Catherine Holly: Αυτό λοιπόν είναι η αγάπη; Να χρησιμοποιείς ανθρώπους; Και ίσως τότε αυτό είναι το μίσος –να μην μπορείς πλέον να χρησιμοποιήσεις ανθρώπους.
Έκλεισα την τηλεόραση με το κεφάλι σφιγμένο στη συνηθισμένη μέγγενη. Το παθαίνω όταν βλέπω τηλεόραση με το φως της μέρας –δεν ξέρω τι φταίει όμως. Ο ήλιος; Το φως της οθόνης; Ο συνδυασμός; Μπορεί. Μάλλον.
Αλλά δεν έκλεισα γι΄αυτό τη συσκευή –είχα να προλάβω κάποιο καράβι στο λιμάνι κι αυτό ήταν σημαντικότερο από την ασπρόμαυρη ταινία. Σημαντικότερο κι από τον πονοκέφαλο, γιατί δεν μπορούσα να με φανταστώ σε αυτό το σπίτι ούτε μια ώρα ακόμα. Ούτε δέκα λεπτά. Τράβηξα το φερμουάρ και έριξα το σακίδιο στην πλάτη. Έπρεπε να βρω ταξί –άμεσα. Πότε γινόταν αλλαγή βάρδιας; Μπα, δεν ήταν ακόμα τόσο μεσημέρι. Είχα ώρα. Έφυγα βιαστικός.
Ο ταξιτζής άκουγε φανατικά τον ασύρματό του –παράσιτα, διακοπτόμενες φράσεις, παράσιτα, συναδελφικά πειράγματα, «με λαμβάνεις δεκαοκτώ;», «δεν υπάρχει λόγος να κοροϊδευόμαστε άλλο», «έτερος;», «ας μείνουμε με τις ευχάριστες αναμνήσεις», «λόφος Αρδηττού;» «έτερος;», «δεν έχει νόημα», «έτερος;», «δεν αντέχω άλλο –δεν αντέχω», «έτερος;»
Οι δυο πλευρές του δρόμου εναλλάσσονταν μέσα από τα τζάμια του ταξί. Πεζοδρόμιο -κιγκλίδωμα γέφυρας, κτίριο -λεωφορείο, φανάρι –φανάρι, βιαστικοί πεζοί –τριγύρω, μηχανές –τροχονόμος …
«…και την κυρία;»
Σε μένα μίλαγε. Τώρα τον πρόσεξα. Νεαρός με πρόωρα κατεστραμμένο σώμα από την οδήγηση, σε μένα μίλαγε ο ταξιτζής.
«Ορίστε;»
«Την κυρία λέω. Να την πάρουμε; Στο λιμάνι πάει κι αυτή».
«Όπως θέλετε, δεν με πειράζει».
Ούτε καν γύρισα να τη δω όταν άνοιγε την πόρτα πλάι μου. Ήμουν απορροφημένος από κάποιο φορτηγό –έβλεπα μόνο τις πίσω ρόδες. Και τα ψαλίδια που τις συγκρατούσαν, ανοιγόκλειναν υδραυλικά. Σταγόνες λάδι, ψέκαζαν για λίγο τον αέρα μετά στην άσφαλτο. Κηλίδα λαδιού στη σχισμή του βράχου.
Εκείνη: Που βρέθηκε το λάδι εδώ πέρα;
Εγώ: Από κάποιο καΐκι μάλλον. Θα το ξέβρασε η θάλασσα.
Εκείνη: Σιχαμένο!
Εγώ: Τι περίμενες; Μαγευτικό ηλιοβασίλεμα δίπλα στο κύμα;
Εκείνη: Θα λερώσω το φόρεμά μου αν καθίσουμε. Ποιος ξέρει που αλλού έχει λάδια.
Εγώ: Μη γίνεσαι υπερβολική.
Εκείνη: Με θεωρείς υπερβολική; Άλλο πάλι κι αυτό!
Εγώ: Εντάξει, ξέχασέ το και πάμε να φύγουμε.
Εκείνη: Όχι, να το συζητήσουμε. Με θεωρείς υπερβολική;
Εγώ: Ξέχασέ το.
Μύριζε κατράμι και καυσαέριο ανακατεμένο. Με μπόχα από μεθάνιο –κλούβιο αυγό, αυτό ήταν το λιμάνι. Πλήρωσα πριν κατέβω. Η γυναίκα δίπλα μου ήθελε βοήθεια για να πάρει τη βαλίτσα της από το πορτ μπαγκάζ. Σιτεμένη. Μυρωδιά από κάτι σαν τριαντάφυλλο –από αυτή προερχόταν; Και είχα την ενόχληση τόση ώρα! Κατέβηκα.
«Τα ρέστα σας».
«Ευχαριστώ».
Δεν είχα χρόνο να τα βάλω στο πορτοφόλι που κρυβόταν σε κάποια θήκη του σακιδίου. Ας μείνουν στην πίσω τσέπη του τζιν. Για την ώρα. Είδα το καράβι εύκολα –κυρίως, γιατί ήταν ακριβώς μπροστά μου. Επιβλητικά ερειπωμένο. Πάντα είχα τον φόβο πως θα βρεθώ μέσα στα βρωμόνερα της αποβάθρας, γιατί θα διαλυθεί κάτω από τα παπούτσια μου η ξύλινη σκάλα. Περπάτησα γρήγορα –ο πιο σίγουρος τρόπος να γκρεμοτσακιστείς στη μετέωρη σκάλα. Αλλά ήθελα να φύγω –αυτές ήταν οι διακοπές της αναγκαστικής διαγραφής αναμνήσεων.
Έστριψα τσιγάρο και βγήκα στην κουπαστή να το καπνίσω. Λευκή γραμμή στο νερό, θολός από τη ζέστη ο Πειραιάς. Εκεί πίσω ήθελα να αφήσω τα 7 τελευταία χρόνια από τη ζωή μου, δίπλα στα ψωραλέα σκυλιά της προκυμαίας. Γιατί εκείνη την είχα αφήσει στο κέντρο της πόλης. Να σμίγει με τον αέρα.
Εκείνη: Τι θέλεις από μένα;
Εγώ: Εσένα.
Εκείνη: Πρόσεχε –δεν είμαι για λίγο.
Εγώ: Δεν χρειάζεται να προσέξω. Άλλωστε, σε θέλω για πάντα.
Εκείνη: Για πάντα! Φουσκωμένα λόγια!
Εγώ: Για πάντα. Γιατί δεν υπάρχει πριν και δεν θα αφήσουμε να υπάρξει μετά. Άρα, για πάντα.
Εκείνη: Είσαι σίγουρος;
Εγώ: Μείνε μαζί μου και θα το δεις.
Πέταξα το τσιγάρο στα απόνερα του πλοίου. Έτσι θα την άφηνα πίσω; Απομακρύνθηκα πισωπατώντας, δεν τολμούσα να πάρω τα μάτια μου από την προκυμαία –εντάξει, ας μείνουν όλα εκεί μακριά μου πλέον, αλλά όχι απότομα. Θέλω τον χρόνο μου δεν μπορώ να ξεκόψω μια κι έξω. Αυτό είναι το νόημα των καλοκαιρινών διακοπών, ξέρω, ξέρω –τα αφήνουμε όλα πίσω κι εκείνα κάθονται -μας περιμένουν μέχρι να γυρίσουμε. Στο λιμάνι θα μας περιμένουν, όπως ακριβώς τα αφήσαμε –μπορεί και λίγο χειρότερα, διογκωμένα από τον καιρό. Πρησμένα. Αλλά είναι καλοκαίρι γι΄αυτό τα αφήνουμε πίσω.
Mrs. Venable: Ω, Sebastian –τι όμορφο καλοκαίρι! Μόνο οι δυο μας. Ο Sebastian και η Violet. Η Violet και ο Sebastian. Όπως ακριβώς πρέπει να είναι –πάντα. Ω μα είμαστε τόσο τυχεροί, αγαπημένε μου, να έχουμε ο ένας τον άλλον και να μην χρειαζόμαστε τίποτα περισσότερο.
Έκλεισα τα μάτια αποφεύγοντας να κοιτάξω την οθόνη –έκλεισα τα αυτιά, προσπαθώντας να αποφύγω την πολυλογία της μητέρας με τον τριαντάχρονο γιο. Μιλούσαν ακατάπαυστα –καλή σχέση, φιλική σχέση, άρρωστη σχέση. Ο γιος φρόντιζε να της ανανεώνει το νερό –όπως κάνουμε όταν προσπαθούμε να διατηρήσουμε τα φυτά εποχής μετά την εποχή τους. Έκλεισα τα μάτια, βουλιαγμένος στη θέση μου.
Οι πρώτες μας διακοπές. Μαζί. Μόνοι από παρέες, μόνοι οι δυο μας. Στο νοικιασμένο δωμάτιο κοιμόμασταν ελάχιστα, αποκαμωμένοι. Λες και έπρεπε να πατσίσουμε σε μια βδομάδα τον έρωτα που είχαμε στερηθεί όλη μας την προηγούμενη ζωή. Βγαίναμε έξω, πριν ξημερώσει –λίγο πριν. Μόνοι μας. Εγώ ένιωθα το κενό, κάποια στέρηση, αυτό λένε, μάλλον, «ανεκπλήρωτο». Ήμουν ευτυχισμένος λίγο πριν περπατήσουμε στα γυαλιστερά πλακόστρωτα –και το πριν δεν μπορούσε να συγκριθεί με το μετά. Όχι πως την ήθελα μόνο για να κάνουμε έρωτα. Δεν ήταν αυτό. Με ευχαριστούσε να τη βλέπω δίπλα μου, να την ακούω, να της μιλάω. Όμως η σύγκριση του πριν με το μετά … Τι κάναμε εκεί έξω; Τι γυρεύαμε στις παραλίες με τον καυστικό ήλιο; Η θάλασσα, εντάξει, η θάλασσα … Αλλά και πάλι …
Εκείνη: Τι θέλεις να κάνουμε τώρα;
Εγώ: Τίποτα.
Εκείνη: Μα … δεν μπορεί. Μόνο να κάνουμε έρωτα θέλεις;
Εγώ: Όχι μόνο. Απλά, όταν το κάνουμε χάνω το ενδιαφέρον μου για όλα τα υπόλοιπα.
Εκείνη: Έχεις πλάκα –το ξέρεις;
Εγώ: Το προσπαθώ πάντως –είμαι σίγουρος γι΄αυτό.
Η μητέρα σηκώνεται και σκουντάει τα απλωμένα μου πόδια για να περάσει. Ξυπνάω. Ο γιος ζητάει συγνώμη και κάτι της λέει. Αυτή αδιαφορεί. Εγώ εκνευρίζομαι. Ήταν ωραίο το όνειρο. Όσο κράτησε. 7 χρόνια περίπου. Όχι 7 συνεχόμενα χρόνια. Είχαμε εντάσεις –έτσι το λένε. Μάχες σώμα με σώμα χωρίς να ακουμπάνε τα σώματά μας. Μάχες που πλήγωναν το απέναντι σώμα –αυτό εννοώ. Γιατί ο εγωισμός, η ανεξαρτησία, η ανασφάλεια, η μοναξιά είναι κομμάτια του σώματός μας. Εγώ, όταν με ξεφτιλίσεις, ας πούμε, το νιώθω στους αγκώνες μου που παραλύουν. Όταν με ειρωνευτείς το νιώθω να παγώνει στο στήθος μου. Κάπως έτσι. Για εκείνη δεν ξέρω σε ποια σημεία του κορμιού της ένιωθε τις προσβολές, την αδιαφορία, την προδοσία.
Πότε θα φτάσουμε; Έχω βαρεθεί να πηγαινοέρχομαι, από το σαλόνι στο κατάστρωμα. Κοντεύω να πάθω κλειστοφοβία –το πλοίο μοιάζει να συμπιέζεται, οι ξύλινοι τοίχοι θέλουν να συναντηθούν –ε, μισό λεπτό! Είμαι εγώ ανάμεσα! Κι άλλος κόσμος δηλαδή, αλλά χέστηκα –είμαι εγώ ανάμεσα! Από τα φινιστρίνια μόνο θάλασσα. Περάσαμε κάποιο μεγάλο βράχο, δεν είναι αυτό το νησί που θα κατέβουμε. Ένας βράχος με κάτι βρομιάρηδες γλάρους. Πότε θα φτάσουμε;
Παραγγέλνω ένα ουίσκι στο μπαρ –δεν έχω δοκιμάσει τα σκαμπό, έτσι αποφασίζω να το πιω εκεί. Σχεδόν μονορούφι –σα γράσο είναι το ποτό με τα παγάκια που έλιωσαν ακαριαία, ουίσκι δεν είναι πάντως.
«Θέλετε άλλο ένα;» με ρωτάει ο μπάρμαν.
Κοιτάζω το πουκάμισό του, ιδρώτας στις μασχάλες και στίγματα κάτω από το παπιγιόν. Γιατί φοράνε λευκά πουκάμισα στα καράβια; Γιατί φοράνε λευκά γενικώς δηλαδή. Ακόμα και η θάλασσα να τους πιτσιλίσει φαίνονται βρώμικοι. Αυτός πάντως –και φαίνεται και είναι.
«Ναι, θα πάρω ακόμα ένα».
Μου γεμίζει το ποτήρι, το κατεβάζω μονορούφι πάλι. Ανακατεύομαι.
«Πολύ πίνετε», χαμογελάει αμήχανα.
«Ευτυχώς που δεν καπνίζω κιόλας», του λέω στρίβοντας ένα τσιγάρο. Τα κάνω αυτά, κάποιες φορές. Άνοστα αστεία από την εποχή που περπατούσα στο νερό χωρίς να βρέχομαι. Τώρα και ψωμί να φάω –λεκιάζομαι.
Επιτέλους έφτασε το ρημάδι. Κάθομαι στην καλύτερη θέση του σαλονιού, αυτή που ήταν μονίμως πιασμένη –και χαζεύω την άτακτη φυγή. Ένα πλοίο την ώρα που αδειάζει από επιβάτες, ένα μαγαζί λίγο πριν σφουγγαρίσουν τα χυμένα ποτά, ένας σταθμός όταν όλοι έχουν επιβιβαστεί –για άλλους εγκατάλειψη, για μένα κυριαρχία. Έχω μείνει πίσω και μαζεύω τις μυρωδιές που βιαστικά αφήσατε. Συγνώμη κύριε, σας έπεσε η ανάμνηση μερικών χαμένων ωρών –δεν τη θέλετε; Κρίμα –γιατί είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής σας. Καπνίζω μέχρι να με διώξουν οι σερβιτόροι.
Φοράω μαύρα γυαλιά για να αποφύγω όσους νοικιάζουν κοτέτσια με θέα το βουνό. Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να μείνω στο λιμάνι του νησιού. Ψάχνω τη στάση λεωφορείου –δεν μπορεί, κάπου δίπλα στην έξοδο της προβλήτας θα είναι. Τη βρίσκω τελευταίος, όλη η σκιά έχει καταληφθεί από φορτωμένους παραθεριστές. Και τις βαλίτσες τους. Ανοίγω το κινητό –έχω σήμα, βρίσκω την πιο ηλιόλουστη μεριά, έξω από το πέτρινο κουβούκλιο της στάσης, τηλεφωνώ. Περιμένω.
«Εμπρός;» νυσταγμένη φωνή –σίγουρα κοιμόταν για να ξεπεράσει τον καύσωνα.
«Έλα, εγώ είμαι. Σε ξύπνησα ρε μαλάκα;»
«Εντάξει, αυτό είναι το λιγότερο. Τι θες;»
«Έκανα κάτι …»
«Και τι με νοιάζει εμένα;»
«Πρέπει να φύγω».
«Εντάξει. Έχεις την άδειά μου», γέλιο σα σκίσιμο σελίδας από τετράδιο, στην άλλη άκρη.
«Ξύπνα. Και κόψε τις αηδίες».
«Μάλιστα».
«Θα σε ξαναπάρω όταν τακτοποιηθώ».
«Θα περιμένω με αγωνία», δεύτερη σελίδα που σκίζεται.
«Σάλτα γαμήσου».
Στο λεωφορείο είμαι στριμωγμένος δίπλα στη μητέρα του καραβιού –ο γιος στέκεται κρεμασμένος από τη χειρολαβή. Στηρίζει τις βαλίτσες με κάτι ασπρουλιάρικα πόδια.
«Πρώτη φορά έρχεστε στο νησί;» το σώμα της αχνίζει κλεισούρα.
«Όχι, έχω ξανάρθει».
«Α, εμείς όχι. Είμαι με τον γιο μου –μόλις γύρισε από την Αμερική. Έρχεται κάθε χρόνο για διακοπές. Δουλεύει εκεί ξέρετε –στο πανεπιστήμιο».
Ο γιος καταλαβαίνει πως μιλάει γι΄αυτόν και δυσανασχετεί σα ντίβα του Χόλυγουντ. Πιάνω το βλέμμα του –δεν θέλω πολλές επαφές αλλά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει. Χαμένος στη μητρική θαλπωρή.
«Ενδιαφέρον», λέω τελικά.
«Αχ, δεν ξέρετε πόσο χαίρομαι που τον έχω μαζί μου! Μέχρι και το κατάστημά μου έκλεισα για χάρη του! Έχω μαγαζί με εξωτικά αξεσουάρ στο κέντρο και τώρα είναι φουλ σεζόν για μένα. Αλλά χαλάλι του», κοιτάζει προς τα ασπρουλιάρικα πόδια στοργικά.
«Χαλάλι του –ελπίζω να το αξίζει», μου ξεφεύγει. Είχα πάντα το απωθημένο να γίνομαι αρεστός στις μαμάδες, να λέω τη σωστή κουβέντα –μου ξέφυγε τώρα κι ας μην έχω καμιά όρεξη.
«Το αξίζει, το αξίζει … κι ακόμα περισσότερα. Είναι καταπληκτικό παιδί!»
Κρατιέμαι να μη γελάσω. Άραγε ο μαλάκας καταλαβαίνει το ρεζιλίκι; Τον ενδιαφέρει καθόλου;
«Τα σημερινά παιδιά θέλουν προσοχή στην ανατροφή τους, γιατί στο τέλος, πάντα τον γονιό θα κατηγορήσουν» λέω προσπαθώντας να κρατήσω τα γέλια μου. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις –καφρίλεψέ το, έτσι ίσχυε από παλιά.
Mrs. Venable: Εντάξει, εντάξει. Θα καθίσω στο εδώλιο, κατηγορούμενη για γενναιοδωρία.
«Τι πράγμα;» πετάγομαι.
«Όπως τα λέτε. Έτσι είναι –συμφωνώ», λέει εκείνη με μια σκεπτική κίνηση του κεφαλιού.
Βρήκα ένα δωμάτιο με θέα την πλατεία. Δεν θέλω να βλέπω θάλασσα, δεν είμαι διακοπές με γυναίκα για να βλέπω θάλασσα. Το νερό βγάζει απεραντοσύνες και τέτοια –αγκαλιάζεσαι με τη γυναίκα για να προστατευτείς. Αλλά τώρα δεν θέλω. Δεν έχω κιόλας. Κοιτάζω τις παρέες που τρώνε εκεί κάτω. Ταβέρνες με ξένους κυρίως. Λίγοι Έλληνες, δεν είναι κοσμοπολίτικο το μέρος. Μυρίζει μέχρι το δωμάτιό μου –κρεμμύδι από χωριάτικες σαλάτες. Δεν πρόκειται να πάω για μπάνιο δεν είναι έτσι οι διακοπές μου. Φοβάμαι τη θάλασσα γιατί μου θυμίζει αποτυχημένες προσπάθειες αυτοκτονίας. Ήξερα κάποιον που ήθελε να πνιγεί –κολυμπούσε μέχρι εκεί που δεν άντεχε άλλο. Περίμενε να βουλιάξει. Στο τέλος ξεκουραζόταν και γύριζε πίσω. Πνίγηκε με ένα ψαροκόκαλο τελικά, δεν πρόλαβαν να τον πάνε στο νοσοκομείο –η θάλασσα σε βρίσκει, άμα θέλει.
Ακούω θόρυβο στο διπλανό δωμάτιο –παρακαλάω σιωπηλά κάθε υπαρκτό και ανύπαρκτο θεό να μην είναι η μητέρα με το γιο της. Δεν αντέχω τόση κοινωνικότητα, άσε που θα ξυπνήσω το επόμενο πρωί με τις φωνές της –«φάε όλο το πρωινό σου για να είσαι δυνατός». Τελικά δεν είναι –ευτυχώς. Μάλλον ζευγάρι μένει δίπλα. Δυστυχώς. Οι θεοί ήταν ειρωνικοί μαζί μου για μια ακόμα φορά.
Θα βγω τελικά έξω. Άρχισαν να πηδιούνται οι διπλανοί.
Παραγγέλνω φαγητό απλά για να καθίσω στην ταβέρνα. Ο σκοπός μου είναι το κρασί. Υπήρξε η εποχή της προδοσίας. Το κρύβαμε πίσω από απελευθερωμένες απόψεις –«δεν θέλουμε αποκλειστικότητα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν». Τέτοια. Δεν ήμασταν έτοιμοι –κρύβαμε την ανασφάλειά μας πίσω από βαριές δηλώσεις. Την ήθελα. Μόνο δική μου και για πάντα. Νομίζω πως κι αυτή, κάπως έτσι ένιωθε. Απλά φοβόμασταν να το πούμε. Και κάποια γαμημένη αίσθηση επιβεβαίωσης –να δούμε πόσο μετράμε. Ακόμα. Έκλαιγα κρυμμένος στα παγκάκια κάθε πλατείας όταν πήγε με άλλον. Μου έριξε τη μηχανή, έσπασε ο αριστερός καθρέφτης, βούλιαξε το ντεπόζιτο –όταν πήγα με άλλη. Ποτέ δεν παραδεχτήκαμε τις ανασφάλειές μας. «Δεν θέλουμε αποκλειστικότητα, τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν», αλλά η δική της περίπτωση ήταν διαφορετική. Και η δική μου περίπτωση ήταν διαφορετική. Όλα είναι διαφορετικά όταν αφορούν εμάς.
Mrs. Venable: Ο Sebastian έλεγε -«η αλήθεια είναι ο πυθμένας ενός απύθμενου πηγαδιού».
Εγώ: Και γιατί θέλεις να φύγεις;
Εκείνη: Γιατί δεν αντέχω άλλο –δεν αντέχω άλλο.
Εγώ: Ας προσπαθήσουμε, δεν μπορεί να τελείωσαν όλα.
Εκείνη: Δεν έχει νόημα.
Εγώ: Έχει να κάνει με τις παλιές ιστορίες;
Εκείνη: Με όλα έχει να κάνει.
Εγώ: Δεν φαινόταν να μας δημιουργούν πρόβλημα μέχρι σήμερα.
Εκείνη: Δεν υπάρχει λόγος να κοροϊδευόμαστε άλλο.
Εγώ: Δεν κοροϊδευόμαστε. Απλά προσπαθούμε να σώσουμε ότι έχουμε.
Εκείνη: Δεν ωφελεί.
Εγώ: Μήπως έχεις γνωρίσει κάποιον;
Εκείνη: Πάντα εκεί είναι το θέμα για εσάς τους άντρες –έτσι;
Εγώ: Δεν είναι δυνατό να χωρίσουμε. Δεν μπορούμε να βγούμε ζωντανοί από αυτό.
Mrs. Venable: Ο γιος μου ο Sebastian κι εγώ δημιουργούσαμε τις μέρες μας. Κάθε μέρα σμιλεύαμε την καινούργια μέρα σαν κομμάτι κάποιου γλυπτού, αφήνοντας πίσω μας ίχνη των περασμένων ημερών σαν γλυπτά σε γκαλερί, μέχρι που ξαφνικά, πέρσι το καλοκαίρι…
Περπατάω σε απόμερα σοκάκια ζαλισμένος από το κρασί. Ήταν ξύδι τελικά –καλύτερα να το ξερνούσα. Αν μπορούσα -θα ήταν πολύ βολικό για το στομάχι μου. Αλλά έχω χάσει κι αυτή την ικανότητα –κάποτε πήγαινα στην τουαλέτα ενός μπαρ για να ξεράσω και είδα μια κοπελίτσα της παρέας μας με τα μούτρα στη λεκάνη. Έπεσα πάνω της, να την βοηθήσω, να πλύνω το πρόσωπό της, να την ηρεμήσω από τα κλάματα. Από τότε έχασα την ικανότητα του εμετού. Με τον καιρό έχασα κάθε ικανότητα αντίδρασης. Στην αρχή έφυγαν οι ακραίες, οι καθαρτικές. Δεν απαντούσα στα χτυπήματα, δεν σηκωνόμουν μετά την πτώση, δεν έβγαινα εκτός εαυτού. Δεν άδειαζα.
Μετά έχασα τις αντιστάσεις μου στην προσβολή, στο ψέμα, στην λάθος άποψη. Δεν διαφωνούσα, δεν μιλούσα, δεν ενδιαφερόμουν. Ψέματα, ενδιαφερόμουν. Απλά δεν αντιδρούσα –δεν είχα όρεξη. Κουράγιο. Ικανότητα. Νεύρο. Ψυχή.
Μέχρι που, ξαφνικά, όλα ήρθαν πίσω -με έψαξαν και με βρήκαν. Μάλλον η αδράνειά μου οφειλόταν σε εκείνη. Εκείνη τη γυναίκα και εκείνη τη σχέση –όπως την είχαμε οδηγήσει. Μέσα από τους δρόμους της ακρότητας σε πεζοδρόμια παρατηρητικότητας. Προειδοποιούσαμε τους πάντες να τραβηχτούν στην άκρη –δεν θέλαμε να έχουμε θύματα. Πιάσαμε τοίχο, ακόμα κι εμείς, κάποια στιγμή –για να μην έχουμε απώλειες, λες κι αυτό ήταν ποτέ δυνατό!
Αλλά ήρθαν όλα και με βρήκαν όταν εκείνη σήμανε το τέλος –η επιθετικότητα, η τυφλή αντίδραση … Κι αυτή είναι ακόμα εκεί, δίπλα σε μια λίμνη εμετού, όσο εγώ δραπετεύω στις διακοπές μου.
Dr. Cukrowicz: Κάτι τρομακτικό συνέβη σε αυτό το κορίτσι, πέρσι το καλοκαίρι.
Κοιμήθηκα με το κλιματιστικό ανοιχτό και είχα την αίσθηση πως κρυβόμουν πλάι στη γραμμή παραγωγής ενός αθέατου εργοστασίου. Στο λεβητοστάσιο κάποιου πλοίου. Δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού. Αυτό ήταν καλό γιατί δεν ένιωθα μόνος. Κι αυτό ήταν κακό γιατί είχα την αίσθηση πως με παρακολουθούν συνέχεια. Κρύωνα, ίδρωνα, στριφογύριζα ψάχνοντάς την δίπλα μου. Έβρισκα αποτσίγαρα και τσακισμένα κουτιά μπύρας, προσπαθούσα να τα παραμερίσω κι αυτά έκαναν θόρυβο χτυπώντας στις πέτρες. Όπως τότε που έπρεπε να σβήσουμε τη φωτιά στο βουνό. Αποκομμένοι –άνθρωποι κυκλωμένοι από σπίθες, αδιάφοροι για τις φλόγες που έγλυφαν κάθε μονοπάτι διαφυγής, κρυώνοντας κάτω από βρεγμένες πετσέτες. Είχαμε πέσει επί τόπου, σε πουπουλένια μαξιλάρια που φύτρωσαν ανάμεσα στα αγκάθια. Μαλακά, ορθοπεδικά στρώματα –το πρωί ξυπνήσαμε και το κεφάλι μας ακουμπούσε στις κοτρόνες, χαλίκια έβγαιναν από τις τσέπες μας. Το πρωί ξύπνησα τινάζοντας χώμα από το πρόσωπό μου –έκανα προσπάθεια για να σταθώ στα πόδια μου. Μια μπετονιέρα ανακάτευε χαλίκι στην απέναντι οικοδομή.
Φρόντισα περισσότερο μπορούσα να φαίνομαι αξιοπρεπής το πρωί. Πλύθηκα, χτενίστηκα –φόρεσα τα λιγότερο τσαλακωμένα μου ρούχα. Το ζευγάρι στο διπλανό δωμάτιο γκρίνιαζε σχεδιάζοντας το πρόγραμμα της ημέρας. Εκείνη ήθελε να γυρίσουν το νησί, αυτός ήθελε να αράξουν στην παραλία. Μετά, εκείνος ήθελε να πάνε στην πίσω πλευρά, την ερημική –αυτή ήθελε να πάνε στην πλαζ. Θα τους περνούσε μέχρι το μεσημέρι, πήγαινα στοίχημα. Άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω τους και βγήκα στο μπαλκόνι για να τους δω όταν κατέβαιναν. Μικρότεροι σε ηλικία από εμάς, ντυμένοι με αθλητικές φίρμες –αταίριαστες στον σωματότυπό τους. Γέλασα και επέστρεψα βιαστικά στο δωμάτιο για να το σχολιάσω μαζί της. Τι μαλάκες! Κλασσικοί παραθεριστές! Το σχόλιό μου πάγωσε στο άδειο δωμάτιο –και το κλιματιστικό δεν λειτουργούσε.
Αγόρασα εφημερίδα –να την ξεφυλλίσω μαζί με τον καφέ μου. Στην πλατεία ξεφόρτωναν ψωμί και κρουασάν. Μύριζε όμορφα. Δεν έγραφαν τίποτα γι΄αυτό που με ενδιέφερε. Καμιά ένδειξη, κανένα ίχνος. Περίμενα να τελειώσει το πρώτο μου τσιγάρο πριν τηλεφωνήσω.
«Έλα –έκανες τίποτα με αυτό που σου ζήτησα χτες;»
«Έχεις τρελαθεί; Τόσο γρήγορα;»
«Ξέρω πως μπορείς να το κάνεις και γρηγορότερα».
«Ναι –αλλά αν υπάρχει ανάγκη».
«Υπάρχει»
«Δηλαδή;»
«Σκότωσα τη γυναίκα μου», κοίταξα τα γύρω τραπέζια –ήταν ακόμα άδεια.
«Τι έκανες ρε μαλάκα;»
«Αυτό που είπα. Καυγαδίσαμε … ήθελε να φύγει …»
«Τι είναι αυτά που μου λες ρε;»
«Όπως στα λέω»
«Και μετά τι έγινε;»
«Έφυγα».
«Κι αυτή –τι την έκανες;»
«Την άφησα εκεί που ήταν. Μέσα στο σπίτι».
Mrs. Venable: Οι ζωές των περισσότερων ανθρώπων … Τι άλλο είναι, παρά ίχνη από συντρίμμια; Κάθε μέρα πιο πολλά συντρίμμια, πιο πολλά συντρίμμια: μακριά, μακριά ίχνη από συντρίμμια. Και δεν υπάρχει τίποτα για να τα καθαρίσει όλα αυτά, εκτός από τον θάνατο, τελικά.
«Τι είπες;»
«Ότι είσαι μαλάκας!»
«Πες μου κάτι καινούργιο. Λοιπόν, θέλω να φύγω. Έξω. Προτιμώ νότια. Κανόνισέ το».
«Καλά θα δω».
«Και κάτι ακόμα».
«Ναι;»
«Μπορείς να περάσεις από το σπίτι μου; Να δεις τι γίνεται;»
«Εντάξει ρε μαλάκα. Θα μιλήσουμε».
Είχα την υπόλοιπη μέρα για σκότωμα –όσο ανατριχιαστικά άσχετο κι αν ακούγεται αυτό. Πέρασα μια βόλτα από την παραλία και αποφάσισα να καθίσω εκεί -φύσαγε κάποιος δροσερός αέρας και υπήρχε αυτό το beach bar. Παράγγειλα κάτι εξωτικό, κάνοντας τα γλυκά μάτια στην γκαρσόνα. Μου χρειαζόταν, γιατί σκόπευα να μείνω ώρες εκεί –μερικά κερασμένα ποτά δεν θα με ενοχλούσαν. Αλλά έπρεπε να αποκτήσω επαφή με τη γκαρσόνα πριν πλακώσει ο πολύς κόσμος. Ασχημούλα με ξεχειλωμένο μαγιό.
«Δεν έχετε πολύ κίνηση. Είναι νωρίς ε;»
«Μπα. Φταίει που πάνε στην άλλη πλευρά της παραλίας –είναι ένα μπαρ ξενοδοχείου που παίζει ελληνικά».
«Α κατάλαβα γλεντζέδες! Εσείς όμως βάζετε μια χαρά μουσική».
«Ναι και την ακούμε μόνοι μας».
«Ε, μην το λέτε –είμαι κι εγώ εδώ».
«Σωστά –ένας πελάτης!»
«Μην ανησυχείτε –ξέρω να πίνω για 10. Θα σας το γεμίσω από μόνος μου το μαγαζί».
Γέλασε πηγαίνοντας να μου φτιάξει το ποτό. Δεν ήμουν σίγουρος πως αυτή ήταν η σωστή μέθοδος για να πιω τζάμπα. Δε βαριέσαι.
Ο ήλιος είχε ήδη κάψει την άμμο –κόντευε να αχνίσει μέχρι και τη θάλασσα. Σκεφτόμουν να βουτήξω μήπως δροσιστώ, αλλά δεν με κρατούσαν τα πόδια μου. Τα κοκτέιλ είναι ο θάνατος της θέλησης –ζάχαρη ανακατεύεται με αναθυμιάσεις αφήνοντας βαρύ στομάχι και ασήκωτο κεφάλι. Μουδιασμένη γλώσσα.
«Θέλετε κάτι ακόμα;»
Της δείχνω το ποτήρι προσπαθώντας να σφίξω τα δάχτυλά μου –«το ίδιο». Ελπίζω να κατάλαβε.
Είμαι λιώμα. Δεν ξέρω τι έχω πιει, αλλά υπολογίζω πως κοντεύει απόγευμα. Ένας μοναχικός άντρας, γοητευτικός (ας πούμε ότι το θολό, ζαλισμένο βλέμμα προσδίδει γοητεία), ήρεμος, παρατηρητικός -πίνει στις διακοπές του. Έχει αφήσει πίσω του τις σκοτούρες, την εργασιακή ρουτίνα, τις υποχρεώσεις –πίνει πολύ γιατί έχει σημαντικές υποχρεώσεις. Πίνει για να αποτοξινωθεί, να ξεσκάσει. Αυτός ήταν ο ρόλος που έπαιζα στη γκαρσόνα. Και γενικότερα. Στο άδειο μπαρ.
Είναι αδύνατο να σηκωθώ κι αν πάμε έτσι, η κοπέλα δεν θα μπορέσει να κλείσει ποτέ το μαγαζί.
«Πρέπει να κλείσεις;» τη ρωτάω.
«Μην ανησυχείς –το βράδυ κλείνουμε».
Έχουμε περάσει στον ενικό –δεν θυμάμαι από πότε. Ούτε πως και γιατί. Ανάμεσα στα ποτά που μου φέρνει, όταν δεν πλένει ποτήρια ή δεν γεμίζει το ψυγείο. Κάθεται στο τραπέζι μου για να καπνίσει κάποιο τσιγάρο.
«Πως και μόνος στο νησί;»
«Ε πως αλλιώς;»
«Φοράς βέρα, θέλω να πω …».
Κοιτάζω το χέρι μου. Έχει δίκιο.
«Συμβαίνουν αυτά. Αγαπάς κάποιον και είναι όλη σου η ζωή. Το χειρότερο είναι να σε αγαπάει κι αυτός. Γιατί αποκτάς σιγουριά. Εσύ κι εγώ, μωρό μου –και όλος ο κόσμος απέναντί μας, καταλαβαίνεις τι εννοώ; Δεν σε νοιάζει για τίποτα –είσαι σίγουρος, τέλειος, πατάς γερά. Και μετά … μια μέρα …».
«Χωρίσατε;»
«Μπα –αυτό θα ήταν αδύνατο. Τη σκότωσα».
Κοιτάζω λιγότερο ζαλισμένος από πριν. Την κοιτάζω. Πάει το προφίλ που καλλιεργούσα τόσες ώρες. Με κοιτάζει κι αυτή, σκεφτική. Πριν σκάσει στα γέλια. Γελάω μαζί της. Στην αρχή κάλπικα, μετά ξεκαρδίζομαι στ΄αλήθεια. Τελικά έχω χτίσει καλά το προφίλ μου.
Σηκώνεται.
«Το επόμενο κερασμένο από μένα. Να πάνε κάτω τα φαρμάκια».
«Και οι ενοχές», λέω. Το μετανιώνω αλλά ευτυχώς δεν άκουσε.
Έχει βραδιάσει και πονάω. Το κεφάλι μου. Πρέπει να φάω, δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα. Η φιλενάδα μου η γκαρσόνα σχόλασε πριν από ώρες και ο τύπος που την αντικατέστησε δεν ήταν για πολλές κουβέντες. Μου έδωσε ραντεβού για αύριο –η γκαρσόνα. Να ξανάρθω, να ξαναπιώ. Πόσα με κέρασε; Μαλακίες! Δεν περνάει πλέον η μπογιά μου, πρέπει να το πάρω απόφαση. Περπατάω σε κυματιστά πλακόστρωτα.
Το φαγητό είναι εναντίον μου –είναι προφανές αυτό. Ξεφεύγει από το μαχαίρι και με ανατριχιάζει. Το μαχαίρι ξύνεται στο πιάτο. Στριγκλίζοντας. Και ξανά. Το ουρλιαχτό της. Θα έκλεινα τα αυτιά μου αλλά τότε θα το άκουγα δυνατότερο. Θα έκλεινα τα μάτια –δεν το κάνω γιατί δεν αντέχω να την αντικρίσω. Ξαφνικά τρέμω. Όλοι με κοιτάζουν. Χτυπάει το τηλέφωνο.
«Ποιος είναι;» ουρλιάζω.
«Τι έπαθες ρε; Έχεις φρικάρει;»
«Πες μου».
«Δεν έχω τίποτα να σου πω. Πήγα από το σπίτι σου».
«Και;»
«Τίποτα. Ησυχία. Άκρα του τάφου …»
«Κόφτο».
«Συγνώμη. Πάντως δεν φαίνεται τίποτα».
«Καλά. Ευχαριστώ».
«Θα σε ξαναπάρω για τα άλλα».
Δεν ξέρω πως κατάφερα να πληρώσω τον λογαριασμό στην ταβέρνα. Όλοι με κοιτούσαν ή ήταν η ιδέα μου –πράγμα ακόμα χειρότερο. Περπάτησα αργά. Μέχρι να στρίψω στη γωνία. Μετά περπάτησα με προφυλάξεις. Έτρεξα τα τελευταία μέτρα μέχρι τη σκάλα. Μπήκα στο δωμάτιο μου –δεν άναψα φώτα. Έκλεισα, κλείδωσα, ακούμπησα στην πόρτα. Γλίστρησα σιγά μέχρι το πάτωμα και είπα να μείνω εκεί. Απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο –πηχτός αέρας, τσίκνα και μουρμούρα μουσικής έμπαιναν. Το διπλανό ζευγάρι έκανε μπάνιο για να ετοιμαστεί. Βραδινή έξοδος. Είχαν πηδηχτεί άραγε πριν; Ελπίζω ναι –δεν θα άντεχα να τους ακούω πάλι. Αποκοιμήθηκα κρατώντας τα μάτια μου ορθάνοιχτα.
Κρύο. Που βρέθηκε το κρύο μια τόσο ζεστή νύχτα; Βρέθηκε ακριβώς απέναντι μου –μάλλον επειδή μούδιασαν τα διπλωμένα μου γόνατα. Έτρεμα. Να πάω μέχρι το κρεβάτι. Έτρεμα να πάω μέχρι το κρεβάτι. Τράβηξα τελικά τη λεπτή κουβέρτα, διπλώθηκα και κύλησα στο ενδιάμεσο. Το πόδι μου ακουμπάει στην πόρτα. Το χέρι μου μπερδεμένο σε κάποιο χαλάκι. Ξεφτισμένο. Υπερλούξ το δωμάτιο! Κοιμάμαι δύσκολα, προσπαθώντας να ξανακοιμηθώ. Αύριο είναι μια άλλη μέρα. Ελπίζω να μην έρθει ποτέ.
Κουδουνίζει στην τσέπη μου. Ο ήλιος που μπαίνει από το παράθυρο. Φρέσκος ήλιος, δεν καίει. Ακόμα. Κουδουνίζει στην τσέπη μου το τηλέφωνο. Επιτέλους –ελπίζω να βρήκε αυτά που του ζήτησα. Ανοίγω τη συσκευή πριν ακόμα την φέρω κοντά στο αυτί μου.
Εγώ: Έλα τι έγινε ρε; Το κανόνισες;
Εκείνη: Εγώ είμαι.
Εγώ: …
Εκείνη: Που είσαι; Έφυγες τόσο απότομα!
Εγώ: Που είσαι;
Εκείνη: Εκεί που με άφησες. Που αλλού;
Εγώ: …
Εκείνη: Είσαι καλά;
Εγώ: Ναι.
Εκείνη: Πρέπει να μιλήσουμε. Ίσως …
Εγώ: Είναι πολύ αργά πλέον.
Αφήνω το τηλέφωνο δίπλα μου. Σηκώνομαι. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Κρατιέμαι σφιχτά –νύχια στο ξύλο. Ο ήλιος προχωράει, γυρίζοντάς μου την πλάτη. Δεν έχει καμιά διαφορά.
Catherine Holly: Είναι εδώ γιατρέ. Η δις Catherine είναι εδώ.