Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007

Σκεπτικός κινηματογράφος

Είναι αυτό το θέμα που με απασχολεί καιρό τώρα. Έτυχε χτες να επανέλθει σε μια κουβέντα με τον numb -μόλις είχαμε δει το «American Dreamz». Ωραία ταινία, ξεβρακώνει τα reality, τύπου Pop idol στην Αμερική και παρουσιάζει μια ξεκαρδιστική καρικατούρα του Μπους (μεγάλος ο Ντένις Κουέιντ που ερμηνεύει τον ρόλο!).



Η πρώτη απορία που έρχεται στο μυαλό είναι «καλά, πως αφήνουν τέτοια πράγματα να προβάλλονται στις ΗΠΑ; Τον ξεφτιλίσανε πλήρως τον Τζωρτζ Ουάσιγκτον Μπους!» Και μετά σκέφτεσαι καλύτερα –για να δεις ότι στις ΗΠΑ έχουν προβληθεί τα τελευταία χρόνια ταινίες όπως:
-Bowling for Columbine
-Fahrenheit 9/11
-Fast food nation
-Supersize me
-Inside man
-Wag the dog


Ταινίες που κριτίκαραν την πολεμοχαρή πολιτική του Μπους, ταινίες που παρουσίασαν τον άνθρωπο σαν παράφρονα, διανοητικά καθυστερημένο και υπάλληλο σκοτεινών συμφερόντων, ταινίες που έδειξαν τις καταστροφικές επιδράσεις του σκουπιδοφαγητού, της οπλοκατοχής και τις παράνομες ενέργειες των καπνοβιομηχανιών… Έχει νόημα να μεγαλώσω τον κατάλογο αυτών των ταινιών καταγγελίας;



Ποια ήταν η επίδραση αυτών των ταινιών στους Αμερικάνους; Υποθέτω να ξαναεμπιστευτούν την προεδρία της χώρας στον παράφρονα, διανοητικά καθυστερημένο και υπάλληλο … Μήπως, τουλάχιστον, μειώθηκε ο τζίρος των φαστφουντάδικων ή έστω η οπλοκατοχή; Δε νομίζω.
Θυμήσου τώρα, την εποχή που οι ΗΠΑ ήταν μπλεγμένες στον πόλεμο του Βιετνάμ. Παρόμοιες συνθήκες, όσες ομοιότητες μπορεί να υπάρξουν μεταξύ δυο διαφορετικών ιστορικών περιόδων. Η χώρα συγκλονίζεται από την προβολή του «M.A.S.H.» –η κυβέρνηση κατακεραυνώνει την ταινία, με δηλώσεις της. Ταραχές γίνονται στις αίθουσες που προβάλλεται το σπαρακτικό «Strawberries statement» –ταινία που παρουσιάζει τις φοιτητικές καταλήψεις. Το κλίμα αμφισβήτησης ενισχύεται από τις ταινίες, ο κόσμος απαιτεί τη διακοπή του πολέμου, απαιτεί την αναστολή της υποχρεωτικής στράτευσης των πρωτοπόρων του φοιτητικού κινήματος –η χώρα σε αναβρασμό. Τι μεσολάβησε στο ενδιάμεσο; Πως η διαδήλωση μετατράπηκε σε απάθεια του καναπέ;



Εντάξει, άσε για λίγο τις ΗΠΑ και δες τι γίνεται στην Ελλάδα:
-Από την άκρη της πόλης
-Όμηρος
-Ο Βασιλιάς
-Straight story


Μερικές ταινίες που μου έρχονται αυτόματα στο μυαλό και ασχολούνται με θέματα ρατσισμού και ομοφοβίας. Υπάρχουν σίγουρα κι άλλες, δεν είναι πρόθεσή μου να κάνω πλήρη κατάλογο. Ποια ήταν η επίδρασή τους στο ελληνικό κοινό; Μειώθηκαν καθόλου τα αισθήματα ξενοφοβίας ή ομοφοβίας; Δεν ξέρω –ρώτα τον Παναγιώτη Ψωμιάδη να σου πει σχετικά –όλο και κάποια άποψη θα διαθέτει τώρα που ανανεώθηκε η θητεία του στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης.
Θυμήσου τώρα την εποχή που η προβολή του «Ζ» ήταν απαγορευμένη στις ελληνικές αίθουσες. Και προσπάθησε να κάνεις όποια αναγωγή σου επιτρέπουν οι τότε συνθήκες (δικτατορία) με τις σημερινές.

Στο αρχικό ερώτημα λοιπόν, σχετικά με τον πως επιτρέπεται η προβολή ταινιών σαν τις παραπάνω στις ΗΠΑ, η απάντηση είναι: «γιατί όχι; αφού δεν γίνεται και τίποτα σε τελική ανάλυση».
Γιατί όμως οι ταινίες διαμαρτυρίας ή/και καταγγελίας έχουν τόσο πενιχρά αποτελέσματα στο κοινό; Εντάξει, δεν λέει κανένας πως έπρεπε να βγει ο κόσμος στους δρόμους, μετά τις ταινίες του Μάικλ Μουρ και να ρίξει την κυβέρνηση –αλλά, ρε γαμώτο, εδώ μοιάζει σα να μην κουνήθηκε φύλλο μετά τις αποκαλύψεις! Κι αν βάλεις τα άρθρα παρόμοιου περιεχομένου στις εφημερίδες, τα βίντεο με τις ενέργειες του αμερικάνικου στρατού … Μισό λεπτό, εδώ υπάρχει κάτι που μοιάζει με αιτία! Κι αυτό δεν είναι άλλο από την συνεχή επανάληψη των μηνυμάτων καταγγελίας/ διαμαρτυρίας με όλα (και σε όλα) τα μέσα.



Θυμάμαι τον Αλ Πατσίνο να κραυγάζει «Attica, Attica!» στο «Dog day afternoon». Μετά, πλάκωσε όλο το Χόλλυγουντ να κάνει ταινίες με τις άθλιες συνθήκες των φυλακών, με ομήρους και ομοφυλόφιλους –οπότε, σταμάτησα να θυμάμαι πιο είναι το πρόβλημα. Θυμάμαι την τελευταία σκηνή του «Strawberry statement», με τους φοιτητές να τραγουδάνε το «give peace a chance», καθισμένοι στο γυμναστήριο και τους μπάτσους να τους τραβολογάνε. Θυμάμαι το «suicide is painless», δίπλα στο φέρετρο –αθάνατο «M.A.S.H.»! Αλλά δεν θυμάμαι τίποτα από τις καινούργιες ταινίες! Εντάξει, κάποια πράγματα από την υπόθεση –αλλά τίποτα δεν τυπώθηκε στο υποσυνείδητό μου, τίποτα δεν λειτούργησε σαν εμπειρία, μετά την παρακολούθησή τους.
Δε λέω ότι αυτές οι ταινίες ήταν άσχημες και οι άλλες αριστουργήματα –λέω ότι αυτές οι ταινίες ήταν πολλές. Περισσότερες από αυτές που μπορώ να επεξεργαστώ. Και γι΄αυτό τις κατανάλωσα μαζικά κι αμάσητα.

Ακόμα χειρότερα –δεν λειτουργούν αποκαλυπτικά σε μένα πλέον, δεν μου προκαλούν σκέψεις του είδους:
-Μα γίνονται τέτοια πράγματα;
-Είναι δυνατόν;
-Πρέπει κάτι να κάνουμε για να σταματήσει αυτή η κατάντια.

Βλέποντας τέτοιες ταινίες, συνήθως σκέφτομαι πλέον:
-Μα φυσικά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει να είναι ηλίθιος και βαλτός –τι περίμενες δηλαδή;
-Μα βέβαια, γίνονται φρικαλεότητες στον πόλεμο –είναι γνωστό αυτό!
-Εντάξει, προφανώς και έχουν άδικο όποιοι ξεκινάνε έναν πόλεμο –φυσικό είναι αυτό.
-Τι να μας πεις κι εσύ; Τα έχουμε δει όλα αυτά και πολλές φορές μάλιστα!
Κι αυτό (αποκτήνωση ονομάζεται) είναι ότι καλύτερο μπόρεσε να πετύχει η κρεατομηχανή του Χόλυγουντ, της οποίας οι ανθρωπιστικές ανησυχίες περιορίζονται στο «πόσοι άνθρωποι θα χρειαστεί να εξοντωθούν εργασιακά, για να βγει η ταινία στην κατάλληλη στιγμή».

Δεν θα μου φαινόταν επίσης, καθόλου παράξενο, αν τις πιο ακραίες ταινίες κατά του Μπους τις χρηματοδοτούσε απευθείας ο Λευκός Οίκος. Γιατί, αν βγάλεις μια ταινία που λέει πως ο πρόεδρος είναι ανώμαλος, κτηνοβάτης, πράκτορας της Τζιχάντ και τα βράδια κάνει πιάτσα στην Φιφθ Άβενιου –μάλλον συμπάθεια θα προκαλέσεις για τον θιγόμενο, παρά το αντίθετο. Λόγω του αβάσιμου των καταγγελιών σου και του οχετού ύβρεων που εκτοξεύεις –κατανοητό;

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει βέβαια και η παλιά, καλή τακτική του ελέγχου των μέσων. Πράγμα που σημαίνει ότι εσύ ελέγχεις τη διανομή της ταινίας και, σε τελική ανάλυση, την απήχησή της. Αυτό είναι φανερό και με βάση τα ελληνικά πεπραγμένα. Γιατί, άλλο πράγμα είναι να προβάλλεις τον «Όμηρο» του Γιάνναρη σε 5 αίθουσες (τυχαίο παράδειγμα) -άλλο να προβάλλεις το «Safe sex» ή το «Οξυγόνο» σε 500 κινηματογράφους multiplex. Και διαφέρει πολύ το μέγεθος των κονδυλίων που είχε στη διάθεσή του ο Γραμματικός για να γυρίσει τον «Βασιλιά», από τη χρηματοδότηση των αισχρών «Λουκουμάδων με μέλι» για παράδειγμα.

Άρα, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατ’ επίφαση ελευθερία της έκφρασης που όμως σαμποτάρεται με «νόμιμα μέσα» και χάνει το μεγαλύτερο ποσοστό αποτελεσματικότητάς της. Είναι η λογική του «δεν σου απαγορεύουμε να βγάλεις ότι θέλεις, απλά, θα βγάλουμε κι εμείς ότι γουστάρουμε –και, βέβαια, πρέπει να βρεις τις άκρες για να χρηματοδοτήσεις και να διακινήσεις το έργο σου». Αποθεώνουμε την ελευθερία έκφρασης μέσα από την ουσιαστική κατάργησή της δηλαδή!

Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι και η μη επίτευξη των στόχων της καταγγελίας/διαμαρτυρίας. Γιατί, ας είμαστε λογικοί –ποιος πήγε να δει τις ταινίες του Γιάνναρη ή του Μάικλ Μουρ έχοντας αμφιβολίες; Όσοι θέλουν να σφάξουν τους Αλβανούς, τους Ρωσσοπόντιους και τους ομοφυλόφιλους –απλά δεν βλέπουν Γιάνναρη. Όσοι είδαν αυτές τις ταινίες είχαν από πριν διαμορφώσει θετική άποψη απέναντι στις προαναφερθείσες κοινωνικές ομάδες –απλά οι ταινίες λειτούργησαν υποστηρικτικά προς τις απόψεις τους αυτές. Και μην μου πει κανένας για τον θείο από το χωριό, που τον τραβήξαμε με το ζόρι να δει την ταινία –αυτός, με την καραμπίνα στο προσκέφαλο κοιμόταν, με την καραμπίνα οπλισμένη βγήκε από την αίθουσα. Οι «άλλοι» είναι εχθροί του, όπως και να έχει –το πολύ να πειστεί πως η συγκεκριμένη περίπτωση που παρουσιάζεται στην ταινία είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.



Συζητούσαμε χτες με τον numb, όπως είπα και στην αρχή –«άρα λοιπόν η στρατευμένη τέχνη;» αναρωτήθηκε κάποια στιγμή. Τι είναι η στρατευμένη τέχνη και, έχει τελικά λόγο ύπαρξης; Ε;
Στρατευμένη, έχει επικρατήσει να λέγεται η τέχνη που εκφράζει αποκλειστικά τις απόψεις ενός συγκεκριμένου χώρου και λειτουργεί υποστηρικτικά ως προς τον χώρο αυτό. Ας πούμε, οι κινηματογραφιστές της Ε.Σ.Δ.Δ. έκαναν στρατευμένη τέχνη γιατί τα έργα τους αποσκοπούσαν στην εδραίωση και διάχυση των «σοσιαλιστικών» μηνυμάτων που πρέσβευε το Κ.Κ.Σ.Ε. Οι κινηματογραφιστές που ανήκαν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ, έκαναν το ίδιο πράγμα.

Εδώ προκύπτουν κάποιες ερωτήσεις βέβαια:
1. Ο Τζων Γουέιν όταν γύριζε τα «Πράσινα μπερέ» δεν έκανε στρατευμένη τέχνη;
2. Ο Όλιβερ Στόουν τι κάνει με τον «Αλέξανδρο» και τους «Δίδυμους Πύργους» αν όχι στρατευμένο κινηματογράφο;
3. Ο Κεν Λόουτς κάνει στρατευμένη τέχνη επειδή είναι πολιτικά ενταγμένος (νομίζω) στους Άγγλους Τροτσκιστές;
4. Ο Τιμ Ρόμπινς και η Σούζαν Σάραντον που έχουν παρόμοια πολιτική ένταξη –κάνουν στρατευμένη τέχνη;
5. Είναι τελικά καλές ή κακές οι στρατευμένες ταινίες;


Στο πρώτα τέσσερα ερωτήματα –η προσωπική μου απάντηση είναι «ναι». Όταν η τέχνη υπηρετεί κάποιον σκοπό, πέρα από την προσωπική έκφραση του καλλιτέχνη –είναι στρατευμένη. Τώρα, θα με ρωτήσεις τι γίνεται αν η προσωπική έκφραση του καλλιτέχνη συμπίπτει με τον σκοπό; Αν δηλαδή η βασική του ανησυχία είναι η διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών, γιατί έτσι πιστεύει πως θα ζήσουμε σε έναν καλύτερο κόσμο και ως εκ τούτου, οργανώνεται σε ένα κομμουνιστικό κόμμα –δεν είναι λογικό, τα έργα του να εκφράζουν αυτή του ακριβώς την ανησυχία; Εντάξει, έχεις δίκιο.
Γι΄αυτό λοιπόν, ο όρος «στρατευμένη τέχνη» πρέπει να αντιμετωπίζεται χρηστικά και όχι αξιολογικά. Αυτό σημαίνει πως ο συγκεκριμένος όρος μας βοηθάει να καταλάβουμε το περιεχόμενο (τι θα δούμε) και όχι να αξιολογήσουμε το έργο. Κι αυτή ακριβώς είναι η απάντησή μου στην τελευταία από τις παραπάνω ερωτήσεις.

Το ερώτημα περί του λόγου (ή μη) ύπαρξης της στρατευμένης τέχνης δεν έχει απάντηση γιατί δεν τίθεται καν. Η τέχνη είναι στρατευμένη σε μια πλειονότητα εκφάνσεών της κι αυτό είναι γεγονός. Και είναι αναφαίρετο δικαίωμα του δημιουργού να επιλέξει τον σκοπό που θα υπηρετήσει κάνοντας τέχνη, χωρίς να επηρεαστεί από την ενδεχόμενη απήχηση του δημιουργήματός του. Πολύ περισσότερο, όταν κάποιοι καλλιτέχνες αναγκάζονται να υπηρετήσουν τον «ύψιστο σκοπό» της συσσώρευσης χρημάτων των εταιρειών παραγωγής του Χόλυγουντ με τα μπλογκμπάστερ που «δημιουργούν», όταν κάποιοι άλλοι αναλαμβάνουν να υπερασπιστούν τις ξενοφοβικές ιδέες του αμερικάνικου έθνους –δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα έπρεπε να ενοχλούν οι «πολιτικοποιημένες» ταινίες του Λόουτς ή του Γαβρά.

Και μην μου πει κανείς πως η στράτευση «μολύνει την καλλιτεχνική δημιουργία» και παρόμοια ιδεοληπτικά, εντάξει; Γιατί, ο καλλιτέχνης που έχει φτιάξει τον δικό του κόσμο και ζει απομονωμένος σε αυτόν, χωρίς να επηρεάζεται από τα εξωτερικά ερεθίσματα –πέρα από παράφρονας σε κακή ταινία τρόμου είναι επίσης και ανυπόστατος.

Γι΄αυτό την επόμενη φορά που θα δεις μια στρατευμένη ταινία, μια ταινία καταγγελίας, μια ταινία που σκοπεύει να σε προειδοποιήσει –κάνε τη χάρη στον δημιουργό της και λάβε υπόψη σου την προειδοποίηση. Αν θέλεις κιόλας, επεξεργάσου την λίγο στο μυαλό σου. Μην την δεχτείς απαραίτητα, μην την απορρίψεις χωρίς δεύτερη κουβέντα –απλά σκέψου την.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 23, 2007

"Κανείς δεν θα σε περιμένει"

«Όποιος δεν ανάψει το πρώτο του τσιγάρο με zippo θα καταλήξει δημόσιος υπάλληλος ή τραπεζικός», έλεγε ο μύθος. Κι αυτός χειριζόταν τον αναπτήρα σαν ταχυδακτυλουργός, ήξερε να τον ανοίγει κροταλίζοντας τα δάχτυλά του ή σφίγγοντάς τον μεταξύ δείκτη και αντίχειρα, ήξερε να τον ανάβει τρίβοντάς τον στη ραφή του παντελονιού. Προηγουμένως βέβαια είχε βάλει το άφιλτρο Camel στο στόμα του, απλά φυσώντας στο μισοάδειο πακέτο. Έξη παρά δέκα το πρωί στη Φιλλελήνων –κάποιος ήλιος σερνόταν από τα καλώδια των τρόλεϋ. Το Magic bus έχασκε σαν κήτος με τρία στόματα, αν και δεν υπήρχαν πολλές αποσκευές για να καταπιεί η ξεδοντιασμένη καταπακτή. Χαμογέλασε τρίβοντας τα μάτια του. Είχε πάνω από 30 ώρες άυπνος.
Ο οδηγός εμφανίστηκε μαχμουρλής με το φραπέ σε πλαστικό ποτήρι. Έξυσε τ’ αρχίδια του ανεβαίνοντας το σκαλοπάτι της μπροστινής πόρτας και δεν καταδέχτηκε να κοιτάξει αυτούς που περίμεναν στο πεζοδρόμιο. «Μαστούρια που πάνε στο Άμστερνταμ για τη δόση τους», σκεφτόταν καθώς έψαχνε σταθμό στο ραδιόφωνο. Τα «μαστούρια» μπήκαν σιωπηλά για να βυθιστούν στο τριμμένο ύφασμα των θέσεων. Αυτός μπήκε τελευταίος, ξεφτιλίζοντας το Camel με μεγάλες, συνεχόμενες τζούρες. Δε γούσταρε παρέα –ήθελε να καθίσουν όλοι πρώτα –ότι απέμενε ελεύθερο θα ήταν δικό του.
Πέταξε τη γόπα, σημαδεύοντας μια λιμνούλα στον υπόνομο –η γόπα έκανε γκελ στα σίδερα της σχάρας και σκαρφάλωσε στο πεζοδρόμιο. Γέλασε –«άψογος ο παίκτης! στεφάνι κι έξω, εξ επαφής!» Πιάστηκε από το σίδερο, ταλαντεύτηκε για λίγο, πριν δείξει το εισιτήριό του στον οδηγό. Μετά ζοχαδιάστηκε κοιτάζοντας τριγύρω –οι περισσότεροι είχαν πιάσει δυο θέσεις, για να κοιμηθούν πιο άνετα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Μόνο κάτι ζευγαράκια κάθονταν μαζί και πάλευαν να βολευτούν ο ένας μέσα στον άλλο.
Προχώρησε χτυπώντας τα αθλητικά του στο πλαστικό δάπεδο –οι μόνες ελεύθερες θέσεις ήταν πάνω από τις ρόδες. «Σκατά, αλλά μήπως έχεις και άλλη επιλογή;» αναρωτήθηκε καθώς έριξε τον σάκο του και σφήνωσε δίπλα στο παράθυρο. Το πούλμαν τραντάχτηκε προς τα πίσω πριν ξεκινήσει αργά. Χάζευε την πόλη όπως στοιβαζόταν σε λεωφορεία για να φτάσει με καθυστέρηση στη δουλειά. Σκεφτόταν να κολλήσει δυο φάσκελα στο τζάμι, αλλά προτίμησε το ψιθυριστό –«άντε και γαμηθείτε σκατιάρηδες!» Μετά, σήκωσε τους γιακάδες του τζιν μπουφάν του και αποφάσισε να κοιμηθεί, ή τουλάχιστον να προσπαθήσει.
Το πούλμαν βγήκε στην Εθνική, ανεβάζοντας ταχύτητα, και φρέναρε απότομα στα διόδια. Ξύπνησε νευριασμένος –η φασαρία πάνω στη ρόδα ήταν ανυπόφορη κι όταν πήγαινε να συνηθίσει, έρχονταν τα ξαφνικά φρεναρίσματα, δεν παλευόταν με τίποτα η κατάσταση. Έπρεπε να βρει άλλη θέση επειγόντως –ακόμα κι αν υπήρχε δεύτερο άτομο δίπλα του. Ανασηκώθηκε. Έψαξε τριγύρω. Κάτι μαλλιάδες ροχάλιζαν ήδη στις απέναντι θέσεις. Ένας νταρκ τύπος είχε πέσει στο διαχωριστικό, ψάχνοντας μανιασμένα. Κάποιοι είχαν ήδη βγάλει τα παπούτσια τους. «Ξέχασέ το φιλαράκο», μουρμούρισε.
Έμοιαζε έτοιμος να εγκαταλείψει την προσπάθεια, υπομένοντας το μαρτύριο του τροχού, όταν την είδε. Για την ακρίβεια, το πρώτο που πρόσεξε ήταν πως δεν πρέπει να ζύγιζε πάνω από 50 κιλά. Άρα, η διπλανή της θέση θα είχε όλο τον χώρο ελεύθερο. Μετά είδε πως ήταν και όμορφη. Ελκυστική σίγουρα, χαριτωμένη, λεπτεπίλεπτη –«μια χαρά γκόμενα». Τι έκανε μόνη της εδώ μέσα; «Σε περιμένει ρε καζανόβα –τι άλλο;»
Τράβηξε τον σάκο του και βγήκε στο διάδρομο. Όσο πλησίαζε, ένιωθε κάποιο τρακ –δεν ήταν στο στυλ του, όσο να πεις –κι όταν ο οδηγός φρέναρε για μια ακόμα απότομη φορά βρέθηκε με το κεφάλι στο στομάχι της. «Της μάνας σου καργιόλη!», μούγκρισε.
Η κοπέλα τινάχτηκε από τον ύπνο της, ξαφνιάστηκε περισσότερο βλέποντας ένα μαντράχαλο κουνάει το κεφάλι του στην προσπάθεια να ξεσφηνώσει από τον σάκο του –μετά η κοπέλα κατάλαβε πως πονούσε λίγο.
«Χίλια συγνώμη, αλλά ο μαλάκας πάει βάρκο -γυαλό», της είπε όταν κατάφερε να πάρει πάλι στάση ανθρώπου. Η κοπέλα χαμογέλασε ευγενικά.
«Μπορώ να κάτσω εδώ; Ήμουνα πάνω στη ρόδα και …»
«Εντάξει», του απάντησε εκείνη και γύρισε προς το παράθυρο.
Βολεύτηκε στην εξωτερική θέση κι έβγαλε το σκασμό. Ήταν όμορφη, όχι απλώς συμπαθητική και μύριζε Opium. Ποια κοπέλα φοράει τέτοιο άρωμα πρωινιάτικα; Μα, αυτή που δεν γύρισε στο σπίτι της το προηγούμενο βράδυ! Έβγαλε το βιβλίο από τον σάκο του –μέρες τώρα παιδευόταν με τον «Ξένο» του Καμύ, αλλά δεν είχε κατορθώσει να το τελειώσει, δεν έβρισκε χρόνο. Η κοπέλα δίπλα του τράβηξε το κουρτινάκι γιατί ο ήλιος έβγαζε μάτια.
«Συγνώμη δεν τον αντέχω τον ήλιο», απολογήθηκε.
«Κάνε δουλειά σου. Κι εγώ έτοιμος ήμουν να φορέσω μαύρα γυαλιά», της είπε χαζά.
Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στο βιβλίο και, όλως παραδόξως, τα κατάφερε. Γιατί δεν ήταν μόνο η κοπέλα που τον αποσπούσε –διακοπτόμενα φλας έτρεχαν στο μυαλό του, πόρτες που άνοιγαν βίαια κι από πίσω βρωμεροί τύποι με φαρδιά κοστούμια, κουδούνια που χτυπούσαν παρουσιάζοντας μπάτσους με επίσημες κλήσεις, κόσμος που κοιμόταν με ανοιχτό το παράθυρο –τρέμοντας από κρύο και φόβο. «Έτρεξα για να μη χάσω το λεωφορείο. Αυτή η βιασύνη, αυτή η τρεχάλα, ασφαλώς έπαιξαν ρόλο, βάλε και τα ταρακουνήματα, τη μυρωδιά της βενζίνης, τις αντανακλάσεις του δρόμου και του ουρανού, έτσι με πήρε ο ύπνος. Κοιμόμουνα σχεδόν σ' όλη τη διαδρομή. Κι όταν ξύπνησα, ήμουνα πεσμένος πάνω σ' έναν στρατιωτικό που μου χαμογέλασε και με ρώτησε αν ερχόμουνα από μακριά. Είπα «ναι» για να κόψω την κουβέντα». Συνειδητοποίησε αργά πως το βιβλίο είχε γυρίσει στην πρώτη σελίδα –δεν ενδιαφέρθηκε να ψάξει τη σωστή, του άρεσε το κομμάτι που διάβαζε –ένιωθε πως το βιβλίο ζωντάνευε μέσα στο πούλμαν. Μόνο που αυτός δεν πήγαινε στην κηδεία της μητέρας του σαν τον Μαρσώ και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να ξυπνήσει πεσμένος στη διπλανή του. Έκλεισε τα μάτια.
Προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά η προσοχή του ήταν στραμμένη πάνω της. Άκουγε την ανάσα της, ένιωθε τις διακριτικές κινήσεις των αγκώνων της καθώς προσπαθούσε να βολευτεί καλύτερα στο κάθισμα. Σε κάποια στιγμή την κατάλαβε να βήχει, αλλά ήταν ήδη μακριά –δεν ένιωσε κίνηση, μόνο ο ήχος ερχόταν από το βάθος του ορίζοντα. Βρισκόταν σε μια ατέλειωτη έκταση, σπαρμένη με σιτάρι –δεν μπορούσε να δει το χώμα και περπατούσε διστακτικά γιατί δεν φορούσε παπούτσια. Κάτι χρυσόμυγες έκαναν αέρα στο μέτωπό του κι αυτός περπατούσε επιφυλακτικά. Ήταν σίγουρος ότι θα βρέξει, κάποια βαριά σύννεφα με το ζόρι κρατιόντουσαν πάνω από το κεφάλι του κι έπρεπε να πάει κάπου -γρήγορα. Που; Δεν μπορούσε να θυμηθεί αλλά δεν είχε σημασία, έπρεπε να βρει κάποιο υπόστεγο να προφυλαχτεί από τη βροχή –αυτό έφτανε. Ένιωθε μούδιασμα στον δεξιό ώμο, φοβόταν πως δεν θα μπορούσε ούτε το χέρι του να κουνήσει σε λίγο, προσπάθησε να κλείσει τα δάχτυλά του –δύσκολα. Γιατί, κάτι κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλά του και από το ξάφνιασμα ξύπνησε.
Τη βρήκε να κοιμάται πάνω του, πλαγιασμένη στον ώμο του -το χέρι της κλεισμένο στο δικό του. Γέλασε καθώς άνοιγε την παλάμη προσεκτικά –«για δες κάτι πράγματα!» Η κοπέλα ξύπνησε απότομα και κόλλησε στην άλλη άκρη όταν συνειδητοποίησε που βρισκόταν, αυτός χαμογέλασε αμήχανα.
«Συγνώμη», είπε κατακόκκινη.
«Δεν τρέχει τίποτα», την καθησύχασε.
Μετά έπεσε μουγκαμάρα, καθώς και οι δυο τους προσπαθούσαν να στεγνώσουν από τον ύπνο.
«Έρχεσαι από μακριά;» ρώτησε ξεκάρφωτα.
«Ναι» του απάντησε απότομα εκείνη και μετά από μια στιγμή αμηχανίας τον είδε να ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Τι τρέχει; Δεν κατάλαβα που είναι το αστείο», έκανε ενοχλημένη.
«Τίποτα, τίποτα», σκούπισε δάκρυα από τα μάτια του και βιάστηκε να δώσει κάποιες εξηγήσεις. «Να κοίτα εδώ, στην πρώτη σελίδα», έσπρωξε το βιβλίο προς το μέρος της, «διάβασε τι λέει …», την περίμενε να τελειώσει, αλλά η κοπέλα αργούσε. Έσπρωξε μάλιστα το δάχτυλό του που έδειχνε την αντίδραση του Μαρσώ προς τον στρατιωτικό, τι σκατά διάβαζε;
«Το είδες;» ρώτησε αβέβαια.
«Ναι, ναι. Πολύ ωραίο βιβλίο φαίνεται».
«Ναι εντάξει, αλλά εγώ εννοούσα το κομμάτι που τον παίρνει ο ύπνος πάνω στον στρατιωτικό», είπε ανήσυχα.
«Το είδα –ναι. Σύμπτωση ε;»
«Σύμπτωση. Κουφή», μετά σώπασε γιατί δεν έβρισκε κάτι να πει.
«Με λένε Κατερίνα».
«Πέτρος –χάρηκα», έλεγε αλήθεια ότι χάρηκε, γιατί ήταν μεγάλο το ταξίδι –αλλά δεν υπήρχε κανένας Πέτρος τριγύρω. Ούτε καν αυτός.
«Άμστερνταμ πας ε;»
«Γιατί, πάει και πουθενά αλλού;» γέλασε η κοπέλα.
«Αυτό να μου πεις. Έχεις γνωστούς εκεί;»
«Μια φίλη μου έχει σπίτι. Με κάλεσε για λίγες μέρες. Εσύ;»
«Εγώ πάω έτσι. Για πλάκα».
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της. Αυτός θα χτυπούσε ευχαρίστως το δικό του, αν έβρισκε κάποιο εύκαιρο ντουβάρι εκεί κοντά. Χάζευε τις μπούκλες από τα μακριά της μαλλιά και ήταν σίγουρος πως, έτσι που απαντούσε, θα τον είχε περάσει για ένα ακόμα φρικιό, από αυτά που τρέχουν ξελιγωμένα να «γίνουν» στα coffee shops. Το χειρότερο είδος μαλάκα δηλαδή.
«Από την Αθήνα είσαι;» είπε για να αλλάξει την κουβέντα.
«Όχι. Αφού σου είπα πως έρχομαι από μακριά. Κρήτη. Ηράκλειο».
«Α μάλιστα!»
Η κοπέλα είχε σίγουρα βαρεθεί, το έβλεπε στο βεβιασμένο της χαμόγελο –ποτέ δεν ήταν αυτό που λέμε «ωραίος γκόμενος», από εξωτερικής απόψεως –αλλά σήμερα δεν ήταν ούτε καν διασκεδαστικός. Περίεργο αυτό, γιατί συνήθως ήταν καλός στις παρέες. Αστείος, σχετικά. Ευρηματικός, ενίοτε. Ωραίος τύπος –χαβαλές.
Αλλά σήμερα … μπορεί να έφταιγε ο λόγος που τον έβαλε στο πούλμαν, μπορεί να ένιωθε άγχος …βλακείες! Απλά, η κοπέλα τον κόμπλαρε –χάζευε με το στόμα της, τα μαλλιά της, τα μάτια της που μίκραιναν όταν ξεγελούσε ο ήλιος το κουρτινάκι … «Σύνελθε μαλάκα μου –δεν είναι ώρα για τέτοια!»
«Λοιπόν Κατερίνα», έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να φανεί ψυχρός και ψύχραιμος, «εγώ λέω να την πέσω –ξύπνα με όταν φτάσουμε».
Χώθηκε για μια ακόμα φορά μέσα στους γιακάδες του μπουφάν, κάρφωσε το σαγόνι στο στέρνο και φόρεσε τα Columbia για να μην τον ενοχλεί ο ήλιος. «Αντίο σκληρέ κόσμε», μουρμούρισε πριν πάρει βαθιά ανάσα και βουτήξει.
Ο ύπνος του ήταν πιεστικός, χωρίς όνειρα –μόνο που άκουγε τις φωνές των άλλων επιβατών και μπέρδευε τις απαντήσεις με τις ερωτήσεις.
«Γαμώτο, πρώτη φορά;»
«Έβρεχε χτες»
«Πόσο κάνει;»
«Εκεί κάτω είναι, πίσω από τα δέντρα»
«Έλα ρε μαλάκα –σοβαρά;»
«Λες να βρέχει και στο Άμστερνταμ;»
«Σίγουρα εκεί σε είχα δει. Εκεί -όχι στο Παλιακό».
«Έχεις;»
«Έχω»
«Βρέχει τουλούμια»
«Δεν έχω –είμαι στη στέγνα».
Στα σύνορα τους σταμάτησαν για έλεγχο. Κάτι μπάτσοι με καπελαδούρες κυκλοφορούσαν στο διάδρομο με ξυνισμένες φάτσες. Αναγκάστηκε να ξυπνήσει.
«Που είμαστε;» ρώτησε την κοπέλα, αλλά αυτή δεν τον άκουγε γιατί έψαχνε τα χαρτιά στο πορτοφόλι της.
Έβγαλε τα δικά του από την πάνω τσέπη και τα άφησε κρεμασμένα δίπλα στη φάτσα του. Ο μπάτσος δεν καταδέχτηκε ούτε να τον φτύσει. Πήρε τα χαρτιά της Κατερίνας και πέρασε ένα ευτυχισμένο δίλεπτο διασταύρωσης στοιχείων. Μετά έφυγε. Και το πούλμαν ξεκίνησε.
«Εσύ κοιμήθηκες καθόλου;» ρώτησε την κοπέλα.
«Λίγο ναι. Αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο. Πολύ βαβούρα».
«Τι κάνεις στην Κρήτη; Δουλεύεις ή σπουδάσεις;»
«Τίποτα από τα δύο. Εσύ;»
«Μια από τα ίδια».
Η Κατερίνα τον κοίταξε περιμένοντας. Ήταν φανερό –βαριόταν και ζήταγε από αυτόν να σπάσει τη μονοτονία του ταξιδιού.
«Εντάξει λοιπόν, τελευταία κοινότυπη ερώτηση –πόσων χρονών είσαι;»
Η κοπέλα γέλασε και όχι από ευγένεια –για πρώτη φορά στη σύντομη γνωριμία τους.
«19 –εσύ;»
«23».
«Και τώρα; Θα με ρωτήσεις τι ζώδιο είμαι;»
Γέλασε κι αυτός. Το είχε χρησιμοποιήσει κάποτε το κόλπο με τα ζώδια αλλά, λόγω πλήρους άγνοιας, είχε φάει τα μούτρα του. Άλλωστε, ούτε το δικό του ζώδιο δεν θυμόταν.
«Θα σε ρωτήσω τι τρέχει»
«Τι τρέχει;»
«Είσαι μόνη, χωρίς ένα βιβλίο, κάποιο περιοδικό, σε ένα πούλμαν για το Άμστερνταμ. Κοίτα γύρω –όλοι με κάτι ασχολούνται. Εκτός από σένα. Δεν στέκει. Μπορείς βέβαια να πεις ότι είχες κανονίσει να ταξιδέψεις με παρέα που δεν ήρθε. Ή μπορείς να μην απαντήσεις –δεν είναι δουλειά μου τελικά …»
«Είχα κανονίσει να ταξιδέψω με παρέα που δεν ήρθε».
«Μα και βέβαια! Ευγενέστατος ο τρόπος σου για να μου πεις ότι δεν είναι δουλειά μου τελικά».
Η κοπέλα σώπασε, σουφρώνοντας τα χείλη.
«Την κοπάνησα από το σπίτι μου. Μπήκα τελευταία στιγμή στο καράβι χτες βράδυ και πρόλαβα οριακά το πούλμαν».
«Και η φίλη στο Άμστερνταμ;»
«Εντάξει … η Έστερ … αλληλογραφούμε χρόνια. Από το δημοτικό –δεν έχουμε όμως συναντηθεί ποτέ. Είναι φοιτήτρια … βιβλιοθηκονομίας. Ελπίζω …»
«Να σε δεχτεί για κάποιες μέρες σπίτι της μέχρι να δεις τι θα κάνεις»
«Ακριβώς».
«Αλλιώς;»
«Ξέρω ‘γω;»
«Από φράγκα πως πας;»
«Έχω κάτι ψιλά».
Χρειαζόταν επειγόντως ένα τσιγάρο. Ένα ποτό, μια βόλτα στα μαγαζιά –οτιδήποτε… Μόνο να μιλήσει δεν χρειαζόταν κι αυτό ακριβώς έκανε.
«Κοίτα τι μπορεί να γίνει. Εγώ έχω κάποια λεφτά. Πάμε και νοικιάζουμε μαζί δωμάτιο σε ξενοδοχείο –μην το δεις στραβά εντάξει; Σίγουρα θα σου έρθει φτηνότερα. Μέχρι να βγάλεις άκρη με τη φίλη σου».
«Ευχαριστώ πολύ αλλά άστο δεν πειράζει. Κάτι θα γίνει».
«Ας πάμε τουλάχιστον στο ίδιο ξενοδοχείο. Αν χρειαστείς τίποτα …», ένιωθε εξαιρετικά ηλίθιος. Δεν έφτανε που επεδίωκε να έχει μαζί του δεύτερο άτομο, τη μοναδική περίοδο που θα έπρεπε να είναι μόνος, αλλά σίγουρα θα τον είχε περάσει για εντελώς λιγούρη, με αυτή του την επιμονή. «Δεν μπορείς να το βουλώσεις, έστω για λίγο, φιλαράκο;»
«Καλά, θα δούμε» του είπε εκείνη περνώντας αφηρημένα τα δάχτυλα από τα μαλλιά του. Κι αυτός έγινε λιώμα και νευρίασε ταυτόχρονα, που άφηνε ένα πιτσιρίκι να τον αποσυντονίζει.
Αλλά εκείνη κάπως λύθηκε με την πρότασή του, ίσως να ένιωσε υποχρεωμένη από τη διφορούμενη καλοσύνη –πάντως μίλησε αρκετά. Σε αυτόν.
Του είπε πως ο πατέρας της ήταν αγροίκος και τραμπούκος, κουβάλησε το χωριό στην πόλη και το άφησε να ορίζει την ανατροφή της. Η μάνα υπέμενε –μόνο αυτό ήξερε να κάνει. Πέρασε στα ΤΕΙ Γραφιστικής, αλλά δεν την άφησαν να πάει. Αυτός δηλαδή, ο πατέρας. «Τι δουλειά έχεις να τρέχεις στην Αθήνα; Να σε πληρώνω για να ξεπορτίζεις; Ή να μαζεύεις τους αληταράδες στο σπίτι σου; Και τι θα γίνεις δηλαδή; Θα ζωγραφίζεις καραγκιοζάκια; Να κάτσεις στ’ αυγά σου». Έτσι είχε πει.
Μετά έπιασε δουλειά σε ταξιδιωτικό γραφείο, αλλά τη σταμάτησαν γιατί τη γλυκοκοίταζε, λέει, ο γιος του αφεντικού. Μιλούσε ασταμάτητα για τη ζωή της στην επαρχία κι αυτός προσπαθούσε να γλιτώσει από τα μάτια της για να ακούσει τα λόγια της. Πολλές φορές του ήρθε να χαϊδέψει αυτές τις μπούκλες των μαλλιών της –συγκρατήθηκε όμως. Χωρίς αναπνοή έφτασε στο τέλος της ιστορίας της –τσακώθηκε για ένα πάρτυ που θα έκαναν κάτι πρώην συμμαθητές, ήθελε να πάει, αλλά ο πατέρας της έλεγε πως τα παιδιά είναι «χασικλήδες και αναρχικοί» πράγμα που ήταν αλήθεια βέβαια –αλλιώς γιατί να πήγαινε στο πάρτυ; Για να ψάλλουν απολυτίκια;
«Τι λες να κάνουν τώρα οι γονείς σου;»
«Μπορεί και να πήγαν στην αστυνομία αλλά δε με νοιάζει. Έτσι κι αλλιώς έχουμε περάσει πλέον τα σύνορα».
Άρχισε να κουμπώνει το μπουφάν του ασυναίσθητα. Μόνο αυτό του έλειπε –μπλεξίματα με μπάτσους. Όταν έφταναν στο Άμστερνταμ θα έπρεπε να την ξεφορτωθεί το γρηγορότερο, να τη στείλει στη φίλη της –έκανε τεράστια μαλακία που της πρότεινε να μείνουν μαζί.
«Εσύ;»
«Τι εγώ;» ακούστηκε ψυχρός και τρομαγμένος.
«Σου είπα τα δικά μου –πες μου τα δικά σου».
«Τίποτα. Απλά είπα να πεταχτώ μέχρι το Άμστερνταμ να ξεσκάσω».
«Έτσι ε; Και γιατί μου συστήθηκες με ψεύτικο όνομα; Άλλο έλεγαν τα χαρτιά που έδειξες προηγουμένως».
Μαγκώθηκε για τα καλά. Η μικρή δεν ήταν στραβή ούτε ηλίθια!
«Μην ανακατεύεσαι», έκανε παγωμένα.
«Όπως θέλεις, αλλά δεν είσαι καθόλου εντάξει. Εγώ σου λέω τα πάντα, χαρτί και καλαμάρι, αλλά εσύ …», τα μάτια της στένεψαν κοιτάζοντάς τον, «άντε γαμήσου τελικά!»
Έμεινε να κοιτάζει την πλάτη της. Ήταν ευτυχής συγκυρία που μπήκαν, εκείνη τη στιγμή, καινούργιοι μπάτσοι για να ελέγξουν χαρτιά και φάτσες. Ακούμπησε τον ώμο της ντροπαλά.
«Συγνώμη»
«Δεν τρέχει τίποτα», είπε εκείνη με γυρισμένη ακόμα την πλάτη.
Το πούλμαν πέρασε από γκρίζες θάλασσες, άναψε φώτα ομίχλης σε γιγάντιους αυτοκινητόδρομους –εκεί που δε σπάει η ερήμωση, όσα αυτοκίνητα κι αν κυκλοφορούν δίπλα σου. Την χάζευε καθώς κοιμόταν και τα σύννεφα σκέπαζαν το ηλιακό του πλέγμα, προσπάθησε να κλείσει τα μάτια –δεν έβλεπε πια εφιάλτες, μόνο την ασπρόμαυρη αντανάκλασή της πάνω στα βλέφαρά του. Ήταν δυστυχισμένος κιόλας, περισσότερο γιατί τα ρουθούνια συνήθισαν τη μυρωδιά της και δεν μπορούσε πλέον να την καταπιεί από τον αέρα.
Ξύπνησε στα περίχωρα του Άμστερνταμ –μόλις πρόλαβε να δει το «κονσερβοκούτι» του Άγιαξ, από μακριά. Στη συνέχεια γέμισαν τα μάτια του, γκρίζα εργοστάσια και πολυκατοικίες με τοίχους ζωγραφισμένους. Σκέφτηκε να την ξυπνήσει, αλλά δεν υπήρχε λόγος, σκέφτηκε. Την άφησε λοιπόν να ανασαίνει σα μωρό με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι.
Όχι για πολύ. Το πούλμαν φρέναρε απότομα στην αποβάθρα κι ο οδηγός έκλεισε το ραδιόφωνο για να ακουστεί –«πως οδηγείς έτσι ρε καρναβάλι; σε μαντρί νομίζεις πως βρίσκεσαι;»
Εκείνη ξύπνησε κι αυτός βρήκε ευκαιρία να χαμογελάσει.
«Φτάσαμε».
«Το βλέπω», του απάντησε.
Ξεβράστηκαν σε έναν ατέλειωτο διάδρομο, με άρρωστα, άσπρα φώτα και άρχισαν να περπατάνε μουδιασμένα. Κανείς δεν κοίταζε τους διπλανούς του –κανείς δεν ένιωθε άνετα, γιατί από τους τοίχους ξεκόλλαγαν συνέχεια, κάτι θεόρατοι Ολλανδοί μπάτσοι. Στο τέλος του διαδρόμου, πριν αρχίσουν τα μαγαζιά, ένας μεθυσμένος γέρος ζητιάνευε. Πέρασε από δίπλα του χωρίς να δώσει σημασία. Αυτός κοίταζε να βρει την κοπέλα μέσα στο πλήθος και πρόσεχε να μένει χαμένος ανάμεσα στους πολλούς. Πήρε πάντως χαμπάρι ότι οι μπάτσοι βούτηξαν αθόρυβα τον γέρο και τον εξαφάνισαν σε ένα δωματιάκι με θαμπή τζαμαρία.
Όταν μπήκε στην κυρίως αίθουσα του Κεντρικού Σταθμού –σάστισε. Άφησε τον σάκο στο κεντρικό σημείο υποδοχής –κι έμεινε με τα πόδια καρφωμένα στο μεγάλο πολυακτινικό αστέρι του πατώματος. Εκεί, υποδέχτηκε τα πλήθη που ξέβραζαν οι πόρτες. Κουστουμαρισμένοι γιάπηδες ανακατεμένοι με πάνκηδες γεμάτους παραμάνες, ράστας μπλεγμένοι ανάμεσα στα σαρίκια Ινδών, αθλητικοί μαύροι που άνοιγαν δρόμο για να προσπεράσουν γυναίκες με φερετζέ και γιαπωνέζοι τουρίστες με χαμογελαστές φωτογραφικές μηχανές. Στην αρχή ένιωσε την ανάσα του να κόβεται, αλλά γρήγορα συνήθισε το τρεχούμενο πλήθος και πήρε απόφαση να κολυμπήσει μέσα του, για να φτάσει στην έξοδο.
Τότε την είδε. Κρεμασμένη από ένα δημόσιο τηλέφωνο, κράταγε το χέρι πάνω στο αυτί της για να απομονώσει τον εξωτερικό θόρυβο. Την πλησίασε.
«Γες γες, νάις του χίαρ γιου του. Αϊ γουόζ θίνκινγκ του μιτ … χουέρ;….. χουέν; … δατ λέιτ;…»
Την περίμενε να κλείσει το τηλέφωνο και μετά εμφανίστηκε μπροστά της –εξυπηρετικός σαν πλασιέ κατσαρολικών.
«Γεια σου, με θυμάσαι;»
«Ναι, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι θέλω».
«Μάλλον με μπερδεύεις με άλλον τότε. Τι λες; Κερνάω καφέ για να ξανασυστηθώ. Είναι μεγάλη ιστορία …», άπλωσε το χέρι του προς αυτή –όπως είχε δει σε μια ταινία. Κανονικά, η κοπέλα μπλέκει τα δάχτυλά της στα δικά σου και βαδίζετε αγκαλιασμένοι, προς την αιωνιότητα.
«Έλα, κόψε τα σάπια και πάμε», του είπε αυτή μισογελώντας.
Βγήκαν στο κρύο που ακολουθεί τη βροχή. Ταυτόχρονα προσπάθησαν να προστατευτούν από τις αέρινες βελόνες, κουμπώνοντας τα μπουφάν τους καθώς ανέβαιναν τη Ντάμρακ. Μυρωδιές από κρέπες τους θύμισαν ότι θα έπρεπε να πεινάνε, φασαρία που άδειαζαν οι ανοιχτές πόρτες των καφέ και κουρελήδες κάθε δέκα μέτρα –να φυσάνε μεθυσμένες ανάσες στα πρόσωπά τους ψιθυρίζοντας –«κόουκ, χέροϊν, πιλς». Αυτή κρεμάστηκε από το μπράτσο του σαστισμένη κι εκείνος πήρε το σακίδιό της για να το κουβαλήσει με το ελεύθερο χέρι του. Ο κόσμος τους έσπρωχνε να επιταχύνουν τα βήματά τους
«Μπαίνουμε εδώ; Τι λες; Έχει και κάτι να τσιμπήσουμε …»
Κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας ή αδιαφορώντας –άνευ σημασίας.
Το μαγαζί είχε χαμηλά φώτα και δυνατή μουσική. Μύριζε κιόλας, καμένο λίπος ανακατεμένο με ξεραμένη μπανάνα, αλλά, όταν πεινάς –κάτι τέτοια μοιάζουν εξωτικά αρώματα.
«Λέγε», του έκανε νόημα αυτή –όταν ξεμπέρδεψαν με την παραγγελία.
«Είσαι σίγουρη πως θέλεις να ακούσεις; Ότι κι αν είναι;»
Σώπασαν για λίγο καθώς το γκαρσόνι τους σέρβιρε μπύρες και αυτή περίμενε με τα μάτια καρφωμένα πάνω του.
«Εντάξει. Δε με λένε Πέτρο, όπως ξέρεις ήδη –Φάνης είναι το όνομα κι ανάθεμα το νονό μου και τον παππού μου δηλαδή. Δούλευα σε κάποιο βιβλιοπωλείο του κέντρου –δεν το ξέρεις, δεν έχει σημασία. Ίσως να έχεις ακούσει για κάποιες φασαρίες που έγιναν τις τελευταίες μέρες στο κέντρο –στα Εξάρχεια. Να μη σε κουράζω με ιστορίες, ανοίξαμε κάτι παρτίδες με μια φασιστική φυλλάδα –ήρθαν κι έσπασαν το βιβλιοπωλείο που δούλευα, πήγαμε και σπάσαμε τα γραφεία τους. Το θέμα είναι πως αυτοί άρχισαν να τριγυρίζουν στην πλατεία, ψάχνοντάς μας. Κι όποιος ψάχνει –βρίσκει. Σακάτεψαν ένα φιλαράκι μου γιατί μας βρήκαν απροετοίμαστους. Αυτό δεν ήταν σωστό κι έτσι αποφασίσαμε να τους την πέσουμε πριν ξανάρθουν και στείλουν άλλους στο νοσοκομείο. Τους την πέσαμε πριν μια βδομάδα, έγινε χαμός, έφαγαν ξύλο πολύ. Αλλά εγώ βρέθηκα με μαχαίρι και όταν είδα κάποιο στρίμωγμα … τέλος πάντων … ο τύπος πέθανε την προηγούμενη Δευτέρα, στο νοσοκομείο», σταμάτησε για να τινάξει ένα άφιλτρο από το πακέτο. Αλλά στη μέση έκοψε τη φιγούρα –άναψε ήσυχα, κοιτάζοντάς την. Της πρόσφερε τσιγάρο, αλλά αυτή αρνήθηκε –δεν κάπνιζε. Στο πρόσωπό της -κάθε αντίδραση κρυμμένη κάτω από ένα χλωμό φύλλο χαρτιού. Του έκανε νόημα να συνεχίσει.
«Χτες ήρθαν οι μπάτσοι στο σπίτι μου, με ένταλμα. Ήταν η δεύτερη φορά, την πρώτη είχαν έρθει κάποιοι με πολιτικά. Τους πήρα χαμπάρι και άφησα τη μάνα μου ν΄ανοίξει, έκανα πως δεν ήμουν εκεί. Κάποιος με έδωσε –έπρεπε να παρουσιαστώ στο Τμήμα σε διάστημα 48 ωρών. Μπήκα στο πούλμαν κι έφυγα».
Έφαγαν τις κρέπες τους χωρίς όρεξη, μάλλον γιατί πρόσεχαν την εντύπωση που θα έδιναν ο ένας στον άλλο. Και ήπιαν μπύρες, προσπαθώντας να θολώσουν τις σκέψεις τους.
Με πονεμένα στομάχια από λασπωμένο φαγητό βγήκαν πάλι στο δρόμο. Ήξεραν πως οι υπόλοιπες ώρες ήταν δικές τους, μια πολυτέλεια που δεν είχαν και γι΄αυτό την απολάμβαναν. Έτρεξαν στη μεγάλη πλατεία, έξω από το παλάτι της Βασίλισσας με τα σπασμένα τζάμια. Μέσα από δεκάδες Χριστούς καθισμένους ανακούρκουδα στα παγωμένα μάρμαρα, κιθάρες και τρίφυλλα, ληγμένα εισιτήρια για το «Καλοκαίρι της Αγάπης», παρατημένα στο κόκκινο χαλί που έφτανε μέχρι τον Καθεδρικό. Βρώμικο χαλί, ακαθαρσίες αλόγων από τις σταθμευμένες άμαξες και μπουκάλια μπύρας –«ελπίζω να φοράει ψηλοτάκουνα η Βασίλισσα γιατί αλλιώς θα χωθεί μέχρι τον αστράγαλο στο σκατό», γέλασε εκείνος.
Πέρασαν από τη συνοικία με τα κόκκινα φανάρια –εκείνη δάκρυσε βλέποντας γυναίκες, κάποτε εντυπωσιακές, αλλά πλέον λιανισμένες από την πρέζα, να ποζάρουν πίσω από τζάμια προσπαθώντας να μοιάζουν με χαρούμενο εμπόρευμα. Κι αυτός απηύδησε με τα στίφη των Γιαπωνέζων που φωτογράφιζαν τα ζωντανά αξιολύπητα –αλλά δεν μπορούσε να μη βάλει τα γέλια όταν άνοιξε ένα δωματιάκι και πετάχτηκε φουριόζος ο ικανοποιημένος πελάτης σπρώχνοντας ένα ποδήλατο μπροστά από την ανωνυμία του.
Πήρε να νυχτώνει όταν αποφάσισαν να καταλήξουν σε ένα coffee shop –μέτρησαν τα χρήματα δυο και τρεις φορές, υπήρχε το ιστορικό Bulldog αλλά σε έπιανε η ψυχή σου με την κλεισούρα και τις φάτσες των πελατών.
«Η φτώχια θέλει καλοπέραση, το άλλο μην το πεις», αποφάνθηκε αυτός και την τράβηξε για την άλλη άκρη του ποταμού –εκεί που δέσποζε το Grass Hoper. Εκείνη χαμογέλασε, γιατί ήταν τρομακτική πόλη το Άμστερνταμ και οι κλειδώσεις της είχαν ασπρίσει έτσι όπως κρατούσε το σακίδιο –αγχωμένη από τους περίεργους που περνούσαν δίπλα τους. Κάθε λίγο.
«Πολύ αστυνομία έχει αυτή η πόλη», του είπε.
«Και μέσα στην ποικιλία. Είδα μπάτσους πεζούς και μπάτσους έφιππους, άλλους να κυκλοφορούν με ποδήλατα και άλλους με μηχανές –αν δω και τίποτα περιπολίες με πατίνια θα φουντάρω στον Άμστελ», σχολίασε αυτός. Αλλά δεν ένιωθε ασφαλής, παρ΄όλους τους μπάτσους, ίσως κιόλας επειδή υπήρχαν τόσοι μπάτσοι τριγύρω.
Χώθηκαν στο ημι-υπόγειο coffee shop και χάζεψαν το θωρακισμένο κουβούκλιο με τον ψυχρό ντήλερ. «Τι να αγοράσουμε;» «Το φτηνότερο ή το πιο εξωτικό;» «Μόνο εκείνο που λέει ‘Καλαμάτα’ να μην πάρουμε –έχω και στο χωριό μου τέτοιο». «Λιβάνι ή φούντα;» «Ότι νάναι».
Πήραν τζιβάνες και τσιγαρόχαρτα μαζί με πορτοκαλάδες και κέικ σοκολάτας από το μπαρ –κάπνισαν ακούγοντας παλιό ροκ κι αυτό μόνο.
«Πως νιώθεις τώρα που ξέρεις ότι κάποιος πέθανε και …»
«Θες να μάθεις πως νιώθει ένας δολοφόνος;»
«Δεν το εννοούσα έτσι»
«Δεν πειράζει... Ήταν πολύ γρήγορο, ούτε που το κατάλαβα. Ο τύπος έπεσε πάνω μου, ήταν τεράστιος, όρθιο βουνό και με κόλλησε στον τοίχο. Με πίεζε -εγώ είχα το μαχαίρι στην τσέπη του μπουφάν. Για να τους τρομάξω περισσότερο απ΄ότι φοβόμουν εγώ –έτσι σκέφτηκα όταν το πήρα μαζί μου. Αλλά όταν ξεκίνησε ο καυγάς, σάστισα. Δεν πρόλαβα να βγάλω το μαχαίρι, να το κουνήσω μπροστά στις σκατόφατσές τους. Όσο με πίεζε στον τοίχο –ασφυξία κανονική –χέστηκα πάνω μου. Ευτυχώς δεν μου κράταγε τα χέρια, τον κάρφωσα στα πλευρά αλλά δεν είχα δύναμη. Ήμουνα σίγουρος πως δεν θα του έκανα ούτε γρατζουνιά του γορίλα –έσπρωξα με ότι είχα, να του σκίσω τουλάχιστον το μπουφάν. Μετά αυτός έπεσε και το μαχαίρι έμεινε σφηνωμένο. Απίστευτο! Μαλακία! Οι υπόλοιποι σταμάτησαν το ξύλο και με κοίταζαν. Ένας φίλος έλεγε πως το μαχαίρι μην το κουβαλάς μαζί σου αν δεν ξέρεις να το χρησιμοποιείς. Αλλιώς, είναι σα να δίνεις ένα παραπάνω όπλο στον αντίπαλό σου. Δεν ήταν ακριβώς έτσι, αλλά τελικά ήταν χειρότερα», έκανε τη γνωστή φιγούρα του με τον zippo, ανάβοντας το δεύτερο τσιγαριλίκι.
«Και τώρα τι θα κάνεις;» ενδιαφέρθηκε εκείνη.
«Δεν ξέρω. Στη χειρότερη περίπτωση, θέλω να είμαι εκτός Ελλάδας όσο τρέχουν οι προθεσμίες των μπάτσων. Μήπως και πετύχω κάποια αναβολή … κάτι τέτοιο. Βασικά δεν αντέχω να με χώσουν μέσα –προφυλάκιση. Κι αν βρω κάτι εδώ, ή παραέξω, δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω με καμιά Παναγία».
«Κι εγώ κάπως έτσι τα βλέπω. Μακάρι να μου βρει κάτι η Έστερ. Λίγες μέρες σπίτι της, κάποια δουλειά, οτιδήποτε …»
Αν δεν είσαι σε καλή διάθεση, αν έχεις προβλήματα, σκοτούρες, μαυρίλες –το χόρτο σε ρίχνει ακόμα πιο βαθιά και το λιβάνι σου φέρνει εφιάλτες. Γι΄αυτό και ήταν παράξενο που πέρασαν δυο ώρες εκεί μέσα, γελώντας με ασύνδετες προτάσεις, αγγίζοντας, κοιτάζοντας, ακουμπώντας. Ο ένας την άλλη.
Με βαριά κεφάλια πέρασαν το ποτάμι για να βρουν ξενοδοχείο –ελεεινό στην όψη και νόμιζαν πως θα ήταν φτηνό. Ο Ινδός στη ρεσεψιόν τους αντιμετώπισε με αχρείαστη ευγένεια, η σκάλα ήταν τόσο στενή που ανέβηκαν με το πλάι και το δωμάτιο είχε εξαερισμό στον ακάλυπτο –πάνω από μια κρεπερί.
Αυτός βιάστηκε να χωθεί στο μπάνιο –έζεχνε ταξίδι και παγωμένο ιδρώτα, εκείνη κάθησε οκλαδόν στη μέση του κρεβατιού. Διαβάζοντας το βιβλίο του γιατί η τηλεόραση έδειχνε γουέστερν μεταγλωττισμένα και κάτι τύπους από απίθανα κομμωτήρια που ισχυρίζονταν ότι τραγουδούσαν ποπ.
«Ήταν αλήθεια. Όταν ήταν στο σπίτι, η μαμά περνούσε τον καιρό της παρακολουθώντας με σιωπηλά με τα μάτια. Τις πρώτες μέρες στο άσυλο, έκλαιγε συχνά. Ήταν όμως από συνήθεια. Μετά από λίγους μήνες, θα έκλαιγε αν την έπαιρναν από το άσυλο. Πάντα από συνήθεια. Μάλλον ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που τον τελευταίο χρόνο δεν πήγα να τη δω σχεδόν καθόλου. Κι ένας άλλος λόγος ήταν ότι μου έτρωγε την Κυριακή μου άσε τον κόπο για να πάω με το λεωφορείο, να πάρω τα εισιτήρια και να κάνω δυο ώρες δρόμο».
«Τι είπες;» ρώτησε αυτός καθώς σκουπιζόταν με το ξεφτισμένο μπουρνούζι.
«Έτσι ακριβώς είναι η μάνα μου», του απάντησε. «Κι εγώ δηλαδή …»
«Τι πράγμα;» ρώτησε πάλι, φορώντας το παντελόνι του.
«Τίποτα. Τελείωσες να μπω κι εγώ;»
«Ναι, ελεύθερα».
Ξάπλωσε στο κρεβάτι καπνίζοντας και σκέφτηκε πόσο θα ήθελε να την κρυφοκοιτάξει από την κλειδαρότρυπα –σκέφτηκε επίσης ότι κώλωνε άπειρα να το επιχειρήσει. Το άφιλτρο του επέστρεψε κύματα ζαλάδας από τα καπνισμένα τσιγαριλίκια –έκλεισε τα μάτια μήπως γλιτώσει τον πονοκέφαλο, γιατί η παρουσιάστρια στην ολλανδική τηλεόραση φορούσε πορτοκαλί ταγέρ –το δωμάτιο βούιζε, σταμάτησε να καπνίζει –«ήταν ζόρικο αυτό που ήπιαμε τελικά». Άρχισε να κρυώνει, γι΄αυτό κατάλαβε πως εκείνη είχε μείνει, αδικαιολόγητα πολύ ώρα στο μπάνιο. Σηκώθηκε προσπαθώντας να συμμαζευτεί.
Τη βρήκε αγκαλιά με την τουαλέτα, προτίμησε να μην κοιτάξει τα υπολείμματα εμετού –εκείνη έτρεμε όσο της έπλενε το πρόσωπο κι ευτυχώς δεν έκλαιγε. Αμήχανος την κράτησε από τους ώμους οδηγώντας την στο κρεβάτι ενώ εκείνη αρνιόταν πεισματικά να ανοίξει τα μάτια της –ίσως γιατί ντρεπόταν να δει τον εαυτό της με τα εσώρουχα μόνο.
Τη σκέπασε και κάθησε δίπλα της –παρακολούθησε αμίλητος το τρέμουλο να μετατρέπεται σε βαριά ανάσα –«κοιμήσου κοριτσάκι, τίποτα δεν μπορεί να γίνει χειρότερο από ότι ήδη είναι».
Πέρασε ώρα μέχρι να ξαπλώσει δίπλα της και τότε ακόμα πρόσεχε –να μην την ακουμπήσει, να μην την τρομάξει. Κοιμήθηκε με διακοπές ή πέρασε τη νύχτα στο ενδιάμεσο. Βρέθηκε πάλι στη θάλασσα του σιταριού, οι πρώτες σταγόνες έπεφταν –βαριά βροχή, έμοιαζε με προειδοποίηση που δεν την παίρνεις στα σοβαρά όσο χτυπάει την πλάτη σου, αλλά σε περονιάζει και τότε καταλαβαίνεις το λάθος σου. Το χώμα δεν φαινόταν κάτω από τα στάχια –λάσπη μάλλον γιατί δεν μπορούσε να περπατήσει. Ήταν σίγουρος πως υπήρχε κάποιο υπόστεγο αν και δεν το έβλεπε –θα περίμενε από κάτω του να σταματήσει η βροχή γιατί κάτι είχε να κάνει. Αλλά η βροχή γινόταν όλο και πιο έντονη, δεν έπεφτε, μόνο έμενε στον αέρα, αδιαπέραστη από τα γυμνά του πόδια. Τρόμαξε –σα μύγα εγκλωβισμένη σε μια κουταλιά ζελέ ένιωθε –κι αν αυτό γινόταν πιο σφιχτό; Αποπνικτικό -έψαξε στην τσέπη του για το μαχαίρι, ένιωσε κρύο μέταλλο στη χούφτα του και κάρφωσε τη βροχή για να ανοίξει δρόμο. Ξανά και ξανά, μέχρι που ένιωθε έντονο πόνο –κοίταξε κάτω και είδε καρφωμένο το μαχαίρι στο δεξί του πόδι. Ξύπνησε, μάλλον φωνάζοντας. Η κοπέλα κοιμόταν ακόμα δίπλα του, μόνο που έσφιγγε το δεξί του πόδι ανάμεσα στα δικά της. Γέλασε, αλλά δεν μπόρεσε να ξανακοιμηθεί.
Η καινούργια μέρα μπήκε από τον εξαερισμό και μύριζε μπέικον. Είδε τα μάτια της να ανοίξουν διστακτικά καθώς προσπαθούσε να χαμογελάσει.
«Έγινα ρεζίλι έτσι;»
Ανασηκώθηκε λίγο και τη φίλησε στο μέτωπο.
«Μια χαρά ήσουν. Απλά δεν άντεξε το στομάχι σου –συμβαίνουν αυτά».
«Κι εσύ;»
«Τι πράγμα;»
«Θέλω να πω … εμείς εδώ …»
Γέλασε με τρανταχτή αμηχανία.
«Εντάξει, προφανώς κάναμε λυσσασμένο σεξ όλη τη νύχτα! Δεν θυμάσαι τίποτα;»
Γούρλωσε τα μάτια, μέχρι να καταλάβει πως αυτός έκανε πλάκα. Μετά γέλασε ανόρεχτα. Κι αυτός σηκώθηκε από το κρεβάτι για να ρίξει νερό στο πρόσωπό του.
«Άντε, ετοιμάσου. Πρέπει να πάμε για πρωινό, θα νιώσεις καλύτερα αν βάλεις κάτι στο στομάχι σου».
«Τι ώρα είναι;»
«9 και κάτι».
«Δεν προλαβαίνω! Εννιάμιση έχω ραντεβού με την Έστερ, πρέπει να φύγω!»
Την παρακολούθησε καθώς ρήμαζε το δωμάτιο προσπαθώντας να ντυθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν. Άναψε τσιγάρο και βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα για να μην την εμποδίζει κι εκείνη έτρεξε στο μπάνιο για να χτενιστεί βιαστικά. Παιδεύτηκε με τα κορδόνια των παπουτσιών της πριν ανοίξει την πόρτα του δωματίου –σταμάτησε απότομα. Μπήκε πάλι μέσα, πλησίασε την πολυθρόνα που αυτός καθόταν.
«Σ’ ευχαριστώ πολύ για χτες. Για όλα»
«Ευχαρίστησή μου», χαμογέλασε αυτός μυστήρια.
«Ρε άντε να χαθείς!» φώναξε εκείνη και σήκωσε το χέρι της να τον χτυπήσει. Στη μέση το μετάνιωσε, χάιδεψε απαλά τα μαλλιά του και έσκυψε μέχρι να βρεθούν αντιμέτωποι. Τότε τον φίλησε στις άκρες ενός διφορούμενου χαμόγελου.
«Να με περιμένεις έτσι; Θα γυρίσω γρήγορα».
Μετά εξαφανίστηκε.
Αυτός τελείωσε το τσιγάρο με την ησυχία του κι έπιασε να χαζεύει κάποιο χάρτη της πόλης που βρήκε δίπλα στο φωτιστικό. Σκεφτόταν. Είχε αρκετά χρήματα για να περάσουν ένα μήνα –κάνοντας οικονομίες. Θα έβγαζαν δυο εισιτήρια τραίνου για το Βορρά. Δεν ήθελε να μείνουν άλλο στο Άμστερνταμ –δεν υπήρχε τίποτα εκτός από βαποράκια και υγρασία σ’ αυτή την πόλη. Θα έβρισκαν κάποιο χωριό και θα έβρισκαν μια δουλειά –σε μπαρ, σε φούρνο, σε κρεπερί –κάτι τέτοιο. Μπορούσαν να μείνουν σε Youth hostel για αρχή –αργότερα θα νοίκιαζαν διαμέρισμα σε εργατική συνοικία. Δεν πρέπει να ήταν τόσο ακριβά. Κι αν, πάλι, τα έβρισκαν σκούρα θα περνούσαν σε άλλη χώρα. Τι ήταν δίπλα; Γερμανία; Δανία; Ότι σκατά –δεν είχε σημασία. Τον πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα –λήθαργος χωρίς όνειρα. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν ήσυχος, χαμογελαστός σαν ηλίθιος. Ερωτευμένος.
Το χτύπημα στην πόρτα όλο και δυνάμωνε –πετάχτηκε ξαφνιασμένος –ποιος ήταν; Κοίταξε το ρολόι του, είχε πάει 11 η ώρα, φόρεσε ένα επίσημο χαμόγελο και της άνοιξε γεμάτος σχέδια.
Οι τύποι στην άλλη πλευρά της πόρτας φορούσαν φαρδιά κοστούμια και καλοχτενισμένα μαλλιά.
«Γουίλ γιου φόλοου ας σερ;» είπε ο ένας από τους δύο με βαριά, φλαμανδική προφορά.
«Τι τρέχει;» σάστισε αυτός.
«Πλιζ», είπε ο άλλος και τον έπιασε από το μπράτσο.
«Όποιος δεν ανάψει το πρώτο του τσιγάρο με zippo θα καταλήξει δημόσιος υπάλληλος ή τραπεζικός», έλεγε ο μύθος. Αυτός είχε ανάψει το πρώτο του τσιγάρο με σπίρτα, στην αυλή του Γυμνασίου, την εποχή που οι αναπτήρες ήταν είδος πολυτελείας. Έτσι, όσο τακτοποιούσε τα πράγματά του στον σάκο, γλίστρησε κρυφά, ανάμεσα στα σκεπάσματα, τον zippo και το βιβλίο του –να τα βρει εκείνη όταν γυρίσει. «Που ξέρεις, μπορεί κάποτε να της έρθει όρεξη για τσιγάρο. Ας έχει κάτι να το ανάψει –κι αν είναι το πρώτο της, μπορεί να γλιτώσει από την κατάρα». Χαμογέλασε.
Οι άντρες έκλεισαν μαλακά την πόρτα πίσω τους πριν του περάσουν χειροπέδες.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007

Canto Para Elewa y Changó - Orishas 2007

«Οι πόρτες θα ανοίξουν στις 8». «Doors open at 8». «Στο κτίριο 6 του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, οι πόρτες θα ανοίξουν στις 8 για τη συναυλία των Orishas», εμένα μου λες;

Έκανε το κρύο της αρκούδας, γι΄αυτό αποφασίσαμε να αφήσουμε το αυτοκίνητο όσο πιο κοντά γινόταν. Όταν παρκάραμε, ανακαλύψαμε ότι, αν κόρναρες στους διοργανωτές –θα σου άνοιγαν την πύλη για να φτάσεις μέχρι το κτίριο οδηγώντας. Δε γαμιέται; Ας περπατήσουμε και λίγο. Περπατήσαμε. Αρκετά. Κι έκανε ψοφόκρυο γιατί είχα την ηλίθια έμπνευση να μην πάρω το μπουφάν μαζί μου. Που να κρατάς μπουφάν μέσα στη συναυλία;

Φτάσαμε με την Tomboy στο μνημειώδες κτίριο 6 –ένα παράπηγμα με τούβλα και τσίγκινη στέγη. «Μάγκα μου, αν βρέξει θα πνιγούμε σαν τα ποντίκια εδώ μέσα», σκέφτηκα. Μετά είδα τον κόσμο που περίμενε χοροπηδώντας από το κρύο και σταμάτησα να σκέφτομαι. 8:10, «οι πόρτες ανοίγουν στις 8».

Στην είσοδο κάθονταν κάτι γομάρια με υφάκι μπάτσου, σφίχτες από γυμναστήρια που νιώθουν τεράστιοι όταν κάνουν περιφρούρηση με τα ακουστικά στο κεφάλι και το κινητό στο χέρι. Πλησίασα –«δεν έχουμε ανοίξει ακόμα», «ναι, αλλά κρυώνουμε», «ε καλά –περιμένετε» -δεν άρχιζε καθόλου καλά η ιστορία!

Περιμέναμε τουρτουρίζοντας, καμιά εκατοστή άτομα ενώ μέσα κρεμούσαν τα διαφημιστικά –οι πόρτες άνοιξαν στις 9 τελικά κι ας έγραφαν ότι ήθελαν τα εισιτήριά μας. Μπήκαμε στην αποθήκη, τούβλο –τσίγκος και πάλι ευχαριστημένοι ήμασταν.

Στην αρχή δεν έπαιζε καν μουσική –μόνο κάτι Γάλλοι τσέκαραν τα μικρόφωνα φωνάζοντας «Hola, si». Με ζώσανε τα φίδια –γιατί η ώρα είχε πάει ήδη 9:30 και στο εισιτήριο έγραφε πως συμμετείχαν ο «Αρτέμης με τον Ευθύμη». Θυμήθηκα την αιώνια ατάκα του Χάρυ Κλυν –«με λένε Αρτέμη … αλλά τώρα με λένε … ΑΠΟΥΣΙΑ» και παρηγορήθηκα. Δε γίνεται, 9:45, μάλλον τους έφαγε η καθυστέρηση τους εγχώριους ράπερς. Που τέτοια τύχη!

Στις 10 εμφανίστηκαν φουριόζοι, οι Ευθύμης, ο Αρτέμης, ο dj Smarty και δυο φρικιά σε μπάσο-κιθάρα. Είχαν κι έναν ντράμερ –«είχε κι ένα δόντι» που έλεγε ο Τραμπάκουλας. Δυο κοπελίτσες έπιασαν την κουβέντα με την Tomboy –«τι είναι αυτοί; ας ελπίσουμε ότι θα σηκωθούν να φύγουν γρήγορα!»

Όταν άρχισαν να παίζουν, μου δόθηκε η ευκαιρία να εκτιμήσω την ηχητική πιστότητα του χώρου –σα ραδιόφωνο κλεισμένο σε κατσαρόλα ακουγόταν. Μπουκωμένα μπάσα, κιθάρες κάπου πίσω και έξω (αλλά πάντως, όχι εδώ) και οι φωνές, απλά ανύπαρκτες. Έβλεπες τους τραγουδιστές ν’ανοιγοκλείνουν τα χείλη –«δεν μπορεί, κάτι λένε» υπέθετες κι έβγαινε ένα θολό πράγμα από τα ηχεία, «αουα αβζζζ» -κάπως έτσι.

Ο Ευθύμης με τον Αρτέμη είχαν το δικό τους κοινό. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί σε άλλη περίπτωση θα έφευγαν μπουκάλια από το δεύτερο κομμάτι. Η Tomboy σχολίαζε με τις κοπελίτσες πως «αν τους ακούνε από μέσα οι Orishas, θα πάρουν το πρώτο αεροπλάνο –να γυρίσουν πίσω στη Γαλλία». Κατά τις 10:40 αποφάσισαν να μας απαλλάξουν από το μαρτύριο και μας αποχαιρέτησαν με ένα τραγούδι που έλεγε πως «όσοι μιλάνε Ελληνικά είναι δικά μας παιδιά» -κάπως εθνικιστικό μου έκανε, αλλά μπορεί και να είμαι λάθος γιατί δεν μπόρεσα να διακρίνω τους υπόλοιπους στίχους.

Η ώρα περνούσε. Ο κόσμος άρχισε να γκρινιάζει. «Ποιοι νομίζουν ότι είναι τελικά; 11 έχει πάει και ακόμα να βγουν!» Κάποιοι έλεγαν πως και την προηγούμενη φορά που ήρθαν Ελλάδα, πάλι άργησαν να εμφανιστούν –«μα ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί οι Orishas

11:20 ακούστηκε μια σπηλαιώδης φωνή από το πουθενά –«Yo, are you ready?», ο κόσμος ενθουσιάστηκε, η φωνή εξακολουθούσε να μουγκρίζει και ένας τυπάκος μισό δράμι, πετάχτηκε στη σκηνή με μια τρομπέτα. Όσο ο dj και ο ντράμερ έπαιρναν τις θέσεις τους, ο τυπάκος έτρεχε κατά πάνω μας χοροπηδώντας και κουνώντας τα χέρια. Εκεί μπροστά που ήμασταν, έγινε πανικός. Οι διπλανοί άρχισαν να χορεύουν, άλλοι επευφημούσαν, ξυπνώντας από την πολύωρη αναμονή –χαμός με λίγα λόγια κι αυτός στη σκηνή ήταν μόνο ο τρομπετίστας!

Σχεδόν δεν καταλάβαμε από πού εμφανίστηκαν οι Orishas –αλλά όταν έπιασαν τρεις άκρες κι άρχισαν να τραγουδάνε, να χορεύουν, να φωνάζουν …

Ο marquee de mud που είχε δει την προηγούμενη συναυλία τους στην Ελλάδα μου είχε πει ότι «οι τύποι ανέβηκαν και έπαιξαν χαλαρά, το έβλεπες ότι δεν ζορίστηκαν, δεν τα έδωσαν όλα –και πήραν σώβρακα! Τους κοίταζα κι αναρωτιόμουν –δηλαδή τι θα γίνει αν αποφασίσουν να παίξουν κανονικά;» Κι ο Χρίστος, σε ένα σχόλιο, το είχε επιβεβαιώσει, «τους είδα στο Λονδίνο και όντως παίρνουν σώβρακα». Συμφωνώ μαζί τους με μια μικρή διαφοροποίηση –σώβρακα είχαν πάρει την προηγούμενη φορά που έπαιξαν, αυτή τη φορά μας πήραν τις φανέλες, τις ταυτότητες και τα βαφτιστικά σταυρουδάκια!

Τους χρειάστηκε ένα μόλις τραγούδι για να καταλάβουν ποιοι ήταν αυτοί που τους άκουγαν από κάτω και μου χρειάστηκε μόλις ένα τραγούδι για να καταλάβω πως με το ζόρι διακρίναμε τις φωνές τους μέσα από την ηχητική κατσαρόλα της αίθουσας.

Τρίτο τραγούδι, «Represent, represent Cuba, Orishas underground de Havana –represent, represent Cuba, es mi musica» κι ο κόσμος ήταν ήδη αλλού.

Ο Yotuel, αυτός με τη σπηλαιώδη φωνή, είναι ένα κτήνος. Τεράστιος, χορεύει αφιονισμένα, σκαρφαλώνει στα ηχεία, πιέζει τον κόσμο να συμμετάσχει στην έκστασή τους. Πετάγεται από τη μια άκρη της σκηνής στην άλλη, κατεβαίνει κάτω από τη σκηνή για να τραγουδήσει το El Kilo, χορεύει (το ξανάπα; δεν πειράζει –όσες φορές και να το πω, είναι λίγο). Σε κάποια φάση μας ρωτάει «δεν καπνίζετε, δεν πίνετε –τι είσαστε εσείς; είσαστε hip hop κοινό ή pop;» Αμέσως μετά αποφασίζει να μας κουνήσει περισσότερο. «Εσείς από δεξιά θα λέτε αυτό όταν η τρομπέτα παίζει έτσι –εσείς από αριστερά θα λέτε το άλλο –ναι, εντάξει, αλλά όσο θα τα λέτε, θα κουνιόσαστε κιόλας –όπως εγώ!» Την επόμενη στιγμή όλος ο κόσμος γίνεται μπαλάκι του τένις –χτυπάμε από τον ένα τοίχο στον άλλο και ο Yotuel τρέχει σα διάολος πάνω στη σκηνή –«ποιο δυνατά να φωνάζετε, κουνηθείτε σαν εμένα!»

Σε κάποιο τραγούδι –κολλάει τους στίχους του Bob MarleyDo you remember when we used to sit», σταματάει και μας κάνει νόημα περιμένοντας να συνεχίσουμε «in a government yard down in trenchtown». Σιγά τώρα! Ο Yotuel το ξαναπαλεύει, μας αφήνει να πούμε τους πρώτους στίχους, περιμένει τους επόμενους –μούγκα στο κοινό. Αλλά δε χάνει το κέφι του –«Allright, this is Orishas in the house today! But RESPECT to Bob Marley, RESPECT to Compay Segundo, RESPECT to Ibrahim Ferrer, RESPECT to Celia Cruz!». Και αρχίζουν το «537 C.U.B.A.» που είναι βασισμένο στο «Chan chan».

Κάποτε είχα διαβάσει μια συνέντευξή τους και έλεγαν πως «αρκετά με την παραδοσιακή μουσική –η Κούβα έχει κι άλλα πράγματα, η Κούβα έχει καταπληκτικό χιπ χοπ». Ήταν στην αρχή της καριέρας τους, όταν πάλευαν να καθιερωθούν, αλλά τώρα πλέον οι Orishas είναι καταξιωμένοι. Μέχρι και Γκράμυ πήραν για την καλύτερη latin μπάντα του 2006 (νομίζω) –και οι Orishas λείπουν χρόνια από την Κούβα. Γι΄αυτό φώναζαν συνέχεια το νησί τους, γι΄αυτό έκαναν ειρήνη με τις παραδόσεις τους –ο Κουβανός, όπου κι αν πάει, παραμένει προσωρινός. Μόνο στο νησί του μένει για πάντα.

Γιατί γκρίνιαξα τόσες φορές σχετικά με τον ήχο; Έχω μεγαλώσει ακούγοντας πανκ και γκαράζ –ποτέ δεν καιγόμουνα ιδιαίτερα για την ακουστική των χώρων, αυτά είναι λημέρια του marquee de mud και τα αποφεύγω. Αλλά, γαμώτο, όταν έχεις εκεί πάνω τον Roldan –πρέπει να τον ακούς! Ποιος είναι αυτός; Απλά, η καλύτερη φωνή που έχω δει ζωντανά! Ένας τυπάκος που γίνεται εφτά κομμάτια όταν χορεύει (θυμάσαι marquee;), φιδιάζει για πλάκα από τη μέση και κάτω, κόβει βόλτες στη σκηνή σα ντροπαλός πιτσιρίκος, δανείζεται μια βιντεοκάμερα από τον τύπο που τους παρακολουθεί δίπλα στο ηχείο και τραβάει έκπληκτος τις αντιδράσεις του κόσμου, γελάει, πίνει red bull … α ναι! Και όσο τα κάνει όλα αυτά, τραγουδάει με τέτοιο τρόπο που διαπιστώνεις πως τελικά, όντως υπάρχει χάρισμα και ταλέντο, όντως είχαν δίκιο κάτι αρχαίοι όταν έλεγαν πως ο «τάδε τραγουδιστής είναι αηδόνι». Όλα αυτά χαλαρά έτσι; Χωρίς να ζορίζεται, χωρίς να πιέζεται, να σφίγγεται –ήρεμα, φυσικά, όπως εμείς αναπνέουμε. Φίλε marquee τώρα που το είδα θα το παραδεχτώ –όχι ότι το χρειαζόσουν, γιατί σε αυτά τα θέματα έχεις πάντα δίκιο: ο Roldan έχει απίστευτη φωνή, ατέλειωτη φωνή! Ο Roldan ΕΙΝΑΙ φωνή!

Μένει ένας ακόμα Orisha, ο κοντούλης Ruzzo, ο μιγάδας που κινεζοφέρνει. Άλλος τύπος αυτός! Χαβαλές. Με συνεχείς γκριμάτσες, ο Ruzzo υποφέρει για πλάκα στα ερωτικά τραγούδια, μετά παραπατάει στ΄αστεία, χτυπάει τα πόδια του, μας δίνει το μικρόφωνο, πάει, έρχεται, παίζει κρουστά δίπλα στον ντράμερ –σε κάποια φάση πιάνονται οι υπόλοιποι δυο αγκαζέ για να κάνουν κάποιο εξωφρενικό χορευτικό, ο Yotuel κοιτάζει γύρω απορώντας –«που είναι ο Ruzzo;» Παντού και πουθενά ταυτοχρόνως. Πίνει νερό και μιλάει με τον κόσμο, σκουπίζει τον ιδρώτα του σε μια πετσέτα και ξεχνιέται χρησιμοποιώντας την πετσέτα σαν μπαγκέτα πάνω στην κονσόλα. Φυσικά τραγουδάει με το δικό του στυλ, ύπουλα, αλήτικα, ειρωνικά.

Οι Orishas μαζεύονται στο κέντρο της σκηνής, αγκαλιάζονται και τραγουδάνε σαν παρέα που διασκεδάζει –νύχτα στη Μαλεκόν, γελάνε κιόλας μεταξύ τους, ξεκινάνε κάποιο τραγούδι, το μετανιώνουν, πιάνουν άλλο –μετά φεύγουν για τις τρεις άκρες της σκηνής και χορεύουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ο καθένας με διαφορετικές φιγούρες, ο καθένας μέσα στον κοινό τους ρυθμό. Γι΄αυτό πιστεύω πως κάτι τέτοιες συναυλίες θα έπρεπε να τις βλέπεις και βιντεοσκοπημένες. Γιατί, αποκλείεται να είδες όλα όσα έκαναν οι Orishas χτες βράδυ!

Βλέπω τον Roldan να μιλάει με κάποιο τύπο δίπλα στα ηχεία, ενώ μια Κουβανέζα έχει ξεσκιστεί στον χορό. Οι υπόλοιποι τραγουδάνε στην άλλη άκρη της σκηνής –ο Roldan στη συνέχεια της κουβέντας του αρχίζει να χορεύει δαιμονισμένα –κοίτα να δεις! Αυτοί οι τρεις πάνω στη σκηνή δεν παίζουν μουσική, αυτοί οι τρεις δεν ερμηνεύουν τραγούδια. Οι τρεις Orishas ΕΙΝΑΙ μουσική. Κολυμπάνε μέσα στους ήχους τους όπως τα έμβρυα στο αμνιακό υγρό. Λάθος –πάρτο αλλιώς. Επειδή κολυμπάνε μέσα στους ρυθμούς τους από την εποχή που είναι έμβρυα στις κοιλιές των μανάδων τους γι΄αυτό, όταν γεννιούνται, έχουν μέσα στο σώμα τους τη μουσική όπως οι άλλοι έχουν νερό. Κι εκεί μέσα ζουν, γιατί δεν γίνεται να κάνουν διαφορετικά.

Ο Yotuel πετάει την μπλούζα του, ο τύπος είναι τεράστιος! Και σκαρφαλώνει μέχρι την κορυφή του ηχείου για να πει το τελευταίο τραγούδι –οι Orishas φεύγουν αμέσως μετά το δεύτερο ανκόρ φωνάζοντας «Muchos gracias Atena», ο Roldan μαζεύει από το πάτωμα ένα περικάρπιο που κάποιος του πέταξε και το ακουμπάει στο στήθος του κάνοντας μια μικρή υπόκλιση –αν υπάρξει άνθρωπος που θα πει ότι αυτοί οι τύποι είναι σνομπ και επαρμένοι, τότε δεν ήταν χτες στη συναυλία των Orishas.

Γιατί πολλοί βρέθηκαν εκεί και πλήρωσαν εισιτήριο, αλλά δεν ήταν ποτέ στη συναυλία. Κάτι τυπάκια από σχολές χορού που αποφάσισαν να ρίξουν κλωτσιές και αγκωνιές στους γύρω τους –επειδή έπρεπε να ρίξουν τη λατινογενή γυροβολιά τους. Να δείξουν ότι ξέρουν, να δείξουν ότι διασκεδάζουν βρε αδερφέ! Οι Orishas τραγουδάνε το «Guantanamera» μαζί με τον κόσμο κι ο φλώρος με το φουλάρι δίπλα μου ρωτάει «Κούβα δεν το λένε αυτό το τραγούδι;» Ναι ρε μαλάκα, Κούβα το λένε, όλα τα τραγούδια των Orishas τα λένε Κούβα, δεν τους ακούς που το φωνάζουν συνέχεια; Μετά, ο φλώρος κάνει μια περίτεχνη φιγούρα μέσα στο στριμωξίδι, με αποτέλεσμα να πετάξει την Tomboy δυο μέτρα πιο πίσω. Ένας καραγκιόζης, οχτακόσια κιλά αηδία με δερμάτινο και σκούφο πατάει πάνω στις κοπελίτσες που έχουν πιάσει κουβέντα με την Tomboy. Η μια από αυτές διαμαρτύρεται, ο τύπος την παίρνει αγκαλιά και ψελλίζει, «έλα μωρέ πως κάνεις έτσι» -η κοπελίτσα φρικάρει και τον σπρώχνει. Μια άλλη κοπέλα έχει κολλήσει στην πλάτη μου και τρίβεται σα γυαλόχαρτο –απορώ, τι διάολο, πάνω μου βρήκε να μαλακιστεί; Στο τέλος αποφασίζω πως δεν έχω καλή πλάτη γι΄αυτή τη δουλειά –επειδή αυτή με κοπανάει ανελέητα στο κεφάλι και στους ώμους, ρε που μπλέξαμε!

Στο αυτοκίνητο συνειδητοποιούμε πως η ώρα έχει πάει 1:10, έχουμε κλείσει αισίως, πέντε ώρες ορθοστασίας και τα πόδια μας απλά δεν υπάρχουν. Πως δεν το καταλάβαμε νωρίτερα; Θυμάμαι ότι, όσο έπαιζαν ο Αρτέμης με τον Ευθύμη ένιωθα ψόφιος στην κούραση, κρυοπαγιασμένος από την αναμονή, εκνευρισμένος –χάλια.

Αλλά μετά, θυμάμαι πως ήρθαν οι Orishas και είδα μια από τις 5 καλύτερες συναυλίες της ζωής μου. Κάνω ένα πρόχειρο μέτρημα: Rolling Stones στο ΟΑΚΑ, Nick Cave and the Bad Seeds στο Rockwave, Nick Cave στο Λυκαβηττό, Iggy Pop στο γήπεδο του Απόλλωνα, Cramps στο ΡΟΔΟΝ. Και Orishas –μη με ρωτήσεις για τη σειρά! «Se te ve pasar con tu genio/ Se te ve pasar con tu caminar».

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

5 πράγματα που δεν χρειάζεται να ξέρετε

Αφού με έχωσε κανονικά η Tomboy -θα τα πω όλα και περιεκτικά:

1. Όταν ήμουνα μικρόςμου αγόρασαν μια σχολική τσάντα με ένα τετράδιο που είχε εξώφυλλο τον Κολοκοτρώνη. Το επομενο πρωί, την φορτώθηκα στους ώμους και έτρεξα ασυγκράτητος να συναντήσω τους ανοιχτούς ορίζοντες της μόρφωσης. Μόνο που το σπίτι μας είχε φράχτη από κοτετσόσυρμα και, από τη φούρια μου, καρφώθηκα με τα μούτρα πάνω του -σα μπάλα στο πλεκτό, μετά από εκτέλεση φάουλ του Ζουνίνιο Περνομπουκάνο. Από τότε αντιμετωπίζω τις επιμορφωτικές διαδικασίες με κάποιο δισταγμό.

2. Την πρώτη μου μοτοσυκλέτα τη σαβούριασε ο κολλητός μου πριν προλάβω να την οδηγήσω. Ακολούθως, μου χρειάστηκαν τρεις προσπάθειες για να πάρω το δίπλωμα οδήγησης γιατί (αν και οδηγούσα παράνομα πάνω από τέσσερα χρόνια -και πάνω από πέντε κλήσεις που οδηγούσαν σε τακτική δικάσιμο), δεν γούσταρα να νοικιάσω βεσπάκι για να περάσω το τεστ. Οπότε, αποτύγχανα πάντα στη διαδικασία της αναστροφής και ακολουθούσε ο κλασσικός διάλογος με τους εξεταστές: "Πήρατε τη στροφή ανοιχτά". "Μα τόσο στρίβει το τιμόνι -τι να κάνω, να το σπάσω;" "Να πάρετε βέσπα" "Μπα; Γιατί, για να πάρετε εσείς μίζα;" "Καλώς -κόβεστε". Από τότε σιχαίνομαι τις αναστροφές.

3. Μου χρειάστηκε να περάσω περίπου το 1/3 του αιώνα για να καταλάβω πως δεν ζούσα, απλώς επιβίωνα. Μετά, ανακάλυψα πως η ζωή είναι πολύ μικρή και δεν φτάνει ούτε για να δείξεις σε μια γυναίκα πόσο την αγαπάς. Κάθομαι δίπλα της και χαζεύω μαζί της την κόρη μου (που έχει γίνει πλέον κόρη μας) να μας μιμείται και νιώθω γελοιωδώς ευτυχισμένος. Σιχαινόμουν τις πατρίδες και τα δεσμά με τόπους και καταστάσεις -μέχρι που πήγαμε στην Κούβα, οπότε είδα πως κάθε άνθρωπος έχει, σε τελική ανάλυση, ένα μέρος που μπορεί να το αποκαλεί "σπίτι του".

4. Είμαι αντικοινωνικός, από αυτούς που δεν σηκώνουν το χέρι τους να πάρουν ένα τηλέφωνο και βαριούνται να φορέσουν παπούτσια για να βγουν έξω. Νιώθω άβολα στις παρέες γιατί είμαι σίγουρος πως δεν έχω τίποτα να πω με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτές είναι συνέπειες της πεποίθησής μου πως σε διαγωνισμό βαρετών ατόμων δεν θα έπαιρνα, δυστυχώς, την πρώτη θέση, αλλά τη μεσαία -κάτι που είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι χειρότερο μπορεί να σου τύχει. Αλλά μέσα σε όλα αυτά, νοιάζομαι για τους φίλους μου -πολύ.

5. Έχω δύο τατουάζ. Ένα με τον Καμίλο Σιενφουέγος στο αριστερό μπράτσο και ένα ακόμα στο πάνω μέρος του δεξιού ποδιού -που δεν χρειάζεται να ξέρετε τι λέει.

Και μετά από αυτό, δίνω με πολύ χαρά τους επόμενους -τουτέστιν τους: Godot, Marquee de Mud, Ey-aggelo, Σκιές που μιλάν και Έρωτα Στομάχη.

"Ο θάνατος είναι ένα αστέρι"

Κάποιες φορές θέλουμε να ζήσουμε τις ζωές των άλλων. Μερικές φορές νομίζουμε ότι το καταφέραμε. Βάζουμε όλα μας τα δυνατά για να πείσουμε τους γύρω μας ότι εμείς είμαστε –οι ακέραιοι, οι ριψοκίνδυνοι, οι αδέκαστοι, οι κριτές, οι τιμωροί –βάζουμε τα δυνατά μας και τότε η υποκριτική μας ικανότητα μετατρέπεται σε σκέτη υποκρισία.

«Και γραπώθηκα από αυτό το θανατηφόρο φάντασμα/ τον ακολούθησα στις άγριες ζούγκλες/ καθώς περνούσε φουριόζος μέσα από τις λόχμες/ πνιγμένος μέσα σε νυχτερινές σκιές.»

Δεν μας νοιάζει τι θα χαλάσουμε. Δεν έχει σημασία το κόστος γιατί το πληρώνουν άλλοι. Είναι τόσο βολικό, τόσο συμφέρον να αγοράζουμε ζωή χρησιμοποιώντας ξένα πορτοφόλια. Ειδικά μάλιστα όταν δεν έχουμε δική μας ζωή!

«Ο κλέφτης της ζωής/ κινήθηκε μέσα και έξω από την αγάπη.»

Παρακολουθούμε τις αμήχανες προσπάθειες των υπολοίπων να αγαπήσουν, να κλάψουν, να αστειευτούν –να εκφραστούν. Καταπίνουμε τα συναισθήματά τους πάνω σε μια χάρτινη οθόνη -χαμογελαστοί. Ειρωνία; Ζήλια; Δεν έχει σημασία, για την ώρα –επειδή, η καταιγίδα άνοιξε τα παράθυρα και η βροχή μπαίνει στο δωμάτιο –μαζί με εμάς. Όχι πια χαμόγελο, αλλά τρανταχτό γέλιο. Έφτασε η ώρα τους να πληρώσουν! Μα γιατί; Επειδή εμείς δεν έχουμε!

«Σε ένα μοτέλ του αυτοκινητόδρομου/ μια καταιγίδα βροντάει στο φτηνότερο δωμάτιο/ το φάντασμα γλυστράει μέσα για να χύσει αίμα/ ακόμα και στην πιο γλυκιά νύχτα γάμου».

Μετά φεύγουμε ήσυχοι, έχοντας κάνει το χρέος μας. Έχοντας πληρώσει το χρέος μας με κλεμμένα λεφτά, πες καλύτερα. Έχοντας πληρώσει το χρέος μας με κλεμμένα συναισθήματα, λέω καλύτερα. Αφού εμείς δεν έχουμε –πώς να γίνει δηλαδή;

«Ο δολοφόνος της αγάπης/ παίρνει το τελευταίο, αργοπορημένο λεωφορείο για το Νιαγάρα»

Κι εσείς, οι υπόλοιποι –εγώ δηλαδή, γιατί σε μένα μιλάω –κάθεστε αναπαυτικά στην καρέκλα παρακολουθώντας την εξέλιξη της ταινίας. Έχετε τα δικά σας προβλήματα, τις δικές σας αμαρτίες να κουβαλήσετε –δεν υπάρχει χρόνος να ασχοληθείτε. Αυτός που πέφτει τρεκλίζοντας είναι ο κακός; Θα πρέπει να είναι γιατί σας αρέσουν οι ταινίες με ευτυχισμένο τέλος. Ξεχνιέστε. Ξεχνιέμαι. Η στεναχώρια μπορεί να περιμένει όσο ασχολείστε με τα βάσανα των άλλων. Ξορκίζετε τα δικά μας –όταν πεθαίνει ο διπλανός σημαίνει πως ο θάνατος πήρε το μερίδιό του. Σημαίνει πως θα φύγει τώρα χωρίς να σας κοιτάξει. Η δυστυχία των άλλων είναι η δική σας διαφυγή. Ποιος θέλει να φορτωθεί τα κρίματα του κόσμου –σε τελική ανάλυση; Ποιος θέλει να λογοδοτήσει για τα δικά του κρίματα; Μετακινήστε στη θέση νευρικά γιατί ο μπροστινός σας κόβει τη θέα. Στριφογυρίζω για να μη χάσω την επαφή μου με την εξέλιξη της ταινίας, στριφογυρίζω για να μην γυρίσω πίσω στα δικά μου. Μέσα -στα δικά μου.

«Κατά τύχη ή δραπετεύοντας από τη μιζέρια/ από στεναχώρια ή σαν απάντηση στον πόνο/ καπνίζοντας σ’ ένα σκοτεινό σινεμά/ μπορείς να δεις τον κακό να πέφτει ξανά».

Ξένη φύση, αντίξοες συνθήκες. Θα ήθελα να ήμουν εκεί, να σηκώσω τον γιακά της καμπαρντίνας και να οδηγήσω μέσα στη νύχτα –ενώ το νερό θα τρέχει από το μπορ του καπέλου μου. Ατρόμητος, ικανός, σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Δεν γίνεται να αποτύχω –είμαι ο ήρωας της ταινίας, σε μένα βασίζονται όλα. Όλοι.

Ανάβω ένα τσιγάρο από το μουσκεμένο πακέτο και μισοκλείνω τα μάτια υπολογίζοντας. Είμαι εκεί. Μαλακίες. Ποτέ δεν μου ήταν εύκολη η νυχτερινή οδήγηση –ειδικά αν βρέχει με το τουλούμι. Τα φώτα των απέναντι με στραβώνουν, αγχώνομαι και τα ταξίδια δεν τα γουστάρω –βαριέμαι το στήσιμο σε αεροδρόμια και λιμάνια. Απλώνω τα πόδια μου στη μπροστινή καρέκλα κι ανάβω τσιγάρο στη ζούλα, μη με πάρει χαμπάρι η ταξιθέτρια.

«Και τα σύννεφα κρέμονται πάνω από τα βουνά της Ισπανίας/ και η Φορντ μαρσάρει στη βροχερή νύχτα».

Γιατί δεν παραδέχεστε την ήττα σας; Πήρατε ότι δεν σας ανήκε, κάνατε ανθρώπους να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη με οίκτο και τρομάξατε άλλους τόσο πολύ, που ούτε στον καθρέφτη δεν μπορούν να κοιταχτούν. Ακόμα τρέχουν, ακόμα αναρωτιούνται –γιατί εμένα;

Τους πετύχατε σε μνημόσυνα αγαπημένων προσώπων, την ώρα που πήγαιναν να καπνίσουν για να θολώσει ο καπνός τα μάτια τους –δεν ντρέπεσαι ρε γαϊδούρι; Τόσο χυδαίος; Τόσο ελεεινός είσαι; Δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται το κάπνισμα;

Τους πετύχατε την ώρα που έκλαιγαν πίσω από χαλασμένους έρωτες –ξέρετε, από αυτούς που είχαν εγγύηση για μια ζωή αλλά στο τέλος έμεινε η εγγύηση και έφυγε η ζωή –δεν ξέρετε, που να το ξέρετε άλλωστε; Δεν είχατε ποτέ την ευλογία να είσαστε καταραμένοι. Και γι΄αυτό, όταν τους πετύχατε βάλατε τα γέλια –σκούπισε τις μύξες σου, μια αηδία είσαι, σαν κοριτσάκι κλαίγεσαι –σιχασιά σκέτη!

Και βρήκατε κάποιους άλλους με ανοιχτές πόρτες, γιατί αυτοί συνήθισαν να απεχθάνονται τις κλειδαριές. Μπήκατε έτοιμοι. Με το όπλο στο χέρι –έτοιμοι. Να πυροβολήσετε τους τοίχους, να σπάσετε τις λάμπες γιατί το δικό σας σπίτι ήταν άδειο. Μπήκατε περιμένοντας την ευκαιρία κι αυτή πάντα έρχεται. Ειδικά όταν την περιμένεις και είναι χαζογκόμενα η ευκαιρία, γι΄αυτό σηκώνει τόση εκμετάλλευση. Είδατε τα πρόσωπά σας πάνω στο δέρμα των άλλων και πιστέψατε ότι αυτοί σας μοιάζουν. Δεν είχατε ζωή γι΄αυτό περνούσατε την ώρα σας μαζί τους, αλλά είχατε απωθημένα και φθόνο –γι’ αυτό νομίζατε πως τα διακρίνατε πάνω τους. Επειδή δεν είχατε τίποτα καλύτερο να κάνετε, επειδή δεν είχατε τίποτα να κάνετε, μείνατε με τα μούτρα κολλημένα στο παράθυρο. Παραμορφωμένες φάτσες –όχι από το τζάμι, αλλά πάνω στο τζάμι κι έτσι μείνατε κι αυτά κάνατε. Αλλά χάσατε. Βρωμίσατε τη διάθεση των άλλων, γιατί είσαστε ικανοί –τους κάνατε να τρέχουν, τους δώσατε λόγο να κρυφτούν –μέχρι εκεί μπορούσατε. Αλλά ο άνθρωπος κάποτε σταματάει να τρέχει και όταν ξελαχανιάσει, σταματάει να κρύβεται. Ο άνθρωπος σκέφτεται και ο άνθρωπος βρίσκει την αξιοπρέπειά του σε κάποια τσέπη, σε ένα ζευγάρι μάτια, στον φίλο που του χτυπάει την πλάτη γελώντας –εγώ είμαι εδώ ρε μαλάκα! Γι΄αυτό χάσατε. Γιατί δεν καταφέρατε να υπολογίσετε όλες τις παραμέτρους –άλλωστε εσείς δεν είχατε ποτέ φίλους και τα μάτια κοιτούσαν πίσω σας, μέσα από εσάς –διαφάνεια λέγεται. Βάλτο στον κώλο σου λοιπόν καργιόλη –δεν περνάνε πλέον αυτά! Εδώ.

«Το αίμα του δολοφόνου τρέχει/ αλλά σηκώνει το όπλο του για μια τελευταία φορά».

Συγκινούμαι με ξένες ιστορίες γιατί μου θυμίζουν δικά μου πράγματα, ίσως και να δακρύζω στο τέλος της ταινίας –έτσι μεγάλωσα, τι θέλεις τώρα; Συγκινούμαι με ξένες ιστορίες γιατί οι άλλοι έχουν μεγαλύτερα βάσανα από μένα κι ας είναι πάνινα, δακρύζω γιατί ταυτίζομαι –τώρα βρήκες να κοιτάξεις γαμώτο;

Συγκινούμαι με ξένες ιστορίες γιατί χρειάζομαι μια πόρτα, ένα εισιτήριο για τη χώρα που όλα είναι μεγάλα και λαμπερά, ξεκάθαρα κι αληθινά όπως μόνο στα ψέματα μπορούν να είναι –δακρύζω ενίοτε, κοίτα μπροστά σου, δεν είμαι δημόσιο θέαμα!

«Κάνεις έναν γέρο να κλαίει σαν κοριτσάκι/ καθώς βλέπει τα όπλα που πεθαίνουν στο ηλιοβασίλεμα».

Κι αυτοί φεύγουν πιασμένοι από το χέρι σε νυχτερινή παραλία, ξέροντας πως δυο παγωμένα ντάκιρι τους περιμένουν στο τραπεζάκι στη μέση του πουθενά και η αόρατη ορχήστρα παίζει το Chan Chan κάπου στα σύννεφα –όπως γίνεται στις ταινίες. Τότε λοιπόν, δεν μπαίνει άμμος στα παπούτσια τους, η υγρασία δεν κολλάει στο δέρμα, τα γόνατα δεν τρέμουν από το περπάτημα, ο λιωμένος πάγος δεν λιώνει και η μουσική παίζει από τα μακρινά φώτα. Όπως στο σινεμά. Φεύγουν γιατί μόνο έτσι θα βρεθούν μεταξύ τους, αλλά ποτέ δεν θα βρεθούν, όμως δεν έχει σημασία κι αυτοί πιασμένοι από το χέρι προχωρούν.

«Μάταια απαιτούν οι εραστές/ γιατί ποτέ δεν συναντήθηκαν».

Υ.Γ.: Οι στίχοι και ο τίτλος του ποστ είναι φυσικά από το "Death is a star" των Clash. Δεν χρειάζεται να πω σε ποιους είναι αφιερωμένο αυτό το ποστ -θα το καταλάβουν μια χαρά από μόνοι τους.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2007

"Κρίση; Ποια κρίση;"

«Επικοινωνιακή κρίση/ είναι πάντα το ίδιο/ παθαίνω νευρική κρίση/ οδηγούμαι στην παράνοια», έλεγαν οι Led Zeppelin. Το θυμήθηκα αρκετές από τις φορές που προσπάθησα να εκφράσω τις, όποιες, απόψεις μου. Και τον τελευταίο χρόνο που ασχολούμαι με το ευγενές άθλημα του blogging, η επανάληψη του παραπάνω τετράστιχου λειτουργεί σαν βουδιστικό μάντρα –άλλοι κλείνουν τα μάτια και ψέλνουν «ΟΜΜΜΜ ΟΜΜΜΜΜΜ», εγώ μουρμουρίζω Zeppelin (είμαι παλιοροκάς τι να κάνουμε;)

Που εντοπίζω το πρόβλημα; Στο ότι ο κάθε άνθρωπος, όχι μόνο αναπτύσσει τις απόψεις του, αλλά και ακούει τις απόψεις των άλλων «από θέση». Πάει να πει «έχω διαμορφώσει μια κοσμοθεωρία στο κεφάλι μου και αυτή η κοσμοθεωρία έχει διαμορφωθεί από τις επιδράσεις που δέχτηκα, τα ερεθίσματα και την προσωπική μου ικανότητα επεξεργασίας όλων αυτών. Η κοσμοθεωρία μου λειτουργεί σαν πρίσμα, μέσα από το οποίο βλέπω και ακούω τις απόψεις των άλλων». Από την στεγανότητα της προσωπικής «κοσμοθεωρίας» του καθενός, εξαρτάται και η δυνατότητά του να κατανοεί τις απόψεις των άλλων. Αν δηλαδή οι απόψεις σου είναι ντουβάρια, δεν πρόκειται να πάρεις χαμπάρι τι λέει ο συνομιλητής σου. Αλλά, βέβαια, και αν οι απόψεις σου είναι διάτρητες σαν ελβετικό τυρί δεν πρόκειται να λειτουργήσεις συνθετικά και να επεξεργαστείς τα ερεθίσματα που δέχεσαι από τους άλλους.

Άρα, εντοπίζω το πρόβλημα στην ύπαρξη (ή μη) στεγανών; Όχι μόνο, αν και τα στεγανά δημιουργούν προβληματικές καταστάσεις. Το πρόβλημα βρίσκεται στην έλλειψη αντικειμενικότητας στη διαδικασία επικοινωνίας (η αντικειμενικότητα, άλλωστε, δεν υπάρχει σε καμιά ανθρώπινη ενέργεια). Λέω κάτι, το οποίο είναι «χρωματισμένο» με τις δικές μου εμπειρίες και ο συνομιλητής μου το εκλαμβάνει μέσα από μια διαδικασία «επαναχρωματισμού» από την προσωπική του εμπειρική παλέτα. Είμαι Αμερικάνος στρατιώτης στο Βιετνάμ και λέω «βόμβες Ναπάλμ» -χαμογελάω κιόλας γιατί νιώθω ασφάλεια, ξέροντας πως όποτε έπεσαν οι βόμβες δεν έμεινε κουνούπι, να με απειλήσει, στη γύρω περιοχή. Ο Βιετναμέζος ακούει «βόμβες Ναπάλμ» και παθαίνει νευρικό κλονισμό γιατί θυμάται την οικογένειά του να τσουρουφλίζεται στον τελευταίο βομβαρδισμό.

Φτάνει αυτό; Ναι –αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Γιατί, στη διαδικασία επικοινωνίας, μεταξύ πομπού και δέκτη παρεμβάλλεται και ο συνήθης «Λευκός Θόρυβος» (ε, ας κάνω και μια αναφορά στον τίτλο του blog μου!). Ο «Λευκός Θόρυβος» προσδιορίστηκε για πρώτη φορά στην διαδικασία επικοινωνίας μέσω ασυρμάτων και δεν ήταν τίποτα άλλο από τα παράσιτα –«έλα Ρότζερ, με λαμβάνεις; Βζζζζζ σήμερα είμαστε βζζζζζ πέντε και βζζζζ στο βζζζζζ όβερ». Αυτά τα παράσιτα υπάρχουν τόσο και στη διαπροσωπική επικοινωνία όσο και στην πληροφόρηση που δεχόμαστε από εξωτερικές πηγές (αλλά αυτό το τελευταίο είναι μια τεράστια κουβέντα που δεν σκοπεύω να ανοίξω εδώ). Στην διαπροσωπική επικοινωνία, ο «Λευκός Θόρυβος» προκαλείται από εξωτερικές πηγές κυρίως. Για παράδειγμα:

Δυο φίλοι μιλάνε, ας πούμε σε μια καφετέρια.

Α: Λοιπόν θέλω να σου πω ότι η ζωή μου πάει από το κακό στο χειρότερο.

Β: Α ναι; Για πες! (εκείνη την ώρα σηκώνεται η ξανθιά του διπλανού τραπεζιού και περνάει δίπλα τους).

Α: Να, έπεσε το σπίτι και πλάκωσε όλη μου την οικογένεια.

Β: Α ναι; Ωραία, ωραία! (η ξανθιά πιάνει την κουβέντα με μια εξίσου εντυπωσιακή μελαχρινή).

Α: Τι ωραία ρε; Που έμεινα ορφανός;

Β: (Μιλάει στο κινητό του) Συγνώμη τι έλεγες;

Στο παραπάνω παράδειγμα –τα ηχεία της καφετέριας παίζουν προφανώς Led Zeppelin, δυσχεραίνοντας την ακουστική του χώρου.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση είχε να κάνει με διαπροσωπικές επαφές. Πάρε τώρα αυτό το χάος και μετέφερε το σε επαφές μέσω διαδικτύου. Σε συνθήκες, δηλαδή, απρόσωπες (με την έννοια της έλλειψης άμεσης οπτικής επαφής), όπου δεν είναι δυνατό να ξεχωρίσεις αν σε βρίζει ο άλλος όταν σου γράφει «Ante gamisou re!» ή αν εκφράζει τον θαυμασμό του για κάτι απίθανο που έχεις μόλις πει. Στον «Θόρυβο» του ίδιου του μέσου, μπορείς κάλλιστα να προσθέσεις τον «Θόρυβο» από τις εξωτερικές πηγές πλησίον σου (η μαμά φωνάζει πως το φαγητό είναι έτοιμο, ο προϊστάμενος μπαίνει αιφνιδιαστικά, οι Δίδυμοι Πύργοι καταρρέουν πριν προλάβεις να πατήσεις το enter …) και θα καταλάβεις πως σε τέτοιες συνθήκες υπάρχει μόνο «κατά τύχη συνεννόηση».

Τόσο χάλια; Όχι βρε παιδί μου –τα παραλέω για να κερδίσω τις εντυπώσεις. Η ιστορία του Πύργου της Βαβέλ ήταν ένα διδακτικό παραμύθι, αλλά παραμένει παραμύθι, ας μην το ξεχνάμε. Οι άνθρωποι έχουν φροντίσει να εξασφαλίσουν κάποια μίνιμουμ επικοινωνίας μέσω των «από κοινού νοηματικών συμφωνηθέντων». Κώδικες επικοινωνίας, με άλλα λόγια, που μας οδηγούν στην προσέγγιση των νοημάτων τα οποία προσπαθεί να μεταφέρει η «κουβέντα» του «συνομιλητή» μας. Έτσι λοιπόν, όταν λέω πως «είμαι χαρούμενος γιατί μόλις επέστρεψα από το ραντεβού της ζωής μου με το εξελιγμένο αντίγραφο της Τζούλια Ρόμπερτς», ο «συνομιλητής» καταλαβαίνει πως είμαι όντως χαρούμενος –ενώ όταν λέω πως «είμαι χαρούμενος γιατί μόλις επέστρεψα από το ραντεβού της ζωής μου με το εξελιγμένο αντίγραφο της Τζένης Σταυροπούλου» ο «συνομιλητής» καταλαβαίνει πως αυτοσαρκάζομαι. Σχεδόν πάντα.

Καταλήγω πως χρειάζονται δυο πράγματα, προκειμένου να εξασφαλίσω κάποιο υποφερτό επίπεδο επικοινωνίας με τους συνανθρώπους μου:

- Συνεχής αμφισβήτηση των προσωπικών μου στερεοτύπων (προσοχή! λέω αμφισβήτηση που σημαίνει κριτική αντιμετώπιση –δεν λέω απόρριψη αναφανδόν) προκειμένου να αυξήσω την αντιληπτική μου ικανότητα σε σχέση με τα συμβάντα στον έξω (από εμένα) κόσμο.

- Αποδοχή των κανόνων επικοινωνίας, προκειμένου να μειώσω την επίδραση του «Λευκού Θορύβου».

Απλά πράγματα και γι’ αυτό δύσκολα πραγματοποιήσιμα! Γιατί, τα προσωπικά μου στερεότυπα προκύπτουν μεν από τη «θέση» μου, τον ρόλο μου στο κοινωνικό σύνολο αλλά, ταυτόχρονα, ενισχύουν και ενεργοποιούν τον συγκεκριμένο ρόλο. Πάρε ένα ακόμα παράδειγμα, από τον οπαδικό χώρο του ποδοσφαίρου που είναι και πιο εύκολος:

Είμαι Ολυμπιακός, γαύρος, βαμμένος. Άρα ο συγκεκριμένος ρόλος επιτάσσει την υποστήριξη της ομάδας μου όπως και να έχει η κατάσταση. Βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια, τον ερυθρόλευκο αμυντικό να κλωτσάει τον αντίπαλο επιθετικό από πίσω, διακρίνω τα ίχνη του παπουτσιού του στον αστράγαλο του άλλου, μη σου πω ότι ακούω κιόλας το κρακ του κομματιασμένου αστραγάλου! Αν σε αυτή την «διφορούμενη» φάση ο διαιτητής τολμήσει να σφυρίξει πέναλντυ θα σκαρφαλώσω το κιγκλίδωμα να του φάω το λαρύγγι σαν αξιοπρεπής Μουτζαχεντίν –ουρλιάζοντας «πουλημένεεεεε, γαμιέται η μάνα σου!» Κατανοητό;

Έκανα μια μικρή κομπίνα στο παραπάνω παράδειγμα και θα την παραδεχτώ σκύβοντας συνεσταλμένα το κεφάλι. Θέλοντας να δείξω ένα από τα βασικότερα, κατά τη γνώμη μου, εμπόδια στην διαδικασία της επικοινωνίας –έβαλα από το παράθυρο την έννοια του «άλλου». Που υμνούσε στα αρχαία χρόνια ο Σώτος Παναγόπουλος με τους στίχους -«αυτός ο άλλος, αυτός ο άλλος /είναι ευεργέτης μου μεγάλος». Που σε ρωτάνε τα χουλιγκάνια έξω από το γήπεδο –«με ποιόν είσαι ρε; Με μας ή με τους άλλους» Κι αν απαντήσεις φοβισμένος –«με σας ρε παιδιά», σε πλακώνουν στις γρήγορες πληροφορώντας σε –«ναι, αλλά εμείς είμαστε οι άλλοι!» Ποιος είναι ο «άλλος» τελικά;

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τον φόβο μας –ο «άλλος» δεν υπάρχει. Είναι μια καθαρά νοητική κατασκευή που, πάνω της, φορτώνουμε όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά, προκειμένου να ορίσουμε τους εαυτούς μας σε αντίστιξη με αυτόν. Ο «άλλος» είναι βρωμιάρης για να είμαστε εμείς καθαροί, ο «άλλος» είναι ανώμαλος για να ορίσουμε τη δική μας ευθύτητα, είναι κλέφτης προκειμένου να καταδειχτεί η δική μας τιμιότητα, έχει ταπεινούς σκοπούς και καταχθόνια ελατήρια, για να είμαστε εμείς οι αποκλειστικοί κληρονόμοι των ευγενικών ιδεών. Σου θυμίζει κάτι η παραπάνω περιγραφή του «άλλου»; Βρωμιάρης -άρα οικονομικός μετανάστης, ανώμαλος –άρα ομοφυλόφιλος, κλέφτης –άρα Αλβανός, καταχθόνιος –άρα Τούρκος. Σωστά;

Αν συμφωνείς, κατανοείς πλήρως την χρηστική αξία της ύπαρξης του «άλλου» προκειμένου να ενδυναμωθεί η εθνική συνείδηση. Η οποία εθνική συνείδηση, συντελεί στη συνοχή της ομάδας –είμαστε μαζί και κρατιόμαστε σφιχτά για να μη μας εξολοθρεύσουν οι «άλλοι». Αν δεν υπάρχουν οι «άλλοι» δεν έχουμε λόγο να κρατιόμαστε σφιχταγκαλιασμένοι από τον φόβο μας! Μπορούμε να εκφράσουμε τη διαφορετικότητά μας, να προβάλλουμε τις αντιρρήσεις μας. Μπορούμε;

Αυτός ο άτιμος ο «άλλος» λοιπόν, αυτός ο ευλογημένος ο «άλλος», ο «αποδιοπομπαίος τράγος» που ξεπλένει τα κρίματά μας –αυτός που δεν υπήρχε και γι’ αυτό εφευρέθηκε –αυτός μας δημιουργεί τεράστια προβλήματα επικοινωνίας.

Γιατί, μπορούμε, για παράδειγμα, να δεχτούμε πως όλοι οι άνθρωποι σπαράζουν τη στιγμή του θανάτου τους –αλλά, αν πρόκειται για Τούρκους, άστο καλύτερα! Αυτοί, άλλωστε, δεν είναι άνθρωποι. Κι αν δεν κωλώσατε με το παράδειγμα των Τούρκων, μπορείτε μια χαρά να αλλάξετε την εθνικότητα. Όπου Τούρκοι, βάλτε Αμερικάνοι, Ιρακινοί, Αρειανοί –ότι θέλετε. Κι αν ακόμα δεν έχετε πειστεί –προσθέστε απλώς μια ιδιότητα. Βγάλτε τα έθνη και βάλτε στη θέση τους απεχθείς εγκληματίες –παιδεραστές, βιαστές, χρηματιστές, βιομήχανους, ταξιτζήδες –ότι σας βολεύει. Ότι σας κάνει να αισθάνεστε μέλη μιας ομάδας και σας ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους με λίγα λόγια.

Πότε θα αποδεχτούμε τον «άλλο»; Μπορούμε τελικά να τον αποδεχτούμε; Αυτά με ρωτούσαν κάποιοι φίλοι τις προάλλες –λοιπόν, πρόκειται για ανολοκλήρωτες ερωτήσεις. Γιατί μοιάζει σα να ρωτάς –«πότε τελικά θα ασχοληθούμε με την εξάλειψη της πείνας από τον πλανήτη;» Προφανώς ποτέ, σε κοινωνικό επίπεδο. Γιατί σε κοινωνικό επίπεδο η ύπαρξη του «άλλου» μας βολεύει και η πείνα του 3ου κόσμου μας βολεύει.

Και σε ατομικό επίπεδο; Εδώ η απάντηση είναι δύσκολη. Γιατί έχει να κάνει με την ατομική συνείδηση και με τις κοινωνικές καταβολές. Ποιος μπορεί να ζυγίσει τι υπερισχύει; Ποιος μπορεί να μετρήσει το ποσοστό επιρροής του κοινωνικού ασυνείδητου στην χωροθέτηση του ατομικού συνειδητού; Εγώ πάντως –όχι.

Γι΄αυτό και κάθε φορά που βλέπω μια καινούργια παρεξήγηση να ανατέλλει δεν εκνευρίζομαι, ούτε αναρωτιέμαι –πρήζοντας το συκώτι μου. Αράζω αναπαυτικά και λέω το ηρεμιστικό μου μάντρα: «Επικοινωνιακή κρίση/ είναι πάντα το ίδιο/ παθαίνω νευρική κρίση/ οδηγούμαι στην παράνοια».

Όχι ότι βοηθάει ιδιαίτερα –αλλά ο άνθρωπος για μια ελπίδα ζει (και, ενίοτε, πεθαίνει).

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι