλει εισιτήριο. Στο τέλος κουραζόταν από τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις, συνήθως μούδιαζαν τα πόδια του –σηκωνόταν να περπατήσει λίγο και, πριν το καταλάβει, βρισκόταν στο λεωφορείο για το σπίτι. Κάθε απόγευμα.

Αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά. Για την ακρίβεια, συνέβη το προηγούμενο βράδυ αλλά ήταν ήδη αργά –ο σταθμός είχε κλείσει. Έτσι όπως είχε κλείσει κι αυτός το τηλέφωνο …

«Δεν στεναχωριέμαι πια τόσο πολύ που δεν είμαστε μαζί γιατί βρήκα κάτι φωτογραφίες σου. Με είχες αγκαλιά όταν ήμουν μωράκι –εφτά φωτογραφίες».

«Θα μου τις φέρεις να τις δω την επόμενη φορά;»

«Θα σου τις φέρω μπαμπά».

Πριν ακουμπήσει το ακουστικό στη συσκευή είχε αποφασίσει να πάρει το τρένο. Όσο πιο σύντομα, τόσο καλύτερα. Μόνο που δεν είχε σκεφτεί πως η μικρή περίμενε να του δείξει τις φωτογραφίες. Τις θυμόταν αυτές τις φωτογραφίες. Η μικρή –αεροπλανάκι. Η μικρή να κοιμάται στην αγκαλιά του. Η μικρή να γελάει σκαρφαλωμένη στην πλάτη του. Κι άλλα τέτοια.

Κοίταξε το εισιτήριο. Βαγόνι 2, θέση 42. Το έβαλε πάλι στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν, σε λίγα λεπτά θα ξεχνούσε τι είχε διαβάσει. Είχε ώρα ακόμα. Τι θα γινόταν όταν τον έψαχνε η μικρή; Ποια εξήγηση μπορείς να δώσεις σε μια μόνιμη απουσία; Και το προσωπάκι της όταν αυτός δεν θα ερχόταν …ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε.

Ένα τρένο σταμάτησε μπροστά του και πήρε να αδειάζει κόσμο σαν σαπισμένη υδρορροή. Ένα ζευγάρι έσερνε μουτρωμένες βαλίτσες, ο άντρας παραπατούσε στην προσπάθειά του να κερδίσει τον αγώνα δρόμου μέχρι την πιάτσα ΤΑΞΙ, η γυναίκα μουρμούριζε δείχνοντας τριγύρω. Έτσι ήταν κι αυτός κάποτε. Παραπατούσε χωρίς να τρέχει, σκόνταφτε μένοντας ακίνητος. «Ζωή είναι, θα περάσει», έλεγε –αλλά δεν περνούσε η ξεφτιλισμένη. Κάθε πρωί να μετανιώνεις που ξύπνησες, πήρε απόφαση και άλλαξε βαγόνι.

Αφήνοντας πίσω του δυστυχία και έλλειψη. Βρίσκοντας μπροστά του ευτυχία που δεν μπορούσε να τη χαρεί. Άγγιξε το εισιτήριο αλλά συγκρατήθηκε. Δεν υπήρχε λόγος να το ξανακοιτάξει –αργούσε ακόμα να έρθει το τρένο.

Σηκώθηκε για να ξεμουδιάσει αλλά ξανακάθισε απότομα –αμέσως μόλις το συνειδητοποίησε. Δεν θα έφευγε σήμερα, δεν θα το έσκαγε όπως κάθε άλλη μέρα. Σήμερα είχε ένα τρένο να πάρει και το τρένο τον περίμενε. Μέσα από σκοτεινούς, όχι πια λευκούς, τοίχους έτρεχε το τρένο –δίπλα σε φράσεις που δε σήμαιναν τίποτα, «Σ΄ΑΓΑΠΑΩ» και «ΑΕΚΑΡΑ ΟΜΑΔΑΡΑ» και «ΓΑΜΙΕΣΤΕ ΟΛΟΙ», με το ζόρι θα διακρίνονταν από τα τζάμια του τρένου –καλύτερα φαίνονται τα στένσιλ και τα γκράφιτι όσο να πεις, δράκοι με εξατμίσεις αντί για ρουθούνια και πριγκίπισσες πάντα θλιμμένες και τοίχοι ζωγραφιστοί, με καφέ τούβλα –τοίχοι από πολυκατοικίες. Όχι πια λευκοί, όχι ακόμα γκρίζοι.

Κοίταζε τη γέφυρα. Από τη μια πλευρά ο σταθμός, από την άλλη κάτι αποθήκες. Υπέθεσε. Ποτέ δεν είχε περάσει τη γέφυρα, προτιμούσε να περιμένει το τρένο –οι γέφυρες τον ζάλιζαν όταν κοίταζε κάτω. Ψέματα, αυτό που τον ζάλιζε ήταν η κίνηση από κάτω. Όλα φαίνονται σε κίνηση όταν πιαστείς από το πλαϊνό κάγκελο, ακόμα και οι πέτρες στριφογυρίζουν σα χελώνες χωρίς καβούκι. Σήμερα όμως θα ανέβαινε και στη γέφυρα. Άλλωστε σε λίγη ώρα θα ερχόταν το τρένο –δεν έλεγε να του μείνει απωθημένο η σκατογέφυρα! Σηκώθηκε πάλι. Θα ανέβαινε στη γέφυρα, να κάνει μια βόλτα. Να ξεμουδιάσει.

Ακριβώς δίπλα στα σκαλιά της γέφυρας ήταν το περίπτερο. Κοντοστάθηκε μπροστά σε ένα κουτί μπισκότα σοκολάτας. Νόμιζε κιόλας πως ένιωθε την κρέμα τους να απλώνεται στη γλώσσα του, πικρή κρέμα, γλυκιά κρέμα, από αυτές που σε λιγώνουν και γεμίζεις σάλια μέχρι τον ουρανίσκο. Είχε καιρό να φάει μπισκότα σοκολάτας –τα απέφευγε γιατί κολλούσαν στα δόντια του. Κολλημένα μπισκότα και ψίχουλα να γδέρνουν το λαιμό, ξινίλα από τα συντηρητικά. Μια εποχή περνούσε, πηγαίνοντας στη δουλειά, από ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε μπισκότα σοκολάτας –το πρωί μοσχοβολούσε ο τόπος γιατί έβραζαν τη γέμιση, το απόγευμα βρωμούσε σαν ξεχειλισμένη αποχέτευση. Τι είναι αυτό που βρωμάει στα μπισκότα; Όταν φτιάχνουν τα μπισκότα; Μια γνωστή του, χημικός, είχε πει ότι τα τεχνητά αρώματα βρωμάνε όταν παρασκευάζονται –δεν ήταν αυτό. Και αυτό ήταν, ταυτόχρονα. Αλλά κυρίως έφταιγε η ευτυχία, η απόλαυση. Κάθε απόλαυση κρύβει μια έντονη οσμή. Κατά βάθος. Επειδή, ίσως, δεν μας έχουν μάθει να μυρίζουμε τον κόσμο –μόνο τις ψεύτικες μυρωδιές ανεχόμαστε. Αυτές που έγιναν για να θυμίζουν κι όχι εκείνες που πραγματικά αναδύονται. Ίσως πάλι να φταίει πως η κάθε μας απόλαυση κρύβει έναν συμβιβασμό, πρέπει να πουλάμε την ψυχή μας στο διάβολο για ένα ποτήρι χλωριωμένο νερό κι αν ο διάβολος μας κοροϊδέψει πρέπει να ζητήσουμε ταπεινά συγνώμη. Δεν διαβάσαμε τις οδηγίες χρήσης, αυτό ήταν –κανείς δεν μας κορόιδεψε.

Αποφάσισε να αγοράσει εφημερίδα. Θα μπορούσε να την ξεφυλλίσει πριν ανέβει στη γέφυρα, είχε χρόνο, κοίταξε το ρολόι του –κάποιο χρόνο τέλος πάντων. Βρήκε αυτή που διάβαζε από πιτσιρικάς γιατί είναι άτιμο πράγμα οι εφημερίδες. Αν έχεις συνηθίσει τη σελιδοποίηση μιας συγκεκριμένης –χάνεσαι σε όλες τις υπόλοιπες. Το είχε πάθει αρκετές φορές όταν αναγκαζόταν να αγοράσει διαφορετική εφημερίδα –βρισκόταν να ξεφυλλίζει ατέλειωτα, να ψάχνει τους κινηματογράφους στη σελίδα των αθλητικών και τα τοπικά νέα στις κηδείες.

Περπάτησε μέχρι το παγκάκι συλλαβίζοντας τον κεντρικό τίτλο -«ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ», χαμογέλασε χαζά. Κάποτε τα νέα θα γίνουν ατομική υπόθεση, θα αφορούν μόνο εσένα και αυτό θα ισχύει για όλους –λες να έφτασε αυτό το κάποτε; Βλακείες! Όταν τα νέα γίνουν αυστηρά προσωπικά θα έχουμε ήδη χάσει την προσωπικότητά μας –πάλι για πολιτικούς, επιχειρηματίες και σκυλάδες θα γράφουν οι εφημερίδες, απλά εμείς θα έχουμε ξεπουλήσει κάθε κομμάτι της δικής ζωής. Θεατές ιλουστρασιόν σελίδων –έτσι θα καταλήξουμε και τα συναισθήματά μας θα είναι ξένα από εμάς, κάλπικα όπως οι άψυχες φωτογραφίες.

Κάτι ήθελε να κάνει, κοντοστάθηκε πριν καθίσει, έβγαλε το εισιτήριο να δει τη θέση και το βαγόνι του, κοίταξε το ρολόι –είχε χρόνο, κάθισε στο παγκάκι. Πολλές φορές στη ζωή του ανησυχούσε γιατί κάτι ήθελε να κάνει, κάτι έπρεπε να γίνει –αλλά δεν θυμόταν τι ακριβώς. Οι ψυχολόγοι το λένε «αστικό άγχος», αυτός ήξερε πως ήταν σκέτες ενοχές. Πράγματα που δεν έκανες ή άλλα που έκανες λάθος, άνθρωποι που πλήγωσες ή άλλοι που στηρίχτηκαν πάνω σου και έπεσαν μόνοι τους –όλα αυτά τα απωθείς, δεν θέλεις να τα σκέφτεσαι. Αλλά δεν μπορείς να διώξεις την αίσθηση, δεν μπορείς να απαλλαγείς από ότι άφησες ανολοκλήρωτο. Κάτι ήθελε να κάνει. Προηγουμένως. Μια ολόκληρη ζωή. Αλλά ποτέ δεν το έκανε στην ώρα του. Κρίμα!

Εκείνη. Τη σκέφτηκε χωρίς συγκεκριμένη αφορμή –έτσι γινόταν πάντα. Δεν χρειαζόταν λόγο, τη σκεφτόταν απλά για να νιώσει καλύτερα. Μια ονειρικά ανοιχτή πόρτα ήταν εκείνη –τον προστάτευε από τα πάντα, αλλά για πόσο μπορείς να ξεφύγεις μέσα στο όνειρο; Κάποια στιγμή σε φοράνε τα παπούτσια σου, ξυπνάς άσχημα, βλαστημάς, κουτουλάς στον τοίχο, αλλάζεις κατεύθυνση, προχωράς, κουτουλάς στον τοίχο, αλλάζεις κατεύθυνση –που είναι η πόρτα;

Την έφθειρε αδιάκοπα. Την βύθιζε σε συμβιβασμούς, από τότε που την πρωτογνώρισε. Άλλαξε τη ζωή της, εκείνη έλεγε «καλύτερα», αυτός θυμόταν τη Λόρα Ντερν στην «Ατίθαση καρδιά» να κλαίει σπαρακτικά –«που είναι το όνειρό μου;» Η Λόρα Ντερν ήταν άσχημη κι όταν έκλαιγε γινόταν ασχημότερη. Εκείνη πάλι όχι. Ήταν όμορφη και δεν ήθελε να τη σκέφτεται δακρυσμένη. Την είχε δει να κλαίει, αυτός έφταιγε και θα έκανε τα πάντα για να μην ξανασυμβεί. Όταν ανακάλυπτε ότι αυτός είχε φύγει, εκείνη θα έκλαιγε. «Είδες πόσο αποτελεσματικά κάνω τα πάντα για να μην ξανακλάψεις;» Γέλασε. Μετά ξεφύλλισε τις δικαιολογίες του στις ασπρόμαυρες σελίδες της εφημερίδας. «Θα είναι καλύτερα για εκείνη». «Θα ξεχάσει, αργά ή γρήγορα και θα ξαναφτιάξει τη ζωή της». «Θα είναι πλέον ελεύθερη».

Άφησε την εφημερίδα πλάι του. Μελάνι στα δάχτυλα –τελικά επέλεγε αυτό που εκείνος ήθελε. Όλα βρίσκονταν εκεί, μπροστά του –προβλήματα και η ευτυχία, άγχος και λύσεις, μπισκότα με κρέμα σοκολάτας, από αυτά που σε λιγώνουν και κολλάνε στα δόντια σου. Αυτός επέλεγε να φύγει με κάποιο τρένο –γιατί όχι; Ποιος θα τον κατηγορούσε; Ποιος είχε το δικαίωμα; «Κοιτάξτε τη δική σας ζωή –σας είπα ποτέ, εγώ, τι να κάνετε;»

Έψαξε τις τουαλέτες, ήθελε απεγνωσμένα να πλύνει τα χέρια του, να ξεφορτωθεί το μελάνι από τα δάχτυλά του. «Λες και ήταν ποτέ δυνατό -να πλύνεις τα χέρια σου για να σφραγίσεις τη μοίρα σου!» Προχώρησε αργά, είχε χρόνο.

Το τρένο μπήκε στον σταθμό, ήταν μάλλον αφηρημένος, γι΄αυτό δεν άκουσε την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του, μαύρο, σίγουρο, τρένο από τα παλιά, με καπνούς και σαραβαλιασμένα παράθυρα. Κάποιοι πιτσιρικάδες είχαν γράψει με σπρέι «ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ» έξω από το δικό του βαγόνι. Μπήκε στις τουαλέτες και κοίταξε τριγύρω. Μια ξεθωριασμένη μεταλλική ταμπέλα έγραφε «ΑΠΟΧΩΡΗΤΗΡΙΑ», πάνω από τους καθρέφτες. Βρήκε το δικό του, ελεύθερο αποχωρητήριο, μπήκε μέσα και έκλεισε τον σύρτη.

Η μικρή να κλαίει. Εκείνη να κλαίει. Η μικρή να μεγαλώνει, δεν κλαίει πια, τρέχει στο σχόλασμα με τις φιλενάδες της –«ποιος σε περιμένει εσένα;», «η μαμά μου», «γιατί δεν έρχεται ποτέ να σε πάρει ο μπαμπάς σου από το σχολείο;» -συννεφιά στο προσωπάκι της. Εκείνη σχολάει από τη δουλειά της. Κουρασμένη, κατεβαίνει με το ασανσέρ, βγαίνει στο πεζοδρόμιο, κοιτάζει γύρω, τον ψάχνει –συνήθως την περίμενε κάτω από τη δουλειά. Μετά θυμάται και τα μάτια της θολώνουν.

Βάζει το χέρι του στη μέσα τσέπη του μπουφάν και ψαρεύει έναν μαρκαδόρο. Μετά γέρνει πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας, φτάνει τον τοίχο, γράφει «δεν αποφασίζεις εσύ πότε θα τελειώσει η ζωή σου». Σιγουρεύεται. Βγάζει το πιστόλι από την τσέπη του και το πετάει στο ξεχειλισμένο καλάθι –αριστερά από τη λεκάνη. Κοντοστέκεται. Αδειάζει τις σφαίρες από την τσέπη του παντελονιού. Στη λεκάνη. Τραβάει και το καζανάκι πριν βγει έξω.

Το τρένο ετοιμάζεται να ξεκινήσει, σφυρίγματα αφύπνισης όσων έχουν ξεχαστεί, ψάχνει το εισιτήριο. Στην τσέπη του δεν υπάρχει πλέον εισιτήριο –χαμογελάει καθώς κατευθύνεται προς την έξοδο. Κοιτάζει το ρολόι του, να βιαστεί, προλαβαίνει το λεωφορείο που θα τον πάει σπίτι –βιάζεται, σχεδόν τρέχει.

Δεν θέλει να ξαναβρεθεί σε αυτόν το σταθμό.

11 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

frank barrell είπε...

Πολύ όμορφο κείμενο στ' αλήθεια! Και όλο το blog στο σύνολο.
Κοιτάζοντας το προφίλ σου αισθάνθηκα ότι θα μπορούσα να το είχα γράψει εγώ (αν εξαιρέσω κάποια βιβλία που δεν έχω διαβάσει). Σατανικό...

"The Motorcycle Boy Reigns"!

RaZzMaTaZz είπε...

όου γιέα, τη βλέπω τη μελαγχολία να στάζει απ' το ταβάνι. Ωμή, πηχτή κι ανόθευτη. νταμ γιου.

μπίτερ, πολύ μπίτερ μέητ. νοτ φορ σάηνι χάπι άφτερνουνς λάηκ δις ουαν. hmm isws omws ki auto na einai to wraio. na diavazeis gia syntrives ki eswterikous psofous mia aplh ka8hmerinh mera. giati ki auta tetoies wres symvainoun, aples ka8hmerines, se apla ka8hmerina grafeia h diamerismata, apo aplous ka8hmerinous an8rwpous pou mpouxtisan tis eu8eies grammes.

De xreiazetai telika to kastro me thn omixlh kai to f8inopwro me ta fylla poy peftoun gia na vgei se apoxrwsh μώβ-μαύρο one story's background. Εδώ όμως το βλέπω loud n clear, so.. γουελ νταν μοτορσάικο!

Ανώνυμος είπε...

η επιστροφη του ασωτου ειναι γεγονος
πισω στη δουλεια και στο πηξιμο.βλεπω οι μηνες που σε αφησα σε αλλαξαν ως προς τα κειμενακια ή ειναι προσωρινο;
καλο είναι παντος και ειδικα το παιχνιδι με το εισητηριο....

ΥΓ γραφω ως ανωνυμος γιαντα ξεχασα το
password μετα απο τοσους μηνες.
πως μπορω να το ξαναβρω;

Ανώνυμος είπε...

Χρόνια πολλά!

The Motorcycle boy είπε...

Frank, ευχαριστώ. Υποθέτω πως το βιβλίο που δεν έχεις διαβάσει από το προφίλ μου είναι "το πεπρωμένο ονομάζεται Κλωτίλδη" -και πρόκειται για το πιο αστείο βιβλίο που έχει γραφτεί ποτέ. Όντως, είδα το προφίλ σου, έχουμε κάποιες ανησυχητικές προσεγγίσεις στα κοινά ενδιαφέροντα. Να το προσέξεις, εγώ είμαι γέρος άνθρωπος και ότι ήταν να γίνει -έγινε.
Raz, πιτσιρίκι, εμένα οι μαυρίλες με πιάνουν τις ηλιόλουστες μέρες γιατί η ηλιοφάνεια με γαμάει. Από τα αγαπημένα μου τραγούδια είναι το "Burn up the sun" από τους Gun Club -βρέστο και πάρτο.
Αντιθέτως, στη συννεφιά με πιάνουν οι αισιοδοξίες. Αυτό με το κάστρο που λες και τα φύλλα που πέφτουν μάλλον θα αποτελούσε για μένα ιδανικό περιβάλλον για ευτυχισμένες στιγμές.
Κατά τα λοιπά, είναι όπως τα λες -καθημερινές ιστορίες σε έναν κόσμο που ούτε να πεθάνεις με την ησυχία σου δεν μπορείς.
Άσωτε, στείλε ένα μέιλ ρε ρεμάλι -ακόμα κι από εκεί έχασες τους κωδικούς; Και άνοιξε ένα καινούργιο μπλογκ -3 κείμενα είχες γράψει στο παλιό, να στα κάνω κόπυ πέιστ και να τα μεταφέρω εγώ! Άντε, γιατί σε έχω προτείνει για να γράψεις ιστορία χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες λέξεις και παίζουν κι άλλα.
Εσύ φταίς για τις αλλαγές που βλέπεις (όχι τίποτα σημαντικό δηλαδή, μικροπράγματα, όσο μπορώ). Θυμάσαι που μου έλεγες οτι χρησιμοποιώ στερεότυπα; Ε, μέχρι και "ΑΕΚΑΡΑ ΟΜΑΔΑΡΑ" έγραψα στο συγκεκριμένο ποστ! Προσωρινό ή ουδέν μονιμότερο του προσωρινού -δεν ξέρω ακόμα.
Ανώνυμε (που μόνο ανώνυμος δεν είσαι) πρώτη φορά βλέπω κάποιον να εύχεται χρόνια πολλά τη μέρα της γιορτής του. Τόση μοναξιά έχει πέσει σε εσάς τους χουντικούς;

marquee de mud είπε...

Στην τσέπη του δεν υπάρχει πλέον εισιτήριο

The Motorcycle boy είπε...

Υποθετικά μιλώντας πάντα -έτσι φίλε;

marquee de mud είπε...

παραλιγο να τρομαξω. βαλαμε και τα κοντομανικα και που να κρυψεις ασσους. γιάυτο σ'αρεσουν οι συννεφιες που λες παραπανω, μωρη κουφαλα; και πως θα μετακομισουμε μακρονησο ρε;

The Motorcycle boy είπε...

Συννεφιά ρε! Άλλος ο ήλιος μας εδώ, άλλος εκεί πέρα! Μη φοβάσαι, έτσι όπως πάμε θα μας μετακομίσουν (αμήν και πότε!)

BeBe είπε...

"Ήθελα να 'μουν εισιτήριο στη τσέπη σου, όταν σε μένα ταξιδεύει η σκέψη σου"...Της "μικρής" εν προκειμένω; Υπέροχο post.

The Motorcycle boy είπε...

Bebe, ευχαριστώ πολύ. Της "μικρής" φυσικά -και της μιας και της άλλης.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι