Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

Ξεθάβοντας τον διάλογο

Κατέχομαι από μονομανία; Είμαι, ίσως, κολλημένος; Δεν ξέρω –αλλά το θέμα που είχε συζητηθεί σε παλιότερο ποστ, σχετικά με την δυνατότητα (ή μη) διαλόγου με τους ακροδεξιούς με απασχολεί ακόμα.

Το ξαναθυμήθηκα λόγω της επικείμενης, στις 3 Δεκεμβρίου, δίκης του Πλεύρη για το περιεχόμενο του βιβλίου του σχετικά με τους Εβραίους. Σκέφτομαι πως, στα πλαίσια της κατάργησης οποιασδήποτε λογοκρισίας, πολλοί θα ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν την απρόσκοπτη κυκλοφορία, οποιουδήποτε βιβλίου, με οποιοδήποτε περιεχόμενο. Άλλωστε, ποιος είναι αυτός που θα λογοκρίνει κάποιο βιβλίο; Και πως μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι κάνει σωστά τη δουλειά του; Σήμερα λογοκρίνουν τον Πλεύρη, αύριο μπορεί να λογοκρίνουν ένα αντιεξουσιαστικό βιβλίο –αφού χτες είχε συρθεί στα δικαστήρια εκείνο το κόμικ που αφορούσε τη ζωή του Χριστού. Είναι όμως έτσι;

Αντιγράφω από δημοσίευμα της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ:

«Κατά τη διάρκεια της δίκης που είχε διακοπεί, ο εισαγγελέας είχε χαρακτηρίσει -κατά τους μάρτυρες κατηγορίας- «επιστημονικό» το έργο του κ. Πλεύρη. Οπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, «ο εισαγγελέας, αναιρώντας την ουσία και το νόημα της αντιρατσιστικής νομοθεσίας, απέδωσε πρωτοφανές εύσημο τιμής τιμής στον ρατσιστικό, γενοκτονικό φιλοχιτλερικό λόγο του Κ. Πλεύρη. Συγκεκριμένα χαρακτήρισε το ενάντια σε κάθε ιστορικό δεδομένο σχετικό με το εβραϊκό Ολοκαύτωμα σύγγραμμά του "επιστημονικό" και τον ίδιο επιστήμονα.»

Ακολουθούν αποσπάσματα από τον ΙΟ της ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, όπου παρουσιάζονται κάποια κομμάτια και απόψεις για το επίμαχο βιβλίο:

«Για προφανείς λόγους ο κ. Πλεύρης διαπράττει και ένα σοβαρό ατόπημα. Έχει περιλάβει στο βιβλίο του αυτούσια πρόσφατα δημοσιεύματα Ελλήνων και ξένων δημοσιογράφων που επικρίνουν τη σημερινή πολιτική του Ισραήλ, έτσι ώστε να δικαιολογήσει τη θέση του ότι καλύτερα θα ήταν να είχαν εξοντωθεί εγκαίρως όλοι οι Εβραίοι. Εκθέτει έτσι γνωστούς συγγραφείς και σχολιαστές ως ομοϊδεάτες του. Κλασική μέθοδος προπαγάνδας, απ’ αυτές που δίδασκε ο ίδιος επί χούντας.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται όλα τα αντισημιτικά στερεότυπα («η εγκληματική παραφροσύνη των ραβίνων», σ. 142, «το φονικόν μίσος των Εβραίων κατά των Χριστιανών», σ. 142), ενώ «εάν δεν είχαν σταυρώσει τον Χριστόν ουδείς θα τους εγνώριζε» (σ. 775).

Ο πραγματικός στόχος του βιβλίου είναι να υμνήσει για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά τον Χίτλερ και τους συνεργάτες του: o υπουργός προπαγάνδας Γιόζεφ Γκέμπελς ήταν «ένα από τα φωτεινότερα πνεύματα του αιώνος» (σ. 885), ο Χάινριχ Χίμλερ, αρχηγός των Ες Ες, «είχε υψηλόν ήθος» (σ. 871), ο οργανωτής της Νύχτας των Κρυστάλλων και εισηγητής του Ολοκαυτώματος Ράινχαρντ Χάιντριχ υπήρξε «έξοχος άνδρας» (σ. 842), ενώ «οι μεραρχίες των Ες Ες μάχονται με απαράμιλλον ηρωισμόν» (σ. 853). Με δυο λόγια, «τα Ες Ες και μάλιστα τα μάχιμα (τα Βάφεν Ες Ες) υπήρξαν οι ιππόται της σύγχρονης εποχής, ακατάβλητοι πολεμισταί εξ όλων των χωρών της Ευρώπης, οι οποίοι εθυσίασαν την ζωήν στο ιδανικόν μιας Νέας Τάξεως, διά τους πολιτισμένους Λαούς. Στις τάξεις των Ες Ες συγκαταλέγεται το εκλεκτότερον μέρος της Αρίας Φυλής» (σ. 871).

Το μόνο που βρίσκει να τους προσάψει είναι ότι υπήρξαν πολύ φιλάνθρωποι, πολύ ευαίσθητοι και δεν κατάφεραν να εξοντώσουν όλους τους Εβραίους:

- «Ο Αδόλφος Χίτλερ κι ο εθνικοσοσιαλισμός στο θέμα των Εβραίων ετοποθετήθησαν με ειλικρίνεια, ευθύτητα και θαρραλέως. Αλλ’ ουδέποτε επρογραμμάτισαν -καλώς ή κακώς- την φυσικήν εξόντωσιν αυτού του εξωευρωπαϊκού λαού» (σ. 503).

- «Κρίμα. (Οι ναζί) έπρεπε να είχαν απαλλάξει την Ευρώπην από την εβραιοσιωνιστικήν παρουσίαν» (σ. 1204).

- «Ο Μουσολίνι στα πολλά του λάθη προσέθεσε και το ότι δεν είχε σκοπό να εξοντώσει Εβραίους» (σ. 496)

- «Ο Γκέμπελς επεσήμανε τον ρόλον των Εβραίων στους βομβαρδισμούς πόλεων. Άλλο όπλο των Εβραίων, διά την εξαφάνισιν των Ευρωπαίων υπήρξε η παράτασις του πολέμου, ώστε να επαυξάνη συνεχώς η ολοκληρωτική καταστροφή της Ευρώπης» (σ. 511).

- «Οι Γερμανοί εσέβοντο την πολιτικοστρατιωτικήν ηγεσίαν των ηττηθέντων και ουδέποτε εδολοφόνησαν μαζικώς λαούς με βομβαρδισμούς αμάχων» (σ. 806)

- «Ο Χίτλερ απέναντι της Αγγλίας δυστυχώς ετήρησε ιπποτικήν στάσιν» (σ. 826).

- «Ο Χίτλερ υπήρξε εξαιρετικώς ευαίσθητος και εκ χαρακτήρος ηρνείτο να θυσιάση αμάχους, έστω και με αντάλλαγμα τη νίκη. Η ιστορία της ανθρωπότητος θα καταλογίση στον Αδόλφο Χίτλερ τα εξής:

1. Δεν απήλλαξε, ενώ ηδύνατο, την Ευρώπη, από τους Εβραίους.

2. Δεν εχρησιμοποίησε τα ειδικά χημικά όπλα, που μόνο η Γερμανία διέθετε, διά να νικήση» (σ. 882).

Χαρακτηριστικός για τη διαλεκτική του κ. Πλεύρη είναι ο συλλογισμός με τον οποίο συνάγει τη σχέση μαρξισμού και μασονίας: «ο μαρξισμός εχθρεύεται τον εθνικοσοσιαλισμόν, φασισμόν, κτλ και ο μασονισμός δεν δέχεται ως μέλη φασίστας ή εθνικοσοσιαλιστάς» (σ. 623).»

Και ακριβώς από κάτω, απόσπασμα του αντιρατσιστικού νόμου τον οποίο κατηγορείται ότι παραβίασε ο Πλεύρης:



Ποιο είναι το συμπέρασμα; Δεν σκοπεύω να φτάσω κάπου –απλά, παραθέτω κλείνοντας δυο, αντικρουόμενες, απόψεις σχετικά με την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς και την προοπτική κοινωνικού διαλόγου. Οι απόψεις δεν είναι δικές μου, αλλά δεν θέλω να αναφέρω τους συντάκτες τους γιατί, συνήθως, η υπογραφή μιας άποψης επηρεάζει την τοποθέτησή μας απέναντι στην ίδια την άποψη.

ΑΠΟΨΗ 1:
«Πώς αντιμετωπίζει κανείς την Ακροδεξιά; Αποκλείοντας τα στελέχη της από τα ξενοδοχεία, όπως αποφάσισαν πριν από λίγες μέρες οι ιδιοκτήτες 1.300 ξενοδοχείων στο Βραδεμβούργο της Γερμανίας; Συνομιλώντας μαζί της; Ή απλώς αποσιωπώντας την ύπαρξη της; Το ζήτημα έχει ανακύψει εκ νέου στην εξαιρετικά ευαίσθητη -για ευνόητους, ιστορικούς λόγους- Γερμανία. Εκεί οι σοσιαλδημοκράτες συζήτησαν στο πρόσφατο συνέδριό τους το ενδεχόμενο απαγόρευσης του κόμματος NPD, υιοθετώντας την άποψη ότι η περιθωριοποίηση της Ακροδεξιάς είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την εξόντωσή της»


ΑΠΟΨΗ 2:

«Διότι εγώ δεν μπορώ να δεχτώ ότι όσα λέει ο κ. Κωνσταντίνος Πλεύρης είναι έτσι και δεν δέχονται κανέναν αντίλογο, ούτε συμφωνώ με όλα όσα γράφει μέσα το βιβλίο. Τα λέω ξεκάθαρα αυτό… Εάν μπορούσα να κάνω μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης, να είναι από τη μία ο συγγραφεύς ο κ. Πλεύρης, να είναι από την άλλη η αντίθετη πλευρά και εγώ να είμαι στη μέση και να λέω εσύ γράφεις στην τάδε σελίδα του βιβλίου σου αυτά, αυτό το χαρτί, παρουσιάζεις αυτή την απογραφή του πληθυσμού, παρουσιάζεις αυτές τις διαταγές, τι έχει να απαντήσει η άλλη πλευρά; Ναι, θα τόκανα. Αφ' ης στιγμής, όμως, δεν μπορεί να γίνει αυτό, γιατί καλώς ή κακώς η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε ποτέ να το κάνει, να καθίσει δηλαδή με τον κ. Πλεύρη και να συζητήσει γι' αυτό το θέμα, τότε εγώ δεν μπορώ να το δείξω, δεν γίνεται».

Εσύ τι λες για όλα αυτά;

ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

Ο φίλος μου ο Χρίστος έθεσε την πραγματική, κατά την άποψή μου, διάσταση του θέματος στο σχόλιό του. Αντιγράφω το συμπέρασμά του:

Αλλά το θέμα λύνεται με ένα τρόπο - και ο νόμος (όπως πάντα) είναι σαφής - η εφαρμογή του πάσχει ¨Μιλά για προτροπή σε άσκηση βίας κατά όμαδων με φυλετικά κριτήρια..
Και όσο κι αν φωνάζουν οι χριστιανοί δεν κινδυνεύουν αύριο έξω από την εκκλησία να τους την πέσουν 100 άθεοι να τους πλακώσουν στο ξύλο, ούτε οι έλληνες πατριώτες να τους την πέσουν όσοι δεν δίνουν δεκάρα για πατρίδα και ελλάδα - όποτε οταν προσπαθούν να κλείσουν το στόμα των άλλων γιατι όσα γράφουν τους προσβάλλουν γελοιοποιούνται...
Οι μετανάστες όμως τρώνε ξύλο και σκοτώνονται καθημερινά απο τους φασίστες - και για αυτό τέτοια πονήματα δεν πρέπει να κυκλοφορούν...

Δευτέρα, Νοεμβρίου 26, 2007

3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός


Δεν έμαθε ποτέ να παίζει καλό μπάσκετ. Ούτε ποδόσφαιρο –ήταν εντελώς ασυγχρόνιστος. Χέρια –πόδια, πέταγε τη μπάλα και οι καρποί του λύγιζαν αλλάζοντας την πορεία της, κλώτσαγε κι ο αστράγαλός του έστριβε σε διαφορετική κατεύθυνση από εκεί που σημάδευε. Χτύπαγε τότε η μπάλα στο στεφάνι, πήγαινε η πάσα σε αντίπαλο. Ή έξω.
Όμως, τα κατάφερνε στο βόλεϊ. Για κάποιο μυστήριο λόγο μπορούσε να αποκρούσει οτιδήποτε –τα χέρια του, δεμένα μεταξύ τους, σταθεροποιούνταν. Και το σπάσιμο του καρπού βοηθούσε στα καρφιά –τον περίμεναν δεξιά να τον κόψουν κι αυτός κάρφωνε αριστερά. Δεν περηφανευόταν –το βόλεϊ ήταν κοριτσίστικο παιχνίδι. Άσε που φορούσε γυαλιά, τον σημάδευαν κατάμουτρα οι απέναντι κι αυτός έστριβε το κεφάλι, όσο προλάβαινε. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφευγε από το παιχνίδι με τα γυαλιά του κομμένα στα δύο. Γύριζε σπίτι, φώναζαν οι γονείς του και μετά πήγαιναν όλοι μαζί στο μαγαζί οπτικών –είχαν μια θερμοκόλληση που έκανε καρούμπαλο στο σκελετό για να συγκρατείται. Σκέτο ρεζιλίκι.

Αναγκαζόταν να κάνει παρέα με τους πιο κρετίνους από την τάξη του για να κρατάει κάποιο αξιοπρεπές προφίλ. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν «αριστούχος μαθητής» -οι φύτουλες τον σνόμπαραν. Κι αυτός δεν τους γούσταρε –ήταν βαρετοί, ξενέρωτοι. Οι κρετίνοι είχαν περισσότερο χαβαλέ –αλλά μόνο αυτό. Τον έκαναν παρέα για να αντιγράφουν στα διαγωνίσματα, δεν ήταν «αριστούχος», αλλά ένα δεκαεφτάρι το έπιανε στο Λύκειο. Κάπνιζε μαζί τους κι ας τον έτσουζε στο λαιμό, μίλαγε για μηχανές κι ας μην τις έκανε κέφι –μέχρι που ερχόταν η ώρα του παιχνιδιού. Προφασιζόταν τότε κάποια δικαιολογία και χωνόταν στα βιβλία του. Τα εξωσχολικά.
Οι κρετίνοι τον δούλευαν –ο Λεωνίδας μάλιστα τον έλεγε «κοριτσάκι». Ο Λεωνίδας που έγινε ντράμερ για ένα φεγγάρι, σκατά ντράμερ –μέχρι και τις παύσεις έπαιζε! Ο Λεωνίδας που κατάντησε μεσάζοντας –πήρε ένα αγροτικό για να γυροφέρνει τις επαρχίες –αγόραζε πατάτες, καρπούζια, μελιτζάνες και τα πούλαγε στις λαϊκές. Ο μαλάκας ο Λεωνίδας.
Ήταν κι αυτά τα κορίτσια που κυκλοφορούσαν παρέα με τους κρετίνους –άσχημες οι περισσότερες αλλά προκλητικές. Ένα κουμπί ανοιχτό πάνω –δύο κάτω, όταν φορούσαν ακόμα ποδιές. Κολλητά παντελόνια και στενά μπλουζάκια, όταν καταργήθηκαν οι ποδιές. Και ύφος. Πολύ ύφος δικέ μου –λες και είχαν πηδηχτεί με τον Τζιμ Μόρισον! Βαμμένο νύχι, τσιγάρο, πόζα, απαξίωση –κι αν τις στρίμωχνες σε καμιά γωνιά, μόνο για τα προκαταρκτικά σε άφηναν (και αυτά με το ζόρι). Μαλακισμένες.

Ένα χαμόγελο -σκέτη αγκαλιά
Αυτός αγαπούσε τη Μαριάνα. Καστανά, μακριά μαλλιά, πράσινα μάτια, όμορφη –όχι πολύ. Αλλά όμορφη. Και τύπισσα. Δεν κάπνιζε γιατί το θεωρούσε μαλακία, διάβαζε Ντε Μποβουάρ και Λιλή Ζωγράφου –είχε άποψη. Έπαιζε καλό βόλεϊ –σιχαινόταν τα τραγούδια του Πουλόπουλου. Την είχε δει πολλές φορές στο προαύλιο, στα διαλείμματα, αλλά φοβόταν να της μιλήσει. Είχαν παίξει και βόλεϊ –αντίπαλοι, όσο κι αν προσπαθούσε να είναι στην ομάδα της. Ούτε κουβέντα δεν άλλαζαν –μόνο μια φορά δηλαδή, αυτός είχε κάνει κάποιο φαρμακερό σερβίς και η μπάλα ξύρισε τη ρίγα στη φόρμα της πριν σκάσει έξω. Θυμόταν την ανατριχίλα του στην επαφή της μπάλας με το ύφασμα –ήταν σα να την είχε αγγίξει ο ίδιος.
«Έξω», είχε φωνάξει πανηγυρικά η Μαριάνα.
«Σ΄ ακούμπησε», είχε διαμαρτυρηθεί εκείνος.
«Τι;»
Η Μαριάνα είχε πλησιάσει στο φιλέ –απειλητικά. Έβλεπε για πρώτη φορά το πρόσωπό της από τόσο κοντά, το δίχτυ εμπόδιζε αλλά δεν έκρυβε. Τότε, είχε παρατηρήσει κάποια σπυράκια εφηβείας –ένα στο μέτωπό της, άλλο ένα στο πηγούνι.
«Τι είπες;» τον ξαναρώτησε νευριασμένη.
«Τίποτα ... μαλακίες ... Νόμισα πως σε ακούμπησε πριν βγει».
«Όπως το λες. Μαλακίες!» φώναξε το κορίτσι γυρίζοντάς του την πλάτη.
Η κολλητή του η Λίλιαν (Καλλιόπη την έλεγαν δηλαδή), είχε πλησιάσει θυμωμένη –έπαιζε στην ίδια ομάδα με αυτόν.
«Αφού το είδες οτι την ακούμπησε –γιατί μαζεύτηκες μπροστά της;»
«Δεν είδα καλά. Νόμισα. Μπορεί και να έκανα λάθος».
Η Λίλιαν τον είχε κοιτάξει απαξιωτικά –αυτό μόνο.

Μια φορά στην ΕΛΛΗ. Σκαστός από το φροντιστήριο, έπαιζε το «Monterey Pop Festival». Η Μαριάνα, τρεις θέσεις πιο μπροστά του –με μια κολλητή της. Εκείνη η κολλητή πούλαγε μούρη, περνιόταν για ζόρικη γκόμενα – δεν του άρεσε καθόλου. Πριν σβήσουν τα φώτα κάλυψε την απόσταση και βρέθηκε πίσω τους –ρουφώντας με θόρυβο το καλαμάκι της κοκακόλας. Η κολλητή γύρισε, τον είδε, κάτι είπε στη Μαριάνα. Γύρισε κι αυτή.
«Από το σχολείο δεν είσαι;»
«Ναι ...»
«Ο ...»
«Αυτός, ναι».
«Θέλεις να καθίσεις μαζί μας; Βλέπω οτι δεν έχεις παρέα».
Έγινε «άσπρος σίφουνας ΑΖΑΞ». Καβάλησε τα καθίσματα και βρέθηκε δίπλα της. Με την κοκακόλα στο χέρι.
«Ήθελα να σου πω ...»
Την κοίταζε περιμένοντας.
«Τις προάλλες στο βόλεϊ είχες δίκιο. Με βρήκε η μπάλα ...»
«Δεν τρέχει τίποτα. Για πλάκα παίζαμε».
Η Μαριάνα γύρισε μπροστά της –άρχιζαν τα «ΠΡΟΣΕΧΩΣ».
Ξεκίνησε η ταινία, είχε ένα εικοσάλεπτο όλο Ραβί Σανκάρ –βαρέθηκαν. Έπιασαν κουβέντα.
«Έχεις μηχανάκι;»
«Όχι ακόμα. Θα πάρω».
«Σε βλέπω να διαβάζεις, πολλές φορές. Τι διαβάζεις;»
Της είπε. Την εντυπωσίασε. Κι εκείνη διάβαζε. Όχι τόσο όσο αυτός –αλλά διάβαζε πάντως. Μιλούσαν για Χέρμαν Έσσε κι έχασαν τον Έρικ Μπάρντον που τραγούδαγε το «Paint it black». Καλύτερα. Φόραγε μια κουρελού ο Έρικ –μαύρα χάλια!
Επέστρεψαν μαζί στα σπίτια τους, με το λεωφορείο. Η κολλητή είχε στραβώσει για τα καλά –δεν ήταν συνηθισμένη να μην μονοπωλεί την προσοχή. Τράβηξε τη Μαριάνα, γιατί είχαν αργήσει –λέει.
«Θα τα πούμε αύριο στο σχολείο», τον αποχαιρέτησε εκείνη.
Γύρισε στο σπίτι του μόνος. Αμίλητος. Το βράδυ δεν κοιμήθηκε.

Ένα μήνα κάνανε παρέα στα διαλείμματα. Την περίμενε στο «καπνιστήριο», δίπλα στο πάρκινγκ των καθηγητών –εκείνη ερχόταν χαμογελαστή, καθόταν δίπλα του με ένα βιβλίο στο χέρι. Διάβαζε για την επόμενη ώρα. Βασικά δηλαδή συζητούσαν. Για τα πάντα. Σχέσεις, μουσική, κινήματα. Του έμαθε τους It’s a beautiful day, της έλεγε για τους Birthday Party και τους Bauhaus. Η κολλητή της Μαριάνας σπαζόταν.
«Ξεκόλλα από τον ξενέρωτο», της ψιθύριζε στο αυτί.
Εκείνος το είχε ακούσει.
Οι κρετίνοι φίλοι του ενδιαφέρονταν.
«Την πήδηξες ή όχι ακόμα; Κανένα βυζάκι έπιασες; Προχώρα το γιατί θα σε φτύσει».
Εκείνη το είχε καταλάβει.
Αδιαφορούσαν. Μιλούσαν μόνο κι αυτό έφτανε. Την έβλεπε να έρχεται προς το μέρος του με ένα χαμόγελο, σκέτη αγκαλιά –και ήταν αρκετό.

Αλλά έπρεπε να προχωρήσουν. Εκείνος το καταλάβαινε. Ήταν φορές που ήθελε να την αγκαλιάσει κανονικά, όχι μόνο με τη φαντασία του, όλο το «καπνιστήριο» τους είχε για ζευγάρι. Και η Μαριάνα δεν φαινόταν να ενοχλείται. Έπρεπε να κάνει την επόμενη κίνηση.
Φόρεσε κάποιο πρωί την μπλε κολεγιακή με το σήμα της Adidas. Αυθεντική –έδειχνε πολύ σένια μπλούζα. Έβαλε φρεσκοπλυμένο το τζιν του με τα ξέφτια, χτενίστηκε, φόρεσε και την κολόνια του πατέρα. Βρωμούσε κάπως αλλά δεν πείραζε. Το είχε πάρει απόφαση –αυτός έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση.
Και την έκανε. Στις σκάλες του πρώτου ορόφου μπήκε μπροστά και έκοψε το δρόμο της Μαριάνας –δεν ήθελε να πάνε στο «καπνιστήριο», για να μην τους διακόψουν οι κρετίνοι.
«Μαριάνα, ήθελα να σου πω ...»
«Τι πράγμα βρε;»
«Εεε ... θέλεις να τα φτιάξουμε;»
Χαμογέλασε. Καλό σημάδι.
«Κοίτα ... Εντάξει σε συμπαθώ ...»
Αυτό ήταν κακό σημάδι. Την περίμενε να ολοκληρώσει.
«Αλλά ... μωρέ ... είσαι μικρότερός μου!»
Είχε δίκιο. Ένα χρόνο μικρότερός της. Τρίτη Λυκείου εκείνη, Δευτέρα αυτός.
«Εννοώ ... είσαι ο καλύτερός μου φίλος. Μπορούμε να κουβεντιάζουμε τα πάντα, σε συμπαθώ πολύ. Αλλά ... σε βλέπω μόνο σαν φίλο ...»
Η κλασσική κοριτσίστικη χυλόπιτα. Εκείνος κατέβασε το κεφάλι –ντρεπόταν. Πως του είχε περάσει από το μυαλό; Αυτός και η Μαριάνα; Πόσο μαλάκας ήταν για να πιστέψει οτι υπήρχε τέτοια προοπτική;
«Καλά ... δεν τρέχει τίποτα ...», κατάφερε να ψελλίσει. «Απλά ήθελα να ξέρω ...»
Είχε στερέψει από δικαιολογίες.
«Θα πας στο ‘καπνιστήριο’;» τον ρώτησε η Μαριάνα.
«Μπα ... όχι. Πρέπει να περάσω από την τάξη μου, έχω μια άσκηση να λύσω ...»
Εκείνη έφυγε. Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει. Δεν ξαναμίλησαν από τότε. Μόνο τυπικά –όταν έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο.
Η κολλητή της πανηγύριζε. Είχε κι έναν καινούργιο γκόμενο, εξωσχολικό, ο οποίος είχε έναν φίλο ... Τέτοια πράγματα.

Ένοχος
Εκείνος κάπνιζε μόνος στην πλατεία, κοντά στο σπίτι του. Κάποιοι από τους κρετίνους έπαιζαν δίτερμα –με πέτρες για δοκάρια. Δεν είχε όρεξη ούτε να διαβάσει.
Τον πλησίασαν όταν άρχισε να σκοτεινιάζει.
«Τι έγινε μαλάκα; Σε χυλοπίτιασε η Μαριάνα;»
Κρατούσαν μπύρες και σουβλάκια.
«Γιατί το λέτε ρε σεις; Καμιά σχέση –απλά βαρέθηκα. Δεν πήγαινε και πουθενά...»
«Της την έπεσες;»
«Τελικά όχι».
«Μαλακία σου».
«Δε γούσταρα».
«Ναι, καλά! Είναι που σε κυνηγάει και η Βαλερί Καπρίνσκι –τι να ασχολείσαι με τη Μαριάνα;»
Γέλαγαν. Αυτός πάλι –όχι.
Ξόδεψε το χαρτζιλίκι του σε κουτάκια μπύρας –έπινε μαζί τους μέχρι αργά. Ζαλίστηκε. Δεν είχε φάει τίποτα, δεν μίλαγε σχεδόν καθόλου –μόνο τους άκουγε να συζητάνε για κάποιον βλάκα που άφηνε τη μηχανή του ξεκλείδωτη. Μπορούσαν άνετα να του τη φάνε. Να την πάρουν για βόλτες στη «Βούτα», να παίξουν κανένα στοίχημα –που ξέρεις; Μπορεί να έβγαζαν κανένα μηχανάκι στην κόντρα –καλή φάση! Κι αν έχαναν δεν έτρεχε μία. Μήπως δικιά τους θα ήταν η μηχανή;
«Τι λες;»
«Για ποιο πράγμα;»
«Πάμε να τη βουτήξουμε;»
«Δεν έχω όρεξη».
«Έλα ρε κότα! Μη γίνεσαι σπαστικός!»
Πήγαν. Ήταν εύκολο. Ο τύπος δεν έβαζε λουκέτο –δυο γερές στο τιμόνι κι έσπασε το κεντρικό κλείδωμα. Την πήγαν τσουλώντας μέχρι δυο στενά πιο κάτω. Εύκολο. Ψείρισαν τα καλώδια –η μηχανή πήρε μπροστά από το μπουζί.
«Πάρτη για μια βόλτα ρε βλάκα!»
Την πήρε. Ήταν ωραία μηχανή, έστριβε μαλακά σα σφουγγάρι, επιτάχυνε κλωτσώντας. Για λίγο ξέχασε τη Μαριάνα –άκουγε τον κινητήρα να στροφάρει και η άσφαλτος χανόταν στον αέρα που δάκρυζε τα μάτια του. Για λίγο.

Οι μπάτσοι έκαναν μπλόκο, δεν φορούσε κράνος –τους είδε αργά. Σκέφτηκε να γκαζώσει, δεν είχε άλλη λύση. Το προσπάθησε κιόλας –κάρφωσε την τρίτη και έστυψε απότομα το δεξί γκριπ. Να φύγει!
Η μηχανή σκόρτσαρε και έσβησε. Αυτό ήταν. Τον τσίμπησαν με χαρακτηριστική ευκολία. Στην Ασφάλεια του είπαν να βγάλει τα γυαλιά πριν τον πλακώσουν στα χαστούκια. Το κεφάλι του βούιζε –κατουριόταν. Δεν άκουγε τι του έλεγαν, δεν σκεφτόταν τις συνέπειες, δεν καταλάβαινε. Μόνο να μην του φύγουν τα κάτουρα –εκεί είχε επικεντρωθεί. Τον παράτησαν για λίγο –έπιασαν την κουβέντα μεταξύ τους. Μετά έφυγαν από το δωμάτιο. Βρήκε ένα νιπτήρα στην άλλη άκρη –κατούρησε, ξαλάφρωσε. Περίμενε. Κρύωνε. Έτρεμε. Από φόβο.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο πατέρας του. Κατακίτρινος, χαμένος.
«Γιατί παιδί μου; Τι σου έλειψε;»
Εκείνος δεν έλεγε κουβέντα. Μόνο κοιτούσε κάτι βαθουλώματα στο ξύλινο τραπέζι –αναρωτιόταν από τι έγιναν.
«Σε μπλέξανε αγόρι μου. Αυτά τα κωλόπαιδα που κάνεις παρέα –το ξέρω εγώ».
Άκουγε περιμένοντας την κατάληξη.
«Αλλά ο Διοικητής είναι γνωστός μου, φίλος μου! Πες τους ποιοι ήταν και θα σε αφήσουν να φύγεις. Δεν είναι κρίμα να καταστρέψεις τη ζωή σου; Θα σε κλείσουν αναμορφωτήριο!»
Αυτή λοιπόν ήταν η κατάληξη. Συνέχιζε να ακούει, αμίλητος.
«Σε παρακαλώ αγόρι μου! Η μάνα σου δεν ξέρει τίποτα –κρυφά έφυγα από το σπίτι. Αν το μάθει θα πεθάνει –πες τους ποιοι ήταν κι εσύ θα ξεμπλέξεις, στο υπόσχομαι!»
Τότε σήκωσε το κεφάλι –ο πατέρας του έκλαιγε. Απελπισία. Είχε κρύψει το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους, δεν ήταν τα λόγια που τον έκαναν να πάρει την απόφαση.
Ήρθε ο Διοικητής –οι άλλοι, που τον βάραγαν, είχαν εξαφανιστεί.
«Σε ακούω αγόρι μου. Μην ξεχνάς οτι θέλω το καλό σου –γνωρίζω την οικογένειά σου, είσαστε καλοί άνθρωποι. Ξέρω οτι σε παρέσυραν –δεν ωφελεί να τους καλύπτεις».
Τα είπε όλα. Ονόματα, διευθύνσεις –ότι ήξερε. Έδωσε τους υπόλοιπους κρετίνους χωρίς να πάρει τα μάτια του από τα βαθουλώματα του ξύλινου τραπεζιού.
«Θα σε αφήσουμε να πας σπίτι σου τώρα. Τυπικά είσαι στο κρατητήριο μέχρι να περάσεις αύριο από αυτόφωρο. Βασίζομαι στον λόγο του πατέρα σου –αύριο πρωί να είσαστε στα Δικαστήρια. Εντάξει; Ο εισαγγελέας θα ορίσει δικάσιμο μετά από κανένα χρόνο –εμείς θα κανονίσουμε να θαφτεί η υπόθεση. Τα όργανα που σε συνέλαβαν δεν θα καταθέσουν –οι υπόλοιποι της παρέας σου θα κατηγορηθούν για την κλοπή. Εντάξει παιδί μου;»
Δεν μιλούσε –τι να έλεγε; Έφυγε αγκαζέ με τον πατέρα του –περπάτησαν μέσα από τις σκιές των πεζοδρομίων, όχι πλέον σαν κλέφτες, αλλά σαν ένοχοι. Η μητέρα του ήξερε τα πάντα, τελικά. Έκλαιγε στο σπίτι –αγκαλιάστηκαν. Δεν ξαναμίλησαν γι΄αυτό. Έπιασαν τους υπόλοιπους, κάποιους τους άφησαν, έναν ή δυο κράτησαν και τους φόρτωσαν τα πάντα. Κανένας από το σχολείο δεν έμαθε για την ανάμειξή του.

Προσχεδιάζοντας
Άνοιξε την τηλεόραση. Είχε πάρει να νυχτώνει –ώρα για τα δελτία ειδήσεων. Χρησιμοποιούσε ένα πάλμτοπ για την καταγραφή απόψεων, συμπερασμάτων, σκέψεων. Όταν τελείωνε, φρόντιζε να εξαφανίσει τη συσκευή σε μια εσοχή της ντουλάπας –στην κρεβατοκάμαρά του. Η εσοχή έμοιαζε με μικροκαμωμένο χρηματοκιβώτιο στο πάτωμα της ντουλάπας, κάτω από ένα πλακάκι. Είχε φροντίσει να μην φαίνεται κούφιο το πλακάκι –είχε προνοήσει να δημιουργήσει ένα σύστημα με ασφαλισμένο ελατήριο –αρκούσε κάποιο μελετημένο πάτημα του ποδιού στο σοβατεπί για να απασφαλιστεί το ελατήριο και να διαλυθεί το πάλμτοπ από το βάρος του ποδιού.

Η οθόνη της τηλεόρασης γέμισε από ένα μπουρδουκλωμένο πάνελ –δημοσιογράφοι, βουλευτές, πρωταγωνιστές τηλεπαιχνιδιών. Έβαλε τα πόδια του πάνω στον καναπέ, τράβηξε πιο κοντά το τασάκι και άνοιξε μια κονσέρβα τόνου. Δεν πεινούσε –περισσότερο η αμηχανία ήταν. Η αναμονή.

Κάποιοι μονόλογοι
«Γιατί δεν προκηρύσσετε εκλογές; Εμείς δεν κατηγορούμε κανέναν –δεν λέμε πως έγινε λαθροχειρία, αλλά είναι φανερό πως τα αποτελέσματα είναι άκυρα. Το κόμμα μου …»
«Το κόμμα σας επιδιώκει την δημιουργία συνθηκών ανασφάλειας, το κόμμα σας κινδυνολογεί ασύστολα, παίζει παιχνίδια στην πλάτη των πολιτών. Νομίζετε πως αντέχει η χώρα την προκήρυξη εκλογών σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Υπάρχουν εθνικά θέματα ανοιχτά …»
«Και θα τα κλείσετε εσείς; Πως θα το κάνετε αυτό, όταν δεν είσαστε σίγουροι ότι έχετε την πλειοψηφία; Γιατί δε μας λέτε …»
«Τι να μας πουν οι άνθρωποι; Έχουν αγκιστρωθεί στις καρέκλες τους και δεν θέλουν να σηκωθούν! Η εξουσία …»
«Μιλάτε εσείς για εξουσία; Εσείς που διαμορφώνετε τις απόψεις του κόσμου από τις τηλεοράσεις; Εσείς που κάνετε το άσπρο –μαύρο; Εσείς …»
«Σας παρακαλώ να ανακαλέσετε αμέσως! Τι πράγματα είναι αυτά; Δεν είναι δυνατόν να …»
«Ντροπή σας! Ο κόσμος …»
«Ο κόσμος έχει καταλάβει το παιχνίδι σας και θα σας καταδικάσει ….»
«Πότε; Εδώ έχει καταργηθεί το δικαίωμα του λαού για εκλογές …»
«Είναι απαράδεκτα αυτά που λέτε! Θέλετε να δημιουργήσετε εντυπώσεις …»
«Κύριοι! Κύριοι σας παρακαλώ! Θα αναγκαστώ …»
«Ο λαός θα σας απαντήσει στους δρόμους! Εκεί θα πάρετε …»
«Δεν θα ανεχθούμε τη διασάλευση της τάξεως …»
Έκλεισε τον ήχο, αφήνοντας μόνο την εικόνα να φωτίζει το δωμάτιο. Είχε τελειώσει την κονσέρβα και ένιωθε το περιεχόμενό της μονοκόμματο στο στομάχι του. Αηδία.
Άναψε τσιγάρο.

Σημειώσεις
«Ημερομηνία: 7,15 μετά το 0,

Δείχνει να ετοιμάζεται η σύγκρουση μεταξύ των δυο διεκδικητών της εξουσίας. Οι διαδηλώσεις της αντιπολίτευσης θα φέρουν αντιδιαδηλώσεις –δεν μπορεί να στηριχτούν μόνο στα σώματα Ασφαλείας. Άλλωστε, ψάχνουν λαϊκό έρεισμα.
Είναι θέμα χρόνου οι προβοκατόρικες ενέργειες, είναι θέμα χρόνου η απώλεια της ψυχραιμίας από τους ένοπλους. Θα υπάρξουν, άραγε, νεκροί; Τέτοιο ενδεχόμενο μοιάζει θετικό και εκτιμώ πως -όσο νωρίτερα, τόσο λιγότεροι. Ένας νεκρός σε διαδήλωση, ή σε προβοκατόρικη ενέργεια θα τρομάξει και θα συσπειρώσει. Αν οι ταραχές απλωθούν (βάθος πεδίου, βάθος χρόνου) θα γίνει μακελειό. Όσο τα κανάλια λειτουργούν –ένας νεκρός ισοδυναμεί με εκατοντάδες. Αν σταματήσουν οι μεταδόσεις, εκατοντάδες νεκροί θα μοιάζουν αόρατοι.

Συμπέρασμα: Άμεση επιδείνωση της κατάστασης μοιάζει αναπόφευκτη. Αναγκαία.
Ερωτήσεις: Πότε θα καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει; Πότε θα συσπειρωθούν βλέποντας πως η εξουσία χάνεται; Πόσο χρόνο έχουμε;
Άμεσες ενέργειες: Καταγραφή της κατάστασης από τους συνδέσμους στις γειτονιές. Διερεύνηση των προθέσεων –πόσοι ακολουθούν αμυντική τακτική, πόσοι σκοπεύουν σε επιθετικές δραστηριότητες. Διερεύνηση δυνατοτήτων διείσδυσης, διεύρυνσης».

Κανένα χαμόγελο -καμιά αγκαλιά
Έβαλε το πάλμτοπ στη θήκη του και το έθαψε στην κρυψώνα της κρεβατοκάμαρας. Είδε το κρεβάτι –αυτόματα νύσταξε. Τι ώρα είναι; Νωρίς. Νύσταζε. Και δεν είχε ετοιμάσει το cd με τις κατευθυντήριες γραμμές που θα πρότεινε μέσα στα φόρα. Δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν πολλά –μόνο εμπειρικές υποδείξεις, προτάσεις, σχόλια. Με την ελπίδα ότι κάποιοι θα άλλαζαν λίγο την τακτική τους -δεν χρειαζόταν να ξαναγίνουν όλα τα λάθη από την αρχή. Δεν χρειαζόταν να χαθεί πάλι χρόνος –ή μήπως χρειαζόταν; Προσωπικές εμπειρίες –μεταβιβάζονται; Ας έκαναν ότι ήθελαν τα παιδιά –ο δικός τους ρόλος είχε εξαντληθεί στο επίπεδο ανάφλεξης. Το περίμεναν αυτό –αδημονούσαν. Να βρεθούν στους δρόμους, ελεύθεροι από υποχρεώσεις.

Ξάπλωσε με τα ρούχα και τράβηξε κάποια κουβέρτα μέχρι τη μύτη του. Υπερένταση, κατήφεια –ελπίδα, απόγνωση. Είχαν δώσει τις ζωές τους –εντάξει, δεν ήταν μεγάλη η θυσία –σωροί σκουπιδιών οι ζωές τους, κοινωνική αχρηστία ή κάτι άλλο; Διάλεξαν το κάτι άλλο. Σοβαροί και δογματικοί σαν καλόγεροι, ταγμένοι στη χάρη της. Μυρμήγκια που περίμεναν το τέλος –όταν το οικοδόμημα που έστηναν θα απαιτούσε να θαφτούν, στα θεμέλια. Φανατικοί; Μάλλον αβέβαιοι. Διστακτικοί στη σκέψη, αποφασιστικοί στην πράξη. Δεν υπάρχει λάθος που να μην αξίζει να γίνει. Προχώρα και βλέπουμε. Μετά. Αλλά προχώρα. Πως και θυμήθηκε τη Μαριάνα προηγουμένως;

Υπήρξαν άλλα κορίτσια και μετά ήρθαν άλλες γυναίκες. Ποιο όμορφες από αυτή, πιο ενδιαφέρουσες. Κάθε φορά που τις φιλούσε –έβγαινε έξω από τη στιγμή και παρατηρούσε. Τον εαυτό του αγκαλιά με μια γυναίκα, το πουκάμισό του να έχει κρεμάσει γελοία έξω από το παντελόνι, το πρόσωπό του κόκκινο. Έξαψη. Αναμονή. Με το ζόρι κρατούσε τα γέλια του. Αυτός ακόμα αγαπούσε τη Μαριάνα.

Μια φορά στη λαϊκή –είχε πάει να ψωνίσει φρούτα για τη μάνα του. Την είδε με ένα κουτσούβελο κρεμασμένο στο δεξί της χέρι. Με περισσευούμενα κιλά, απεριποίητα μαλλιά, αταίριαστα ρούχα. Έψαξε –ζορίστηκε για να βρει το χαμόγελο που είχε ερωτευτεί στην κοπέλα. Το βρήκε;
Εκείνη τον είχε πλησιάσει διστακτική –εκείνος θα απέφευγε τη συνομιλία.
«Τι κάνεις; Εσύ δεν είσαι; Πόσα χρόνια!»
«Πολλά. Πως περνάει ο καιρός!»
«Ναι. Ο γιος μου …»
Συγκράτησε το πόδι του να μην κλωτσήσει το ενοχλητικό πιτσιρίκι.
«Εσύ τι κάνεις; Παντρεύτηκες;»
«Μπα… Δεν βρήκα τίποτα …»
«Κρίμα …»
«Έτσι λες;»
Η γυναίκα με το παιδί στο δεξί χέρι. Σε δύσκολη θέση. Αμίλητα αμήχανη.
«Εσύ περνάς καλά;»
«Ας τα λέμε …»
«Μπράβο».
Πάλι σιωπή. Την κοίταζε με βολικό χαμόγελο. Παρακαλούσε να του πει «αντίο», να φύγει …
«Χαθήκαμε από τότε …»
Δεν ήθελε να μιλήσει για «τότε».
«Χαθήκαμε όντως».
«Ήσουν ο καλύτερός μου φίλος …»
«Ναι, είδες; Ο καλύτερος φίλος των κοριτσιών! Υπάρχει μεγαλύτερη μαλακία;»
Σφίχτηκε, του έκανε νόημα –«το παιδί!»
«Χάρηκα που σε είδα».
«Κι εγώ».
Επιτέλους θα τελείωνε το μαρτύριο.
«Μαριάνα;»
«Πες μου».
«Τίποτα. Να προσέχεις».
«Κι εσύ».
Γύρισε την πλάτη –ξέχασε μια σακούλα με πορτοκάλια. Έφυγε για μια ακόμα φορά –όχι σαν κλέφτης, αλλά σαν ένοχος.

Θυμήθηκε τη Μαριάνα γιατί είχε δει το Γιάννη –αυτό ήταν! Όσο έψαχνε την κονσέρβα στα συρτάρια της κουζίνας, η τηλεόραση έπαιζε τις «καυτές ειδήσεις». Άκουγε χωρίς να παρακολουθεί, ένα αυτοκίνητο είχε ανατιναχτεί στα νότια προάστια –μπαινόβγαινε στο καθιστικό, σταμάτησε απότομα με το ανοιχτήρι στο χέρι. Ένας σκελετός αυτοκινήτου ακόμα κάπνιζε στο κέντρο της οθόνης, κυκλωμένος από ασθενοφόρα και περιπολικά –στην άκρη, δεξιά, ο Γιάννης χάζευε τη σκηνή. Η κάμερα τον είχε εντοπίσει, ασταθείς εικόνες του δρόμου όσο τον πλησίαζε. Ο Γιάννης είχε βιαστεί να χωθεί στο σπίτι του. Έμοιαζε απορημένος. Ο Γιάννης που είχε δραπετεύσει.

Του έλειπαν. Και ο Γιάννης και οι υπόλοιποι –η μοναδική παρέα που έκανε. Διασκέδαζαν, γελούσαν πολύ όταν βρίσκονταν, αλλά το θυσίασαν κι αυτό. Επιφυλακτικές συναντήσεις στις συναυλίες του Nick Cave, αργότερα, λίγες προσεκτικές κουβέντες στο ίντερνετ. Σπάνια βρίσκονταν συνδεδεμένοι, όλοι μαζί. Μηνύματα συνήθως, αφημένα σε εικονικές προεξοχές τοίχων –«υπάρχω, υπάρχεις;», «τα κατάφερα, εσύ πως πας;», «τώρα πρέπει να γίνει, τώρα, τώρα!» Καμουφλαρισμένα μέσα σε πρόστυχες αγγελίες και αδιάφορες μουσικές αναζητήσεις. Αυτά δεν ήταν αρκετά –δηλαδή, εντάξει, αρκετά ήταν. Η υπόθεση προχωρούσε. Αλλά του έλειπαν. Ο Γιάννης και οι υπόλοιποι.

Αργή μέρα
Ξύπνησε πιασμένος παντού. Βρώμικη ανάσα, ιδρώτας στις μασχάλες και στο στήθος. Κουρασμένος μετά από 10 ώρες ξεκούρασης. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί κάτω από το ντους, έβαλε τις σκέψεις του σε τάξη όσο ξυριζόταν. Θα πήγαινε νωρίς στη δουλειά σήμερα.

Ο δρόμος, κάτω από το σπίτι του, δεν είχε τη συνηθισμένη κίνηση –ο κόσμος δεν έτρεχε, μόνο βάδιζε επιφυλακτικά. Ο φούρνος στην απέναντι γωνία –μισοσκότεινος. Μια γυναίκα έβγαινε απογοητευμένη –ο φούρνος δεν είχε βγάλει ψωμί σήμερα. Τεράστια ουρά στη στάση λεωφορείου –είπε να σταθεί τελευταίος. Μετάνιωσε –θα έπαιρνε ταξί. Που να βρεις ταξί πρωινιάτικα; Παγιδεύτηκε στο κοπάδι των εργαζομένων που αγωνιζόταν να πάει για άρμεγμα. Ήθελε να φτάσει στη δουλειά του, δεν άντεχε τον συνωστισμό, δεν άντεχε την αναμονή –έσφιξε τις γροθιές του. Ένα λεωφορείο φάνηκε από την άκρη του δρόμου, ο κόσμος στριμώχτηκε ανάγωγα, συμπιέζοντάς τον στο κουβούκλιο της στάσης. Το λεωφορείο πλησίασε, έκοψε ταχύτητα. Περισσότερο στρίμωγμα.

Το λεωφορείο πέρασε τη στάση χωρίς να σταματήσει –ο κόσμος κοίταζε έκπληκτος. Για λίγο. Το λεωφορείο συνέχισε να απομακρύνεται αργά.
«Ρε παλιοκερατάδες! Αλλά δε φταίτε εσείς … εμείς οι μαλάκες φταίμε!»
«Μόνο όταν έρχονται τα κανάλια δουλεύουν οι αλήτες!»
«Αίσχος ρε!»
Ο οδηγός του λεωφορείου έβγαλε το κεφάλι του από το παράθυρο, ακούγοντας το βρισίδι. Ένευσε προς το πλήθος απαξιωτικά. Το πλήθος σείστηκε. Κάποιος μεσόκοπος σήκωσε ένα κομμάτι από τσιμεντόλιθο και το εκσφενδόνισε στο πίσω τζάμι του λεωφορείου. Το τζάμι ράγισε αλλά δεν έσπασε. Ο οδηγός φρέναρε τώρα. Άνοιξε την πόρτα και κρεμάστηκε έξω. Έβρισε –αλλά τα λόγια του χάθηκαν στη φασαρία. Ο κόσμος πλησίαζε το λεωφορείο ανεξέλεγκτα.

Απομακρύνθηκε με αργά βήματα. Δεν είχε καμιά όρεξη να μπλεχτεί στη φασαρία. Αηδίαζε κιόλας με τις αντιδράσεις του πλήθους. Κόσμος έτρεχε –ευτυχώς πέτυχε κάποιο άδειο ταξί. Έδωσε τη διεύθυνση της δουλειάς του …
«Τι γίνεται εκεί έξω;» ρώτησε ο ταξιτζής.
«Δεν ξέρω –δεν πρόσεξα», είπε εκείνος.

Μπήκε στο αρχαίο ασανσέρ –μόνος, λαχανιασμένος. Σταμάτησε στον όροφό του, ένας κακομοίρης τον καλημέρισε μπαίνοντας. Δεν του απάντησε. Έφτασε στο γραφείο του αποφεύγοντας να κοιτάξει τριγύρω. Κάθισε, ξέσφιξε τη γραβάτα και μέτρησε την ώρα για τον πρωινό καφέ παίζοντας με το τσιγάρο του.

Χτύπησε η πόρτα. Δεν ήταν ο καφές. Μια γραμματέας …
«Κύριε Ανδριτσάκη … σας θέλει ο Γενικός ….», έμπλεκε τα δάχτυλά της περιμένοντας να φύγει.
«Πότε με ζήτησε;»

«Πριν μισή ώρα …»
«Και μου το λες τώρα;»
«Μα … αφού …»
«Καλά! Πήγαινε!»
Ο στριμμένος κύριος Αντώνης Ανδριτσάκης.

Έπρεπε να πιει καφέ, έπρεπε να καπνίσει το τσιγάρο του. Αν δεν άνοιγαν τα μάτια του πως θα αντιμετώπιζε τον Γενικό; Αδημονούσε. Ήρθε ο καφές –μέτριος –τον ρούφηξε αχόρταγα, έσβησε το τσιγάρο στη μέση. Το χαράμισε. Σηκώθηκε βιαστικός για τη συνάντηση με τον Γενικό.

Ανέβηκε με το ασανσέρ, κατέβασε τους χτύπους της καρδιάς του. Αποτελεσματικά. Η γραμματέας του Γενικού χαμογέλασε –δείχνοντας την κλειστή πόρτα. Μπήκε.
«Κύριε Ανδριτσάκη!» πετάχτηκε ο Γενικός. Ανυπόμονος.
«Καλημέρα σας», είπε εκείνος τυπικά. Ποιος ήταν ο άλλος που βρισκόταν στο γραφείο; Που τον είχε ξαναδεί;
«Να σας συστήσω τον κύριο Αλεξίου. Είναι προϊστάμενος της Διεύθυνσης …»
Κούνησε το χέρι του ήρεμα.
«Δεν είναι ανάγκη. Τον γνωρίζω τον κύριο Αλεξίου … Πως είστε αγαπητέ;»
Ο άλλος χαμογέλασε τυπικά όσο εκείνος καθόταν δίπλα του. Βέβαια! Ο Αλεξίου από τη Διεύθυνση Διαχείρισης Κρίσεων. ΚΥΠατζής. Τον περίμενε –αν και όχι τόσο γρήγορα.
«Αντιλαμβάνεσθε το πρόβλημα που έχει προκύψει με τα αποτελέσματα των εκλογών κύριε Ανδριτσάκη …», έκανε εισαγωγή ο Γενικός.
«Απολύτως», τον διαβεβαίωσε. «Έχω κάνει ήδη αναφορά και απαιτώ να ενεργοποιηθούν οι σχετικές ρήτρες προς την εταιρεία επεξεργασίας των αποτελεσμάτων. Επίσης έχω διατάξει ΕΔΕ –αν και δεν νομίζω πως θα έχουμε κάποιο αποτέλεσμα από εκεί …», δαγκώθηκε. Γιατί προέτρεχε; Απέφυγε να κοιτάξει τον Αλεξίου.
«Μην αποκλείετε τίποτα κύριε Ανδριτσάκη», σχολίασε ο Αλεξίου. Σιγά μην το άφηνε!
«Θέλω να πω … η Διεύθυνσή μου ενήργησε καθ’ όλα νομότυπα», προσπάθησε να το σώσει.
«Καλώς –αυτά δεν έχουν σημασία τώρα. Εκείνο που μας απασχολεί είναι η αναφορά σας», του είπε ο Γενικός.
«Τι εννοείτε;»
«Θα πρέπει να την αποσύρετε».
«Πως;»
Ο Γενικός σηκώθηκε προσπαθώντας να φανεί επιβλητικός. Δεν τα κατάφερε. Ένας αποτυχημένος δικηγόρος ήταν –έτσι ακριβώς έδειχνε.
«Κύριε Ανδριτσάκη, αν το πάρουν χαμπάρι τα κανάλια θα τη σταυρώσουν την εταιρεία. Δεν νομίζετε πως κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο; Τουλάχιστον πριν καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα».
Σηκώθηκε κι αυτός.
«Μα τι λέτε τώρα; Η εταιρεία έκανε λάθος στα αποτελέσματα και η χώρα είναι ανάστατη! Πως θα το αφήσουμε έτσι; Θα κατηγορήσουν εμάς! Το Υπουργείο, εσάς …».
«Όχι εμένα κύριε Ανδριτσάκη! Εγώ δεν ήμουν εδώ, είχα παραιτηθεί υπέρ του υπηρεσιακού Γενικού Γραμματέα –σωστά;»
«Έστω … εμάς όμως;»
Σιωπή. Ο Γενικός δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τους Δημόσιους υπάλληλους που μπορεί να κατηγορούνταν. Αλλά δεν επρόκειτο να το παραδεχτεί.
«Η Διεύθυνσή μου διεξάγει ήδη έρευνες και είμαστε σε καλό δρόμο. Εσείς δεν έχετε καμιά δουλειά να εμπλακείτε. Αφήστε την υπόθεση σε μας», είπε αργά ο Αλεξίου.
«Διαφωνώ! Τα αποτελέσματα φέρουν την υπογραφή μου –δεν πρόκειται να παίξω την καριέρα μου!»
«Έλα τώρα βρε Αντώνη! Αφού ξέρουμε πως οι υπογραφές των Διευθυντών είναι τυπικές! Το πολύ να κατηγορηθεί ο εισηγητής … πρώτη φορά θα είναι;» γέλασε ο Γενικός.
«Ο εισηγητής είναι υπάλληλός μου! Δεν είμαι διατεθειμένος να …»
«Η Διεύθυνσή μου έχει αναλάβει πλήρως τον χειρισμό της υπόθεσης. Μην με κουράζετε αναγκάζοντάς με να το επαναλάβω κύριε Ανδριτσάκη», είπε ο Αλεξίου.
Ξανακάθισε. Έδειχνε σκεπτικός. Ήταν ξαλαφρωμένος –ήσυχος. Σίγουρος οτι δεν το έδειχνε.
«Εν πάση περιπτώσει …»
«Χαίρομαι που κατανοείς τη σοβαρότητα της υπόθεσης Αντώνη».
«Διατηρώ όμως κάποιες επιφυλάξεις …»
«Μην ανησυχείς. Ο κύριος Αλεξίου είναι ικανότατος …»
«Τι είδος μουσικής ακούτε κύριε Ανδριτσάκη;»
Έστρεψε το κεφάλι του απότομα προς τον άλλο άντρα. Τι σκατά ήταν αυτό;
«Δεν κατάλαβα …»
«Τι είδος μουσικής ακούτε; Τζαζ, κλασσική, ροκ, έντεχνη;»
«Δεν ακούω πολύ μουσική … Απ΄ όλα υποθέτω … Γιατί;»
«Τίποτα –απλώς αναρωτιόμουν. Εγώ ακούω μπλουζ και τζαζ κυρίως …»
«Ενδιαφέρον …», σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. Κοντοστάθηκε. Μια πινελιά ειλικρίνειας ήταν πάντα χρήσιμη. «Παλιότερα όμως πήγαινα σε πολλές συναυλίες. Άκουγα ροκ … κυρίως. Με χρειάζεστε κάτι άλλο;»
Οι άντρες κούνησαν αρνητικά τα κεφάλια τους.

«Φαντάζεστε τον Ανδριτσάκη ροκά;» είπε ο Γενικός όταν έμειναν οι δυο τους. «Μοιάζει εφιαλτικό, για να μην πω γελοίο!»
Ο Αλεξίου κούνησε το κεφάλι του σκεπτικός.
«Κάθε απρόβλεπτη ανθρώπινη συμπεριφορά είναι εφιαλτική», είπε.
«Νομίζετε πως έχει καμιά σχέση με την αλλαγή των αποτελεσμάτων;»
«Μπορώ να διακρίνω κάποιο κίνητρο. Αν άλλαζε η κυβέρνηση, θα έχανε τη θέση του. Αλλά δεν φαίνεται να είχε τις γνώσεις για κάτι τέτοιο … Βέβαια …»
«Ναι;»
«Εντοπίσαμε μια είσοδο στη βάση των αποτελεσμάτων από τη γραμματεία του Ανδριτσάκη. Το άτομο που μπήκε φρόντισε να καλυφθεί πλήρως, αλλά δεν σκέφτηκε να σβήσει τα ίχνη του από το ντράιβ του υπολογιστή. Το γεγονός είναι πως φτιάχτηκε ένα cd εκεί πέρα, αργά το απόγευμα. Ο Ανδριτσάκης είχε ήδη υπογράψει το διαβιβαστικό, αλλά τα έγγραφα ήταν ακόμα στο γραφείο του. Θα μπορούσε κάποιος να αλλάξει το cd».
«Κατάλαβα», είπε ο Γενικός μη έχοντας καταλάβει τίποτα.
Ο Αλεξίου σηκώθηκε.
«Θα σας κρατώ ενήμερο για κάθε νεότερη εξέλιξη στις έρευνές μας».
«Να το κάνετε οπωσδήποτε κύριε Αλεξίου».

Κατέβηκε με τα πόδια τους ορόφους, δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να περάσει από τη Διεύθυνση του Ανδριτσάκη. Η πόρτα του γραφείου του ήταν κλειστή. Οι υπάλληλοί του τριγυρνούσαν στους διαδρόμους αγχωμένοι.

«Αν το έκανες, είσαι μεγάλη κουφάλα Ανδριτσάκη!» σκέφτηκε καθώς πήγαινε προς τις σκάλες. Άκουσε καυγάδες από τους κάτω ορόφους –το Υπουργείο ήταν ανάστατο. Έφτασε στο υπόγειο –κατευθύνθηκε προς το γραφείο του και κλειδώθηκε μέσα. Δεν έκανε τον κόπο να αναρωτηθεί για τη χρησιμότητα της έρευνάς του –έτσι κι αλλιώς η κατάσταση ξέφευγε από κάθε έλεγχο με καταιγιστικούς ρυθμούς. Τον απασχολούσε μόνο ο χρόνος που διέθετε.

«Αν το έκανες θα σε ξεσκίσω Ανδριτσάκη. Όχι γιατί διαφωνώ –αλλά γιατί έτσι πρέπει να γίνει». Είπε χαμηλόφωνα.

(συνεχίζεται ασαφώς)

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2007

Τίποτα δεν είναι Δεδομένο

Θυμάμαι την εποχή που τα ατομικά δικαιώματα ήταν προφανή, τα εργασιακά δικαιώματα ήταν αδιαπραγμάτευτα και οι προσωπικές ελευθερίες δεν καθορίζονταν από τα δελτία ειδήσεων. Όχι πολύ παλιά –ίσως εσύ να μην τα θυμάσαι γιατί, τότε πήγαινες σχολείο, ας πούμε. Ή επειδή ποτέ δεν κατάλαβες τον λόγο που γινόταν η όλη κουβέντα, τον λόγο δημιουργίας κάποιων ανεξάρτητων αρχών που είχαν μόνο ονόματα αλλά όχι και αρμοδιότητες. Γι΄αυτό θα σου πω όσα θυμάμαι –μήπως βγάλεις κάποια άκρη –τώρα. Την ώρα που καταργούν ακόμα και τους τύπους, με το πρόσχημα της έλλειψης ουσίας!

Μια εποχή, λοιπόν, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τις αυθαιρεσίες που γεννούσαν τα ίδια τα ισχύοντα κοινωνικά της συστήματα. Μπάτσοι τα άρπαζαν και κανένας δεν τους τιμωρούσε, πολίτες ταλαιπωρούνταν από τον γραψαρχιδισμό των δημοσίων υπαλλήλων, εταιρείες έκλεβαν στοιχεία και τα μεταπωλούσαν. Τα φαινόμενα ήταν αλλεπάλληλα και εμφανίστηκε η ανάγκη αντιμετώπισής τους. Εντάξει, μην τρελαίνεσαι –δεν θέλησε κανένας να φτιάξει έναν δικαιότερο κόσμο. Απλά αποφάσισαν να ιδρύσουν κάποιες Ανεξάρτητες Αρχές για «τα μάτια του κόσμου». Αποστερημένες από πραγματικές εξουσίες, στις περισσότερες των περιπτώσεων. Η Αριστερά είχε, τότε, αντιδράσει. Ζητούσαν να δοθούν πραγματικές εξουσίες στις Αρχές και να μην εξαντλείται ο ρόλος τους στη συμπλήρωση εκθέσεων που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν απλά για να σταθεροποιήσουν τα «κουρεμένα» πόδια του τραπεζιού τους. Δίκιο είχαν που αντιδρούσαν.

Στην Ελλάδα, η μόδα ήρθε παρέα με τους διπλωμάτες των Βρυξελλών που είχαν γνωρίσει από κοντά τον θεσμό του «Όμπουτσμαν». Στα ελληνικά το μετάφρασαν «Συνήγορος του Πολίτη», έβαλαν κι έναν αξιοπρεπή καθηγητή να προΐσταται, έγινε κάποια αρχή. Ο «Συνήγορος» δεν είχε καμιά σοβαρή αρμοδιότητα –μόνο εκθέσεις μπορούσε να συντάξει για τις περιπτώσεις που η Δημόσια Διοίκηση ενεργούσε παράτυπα, αδικώντας τους πολίτες. Κι αυτό κάνει ακόμα –οι εκθέσεις πετιούνται στο καλάθι των αχρήστων -μόνο κάτι ραδιοφωνικοί σταθμοί τις διαβάζουν και φρίττουν.
Έγιναν και άλλα όργανα, οι Ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης, κάποια Μονάδα Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας –διάφορα εύηχα ονόματα, ίσως να τα έχεις ακουστά.

Δεν θυμάμαι αν η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων εμφανίστηκε πριν ή μετά από την ιστορία της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες –αλλά, θυμάμαι πως τότε περίπου ξεκίνησε η κουβέντα για τα προσωπικά δεδομένα. Η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες –τι μέγιστο καραγκιοζιλίκι! Ο Κωστάκης και η Νατασσούλα να υπογράφουν συγκινημένοι έξω από την εκκλησία, ο Χριστόδουλος να θριαμβολογεί για το ένα εκατομμύριο υπογραφές που απαιτούσαν δημοψήφισμα σχετικά με το όλο θέμα! Θυμάσαι; Ήταν τότε, μια πρώτη ένδειξη πως τα προφανή μπορούν κάλλιστα να αμφισβητηθούν, πως η λογική στήριξη ενός επιχειρήματος δεν παίζει κανέναν ρόλο σε τελική ανάλυση.

Προσωπικά δεδομένα –δες μερικά παραδείγματα:
-Μια γυναίκα γεννάει σε μαιευτήριο. Η γραμματεία πουλάει τα στοιχεία της σε διαφημιστική εταιρεία. Μετά από δυο μήνες σκάνε στο σπίτι της δείγματα από πάνες και μπιμπερό. Κακό είναι; Όχι ιδιαίτερα! Αν εξαιρέσεις το γεγονός οτι το βρέφος μπορεί, στο μεταξύ, να έχει πεθάνει και την φρίκη που θα προκληθεί στους άτυχους γονείς, ή αν παραβλέψεις την περίπτωση να είναι το παιδί «αγνώστου πατρός» και να προσπαθεί η οικογένεια να κρατήσει την ύπαρξή του κρυφή –κανένα πρόβλημα! Ε;
-Ένας άμοιρος άνθρωπος νοικιάζει δωμάτιο ξενοδοχείου για να «βγάλει τα μάτια του» κρυφά από την οικογένειά του. Μετά από λίγο καιρό, το ξενοδοχείο στέλνει καρτούλες –«να μας ξανάρθετε, μη σας χάσουμε».
-Κάποιος αγοράζει είδη από sex shop για προσωπική ευχαρίστηση. Σε λίγες μέρες το μαγαζί του στέλνει τον καινούργιο, ανανεωμένο κατάλογο με τους δονητές –ο οποίος φιγουράρει στην είσοδο της πολυκατοικίας με το όνομα του «κάποιου» γραμμένο πάνω του.
-Πηγαίνεις να νοικιάσεις σπίτι –«τι δουλειά κάνετε;» ρωτάει η σπιτονοικοκυρά. Δε μιλάς. «Να δω ταυτότητα;» επιμένει. Της δείχνεις. «Αααα, οικοδόμος! Και η σύζυγος; Ταυτοτητούλα; Πως; Δεν είστε παντρεμένοι! Αμέτε μου στο καλό και οι δυο σας!»
-Πηγαίνεις να πιάσεις δουλειά –τορναδόρος, ας πούμε. Σε βλέπει ο κυρ Μήτσος, δεν του πολυαρέσει το στυλ σου. «Ταυτοτητούλα;» Δίνεις. «Πως; Θρήσκευμα κενό; Τι είσαι εσύ; Κουμουνιστής; Αναρχικός; Άθεος; Μπολσεβίκος; Ξουτ ρε!»

Αυτά είναι μερικά παραδείγματα προσωπικών δεδομένων και η δημοσιοποίησή τους μπορεί να σε βλάψει. Μπορεί και όχι –αλλά, σε κάθε περίπτωση, εσύ πρέπει να αποφασίζεις. Δικά σου είναι, γαμώτο! Ήρθε λοιπόν το Σύνταγμα και έφτιαξε αυτή την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που υποχρεώνει τις εταιρείες να ενημερώνουν τους πελάτες για την τήρηση προσωπικών αρχείων, φωνάζει όταν ο Μάκης τραβάει κρυφά βίντεο, ορίζει πια στοιχεία πρέπει να γράφονται στις ταυτότητες –τέτοια πράγματα. Αυτή η Αρχή παραιτήθηκε σύσσωμη χτες!

Έβγαλε, λέει, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μια απόφαση που επέτρεπε τη μαγνητοσκόπηση της πορείας του Πολυτεχνείου, εφόσον γίνονταν επεισόδια σε αυτή. Και στείλανε κάτι ελεγκτές στα Κεντρικά της Ασφάλειας οι οποίοι διαπίστωσαν οτι οι κάμερες έγραφαν –κι ας μην γίνονταν επεισόδια! Θυμίζω πως η συγκεκριμένη Αρχή ήταν αυτή που, μέχρι σήμερα, απαγόρευε τη χρήση του υλικού από τις κάμερες που έχουν μείνει σε όλη την Αθήνα –κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων.

Βλέπω ειδήσεις. Οι κυβερνητικοί λένε πως «έκαναν δεκτές τις παραιτήσεις, αλλά η Αρχή το παράκανε –γιατί κανένας δεν είναι πάνω από τους νόμους»! Ο κόπανος ο Καψής λέει «και τι έγινε δηλαδή; κι αν τραβούσαν τους διαδηλωτές –ποιος ενδιαφέρεται; είναι αξιόποινη πράξη η συμμετοχή στην πορεία του Πολυτεχνείου; είχαν τίποτα να φοβηθούν οι διαδηλωτές;» Το βράδυ χαζεύω Τριανταφυλλόπουλο. «Σκασίλα μας που παραιτήθηκε η Αρχή», αποφαίνεται ο αποκαλυπτικός εκδότης. «Το παράκαναν! Κανένας δεν είναι πάνω από το κράτος!» σιγοντάρει ο επίτιμος καλεσμένος Λιακόπουλος!

Σκέφτομαι. Έχουν δίκιο οι κυβερνητικοί που υποστηρίζουν οτι κανένας δεν είναι πάνω από τον νόμο. Αυτή είναι η δουλειά τους, σε τελική ανάλυση. Ποιος είναι όμως ο νόμος; Έχουμε, από τη μια πλευρά το Σύνταγμα (τον υπέρτατο νόμο του κράτους, που κατουριούνται στο όνομά του όλοι οι κοινοβουλευτικοί) και από την άλλη, μια εισαγγελική εντολή. Πας στον εισαγγελέα και του λες –«η πεθερά μου με βρίζει, βγάλε μια εντολή να σταματήσει». Και ο εισαγγελέας τη βγάζει –δεν τρέχει τίποτα. Κενό χαρτί είναι. Για να κλείσεις την πεθερά σου στη φυλακή πρέπει να γίνει δίκη και να αποδειχθούν όλα τα σχετικά. Πήγε ο μπάτσος στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και ξηγήθηκε «θέλω να τραβήξω με κάμερα τα κωλόπαιδα την ώρα που σπάνε βιτρίνες και καίνε αμάξια». Και ο εισαγγελέας το έδωσε το χαρτάκι. Ή το έβγαλε από μόνος του –ακόμα χειρότερα. Τι πάει να πει αυτό; Πως μπορείς να χρησιμοποιήσεις το υλικό που τράβηξες για να κλείσεις τον άλλο στη φυλακή; Πως επιτρέπεται να τραβάς αβέρτα και μετά να διαλέγεις; Το Σύνταγμα λέει οτι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων είναι αρμόδια για να καθορίσει τι επιτρέπεται και τι όχι –σε τέτοιες περιπτώσεις. Αν η Αρχή λέει «απαγορεύεται», έτσι είναι. Κι αν εσύ κάνεις το αντίθετο από αυτό που λέει η Αρχή –παρανομείς. Θυμάστε κύριοι της κυβέρνησης; Κανένας δεν είναι πάνω από τους νόμους –εσείς το είπατε!

Έχω κουβεντιάσει με διάφορους για τις κάμερες των δρόμων –έχω ακούσει να κυκλοφορεί η άποψη πως, στην τελική, «δεν τρέχει και τίποτα να μας καταγράφουν –αφού δεν κάνουμε τίποτα παράνομο». Η άποψη βασίζεται στη λογική της πρόληψης εγκλημάτων μέσω της καταγραφής. Όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Αμερικάνικη Πρεσβεία –όπου λειτουργούσαν οι κάμερες! Αλλά τον τύπο με τη ρουκέτα δεν τον έγραψαν! Αυτό, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα καταπολέμησης του εγκλήματος μέσω καταγραφής.

Λέω λοιπόν. Το βράδυ, στο κρεβάτι σου δεν κάνεις τίποτα παράνομο με τη γυναίκα σου. Γιατί θα σε πείραζε να μπουκάρουν ξαφνικά οι μπάτσοι και να αρχίσουν τις φωτογραφίες; Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα! Άσε που έτσι θα καταπολεμούνταν, τυχόν, φαινόμενα κακομεταχείρισης!

Λέω λοιπόν. Στην τουαλέτα δεν κάνεις τίποτα παράνομο. Γιατί θα σε πείραζε να βάλουν κάμερες εκεί –προκειμένου να ειδοποιούνται αν γλιστρήσεις στο σαπούνι; Για να σε σώσουν βρε αδερφέ!

Αστεία παραδείγματα; Ακραία; Μπορεί. Αλλά δεν χρειάζεται κάποιος να τους εμποδίσει, αν ποτέ περάσει από το μυαλό τους να τρυπώσουν στην κρεβατοκάμαρά σου; Ποιος θα είναι αυτός;

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να διαχειρίζονται τα προσωπικά τους δεδομένα. Εγώ αποφασίζω αν θα δημοσιοποιήσω την εξάρτησή μου από τα ναρκωτικά, την επιληψία μου, το θρήσκευμά μου, την εξωσυζυγική μου σχέση, τα σεξουαλικά μου γούστα, την εργασία μου .... Εγώ και μόνο εγώ! Και θα το κάνω μόνο όταν με συμφέρει!

Οι εταιρείες χρειάζονται τα στοιχεία μας. Χρειάζονται να ξέρουν πόσα χαλασμένα δόντια έχουμε, αν χρησιμοποιούμε προφυλακτικά, τι ταινίες βλέπουμε, πόσα παιδιά έχουμε, πόσο συχνά πλένουμε τις μασχάλες μας... Αυτά κι άλλα τόσα χρειάζονται για να φτιάξουν το προφίλ του αγοραστικού τους κοινού. Και κάποιοι είναι πρόθυμοι να πουλήσουν αυτά μας τα στοιχεία.

Οι εργοδότες θέλουν να ξέρουν τα πάντα για μας. Αν καπνίζουμε, αν πίνουμε, αν πηγαίνουμε στο γήπεδο, αν σκοπεύουμε να κάνουμε παιδιά, αν σημαδεύουμε σωστά στη λεκάνη όταν κατουράμε.... Και μας υποχρεώνουν να τους τα πούμε.

Οι τράπεζες μας φακελώνουν –όχι μόνο όταν είμαστε «ακάλυπτοι» (βλέπε Τειρεσίας), αλλά και όταν πληρώνουμε κανονικά (βλέπε Λευκή Λίστα). Κι εμείς έχουμε το δικαίωμα να ζητήσουμε εξαίρεση –σαφώς! Αλλά αν το κάνεις φιλαράκο, την πάτησες! Γιατί γράφεται και σε θεωρούν όλοι απατεώνα!

Για όλα αυτά είχε ιδρυθεί η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και δεν ξέρω αν έκανε καλά τη δουλειά της. Ξέρω όμως πως, αν δεν την έκανε, θα έπρεπε να βγούμε στους δρόμους απαιτώντας να την κάνει όσο καλύτερα γίνεται! Γιατί είναι ηλίθιοι όσοι πιστεύουν πως οι, κάθε είδους, Αρχές –που ιδρύθηκαν προκειμένου να προστατεύσουν τα συμφέροντα των πολιτών- δεν έχουν λόγο ύπαρξης επειδή δεν είναι αποτελεσματικές. Συμφέρον μας είναι να κάνουν σωστά τη δουλειά τους όλοι αυτοί και όχι να κλείσουν –κατάλαβες;

Όσοι λοιπόν μάθατε χτες για την παραίτηση των μελών της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και αδιαφορήσατε –ετοιμαστείτε να φάτε την κρατική αυθαιρεσία χωρίς προσχήματα. Μάλλον γουστάρετε να σας καταπιέζουν –βίτσια είναι αυτά!

Όσοι σκεφτήκατε πως –«εντάξει, αυτοί έφυγαν, θα έρθουν άλλοι» -μην ονειρεύεστε τζάμπα. Όποιος δεχτεί να πάει σε μια Αρχή πλήρως απογυμνωμένη από το, όποιο, κύρος της θα είναι διακοσμητικός. Για να στέλνει καρτούλες στις άλλες Υπηρεσίες τα Χριστούγεννα και το Πάσχα.

Όσοι νοιάζεστε ακόμα για το μείζον θέμα των Ζωνιανών, την υγεία του Αρχιεπισκόπου και τον καυγά Καρβέλα –Λαζόπουλου, κακώς φτάσατε μέχρι εδώ. Το κείμενο αυτό δεν έχει να κάνει, σε τίποτα, με τα φιλοσοφικά σας ενδιαφέροντα.

Αλλά αν υπάρχει έστω και ένας που απορεί για τα αυτονόητα –όπως π.χ. γιατί δεν παραιτούνται αυτοί που παραβαίνουν το Σύνταγμα (στο οποίο ορκίστηκαν πίστη –γαμώτο!) ή, ποιος θα μας προφυλάξει από τις κάμερες των δρόμων που καταγράφουν τις ιδιωτικές μας στιγμές ... Αν υπάρχει κάποιος που έχει τέτοιες απορίες –μην περιμένει να λυθούν από αυτό το κείμενο. Γιατί αυτές είναι και οι δικές μου απορίες.

Και μια τελευταία απορία –πόσο ακόμα θα πρέπει να μας εξευτελίσουν για να κουνηθούμε από τη θέση μας;

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια

«Ότι και να κάνεις –μην ξεχάσεις πως σε λένε. Όπου κι αν πας, θα είσαι πάντα ένας Καστρινός. Γιάννης Καστρινός –σαν τον παππού σου, που τον έχουν άγαλμα στην πλατεία. Μη ρεζιλέψεις τη φάρα μας –ακούς γιε μου;»

Ο Γιάννης είχε χρόνια να περπατήσει στην πλατεία με τον ανδριάντα του παππού. Ένας γερασμένος πλάτανος που σκίαζε σιδερένιους σκελετούς, καλυμμένους με πλαστικές λωρίδες –τις καρέκλες του καφενείου. Μια στερεμένη βρύση –νερό που κατέβαινε από το βουνό. Στη μέση της πλατείας το μαρμάρινο κεφάλι ενός αντάρτη –«Ιωάννης Καστρινός, φονευθείς υπό των Δυνάμεων του Άξονα στην μάχη του Παρασυρού». Ημερομηνίες από κάτω –γέννηση, θάνατος και το όνομα του κοινοτάρχη που παράγγειλε τον ανδριάντα. Κάθε άνοιξη είχαν το μνημόσυνο –έβγαζαν λόγους, κατέθεταν στεφάνια –ο Γιάννης κουραζόταν από την ορθοστασία. Μια φορά του είχαν δώσει ένα ποίημα να απαγγείλει –κρατούσε το χαρτί στο αριστερό χέρι, μουλιασμένο από ιδρώτα, στο δεξί χέρι ένα κερί των πενήντα λεπτών –αναμμένο, έσταζε στα μπλε μποτάκια του. Δεν είχε πει ποτέ το ποίημα –ζαλιζόταν από τον ήλιο, παραπατούσε, ένιωθε αναγούλα. Το είχε βάλει στα πόδια, ρεζιλεμένος –φοβόταν οτι θα τα κάνει πάνω του. Ο πατέρας απέφυγε να του μιλήσει όταν επέστρεψε από το μνημόσυνο. Και την επόμενη μέρα. Και τη μεθεπόμενη. Όταν νόμιζε πως το θέμα είχε ξεχαστεί –«να κρατάς όρθιο τον εαυτό σου, να φεύγεις όσο ακόμα ορίζεις τα πόδια σου –περπατώντας να φεύγεις, όχι τρέχοντας», είχε πει ο πατέρας στο κυριακάτικο τραπέζι, μια βδομάδα μετά το περιστατικό.

Παρατηρητής
Ο Γιάννης παρακολουθούσε ειδήσεις με χαμηλωμένη την ένταση γιατί, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο στήθος του, βολεμένη στον μακρύ καναπέ, κοιμόταν η Βίκυ –δεν του πήγαινε καρδιά να την ξυπνήσει. Έτσι, προσπαθούσε να μαντέψει τα νέα από τους τίτλους –«ΝΟΘΕΙΑ ΚΑΤΑΓΓΕΛΕΙ Η ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ», «ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΓΓΕΛΕΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ», «ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΟΔΟΣΙΑ». Τα είχαν καταφέρει, σε πρώτη φάση –ήταν φανερό.

Παρένθεση
«Με λένε Ποντικό».
«Πως κι έτσι;»
«Επειδή χώνω συνέχεια τη μύτη μου στα βιβλία».
«Καλύτερα ποντικός παρά τυφλοπόντικας –αυτό λέω εγώ».
Το παιδί είχε χαμογελάσει πλατειά κι ο Γιάννης ένιωθε πως κέρδιζε, σταδιακά, την εμπιστοσύνη του.
«Κάποια μέρα τα βιβλία θα πεθάνουν και τότε, όσοι διάβαζαν, θα μας είναι πολύτιμοι», είπε ήσυχα ο Γιάννης.
«Θα ‘σας’ είναι; Ποιοι είσαστε εσείς;» ρώτησε απορημένος ο Αντώνης.
«Εμείς. Εγώ, εσύ, ο άλλος εκεί πέρα –οι άνθρωποι γενικότερα».
«Α, μάλιστα. Αυτό εννοούσες;»
Ο Γιάννης γέλασε καλόκαρδα.
«Όχι βέβαια».
«Το είχα καταλάβει», μουρμούρισε ο Αντώνης.
«Είσαστε έξυπνα παιδιά εσείς που διαβάζετε!» ψευτοθαύμασε ο Γιάννης.


Παρατηρητής
Η Βίκυ έστριψε λίγο το σώμα της και σφίχτηκε πάνω του καθώς κοιμόταν. Της χάιδεψε τα μαλλιά, αφηρημένος. Δέκα χρόνια. Ότι άξιζε στη ζωή του –η Βίκυ και η μικρή που κοιμόταν επίσης γαλήνια στο δωμάτιό της. Ένιωθε αυτάρκης αλλά αδύναμος. Πως θα κατάφερνε να τις προστατεύσει; Κι αν, πριν, υπήρχε ανασφάλεια, φόβος, μητροπολιτική παράνοια – εκείνοι φρόντιζαν τώρα να φέρουν το χάος. Πόσο χρόνο θα είχε άραγε στη διάθεσή του για να μεταφέρει τη Βίκυ και τη μικρή σε κάποιο ασφαλές μέρος; Ίσως στο πατρικό του, στο χωριό με την πλατεία και τον ανδριάντα –ο γέρος του είχε πεθάνει πριν 3 χρόνια, αλλά η μάνα του ζούσε ακόμα. Αυτή θα ήξερε τι να κάνει, πως να τις προφυλάξει. Χάιδεψε τον ώμο της γυναίκας του απαλά κι εκείνη χαλάρωσε στο άγγιγμά του.

Παρένθεση
«Τι είσαι εσύ;»
«Σερβιτόρα. Τι περίμενες να βρεις εδώ μέσα, δηλαδή;»
«Ξέρω ‘γω; Γραφίστες ίσως;»
«Μπράβο! Το πέτυχες! Τέτοια είμαι».
«Δεν σε έχω ξαναδεί».
«Ούτε κι εγώ».
«Περίεργο –γιατί έχω πέντε χρόνια στην εφημερίδα».
«Ναι ε; Εγώ πάλι, προχτές άρχισα να δουλεύω».
«Έτσι εξηγείται!»
«Που δεν με ξέρεις;»
«Όχι –που δηλώνεις ακόμα ‘σερβιτόρα’».
Η κοπέλα έκρυψε το ξέσπασμα κάποιου γέλιου. Ο Γιάννης άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της.
«Καστρινός. Γιάννης Καστρινός».
Η κοπέλα του γύρισε την πλάτη.
«Δεν έχω τελειώσει ακόμα το κομμάτι σου. Πριν μισή ώρα μου το κατέβασαν».
«Το ξέρω. Ήρθα να σου φέρω τις λεζάντες», είπε ο Γιάννης αφήνοντας το χέρι του να κρεμάσει αργά.
«Καλά. Άστες και θα τις δω».
Γύρισε να φύγει. Οι κοπέλες του Δημιουργικού δεν φημίζονταν για τη φιλική συμπεριφορά τους. Εκκεντρικές, ενίοτε υστερικές –καλύτερα να μην τους έμπαινες στη μύτη, αν δεν ήθελες το άρθρο σου να καταλήξει ένα μάτσο ασύνδετες στήλες.
«Βίκυ», άκουσε τη φωνή της πίσω του.
«Ορίστε;» γύρισε.
«Βίκυ. Το όνομά μου. Έτσι με λένε»,είπε η κοπέλα ξεχωρίζοντας κάποια σλάιντς.
«Χάρηκα», απάντησε απροετοίμαστος. «Γιάννης», έκανε να απλώσει πάλι το χέρι του αλλά μετάνιωσε. Αντί γι΄αυτό έπιασε το χερούλι της πόρτας και βγήκε έξω. Όμορφη κοπέλα. Κρίμα που ήταν γραφίστρια!


Παρατηρητής
Η μικρή έβηξε μέσα στον ύπνο της κι ο Γιάννης πετάχτηκε όρθιος. Κυκλοφορούσε μια ίωση, «κάθε μέρα έλειπε και άλλο παιδί από το σχολείο» –παραπονιόταν η μικρή. Ο Γιάννης δίστασε, ψάχνοντας τις παντόφλες του, στο τέλος αποφάσισε να περιμένει –η μικρή δεν ξανάβηξε.
«Τι έγινε;» ρώτησε αναμαλλιασμένη η Βίκυ χωρίς να έχει ξυπνήσει εντελώς.
«Τίποτα αγαπούλα. Η μικρή έβηξε λίγο».
Η Βίκυ στηρίχτηκε στον αγκώνα της ανήσυχη.
«Είναι καλά;»
«Μια χαρά. Θέλεις να πάμε στο κρεβάτι μας;»
Δεν περίμενε απάντηση από τη γυναίκα του. Της έδωσε το χέρι, οδηγώντας την στο υπνοδωμάτιο, εκείνη τον αγκάλιασε.
«Όλα καλά αγαπούλα; Μοιάζεις ανήσυχος», παρατήρησε.
Ένιωσε το μάγουλό της πάνω στο δικό του –ζεστό ακόμα από τον ύπνο.
«Ναι, μια χαρά», είπε. «Χάζευα τις ειδήσεις».
«Της κακομοίρας γίνεται», σχολίασε η Βίκυ έχοντας ξυπνήσει εντελώς. «Στην εφημερίδα έλεγαν σήμερα πως η κυβέρνηση ετοιμάζεται να βγάλει τα τανκς στους δρόμους αν συνεχιστούν οι διαδηλώσεις».
«Στην εφημερίδα λένε, συνήθως, μαλακίες» της υπενθύμισε.
«Ναι, αλλά τώρα δεν είναι το ίδιο. Έχει διαρρεύσει ...»
«Μην ασχολείσαι ρε αγαπούλα», έκοψε την κουβέντα εκείνος. Απότομα.
Είχαν ήδη ξαπλώσει στο κρεβάτι, η Βίκυ κόλλησε πάνω του τουρτουρίζοντας.
«Φοβάμαι Γιάννη. Δεν θέλουν πολύ να αρχίσουν το πιστολίδι ... Και μετά ...»
«Κοιμήσου μωρό μου», είπε εκείνος χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.

Έμεινε έτσι, δίπλα της, ακίνητος –μέχρι ν΄ακούσει την ανάσα της, βαριά αλλά σταθερή. Ακόμα μια νύχτα που θα πάλευε να κρύψει την αϋπνία του –βάλθηκε να υπολογίζει την κατάσταση.
Σε αυτή τη φάση δεν θα κατέβαζαν το στρατό γιατί, απλούστατα, δεν τον έλεγχαν. Η τωρινή αντιπολίτευση είχε χάσει τις προηγούμενες εκλογές μετά από μια δωδεκαετία συνεχούς διακυβέρνησης. Η τωρινή κυβέρνηση δεν είχε προλάβει, μέσα σε μια τετραετία να «καθαρίσει» τις Ένοπλες Δυνάμεις –μόνο οι Αρχηγοί και οι Υπαρχηγοί ήταν δικοί της. Τα μεσαία στελέχη ήταν μοιρασμένα –κανένας δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει σε ποιο από τα δυο μεγάλα κόμματα ανήκαν. Το ίδιο ίσχυε και στην αστυνομία. Γι΄αυτό είχαν διαλέξει εκείνη τη χρονική στιγμή να εφαρμόσουν το σχέδιό τους –ή μάλλον και γι΄αυτό. Θυμόταν ακόμα τους παράγοντες που έπρεπε να ισχύσουν προκειμένου να περάσουν στο τελικό στάδιο, στα συντονισμένα σαμποτάζ –στα «σφυριά».

Παρένθεση
«Κάντε ησυχία όλοι σας! Αυτός εδώ είναι ο Γιάννης. Γιάννη, αυτοί είναι οι ‘όλοι’».
Τους κοίταξε ενώ εκείνοι έκαναν το ίδιο. Πέντε παιδιά που έπιναν μπύρες, μισοξαπλωμένοι στους καναπέδες –δεν ήταν εύκολο να τους κρατήσεις ήσυχους για περισσότερο από μισό λεπτό. Ο Αντώνης δίπλα του, έκανε αγριεμένα νοήματα.
«Μου μίλησε ο Αντώνης για σας, χαίρομαι που σας γνωρίζω», είπε ήσυχα ο Γιάννης.
«Τι λέει το άτομο; Μήπως θα μας φιλήσει και το χέρι;» εκνευρίστηκε ο ξανθός από την άκρη του καναπέ -έτοιμος να σωριαστεί στο πάτωμα.
«Σκάσε ρε Δημήτρη!» πετάχτηκε ο Αντώνης.
«Δεν έχει νόημα», είπε μέσα από τα δόντια του ο Νίκος. «Τέτοια ώρα, είμαστε κομμάτια. Ας κάνουμε την κουβέντα κάποια άλλη μέρα».
«Νομίζεις πως έχεις όλες τις μέρες του κόσμου δικές σου;» τον ρώτησε ο Γιάννης.
«Αυτό είναι άλλο ...», ξεκίνησε να λέει ο Γρηγόρης.
«Για το άλλο ήρθα να μιλήσουμε», χαμογέλασε ο Γιάννης.
«Δεν τον γουστάρω αυτόν», ψιθύρισε ο τελευταίος της παρέας, ένας κοντός που τον έλεγαν Βασίλη, στο αυτί του Νίκου.
«Δεν σε ρώτησε κανένας μαλάκα!» πετάχτηκε ο Αντώνης.
«Αλλά θα έπρεπε», είπε ο Γιάννης.
«Εντάξει, ας το πάμε πάλι από την αρχή», σχολίασε ο Γρηγόρης. «Σε έχω δει εσένα, στο Πανσπουδαστικό».
«Κι εγώ σε έχω δει», παραδέχτηκε ο Γιάννης. «Περισσεύει καμιά μπύρα;»
Οι υπόλοιποι του έκαναν χώρο να καθίσει. Κάποιοι έμοιαζαν απρόθυμοι.


Υπόθεση
Οι πρώτες συνοικίες που αυτο-οργανώθηκαν ήταν αυτές όπου ζούσαν μετανάστες. Συνηθισμένοι να αντιμετωπίζουν διαμάχες μεταξύ ομάδων από διαφορετικές χώρες –το εθνικιστικό παραμύθι που είχε μεταφερθεί στις γειτονιές της πόλης, άνθρωποι φτωχοί που σπαταλούσαν ώρες και ενέργεια για να αποδείξουν πως είναι δυνατότεροι από τους παλιούς γείτονές τους. Έτσι έφτιαχναν γκέτο μέσα στα γκέτο –ακόμα κι όταν οι καμαρωτοί εθνικόφρονες, οι γηγενείς ρατσιστές της πόλης, έκαναν επελάσεις, ακόμα και τότε η συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες μεταναστών ήταν δύσκολη. Αδύνατη. Όμως τώρα ήταν αλλιώς. Με τον κοντινό φόβο του άγνωστου, με την αγωνία οτι τελικά, η κατάσταση θα εκτονωθεί πάνω τους (για κάποιον ανεξήγητο, μυστήριο λόγο) –οι γειτονιές των μεταναστών έβγαλαν τις πρώτες περιπολίες στους δρόμους. Δεν θα περνούσε ούτε ένας μήνας μέχρι να οπλιστούν οι ομάδες των δρόμων –στην αρχή αυτοσχέδια, μετά αγοράζοντας ή κλέβοντας. Οι συνοικίες των μεταναστών στέκονταν μετέωρες ανάμεσα στην αλληλοσφαγή και την αυτονομία. Η «εξωτερική» απειλή θα καθόριζε την επιλογή.

Ένας διάλογος
«Έλα Αποστόλη –πως πάνε τα πράγματα;»
«Χάλια κύριε πρωθυπουργέ. Μόνο για σήμερα έχουν προαναγγελθεί πέντε συλλαλητήρια στο κέντρο».
«Η επαρχία τι κάνει;»
«Ευτυχώς εκεί έχουμε ησυχία. Αλλά δεν ξέρουμε για πόσο ακόμα».
«Στο Συμβούλιο προτάθηκε να κηρυχτεί η χώρα σε ‘κατάσταση έκτακτης ανάγκης’».
«Δεν το βλέπω εφικτό κύριε πρωθυπουργέ. Κάτι τέτοιο θα εκλαμβανόταν σαν απευθείας πρόκληση».
«Και τι προτείνεις; Να περιμένουμε πότε θα μας ρίξει η αντιπολίτευση;»
«Γιατί δεν μιλάτε με τους πολιτικούς αρχηγούς;»
«Εκτός τόπου και χρόνου είσαι ρε Αποστόλη! Χαζοί είναι να μπουν σε διάλογο; Απαιτούν την παραίτηση της κυβέρνησης και την αντικατάστασή της από πολυκομματικό σχήμα που θα μας πάει σε νέες εκλογές. Δεν διαπραγματεύονται».
«Μήπως θα έπρεπε να συμφωνήσουμε κύριε πρωθυπουργέ;»
«Ναι, σίγουρα! Αυτό θα ήταν σα να παραδεχόμασταν οτι εμείς κάναμε τη νοθεία. Ούτε τα εγγόνια μας δεν πρόκειται να ξανακερδίσουν εκλογές αν γίνει κάτι τέτοιο!»
«Δεν ξέρω αν έχουμε άλλες επιλογές κύριε πρωθυπουργέ. Έχω πληροφορίες ...»
«Αδιαφορώ Απόστολε! Κανόνισε να μην καεί το κέντρο από τα συλλαλητήρια. Κι αν χρειαστεί να σπάσεις κανένα κεφάλι –μη διστάσεις. Ευκαιρία ψάχνω να κηρύξω την ‘έκτακτη ανάγκη’ –κατάλαβες Απόστολε;»
«Όπως νομίζετε κύριε πρωθυπουργέ».

Ένας ακόμα διάλογος
FFF: Tha exoume provlima me tin perifrourisi. Einai psiliasmenoi pleon.
Riot: Na tous gamisoume. Molotof kai meta tha trexoun.
FFF: Malakies. Oso plakonomaste tha mas desoun oi mpatsoi.
Riot: Na mpoume mesa tote. Na ksekinisoume mazi me tin poreia kai meta organonomaste.
FFF: Siga mi mas afisoun re!
Riot: De menei tipota allo.
FFF: Mporoume na kanoume monoi mas poreia.
Riot: Malakies. Sta 20 m. tha mas exoun mantrosei.
FFF: Nai, paizei.
Stone: Kai ti egine an mas tin pesoun?
Riot: Poios vlakas eisai esi? Gemisame asxetous edo mesa.
FFF: To thema einai na proxorisoume stone, oxi na fame ksilo prin ksekinisoume.
Stone: Lathos. To thema einai na arxisoun oi fasaries kai na mplextei se autes i kentriki poreia.
Riot: Poios eisai? Den se exo ksanadei edo.
Stone: Ti simasia exei? Tha me vlepeis sixna.
Riot: Gia xafies mou kaneis!
Stone: Oti peis. Ego mia protasi ekana. Den ipoxreosa kanenan na akolouthisei.
FFF: Kala tha to skeftoume.
Riot: Min tou milas, einai xafies.
Stone: Ki ego xarika pou ta eipame. Kali tixi to apogeuma.

Συλλέκτης
Τα μάτια του έκαιγαν διαβολεμένα καθώς έκλεινε ένα ακόμα αρχείο καταγεγραμμένης συνομιλίας –το ίντερνετ είχε πρηστεί σαν κακό σπυρί τις τελευταίες βδομάδες. Το 80% των συνομιλιών έφτανε μέχρι το γραφείο του γιατί δεν υπήρχε ένας άνθρωπος, πριν από αυτόν, να «πετάξει τα σκουπίδια». Είκοσι άτομα είχε η Διεύθυνση του –όλοι άχρηστοι. Μέχρι συνομιλίες για παρτούζες του έφερναν επειδή τύχαινε να αναφερθεί το όνομα κάποιου πολιτικού αρχηγού! Άχρηστοι! Ανίκανοι!

Έβγαλε τα γυαλιά του και η οθόνη γέμισε αμέσως στίγματα –είχε ήδη εξασφαλίσει κάποιον καραμπινάτο πονοκέφαλο, ευελπιστούσε να γλιτώσει τη ζαλάδα. Σήκωσε το τηλέφωνο, σχημάτισε ένα τριψήφιο νούμερο και παράγγειλε καφέ. «Και μια ασπιρίνη –μάλλον, κάντες δυο τις ασπιρίνες». Παλιοκατάσταση.
Ποιος ήταν αυτός ο Stone; Καινούργιο φρούτο –δεν μπορούσε να τον συνδέσει με καμιά καταγραφή στοιχείων. Ένα ακόμα προφίλ στον αέρα –έξυσε το μέτωπό του. Οι άλλοι δυο δεν τον απασχολούσαν, διάβαζε τη συνομιλία απλά για να μάθει τι σχεδίαζαν. Βαριεστημένα –ότι και να σχεδίαζαν θα κατέρρεε από την ανοργανωσιά που διακρίνει συνολικά τον χώρο τους. Και την άρνηση κάθε συνεργασίας με παράπλευρους χώρους –αρκούσε η διαφορετική διατύπωση του ίδιου αιτήματος για να πλακωθούν στο ξύλο, μεταξύ τους. Πολλές φορές δεν έφταναν ούτε καν μέχρι εκεί –οι κοινές προσπάθειες ήταν καταδικασμένες λόγω της εκατέρωθεν καχυποψίας. Θα πέταγε «στα σκουπίδια» τη συνομιλία αν δεν ήταν αυτός ο Stone.
Τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που εμφανίζονταν κι άλλοι τέτοιοι; Στρατηγική –επικίνδυνο πράγμα! Αν οι ομάδες διαδηλωτών συνεργάζονταν ...

«Ο καφές σας κύριε Αλεξίου».
Άφησε την κοπέλα του κυλικείου να τοποθετήσει το φλιτζάνι δίπλα του, περίμενε να φύγει πριν κατεβάσει τις ασπιρίνες μονοκοπανιά. Έπεσε πάλι με τα μούτρα στα αρχεία συνομιλιών –άδικος κόπος. Πιτσιρικάδες που ετοιμάζονταν για φασαρίες στο απογευματινό συλλαλητήριο, κάποιες βιτρίνες θα έσπαγαν –το συλλαλητήριο θα διαλυόταν από την αστυνομία. Αν προλάβαιναν, γιατί εκτιμούσε πως οι διαδηλωτές θα πλακώνονταν στο ξύλο από μόνοι τους, ως συνήθως.
Κατέβαζε βαριεστημένα την πλαϊνή μπάρα –μια ατέλειωτη κουβέντα σε κάποιο τσατ ρουμ, ένας ανέξοδος καυγάς για αγωνιστικές κινητοποιήσεις και ιδεολογικές πλατφόρμες. Χασμουρήθηκε. Μετά πάγωσε.
Υπήρχε ένας επισκέπτης που παρακολουθούσε, αμέτοχος, τη συνομιλία –το id του είχε καταγραφεί στις 10:32. Είχε καθίσει περισσότερο από μια ώρα –αμίλητος. Στις 11:47 διάβασε την ένδειξη -«User Stone has left the room». Έτρεξε πίσω, βρήκε το προηγούμενο αρχείο. Ο Stone είχε εμφανιστεί στο προηγούμενο τσατ –στις 10:50. «Είναι περισσότεροι από έναν!» μουρμούρισε.

Έβαλε στην αναζήτηση του προγράμματος καταγραφής το όνομα «Stone» -134 αποτελέσματα επέστρεψαν ταξινομημένα χρονικά. Ο Stone είχε περάσει από 65 τσατ ρουμς και είχε σχολιάσει σε 25 φόρα, από τις 10 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι. Τα υπόλοιπα αποτελέσματα αφορούσαν εμφανίσεις του σε μπλογκς και δικτυακές εφημερίδες –αλλά πάντα, για το ίδιο χρονικό διάστημα. «Πόσοι είσαστε; Τι σκατά ετοιμάζετε;» Χτύπησε το ποντίκι με την παλάμη του πριν σχηματίσει ένα ακόμα τριψήφιο νούμερο στο καντράν του τηλεφώνου.
«Κύριε Δημάκη, Αλεξίου εδώ. Σας στέλνω το αρχείο με τις σημερινές καταγραφές, θέλω να σταματήσετε οτιδήποτε κάνετε και να ασχοληθείτε με κάποιο συγκεκριμένο προφίλ χρήστη .... Ναι .... Stone, έτσι υπογράφει. Και θα πρέπει να είναι περισσότεροι από ένα άτομο .... Ναι ... Θέλω τα πάντα, καταλάβατε; Τα πάντα! .... Επείγον! .... Στις επόμενες τρεις ώρες να έχω το υλικό... Και κάτι ακόμα. Δεν είναι δική μου δουλειά να ανακαλύπτω τέτοιες περιπτώσεις κύριε Δημάκη. Συνεννοηθήκαμε; .... Πως; ... Δεν με ενδιαφέρει ο φόρτος εργασίας, δεν είμαι ο συνδικαλιστικός σας εκπρόσωπος! .... Αυτό που σας είπα! Χαίρετε!».

Βρόντηξε το ακουστικό και διαβίβασε τα ηλεκτρονικά αρχεία. Μετά, χαλάρωσε τον κόμπο της γραβάτας του, ακουμπώντας το κεφάλι στο μαξιλάρι της πολυθρόνας. «Πρέπει να επικοινωνήσω με το συνεργείο καθαρισμού –η πολυκατοικία έχει τα χάλια της. Γιατί άκουσα τη Σοφία και μπήκα διαχειριστής; Τι πάω και μπλέκομαι; Μας έκλεβε, λέει, ο προηγούμενος στο πετρέλαιο. Και τι με νοιάζει εμένα;»
Ο πονοκέφαλος υποχωρούσε μαζί με τη διάθεσή του να κάνει οτιδήποτε. Άνοιξε τον κατάλογο με τις αποθηκευμένες σελίδες στον υπολογιστή του και μπήκε στο φόρουμ για τα μπλουζ. Σκρόλαρε σκεπτικός –τίποτα καλό δεν κυκλοφορούσε εδώ και μέρες. Ο χρήστης Delta Blue είχε βρει επιτέλους την αυθεντική εκτέλεση του «They ‘re red hot». Δυσανασχέτησε διαβάζοντας το κλείσιμο του θέματος. «Που το βρήκε ο κερατάς; Δέκα αντίτυπα κυκλοφορούν –ποιος του το πούλησε; Μπορούσα να το στείλω σε mp3, αλλά δεν το ήθελε –μα βέβαια, τι ανάγκη έχει αυτός; Κονομάει τ΄άντερά του από τις μεγαλοεταιρείες κι εμείς οι πολίτες τρώμε τα απόβλητά τους στη μάπα. Όλο το σύστημα δουλεύει για πάρτη του, για να αγοράζει αυθεντικό Robert Johnson ο κάθε κύριος Delta Blue!»
Βγήκε από το φόρουμ νευριασμένος –είχε μάθει, εδώ και μήνες, τις ταυτότητες όλων των μελών. Όχι από επαγγελματική διαστροφή, περισσότερο για λόγους ασφάλειας. Αντάλλασσε συχνά μουσική με τους ανθρώπους εκεί μέσα –ήθελε να είναι σίγουρος πως δεν θα έπεφτε θύμα κάποιου απατεώνα.

Αμέσως μετά, ο κύριος Αλεξίου συνδέθηκε με το προσωπικό του μπλογκ. Το προηγούμενο ποστ είχε φτάσει ήδη τα 184 σχόλια, δεν είχε διάθεση να τα διαβάσει –δεν ενδιαφερόταν να απαντήσει. Τι να απαντήσεις σε τόσο κόσμο; Πάτησε το κουμπί για τη δημιουργία καινούργιου ποστ. Έγραψε:
«Ο πόλεμος δεν εξυπηρετεί σκοπούς, παρά μόνο σκοπιμότητες. Γι΄αυτό δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να επωφεληθούμε της κατάστασης. Ή αυτό, ή θα καταλήξουμε στα σκουπίδια, μαζί με τα ληγμένα γάλατα. Ποιον νομίζουμε οτι κοροϊδεύουμε όταν υποκρινόμαστε την υπεράσπιση ιδανικών –ενώ, μόνο τα κεκτημένα μας υπερασπιζόμαστε; Χρησιμοποίησε όσους σε χρησιμοποιούν –αυτή είναι η συμβουλή της ημέρας. Αρκέσου σε αυτά που μπορείς να πάρεις –όχι σε αυτά που ήδη έχεις. Γίνε κύριος των επιλογών σου γιατί κάποιος άλλος θα βρεθεί να σου τις στερήσει. Στάσου στα πόδια σου!».
Πάτησε το κουμπί της δημοσίευσης χωρίς να κοιτάξει δεύτερη φορά το κείμενο.

Παρένθεση
«Πόσον καιρό ήξερες οτι σουτάρει;»
Ο Γιάννης κατέβασε το κεφάλι εξοργισμένος μπροστά στον αναμαλλιασμένο σαραντάρη –δεν είχε όρεξη να βρεθεί αντιμέτωπος με το κακόγουστο ζιβάγκο του. Είχαν αρχίσει να τον τσαντίζουν όλα αυτά –η μυστικοπάθεια, ο άνευ όρων σεβασμός της «ηρωικής γενιάς του Πολυτεχνείου», η στομφώδης αυθεντία τους. Αναποτελεσματικοί καραγκιόζηδες, κωλόφαρδοι γιατί έτυχε να γεννηθούν κάτω από καλό αστέρι. Γελοίοι, ντυμένοι παράταιρα, επιμελώς αχτένιστοι για να κρύψουν τις φαλάκρες τους. Ο Γιάννης έψαξε για τσιγάρο –κρύβοντας τη δυσφορία του.
«Δεν ακούς ρε μαλακισμένο; Πόσον καιρό ήξερες οτι σουτάρει ο δικός σου;»
«Που να το ξέρω γαμώτο; Χτες το έμαθα που τον βρήκαν τουμπανιασμένο. Μια χαρά μου φαινόταν όσες φορές είχαμε συναντηθεί –που να το φανταστώ;»
«Δεν στηριζόμαστε πλέον στη φαντασία ηλίθιε –αυτά τα λέγαμε το Μάη και πήραμε τ΄αρχίδια μας. Παρατηρώ, αναλύω, συμπεραίνω –τόσο δύσκολο είναι;»
Ο Γιάννης προτίμησε να μη μιλήσει. Η αναφορά στο Μάη ήταν, το λιγότερο άσχετη, από την πλευρά του συνομιλητή του. Ήξερε καλά πως ο αναμαλλιασμένος απέναντί του, έτρωγε τα λεφτά των γονιών του στην Ελβετία, όσο γίνονταν οι φασαρίες στο Παρίσι. «Μαλάκες σαραντάρηδες», σκέφτηκε.
«Δεν καταλαβαίνω που είναι το θέμα πάντως. Εντάξει, ο Βασίλης ήταν πρεζάκι –και λοιπόν; Όσο είμαστε στο ιδεολογικό στάδιο, δεν υπάρχει κίνδυνος».
«Τον κακό σου τον καιρό! Σε λίγο ρε, θα έμπαιναν όλοι αυτοί στη μεταφορά υλικού μεταξύ των ομάδων».
«Ναι –και λοιπόν; Φοβάστε μήπως κατάπινε καμιά σελίδα από τα εγχειρίδια το πρεζάκι ή μήπως έστριβε τίποτα τρίφυλλα με τις προκηρύξεις;»
Ο άντρας, απέναντί του, σοβάρεψε ανελέητα.
«Νομίζεις πως μόνο προκηρύξεις και εγχειρίδια θα μεταφέρετε;» ρώτησε.
«Τι άλλο;» απόρησε ο Γιάννης.
Ο άντρας συνέχισε να τον κοιτάζει σιωπηλός.


Δραπέτης
Τράβηξε το κουρτινάκι, αλλά η κουζίνα παρέμεινε μισοσκότεινη. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει για τα καλά –ο καφές ήδη έβραζε, έπρεπε τώρα να ετοιμάσει το γάλα της μικρής. Ανατρίχιασε όταν τα γυμνά πόδια του ήρθαν σε επαφή με το μαρμάρινο πάτωμα –νύσταζε. Στριφογύρισε, ψάχνοντας τι είχε ξεχάσει –βιάστηκε να βάλει την τοστιέρα στην πρίζα. Σιχαινόταν τη μυρωδιά του ζαμπόν, ειδικά τόσο νωρίς το πρωί, αλλά ήταν δικιά του δουλειά να ετοιμάσει πρωινό. Αυτός ξυπνούσε πριν απ΄όλους –δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έβγαλε τα υλικά από το ψυγείο, τινάχτηκε καθώς η συσκευασία του κίτρινου τυριού χάραξε το δάχτυλό του. Βλαστήμησε. Αλλά δεν μάτωσε. Του άρεσε να βρίσκει το τραπέζι στρωμένο η Βίκυ με τη μικρή όταν σηκώνονταν από τα κρεβάτια τους –έτσι πίστευε οτι ξόρκιζε την κακοκεφιά του πρωινού ξυπνήματος.
«Μωρό μου, ξύπνα τη μικρή», είπε απαλά.
Η Βίκυ ήταν ήδη ξύπνια –τον έπαιρνε χαμπάρι αμέσως, όταν σηκωνόταν από το κρεβάτι. Στριφογύριζε μηχανικά, καταλαμβάνοντας τον άδειο χώρο, προσπαθώντας να επωφεληθεί από τη ζεστασιά που άφηνε εκείνος πίσω του. Και ξυπνούσε. Χουζουρεύοντας μέχρι να τη φωνάξει –ειδικά εκείνα τα καταναγκαστικά πρωινά.
Την άκουσε να γελάει στο δωμάτιο της μικρής –το παιδί ξυπνούσε, συνήθως, με καλή διάθεση. Άνοιξε τη θέρμανση στην κουζίνα και άρχισε να στρώνει τραπέζι –η Βίκυ ήδη έντυνε τη μικρή. Τις λάτρευε και τις δυο τους –χαιρόταν να τις παρακολουθεί από κοντά. Η μικρή ξυπνούσε με τρομερά σοβαρές απορίες –για τα μυρμήγκια που πετούσαν κι αυτά που δεν πετούσαν (θα έβγαζαν φτερά ή είχαν χάσει τα φτερά τους;), για τις μικρές νεράιδες και τους τεράστιους δράκους (πόσο μικρές ήταν οι μικρές νεράιδες; όσο μια μέλισσα; όσο ένα πλαστικό αυτοκινητάκι;).
«Άντε, ελάτε –θα αργήσετε», φώναξε ο Γιάννης. Μετά επιθεώρησε το στρωμένο τραπέζι και έβαλε μια κούπα σκέτο καφέ.
«Μπαμπά;» έκανε ναζιάρικα η μικρή καθώς σκαρφάλωνε στην καρέκλα.
«Λέγε μωρό μου».
«Το ξέρεις πως έχει βγει η καινούργια ταινία της ‘Νεραϊδοχώρας’;»
«Όχι δα!», έδειξε υπέρμετρη έκπληξη ο Γιάννης. «Πότε έγινε αυτό; Πως και δεν το άκουσα στις ειδήσεις;»
«Έλα ρε μπαμπά –μην κοροϊδεύεις!» στράβωσε τα μούτρα η μικρή. «Έχει βγει, μου το είπε η Δανάη. Όλοι την έχουν δει εκτός από μένα!»
«Εντάξει, θα την νοικιάσουμε το απόγευμα», είπε ο Γιάννης βιαστικά, γιατί ήξερε τι θα επακολουθούσε.
«Δεν νοικιάζουμε ταινίες τις καθημερινές! Όταν τελειώσεις τα μαθήματά σου, το Σάββατο –τότε θα πάτε να την νοικιάσετε», είπε εμφατικά η Βίκυ.
«Έλα μπαμπάαααα! Γιατί;» γκρίνιαξε η μικρή.
«Έχει δίκιο η μαμά σου», είπε ο Γιάννης.
«Μα αφού μου είπες ...»
«Ναι, σου είπα. Αλλά πρέπει και να διαβάσεις –δεν θα έχεις χρόνο για ταινία».
Η μικρή κλαψούρισε ψεύτικα. Ο Γιάννης ήταν έτοιμος να της κάνει το χατίρι –αλλά σταμάτησε καθώς τράκαρε με το αποφασιστικό βλέμμα της γυναίκας του. «Έχει δίκιο. Δεν γίνεται να κάνει συνέχεια την κακιά επειδή εγώ δεν μπορώ να πω όχι στη μικρή. Αλλά ... σκατά ... τα παιδιά πρέπει να διασκεδάζουν. Να περνάνε καλά, να είναι χαρούμενα. Έχουν χρόνια μρποστά τους για να μπουν στο λούκι». Σκέφτηκε –όμως δεν είπε κουβέντα.
Η μικρή συνέχιζε τη γκρίνια.
«Έλα καλό μου –θα πάρουμε το Σάββατο την ταινία και θα τη δούμε παρέα», την καθησύχασε ο Γιάννης.
Η μικρή δέχτηκε να περιμένει κι αυτός κοίταξε αγριεμένα τη Βίκυ.
«Θα φάω στη μάπα το ξέρασμα με τις νεράιδες», της ψιθύρισε.
«Ποιος σου φταίει; Ας μην της το υποσχόσουν», απάντησε εκείνη.
«Μα γκρίνιαζε!»
«Και λοιπόν; Ψέματα το έκανε για να σε τουμπάρει».
«Το ξέρω, αλλά δεν αλλάζει κάτι».
Είχε δίκιο. Κι αυτός και εκείνη. Δεν γινόταν να κάνουν οτι ζητούσε η μικρή –δεν θα έβγαινε πουθενά. Η μικρή δοκίμαζε, οριοθετούσε το βασίλειο της, επιζητούσε ευδιάκριτα απαγορευτικά πλαίσια. Κι αυτός που δεν ήθελε να περιορίζει τους άλλους –στην αρχή άφηνε τη μικρή εντελώς ελεύθερη, μέχρι που η ίδια άρχισε να αναζητά την πατρική σκιά.
«Μπαμπά μπορώ να κάνω ποδήλατο στην αυλή;»
«Θέλεις;»
«Ναι θέλω. Αλλά μπορώ;»
«Αν αυτό θέλεις –μπορείς».
«Ναι -αλλά με αφήνεις;»
«Σε αφήνω. Άντε πήγαινε», κουνούσε απελπισμένα το κεφάλι του ο Γιάννης.
Είχε όμως κι αυτός δίκιο. Όλη του η ζωή ήταν ένα χαμόγελο στα χείλη της γυναίκας του, μια κραυγή ενθουσιασμού της μικρής. Αυτά χρειαζόταν –και ήταν πρόθυμος να πληρώσει το κόστος. Το κόστος.

Παρένθεση
«Σταματάω».
«Τι πράγμα;»
«Αυτό που άκουσες. Μη με υπολογίζετε».
«Τρελάθηκες ρε; Μετά από τόσα χρόνια προετοιμασίας;»
«Δε με παίρνει για περισσότερο».
«Κάνεις πίσω δηλαδή;»
«Πίσω, έξω –όπως θέλεις πέστο».
«Μας πουλάς».
«Απλά αποχωρώ».
«Και που ξέρουμε οτι δεν θα μας δώσεις;»
«Το ξέρετε. Άλλωστε, δεν υπάρχει τίποτα να δώσω –έτσι δεν είναι;».
«Έτσι είναι; Κι αν ...»
«Άσε τις υποθέσεις. Γνωριζόμαστε. Δεν έχετε κίνδυνο από μένα».
«Για εκείνη το κάνεις;»
«Δικιά μου δουλειά».
«Και δική μας απ΄ότι φαίνεται».
Ο Γιάννης τον άρπαξε από τα πέτα του σακακιού.
«Μην την ανακατέψετε –το καλό που σας θέλω! Εκείνη δεν υπάρχει για σας κι εγώ δεν θα υπάρχω σε λίγο. Θα μας σβήσετε οριστικά κι αν συναντηθούμε στο δρόμο δεν θα μας γνωρίσετε. Μη με αναγκάσετε να κοντράρω –γιατί θα βγούμε όλοι χαμένοι. Εντάξει;»
Ο άλλος τραβήχτηκε πίσω.
«Εντάξει, όπως θέλεις. Απλά είναι άσχημο –ήσουν σημαντικός για τους υπόλοιπους. Ακολουθούσαμε το περπάτημά σου χρόνια τώρα. Έχεις ευθύνες».
«Καμιά ευθύνη. Θα τα καταφέρετε –είμαι σίγουρος. Δεν χρειάζεστε αρχηγούς, ποτέ δεν τους είχατε ανάγκη. Κι εγώ θα είμαι βάρος –το καταλαβαίνεις αυτό;»
Ο άλλος έσκυψε το κεφάλι.
«Έχω κάτι σημαντικό να χάσω πλέον. Δεν είμαι ικανός. Προχωρήστε μόνοι σας».
«Γιατί έπρεπε να μπλέξεις ρε γαμώτο;»
«Νομίζεις πως με ρώτησε κανένας;»
Ο άλλος, γύρισε την πλάτη.
«Καλή τύχη», του ευχήθηκε φεύγοντας.
«Να προσέχετε ρε γαμώτο!» φώναξε ο Γιάννης.
Ο άλλος είχε ήδη χαθεί.


Δραπέτης
Ο Γιάννης στεκόταν στην εξώπορτα χαζεύοντας το αυτοκίνητο να φεύγει. Η Βίκυ ξεπάρκαρε βιαστικά όσο η μικρή κουνούσε το χεράκι της από το πίσω τζάμι. Δεν αντιστάθηκε στην επιθυμία του να γελοιοποιηθεί κουνώντας το δικό του χέρι στο αυτοκίνητο που χανόταν –ένας ακόμα χαμογελαστός ηλίθιος των νοτίων προαστίων. Όταν παραιτήθηκε από την εφημερίδα είχε ήδη εκδώσει το πρώτο του βιβλίο με περιορισμένη επιτυχία. Τώρα δούλευε ήδη πάνω στο τρίτο, αλλά έβγαζε χρήματα από το φρι λάνσινγκ. Ταξιδιωτικά άρθρα, θεματικές ενότητες, μαλακίες για να γεμίζουν τις, περισσευούμενες από τη διαφήμιση, σελίδες των περιοδικών. Εξακολουθούσε να κοιτάζει προς την κατεύθυνση που εξαφανίστηκε το αυτοκίνητο, αφηρημένα, όσο ταξινομούσε τις δουλειές της ημέρας. Ετοιμαζόταν να μπει μέσα στο σπίτι όταν τραντάχτηκε από την ώθηση –λες και στεκόταν πίσω από τουρμπίνα αεροπλάνου. Θόρυβος, ουρλιαχτά και μέταλλο που στροβιλιζόταν ξυρίζοντας τις νεραντζιές των πεζοδρομίων –έσκυψε ενστικτώδικα, καλύπτοντας το κεφάλι του με τα χέρια.

Έπεσε μια ησυχία απότομη, μόνο κοφτά αναφιλητά ηχούσαν αταίριαστα –ο Γιάννης, ακόμα γονατισμένος, στράφηκε προς το δρόμο. Δυο σπίτια πιο κάτω τα υπολείμματα ενός αυτοκινήτου καίγονταν –προσπάθησε να τραβήξει το βλέμμα του γιατί ήταν σίγουρος πως υπήρχαν άνθρωποι εκεί μέσα. Τα αναφιλητά έγιναν μονότονο κλάμα, αλλά δεν είχε καμιά διάθεση να ψάξει από που ερχόταν αυτό. Απελπισμένος, ένωσε τους δικούς του λυγμούς με το μονότονο κλάμα μέχρι που ο δρόμος γέμισε φωνές ξαφνιασμένων ανθρώπων.
«Πρέπει να τις πάρω από εδώ, πρέπει να φύγουμε από αυτή την πόλη», μουρμούρισε τρέμοντας ακόμα.

Στην αυλή του, ένα κομμάτι μεταλλικού προφυλακτήρα είχε τσακίσει στα δύο το ποδήλατο της μικρής. Ο χρόνος τους καιγόταν σαν φωτογραφικό φιλμ.


(Συνεχίζεται, ας πούμε)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια

Από μικρά παιδιά είχαμε μείνει με την εντύπωση οτι ο «κακός» θα φάει τα μούτρα του τελικά. Ρίξε το φταίξιμο στο Χόλυγουντ, στον Μικρό Καουμπόη ή στον Διγενή Ακρίτα –λίγη σημασία έχει. Ο «κακός» έτρωγε πάντα χώμα κι εμείς δεν θέλαμε να είμαστε Ινδιάνοι, ούτε Γερμανοί. Μέχρι που βρέθηκαν κάτι μάγκες και ισχυρίστηκαν πως οι Ινδιάνοι ήταν τελικά οι «καλοί» και οι Γερμανοί είχαν αξιοθαύμαστα καλοσιδερωμένες στολές. Και λοιπόν; Θέλησαν κάποιοι να παίζουν τους Ινδιάνους απέναντι στα καουμπόικα στέτσον (διπλό χαρτόνι, απέξω μαύρο γκοφρέ –12 δραχμές από το κοντινότερο ψιλικατζίδικο), προθυμοποιήθηκαν κάποιοι άλλοι να φορέσουν καθίκια στο κεφάλι για να μοιάζουν με Γερμανούς που κυνηγάνε ασουλούπωτους αντάρτες. Δεν ήταν έτσι.

Γιατί μάθαμε τότε -πιτσιρικάδες που ξεπατίκωναν τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» -οτι οι «καλοί» δεν κερδίζουν πάντα. Και στα κεφάλια πολλών σφήνωσαν τα καθίκια –όσο μεγάλωναν τόσο πιο δύσκολο ήταν να τα ξεκολλήσουν. Γιατί; Και τι έγινε δηλαδή; Στο κάτω –κάτω ο Χίτλερ έβαλε μια τάξη στη Γερμανία. Τους έσωσε από τη χρεοκοπία και τον εκφυλισμό. Καλύτεροι είναι οι σημερινοί που κολυμπάνε στη ρεμούλα; Άσε μας ήσυχους ρε «Ποντικέ»!

Κι ο Αντώνης ο «Ποντικός» φούντωνε, μπέρδευε τα λόγια του, βλαστημούσε με κλεισμένα δόντια –μετά έτρεχε να χωθεί στα βιβλία του, εκείνα τα βιβλία που κουβάλαγε στο σακίδιο μαζί με τα σχολικά και τα ξεφύλλιζε απορροφημένος όσο οι υπόλοιποι έπαιζαν μπάσκετ. Όταν μάλιστα νόμιζε πως δεν τον έβλεπαν, έχωνε τη μύτη στο δέσιμο της σελίδας -μύριζε κόλα, μελάνι και χαρτί, ανακατεμένα. Οι άλλοι πάντα τον έβλεπαν και τον κορόιδευαν, «βγάλε τη μύτη σου από κει Ποντικέ!» -όμως ήταν μαγνητική η κίνηση, ο Αντώνης δεν μπορούσε να την αποφύγει. Έπαιρνε τότε το «Αγκάθι» που ήταν χτυπημένο σε εφημεριδόφυλλο –ελπίζοντας να τον αποτρέψει η στυφή μυρωδιά των τυπογραφικών. Άδικος κόπος –μετά από λίγο η άκρη της μύτης του γινόταν κατάμαυρη. Ποντικός!

Εικοσιπέντε χρόνια μετά, κανένας δεν τολμούσε να πει τον Αντώνη –«Ποντικό». Ούτε μπροστά του, ούτε και πίσω του. Ο κύριος Ανδριτσάκης είχε περάσει 6 υπαλλήλους από ΕΔΕ, τα τελευταία 4 χρόνια της διευθυντικής του θητείας στο Υπουργείο Εσωτερικών. Για αμέλεια, απρεπή συμπεριφορά, αργοπορία προσέλευσης –τέτοια πράγματα. Οι υπάλληλοι μετρούσαν τις μέρες που έμεναν μέχρι τη συνταξιοδότηση του κυρίου Ανδριτσάκη και οι μέρες ήταν ατέλειωτες. Είκοσι χρόνια έφτιαχναν αυτές οι μέρες –μόνη ελπίδα να μην ξαναγίνει διευθυντής στις επόμενες κρίσεις ο κύριος Ανδριτσάκης –όλοι οι υφιστάμενοί του ψήφισαν αντιπολίτευση, μπας και βγει καινούργια κυβέρνηση –να γλιτώσουν από αυτόν.

1 από 3

Ο Αντώνης ξεκόλλησε το αυτί του από την πόρτα –οι γραμματείς του διπλανού γραφείου θα πρέπει να είχαν ήδη φύγει. Ήταν πλέον ασφαλές να ανοίξει τον υπολογιστή χωρίς να διακυβεύεται η φήμη του «άσχετου περί τα τεχνολογικά» που με τόσο κόπο καλλιεργούσε. Άναψε το απογευματινό του τσιγάρο όσο στην οθόνη φόρτωνε το λειτουργικό σύστημα. Έκλεισε τα μάτια όσο περίμενε να φορτώσει η βάση του ενδοδικτύου και παρακάλεσε να μη βρει άλλον χρήστη εκεί μέσα. Δεν φοβόταν τους δικούς του υπαλλήλους –τον ανησυχούσε κάποιος τυχαίος ηλίθιος της εταιρείας που θα είχε την ευσυνειδησία να μπει, απέξω, για να ελέγξει την ασφάλεια του συστήματος. Άνοιξε τα μάτια –κοίταξε το κουτί που κατέγραφε τον αριθμό επισκεπτών. Ένας –μόνο. Αυτός –μόνος.
Ξεκλείδωσε τον tracker με έναν κωδικό που, εξακριβωμένα, δεν είχε και σημείωσε τις πέντε ip πριν την τελευταία, τη δική του. Βγήκε από τη βάση σβήνοντας το τσιγάρο. Πήρε βαθιά αναπνοή, σηκώθηκε από το γραφείο του και πέρασε από τον άδειο χώρο της γραμματείας. Ένας υπολογιστής βούιζε –κάποια κοπέλα είχε ξεχάσει να τον κλείσει πριν φύγει –θα την κατσάδιαζε άγρια αύριο το πρωί. «Σύνελθε μαλάκα», σκέφτηκε. «Το πολύ αντικάρφωμα καταντάει κάρφωμα! Άλλωστε δεν είσαι καν εδώ, τώρα!». Όταν όλα είναι προγραμματισμένα στην παραμικρή τους λεπτομέρεια, τότε αυξάνεται η πιθανότητα λάθους. Η τύχη βοηθάει τους χαοτικούς κι αυτή την ώρα δεν θα ήταν μαζί τους. Δεν την χρειάζονταν άλλωστε –ο Αντώνης μπήκε ξανά στο γραφείο του κλειδώνοντας την πόρτα. Χαμογέλασε κατάμουτρα στο τυχαίο, κορόιδεψε το απρόβλεπτο και κάθισε στη θέση του.

Φρόντισε να αλλάξει την ip του υπολογιστή του, για μια ακόμα φορά, πριν ξαναμπεί στη βάση. Εκατοντάδες σελίδες με αριθμούς ψηφοφόρων, κωδικούς που αντιστοιχούσαν σε εκλογικά τμήματα και σύμβολα που δήλωναν τα ονόματα κομμάτων πέρασαν μπροστά από τα μάτια του όσο η βάση έτρεχε για να φρεσκάρει την ενημέρωσή της. Ξαφνικά βλαστήμησε –δεν είχε ελέγξει τον αριθμό επισκεπτών! Πήγε πάλι πίσω –ένας μόνο επισκέπτης. Χαλάρωσε. «Γίνομαι υπερβολικός ρε γαμώτο!», μουρμούρισε. «Καλύτερα έτσι, παρά να με πιάσουν με τα παντελόνια κατεβασμένα», καθησύχασε τον εαυτό του. Πάντως, άναψε ένα ακόμα τσιγάρο –εκτός προγράμματος –για να ξορκίσει την υστερία.

Μετά πήγε στην οθόνη των τελικών αποτελεσμάτων. Πάτησε το σηματάκι με τα εργαλεία στην πάνω δεξιά πλευρά της οθόνης και, χρησιμοποιώντας έναν ακόμα κωδικό, που δέκα άτομα θα ήταν πρόθυμα να καταθέσουν ενόρκως πως δεν διέθετε, μπήκε στις γραμμές υπολογισμού. Κρατώντας την ψυχραιμία του με το ζόρι κατέστρεψε ένα σωρό τύπους και τροποποίησε άλλους τόσους. Στην επόμενη ανανέωση της σελίδας χαμογέλασε με την αλλαγμένη εικόνα των αποτελεσμάτων. Το δεύτερο κόμμα έβγαινε πλέον πρώτο με οριακή διαφορά. Το τρίτο κόμμα μοίραζε ένα σημαντικό κομμάτι του ποσοστού του στους «από κάτω» –βάζοντας το πέμπτο κόμμα στη βουλή. Όλα φαίνονταν πιθανά με την πρώτη ματιά, αλλά δεν ήταν δύσκολο να αντιληφθείς την απάτη. Αρκεί να κοίταζες ακόμα μια φορά –έξυσε το κεφάλι του καθώς άλλαξε έναν ακόμα τύπο και ανανέωσε τη σελίδα. Το ποσοστό των ψηφισάντων μαζί με την αποχή έφτανε πλέον το 107% του συνόλου των εγγεγραμμένων. «Πόσο πιο εύκολο να γίνει δηλαδή;» αναρωτήθηκε.

Βγήκε από τη βάση, άλλαξε την ip του υπολογιστή του και ξαναμπήκε. Στόχος του ήταν τώρα οι σταυροί προτίμησης. Μετά από λίγο, επιφανείς βουλευτές θα χάριζαν το 1/3 των οπαδών τους σε άγνωστους που συνωστίζονταν στις ουρές των ψηφοδελτίων απλά και μόνο για λόγους πολυσυλλεκτικότητας. Χαμογέλασε ξαναβγαίνοντας από τη βάση. Είχε την τρελή επιθυμία να φτιάξει έναν ανύπαρκτο βουλευτή και να παρακολουθήσει την αναζήτησή του από αμήχανους πολιτικούς αρχηγούς –αλλά προτίμησε να μην το κάνει. Δεν σκόπευε να αποδείξει πως η εταιρεία πληροφορικής τα είχε σκατώσει –ήθελε να φανεί πολιτική πρόθεση. Κάποιοι πείραξαν τα αποτελέσματα προς όφελός τους –έτσι έπρεπε να εμφανιστεί το όλο θέμα. Ολοφάνερη η απάτη –αδύνατος ο εντοπισμός των ενόχων. Έτσι ακριβώς!

Ξαναβγήκε από τη βάση ευχαριστώντας την κοπέλα που είχε ξεχάσει ανοιχτό τον υπολογιστή της. Μια επιπλέον προφύλαξη ποτέ δεν έβλαψε κανέναν –γι΄αυτό βγήκε από το γραφείο του, κάθισε στο αναμμένο υπολογιστή και, αφού του άλλαξε την ip, αντέγραψε την ενημερωμένη βάση αποτελεσμάτων σε ένα dvd.
Διόρθωσε όλες τις πειραγμένες ip, έκλεισε τον υπολογιστή του, μάζεψε τα τσιγάρα που είχε καπνίσει σε ένα χαρτί Α4 και αντικατέστησε το dvd που βρισκόταν στη χρωματιστή θήκη, πάνω στο γραφείο του, με αυτό που μόλις είχε γράψει. Πριν φύγει, υπέγραψε το διαβιβαστικό για την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων που περιέχονταν στο αλλαγμένο dvd –χαμογέλασε, γιατί οι υφιστάμενοι του είχαν ήδη υπογράψει πριν από αυτόν.

Βγήκε από το κτίριο του Υπουργείου με το χέρι στην τσέπη του σακακιού, το κανονικό dvd είχε ήδη γίνει δυο κομμάτια μέσα στην παλάμη του. Συνέχισε να το σπάει καθώς προχωρούσε για το ΜΕΤΡΟ. Στην επόμενη αλλαγή μεταφορικού μέσου θα ξεφορτωνόταν κάποια κομμάτια. Όχι όλα. Μέχρι να φτάσει στο σπίτι του θα τα άδειαζε, σιγά –σιγά, σε υπονόμους και σκουπιδοτενεκέδες.

Και αύριο θα περίμενε μέχρι το μεσημέρι για να διαβάσει τα νέα στην εφημερίδα. Δεν θα είχε σημασία αν μουτζούρωνε τη μύτη του ανάμεσα στις σελίδες της –κανένας δεν ήταν σε θέση να τον κοροϊδέψει πλέον. Ο «Ποντικός» χαμογέλασε πετώντας τα διπλωμένα αποτσίγαρα σε κάποιον κάδο ανακύκλωσης χαρτιού.

Παρένθεση

«Το σύστημα βρίσκεται σε ασταθή ισορροπία. Αρκεί ένα σπρώξιμο για να χάσει την ικανότητα επαναφοράς στην αρχική του θέση».
Ο Γρηγόρης τον κοίταξε με μισό μάτι πριν συγκεντρωθεί στη στόχευση του απέναντι σκουπιδοτενεκέ με τη αναμμένη γόπα του τσιγάρου του. Τίναξε τον αντίχειρα, απελευθερώνοντάς τον από το μεσαίο δάχτυλο –η γόπα ταξίδεψε στον αέρα και χτύπησε στη βάση ενός STOP.
«Το είδες αυτό;» είπε πανηγυρικά στον Αντώνη.
«Μαλακίες», απάντησε εκείνος σηκώνοντας τους ώμους του. «Τον σκουπιδοτενεκέ σημάδευες –στην τύχη το έκανες».
«Μαλακίες είναι αυτά που λες εσύ! Το σύστημα βρίσκεται σε ευσταθή ισορροπία φιλαράκο. Αν το σπρώξεις μια φορά, θα επανέλθει –όσο δυνατό κι αν είναι το σπρώξιμο».
«Ποιος το λέει αυτό;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο Αντώνης.
«Η ιστορική γνώση του τελευταίου αιώνα. Σκέψου το –μη με κάνεις να αναλύω τζάμπα».
Ο Αντώνης σκέφτηκε. Το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό ήταν η ξανθιά από το μπροστινό έδρανο –την ώρα της «Πολιτικής Οικονομίας». Αμέσως μετά θυμήθηκε οτι μπορούσε να δει τα μπούτια της αν έσκυβε κάτω από το δικό του έδρανο και αυτή η ανάμνηση ήταν χαλαρωτική. Η ξανθιά φορούσε πέδιλα και είχε βαμμένα τα νύχια των ποδιών –πράγμα σπάνιο για την εποχή.
«Κομμούνα του Παρισιού. Χτύπημα, ταρακούνημα –καταστολή και πάλι πίσω σε ισορροπία. Σοβιετική επανάσταση. Ταρακούνημα γερό –κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενσωμάτωση. Μάης του ’68 –τα ίδια. Πολυτεχνείο –μην τα συζητάς. Ευσταθής ισορροπία και τα μυαλά στα κάγκελα!» αγόρευε ήδη ο Γρηγόρης.
«Ε;» ξεκόλλησε απρόθυμα από τις σκέψεις του ο Αντώνης.
«Τι κοιτάς σα χάχας; Διαφωνείς;»
«Λοιπόν ...», δεν του πήγαινε να παραδεχτεί το λάθος του έτσι εύκολα, όμως δεν έβρισκε πουθενά αντεπιχείρημα. «Και τι γίνεται αν τα σπρωξίματα είναι περισσότερα και συντονισμένα;»
«Τι γίνεται;» ρώτησε όλο περιέργεια ο Γρηγόρης.
«Εσύ να μου πεις που είσαι και ειδικός στην ιστορική γνώση του τελευταίου αιώνα», τον κορόιδεψε ανακουφισμένος ο Αντώνης.
«Άμα ξεκινάς κάτι να το τελειώνεις –αλλιώς είσαι σκέτος αεριτζής», είπε νευριασμένος ο Γρηγόρης.
«Θα το τελειώσω στην ώρα του –μη βιάζεσαι», μουρμούρισε με μυστήριο ύφος ο Αντώνης.


2 από 3

«Το είχε σκεφτεί από τότε ή απλά έκανε τον πονηρό; Μάλλον το δεύτερο, γιατί μας πήρε αμέτρητα ξενύχτια μέχρι να βγάλουμε μια άκρη. Και τότε ακόμα δεν πιστεύαμε πως όλα αυτά θα μπορούσαν ποτέ να εφαρμοστούν σοβαρά. Χρειαζόταν ...»
Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και μια γεροντοκόρη γραμματέας όρμησε φουριόζα.
«Κύριε Σπηλιώτη, σας θέλει επειγόντως ο Διευθύνων».
«Σιγά χρυσό μου, πως μπαίνεις έτσι; Μπορεί να σκάλιζα τη μύτη μου και να πάθαινα καμιά συγκοπή από την ταραχή μου!» αστειεύτηκε ο Γρηγόρης.
Η γεροντοκόρη κοντοστάθηκε.
«Μα ...»
«Καλά, άστο. Δεν σκάλιζα τίποτα –οπότε γλιτώσαμε το εργατικό ατύχημα», είπε αδιάφορα ο Γρηγόρης.
Μέσα του έτρεμε. Τι να ήθελε ο Διευθύνων; Μήπως είχε βρει τίποτα; Μήπως τον είχαν ανακαλύψει; Προσπάθησε να ηρεμήσει. «Αποκλείεται. Δεν άφησα το παραμικρό ίχνος –όλα πήγαν ρολόι. Για κάτι άσχετο θα με θέλει ο μαλάκας».
Σηκώθηκε φορώντας το σακάκι του. Η γεροντοκόρη βιάστηκε να γυρίσει στη θέση της –ποτέ δεν είχε καταλάβει αυτόν τον κυκλοθυμικό προϊστάμενο. Ήταν πολλές φορές που είχε μπει στο γραφείο του για να διακρίνει την ενόχληση που του προκαλούσε η παρουσία της. Γι΄αυτό ήταν σίγουρη πως θα την αντικαταστούσε στην πρώτη ευκαιρία. Δεν το είχε κάνει. Τον έβλεπε να ενοχλείται, να κρύβει τον εκνευρισμό του και να τη διατηρεί απείραχτη στη θέση της. Η γεροντοκόρη συνέχιζε να μην τον καταλαβαίνει –συνέχιζε να τον φοβάται.

«Περάστε κύριε Σπηλιώτη».
Ο Διευθύνων φορούσε ένα δουλικό χαμόγελο κι ο Γρηγόρης ανακάλυψε αμέσως την αιτία. Στο βάθος του γραφείου του, στο τραπέζι συσκέψεων, έπινε έναν εσπρέσο ο Υπεύθυνος Πολιτικού Σχεδιασμού της Κυβέρνησης. Ένας σαχλαμάρας αεριτζής με τικ στο δεξί μάτι.
«Γνωρίζετε βεβαίως τον κύριο ...», είπε όλο σεβασμό ο Διευθύνων.
«Βεβαίως», έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Γρηγόρης.
«Καθίστε παρακαλώ», υπέδειξε ο άνετος Υπεύθυνος.
Ο Γρηγόρης κάθισε, δυο καρέκλες μακρύτερα από τον Διευθύνοντα και έμειναν να κοιτάζονται σα ζευγάρι σε συνοικέσιο.
«Ήρθα, σήμερα, εδώ», τόνισε την κάθε λέξη του ο Υπεύθυνος, «γιατί θέλω κάποιες διευκρινήσεις σχετικά με τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών που πραγματοποιήσατε για λογαριασμό του κόμματός μας».
«Στη διάθεσή σας», είπε ο Γρηγόρης.
«Σαφέστατα», επιβεβαίωσε ο Διευθύνων.
Σώπασαν περιμένοντας τον άντρα απέναντί τους κι αυτός ανακάτευε τα υπολείμματα του καφέ του λες κι επρόκειτο να διαβάσει το φλυτζάνι.
«Στην έκθεση συμπερασμάτων ...», ο Υπεύθυνος έβγαλε ένα ντοσιέ από την τσάντα του και άρχισε να ψάχνει ακατάστατα ανάμεσα στις διαφανείς ζελατίνες «... λέτε ...», χάθηκε και ξανάρχισε το ξεφύλλισμα από την αρχή, «εδώ, εδώ!» ζητωκραύγασε στο τέλος.
Ο Γρηγόρης τον κοίταζε σα μύγα που ετοιμαζόταν να πατήσει στη μαρμελάδα. Εκνευρίστηκε κιόλας, όταν συνειδητοποίησε πως δεν μπορούσε να κρύψει αυτό το βλέμμα.
«Το 68% των ερωτηθέντων και το 93% των ψηφοφόρων του κόμματός μας, νιώθει ανασφάλεια από τους διστακτικούς χειρισμούς της κυβέρνησης σε θέματα μείζονος σημασίας. Δείχνει να απαιτεί μια πιο στιβαρή στάση αντιμετώπισης των προβλημάτων, προκειμένου να καταπολεμηθεί η καθημερινή αβεβαιότητα. Ζητούν περισσότερη αστυνόμευση, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των ενεργειών διασάλευσης της τάξης και ανάκτηση της σιγουριάς της καθημερινότητας. Στις απαιτήσεις τους αυτές, φαίνεται πως ο σεβασμός του Συντάγματος και των ατομικών ελευθεριών αποτελούν τροχοπέδη. Τα παραπάνω ποσοστά συμφωνούν πως υπάρχει υπέρμετρη ελαστικότητα και εκφράζουν την απογοήτευσή τους γιατί οι, ανεφάρμοστοι σε πρακτικό επίπεδο, περιορισμοί αυτού του είδους οδηγούν σε προβληματικές καταστάσεις. Είναι μεγάλο το ποσοστό των ερωτηθέντων που θα δέχονταν αδιαμαρτύρητα τον περιορισμό των ατομικών και πολιτικών τους ελευθεριών, προκειμένου να απολαμβάνουν μεγαλύτερη ασφάλεια», ο Υπεύθυνος σήκωσε το κεφάλι του από τα χαρτιά και κοίταξε τους δυο άντρες.
«Και λοιπόν;» ρώτησε ο Γρηγόρης βγάζοντας ένα τσιγάρο.
«Καταλαβαίνετε τι σημαίνουν αυτά που γράφετε κύριε ...»
«Σπηλιώτης. Και προφανώς καταλαβαίνω. Αυτή είναι η δουλειά μου άλλωστε. Ο κόσμος βαρέθηκε τις ελευθερίες στο ‘γράμμα του νόμου’ και ζητάει την ησυχία του. Κι εσείς, χάσατε τις εκλογές επειδή δεν πείσατε πως μπορείτε να κινηθείτε πέραν των τυπικών Συνταγματικών περιορισμών».
«Αυτό είναι το θέμα κύριε Σπηλιώτη. Οτι δεν χάσαμε τις εκλογές».
Ο Γρηγόρης τινάχτηκε απότομα.
«Πως;»
«Τα επίσημα αποτελέσματα μας δίνουν οριακή πλειοψηφία αποδεικνύοντας πως όλα τα σχετικά με την πρόθεση ψήφου γκάλοπ έσφαλαν».
«Δεν είναι έτσι ακριβώς. Το ποσοστό σφάλματος σε κάθε δημοσκόπηση ...», ξεκίνησε απολογητικά ο Διευθύνων.
«Είναι 3% -το ξέρω», είπε ο άντρας απέναντι. «Αλλά το γεγονός παραμένει. Θα είμαστε ξανά κυβέρνηση!»
«Συγχαρητήρια», είπε περιπαικτικά ο Γρηγόρης.
«Ευχαριστώ», έκανε ντροπαλά ο Υπεύθυνος.
«Με θέλετε κάτι άλλο;» ενδιαφέρθηκε ο Γρηγόρης όσο σηκωνόταν.
«Βεβαίως και σας θέλω. Γι΄αυτό ζήτησα να μιλήσουμε», φώναξε ο άντρας απέναντί του ανυπόμονα.
Ο Γρηγόρης ξανακάθισε.
«Έχουμε την πλειοψηφία, αλλά ...», ο άντρας κατέβασε λίγο νερό πριν συνεχίσει, «... υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα ... με τα ποσοστά ...»
«Δηλαδή;»
«Έχουμε την πλειοψηφία στο 107% του εκλογικού σώματος», είπε ξαλαφρωμένος πλέον ο Υπεύθυνος.
Ο Γρηγόρης τον κοίταξε αβέβαια πριν ξεκαρδιστεί.
«Μα τότε αγαπητέ μου, φαίνεται πως κάποιος τα σκάτωσε άσχημα στην καταμέτρηση!» παρατήρησε.
«Δεν διαφωνώ ... τα αποτελέσματα είναι κάπως ... αλλοπρόσαλλα ... όμως ...»
«Όμως;»
«Έχουμε την πλειοψηφία».
«Ναι αλλά η καταμέτρηση δεν είναι έγκυρη».
«Και η καταπολέμηση της ανασφάλειας;»
«Ορίστε;»
«Εννοώ ... θέλω τη γνώμη σας ...»
«Ναι»
«Σύμφωνα με τα δικά σας συμπεράσματα ...»
«Μάλιστα;»
«Πως θα φαινόταν στον κόσμο η τυχόν άρνησή μας να εγκαταλείψουμε την διακυβέρνηση;»
«Σαν δικτατορία ίσως;»
«Μα ... αυτό δεν λέτε πως ζητάει ο κόσμος;»
Ο Γρηγόρης έσβησε το τσιγάρο του προσπαθώντας να εμφανίσει εκείνο το απορημένο βλέμμα που πρόβαρε μέρες τώρα μπροστά στον καθρέφτη του. Ασυναίσθητα έψαξε μια λεία επιφάνεια να κοιταχτεί γιατί δεν ήταν σίγουρος για το αποτέλεσμα.
«Υποθέτω ...», ξεκίνησε να λέει.
«Ναι;» ο Υπεύθυνος κρεμόταν από τα χείλη του.
«Είσαστε ένα κόμμα του λεγόμενου συντηρητικού χώρου», είπε ήρεμα ο Γρηγόρης δείχνοντας πως είχε ανακτήσει την ψυχραιμία του. «Να μου επιτρέψετε την υπόθεση πως τέτοιες πρακτικές είναι, ίσως, σχετικά αναμενόμενες από το κόμμα σας. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ ...»
«Μα ελάτε τώρα! Μεταξύ μας μιλάμε! Μια μεγάλη μερίδα των βουλευτών μας διακρίνονται για τις ακροδεξιές τους .... καταβολές. Αυτή ήταν η πρόθεση και του Πρωθυπουργού, προκειμένου να αντλήσει ψήφους κι από εκείνο τον χώρο. Μιλήστε ελεύθερα!»
Ο Γρηγόρης σηκώθηκε για να κοιτάξει, θεατρικά, έξω από το παράθυρο του γραφείου. Η λεωφόρος από κάτω ήταν μποτιλιαρισμένη.
«Θα κάνω μια εικασία –αρκετά τολμηρή», είπε. «Θεωρώ πως οι προοπτικές δράσης είναι απλές. Επανάληψη των εκλογών και σίγουρη ήττα του κόμματός σας –προηγουμένως διαβάσατε πως ο κόσμος βαρέθηκε τη μαλθακότητα. Η, αλλιώς ... άρνησή σας να οδηγήσετε τον κόσμο σε εκλογικές περιπέτειες, τόσο σύντομα, και διατήρηση του κόμματός σας στην κυβέρνηση. Σε αυτή την περίπτωση θα ξεσπάσουν αντιδράσεις από την αξιωματική αντιπολίτευση –αυτό είναι σίγουρο. Αν τους αντιμετωπίσετε σαν κοινούς ταραξίες και καιροσκόπους θα βρεθείτε σε θέση ισχύος. Με το δεύτερο κόμμα εκτεθειμένο στη φθορά της διασάλευσης της τάξης, θα έχετε τη δυνατότητα να αποδείξετε πως διαθέτετε πυγμή. Φρονώ πως μετά από μικρό χρονικό διάστημα θα μπορέσετε να προκηρύξετε εκλογές χωρίς τον φόβο να τις χάσετε. Γιατί θα ήσαστε πλέον η ασφαλής επιλογή για τον τόπο, την ώρα που οι άλλοι θα καίνε λεωφορεία και κάδους απορριμμάτων. Βέβαια, αυτά είναι εικασίες, σας θυμίζω ...»
«Τα κόμματα πρέπει να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους στις έκρυθμες καταστάσεις χωρίς να ενδιαφέρονται για το πολιτικό κόστος. Σε τέτοιες στιγμές προέχει η ασφάλεια των πολιτών και η ομαλότητα. Και δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως η συγκεκριμένη κατάσταση είναι έκρυθμη!» αγόρευε ήδη ο Υπεύθυνος.
Ο Διευθύνων με το ζόρι κρατήθηκε να μην χειροκροτήσει κι ο Γρηγόρης έπνιξε κάποιο υστερικό γέλιο.
«Μπορώ να πηγαίνω τώρα;» ρώτησε.
«Βεβαίως κύριε Σπηλιώτη. Κάτι τελευταίο μόνο –είστε σίγουρος για το συμπέρασμα της έρευνάς σας;»
«Με προσβάλετε κύριε! Οι έρευνες της εταιρείας μας δεν έχουν δώσει ποτέ λανθασμένα συμπεράσματα! Θα έλεγα πως ακόμα και στην πρόβλεψη του νικητή των εκλογών είχαμε δίκιο. Οι .... ανωμαλίες στην καταμέτρηση δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν –έτσι δεν είναι;»
Έφυγε αφήνοντας τον Υπεύθυνο να ψελλίζει. «Αυτό έλειπε να μην τσίμπαγες καραγκιόζη», σκέφτηκε. «Ζείτε για την εξουσία και είσαστε έτοιμοι να σκοτώσετε γι΄αυτή. Μια αφορμή σας χρειάζεται μόνο –πάρε νάχεις λοιπόν».

Τα αποτελέσματα της έρευνας είχαν πειραχτεί με χειρουργική μέθοδο. Αργά, μεθοδικά, προσεκτικά. Δυο μήνες τώρα, στριφογύριζε τα ποσοστά στις κανονικές και τις ελεγκτικές ερωτήσεις, δυο μήνες κρατούσε το κλειδί και έστριβε τη βίδα του αποτελέσματος μέχρι να διαλύσει εντελώς τις «βόλτες» της. Η αγανάκτηση των ερωτηθέντων για το «αστυνομικό κράτος» που μπήκε σε λειτουργία με τους κυβερνητικούς χειρισμούς είχε μετατραπεί σε επιφώνημα όχλου για «περισσότερη και αποτελεσματικότερη καταπίεση». Ο Γρηγόρης προτίμησε να κατέβει στην καφετέρια της εταιρείας καθυστερώντας την επιστροφή του στο γραφείο. Ένιωθε άδειο το στομάχι του –προτίμησε να υποθέσει οτι πεινούσε παρά οτι φοβόταν. Δεν υπήρχε λόγος –όλα προχωρούσαν κανονικά, προσχεδιασμένα. Μήπως αυτό ακριβώς φοβόταν; Το φράγμα σπάει και νερό πλημμυρίζει την πεδιάδα, ο ποταμός φουσκώνει πνίγοντας τις όχθες. Ασυναίσθητα ήρθαν στο μυαλό του εικόνες οργισμένων ανθρώπων να ποδοπατάνε τη 46άρα plasma οθόνη της τηλεόρασής του. Σπασμένα τζάμια, έπιπλα που αχνίζουν –χαμογέλασε. «Η ελευθερία είναι μια ακόμα λέξη για να πεις οτι δεν σου έχει μείνει τίποτα να χάσεις».

Παρένθεση

«Το θέμα δεν είναι να χάσεις τα πάντα. Το θέμα είναι να μην υπάρχει λόγος να τα ξαναποκτήσεις».
Ο Νίκος τον κοίταζε χαμογελαστός. Ένιωθε ωραία με αυτή την κουβέντα, ένιωθε πως δεν γινόταν απλά για να σκοτώσουν την ώρα τους. Έξω από τη Νομική τα ΜΑΤ ψέκαζαν τους φλεγόμενους κάδους απορριμμάτων –σε λίγο θα άρχιζαν πάλι τις ρίψεις. Ξημέρωνε Δευτέρα και η κατάληψη θα έπρεπε να κατασταλεί για να μην ενοχλούνται οι μαγαζάτορες των γύρω δρόμων. Το πάρτι θα τελείωνε σύντομα.
«Ναι, αλλά εδώ μιλάς για αντιλήψεις που είναι βαθιά ριζωμένες στα άτομα. Πως θα τις αλλάξεις μέσα σε λίγες μέρες;» ρώτησε τον Γρηγόρη, δύσπιστος.
«Οι αντιλήψεις διαμορφώνονται από τις καταστάσεις –αν αλλάξουν οι καταστάσεις, δεν θα υπάρχει πεδίο εφαρμογής των αντιλήψεων», πετάχτηκε από το πλάι ο Αντώνης.
Ο Νίκος συνέχισε να κοιτάζει το Γρηγόρη.
«Ισχύει αυτό;» τον ρώτησε. Όλο το βράδυ δεν είχε ακούσει άλλη κουβέντα από το παιδί με τη μουτζουρωμένη μύτη –θεωρούσε πως απλώς ήταν φίλος του Γρηγόρη, περαστικός κι αδιάφορος.
«Μπορώ να σου δώσω και σχετική βιβλιογραφία άμα γουστάρεις –σαφώς ισχύει».
Ο Νίκος άναψε ένα άφιλτρο ανάποδα.
«Ιστορικά παραδείγματα. Οι βιβλιογραφίες είναι πούτσες μπλε –αν δεν υπάρχουν ιστορικές αναφορές».
Ο Γρηγόρης κοίταξε τον Αντώνη και μετά έβαλαν τα γέλια. Ταυτόχρονα.
«Ρε κόπανε, αν υπήρχε έστω ένα ιστορικό παράδειγμα –νομίζεις πως θα ήμασταν τώρα, εδώ μέσα, με τους μπάτσους απ΄έξω;»
«Και που θα ήμασταν δηλαδή;» απόρησε ο Νίκος.
«Σε κάποιο σούπερ μάρκετ να ψωνίζουμε με την ομορφιά μας», σχολίασε ο Γρηγόρης.
«Αλλά τότε, αυτόν δεν τον συμφέρει να αλλάξουν τα πράγματα γιατί δεν θα μπορούσε ούτε κωλόχαρτο να αγοράσει –έτσι που είναι;» είπε ο Νίκος δείχνοντας τον Αντώνη.
Ο άλλος δεν πρόλαβε να απαντήσει γιατί τραντάχτηκαν τα ντουβάρια από διαδοχικές εκρήξεις.
«Έρχονται», είπε σιγά ο Γρηγόρης.
«Πάμε από την πίσω πλευρά να την κάνουμε», πετάχτηκε ο Νίκος.
«Σκατά ρε γαμώτο! Βαρέθηκα να τρέχω», φώναξε ο Αντώνης.
«Κάποια μέρα δεν θα χρειάζεται να τρέχουμε», τον έπιασε από το μπράτσο ο Γρηγόρης.
«Πότε ρε μαλάκα;» απηύδησε εκείνος.
«Σύντομα», είπα σιγά ο Νίκος και οι άλλοι δύο γύρισαν για να τον δουν. Είχε αίμα στα μάτια –σιγουρεύτηκαν οτι το εννοούσε.


3 από 3

«Ότι λέω το εννοώ!» χτύπησε την παλάμη του πάνω στα χαρτιά εξοργισμένος. «Και δεν υπάρχει κανένας λόγος κωλυσιεργίας, από τη στιγμή που έχουμε τη δικαστική απόφαση. Μου βγήκε το λάδι να κερδίσω την υπόθεση, δεν έχω καμιά διάθεση να περιμένω άλλο».
Οι τέσσερις καλοντυμένοι άντρες έσκυψαν τα κεφάλια για να αποφύγουν το βλέμμα του. Δεν μπορούσαν να αντικρούσουν όσα είχε πει ο Νομικός Σύμβουλος, αλλά ήξεραν πως τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα από την εφαρμογή μιας δικαστικής απόφασης. Η έκταση είχε απαλλοτριωθεί απολύτως νόμιμα, οι γύρω Δήμοι και οι ενώσεις πολιτών είχαν κατατροπωθεί επανειλημμένα στα δικαστήρια –αλλά και πάλι ....
«Ίσως αν περιμέναμε λιγάκι να εξομαλυνθεί η πολιτική κατάσταση ...», πρότεινε ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου.
«Σωστά!» επιδοκίμασε ο Πρόεδρος. «Νομίζω πως τα πράγματα είναι αρκετά έκρυθμα για να προχωρήσουμε άμεσα στην απαλλοτρίωση και την έναρξη των εργασιών κύριε Μανιάτη».
Ο Νίκος χαμογέλασε προσπαθώντας να κρύψει τον εκνευρισμό του.
«Τι είναι αυτά που λέτε κύριοι; Προτείνετε δηλαδή να ρισκάρουμε μια ενδεχόμενη αναψηλάφηση της υπόθεσης στην περίπτωση που αλλάξει η κυβέρνηση; Δεν θυμάστε τον πόλεμο που μας έκανε η αντιπολίτευση;»
Τα μέλη του Συμβουλίου ξύστηκαν αμήχανα. Ο Νομικός Σύμβουλος είχε δίκιο. Άσχετα με τις αντιδράσεις του κόσμου –τώρα ήταν η ώρα να προχωρήσουν. Αν ήθελαν να μην έχουν απρόβλεπτα μπλεξίματα.
«Και ποιος θα αναλάβει την εποπτεία των εργασιών;» ρώτησε ο Πρόεδρος.
«Εγώ αυτοπροσώπως, αν δεν είναι κανένας άλλος πρόθυμος», είπε ο Νίκος. «Ανέλαβα από την αρχή το θέμα και δεν είμαι διατεθειμένος να δω τις προσπάθειές μου ακυρωμένες».
«Θα χυθεί αίμα», ψιθύρισε κάποιο γερασμένο μέλος του Συμβουλίου.
«Μακάρι!» φώναξε ο Νίκος. «Έτσι δεν θα έχουν χρόνο να ελέγξουν τυχόν παρατυπίες στις κατασκευαστικές εργασίες».
«Θα μας κάνουν ρόμπα τα κανάλια», σχολίασε κάποιος άλλος.
Ο Νίκος τον κοίταξε περιπαικτικά.
«Τι θα κάνουν; Ποια κανάλια εννοείτε; Αυτά που ελέγχονται από την εταιρεία μας, ή τα υπόλοιπα, ανταγωνιστικών συμφερόντων, που δεν θα βγάλουν τίποτα προς τα έξω, επειδή περιμένουν να πάρουν εκτάσεις από τις δασικές περιοχές γύρω από την πόλη;»
Ο άλλος άντρας έσκυψε ντροπιασμένος το κεφάλι ενώ τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου επιδοκίμαζαν όσα είχαν ακούσει.

Ο Νίκος αντάλλαξε μερικές φιλοφρονήσεις με τον Πρόεδρο πριν φύγει από την αίθουσα του Συμβουλίου. Όλα ήταν εντάξει –σύμφωνα με τον σχεδιασμό. Τις επόμενες μέρες θα εμφανίζονταν τα γκρέιντερ –το Προαστιακό Πάρκο θα ισοπεδωνόταν μέρα –μεσημέρι, δαγκάνες από μπουλντόζες θα μασούσαν δέντρα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περιοίκων. Είχε πληροφορίες οτι ακτιβιστικές ομάδες φρουρούσαν το Πάρκο, μέρα –νύχτα, αλλά δεν υπήρχε λόγος να τις κοινοποιήσει στα μέλη του Συμβουλίου. Για την ακρίβεια, υπήρχαν πολύ σημαντικοί λόγοι να μην μάθει τίποτα το Συμβούλιο. Ο Νίκος γέλασε. «Θα χυθεί αίμα, είχε δίκιο ο μαλάκας εκεί μέσα. Ελπίζω μόνο να μην πάει χαμένο αυτό το αίμα –ελπίζω να τους πνίξει».

Κατέβηκε στο πάρκινγκ για να πάρει το θηριώδες τζιπ του –έπρεπε να ξεκουραστεί επειγόντως. Η τελευταία βδομάδα είχε τσακίσει το νευρικό του σύστημα, τόσα χρόνια δούλευε μεθοδικά με «προοπτική εκατονταετίας». Δεν αναρωτιόταν, δεν αμφέβαλλε –συμπλήρωνε τα κομμάτια ενός παζλ χωρίς να βλέπει τη συνολική εικόνα. Και χωρίς να νοιάζεται για τη συνέχεια –κάποιος άλλος θα ερχόταν να κολλήσει ένα νέο κομμάτι δίπλα στο δικό του. Σίγουρα.
Άφησε τη λεωφόρο για τον περιφερειακό δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του –αρκετά με το παζλ, ήταν πλέον ώρα να παίξουν σκάκι, μετακινώντας τα πιόνια με σφυριές. Γέλασε για να διώξει την αγωνία του. Ο ήλιος έπεφτε πίσω από κάτι ατέλειωτους κήπους, σε λίγο θα χανόταν κατηφορίζοντας για τη θάλασσα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στις ειδήσεις του ραδιοφώνου, αλλά δεν είχε καμιά όρεξη. Χρειαζόταν να ξεφύγει λίγο από όλα αυτά –να ανασυγκροτηθεί.

3 στα 3

Ωστόσο υπήρχε ακόμα μια δουλειά που έπρεπε να γίνει –έβγαλε βιαστικά τα παπούτσια και τη γραβάτα του όταν μπήκε στο σπίτι και κάθισε μπροστά από την αναμμένη οθόνη του υπολογιστή. Μπήκε σε ένα φόρουμ, ένα από τα πολλά στα οποία συμμετείχε. Έδωσε τον κωδικό του –η σελίδα καλωσόρισε τον χρήστη «Delta Blue». Ήταν ένα φόρουμ για τους λάτρεις των μπλουζ κι ο Νίκος πήγε κατευθείαν στην τελευταία του καταχώριση. «Έχει κανένας την αυθεντική εκτέλεση του ‘They ‘re red hot’ από τον Robert Johnson;» Σκρόλαρε βιαστικά περνώντας τις απαντήσεις –φυσικά και δεν το είχε κανένας το σινγκλάκι. Δέκα αντίτυπα κυκλοφορούσαν –ένα από αυτά βρισκόταν ήδη στη δισκοθήκη του –ενθύμιο από το τελευταίο του ταξίδι στο Μισισιπή. Κάποιος είχε γράψει «έχω το mp3 –αν θέλεις στο στέλνω». Ο Νίκος απάντησε –«ευχαριστώ πολύ, αλλά βρήκα ήδη το αυθεντικό». Μετά έκλεισε το συγκεκριμένο topic.

Το δεύτερο φόρουμ που επισκέφτηκε είχε σχέση με παλιές κινηματογραφικές ταινίες. Αναζήτησε μια συγκεκριμένη καταχώρηση- «Έχει κανένας το ‘Out of the blue’ του Dennis Hopper;» από τον χρήστη «Man on Metropolis». Ανάμεσα στις απαντήσεις είδε αυτό που έψαχνε –μια βδομάδα πριν, κάποιος είχε αφήσει το μήνυμα –«το έχω σε βιντεοκασέτα –είναι όμως BETA ΙΙ». Ο Νίκος χαμογέλασε. Το μήνυμα είχε γραφτεί από τον χρήστη «ElectRon» και πήγαινε στοίχημα οτι το συγκεκριμένο άτομο είχε μπει από νετ-καφέ. Έψαξε για άλλες καταχωρήσεις, αλλά, φυσικά δεν υπήρχε τίποτα σε αυτό το όνομα χρήστη. Ο «Man of Metropolis» είχε κλείσει το topic πριν τρεις μέρες γράφοντας –«ευχαριστώ πολύ, αλλά βρήκα ήδη την ταινία σε dvd».

Ο Νίκος βγήκε από το φόρουμ και άφησε τον υπολογιστή ανοιχτό. Για λίγες ακόμα μέρες η παράνοια θα κόχλαζε στα καζάνια των Αθηναϊκών συνοικιών. Μέχρι να ξεχειλίσει στους δρόμους, μέχρι να πιάσει στον ύπνο όσους ήταν σίγουροι πως αυτή η πόλη κοιμόταν βαριά. Ο Νίκος βγήκε στη βεράντα κρατώντας ένα ποτήρι ξέχειλο στο ρούμι. Χαλάρωσε το σώμα του στα μαξιλάρια της ξαπλώστρας –ένα ηλίθιο τραγούδι βούιζε στο κεφάλι του –«Burn baby, burn! Disco Inferno», μουρμούριζε κλείνοντας τα μάτια. Θα ήθελε να δει κάποιο όνειρο με ανθρώπους που χορεύουν απελευθερωμένοι στα συντρίμμια αυτής της πόλης –αλλά έπεσε σε λήθαργο στραγγίζοντας το ρούμι από το ποτήρι.

Ο ήχος του κρυστάλλου που κομματιαζόταν στα πλακάκια της βεράντας δεν τον ανησύχησε. Θα περίμενε μέχρι να τον ξυπνήσουν οι αληθινές εκρήξεις.

(Χμμμ, συνεχίζεται ...)

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι