Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2007

"Που πάει ο καιρός που φεύγει;"

Ήταν ένα διήγημα του Χάρλαν Έλισον που λεγόταν «Δεν έχω στόμα και πρέπει να ουρλιάξω». Καταπληκτικός τίτλος –η ιστορία είχε να κάνει με μια ομάδα ανθρώπων εγκλωβισμένων στο εσωτερικό ενός ζωντανού υπολογιστή, ο οποίος έπαιζε με τους φόβους τους. Κάποιου, του είχε εξαφανίσει το στόμα από το πρόσωπο –έγινε και video game –καλή φάση. Ούτε το πρώτο επίπεδο δεν κατάφερα να περάσω.

Ήταν ένα πρωινό, από αυτά που δε σηκώνεσαι από το κρεβάτι –δηλαδή σηκώνεσαι, αλλά μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Πρακτικά, μένεις κάτω από τις κουβέρτες –περιμένοντας να επιστρέψει το υπόλοιπο σώμα σου, που έχει βγει στη γύρα –να ξεγελάσει τις υποχρεώσεις σου. Να τις αναβάλλει για την επόμενη μέρα – σα να λέμε.
Θέλεις να κατουρήσεις. Αν είσαι στη γύρα είναι πρόβλημα, μέχρι να βρεις εύκαιρη γωνία (σε ένα κυκλικό δωμάτιο, λέγαμε παλιά), αν είσαι στο κρεβάτι είναι πρόβλημα, γιατί πρέπει να σηκωθείς. Κι αν σηκωθείς –την πάτησες. Μοιάζει με τον πόλεμο χαρακωμάτων που έβλεπα σε μια παλιά ταινία –έπαιζε εκείνος ο ξενέρωτος με την ελιά στη φάτσα, ο «Τζων Μπόυ» από την «Οικογένεια Γουόλτονς» κι όταν κάποιος σηκωνόταν όρθιος, έτρωγε μια σφαίρα ανάμεσα στα φρύδια. «Ουδέν νεότερο από το δυτικό Μέτωπο». Εμένα μου λες; Αφού όλους σε σακούλες τους φέρνανε πίσω.

Ήταν μια σελίδα του ίντερνετ που σε πήγαινε σε άλλες σελίδες κι από εκεί βρισκόσουν αλλού –ντουζιέρα ψυχιατρείου –κείμενα που σε κάνουν να γελάς, ανακατεμένα με ιστορίες που κουβαριάζουν το στομάχι σου. Και παραδίπλα -10 κιλά κακομοιριά, 2 τόνοι κόμπλεξ, ώριμα, σε κατάσταση βρώσιμου απωθημένου –πέφτεις πάνω σε γνωστά πρόσωπα -τι ψάχνεις εδώ κάτω «Πορφυρό ρόδο του Καΐρου»; Άλλη ταινιάρα κι αυτή –την έχεις δει; Να τη δεις! Βαριέσαι; Δεν πειράζει –και να τη χάσεις, την έχεις ζήσει –όλοι μας δηλαδή. Όλοι σας. Οι υπόλοιποι δεν με ενδιαφέρουν.

Τι θέλω να πως με όλα αυτά; Προφανώς τίποτα. Συγκεκριμένο. Ιδιαίτερο. Αξιοπρόσεκτο. Ολοκληρωμένο.

Θυμήθηκα μια εποχή που η «καλημέρα» ήταν μόνο σχήμα λόγου και μετάνιωσα που την έζησα. Μετά, μετάνιωσα που μετάνιωσα –γιατί έτσι κι αλλιώς δεν αλλάζει τίποτα. Συνεπώς δεν βλέπω λόγο ύπαρξης της λέξης «μετάνοια». Εντάξει, είναι χρηστικό εργαλείο αυτή η λέξη –την έβγαλαν οι γραφειοκράτες των θρησκειών για να διευκολύνεται η λογιστική τακτοποίηση των αμαρτιών.
"Μετανοώ –μπορώ να περάσω;"
"Περάστε –από εδώ παρακαλώ, ο Παράδεισος σας περιμένει –μην ξεχάσετε μόνο να τακτοποιήσετε τις οφειλές σας. Το ταμείο είναι πρώτη πόρτα δεξιά". Ή αριστερά γι΄αυτούς που επιστρέφουν άπρακτοι.
«Πιο ξένος κι από τον Παράδεισο» -μια ξαδέρφη έρχεται από την Ευρώπη, ο κολλητός του ξαδέρφου την ερωτεύεται, πάνε στη διάσημη λίμνη της περιοχής –δεν υπάρχει λίμνη γιατί έχουν παγώσει τα πάντα, το χώμα με το νερό –ένα πράγμα. Στο τέλος φεύγουν με διαφορετικά αεροπλάνα για την Ευρώπη, ακολουθώντας την ξαδέρφη που χάνει το δικό της αεροπλάνο για να μείνει μαζί τους. Ασπρόμαυρο.

Θυμήθηκα τον «Captain Marvel», τον αγαπημένο μου, μαλάκα, ήρωα –Mar Vell τον έλεγαν στην πραγματικότητα (στην πραγματικότητα;) και ήταν αξιωματικός στον Διαπλανητικό Στρατό των Kree –τον είχαν στείλει να παρακολουθεί τη Γη. Αλλά επειδή ήτανε καλό τυπάκι και ρέμπελος τον κατηγορήσανε για προδοσία -ξέμεινε στην Αρνητική Ζώνη, μετέωρος και άσκοπος. Μέχρι που βρήκε τον πιτσιρικά τον Rick Jones κι αλλάζανε διάσταση χτυπώντας κάτι περικάρπια –ερχόταν ο Captain στη Γη, άραζε ο Rick στα Αρνητικά Πεδία. Στο τέλος πέθανε από καρκίνο ο Captain Marvel, γιατί τον είχαν λιανίσει στα τοξικά αέρια κάποια φορά που έσωζε τη Γη, ως συνήθως. Όλοι οι υπερήρωες πήγαν στην κηδεία του –εκεί να δεις μεγαλεία και ξεφτιλίκια! Τι μας διδάσκει η ιστορία αυτή; Τίποτα απολύτως.

Μετά ήταν εκείνος ο ποιητής, ο τραγουδιστής, ο πρεζάκιας. Jim Caroll. Έλεγε ότι «τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο/ στην αρχή μοιάζουν με φιλί και στο τέλος με κατάρα/ αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό, αυτή μου είπε πως, όλα επιτρέπονται». Και έλεγε πως «μέχρι να τελειοποιήσουν τις τεχνικές κλωνοποίησης/ καλά θα κάνετε να θυμάστε πως είσαστε ολομόναχοι». Ωραίος τύπος –δεν πρόλαβε να πεθάνει από λευχαιμία , καρδιακή προσβολή ή κάτι παρόμοια ηρωικό όταν ήταν ακόμα νέος. Τον άρπαξε λοιπόν ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και τον έκανε ταινία, έπαιξε κι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο –άπατη πήγε η ταινία. Ευτυχώς.

«Ευτυχισμένες μέρες». Μια παρέα καλοχτενισμένων κολλεγιόπαιδων με συντηρητικούς γονείς κι ο Φόνζυ. Φονζαρέλλι το επώνυμο, ένας τυπάκλας με δερμάτινο μπουφάν -δαγκωμένη καρικατούρα ροκαμπιλά. Που ήταν αλητάκος και τσαμπουκάς –οι γονείς δεν τον πήγαιναν, αλλά οι κολλεγιόπαιδες τον είχαν θεό. Μαλάκας εν ολίγοις, σκέτο υφάκι –μια φορά έβαλε το καλάθι της νίκης ο κολλητός του στον τελικό του κολλεγιακού πρωταθλήματος –πετάγεται ο Φόνζυ να πανηγυρίσει, αλλά θυμάται ότι το στυλ μετράει πάνω απ΄όλα. Ισιώνει χαλαρά την μπριγιαντίνη στο μαλλί και ξανακάθεται. Cool! Βλάκας.

Ξεκίνησα να θυμάμαι το πρωί –κάτι που κάνω συχνά όταν βαριέμαι να ασχοληθώ. Παλιότερα το πάθαινα στα λεωφορεία κι έχανα τις στάσεις. Μετά έκοψα τα λεωφορεία, αλλά ακόμα το παθαίνω. Και χάνω τις μέρες. Όχι δηλαδή ότι τρέχει και τίποτα –γιατί δεν υπάρχουν κερδισμένες μέρες όταν περιμένεις να σχολάσεις. Απλά, πηγαίνοντας να τη συναντήσεις –μπορεί να σε πιάσει μια διάθεση απολογισμού. Μπακάλικο πράγμα ο απολογισμός –ισοζύγιο προθέσεων και γεγονότων, μια ζωή ελλειμματικός καταλήγεις.

  • Ο Χάρλαν Έλισον πέθανε εδώ και χρόνια –το διήγημά του χαίρει εκτίμησης στους κύκλους των φανατικών και το video game δεν πουλάει πια, λόγω παλαιότητας.
  • Κανένας δεν θυμάται πλέον τον «Τζον Μπόυ» -κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί ήταν ένας μαλθακός μαλάκας.
  • Το «Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου» παίζεται μαζί με το «Πιο ξένος κι από τον Παράδεισο» στις διανοουμενίστικες βραδιές της ΝΕΤ που κανένας δεν παρακολουθεί.
  • Το «Ουδέν νεώτερο από το δυτικό Μέτωπο» δεν παίζεται καν και το «Ουδέν νεώτερο από το δυτικό Μέτωπο» χαρίζεται, λογοτεχνική προσφορά σε κακή μετάφραση, από τις εφημερίδες.
  • Ο Captain Marvel πέθανε και κηδεύτηκε με πολλές τιμές –αλλά τι απέγινε ο Rick Jones; Τι γίνεται όταν χτυπάει τώρα τα περικάρπιά του; Μάλλον τίποτα.
  • Ο Jim Caroll κάνει συναυλίες με δωρεάν είσοδο.
  • Ο Φόνζυ κάνει ρολάκια σε ταινίες δεύτερης διαλογής –με κοιλίτσα και αρχές φαλάκρας. Βγάζει το ψωμί του αναξιοπρεπώς –καμιά φορά κοροϊδεύει τον παλιό του εαυτό και περιμένει να πεθάνει, αν δεν το έχει ήδη κάνει.

Κι εγώ θα την συναντήσω στη μέση της μέρας και χέστηκα για όλα τα υπόλοιπα.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

Σημάδευε πριν ρίξεις!

Άκουσα για το χτύπημα στην αμερικάνικη πρεσβεία από το ραδιόφωνο –μποτιλιαρισμένος στη Συγγρού (ως συνήθως). Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε αναλάβει καμιά οργάνωση την ευθύνη –το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν για πόσες ώρες θα παραμείνουν κλειστοί οι δρόμοι γύρω από την Πρεσβεία, επειδή σκόπευα να περάσω από εκεί το μεσημέρι. Γιατί το λέω; Επειδή, νομίζω, πως αυτή ήταν η αντίδραση της πλειοψηφίας, στο πρώτο άκουσμα της είδησης. Όχι «βοήθεια θα μας σκοτώσουν οι τρομοκράτες!», ούτε και «μπράβο στα παιδιά –καλά τους κάνανε!» Κράτα το αυτό, θα επανέλθω αργότερα.

Η αμέσως επόμενη σκέψη μου είχε να κάνει με το πόσο λιγούρηδες πολιτικούς διαθέτουμε –αφού έσπευσαν όλοι, αμέσως να πάνε στον τόπο του συμβάντος και να γλύψουν, ως συνήθως, τους «Αμερικάνους φίλους». Κράτησαν και το χώρο αποκλεισμένο –μισή μέρα –λες και θα έβρισκαν καμιά πεταμένη ταυτότητα των δραστών, οι οποίοι δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να τριγυρνάνε στην γύρω περιοχή για ώρες ολόκληρες, σπέρνοντας στοιχεία. Γελοιότητες, με λίγα λόγια.

Ακολούθησαν οι αναμενόμενες αντιδράσεις της, πλήρως κατευθυνόμενης, κοινής γνώμης, τα πάρτυ στα δελτία ειδήσεων με τηλεπαρουσιαστές να μοστράρουν εκτοξευτήρες ρουκετών στις κάμερες και όλο το σχετικό ρεπερτόριο κρετινισμού.

Ήρθε και η κυβέρνηση που δήλωσε πως θα επαναφέρει σε λειτουργία τις κάμερες στους δρόμους, για να προλαμβάνονται τέτοιου είδους ενέργειες, έγινε και κάποιο γκάλοπ στο οποίο η πλειοψηφία των πολιτών συμφωνούσε με το συγκεκριμένο μέτρο- μισό λεπτό, εδώ έχω κάποιες απορίες:

  1. Πως θα βοηθήσουν οι κάμερες στην αποτροπή τέτοιων ενεργειών; Αφού στην αμερικάνικη πρεσβεία λειτουργούσαν οι κάμερες μια χαρά –αλλά δεν έδωσαν καμιά πληροφορία. Εδώ δεν τους βρήκατε (όπως λέτε τουλάχιστον), όταν έριχναν τη ρουκέτα, θα τους ανακαλύψετε ενώ πηγαίνουν ή φεύγουν από την περιοχή; Πως πάει δηλαδή το θέμα; Οι τύποι κυκλοφορούν με φορτηγάκι που γράφει «Επαναστατικός Αγώνας –μυοκτονίες, απολυμάνσεις, τρομοκρατικές ενέργειες»; Κι έτσι να είναι δηλαδή, θα πρέπει να κάνουν οδική παράβαση για να τους πιάσετε –άδικο έχω;
  2. Τι καταγράφουν τελικά οι κάμερες; Αριθμούς οχημάτων, χαρακτηριστικά ατόμων, χρώμα εσωρούχων; Γιατί, υποθέτω πως σε παρόμοιες ενέργειες τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται είναι κλεμμένα, τα χαρακτηριστικά των δραστών αλλοιωμένα και τα εσώρουχα καθαρά.
  3. Αφού, από τα παραπάνω, δεν προκύπτει πως, με τη χρήση κάμερας εξωτερικών χώρων θα προλαμβάνατε την ενέργεια, γιατί να μην βάλετε κάμερες μέσα στα σπίτια μας και μέσα στα αυτοκίνητά μας; Δεν μπορεί –μέσα σε σπίτι ή αυτοκίνητο συναρμολόγησαν το όπλο, μέσα σε σπίτι ή αυτοκίνητο συζήτησαν και αποφάσισαν. Για βάλτε κάμερες παντού –να έχετε το κεφάλι σας ήσυχο! Και μη σας πω ότι θα βγάζετε και τα έξοδα λειτουργίας τους γιατί θα πουλάτε τις εγγραφές στα κανάλια –να έχουν τζάμπα «Big Brother» πρόγραμμα!

Μετά από όλα αυτά, περίμενα την προκήρυξη της οργάνωσης –μήπως διαβάσω κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Και, εντάξει, δεν διάβασα τίποτα τέτοιο. Μόνο δήθεν προειδοποιήσεις για τους επόμενους στόχους –δήθεν βεβαίως, γιατί βασικό στοιχείο τέτοιου είδους ενεργειών είναι ο αιφνιδιασμός. Αν πεις που θα χτυπήσεις, είναι πιθανό, ο στόχος να λάβει τα μέτρα του. Και διαπιστώσεις για τον όλεθρο που προκαλούν παγκοσμίως οι Αμερικάνοι –μάλλον χιλιοειπωμένες.

Φυσικά, οι πολιτικοί μας, εξέφρασαν για μια ακόμα φορά τον αποτροπιασμό τους για τους τρομοκράτες και δεν βρέθηκε, για μια ακόμα φορά, κάποιος να τους υπενθυμίσει την έννοια της λέξης «τρομοκρατία». Τρομοκρατία λοιπόν, είναι η κυριαρχία (κράτος, επικράτηση) του τρόμου. Σαν αυτό που γίνεται όταν βαράνε τα ΜΑΤ τους διαδηλωτές. Σαν αυτό που συμβαίνει όταν ανακοινώνει καινούργια μέτρα ο υπουργός Οικονομίας ή ο υπουργός Απασχόλησης. Σαν αυτό που παθαίνουμε κάθε φορά που προχωράει η, εκάστοτε, κυβέρνηση σε μια καινούργια «ριζοσπαστική ενέργεια για την πάταξη της διαφθοράς, της εγκληματικότητας, της ασυδοσίας, της εγκληματικής οδήγησης» … θα μπορούσα να συνεχίζω τον κατάλογο για ώρες. Αλλά, μοιάζει με κακό αστείο –να είσαι μέλος κυβέρνησης (ή κυβερνητικός βουλευτής) και να κατηγορείς κάποιους άλλους για τρομοκρατία. Είναι σα να κατηγορεί κάποιους ο Λάκυ Λουτσιάνο ότι τον πυροβόλησαν στο δρόμο.

Μετά από όλα αυτά –παραμένει το βασικό ερώτημα, σχετικά με την αποδοχή ή μη, παρόμοιων ενεργειών. Και επειδή είναι βασικό, δεν απαντιέται με ένα «ναι» ή δυο «όχι». Γιατί, αυτού του είδους οι ενέργειες δεν λένε τίποτα από μόνες τους. Αν μερακλώσω, ας πούμε, ένα βράδυ και πάω στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής για να πλακώσω στο ξύλο τον αξιωματικό υπηρεσίας –μαγκιά μου και καουμποϊλίκι μου, αλλά δεν είναι απαραίτητο (και μάλλον ούτε καν πιθανό) πως η ενέργειά μου θα βοηθήσει την εξάπλωση του αντικαπιταλιστικού ή έστω, του αντικρατικού κινήματος. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να μιλήσουμε λίγο για αυτή την πρακτική που ονομάζεται «τρομοκρατία» ή «αντάρτικο πόλεων» -διαλέγεις και παίρνεις.

Γιατί πλήττονται κάποιοι στόχοι του ευρύτερου εξουσιαστικού τομέα; Ας αφήσουμε στην άκρη τα αισθήματα αντεκδίκησης –που, από μόνα τους, νομιμοποιούσαν τις πρώτες ενέργειες οργανώσεων –όπως η εκτέλεση βασανιστών της χούντας από τη 17Ν. Η λογική τέτοιων ενεργειών έχει να κάνει με την επίθεση σε ρόλους-θέσεις και όχι σε άτομα. Δεν σκοτώνουν τον συγκεκριμένο Γουέλς (για παράδεγμα), αλλά τον «σταθμάρχη της CIA», ο οποίος τυγχάνει να λέγεται Γουέλς. Δεν βάζουν βόμβα για να σκοτώσουν άτομα –αλλά για να πλήξουν τους θεσμούς που αυτά εκπροσωπούν. Όπως ακριβώς στο πόλεμο, δεν έχεις κάτι με τον κακομοίρη απέναντί σου –αλλά με τον στρατιώτη του εχθρού, ο οποίος τυγχάνει να είναι ο κακομοίρης, απέναντί σου.

Αρκεί όμως αυτό; Αρκεί να επιτεθείς στον εκπρόσωπο κάποιου θεσμού για να πλήξεις τον θεσμό; Όχι, λένε οι θεωρητικοί του αντάρτικου πόλεων. Πλήττεις τον θεσμό για να ξεσηκώσεις τον κόσμο κατά του συστήματος που παράγει τέτοιου είδους θεσμούς. Μόνο τότε η πράξη σου αποκτά νόημα και ουσία –αλλιώς, πελαγοδρομείς ανάμεσα στη μοναχικότητα και την προβοκάτσια. Γιατί κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει αν είσαι εσύ, ο συνειδητοποιημένος και εξεγερμένος που έπληξες έναν στόχο, ή κάποιοι κρατικοί υπάλληλοι που εξυπηρετούν σκοτεινά συμφέροντα.
Θυμάστε την περίπτωση Μπακογιάννη; Είχε κυκλοφορήσει η συνωμοσιολογική θεωρία πως ο Μητσοτάκης έβαλε να τον καθαρίσουν για να κερδίσει τις εκλογές. Παράλογο; Συμφωνώ. Αστήρικτο; Πλήρως. Αλλά κανένας δεν βάζει το χέρι του στη φωτιά ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα –γιατί η 17Ν που ανέλαβε την ευθύνη της πράξης δεν έπεισε με το σκεπτικό της.

Το αντάρτικο πόλεων, λοιπόν, αποκτά πραγματικά εξεγερσιακές διαστάσεις από τη στιγμή που προκαλεί συσπείρωση του λαϊκού κινήματος. Έγινε αυτό ποτέ; Σαφέστατα ναι, σε διάφορες ιστορικές περιόδους –αλλά το πιο πρόσφατο παράδειγμα έρχεται από τις ιταλικές «Ερυθρές Ταξιαρχίες». Που είχαν στήσει υπαίθρια γραφεία και οργάνωναν τους εργάτες έξω από τον χώρο εργασίας τους -με τελική κατάληξη, τη σύλληψη των μελών της οργάνωσης και ελάχιστα κέρδη στον τομέα της κοινωνικής ανατροπής.

Άρα δεν πρόκειται να διαφωνήσω με την αντίληψη πως ενέργειες σαν τη ρουκέτα στην αμερικάνικη πρεσβεία μπορεί και να ικανοποιούν το θυμικό μας. Δεν θα διαφωνήσω πως τέτοιες ενέργειες μπορεί να φτάσουν μέχρι την πλήρη αποδοχή του «καλά τους κάνατε στους παλιοκερατάδες!» Ούτε πρόκειται να διαφωνήσω σχετικά με το ότι είναι αξιοθαύμαστοι όσοι, στη σημερινή αδρανοποιημένη κοινωνία, είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν τη σωματική τους ακεραιότητα, την προσωπική τους ελευθερία (εδώ βάλε μερικά εισαγωγικά) –ακόμα και τη ζωή τους την ίδια, προκειμένου να υπερασπιστούν τις αρχές τους. Αλλά, παραπέρα δεν μπορώ να διακρίνω κάτι θετικό. Τουλάχιστον όχι ακόμα ή όχι τώρα πια.

Για το τέλος άφησα το θέμα της «επαναστατικής πρωτοπορίας» ή αλλιώς της «επαναστατικής ελίτ». Της ομάδας δηλαδή που αναλαμβάνει (από μόνη της) να οδηγήσει τις εξελίξεις προς μια κοινωνική ανατροπή. Η ιστορία έχεις δείξει πως δεν υπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις με ευτυχή κατάληξη. Ο Λένιν δεν πετάχτηκε από το πουθενά –αλλά προωθήθηκε μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες. Ο Κάστρο ήταν ο εκπρόσωπος του Κινήματος της 27ης Ιούλη, με βαθιές ρίζες στον κουβανέζικο αντιδικτατορικό αγώνα -κανένας από αυτούς δεν έμοιαζε με τον καραγκιόζη του "V for Vendetta", που ήθελαν να μας πλασάρουν τα Village σαν πρότυπο επαναστάτη. Αλλά, δυστυχώς, τα μέλη κάποιων οργανώσεων μοιάζει να συμπεριφέρονται σαν τον παρανοημένο ήρωα της ταινίας.

Δεν χρειάζεται να το κουράζω άλλο. Ψάχνοντας για την προκήρυξη του «Επαναστατικού Αγώνα» βρήκα, στο Athens Indymedia, κάποια κομμάτια από μια παλιότερή τους προκήρυξη (πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004), για το χτύπημα στο αστυνομικό τμήμα της Καλλιθέας (καλά τους κάνατε! φωνάζει το θυμικό μου). Και συγκινήθηκα ιδιαίτερα όταν διάβασα από κάτω –την απάντηση ενός ανθρώπου που θαύμαζα από τα φοιτητικά μου χρόνια.

Το κομμάτι της προκήρυξης αναφέρεται στις επαναστατικές διαδικασίες –χαρακτηρίζοντάς τες σαν την «πραγματική έφοδο στον ουρανό» και διαβάστε την απάντηση του Παναγιώτη του Παπαδόπουλου –«Κάιν» για όσους τον θυμούνται από κάποιες, άλλες, εποχές. Διαβάστε και μετά μπορείτε άφοβα να μην πείτε κουβέντα:

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΗ ΓΗ...Η ΑΛΛΗ ΘΕΣΗ...

...ΕΝΑΣ ΤΕΤΟΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΛΕΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ ΜΟΝΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΚΟΙΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΜΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ "ΠΡΟΤΑΓΜΑ" ΚΑΠΟΙΑΣ "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ".

ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΟΠΟΥ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΔΙΚΕΥΕΤΑΙ ΣΑΝ "ΝΕΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ" ΣΕ ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ,ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΡΟΜΟΝΟΜΩΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΠΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΑΧΩΝ

ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ ΟΠΟΥ ΤΑ ΔΙΕΘΝΗ ΜΜΕ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ "ΜΕΓΑΛΟ ΚΤΥΠΗΜΑ" ΣΤΟ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΚΑΙ ΣΚΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΟΥΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΠΙΡΤΟ ΠΟΥ ΑΝΑΒΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

ΑΥΤΕΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΙ "ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΕΣ" ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΤΟΥΣ ΕΞΟΔΟΥΣ- ΣΥΜΦΩΝΩ ΣΤΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΩΝΩ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥΣ-ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΤΩΡΙΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΜΙΑΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ΤΟ "ΩΣΤΙΚΟ ΚΥΜΑ" ΕΙΝΑΙ ΚΛΩΤΣΙΑ ΣΤΟ "ΚΑΛΑΜΙ" ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΓΥΡΝΑΕΙ ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΟΥΣ.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΤΤΑ ΤΗΣ "ΚΑΝΝΗΣ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ" ΚΑΙ ΤΟΥ "ΜΟΛΥΒΙΟΥ",ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΥΡΣΑ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΩΝ ΝΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΜΕΡΙΚΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΝΑ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΠΑΣΜΕΝΕΣ ΚΛΩΣΤΕΣ ΜΙΑΣ ΤΕΤΟΙΑΣ "ΑΛΗΘΕΙΑΣ"?

ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ,ΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΠΕΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ.

ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΟΙ ΜΙΣΘΩΤΟΙ ΚΑΙ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ ΔΕΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΠΟΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΤΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΠΟΙΑΣ ΕΛΙΤ,ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑΞΑΝ ΟΤΙ ΑΛΛΑΞΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΑΥΤΟ-ΟΡΓΑΝΩΣΗ.

ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΣΕΒΑΣΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΑΛΛΕΣ ΑΡΤΗΡΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΑΝΕΒΑΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΕΔΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΛΙΚΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ.

ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΠΩΣ ΜΕΡΙΚΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΟΥΝ ΑΜΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΖΩΗΣ, ΑΛΛΑ ΑΥΤΗ Η ΑΜΜΕΣΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΣΥΝΟΔΕΥΘΗΚΕ ΠΟΤΕ ΑΠΟ "ΝΙΚΗ" ΚΑΙ "ΩΦΕΛΗ" ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ ΜΑΣ, ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΜΙΑΣ "ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ" ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ,ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ.

Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΝΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΟΥ.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΣΟΒΑΡΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΚΕΙ ΕΞΩ.

ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΜΑΣ ΒΗΜΑ ΑΣ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΕΩΡΟ.

...ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ "ΚΡΙΤΙΚΗΣ"
ΣΤΟΝ "ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΑΓΩΝΑ" ΤΩΝ ΩΡΟΛΟΓΙΑΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΜΟΥ.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 24, 2007

17. Αδειάζοντας από τις τσέπες σου -μικρές ώρες

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. "Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά"
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα
13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες
14. "Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων"
15. Ο εχθρός σου είναι ο καθρέφτης σου
16. Τέσσερα λάθη

Τα τελευταία αυτοκίνητα περνάνε αργά –η μεταλλική πόρτα μένει ανοιχτή όσο χρειάζεται, μετά σέρνεται για να σφραγίσει πίσω της το σπίτι. Τα τελευταία αυτοκίνητα σχηματίζουν μια μικρή νεκρώσιμη πομπή πριν χαθούν βιαστικά στην πρώτη στροφή του δρόμου. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας παρακολουθούν αμίλητοι τα αυτοκίνητα που απομακρύνονται –τα τελευταία αυτοκίνητα -αν και έχει μείνει ακόμα ένα τζιπ στο γκαράζ του μεγάλου σπιτιού. Το δικό του τζιπ.
«Αυτοί ήταν όλοι;» ρωτάει η Μαρία.
«Έτσι νομίζω», απαντάει ο Πέτρος.
«Να περιμένουμε λίγο», ψιθυρίζει ο Άρης.
.............

Έχουν ήδη περάσει τρεις μέρες από τότε που πήραν τηλέφωνο τη Μαρία. Κάθονταν όλοι στο σαλόνι του σπιτιού της αμίλητοι, υποτίθεται πως έβλεπαν το «Don’t look now» του Νίκολας Ρεγκ, μεταμεσονύκτια προβολή σε κάποιο κανάλι –αλλά κανένας δεν είχε μυαλό για την ταινία. Ο Άρης κρατούσε στη χούφτα το κινητό του, περιμένοντας την καληνύχτα της Μάχης, ο Πέτρος ξεφλούδιζε, εδώ και ώρα, ένα πορτοκάλι και η Μαρία κοίταζε τον δέκτη με τόση ένταση που έβαζες στοίχημα ότι έβλεπε τις λυχνίες πίσω από την οθόνη. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό της –ρίχνοντας το πορτοκάλι από τα χέρια του Πέτρου και αναγκάζοντας τον Ντόναλντ Σάδερλαντ να κοιτάξει ξαφνιασμένος πίσω από τον ώμο του. Στο καντράν της συσκευής δεν εμφανίστηκε κανένας αριθμός.
«Ποιος είναι;» ρώτησε νευρικά τη συσκευή.
«Αυτό δεν έχει σημασία κυρία μου. Είμαι φίλος σας –θα πρέπει να σας αρκεί», απάντησε μια αντρική φωνή με καλυμμένη ξενική προφορά.
«Δεν σας καταλαβαίνω», έκανε νόημα στους υπόλοιπους η Μαρία.
«Μην βιάζεστε. Θα σας πάρω αμέσως στο τηλέφωνο του σπιτιού σας. Βάλτε με παρακαλώ σε ανοιχτή ακρόαση για να ακούνε και οι κύριοι που είναι μαζί σας».
«Τι πράγμα;» απόρησε η Μαρία, κρατώντας το κλειστό κινητό στα χέρια της.
Οι άλλοι δυο την κοίταζαν ξαφνιασμένοι ακόμα, όταν χτύπησε το τηλέφωνο –η Μαρία το σήκωσε και ενεργοποίησε μηχανικά την ανοιχτή ακρόαση.
«Χαίρετε κυρία μου και κύριοι. Όπως βλέπετε, ξέρω που είστε μαζεμένοι. Ξέρω και το γιατί είστε μαζεμένοι. Θα σας παρακαλούσα να με ακούσετε προσεκτικά για λίγο», είπε η φωνή, ανακατεμένη με την αντήχηση της ανοιχτής ακρόασης.
«Ποιος είσαι;» φώναξε ο Άρης.
«Μην χάνουμε χρόνο κύριε … Άρη, σωστά; Είμαι κάποιος που θα βοηθήσει τους σκοπούς σας. Με λίγα λόγια θα σας βοηθήσω να έχετε στη διάθεσή σας τον κύριο Κατσούλα –μόνο του, απροστάτευτο. Πως σας φαίνεται αυτό;»
Σιωπή.
«Ξέρω πως έχετε τη δυνατότητα να παρακολουθείτε το σπίτι του. Γι΄αυτό λοιπόν, σε τρεις μέρες από σήμερα, θα σας παρακαλούσα να είστε όλοι εκεί. Θα δείτε τους μπράβους τους κυρίου Κατσούλα να αποχωρούν. Όλους τους μπράβους. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, θα είναι στο χέρι σας να κάνετε αυτό που πρέπει. Πως σας φαίνεται η ιδέα;»
«Δεν …», πήγε να μιλήσει ο Πέτρος.
«Καταλαβαίνω –δεν με ξέρετε και δεν με εμπιστεύεστε. Γι΄αυτό θα σας πω μερικά πράγματα. Εκπροσωπώ μια … εταιρεία … ανταγωνιστική αυτής που διευθύνει ο κύριος Κατσούλας. Μετά την δική σας εμπλοκή, η εταιρεία του κυρίου Κατσούλα έχασε την δυναμική της στην αγορά. Είμαι κατανοητός; Είμαι και συνεχίζω. Η δική μας εταιρεία έχει την πρόθεση να καλύψει το ελεύθερο πεδίο που πρόκειται να δημιουργηθεί. Αλλά ο κύριος Κατσούλας παραμένει, εν δυνάμει, ανταγωνιστής –καταλάβατε; Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως έχετε την πρόθεση να επιχειρήσετε την πλήρη … αδρανοποίηση … του συγκεκριμένου ατόμου, πράγμα που μας εξυπηρετεί. Σας προσφέρουμε λοιπόν τη συνεργασία μας –ακυρώνοντας την προστασία του κυρίου Κατσούλα.»
«Για μισό λεπτό, δεν μας τα λες καλά …» πετάχτηκε ο Άρης.
«Μια χαρά τα λέω και το ξέρετε. Σε τρεις μέρες ο κύριος Κατσούλας θα μείνει μόνος. Τότε θα έχετε την ευκαιρία που χρειάζεστε. Αλλιώς …»
Νέα σιωπή πριν συνεχίσει ο άγνωστος.
«Δεν πρόκειται να σας παρουσιαστεί παρόμοια ευκαιρία προσέγγισης του συγκεκριμένου ατόμου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Υποψιάζεστε ίσως, πως οι δικοί σας άνθρωποι διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο –όσο ο κύριος Κατσούλας διαθέτει το συγκεκριμένο …προσωπικό. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως ήδη έχουν δοθεί εντολές με δυσάρεστο, για τους δικούς σας ανθρώπους, περιεχόμενο. Σας προσφέρω τη σωτηρία τους μαζί με την επίτευξη των σκοπών σας. Νομίζω πως είμαι γενναιόδωρος –τι λέτε;»
«Και που ξέρουμε ότι δεν μας δουλεύεις;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Μην είστε αφελής αγαπητέ μου! Ξέρω που είσαστε και ξέρω για το διαμέρισμα που έχετε νοικιάσει απέναντι από το καινούργιο σπίτι του Κατσούλα. Νομίζετε πως θα μου χρειάζονταν περισσότερα για να σας παγιδεύσω; Αλλά, ας μην χρονοτριβούμε. Ακούσατε την προσφορά μου –είναι στο χέρι σας να την εξετάσετε. Ελπίζω να την αποδεχτείτε για δικό σας καλό –και μην ξεχνάτε …σε τρεις μέρες από τώρα!»
Ο Ντόναλντ Σάδερλαντ γύρισε απότομα το κορμί του προς το μισοσκότεινο ιερό του επιβλητικού ναού και διέκρινε φευγαλέα την φρικιαστική φιγούρα του νάνου –η Μαρία πετάχτηκε στο κλικ που διέκοψε την τηλεφωνική συνομιλία.
Κοιτάχτηκαν. Ο Ντόναλντ άρχισε να τρέχει σαν μανιακός.
«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Μαρία.
«Έχει κάποια βάση. Ο (φτου) έλεγχε ένα κάρο κόσμο, αυτό είναι γνωστό. Κάποιοι άλλοι θέλουν να πάρουν τη θέση του και, εμείς, τους βολεύουμε μια χαρά –προκειμένου να τον ξεφορτωθούν», είπε ο Πέτρος.
«Και πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι;» ξαναρώτησε η Μαρία.
«Δεν μπορούμε», συμπέρανε ο Άρης.
«Ο Κατσούλας θα γίνει επικίνδυνος γι’ αυτούς που θα του φάνε την πελατεία. Σίγουρα ξέρει πράγματα και αν τα βγάλει στη φόρα … Αλλά γιατί δεν τον τρώνε αυτοί; Εμάς τι μας χρειάζονται;» εξακολούθησε το γαϊτανάκι η Μαρία.
«Γιατί κάποιος πρέπει να φορτωθεί την όλη υπόθεση. Ο μαλάκας είναι ακόμα στις ειδήσεις –δεν μπορεί να εξαφανιστεί σαν ...», κρατήθηκε να μην το πει, «σαν να μην τρέχει τίποτα. Θα μας βάλουν μπροστά και θα περιμένουν. Το πολύ –πολύ να τον αποτελειώσουν αν δεν τα καταφέρουμε. Πάντως, εμείς θα είμαστε οι υπεύθυνοι», είπε σκεφτικά ο Άρης.
«Θα το κάνουμε;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Πέτρος.
«Τι άλλο μας μένει να κάνουμε;» έκλεισε την κουβέντα η Μαρία. Σημάδεψε τον δέκτη με το τηλεκοντρόλ και μαύρισε την οθόνη –αφήνοντας τον Ντόναλντ Σάδερλαντ να τα βγάλει πέρα μόνος του.
.............

Η νοσοκόμα γεμίζει το κυλιόμενο καροτσάκι με φάρμακα από τα ντουλάπια του ψυγείου. Βαριέται και βιάζεται ταυτόχρονα –γιατί έχει αφήσει μια κουβέντα στη μέση –εξηγούσε στην προϊσταμένη πως έκανε ένα τεστ που είδε στην τηλεόραση και ανακάλυψε ότι ο γιος της είναι χαρισματικό παιδί.
«Άντε στο διάολο βραδιάτικα με τους τρελλάρες», μουρμουρίζει. «Τζάμπα σπαταλάμε τα φάρμακα –βασανιζόμαστε εμείς, τους βασανίζουμε κι αυτούς. Κρίμα κι άδικο, δεν το θέλει ούτε ο Θεός».
Η γιατρός εμφανίζεται απότομα, αποβλακωμένη από τη νύστα.
«Αδελφή, καλά που σας πρόλαβα. Η τρόφιμος του 307 παραμένει σε κατατονία. Να της χορηγήσετε κατασταλτικά σε ενδοφλέβια μορφή. Εντάξει αδελφή;»
Εντάξει. Η νοσοκόμα σέρνει το καροτσάκι στον διάδρομο με σταθερό βήμα, «πάει η τρελή του 307 –λίγα είναι τα ψωμιά της, καλύτερα, να γλιτώσουμε από τις υστερίες της». Σκέφτεται.
.............

Έχει αρχίσει να κάνει ψύχρα στην ταράτσα –ο Πέτρος σκεπάζει τη Μαρία με το μπουφάν του και πηγαίνει πάλι να κολλήσει στα κάγκελα, αμίλητος.
«Δεν ωφελεί να καθόμαστε όλοι εδώ πάνω», λέει ο Άρης. «Να βάλουμε βάρδιες».
«Βλακείες. Τι περιμένουμε δηλαδή; Φύγανε τα αυτοκίνητα –πάμε», ψιθυρίζει η Μαρία.
«Κάτσε λίγο ακόμα. Να σιγουρευτούμε. Έπειτα –είναι και τα σκυλιά…» δείχνει τον κήπο ο Πέτρος. «Κι ο πούστης εκεί μέσα θα έχει σίγουρα όπλο. Εμείς μόνο ένα σουγιά έχουμε –πώς να γίνει;»
Εξακολουθούν να παρατηρούν το φωτισμένο σπίτι, σκεφτικοί. Δεν μπορούν να διακρίνουν την παραμικρή κίνηση αλλά είναι σίγουροι πως ο Κατσούλας βρίσκεται στο σπίτι. Ανήσυχος γιατί έχει απομείνει μόνος –ανύποπτος ότι τον παρακολουθούν.
«Δε με νοιάζει πως θα γίνει. Δεν φτάσαμε μέχρι εδώ για να τον αφήσουμε έτσι απλά. Αποφασίστε και ξεκινάμε», λέει η Μαρία.
Το κινητό του Άρη δονείται με αποτέλεσμα να γλιστρήσει στο χέρι του. Μήνυμα –«αγάπη μου σε σκέφτομαι συνέχεια –θα κοιμηθώ τώρα και ελπίζω να έρθεις στο όνειρό μου». Ο Άρης δακρύζει.
.............

«Αφεντικό πρέπει να μας καταλάβεις. Φοβόμαστε να μπλεχτούμε περισσότερο –μας έχουν στριμώξει ήδη», ο φαλακρός με το σκασμένο πρόσωπο έχει γίνει ένα με το χαλί. Σκύβει το κεφάλι για να αποφύγει το βλέμμα του Κατσούλα –ξύνει τη μύτη του από αμηχανία.
«Τι λες ρε; Τι είπες τώρα; Ποιος σας στρίμωξε;» ο Κατσούλας φωνάζει για να κρύψει τον φόβο του.
«Οι μπάτσοι αφεντικό. Μας είπαν ότι αλλάξανε τα κόζια και μην τολμήσουμε να κουνηθούμε –θα μας γαμήσουν … μας είπαν», απαντάει ο δίμετρος πίσω από τον φαλακρό.
«Τι μου λέτε;»
«Όπως στα λέμε. Και μας παρακολουθούν κιόλας. Βρωμάει η κατάσταση αφεντικό», το σκυμμένο κεφάλι λέει τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή έχει να κάνει με την αλλαγή εργοδότη. Πάνε δυο μέρες που τους πλησίασαν κάποιοι καινούργιοι –μάλλον Ρώσοι. Τους προσέφεραν διπλά λεφτά για να δουλέψουν μαζί τους και τους απείλησαν πως, σε άλλη περίπτωση, θα ξαμολήσουν τα σκυλιά στο κατόπι τους.
«Δεν πάτε πουθενά –ακούτε; Θα κάνετε πρώτα τις δουλειές που συμφωνήσαμε και μετά …»
«Όχι αφεντικό. Δε μας παίρνει, έχουμε τους μπάτσους πίσω μας, δεν καταλαβαίνεις;»
«Σώπα ρε! Τα φράγκα τα πήρατε όμως!»
Ο δίμετρος πίσω από τον φαλακρό βγάζει ένα μάτσο χρήματα, τα σπρώχνει διστακτικά προς τον Κατσούλα. Κι αυτός κερώνει –δεν επιστρέφονται χρήματα από τέτοια άτομα! Εκτός κι αν έχουν αλλάξει αφεντικό –τα χρήματα που έρχονται πίσω είναι προειδοποίηση πιο επικίνδυνη κι από εκρηκτικό μηχανισμό σε κουτί με πάστες!
Ο Κατσούλας τραβάει τα λεφτά κοντά του και κατεβάζει το κεφάλι …
«Να πάτε να γαμηθείτε!»
«Τι είπες αφεντικό;»
«Τίποτα. Φύγετε να τελειώνουμε».
Δεν σηκώνει καν το κεφάλι όταν τους ακούει να μιλάνε με τα παιδιά στην κουζίνα, δεν γυρίζει το βλέμμα προς τη σκάλα, όταν ανεβαίνουν και παίρνουν τα σακ βουαγιάζ τους. Είναι σκυφτός όσο οι κινητήρες των αυτοκινήτων απομακρύνουν τον θόρυβό τους –μόνο τα σκυλιά σκέφτεται. Πως θα βγει έξω τώρα που έφυγαν όλοι;
.............

Η Άλεξ νιώθει μεταλλικές μπίλιες να κυλάνε στη σπονδυλική της στήλη. Πονάει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί –είναι και άσκοπο γιατί οι μπίλιες θα κυλήσουν μαζί της. Και θα εξακολουθήσουν να την πιέζουν. Πονάει, αλλά είναι κάπου βαθειά πίσω θαμμένος ο πόνος, σε άλλη ανήκει όχι σ΄αυτήν. Προσπάθησε ν΄ανοίξει τα μάτια της πριν κάποιους αιώνες –αδύνατο. Προσπάθησε να μετακινήσει το δεξί της χέρι λίγο αργότερα, ίσως και πολύ νωρίτερα. Αλλά το χέρι της είναι κάπου εκεί έξω, εκεί πέρα, εκεί μακριά –ακίνητο. Δεν ξέρει αν έχει ακόμα τη δυνατότητα να κινείται. Μόνο ότι πονάει –όχι αυτή, κάποια άλλη, κι ένα βουητό –μάλλον η άλλη κλαίει. Κάποια μεταλλική μπίλια κυλάει μέχρι τον αυχένα στέλνοντας ένα κυματιστό μούδιασμα στο κεφάλι της άλλης. Ποια είναι η άλλη και που είναι αυτή;
.............

«Ξύλιασα».
«Κάνει ψοφόκρυο γι΄αυτό».
«Ε μα τι περίμενες νυχτιάτικα;»
«Πότε θα σβήσει τα φώτα;»
«Ποτέ. Μένει όλη τη νύχτα με φώτα ανοιχτά. Μάλλον φοβάται το σκοτάδι»
«Υπάρχουν χειρότερα πράγματα που θα έπρεπε να φοβάται».
«Όπως;»
«Οι ντολμάδες αυγολέμονο για παράδειγμα».
«Έτσι σκοπεύεις να τον καθαρίσεις;»
«Θα προτιμούσα να ρωτούσες αν σκοπεύω όντως να τον καθαρίσω».
«Να είσαι σίγουρος πως θα ρωτούσα, αν υπήρχε δυνατότητα επιλογής»
«Δεν υπάρχει;»
«Υπάρχει;»
«Ας το κάνουμε τότε να ξεμπερδεύουμε»
«Θα σαχλαμαρίζετε για πολύ ώρα ακόμα εκεί έξω; Άντε ελάτε να κατέβουμε», τους φωνάζει η Μαρία από την μισάνοιχτη πόρτα του κλιμακοστασίου.
.............

Κοιτάζει το σφραγισμένο μπουκάλι καθώς τεντώνει τα πόδια του έξω από τον καναπέ. Δεν πρέπει να πιεί σήμερα, ούτε και τις επόμενες μέρες. Μέχρι να την κοπανήσει από αυτή την ποντικότρυπα που τον έκλεισαν. Ποιος καριόλης αγόρασε τους ανθρώπους του; Πως τόλμησαν να τον παρακάμψουν έτσι στεγνά; «Δεν τελειώσαμε ακόμα μαλάκες. Θα φτύσετε αίμα –μπορεί να γυρίζετε εσείς, τώρα, τον τροχό, αλλά εγώ θα τον σπάσω –χίλια κομμάτια. Δεν ξεμπερδεύετε εύκολα μαζί μου».
Πετάγεται απότομα και τρέχει προς την κουζίνα. Ανακατεύει τα ντουλάπια, ρίχνει στο πάτωμα μαχαιροπήρουνα μέχρι να βρει το βαρύ περίστροφο. Βγάζει το γεμιστήρα και χαμογελάει μετρώντας σφαίρες. Νιώθει σιγουριά καθώς το ζυγίζει στη χούφτα του, τραβάει την ασφάλεια –δοκιμάζει. Επιστρέφει στον καναπέ χαμογελαστός και ακουμπάει το όπλο δίπλα στο κλειστό μπουκάλι. «Τώρα θα σας δείξω εγώ παλιόσκυλα» κι αυτά ουρλιάζουν έξω από το παράθυρό του. Αποφασίζει να κλείσει για λίγο τα μάτια του –ακουμπώντας στο μπράτσο του καναπέ.
.............

Μέσα στο δωμάτιο κάνει κρύο και μέσα στο κρύο υπάρχει ένας άντρας. Μπορεί και δύο γιατί είναι σκοτεινά και η Άλεξ δεν ξεχωρίζει καλά τις φιγούρες. Ο άνθρωπος παίζει νευρικά με την άκρη της κουρτίνας όταν η Άλεξ σιγουρεύεται πως είναι άντρας. Μετά νιώθει το γέλιο του –δεν τον ακούει γιατί το δωμάτιο βουίζει ακόμα, από το κλάμα της άλλης –νιώθει το γέλιο του και είναι ο Απροσάρμοστος, στα σίγουρα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα αστείο –μόνο αυτός γελάει με πράγματα που δεν βλέπουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.
Η φιγούρα σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, αφήνοντας την κουρτίνα και πλησιάζει το κρεβάτι. Θα ήθελε πολύ να τον δει η Άλεξ, με τα μάτια της δηλαδή –αλλά δεν γίνεται να σηκώσει τα βλέφαρα –κάποιος μοιάζει να τα κρατάει κλεισμένα με τσιρότο. Αλλά τον νιώθει να πλησιάζει, γιατί το κορμί της έχει γίνει άμμος και τα βήματά του στην ξεφτισμένη μοκέτα του δωματίου είναι βήματα πάνω της. Τότε καταλαβαίνει ότι αυτή είναι το δωμάτιο και ο άντρας δεν είναι ο Απροσάρμοστος. Γελάει και τα παραθυρόφυλλα χτυπάνε στον τοίχο της. Ο Απροσάρμοστος δεν έγινε ποτέ άντρας –γιατί αυτός πέθανε όταν ήταν ακόμα παιδί. Το κλάμα της άλλης διακόπτεται –πότε πέθανε ο Απροσάρμοστος; Αφού …
Ο άντρας έχει ήδη διασχίσει τη μοκέτα και ακουμπάει κουρασμένα, πίσω από το μέτωπό της. «Όλοι πεθαίνουμε κάποια μέρα Άλεξ», ψιθυρίζει μέσα στον λαιμό της. Τον αναγνωρίζει –η πόρτα του δωματίου ανοιγοκλείνει από το γέλιο της –πως δεν τον κατάλαβε νωρίτερα; «Στο είχα υποσχεθεί ότι θα σε έπαιρνα από εδώ μέσα Άλεξ. Δεν ήθελα να αργήσω τόσο -αλλά αναγκάστηκα. Είσαι έτοιμη;»
.............

Στο νοικιασμένο διαμέρισμα ετοιμάζονται. Αδειάζουν τα πορτοφόλια τους από ταυτότητες, πιστωτικές κάρτες και κάθε χαρτί που αναφέρει τα στοιχεία τους. Αδειάζουν τις τσέπες τους από εισιτήρια και σημειώματα. Η Μαρία βγάζει τα λίγα κοσμήματα που φοράει και κοιτάζεται με τον Άρη. Είναι η ώρα να αποχωριστούν τις βέρες τους. Πηγαίνουν σε αντίθετες πλευρές του δωματίου και το κάνουν με γυρισμένες πλάτες. Ο Πέτρος κοιτάζει την πλαστική σακούλα που γεμίζει με προσωπικά αντικείμενα –όσο οι δυο τους μιλάνε με τις ζωές τους. Ο Άρης τελειώνει πρώτος –ρίχνει τη βέρα στη σακούλα κοιτάζοντας αλλού.
«Αργείς Μαρία;»
«Δεν βγαίνει εύκολα ρε παιδιά. Τόσα χρόνια είναι αυτά …»
«Αυτό είναι μόνο;»
«Σκάσε!»
Η Μαρία ακουμπάει προσεκτικά τη βέρα της στον πάτο της σακούλας και κάνει δυο βήματα πίσω –κοιτάζοντάς την. Η σακούλα θα κρυφτεί στο μίνι του Πέτρου –μέχρι να ξαναπάρουν, όλοι, τα πράγματα τους πίσω. Έτσι ελπίζουν.
«Τι έχουμε από εξοπλισμό;» αναρωτιέται ο Άρης.
Ένας σουγιάς πέφτει στο πάτωμα –ο Πέτρος κάνει νόημα πως μόνο αυτό του βρίσκεται. Η Μαρία πετάει ένα διπλωμένο σκοινί απλώματος ρούχων …
«Πόσο είναι;»
«Δυο μέτρα –πλαστικό».
Μετά βγάζει από το παλτό της ένα σπρέι σε μικρό μέγεθος…
«Προκαλεί παροδική τύφλωση αν σε πετύχει στα μάτια».
«Αλλιώς;»
«Αλλιώς μυρίζεις χαλασμένο αυγό για την υπόλοιπη μέρα».
«Προτιμώ την τύφλωση».
Ο Άρης βγάζει από την τσέπη του ένα ζευγάρι κομμένα γάντια με καρφιά στην εξωτερική πλευρά …
«Αυτά από πότε τα έχεις; Από την εποχή που έπαιζες κομπάρσος στα ‘Τσακάλια’;» γελάει ο Πέτρος.
«Τη δουλειά τους την κάνουν», λέει σκεφτικός ο Άρης γιατί βλέπει πως πηγαίνουν σαν πιτσιρικάδες σε πετροπόλεμο με την απέναντι γειτονιά.
«Μην καθυστερούμε. Σε δυο ώρες ξημερώνει. Πηγαίνετε να κρύψετε το αυτοκίνητο και τη μηχανή», δυσανασχετεί η Μαρία.
.............

Το μπουκάλι τον κοιτάζει μισοάδειο –δεν άντεξε. Δεν είχε εύκολο τον ύπνο, ήπιε από το στόμιο, χωρίς ποτήρι –ο καλύτερος τρόπος για να χάσεις κάθε αίσθηση του μέτρου. Νιώθει καλύτερα αν και το στομάχι του πονάει. Θέλει να δοκιμάσει τον βηματισμό του -βηματίζει μέχρι την εξώπορτα. Πριν την ανοίξει, θυμάται τα σκυλιά –γι’ αυτό τώρα στέκεται, με το όπλο στο χέρι, κοιτάζοντας τη νύχτα. Ακούει τα πόδια τους να ξύνουν το χορτάρι και βγάζει την ασφάλεια. Πυροβολεί αμέσως όταν διακρίνει ένα ζευγάρι κίτρινα μάτια και φυσικά αστοχεί.
«Ελάτε! Ελάτε μούλικα!» Τινάζεται όταν καταλαβαίνει πως κάτι αλυχτάει κοντά του, γυρίζει και πυροβολεί χωρίς ισορροπία. Κατά τύχη πετυχαίνει το ζώο –μια κλωτσιά ωστικού κύματος το τινάζει στον αέρα πριν το προσγειώσει στην κοντινότερη πρασιά. Γελάει –«πάρτε τ’ αρχίδια μου!» και μπαίνει στο σπίτι κλείνοντας την πόρτα. Μετά σωριάζεται δίπλα της.
.............

«Τι ήταν αυτό;»
«Πυροβολισμός!»
«Μείνετε ακίνητοι!»
Τα σκυλιά κλαίνε ανατριχιαστικά καθώς οι τρεις τους πλησιάζουν την τσιμεντένια μάντρα. Ο Άρης βοηθάει τον Πέτρο να πατήσει στις παλάμες του για να σκαρφαλώσει …
«Τόσο κωλόγερος κατάντησα που χρειάζομαι ‘σκαμνάκι’;» χαμογελάει αυτός.
«Τόσο κι άλλο τόσο», απαντάει ο άλλος, «άσε που έχεις πάρει κιλά».
«Αει γαμήσου ρε», ψιθυρίζει ο Πέτρος σκαρφαλώνοντας.
Μετά καβαλάει τη μάντρα και κοιτάζει προς τον κήπο.
«Τα σκυλιά είναι όλα μαζεμένα έξω από την πόρτα του», μουρμουρίζει.
«Παράθυρα;» ρωτάει ο Άρης.
«Ένα στα δεξιά».
«Μπαίνουμε από εκεί;»
«Άνετα».
«Ανεβαίνω τότε».
«Ανεβαίνουμε», τον διορθώνει η Μαρία.
«Δεν υπάρχει λόγος», της λέει σιγά.
«Ανεβαίνουμε», επιμένει αυτή.
«Ανεβαίνουμε».
Ο Άρης βοηθάει τη Μαρία να σκαρφαλώσει και μετά αρπάζεται από τα χέρια τους. Σε λίγο είναι και οι τρεις τους μέσα –εκατό μέτρα απόσταση από την πλαϊνή πλευρά του σπιτιού. Αρχίζουν να τρέχουν σαν παλαβοί, αμέσως μόλις ακουμπάνε τα παπούτσια τους στο χορτάρι και αλληθωρίζουν προς την εξώπορτα με τα σκυλιά.
«Μας είδαν!» φωνάζει ο Πέτρος.
«Τρέξτε!», σπρώχνει τη Μαρία ο Άρης.
Και τρέχουν. Είκοσι μέτρα πριν φτάσουν στο παράθυρο, τους κόβει το δρόμο ένα απελπισμένο σκυλί. Φρενάρουν απότομα –η Μαρία γονατίζει βγάζοντας το σπρέι, αλλά ο Άρης την εμποδίζει.
«Άστο», γονατίζει κι αυτός μπροστά στο σκυλί. Κοιτάζονται στα μάτια και φοβούνται –δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος περισσότερο. Το σκυλί κάνει δυο βήματα πίσω …
«Έχει ένα πεθαμένο σκυλί στην εξώπορτα!», φωνάζει ο Πέτρος –σηκώνονται αδιαφορώντας πλέον για το φοβισμένο σκυλί και συνεχίζουν τον δρόμο τους. Περπατώντας.
Όταν φτάνουν στο παράθυρο ανακαλύπτουν πως είναι περιφραγμένο.
«Γαμώτο!» χτυπάει τη γροθιά του στον τοίχο ο Άρης.
«Σιγά! Το σπρέι Μαρία -εσύ σπάσε το τζάμι», λέει ο Πέτρος.
Η Μαρία δίνει το σπρέι κι αυτός ανοίγει μια μικρή τρύπα με τον σουγιά, όσο ο Άρης στριφογυρίζει το γάντι του ανάμεσα στα διαλυμένα τζάμια.
«Αναπτήρα και όλοι κάτω!» φωνάζει ο Πέτρος.
Ακούνε ακόμα το αέριο που βγαίνει σφυρίζοντας από το μπουκάλι, μυρίζουν τη φωτιά, όσο αυτό βρίσκεται στον αέρα με κατεύθυνση τις κουρτίνες του σπιτιού. Η έκρηξη δεν είναι εντυπωσιακή, αλλά, όταν σηκώνουν τα κεφάλια τους, βλέπουν πως η φωτιά έχει φτάσει μέχρι τα κουρτινόξυλα.
«Αθόρυβοι σα γάτες είμαστε οι πούστηδες!» γελάει ο Άρης.
Τα σκυλιά πίσω τους τρέχουν προς τη μάντρα και πηδάνε άσκοπα –τρομοκρατημένα, να ξεφύγουν. Κι από το εσωτερικό του σπιτιού ακούγεται ένα ουρλιαχτό.
«Έρχεται» ψιθυρίζει ο Άρης, «πηγαίνετε από την άλλη πλευρά, εγώ θα μπω από την πόρτα».
Η Μαρία με τον Πέτρο έχουν διαφωνίες –αλλά δεν υπάρχει χρόνος να το συζητήσουν. Γι’ αυτό τρέχουν, ψάχνοντας τρόπο να μπουν στο σπίτι. Ο Άρης σηκώνεται αργά. «Τώρα την πουτσίσαμε», σκέφτεται καθώς χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας.
Τίποτα δεν γίνεται –γι΄αυτό κολλάει το δάχτυλό του στο κουμπί και περιμένει, ακούγοντας τις καμπάνες να χτυπάνε στο εσωτερικό του σπιτιού. Δεν έχουν περάσει ούτε δυο λεπτά όταν βλέπει το κεντρικό κομμάτι της πόρτας να τινάζεται προς τα έξω, αφήνοντας κομμάτια ξύλου στον αέρα. Χαμογελάει συνειδητοποιώντας πως ο Κατσούλας έχει χάσει εντελώς την ψυχραιμία του –ακόμα κι ένα παιδάκι ξέρει πως δεν κάθεσαι πίσω από πόρτες όταν ο άλλος είναι στην άλλη πλευρά με όπλο. Έτσι μας έχει διδάξει ο Μπρους Γουίλις!
Αλλά ο Άρης κλωτσάει την πόρτα και τραβάει μια ξεγυρισμένη απομίμηση βήχα, όσο περιμένει στο πλάι της. Από τη δεύτερη έκρηξη που ακολουθεί –καταστρέφοντας τη μισή πόρτα –καταλαβαίνει πως ο Κατσούλας έχει χάσει κάθε επαφή. Σκέφτεται κιόλας μήπως θα έπρεπε να του ρίξει τίποτα πέτρες –όπως έκαναν στα παλιά γουέστερν –«μη γίνεσαι γελοίος, δεν πρόκειται να ξαναφάει το ίδιο κόλπο». Θα πρέπει λοιπόν να τον αντιμετωπίσει με το όπλο μισογεμάτο κι αυτό ετοιμάζεται να κάνει, καθώς σέρνεται προς το άνοιγμα της πόρτας –όμως ακούγονται πυροβολισμοί στο εσωτερικό του σπιτιού. Χώνεται μέσα χωρίς προφυλάξεις, βλαστημώντας τους μαλάκες που βιάστηκαν!
Βλέπει τον Κατσούλα να σημαδεύει την κορυφή της εσωτερικής σκάλας, είναι σίγουρος πως αν κοιτάξει καλύτερα θα διακρίνει κάπου τα κεφάλια τους –αλλά δεν έχει χρόνο. Ορμάει με το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους, την ώρα ακριβώς που εκείνος έχει στραφεί προς το μέρος του. Το όπλο του Κατσούλα εκπυρσοκροτεί δυο δευτερόλεπτα αργότερα από ότι θα ήθελε –γιατί ήδη ο Άρης τον έχει χτυπήσει στο πρόσωπο. Το όπλο εκπυρσοκροτεί για τελευταία φορά –πέφτοντας στο πάτωμα, ενώ ο Πέτρος πηδάει από τη μέση της σκάλας για να προσγειωθεί πάνω στους πεσμένους άντρες.
Αν εξαιρέσεις κάποιο μικρό μπέρδεμα που δίνει τη δυνατότητα στον Κατσούλα να συρθεί στο πλάι –η υπόθεση έχει ήδη κλείσει. Δεν τους παίρνει πάνω από τρία λεπτά να τον δέσουν χειροπόδαρα με το πλαστικό σχοινί. Σηκώνονται τινάζοντας τα ρούχα τους καθώς η Μαρία κατεβαίνει τη σκάλα με ήρεμο βήμα.
«Βρε το Σπύρο! Χρόνια και ζαμάνια!» λέει ο Πέτρος.
«Μην κάνετε μαλακίες!» τσιρίζει αυτός, γεμίζοντας σάλια τον αέρα.
«Δεν είναι τρόπος αυτός για να μας υποδεχτείς!» κοροϊδεύει ο Άρης.
Τραβάνε καρέκλες και κάθονται απέναντι του, αμίλητοι. Μόνο η Μαρία καθυστερεί λίγο, για να μαζέψει το πεσμένο όπλο. Κοιτάζονται –αλλά μόνο ο οίκτος έχει μείνει για τον δεμένο άντρα, η εκδίκηση ξεθυμαίνει πάντα –όταν είσαι συνηθισμένος άνθρωπος και βρίσκεσαι ένα βήμα πριν το τέλος. Και τώρα;
«Τι θέλετε από μένα;» κλαψουρίζει ο Κατσούλας.
«Εμείς τίποτα. Εσύ μας έψαχνες τόσα χρόνια Σπύρο», λέει ο Πέτρος.
«Κάνετε λάθος!» στριφογυρίζει, σφίγγοντας τα σκοινιά που τον δένουν.
«Ναι ε; Τότε θα πεθάνεις από λάθος Κατσούλα», λέει η Μαρία σηκώνοντας το όπλο.
Ο πεσμένος άντρας κρύβει το κεφάλι στο πάτωμα τσιρίζοντας και μόνο η βαριά του ανάσα ακούγεται για τα επόμενα λεπτά.
«Πριν πεθάνεις όμως, θέλω να μου πεις τι έγινε με τον Κώστα», λέει η Μαρία εξακολουθώντας να τον σημαδεύει.
Ο Κατσούλας σηκώνει τα μάτια του επιφυλακτικά.
«Τι έγινε; Τι φταίω εγώ; Εκεί που έμπαινα σπίτι μου –πετάχτηκε με ένα πιστόλι στο χέρι. Με πυροβόλησε αλλά … δεν ξέρω τι συνέβη, το πιστόλι έσκασε στα μούτρα του … στο πρόσωπό του. Μετά με έπιασε από το λαιμό … να με πνίξει …ήρθε η αστυνομία. Τους άρπαξε ένα περίστροφο και …»
Το όπλο τρέμει, γέρνοντας στα χέρια της Μαρίας. Οι υπόλοιποι δύο, κοιτάζουν τα παπούτσια τους. Δεν έχουν τον δικό της τσαμπουκά γι΄αυτό δακρύζουν σκυφτοί –αφήνοντάς την να κλαίει βουβά, χωρίς να χάνει από τα μάτια της τον Κατσούλα. Η σκανδάλη τραβιέται πίσω και η σφαίρα φεύγει από την κάνη –καίγοντας τον αέρα. Ο Κατσούλας ουρλιάζει με διαλυμένο τον δεξί του ώμο ενώ το όπλο γλιστράει από τα χέρια της Μαρίας.
.............

Η Άλεξ μπορεί επιτέλους να σηκωθεί! Είναι μέρες, αιώνες που τα κόκαλά της τρύπαγαν το δέρμα σε ένα δωμάτιο ζωντανό -μια γυναίκα έξω από αυτήν. Αλλά τώρα μπορεί να σηκωθεί –δεν έχει σημασία που το δωμάτιο αναπνέει σε λήθαργο και παγώνει το δέρμα. Η Άλεξ βλέπει όσα δεν χρειάζονται μάτια για να δεις και περπατάει χωρίς πόνους στα γόνατά της. Δοκιμάζει να κάνει μια πιρουέτα –είναι τόσο αξιοζήλευτη η κίνησή της που μετανιώνει γιατί παράτησε τα μαθήματα μπαλέτου. Μετά γελάει γιατί σκέφτεται πως οι πιρουέτες γίνονται όλο και πιο εύκολες όσο απομακρύνεσαι από τα πόδια σου. Σταματάει να γελάει –αυτή γελάει και ανακαλύπτει πως δεν ακούει πια το κλάμα της άλλης γυναίκας. Γιατί να κλαις; Και γιατί δεν γελάς; Σαν εμένα –να δες!
«Έλα Άλεξ, μην καθυστερούμε άλλο –δε βαρέθηκες να κάνεις σαχλαμάρες;» της λέει ο Κώστας, σκαρφαλωμένος ήδη στο παράθυρο του δωματίου.
.............

«Θα τον σκοτώσεις;»
«Θα του άξιζε»
«Ναι –αλλά θα το κάνεις;»
Το όπλο χαμηλώνει στα χέρια της Μαρίας. Μετά διαγράφει ημικύκλιο, σαν προέκταση του καρπού της και ακουμπάει στην παλάμη του Άρη.
«Εσύ πρέπει. Εσύ τα ξεκίνησες όλα –πάντα για αρχηγό τους σε είχαν οι υπόλοιποι. Εσύ το ξεκίνησες, εσύ να το τελειώσεις».
Ο Άρης σηκώνεται κουβαλώντας αφηρημένα το όπλο.
«Αρχηγός; Πότε; Εγώ δεν μπορούσα να κουμαντάρω την πάρτη μου ρε Μαρία –μη μου φορτώνεις …», κοιτάζει τον Κατσούλα που έχει καταντήσει άμορφη μάζα, μέσα σε σάλια, αίμα και ιδρώτα.
«Εγώ τον σκότωσα μια φορά στην Πάντειο και κατάστρεψα τις ζωές των άλλων δύο. Εγώ ξυνόμουν όσο ο Κώστας κυνήγαγε το κτήνος κι έπινα καφέ όταν εκείνος έπινε από την κάνη. Εγώ έριξα τη βενζίνη που σκότωσε τη μάνα του. Μου φτάνει τόσο –δε χρειάζεται να φέρω άλλες συφορές».
«Μη με σκοτώσετε! Έχω κάνει λάθη, αλλά δε φταίω μόνο εγώ. Μια ζωή στην κοροϊδία κι όταν πήγαινα να μοιάσω στους άλλους έτρωγα ξύλο. Δεν φταίω μόνο εγώ, φταίνε οι μπάτσοι και οι κομματικοί που με πρεσάρανε από όλες τις πάντες, φταίνε οι γκόμενες που καυλώνουν μόνο άμα είσαι δυνατός, φταίτε εσείς… Ήρθα γιατί έψαχνα φίλους και με κοιτάγατε σα λεπρό –μιλούσα και γυρίζατε αλλού το κεφάλι με σιχασιά! Δε φταίω μόνο εγώ, φταίμε όλοι μας!» ο Κατσούλας κλαίει και τινάζεται κάθε φορά που τραβιέται ο ώμος του.
Και οι υπόλοιποι αποφεύγουν να τον κοιτάξουν για μια ακόμα φορά –όπως παλιά. Γι΄αυτό δεν βλέπουν το κεφάλι του να σκάει σαν πρωτοχρονιάτικο ρόδι, μόνο την έκρηξη ακούνε και γυρίζουν απότομα. Η λεπτή γυναίκα τους χαμογελάει από τη διαλυμένη πόρτα, βάζοντας το όπλο μέσα στη φαρδιά της τσάντα.
«Βλέπω οτι τελικά δεν είχατε τ’ αρχίδια να το κάνετε», διαπιστώνει με χαμόγελο.
«Ποια είσαι πάλι εσύ;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Κάποια που σας έβγαλε από τον κόπο».
«Και γιατί παρακαλώ;» απαιτεί να μάθει η Μαρία.
«Σου αρκεί οτι ο μακαρίτης μου είχε κάνει μεγάλες ζημιές και οτι το χρώσταγα σε κάποιους φίλους;»
«Ποιοι είναι αυτοί οι φίλοι –μπορούμε να μάθουμε κι εμείς;» ο Άρης αποφεύγει να κοιτάξει πίσω του –πάει στοίχημα πως ο τόπος θα είναι γεμάτος μυαλά. Και δεν έχει άδικο.
«Μην το ψάχνεις κύριος», του χαμογελάει η γυναίκα. «Ας πούμε πως υπήρχε κάποτε ένα κορίτσι που ερωτεύτηκε ένα αγόρι σε λάθος στιγμή. Και ξαναβρέθηκαν μετά από χρόνια, πάλι σε λάθος στιγμή και μετά, το αγόρι πέθανε και πριν, το κορίτσι είχε πεθάνει . Έτσι έχει η ιστορία».
«Κι αυτός είναι ο λόγος που σκότωσες τον Κατσούλα;» επιμένει ο Πέτρος.
«Όχι γυαλάκια. Αυτός είναι ο λόγος που δεν σκοτώνω εσάς», η γυναίκα κάνει ένα βήμα πίσω για να βρεθεί έξω από την πόρτα. «Άντε τώρα –εξαφανιστείτε χωρίς φασαρία και χαρήκαμε απαξάπαντες».
Μετά, χάνεται, αθόρυβα, μέσα στη νύχτα.
.............

«Πάω να φέρω ποτά, θέλει κανένας;» φωνάζει ο Κώστας για να σκεπάσει τη δυνατή μουσική.
«Έρχομαι μαζί σου», λέει ο Άρης, αφού παίρνει το άδειο ποτήρι της Μάχης.
«Περιμένετε και μένα ρε μαλάκες!» φώναζει ο Πέτρος, αφήνοντας τη θέση του δίπλα στην dj.
Το μπαρ έχει αδειάσει από ώρα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να φύγουν. Ο Πέτρος έχει διπλαρώσει τη dj –μια ασχημούλα πιτσιρίκα που ενθουσιάστηκε όταν έμαθε πως είχε δει τους Joy Division ζωντανά στο Λονδίνο –πριν από μια εικοσαετία. Δεν έπαιζε τίποτα το πονηρό, απλά η παρέα είχε βρει πρόθυμο πλατώ για να ακούσει τη μουσική της. Και η κοπελίτσα ενθουσιαζόταν γιατί είχε επιτέλους την ευκαιρία να παίξει στο μαγαζί, αυτά τα παλαιολιθικά κομμάτια που γούσταρε ν΄ακούει σπίτι της. Ευτυχισμένοι σαραντάρηδες χορεύουν μόνοι τους δίπλα στη μπάρα –μόνο η Μαρία έχει στραβώσει, ως συνήθως, και περιμένει ανυπόμονα να τελειώσει το πανηγύρι. Εκείνη τη στιγμή πετάγεται το “Face to face” από τα ηχεία, με αποτέλεσμα να παρατήσει ο Άρης τους υπόλοιπους με τα ποτά για να ρίξει ένα κανιβαλισμένο τανγκό –με παρτενέρ τη Μάχη.
«Τι μαλάκας είναι αυτός ο τύπος!» θαύμασε ο Πέτρος.
«Ο έρωτας τυφλώνει τον άνθρωπο», αποφάνθηκε ο Κώστας.
«Εγώ ήξερα πως η μαλακία τυφλώνει», είπε ο Πέτρος.
«Το ίδιο λέμε», του απαντάει ο άλλος, δίνοντας ένα ποτήρι βότκα στη Μαρία. Η οποία αρνείται νευριασμένα.
Ο Πέτρος διακρίνει το πρόβλημα και σπεύδει να δώσει λύση, πιάνοντας την κουβέντα στη Μαρία. Όσο να πεις, λογικό ήταν η γυναίκα να βαριέται –ο Κώστας με τον Άρη έχουν πάθει κρίση μαλακίας. Ορίστε, ουρλιάζουν ήδη στη dj –«κοπέλα μου λυπήσου μας γέρους ανθρώπους! Cramps παίζεις τέτοια ώρα; θες να μας ξεκάνεις;»
Η Μάχη τους πλησιάζει χαμογελαστή …
«Σαν παιδάκια κάνουν ώρες-ώρες!»
«Ναι, δεν είναι γελοίο;» ρώτησε η Μαρία.
«Όχι. Μια χαρά μου φαίνεται».
«Καλά –παντρέψου τον να τα τρως στη μάπα επί μονίμου βάσεως και μετά μου λες!» αγριοκοιτάζει η Μαρία.
«Αυτό θα κάνω. Θα τον παντρευτώ σε δυο μήνες από τώρα», λέει η Μάχη και ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Μπράβο ρε! Συγχαρητήρια!» βρήκε ευκαιρία να χωθεί στην κουβέντα ο Πέτρος.
Λίγο πιο πέρα ξαποσταίνει ο Άρης, αγκαλιά με τον Κώστα. Ιδρωμένα μέτωπα σε κατάσταση νιρβάνας.
«Δεν είμαστε πια για τόσο χορό. Εγώ λαχάνιασα», ψιθυρίζει ο Κώστας.
«Γιατί είσαι κωλόγερος, γι΄αυτό», λέει ο Άρης.
«Να σου υπενθυμίσω πως είμαι έξη μήνες μικρότερός σου», σοβαρεύει ψεύτικα ο Κώστας.
«Ναι αλλά εγώ παντρεύομαι σε δυο μήνες κι εσύ έχεις παιδί της παντρειάς», ανακεφαλαιώνει ο Άρης.
«Παντρεύεσαι;»
«Ναι».
Ο Κώστας τον κοιτάζει σοβαρά.
«Με την …»
«Όχι, με τον Πέτρο -είπαμε να επισημοποιήσουμε τη σχέση μας. Με τη Μάχη ρε μαλάκα –με ποια άλλη;»
«Και ποιος θα σας παντρέψει;»
«Εσύ κι ο Πέτρος»
«Μας ρώτησες;»
«Σας ρωτάω τώρα».
«Δεν θέλουμε»
«Στ΄αρχίδια μου».
«Εντάξει. Σε δυο μήνες είπαμε;»
«Ναι».
Οι γυναίκες γελάνε με κάτι που τους λέει ο Πέτρος και αδιαφορούν πλήρως για την πληροφορία του Κώστα περί γάμων και κουμπάρων. Η dj ενδιαφέρεται να μάθει αν ο Άρης είχε πάει στη συναυλία των Bauhaus (που παίζουν εκείνη τη στιγμή στα πλατώ) κι εκείνος, αφού τη διαβεβαιώνει πως ήταν εκεί –προβληματίζεται για το πότε.
«Ρε Κώστα, πότε ήρθαν οι Bauhaus στην Ελλάδα;»
«Πριν δυο αιώνες αγόρι μου. Μπορεί και περισσότερο».
Ο Πέτρος βρίσκει ευκαιρία να ξεκολλήσει από τις γυναίκες και δίνει την ακριβή χρονολογία μαζί με πικάντικα παραλειπόμενα –όπως το «σκάστε μαλάκες», σε άπταιστα ελληνικά, του Πήτερ Μέρφυ.
«Την κοπανάμε από λίγο-λίγο;» ρωτάει ο Κώστας φορώντας ήδη το παλτό του.
«Εντάξει, αλλά μην καρφωθούμε ότι φεύγουμε», λέει ο Άρης ανοίγοντας την πόρτα.
«Περιμένετε να πληρώσω ρε μαλάκες!» τρέχει να τους προλάβει ο Πέτρος.
Έξω από το μπαρ οι γυναίκες αγκαλιάζονται, όσο ο Κώστας γκρινιάζει …
«Δεν ξαναβγαίνω μαζί σας ρε –έχουμε και δουλειές αύριο!»
«Γιατί εγώ ξαναβγαίνω;» υπερθεματίζει ο Πέτρος.
«Άντε μωρέ μαλάκες! Κι εγώ σας βαρέθηκα, σιγά μην ξαναχάσω τον χρόνο μου μαζί σας!» δηλώνει σοβαρά ο Άρης.
«Πάμε αύριο σινεμά;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Παίζει τίποτα καλό;» ενδιαφέρεται ο Κώστας.
«Όλο και κάτι θα έχει», λέει ο Άρης.
«Και μετά για καμιά μπύρα –έτσι;» κλείνει το πρόγραμμα ο Πέτρος.
«Έγινε. Τα λέμε αύριο», λέει ο Κώστας.
«Αύριο», συμφωνεί ο Άρης κουμπώνοντας το μπουφάν του.

.............

Απομακρύνονται βιαστικά από το σπίτι, πηγαίνοντας προς το μίνι του Πέτρου. Απομακρύνονται βιαστικά από το παρελθόν τους –τρεις άνθρωποι γερασμένοι.
«Θα σε πάω μέχρι το σπίτι σου Μαρία», λέει ο Πέτρος.
Εκείνη δε λέει τίποτα.
Μοιράζονται τα πράγματά τους από τη σακούλα και νιώθουν μια κούραση να παραμονεύει κάθε τους κίνηση. Αποφεύγουν να κοιτάξουν πίσω.
«Σε πόση ώρα λες να πλακώσουν οι μπάτσοι;» σκέφτεται ο Πέτρος.
«Δεν θ΄αργήσουν πολύ», απαντάει ο Άρης.
«Πόσο θα τους πάρει να το συνδέσουν με μας;» αναρωτιέται η Μαρία.
«Μάλλον θα αργήσουν. Μην ξεχνάς πως έχουμε δει εκείνη τη γυναίκα. Κανέναν δε συμφέρει να σκαλίζει τέτοιες ιστορίες», λέει ο Άρης. Μακάρι να το πίστευε κιόλας.
«Ποια ήταν αυτή η γυναίκα;» θέλει να μάθει η Μαρία.
«Δεν έχω ιδέα», λέει ο Πέτρος. Λέει ψέματα.
Μπαίνει στο μίνι δίπλα στη Μαρία και ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Ο Άρης ακουμπάει στο παράθυρό του …
«Να μη χαθούμε», λέει.
«Σίγουρα», συμφωνεί ο άλλος.
Ξέρουν καλά πως δεν πρόκειται να συναντηθούν –ποτέ ξανά. Το μίνι φεύγει σπινιάροντας. Μένει ο Άρης να το παρακολουθεί καθώς χάνεται στον αυτοκινητόδρομο, μαζί με τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του.
Μετά πηγαίνει προς τη Ντεσπεράντο, σέρνοντας τις μπότες του. Δεν θα γυρίσει στη Μάχη σήμερα, δεν είναι εύκολο. Μάλλον δεν θα γυρίσει κοντά της ούτε αύριο –αλλά στο τέλος θα γυρίσει. Η Μάχη είναι ότι του απόμεινε, σε τελική ανάλυση.
Κουμπώνει το κράνος και ξεκινάει όσο η ψύχρα δίνει τη θέση της σε έναν αρρωστιάρη ήλιο. Οδηγεί προσεκτικά γιατί έχει πέσει η πρωινή υγρασία στην άσφαλτο –ένας άντρας χωρίς προοπτική, ξεκολλάει από μια γενιά που έψαχνε μάταια τους σκοπούς της. Και φυσικά, τους βρήκε.
.............

Η Μελίνα απομακρύνεται γρήγορα, ενώ μιλάει στο κινητό της -«ναι, όλα εντάξει –ξεμπερδέψαμε … όχι, δεν μπόρεσαν να το κάνουν, χρειάστηκε να επέμβω …ακριβώς …. μείνετε ήσυχος …όσα συμφωνήσαμε …. ναι, ήταν ανθρωπάκια τελικά. Καλή σας μέρα».
Κλείνει το τηλέφωνο και βάζει τα κλάματα.

ΤΕΛΟΣ


Και μετά το τέλος τι; Τίποτα περισσότερο από ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους άντεξαν να διαβάσουν ολόκληρη την ιστορία, βγάζοντας τα μάτια τους στην οθόνη. Ένα ευχαριστώ σε όσους έκαναν παρατηρήσεις και με βοήθησαν να διορθώσω κάποιες από τις αδυναμίες της. Χωρίς τα σχόλιά σας θα ήταν μια ακόμα ημιτελής προσπάθεια -ευχαριστώ για τον κόπο σας.


Αυτή η ιστορία είναι αφιερωμένη στον marquee de mud -χωρίς τον οποίο δεν θα είχε καν ξεκινήσει και, φυσικά, γράφτηκε για χάρη της tomboy (σε μια, ακόμα, προσπάθεια να διασκεδάσω την καθημερινή της ρουτίνα).

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

16. Τέσσερα λάθη

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. "Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό"
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. "Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά"
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα
13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες
14. "Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων"
15. Ο εχθρός σου είναι ο καθρέφτης σου

Φοβάσαι –έτσι δεν είναι; Τρέμεις και οι σκιές ξεκολλάνε από τους τοίχους για να σε φάνε ζωντανό. Η γριά σου πέθανε έξω από ένα φλεγόμενο σπίτι κι εσύ δεν κατάφερες ούτε να νοιαστείς. Στην κηδεία της δεν θα πας –δεν είσαι τόσο μαλάκας. Μπορεί να την έχουν στημένη -εκείνοι είναι παρανοϊκοί ρε γαμώτο! Αλλά κι έτσι να μη γίνει –με όλο αυτόν το θόρυβο -θα σε περιμένουν οι κάμερες. Καλώδια, μαρκούτσια και αγάμητες δημοσιογράφοι θα κυνηγάνε μια σου δήλωση. Τι να δηλώσεις; Ότι ποτέ δεν κατάφερες να γίνεις άλλος; Ότι τελικά δεν ήσουν ανύπαρκτος –ο άνθρωπος με τα χίλια ονόματα και το κανένα πρόσωπο; Φωτογραφίες σου φιγουράρουν πρωτοσέλιδες. Ακόμα. Τι άλλο να πεις δηλαδή;
Η μάνα σου ήταν σκληρή γυναίκα. Και παράλογη –δεν έφταιγε αυτή –η ζωή τα έφερε έτσι. Έμπλεξε, βλέπεις, με τον ανεπρόκοπο -ασχημάντρας αλλά καλός στα λόγια. Πες -πες, τη στρίμωξε στη λασπουριά των προσφυγικών –«θα ζήσουμε μαζί, ο γάμος είναι μπουρζουάδικη συνήθεια» -την άφησε έγκυο. Έπεσε από δίπλα ο παππούς σου και τ΄αδέλφια της, τον πέτυχαν όταν είχε σχολάσει από τη δουλειά –σιδεράς ήταν –και τον πλάκωσαν στις γρήγορες. «Τη δικιά μας κόρη μαγάρισες ρε κερατά; Θα πεθάνεις!», έφτυσε αίμα από το ξύλο –ήταν όμως μαθημένος. Γιατί σχεδόν κάθε βδομάδα τον τράβαγαν στην Ασφάλεια –«υπόγραψε παλιοκουμμούνι, αλλιώς θα ξεράσεις το γάλα της μάνας σου». Κι αυτός δεν υπέγραψε –μόνο το Κόμμα είχε στη ζωή του –έμενε λοιπόν χωρίς δουλειά κάθε τρεις και λίγο. Το Κόμμα! Ένα αρχίδι του έδωσε για όσα πέρασε –που τον είχαν σακατέψει στο ξύλο οι μαύροι και κατέληξε με πνευμονικό οίδημα –δώρο από τα ξερονήσια. Όλους τους ήξερε κι όλοι τον ξέρανε. Κομματικοί καθοδηγητές, μουσικοσυνθέτες, βουλευτές! Αλλά όταν ψόφαγε και δεν υπήρχε δεκάρα για φάρμακα –που ήταν οι σύντροφοι; Όταν παρακάλαγε εκείνη, μάταια, να τον δεχτούν στο «Σωτηρία» –χούντα ήταν, όταν τον πήραν από το σπίτι και τον έσερναν γιατί δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του –που ήταν το Κόμμα τότε;
Ένα γράμμα της έστειλαν μόνο -«συντρόφισσα κάνε κουράγιο, ο άντρας σου ήταν ήρωας, μαχόταν για τις αρχές του σοσιαλισμού, αγωνιζόταν για ένα καλύτερο αύριο. Σε μια καλύτερη κοινωνία …», το κομμάτιασε πριν το ρίξει στο μαγκάλι κλαίγοντας. Βλαστήμαγε και καταριόταν, δεξιούς κι αριστερούς, μαύρους και κόκκινους –«να ψοφήσετε όλοι σας, κακό να πέσει στα παιδιά σας και στις γυναίκες σας –όπως με ρημάξατε να ρημάξουν τα σπίτια ολονών σας!»
Μετά θυμόταν το ξύλο που είχε φάει κι αυτή από τον πατέρα της –είχε κοντέψει να αποβάλει, να σε χάσει, έτσι σου έλεγε. Και τη μάνα της να μαδιέται –«αχ συφορά που μας βρήκε! Με κουμμουνιστή έμπλεξες μωρή; Κι άφησες να σε γκαστρώσει; Αλαφρόμυαλη –τα καλύτερα παιδιά σε ζητάγανε κι εσύ να φορτωθείς το λιγδιάρη;»
Αλλά τον φορτώθηκε. Με την κοιλιά στο στόμα, να μη χωράει στο νυφικό και ύστερα μόνη της. Μαζί σου. Αυτός να λείπει για τη γαμημένη ιδεολογία του κι εσύ να τρως ξερό ψωμί με νερό και ζάχαρη. Με ρούχα -αποφόρια από τα ξαδέρφια σου, λίμαζες το κρέας, παρακάλαγες για μια γκαζόζα. Εκείνη σε έδερνε –ξέσπαγε πάνω σου την απουσία –βάρος της ήσουνα κι ας μην έφταιγες. Μετά, δάκρυζε –σου χάιδευε τα μαλλιά, «τι φταις κι εσύ ρε κακόμοιρο!» Μέχρι την επόμενη φορά που σκοτείνιαζε η ματιά της και σε ξανασάπιζε στο ξύλο.
Πάει τώρα η γριά –δεν άντεξε να βλέπει το σπίτι της στις φλόγες, προίκα ήταν –αν δεν υπήρχε αυτό θα ζητιανεύατε οι δυο σας. Πέθανε για ένα σπίτι και μια ζωή που δεν την άφηναν να ζήσει. Μόνη –όπως την παρατήσατε, εσύ κι ο πατέρας σου. Εντάξει -τουλάχιστον της έβαζες χρήματα σ’ ένα λογαριασμό, περνούσες κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, με δώρα. «Θες τίποτα άλλο μάνα;», «να σε βλέπω περισσότερο», «δουλειές μάνα, δουλειές».
Δουλειές, από αυτές που τώρα κόπηκαν -μαχαίρι. Από τη στιγμή που σε βγάλανε φόρα παρτίδα –όλοι εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν σηκώνει το τηλέφωνο και κάποιους που πετυχαίνεις σε βάζουν στον πάγο –εκείνο το «εξετάζουμε την περίπτωσή σου, θα σε ειδοποιήσουμε σύντομα για ότι καινούργιο προκύψει» του παλιού ασφαλίτη, κουδουνίζει στ’ αυτιά σου. Πάλι. Άδειος για μια ακόμα φορά –ξεζουμισμένος. Από την εταιρεία σε βάλανε σε υποχρεωτική άδεια, ο Διευθύνων Σύμβουλος ρουφάει την κόκα του στις παραλίες των Καναρίων νήσων και οι ξεφτιλισμένοι πολιτικάντηδες ψάχνουν καινούργιο νταβαντζή. Είσαι σίγουρος ότι βρήκαν ήδη –βρωμάει η πιάτσα από δαύτους, γίνατε πολλοί στη φάρα σου. Πήρες τον υπαρχηγό της Αστυνομίας –«μην ανησυχείς Αντρέα μου –θα τους βρούμε και θα σε ειδοποιήσουμε σύντομα για ότι καινούργιο προκύψει». Είκοσι χρόνια, το μόνο που κατάφερες είναι να λένε το όνομά σου –κι αυτό ψεύτικο.
Κάθεσαι στην πολυθρόνα του καινούργιου σου σπιτιού, απέναντι από την ανοιχτή τηλεόραση και παρακολουθείς το θέμα σου να κατρακυλάει συνεχώς σε θεαματικότητα. Σε λίγο θα σε ξεχάσουν τα κοράκια των δελτίων ειδήσεων, σε λίγο θα μπορείς να γυρίσεις πίσω στις δουλειές σου. Γελάς –ποιον κοροϊδεύεις; Ποιος θα σε εμπιστευτεί τώρα που έγινες βούκινο;
Παραγγέλνεις φαγητό που δεν έχεις όρεξη να ακουμπήσεις και ακούς τα σκυλιά σου να ουρλιάζουν στην αυλή. Τα φοβάσαι πολύ –μυώδη ντόπερμαν που τόσο συνηθίζονται για φύλαξη, κάτι πλάσματα βγαλμένα από ταινία φρίκης –σάλια να τρέχουν από μισάνοιχτα σαγόνια. Δεν τους έχεις εμπιστοσύνη, ευτυχώς που είναι τα παιδιά εκεί έξω. Αλλά δεν μπορείς να βγεις στην αυλή σου –όχι μόνος τουλάχιστον.
Τα παιδιά ανησυχούν. Όχι για τα λεφτά τους –ξέρουν πως, ότι και να γίνει, είσαι χοντρά ματσωμένος. Ανησυχούν από την απομόνωση. Είχαν συνηθίσει να δουλεύουν για τον κύριο Οικονόμου –έλεγαν το όνομα κι άνοιγε η πιάτσα σα μαρουλόφυλλο. Τώρα ακούγονται διάφορα. Θα φύγεις, λένε –για Λατινική Αμερική, θα φύγεις –για Ασία κι αυτοί θα μείνουν χωρίς αφεντικό. Δεν σε ρωτάνε, δεν τολμάνε –το βλέπεις όμως στα μάτια τους. Ψάχνουν να απαγκιστρωθούν από πάνω σου –βουλιάζεις και βγήκαν στο κατάστρωμα τα ποντίκια.
Πριν λίγο μίλησες στο τηλέφωνο –οι δικοί σου περιμένουν έξω από τα πατρικό της πουτανίτσας του Άρη, αλλά αυτός λείπει. «Τι να κάνουμε αφεντικό; Οι μπάτσοι της περιοχής δεν μας καλύπτουν πια. Χτες έφυγε ο τελευταίος, δεν σας ξέρω, δεν είδα τίποτα –μας είπε. Τι θέλεις αφεντικό;» Αφεντικό. Μετά τις αποκαλύψεις κανένας δεν λέει το όνομά σου –αποφεύγουν και διστάζουν, φοβούνται γιατί, πλέον, υπάρχεις. «Να περιμένετε –μην το κουνήσετε από εκεί, μέχρι να σας πω».
Άλλες φορές θα έλεγες -«φάτε τους ζωντανούς», αλλά τώρα διστάζεις. Είσαι ακόμα δυνατός, δεν χρειάζεσαι πλάτες από μπάτσους και βουλευτές για να ξεφορτωθείς μια παρέα κακομοίρηδων –για άλλο διστάζεις. Γιατί είναι μυστήριο πράγμα, έχουν μια δύναμη πίσω τους εκείνοι –υπόγεια, τρομερή. Ένα χέρι που οδηγεί τα πράγματα στην τελική καταστροφή –σε ξεβράκωσαν στη μέση της σχολής και μετά έπεσες πάνω στο φορτηγό, κάψανε το σπίτι της γριάς σου κι εκείνη πέθανε από εγκεφαλικό. Αυτό είναι που σε τρομάζει. Κάθε φορά που σε αγγίζουν, είναι σα να ελευθερώνονται τυφώνες. Λίγο σε ακουμπάνε και φτάνει για να πέσει στο κεφάλι σου όλεθρος. Δεν θέλεις να τους χτυπήσεις τώρα –δεν αντέχεις να τους χτυπήσεις, αυτό είναι το σωστότερο. Να κρυφτείς και να δυναμώσεις. Θα έρθει η ώρα τους αργότερα –γιατί ξέρεις να περιμένεις.
Ακούς τα παιδιά να τρώνε στην κουζίνα, γελάνε και σταματάνε απότομα –στήνουν αυτί ν΄ακούσουν αν είσαι ακόμα ζωντανός. Εδώ είσαι –δεν σκοπεύεις να φύγεις, μόνο θα λουφάξεις για λίγο και μετά θα μετανιώσουν όλοι αυτοί που σε αγνόησαν. Οι πολιτικάντηδες και οι πουτάνες της δημοσιογραφίας, οι μπάτσοι και τα παλιοτόμαρα. Αλλά περισσότερο απ΄όλους εκείνοι. Εκείνοι.


2. Παρά λίγο

Είμαι σίγουρος ότι κάτι με κυνηγάει, κάποιος με κυνηγάει –σε ολόκληρη τη ζωή μου. Λες και υπάρχουν συμπαντικές δυνάμεις που ασχολούνται αποκλειστικά με το να σαμποτάρουν κάθε μου προσπάθεια, λίγο πριν την ολοκλήρωση. Λες και κάποιος παιχνιδιάρης θεός μου κάνει πλάκα –με χαζεύει όσο αγωνίζομαι και πριν τον τερματισμό, μου βάζει τρικλοποδιά. Να σου εξηγήσω γιατί το λέω –επειδή βλέπω ότι κουνάς το κεφάλι σου, πως είναι δυνατό, μορφωμένος άνθρωπος, επιστήμονας, με το διδακτορικό του να πιστεύει σε αόρατες δυνάμεις; Αυτό δεν σκέφτεσαι; Δίκιο έχεις –κάτσε όμως να σου εξηγήσω.
Ήμουν, λοιπόν, μικρός –μαθητής στην 6η δημοτικού και ήθελα ποδήλατο. Δηλαδή, είχα ποδήλατο –ένα παιδικό χωρίς βοηθητικές, αλλά ήθελα μεγαλύτερο, δεκατάχυτο. Ο μπαμπάς μου ήταν πολύ της πειθαρχίας –δικαστικός, γι΄αυτό. Μου λέει, λοιπόν, «Αποστολάκη, να τελειώσεις το δημοτικό, να δώσεις εξετάσεις στην Ευαγγελική. Είναι καλό γυμνάσιο –θα πας εκεί και θα γλιτώσεις από τα βρωμοσχολεία της γειτονιάς, θα μπεις και πιο άνετα στο πανεπιστήμιο. Σύμφωνοι; Αν τα καταφέρεις και περάσεις στις εξετάσεις –θα σου πάρω εγώ ένα ποδήλατο που καλύτερό του δεν θα υπάρχει». Ξεσκίστηκα όλο το καλοκαίρι. Οι φίλοι μου έπαιζαν στο δρόμο κι εγώ διάβαζα. Είχαν φέρει κι ένα φοιητή να μου κάνει φροντιστήριο –έπινε καφέ, ελληνικό και μύριζε η ανάσα του τσιγάρο –αναγούλιαζα, αλλά συνέχιζα να λύνω ασκήσεις αριθμητικής. Και να γράφω εκθέσεις. Φτάνει η μέρα για τις εξετάσεις στην Ευαγγελική, δίνω το πρώτο μάθημα –μια χαρά. «Άστο λίγο το παιδί να παίξει με τους φίλους του, μπάφιασε στο διάβασμα», λέει η μάνα μου. Βγαίνω κι εγώ, βρίσκω την παρέα –παίζανε μπάλα. Με βάζουν μπακότερμα, πάω να κάνω κατεβασιά, πέφτει δίπλα μου ο Στράτος της κυρα Φανής μου κλέβει τη μπάλα και με περνάει –θα έβγαινε μόνος σε άδειο τέρμα. Βουτάω πίσω, μπερδεύομαι στα πόδια του –κάταγμα σε δυο μεριές το δεξί μου χέρι. Δεν δέχτηκαν να δώσω το επόμενο μάθημα προφορικά –πάει η Ευαγγελική, πάει και το ποδήλατο.
Μετά, γίνεται το άλλο περιστατικό –στη Δευτέρα Λυκείου. Είχα ερωτευτεί μια πιτσιρίκα της 3ης Γυμνασίου, ανταλλάσαμε μηνύματα στο θρανίο γιατί αυτές πήγαιναν πρωί κι εμείς απόγευμα. Συναντιόμαστε και μου πέφτει το σαγόνι –πανέμορφο κορίτσι, θεά! Αυτή τώρα, έχει μια κολλητή κι εγώ έναν κολλητό με προσέχεις; Κανονίζουμε ραντεβουδάκια στη γειτονική καφετέρια, ψήνεται η κατάσταση να γίνουμε δύο τα ζευγάρια κι εγώ κολυμπάω στα γαλάζια κύματα του Δούναβη. Που στην πραγματικότητα είναι πράσινα δηλαδή και σιγά μη βγάζει κύμα το ποτάμι –αλλά, λέμε τώρα. Φτάνει λοιπόν η κατάλληλη στιγμή –διοργανώνεται μια χοροεσπερίδα από την τάξη μας για όλο το σχολείο. Θα ερχόταν και η δικιά μου με τη φίλη της –δεν πιανόμασταν εγώ κι ο κολλητός μου. Μόνο που στο τέλος πιάστηκα –εγώ τουλάχιστον. Σάββατο ήταν να γίνει η χοροεσπερίδα –Πέμπτη κολλάω ερυθρά. Ολόκληρο γαϊδούρι, αυτή την αρρώστια δεν την είχα περάσει και βρήκα ώρα να την πάθω! Πάει μόνος του ο κολλητός στη χοροεσπερίδα –έρχεται μόνη της και η δικιά μου, γιατί την άλλη δεν την άφησαν οι γονείς της –τα φτιάχνουν μεταξύ τους. Όταν έγινα καλά ήταν αργά –πάει η κοπέλα, πάνε και τα όνειρα που έκανα για αβυσσαλέους έρωτες.
Χρόνια αργότερα, όταν ήταν να πάρω το πτυχίο στην Πάντειο –τυχαίνει να γνωρίσω έναν καθηγητή, με συμπαθεί και μου προτείνει να κάνω μαζί του διδακτορικό. Σκίζομαι άλλα τέσσερα χρόνια –κάνω παρουσιάσεις, δημοσιεύω κάτι λίγα σε επιστημονικές φυλλάδες, το μέλλον μου λαμπρό. Βγάζω κι ένα οχτάρι ξεγυρισμένο στον τελικό βαθμό –εντάξει, δεν ήμουν ο Βέλτσος, αλλά κάτι άξιζα κι εγώ. Προκηρύσσεται μια θέση στη σχολή, μιλάω στον καθηγητή μου –«κάνε αίτηση, θα πω κι εγώ να πάρουν εσένα». Τρεις βδομάδες μου πήρε να κανονίσω τη χαρτούρα –πάνω που περίμενα τη συνεδρίαση για την επιλογή, πέφτει η κυβέρνηση του Μητσοτάκη και προκηρύσσονται εκλογές. Παγώνουν όλες οι διαδικασίες, βγαίνει ο Παπανδρέου, αλλάζει το Πρυτανικό Συμβούλιο και παίρνουν ένα μαλάκα για τη θέση, που δεν άξιζε μία. Άξιζε δηλαδή, περίπου όσο κι εγώ, απλά έτυχε να έχει άκρες στους καινούργιους, ενώ εγώ είχα μείνει με τους παλιούς. Πάει η θέση, πήγαν στράφι και τα χαρτόσημα που μου είχαν στοιχήσει ένα κάρο λεφτά.
Βαρέθηκες; Δύο έχω να σου πω ακόμα και τελειώνω. Όχι δηλαδή, για να μη νομίζεις ότι μιλάω χωρίς στοιχεία. Άκου τι έγινε με την Κάτια, την κοπελίτσα που δούλευε στο βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κορίτσι η Κάτια! Να τη βλέπεις και να ζαλίζεσαι, να την ακούς και να ταξιδεύεις. Εντάξει, έλεγε και μπόλικες κοτσάνες –το σημαντικό δεν ήταν «τι έλεγε», αλλά «πως το έλεγε»! Άλλο πράγμα! Μόνο που δεν μπορούσα να της μιλήσω –πάθαινα γλωσσοδέτη κάθε φορά που με κοίταζε. Τρεμούλα, κρύος ιδρώτας, συχνοουρία –άστα να πάνε. Με τα πολλά, καταφέρνω να αλλάξω δυο κουβέντες μαζί της, παραδέχεται ότι δεν έχει φίλο, είμαι έτοιμος να της ζητήσω να βγούμε οι δυο μας. Και με πιάνει κατούρημα! Δεν βαριέσαι, σκέφτομαι –όταν σχολάσουμε, της προτείνω να πιούμε έναν καφέ και «ότι ήθελε προκύψει». Μετράω ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα –τίποτα δεν έχει απομείνει για να κατεβάσουμε ρολά –μόνο που εκείνη τη μέρα δεν σχολάσαμε ποτέ. Πλάκωσαν τα κωλόπαιδα που είχε πληρώσει ο Κατσούλας κι έκαναν το μαγαζί θερινό. Πάει ο καφές, πάει και η προετοιμασία προσέγγισης της Κάτιας.
Κι αυτό το τελευταίο τι σου λέει; Που το έμαθε ο Πέτρος για τη θέση στο Πανεπιστήμιο; Πέσανε τα μούτρα μου, τον φοβήθηκα και λίγο. Εντάξει, όχι λίγο –πολύ. Ο Πέτρος είναι μια χαρά παιδί, με στήριξε όταν είχα δυσκολίες. Εντάξει, εντάξει, δίκιο έχεις –κι εγώ τον κορόιδεψα. Τον δούλεψα και έπαιξα διπλό παιχνίδι στην πλάτη του. Αλλά, αφού ο … τέλος πάντων, δεν έβγαινε τίποτα από τον εκδοτικό του οίκο, σε λίγο θα φουντάραμε. Τι να κάνω; Πως θα ζούσα εγώ; Και στο κάτω –κάτω, που ξέρω τι είχε κάνει ο κερατάς που μου πήρε την προηγούμενη θέση στην Πάντειο; Ποιος ξέρει πόσες κατουρημένες ποδιές φίλησε; Πόσους συκοφάντησε για ν΄ανέβει και πόσους έθαψε για να σταθεί ψηλά; Εγώ δηλαδή τι; Ενημέρωνα τον άλλο για τις κινήσεις του Πέτρου –γιατί φοβόταν. Δεν ήταν και λίγο αυτό που του έκαναν! Τον έγδυσαν μπροστά σε όλη τη σχολή και κατατρόμαξε ο άνθρωπος –πήγε κι έπεσε πάνω στο φορτηγό! Καφρίλεμα –τι είχε κάνει δηλαδή ο Κατσούλας για να του φερθούν έτσι; Χίλιες φορές τον ρώτησα τον Πέτρο –ποτέ δεν μου είπε. Έπαιρνε μόνο εκείνο το ύφος που είχε και την τελευταία φορά –επικίνδυνος άνθρωπος γινόταν τότε! Σε κοίταζε και νόμιζες πως ψάχνει που να βάλει τα δάχτυλά του για να σου βγάλει έξω τ’ άντερα. Όλες τις άλλες ώρες ήταν μια χαρά παιδί.
Τρίχες μια χαρά δηλαδή. Κάθαρμα κι αυτός –τον άλλο έβριζε, μα αυτός ήταν χειρότερος τελικά! «Μην τολμήσεις και βγάλεις τσιμουδιά γιατί θα πω στον Κατσούλα ότι εσύ μίλησες. Και μετά θα τον αφήσω να σε περιλάβει», άκου τι μου είπε! Ο παλιάνθρωπος –ούτε τη φιλία μας σεβάστηκε, ούτε τίποτα!
Και τον Κατσούλα, όσο να πεις, τον τρέμω. Ότι κατακάθι κυκλοφορεί το έχει μαζέψει κοντά του –απατεώνες και φονιάδες από δυο χιλιόμετρα φαίνονται οι δικοί του. Αλλά αυτοί δεν είναι οι χειρότεροι. Τι να πεις για τις άκρες του; Αστυνομία, δικηγόροι, εταιρείες!
Πάει λοιπόν και η έδρα στο Πανεπιστήμιο, πάει η Κάτια, πάνε όλα. Δεν υπάρχει πλέον, ούτε η δουλειά στην εκδοτική –τώρα να σε δω τι θα κάνεις φίλε μου. Σε μένα το λέω, μην ανησυχείς. Σε μένα και στην αόρατη δύναμη που γκαντεμιάζει συνέχεια τη ζωή μου. Ποιος είσαι ρε; Γιατί με κυνηγάς; Τι θέλεις κι ασχολείσαι μαζί μου; Από μικρό παιδί με έχεις τσακίσει, δε βαρέθηκες; Κάποιοι λένε πως δεν γίνεται να πέφτεις συνέχεια –θα έρθει και η φορά που θα σηκωθείς. Σαχλαμάρες –εγώ σηκώνομαι μονάχα για να ξαναπέσω. Άσε με κάτω ρε άθλιε! Άσε με στο χώμα –τι με σηκώνεις δηλαδή; Για να με ξαναρίξεις; Άντε παράτα μας ρε!


3. Μπροστά στην οθόνη σου

Τα έχω δει όλα και μάλιστα σινεμασκόπ. Τα έχω ξαναδεί σε δεύτερη προβολή –πίσω κάθισμα, με ένα μαλάκα να παλεύει με το κουμπί του σουτιέν μου. Γι΄αυτό βαρέθηκα τους κινηματογράφους. Πατικωμένη ανάμεσα σε ιδρωμένες μασχάλες, να κοιτάζω-ενώ η ζωή κάποιων άλλων περνάει από την οθόνη. Οικογένειες που φτιάχνονται και μετά διαλύονται, μέρες που ξεκινάνε τακτοποιημένα και τελειώνουν στα σκουπίδια, λάθος κουβέντες, λάθος στιγμές –πηδήματα για να τη βγάλεις καθαρή. Κάτσε, κάτσε μισό λεπτό –δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν σε μένα όλα αυτά. Εντάξει, είναι άσχημα, επώδυνα και κάργα καταθλιπτικά. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν σε μένα όλα αυτά γιατί τίποτα δε νιώθω. Από τίποτα. Μασάω το φαγητό μου αλλά δεν νιώθω τη γεύση του στη γλώσσα, διαλύεται η ζωή μου κι εγώ σκέφτομαι απλήρωτους λογαριασμούς, καίω τα χέρια μου, χαρακώνω τα μπράτσα μου και δεν τρέχει αίμα –πηδιέμαι. Γενικώς και ειδικώς.
Η δικιά μου ζωή δεν ήρθε με οδηγίες χρήσεως –μόνη μου πήγα να τη συναρμολογήσω –τα σκάτωσα και την ξανάφτιαξα από την αρχή. Πάλι και πάλι, δεν τρέχει τίποτα. Εγώ ήμουν εκεί πάντως –δεν κρύφτηκα στις σκατοδικαιολογίες σας, δεν ζήτησα δεύτερη ευκαιρία –πως θα μπορούσα άλλωστε; Ούτε καν πρώτη δεν μου έδωσαν!
Γνώρισα τον Γιώργο στη Δευτέρα Λυκείου –γαμώ τους γκόμενους ήταν, με τη μηχανάρα του, με τζιν αγορασμένα από την Αμερικάνικη Αγορά –τυπάς! Αλλά ήταν εξωσχολικός, ερχόταν στα διαλείμματα και άραζε πίσω από το κτίριο, εκεί που το λέγαμε «Καπνιστήριο» -όταν μπαίναμε στις τάξεις έριχνε, μόνος του, σουτάκια στη μπασκέτα. Δεν είχα μυαλό για μάθημα –έτσι κι αλλιώς δηλαδή, αλλά με το Γιώργο εκεί έξω … Ταπ, ταπ, ταπ, άκουγα τη μπάλα να χτυπάει στο τσιμέντο και έψαχνα δικαιολογία να βγω από την τάξη. «Συχνοουρία έχεις Μελίνα;» στράβωνε ο Φυσικός –ένας κουράδας που το έπαιζε γκόμενος. Ευτυχώς η ποδιά μου είχε αραιά ραμμένα τα κουμπιά –χάζευε ότι φαινόταν από μπούτι ο μαλάκας και ηρεμούσε. Γελοίος άντρας, σε μια σειρά από γελοίους άντρες –η μόνη διαφορά που είχαν ήταν το πόσο γρήγορα ξέπεφταν στα μάτια μου. Ο Φυσικός ήταν του δεκαλέπτου –ο Γιώργος χρειάστηκε ένα ολόκληρο εξάμηνο. Έπεσε βλέπεις στη μέση και η Ράνια –τι παλιοπουτάνα! Κολλημένη δίπλα μου από την Τρίτη Γυμνασίου, ψευτοκουλτουριάρα –έγραφε, λέει, ποιήματα! Τρίχες κατσαρές κι αχτένιστες σαν αυτές που κουβάλαγε στην κεφάλα της. Μαύροι ήλιοι και θάνατοι και απελπισίες –μοναξιές, λέω εγώ. Η κοπέλα είχε λαλήσει –οι περισσότεροι γκόμενοι την παρατούσαν στην βδομάδα πάνω, μέχρι που αποφάσισε να πηδηχτεί. Οπότε, την παρατούσαν στις δυο βδομάδες και μετά πλακωνόταν να γράφει για μαύρους ήλιους.
Εγώ δεν είχα άλλες παρέες γιατί ο πατέρας μου δούλευε στη λαϊκή αγορά –κάθε Τρίτη τον βλέπανε όλοι να γκαρίζει, «μαύρη την έχω, μακριά την έχω 10 φράγκα η μελιτζάνα». Καλός μαλάκας κι ο πατέρας μου! Λεφτά δεν έφερνε ποτέ στο σπίτι –μόνο πλακωνόταν στο ξύλο με τη μάνα μου κι εμείς κοιτάζαμε. Εγώ και η μικρή –έξη χρόνια μικρότερη ήταν η Αθηνούλα -έπρεπε να την νοιάζομαι. Γιατί άμα περίμενα από τους γονείς μας … Χέσε ψηλά κι αγνάντευε!
Η Ράνια με έκανε παρέα επειδή περνούσε τότε η μπογιά μου. Με είχε ανάγκη βλέπεις, για να μας πλησιάζουν τα αγόρια –έρχονταν όλο μούρη και φεύγανε αγκαζέ με τη Ράνια. Δεν τους γούσταρα τους περισσότερους. Κωλόπαιδα που με περνούσαν για εύκολη, τι λέτε ρε σκατά; Επειδή μιλάμε και γελάμε, επειδή σας αφήνω να με αγκαλιάζετε, νομίζετε πως θα με πηδήξετε κιόλας; Και χαλαρά έτσι; Η Μελίνα είναι εύκολη κι αυτοί οι σουπεργκόμενοι. –ξου ρε! Καλά έκανε η Ράνια στην τελική –τους έπρηζε τ΄αρχίδια με ποίηση και φεγγαρόφωτα, τους ζάλιζε με την κυκλοθυμική της διάθεση κι όταν δεν άντεχαν άλλο –τους άφηνε να την πηδήξουν. Μετά έφευγαν –εντάξει, αλλά και τι έγινε;
Εμένα πάντως δεν με είχαν –και ας έλεγαν οι άλλες οι καργιόλες της τάξης. «Πφφ, με την κόρη του λαϊκατζή τραβιέσαι; Αυτή καλέ βρωμάει σέλινο!» Έφευγαν άπρακτοι οι φιγουρατζήδες και τους άρπαζαν μετά οι σουσουράδες. Κι αυτοί που έλεγαν -«Μελίνα σε πάω γιατί είσαι ζόρικη τύπισσα», κατέληγαν μετά να με στραβοκοιτάνε, αγκαλιά με τις μαλακισμένες τους. «Ναι αγάπη μου –με τη Μελίνα δεν θα πήγαινα, που να είχα 10 χρόνια να γαμήσω. Δεν με φτιάχνει ρε παιδάκι μου, είναι πολύ κάπως». Και είχαν να γαμήσουν πάνω από 10 χρόνια και σαλιάριζαν τις χαζογμόμενες για κανένα μπαλαμούτι, αφού είχαν φάει φτύσιμο από μένα –αλλά πουλάγανε μούρη τα μαλακισμένα! Κατάλαβες;Δυο μόνο φαίνονταν διαφορετικοί κι από αυτούς –ο ένας μόνο, αποδείχτηκε πως ήταν. Τελικά.
Δεν τον είχα προσέξει πριν –στην κατάληψη ξεχώρισε από τον σωρό. Εγώ βέβαια τραβιόμουν ήδη με τον Γιώργο τότε –είχε κάνει την προσπάθειά της η Ράνια, τον πλεύρισε, του διάβασε κάτι ποιήματα –«άντε μωρή μπαλώτσα!», έβαλε τα γέλια ο Γιώργος και τα κλάματα η Ράνια. Πήγα να τους τα συμβιβάσω –σαχλαμάρες, τον γούσταρα και βρήκα ευκαιρία να χωθώ. Ήταν πολύ καλά να έχεις δίπλα σου έναν άντρα. Όχι τα σκατόπαιδα του σχολείου –άντρα, κανονικό. Ερχόταν να με πάρει με τη μηχανή κι έτριζαν τα τζάμια. Ανέβαινα και οι τσουλίτσες στραβολαίμιαζαν. «Η κόρη του λαϊκατζή» ε; Μαζέψτε τα σάλια σας τώρα καρακάξες!
Για τον άλλο, όμως, ξεκίνησα να σου λέω –ήταν στην τάξη μου, τον ήξερα αλλά δεν του είχα δώσει σημασία. Πολύ παιδί μου έκανε –ανώριμος, όλο με σαχλαμάρες ασχολιόταν. Παίζαμε μαζί βόλεϊ μια φορά, στη γυμναστική –εγώ ήμουνα καλή, με είχαν στη σχολική ομάδα. Κι αυτός καλός ήταν από όσο είχα δει, αλλά τη μέρα που βρεθήκαμε συμπαίκτες έκανε όλο μαλακίες. Εκτός θέσης, συνέχεια λάθος πάσες –του είχα βάλει τις φωνές -«ξύπνα ρε παιδάκι μου, ή σήκω φύγε». Μετά τον ξέχασα κι ασχολήθηκα με το παιχνίδι. Όταν γύρισα να τον ξαναδώ, είχε εξαφανιστεί. Ένας άλλος έπαιζε στη θέση του –δεν ασχολήθηκα περισσότερο. Τον πετύχαινα στο καπνιστήριο να καίει εφημερίδες, για να δημιουργήσει προπέτασμα καπνού –να κρύβονται αυτοί που καπνίζουν! Ε, μα τώρα, δεν είναι παιδιάστικες μαλακίες όλα αυτά; Στις μαθητικές εκλογές δεν τον ψήφισα.
Ύστερα έγινε εκείνη η κατάληψη –τον έβλεπα να τρέχει από τάξη σε τάξη, άκουγα παιδιά να τον χειροκροτούν κι άλλους, περισσότερους, να τον βρίζουν. Εκείνος πέταγε, αλήθεια σου λέω. Πέρναγε ανάμεσα στα παιδιά όταν άρχισαν τα δύσκολα, όταν πλάκωσε η μπατσαρία, παρέα με το Συμβούλιο Γονέων. «Υπάρχουν ταραξίες ανάμεσά σας», έλεγαν οι μπάτσοι. «Να πάτε σπίτια σας αμέσως! Να αφήσετε ήσυχα τα παιδιά που θέλουν να παρακολουθήσουν το μάθημα –δεν θα χάσουν τη χρονιά τους για τις βλακείες σας», έλεγαν οι γονείς. Κι αυτός κρεμασμένος στα κάγκελα –έδειχνε πιο ψηλός απ΄ότι ήταν, πιο όμορφος. «Έχουμε κατάληψη εδώ κι αν προσπαθήσετε να τη σπάσετε θα βάλουμε φωτιά στο κτίριο», φώναζε. Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν τρομάξει. Εμένα, ήρθε να με πάρει ο Γιώργος από την πίσω πόρτα –«άσε με» του λέω, «θα μείνω στην κατάληψη». Κατέβηκε από τη μηχανή και τράνταξε την καγκελόπορτα –«άστα αυτά μωρή –σου γυάλισε κανένα κωλόπαιδο και θες να του κάτσεις; έλα έξω μην έρθω εγώ μέσα». Πρώτη φορά τον άκουγα έτσι –τρόμαξα. Έβαλα τα πόδια στις πλάτες και χώθηκα στην τάξη μου, αλλά σε μισή ώρα ξαναγύρισε με τους φίλους του. Κάτι τσογλάνια του κερατά –πήδηξαν τα κάγκελα και μπήκαν.
«Κατέβα κάτω Μελίνα κι έλα να φύγουμε! Άντε μην ανέβω εγώ πάνω!» φώναζε ο Γιώργος. Έτρεμα. Αλλά εκείνος όχι. Έτυχε να είναι στην τάξη εκείνη την ώρα –«μείνε», μου λέει, «θα κανονίσω εγώ μαζί τους». Τον έβλεπα να κατεβαίνει τη σκάλα και τότε αποφάσισα πως δεν ήταν άντρας αυτό που χρειαζόμουν. Άνθρωπος –αυτό έψαχνα, άνθρωπο με ψυχή, όχι γουρούνι στεγανοποιημένο. Βγήκε μπροστά στο Γιώργο, μόνος του –οι υπόλοιποι μαθητές φοβήθηκαν τους εξωσχολικούς. Κάτι είπαν, ο Γιώργος τον έσπρωξε, αλλά αυτός πήγε ακόμα πιο κοντά του. Ο Γιώργος τον ξαναέσπρωξε –απότομα. Κι αυτός τον πλησίασε τόσο κοντά που τα πρόσωπά τους ακούμπησαν. Δεν άκουσα τι του έλεγε, αλλά ο Γιώργος έκανε μεταβολή κι έφυγε, αργά. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν –έμεινε μόνο αυτός στη μέση της αυλής να τους κοιτάζει. Κι εγώ να κοιτάζω αυτόν από το παράθυρο –ήταν μάλλον ο πιο όμορφος άνθρωπος που είχα δει στη ζωή μου. Πως δεν το είχα προσέξει πριν;
Με απέφευγε τις υπόλοιπες μέρες της κατάληψης. Εγώ τον κυνηγούσα αλλά αυτός κρυβόταν. Τον έψαχνα χωρίς να σκέφτομαι, ήθελα απλά να είμαι κοντά του, να μου μιλήσει … κάτι τέλος πάντων. Κι αυτός πετούσε από τάξη σε τάξη, από τα εργαστήρια στην αυλή και τα γραφεία των καθηγητών. Παντού αλλού εκτός από εκεί που ήμουν εγώ. Ο μαλάκας!
Όταν έληξε η κατάληψη με πλάκωσε στο ξύλο ο Γιώργος. Έτρεμα και έκλαιγα, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Γιατί εκείνες τις μέρες έχασα τα αισθήματά μου –πεθαμένη κυκλοφορούσα πλέον, τίποτα δεν με έκανε χαρούμενη, λυπημένη –δεν ένιωθα καν πόνο. Έβλεπα τη ζωή μου στο σινεμά κι εγώ καθόμουν πίσω θέση, χωρίς ποπ κορν, αλλά με ένα μαλάκα να με στριμώχνει. Κι έτσι τέλειωσε ο Γιώργος, βαρέθηκε να γαμάει ένα πτώμα –αλλά εγώ δεν τέλειωσα. Εγώ μόλις είχα αρχίσει –βλέπεις, ανακάλυψα ότι η αναισθησία είναι επικερδής. Και τα κορόιδα λαχανιάζανε πάνω μου, αδιαφορούσα –σου έχει τύχει να βλέπεις βαρετή ταινία; Τι κάνεις; Σηκώνεσαι να φύγεις; Σπάνια. «Αφού ήρθαμε, κάτσε να δούμε το τέλος», έτσι δε λες;
Ποιο είναι το τέλος; Που είναι το τέλος; Πως θα είμαστε στο τέλος; Δεν υπάρχει αντικείμενο στις ερωτήσεις αυτές –κατάλαβες; Γιατί δεν ξέρεις και δεν πρόκειται να μάθεις μέχρι να είναι πραγματικά αργά. Άστο λοιπόν –κάτσε και περίμενε, δεν μένει άλλο να κάνεις.
Ύστερα ξανασυναντήθηκαν οι δρόμοι μας. Το σχεδίασε καλά ο Κατσούλας –άλλο παλιοτόμαρο κι αυτός! Με πέταξε δίπλα του για να τον ελέγχει –τι σημασία είχε; Αν ζούσα δεν θα το έκανα, αλλά τώρα … Αν ήμουνα άνθρωπος θα φερόμουν ανάλογα –όμως κι αυτό είχε χαθεί στο ημίφως. Γιατί να μην το κάνω δηλαδή; Για ποιο λόγο; Επειδή τον είχα ερωτευτεί πιτσιρίκα; Λάθος τα λες! Επειδή μια κάποια πιτσιρίκα τον είχε ερωτευτεί –αυτό είναι το σωστό. Και που ήταν αυτή τώρα; Κουλουριασμένη δίπλα σε ένα μονό κρεβάτι, με τα πλευρά να πονάνε από το ξύλο –να περιμένει κάποιο γουρούνι με παντελόνια. Εκεί είχε μείνει. Η άλλη –αυτή που βρισκόταν δίπλα του ήταν … είπαμε τι ήταν, μην το επαναλάβω.
Γιατί η πιτσιρίκα ήρθε κάποια στιγμή, όταν εκείνος πέθαινε. Κι εκείνος δεν την είδε γιατί πέθανε. Η πιτσιρίκα τσίριξε και γύρισαν τα μάτια της προς τα μέσα –αλλά εκείνος δεν την έβλεπε. Είχε ήδη φύγει και η πιτσιρίκα το έβαλε πάλι στα πόδια –μήπως τον προλάβει. Έτρεχε, έκλαιγε, ούρλιαζε, φώναζε τ΄όνομα του –κανένας δεν την άκουγε. Αλλά δεν τον πρόλαβε τελικά. Για ακόμα μια φορά εκείνος πετούσε κι αυτή τον έχασε. Έτσι πήγαινε αυτή η ιστορία –μπορεί κάποιος να κοιτάξει το μηχάνημα, γιατί μου φαίνεται πως κόλλησε η ταινία; Παρακαλώ!

4. Για πάντα κορόιδο
Με είχε ναρκώσει όπως το φίδι το ποντίκι. Τόσο καιρό, πάνω από χρόνος –με κράταγε στο χέρι της η άτιμη! Και με έπαιζε. Ότι θέλει αυτή, να μην της λείψει τίποτα, να μη στεναχωριέται. Και η Ίλδα ήταν όλο ανασφάλειες, νεύρα, κατάθλιψη. Άλλη γνώρισα στην αρχή, αλλιώς μου βγήκε στη συνέχεια. Κι εγώ στο βρακί της. «Δεν είμαι καλά Χρήστο, έχω άγχη Χρήστο, δεν είναι ζωή αυτή που κάνουμε –χρειαζόμαστε περισσότερα λεφτά Χρήστο». Κούναγε τους σπάγκους με τα δαχτυλάκια της κι ο φασουλής χόρευε. Εγώ ο φασουλής, εγώ ο ξεφτιλισμένος!
Τη γνώρισα στο Αιγίνιο σε κάτι αγώνες –μαλακίες αγώνες, τελευταίος βγήκα –άμα δεν έχεις σπόνσορες δεν έχεις μηχανή. Κι άμα δεν έχεις μηχανή, αλλάζουν οι κολλητοί σου τα λάστιχα στα πιτς –αποβλακωμένοι από το λιοπύρι και τις μπύρες –μπαίνεις μετά στην πίστα και προσεύχεσαι μη βρεθεί λάσκα κανένας άξονας. Εκεί τη γνώρισα τέλος πάντων, ιδρωμένος, αξύριστος κι αυτή ήρθε να μου μιλήσει. Γκομενάρα! «Ρε κοπελιά», της λέω «ο Γιάννης ο Μπούστας είναι στον αποκάτω διάδρομο» -«όχι», μου λέει, «τη δική σου μηχανή γουστάρω». Τι γούσταρε δηλαδή; Καραγκιόζης ήταν το Καβασάκι μου –τίγκα στις μαϊμουδιές και στις πατέντες –«τρελή είσαι;» της λέω. Είχε κουνήσει το κεφάλι –τρελή ήταν.
Στην Αθήνα με ξαναβρήκε, πέρασε από το περιοδικό και οι υπόλοιποι αλληθώρισαν –«τον Χρήστος», είχε εκείνη την ξενική προφορά –Ισπανίδα, από τη Βαλένσια. Που πέφτει η Βαλένσια; Κάτι πορτοκάλια ήξερα ότι τα λέγανε έτσι, στις λαϊκές –τέλος πάντων. Έδειχνε να με γουστάρει. Από την αρχή δηλαδή, αλλά δεν ξανοιγόταν. Κι εγώ το έπαιζα κουλ, αλλά από μέσα μου είχα χεστεί. Τι ήθελε αυτή η γκομενάρα από μένα; Τι μου βρήκε; Στις δυο βδομάδες πάνω –έπαψα ν’ αναρωτιέμαι. Αφού της αρέσω, γιατί να το ψάχνω;
Στην αρχή ήταν όνειρο. Έχεις σκεφτεί ποτέ πως θα έμοιαζε η τέλεια γυναίκα; Το έχεις σκεφτεί –δεν μπορεί. Από μικρό παιδί την ψάχνεις, είναι η όμορφη της τάξης που ποτέ δεν γύρισε να σε κοιτάξει, είναι η άλλη που παίζει στις ταινίες, η γκόμενα που κυκλοφορεί ο σωστός της παρέας –γιατί αυτός είναι ο σωστός της παρέας κι εσύ, απλός μαλάκας που ονειρεύεσαι. Όλα αυτά μαζί βάλε και δυο κιλά ευρωπαϊκού αέρα –αυτό ήταν η Ίλδα.
Δεν πίστευα στην τύχη μου –σε κάποια φάση τη ζαχάρωνε ο Μανώλης, ξέρεις για ποιον λέω –αυτόν που έχει αντιπροσωπεία στην Καλλιθέα. Ναι, μωρέ, αυτός που το παίζει γκόμενος και κυκλοφορεί με κάτι θηρία μηχανές –καλογυαλισμένες, διαφορετικές κάθε μήνα και στο τέλος τις πουλάει για καινούργιες στους πελάτες. Αυτός λοιπόν ο απατεώνας τη ζαχάρωνε, αλλά η Ίλδα μου το είπε αμέσως όταν πήρε γραμμή τη φάση. Του έκανε κι ένα χουνέρι ζόρικο –γιατί ο Μανώλης είχε κλείσει ένα τραπέζι σε γκράντε σκυλάδικο και την είχε καλέσει. Ε, με πήρε που λες η Ίλδα και πήγαμε –κέρωσε ο Μανωλάκης, σα ζαντολάστιχο μασίφ έγινε. Κάναμε κάτι πλάκες εκείνη τη μέρα, φάγαμε, ήπιαμε ένα σκασμό κι ο μαλάκας πλήρωνε! Γιατί πάντα ο μαλάκας πληρώνει –γράφτο αυτό που σου λέω.
Πότε έγινα εγώ ο μαλάκας; Πότε άλλαξαν τα πράγματα; Μήπως ποτέ δεν άλλαξαν –μήπως από την αρχή ήταν έτσι κι εγώ δεν το έβλεπα; Η σωστή ερώτηση είναι, λοιπόν –πότε κατάλαβα ότι εγώ είμαι ο μαλάκας. Και απαντάω –μόλις πριν λίγες μέρες. Μιλάμε δηλαδή για μαλάκα με πατέντα και πιστοποίηση ISO!
Τόσον καιρό δεν είχα πάρει πρέφα, δεν άδειαζα, δεν τα είχα συνδέσει, δεν με άφηνε αυτή –τρίχες ρε φίλε, δεν ήθελα να καταλάβω. Ενδιαφερόταν λέει για τη δουλειά μου, ήθελε να της λέω τα πάντα γιατί με αγαπούσε και δεν μπορούσε να σκέφτεται πως υπάρχω έξω από αυτή. Άκου φούμαρα που μπορεί να ρουφήξει ένας άντρας!
Μετά άρχισε τη γκρίνια και την ανασφάλεια –ότι και να γινόταν, έβγαιναν στη μέση τα φράγκα. Να αλλάξουμε έπιπλα στο σπίτι και να πάμε ταξίδι στου διαόλου τον κώλο, να αγοράσουμε ότι σκατογκάτζετ μοστράρανε στις βιτρίνες τους οι ηλεκτρονικάδες. Τότε μου την έπεσαν από δίπλα οι περίεργοι. Στο φιλικό και στο κέρασμα στην αρχή, στο εξυπηρετικό αργότερα. Μέχρι που σκάσανε το παραμύθι –«μας λες κάποια ψιλοπράγματα για τον Άρη και σου σκάμε φράγκα μπόλικα». Κανονικά, θα έπρεπε να μου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Θα έπρεπε να τους βουτήξω από τα πέτα και να τους σκίσω σα χασέδες. Κανονικά. Ο Άρης ήταν τα πάντα για μένα –με πήρε από το τίποτα και με έφτιαξε άνθρωπο. Ακόμα και το πουκάμισο που φοράω τώρα, σ΄αυτόν το χρωστάω. Να μου πουν εμένα τέτοια πράγματα; Εγώ καρφί στον Άρη; Έπρεπε να τους πλάκωνα στη δεύτερη κουβέντα –αλλά καθόμουν και το σκεφτόμουν. Χρειαζόμουν λεφτά κι όταν σε ψήνει η ανάγκη, κοιμάται η ηθική σου. Γιατί, εγώ στο λέω –ο έρωτας κάνει τον άνθρωπο άλογο. Του περνάει χαλινάρια, του στρετσάρει μια σέλα στην πλάτη κι έχεις την κυρία να σπιρουνιάζει από πάνω σου. Μπορεί αυτό να το έχουν πει άλλοι, μπορεί και να το έχω διαβάσει –αλλά δεν είναι μπούρδα σαν τα υπόλοιπα που γράφουν τα βιβλία –το έχω ζήσει, σου λέω.
Πήγα και της το είπα –έφριξε. «Τι είναι αυτά; Θα καρφώνεις το αφεντικό σου; Κι αν είναι παράνομο; Αλλά και παράνομο να μην είναι –δε μου φαίνεται σωστό. Να ήταν για κάποιον άλλο, θα το δεχόμουν –αλλά όχι για τον Άρη! Αφού ξέρεις πόσο τον συμπαθώ τον Άρη!» Δεν το ήξερα, πρώτη φορά το άκουγα! Συμπαθεί τον Άρη; Πως δηλαδή; Από πού κι ως που; Τι δουλειά έχει αυτή με τον Άρη; Κάτι με δάγκωσε στο στήθος, φίδιασα! Βρε λες; Το άλλο πρωί είπα ΟΚ και άρχισα να χαφιεδίζω τον σημαντικότερο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στη ζωή μου.
Και το κουβάρι ξετυλιγόταν, η Ίλδα γκρίνιαζε ακόμα, για άλλα θέματα και για τα ίδια θέματα, εγώ τραβούσα συνέχεια λεφτά -τελειωμό δεν είχε η ξεφτίλα. Πέφτανε τα μούτρα μου όταν τον έβλεπα, αλλά μετά γύριζα σπίτι και δεν είχα χρόνο να ντραπώ. Μου ρούφαγε όλη την προσοχή η Ίλδα και με άφηνε –σακί πατάτες –στο κρεβάτι ν΄αναρωτιέμαι. Τι κάνει όταν λείπω, τι πρέπει να κάνω για το χαμόγελό της –σπάνιο είχε καταντήσει, πολύτιμο σαν την ξεκούραση –και τελικά, τι νταραβέρια είχε με τον Άρη; Απλά τον γούσταρε ή κάτι περισσότερο; Τη ρώτησα πολλές φορές, χαμογελούσε μυστήρια και με διαόλιζε.
Νόμιζα ότι δεν ήξερε τι έκανα, νόμιζα πως δεν είχε καταλάβει. Αλλά ήξερε. Μου το είπε τώρα, πριν κάτι μέρες –«ξέρω τι κάνεις, ξέρω από πού βγάζεις χρήματα και ξέρω πως είναι αργά να κάνεις πίσω». Έτσι μου είπε, κώλωσα, έτρεμα! Άργησα να πάρω χαμπάρι ότι μου έδινε πλέον, αυτή, τις οδηγίες. Από πού κι ως που; Μετά κατάλαβα!
Στημένο ήταν από την αρχή και η Ίλδα στο κόλπο. Μιλημένη, αλλά από πότε; Μου πούλαγε έρωτα ή με αγάπαγε στ΄αλήθεια; Ποια είναι η Ίλδα τελικά; Ανάθεμα κι αν ξέρω –να σπάσει πάει το κεφάλι μου!
Καταλαβαίνω μόνο ότι με έπαιξε, με κουμάνταρε η άτιμη! Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν τρέχει τίποτα. Κι αν ερχόταν στην αρχή να μου πει στα ίσα, «σου κάθομαι αρκεί να καρφώνεις τον Άρη», μπορεί και να το έκανα. Γιατί η Ίλδα ήταν ότι είχα θελήσει στη ζωή μου κι ακόμα περισσότερα. Είχα θελήσει μηχανές και κόντρες στα κόκκινα. Είχα θελήσει σταθερή δουλειά και ασφάλεια. Είχα θελήσει πολλά και ήταν όλα δεύτερα. Γιατί όταν γνώρισα την Ίλδα κατάλαβα πως τίποτα δεν θέλησα πραγματικά στη ζωή μου, τίποτα δεν πόθησα που γράφει και στον «Καζαμία». Αυτή μόνο και μόνο αυτή.
Δε με νοιάζει λοιπόν που ξεφτιλίστηκα, δε με νοιάζει που κατάντησα ένα μάτσο σκατά με παντελόνι φαρδύ, δε με νοιάζει αν ήξερε, δε με νοιάζει για τι ήρθε. Μόνο να μείνει θέλω κι ότι γίνει. Γιατί μόνος μου δεν θα ζω και γιατί τίποτα άλλο δεν έχω πια. Μόνο αυτή με νοιάζει.

1. Πληγωμένο ζώο
Θέλεις να φύγεις, δεν θέλεις να φύγεις, πρέπει να φύγεις. Για κάπου αλλού, μακριά από τρελαμένους κακομοίρηδες που σκοπεύουν να ανατιναχτούν μπροστά στα μούτρα σου. Αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι, το γνωρίζεις καλά. Όποιος παίζει, έχει πάντα κάτι να χάσει γι΄αυτό είναι λογικός. Προβλέψιμος. Όταν όμως δεν έχεις τίποτα –γίνεσαι θηρίο, τυφλωμένο από το δικό σου αίμα. Επίφοβος. Γι’ αυτό πρέπει να φύγεις, γιατί αυτοί θα το πάνε μέχρι τέλους. Μέχρι να σε τραβήξουν μαζί τους στην καταστροφή –μην τους αφήσεις. Γιατί εσύ έχεις πολλά ακόμα να χάσεις –χρήματα και εξασφάλιση, ένα ψεύτικο όνομα που έφτιαξες μόνος σου, κομμάτι-κομμάτι. Και μια κρυφή ταυτότητα που θέλεις να παραμείνει έτσι –μην τους αφήσεις να σε βάλουν κάτω!
Κι αυτοί; Έχουν ακόμα γυναίκες και παιδιά –ανθρώπους που αγαπάνε και τους νοιάζονται. Άρα είναι ακόμα ευάλωτοι. Αλλά όχι για πολύ. Πρέπει να φύγεις γιατί σε λίγο δεν θα έχουν τίποτα, χαμένα κορμιά θα τριγυρίζουν ανάμεσα σε αυτά που ήταν κάποτε η ζωή τους και τότε θα έχουν γίνει σκέτες οδύνες του μυαλού. Όσο εσύ θα μαζεύεις τις βαλίτσες σου, αυτοί θα μετράνε πόνο, όταν εσύ θα περιμένεις το αεροπλάνο, αυτοί θα σκάβουν στα συντρίμμια. Γιατί; Επειδή είναι ηλίθιοι! Σαν όλα τα ανθρωπάκια που κυκλοφορούν με μάτια τσιμπλιασμένα από τις ελπίδες. Στραβοί είναι κι αυτό θα εκμεταλλευτείς –όπως πάντα. Γιατί βαριέσαι να διαβάσεις στα μακρινά αεροπορικά ταξίδια -προτιμάς να ακουμπάς στο μαξιλάρι της business class και να αναπολείς. Σε πόνεσαν και θα πονέσουν. Σου χάλασαν τη δουλειά και θα τους πάρεις τη ζωή. Μόνοι τους θα ψάχνουν τρόπο να πεθάνουν, όταν όλα τελειώσουν –δεν θα χρειαστεί ν΄ασχοληθείς περισσότερο μαζί τους. Κι εκείνη η πουτάνα που για χάρη της ξεκίνησε ο χαμός –εκείνη θα χαθεί πρώτη. Το πυροτέχνημά σου θα γίνει, πριν αρχίσει η γιορτή που τους ετοιμάζεις. Η εναρκτήρια τελετή –το χτύπημα χαμηλά, στο στομάχι, για να τους κοπεί η φόρα.
Βηματίζεις αργά, μέσα στο τεράστιο καθιστικό σου και κανονίζεις κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες. Ανασαίνεις βαριά από την αναμονή, αλλά ξέρεις πως δεν πρέπει να βιαστείς. Τα καλά σχέδια μοιάζουν με τη νύχτα –πέφτουν πάνω στον κόσμο αργά και αναπόφευκτα. Αστείο δεν είναι; Κάθε μέρα, όλοι ξέρουν πως θα νυχτώσει αλλά το σκοτάδι τους βρίσκει, πάντα, απροετοίμαστους. Μαγειρεύουν, διαβάζουν, γράφουν, δουλεύουν, πίνουν –«ανάψτε ρε κανένα φως, δεν βλέπουμε τη μύτη μας!» Τότε τρέχουν όλοι, απορώντας –«μα πως δεν είχαμε καταλάβει ότι βράδιασε;» Γιατί ήσασταν απασχολημένοι με τις ζωούλες σας ρε!
Αυτοί με τι είναι, άραγε, απασχολημένοι; Μαζί σου –θέλει και ρώτημα; Λουφάζουν στις κρυψώνες τους, ψάχνοντας τρόπους να σε αντιμετωπίσουν, να σε τελειώσουν. Σα να τους βλέπεις είναι, χαμογελαστούς γιατί πιστεύουν ότι έχουν το πάνω χέρι. Άθελά σου, τρέμεις. Να φύγεις, να σωθείς, να τρέξεις –σύνελθε! Είσαι ακόμα δυνατός, είσαι ακόμα αυτός που γυρίζει τον τροχό. Κι αυτοί είναι ηλίθιοι που μπερδεύουν τις επιθυμίες τους με την πραγματικότητα –εκεί θα πατήσεις. Πάνω τους θα πατήσεις.
Η νύχτα περονιάζει τον κήπο σου και τα σκατόσκυλα ουρλιάζουν στο θολό φεγγάρι. Πίσω σου έχουν ήδη ανοίξει όλα τα φώτα –δεν είσαι μαλάκας εσύ, δεν είσαι σαν τους άλλους. Δίπλα σου το μπουκάλι έχει αδειάσει –δεν κατάλαβες πότε το ήπιες, δε νιώθεις μεθυσμένος. Πάνω σου σέρνεται ένα βρωμερό παρελθόν –σε λίγο θα κόψεις τα ροζιασμένα σκοινιά και το παρελθόν θα βουλιάξει σα βαρίδι στην αμνησία. Και έτσι θα γίνει γιατί έτσι πρέπει να είναι. Άσε τον κόσμο να σπαράζεται –εσύ θα περπατήσεις μακριά από όλα αυτά, με βήμα σίγουρο, σταθερό, όπως τότε που είχες και τα δυο σου πόδια.
Κάθεσαι στην πολυθρόνα δίπλα στο σβηστό τζάκι και σε παίρνει ο ύπνος χωρίς να καταλάβεις. Σου χρειαζόταν μετά την ένταση –λήθαργος χωρίς διακοπές, μακριά από σκοτούρες. Δυο δικοί σου μπαίνουν ξαφνικά, αλλά φρενάρουν απότομα όταν σε βλέπουν. Μουρμουρίζουν καθώς πισωπατάνε φεύγοντας, για το αφεντικό που «αποκοιμήθηκε, γέρασε, δεν είναι στα καλά του».
Γέρασες Σπύρο Κατσούλα κι αυτό είναι αμετάκλητο. Σαν το θάνατο ένα πράγμα.

(συνεχίζεται για λίγο ακόμα -μετά από τις απειλές του Στομάχη)

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι