Πέμπτη, Αυγούστου 30, 2007

"Κρατήστε σφιχτά τον μικροαστισμό σας"

Μεγάλωσα στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης –την εποχή που ο κόσμος ήταν ακόμα τρομοκρατημένος από τη χούντα. Ήταν κάτι που έλεγαν οι γονείς μου και το σιχαινόμουν –νομίζω πως πρόκειται για το σημαντικότερο πράγμα που μου είπαν ποτέ. Όχι γιατί είχαν δίκιο –το αντίθετο μάλιστα. Αλλά γιατί με έμαθαν, από νωρίς, να αηδιάζω μπροστά στον μικροαστισμό.

Έλεγαν οι γονείς μου –«μη μιλάς παιδάκι μου εναντίον κανενός –άσε τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα». Το σιχαινόμουν αυτό. Και δεν περίμενα ποτέ, ότι θα φτάσει η εποχή που η σιωπή θα διαφημίζεται σαν αντιστασιακή πράξη!

Εντάξει, υπήρξαν παραδείγματα όπου το σιωπηλό πλήθος κόντραρε (και μόνο με την εμφάνισή του στους δρόμους) την εκάστοτε εξουσία. Σε κηδείες αγωνιστών που είχαν δολοφονηθεί από το κράτος, για παράδειγμα, η σιωπηλή συμμετοχή ήταν από μόνη της δήλωση θέσης. Ειδικά στις περιπτώσεις που οι συγκεντρώσεις ήταν απαγορευμένες –ο κόσμος γύρω από το Πολυτεχνείο το ’74 (πάλι για παράδειγμα) δεν χρειαζόταν να φωνάξει τίποτα (αλλά, βέβαια, φώναζε). Έφτανε η παρουσία για να δηλωθεί η συμπαράσταση προς τους έγκλειστους. Υπήρχαν αυτά όλα, δεν το αρνούμαι.

Όμως, ποιο ήταν το νόημα της σιωπηλής διαμαρτυρίας έξω από την άδεια Βουλή στις 29 Αυγούστου; Γιατί μαζεύτηκαν χιλιάδες άνθρωποι; Να πουν τι; Γράφει η ανακοίνωση της συγκέντρωσης:

«Αποδοκιμάζουμε χωρίς συνθήματα και πολύχρωμες σημαίες» Ποιον αποδοκιμάζουμε; Έτσι γενικά και αόριστα; Μήπως ξέρει κανείς γιατί φωνάζουν συνθήματα στις συγκεντρώσεις και τις πορείες; Μήπως σκέφτηκε κανείς πως το κατέβασμα στο δρόμο γίνεται για να διεκδικήσεις; Είναι τόσο φανερός ο σκοπός της αποδοκιμασίας; Εγώ λοιπόν είμαι ηλίθιος και δεν τον κατάλαβα.

Έχω μάθει πως όταν βγαίνεις στο δρόμο, το κάνεις για να αντιπαρατεθείς με κάποιον (θεωρητικά ή πρακτικά) αντίπαλό σου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ποιος ήταν ο αντίπαλος; Γιατί δεν τον λέτε να τον μάθουμε κι εμείς; Μήπως για να μαζευτεί περισσότερος κόσμος –αφού όσα λιγότερα λέμε, τόσο λιγότερο διαφωνούμε; Αναρωτιόμουν στην προηγούμενη κινητοποίηση για την Πάρνηθα, αναρωτιέμαι και τώρα –ο Καραμανλής θα μπορούσε να συμμετάσχει χτες; Ο Παπανδρέου, ο Αλαβάνος, η Παπαρήγα; Είπαμε «χωρίς πολύχρωμες σημαίες», άρα χωρίς κόμματα –θα απαντήσεις. Δεκτό. Κι αν έρχονταν σαν μεμονωμένα άτομα; Θα τους πετούσατε έξω; Γιατί; Από που φαίνεται πως τα συγκεκριμένα άτομα είναι οι αντίπαλοί σας; Αν είναι αυτοί –γιατί, όπως είπα παραπάνω –δεν έχω ακόμα καταλάβει ποιοι αποδοκιμάζονται.

«Πενθούμε για την απώλεια των συνανθρώπων μας» Αυτό ακούγεται όμορφο, αλλά δεν βγάζει νόημα. Το πένθος είναι σιωπηλό και ατομικό. Κάθισε σπίτι σου να πενθήσεις, όσο και όπως θέλεις. ή πήγαινε στις κηδείες των ανθρώπων αυτών –αν θέλεις να πενθήσεις οργανωμένα. Τι σόι πένθος είναι αυτό μπροστά στη Βουλή; Επιδεικτικό πένθος;

Δεν θα είχα αντίρρηση για κάτι σαν «τιμούμε τη μνήμη των συνανθρώπων μας», αλλά αυτό συνεπάγεται πράξεις. Λέξεις έστω. Κάποια κραυγή για αυτούς που χάθηκαν και δεν πρέπει να ξεχαστούν. Έτσι έχω μάθει.

«χωρίς να συνδέουμε την πρωτοφανή περιβαλλοντική καταστροφή με προεκλογικές σκοπιμότητες» Αυτό πάλι τι σημαίνει; Πως δεν έκαψε τη χώρα το ΠΑΣΟΚ; Πως, αν και κάηκε η χώρα –αυτός δεν είναι λόγος να κυβερνήσει το ΠΑΣΟΚ; Πως δεν φταίει η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ για το κάψιμο της χώρας; Πως, αν και κάηκε η χώρα –αυτός δεν είναι λόγος να μην κυβερνήσει η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ; Ή πως, εντάξει, καήκαμε –αλλά αυτό το μεμονωμένο, λυπηρό γεγονός δεν πρέπει να επηρεάσει τους ψηφοφόρους κατά την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος; Ότι κι αν σημαίνει η συγκεκριμένη διατύπωση παραμένει αισχρή και, κυρίως, υποκριτική.

«Δίνουμε το παρόν» Ναι, εντάξει. Δίνουμε το παρόν όταν κάποιος μας καλέσει –αυτή είναι η έννοια του όρου. Τώρα, εδώ –ποιος μας κάλεσε; Και για ποιο λόγο; Τι υπερασπιζόμαστε; Και γιατί δεν το λέμε; Έτσι γενικά «είδαμε φως και μπήκαμε;».

«και στεκόμαστε απειλητικά» Ποιοι στεκόμαστε; Και πως θα πραγματοποιήσουμε την απειλή μας; Θα δείρουμε; Θα βρίσουμε; Θα εξευτελίσουμε; Έχουμε δηλαδή, τόσο σφιχτή οργάνωση ώστε να υλοποιήσουμε αποτελεσματικά μια απειλή;

«απέναντι στον οποιονδήποτε επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την τραγωδία για οποιοδήποτε όφελος» Εδώ υπάρχει το συμπέρασμα, αν δεν κάνω λάθος. Απειλείται ο οποιοσδήποτε προσπαθήσει να ωφεληθεί! Χωρίς να εξετάσουμε τη φύση του οφέλους –κακοί κομματικοί στο ίδιο τσουβάλι με τους εξωκοινοβουλευτικούς, τις οικολογικές οργανώσεις, τους φιλάθλους του Θρύλου που γκρινιάζουν γιατί δεν πήρε μπακ η ομάδα, τα μπακούρια που ψάχνουν για γκόμενα ή γκόμενο ... Όλοι ένα πακέτο! Και ποιος θα κρίνει τον άλλο σε σχέση με τις προθέσεις του; Ξανακάνω την ίδια ερώτηση, λίγο αλλαγμένη –αν ερχόταν ο Κωστάκης, ο Γιωργάκης ή κάποιο από τα άλλα παιδιά και σας έλεγε πως «είμαι αλληλέγγυος και συμπαραστάτης» (σε τι; μα στο τίποτα για το οποίο διαδηλώνετε) –τι θα κάνατε; Θα τον πλακώνατε στο ξύλο ή θα τον αφήνατε να διαδηλώσει σιωπηλά δίπλα σας;

«ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΞΕΧΕΙΛΙΣΕ». Αυτό είναι σωστό. Και γενικόλογο. Τόσο γενικόλογο που έχει την ίδια χρησιμότητα με δηλώσεις του τύπου «εύχομαι παγκόσμια ειρήνη και ευημερία».

Για όλους αυτούς τους λόγους, ή μάλλον, για όλη αυτή την ανυπαρξία διεκδικήσεων επέλεξα να μην συμμετάσχω ούτε στη χτεσινή εκδήλωση –και δεν τα γράφω αυτά για να δικαιολογήσω τη στάση μου, αλλά για να τα χρησιμοποιήσω συγκριτικά, λίγο παρακάτω. Ξεκαθαρίζω πάντως, πως δεν είχα κανένα πρόβλημα με αυτούς που συμμετείχαν –ο καθένας εκφράζεται όπως θέλει και δεν κατακρίνω κανένα τρόπο έκφρασης. Όσοι πήγαν καλά έκαναν ή άσχημα έκαναν –δεν με ενδιαφέρει και δεν το κρίνω. Είναι προσωπική τους υπόθεση και, εφόσον δεν συμμετείχα, δεν κάνω κριτική προθέσεων των συμμετεχόντων.

Όμως, είναι διαφορετικό πράγμα το να αδιαφορείς για μια εκδήλωση που δεν σε εκφράζει, από την αδιαφορία για το φίμωμα ανθρώπων και αντιλήψεων. Και αυτός είναι ο λόγος του συγκεκριμένου ποστ.

Διαβάζω από το πρωί διάφορα μπλογκς συμμετεχόντων στη χτεσινή κινητοποίηση και διαβάζω την παρουσίαση του θέματος στο indy και το indymedia. Καταλαβαίνω λοιπόν πως έγινε χτες κάποια προσπάθεια οργανώσεων πολιτών και αντιεξουσιαστικών οργανώσεων να συμμετάσχουν στην εκδήλωση –αλλά ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί, τους απώθησε. Σε κάποια μπλογκς πανηγυρίζουν μάλιστα –για την περιφρούρηση της εκδήλωσης! Τι λέτε ρε; Είχατε νοικιάσει τον χώρο, σα να λέμε, και πήγαν να μπουν τζαμπατζήδες; Πως την είδατε –για εξηγείστε μου. Μπάτσοι των κινητοποιήσεων σαν τους, πάλαι ποτέ, οικοδόμους των ΚΝΑΤ;

Εντάξει, μπορώ να αποδεχτώ κάποια πράγματα σαν δεδομένα –κάνοντας εικασίες για χάρη της συζήτησης. Ας πούμε λοιπόν οτι η χτεσινή εκδήλωση είχε καθαρά αντικομματικό χαρακτήρα. Ας δεχτούμε πως οι χτεσινοί συμμετέχοντες είχαν σαφή αντίληψη αυτών που ευθύνονται για τις καταστροφικές πυρκαγιές. Και αυτοί είναι οι βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων, άντε να δεχτούμε (παρατραβηγμένα) και τις ευθύνες των βουλευτών των μικρότερων κομμάτων. Ευθύνονται επίσης, υποθέτω, όσοι καταλαμβάνουν υψηλά πόστα στον κρατικό μηχανισμό (πολιτική ηγεσία, αρχηγοί σωμάτων ασφαλείας κ.λ.π.) Φταίνε κι άλλοι; Δεν μπορώ να σκεφτώ.

Ας δεχτούμε κάτι ακόμα –οτι όλοι οι παραπάνω δεν θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής γιατί η στάση τους θα ήταν, εμφανώς, υποκριτική. Τα λέω καλά;

Αν είναι έτσι -οι κινήσεις πολιτών και οι εξωκοινοβουλευτικοί τι σας έφταιξαν; Μήπως οι χτεσινοί συγκεντρωθέντες συμφωνείτε με την άποψη της «ασύμμετρης απειλής», όπως εκφράζεται από τους κυβερνητικούς –οτι «οι αντιεξουσιαστές καίνε τα δάση»; Πείτε μου να ξέρω δηλαδή!

Τι φοβηθήκατε; Μη φωνάξουν κανένα σύνθημα και σας περάσουν για αλήτες; Μην καπελωθεί η εκδήλωσή σας από τους εξωκοινοβουλευτικούς; Σας νοιάζει τόσο πολύ το ΠΟΙΟΙ ΔΗΛΩΝΕΤΕ ΟΤΙ ΕΙΣΤΕ και όχι το ΤΙ ΛΕΤΕ; Και ποιοι είστε τελικά; Λέξη –λέξη έφαγα την ανακοίνωση –ποιοι είσαστε εσείς δεν κατάλαβα! Ποιοι είστε!

Αυτοί που δεν έβγαλαν κουβέντα όταν συνέλαβαν τους διαδηλωτές στην Πάρνηθα –γιατί, βλέπεις, οι διαδηλωτές ήταν «αλήτες, αναρχικοί».

Αυτοί που δεν πρόκειται να συμμετάσχουν σε καμιά άλλη εκδήλωση, όποιος κι αν την κάνει –όχι γιατί δεν θα συμφωνούν με τις διεκδικήσεις, αλλά επειδή θα φοβούνται «τον χαρακτηρισμό».

Αυτοί που φασκέλωναν την άδεια Βουλή και γιουχάιζαν τους υπαλλήλους που έτυχε να βρίσκονται εκείνη την ώρα στον χώρο.

Αυτοί που αγανακτούν για τις πυρκαγιές και τους θανάτους, αλλά δηλώνουν οτι δεν ξέρουν τι να κάνουν στις εκλογές (και στο τέλος θα κάνουν κανένα μπάνιο, αν ο καιρός το επιτρέπει).

Αυτοί που μιλάνε χωρίς να λένε τίποτα συγκεκριμένο και τρέμουν μην τους κολλήσουν καμιά ταμπέλα, την οποιαδήποτε ταμπέλα και χάσουν το «υπεράνω», «και γαμώ», «τα χώνω σε όλους» προφίλ τους.

Αυτοί που έχουν θεοποιήσει την έκφραση «όλοι ίδιοι είναι –τίποτα δεν αλλάζει».

Αυτοί δεν είστε;

Είπα παραπάνω για εκλογές και έχω μια μικρή απορία. Ποια είναι η θέση σας για το εκλογικό σύστημα; Τρεις θέσεις μπορώ να σκεφτώ:

-Να είσαστε αντίθετοι με το εκλογικό σύστημα. Όμως τότε, και με δεδομένο πως δεν είσαστε φασίστες, έπρεπε να επιτρέψετε τη συμμετοχή των εξωκοινοβουλευτικών. Κι ας ήρθαν οργανωμένοι –έτσι κι αλλιώς δεν νομίζω πως θα διαφωνούσατε με τα συνθήματά τους.

-Να είσαστε υπέρ του εκλογικού συστήματος, οπότε θα έπρεπε να καλέσετε και τα κόμματα να συμμετάσχουν στην εκδήλωση.

-Να είσαστε μοιρασμένοι (υπέρ, κατά, αδιάφοροι, δεν ξέρω/δεν απαντώ) οπότε θα έπρεπε να επιτρέψετε τη συμμετοχή σε οποιονδήποτε.

Τι είσαστε τελικά; Ακόμα δεν έχω καταλάβει.

Ξέρω οτι στην εκδήλωση μαζεύτηκε ένα ανομοιογενές πλήθος που συνδεόταν με το μίνιμουμ αποδοχής των κοινών σκοπών. Γι΄αυτό οι κοινοί σκοποί ήταν περισσότερο «κοινοί» παρά «σκοποί». Γι΄αυτό και τα παραπάνω δεν αναφέρονται σε όλους τους συμμετέχοντες (άλλωστε, δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια «ολότητα συμμετεχόντων», αφού δεν υπήρχαν πολλά κοινά, πέρα από τα μαύρα ρούχα).

Όμως, όλα τα παραπάνω αφορούν όσους πανηγυρίζουν που «απώθησαν τους οργανωμένους» και κράτησαν «ανόθευτο το πνεύμα της εκδήλωσης».

Κι ο τίτλος του ποστ –χάρισμά τους. Να τον κρεμάσουν στο λαιμό τους -να έχουν τουλάχιστον μια δικαιολογία για την μνημειώδη τους αδράνεια.

Μια τελευταία υπενθύμιση: η άκριτη απέχθεια για κάθε ιδεολογική τοποθέτηση είναι ο καλύτερος σύμβουλος του ολοκληρωτισμού. Αυτό εννοούσε ο Γκαίμπελς με το μνημειώδες «όποτε ακούω τη λέξη ‘κουλτούρα’ απασφαλίζω το όπλο μου». Σύμφωνοι;

Τετάρτη, Αυγούστου 29, 2007

"Ρίξε τα κάλπικα ζάρια σου για μένα"

Η φωνή ακούστηκε παραμορφωμένη από το μεγάφωνο του περιπολικού. Τέντωσα τ΄αυτιά μου, να ακούσω τι έλεγε –αν και ήδη ήξερα.

«Βγείτε έξω με ψηλά τα χέρια, δεν θα περιμένουμε άλλο!»

Στηρίχτηκα στην κάνη του Μ1 καθώς γύριζα να τον κοιτάξω, ζαρωμένο στην απέναντι γωνιά του δωματίου. Έκλαιγε. Συγκέντρωσα την προσοχή μου στην κίνηση των μπάτσων έξω από το παράθυρο –δεν ήθελα να τον φέρω σε δύσκολη θέση. Έψαξα για μια ακόμα φορά τις τσέπες μου –μόνο ένα στραπατσαρισμένο πακέτο Camel υπήρχε εκεί. Άναψα τσιγάρο φεύγοντας από το παράθυρο για να μη δίνω στόχο. Σύντομα, όλα θα τελείωναν, σε αυτό το ερημικό αγροτόσπιτο, χωρίς κανένας να πάρει χαμπάρι. Όταν ξημέρωνε θα έβγαζαν πτώματα από το σπίτι –«αντίσταση κατά της αρχής», «εξάρθρωση συμμορίας» -μπορεί ακόμα και να μην έλεγαν κουβέντα στις ειδήσεις. Έβαλα πάλι το πακέτο στην άδεια τσέπη –ήμουν εδώ αλλά όχι ολόκληρος. Η γυάλινη μπάλα με τη μπαλαρίνα της με περίμενε στο παρατημένο αυτοκίνητο, ένα χιλιόμετρο μακριά από το αγροτόσπιτο. Τι στο διάβολο γύρευα εδώ πέρα;

Οι περισσότεροι άνθρωποι τρομοκρατούνται όταν χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού τους ξημερώματα. Εγώ όχι. Καθόμουν μπροστά σε μια ανοιχτή τηλεόραση που έδειχνε μόνο παράσιτα, βαριόμουν να χαμηλώσω τον ενοχλητικό ήχο. Βουητό παρέλυε το μυαλό μου και δεν είχα όρεξη να κάνω τίποτα γι΄αυτό –ο διαπεραστικός ήχος από το κουδούνι με ξεκόλλησε. Άνοιξα την εξώπορτα χωρίς να ρωτήσω ποιος είναι, από το θυροτηλέφωνο -περίμενα. Ίσως να είχαν χτυπήσει λάθος κουδούνι, μπορεί κάποιος μεθυσμένος να έκανε φάρσες. Περίμενα.

Τα βήματα ακούστηκαν από τις σκάλες καθώς πλησίαζαν στην πόρτα μου –δεν ήταν λάθος και δεν ήταν φάρσα. Διστακτικά βήματα. Άνοιξα την πόρτα πριν προλάβει να χτυπήσει –έμεινε ιδρωμένος με το χέρι μετέωρο. Κοιταχτήκαμε.

«Είστε ο κύριος Μαλτέζος;»

«Έτσι θέλω να πιστεύω».

«Συγνώμη για την ακατάλληλη ώρα ...»

Ένας κρεμανταλάς με αθλητικά παπούτσια και μπλουζάκι γεμάτο κονκάρδες. Μάζεψε πίσω τα μακριά του μαλλιά αποκαλύπτοντας μπόλικα σκουλαρίκια –περίμενα ακουμπώντας στην πόρτα.

«Μπορώ να περάσω;» ρώτησε άβολα.

«Γιατί όχι;» αναρωτήθηκα κάνοντας στην άκρη.

Καθίσαμε και κοιταζόμασταν.

«Με έστειλαν σε εσάς ...», είπε σιγά.

«Ποιος;» τον διέκοψα.

«Δεν έχει σημασία ...», μονολόγησε σχεδόν.

«Συνέχισε», τον παρότρυνα.

«Ήρθα γιατί θέλω να μεταφέρετε ένα μήνυμα σε κάποιον –και μάλιστα σύντομα, δεν έχουμε σχεδόν καθόλου χρόνο. Μετά από λίγες ώρες η επικοινωνία θα είναι αδύνατη ...»

«Γιατί;»

Κόμπιασε. Χτύπησε τα δάχτυλα στα κοκαλιάρικα γόνατά του, ψάχνοντας τη σωστή απάντηση.

«Επειδή κύριε Μαλτέζο, αυτός ο κάποιος βρίσκεται απομονωμένος στην εξοχή και σε λίγες ώρες θα έχουν αποκλείσει το σπίτι του οι μπάτσοι. Δεν έχει ούτε τηλέφωνο, ούτε τίποτα, δεν μπορούμε να τον συναντήσουμε αλλιώς ... Καταλαβαίνετε;»

«Καταλαβαίνω», είπα ανόρεχτα.

«Θα το κάνετε;»

«Όχι».

Κοιταχτήκαμε ξανά.

«Θα πληρωθείτε καλά», είπε.

«Δεν με ενδιαφέρει. Δουλεύω σε συγκεκριμένη εταιρεία –αποκλειστικά. Δεν παίρνω άλλες υποθέσεις. Θα σου δώσω μια κάρτα, πήγαινε πρωί-πρωί ...».

Σηκώθηκε νευρικά.

«Δεν κατάλαβες τι σου είπα; Είναι επείγον –πρέπει να γίνει τώρα αμέσως! Ζήτημα ζωής και θανάτου!»

«Δεν με αφορά», διευκρίνησα ανάβοντας τσιγάρο. «Κι αν είναι τόσο σοβαρό γιατί δεν πηγαίνεις εσύ το μήνυμα;»

«Γιατί δεν μπορώ να περάσω το μπλόκο των μπάτσων», είπε παραιτημένα.

Τον κοίταξα όσο ξανακαθόταν.

«Πάρτο πάλι από την αρχή και πες μου την ιστορία», πρότεινα.

«Μέσα στο σπίτι είναι ο γιατρός Καραγιάννης. Ο γιατρός Βασίλης Καραγιάννης ...»

Σώπασε σκεπτικός.

«Ο Βασίλης Καραγιάννης συγκλονίζει το ιατρικό κατεστημένο με την παραίτησή του από τη θέση του Διευθυντή Νοσοκομείου!

Σε αποκλειστικές δηλώσεις στην εφημερίδα μας ο γιατρός ανέφερε: ‘Πρέπει κάτι να κάνουμε για να σπάσει το απόστημα. Η υγεία είναι η αρχή, θα συνεχίσουμε ακάθεκτοι’ Ερωτηθείς σχετικά με τις προθέσεις του ο γιατρός απέφυγε να απαντήσει»

«Θα ιδρύσει κόμμα ο γιατρός Καραγιάννης;

Είναι εμφανείς οι ετοιμασίες πολιτικής κίνησης, διακεκριμένες προσωπικότητες και απλοί πολίτες παρελαύνουν τις τελευταίες μέρες από το σπίτι του γιατρού, με αδιευκρίνιστες προθέσεις. Οι ρεπόρτερ μας ζήτησαν κάποια δήλωση από τον ίδιο τον Καραγιάννη, ο οποίος αρκέστηκε να χαμογελάσει με νόημα. ‘Όλα στην ώρα τους’, είπε στην ανταποκρίτριά μας ...»

«Έτοιμο για τις εκλογές το κόμμα του ‘λευκού’!

Ο γιατρός Καραγιάννης ανακοίνωσε τη συμμετοχή του στις προσεχείς εκλογές. Ζήτησε από τους πολίτες να ψηφίσουν το ‘κόμμα του λευκού’ και δεσμεύτηκε να αφήσει κενές όσες έδρες κερδίσει το κόμμα, προκειμένου να παρεμποδίσει την λειτουργία της Βουλής! Συνταγματική εκτροπή ή φωνή αγανάκτησης; Θα φανεί στο προσεχές μέλλον»

«Ο Καραγιάννης αρνείται να προσέλθει στη Βουλή!

Ο αρχηγός του ‘κόμματος του λευκού’ γιατρός Βασίλης Καραγιάννης μίλησε σήμερα το πρωί σε τοπική εκδήλωση. ‘Η κίνησή μας απέσπασε ποσοστό 17% στις εκλογές κι αυτό μεταφράζεται σε 42 βουλευτικές έδρες. Πιστοί στις δεσμεύσεις μας προτιθέμεθα να αφήσουμε κενές τις βουλευτικές έδρες και να μην συμμετάσχουμε στην ορκωμοσία βουλευτών. Ο λαός μίλησε εκκωφαντικά. Ας τον ακούσουμε όλοι μας’ έκλεισε την ομιλία του καταχειροκροτούμενος ο Καραγιάννης».

«Παίρνουν πίσω τις έδρες του ‘λευκού’!

Σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών των κομμάτων με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αποφασίστηκε, σήμερα το πρωί, να κατανεμηθούν σύμφωνα με το ισχύον εκλογικό σύστημα οι έδρες του ‘κόμματος του λευκού’, στο οποίο ηγείται ο Β. Καραγιάννης. Κανένας εκπρόσωπος του συγκεκριμένου κόμματος δεν συμμετείχε στη σύσκεψη –αν και είχαν προσκληθεί. Το προεδρικό διάταγμα ανακατανομής των εδρών αναμένεται να δημοσιευτεί εντός της ημέρας. ‘Ήμουν σίγουρος οτι η κοινοβουλευτική χούντα θα έδειχνε τα δόντια της αργά ή γρήγορα’ σχολίασε ερωτηθείς ο κ. Καραγιάννης».

«Αποσύρεται ο Καραγιάννης!»

«Σε εξοχική κατοικία συγγενικών του προσώπων εντοπίστηκε ο Καραγιάννης!»

«Τι θα κάνει ο Καραγιάννης;»

«Όλα δείχνουν πως ο Καραγιάννης εγκατέλειψε τον πολιτικό στίβο».

Τον θυμόμουν καλά. Μπορεί και να τον είχα ψηφίσει την εποχή που γινόταν η φασαρία –ώστε ζούσε ακόμα ο Καραγιάννης!

Ο νεαρός εξακολουθούσε να με κοιτάζει. Δεν σκόπευε να μιλήσει.

«Εντάξει –στο σπίτι είναι ο γιατρός Καραγιάννης. Και λοιπόν;» ρώτησα.

Οδηγούσα στον επαρχιακό δρόμο με σβηστά τα φώτα, προσεκτικά. Σταμάτησα όταν άρχισαν να διακρίνονται οι φάροι των περιπολικών τους, πάνω στο λόφο. Θα είχαν στήσει μπλόκα στη γύρω περιοχή –σίγουρα. Δεν μπορούσα να προχωρήσω άλλο με το αυτοκίνητο. Κατέβηκα.

Υπήρχε ένα μονοπάτι χαραγμένο από ρόδες και επικίνδυνο –απομακρύνθηκα, προτιμώντας να ανέβω στο λόφο από τη δεντρωμένη του πλευρά. Καχεκτικές λεύκες κι αυτό ήταν το καλό κομμάτι γιατί σε λίγο άρχιζε η γυμνή γη –πέτρες με γαϊδουράγκαθα. Πίεζα τις γροθιές στα αγκάθια, δεν έπρεπε να ακουμπήσω στις πέτρες γιατί οι πέτρες κυλάνε στην κατηφόρα αν στηριχτείς πάνω τους. Στα 500 μέτρα είχα λαχανιάσει αλλά τους άκουγα μια χαρά. Συζητούσαν βαριεστημένα για τα σπίτια τους, για τον ύπνο που έχαναν –προσπαθούσαν να υπολογίσουν πότε θα ξεμπερδέψουν από «αυτή τη σκατοκατάσταση». Δεν είχα πλησιάσει ακόμα, κοντά στους ασυρμάτους. «Γιατί δεν κάνουμε ντου να τους ξεσκίσουμε όλους εκεί μέσα;» ακούστηκε πολύ κοντά μου. Γιατί φοβάστε οτι θα σας ρίξουν κι αυτοί, σκέφτηκα. Προχώρησα –ένα με το χώμα. 300 μέτρα με χώριζαν από την πίσω πλευρά του σπιτιού, έλπιζα να μη με πάρουν είδηση μέσα στη νύχτα, έλπιζα να υπάρχει πίσω πόρτα.

Σηκώθηκα, δοκιμάζοντας λίγο τα πόδια μου. Δεν φαίνονταν μουδιασμένα. Διάλεξα ένα μέρος όσο γινόταν πιο μακριά από τους μπάτσους –σχεδόν αφύλαχτο. Και έτρεξα με το κεφάλι κάτω.

«Ακίνητος! Που πας εσύ;»

Σταμάτησα. Η φωνή ερχόταν από έναν μαλάκα στα πλάγια που με σημάδευε. Τελικά είχαν πλησιάσει στο σπίτι περισσότερο από όσο υπολόγιζα. Τον κοίταξα. Με κοίταξε. Κατέβασε το όπλο. Του γύρισα την πλάτη και έτρεξα πάλι προς το σπίτι. Γρήγορα –πολύ γρήγορα. Πυροβόλησε στον αέρα –δεν ήξερε τι να κάνει. Τελικά υπήρχε πίσω πόρτα. Έπεσα πάνω της. Η πόρτα δεν υποχωρούσε, μάλλον την είχαν φρακάρει από μέσα. Έσπρωξα με δύναμη ενώ ο μπάτσος αποφάσισε να με σημαδέψει. Έστριψα το κεφάλι για να τον δω –ήταν πολύ πιο επικίνδυνος όταν έριχνε στον αέρα. Κάποιες σφαίρες καρφώθηκαν στον τοίχο –20 μέτρα μακριά μου, φωνές από άλλους μπάτσους που έτρεχαν να δουν τι συμβαίνει. Η πόρτα άνοιξε και με κατάπιε. Βρέθηκα στο πάτωμα.

Ένα ζευγάρι κόκκινα μάγουλα έσκυψε πάνω από το κεφάλι μου. Μύριζα τον ιδρώτα από το ξεκούμπωτο πουκάμισό του, έβλεπα τρόμο στα στρογγυλά του μάτια.

«Ποιος διάολος είσαι εσύ;» ρώτησε στα πρόθυρα υστερίας, ακουμπώντας την κάνη του Μ1 στο μέτωπό μου.

«Μα καλά –δεν διαβάζεις εφημερίδες; Δεν έχεις μάθει τι γίνεται;» ο νεαρός έδειχνε σοκαρισμένος.

«Δεν τα πάω καλά με τους δημοσιογράφους. Προτιμώ τους κανονικούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας –είναι λιγότερο κοινότυποι», είπα.

Ο νεαρός μπορεί και να χαμογέλασε για ένα, αδιόρατο, δευτερόλεπτο.

«Ο γιατρός Καραγιάννης, μετά την αισχρή στάση των κοινοβουλευτικών κομμάτων πήρε απόφαση να περάσει σε άλλες μορφές δράσεις. Πιο ακραίες. Στην αρχή δρούσε παρορμητικά –έφτασε μέχρι και να πυροβολήσει την αφίσα του πρωθυπουργού ... στο κέντρο της πόλης. Είναι ένας αγανακτισμένος άνθρωπος που δεν συμβιβάζεται με την καταπίεση, είναι ένας αγωνιστής ... Τελικά, κατάλαβε πως το σύστημα δεν χτυπιέται με σπασμωδικές ενέργειες ... υποθέτω. Πήγε να μείνει σε κάποιο σπίτι συγγενών του, στην εξοχή. Μιλούσαμε μαζί του, ήταν απογοητευμένος αλλά όχι παραιτημένος. Αποφάσισε να ανακηρύξει ανεξάρτητο κράτος το σπίτι εκείνο. Φαίνεται αστείο ... ή ίσως λύση απελπισίας ... δεν ξέρω. Μας είπε ‘αυθαιρετούν ενάντια σε κάθε έννοια νομιμότητας, υπό αυτές τις προϋποθέσεις δεν βλέπω κανένα λόγο να υπακούσω στους νόμους τους’. Κήρυξε ανεξάρτητο κράτος και έβγαινε κάθε πρωί με μια ντουντούκα στον κήπο –φώναζε, ενημέρωνε τους ανθρώπους για τις θέσεις του. Στην αρχή δεν υπήρχε κανένας εκεί γύρω. Αλλά ο γιατρός δεν έδινε σημασία –ήξερε πως αν φωνάζεις, όλο και κάποιος θα σε ακούσει. Μετά, άρχισε να μαζεύεται κόσμος. Το πήραν χαμπάρι οι εφημερίδες. Και τότε άρχισαν τα δύσκολα. Μια φυλλάδα αναρωτιόταν αν υπάρχει κράτος! ‘Το αυτόνομο κράτος του Καραγιάννη υπονομεύει την έννοια του κράτους, λόγω του γεγονότος ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στον ιδιότυπο αυτό γιατρό όχι μόνο να ζει υπό το κράτος ποινικής ασυλίας (αφού δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του για αδικήματα του κοινού ποινικού νόμου παραμένουν ανεκτέλεστες), αλλά και να μεταβάλλεται σε ελευθέρως δρώντα, ελεύθερο σκοπευτή. Ονόμασε το σπίτι του Κράτος, έχει προσβάλει ή προσβάλλει καθημερινά δέσμη από άρθρα του ποινικού νόμου, αλλά... έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο. Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Καραγιάννη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους’ -δεν το έχεις διαβάσει; Και το κράτος αποφάσισε να κινηθεί. Όσο ο γιατρός ήταν μακριά από τη δημοσιότητα τον θεωρούσαν απλά γραφικό. Τώρα γινόταν επικίνδυνος –όχι με αυτά που έκανε, αλλά γιατί έτσι ήθελαν οι εφημερίδες. Οι εφημερίδες ...»

Σταμάτησε για να πιει το νερό που του είχα φέρει. Να ηρεμήσει.

«Ξέθαψαν μια παλιά κατηγορία εναντίον του και έβγαλαν ένταλμα σύλληψης. Μια τιποτένια κατηγορία που θα του στοίχιζε κάποια ποινή με αναστολή, προσβολή του προσώπου του πρωθυπουργού, οπλοχρησία ... κάτι τέτοιο. Αλλά ο γιατρός κλείστηκε στο σπίτι και αρνήθηκε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο. Είναι εκεί και υπερασπίζεται το ανεξάρτητο κράτος του ... κάπως έτσι. Οι μπάτσοι θα πάνε να τον βγάλουν έξω, να τον συλλάβουν ... μάλλον έχουν ήδη κυκλώσει το σπίτι. Ο γιατρός το βλέπει σαν εισβολή και θα αντισταθεί ... η κατάσταση είναι σοβαρή, δεν συμφωνείς;»

Παρακολουθούσα το σημάδι του ποτηριού που στέγνωνε στο ξύλινο τραπέζι μου. Και περίμενα αμίλητος.

«Θέλουμε να του πας ένα μήνυμα. Ετοιμαζόμαστε και θα τον υποστηρίξουμε, πολύς κόσμος θα ξεκινήσει για το σπίτι του, αλλά θέλουμε χρόνο. Θέλουμε να τον ειδοποιήσεις –πρέπει να αντέξει δυο μέρες ακόμα, ας διαπραγματευτεί με τους μπάτσους ... να κρατήσει δυο μέρες. Μετά θα είμαστε έτοιμοι –μια μεγάλη διαδήλωση θα φτάσει στο σπίτι του ... δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα μπροστά σε τόσο κόσμο. Αλλά χρειαζόμαστε δυο μέρες –αυτό είναι το μήνυμα».

Σηκώθηκα μπροστά του.

«Εντάξει, δε νομίζω πως υπάρχει κάτι άλλο να πούμε. Καλή τύχη».

Σηκώθηκε κι αυτός.

«Θα του πας το μήνυμα;» ρώτησε.

«Όχι», απάντησα ξερά.

«Μα ...»

«Άκου φιλαράκο. Συμπαθώ τον γιατρό, μπορεί και να τον έχω ψηφίσει κάποτε. Αλλά δεν μπορώ να πω το ίδιο για ‘εσάς’ –αλήθεια, ποιοι είσαστε ‘εσείς’; Πόσο θα σας πάρει να κινηθείτε; Πόσες συνελεύσεις θα χρειαστούν; Πόσες διαπραγματεύσεις, πόσα άδεια πακέτα τσιγάρων; Πόσα ντουμανιασμένα κεφάλια για να κάνετε ότι είναι προφανές; Δεν είναι δική μου αυτή η υπόθεση –αν θέλετε να συμπαρασταθείτε στο γιατρό, πηγαίνετε τώρα στο σπίτι του. Δυο, τρεις, πέντε –όσοι κι αν είσαστε. Εσύ το είπες –αν φωνάζεις, όλο και κάποιος θα σε ακούσει. Δεν χρειάζεται να μαζευτείτε εκατό ... χίλια άτομα ... Πηγαίνετε μόνοι σας εκεί πάνω».

Καθόταν ακίνητος και με κοίταζε παίζοντας με τα νεύρα μου.

«Ο Άγγελος με έστειλε σε σένα;» είπε σιγά.

«Ο Άγγελος;»

«Άγγελος Κομνηνός –αυτός είπε να έρθουμε σε σένα. Να σου πούμε ... να σου πω ... οτι πρέπει να το κάνεις, όχι για να ακυρωθεί το συμβόλαιο, αλλά γιατί του το χρωστάς ... έτσι είπε».

Άναψα τσιγάρο όρθιος.

«Εντάξει, πήγαινε τώρα».

«Θα το κάνεις;»

«Ναι».

Προχώρησε προς την πόρτα ξαλαφρωμένος –ένας νεαρός σε επιτυχημένη αποστολή. Κοντοστάθηκε πριν βγει έξω.

«Το συμβόλαιο;» αναρωτήθηκε.

«Ναι;» απόρησα με τη σειρά μου.

«Δεν έχει να κάνει με κάτι εμπορικό ε; Δεν θα θέλαμε να μπλέξουμε με εταιρείες και τέτοια ...»

Γέλασα.

«Σε αυτόν τον κόσμο, ακόμα και ο θάνατος είναι εμπορική συναλλαγή», είπα.

Ο άνθρωπος με τα κόκκινα μάγουλα με οδήγησε στο σκοτεινό σαλόνι. Τον ένιωθα να τρέμει, παραπατώντας πίσω μου –παντού υπήρχε υστερία. Διέκρινα άλλους δυο άντρες στο σκοτάδι αλλά κανένας τους δεν ήταν ο γιατρός Καραγιάννης.

«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο άντρας που κρυφοκοίταζε από το παράθυρο.

«Θέλει να δει τον γιατρό. Λέει πως είναι κούριερ», είπε ο δικός μου.

«Δεν παραγγείλαμε τίποτα», είπε ο τρίτος άντρας.

«Είμαι κούριερ όχι πιτσαδόρος», τον πληροφόρησα.

«Και τι θες;»

«Το είπα ήδη. Έχω ένα μήνυμα για τον γιατρό Καραγιάννη», ψιθύρισα.

«Πως ονομάζεστε κύριε;» ρώτησε ξαφνικά μια σκιά που ξεκόλλησε από την απέναντι πλευρά του δωματίου.

Κοίταξα προς το μέρος του και αναγνώρισα το δονκιχωτικό μουσάκι.

«Άρης Μαλτέζος κύριε Καραγιάννη. Μπορούμε να μιλήσουμε;»

Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα, δείχνοντάς μου το καθιστικό. Τον ακολούθησα κοιτάζοντας πίσω μου. Οι τρεις άντρες παρακολουθούσαν τις κινήσεις των μπάτσων έξω από τα παράθυρα κρατώντας τα Μ1 σαν ρόπαλα. Δεν είχαν ιδέα από όπλα –ήταν φανερό. Ο γιατρός ήταν άοπλος.

Καθίσαμε στις δυο άκρες ενός τραπεζιού.

«Ποιος άνεμος σας φέρνει στο σπίτι μας κύριε Μαλτέζο; Δεν πρόκειται για καλό άνεμο –φοβάμαι».

Άδικα προσπάθησα να μετρήσω το κουράγιο στα μάτια του –απελπισία, απόγνωση, αδιαφορία βρήκα μόνο. Ο γιατρός Καραγιάννης περίμενε να πεθάνει γιατί δεν υπήρχε τίποτα άλλο να περιμένει.

«Έχω ένα μήνυμα για σας. Πρέπει να κρατήσετε δυο μέρες –μετά θα έρθει κάποια διαδήλωση για να σας υπερασπιστεί».

Ξεκαρδίστηκε στα γέλια καλοκάγαθα.

«Τι λέτε κύριε Μαλτέζο; Δυο μέρες; Εργάσιμες; Με τις αργίες μέσα; Και μετά θα γίνει η επανάσταση της οποίας θα καταλάβω την φυσική και πνευματική ηγεσία; Έτσι έχουν τα πράγματα ή κάνω λάθος;»

Δεν μίλησα.

«Ούτε δυο ώρες δεν μπορούμε να κρατηθούμε κύριε Μαλτέζο. Και ξέρετε γιατί; Επειδή δεν υπάρχουν περιθώρια διαπραγματεύσεων –αυτοί, εκεί έξω, έχουν έρθει για να μας σκοτώσουν. Μας ζήτησαν να παραδοθούμε –δεν τους πιστέψαμε. Αν βγούμε με τα χέρια ψηλά θα μας λιανίσουν. Κι αν μείνουμε εδώ μέσα, πάλι θα μας λιανίσουν. Είμαστε ήδη νεκροί κύριε Μαλτέζο και πολύ φοβάμαι πως θα μας ακολουθήσετε».

Το μεγάφωνο του περιπολικού στρίγκλισε, η φωνή βλαστήμησε -«χαμηλώστε την ένταση γαμώ το Χριστό σας!». Μετά επανέλαβε.

«Είναι η τελευταία προειδοποίηση! Παραδοθείτε! Σε πέντε λεπτά θα διατάξω έφοδο!»

Σήκωσα το Μ1 και σημάδεψα το παρμπρίζ ενός περιπολικού. Θα προτιμούσα να χτυπήσω τον φάρο, αλλά το όπλο δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Πίεσα τη σκανδάλη και σφίχτηκα για να μη χάσω τη σκόπευσή μου –το παρμπρίζ θόλωσε πριν μετατραπεί σε παχύρρευστη ζάχαρη. Μετά, έσκυψα κάτω από το παράθυρο για να υποδεχτώ την εκκωφαντική τους απάντηση.

«Είσαι καλά γιατρέ;» ρώτησα χωρίς να κοιτάξω.

«Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα», απάντησε. «Θα τελειώσουμε σύντομα –έτσι δεν είναι;»

«Έχουμε ήδη τελειώσει –ξεκουράσου», τον καθησύχασα.

Κατάφερε να βρει ένα ξεχασμένο μπουκάλι κονιάκ, έβαλε δυο ποτήρια και ξανακάθισε απέναντί μου.

«Ακόμα και σε αυτές τις περιστάσεις, δεν πρέπει να αμελούμε τα καθήκοντα του οικοδεσπότη», σχολίασε.

Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να πιω αυτό το θολωμένο απόπλυμα –ακόμα κι αν ήταν να πεθάνω το αμέσως επόμενο λεπτό. Πράγμα που δε αποκλειόταν καθόλου –έτσι όπως ήταν η κατάσταση. Σήκωσα το ποτήρι και μετά το ξανάφησα πάνω στο τραπέζι χωρίς να το ακουμπήσω στα χείλη μου.

«Δεν υπήρχε άλλος τρόπος;» ρώτησα, απλά για να πω κάτι.

«Σε μια φασίζουσα κοινωνία, ο μοναδικός τρόπος αντίστασης είναι ένας αξιοπρεπής θάνατος κύριε Μαλτέζο. Αλλά νομίζω πως τα ξέρετε αυτά –μου φαίνεστε έμπειρος άνθρωπος», απάντησε.

«Ποιο το νόημα της εμπειρίας αν δεν σε προφυλάσσει από τα επαναλαμβανόμενα σφάλματα;» διερωτήθηκα.

«Η εμπειρία σε βοηθάει να σφάλλεις με εντυπωσιακό τρόπο, αυτό είναι το βαθύτερο νόημά της. Ήξερα πολύ καλά πως η κάθοδός μας στις εκλογές θα ήταν άσκοπη. Ήξερα πως δεν επρόκειτο να δεχτούν τη βούληση του λαού που ζητούσε κατάργηση της βουλευτικής οπερέτας κύριε Μαλτέζο. Ήταν προφανές οτι θα ηττηθούμε, αλλά θα έπρεπε, γι΄αυτό το λόγο, να μην αγωνιστούμε; Η διαφύλαξη της αξιοπρέπειάς μας –αυτός ήταν ο σκοπός –όχι η νίκη».

«Μιλάτε με όρους αναμέτρησης –αλλά δεν αποδεχτήκατε την ήττα σας», παρατήρησα.

«Ω, μα κάνετε λάθος κύριε Μαλτέζο! Η προσπάθειά μας θα κριθεί στην κατάληξή της. Οι εκλογές ήταν μόνο ένας πρόλογος. Υπενθυμίσαμε στους ανθρώπους την έννοια της ελευθερίας και μετά αρχίσαμε να την εξασκούμε. Σκοπός μας ήταν να δείξουμε πως οι νόμοι ισχύουν σύμφωνα με τις ορέξεις των κυβερνώντων. Παρανόμησαν ατιμώρητα εναντίον μας, αλλά δεν μας αναγνωρίζουν το δικαίωμα ανυπακοής στους νόμους. Όχι δα –αυτό είναι αποκλειστικά δικό τους προνόμιο! Αυτονόητο κύριε Μαλτέζο; Συμφωνώ. Αλλά είναι προτιμότερο να πεθάνεις για τα αυτονόητα παρά να ζήσεις σαν ανόητος. Αυτό πιστέψαμε».

«Ποιοι;»

Με κοίταξε εξεταστικά.

«Τι εννοείτε;»

«Ποιοι αποφασίσατε; Ποιοι πιστέψατε; Ποιοι;»

Έξυσε τα αραιά μαλλιά του.

«Όταν περπατάς στο δρόμο της ανάγκης δεν σε ενδιαφέρει να ψάξεις τριγύρω -ποιοι σε ακολουθούν. Σε ενδιαφέρει μόνο να φτάσεις. Ο καθένας προχωράει μονάχος κύριε Μαλτέζο –ακόμα κι αν δίπλα του βαδίζει όλη η ανθρωπότητα».

Στο σαλόνι ακούστηκαν διαδοχικές εκρήξεις, σφαίρες που ανατίναζαν κομμάτια ξύλου, βουητό από σφίγγες που έχτιζαν ακαριαίες φωλιές στα ντουβάρια. Πεταχτήκαμε όρθιοι για να δούμε τι γινόταν.

Τίποτα δεν γινόταν. Απλά, οι τρεις άντρες έχασκαν κρεμασμένοι από τα όπλα τους με μια παγωμένη απορία που δεν θα ξεπλενόταν ποτέ από τα πρόσωπά τους.

«Άλλωστε, στο τέλος μένουμε πάντα μόνοι κύριε Μαλτέζο», ψιθύρισε ο γιατρός κρύβοντας το πρόσωπο ανάμεσα στις παλάμες του.

Συμφώνησα.

«Ήταν καλοί άντρες. Τίμιοι. Χωρικοί από εδώ γύρω που πίστεψαν πως έχουν δικαιώματα. Αυτός εκεί είναι ο ξάδελφός μου –ο ιδιοκτήτης του σπιτιού».

«Είναι σίγουρα νεκροί;»

«Από την αρχή ήταν νεκροί κύριε Μαλτέζο. Απλά τώρα πέρασαν στην ακινησία».

«Αν σκοπεύετε να πυροβολήσετε, προτιμήστε το Μ1 δεξιά σας. Είναι το μόνο που λειτουργεί».

«Κι εσείς;»

«Ποτέ δεν αφαίρεσα ανθρώπινη ζωή κύριε Μαλτέζο. Ακόμα και σε περιστάσεις που συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι –δεν σκοπεύω λοιπόν να το κάνω ούτε τώρα. Μόνο στη δική μου ζωή έχω αποκλειστική εξουσιοδότηση».

«Προσέξτε! Απομακρυνθείτε από το παράθυρο!»

«Για ποιο λόγο;»

«Γιατί δεν πρέπει να σας βρουν σε θέση μάχης. Μην τους χαρίσετε τη δικαιολογία της ένοπλης αντίστασης».

Το σκέφτηκε λίγο –πριν πετάξει το όπλο έξω από το σπασμένο παράθυρο.

«Καλύψτε με μια στιγμή κύριε Μαλτέζο. Πρέπει να πάω στην τουαλέτα –δεν θα τους δώσω τη χαρά να με πετύχουν με λερωμένα τα παντελόνια».

Τον περίμενα κοιτάζοντας έξω. Οι μπάτσοι κινούνταν με προφυλάξεις –δεν ήταν σίγουροι πως είχαν ξεμπερδέψει. Άκουσα τον θόρυβο από το καζανάκι και μετά το σώμα του σωριάστηκε στον απέναντι τοίχο. Ετοιμαζόμουν να πω καμιά σαχλαμάρα, αλλά με διέκοψε η φωνή από το μεγάφωνο του περιπολικού.

Μερικά σιωπηλά λεπτά πέρασαν κι εγώ ακόμα χάζευα το διαλυμένο παρμπρίζ. Κάποιος μπάτσος φαινόταν να προχωράει ανάμεσα στα δέντρα –τον είχα πανεύκολα, αν ήθελα. Σημάδεψα, αλλά μετάνιωσα αμέσως. Δεν υπήρχε λόγος να δυσφημίσω την προσπάθεια του γιατρού, με το πτώμα ενός μπάτσου. Πυροβόλησα στον αέρα για να δείξω οτι υπάρχουμε ακόμα. Και για να μην ακούω το κλάμα του γιατρού.

Μου απάντησαν αποφασισμένοι να ξεμπερδέψουν όσο πιο σύντομα γινόταν. Άλλωστε, ξημέρωνε σε λίγη ώρα.

Κούφιες εκρήξεις από πτητικούς σωλήνες, δακρυγόνα που έσκαγαν μεταλλικά καθώς χτυπούσαν σε τοίχους και πατώματα. Ο καθαρός αέρας εξαφανίστηκε, πηχτός καπνός κόλλησε στα ρούχα μου. Πυροβόλησα για τελευταία φορά και έφυγα από το παράθυρο. Χτυπήματα στην πίσω πόρτα –έρχονταν. Πνιγόμουν αλλά δεν ήταν σημαντικό –σκουντούφλησα σε κατεστραμμένα έπιπλα ψάχνοντάς τον. Δεν ήταν εύκολο. Μπερδεύτηκα σε κάποιο πεσμένο σώμα και έμεινα ακίνητος περιμένοντας τον καπνό να κατακαθίσει. Μισούσα αυτούς τους ανθρώπους που γκρέμιζαν τις πόρτες κάτω από τις μπότες τους –τώρα και πάντα. Σε λίγο, το σαλόνι γέμισε γουρουνίσιες μάσκες.

«Ρίξτε σε ότι κινείται», είπε κάποιος στην πόρτα.

«Εκεί είναι ο πούστης! Κάθεται!» ούρλιαξε μια μάσκα.

«Μια σφαίρα! Μια σφαίρα μόνο! Προσοχή!», είπε η φωνή της πόρτας.

Άκουσα τη σφαίρα να επιβραβεύει τον αγώνα του γιατρού Βασίλη Καραγιάννη.

Οι μπάτσοι συνέχισαν να πυροβολούν πάνω στα υπόλοιπα πτώματα κι εγώ περίμενα τον καπνό να διαλυθεί. Πνιγόμουν. Από αηδία.

Μπορούσα πλέον να δω τις πλάτες τους, χάζευαν τον πεσμένο γιατρό σαν κυνηγόσκυλα. Δεν είχε ακόμα πλησιάσει η κυρίως δύναμη –μόνο αντιασφυξιογόνες μάσκες, αλεξίσφαιρα γιλέκα, επικαλαμίδες, αργοκίνητα γουρούνια. Πετάχτηκα απότομα στον αέρα και άρχισα να τρέχω. Ξαφνιάστηκαν πριν αρχίσουν να πυροβολούν –έλπιζα να σκοτωθούν μεταξύ τους.

Η πίσω πόρτα ήταν αφύλαχτη –δεν περίμεναν πως θα υπήρχαν ζωντανοί πλέον. Ίσως και να είχαν δίκιο. Έτρεξα προς τα δέντρα, προτίμησαν να πυροβολήσουν παρά να με κυνηγήσουν –έτσι κάνουν πάντα. Ούρλιαζαν στις διαταγές των επικεφαλής, γέμιζαν τα δέντρα με αναποτελεσματικές σφαίρες. Κι εγώ έτρεχα χωρίς να κοιτάζω πίσω –θα κατάφερνα να καλύψω το χιλιόμετρο που με χώριζε από το αυτοκίνητο πιο γρήγορα από αυτούς. Έτρεχα. Δεν σκέφτηκαν να με κυνηγήσουν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι τρομοκρατούνται όταν χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού τους ξημερώματα. Εγώ όχι. Καθόμουν μπροστά σε μια ανοιχτή τηλεόραση που έδειχνε μόνο παράσιτα, βαριόμουν να χαμηλώσω τον ενοχλητικό ήχο. Βουητό παρέλυε το μυαλό μου και δεν είχα όρεξη να κάνω τίποτα γι΄αυτό –ο διαπεραστικός ήχος από το κουδούνι με ξεκόλλησε. Άνοιξα την εξώπορτα χωρίς να ρωτήσω ποιος είναι, από το θυροτηλέφωνο -περίμενα. Ίσως να είχαν χτυπήσει λάθος κουδούνι, μπορεί κάποιος μεθυσμένος να έκανε φάρσες. Περίμενα.

Τα βήματα ακούστηκαν από τις σκάλες καθώς πλησίαζαν στην πόρτα μου –δεν ήταν λάθος και δεν ήταν φάρσα. Διστακτικά βήματα. Άνοιξα την πόρτα πριν προλάβει να χτυπήσει –έμεινε ιδρωμένος με το χέρι μετέωρο. Κοιταχτήκαμε.

Κρατούσε στο χέρι του μια εφημερίδα –την έφερε, ανοιχτή, μπροστά στα μούτρα μου. Διάβασα ...

«Αυτοκτόνησε ο γιατρός Καραγιάννης προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη!».

Έσπρωξε τα μαλλιά που έπεφταν στα μάτια του.

«Τι έγινε;» ρώτησε λαχανιασμένος.

«Όλα καλά», τον καθησύχασα.

«Δεν προλάβαμε ...», είπε.

«Όχι», τον διαβεβαίωσα.

«Τον σκότωσαν;» ρώτησε για μια ακόμα φορά.

«Εδώ και χρόνια. Από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του», είπα.

«Θα αντιδράσουμε. Δεν θα περάσει έτσι αυτό!», είπε νευρικά.

«Άντε γαμήσου», τον παρότρυνα.

Έκλεισα την πόρτα στα μούτρα του. Ξανακάθισα μπροστά στον αναμμένο δέκτη της τηλεόρασης –δεν σκόπευα να χάσω τα υπόλοιπα παράσιτα. Κρατούσα τη γυάλινη μπάλα μέσα στη σφιγμένη μου γροθιά.

Δεν τολμούσα να την κοιτάξω.

Υ.Γ.: Αυτή είναι μια ιστορία στη μνήμη του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη –και, εντάξει, μπορεί τα πράγματα να μην έγιναν έτσι ακριβώς, αλλά η πραγματικότητα είναι πάντα εντυπωσιακότερη από τη φαντασία -γι΄αυτό μάλλον, οι «πραγματικές δημοκρατίες» έχουν μικρότερες αντοχές από τις φανταστικές. Όπως άλλωστε και οι πραγματικές «εκλογικές μάχες».

Δευτέρα, Αυγούστου 27, 2007

Οι ανίκανοι νταβατζήδες

Μου άφησε ένα σχόλιο στο προηγούμενο ποστ ο Άσωτος υιός –έγραφε «Αν δεις τα 5 μέρη που γουστάρω έχει τη διαδρομή Σπάρτη –Καλαμάτα ... Τα γάμησαν όλα ρε γαμώτο, δεν θα αφήσουν τίποτα όμορφο πια ...». Ακριβώς από κάτω, άφησε ένα σχόλιο ο Βαγγέλακας –έγραφε «Το Σπάρτη –Καλαμάτα το έκανα προ τριμήνου και είχα κανονίσει να το κάνω πάλι τον Δεκέμβριο ... Σκατά ...»

Αν ήθελες να τοποθετήσεις πολιτικά τον Άσωτο (από όσα έχει γράψει και όσα έχουμε κουβεντιάσει) θα τον έβαζες άνετα κάτω από την απλουστευτική ταμπέλα «εξωκοινοβουλευτικός αριστερός». Αν χρησιμοποιούσες τα ίδια κριτήρια για τον Βαγγέλακα θα τον κατέτασσες στην κατηγορία «εθνικιστής». Με τον Άσωτο κάναμε παρέα πριν ακόμα συναντηθούμε. Με τον Βαγγέλακα ξεκινήσαμε τη σχέση μας μέσα από ανελέητο βρισίδι και καταλήξαμε να τα πίνουμε παρέα. Είναι και οι δυο τους ωραίοι τύποι, τους θεωρώ φίλους μου. Και δεν μπόρεσα να γράψω τίποτα κάτω από τα σχόλιά τους. Τίποτα –ούτε καν μια εξυπνακίστικη μαλακία!

Όμως μπορώ ακόμα να κάνω ένα ποστ –για αυτούς τους δυο φίλους που είδαν το ίδιο πράγμα παρά τις διαφορές απόψεων και για μένα που δεν θέλω να βλέπω τίποτα πια. Τίποτα. Ούτε την τηλεόραση που υποκαθιστά τον ανύπαρκτο κρατικό μηχανισμό, ούτε εκείνον το ρεπόρτερ που ούρλιαζε στην Αρχαία Ολυμπία -«συγνώμη, πρέπει να διακόψω την ανταπόκριση γιατί είναι κάποιος άνθρωπος κλεισμένος μέσα στο σπίτι του και πάω να βοηθήσω να τον βγάλουμε έξω». Ούτε το κοντέρ των νεκρών που ανεβαίνει, ούτε τους κυβερνητικούς να μιλάμε για «ασύμμετρες απειλές» και «επιδόματα πυρόπληκτων», ούτε τους ανθρώπους που παρακαλάνε για ένα πυροσβεστικό όχημα ... τίποτα από αυτά δεν θέλω να ακούω. Αρκετά!

Έχω τις απόψεις μου για τη «Δημοκρατία» στις σύγχρονες κοινωνίες και για τα ευρωπαϊκά πολιτικά συστήματα –τις έχω γράψει αρκετές φορές, δεν θα τις επαναλάβω. Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω τους αγαπημένους μου αριστερούς κοινωνιολόγους και φιλόσοφους –ο Άσωτος θα χαμογελούσε, αλλά ο Βαγγέλακας θα στράβωνε τα μούτρα. Δεν πρόκειται να μιλήσω για καταπίεση και εκμετάλλευση –αυτά είναι γνωστά. Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσω αποσπάσματα δημοσιεύσεων στο indymedia –δεν χρειάζεται.

Θέλω να κουβεντιάσω το θέμα με τους δικούς τους σιχαμένους όρους, με αποσπάσματα από δικές τους παραδοχές και άρθρα του Συντάγματος –γαμώ τον κοινοβουλευτισμό τους μέσα! Γιατί, οτιδήποτε αντιτίθεται στον κοινοβουλευτισμό μπορεί να γίνει αντικείμενο συζήτησης –κι εγώ δεν θέλω να συζητήσω τώρα. Θέλω να πω οτι έχουμε υπογράψει μαζί τους ένα γαμημένο συμβόλαιο, εμείς «οι πολίτες», με αυτούς «το κράτος». Το υπογράψαμε με το ζόρι, δεν ασχολήθηκαν καν με τις αντιρρήσεις μας και τηρούμε τους όρους του με βλακώδη συνέπεια. Πληρώνουμε φόρους, πάμε στο στρατό, πληρώνουμε κι άλλους φόρους, εξευτελιζόμαστε από μπάτσους, δημόσιους υπάλληλους και κρατικούς κουμανταδόρους. Είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας –κι ας μην επιλέξαμε! Αυτοί τι κάνουν;

«H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Kράτους», γράφει το Σύνταγμα και λέγοντας «Κράτος» εννοεί προφανώς τα πολιτειακά όργανα και τη Δημόσια Διοίκηση η οποία υλοποιεί τις αποφάσεις τους. Σωστά; «Πληρώνεις κάτι παραπάνω, αλλά θα σε προστατεύσουμε», λένε οι νταβατζήδες στις πουτάνες και οι τραμπούκοι στα μαγαζιά –έτσι δεν δουλεύει το σύστημα; Ρωτάω τώρα εγώ –όταν σου σπάσουν το μαγαζί κι ο τραμπούκος δεν κάνει τίποτα για να το προφυλάξει, τι γίνεται; Συνεχίζεις να τον πληρώνεις; Τον στέλνεις στο διάολο; Αναθέτεις την προστασία σε άλλη συμμορία; Ή συνεχίζεις να τα σκας κανονικά –ακόμα κι όταν δεν υπάρχει πλέον μαγαζί για να προστατευτεί;

Είδα στις ειδήσεις κόσμο να τρέχει με λάστιχα για να σβήσει τις φωτιές που έκαιγαν το σπίτι του. Είδα κόσμο να κλαίει απελπισμένος. Κόσμο να ειρωνεύεται τη βοήθεια που ποτέ δεν εμφανίστηκε. Μόνο πυροσβεστική δεν είδα. Και δεν είδα ούτε στρατιώτες να σβήνουν φωτιές, ούτε μπάτσους, αγροφύλακες, τελωνοφύλακες... Με λίγα λόγια –δεν είδα τους εκπροσώπους του Κράτους να κάνουν τη δουλειά τους. Πουθενά ή σχεδόν πουθενά, γιατί, όταν πήγε να πάρει φωτιά στου Παπάγου σβήστηκε σε μισή ώρα μέσα. Και κάτι οχήματα της πυροσβεστικής που εμφανίζονταν μια φορά κάθε δέκα πλάνα στην τηλεόραση, μαλακίζονταν για τα μάτια του κόσμου –συνήθως χωρίς νερό. Και κάτι αεροπλάνα έκαναν ρίψεις αλλά δεν έσβησαν ούτε μισή φωτιά.

«Ήταν πολλά τα μέτωπα», είπαν. «Ήταν αντίξοες οι καιρικές συνθήκες», είπαν. «Ήταν οργανωμένο σχέδιο εμπρηστών», είπαν. Στ΄αρχίδια μου! Αν υπήρχε μόνο μια φωτιά, μικρής έκτασης που την άναψε κάποιος κακομοίρης κατά λάθος και έπιανε βροχή, δεν θα χρειαζόταν η επέμβασή σας κύριοι! Όταν δηλώνατε, στα μέσα Μαΐου, με καμάρι στις κάμερες πως «είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις καλοκαιρινές πυρκαγιές, φέτος, νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά» τι ακριβώς εννοούσατε; Πως θα σβήνουν μόνες τους οι φωτιές όταν δεν μένει τίποτα άλλο να κάψουν; Ποια ακριβώς ήταν η προετοιμασία σας; Πείτε μου μια γαμημένη φωτιά που σβήσατε –πείτε μου για μια φωτιά που περιορίσατε έστω –πείτε κάτι!

«Ήταν πολλά τα μέτωπα»! Προφανώς! Αφού δεν σβήνατε τις φωτιές, αυτές θα εξαπλώνονταν!

«Ήταν αντίξοες οι καιρικές συνθήκες»! Δηλαδή; Είχε ζέστη, ξηρασία και αέρα όπως κάθε Αύγουστο μετά τον καύσωνα; Και τι περιμένατε δηλαδή; Να χιονίσει;

«Ήταν οργανωμένο σχέδιο εμπρηστών»! Και λοιπόν; το μεγαλύτερο τμήμα του κρατικού προϋπολογισμού πηγαίνει σε αμυντικές δαπάνες! Αν δηλαδή, αύριο το πρωί γινόταν εισβολή από Τούρκους λουκουματζήδες, Καυκάσιους μικροπωλητές, Μακεδόνες καπνέμπορους ή από οποιαδήποτε άλλη εξωγήινη ύπαρξη κυκλοφορεί στο μυαλό σας –πως θα το αντιμετωπίζατε; Αν, ας πούμε, βομβάρδιζαν την Πελοπόννησο τα στούκας των Ναζί δεν θα έπαιρνε φωτιά ο τόπος; Τι θα κάνατε τότε; Θα περιμένατε να βρέξει;

Και στην τελική ανάλυση –τι με νοιάζει εμένα για όλα αυτά; Με ρωτήσατε κάθε φορά που έρχεται η εφορία αν έχω να πληρώσω ή έχω, ας πούμε, πολλά «οικονομικά μέτωπα» ανοιχτά; Ενδιαφερθήκατε μήπως οι «αντίξοες καιρικές συνθήκες» μου έχουν αποδεκατίσει το εισόδημα; Σας ένοιαξε ίσως για το «οργανωμένο σχέδιο» των σούπερ μάρκετ που ανεβάζει τις τιμές στήνοντας παράνομα τραστ και εξανεμίζει το μισθό μου; Εσείς μου είπατε «πλήρωσε στην ώρα σου γιατί αλλιώς θα φας πρόστιμο». Κι εγώ λέω –«πλήρωσα, αλλά για ποιο λόγο;» Δεν κάνατε τη δουλειά σας κύριοι και χέστηκα για τις δικαιολογίες σας.

Αλλά, ξέχασα, εσείς δεν δικαιολογείστε. Βγαίνετε στο γυαλί και ανακοινώνετε βοηθήματα για τους πυρόπληκτους και επιδόματα για τους πυροσβέστες ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ Η ΦΩΤΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΕΙ! Και έχετε το θράσος να δημιουργείτε «κοινό ταμείο αλληλοβοήθειας», όπου καλείτε τους πολίτες να καταθέσουν ότι μπορούν για να βοηθηθούν οι πυρόπληκτοι! Σα να λέμε οτι έρχεται ο νταβατζής στην πουτάνα για να της πει –«εσύ που έχεις μόνο ένα μαυρισμένο μάτι από το ξύλο, μήπως θέλεις να δώσεις κάτι από το μεροκάματό σου για την άλλη που προστατεύω και την σακάτεψαν και δεν μπορεί να δουλέψει;» Ρε άντε από δω!

Σβήστε τις φωτιές, σβήστε έστω μία φωτιά! Αυτό είναι η δουλειά σας, γι΄αυτό σας πληρώνουμε –κάντε τη ή πηγαίνετε να γαμηθείτε. «Tα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Yφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Yπουργών», αυτό λέει το Σύνταγμα κύριοι! Άρα, είστε υπεύθυνοι –ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο Υπουργός Πολιτισμού, ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης και ο Πρωθυπουργός που προΐσταται. Είστε υπεύθυνοι –το λέει το Σύνταγμα που ορκιστήκατε να εφαρμόζετε! Κάντε τη δουλειά σας ή παραιτηθείτε αν δεν τα καταφέρνετε. Μην επιβαρύνετε τη θέση σας γιατί εδώ μιλάμε για ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ. Είστε υπεύθυνοι γιατί ασκήσατε πλημμελώς τα καθήκοντά σας και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χαθούν ανθρώπινες ζωές, δάση, σπίτια και καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Άραγε θα βρεθεί κάποτε κανένας να σας περάσει από δίκη;

«Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους», έτσι ξεκινάει το άρθρο 24 του Συντάγματος που θέλατε να αναθεωρήσατε κύριοι! Ήταν υποχρέωσή σας να προστατεύσετε το περιβάλλον και έπρεπε να πάρετε «προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα» -έτσι γράφει. Τι κάνατε εσείς; Ποια ήταν τα μέτρα που πήρατε; Ο Φούρλας κυκλοφορούσε στα κανάλια σαν λαϊκός ήρωας πριν 3-4 χρόνια, το θυμάστε; Γιατί ήταν ήρωας ο Φούρλας; Επειδή ήταν αρχηγός μιας πυροσβεστικής που έσβηνε φωτιές –έτσι έλεγαν τα κανάλια. Το θυμάστε; Θυμάστε οτι κάποτε οι φωτιές έσβηναν από την πυροσβεστική και όχι όταν δεν υπήρχε τίποτα άλλο να κάψουν; Πήρατε μέτρα όπως λέει το Σύνταγμα; Πήρατε! Και ο Φούρλας έγινε ανεπαρκής και ο καινούργιος αρχηγός (προσωπική επιλογή του Βύρωνα –μην ξεχνάμε!) συνέδεσε το όνομά του με την εκκωφαντική αδράνεια! Ξέρετε τι ορίζεται ως ποινικό αδίκημα κύριοι; «Η πράξη ή παράλειψη που επιφέρει βλαπτικά αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο ή σε μέρος αυτού». Καταλάβατε;

Ας μην μιλήσουμε και για το «δασολόγιο» που «συνιστά υποχρέωση του Κράτους» γιατί τότε θα πρέπει να αναζητήσουμε ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ σε ΟΛΕΣ τις κυβερνήσεις που πέρασαν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Καταλογίζοντας πλήρη αδράνεια στις κρατικές υπηρεσίες διαπράττω μεγάλη αδικία –θα πρέπει να το παραδεχτώ. Το παραδέχομαι και επανορθώνω:

-Η Αστυνομία δούλεψε μια χαρά όποτε υπήρχε πυρκαγιά και αμέσως μετά. Απαγόρευε στους εθελοντές να ανέβουν στην Πάρνηθα, συνέλαβε διαδηλωτές έξω από το καζίνο, επόπτευσε την εκκένωση των χωριών που καίγονταν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν μπόλικοι από καραμπόλες καθώς έφευγαν πανικόβλητοι και να βρίσκουν ακόμα απανθρακωμένα πτώματα όταν σβήνουν οι φωτιές στα χωριά. Α, ναι –συνέλαβε και πολλούς καταχθόνιους εμπρηστές! Μια γριούλα που έβαλε κατά λάθος φωτιά με τον φούρνο της, κάποιον που άναψε φωτιά κατά λάθος, με τις σπίθες που πετάχτηκαν από την ηλεκτροκόλληση και άλλους τέτοιους στυγερούς εγκληματίες. Στην πυρά, στην πυρά!

-Ο Στρατός και η Πυροσβεστική βρέθηκαν σε όλες τις εστίες της φωτιάς. Με καθυστέρηση ωρών πάντα –όταν οι φωτιές δεν μαζεύονταν. Και χωρίς μέσα πυρόσβεσης!

-Η αντιτρομοκρατική υπηρεσία εξιχνίασε τα σχέδια των εμπρηστών. Μετά από επιτόπιες μελέτες και ανθρωποκυνηγητό ανακάλυψε οτι όντως –κάποιοι έβαλαν φωτιές στα δάση!

Ποιοι έβαλαν τις φωτιές; Ποιοι είναι αυτοί οι καταραμένοι εμπρηστές που έχουν καταστρέψει τη μισή Ελλάδα; Ας δούμε τι λένε οι «αρμόδιοι»:

-«Το πράσινο καίει το πράσινο», είπε ο Γιακουμάτος. Δηλαδή ο Παναθηναϊκός ή το ΠΑΣΟΚ! Αλλά οι βάζελοι το πήραν το γήπεδο στον Ελαιώνα -για πιο λόγο καίνε την Πεντέλη, την Πάρνηθα, τον Υμηττό, την Πελοπόννησο και την Εύβοια; Και προπονητικό κέντρο να ήθελαν (άσε που έχουν ήδη την Παιανία) –δεν θα τους έφτανε ένα μέρος; Έπρεπε να τα κάψουν όλα; Πάμε τώρα στο ΠΑΣΟΚ. Γιατί καίει τη μισή Ελλάδα; Προφανής η απάντηση –για να ξαναβγεί κυβέρνηση εκθέτοντας τη Ν.Δ. Θα συμφωνήσω. Αλλά, ποιος ο λόγος να καίνε τώρα που η διαφορά των δύο κομμάτων έχει φτάσει στην 1,5 μονάδα; Τόσο ηλίθιοι είναι να καταστρέφουν σήμερα για να κυβερνήσουν αύριο μια χώρα σε πλήρη διάλυση; Πως θα αντιμετωπίσουν την τρελή αύξηση τιμών που θα ακολουθήσει την έλλειψη αγροτικών προϊόντων μετά τις φωτιές στον κάμπο της Πελοποννήσου; Που θα βρουν χρήματα να δώσουν στους πυρόπληκτους; Που θα βρουν χρήματα να αποκαταστήσουν τις ζημιές στο εθνικό δίκτυο; Τόσο ηλίθιοι είναι που θέλουν να γίνουν κυβέρνηση σε μια κατεστραμμένη χώρα; Πως θα κλέψουν, πως θα κάνουν ρουσφέτια, πως θα διορίσουν;

-«Είναι συνηθισμένη τακτική του αντιεξουσιαστικού χώρου η πρόκληση πυρκαγιών προκειμένου να αποσταθεροποιηθεί το πολίτευμα», είπε ο πολιτικός στοχαστής (με απολυτήριο Λυκείου) Ρουσόπουλος. Θυμάστε τη σκηνή από την «Καζαμπλάνκα;» «Συλλάβετε τους συνήθεις ύποπτους», είχε πει ο πονηρός μπάτσος. Αλλά, επειδή είμαι ευκολόπιστος άνθρωπος θα δεχτώ πως τις φωτιές τις έβαλαν οι «αντιεξουσιαστές». Γιατί; Για να διαλύσουν το κράτος –ωραία! Και μετά; Υπάρχει κανένα πόρισμα μελέτης που δείχνει πως, τη διάλυση του κράτους θα ακολουθήσει γενικευμένη εξέγερση; Υπάρχει καμιά οργάνωση που να το υποστηρίζει; Ξέρεις εσύ καμιά κύριε Ρουσόπουλε; Άντε να σε βοηθήσω και να παραδεχτώ πως αυτή η οργάνωση υπάρχει! Μια οργάνωση παρανοϊκών που δεν στηρίζεται πουθενά και ακούει τη φωνή του Τρότσκυ από το υπερπέραν! Πόσα μέλη έχει ρε γελοίε για να βάλει φωτιές παντού –ταυτόχρονα; Αθήνα, Πελοπόννησος, Εύβοια –καίγονταν την ίδια ώρα! Δηλαδή, μιλάμε για 100 άτομα και βάλε –αποφασισμένα, που δρούσαν διασκορπισμένα! Ρε βλάκα –αν ήταν τόσοι δεν θα έπεφταν όλοι μαζί πάνω στη Βουλή (όταν συνεδρίαζε σε πλήρη σύνθεση) με εκρηκτικούς μηχανισμούς –να έχουν και καλύτερο αποτέλεσμα;

-«Υπάρχει σχέδιο αποσταθεροποίησης που προέρχεται από το εξωτερικό», ακούστηκε κι αυτό! Οι 100 και βάλε, που λέγαμε, είναι πλέον ξένοι πράκτορες! Με τι σκοπό; Να εισβάλλουν στην Ελλάδα; Από που –από την Πελοπόννησο; Να πλήξουν τον τουρισμό; Πότε –τέλη Αυγούστου; Να ρίξουν την κυβέρνηση; Γιατί; Δημιούργησε ποτέ αυτή η κυβέρνηση πρόβλημα σε Τούρκους, Μακεδόνες, Αμερικάνους ή σε κανέναν άλλο; Όχι πείτε μου για να ξέρω!

-«Για τις φωτιές ευθύνεται η πόλη-κράτος της Αθήνας. Μανιασμένοι από την απήχηση που είχε η ταινία ‘300’ και από την υπερπροβολή της πόλης-κράτους της Σπάρτης έκαψε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Και για να μην καρφωθεί –έκαψε και την Εύβοια». Αυτή είναι μια καλή και λογική εξήγηση –το παραδέχομαι. Πάσχει λίγο βέβαια σε δυο σημεία –α) στο οτι δεν εξηγεί τις φωτιές στην Αττική και β) στο οτι η πόλη-κράτος της Αθήνας έχει να δώσει σημεία ζωής εδώ και πολλούς αιώνες. Αν όμως αγνοήσεις αυτές τις μικρολεπτομέρειες, η υπόθεση στέκει μια χαρά!

Έχω μια τελευταία υπόθεση σχετικά με το ποιος ευθύνεται για τις φωτιές. Τη βρήκα σε κείμενα του indymedia, αλλά δεν την αντιγράφω από εκεί –προτίμησα (για χάρη του κοινοβουλευτισμού που διακατέχει το ποστ) να την πάρω από μια ανακοίνωση του Συνασπισμού. Η ανακοίνωση βγήκε όταν άρχιζαν οι φωτιές στην Πελοπόννησο, αφορά τους ηθικούς αυτουργούς της κατάστασης και πριν τη διαβάσετε, σκεφτείτε: Πόσες φορές καταραστήκατε τους εμπρηστές αυτές τις μέρες; Πόσες φορές ευχηθήκατε να πεθάνουν με φρικτό θάνατο σε κοινή θέα; Πόσες φορές απαιτήσατε να πάθουν ότι ακριβώς έκαναν;

«Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 24 ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΣΗ

Ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Για μια ακόμα φορά, ο δασικός πλούτος της χώρας βρίσκεται στο έλεος των πυρκαγιών. Στην Αρεόπολη υπάρχουν πληροφορίες για νεκρούς, ενώ η πόλη εκκενώνεται. Σε ολόκληρη την χώρα, μεγάλες δασικές εκτάσεις καίγονται ανεξέλεγκτα.

Η κυβέρνηση φορτώνει συστηματικά τις φωτιές στην ζέστη και τον δυνατό αέρα υποτιμώντας την νοημοσύνη των πολιτών. Η ζέστη και ο αέρας δεν εξηγούν το γιατί σε κάθε προεκλογικό καλοκαίρι οι καμένες δασικές εκτάσεις πολλαπλασιάζονται.

Η πραγματικότητα είναι ότι τόσο η υπεσχημένη αναθεώρηση του άρθρου 24 του συντάγματος, όσο και οι απόπειρες προεκλογικής νομιμοποίησης των αυθαιρέτων, ενθαρρύνουν κάθε λογής εμπρηστές, καταπατητές και οικοπεδοφάγους, οι οποίοι επιβουλεύονται με κάθε μέσον τον δασικό μας πλούτο.

Καλά θα κάνει λοιπόν ο κ. Καραμανλής να αφήσει τις γενικόλογες διακηρύξεις περιβαλλοντικής ευαισθησίας, τις οποίες συνηθίζει τελευταία για λόγους τηλεοπτικών εντυπώσεων, και να δεσμευτεί τώρα, ότι το άρθρο 24 που προστατεύει τα δάση και τις δασικές εκτάσεις δεν θα αναθεωρηθεί. Όσο ο κ. Καραμανλής δεν δεσμεύεται τώρα για την εξαίρεση του άρθρου 24 από την Συνταγματική Αναθεώρηση, αναλαμβάνει ακέραιη την ευθύνη για την οικολογική καταστροφή που συντελείται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της, μπροστά σε αυτή την τρομακτική κατάσταση, οι πολίτες οφείλουν να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.

To Γραφείο Τύπου»

Επαναλαμβάνω: Πόσες φορές καταραστήκατε τους εμπρηστές αυτές τις μέρες; Πόσες φορές ευχηθήκατε να πεθάνουν με φρικτό θάνατο σε κοινή θέα; Πόσες φορές απαιτήσατε να πάθουν ότι ακριβώς έκαναν;

Τι σκοπεύετε να κάνετε πλέον;

Παρασκευή, Αυγούστου 24, 2007

Εκλογές -ένας δημοκρατικός βιασμός

Δεν μου αρέσει να γράφω για τις εκλογές –ειδικά σε προεκλογική περίοδο και ακόμα ειδικότερα σε δημόσιο χώρο κατά τη διάρκεια προεκλογικής περιόδου. Αυτή μου η δυσφορία έχει να κάνει κυρίως με την προσωπική μου στάση απέναντι στη διαδικασία, η οποία δεν υπήρξε πάντοτε συνεπής. Συνεπής ως προς τι; Συνεπής ως προς οτιδήποτε. Ψέματα –ότι κι αν έχω κάνει στις εκλογές, ποτέ δεν έχω ψηφίσει Δεξιά, αυτό είναι ένα μίνιμουμ συνέπειας, όσο να πεις.

Αν όμως τα φέρει η κατάρα να γνωρίσεις τον Σκιές μιλάν κι αν διαβάσεις το σχετικό του πόστ δεν είναι εύκολο να μείνεις αδρανής. Ο άνθρωπος παρουσιάζει την αποχή από την εκλογική διαδικασία μέσα από το τραγικό πρίσμα του αδιεξόδου αντιπροσώπευσης που κυριαρχεί, τουλάχιστον στη δική μας κοινωνία –συναισθηματικά με καλύπτει απόλυτα η ανάλυσή του. Αλλά έχω κάποιες αντιρρήσεις, σε προσωπικό επίπεδο –και δεν μου φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος για να του καταστρέψω το πόστ με ένα σχόλιο μεγαλύτερο από το κείμενό του!

Πριν συνεχίσω να ξεκαθαρίσω το αυτονόητο: το πόστ του Σκιές, αλλά και το δικό μου δεν είναι τίποτα περισσότερο από την προσωπική μας στάση απέναντι στη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση. Αν είχαμε θέσεις ικανές να καλύψουν τις προσδοκίες και άλλων ανθρώπων, αν είχαμε λύσεις στο πρόβλημα της δημοκρατικής φαρσοκωμωδίας που παίζεται στη χώρα μας, θα έπρεπε να τις καταθέσουμε έξω από εδώ –σε επίπεδο συλλογικής λειτουργίας. Δεν λέμε τι πρέπει να κάνει ο κόσμος, λέμε τι θα κάνουμε εμείς. Εξηγηθήκαμε;

Πριν προχωρήσω σε αυτά που θέλω να πω, θα κάνω μια σύντομη καταγραφή της δικής μου «συμμετοχής» στις εκλογικές αναμετρήσεις της τελευταίας εικοσιπενταετίας (περίπου τόσο είναι το διάστημα που έχω δικαίωμα ψήφου):

-Ξεκίνησα την καριέρα μου ως ψηφοφόρος ρίχνοντας άκυρο ΟΤΑΝ ο καυγάς μου με τον εκάστοτε δικαστικό αντιπρόσωπο, για τη μη ύπαρξη «λευκού» ανάμεσα στα ψηφοδέλτια, δεν κατέληγε στην «ως δια μαγείας» εμφάνιση των «λευκών» ψηφοδελτίων που βρίσκονταν επιμελώς καταχωνιασμένα κάτω από το τραπέζι. Μια φορά μάλιστα, κάποιος δικαστικός μου έδωσε ένα λευκό φύλλο που έκοψε από το μπλοκάκι του. Φυσικά, τότε έστησα άλλον καυγά –αφού αναγκάζοντάς με να ζητήσω «λευκό» παραβίαζαν το δικαίωμά μου στη μυστική ψηφοφορία.

-Η «λευκή» μου περίοδος διαταράχτηκε μόλις τρεις φορές. Την πρώτη, ψήφισα Κύρκο (ήταν η εποχή που έκλεινε τις προεκλογικές του ομιλίες παίζοντας φυσαρμόνικα), τη δεύτερη ψήφισα Οικολόγους –Εναλλακτικούς (ήταν η εποχή που όλοι νιώθαμε περιέργεια σχετικά με το πως θα μπορούσε να σταθεί ένας καθαρά εξωκοινοβουλευτικός φορέας στο κοινοβούλιο –τελικά η περιπέτεια είχε άδοξο τέλος) και την τρίτη φορά ψήφισα Σημίτη (ήταν η εποχή που είχε πει ‘ευχαριστώ τους Αμερικάνους’ και είχε δώσει τον Οτσαλάν στους Τούρκους). Φέτος, αν αντέξω μέχρι τέλους, θα είναι η τέταρτη φορά που θα ψηφίσω Κόμμα.

-Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις δεν πηγαίνω καν. Βαριέμαι, προτιμώ να κάνω καμιά βόλτα εκμεταλλευόμενος την εκλογική άδεια της Tomboy.

Τα παραπάνω, αφορούν βέβαια, τις βουλευτικές εκλογές και τις ευρωεκλογές. Σε δημοτικό επίπεδο έχω ψηφίσει αρκετές φορές, αλλά, ειλικρινά, δεν θυμάμαι ποια παράταξη υποστήριζε τους «εκλεκτούς» μου –σίγουρα όχι η Δεξιά, μάλλον ο Συνασπισμός, το ΚΚΕ και ίσως το ΠΑΣΟΚ. Σε επίπεδο δήμων η κομματική στήριξη μεταβάλλεται ασύστολα.

Αφού ξεκαθάρισα τη, μέχρι τώρα, θέση μου μπορώ να προχωρήσω σε μια σύνοψη των απόψεών μου σε επίπεδο πολιτειακού ζητήματος:

-Αυτό που υπάρχει στην Ελλάδα ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Είναι, μάλλον, μια ολιγαρχία οικονομικής φύσεως, όπου συγκεκριμένα συμφέροντα ανεβοκατεβάζουν αντιπροσώπους βιτρίνας (λέγονται και «κυβερνήσεις»).

-Στο ελληνικό πολιτικό σύστημα ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΚΛΕΓΕΣΘΑΙ. Σίγουρα, ο καθένας μπορεί να κάνει μια αίτηση στο Πρωτοδικείο και να συμμετάσχει στις εκλογές, αλλά αυτό, από μόνο του, δεν σημαίνει τίποτα. Αν δεν δαπανήσεις αμύθητα ποσά ή αν δεν έχεις την στήριξη κάποιου οικονομικού –μηντιακού νταβατζή (πράγμα που, συνήθως, είναι το ίδιο) δεν πρόκειται κανένας να πάρει χαμπάρι τις θέσεις σου. Θα καταλήξεις ένας ακόμα γραφικός δίπλα στο «Κόμμα των κυνηγών», λίγο πιο κάτω από την «Ένωση Κεντρώων».

-Ο, εκάστοτε, εκλογικός νόμος είναι, βαθύτατα ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ. Τι σόι δημοκρατία είναι αυτή όπου το 30κάτι τις εκατό των ψηφοφόρων εκλέγει κυβέρνηση καπελώνοντας το υπόλοιπο 60και; Τι σόι δημοκρατία είναι αυτή, όπου τα «λευκά» και τα «άκυρα» δεν καταμετρούνται αλλά μοιράζονται –ενίοτε στα δυο πρώτα κόμματα; Αυτό είναι ένα τσίρκο με τους ψηφοφόρους στον ρόλο των εκπαιδευμένων ζώων και τους πολιτικούς στον ρόλο των ταχυδακτυλουργών.

-Στην ελληνική δημοκρατία ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ. Μπορείς ίσως να επιλέξεις ποιο από τα δύο κυρίαρχα κόμματα θα αναλάβει την διακυβέρνηση, μπορείς να βάλεις (ή όχι) στη Βουλή κάποιο μικρότερο κόμμα –αλλά είναι αυτά πραγματικές επιλογές; Έχω δει πολλούς έλληνες «δημοκράτες του καφενείου» να σκίζουν υστερικά τα καλσόν τους με την κατάσταση που επικρατεί στην Κούβα (για παράδειγμα) –και το γεγονός πως ο Κάστρο κατέχει θέση ανάλογη με του Προέδρου της Δημοκρατίας τα τελευταία 50 περίπου χρόνια. «Δικτατορία», αποφαίνονται οι ειδήμονες –ξεχνώντας να αναφέρουν πως και στην Κούβα γίνονται εκλογές. «Δικτατορία», τσιρίζουν τη στιγμή που δεν νιώθουν καμιά ενόχληση από το γεγονός οτι στη χώρα τους, τα τελευταία 70 περίπου χρόνια, εναλλάσσονται, στη θέση του πρωθυπουργού δυο μόλις οικογένειες –με μικρά, ενδιάμεσα, διαλείμματα. Παπανδρέου Γεώργιος (αλλιώς «ο γέρος της τρομοκρατίας»), Καραμανλής Κων/νος (αλλιώς «Τριανταφυλλίδης»), Παπανδρέου Αντρέας (αλλιώς «Σιδερένιος»), Καραμανλής Κώστας (αλλιώς «μπούλης») και, κάποια στιγμή, Παπανδρέου Γιώργος (αλλιώς «το παιντί»). Να υποθέσω πως φταίει ο Κάστρο για το γεγονός πως οι «φωτισμένοι ηγέτες» της χώρας μας ψόφησαν νωρίτερα από αυτόν;

-Στην ελληνική δημοκρατία (αναρωτιέμαι γιατί το γράφω χωρίς εισαγωγικά), ΨΗΦΙΖΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΘΕΣΕΙΣ. Αγρότες ψηφίζουν τη «Δεξιά των μεγάλων συμφερόντων», μεγαλοϊδιοκτήτες ψηφίζουν το «ΠΑΣΟΚ με το κοινωνικό πρόσωπο», ηθοποιοί ψηφίζουν το «ΚΚΕ της στρατευμένης τέχνης» σε μια κακόγουστη πολιτική φάρσα. Και όλοι μαζί ψηφίζουν «τον άλλο για να φύγει αυτός που είναι τώρα στην κυβέρνηση» -σαν συνέπεια του πλήρους στραγγαλισμού της ελεύθερης πολιτικής βούλησης.

«Δεν έχει σημασία τι θα ψηφίσεις –τελικά, όποιος κι αν βγει θα είναι ίδιος με τον προηγούμενο», λένε πολλοί. Και, επειδή κατανοούν όσα ανέφερα παραπάνω δεν πηγαίνουν καθόλου να ψηφίσουν. Στη λογική του «τίποτα δεν αλλάζει», αποφαινόμενοι πως «δεν τους ενδιαφέρει η συμμετοχή σε ένα στημένο παιχνίδι». Δεκτό –άλλωστε, όπως είπα, κι εγώ έχω βαρεθεί να ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα κάμποσες φορές. ΕΧΩ ΒΑΡΕΘΕΙ –το επαναλαμβάνω γιατί έχει σημασία! Γιατί, κατά τα υπόλοιπα, η αποχή από τις εκλογές δεν έχει κανένα νόημα. Βαρέθηκες, απογοητεύτηκες, κουράστηκες, σιχάθηκες; Δεκτό κι εγώ μαζί σου. Αλλά μη μου μιλήσεις για την «πολιτική θέση της αποχής»! Η αναγωγή της προσωπικής συναισθηματικής κατάστασης σε πολιτική συμπεριφορά είναι, το λιγότερο, άτοπη. Γιατί η αποχή είχε νόημα όταν αποτελούσε πολιτική στάση συγκεκριμένου χώρου –«δεν συμμετέχουμε στις εκλογές», έλεγε το ΚΚΕ πριν τον εμφύλιο, «δεν ψηφίζουμε κανέναν», έλεγαν οι Ζαπατίστας στις τελευταίες Μεξικανικές εκλογές. Και το έλεγαν με επιχειρήματα, ζητούσαν μαζική αποχή –αυτό είναι μια πολιτική στάση. Μην βιαστείς να κρίνεις αν η συγκεκριμένη στάση ήταν σωστή ή λανθασμένη κατά περίπτωση –δεν είναι εκεί το θέμα.

Η προσπάθεια μαζικής αποχής από τις εκλογές εξυπηρετεί συγκεκριμένες επιδιώξεις και αποτελεί πολιτική θέση. Η μπάχαλο-αποχή που παρατηρείται στις αμερικάνικες εκλογές (και, πρόσφατα, στις ελληνικές) δεν λέει τίποτα απολύτως! Μπορεί να απέχεις γιατί είσαι κατά του εκλογικού συστήματος, ή γιατί διαφωνείς με τους υπάρχοντες υποψήφιους, ή γιατί έχασες την ταυτότητά σου, ή γιατί βαριέσαι να πας στο εκλογικό κέντρο, ή γιατί έπαθες ποδάγρα –δεν υπάρχει ενιαία θέση σε όλα αυτά! Και δεν αλλάζει η κατάσταση με τέτοιου είδους αποχή. Στην Αμερική ψηφίζει το 40% των εγγεγραμμένων –ε, και λοιπόν; Είδες εσύ κανένα Πρόεδρο να αγχώνεται για το θέμα; Να μην έχει υπερεξουσίες; Στην Ελλάδα η αποχή έχει φτάσει στο 20% -ε, και; Αφού οι έδρες του κοινοβουλίου κατανέμονται σύμφωνα με την κατανομή των ΕΓΚΥΡΩΝ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΩΝ ΜΟΝΟ. Όλα τα άλλα δεν προσμετρούνται!

Και τα Κόμματα; Είναι όλα ίδια; Εντάξει, τα Κόμματα είναι εκπρόσωποι και εκφραστές του συγκεκριμένου πολιτικού συστήματος –αν είσαι αναρχικός, τροτσκιστής ή αγνός μαρξιστής, δικαιούσαι να θεωρείς την αστική δημοκρατία εχθρό σου και οι εχθροί δεν έχουν πρόσωπο. Αλλά, αν δεν είσαι κάτι από αυτά –η προσπάθεια εξομοίωσης όλων των κοινοβουλευτικών Κομμάτων συνιστά καθαρή αφέλεια! Εξηγούμαι περιληπτικά:

-Υπάρχει η Δεξιά. Αυτή η Δεξιά που έστελνε κόσμο στα ξερονήσια, που βασάνιζε και σκότωνε. Η «Δεξιά του Κυρίου», η παράταξη του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Ίδια και απαράλλαχτη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

-Υπάρχει το ΠΑΣΟΚ. Η συνέχεια της παλιάς «Ένωσης Κέντρου», οι απόγονοι αυτών που άνοιξαν τον δρόμο στη χούντα, οι αμφιταλαντευόμενοι μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς με στόχο την κατάληψη της εξουσίας, οι προσχηματικοί.

-Υπάρχει το ΚΚΕ. Το κόμμα -δορυφόρος της ΕΣΣΔ, ακόμα και μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ! Οι προδότες της αριστερής ιδεολογίας, οι υπεύθυνοι για τον άδικο θάνατο αθώων αγωνιστών, οι χωροφύλακες κάθε λαϊκής διεκδίκησης.

-Υπάρχει ο Συνασπισμός (ή όπως αλλιώς λέγεται). Οι συνεχιστές του ευρω-κομμουνισμού (ιταλικής κοπής σε στυλ Μπερλιγκουέρ και Κράξι, αν θυμάσαι), οι απόγονοι της ΕΔΑ, το Κόμμα που διαθέτει συμπαθές κοινωνικό πρόσωπο αλλά στερείται συγκεκριμένων θέσεων. Εξαντλείται σε γενικόλογα ευχολόγια –κάτι σαν τις κίνησεις των μπλόγκερς «για την Αμαλία», ή «κατά των δασικών πυρκαγιών».

-Και υπάρχουν οι φασίστες. Ρατσιστές, εθνικιστές, αρχαιολάτρες βρυκόλακες, Παπαθεμελήδες, Καρατζαφέρηδες, Πλεύρηδες –τα ονόματα αλλάζουν, η απειλή παραμένει.

Τα Κόμματα λοιπόν δεν είναι ίδια. Καθόλου. Απλά δεν εκφράζουν καμιά από τις ανάγκες του λαού. Όλα όσα έγραψα μέχρι τώρα είναι οι προσωπικές μου απόψεις και το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει φροντίσει να μου τις ενισχύσει –θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες παραδείγματα σε κάθε συμπέρασμά μου, αλλά δεν υπάρχει λόγος.

Αν λοιπόν έτσι είναι τα πράγματα –τι μένει να κάνω στις εκλογές που πλησιάζουν; Εγώ, σαν άτομο –όχι η χώρα ολόκληρη, εντάξει; Και, φυσικά, το οτι εκθέτω την άποψή μου δεν σημαίνει πως προτείνω να την ακολουθήσει κανένας άλλος –απλά, σαν άτομο θα χρησιμοποιήσω τη μοναδική επιλογή που διαθέτω στα πλαίσια της «τηλεοπτικής δημοκρατίας» -όπου οι εκλογές μοιάζουν με το παλιό εκείνο σήριαλ που λεγόταν «Εσύ αποφασίζεις» (με τον Γιάννη Βούρο, αν θυμάσαι). Θα ακολουθήσω τον Βούρο λοιπόν. Που είναι ο Βούρος; Στο ΠΑΣΟΚ. Ε, κι εγώ ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσω.

Κοίτα πως έχουν τα πράγματα –δώσε βάση σε μια μικρή παρουσίαση της πρόσφατης ελληνικής, πολιτικής, ιστορίας:

Το 2004, το ΠΑΣΟΚ κολύμπαγε μέσα στην αλαζονεία της εξουσίας μέχρι που πνίγηκε. «Δεν σας χαιρετάω», μας είπε η Ειδική Γραμματέας του Υπουργείου μου, «θα τα ξαναπούμε μετά τις εκλογές». «Η μοναξιά του πατριάρχη» σε συσκευασία κυβέρνησης –αλλά δεν μου πήγαινε να ψηφίσω κανένα από τα Κόμματα της πασαρέλας. Κάθισα σε μια καφετέρια και παρακολουθούσα το δικό τους παιχνίδι –δεν ήταν δική μου υπόθεση η εκλογική αναμέτρηση. Όπως και οι προηγούμενες αναμετρήσεις –να μην ξεχνιόμαστε. Μετά βγήκε η Νέα Δημοκρατία. Και φρόντισε να το κάνει «δική μου υπόθεση».

-Καλοκαιριάτικα και στα κρυφά, όσο ο κόσμος πλατσούριζε, κατάργησε τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τις υπερωρίες. Με θυμάμαι να παρακολουθώ τρομοκρατημένος τον Παναγιωτόπουλο που υποστήριζε πως «η υψηλή αμοιβή των υπερωριών στόχευε στην αντιμετώπιση της ανεργίας –αλλά στην πράξη οι επιχειρήσεις δεν εφάρμοσαν ποτέ τον νόμο, γι΄αυτό καταργούμε τις υπερωρίες»! Raz, αν νομίζεις οτι έχεις διαβάσει ιστορίες τρόμου σου λέω πως κάνεις λάθος! Ο Νοσφεράτου και όλοι οι Κθούλου μαζί δεν έπιαναν μπάζα μπροστά στον υπουργό που καταργούσε «σεμνά και ταπεινά» τις εργασιακές κατακτήσεις των δύο τελευταίων αιώνων.

-Όταν χειμώνιασε, άρχισε η ασύστολη λεηλασία του Δημοσίου χρήματος. Θα πεις «το ΠΑΣΟΚ δεν έκλεβε»; Έκλεβε. Αλλά συγκαλυμμένα. Αυτοί ήρθαν με το γνωστό τραμπούκικο στυλ τους απαιτώντας να τους βγάλεις τα λεφτά από το ταμείο και να τους τα παραδώσεις ιδιοχείρως ψελλίζοντας «ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε αφέντη». Με ποιο απλά λόγια –το ΠΑΣΟΚ κάλυπτε τα ίχνη της κλοπής, η Ν.Δ. έμπλεκε δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι απλά μετέφεραν τις τσάντες χωρίς κανένα όφελος. Ή μάλλον, με μοναδικό όφελος την πρόσκαιρη αναστολή της υπηρεσιακής τους δίωξης. Η μέθοδος του τσιφλικάτου, σε βελτιωμένη έκδοση –αυτή ήταν η πολιτική της Ν.Δ. στον δημόσιο τομέα. Σε αυτή τη λογική, άφησε τους συμβασιούχους ξεκρέμαστους σε συνεχιζόμενο καθεστώς αβεβαιότητας. Και (επειδή η μαλακία των προηγούμενων κυβερνήσεων δεν τους ήταν αρκετή) δημιούργησε καινούργιο συνωστισμό από συμβασιούχους τους οποίους βάφτισε «επιμορφωνόμενους σε προγράμματα του ΟΑΕΔ», πριν τους στρογγυλοκαθίσει σε όλον το Δημόσιο τομέα. «Μειώσαμε την ανεργία από 11% σε 7% περίπου», κόμπασε τις προάλλες ο Κωστάκης. Τι λες ρε καημένε; Σε ποιους τα λες;

-Ύστερα ήρθε η «επιτήρηση». Γάμησαν την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ αμφισβητώντας μια λογιστική συμφωνία της προηγούμενης κυβέρνησης με την Ε.Ε. Την οποία λογιστική συμφωνία την εφάρμοσαν και οι ίδιοι μετά από δυο χρόνια! Γιατί το έκαναν; «Για να μην εκπληρώσουν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις», είπαν κάποιοι. «Σιγά τα αυγά!» λέω εγώ. Το πρώτο ή το τελευταίο Κόμμα θα ήταν που θα δικαιολογούσε τις προεκλογικές του παπαρολογίες με το κλασσικό «παραλάβαμε καμμένη γη»; Το θέμα τους δεν ήταν εκεί, κατά τη γνώμη μου. Το πρόβλημα που προσπαθούσαν να λύσουν ήταν η έμφυτη τάση τους για αντιπολίτευση –τόσα χρόνια αυτό έκαναν, δεν ήξεραν τίποτα άλλο. Πως αντιπολιτεύεσαι την προηγούμενη κυβέρνηση όταν την έχεις, ήδη, διαδεχτεί; Η Ν.Δ. είναι η μοναδική κυβέρνηση με εκπροσώπους στα τηλεοπτικά παράθυρα να ουρλιάζουν «όταν θα κυβερνήσουμε εμείς, θα καταπολεμήσουμε τη φαυλοκρατία του ΠΑΣΟΚ!», «εκλογές εδώ και τώρα –σας βαρέθηκε ο λαός!» και οι ροφοί (τηλεοπτικοί παρουσιαστές) να παρατηρούν σαστισμένα: «Μα εσείς είστε κυβέρνηση –τρία χρόνια τώρα!» Να μην ξεχάσω βέβαια πως βγήκαμε από την «επιτήρηση» ε; Μαγειρεύοντας το Δημόσιο Χρέος με δάνειο που παράνομα πήραμε από την J P Morgan (γιατί, απαγορεύεται στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να δανείζουν χώρες «υπο επιτήρηση» για να μην αλλοιώνονται τα οικονομικά δεδομένα). Δάνειο που το πήρε χαμπάρι η Ε.Ε. και θα μας το κοπανήσει μετά τις εκλογές –μην ξεχνιόμαστε! Πες μου τώρα ποια είναι η κυβέρνηση που θα πιέσει τη Morgan για επιστροφή των χρημάτων του «ομολόγου –απάτη»!

-Από μια δεξιά κυβέρνηση που σέβεται την ιστορία της δεν μπορεί να λείπει το «αστυνομικό κράτος». Οι δικαστικοί (από Πρωτοδικείο μέχρι Άρειο Πάγο) έβγαζαν αποφάσεις σύμφωνα με τις κυβερνητικές υποδείξεις. Οι μπάτσοι απέκτησαν υπερεξουσίες και τις ξεχείλωσαν όσο δεν έπαιρνε. Κοντεύει χρόνος που τα Εξάρχεια είναι περικυκλωμένα από ΜΑΤ. Στα αστυνομικά τμήματα τραβάγανε βίντεο με τα κατορθώματα των εθνικοφρόνων βασανιστών. Στις διαδηλώσεις παίζονταν χοντροκομμένα παιχνίδια προβοκάτσιας που έκαναν τον Ανδρέα του ΄80 να μοιάζει με αθώο μαθητούδι. Συλλήψεις, τραμπουκισμοί, κρατική τρομοκρατία –δεξιά με λίγα λόγια. Πολύδωρας με μια κουβέντα.

-Προσφάτως αποφάσισαν να κάνουν αναδιανομή γης –έβγαλαν λοιπόν ένα χαριστικό νόμο μεταβίβασης πρώην δασικών εκτάσεων σε ιδιώτες και την επόμενη μέρα κάηκε ότι δάσος είχε απομείνει στην Ελλάδα. Λογικό ήταν –τώρα που χαρίζουν, ποιος είναι τόσο μαλάκας ώστε να μην επωφεληθεί; «Κάψε και χτίσε», αναρωτιέμαι αν θα το κάνουν σποτ στην προεκλογική τους καμπάνια. Πάντως, πρόλαβαν να χαρίσουν γύρω στα 65 στρέμματα καμένου δάσους στο καζίνο της Πάρνηθας πριν πάνε σε εκλογές. Γι΄αυτό ίσως καθυστερούν ακόμα οι δίκες των συλληφθέντων, έξω από το καζίνο, διαδηλωτών –πως να τα προφτάσουν όλα οι άνθρωποι;

-Και τελικά, κατέληξαν να προκηρύξουν εκλογές τρομοκρατημένοι από πορίσματα, αγχωμένοι γιατί δεν μπορούν να καταθέσουν προϋπολογισμό και σερνόμενοι από τις δημοσκοπήσεις. Δημοσκοπήσεις! Θυμάσαι πως ο πρωθυπουργός παντρεύτηκε όταν οι δημοσκοπήσεις τον πληροφόρησαν οτι πρέπει να κοντράρει το προφίλ του «οικογενειάρχη Σημίτη»; Θυμάσαι πως έκανε παιδιά για να ανεβάσει το ποσοστό δημοτικότητάς του; Μέχρι και το πόδι του έσπασε ο άχρηστος –παίζοντας μπάλα για να δείξει «ανθρώπινο πρόσωπο»! Ο «φίλαθλος πρωθυπουργός»! Όταν η Εθνική πήρε το Ευρωπαϊκό στο ποδόσφαιρο, ο μάγκας τους συμβούλεψε: «πηγαίνετε τώρα και να τους τα πάρετε χοντρά»! Μετά έκοψε την επιχορήγηση της ΕΠΟ -τα τελευταία τρία χρόνια δεν δίνει φράγκο ο Ορφανός γιατί δεν γουστάρει τον Πασόκο Γκαγκάτση! Πως το έλεγαν παλιά; «Για τον αθλητισμό και τον πολιτισμό» -έτσι ακριβώς!

-«Οι εκλογές εκφράζουν την κυριαρχική θέληση του λαού και θεμελιώνουν τη δημοκρατία» -κάπως έτσι τα λέει το Σύνταγμα. Γίνεται να προκηρύξεις εκλογές κουρελιάζοντας τους συνταγματικούς θεσμούς; Με τη Ν.Δ. ακόμα κι αυτό γίνεται! Κάνει πρόωρες εκλογές ο άνθρωπος γιατί θέλει, λέει, να περάσει τη συνταγματική του μεταρρύθμιση και να φτιάξει τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους! Αυτοί είναι οι «λόγοι εθνικής σημασίας» για τους οποίους προκηρύσσονται πρόωρες εκλογές! Και δεν βρέθηκε κανένας να πει πως στην επόμενη Βουλή, ακόμα κι αν κερδίσει, με τίποτα δεν θα βγάλει τις απαραίτητες 180 έδρες για την αναθεώρηση. Κανένας δεν απόρησε για το πως «η Ελλάδα πάει καλά και από την επόμενη τετραετία θα αρχίσουν οι κοινωνικές παροχές» τη στιγμή που ο πρωθυπουργός παραδέχεται πως πάει σε εκλογές γιατί ούτε προϋπολογισμό δεν μπορεί να καταρτίσει! Και ο Ρουσσόπουλος ανακοίνωσε τις εκλογές μια μέρα πριν τις ζητήσει ο πρωθυπουργός από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας! Και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων μπήκε στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του κόμματος ενώ ήταν ακόμα στη θέση του,γαμώ την ουδετερότητα των Ενόπλων Δυνάμεων μέσα! Για μισό λεπτό ρε παλικάρια! Εγώ, εντάξει, δεν έχω σε καμιά υπόληψη το Σύνταγμα και χέστηκα για την εφαρμογή του. Όχι επειδή δεν κατοχυρώνει το μίνιμουμ των δικαιωμάτων του πολίτη –αλλά γιατί το έχετε κάνει ελβετικό τυρί τα τελευταία χρόνια με τις τροποποιήσεις και τις διασταλτικές ερμηνείες. Κι εσείς και οι προηγούμενοι. Αλλά θέλω να ξέρω –εσείς δεν εκστασιάζεστε με την «ιερότητα του Συντάγματος»; Εσείς δεν ορκιστήκατε να το τηρείτε; Πως το κάνετε σφουγγαρόπανο δηλαδή –απλά και μόνο για να πάρετε τις επόμενες εκλογές; Και μετά σας πειράζουν οι σημαίες που καίγονται και τα παιδιά που «βεβηλώνουν» τον Άγνωστο Στρατιώτη; Ρε καραγκιόζηδες, αν αυτοί επιτίθενται σε σύμβολα (και καλά κάνουν –αν θέλουν να προσδώσουν συμβολική σημασία στις ενέργειές τους), εσείς γαμάτε τους θεσμούς! Για πείτε μου τώρα -τι είναι ποιο σημαντικό για εσάς; Και γενικότερα δηλαδή.

Κλείνοντας λοιπόν, φίλε Σκιές, θέλω να σου πω κάτι. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η τοποθέτησή σου, αλλά διαφωνώ με το πρακτέο. Γιατί, μπορεί να έχεις απόλυτο δίκιο σε όσα λες –αλλά η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι εφιαλτική. Δεν ξέρω πόσο το έχεις ζήσει –όμως, για μένα, δεν πάει άλλο. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να φύγουν, δε τους αντέχω μια ακόμα τετραετία –δεν υποφέρονται. Και το μόνο που μπορώ να κάνω για να φύγουν είναι να ψηφίσω το άλλο, υποψήφιο να κυβερνήσει, Κόμμα. Δεν με νοιάζει τι είναι –αρκεί να κινούνται «ιδεολογικά» εκεί γύρω στο κέντρο. Δεν είμαι ικανός να ψηφίσω Δεξιά –γι΄αυτό το λέω. Και δεν με νοιάζει που ο Συνασπισμός (ΣΥΡΙΖΑ) έχει μια χαρά θέσεις κι εκείνο τον γοητευτικό Τσίπρα που πολύ τον κάνω κέφι. Γιατί δεν με ενδιαφέρει να αποδυναμώσω την επόμενη κυβέρνηση –θέλω να φύγουν αυτοί που είναι τώρα κυβέρνηση!

Κι αυτό, Σκιές, είναι ο πλήρης βιασμός της βούλησης του εκλογικού σώματος –να σε αναγκάζουν να ψηφίζεις όχι με γνώμονα το ποιος θέλεις να κυβερνήσει αλλά το ποιος θέλεις να ξεκουμπιστεί. Και επειδή έτσι είναι –το ξέρεις καλά, άλλωστε –αν υπάρχει κάποιος που θεωρεί πως ζούμε σε δημοκρατία να μου το πει κι εμένα να το μάθω! Γιατί εγώ λέω πως ζούμε στη χώρα του αδιάκοπου βιασμού και η μοναδική μας επιλογή σχετίζεται με το αν θα χρησιμοποιήσει, ή όχι, βαζελίνη ο βιαστής μας. Γι΄αυτό σου λέω Σκιές, συμφωνώ μαζί σου –αλλά τσούζει πολύ ο κώλος μου για να απέχω.


Τετάρτη, Αυγούστου 22, 2007

"Και όσοι έφυγαν, πουθενά δεν έχουν πάει"

Περίμενα το ξημέρωμα με τα πόδια ακουμπισμένα στο περβάζι του παραθύρου. Χάζευα κιόλας -κάποιο αεροπλάνο που πετούσε ανάμεσα στις μπότες μου, το αεροπλάνο βρέθηκε πίσω από το κεφάλι της μπαλαρίνας –δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, έσπρωξα λίγο τη γυάλινη μπάλα με το τακούνι και το αεροπλάνο χάθηκε στο ασημένιο χιόνι. Κρατούσα το σβηστό Camel ανάμεσα στα χείλια μου –δέκα πόντους μακριά από τον zippo και περίμενα. Τι ακριβώς; Να ανάψει μόνο του; Περίμενα πάντως. Τότε χτύπησε η πόρτα. Άναψα το τσιγάρο ήρεμα, καθώς σηκωνόμουν. Ακόμα μια ανατολή που θα έχανα, αλλά δεν είχε σημασία. Όλες ίδιες είναι.

Η πιτσιρίκα στεκόταν τρώγοντας τα νύχια της πίσω από την πόρτα. Χαμογέλασα γιατί μου θύμισε την εποχή που ήμουν στην ηλικία της –αιώνες πριν. Το άγχος μπροστά στον μεγαλύτερο, τη βεβαιότητα της απόρριψης γιατί εκείνος είχε ζήσει τα πάντα ... Μαλακίες! Οι μεγαλύτεροι είναι ξεθυμασμένες γεροντοκόρες -ψελλίζουν δικαιολογίες απαξίωσης για να αποφύγουν τη ζωή που τρέχει εκεί έξω. Πες το ρευματισμοί, πες το σκουριασμένες κλειδώσεις –οι μεγαλύτεροι κοροϊδεύουν όσα δεν μπορούν.

Τραβήχτηκα στο πλάι δείχνοντάς της το εσωτερικό του δωματίου –απέφευγα να την κοιτάξω στο φως γιατί ήταν ντυμένη εκτυφλωτικά κίτρινα. Που είχα παρατήσει τα γυαλιά ηλίου;

[Δεν ξέρω γιατί φόρεσα κίτρινα. Δεν ξέρω -εντάξει; Μπορεί και να 'θελα να το παίξω βασίλισσα, a queen of the damned. Πως να το κάνουμε, γουστάρω Αλομπάρ και ξεδιάλεγμα λευκών τριχών πριν έρθει το κοράκι -τι πάει να πει ποιο κοράκι ρε; Αυτό του Κίνγκ, που μασούλαγε το κουκλάκι του παιδιού στην αρχή του Stand, να ποιο. Βασίλισσα μ' ένα κοράκι βραχνά στον ώμο, χωρίς κορώνα, στέμμα κι άλλες βλακείες. Απλά τυλιγμένη σε κίτρινα σκοτάδια -γιατί κι ο Βασιλιάς που τα Φορούσε δε γίνεται να μένει μόνος του για πάντα.]

«Ήρθα να σε χαιρετήσω», μουρμούρισε.

«Καλά έκανες», είπα ψάχνοντας στο δωμάτιο. Κάπου θα βρισκόταν πεταμένο ένα μπουκάλι. «Θα πιεις κάτι;»

Έστριβε ένα τσιγάρο τεμαχίζοντας τον καπνό –αφοσιωμένη, δεν απάντησε. Έτσι, γέμισα ένα ποτήρι βότκα για να διώξω την αϋπνία από το στόμα μου.

«Θα φύγεις όταν ξημερώσει;» αποφάσισε να ρωτήσει, μάλλον για να πει κάτι –όσο το κοντοκουρεμένο κεφάλι της έψαχνε τριγύρω για αναπτήρα.

Της πέταξα το zippo μου –κόντεψε να διαλύσει το τσιγάρο πιάνοντάς τον με το ένα χέρι. Γέλασα γιατί αυτά τα παιδιά δεν έμαθαν ποτέ να παίζουν με χοντροκομμένους αναπτήρες, αυτά τα παιδιά δεν έμαθαν να εκτιμούν τη μυρωδιά της βενζίνης. Το μισοσκότεινο δωμάτιο θόλωνε το κίτρινό της.

«Ναι θα φύγω. Τελείωσα τη δουλειά μου, δεν έμεινε τίποτα να κάνω εδώ», είπα.

«Μου οφείλεις κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες τότε», παρατήρησε σιγά. «Υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρω ...»

«Και περιμένεις να τα μάθεις από μένα;» αναρωτήθηκα σαρκαστικά και μεγαλόφωνα.

Γιατί δεν ήρθαμε χτες; Ναι… μπορείς να το πεις κι έτσι –συνέβη κάτι.

Σίγουρα θες να μάθεις; Ξέρεις, κάποιες φορές είναι καλύτερα ν’ αφήνεις το σκοτάδι ήσυχο.

Ωραία. Αφού επιμένεις, άκου. Σε ένα καφέ της συμφοράς είχαμε αράξει και πίναμε μπύρες -ξέρεις με ποιον. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή έριξε την ιδέα να πάμε μια βόλτα από το παλιό σπίτι. Το σπίτι. Τώρα τι να σου πω, ότι δεν ήθελα; Ήθελα. Ψηνόμουν. Τσουρουφλιζόμουν σα λιγδιασμένο μπέικον στο τηγάνι, γαμώτο. Γιατί έχω σαπίσει απ' τη βαρεμάρα σ' αυτή τη γαμημένη πόλη. Και τράπεζα να μου έλεγε να ληστέψουμε, εγώ θα σκιζόμουν να βρω τα απαραίτητα για να το κάνουμε αύριο κιόλας. Για τέτοια φάση ρε σου μιλάω -σαπίλα που δε λιώνει όχι με μια, ούτε με δέκα χιλιάδες μπύρες, λίρες, ή και λύρες, κρητικές κι επικριτικές να πετάνε τα δοξάρια τους στη μάπα μας που ποτέ δε γουστάραμε την πατροπαράδοση -και κάπου στο βάθος ένας μούτσος είκοσι εκατοστά να χορεύει τζίτερμπαγκ με το τζίνι του καραβιού.

Έπινα αργά το νερόπλυμα που πουλάγανε για καφέ σε εκείνο το άθλιο μαγαζί και την παρατηρούσα να με παρατηρεί. Αυθαδέστατα -από τα κορδόνια των παπουτσιών, μέχρι τον καπνό του τσιγάρου που διαλυόταν πάνω από το κεφάλι μου. Στα υπόλοιπα τραπέζια κάτι επαρχιακοί πωλητές φρέσκου αέρα παραμύθιαζαν συνταξιούχους. Κανένας δεν της έδινε σημασία –ήταν τόσο αταίριαστη με το ντεκόρ που προτιμούσαν να την αγνοήσουν. Καλά έκαναν. Ήταν μια ενοχλητική πιτσιρίκα –μάλλον φοιτήτρια σε κάποια τοπική σχολή και ήταν πλήρως ξεκομμένη από το πρωινό. Οι φίλοι της θα έπρεπε κανονικά να κοιμούνται σαν τους βρικόλακες που εμφανίζονται όταν κλείσουν τα εμπορικά καταστήματα –αν η φοιτητική ζωή έμοιαζε στο ελάχιστο με αυτό που ήταν παλιά. Σηκώθηκε και πλησίασε στο τραπέζι μου.

«Να καθίσω;» ρώτησε με ελεγχόμενη νευρικότητα.

«Όπως θέλεις», είπα.

Άραξε στην απέναντι καρέκλα με μια μπύρα στο χέρι και βάλθηκε να χαζεύει το εσωτερικό του μαγαζιού αμίλητη. Ιδανική παρέα. Έσπρωξα το πακέτο προς το μέρος της αλλά μου έδειξε χαμογελαστή την καπνοσακούλα που ξεφύτρωσε από την σπηλαιώδη τσάντα της.

«Σήμερα ήρθες;» ρώτησε αφηρημένα.

«Ναι –πριν κάτι ώρες. Ωραία πόλη», παρατήρησα άκεφα.

«Ωραία; Πλάκα κάνεις; Τι ωραίο έχει εδώ πέρα;» παραξενεύτηκε.

Γέλασα. Κοίταξα τριγύρω.

«Ωραία κτίρια», είπα δείχνοντας ένα ερείπιο που έχασκε στην διασταύρωση.

Δεν γύρισε να κοιτάξει, αλλά είμαι σίγουρος πως ανατρίχιασε. Χτύπησε το μπουκάλι της μπύρας στα δόντια της προσπαθώντας να πιει –έκανα νόημα στο γερασμένο γκαρσόνι.

«Μια βότκα λεμόνι για μένα και μια μπύρα για τη μικρή», είπα όταν πλησίασε.

«Πως από τα μέρη μας; Δουλειά;» ρώτησε, αδιαφορώντας για το γκαρσόνι.

«Τι άλλο;» αναρωτήθηκα -και με το δίκιο μου. «Είμαι κούριερ, έχω ένα πακέτο να παραδώσω εδώ πέρα».

«Ενδιαφέρον», είπε χωρίς να το πιστεύει.

Το γκαρσόνι μάζεψε άδεια, βρώμικα ποτήρια πριν τα αντικαταστήσει με γεμάτα –εξίσου βρώμικα.

«Εσύ; Σπουδάζεις εδώ;»

«Πες το κι έτσι. Εγώ προτιμώ να λέω πως είμαι παγιδευμένη εδώ. Ούτε μπρος, ούτε πίσω –μόνο εδώ. Κατάλαβες;»

Φυσικά.

«Ξέρεις, είναι παράξενο γιατί όταν το ανέφερα δεν γύρισες καν να κοιτάξεις. Η παράδοση που έχω να κάνω είναι σ΄εκείνο το σπίτι –απέναντι».

Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει την ταραχή της. Περίμενα λίγο –πριν μιλήσω.

«Τι τρέχει; Κάτι σε χαλάει κάθε φορά που αναφέρω το σπίτι».

Με κοίταξε ανέκφραστη.

«Σίγουρα θέλεις να μάθεις;» ρώτησε.

«Αυτή είναι η δουλειά μου», είπα χτυπώντας το άφιλτρο στην εξωτερική πλευρά του πακέτου.

Το σπίτι κάποτε είχε αλυσίδες στην πόρτα. Μπήκαν όταν έκλεισε η τελευταία κατάληψη που είχε κρατήσει μονάχα δυο μήνες -ελάχιστος χρόνος μέσα στην αιωνιότητα αλλά αρκετός για να μάθουμε το σπίτι ακόμα κι εμείς που δεν βγαίναμε απ' τα δικά μας. Μια μέρα όμως εμφανίστηκε ένας εργάτης του δήμου μ' έναν κόφτη και τις πήρε σβάρνα. Εκεί είπαμε -πάει το σπίτι, θα το κάνουν νηπιαγωγείο, μουσείο μοντέρνας τέχνης ή ο,τι άλλη μαλακία μπορούσε να σκεφτεί η μεταλλαγμένη φώκια που είχαμε για δήμαρχο. Δεν ξέρω αν όντως υπήρχαν τέτοιες προοπτικές ή η δική μας αστική φαντασία οργίαζε, πάντως τίποτα απ' αυτά δεν έγινε. Το σπίτι παρέμεινε ξεκλείδωτο κι ελεύθερο για όποιον το ήθελε. Να πήγαινε και κανείς βέβαια, καλά θα 'τανε. Απ' όταν έκλεισε η κατάληψη, οι τοπικοί αυτονομοκάτι το απέφευγαν όπως ο διάολος το ντιβάνι. Φοβόντουσαν οτι θα γίνει κι άλλο πέσιμο; Το έβρισκαν πολύ κατεδαφιστέο για τις αντοχές τους; Ειλικρινά δεν έχω ιδέα και πλέον δε με νοιάζει να μάθω.

Σταμάτησε για να στρίψει τσιγάρο –βρήκα την ευκαιρία να παραγγείλω «μια από τα ίδια» στο γκαρσόνι. Το σπίτι χαμογελούσε ενοχλητικά σαν στόμα γριάς όσο το παρατηρούσα. Είχε ένα δίκιο η πιτσιρίκα –δεν φαινόταν να ζει ψυχή στο ερείπιο. Γι΄αυτό άλλωστε την είχα στήσει εδώ πέρα και περίμενα. Αφού χτύπησα την πόρτα και φώναξα στο ξεχαρβαλωμένο της άνοιγμα –είχα αποφασίσει να καθίσω απέναντι ελπίζοντας πως ο παραλήπτης θα εμφανιζόταν κάποια στιγμή. Δεν συνήθιζα να γυρίζω πίσω χωρίς να έχω παραδώσει το πακέτο.

«Θα πάω να ρίξω μια ματιά στο σπίτι», είπα. «Ίσως να υπάρχει κάποιος στον πάνω όροφο».

«Θα πας ΕΚΕΙ;» ρώτησε με τα μάτια γυρισμένα ανάποδα.

«Αυτή είναι η δουλειά μου», παραδέχτηκα. «Αν θέλεις, έλα μαζί μου».

Ήθελα αλλά το έπαιξα δύσκολη και κωμοπολίζουσα. Και τι να πάμε να κάνουμε εκεί, να μας φάνε τα ποντίκια, σάμπως είμαστε πιτσιρίκια που ψάχνουμε μέρος να βγάλουμε τα μάτια μας (όχι), ρε μπας κι έχεις κανα τσιγάρο και δεν ξέρεις που να το σκάσεις (που τέτοια τύχη), ε τότε ποιος ο λόγος;

"Εγώ θα πάω. Εσύ αν θες έρχεσαι", μου είπε κι έφυγε. Χωρίς να πληρώσει, ο μαλάκας! Όχι οτι εξαφανίστηκε και με παράτησε, απλά σηκώθηκε και με το μετέωρο βήμα του πελασγού άρχισε να κατεβαίνει προς το σταυροδρόμι. Κι εγώ πιάστηκα κορόιδο σε ένα από τα αρχαιότερα κόλπα της ιστορίας: Αν θες να σε ακολουθήσει κάποιος, παράτα τον μ' έναν απλήρωτο λογαριασμό και να δεις πως θα 'ρθει να σε βρει πριν στρίψεις στη γωνία.

Και κάπως έτσι τον πήρα από πίσω μέχρι που τον έφτασα.

"Θα 'ρθεις τελικά;"

"Άντε. Να δούμε τι θα καταλάβεις"

Περπάτησε σέρνοντας τα πόδια της –πήγαινα στοίχημα πως θα ήθελε να κρατηθεί στο μπράτσο μου, αλλά δεν με γνώριζε τόσο καλά. Ακόμα. Κι εγώ σιχαίνομαι να με αγγίζουν.

«Πλήρωσες τον λογαριασμό;» τη ρώτησα για να συγκρατήσω κάπως την ένταση.

«Όχι βέβαια!» αναφώνησε.

«Τότε –καλύτερα να περπατήσουμε πιο γρήγορα», είπα.

Περπατούσαμε χωρίς να κινούμαστε γιατί το σπίτι ερχόταν κατά πάνω μας σαν δόλωμα κρεμασμένο σε καλάμι ψαρέματος. Κι εμείς περπατούσαμε περιμένοντας.

Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν το σπίτι πριν γίνει έτσι όπως το γνωρίσαμε -ένα ερείπιο κάτω απ' τα σταυροδρόμια. Μέχρι και κάτι παμπάλαιες, κιτρινισμένες φωτογραφίες στο λεύκωμα που τύπωσε η φώκια για να γιορτάσει κάποια επέτειο της πόλης -μη χέσω- το έδειχναν έτσι, έρημο κι απαράλλαχτο. Κάποιοι έλεγαν οτι ανήκε σε έναν πλούσιο που έφυγε γι' Αμερική κι από τότε χάθηκαν τα ίχνη του. Άλλοι υποστήριζαν οτι το '40 το κρατούσε ένας κουμμουνιστής παππούς κι έκρυβε στο υπόγειο τους αντάρτες -α, μη μου πεις οτι πίστευες κι εσύ αυτή τη φήμη; Ηλίθιες ιστορίες των χωρικών για να δίνουν αξία στα ξεφτισμένα ντουβάρια τους. Το σπίτι δεν είχε καν υπόγειο. Και πριν πεις να ψάξουμε καλύτερα άκουσέ με, δυο ολόκληρους μήνες κράτησε η κατάληψη. Υπήρχαν παιδιά που από κει μέσα έβγαιναν μόνο για τσιγάρα. Άσε που μαζί με τους επαναστατίες υπήρχαν και κάτι τρέντυ χασομέρηδες που θα πούλαγαν και τη μάνα τους για ένα δροσερό υπόγειο να το κάνουν κάβα. Ναι ρε, τέτοια ακούγαμε προς το τέλος, γι' αυτό βούιξε ο τόπος οτι τους μπάτσους αυτοί τους φώναξαν. Γιατί πάνω που ετοίμαζαν το πάρτυ της χρονιάς κι έβαφαν πανώ με σήμα την Κόκα Κόλα, αν έχεις το θεό σου δηλαδή, ξύπνησαν οι εισηγητές της κατάληψης και τους πέταξαν έξω με τις κλωτσιές -κυριολεκτικά. Κι απ' την είσοδο ως την πόρτα έχει δώδεκα σκαλιά. Μετρημένα.

Περίμενε λίγο. Δεν είναι οτι δε θέλω να σου πω -όχι, άκουσέ με. Όλα έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους κι εσύ είσαι καινούριος εδώ... κι αφού με ρώτησες, πρέπει να στην πω όλη την ιστορία. Τι γιατί, ρε; Εσύ ήθελες να μάθεις -το παίρνεις πίσω; Ωραία. Σκάσε κι άκου λοιπόν.

Μιλούσε ακατάπαυστα καθώς περπατούσαμε παραμερίζοντας την ετοιμόρροπη πόρτα με τους ώμους μας. Μπήκαμε στο βρώμικο ισόγειο και τα παπούτσια μας βυθίστηκαν σε πεσμένους σοβάδες.

Πόσους ορόφους νομίζεις οτι έχει το σπίτι; Χωρίς το ανύπαρκτο υπόγειο, εννοείται. Δυο; Ναι, απ' έξω έτσι φαίνεται.

Η αλήθεια είναι πως ούτε κι εγώ ξέρω. Ένα βράδυ ανακαλύψαμε μια σκάλα μέσα σε μια ντουλάπα. Φαινόταν γερή οπότε αρχίσαμε να την ανεβαίνουμε, κι ο τελευταίος που κόντευε να του φύγει το κεφάλι απ' τη μαστούρα μετρούσε ένα-ένα τα σκαλιά. Όταν έφτασε στο 40, σταματήσαμε και κοιταχτήκαμε μέσα στο σκοτάδι -ή τουλάχιστον, φανταστήκαμε ο ένας τον άλλον. Κάποιος έβγαλε αναπτήρα και τότε ο μαστουρωμένος τον άρπαξε και κατέβηκε τρέχοντας. Δε νιώθω περήφανη γι' αυτό, αλλά τον ακολούθησα ανακουφισμένη. Στο δωμάτιο είχε μαζευτεί κόσμος και περιεργαζόταν την είσοδο. Καθώς βγαίναμε πέσαμε πάνω τους -αλλά αυτό μου το είπαν μετά, γιατί το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να κοιτάζομαι στον καθρέφτη του μπάνιου, να κρατάω τον νιπτήρα τόσο δυνατά που κόντευε να σπάσει -αυτός ή τα δάχτυλά μου- τα χέρια του συγκατοίκου μου να μου τραβάνε τα μαλλιά απ' το πρόσωπο, τη φωνή του και την ηχώ της να με ρωτάνε "τι συνέβη εκεί πάνω;" κι εγώ να κοιτάζομαι ξανά και ξανά στον καθρέφτη, προσπαθώντας να βρω το πρόσωπό μου πίσω από τα στρώματα χλωμής σάρκας και τα τεράστια μαύρα μάτια που έσταζαν τρόμο. Μετά από λίγο κατέβηκαν και οι άλλοι δυο και το επόμενο βράδυ η ντουλάπα ήταν κλειδωμένη και κανείς δεν ξαναμίλησε για το περιστατικό.

Δεν ξέρω. Μπορεί να έφταιγε και το τσιγάρο, δε λέω. Όμως η πρώτη και τελευταία φήμη που ακούστηκε για τη σκάλα, προερχόταν -υποτίθεται- απ' τους δυο που έμειναν παραπάνω, και -υποτίθεται, έτσι;- πως ανέβηκαν κι άλλο, τουλάχιστον 10-15 σκαλιά, και η γαμημένη δεν τελείωνε. Πάλι, μπορεί να είναι και ψέματα. Όμως εγώ ξέρω ο,τι μέχρι τα 40 ήμουν εκεί, και όπως και να το κάνεις η απόσταση μεταξύ των δυο ορόφων είναι μικρότερη. Πολύ μικρότερη.

Όχι, φυσικά και δεν τους ρώτησα ποτέ σχετικά. Δεν υπήρχε λόγος. Εγώ ήμουν εκεί, μέσα στο σκοτάδι, και ξέρω καλά πως ανέβηκε η καρδιά στο στόμα μου εκείνα τα κλάσματα του δευτερολέπτου πριν δω τη φλόγα του αναπτήρα.

Μερικές φορές είναι καλύτερα να αφήνεις το σκοτάδι ήσυχο.

«Είναι κανένας εδώ;» ρώτησα.

Μια κολλώδης ησυχία –ίδιος ιστός αράχνης –μου απάντησε. Η πιτσιρίκα σφίχτηκε στο πλευρό μου κι εγώ την απομάκρυνα ευγενικά. Κάτι είχε περάσει ξυστά στο πόδι της –είπε.

«Κάποιο ποντίκι θα ήταν», σχολίασα προσπαθώντας να την ηρεμήσω. Δεν το πίστεψε. Με το δίκιο της.

Το σπίτι σερνόταν στις τρίχες του σβέρκου μου σαν στρατός μυρμηγκιών. Δεν ήθελα να περπατήσω πιο μέσα και δεν μπορούσα να φύγω. Πληρώνομαι για να μεταφέρω πράγματα και καμιά γλίτσα δεν είναι ικανή να κόψει τον δρόμο μου. Αλλά εδώ το άγνωστο μύριζε μεταλλικά. Σκουριασμένο σίδερο από την υγρασία, ξεραμένο αίμα σε μια πληγή που μόνο επιπόλαια δεν ήταν. Ανάσανα βαθιά για να συνηθίσω, έκλεισα τα μάτια –η Ελένη με κοίταξε παρακλητικά. «Πρόσεχε αγάπη μου, θέλω να βγεις από εδώ μέσα». Ξανάνοιξα τα μάτια –έβλεπα πλέον καλύτερα στο σκοτάδι.

«Άρη;» ψιθύρισε η πιτσιρίκα ζωγραφίζοντας χωμάτινα τίποτα στο πάτωμα, με τη μύτη του αθλητικού της παπουτσιού.

«Ναι;»

Δεν πρόλαβε να μιλήσει –την τράβηξα μπροστά μου απότομα.

«Που ξέρεις το όνομά μου;» και θα μπορούσα να την σπάσω ανάμεσα στα σφιγμένα μου δάχτυλα.

Απέφυγε να με κοιτάξει.

«Δεν το ξέρω ...».

Μόνο αυτό. Την άφησα να ταλαντεύεται φοβισμένη. Μέχρι που το χέρι της έδειξε στην άλλη πλευρά του δωματίου –αβέβαια στην αρχή. Τρέμοντας για σταθερότητα.

«Εκεί είναι».

«Τι είναι εκεί;»

«Η ντουλάπα».

Κοίταξα απότομα. Ελάχιστα προεξείχε από τον τοίχο, ξεφτισμένη αλλά στέρεα μέσα στη γενική κατάρρευση. Μια κλειδωμένη ντουλάπα από ξύλο καρυδιάς –δεν χρειαζόταν να ψάξω πολύ για το κλειδί.

Η πιτσιρίκα ήδη το κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλά της –στραμμένο προς το μέρος μου να με σημαδεύει.

«Το κλειδί», είπε σιγά.

«Τι σκατά είναι όλα αυτά; Κλειδιά που εμφανίζονται από το πουθενά –δεν είμαι τόσο μαλάκας! Που βρήκες το κλειδί; Και που ήξερες το όνομά μου; Ποια είσαι;»

Έσκυψε το κεφάλι συνεχίζοντας τη ζωγραφική στο πάτωμα. Αμίλητη –ολόκληρη ένα χέρι που έτρεμε, ένα σίδερο που έδειχνε προς το στήθος μου. Ήταν καιρός να σταματήσουν αυτές οι βλακείες.

Χτύπησα το χέρι της με την ανάστροφη της παλάμης μου και το κλειδί έπεσε στο πάτωμα. Ανάμεσα στα σπασμένα τζάμια κάποιου παράθυρου.

«Δεν τα χρειάζομαι όλα αυτά!» είπα σταθερά.

Μετά, πλησίασα την πόρτα και κατέβασα με δύναμη το τακούνι της μπότας μου πάνω στην κλειδαριά. Τίποτα δεν έγινε. Ξαναδοκίμασα. Δυο, τρεις, τέσσερις φορές –δεν υπήρχε περίπτωση να πέσω στα γόνατα ψάχνοντας το κλειδί. Ξανά και ξανά –η μεταλλική κλειδαριά υποχώρησε.

Έκανα πίσω περιμένοντας να κοπάσει η αντήχηση στο άδειο σπίτι. Μετά γύρισα προς την πιτσιρίκα.

«Μην τολμήσεις να το κουνήσεις από εδώ. Πάω να ρίξω μια ματιά και επιστρέφω».

Το πρόσωπό της άσπρισε σα χαρτοπετσέτα, η αντίρρηση ζωγράφισε το στόμα της ...

«Ούτε κουβέντα!» προειδοποίησα αυστηρά.

Ανέβαινα ήδη τη σκάλα.

Όταν φτάσαμε η πόρτα ήταν ανοιχτή. Όχι απλά ξεκλείδωτη. Ανοιχτή, ορθάνοιχτη, χάσκουσα, λες και το σπίτι μας περίμενε. Έτρεξε μέσα και του φώναξα να περιμένει. Δε με άκουσε και μετά από λίγο τον έψαχνα, στα τυφλά, πατώντας πάνω σε σκουπίδια και σπασμένα κιβώτια. Με βρήκε όταν φώναξα ξανά. Κάτι πέρασε ξυστά απ' το πόδι μου και τινάχτηκα πίσω, βάζοντας αντανακλαστικά τα χέρια στις τσέπες -δεν υπήρχε περίπτωση να αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα. Με καθησύχασε. "Κάποιο ποντίκι θα ήταν". Τότε κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ή μάλλον, κάτι πήγαινε πολύ στραβά -άλλωστε το αδιόρατο συναίσθημα του παράξενου το είχαμε όλοι απ' την πρώτη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο σπίτι. Εκείνη τη στιγμή όμως αυτό είχε φύγει και τη θέση του είχε πάρει ο πανικός. Γιατί δυο ολόκληρους μήνες στην κατάληψη δεν είχαμε δει τίποτα ζωντανό μέσα στο σπίτι. Δε σου μιλάω για τα ποντίκια που μάταια περίμεναν κάποιοι με το φυτοφάρμακο στο χέρι, ή τα αδέσποτα της πλατείας που κάθονταν απέξω ακόμα κι όταν έβρεχε καρέκλες. Μύγες, αράχνες, κατσαρίδες -τίποτα. Ούτε ίχνος.

Έψαξα στην τσέπη μου να βρω τον zippo –και σιγουρεύτηκα οτι δεν είχα ξεχάσει, στο ξενοδοχείο, το πακέτο που έπρεπε να παραδώσω. Σκαλιά, γαμημένα σκαλιά ετοιμόρροπα, γεμάτα σκόνη. Κι ο τοίχος στενός –μόλις που χωρούσε ένας άνθρωπος σκυφτός. Άναψα τον zippo και συνέχισα να ανεβαίνω.

Σκαρφάλωνα, δεν υπήρχε το παραμικρό ρεύμα αέρα να ταράξει τη φλόγα του αναπτήρα. Κοίταξα πάνω –η σκάλα συνεχιζόταν φιδίσια. Λες και πήγαινε στο άπειρο. Άναψα τσιγάρο –προβλεπόταν μεγάλη και λαχανιασμένη η διαδρομή. Ο καπνός στάθηκε ακίνητος πάνω από τα μαλλιά μου και ο χώρος πήρε να στενεύει ακόμα περισσότερο. Ακούμπησα το χέρι μου μερικά σκαλιά πιο ψηλά για να δώσω ώθηση στο ανέβασμα –βλαστήμησα καθώς ένα κομμάτι γυαλιού με χάραξε.

«Σκατοκατάσταση» και συνέχισα να σκαρφαλώνω πλέον.

Ένα ξαφνικό ρεύμα αέρα έσβησε τον αναπτήρα -βιαστικά βήματα ακούστηκαν από εκεί πάνω. Μόνο που δεν υπήρχε «εκεί πάνω». Σκοτάδι και μια στροφή της σκάλας –δεν έβλεπα τίποτα. Αλλά είχα ακούσει βήματα. Ανέβηκα κι άλλο, ψηλαφίζοντας. Προσπαθούσα ταυτόχρονα να ξανανάψω τον αναπτήρα, μπροστά μου η σκάλα κατέληγε σε κάτι στενό –ντουβάρι όπου άγγιζαν τα δάχτυλά μου και μόνο μια τρύπα στη μέση. Πόσο μεγάλη; Άναψα τον zippo.

Ένα σπηλαιώδες στόμα, δόντια που αλυχτούσαν –πολλά δόντια, κοφτερά δόντια, κάτω από μαύρα μικροσκοπικά μάτια και σάλια, σάλια, πηχτά, κολλώδη γέμισαν το πρόσωπό μου –γιατί το στόμα με ακουμπούσε σπαράζοντας, ένιωθα αυτά τα σαγόνια να αγγίζουν το μέτωπό μου μέχρι εκεί που τελείωνε η μύτη και το στόμα έτρεχε βρωμερά σάλια πάνω μου. Ούρλιαξα. Τραβήχτηκα πίσω απότομα και χτύπησα το κεφάλι μου στον τοίχο αλλά δεν γλίτωσα από το στόμα και τον αηδιαστικό βρόγχο που κυλούσε πάνω από τα μάτια μου. «Σκύλος ... τεράστιος!» πρόλαβα να σκεφτώ και ούρλιαζα, ούρλιαζα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο, με τα κοφτερά δόντια να πιέζουν τα μάγουλά μου, τα χείλια μου άγγιζαν ένα σκληρό κατωσάγονο και ούρλιαζα μέσα στο κεφάλι μου –ούρλιαζα σιωπηλά περιμένοντας έναν ευλογημένο ήχο, περιμένοντας εκείνο το σπάσιμο, σαν ποτήρι που πέφτει στο πάτωμα, παρακαλούσα να το ακούσω μέσα στο κεφάλι μου –να εκραγεί το μυαλό μου εκεί, να φύγει η αίσθηση του τρόμου, να γλιτώσω.

Συγκέντρωσα τον τρόμο μου, περίμενα καθώς το στόμα του σκύλου με πίεζε στο πρόσωπο, το μυαλό μου συνθλιβόταν και τότε ήρθε η Ελένη πίσω από τα βλέφαρά μου –ηρέμησα γιατί έτσι ήθελα να τελειώσει το μαρτύριο μου. «Μην σταματάς αγάπη μου. Ούρλιαξε τον φόβο σου, ούρλιαξε με όση δύναμη έχεις και ο φόβος θα χαθεί. ΟΥΡΛΙΑΞΕ!»

Κι αυτό έκανα. Με δύναμη που σίγουρα δεν είχα κατάπια τον αέρα και ούρλιαξα θάνατο. Ούρλιαξα δυνατότερα από το αλύχτισμά του με τα πνευμόνια κολλημένα στο θώρακα, ούρλιαξα ακόμα κι όταν ο αέρας είχε στερέψει. Και τότε ούρλιαξα για μια τελευταία φορά.

Έπεσα ξέπνοος. Δεν είχα τη δύναμη να δω που βρισκόμουν, στον παροξυσμό των ζωντανών ή στους βάλτους των πεθαμένων. Έκλεισα τα μάτια –δεν με ενδιέφερε να δω, έψαχνα την Ελένη –τίποτα δεν ήταν πιο σημαντικό από αυτό. Δεν τη βρήκα όμως στο ημίφως του μυαλού μου.

«Βλέπω πως καταφέρατε να κυριαρχήσετε στον φόβο σας κύριε Μαλτέζο!»

Άνοιξα τα μάτια με κόπο. Άσπρα μακριά μαλλιά κάλυπταν το πρόσωπό της –φανερώνοντας μόνο ένα χαμόγελο. Άνοιξα τα μάτια αργά –κοιτάζοντας τη γριά απέναντί μου. Πεσμένος στην άκρη ενός απέραντου δωματίου την έβλεπα γονατισμένη πάνω μου. Χαμογελαστή.

«Τι είσαι εσύ;» απόρησα.

«Η παραλήπτρια του πακέτου. Ρίξε μια ματιά, θα το επιβεβαιώσεις», είπε. Ακίνητη.

Έψαξα τη μέσα τσέπη του μπουφάν μου –ρώτησα το όνομά της, ακόμα τρέμοντας, απάντησε –είχε δίκιο. Σηκώθηκα για να διώξω την κλειστοφοβική αίσθηση.

«Καθίστε κύριε Μαλτέζο», η γριά έδειξε ένα δρύινο τραπέζι περιτριγυρισμένο από ετοιμόρροπες καρέκλες. «Θέλετε λίγο τσάι;»

Κούνησα το κεφάλι αρνητικά.

«Τι είναι εδώ;» αναρωτήθηκα φωναχτά.

«Εδώ είναι το σπίτι μου –η κρυψώνα μου κύριε Μαλτέζο. Εδώ ζω, ή τουλάχιστον προσποιούμαι οτι το κάνω –εγώ και η οικογένειά μου».

«Οικογένεια;»

Άπλωσε το χέρι της μεγαλόπρεπα –λες και σκόπευε να κάνει υπόκλιση.

«Βλέπετε εκείνο το μεταλλικό καπάκι δίπλα στον τοίχο; Από κάτω του αναπαύεται ο πατέρας μου ... αυτός ο σημαντικός άνθρωπος που δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Πέθανε μια κρύα νύχτα ... δεν ξέρω κιόλας ... μπορεί να μην ήταν νύχτα γιατί εδώ κάτω ποτέ δεν ξημερώνει. Πέθανε μέσα στην αγωνία για το τι θα απογίνουμε –εγώ κι ο γιος μου. Καημένε πατέρα –άδικα φοβόσουν! Εγώ κι ο γιος μου τα καταφέραμε τελικά –θα τον γνωρίσετε κάποια στιγμή κύριε Μαλτέζο, ολόκληρο παλικάρι έχει γίνει!»

Η γριά σταμάτησε βουτηγμένη στις αναμνήσεις –την κοίταζα όσο περίμενα να συνεχίσει. Ντυμένη με αντρικά ρούχα, φθαρμένα από τα χρόνια –ευγενικό ερείπιο, απροσδιόριστο.

«Ο πατέρας είχε αυτό το υπόγειο για κρυψώνα. Έμεινε πίσω όταν ο αδελφός του έφυγε για την Αμερική –να βρει την τύχη του. Ο πατέρας δεν τα πίστευε αυτά –‘η τύχη του καθενός είναι οι πέτρες που τρίβεις για ν΄ανάψεις φωτιά –σημασία έχει να χτυπάς τις πέτρες –όχι να φεύγεις κυνηγημένος’ έτσι έλεγε. Και πίστευε πως μένοντας εδώ θα άλλαζε την τύχη του, μαζί με άλλους και θα άλλαζαν την τύχη αυτού του τόπου –δεν ήθελε να φύγει σαν δειλός ο πατέρας μου. Πρώτα έφερε τα βιβλία του σ’αυτό το υπόγειο, γιατί οι φασίστες θα τον έκαιγαν ζωντανό αν τον έπιαναν με αυτά. Μετά, έρχονταν οι φίλοι του. Κυνηγημένοι κι αυτοί –στην αρχή από τους χωροφύλακες, μετά από τους Χίτες. Διαλυμένοι, τρομοκρατημένοι –άντρες πρόθυμοι να πεθάνουν γι΄αυτά που πίστευαν, αλλά αδύναμοι να αντέξουν τα βασανιστήρια. Εγώ ήμουν μικρό κοριτσάκι, ο πατέρας προσπαθούσε να μου κρύψει τους ανθρώπους που ζούσαν στο υπόγειο για να μην έχω μπλεξίματα. Οι ‘μαύροι’, κύριε Μαλτέζο, δεν είχαν έλεος –ακόμα και για τα μικρά παιδιά.

Δεν ήξερα τίποτα μέχρι τη μέρα του μεγάλου κακού. Ο πατέρας μου έκρυβε κόσμο ώσπου να βρεθεί τρόπος να φύγουν από τη χώρα. Αλλά κάποιος πρόδωσε. Δεν ξέρω πως έγινε –ίσως κάποιον να έπιασαν, ίσως πάλι να ήταν από φθόνο. Εκείνο το πρωί χτύπησαν την πόρτα μας και ο πατέρας με τράβηξε μαζί του –κοιμισμένη ακόμα. Είχαμε λίγο χρόνο –άκουγα ήδη τα κοντάκια των όπλων τους να γκρεμίζουν την πόρτα .... ‘Στο υπόγειο, στο υπόγειο, μέχρι να δούμε τι θα γίνει’ ψιθύριζε ο πατέρας. Δεν ήξερα τότε πως αυτό σήμαινε ‘για πάντα κι ακόμα περισσότερο’. Μπήκα σε αυτόν τον κόσμο φορώντας το νυχτικό μου και ψάχνοντας μάταια για την άλλη παντόφλα μου –κάπου είχε παραπέσει στον πανικό. Ήρθα εδώ, έζησα μαζί με αυτούς τους φοβισμένους άντρες –τους είδα να φεύγουν. Ένας –ένας, με τη σειρά –και δεν ξαναγύριζαν. Ο πατέρας φρόντιζε να δραπετεύσουν ‘τις μικρές ώρες της μέρας’, έτσι έλεγε γιατί εδώ ήταν πάντα νύχτα. Ο πατέρας και ένα ρολόι με ασημένια καδένα που χανόταν στην τσέπη του παντελονιού του –το ρολόι σταμάτησε όταν έμεινα έγκυος. Ο πατέρας δεν είπε τίποτα. Ζούσαμε εδώ –μια πόρτα διαφυγής για όλους κι εμείς εγκλωβισμένοι στο άνοιγμα της πόρτας. Ο πατέρας δεν κατάφερε να ζήσει για πολύ χωρίς το ρολόι του. Κλέβαμε φρούτα από τα γύρω περιβόλια στην αρχή, βρίσκαμε τρόφιμα ... όσο χρειαζόταν. Γιατί το σκοτάδι κύριε Μαλτέζο μεταφέρθηκε με τον αέρα και πλάκωσε όλη την πόλη. Άνθρωποι έρχονταν -εχθρικοί. Πολλοί άνθρωποι. Φοβόμουν –αλλά μετά γεννήθηκε ο γιος μου. Και σταμάτησα να φοβάμαι γιατί ο γιος μου είναι ευλογημένος κύριε Μαλτέζο. Βλέπει τα μυαλά των ανθρώπων τόσο καθαρά όσο εσείς διακρίνετε τα δάχτυλα των χεριών σας. Βλέπει! Κι εκεί μέσα είναι οι φόβοι τους, οι φόβοι των ανθρώπων –ο γιος μου τους ξυπνάει για να μας προστατεύσει. Λίγοι άνθρωποι αντέχουν όταν ελευθερωθεί ο φόβος που κρύβουν στα σωθικά τους. Όμως εσείς το ξέρετε αυτό –έτσι δεν είναι κύριε Μαλτέζο;»

Ένευσα συγκαταβατικά –δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο.

«Σας κατάλαβα αμέσως μόλις μπήκατε στο σπίτι –ήξερα πως κάτι μας φέρνετε. Του το είπα να μη σας πειράξει γιατί δεν είχατε κακό σκοπό. Οι αγγελιοφόροι θα πρέπει να είναι ιεροί κύριε Μαλτέζο, του το είπα αλλά εκείνος επέμενε. ‘Το μήνυμα δεν θ’αλλάξει αν ο μεταφορέας είναι ζωντανός ή νεκρός, μητέρα’, επέμενε. Δεν μπόρεσα ποτέ να τον σταματήσω ... αλλά εσείς τα καταφέρατε. Τώρα που το σκέφτομαι είναι λογικό –είστε αγγελιοφόρος, δεν γίνεται να πεθάνετε!»

Άνοιξε το πακέτο που της έδωσα -με σταθερά δάχτυλα. Ξεκόλλησε τα σελοτέιπ χρησιμοποιώντας βρώμικα νύχια, το χαρτί κομματιάστηκε. Κι εκείνη έμεινε να χαζεύει δυο διαβατήρια ελευθερωμένα από το περιτύλιγμά τους. Έσκυψα μπροστά. Δυο διαβατήρια με καρφιτσωμένα δολάρια στην πρώτη τους σελίδα και ένα κακογραμμένο σημείωμα –μπορούσα να το διαβάσω καθώς εκείνη το άφησε στο τραπέζι...

«Δεν κουράστηκες να τυραννιέσαι; Ελάτε να με βρείτε –τίποτα δεν αλλάζει»

Η γριά γέλασε.

«Ο θείος ... ακόμα μας θυμάται! Τι κρίμα μόνο που δεν υπάρχει πλέον ο πατέρας! Κι αυτή η φωτογραφία μου στο διαβατήριο ... δεν είμαι εγώ, ίσως κάποτε να ήμουν ... αλλά τώρα ...».

Έψαξα στο στραπατσαρισμένο μου πακέτο για ένα τσιγάρο. Η γριά ξεφύλλιζε αργά τα διαβατήρια, σταματώντας πάντα στη φωτογραφία του πατέρα της –αγγίζοντάς την. Βυθισμένη ακόμα.

«Η δουλειά μου τελείωσε, πρέπει να φύγω», είπα καθώς σηκωνόμουν.

Η γριά δεν μου έδωσε καμιά σημασία, έσπρωξα πίσω την καρέκλα και κατευθύνθηκα προς τη σκάλα.

«Σας εύχομαι καλή τύχη κύριε Μαλτέζο», είπε σιγά –χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της από τα διαβατήρια.

Τότε άκουσα το σύρσιμο.

Ξέρεις τι είναι τρομακτικό στον ίδιο τον τρόμο; Το ξάφνιασμα θα πεις –το αναπάντεχο που πετάγεται από πουθενά συγκεκριμένα και σκιάζει τα μάτια σου. Ο φόβος του οδυνηρού θανάτου που σε κατακλύζει σαν βεβαιότητα. Θα πεις. Έχεις άδικο. Βλέποντας το υπερτροφικό κεφάλι να στρέφει ένα μάτι χωρίς βλεφαρίδες προς το μέρος μου, διακρίνοντας τη γαμψή μύτη που κατέληγε σε λείο, αψεγάδιαστο δέρμα εκεί όπου κανονικά έπρεπε να υπάρχει κάποιο στόμα. Το πλάσμα σύρθηκε στηριγμένο σε μυώδη χέρια χωρίς δάχτυλα και συσπάστηκε για να στηριχτεί στα καχεκτικά πόδια βρέφους. Με κοίταζε με εκείνο το μοναδικό μάτι, ανάσαινε και άφηνε τον αέρα να φύγει από την τρύπα στο λαιμό του –αρνήθηκα να παρατηρήσω τον οισοφάγο που διακρινόταν στο βάθος της τρύπας.

Το κεφάλι μου τραντάχτηκε σα να είχα δεχτεί χτύπημα, αλλά η δόνηση ερχόταν από μέσα.

«ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΣ ΠΟΥΘΕΝΑ!», η δόνηση απλώθηκε όμοια με λιωμένο ατσάλι ανάμεσα στους κροτάφους μου. «ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΣ!»

Αυτό με κοίταζε με την τρύπα στο λαιμό να χάσκει σα χαμόγελο. Ήθελε να γλιτώσω από το μοναδικό μάτι, να ξεχάσω εκείνο το παραμορφωμένο χαμόγελο ...

«ΜΕΙΝΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ. ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ. ΔΕΝΘΑΠΑΣΠΟΥΘΕΝΑ, ΕΔΩ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ», το μυαλό μου ταλαντευόταν σε απάνθρωπα ελατήρια ...

«ΔΕΝΘΑ ...»

Κλώτσησα με τη μύτη της μπότας μου το σίχαμα κι αυτό κουλουριάστηκε, πάτησα πάνω του αδιαφορώντας για τις κραυγές της γριάς.

Έφτασα στο πρώτο σκαλί.

«Δεν έχω ζωή για να την πάρεις –μαλάκα!» είπα γελώντας λυπημένα. «Δεν μπορείς να πιεις από άδειο ποτήρι –δεν έχεις καν στόμα!» και γέλασα τρανταχτά με το αστείο.

Κατέβηκα τη σκάλα προσεκτικά και ήμουν σίγουρος πως η Ελένη είχε μπλεγμένα τα δάχτυλά της στα δικά μου. Κατέβαινα τη σκάλα αιώνες –δεν ήθελα να πάω πουθενά συγκεκριμένα.

Έξω από την πόρτα της ντουλάπας γινόταν χαμός. Κάτι τύποι με βρωμερά ντρέντλοκς τσακώνονταν, κόσμος παραπατούσε στις σκάλες, κάποιοι ζωγράφιζαν πανό με κοκκινόμαυρα πινέλα. Συνωστισμός και φασαρία ανυπόφορη.

Έπεσαν πάνω μου, αμέσως μόλις πάτησα έξω από τη ντουλάπα.

«Ποιος είσαι εσύ;»

«Από που ξεφύτρωσες;»

«Μπάτσος θα είναι –δεν τον βλέπετε;»

Έσπρωξα με τους αγκώνες μου, άνοιξα δρόμο. Ένας τεράστιος με δερμάτινο μπουφάν και ξυρισμένο κεφάλι πετάχτηκε μπροστά μου.

«Για που το βάλαμε φιλαράκο;» ρώτησε σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος.

«Κάνε στην άκρη γιατί θα σε στείλω από εκεί που ήρθες», είπα σιγά.

Το σκέφτηκε για λίγο.

Παραμέρισε.

Την βρήκα κάτω από ένα παράθυρο να καπνίζει ξαπλωμένη στα πόδια ενός εντυπωσιακά αδύνατου τύπου. Στάθηκα πάνω της κρύβοντας το λιγοστό φως. Με είδε –μαστουρωμένη ακόμα.

«Εντάξει», είπα. «Τελείωσε».

«Ποιο;» μουρμούρισε αβέβαια.

«Η δουλειά μου. Και πολλά άλλα», είπα.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε καθώς τεντωνόταν παραξενεμένη.

«Δεν έχει σημασία», παραδέχτηκα. «Πάω στο ξενοδοχείο –θα φύγω όταν ξημερώσει».

Γύρισα την πλάτη και απομακρύνθηκα σπρώχνοντας. Οι καταληψίες γίνονται αρκετά ενοχλητικοί όταν πέσει η νύχτα.

Ναι, το ξέρω οτι δε με πιστεύεις. Φαίνεται στο πρόσωπό σου. Γι' αυτό και σταματάω εδώ. Δεν έχει νόημα να συνεχίσω. Δε θέλεις να μάθεις τι συνέβη αυτή τη νύχτα, όχι. Απλά θέλεις να σου επιβεβαιώσω ο,τι ηλίθια σκέψη κυκλοφορεί στο κεφάλι σου -πως το σπίτι είναι απλά ένα ξεχασμένο ερείπιο για πρεζόνια, άστεγους και μαστουρωμένα ζευγαράκια.

Όμως άλλοι πιστεύουν. Βλέπουν όσα εσείς, ακόμα κι αν σας τα έτριβαν στη μούρη, δε θα διακρίνατε ποτέ. Όπως το υπόγειο που βρίσκεται στην κορυφή της σκάλας, 81 σκαλοπάτια από εκεί που σταμάτησα την πρώτη φορά. Όπως το τι υπήρχε στη θέση της πολυκατοικίας σου πριν χτιστεί το έκτρωμα που μένεις τώρα.

Δε φοβάσαι, ε; Πες μου λοιπόν, γιατί τόσο ενδιαφέρον για τη νύχτα αυτή; Μήπως επειδή ήταν η πρώτη που δε σε πήραμε μαζί μας; Μήπως επειδή ο ύπνος σου ανακατεύτηκε με την πραγματικότητα τόσο πολύ που νόμισες οτι θα πεθάνεις απ' τον τρόμο; Μήπως επειδή ξύπνησες με τις μπλεγμένες κραυγές μας -τη δική μου και τη δική του- να φωνάζουμε το όνομά σου; Ή μήπως επειδή τώρα κατάλαβες οτι σ' αυτή τη γαμημένη πόλη, μόνο εσύ μας βλέπεις και μας ακούς; Φαντάζομαι την έκπληξή σου όταν οι νέοι σου φίλοι επέμεναν πως όχι, η τελευταία κατάληψη στο σπίτι είχε γίνει το '83. Όταν κατάλαβες πως κανείς δε μας ξέρει και κανείς δε μας θυμάται.

Από που είναι; Όχι από εδώ πάντως. Έχει μια δουλειά εκτός πόλης. Δε σου είπαμε ψέματα. Κούριερ είναι. Πακετάς πολυτελείας -και πίστεψέ με, δε θέλεις να ξέρεις τι μεταφέρει. Εσύ.. α, όχι. Είσαι τυχερός για την ώρα. Ζήτησες μόνο μια ιστορία και αυτό θα πάρεις. Δε νομίζω να με πίστεψες όταν σου είπα οτι θα σταματήσω. Όχι μικρέ μου. Οι αφηγήσεις εκείνης της βραδιάς είναι το τελευταίο πράγμα που μου έχει απομείνει -αλλά κανείς δεν τις ζητάει πια, γιατί για κανέναν δεν υπάρχω. Εσύ όμως.. με είδες. Με ξύπνησες, εμένα και το σκοτάδι που σέρνω πίσω μου τόσα χρόνια -μας ξύπνησες και ζήτησες να μας ακούσεις.

Κοίτα με στα μάτια. Κάποτε ήταν όμορφα, ξέρεις. Κάποτε. Πριν δω το σπίτι όπως είναι στ’ αλήθεια.

Λοιπόν, που είχαμε μείνει;

«Δεν έχει σημασία. Κανείς δεν έμαθε ποτέ αυτό που δεν ήξερε ήδη. Στο είπα –δεν έχει σημασία», την παρακολουθούσα όσο μάζευε τα πράγματά της που είχαν χυθεί δίπλα στην καρέκλα.

Σιωπηλή.

Συνόδευσα τους δισταγμούς της μέχρι την πόρτα –εκεί κοντοστάθηκε. Τρώγοντας τα νύχια της, αβέβαιη.

«Και τώρα τι γίνεται;» αναρωτήθηκε.

«Τι γίνεται;» επανέλαβα. «Ότι γινόταν πάντα –αυτοί που έμειναν πίσω θα περιμένουν όσους περνάνε και φεύγουν. Τι άλλο;»

«Σωστά», παραδέχτηκε.

Έκλεισα την πόρτα πίσω της. Η μέρα είχε ξεκινήσει για τα καλά έξω από το παράθυρο και δεν έμενε τίποτα να κάνω σ΄αυτή την άθλια πόλη. Ήπια τις τελευταίες γουλιές από το ποτήρι μου, μάζεψα τα τσιγάρα και τον αναπτήρα –καιρός να πηγαίνω.

Στο άνοιγμα της πόρτας γύρισα πίσω πανικόβλητος. Μάζεψα τη γυάλινη μπάλα από το περβάζι του παραθύρου –η μπαλαρίνα μου χαμογέλασε μέσα από το ασημένιο χιόνι. Χαμογέλασα κι εγώ με τη σειρά μου -ανακουφισμένος. Ποτέ δεν πρέπει να αφήνεις μια ψυχή μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο.

Βγήκα από το ξενοδοχείο –ελαφρύς σαν κλέφτης. Πήγαινα στοίχημα πως στο αυτοκίνητο θα με περίμενε ήδη η Ελένη.


Υ.Γ.: Αυτή δεν είναι μια δική μου ιστορία. Είναι μόνο οι σημειώσεις μου πάνω σε κάποιο κείμενο που μου έστειλε η Rαzzmatazz (στην οποία ανήκει η ιστορία). Ο σκοπός των σημειώσεών μου είναι προφανής -να καταστρέψω ένα άρτιο κείμενο!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι