Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2007

"Κανένας δεν τον είδε να φεύγει"

Περπατάω στην προκυμαία όσο η θάλασσα σκάβει τα βράχια από κάτω. Η προκυμαία τελειώνει σ’ έναν τσιμεντένιο τοίχο –όχι πολύ ψηλό, εύκολα μπορείς να τον ανέβεις. Έχω ακούσει οτι η θάλασσα καβαλάει τον τοίχο όταν αγριέψει –από ποιον όμως το έχω ακούσει; Δεν έχει σημασία. Το ξέρω. Περπατάω δίπλα στον τοίχο κι αυτός εκτείνεται για χιλιόμετρα. Ευθεία. Αργοπορώ την επιστροφή μου στην πλατεία όσο γίνεται περισσότερο. Μυρίζω φύκια και μαζούτ χυμένο από εμπορικά πλοία.

Μου ζήτησε να ανέβω τα σκαλοπάτια αλλά δεν τόλμησα. Με κάλεσε κοντά της αλλά δεν πήγα. Δεν μπορείς να με κατηγορήσεις γι΄αυτό, έχω κάνει πολλά, δεν γίνεται να κάνω τα πάντα. Κι ο ναός ήταν σκοτεινός στο άνοιγμά του –σα στόμα που έχασκε απειλές. Άραγε ποιον θεό να λάτρευαν εκεί μέσα; Δεν ήθελα να ξέρω, μου έφτανε η βεβαιότητα πως οι θεοί είναι πλέον νεκροί. Κι εγώ δεν πηγαίνω σε κηδείες, δεν αντέχω την απόγνωση που σκάει σαν κύμα στην προκυμαία της ψεύτικης συμπόνιας. Ποτέ δεν λάτρεψα κανένα θεό –τι δουλειά είχα να πάω στην κηδεία του; Ούτε καν για χάρη της.

Ο φρουρός βγήκε αγουροξυπνημένος από το φυλάκιο της πύλης, με σημάδεψε με το ασφαλισμένο όπλο του.
«Ποιος είσαι; Τι θες;»
«Να μπω μέσα».
«Ξεφορτώσου μας ρε φίλε. Δεν έχω όρεξη για πλάκες!»
«Ξύπνα τον αξιωματικό υπηρεσίας. Πες του οτι γύρισα και θέλω να μπω».
Με κοίταξε σα χαζός, όσο μούλιαζα στη βροχή. Είχα διπλωθεί γιατί πονούσα κιόλας. Κρύωνα.
«Ποιος να του πω οτι είσαι;»
«Άρης Μαλτέζος».
Τον παρακολουθούσα να μιλάει στο τηλέφωνο. Μέσα από το φυλάκιο με στραβωμένα μούτρα. Σε λίγο θα άρχιζαν να χτυπάνε τα δόντια μου -δεν άξιζε τον κόπο τέτοια ξεφτίλα.
Πέρασα πάνω από τη μπάρα και κατευθύνθηκα προς την κλειδωμένη πύλη. Ο φύλακας έτρεξε να βγάλει την αλυσίδα, συνεννοημένος με τον ανώτερό του –προχώρησα στο προαύλιο, δυο φιγούρες με στολή εμφανίστηκαν στην πόρτα του κεντρικού κτιρίου. Χαμογέλασα –κάποια ψυχή δεν θα χαιρόταν καθόλου για την επιστροφή μου.

Βουτάω στο λήθαργο κρατημένος από ένα ξεχαρβαλωμένο, σιδερένιο κρεβάτι. Δεν αντέχω ούτε να πονέσω, δεν διανοούμαι να αλλάξω τα βρεγμένα ρούχα μου. Θέλω να χάσω τις αισθήσεις μου για όσο περισσότερο γίνεται. Θέλω να ανακτήσω τις δυνάμεις μου –μόνο έτσι θα φτάσω πάλι κοντά της. Ο συγκάτοικός μου στο κελί μουρμουρίζει.
«Που ήσουν;»
«Έξω».
«Νόμιζα ...»
«Θα ΄θελες –έτσι;»
«Ναι. Είσαι μπελάς».
«Για λίγο ακόμα. Σύντομα θα την κοπανήσω από εδώ».
«Ήσουν έξω και γύρισες. Τώρα μου λες πως θα την κοπανήσεις! Κάτι δεν πάει καλά με τα μυαλά σου;»
«Τίποτα δεν πάει καλά με τα μυαλά μου».
Γύρισα πλευρό –βούλιαξα.
Η ταμπέλα στο ερειπωμένο κτίριο απέναντι από την προκυμαία έγραφε «SALVATORES DEI» -ήταν μια ταμπέλα σαν αυτές που δείχνουν τις οδούς, σε ένα κτίριο, όμοια ερειπωμένο με όλα τα υπόλοιπα του δρόμου –απέναντι από την προκυμαία. Κοίταξα την ταμπέλα –χαμογέλασα. Μάζεψα το σάλιο μου και έφτυσα με μανία, δεν σημάδεψα, δεν υπήρχε ελπίδα να πετύχω την ταμπέλα. Έφτυσα πάντως για να ξεθυμάνω.
Δεν περνούσαν αυτοκίνητα από τον φαρδύ δρόμο, κοίταξα πάντως πριν διασχίσω την άσφαλτο. Η πόλη ήταν μια παγίδα που έκλεινε νωχελικά γύρω μου κι εγώ ένιωθα κάπως ανήσυχος. Όχι για την έκβαση, αλλά από την αίσθηση.

Δεν βρέχει εδώ. Δηλαδή, βρέχει –ρίχνει τροπικούς κατακλυσμούς, αλλά όχι αυτή την εποχή του χρόνου. Είναι άνοιξη εδώ –μη ρωτήσεις που το ξέρω. Θέλω να είναι άνοιξη και θέλω να φυσάει μια αναπνοή αέρα, το ιδρωμένο ρούχο να κολλάει στην πλάτη. Έτσι θέλω. Βαδίζω πιο γρήγορα πλέον. Δεν βιάζομαι, δεν θέλω να τρέξω. Δεν θέλω να βιάζομαι –τρέχω ήδη.

Χρειάζομαι να φάω αλλά από τα χέρια μου πέφτει το κουτάλι. Μου φαίνεται πως έχω πυρετό. Πρέπει να ζητήσω παυσίπονα από τον γιατρουδάκο της φυλακής. Δεν έχω δύναμη ούτε να σηκωθώ από τον πάγκο της τραπεζαρίας. Ένας φαλακρός με πλησιάζει.
«Τι γίνεται; Πως πάμε; Πεθαίνουμε;» χαζογελάει.
«Το παλεύω», λέω σιγά.
«Θέλεις τίποτα για να στανιάρεις;», τα μπροστινά του δόντια είναι σάπια. «Έχω απ’ όλα».
Έρχεται στο μυαλό μου η αίσθηση του μουδιάσματος. Χαλαρωτική. Την έχω ανάγκη –δεν το αρνούμαι.
«Άστο –να λείπει», λέω στον φαλακρό.
Ότι είναι να γίνει, ας γίνει γρήγορα.

Μπαίνω στην πλατεία από την αντίθετη πλευρά, μακριά από το ναό. Θέλω να καθυστερήσω, στρέφομαι γύρω από τον άξονά μου σα μύγα απέναντι από τη φωτεινή παγίδα. Η δική μου παγίδα είναι σκοτεινή. Με κρεμασμένα πανιά στα τζάμια, παρακαλάω τον αέρα να έρθει, να τα κουρελιάσει. Ίσως έτσι γίνει πιο ευάλωτος ο ναός που θέλει να με καταπιεί. Μετράω τα βήματά μου άσκοπα. Μετράω την απόσταση μέχρι τα σκαλοπάτια και είμαι μόνος –η Ελένη δεν φαίνεται πουθενά. Είναι περίεργο, αλλά δεν θέλω να μετρήσω τα σκαλοπάτια –φοβάμαι πως θα μου σημαδέψουν τα χέρια αν το προσπαθήσω, όπως λέγανε οι γριές οτι παθαίνεις αν προσπαθήσεις να μετρήσεις τα αστέρια. Σε μια άλλη εποχή –όταν υπήρχαν παιδιά και αστέρια. Ανεβαίνω.

Στριφογυρίζω τρέμοντας –το σιδερένιο κρεβάτι είναι μεγάλο σαν έρημος, αλλά πολύ μικρό για να με χωρέσει. Κρατιέμαι από τις άκρες του για να μη σωριαστώ στο βρώμικο πάτωμα.

Δεν την βλέπω, είμαι στο κεφαλόσκαλο αλλά δεν τη βλέπω. Η ησυχία του ναού με συνθλίβει, θα ήθελα να φωνάξω. Να την φωνάξω. Πιάνομαι από τις αψίδες της εισόδου και δίνω ώθηση στο σώμα μου για να χωθώ εκεί μέσα. Ένα κύμα από μυρωδιές κεριών με σπρώχνει πίσω –ανατριχιάζω από δυσφορία όμως είμαι ήδη μέσα. Ο ναός έχει αγάλματα, πολύχρωμα αγάλματα –χριστιανών αγίων με μαύρα δερμάτινα πρόσωπα. Μαύρο δέρμα. Και βαριές κουρτίνες να εμποδίζουν το φως και διάφανα πέπλα δεμένα σαν φουλάρια στις βάσεις των αγαλμάτων.
«Ελένη;» σκέφτομαι.

Τα αγάλματα κρατάνε κατακόκκινες καρδιές, βολβούς ματιών, ανθρώπινα μέλη και κουτιά μισάνοιχτα. Χαμογελάω –ο θεός αυτού του ναού θα πρέπει να ήταν λάτρης της φρίκης. Μπροστά από το ιερό καμπουριασμένες μορφές μαυροντυμένων γυναικών προσεύχονται μουρμουριστά. Πόσες είναι; Δεν με νοιάζει –η Ελένη δεν θα μπορούσε να βρίσκεται ανάμεσά τους.

Τη βλέπω ξαφνικά να κατεβαίνει από τον γυναικωνίτη –ήρεμα βήματα, αέρας ανάμεσα σε αυτή και τα μάρμαρα. Θέλω να την πλησιάσω χωρίς να καταλάβει –να την ξαφνιάσω. Γυρίζει και με κοιτάζει.
«Ήρθες».
«Αμφέβαλλες;»
«Βαθιά μέσα μου –όχι. Αλλά κανένας δεν είναι παντοδύναμος».
«Ούτε ο θεός που λατρεύουν εδώ;»
«Ειδικά αυτός. Κοίτα γύρω σου».
Γυρίζω το κεφάλι –πως δεν το είχα παρατηρήσει πιο πριν; Τα αγάλματα δεν είναι παρά αναπαραστάσεις ζητιάνων, κουρελήδων με παρακλητικό ύφος, καμπούρηδων με πόδια γυμνά και πληγωμένα. Γελάω δυνατά τώρα. Σκέφτομαι πως αν μπορούσαν να με πλησιάσουν θα αναγκαζόμουν να ψάξω τις τσέπες μου για κέρματα –κοιτάζω τριγύρω, τα αγάλματα πλησιάζουν, ή έτσι μου φάνηκε –ψάχνω τις τσέπες μου για κέρματα.
Η Ελένη διασχίζει κάθετα την απόσταση μέχρι το ιερό –φαίνεται να γνωρίζει τον χώρο. Γνέφει προς το μέρος μου, την ακολουθώ. Φοβάμαι. Το παντελόνι μου αγγίζει τις μαυροφορεμένες γυναίκες, προσπαθώ να βρω χώρο χωρίς να τις ενοχλήσω. Χωρίς να τις κοιτάξω επίσης –δεν θέλω να ξέρω.
Ένας ψίθυρος μένει πίσω μου καθώς προχωράω –γυρίζω το κεφάλι από περιέργεια. Οι γυναίκες με κοιτάζουν κι αυτές, είναι τόσο γνώριμα τα πρόσωπά τους, αλλά τα μαντήλια που καλύπτουν τα κεφάλια τους με εμποδίζουν να αναγνωρίσω.
«Έλα, τι περιμένεις;» αδημονεί μαγευτικά η Ελένη.
«Ποιες είναι αυτές;» ρωτάω.
«Οι μέρες της ζωής σου που δεν θέλουν να χαθούν», λέει εκείνη.
Ξανακοιτάζω. Οι ζητιάνοι άγιοι στενεύουν τον κλοιό τους όσο οι γυναίκες υψώνουν τα χέρια παρακλητικά. Δεν έχω χρόνο για δισταγμούς –το τέλος με περιμένει στα δυο βήματα. Γυρίζω την πλάτη για να τα διανύσω.

«Πόσο τον βλέπεις να αντέχει;»
«Ώρες. Ούτε καν μέρα».
«Πάρτε τον από εδώ! Με φρικάρει!»
«Βγάλε το σκασμό εσύ!»
«Προσέξτε τα λόγια σας, παρακαλώ! Τουλάχιστον όσο είμαι εγώ μπροστά».
Ανοίγω με κόπο τα μάτια –προσπαθώ μέσα από κοκαλωμένα δάκρυα. Πάνω μου –σκιές. Άσπρη μπλούζα ίσως και ένας άλλος άντρας –χοντρός, βαριά σκιά. Ξανακλείνω τα μάτια –να πάνε να γαμηθούν.

Το φως με τυφλώνει, είμαι έτοιμος να πέσω στα γόνατα, συνηθισμένος από το μισοσκόταδο του ναού. Η πύλη του ιερού άνοιξε διάπλατα στο άγγιγμά της κι αυτή έγινε διάφανη. Μια ζελατίνα, ρούχα που καλύπτουν έναν ίσκιο και γύρω της η σκόνη χρυσίζει στις ακτίνες κάποιου κυρίαρχου ήλιου. Καλύπτω τα μάτια με τις παλάμες μου, προσπαθώ να την ακολουθήσω. Σκοντάφτω, πρέπει να κοιτάξω.
«Είσαι εδώ επιτέλους και είμαι μαζί σου. Αυτό δεν ήθελες αγάπη μου;»
Μουγκρίζω. Αυτό ήθελα και τα πνευμόνια μου γεμίζουν από αληθινές ψευδαισθήσεις. Είμαι ο κυρίαρχος όλων των κόσμων –τώρα. Και όλοι οι κόσμοι είναι ο δικός μου κόσμος. Με περιμένει. Θα τον γευτώ. Τώρα.

Κόκκινο ύφασμα στρωμένο στην Αγία Τράπεζα, με χρυσά τελειώματα να κρέμονται.

Ανασηκώνω το κεφάλι, βήχω, πνίγομαι. Αυτό που φτύνω είναι πιο πηχτό από σάλιο και μυρίζει στυφά καθώς τρέχει στο σαγόνι μου.
«ΠΑΡΤΕ ΤΟΝ ΑΠΟ ΔΩ!!!»
Ακούω τα κάγκελα της πόρτας να τραντάζονται. Χαμογελάω. Ξέρω πια.

Η Ελένη μου κρατάει το χέρι, οδηγώντας με. Αφήνομαι στην αίσθηση, αν υπάρχει Παράδεισος είμαι ήδη εκεί. Περιμένω να μου αφήσει το χέρι για να το μυρίσω –το άρωμά της από νυχτολούλουδα. Στην Άγια Τράπεζα με περιμένει η γυάλινη σφαίρα της μόνο που τώρα είναι όλα μαγικά. Δεν χρειάζεται να την κουνήσεις –το χιόνι πέφτει συνέχεια, ασημένιο γύρω από τη μπαλαρίνα που κινείται χαμογελώντας. Είναι όμορφη. Όμορφα. Η Ελένη με κοιτάζει χαμογελώντας.
«Σου ζήτησα πράγματα να κάνεις και δεν τα έκανες», παρατηρεί.
«Έκανα αυτά που ήθελα. Ήθελα να έρθω σε σένα από τον δικό μου δρόμο».
«Σου ζήτησα να σκοτώσεις».
«Σκότωσα τον εαυτό μου. Δεν αρκεί;»
«Όχι αγάπη μου. Όλοι σκοτώνουν αυτό που είναι, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Και την επόμενη μέρα ανασταίνονται –μια ακόμα ευκαιρία να σκοτωθούν, μια ακόμα απόδειξη πως ο προσωπικός τους θάνατος δεν μετράει –η αφαίρεση μιας άλλης ζωής είναι το μονοπάτι προς τη θέωση».
«Και ποιος ενδιαφέρεται να γίνει θεός; Εγώ πάντως -ποτέ δεν έδωσα δεκάρα γι΄αυτό».
«Λάθος αγάπη μου. Για να με φτάσεις έπρεπε να ανέβεις, για να σταθείς δίπλα μου έπρεπε να ξεφορτωθείς όσα σε καθόρισαν».
«Δεν ξεφορτώνομαι τίποτα. Για κανέναν. Ούτε καν για σένα. Ήρθα όπως εγώ θέλησα –δεν υπάρχει άλλος τρόπος».
«Ψέματα αγάπη μου. Όμορφες κουβέντες για να κοιμίζεις το μυαλό σου! Ήρθες με τις ενοχές να σε βαραίνουν. Να σε βαραίνουν –δεν τις ξεφορτώθηκες! Κοίτα έξω –οι ενοχές σου δίνουν πνοή στα αγάλματα».
Κοίταξα. Είχε δίκιο.

Ο πατέρας μου σταμάτησε να χαστουκίζει τη μάνα μου –στράφηκε προς εμένα, με χαιρέτησε αφηρημένα. Η μεθυσμένη ανάσα του με έπνιξε. Λεκέδες από πρόστυχα χείλη στον γιακά του. Έσκυψα το κεφάλι, έκρυψα το βλέμμα στη σκιά του σώματός μου. Δεν ήθελα να δω, δεν ήθελα να ξέρω.

Γι΄αυτό μπήκε μπροστά μου ο Άγγελος και έφαγε τη δικιά μου σφαίρα. Τον άφησα να με καλύψει με το σώμα ξέπνοο, μιμήθηκα τον θάνατό του –τρέμοντας. Και τρέμοντας έτρεξα μακριά –μακριά από τους ανθρώπους μου, μακριά από την προτεταμένη επιβολή των σιδερένιων ραβδιών, έτρεξα και έχασα τη ζωή μου προσπαθώντας να τη σώσω.

Μετά η ψυχή μου σάπισε. Δεν με ένοιαξε η μοίρα αυτών που άγγιξα, δεν ενδιαφέρθηκα να προστατεύσω όσους πλησίασαν τη μοναξιά μου. Η αγία πουτάνα μαρτυρούσε κάτω από το μαχαίρι του νταβατζή της επειδή είχε τολμήσει να με ευλογήσει με τη χάρη της. Εκεί. Μπροστά στα μάτια μου.

Και έκλαψα ανώφελα βλέποντας τη ζωή μου να στριφογυρίζει στο εξώπυλο του ναού -αγαλμάτινοι ζητιάνοι που εκλιπαρούσαν την εφήμερη συμπόνια, όσο μαυροντυμένες ώρες χτυπούσαν τα στήθη τους αγωνιώντας να συντηρήσουν την ύπαρξή τους μέσα σε παγωμένο χρόνο. Η Ελένη είχε δίκιο, ήμουν εκεί και ήμουν εγώ. Εδώ μέσα, στο ιερό του ναού, μόνο η σκιά μου είχε κατορθώσει να γλιστρήσει. Όσοι σκότωσα με κρατούσαν μαζί τους και οι χειρότεροι φόνοι είναι οι ακούσιοι.

«Γιατί φωνάζεις; Τι έκανε;»
«Προσπάθησε να σκοτωθεί! Στην αρχή πάλευε να σηκωθεί από το κρεβάτι και όταν δεν τα κατάφερε προσπάθησε να καταπιεί τη γλώσσα του! ΠΑΡΤΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩ!»
«Μη φωνάζεις. Θα πάρουμε αυτόν. Είναι φανερό πως δεν αντέχει άλλο».

Κοίταξα την Ελένη όσο το κορμί μου διαλυόταν σε κόκκους άμμου. Θλίψη στα μάτια της, σιγουριά για το αναπότρεπτο. Όχι ακόμα.
«Σε ήθελα πολύ Άρη. Γι΄αυτό προσπάθησα να σου δείξω τη δύναμη. Αν σκότωνες την Έλσα θα απαρνιόσουν την ανθρώπινη μιζέρια σου. Θα ελευθερωνόσουν από τις μυλόπετρες των ενοχών. Δεν το θέλησες. Δεν τόλμησες να βαδίσεις στα βήματα των θεών».
«Δεν το μπορούσα Ελένη. Είμαι ο άνθρωπος που μου μοιάζει κι ο κόσμος έχει τη δική μου ματιά. Δεν θέλησα να βαδίσω σε φωτισμένους δρόμους, η λάσπη είναι πάντοτε πιο δροσερή».
Έκλαψε τότε, εκεί μπροστά μου –μεγαλώνοντας τη δυστυχία που προκάλεσα σε όσους άγγιξα. Έκλαψε –ίσως για να με κρατήσει και κλαίγοντας με έσπρωχνε στον εφιάλτη που σάλευε έξω από το ιερό. Στη ζωή μου, όπως την έζησα, δηλαδή.
«Ας γίνει όπως το θέλησες», είπε απαλά.
«Ας γίνει όπως κανένας μας δεν θέλησε», φώναξα περνώντας πλάι της σαν σκόνη παρασυρμένη από τον άνεμο.
Βιαζόμουν γιατί δεν θα έμενε για πάντα παγωμένος ο χρόνος.

«Φέρτε καθαρά σκεπάσματα γρήγορα! Μην τον μετακινείτε –είναι κρίσιμη η κατάστασή του!»
«Είναι πολύ αργά τώρα που μας τον φέρατε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
«Δεν έχει σημασία. Απλά δεν θέλαμε να πεθάνει στα χέρια μας».
«Έχει πάθει κρίση. Αν μπορούσε να κινηθεί θα το διαπιστώνατε κι εσείς».
«Δεν έχει σημασία. Αφήστε τον κάπου και αγνοείστε τον».
«Μάλλον έτσι θα γίνει. Είναι καταδικασμένος».

Πριν πέσω στο βιτρώ του παραθύρου, πριν ορμήσω με όση δύναμη μου απέμενε σε αυτό το μάτι που έχυνε πολύχρωμο εκτυφλωτικό φως, πριν ταξιδέψω στην έλλειψη των αισθήσεων –δεν άντεξα. Στράφηκα προς το μέρος της για μια τελευταία φορά. Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχαν αγγίξει τα μάτια μου και ήταν όλη δική μου καθώς με αποχαιρετούσε με παγωμένα χείλια.
«Για πάντα», ψιθύριζε σε έναν ατέλειωτο στεναγμό.
«Κι αυτό το πάντα, δεν υπάρχει –τίποτα δεν υπάρχει», γέλασα υστερικά.
Μετά χάθηκα στην αδιάκοπη φωτεινή γραμμή.

Δεν ξέρω ποια γαμημένη ανάγκη με τράβηξε να τον ψάξω. Εκείνη η νύχτα που τον είδα για πρώτη φορά, ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Ένας άνθρωπος που γούσταρα, ένας καλός άνθρωπος πέθανε μπροστά στα μάτια μου χωρίς να υπάρχει κάποιος ξεφτιλισμένος λόγος γι΄αυτό. Κι εγώ δεν έμεινα ούτε για να του κλείσω τα μάτια, παρά έτρεξα σα να με κυνηγούσαν χίλιοι καβλωμένοι λυκάνθρωποι. Έτρεξα σε αυτή την εταιρεία, που ανάθεμα κι αν έχω καταλάβει τι κάνει. Παραδόσεις λέει, πακέτα, μαλακίες. Έχω κάνει μερικές τέτοιες, δέματα μυστήρια που φέρνουν πάντα δυστυχία. Με βλέπουν και προσπαθούν να την κάνουν σαν παλαβοί οι άνθρωποι, αλλά εγώ τους φτάνω και λέω τα λόγια μου. Ρωτάω όνομα, βεβαιώνομαι, αφήνω το πακέτο, φεύγω. Τι στον διάβολο παραδίδω; Εκτός από δυστυχία –καταλαβαίνεις;
Αυτή τη μέρα πήγα λοιπόν στον κωλόχοντρο και του ζήτησα εξηγήσεις. Γέλασε, με ειρωνεύτηκε ο αρχίδης! Παλιότερα θα τον χαράκωνα, στη σκατόφατσα και στη σαπιοκοιλιά του. Αλλά δεν ήμουν έτσι τώρα κι αυτό με έκανε να φορτώνω ακόμα περισσότερο. Είμαι οτι γουστάρω και είμαι η μοναδική που αποφασίζει πότε θα αλλάξει. Και γιατί. Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους –εγώ κουμαντάρω τη ζωή μου.
Το λέω, το ξαναλέω και κάνω οτι μου πει η εταιρεία –μια ξεφτιλισμένη πουτάνα τους έχω καταλήξει! Τις τελευταίες μέρες παίζω με την πεταλούδα –πότε θα τα πάρω άσχημα και θα κόψω το λαιμό μου, ακόμα δεν ξέρω. Άραγε, μπορώ πια να το κάνω; Φοβάμαι οτι κάτι θα με εμποδίσει –τελευταία στιγμή –κι αυτό δεν θα είναι η αναποφασιστικότητά μου.
Δεν μου είπε τίποτα λοιπόν ο γαμιόλης, τίποτα που θα με βοηθούσε να βγάλω άκρη. Μετάνιωσα κιόλας που έχασα την ώρα μου ρωτώντας τον. Στάσου, πριν φύγω θυμήθηκα τον άλλο.
«Που είναι ο Μαλτέζος», του λέω κι εκείνος γέλασε.
«Ποιος Μαλτέζος;» μου κάνει. «Δεν υπάρχει κανένας Μαλτέζος».
Εκεί τα είδα όλα μπλε. Είχα κολυμπήσει στα σκατά όσο μιλάγαμε, δεν άντεχα άλλο, θα τον μαχαίρωνα το χοντρό –να πάει να γαμηθεί το σύμπαν όλο!
Μάλλον φάνηκε στα μάτια μου, ξέρω ΄γω; Ο χοντρός μαζεύτηκε, με κοίταζε σα νεροχελώνα.
«Που τον θυμήθηκες το Μαλτέζο;» λέει.
«Κόψε τις μαλακίες και ρίχτα να τελειώνουμε μαλάκα», τον προειδοποίησα. Ήμουν έτοιμη να χτυπήσω τιλτ.
«Μην είσαι απότομη κοπέλα μου –και μην ξεχνάς πως είμαι το αφεντικό σου», έκανε ο αμετανόητος.
Του μόστραρα την πεταλούδα.
«Ένας από τους δυο μας θα πάει αδιάβαστος απόψε, αφεντικό», έτσι ξηγήθηκα.
Έχω την εντύπωση οτι φοβήθηκε περισσότερο για την πάρτη μου παρά γι΄αυτόν. Επαγγελματίας κοπρίτης!
«Ο Μαλτέζος είναι σε ψυχιατρείο –χρόνια τώρα. Κάποτε δούλευε για την εταιρεία, αλλά δεν το άντεξε. Είχε προσωπικά προβλήματα, δεν έφταιγε η δουλειά. Παρ΄όλα αυτά η εταιρεία τον κάλυψε. Ακόμα πληρώνουμε τα νοσήλια του, δεν τον εγκαταλείψαμε. Αν και θα μπορούσαμε», είπε λες και διάβαζε το ποίημα του.
«Διεύθυνση», έκανα εντελώς αγριεμένη.

Έτσι βρέθηκα εδώ, χαμένη ανάμεσα στα παρτέρια με τα βρωμερά νυχτολούλουδα και τις αμφιβολίες μου. Τι σκατά γύρευα εδώ πέρα; Ήρθε μια νοσοκόμα να με συναντήσει στις «Πληροφορίες», να με πάει μέχρι τον ασθενή. Ζόρικη γκόμενα, με μακριά μαύρα μαλλιά –ευχαρίστως θα την πήδαγα. Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση γιατί όσο την ακολουθούσα φλασάρισα πως ήταν αλλιώτικη η γυναίκα. Όχι ψεύτικη, αλλά ονειρική –ένα τέτοιο πράγμα. Δεν τα πιστεύω αυτά και πίεσα τον εαυτό μου να κοιτάξει τα μπούτια της ή να κατασκοπεύσει τα βυζιά της ας πούμε. Αλλά δεν μου έβγαινε. Την ακολούθησα σα συνεσταλμένο κοριτσάκι βρίζοντας τον εαυτό μου. Η κωλοδουλειά έφταιγε –είχα αρχίσει να τα χάνω μάλλον.

Καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα –τα πόδια του κρυμμένα από κάτω στην κουβέρτα. Είχε ψυχράνει ο καιρός, αλλά αυτός ήταν αφημένος στο ψοφόκρυο μιας σκιερής γωνίας –γιατί δεν τον έβγαζαν στον ήλιο τον άνθρωπο; Τι τον άφηναν εκεί να τουρτουρίζει;
Γονάτισα μπροστά του, αλλά ήταν εντελώς «γειάσου» -δεν έδειχνε να με παίρνει χαμπάρι. Η αδελφή «Λευκή Οπτασία» στάθηκε πίσω του, κρατώντας τα χερούλια της αναπηρικής καρέκλας. Ζήτησα λίγη γαμημένη διακριτικότητα, αλλά μου την αρνήθηκε κουνώντας το κεφάλι –χωρίς άλλη δικαιολογία.
«Άρη; Άρη Μαλτέζο; Με θυμάσαι;» έκανα την προσπάθεια, αφού είχα φτάσει μέχρι εδώ.
Η αλήθεια είναι πως κι εγώ δεν τον θυμόμουν σε τέτοια χάλια. Ο άνθρωπος είχε ασπρίσει και η φάτσα του έμοιαζε σα να ήταν πατημένη από φορτηγό. Ή σα να είχε πάθει από εκείνα τα εγκεφαλικά που σου αφήνουν μόνιμο χαμόγελο και σάλια να τρέχουν.
«Άρη; Άρη Μαλτέζο;»
Σηκώθηκα –δεν έβγαινε άκρη. Ευχαρίστησα την πανέμορφη στρίγκλα και έκανα να φύγω.
«Άλι;»
Χέστηκα πάνω μου. Με τέτοια φωνή θα έκανε καριέρα σε θρίλερ ο μάγκας!
«Εξ;»
Γύρισα και τον κοίταξα. Είχε κάτι ανθρώπινο στο βλέμμα, κάποιο σημάδι αναγνώρισης, χωμένο βαθιά μέσα στα σκατά της ανυπαρξίας του.
«Με θυμάσαι ρε φιλαράκο;» γέλασα για να το κάνω πιο ανθρώπινο.
Δεν είπε τίποτα. Μόνο κοίταζε σα χαμένος. Όχι τα μάτια μου –το μπλουζάκι που φαινόταν στο άνοιγμα του δερμάτινου μπουφάν, αυτό κοίταζε.
Μείναμε έτσι να κοιταζόμαστε σαν ηλίθιοι μέχρι που σιχτίρισα. Δεν έβγαινε άκρη –είχε τζαζέψει τελείως το άτομο. Γύρισα πάλι να φύγω.
«Βρες κάποιον να σε περιμένει», εκείνη η κερατένια φρικιαστική φωνή του με χτύπησε στην πλάτη σα λοστός.
Δεν τόλμησα να γυρίσω, να σιγουρευτώ οτι αυτός μίλησε. Όχι επειδή με φρίκαρε η φωνή, αλλά γιατί φοβόμουν πως είχε δίκιο. Και δεν υπήρχε κανένας να με περιμένει. Κατάλαβες;

Ο άντρας έμεινε να την κοιτάζει όσο αυτή χανόταν ανάμεσα στις πρασιές με τα νυχτολούλουδα. Μισόκλεισε τα μάτια για να την κρατήσει όσο αυτή απομακρυνόταν, όχι επειδή του άρεσε εκείνο το αγοροκόριτσο με τα δερμάτινα –αλλά προσπαθώντας να θυμηθεί. Ποια ήταν; Που την ήξερε; Το πρόσωπό του φαγουριζόταν από τα γένια –θα έπρεπε, σύντομα, να τον ξυρίσουν. Ποιος είχε μιλήσει σε εκείνη την κοπέλα; Άκουγε τη φωνή μέσα του αλλά δεν ήταν αυτός –κάτι του θύμιζε η κοπέλα, όμως δεν μπορούσε να το ξεκαθαρίσει. Ένιωσε ένα ρίγος και κατουρήθηκε πάνω του, μια ακόμα φορά θα αναγκαζόταν να υποστεί τον εξευτελισμό της καθαριότητας. Παραμερίζοντας βράχους φτιαγμένους από νεκρές νευρικές απολήξεις κατάφερε να πει αυτό που ήθελε:
«Ελένη; Κουράστηκα».
«Θα σε πάω στο δωμάτιό σου –μη στεναχωριέσαι καλέ μου», απάντησε η νοσοκόμα όλο κατανόηση.
Κι εκείνος άφησε το χαμόγελο να απλωθεί ξανά στο πρόσωπό του ξεχνώντας την αιτία της ευφορίας του. Κυλώντας με τη δική της ώθηση, χάθηκε στον εσωτερικό διάδρομο του ιδρύματος τόσο απότομα που κανένας δεν τον είδε να φεύγει.

Τρίτη, Οκτωβρίου 16, 2007

Παράδοση με βροχή

Μια πλατεία λιθόστρωτη, απόγευμα –οι πέτρες καίνε ακόμα από τον ήλιο. Μπαίνουμε διστακτικά, η πλατεία δεν φαίνεται πριν στρίψεις τη γωνία, πριν περάσεις τα δρομάκια ανάμεσα στα κτίρια. Εντυπωσιακό –ένας τεράστιος ναός πετάγεται μπροστά σου όταν πατήσεις τις πρώτες πέτρες της πλατείας. Και ο ναός που θα έπρεπε να μοιάζει επιβλητικός –δεν είναι. Φταίνε τα χρωματιστά πανιά που κρέμονται από τα, ιβηρικού ρυθμού παράθυρα, φταίει ο ήλιος που μόλις έφυγε, φταίει το γέλιο που έχει μπερδευτεί με το χώμα ανάμεσα στις πέτρες. Το γέλιο μας. Κρατάω σφιχτά το χέρι της, όχι γιατί φοβάμαι μην τη χάσω αλλά γιατί διψάω στην αίσθησή της.
«Σε αυτό το ναό θα ήθελα να παντρευτούμε –λες να γίνεται;» με κοιτάζει καθώς μιλάει και χρειάζεται τεράστια προσπάθεια να ξεφύγω από το βλέμμα της, να απαντήσω.
«Δεν έχω ιδέα για το τι επιτρέπεται σε αυτό το μέρος», λέω.
«Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», λέει εκείνη.

Ήρθαν και με βρήκαν στο κατώφλι του σπιτιού, άργησαν αλλά η βροχή δεν είχε σταματήσει. Μου πέρασαν χειροπέδες, λες και χρειαζόταν, κράτησαν το κεφάλι μου χαμηλά καθώς με έβαζαν στο αυτοκίνητο. Με πήγαν σε γραφεία φωτισμένα με λάμπες φθορίου και με άφησαν να περιμένω σε παγωμένους διαδρόμους για ώρες πολλές. Με ρώτησαν, συνέχεια με ρωτούσαν. Ασταμάτητα. Χρειαζόμουν απεγνωσμένα τσιγάρο και κάτι να σταματήσει τον πόνο. Δεν τους το είπα. Μόνο ...
«Εγώ τον σκότωσα, ας τελειώνουμε με τα τυπικά», είπα μόνο. Πολλές φορές.

Βρέχει ακόμα. Δεν ξέρω αν έχει σταματήσει καθόλου, από τη μέρα που με άφησαν πίσω από τα κάγκελα, προφυλάκιση από αυτές που διαρκούν αιώνες. Δεν βλέπω έξω –υπάρχει ένας φεγγίτης που φέρνει κίτρινο φως, αλλά δεν είναι ήλιος αυτό. Ακούω μόνο. Ακούω τη βροχή να σέρνεται στον τοίχο, απέξω. Είμαι εδώ, με κάποιον άλλο τρομοκρατημένο άνθρωπο –δεν μιλάμε πολύ μεταξύ μας.

«Γιατί σε έφεραν εδώ;»
«Για φόνο».
«Ποιον σκότωσες;»
«Κάποιον που με ενοχλούσε».
«Δηλαδή;»
«Ρωτούσε συνέχεια και δεν με άφηνε να σκεφτώ».

«Φίλε ξύπνα! Φωνάζεις συνέχεια στον ύπνο σου!»
«Και λοιπόν;»
«Δεν μπορώ να κοιμηθώ».
«Αυτό κανονίζεται. Μπορώ να σε κοιμίσω για πάντα αν θέλεις».
«Για άκου να σου πω ...»
«Δεν χρειάζεται. Μείνε στη δική σου πλευρά και όλα θα πάνε καλά. Μην ξαναπλησιάσεις –σιχαίνομαι να με αγγίζουν».

«Να προτείνω κάτι;»
«Όχι».

«Ετοιμάσου. Θα βγούμε στο προαύλιο».
«Δεν θα βγούμε. Θα σε βγάλουν έξω και μετά θα βγάλουν εμένα. Συνεννοηθήκαμε;»


Βαδίζω μόνος, μακριά από τους υπόλοιπους –περνάω το υπόστεγο και βγαίνω στη βροχή. Κλείνω τα μάτια, αφήνω το νερό να περπατήσει πάνω μου. Δοκιμάζω με τη γλώσσα. Πηχτό νερό, ανακατεμένο με χώμα –τρίζει ανάμεσα στα δόντια μου. Συνεχίζω να βολτάρω κάτω από τη βροχή. Οι υπόλοιποι κάτι λένε, δείχνοντάς με από το υπόστεγο. Ένας φύλακας πλησιάζει.
«Δεν πας μαζί με τους άλλους καλύτερα;»
«Δεν πας εσύ –να μη βρέχεσαι κιόλας;»
«Το παίζεις ζόρικος;»
«Κι αν είναι έτσι, τι σκοπεύεις να κάνεις;»
«Πρόσεξε καλά! Πιο ζόρικοι από σένα έχουν σπάσει εδώ μέσα!»
«Αλήθεια;»
«Μη μου πουλάς μούρη –θα σου την πέσουμε πριν το καταλάβεις».
«Όπως σας βολεύει. Αλλά θα κόψω την καρωτίδα του πρώτου που θα πλησιάσει στα δόντια μου. Δεν έχω τίποτα να χάσω».
Δεν θα ξανασχολούνταν μαζί μου μετά από αυτό.

Μόνο μια φορά, στα κοινά ντους. Ο διπλανός μου τρόμαξε καθώς είδε το κορμί μου, ούρλιαξε κι έπεσε γλιστρώντας στις σαπουνάδες. Ένας φύλακας έτρεξε να δει τι είχε συμβεί –κοκάλωσε στην είσοδο των ντους. Ο κρατούμενος που είχε γλιστρήσει, σηκώθηκε και πλησίασε τον φύλακα. Κοίταζαν. Ξέχασαν το τυπικό της φυλακής και βγήκαν μαζί από τα ντους –μη μπορώντας να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από πάνω μου. Τίποτα δεν ήταν λείο πια.

Περπατάω στην πλατεία ολομόναχος. Ο ήλιος μοιάζει με φεγγάρι τόσο πολύ που πείθομαι πως έχει νυχτώσει. Δεν έχουν ανάψει ακόμα τα φώτα στα σκεβρωμένα φανάρια της πλατείας. Ακουμπάω στο μαύρο σίδερο του κοντινότερου φαναριού. Αγγίζω θαλασσινή αρμύρα και γλίτσα –η θάλασσα δεν απέχει πάνω από δυο τετράγωνα. Την ψάχνω μισοκλείνοντας τα μάτια γιατί η πλατεία έχει σκοτεινιάσει. Μικρή πλατεία, δεν φαίνεται τίποτα να κινείται πάνω της. Θέλω να φωνάξω, αλλά δεν υπάρχει λόγος. Τα μάτια φτάνουν μακρύτερα από τη φωνή και δεν τη βλέπω πουθενά. Ίσως να μπήκε στο ναό –γυρίζω το κεφάλι αργά. Πρέπει να πάω εκεί αλλά απεχθάνομαι τους ναούς. Δεν αντέχω την κατάνυξη επειδή ποτέ δεν την ένιωσα. Πρέπει να τη βρω όμως. Φτάνω τα σκαλοπάτια, δεν ανεβαίνω.
«Ελένη!» φωνάζω αντηχώντας την πλατεία.
Καμιά απάντηση. Ο ναός είναι σκοτεινός μέσα από τις αψιδωτές του πόρτες. Δεν θέλω να μπω εκεί, δεν υπάρχει λόγος. Θα την περιμένω μέχρι να βγει έξω.
«ΕΛΕΝΗ!»

Κοιτάζω τον άνθρωπο στο απέναντι κρεβάτι, στηρίζεται στα σίδερα γερμένος προς το μέρος μου. Αβέβαιος.
«Τρέχει τίποτα;» τον ρωτάω.
«Όχι ... μόνο που ...»
«Ζήτα τους να σου αλλάξουν κελί –γιατί θα χειροτερέψει η κατάσταση», τον συμβουλεύω.
«Ρε φίλε δεν είσαι καλά ...»
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω», γελάω.
«Γιατί δε λες να έρθει ένας γιατρός;»
«Γιατί έχω αλλεργία στα άσπρα».
«Δεν θα μου αλλάξουν κελί –δεν τα κάνουν αυτά εδώ μέσα».
«Τότε, καλό κουράγιο», λέω και του γυρίζω την πλάτη.
Πρέπει να προσέχω περισσότερο, πρέπει να ονειρεύομαι χαμηλόφωνα. Δε μου φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος να ακούει τις φωνές μου. Πονάω παντού. Συνέχεια. Θέλω να βουλιάξω σε αυτόν τον πόνο όμως, αν γίνει αυτό, θα παραλύσω πλήρως. Χρειάζομαι μορφίνη αλλά δεν υπάρχει περίπτωση. Εδώ είναι φυλακή.

Κάθομαι μακριά από τους υπόλοιπους στο προαύλιο. Κάποιος πλησιάζει και μου προσφέρει τσιγάρο, το παίρνω χωρίς να τον κοιτάξω. Κάτι μου λέει, γυρίζω την πλάτη –δεν τον άκουσα, δεν απάντησα. Ο συγκάτοικός μου στο κελί μιλάει τώρα με μια παρέα κρατουμένων. Με δείχνει. Τον κοιτάζω. Γυρίζει το κεφάλι του αλλού. Ένας καινούργιος φύλακας πλησιάζει.
«Είσαι ο Μαλτέζος έτσι;»
«Έτσι».
«Ακολούθησέ με».
«Για που;»
«Ιατρείο».
Τον ακολουθώ, δεν υπάρχει λόγος να κοντράρω. Ο γιατρός είναι νεαρός με γυαλιά. Η ανάσα του μυρίζει καθώς πλησιάζει να με εξετάσει.
«Μην κάνεις τον κόπο», του λέω.
«Είναι η δουλειά μου. Πήρα μια αναφορά από τους φύλακες για κάτι εξογκώματα ...»
«Καρκίνος. Έχει κάνει μεταστάσεις παντού», σηκώνω τη μπλούζα μου για να δει. Βλέπει. Στραβώνει τα χείλια του.
«Πρέπει να πας επειγόντως σε νοσοκομείο!» ψάχνει ήδη τα χαρτιά του για να φτιάξει την αναφορά.
«Στο είπα και πριν. Μην κάνεις τον κόπο».
Σταματάει. Με κοιτάζει πάλι.
«Θα μείνω εδώ. Ότι και να γράψεις, όσο κι αν φωνάξεις. Θα μείνω εδώ –είναι κανονισμένο», τον καθησυχάζω. Ή, τουλάχιστον, αυτό προσπαθώ.
«Μα τι λες; Δεν γίνονται αυτά! Έχεις άμεση ανάγκη ...»
Σηκώνομαι.
«Μην τρελαίνεσαι γιατρέ. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο εκτός από το να σπαταλήσεις τον χρόνο σου μαζί μου. Δεν θα αλλάξει τίποτα. Χάρηκα που τα είπαμε», του δίνω το χέρι μου και το τραβάω πριν προλάβει να με ακουμπίσει.
Ανοίγω την πόρτα. Ο φύλακας καπνίζει απέξω.
«Θα έρθεις ή να πάω μόνος μου;» τον ρωτάω καθώς παίρνω το δρόμο προς το κελί μου.

Τελικά έμαθα πως ο γιατρουδάκος έκανε την αναφορά –αν ψάξεις θα την βρεις πρωτοκολλημένη. Να ακολουθεί την υπηρεσιακή οδό. Δεν άλλαξε τίποτα τις επόμενες μέρες, μόνο που πονούσα ρυθμικά, σαν την αναπνοή. Έκλεινα τα μάτια, περίμενα την κρίση, αλλά αυτή δεν ερχόταν. Δεν ερχόταν. Την ένιωθα να κυλάει κάτω από το δέρμα μου αλλά δεν έφτανε. Την χρειαζόμουν εδώ. Μπροστά μου.
Στα ντους είχαν συνηθίσει την όψη μου και στο προαύλιο απέφευγαν να με κοιτάξουν. Συνέχιζα να περνάω τον καιρό στο κελί, περιμένοντας.

«Μαλτέζος; Επισκεπτήριο».
Το κεφάλι του φύλακα πρόβαλε στο άνοιγμα της σιδερένιας πόρτας και έμοιαζε περισσότερο παραξενεμένος από μένα.
Σηκώθηκα –κοιτάχτηκα στο καθρεφτάκι που είχε κρεμάσει ο συγκάτοικός μου πάνω από τον νιπτήρα. Ένας σκελετός μου χαμογέλασε μέσα από το καθρεφτάκι, τον χαιρέτησα ανέμελα και βγήκα πίσω από τον φύλακα.
Περάσαμε έξω από την αίθουσα με τις σήτες –εκεί που συνωστίζονται οι κρατούμενοι σαν τα κοτόπουλα μπροστά στην ταΐστρα. Περάσαμε τις αίθουσες που οι κρατούμενοι συναντούν τους δικηγόρους τους –τις VIP αίθουσες. Κοντοστάθηκα. Που πηγαίναμε;
Μου έδειξε την πόρτα μπροστά μας –σιδερένια ταμπέλα «Διευθυντής». Έγνεψα μη καταλαβαίνοντας και άνοιξα την πόρτα. Στο γραφείο του Διευθυντή καθόταν το αφεντικό μου. Έξυσα το κεφάλι αμήχανα.
«Τι κοιτάς Μαλτέζο; Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις;»
«Βέβαια –πετάω από χαρά. Τι έγινε; Κάνεις τα ρεπό του διευθυντή εδώ μέσα για να συμπληρώνεις το χαρτζιλίκι σου;»
Γέλασε προσπαθώντας να δείξει καλόκαρδος. Δεν ήταν και δεν τα κατάφερε.
«Ο Διευθυντής, μας κάνει τη χάρη να παραχωρήσει το γραφείο του. Για λίγο, για να τα πούμε πιο ήσυχα», έψαξε στα συρτάρια, περιεργάστηκε κάποιον χαρτοκόπτη παρατημένο σε μια άδεια μολυβοθήκη.
Κάθισα απέναντί του.
«Τα χάλια σου έχεις Μαλτέζο», είπε τελικά.
«Κι εσύ έχεις πάρει κάποια κιλά αφεντικό», ανταπέδωσα τη φιλοφρόνηση.
Χαμογέλασε. Για μια στιγμή μου φάνηκε ανθρώπινος –πατρικός ίσως. Είχε αρχίσει να τελειοποιεί το στυλάκι του ή εγώ έχανα την κριτική μου ικανότητα;
«Μαλακίστηκες εκεί πέρα. Μπλέχτηκες χωρίς λόγο και εξέθεσες την εταιρεία».
Ήταν η σειρά μου να γελάσω.
«Και τι θα κάνεις; Θα με απολύσεις;»
«Άκαιρο χιούμορ Μαλτέζο. Από την άλλη, πάντα άκαιρο ήταν το χιούμορ σου. Αλλά το εκτιμούσα γιατί σπανίζουν οι άνθρωποι που ζουν με χιούμορ».
«Ναι, σπανίζουν», συμφώνησα.
Έσκυψε πάνω από το γραφείο για να με πλησιάσει. Με κοίταξε –θα μπορούσε να είναι ένα στοργικό βλέμμα, αλλά ήξερα πως απλώς μετρούσε τις δυνάμεις που μου είχαν απομείνει.
«Δεν θα αντέξεις για πολύ και το ξέρεις».
«Κανείς δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με την επόμενη μέρα αφεντικό. Κι εσύ μπορεί να φας κάποιο πιάνο στο κεφάλι βγαίνοντας από εδώ μέσα».
Ξάπλωσε πίσω δένοντας τα χέρια μπροστά στο στομάχι του.
«Θα μπορούσες να φύγεις νωρίτερα, θα μπορούσες να βγεις από αυτή την ιστορία απείραχτος. Σχεδόν. Σου είχα δώσει αυτή τη δυνατότητα Μαλτέζο κι εσύ τη σπατάλησες ... την πέταξες στα σκουπίδια! Διάλεξες την απόγνωση των ανθρώπων που δεν ορίζουν οι ίδιοι τη μοίρα τους. Δεν το καταλαβαίνω αυτό!»
«Μην κουράζεσαι αφεντικό. Σκέφτηκα να κάνω και κάτι ανθρώπινο –έτσι για αλλαγή».
«Μαλακίες Μαλτέζο! Σέρνεσαι πίσω από έναν ποδόγυρο που δεν υπάρχει καν! Μην πας να με κοροϊδέψεις!»
«Εγώ ορίζω όσα υπάρχουν αφεντικό».
«Κάνεις λάθος Μαλτέζο. Θέλεις να πιστεύεις πως έχεις τη δύναμη, είσαι ένας γαμημένος υπερόπτης, ένας βλάσφημος! Εκμεταλλεύτηκες την ανεκτικότητά μου και τι κατάφερες; Άλλαξες στρατόπεδο, τι περισσότερο θα μπορούσες να κάνεις; Αυτό που εσύ ονομάζεις ‘ελευθερία’ εγώ το λέω ‘αλλαγή αφεντικού’ –τι νόμιζες πως έκανες Μαλτέζο;»
«Έπαιξα το δικό μου τραγούδι. Και χόρεψα στον δικό μου σκοπό –αυτά μου φτάνουν. Μην περιμένεις να πιστέψω τις βλακείες σου, κανένας δεν είναι αφεντικό εκείνου που δεν μπορεί να ελέγξει. Ούτε εσύ, ούτε ...»
«Πες το Μαλτέζο. Ούτε εγώ, ούτε ποιος άλλος; Φοβάσαι τις λέξεις;»
Σηκώθηκα –είχε καταφέρει να με εκνευρίσει. Πόσες φορές είχα σκεφτεί να σκοτώσω αυτό το ξιπασμένο κτήνος που καθόριζε τις μέρες μας;
«Δεν έχω τίποτα να φοβηθώ αφεντικό. Όχι πια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα ρίξω τα μαργαριτάρια μου στα γουρούνια. Τελείωσε η εθιμοτυπική επίσκεψη, μπορείς να πηγαίνεις».
Έκανα να φύγω, αποζητούσα την ησυχία του κελιού μου.
«Όχι ακόμα Μαλτέζο. Τίποτα δεν τελειώνει αν δεν το πω εγώ».
Στράφηκα. Τον μέτρησα με μια ματιά –πόσο εύκολο θα ήταν να βουτήξω πάνω από το γραφείο και να τον ξεπαστρέψω;
«Αφού αποφάσισες να χαθείς στην προσωπική σου ματαιοδοξία, ας γίνει το θέλημά σου Μαλτέζο. Αλλά μένει μια δουλειά που πρέπει να τελειώσεις. Έτσι δεν είναι;»
Ξανακάθισα. Αυτό ήταν λοιπόν; Αυτό ήταν όλο; Κοίταξα τον χοντρό με συμπάθεια –ακόμα και οι παντοδύναμοι γίνονται ανήμποροι όταν πρόκειται να βγουν στο δρόμο. Κανένα φαφλατάδικο κεφάλι δεν μπόρεσε ποτέ να αντικαταστήσει τα πρόθυμα πόδια.
«Κάνε παιχνίδι αφεντικό», είπα.
Ψάρεψε έναν χοντρό φάκελο από την μέσα τσέπη του σακακιού του και τον κούνησε μπροστά στη μύτη μου.
«Όλα είναι εδώ. Πρέπει να υπογράψει το συμβόλαιο και να το φέρει πίσω σε μένα. Ξέρεις τη διαδικασία -έτσι;»
«Ξέρω. Θα γίνουν όλα όπως πρέπει».
«Αν αρνηθεί ...»
«Δεν θα αρνηθεί. Κανένας δεν μπόρεσε να αρνηθεί».
Σηκώθηκε ενώ εγώ περιεργαζόμουν τον φάκελο. Έκανε τον κύκλο του γραφείου και ήρθε από πάνω μου.
«Μπορεί να μην το πιστεύεις Μαλτέζο, μπορείς αν θέλεις να γελάσεις. Αλλά θα μου λείψεις. Είχα ένα συναισθηματικό δέσιμο μαζί σου –το ξέρεις αυτό».
Σήκωσα το κεφάλι για να τον δω.
«Έχεις δίκιο αφεντικό. Θα γελάσω».
Μια πλαστική σακούλα εμφανίστηκε στο χέρι του από το πουθενά.
«Οι μορφίνες σου. Θα τις χρειαστείς μέχρι να γυρίσεις».
Πήρα τη σακούλα χωρίς να μιλήσω και τον περίμενα να βγει από το γραφείο. Έμεινα μόνος. Ανάμεσα στα χαρτιά που απόμειναν παρατημένα βρήκα τον αναπτήρα μου και κάποια χρήματα. Έφυγα γεμίζοντας τις τσέπες μου. Κανένας δεν με σταμάτησε μέχρι που βγήκα από την κεντρική πύλη –οι φύλακες κοίταζαν από την άλλη πλευρά όταν περνούσα πλάι τους.
Βεβαιώθηκα οτι είχα μαζί μου τον χοντρό φάκελο, τον κοίταξα πιο προσεκτικά στο φως του προβολέα που σάρωνε την πύλη. Διάβασα τη διεύθυνση και μετά το όνομα. Γέλασα δαιμονισμένα αφήνοντας τη φυλακή πίσω μου.

Χρειαζόμουν ένα αυτοκίνητο, ο προορισμός μου δεν μπορούσε να καλυφθεί με τα πόδια. Βλαστήμησα το αφεντικό που έκανε μισές δουλειές, αφού στο πεζοδρόμιο δεν με περίμενε κανένα κλειδί, δίπλα σε τιμόνι παρκαρισμένου. Χώθηκα στο πρώτο σκοτεινό στενό –έπρεπε να κάνω την ένεσή μου. Αλλά όχι ακόμα.

Βγήκε από τον ναό ανάμεσα σε πλήθος τουριστών. Οι τουρίστες έσπρωχναν, γελούσαν, κουτρουβαλούσαν στην πέτρινη πλατεία. Αλλά δεν την άγγιζαν. Στάθηκε ακίνητη στο ψηλότερο σκαλοπάτι, με κοίταζε κι εγώ δεν είχα τη δύναμη να ανέβω. Ούτε και τη διάθεση. Χαμογέλασε απλώνοντας τα χέρια της σαν κυματοθραύστες ανάμεσα στους τουρίστες.
«Κατέβα, έλα!» παρακάλεσα.
«Πως περιμένεις να σου δοθεί ότι δεν πήρες από μόνος σου;» μου χαμογέλασε ζωγραφίζοντας δυο ερωτηματικά στο πρόσωπό της.
«Δεν έχω δύναμη να ανέβω. Δεν θέλω να έρθω εκεί».
«Το ξέρω αγάπη μου. Αλλά στην αδυναμία σου κρύβεται η δική μας δύναμη».
Γύρισα την πλάτη.
«Όχι ακόμα», είπα σιγά. Απέφυγα να την κοιτάξω, ήξερα πως τώρα αυτή θα με περίμενε.

Ο πόνος πέρασε σταδιακά. Σηκώθηκα.

Δοκίμασα τα πόδια μου, τίναξα τις γροθιές μου σημαδεύοντας τον αέρα, χαμογέλασα. Χτύπησα τον χοντρό φάκελο στην τσέπη μου –θα την έκανα αυτή την τελευταία δουλειά. Μπορούσα.
Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε δίπλα μου, ο οδηγός είχε ήδη ανάψει τα αλάρμ. Έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο –κάποιος κουστουμαρισμένος τύπος που χαμογέλασε.
«Περάστε μέσα κύριε Μαλτέζο», έγνεψε δείχνοντας την πίσω πόρτα.
Άνοιξα την πόρτα του οδηγού απότομα –τινάχτηκε για να μη σφηνώσει το κεφάλι του στο παράθυρο.
«Δεν γίνεται έτσι η δουλειά. Βγες έξω κι εξαφανίσου», τον παρότρυνα.
Έμεινε ακίνητος κρατώντας σφιχτά το τιμόνι κι έτσι αναγκάστηκα να τον τραβήξω από τα πέτα. Όχι χωρίς κόπο. Ήταν βαρύς και αντιστεκόταν. Τον έστησα όρθιο στο πεζοδρόμιο.
«Φύγε», σφύριξα κοντά στα μούτρα του.
«Έχω άλλες εντολές», μουρμούρισε.
«Να τις βράσω τις εντολές κι αυτούς που σου τις έδωσαν», είπα σπρώχνοντάς τον πιο πέρα. Πήγε να με πιάσει από τον ώμο καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο –κοντοστάθηκα.
«Μη με αγγίζεις –σιχαίνομαι να με αγγίζουν», τον προειδοποίησα.
Έφυγα οδηγώντας αργά, απολάμβανα την τελευταία πράξη.

Η πόλη μύριζε λιμνασμένο νερό, τώρα που η βροχή είχε σταματήσει. Υγρασία, σαν ίχνη σαλιγκαριού στον αέρα. Άνοιγα τα μάτια διάπλατα, να κρατήσω όσο γινόταν περισσότερο την εγκατάλειψη –η πόλη είχε ξεπλύνει τα χέρια της αλλά δεν είχε καθαρίσει τα κρίματά της, καμιά βροχή δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Χαμογέλασα στους άστεγους των πεζοδρομίων που στέγνωναν τα μουλιασμένα τους χαρτόκουτα, χαιρέτησα τα πρεζόνια κι αυτά δεν με είδαν, καρφωμένα μάτια στις σχισμές του πλακόστρωτου. Αυτή ήταν η πόλη μου και μου την είχαν πάρει. Τώρα θα έπαιρναν κι εμένα από την πόλη. Οικειοθελώς, αφού δεν είχα άλλη επιλογή.

Πλεύρισα το ημιυπόγειο μπαρ ψάχνοντας μέρος για να παρκάρω. Αν και βρισκόμουν στα όρια της ακριβότερης συνοικίας της πόλης, το μπαρ δεν έδειχνε κυριλέ. Ήταν ένα μέρος όπου οι αλκοολικοί ξαποσταίνουν περιμένοντας την κύρωση του ήπατος, στον μακρόστενο πάγκο, κάτω από θαμπά φώτα που αντανακλούν στα χαραγμένα ξύλινα ρυάκια, κάτω από σουβέρ, ποτήρια και μπολ με ξηρούς καρπούς.
Το ήξερα το συγκεκριμένο μαγαζί, πολλές φορές είχα καθίσει στα ψηλά σκαμπό του μέχρι το ξημέρωμα. Ή μέχρι την ώρα που ο μπάρμαν, βαριεστημένος, έκλεινε τη μουσική –καθαρίζοντας τον πάγκο από τσόφλια φιστικιών, χυμένα ποτά που κολλούσαν και ερειπωμένους ανθρώπους που δεν είχαν αλλού να καταλήξουν. Ήμουν ένας από αυτούς –ακόμα είμαι. Μπορεί η διαδρομή να χαράχτηκε, μπορεί η κατάληξη να προβάλει μετά την επόμενη ανηφόρα, αλλά ακόμα δεν υπάρχει μέρος να με φιλοξενήσει. Σε αυτό τον κόσμο και σε όσους κόσμους γουστάρεις να αναφέρεις προσχηματικά.
Κατέβηκα τα σκαλιά –το μπαρ ήταν όλο τζάμι, βιτρίνα στην μπροστινή πλευρά –κοίταξα μέσα πριν ανοίξω την πόρτα. Δυο άτομα σα μύγες ζαλισμένες από τα ηλεκτρικά φώτα. Ήταν η κατάλληλη ώρα κι εγώ ένιωθα τυχερός.

Τράβηξα το σκαμπό παραγγέλνοντας ήδη τη βότκα μου στον φαλακρό γιγάντιο μπάρμαν. Με αναγνώρισε –είχε εκείνο το βλέμμα χαιρετισμού που χρησιμοποιεί κανείς όταν οι πελάτες δεν είναι σταθεροί, αλλά πολύ θα ήθελαν να πιστεύουν πως είναι. Καθάρισε τον πάγκο μπροστά μου και με σέρβιρε.
«Δεν ήξερα πως σε λένε Άλι Εξ», παρατήρησα γελώντας. «Τι σκατά όνομα είναι αυτό;»
Ο μπάρμαν γέλασε καλόκαρδα με το αστείο μου.
«Καλά έκανες που δεν το ήξερες γιατί δεν με λένε έτσι. Πέτρος, για τους φίλους ... και για όλους τους υπόλοιπους τώρα που το σκέφτομαι. Πέτρος … γενικώς», άπλωσε φιλικά την παλάμη του προς εμένα.
Έμεινα να κοιτάζω αυτή την παλάμη –σίγουρα ένα γατάκι θα μπορούσε να κουρνιάσει μέσα της. Δεν ανταπέδωσα τη χειραψία.
«Και να προσθέσω πως δείχνεις χάλια –σε πλυσταριό κοιμήθηκες;» σχολίασε ο μπάρμαν.
«Ο ύπνος είναι καλοδεχούμενος ακόμα και σε πλυσταριό», παρατήρησα. «Καλοδεχούμενος αλλά σπάνιος».
Δεν βρήκε κάτι να απαντήσει, γι΄αυτό έσπρωξε μπροστά μου ένα μπωλ με φιστίκια.
«Τι σκατά όνομα είναι αυτό;» αναρωτήθηκα. «Άλι Εξ;»
«Όπως ακριβώς το λες –αλλά μην το φωνάζεις και πολύ», με συμβούλεψε ο μπάρμαν.
«Γιατί;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Γιατί μπορεί να σε ακούσει», ψιθύρισε ο μπάρμαν.
Κοίταξα τριγύρω. Ο ένας από τους πελάτες άφηνε κάποιο χαρτονόμισμα φεύγοντας, ο άλλος άφηνε απλώς το κεφάλι του να χτυπήσει στον πάγκο. Κάποιος από αυτούς ήταν; Στη δεξιά άκρη του πάγκου, κρυμμένη στο σκοτάδι, μια κοπέλα έβαζε μουσική ανακατεύοντας πλαστικές θήκες από σιντί. Ήμουν μπερδεμένος. Κατέβαινα ήδη από το σκαμπό για να προλάβω τον πελάτη που έφευγε προς την πόρτα. Δεν μπορεί να ήταν ο άλλος, ο μεθυσμένος! Δυο βήματα πίσω από την πλάτη του άκουσα την κοπέλα να ζητάει ...
«Ένα τζιν φις Πέτρο».
Δεν έδωσα σημασία έχοντας ήδη φτάσει τον άνθρωπο που έφευγε.
«Έρχεται Άλι», απάντησε ο μπάρμαν.
Σταμάτησα. Αυτό ήταν ένα πολύ κακόγουστο αστείο! Κοίταξα την κοπέλα. Αγορίστικα κουρεμένα μαλλιά με ουρές να περισσεύουν γύρω από τα αυτιά της. Κάποιο τι-σερτ με στάμπα δυσδιάκριτη. Αυτά μόνο μπορούσα να διακρίνω στο μισοσκόταδο που την προστάτευε. Άφησα τον άνθρωπο να φύγει ήσυχος.

«Είσαι η Άλι Εξ;»
«Κι εσύ ποιος πούστης είσαι που ρωτάς;»
Χαμογέλασα. το αστείο δεν μου φαινόταν τόσο κακόγουστο πλέον. Μακάβριο ίσως...
«Γιατί σε λένε Άλι Εξ;»
«Για να ρωτάνε κάτι σκατόγεροι σαν και την πάρτη σου. Τρέχει τίποτα;»
Ψάρεψα τον χοντρό φάκελο από την τσέπη μου κοιτάζοντάς την. Θαύμαζα το θράσος της, λυπόμουν τη δυστυχία που την περίμενε.
«Με λένε Άρη Μαλτέζο και έχω ένα φάκελο να σου παραδώσω», είπα ήρεμα.
«Καλά –άστον δίπλα στα ντεκ και δίνε του», ψιθύρισε αδιάφορα όσο έψαχνε τα σιντί της.
«Δεν πάει έτσι», της επεσήμανα.
«Πέτρο! Αυτός ο μαλάκας δεν έχει ξεκολλημό! Κανόνισε!»
Ο Πέτρος βγήκε, ασυνήθιστα σβέλτα για τον όγκο του, από τη μπάρα. Με πλησίασε.
«Φέρε μας δυο καινούργια ποτά και μην ασχοληθείς άλλο. Έχουμε κάποια πράγματα να συζητήσουμε», δεν τον κοίταζα καν όσο μιλούσα.
Σκέφτηκε λίγο.
«Δεν θέλω φασαρίες στο μαγαζί», είπε.
«Άσε μας να μιλήσουμε και δεν θα τις έχεις», του απάντησα.
«Τι κάθεσαι και τον ακούς; Στείλτον!», ούρλιαξε η Άλι.
Την κοίταξα.
«Δε σε συμφέρει», της είπα. «Ότι είναι να γίνει θα γίνει. Εδώ ή αλλού –δεν έχει σημασία. Ας τελειώνουμε λοιπόν».
Μίλησα ήρεμα κι αυτό την επηρέασε. Όχι πολύ –απλά εκμεταλλεύτηκα τον δισταγμό της.
«Βάλε κάτι να παίζει και πάμε στο βάθος», τη συμβούλεψα.
Έτσι έκανε. Με ακολούθησε με το κορμί σφιγμένο –γροθιά.

«Διάβασε –στο τέλος υπογράφεις», την προέτρεψα καθώς βολευόμουν απέναντι της. Άναψα τσιγάρο και περίμενα –το διάβασμα ήταν δύσκολο σε εκείνη τη σκοτεινή γωνιά.
«Τι μαλακία είναι πάλι αυτή; Νομίζεις οτι μπορώ να δω τα ‘ψιλά γράμματα’ με τέτοιο φως;»
«Μην ανησυχείς. Αυτό είναι ένα συμβόλαιο που έχει μόνο ‘ψιλά γράμματα’. Με οτι φως και να τα δεις αποκλείεται να γλιτώσεις», είπα γελώντας.
Έστριψε ένα τσιγάρο και ρίχτηκε με τα μούτρα στο διάβασμα. Την παρατηρούσα όσο το έκανε αυτό. Είχε ακόμα κάποια χρόνια μέχρι να φτάσει τα τριάντα, αλλά δεν μπορούσα να πω πόσα. Το πρόσωπό της ήταν σκληρό –πρόσωπο γυναίκας που περπάτησε σε ανθυγιεινούς δρόμους. Η φωνή της είχε το σπάσιμο του τσιγάρου αλλά δεν με κορόιδευε εύκολα –η Άλι απείχε μόλις λίγα χρόνια από την εποχή που ήταν παιδί. Σταύρωσε τα πόδια της, τζιν με ρεβέρ και αρβύλες με κόκκινα κορδόνια.
«Δεν κατάλαβα Χριστό», είπε στο τέλος, ξεφυσώντας καπνό.
«Αυτό είναι ένα συμβόλαιο για την καινούργια σου δουλειά», είπα υπομονετικά. «Δεν θα σου πάρει πολύ χρόνο για να καταλάβεις πως πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο από τις συνηθισμένες δουλειές. Σοβαρότερο. Και επώδυνο. Θα μετανιώσεις πολλές φορές για το σημερινό βράδυ, θα ευχηθείς να μην είχες έρθει εδώ –σήμερα. Να μην σε είχα βρει, να μην υπήρχε τίποτα από όσα βλέπεις τώρα γύρω σου. Μπορεί και να παρακαλέσεις γι΄αυτό, να πέσεις στα γόνατα κλαίγοντας –αλλά θα είσαι μόνο στην αρχή. Σύντομα θα καταλάβεις πως τίποτα δεν έχει σημασία, γιατί τίποτα δεν είναι τόσο αληθινό όσο η δική σου αλήθεια. Θα δεις τότε πως, ακόμα κι αν δεν υπήρχε αυτό το βράδυ, αυτό το μπαρ, αυτή η συνάντηση –εγώ θα σε έβρισκα. Όπου κι αν ήσουν –όσο κι αν κρυβόσουν. Θα τελειώνεις όλες τις δουλειές που θα σου αναθέτουν και κάπου εκεί, ανάμεσα στις παραδόσεις, θα ανακαλύψεις πως δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά. Κάθε παράδοση θα πρέπει να ολοκληρώνεται κι εσύ δεν είσαι παρά η τελευταία μου παράδοση. Τότε θα κατανοήσεις πως ήταν αδύνατο να ξεφύγεις –κανείς δεν γλιτώνει στο τέλος».
Ήπια τη βότκα σχεδόν μονορούφι –το στόμα μου είχε στεγνώσει. Προσπάθησα να τη διακρίνω μέσα από τον καπνό.
«Είσαι ψυχάκιας και δεν πρόκειται να ακούσω άλλο τις βλακείες σου!» φώναξε η Άλι πριν πεταχτεί όρθια.
«Κάθισε», είπα κοιτάζοντας την μεταλλική αγκράφα στη ζώνη της –ένα κρανίο με μάτια γεμάτα σκουλήκια μου χαμογελούσε. «Κάθισε -μην το κάνεις πιο δύσκολο. Ξέρουμε και οι δυο πως δεν υπάρχει διαφυγή. Μόνο καθυστερήσεις –κι ο χρόνος μου είναι ανύπαρκτος».
Σωριάστηκε στην καρέκλα και έπαιξε νευρικά το ποτήρι στα δάχτυλά της.
«Δε γουστάρω», είπε.
«Κανείς από μας. Ποτέ δεν γούσταρε. Όμως αυτό δεν αλλάζει τίποτα», της απάντησα.
Παραγγείλαμε ακόμα μια γύρα ποτά και τα ήπιαμε αμίλητοι.
«Γιατί σε λένε Άλι Εξ;»
«Επειδή οι γέροι μου ήταν χίπηδες με καμένα μυαλά από τα τριπ. ‘Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων’ και άλλες αηδίες –Αλίκη με έβγαλαν. Έφτανε να δω λίγη τηλεόραση για να μισήσω το όνομά μου –ακόμα ξερνάω όταν το ακούω ολόκληρο».
«Εξ;»
«Εξ. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις δηλαδή; Εξ! Σε λίγο θα με ρωτήσεις γιατί έχω δυο μάτια αντί για ένα στο μέτωπο!»
«Δίκιο έχεις», χαμογέλασα.
«Τι σκατά είναι αυτό που πας να με μπλέξεις; Και ποιος είσαι στην τελική;»
«Είμαι αυτός που τελειώνει όταν εσύ αρχίζεις. Κι αν ήταν στο χέρι μου δεν θα σου έφερνα αυτό το συμβόλαιο».
«Να φοβηθώ δηλαδή;»
«Αν έχεις λίγο μυαλό στο κεφάλι σου θα έπρεπε. Ο φόβος είναι το μόνο που θα σε κρατήσει κάποια χρόνια στη δουλειά».
«Κι αν δεν θέλω να με κρατήσει κάτι; Αν θέλω να ξεμπερδέψω από τη δουλειά μια ώρα αρχύτερα;»
Γέλασα με όση δύναμη διέθετα. Γέλασα μέχρι που δάκρυσαν τα μάτια μου.
«Δεν υπάρχει τίποτα μετά τη δουλειά και δεν υπάρχει τίποτα έξω από τη δουλειά», της εκμυστηρεύτηκα. «Και η δουλειά είναι το τίποτα –δεν μπορείς να ξεφύγεις. Μόνο να γίνεις κομμάτια μπορείς –δεν έχεις άλλη διέξοδο».
«Κι εσύ πως φεύγεις;»
«Δεν φεύγω. Καταρρέω ανήμπορος».
«Αααα, τόσο καλά!» είπε με ψεύτικο θαυμασμό.
«Τόσο και χειρότερα», την διαβεβαίωσα, όλο σοβαρότητα.
Σηκώθηκε.
«Πρέπει να βάλω μουσική», είπε.
«Βάλε πρώτα την υπογραφή σου. Εδώ –μπροστά μου», απαίτησα.
«Δεν φεύγω –εδώ θα είμαι», μουρμούρισε πηγαίνοντας στη σκοτεινή γωνιά της.
Την άφησα να σκεφτεί. Ήξερα πως χρειαζόταν χρόνο –όχι για ν΄αποφασίσει, αλλά για να αποδεχτεί.

Χρειάστηκε να χωθώ για λίγο στην τουαλέτα γιατί ο πόνος τέντωνε το δέρμα μου, ήθελα πολύ να πάω στην Ελένη, ήθελα να τη βρω –έλπιζα πως θα κατέβαινε τα γαμημένα σκαλοπάτια για χάρη μου. Αλλά όχι ακόμα. Η μορφίνη με κράτησε γαλήνια αναίσθητο.

Βγαίνοντας από τις τουαλέτες σκέφτηκα να φρεσκάρω το ποτό μου κι έτσι τον είδα. Η ξανθιά, αποχαυνωμένη, φάτσα του καθρεφτιζόταν στη τζαμαρία του μπαρ –χαμογελούσε από το απέναντι πεζοδρόμιο κρατώντας ένα σακ βουαγιάζ. Έπρεπε να τον είχα σκοτώσει τότε που τον είχα κάτω από την καρέκλα μου, έπρεπε να είχα κυριαρχήσει στην ανάγκη μου να λυτρωθώ από τη γλίτσα της προδοσίας. Μια πόρτα που δεν έκλεισα ζητιανεύοντας λίγη ελπίδα –βλαστήμησα μέσα από τα δόντια γιατί είχα δειχτεί τόσο μαλάκας!
Ο μπάρμαν ετοιμαζόταν να γεμίσει το ποτήρι μου όταν έσκυψε κάτω από τον πάγκο και σήκωσε κάποιο τηλέφωνο. Με κοίταξε καθώς μιλούσε.
«Είσαι ο Μαλτέζος έτσι;»
Το παραδέχτηκα πως όντως ήμουν.
«Για σένα», μου πέταξε το ακουστικό και το έπιασα πριν χτυπήσει στα δόντια μου.
«Ακούω».
«Μαλτέζο; Τι έγινε;»
«Τελειώνουμε αφεντικό. Όπου να ‘ναι υπογράφει».
«Λάθος Μαλτέζο. Υπέγραψε κιόλας».
Κοίταξα πίσω, στο τραπέζι που καθόμασταν. Τα χαρτιά έλειπαν μαζί με τον φάκελο –την εκτίμησα την πιτσιρίκα.
«Άρα, ξεμπερδέψαμε αφεντικό».
«Ναι –από εμάς τελείωσες».
«Χαίρομαι που το ακούω».
«Να προσέχεις Μαλτέζο. Αν και δεν έχει πια σημασία…‘… και εις χουν απελεύση’ –δυστυχώς παιδί μου».
«Με συγκινεί η συμπόνια σου αφεντικό. Κράτα την για όποιον τη χρειάζεται».
Έδωσα το ακουστικό στον μπάρμαν. Αλλά είχα κάνει λάθος. Κοίταζα το άδειο από χαρτιά τραπέζι ξεχνώντας τον ξανθό. Για λίγο –ένα λεπτό ίσως, ήταν αρκετό.
Δεν ξέρω αν άκουσα τη μολότωφ να σκάει στη τζαμαρία ή την είδα όταν στροβιλιζόταν φλεγόμενη στο κέντρο του μπαρ. Πάντως ένιωσα την έκρηξη –αυτό ήταν σίγουρο.

Ακόμα δεν έχω καταλάβει πως βγήκαμε ζωντανοί από εκείνη την ποντικοπαγίδα. Εννοώ, αν μπορείς να το αντιληφθείς, όλο το μπαρ τινάχτηκε στον αέρα, σα σκηνή αμερικάνικης ταινίας. Πεταχτήκαμε από την πόρτα, πρώτα ο Πέτρος, μετά εγώ –τραβώντας την Άλι από το μπράτσο. Ο ξανθός γελούσε καθώς άδειαζε κάτι που έμοιαζε με καλάσνικωφ στο άνοιγμα της πόρτας. Ο Πέτρος την έφαγε στα γεμάτα, αλλά ήταν σκέτο γομάρι –αυτός μας έσωσε. Άνοιξε τον βηματισμό του και κάλυψε την απόσταση που τον χώριζε από τον ξανθό. Θα έπεφτε πάνω του αν εκείνος δεν προλάβαινε να τραβηχτεί στο πλάι. Ο Πέτρος έσκασε στον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας και κύλισε εκεί πέρα σα ματωμένη φτυσιά.
Έτρεξα να βρεθώ δίπλα στον ξανθό, αλλά με είχε προλάβει η Άλι. Έπεσε πάνω του από το πλάι ουρλιάζοντας ακατάληπτα. Κι εγώ έμεινα εκεί –να κοιτάζω το κουβάρι που στριφογύριζε προσπαθώντας να ισορροπήσει και τον άντρα που κατάφερε επιτέλους να φιλήσει το πεζοδρόμιο. Έπρεπε να φύγω –αλλά όχι ακόμα.
Κλώτσησα το όπλο του ξανθού και μετά πίεσα τη μπότα μου στα δόντια του. Τράβηξα την Άλι φωνάζοντας πως δεν υπάρχει πλέον κανένας λόγος. Έτσι ήταν –δεν υπήρχε κανένας λόγος.
«Πήγαινε στον Άγγελο –ζήτα να σε πληρώσει. Εγώ τελείωσα», είπα, δίνοντας το χέρι μου στον ξανθό.
Με κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Τελείωσα μαλάκα! Κοίτα με!» του φώναξα.
Το έκανε. Με κοίταξε καλά πριν αρχίσει να τρέχει.
Στράφηκα στην Άλι που έκλαιγε από νεύρα.
«Φύγε! Εξαφανίσου –σε περιμένουν και έχεις ήδη αργήσει», της φώναξα.
«Κι εσύ;» ρώτησε.
«Καλύτερα να ξεχάσεις ότι με είδες. Άλλωστε –ποτέ δεν υπήρξα», της απάντησα.
Το σκέφτηκε λίγο, το σκεφτόταν ακόμα όσο ξεκλείδωνε τη μηχανή της. Γύρισε το κλειδί και χάθηκε προς τη λεωφόρο αποφεύγοντας να κοιτάξει πίσω.

Περπάτησα –δεν ήθελα να πάρω το αυτοκίνητο. Δεν θα είχα άλλη ευκαιρία να πατήσω αυτή τη, γεμάτη λακκούβες, άσφαλτο –όχι ότι θα μου έλειπε δηλαδή! Η μηχανή της Άλι δεν ακουγόταν πλέον στην ησυχία της νύχτας –περπατούσα καταμεσής της λεωφόρου όσο η βροχή ξανάρχιζε κι αναρωτιόμουν γιατί δεν ένιωθα ελεύθερος. Ή έστω ξαλαφρωμένος.

Λες και δεν ήξερα! Γέλασα μόνος μου. Ήπια βρόχινο νερό και ήταν γεμάτο χώμα που έτριζε ανάμεσα στα δόντια μου.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 03, 2007

"Ποιος άφησε τα σκυλιά λυτά;"

Κάποιους ανθρώπους είναι γραφτό να τους γνωρίσεις επειδή, τελικά, πρέπει να πληρώσεις για τα κρίματά σου σε αυτή τη ζωή (λόγω ελλείψεως άλλης). Δεν ξέρω τι αμαρτίες έχω κάνει, αλλά ένα μεγάλο κομμάτι τους θα πρέπει να ανήκει στη θεωρητική σφαίρα –γι΄αυτό γνώρισα τον Σκιές. Είναι η τρίτη φορά που κάνω ποστ με αφορμή κάτι που αυτός έγραψε και, τώρα, προσπάθησα να το αποφύγω όσο γινόταν περισσότερο.
Όμως είχαν έρθει εκείνα τα τρία ποστάκια του pikei (άλλο βάσανο αυτός –φαίνεται πως οι θεωρητικές μου αμαρτίες είναι βαρύτερες από του Κάουτσκυ και του Γκορμπατσόφ μαζί) -υπάρχει μια ατέλειωτη κουβέντα στο δικό του μπλογκ που μου άφησε κενά κατανόησης.
Το ποστ του Σκιές είναι εδώ και την κουβέντα να πας εκεί να τη διαβάσεις, γιατί είναι πολύ πιθανό να παραφράσω τις απόψεις, προσπαθώντας να τις παρουσιάσω συνοπτικά.

Ο Σκιές, λοιπόν, εκφράζει την άποψη πως αν γραφόταν σήμερα η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή θα έπρεπε να ονομάζεται «Ισμήνη» και την τεκμηριώνει επαρκώς. Δανείζομαι δυο κομμάτια από δικά του σχόλια (γιατί το ποστ είναι πολύ μασίφ και δεν τεμαχίζεται ούτε με ηλεκτρικό πριόνι):
«To “πρόβλημα” με την Ισμήνη είναι οτι δεν μπορεί να βαδίσει σε συγκρουσιακές λογικές. Δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη. Κι εκεί πηγαίνει και ο παραλληλισμός με μια μερίδα σημερινών ανθρώπων: οτι ενώ μεν είναι κατανοητή η ανάγκη της σύγκρουσης, η ανάγκη αυτή δρά αντιστρόφως ανάλογα βουλιάζοντας τον ολοένα και περισσότερο στον καναπέ».
«Μέσα σε αυτό το κλίμα οντολογικής διαφοράς, είναι νομίζω εύκολο να σχετικοποιηθεί και η πολιτική και κοινωνική ανάλυση, να επιχειρηματολογήσει κανείς τόσο υπέρ όσο και κατά της συγκρουσιακής ανάγκης και λογικής. Πόσοι μπαίνουν στην διαδικασία να αναρωτηθούν για τα θέματα αυτά είναι ένα άλλο θέμα, αλλά από οποιαδήποτε θέση κι αν ξεκινήσει κάποιος δύσκολα θα αποφύγει την ισοσθενική αντί-θεση. Κι όπως όταν στο διάνυσμα μιας διελκυστίνδας δρούν δυο ισοσθενείς δυνάμεις με αντίθετη φορά φτάνουμε στην αμηχανία και την ακινησία, έτσι και σε ένα διάλογο για ένα ζήτημα από δύο αντίθετες κι εξίσου ισοσθενείς απόψεις φτάνεις στην α-μηχανία της μη-ενέργειας».

Συνοπτικά, στου pikei, κουβεντιάζεται το θέμα της εισόδου στη Βουλή ακροδεξιών και λοιπών φασιστοειδών. Υπάρχει μια διαφωνία σχετικά με την στάση που θα πρέπει κανείς να τηρήσει απέναντι σε αυτό το φαινόμενο. Κάποιοι υποστηρίζουμε την, ακόμα και βίαιη αν χρειαστεί, αφαίρεση του δικαιώματος των ανθρώπων αυτών να νομιμοποιήσουν τις θέσεις του μέσω του (οποιουδήποτε) διαλόγου, κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν την αντιμετώπισή τους σε επίπεδο επιχειρημάτων και την συνακόλουθη γελοιποίησή τους μέσα από τον παραλογισμό των ίδιων τους των θέσεων.

Πιστεύω πως, χρησιμοποιώντας τις θέσεις του Σκιές, μπορεί να βγουν κάποια συμπεράσματα σχετικά με την «αντιπαράθεση» στο ποστ του pikei. Χρήσιμα συμπεράσματα; Το μόνο χρήσιμο είναι η οδοντογλυφίδα όταν πέφτεις πάνω στη γυναίκα της ζωής σου, ενώ πριν λίγο έτρωγες σπανακόπιτα. Όλα τα άλλα τίθενται υπό αμφισβήτηση.

Μετά τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών παρατηρήθηκε αύξηση των θιασωτών ξενοφοβικών, «πατριωτικών», αλυτρωτικών, εθνικιστικών, ομοφοβικών –με λίγα λόγια φασιστικών –τάσεων, εντός του κοινοβουλίου. Δεν είναι μόνο το ΛΑΟΣ –ακόμα και μέσα στη Ν.Δ. υπάρχει εκπροσώπηση των συγκεκριμένων τάσεων. Και το χειρότερο είναι πως η κυβέρνηση, λόγω της μικρής πλειοψηφίας εδρών που εξασφάλισε, πιάνεται, σαν τον πνιγμένο, από τα ακροδεξιά μαλλιά της. Αλήθεια, τι έχουν να πουν όσοι φώναζαν για «μη αυτοδυναμία»; Κοντά έπεσαν –μόνο που αν ερχόταν αυτή η «μη αυτοδυναμία», μάλλον θα ορκιζόταν υπουργός ο Θανασάκης ο Πλεύρης δίπλα στον Παυλόπουλο και τον Στυλιανίδη.

Είχα χρησιμοποιήσει το παράδειγμα της Γαλλίας την εποχή της ανόδου Λεπέν και τις αντιδράσεις που προκάλεσε στην κοινωνία η συγκεκριμένη εξέλιξη. Και είχα αναρωτηθεί (ρητορικά προφανώς): εμείς, εδώ, τι κάνουμε; Η ακόμα πιο προφανής απάντηση ήταν «τίποτα».
Αυτό το «τίποτα» μπορούμε να το λέμε και «αδράνεια» ή «παθητικότητα» -μη φοβάστε, δεν θα παρεξηγηθεί το «τίποτα». Είχα κάνει ένα ποστ παλιότερα, περί αδράνειας –με αφορμή κάποιο άλλο γεγονός. Δυστυχώς, φαίνεται να ισχύει η ρήση «ίδια σκατά –διαφορετική μέρα».

Μιλάει ο Σκιές για σχετικοποίηση, της οποίας αποτέλεσμα είναι η αδρανοποίηση –η αποχή από τη δράση, εφόσον «τίποτα δεν είναι μόνο έτσι, όλα μπορούν να είναι κι αλλιώς». Με σοκάρει αυτό! Από τα φοιτητικά μου χρόνια (μιλάμε για πολύ παλιά, δηλαδή) υπήρξα υποστηρικτής της σχετικότητας. Οι σπουδές μου βασίστηκαν στο θεώρημα «τίποτα δεν μπορεί να αξιολογηθεί ξεκομμένο από τις συνθήκες ύπαρξής του». Δεν υπάρχει απόλυτο καλό, ούτε απόλυτο κακό –δεν έχει νόημα να μιλάμε για θετική ή αρνητική ενέργεια αν δεν προσδιορίζουμε τον σκοπό που επιδιώκεται να εκπληρωθεί. Αυτό φταίει, τελικά, που χοντραίνουν οι κώλοι μας στους καναπέδες; Παραμένουμε διστακτικοί λόγω αμφιταλάντευσης; Μα, ακόμα και η αμφιταλάντευση προϋποθέτει κίνηση! Παλινδρομική, αλλά πάντως κίνηση.

«Όταν η θεωρία σε μπερδεύει κάνε την αναγωγή σε πρακτικά δεδομένα» –έτσι υποστήριζε κάποιος (δεν θυμάμαι ποιος). Αλλά με βολεύει αυτή η άποψη γιατί καμιά θεωρία δεν έχει αξία, ξεκομμένη από την πρακτική εφαρμογή της. Εγώ, ας πούμε, μπορώ θεωρητικά, να καταργήσω τον νόμο της βαρύτητας –αλλά όσο το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, η θεωρία μου θα είναι πρακτικά άχρηστη. Ωφέλιμη για θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά ανεφάρμοστη στα περιβόλια.
Μια μικρή παρουσίαση της «σχετικοποίησης» στον τομέα των επιστημών γίνεται από τον Σκιές. Εγώ, θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί του και θα προσθέσω κάποια ιστορικά στοιχεία για να προσεγγίσω τη «σχετικότητα» με την «αδράνεια»:

  • Όλα άρχισαν, λοιπόν, με τη θεωρία του Αϊνστάιν. Οι κοινωνικές επιστήμες, για μια ακόμα φορά, πιάστηκαν στον ύπνο και αναγκάστηκαν να τρέξουν προκειμένου να προλάβουν την κατάρρευση του «υπάρχοντος κόσμου». Τα κατάφεραν βγάζοντας τον Ντυρκάιμ και τον Βέμπερ από τα πάνω ράφια της βιβλιοθήκης και διαμορφώνοντας τον δομολειτουργισμό, τα κατάφεραν «αναποδογυρίζοντας» τον Μαρξ στη Σχολή της Φρανκφούρτης.
  • Και μετά ήρθαν οι «κοινωνικοί αρνητές». Μπήτνικς που ανακάλυπταν τον εαυτό τους διασχίζοντας την Αμερική, χίπηδες που αντιστέκονταν στην ομοιομορφοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, φιλόσοφοι που αμφισβητούσαν τα πάντα –ακόμα και την ίδια την, οποιαδήποτε, κοινωνική οργάνωση –για χάρη του υπαρξιακού αδιέξοδου. «Η μόνη υπαρκτή θεωρία είναι η άρνηση κάθε θεωρίας» -κάπως έτσι.
  • Στοπ. Εδώ χάθηκε η μπάλα! Το σύστημα κατέπνιξε βίαια τις ανατρεπτικές, φυγόκεντρες, τάσεις και ενσωμάτωσε όσες δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει κατασταλτικά. Δώσε μια έδρα πανεπιστημίου στον αμφισβητία κι αυτός θα πάψει να αμφισβητεί. Όχι επειδή θα αλλάξουν οι απόψεις του. Ούτε λόγω συμβιβασμού. Απλά, επειδή θα χάσει το αντικείμενο στόχευσής του. Όταν υποστηρίζεις πως «το μόνο φωτεινό πανεπιστήμιο είναι αυτό που καίγεται» -αμφισβητείς μια εξουσιαστική δομή. Αν το υποστηρίζεις όμως, μέσα σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα, γίνεσαι απλά ανακόλουθος. Πως θα το κάψεις το ρημάδι; Με γραπτές εξετάσεις και υποχρεωτικές παρακολουθήσεις;
  • Μεγάλο μέρος της αμφισβήτησης εγκλωβίστηκε στο φυσικό της περιβάλλον. Από που προέρχεται η αμφισβήτηση; Από αριστερά φυσικά! Αλλά, ο αριστερός έπρεπε πρώτα να αποδείξει πως δεν είναι πράκτορας του «σοβιετικού αίσχους». Στο επιχείρημα -«δεν γίνεται να υπερασπίζεσαι τη δεξιά που εκτελούσε τον κοσμάκη με το ‘ιδιώνυμο’», ερχόταν το αντεπιχείρημα «ναι, αλλά και εσείς τα ίδια κάνετε στη Ρωσία». Μια όμορφη παγίδα! Γιατί το γεγονός πως «αυτά γίνονται και αλλού» δεν νομιμοποιεί τα «γεγονότα εδώ». Ούτε το παρελθόν δίνει άφεση αμαρτιών στο «τώρα». Η αριστερά διχάστηκε περισσότερο απ΄ότι ήδη ήταν. Οι «νομοταγείς» απέκρυπταν τη σοβιετική καταστολή, όσο οι υπόλοιποι ενδοσκοπούσαν την κατάσταση. «Τι πήγε στραβά;» «Τι έφταιξε;» Που; Στη Σοβιετική Ένωση; Στ΄αρχίδια μας σύντροφοι –εδώ καίγεται ο κώλος μας! Εδώ!
  • Η ενδοσκόπηση της αριστεράς κατέληξε σε ενοχικότητα και θεωρητική φλυαρία. Μιλάμε πάντα για την συνολική εικόνα –υπήρξαν φωνές που ασχολούνταν με τη φρίκη γύρω τους, αλλά χάθηκαν, εν πολλοίς αστήρικτες. Η οργανωμένη αριστερά περιχαρακώθηκε πίσω από τον ακατανόητο λόγο της, για να μην είναι αναγκασμένη να πάρει θέση. Ο «κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός», ο «ιμπεριαλισμός», η «ταξική αντιπαράθεση» είναι χρήσιμες επικεφαλίδες αν θέλεις να οργανώσεις μια απεργία. Γιατί, ακριβώς από κάτω, κοτσάρεις τα αιτήματά σου και ησυχάζουν οι συνειδήσεις. Αν όμως θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο –όλα αυτά ηχούν τετριμμένα. «Χρόνια τα φωνάζουμε κι ο κόσμος χειροτερεύει». Δυστυχώς.
  • «Όταν ξεδοντιάσεις τον κροκόδειλο μπορείς μέχρι και να τον φορέσεις άφοβα» -αυτό είναι γεγονός. Ξεδοντιάζοντας τις θεωρίες της, η αριστερά τις προσέφερε, φρεσκοκατεψυγμένες, στους Κεϋνσιανούς του «ελεγχόμενου παρεμβατισμού». Ο σοσιαλισμός γκρεμίστηκε από το θεωρητικό του υπόβαθρο και κατέληξε συνθετικό αστικού κόμματος. Τι δουλειά έχει ο σοσιαλισμός με την αστική δημοκρατία; Απολύτως καμμία! Ο κομμουνισμός μέσα στην αγωνία του να αποτάξει τον «σοβιετικό δαίμονα», έχασε και την στόχευσή του για μια αταξική κοινωνία. Μόνο οι διεκδικήσεις του τύπου «ζητάω 10 για να μου δώσουν 5» -μόνο αυτό απόμεινε. Τα «σοσιαλιστικά» κόμματα σάρωσαν την Ευρώπη βγάζοντας το σύστημα από τη δομική του κρίση με ασπιρίνες «κοινωνικού κράτους».
  • «Και ο Μίκλος; Και ο Μίκλος;», ρωτούσε εκτός τόπου και χρόνου ο Λογοθετίδης στο «Βότσαλο στη λίμνη». Έτσι ακριβώς και η αριστερά, ρωτούσε εκτός τόπου και χρόνου επειδή ουσιαστικά δεν ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις στο «αντίπαλο θεωρητικό στρατόπεδο»!
Τι συνέβαινε με τους θιασώτες του υπάρχοντος συστήματος; Με τι ασχολιόταν η «αστική φιλοσοφία»; Μα φυσικά, με την εξασφάλιση του αποτελέσματος –μην ξεχνάμε οτι το σύστημα είχε κλυδωνιστεί για τα καλά, λόγω των μεταπολεμικών κρίσεων και άλλων συνακόλουθων παραγόντων.
Η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε μέσα σε πανηγυρισμούς των αριστερών! Χαίρονταν οι άνθρωποι γιατί δεν θα χρειαζόταν πια να απολογούνται! Την ώρα που ακόμα και οι χαρτοκλέφτες της πολιτικής σαν τον «εθνάρχη» Καραμανλή προειδοποιούσαν για την επικινδυνότητα που συνεπαγόταν η ύπαρξη μονάχα ενός ισχυρού πόλου σε παγκόσμιο επίπεδο!
«Τι –ο Μίκλος; Μια χαρά ήταν ο Μίκλος ....» «Σωστά –αυτό να μου πεις! Τι ανάγκη είχε αυτός; Ο άλλος πήγε και κρατσάνισε τις φλέβες του!» Όσο η αριστερά έκοβε τις φλέβες της, η «αστική διανόηση» φρόντιζε ώστε να μην χρειαστεί να περάσει από άλλη, παρόμοια, κρίση, το σύστημα. «Μια χαρά ήταν ο Μίκλος!»

  • Και εμφανίστηκε ο Φουκουγιάμα. Παρέα με βιολόγους που ανέλυαν τον ρόλο των χρωμοσωμάτων στην κοινωνική διαδρομή του ατόμου. «Τέλος της Ιστορίας» όπως την ξέρατε –τώρα καταντήσαμε «επιστημονική φαντασία»!
Όσο οι αριστεροί κατέρριπταν τα στερεότυπά τους, μαζί με την θεωρία τους για έναν καλύτερο κόσμο –οι «άλλοι» αγόραζαν φτηνά. Θυσίασαν κάτι άχρηστες απόψεις αποικιακού τύπου, κάποιους ανεφάρμοστους ορισμούς για να αποκτήσουν την «απόλυτη ισχύ του πραγματισμού». Δεν υπάρχει καλύτερος κόσμος, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ονειρεύεσαι –δούλευε, κατανάλωσε, χρεώσου –ο παράδεισος άνοιξε υποκατάστημα στη γειτονιά σου και είναι κρίμα να μείνεις απέξω.
«Τέλος της θεωρίας γιατί μέχρι σήμερα δεν εφαρμόστηκε»! Τι αστείο! Με την ίδια λογική, αν αύριο αυξηθούν υπέρμετρα οι δολοφονίες θα καταργήσουμε τον νόμο που τις απαγορεύει, αφού θα τον θεωρήσουμε ανεφάρμοστο! Τραβηγμένο; Μα αυτό ακριβώς έκανε πριν 3 χρόνια η κυβέρνηση –κατάργησε το νόμο για τις υπερωρίες επειδή οι εταιρείες δεν τον εφάρμοζαν!
Σκέψεις όπως «η θεωρία δεν είναι μάνιουαλ, αλλά δείχνει απλά τις κατευθύνσεις», απόψεις του τύπου «η κοινωνική θεωρία χρειάζεται συνεχείς αναπροσαρμογές, αφού αναφέρεται σε μια δυναμική κοινωνία –αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να καταργηθούν απαραίτητα οι κατευθυντήριοι άξονες» -τέτοιες σκέψεις αντιμετωπίστηκαν με απαξίωση. Γιατί άραγε;

  • Ίσως, για να εμφανιστεί το οικολογικό κίνημα. Μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, αλλά και πολίτες από παρεμφερείς χώρους εγκλωβίστηκαν στη νέα σταυροφορία προστασίας του πλανήτη. Τα έλεγε τότε ο Μπούκτσιν –η οικολογία, ουσιαστικά, αποπροσανατολίζει τα αριστερά κινήματα. Χωρίς θεωρητικό υπόβαθρο, μόνο με άμεσες δράσεις αντιμετώπισης των προβλημάτων, η οικολογία έγινε η νέα πρακτική διεκδίκησης. «Ζήτα φίλτρα στα φουγάρα των εργοστασίων και ξέχνα την κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες τους» -αυτή ήταν η λογική. Ο πλανήτης έχει πρόβλημα, ας ασχοληθούμε με το πως θα το αντιμετωπίσουμε κι ας ξεχάσουμε τους υπαίτιους. Σφάλμα και μάλιστα ύποπτο!
Η αριστερά διεκδικεί έναν καλύτερο κόσμο, μια κοινωνία «ισότητας αλλά όχι ομοιομορφίας». «Όλα για όλους», σωστά;
Θέλουμε τον κόσμο γιατί είμαστε ο κόσμος –και τον θέλουμε ολόκληρο.
Τα δάση ανήκουν σε όλους μας, άρα εγκληματείτε όταν τα καίτε.
Τα ποτάμια είναι δικά μας κι αν θέλουμε να τα μολύνουμε θα το κάνουμε εμείς –με τα δικά μας σκατά. Δεν χρειαζόμαστε τα δικά σας απόβλητα.
Η μόλυνση των φουγάρων σας είναι ένα ακόμα πρόβλημα που προκύπτει από το γεγονός πως εμείς δουλεύουμε κι εσείς μας κλέβετε την εργασία, μας κλέβετε τα προϊόντα που εμείς παράγουμε –προσανατολισμένοι στην αύξηση του δικού σας κέρδους.
Αν φύγετε από τη διαχείριση, αν τα μέσα παραγωγής δουλεύουν για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωση μας –θα σταματήσουν να μολύνουν. Γιατί η μόλυνση απειλεί την επιβίωσή μας –τόσο απλό είναι.
Δε μου αρκούν τα φίλτρα, οι καταλύτες και οι συναυλίες του Αλ Γκορ. Θέλω τα εργοστάσια να ανήκουν στους εργάτες τους, τα αυτοκίνητα να δίνονται σε αυτούς που πραγματικά τα έχουν ανάγκη και οι συναυλίες να με διασκεδάζουν –όχι να προμοτάρουν ξεχασμένους καλλιτέχνες και αποτυχημένους πολιτικούς.
Είμαι αριστερός άρα αγωνίζομαι κατά των δουλοκτητικών συνθηκών εργασίας, κατά της μόλυνσης του περιβάλλοντος, κατά των διακρίσεων μεταξύ των ανθρώπων. Δύσκολο; Ανέφικτο ίσως; Εντάξει –συμφωνώ.
Αλλά, από την άλλη πλευρά, αν κάποιος πιστεύει πως με οικολογικά ημίμετρα μπορείς να αντιμετωπίσεις την τάση του συστήματος για συνεχή αύξηση του κέρδους των κατόχων των μέσων παραγωγής –είναι περισσότερο ουτοπιστής από εμένα. Και η διαφορά μας είναι πως η δική μου ουτοπία έχει θεωρητικό, κατευθυντήριο, υπόβαθρο. Από την άλλη πλευρά –η ουτοπία που αντιμετωπίζει τον εαυτό της σαν δραστική πρακτική, δεν έχει καν κατεύθυνση για να τη χάσει. Και μόνη διέξοδός της θα παραμένει ο εκτονωτικός συμβιβασμός.

Επιτέλους, μπορούμε να μιλήσουμε για τον «θαυμαστό καινούργιο κόσμο» του παρόντος. Αφού έκανα τη δική μου, υποκειμενική, ιστορική αναδρομή –είναι πιο εύκολο να παρουσιάσω κάποια κυρίαρχα χαρακτηριστικά της σημερινής κατάστασης (ή α-καταστασίας, αν προτιμάς).
Υπάρχει σήμερα, αριστερά και δεξιά; Προφανώς υπάρχει –και ο ενδιάμεσος χώρος είναι το ίδιο υπαρκτός. Η διαφοροποίηση με το παρελθόν ξεκινάει από το γεγονός πως το κεφαλαιοκρατικό σύστημα διαλέγει πλέον τους αντιπάλους του. Με το πείραμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήδη ακυρωμένο σε κρατικό επίπεδο (μια Κούβα έχει μείνει, ίσως και η Αγκόλα –και κάποιες μικροεστίες στη Βενεζουέλα και τη Βολιβία), το σύστημα επιλέγει να αντιπαρατεθεί πλέον με ισλαμιστές φονταμενταλιστές. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο και στην συντήρηση του υπάρχοντος status quo, έγινε πλέον πόλεμος μεταξύ του θρησκευτικού φανατισμού και της οικονομικής κυριαρχίας των πολυεθνικών. Τι θα διαλέξεις; Τον παράφρονα ή τον δολοφόνο; Αστεία πράγματα!

Το έγραψα και παραπάνω –όσο η αριστερά αναδιπλωνόταν αμφισβητώντας τις δομές της, το σύστημα αλώνιζε. Όσο δαιμονοποιούνταν τα αριστερά στερεότυπα, τόσο τείθονταν σε ισχύ τα σκοταδιστικά αντίστοιχα του συστήματος.
Κάποτε ήταν αδιαπραγμάτευτη η ελευθερία του καθενός να ορίζει τη σεξουαλική του ζωή, τώρα ασχολούμαστε σε τηλεοπτικές εκπομπές με το αν είναι «μίασμα», ή «αρρώστια» η ομοφυλοφιλία.
Κάποτε οι αμβλώσεις ήταν αναφαίρετο δικαίωμα της γυναίκας, τώρα οι παπάδες απέκτησαν δικαιοδοσία πάνω στο γυναικείο σώμα.
Κάποτε τα μίνιμουμ εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα εξασφαλίζονταν από το κράτος, τώρα οι εργοδότες νομοθετούν απευθείας «για το καλό της εθνικής οικονομίας».
Κάποτε γίνονταν πορείες για την παροχή πολιτικού ασύλου σε αλλοδαπούς, σήμερα μιλάνε για έλεγχο της λαθρομετανάστευσης.
Κάποτε οι σημαίες είχαν συμβολική σημασία, τώρα έχουν αναγορευτεί σε φετίχ.
Κάποτε η ιστορική ανάλυση ήταν αποτέλεσμα συσχετισμού πηγών, τώρα έχει καταλήξει να δαιμονοποιείται η αμφισβήτηση της κυρίαρχης εθνικιστικής άποψης.
Κάποτε οι χαρακτηρισμοί «δεξιός» και «εθνικιστής» προκαλούσαν αποστροφή σε μεγάλη μερίδα του κόσμου –σήμερα είναι αντικείμενο διαλεκτικής αντιπαράθεσης.
Κάποτε οι χαρακτηρισμοί «αριστερός» και «κομμουνιστής» ήταν τίτλοι τιμής –σήμερα αποτελούν συνώνυμα του «αιθεροβάμονα» ή του «κολλημένου».
Κάποτε τα ΜΜΕ αντιμετωπίζονταν σαν φερέφωνα του κράτους (ή άλλων συμφερόντων), σήμερα οι απόψεις που προβάλλονται από αυτά, αποστηθίζονται με θρησκευτική ευλάβεια. «Είναι έτσι επειδή έτσι το είπαν –τέρμα της κουβέντας».

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της επικράτησης συντηρητικών στερεοτύπων, την κοινωνική αποδοχή των οποίων θα ζήλευε κι ο Χίτλερ. Κι αυτά είναι τα αποτελέσματα της πλήρους ακύρωσης των αντίστοιχων αριστερών στερεοτύπων –η αριστερά αντιμετωπίζει τα πάντα με τον «σχετικισμό» που αναφέρει ο Σκιές. Και γι΄αυτό δεν κάνει τίποτα –ή μάλλον δεν έχει κανένα ενδοιασμό προκειμένου να κάνει οτιδήποτε.

Η κοινοβουλευτική «αριστερά» έχει αποβάλλει κάθε έννοια ιδεολογικού προσδιορισμού –ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει σε αυτά τα κόμματα, αρκεί να το ζητήσει. Και να «γράφει» στα Μέσα βεβαίως!
Τι κι αν το ΚΚΕ είναι Μαρξιστικό –Λενινιστικό; Δεν έχουν κανένα πρόβλημα να βγάλουν φανατικούς χριστιανούς στα βουλευτικά έδρανα –«η θρησκεία» δεν είναι πια «το όπιο των λαών», σύντροφοι;
Τι κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει όλα τα κοινωνικά κινήματα; Δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δώσουν βήμα σε κάποιον ομοφοβικό βουλευτή –η έννοια της διαγραφής μέλους υπάρχει ακόμα στο καταστατικό σας σύντροφοι;

Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά ταλανίζεται ανάμεσα σε ασφαλείς, ανέφικτες, δυσνόητες και ανεδαφικές διατυπώσεις και σε δυναμικές κινητοποιήσεις. Οι ακίνδυνες διατυπώσεις κυκλοφορούν ελεύθερα, αφού δεν ενοχλούν το σύστημα –οι δυναμικές κινητοποιήσεις καταστέλλονται αθόρυβα και μέσα σε κατευθυνόμενη λαϊκή κατακραυγή. Μπορείς, για παράδειγμα, να θυμηθείς μια πορεία αναρχικών τα τελευταία χρόνια; Δεν εννοώ τα σπασμένα τζάμια που δείχνουν στις ειδήσεις –μιλάω για αιτήματα. Θυμάσαι κανένα αίτημα; Μη μου πεις για την απελευθέρωση των φυλακισμένων τους συντρόφων –γιατί θα σε ρωτήσω αν ξέρεις τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται εκείνοι στη φυλακή.

Και αν θέλουμε να μιλήσουμε για τον δημόσιο λόγο της αριστεράς –θα μας πιάσει κατάθλιψη. Κομματικοί, οργανωμένοι, ανοργάνωτοι περιφέρουμε τη μοναξιά του «θλιμμένου πρίγκιπα», ενώ έχουμε καταντήσει οι «τρελοί του χωριού». Είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε με άτομα που δεν μας αναγνωρίζουν, που απλώς μας ανέχονται σαν ενοχλητικά παράσιτα περιμένοντας την εξαφάνισή μας!
Επιστρέφω για μια ακόμα φορά στη συζήτηση που έγινε στου pikei. Να μιλήσουμε με τους φασίστες, λένε. Να τους αναγνωρίσουμε το δικαίωμα έκφρασης της γνώμης τους. Τι είδους διάλογος θα είναι αυτός; Ο διάλογος προϋποθέτει αμοιβαίο σεβασμό των θέσεων –σέβεστε τις θέσεις τους ή σέβονται τις δικές μας;

Ας υποθέσουμε πως διαλεγόμαστε με τις ακραίες και παράλογες (δεν νομίζω να το αμφισβητείτε) απόψεις τους. Ποιο θα είναι το κέρδος; Νομίζετε πως (ακόμα και σε συνθήκες ισότιμου διαλόγου –οι οποίες πάντως δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή, ας μην το ξεχνάμε) θα μπορέσετε να αποδείξετε τον παραλογισμό των θέσεών τους; Να σας πω κάτι; Οι φασίστες θα έχουν δίκιο!
Θα υποστηρίξουν τον έλεγχο της λαθρομετανάστευσης γιατί η χώρα δεν είχε τις υποδομές να υποδεχτεί τους «ξένους» ανεξέλεγκτα. Σωστό ακούγεται!
Θα υποστηρίξουν την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες στηριζόμενοι στο δικαίωμα του καθενός να αυτοπροσδιορίζεται. Κι αυτό μοιάζει δίκαιο!
Θα προασπιστούν τις Συνταγματικές αρχές του ορθόδοξου χαρακτήρα του κράτους και της απαγόρευσης του προσηλυτισμού από άλλα δόγματα. Έτσι λέει το Σύνταγμα! Θα υποστηρίξουν, συνταγματικοί και νομότυποι, τις κυρώσεις που προβλέπονται για την προσβολή των δημόσιων συμβόλων. Προβλέπεται κι αυτό!
Θα μιλήσουν για κρατική διαφθορά –εντάξει, αυτά τα λένε μέχρι και οι κυβερνώντες! Θα αναφέρουν ιστορικές πηγές για να δικαιολογήσουν τον εθνικισμό τους και βιολογικές θεωρίες για να δικαιολογήσουν τον ρατσισμό τους. Εσείς μπορείτε να αναφερθείτε σε άλλες πηγές –τι σημασία έχει; Ποιος θα κρίνει την εγκυρότητα των πηγών; Και, όπως ξέρετε, οι επιστήμονες μπορούν να πουν τα πάντα –ακόμα και την αλήθεια.
Ξαναρωτάω, ποιο θα είναι το κέρδος από έναν τέτοιο διάλογο; Να δείξουμε πως είμαστε «υπεράνω»; Πως σεβόμαστε όσους δεν μας σέβονται; Ευχαριστώ –δεν θα πάρω. Εγώ δεν είμαι έτσι.

Δεν θα υπάρξει κέρδος για άλλους, εκτός από τους φασίστες. Γιατί ο διάλογος θα είναι σε λάθος βάση. Τι σημασία έχει να συζητήσεις, ας πούμε, με έναν βιαστή για την προστασία των αστικών πάρκων; Θα συμφωνήσετε πως τα πάρκα είναι πολύτιμα και πρέπει να προστατευτούν –μόνο που εσύ θα μιλάς για «πνεύμονες πρασίνου και αναψυχής», όσο εκείνος θα αναφέρεται σε σκοτεινά μέρη, προκειμένου να βιάζει ανενόχλητος.
Πως σου φαίνεται; Στο όνομα ποιας ελευθερίας, στο όνομα ποιας ισότητας, ποιας δημοκρατίας θα παρακάμψεις την βασική ιδιότητα του «συνομιλητή σου»; Κι αυτή δεν είναι άλλη από τον εθνικισμό που χορταίνει μόνο με βία, την ομοφοβία και τον ρατσισμό που εκφράζονται με ξυλοδαρμούς, την πατριδοκαπηλεία και τον θρησκευτικό φανατισμό που εμποδίζουν κάθε προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών ζωής μας.
Πως θα αγνοήσεις οτι η ιδεολογία των συγκεκριμένων ατόμων αντιστρατεύεται τη δική σου ζωή και σκοπεύει στην κατάλυση της, όποιας, ελευθερίας σου;
Με ποιο δικαίωμα θα κοροϊδέψεις τον κόσμο, αφήνοντας τους λύκους να καθίσουν δίπλα σου, σαν ισότιμοι συνομιλητές –τη στιγμή που αυτοί οι ίδιοι θα σε τσακίσουν όταν σε πετύχουν, μόνο στο δρόμο;
Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια δεξιά κυβέρνηση (με εθνικιστικές αποχρώσεις). Ας υποθέσουμε πως σε κάποιες εκλογές θα βγει μια ακροδεξιά κυβέρνηση (με φασιστικές καταβολές). Θα είναι το ίδιο; Καθόλου! Γιατί λοιπόν δεν το λες, χαμένος στη νιρβάνα της σχετικοποίησης και απενεργοποιημένος λόγω διαλλακτικότητας;

Ας ξαναγυρίσουμε στα στερεότυπα. Είναι κακό πράγμα τα στερεότυπα –σε εμποδίζουν να σκεφτείς αναλυτικά, σου αφαιρούν την κριτική ικανότητα. Ναι, έτσι είναι –το έχω πει και παλιότερα. Αλλά –φτάνει πια ρε γαμώτο!

Τα στερεότυπα είναι χρήσιμα σε καιρό πολέμου! Όταν βρίσκεσαι σε πεδίο μάχης, ή θα πυροβολήσεις την μελανή στολή απέναντί σου ή θα σε καθαρίσει ο «απέναντι». Και μη μου πεις πως είσαι ειρηνιστής και απορρίπτεις αυτά τα αισχρά φαινόμενα του πολέμου και της βίας. Κι εγώ το ίδιο, αλλά δεν ξεκινήσαμε εμείς τον πόλεμο. Αν η μόνη λύση είναι να υπερασπιστούμε τις θέσεις μας, ας το κάνουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Αν η θέση μας είναι η ανοχή απέναντι στο οτιδήποτε, ας αποχωρήσουμε. Υπάρχουν μοναστήρια και υπάρχουν καναπέδες απέναντι σε τηλεοπτικούς δέκτες που μας περιμένουν.

Αν όμως σκοπεύουμε ακόμα να διατηρήσουμε τις ελπίδες μας, για έναν καλύτερο κόσμο, ζωντανές –θα πρέπει να βγούμε στο δρόμο. Εκεί δίνονται οι μάχες. Και οι μάχες χρειάζονται στερεότυπα για λόγους αυτοπροστασίας. Ας τα ξαναθυμηθούμε λοιπόν:
-Ο δεξιός είναι, είτε ανόητος που δεν γνωρίζει το συμφέρον του, είτε πλούσιος. Στην πρώτη περίπτωση τον φτύνω απαξιωτικά, στη δεύτερη περίπτωση τον κατανοώ (αλλά θέλω να του πάρω πίσω όσα μου έκλεψε).
-Ο φασίστας είναι επικίνδυνος για την κοινωνική συμβίωση. Τόσο επικίνδυνος που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν ισότιμο κοινωνικό ον.
-Η αριστερά, ή θέλει να αλλάξει τον κόσμο, ή δεν είναι αριστερά.
Αυτά είναι τα δικά μου στερεότυπα. Αν έχεις άλλα, χρησιμότερα, ευχαρίστως να τα δεχτώ.

Και κάτι συμπληρωματικό –που οι περισσότεροι το ξέρουμε, άσχετα αν προσποιούμαστε οτι το αγνοούμε. Η αριστερή τοποθέτηση είναι, πρώτα, προσωπική υπόθεση του καθενός. Οι οργανώσεις, τα κόμματα, οι ομάδες έχουν μικρότερη σημασία. Η αριστερή τοποθέτηση σημαίνει τον καθημερινό, ατομικό μας αγώνα για να αντιμετωπίσουμε ένα σύστημα που μας συνθλίβει. Δεν παίζει ρόλο μόνο η ένταξη –το σημαντικό είναι η στάση ζωής. Ο κόσμος θα γίνει καλύτερος αν εμείς τον κάνουμε καλύτερο. Κάθε μέρα –και αυτή είναι η ατομική μας ευθύνη που διαπερνάει οποιαδήποτε συλλογικότητα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 01, 2007

"Θα τους φέρει η βροχή -θα έρθουν"

Ήταν εκείνα τα σύννεφα που μισόκρυβαν το φεγγάρι –άσπρα σύννεφα, ακίνητα. Περίμεναν την αυριανή βροχή. Κοίταξα το φωτισμένο φαρμακείο και αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε να πάρω την τσάντα μαζί μου. Ή όχι. Ζύγισα το βάρος της διστακτικά –μετά την άφησα στη θέση του οδηγού με την πόρτα μισάνοιχτη. Κανείς δεν κλέβει μια παρατημένη τσάντα, ακόμα κι αν μέσα της βρίσκεται ένα εκατομμύριο. Ήμουν σίγουρος γι΄αυτό; Καθόλου. Ένιωθα όμως ανάλαφρος εκείνη τη νύχτα πριν την αυριανή βροχή κι αν κάποιος έβαζε χέρι στην τσάντα, θα μου εξασφάλιζε το προνόμιο να του ξεριζώσω την καρδιά. Ίσως έτσι να ξεχνούσα, για λίγο, τον πόνο.

«Μορφίνη», διάβασε ο γυαλάκιας φαρμακοποιός.
«Δεν μου λες τίποτα καινούργιο», παρατήρησα.
«Θα πρέπει να έχεις βεβαίωση από νοσοκομείο –δεν αρκεί η συνταγή γιατρού», με πληροφόρησε.
«Κι εσύ θα έπρεπε να έχεις κάποιον με όπλο –δεν αρκούν τα λόγια για να με εμποδίσουν», του είπα φιλικά.
Το σκέφτηκε.
«Είναι παράνομο –θα βρω τον μπελά μου αν σου δώσω μορφίνη».
«Έχεις βρει ήδη τον μπελά σου», τον διαβεβαίωσα.
Εξαφανίστηκε στο πίσω δωμάτιο του φαρμακείου. Κοίταξα την μισάνοιχτη πόρτα του αυτοκινήτου μου. Η τσάντα ήταν ακόμα εκεί. Ο δρόμος απέξω –έρημος. Ο γυαλάκιας αργούσε.
Μπήκα μέσα από τον πάγκο και χώθηκα στο πίσω δωμάτιο. Ήταν κρεμασμένος στην τηλεφωνική συσκευή, όπως το είχα φανταστεί. Ξήλωσα το τηλέφωνο από την πρίζα νιώθοντας πέτρες να συνθλίβουν τα κόκαλά μου.
«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνεις βλακείες», τον καθησύχασα.
Κούνησε το κεφάλι –είχε δει πολύ χειρότερα, δεν διέκρινα τρόμο στα μάτια του –μόνο ματαιότητα.
«Που είναι;» ρώτησα.
Μου έδειξε ένα κλειδωμένο ντουλάπι.
«Θα ανοίξεις ή να το σπάσω;» ενδιαφέρθηκα.
Δεν έκανε καμιά κίνηση. Δυο κλωτσιές υπόθεση ήταν –γέμισα μια πλαστική σακούλα με χάρτινες συσκευασίες και εξαφανίστηκα ψαρεύοντας ενδοφλέβιες από τα ράφια. Η τσάντα με χτύπησε φιλικά στον ώμο καθώς τη μετέφερα στο πίσω κάθισμα. Πόνεσα πολύ.

«Θα κάνεις πρώτα μια στάση σε αυτή εδώ τη διεύθυνση. Σε περιμένουν. Θα σου δώσουν μια τσάντα και ένα όνομα για να την παραδώσεις».
«Τι θα έχει μέσα η τσάντα;»
«Χάντρες και καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς».
«Ανεπαρκής απάντηση αφεντικό. Ξέρεις οτι δεν κουβαλάω παράνομα πράγματα».
«Μην είσαι ηλίθιος Μαλτέζο. Η εταιρεία δεν διακινεί ποτέ και τίποτα παράνομο».
«Δεκτό. Τι θα έχει λοιπόν η τσάντα;»
«Λεφτά Μαλτέζο. Πολλά λεφτά. Κι αν τα χάσεις ετοιμάσου να κλάψεις τον κώλο σου».
«Τι θα αγοράσουν αυτά τα λεφτά;»
«Άντε φεύγα ρε Μαλτέζο που θα μας κάνεις και ‘πόθεν έσχες’!»
«Εντάξει, αλλά θα μάθω».
«Σιγά μη δε μάθαινες! Αλλά φρόντισε να κάνεις τη δουλειά –τα υπόλοιπα δεν με αφορούν».
«Σύμφωνοι».
«Μαλτέζο;»
«Λέγε αφεντικό».
«Γιατί τρέμει το χέρι σου;»
«Από τη συγκίνηση που σε ξαναείδα».
«Ρε, άντε χάσου!»
«Ότι πεις».

Σταμάτησα σε ένα σκοτεινό πάρκινγκ της εθνικής. Τα κόκαλά μου κόντευαν να γίνουν σκόνη –μια τρικυμία από μυελό έκανε τ΄αυτιά μου να βουίζουν. Θα την ξανάβλεπα σύντομα. Έβγαλα το μπουκάλι που φύλαγα στο ντουλαπάκι και ήπια μέχρι να δακρύσουν τα μάτια μου. Άναψα τσιγάρο. Τώρα ήταν η ώρα της.

Ήρθε σα δηλητήριο που παραλύει τις αισθήσεις, με φίλησε στο μέτωπο αλλά δεν την ένιωσα.
«Δε σε χορταίνω αγάπη μου», διαπέρασε βραχνά τ΄αυτιά μου.
«Καταραμένοι όσοι χορταίνουν», ψιθύρισα.
«Καταραμένοι κι όσοι διψάνε παντοτινά», είπε.
«Είναι ελάχιστος ο χρόνος μας», διαπίστωσα πικρά.
«Γι΄αυτό είναι αιώνιος. Πόσο θ΄αντέξεις ακόμα αγάπη μου;» άγγιξε, πλημμύρισε.
«Μέχρι να σε βρω. Η απουσία σου δεν αντέχεται», έσφιξα τα δόντια, αναρίγησα.
«Κάνε την ένεση, κάνε την ένεση. Μη διαλύσεις ακόμα το κορμί σου».
«Λίγο ακόμα».
«Ποτέ δεν θα σου φτάνει».
«Ποτέ ας μη μου φτάσει».
«Κάνε την ένεση. Ξεκουράσου αγάπη μου».
Έφυγε και άδειασα. Ο πόνος άρπαξε τις αισθήσεις μου απότομα –στριφογύρισα σα σκουπίδι στον άνεμο. Ήμουν ένας αχόρταγος μαλάκας –ρίσκαρα απερίσκεπτα. Κάποια μέρα δεν θα μπορούσα ούτε την ένεση να κάνω και τότε θα κατέληγα ζάχαρη στη φωτιά. Άδειασα το υγρό στη φλέβα –και λοιπόν; Ο πόνος υποχώρησε διαμαρτυρόμενος. Ρίσκαρα απερίσκεπτα παρά τις προειδοποιήσεις της.

Πάτησα το μπουτόν (δεν ήταν κουμπί –μπουτόν ήταν) και ο ήχος του κουδουνιού πολλαπλασιάστηκε γεωμετρικά, πίσω από τη θωρακισμένη πόρτα. Έπρεπε να έχω φορέσει κάτι πιο επίσημο –αυτό το λοφτ (δεν ήταν διαμέρισμα –λοφτ ήταν) ούρλιαζε από χλιδή. Περίμενα, πονούσα ελεγχόμενα εκείνη την ώρα.
«Ο κύριος;» ρώτησε ένας εμφανώς υπηρέτης.
«Ναι αυτός είμαι», συμφώνησα.
«Ποιος;» απόρησε το υπηρετικό προσωπικό.
«Αυτός που είπες. Ο κύριος».
«Δεν νομίζω πως έχω χρόνο για αστεία. Θα μου πείτε τι θέλετε;»
Του είπα. Με οδήγησε στο αχανές καθιστικό και εξαφανίστηκε. Βούλιαξα μέσα σε μαλακά μαξιλάρια που σχημάτιζαν έναν απέραντο καναπέ –ήθελα να κοιμηθώ επιτόπου. Και να ξυπνήσω βάτραχος.
«Είστε από την εταιρεία;»
Κομψός. Γκριζομάλλης. Αρχές φαλάκρας. Ντυμένος με, τουλάχιστον, δυο χιλιάρικα –και δεν φορούσε παπούτσια. Συγκρατημένα φιλικός.
«Ναι, εγώ είμαι. Άρης Μαλτέζος».
«Σας έχουν ενημερώσει, προφανώς, για την μεταφορά ...», έβαλε κονιάκ από ένα κρυστάλλινο μπουκάλι. Δεν διανοήθηκε καν να μου προσφέρει.
«Όχι ακριβώς», είπα.
Σταμάτησε.
«Τι εννοείτε;»
«Ξέρω οτι θα μεταφέρω χρήματα, αλλά δεν γνωρίζω τον λόγο».
Δυο φούσκες σάλιου στις άκρες των χειλιών του. Έσκασαν.
«Και τι σας ενδιαφέρει ο λόγος, κύριε Μαλτέζο; Η δουλειά σας είναι να μεταφέρετε τα χρήματα –τίποτα άλλο».
«Όπως νομίζετε».
Σηκώθηκα.
«Που πάτε;»
«Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Προφανώς διαφωνούμε σε βασικά θέματα. Αντίο σας».
Άφησε το ποτήρι με θόρυβο στο γυάλινο τραπέζι. Αν δεν ήταν ο αναπαυτικός καναπές θα πίστευα πως μπήκα σε γυάλινη σφαίρα. Πόνεσα απροειδοποίητα.
«Καθίστε, σας παρακαλώ. Θα πιείτε κάτι;»
Σιχαίνομαι τους φιλικούς κατ΄ ανάγκη.
«Βότκα», είπα. «Σκέτη».
Το τακτοποίησε μέσω του υπηρετικού προσωπικού. Κι έτσι βρεθήκαμε να τα λέμε σαν παλιόφιλοι. Που δεν ήμασταν.
«Με είχαν ενημερώσει πως είστε λίγο ... εκκεντρικός ...» έξυσε το μέτωπό του.
«Λάθος σας ενημέρωσαν. Είμαι επαγγελματίας –θέλω να γνωρίζω οτιδήποτε θεωρώ απαραίτητο για να σιγουρέψω τη δουλειά μου», υποστήριξα.
«Τέλος πάντων ....», δεν είχε σκοπό να χάσει πολύ χρόνο μαζί μου. «Το θέμα είναι αυστηρά προσωπικό και απαιτείται εχεμύθεια. Ο γιος μου ... τον απήγαγαν. Είναι πολύ ανησυχητικό –δε νομίζετε;»
Πήγα κάτι να πω –δεν με άφησε.
«Πρέπει να μεταφέρετε τα χρήματα σε συγκεκριμένο σημείο. Στη διεύθυνση που θα σας δώσω. Μετά θα γίνει ένα τηλεφώνημα, προκειμένου να ελευθερωθεί ο γιος μου. Αυτό είναι όλο».
«Πόσων χρονών είναι ο γιος σας;»
«Δεκατριών».
«Είστε βέβαιος πως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι κρατάνε τον γιο σας;»
«Ναι. Χτες μίλησα μαζί του –ακουγόταν εντάξει ... φοβισμένος .... αλλά εντάξει».
«Και ποιος θα τον παραλάβει;»
«Δικοί μου άνθρωποι. Υποθέτω, αρκετά μακριά από το σημείο που θα παραδώσετε τα χρήματα».
«Είστε σίγουρος πως θα πάνε έτσι τα πράγματα;»
«Γιατί όχι; Οι απαγωγείς θα έχουν πληρωθεί. Γιατί να κάνουν κακό στον γιο μου;»
Άναψα τσιγάρο. Τριγύρω δεν υπήρχαν τασάκια. Αδιαφόρησα.
«Πείτε μου πως θα διαφύγουν οι απαγωγείς».
Έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ...», σταμάτησε.
«Ούτε εγώ είμαι σε θέση να περιμένω πολύ. Σας ακούω λοιπόν».
«Θα κρατήσουν εσάς μέχρι να εξασφαλιστούν».
Γέλασα. Έριξα τη στάχτη στο γυαλιστερό του πάτωμα.
«Τώρα συνεννοούμαστε καλύτερα», παρατήρησα.
Ο άντρας απέναντί μου, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους.
«Νομίζετε οτι αξίζω τόσα πολλά ώστε να με κρατήσουν;» ρώτησα.
«Δεν έχει σημασία. Θα τους χρησιμεύσετε σαν όμηρος σε περίπτωση που ...»
Έπεσε βουβαμάρα. Κάπνισα το τσιγάρο με την ησυχία μου και το έσβησα με το τακούνι της μπότας στο πάτωμα. Σηκώθηκα.
«Δώστε μου την τσάντα με τα χρήματα», είπα.
Ο άντρας ανακουφίστηκε.
«Θα το κάνετε;» ρώτησε.
«Αυτή είναι η δουλειά μου», απάντησα.

Δυο μακρινά φώτα σε σταθερή απόσταση. Πίσω μου. Είχα ναρκωθεί από τη μορφίνη αλλά δεν κοιμόμουν. Οδηγούσα σταθερά, νωχελικά –σαλιγκάρι στον κήπο –αυτό μπορούσα να το κάνω ακόμα και κοιμισμένος. Τα φώτα είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στον καθρέφτη μου. Έπιασα άκρη στην έρημη εθνική και σταμάτησα. Βγήκα από το αυτοκίνητο, άναψα τσιγάρο, χαιρέτησα τα σύννεφα. Που είχαν κρύψει εντελώς το φεγγάρι –τα σύννεφα είναι θρασύδειλα όταν μαζεύονται πυκνά.
Όσο πλησίαζε το άλλο αυτοκίνητο φωτιζόταν η άσφαλτος. Περίμενα υπομονετικά. Ένα πράσινο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από το δικό μου. Ένας άντρα με καπέλο τζόκεϊ κατεβασμένο μέχρι τη μύτη και φόρμες γυμναστικής με πλησίασε.
«Δώσε μου την τσάντα», είπε ήσυχα.
«Πάρε τ΄αρχίδια μου», απάντησα στο ίδιο ύφος.
Κοντοστάθηκε. Έβγαλε πιστόλι.
«Δεν έχω χρόνο για κουβέντες», απείλησε.
«Χαίρομαι, γιατί κι εγώ είμαι βιαστικός», απάντησα κοιτάζοντας την κάνη.
Με σημάδεψε αμίλητος.
«Λέω να πηγαίνω», του γύρισα την πλάτη.
«Στάσου!»
Πέταξα το τσιγάρο νευριασμένος.
«Άκου, ηλίθιε. Την τσάντα θα την παραδώσω στο σημείο που μου έχουν πει. Πουθενά αλλού και σε κανέναν άλλο. Μπορείς να πυροβολήσεις αλλά έτσι θα χάσετε την πιθανότητα να με κρατήσετε όμηρο. Δε σε συμφέρει –με καταλαβαίνεις;»
Το σκέφτηκε χωρίς να κατεβάσει το πιστόλι. Δεν είχα όλον το χρόνο του κόσμου στη διάθεσή μου.
«Φεύγω, ακολούθησέ με», είπα. «Ή καλύτερα, μπες μπροστά για να μου δείχνεις το δρόμο».
Έσκυψα για να μπω στο αυτοκίνητο. Πρώτα ένιωσα την κλωτσιά στον ώμο και μετά άκουσα τον κρότο. Τινάχτηκα σα μαριονέτα –χτύπησα στο αυτοκίνητο πριν πέσω. Μύρισα άσφαλτο ανακατεμένη με μπαρούτι αλλά δεν πονούσα. Μορφίνη.
Ο άντρας πέρασε από πάνω μου και χώθηκε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου. Τον έπιασα από το πόδι. Με κλώτσησε στο πρόσωπο. Κύλησα μισό μέτρο μακρύτερα. Τον είχα υποτιμήσει. Ή κάτι περίεργο συνέβαινε.
Έπεφτα στην άβυσσο χωρίς να φοβάμαι πως θα σπάσω τα πόδια μου. Έπεφτα με το κεφάλι. Αναίσθητος.

Ο γεράκος με την άσπρη μπλούζα μελετούσε τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Σκεπτικός –χωρίς λόγο. Δεν υπήρχε τίποτα διφορούμενο εκεί –μέχρι κι εγώ το καταλάβαινα.
«Καλπάζουσα μορφή Άρη μου».
«Έτσι είναι όλα τα πάθη γιατρέ».
Χαμογέλασε ξύνοντας τη φαλάκρα του. Δεν θυμόμουν πότε τον είχα δει για πρώτη φορά. Πίσω στα χρόνια των αποδράσεων, όταν μου έβγαζε τον ώμο κάθε χρόνο για να παίρνω καινούργιες αναβολές από τον στρατό. Τότε θα πρέπει να ήταν. Η νύχτα που χτυπούσα με γροθιές την πόρτα του, κρατώντας αγκαλιά έναν άγγελο σε ακατάσχετη αιμορραγία –εκείνη η νύχτα πρέπει να είχε έρθει πολύ αργότερα. Όταν τον είχα δει για τελευταία φορά –αν υποθέσουμε πως μπορούσα όντως να δω. Τότε.
«Πρέπει να ξεκινήσεις θεραπεία. Θα σου γράψω το όνομα ενός συναδέλφου στο νοσοκομείο ...»
«Μην ξοδεύεις τζάμπα μελάνι –γιατρέ. Δεν ήρθα για να μου πεις τι έχω –αυτό το ξέρω. Ήρθα για βοήθεια. Πως αντιμετωπίζω τον πόνο;»
Έσκυψε πάνω στο λευκό φύλλο χαρτιού.
«Θα σου γράψω μορφίνες, αλλά κανένα φαρμακείο δεν πρόκειται να στις δώσει. Θα ζητήσουν χαρτί από νοσοκομείο ...»
«Γράψε και μην ασχολείσαι με τα διαδικαστικά».
Έγραψε. Χαιρετηθήκαμε εγκάρδια. Κοντοστάθηκα πριν βγω έξω.
«Γιατρέ, πόσο μου μένει ακόμα;»
Δυσανασχέτησε.
«Είσαι ήδη νεκρός Άρη μου. Απλά, το σώμα σου αντιστέκεται».
Γέλασα.
«Πες μου κάτι που δεν ξέρω γιατρέ».

Με ξύπνησε ο πόνος. Ασφάλτινα αγκάθια στριφογύριζαν ακόμα και στο πρόσωπό μου, μια αντλία δούλευε μέσα μου, αντλία εξόρυξης πόνου. Όλο και πιο γρήγορα. Προσπάθησα να ουρλιάξω ψάχνοντας ανάσες –αδύνατο ακόμα κι αυτό. Ένα χέρι, μακριά δάχτυλα, γλίστρησαν στην παλάμη μου. Κατόρθωσα να γευτώ το άρωμά της. Τράβηξα το χέρι προσπαθώντας να σταθώ όρθιος. Πάλεψα αγνοώντας τον πόνο –όταν η γυναίκα σου έρχεται δεν είναι σωστό να την υποδέχεσαι γονατιστός. Ξεκόλλησα από την άσφαλτο που έμοιαζε με πλοκάμια χταποδιού. Στριφογύρισα από την ίδια μου τη φόρα. Ρούφηξα αχόρταγα αέρα, κράτησα σφιχτά τον πόνο της μέσα μου.
«Μην συνεχίσεις αγάπη μου. Φύγε από αυτό –όσο προλαβαίνεις».
«Δε γίνεται, Ελένη. Είναι η δουλειά μου και πρέπει να την τελειώσω».
«Είναι μεγαλύτερο από σένα. Φύγε!»
«Τίποτα δεν είναι μεγαλύτερο από μένα. Τίποτα δεν υπάρχει».
Την ένιωσα να απομακρύνεται απότομα.
«Όπως θέλεις. Κάνε τουλάχιστον την ένεση –θα καταρρεύσεις».
«Ελένη;»
Πάγωσε στον αέρα.
«Ναι;»
«Πες το όνομά μου».
«Φύγε αγάπη μου. Φύγε!»
«ΠΕΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ!» ούρλιαξα αλλά δεν υπήρχε τίποτα εκεί, για να με ακούσει.
Βυθίστηκα για μια ακόμα φορά στη μορφίνη.

Οι άνθρωποι τρομοκρατούνται. Από τι; Μια απειλή που τους πλησιάζει –αυτό δεν τρομοκρατεί τους ανθρώπους. Αλλιώς θα στρίγκλιζαν στη θέα των αυτοκινήτων, θα λιποθυμούσαν μπροστά στους μπάτσους -για παράδειγμα. Όμως αδιαφορούν ή παγώνουν αβέβαιοι –φοβούνται, υπολογίζουν. Τι, τελικά, τρομοκρατεί τους ανθρώπους; Η απόγνωση, τα μάτια που δεν τους κοιτάζουν, η βεβαιότητα πως δεν υπάρχει τίποτα πλέον για να χαθεί –και το σταθερό βήμα. Σταθερό –όχι αργό, ούτε γρήγορο. Αυτά τρομοκρατούν τους ανθρώπους.
Η κοπέλα ούρλιαξε όταν με είδε να πλησιάζω.
«Ηρέμησε», είπα αβέβαια.
«Είσαι ...»
«Ας μην το κάνουμε θέμα», προσπάθησα να αστειευτώ.
Η κοπέλα δεν πείστηκε.
«Υπάρχει εκείνο το σπίτι –απέναντι», έδειξα. «Είδες κόσμο να φεύγει;»
Η κοπέλα εξακολουθούσε να με κοιτάζει αμίλητη. Κούνησε τα χέρια και γκρέμισε κάτι πακέτα με τσίχλες, ένα περίπτερο είναι πολύ στενό για να χωρέσει τον τρόμο.
Προσπάθησα να με δω στα δικά της μάτια. Η σφαίρα είχε μπει από την πίσω πλευρά του ώμου μου και είχε βγει από μπροστά. Σίγουρα είχε αφήσει τρύπα στο πουκάμισό μου. Και κηλίδες αίματος. Δεν πονούσα. Μόνο η απόγνωση. Το σπίτι, απέναντι, ήταν σκοτεινό –ένας ακόμα εφιάλτης στριμωχνόταν στα μάτια μου.
«Μη φοβάσαι», της είπα.
«Έφυγαν πριν μια ώρα περίπου. Ήρθε ένα αμάξι και τους πήρε ...»
«Είχαν μαζί τους κανένα παιδί;»
«Όχι .... όχι ...».
«Ένα Camel άφιλτρο».
«Τι;»
«Θέλω να αγοράσω. Ένα Camel άφιλτρο και βενζίνη για zippo».
Τσακίστηκε να με εξυπηρετήσει. Να με ξεφορτωθεί.
Πλήρωσα κι έφυγα.

Κινούσα το χέρι μου με καθυστέρηση –μούδιασμα, αλλά ακόμα με υπάκουε. Τα πουκάμισα με ενοχλούν σχεδόν πάντα, βρήκα λοιπόν την ευκαιρία και το ξεφορτώθηκα –δεν υπήρχε λόγος να κυκλοφορώ με μια ματωμένη τρύπα. Πίεσα το ξεραμένο τραύμα –χρειαζόταν επίδεσμο αν ήθελα να κλείσει γρήγορα. Οδήγησα σαν κυνηγημένος στην επιστροφή –μια ταχυπαλμία είχε απομείνει να μου το θυμίζει. Έπρεπε να ξαναπάω σε φαρμακείο. Για επιδέσμους αυτή τη φορά.

«Πάλι εσύ;»
«Έχω ένα τραύμα στον ώμο. Χρειάζεται φροντίδα».
«Θα πρέπει να πας σε νοσοκομείο ...»
«Κάνε μου τη χάρη να μην το ξαναπάμε από την αρχή. Βιάζομαι».
Ο γυαλάκιας φαρμακοποιός κατέβασε τα χέρια απελπισμένος. Έβγαλα τη μπλούζα με αργές κινήσεις. Πονούσα τώρα.

Το φεγγάρι με κορόιδευε, έχοντας ξεγλιστρήσει από τα άσπρα σύννεφα. Χαμογέλασα χαιρέκακα –έτσι κι αλλιώς τα σύννεφα θα το κάλυπταν σε λίγο. Ήδη έτρεχαν κατά πάνω του. Βρόχινα, απειλητικά. Έπρεπε να απομακρυνθώ μερικά τετράγωνα, για την περίπτωση που ο φαρμακοποιός αποφάσιζε να φέρει τους μπάτσους. Δεν θα τον κατηγορούσα αν το έκανε –στενός κορσές του είχα γίνει απόψε. Έψαξα στα πεζοδρόμια για ανοιχτό μπαρ.

Η γιγαντοοθόνη ήταν εκεί –τόσο μεγάλη που δεν την πρόσεχες με την πρώτη ματιά. Αν έδειχνε κάποια ταινία, δεν ξέρω, μπορεί ... αλλά όταν εμφανίζονται οι ομιλούσες κεφαλές το πλάνο ακινητοποιείται. Ήμουν τυχερός –ο δημοσιογράφος αντικαταστάθηκε από ρεπορτάζ. Στάθηκα μπροστά στη βιτρίνα του καταστήματος ηλεκτρικών ειδών και χάζευα. Με ενδιέφερε η είδηση. Ο δημοσιογράφος εμφανίστηκε πάλι –ανοιγοκλείνοντας το στόμα του. Η λεζάντα παρέμεινε.

«ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ ΤΡΟΠΗ ΠΗΡΕ Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΔΕΚΑΤΡΙΑΧΡΟΝΟΥ».

Ακόμα ένα ρεπορτάζ. Ο πατέρας απέφευγε τα μικρόφωνα, βγαίνοντας από το αστυνομικό τμήμα. Ο παρουσιαστής ειδήσεων, κατουρημένος από τη χαρά του. Η απαγωγή γόνου πλούσιας οικογένειας έφερνε πάντα διαφημίσεις. Έστω κι αν παιζόταν σε προχωρημένη ώρα.
Τον κοίταξα.
«Εξήγησέ μου μαλάκα! Δεν σε καταλαβαίνω».
Άδικος κόπος. Έπρεπε να πάω στην αστυνομία πριν έρθουν αυτοί σε μένα.

«Αυτά είναι όλα;»
Ένευσα καταφατικά. Ο μπάτσος απέναντί μου άρχισε τα τηλεφωνήματα. Περίμενα νιώθοντας την έλλειψη τσιγάρου. Αφόρητη.
«Δεν μπορώ να βρω κανέναν στην εταιρεία σου», είπε.
«Είναι ξημερώματα σχεδόν –ποιον περίμενες να βρεις;» παρατήρησα.
Πήρε το επόμενο τηλέφωνο που του είχα σημειώσει στο χαρτί. Διέκρινα, όλο ικανοποίηση, το αφεντικό μου να χάνει τον ύπνο του, στην άλλη άκρη του σύρματος –ο μπάτσος ταλαιπωρήθηκε λίγο αλλά επιβεβαίωσε τα μισά από όσα του είχα πει. Κατέβασε το ακουστικό και με κοίταξε σκεπτικός.
«Μένει το τηλεφώνημα στον πατέρα του παιδιού».
«Σωστά».
«Δεν είναι, όμως, απαραίτητο. Πριν λίγο ήταν εδώ –μας είπε πως έδωσε τα χρήματα σε κάποιο εξειδικευμένο κούριερ ...».
«Εγώ είμαι αυτός. Κούριερ πολυτελείας».
«Είχε βέβαια κάποιες αμφιβολίες ... Οι απαγωγείς δεν επικοινώνησαν μαζί του από τη στιγμή που σου έδωσε τα χρήματα. Ίσως πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση να σκηνοθέτησες την επίθεση στο δρόμο».
«Ίσως πρέπει να εξεταστεί», συμφώνησα.
Δεν είχαμε τι άλλο να πούμε. Ο μπάτσος πήρε μερικά ακόμα τηλέφωνα. Άλλους μπάτσους –πιο αποφασιστικούς από αυτόν.
«Θα πρέπει να σε αφήσω», σχολίασε διστακτικά.
«Να το κάνεις», τον παρότρυνα.
«Μην απομακρυνθείς μέχρι να λήξει η υπόθεση ...»
«Δεν πρόκειται».
Τακτοποίησε τα χαρτιά μπροστά του.
«Τι ακριβώς έγινε;» ρώτησα.
«Ο πατέρας ήρθε πριν κάποιες ώρες. Μας είπε οτι έχουν απαγάγει τον γιο του και ζητάνε ένα εκατομμύριο. Τρόμαξε, λέει, και δεν μας ειδοποίησε. Τους έστειλε τα λεφτά με σένα και περίμενε τηλεφώνημά τους. Απελπίστηκε όταν είδε πως κανένας δεν τηλεφώνησε και ήρθε σε μας. Μια βδομάδα εξαφανισμένο το παιδί και ήρθε τώρα! Τέλος πάντων. Φαίνεται πως οι κακοποιοί, αφού σου επιτέθηκαν –όπως λες –πήραν τα λεφτά και εξαφανίστηκαν. Σε τέτοιες περιπτώσεις αφήνουν το θύμα ελεύθερο όταν βεβαιωθούν οτι δεν κινδυνεύουν».
«Κατάλαβα», είπα καθώς σηκωνόμουν.
Έπρεπε να επισκεφτώ τον πατέρα. Αλλά όχι αμέσως.

Γιατί με προειδοποίησε η Ελένη; Κάτι άσχημο –θα συμβεί –να περιμένω. Δεν μπορώ να το αποτρέψω; Πόσο με νοιάζει;

Είχα συνηθίσει πλέον τη διαδρομή. Η ίδια εθνική, άψυχη –όχι τόσο- σε λίγο ξημέρωνε και θα έβγαιναν τα φορτηγά. Βιαζόμουν, δεν είχα χρόνο ούτε να πονέσω. Η κοπέλα δεν ήταν πια στο περίπτερο, ένας γέρος στη θέση της. Το σπίτι ίδια σκοτεινό. Πάρκαρα μακριά του και πλησίασα περπατώντας. Θα έμπαινα μέσα. Με σταμάτησαν οι σειρήνες των περιπολικών. Κρύφτηκα.
Σε λίγο το σπίτι ήταν κατάφωτο –εξωτερικά. Πλησίαζαν την πόρτα με προφυλάξεις, οι μπάτσοι γουστάρουν να γελοιοποιούνται αντιγράφοντας αμερικάνικα σήριαλ. Ο πατέρας βγήκε από ένα τεράστιο τζιπ, μαζί με κάποιον βαθμοφόρο. Και οι καραγκιόζηδες κατέλαβαν, με εντυπωσιακή έφοδο, το σκοτεινό σπίτι.

Κάτι πήγαινε πολύ άσχημα. Οι μπάτσοι έτρεχαν πανικόβλητοι, έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο –στον κήπο του σπιτιού. Μιλούσαν στους ασυρμάτους ασυνάρτητα. Ήταν φανερό ακόμα κι από εκεί που στεκόμουν –ζητούσαν ασθενοφόρο. Βγήκα από τις σκιές, πλησίασα το περίπτερο. Ο γέρος παρακολουθούσε όλο περιέργεια. Τον σκούντησα.
«Τι έγινε;»
«Δε βλέπεις; Κάτι κακό συνέβη σε εκείνο το σπίτι».
«Ναι, το βλέπω. Τι σπίτι είναι; Ποιος μένει;»
«Διάφοροι».
«Δηλαδή;»
«Ξέρω ΄γω; Κάτι μυστήριοι, διαφορετικοί κάθε φορά. Ξένοι».
«Μιλάνε κάποια ξένη γλώσσα;»
«Όχι, ποτέ δεν τους έχω ακούσει. Αλλά είναι ξένοι. Περίεργοι».
«Ένα πράσινο αμάξι το έχεις δει;»
Τράβηξε τα μάτια του από τη φασαρία του δρόμου.
«Αστυνομικός είσαι;»
«Ιδιωτικός».
«Δεν έχω δει κανένα πράσινο αμάξι».
Τον κοίταξα. Έλεγε ψέματα; Δεν έβγαζα άκρη.
«Η κοπέλα που ήταν πριν στο περίπτερο –που είναι;»
«Ποια κοπέλα;»
Τον κοίταξα άγρια αυτή τη φορά.
«Ήμουν εδώ και προηγουμένως. Υπήρχε μια κοπέλα στη θέση σου».
Άνοιξε τα μάτια διάπλατα.
«Πλάκα μου κάνεις; Μόνος μου κρατάω το περίπτερο. Ανοίγω όταν κοντεύει να ξημερώσει. Δεν υπάρχει κοπέλα!»
Ένιωσα ηλίθιος. Μπάλα του μπιλιάρδου που χρησιμοποιείται σε καραμπόλα.
«Στάσου!» μου φώναξε ο άνθρωπος από το περίπτερο, αλλά δεν είχα χρόνο.
Έτρεχα πανικόβλητος.

«Άκρη! Κάντε στην άκρη!» οι τραυματιοφορείς τραβούσαν το φορείο ανάμεσα σε πελαγωμένους μπάτσους και περίεργους γείτονες που είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται.
«Μαλτέζος», είπα δείχνοντας το εσωτερικό του πορτοφολιού μου. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί –αλλά κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να κοιτάξει. Η επιτακτική φωνή ήταν αρκετή για να σταματήσουν.
Τράβηξα λίγο το σεντόνι. Ανοιχτά μάτια –το αγόρι κοίταζε ψηλά στο φεγγάρι. Δεν ακολούθησα το γυάλινο βλέμμα, ήμουν σίγουρος πως τα σύννεφα θα έδειχναν σεβασμό. Όταν πεθαίνει ένα παιδί, πεθαίνει η ματιά μας προς την επόμενη μέρα. Όταν πεθαίνει ένα παιδί, ο ήλιος αρνείται να φωτίσει και το φεγγάρι γίνεται απρόσμενα κίτρινο. Η γη σταματάει γιατί δεν έχει που να πάει. Κοίταξα ψηλά. Το φεγγάρι ανάσαινε βρώμικα, ριγώντας τα σύννεφα.
Άγγιξα το μέτωπο του αγοριού. Ένιωσα το τέλος της μέρας. Οι τραυματιοφορείς γίνονταν ανυπόμονοι.
«Πρέπει να φύγουμε», είπαν. «Έχει ήδη αρχίσει η σήψη ...»
Τραβήχτηκα στην άκρη –τους άφησα να περάσουν.
«Η σήψη ...»

«Είστε βέβαιος πως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι κρατάνε τον γιο σας;»
«Ναι. Χτες μίλησα μαζί του –ακουγόταν εντάξει ... φοβισμένος .... αλλά εντάξει».
Σήψη.

Ξημέρωνε όλο και περισσότερο. Στεκόμουν παράμερα, καπνίζοντας μέχρι να φύγουν οι μπάτσοι. Τους παρακολουθούσα όσο κύκλωναν το σπίτι με κίτρινη κορδέλα. Σαν το φεγγάρι που αποχωρούσε σκυφτό.
Εκείνος έμεινε. Μέσα στο σπίτι ενώ το τζιπ περίμενε ανεβασμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Πέρασα πάνω από την κορδέλα νιώθοντας το αίμα να βάψει τα μάτια μου. Μπήκα –η πόρτα ήταν κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη. Το σπίτι είχε τζάκι, δυσανάλογα μεγάλο για το καθιστικό.
«Λυπάμαι», είπα. Δεν ήξερα τι εννοούσα.
Γύρισε για να με δει.
«Τι κάνεις εσύ, εδώ; Δεν φτάνει που η ανικανότητά σου προκάλεσε τον θάνατο του γιου μου;» είπε ο άντρας.
Φορούσε μπουφάν ιστιοπλοΐας και ανάλογα παπούτσια. Από αυτά που είναι κατάλληλα για επίδειξη –όχι για σκάφος.
«Γιατί;» ρώτησα χαμηλόφωνα.
Με κοίταξε ανέκφραστος.
«Είχες μιλήσει χτες με τον γιο σου; Με αυτόν που είδα να βγαίνει πριν λίγο στο φορείο; Εξήγησέ μου πως συνέβη κάτι τέτοιο».
Αποκάλυψε τη διαφημιστική οδοντοστοιχία του.
«Περνιέσαι για έξυπνος; Κάνεις λάθος Μαλτέζο. Ένας πραγματικά έξυπνος άνθρωπος θα είχε χωθεί δέκα μέτρα κάτω από το χώμα μέχρι να ξεχαστεί η υπόθεση».
«Έχεις δίκιο», συμφώνησα. «Ένας πραγματικά έξυπνος. Άνθρωπος».
Κάλυψα γρήγορα την απόσταση που μας χώριζε, έπιασα τα πέτα του μπουφάν και τον τράβηξα κοντά μου. Πρόσωπο με πρόσωπο. Ένιωσα την ανάσα του –πυρωμένο σίδερο που έψαχνε να μαρκάρει το δέρμα, είδα στα μάτια του –εκατοντάδες απλωμένα χέρια απελπισμένων.
Πισωπάτησα, αφήνοντάς τον. Ζαλισμένος.
«Πως σου πέρασε από το μυαλό να με αγγίξεις Μαλτέζο; Είσαι ηλίθιος ή αυτοκτονικός;»
Γέλασα σηκώνοντας πάλι το κεφάλι –γιατί ήμουν και τα δύο.
«Γιατί;» ξαναρώτησα.
Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες. Έδειχνε χαλαρός. Ίσως να ήταν, κιόλας.
«Έχεις ακούσει για συμβόλαια με τον διάβολο; Σου χαρίζει τα πάντα με αντάλλαγμα την ψυχή σου. Είμαι σίγουρος πως έχεις ακούσει αυτό το παραμύθι –μπορεί να το πιστεύεις κιόλας. Έτσι όπως σε βλέπω .... είσαι αρκετά αφελής για να το πιστέψεις. Όμως Μαλτέζο, για πιο λόγο ο διάβολος θα ήθελε να υπογράψει συμβόλαιο με τους συνεργάτες του; Είμαστε μέτοχοι της ίδιας εταιρείας –σε τι θα ωφελούσε ένα ακόμα συμφωνητικό; Δεν υπάρχει ισχυρότερο συμβόλαιο από το κοινό συμφέρον Μαλτέζο».
Βημάτιζε μπροστά από το τζάκι –δεν με κοίταζε καν. Ήμουν το κοινό που χρειαζόταν ήμουν το υποκείμενο οίκτου και κομπασμού.
«Ο μικρός ήταν παιδί της γυναίκας μου, από τον προηγούμενο γάμο της. Όταν πέθανε, άφησε τις μετοχές της στο παιδί –δεν είχε φυσικά το πλειοψηφικό πακέτο, αλλά ήταν αρκετά ώστε να μου επιβάλλει μια δυσκοίλια επιτροπή διαχείρισης στο συμβούλιο μετόχων. Μια επιτροπή δικηγόρων σε κάθε συνεδρίαση –μπορείς να το φανταστείς Μαλτέζο; Οι επιχειρήσεις είναι σαν τα ερπυστριοφόρα –θωρακίζονται και προχωρούν στο πεδίο με σκοπό να συνθλίψουν τον εχθρό. Φαντάζεσαι ένα δικηγόρο μέσα σε άρμα μάχης; Να κανονιοβολεί τον αντίπαλο με άρθρα ποινικής δικονομίας; Δεν το βρίσκεις αξιολύπητο Μαλτέζο; Εγώ είχα τρεις δικηγόρους στα πόδια μου –όχι έναν! Καταλαβαίνεις λοιπόν -οι θυσίες δεν είναι τίποτα άλλο από επίσπευση των γεγονότων –έτσι ήταν πάντα»
Τι πιστεύεις για τον διάβολο; Εκείνη τη φιγούρα που έρχεται στα παιδικά όνειρά σου, καλεσμένη από προγόνους πρόθυμους να βιάσουν την ψυχή σου, διψασμένους για κάποια, άνευ όρων, υποταγή. Βιαστικούς. Ο διάβολος είναι εκεί έξω, μακριά, πέρα από σένα –έτσι σου μαθαίνουν για να μην έχεις τη δύναμη να του αντισταθείς. Ο διάβολος είναι ο καθημερινός σου θεός –αυτός παραφυλάει, πανταχού παρών, για το λάθος σου. Τι πιστεύεις για τον διάβολο;
Εδώ, μπροστά σου. Στη δουλειά που σε στραγγίζει. Στις συναναστροφές που σε φυλακίζουν. Στις κουβέντες του κόσμου που καθορίζουν την κάθε σου κίνηση. Εδώ, μπροστά σου είναι ο διάβολος και, όσο τον σέβεσαι, τόσο σε εξουσιάζει. Γιατί ο διάβολος είναι οτι σε δένει με αυτόν τον κόσμο και ο διάβολος είναι άβουλος, αμέτοχος. Οι άνθρωποι είναι χειρότεροι από τον διάβολο, όπως ο πλάστης είναι χειρότερος από το δημιούργημα -αυτούς έχεις κάθε λόγο να τους αντιμετωπίσεις.
Τον πλησίασα με τα χέρια απλωμένα.
«Είσαι ότι δεν πρέπει να αναπνέει», του είπα.
Μετά, έδεσα τα δάχτυλά μου λίγους πόντους χαμηλότερα από το μήλο του Αδάμ –αποφασισμένος να τον κρατήσω έτσι όσο χρειαζόταν -κι ακόμα περισσότερο. Προσπάθησε να μου σπρώξει τα χέρια –δεν υπήρχε περίπτωση, ήμουν αποφασισμένος. Ήθελα να σβήσω τον πόνο του κόσμου από τα μάτια του, ήθελα να σβήσω το πυρωμένο σίδερο της ανάσας του. Όχι για τον κόσμο –η τύχη των ανθρώπων ποτέ δε με ένοιαξε ιδιαίτερα. Θα τον σκότωνα για να απαλλαγώ από το βλέμμα του νεκρού παιδιού –γι΄αυτό μόνο.
Αλλά ο πόνος ξεχείλισε από τα μάτια του, εκατοντάδες παγιδευμένοι σκλάβοι στα γρανάζια του ξεπήδησαν για να υπερασπιστούν τα δεσμά τους. Η οδύνη των απελπισμένων έκανε κάθε άλλο πόνο να μοιάζει με απλή ενόχληση, τα αδιάρρηκτα χρηματοκιβώτια, οι άβατοι τοίχοι, τα θωρακισμένα αυτοκίνητα ατσάλωσαν το δέρμα ανάμεσα στα δάχτυλά μου κι εγώ κρατιόμουν εκεί. Σα σταγόνα στο μάτι του κυκλώνα.
Άνοιξε το στόμα -όμως, ήταν αρκετά υπερφίαλος για να αναπνεύσει. Άνοιξε το στόμα και γέλασε, έσφιξα με δάχτυλα που πλέον δεν μου ανήκαν. Λεγεώνες δαιμόνων χτύπησαν στο στήθος μου, δαίμονες με κοστούμια χρηματιστών, αρουραίοι που φιλούσαν μωρά στο στόμα για να τους κλέψουν τη ζωή, τυμβωρύχοι που ξεγύμνωναν διαμελισμένα σώματα μετά από βομβαρδισμό. Αλλά αυτός δεν ήταν ο κόσμος που φοβόμουν. Πήρα μια βαθιά ανάσα –και ήταν η δικιά του ανάσα που έκλεψα –δεν με έκαιγε πια. Πήρα τη ζωή του ξοδεύοντας απλόχερα την κάθε μου αίσθηση. Το σώμα χτύπησε στο πάτωμα παρασέρνοντάς με. Ο θάνατος είναι παιδί της απολύτρωσης και μετά έρχεται η γαλήνη.
Με δυσκολία ξεκόλλησα τα δάχτυλα από τον λαιμό του. Μάτια που είδαν τη φρίκη –ορθάνοιχτα –αλλά είχα γλιτώσει από το παιδικό βλέμμα.

«Έκλεισες την τελευταία πόρτα πίσω σου Μαλτέζο. Με πόνο θα πληρώσεις τη ζωή που πήρες και κανένας δεν θα βρεθεί να σε λυτρώσει. Ούτε φάρμακα να σε κρατάνε όρθιο, ούτε ένας τοίχος να θρυμματίσεις το κεφάλι σου. Θα μετανιώσεις Μαλτέζο, αλλά τίποτα δεν θα μπορείς ν΄αλλάξεις».
Το χέρι της, καρφιά που μπαινόβγαιναν στον ώμο μου –ήταν μάλλον η δική του Κύρα γιατί εγώ δεν είχα. Χαμογέλασα –τι άλλο να έκανα;
«Θα περιμένω –δεν έχω που αλλού να πάω», είπα.
Αλλά εκείνη είχε ήδη φύγει. «Γεννηθήκαμε κλαίγοντας και θα πεθάνουμε πονώντας –αυτά είναι τα όριά μας».

Τίναξα την σιχαμένη ζωή του από τα ρούχα μου –κοντοστάθηκα κοιτάζοντας τα ορθάνοιχτα μάτια του. Τον έφτυσα κατάμουτρα πριν βγω έξω από το σπίτι. Είχε ξημερώσει. Έβρεχε δυνατά –αλλά δεν αρκούσε το νερό για να ξεπλύνει τα κρίματα.

Σωριάστηκα ακουμπώντας στην πόρτα, νοτισμένο χώμα λάσπωνε τα μπατζάκια μου, έψαξα τρόπο να καπνίσω ένα στεγνό τσιγάρο, περιμένοντας. Θα έρχονταν σύντομα- για μένα- δεν είχα να τίποτα άλλο να κάνω.
Εδώ.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι