Τετάρτη, Ιανουαρίου 30, 2008

Ακόμα "μια στεκιά στο μάτι του Μουντεζούμα"

Αν νομίζεις πως ξεμπερδέψαμε με το βιβλίο του Νίκου Νικολαϊδη είσαι γελασμένος. Πάρε ακόμα ένα απόσπασμα, τώρα που σιγουρεύτηκα πως ο Νικολαϊδης ήθελε να δει κομμάτια του δημοσιευμένα σε blogs. Και όταν το διαβάσω, θα γράψω και την χουλιγκάνικη άποψή μου γιατί -να το θυμάσαι - "με λένε Ελένη και θα βρέξει":

Άναψα το τρίτο τσιγάρο μου και τον ρώτησα πως πήγε η Θεσσαλονίκη. Ήταν ανταποκριτής σ΄ένα αυστριακό δίκτυο τηλεόρασης κι ανέβηκε να καλύψει κάποιο πολιτικό θέμα.

Έσπρωξε πλάι την ονειροπόληση κι άφησε ένα από κείνα τα δαχτυλίδια καπνού που συνήθιζε να φτιάχνει σημάδι εισαγωγής μιας τάχα μου σούπερ συνταρακτικής αποκάλυψης.
-Ήμουνα στη Θεσσαλονίκη απάντησε και βρήκα ματάκια.
Το Θεσσαλονίκη το ήξερα, το ματάκια όμως με γέμισε ανησυχίες.
Έριξε ακόμα άλλο ένα δαχτυλίδι και περίμενε. Μετά έγειρε πίσω την καρέκλα του μέχρι που τα μπροστινά πόδια σηκώθηκαν κ’ ήρθε η πλάτη της κι ακούμπησε στην άκρη του μεταλλικού μου γραφείου. Τα πίσω άρπαζαν σύρριζα στην άκρη της μοκέττας –τώρα θα γλιστρήσει θα γκρεμοτσακιστεί και θα του φύγει το υφάκι.
-καλλίτερα απ΄της Ντάνα Γουίνκερ; Ρώτησα.
-πολύ ματάκια … και τρεμόπαιξε στοχαστικά τις βλεφαρίδες του.

Συνήθως ο Τάκης σιχαινότανε τις γκόμενες –είναι όλες σιχαμένες πουτάνες και βρωμιάρες εκτός απ’ αυτές που είχανε ματάκια και ματάκια πάει να πει μια κυρία που ΄βγαινε μέσα απ΄την ομίχλη με μάτια όλο υγρή μελαγχολία και προχωρούσε καταπάνω του αέρινη κι ανεξιχνίαστη σέρνοντας απαραίτητα ξοπίσω της ξόμπλια νοτιά της Όστριας και κάργα μυστήριο.
Κι αν τύχαινε και του καθότανε το σκηνικό ο Τάκης φρόντιζε να μαραθεί στα γρήγορα και τίναζε την κυρία Όστρια στον αέρα κ΄έπειτα έπεφτε σ΄ένα κώμα ερωτικό προς το τρίμηνο μεθοκοπώντας και θρηνώντας τα χαμένα του ματάκια. Και ποιανού τα΄αρχίδια έσπαζε στην γκρίνια;
Τα δικά μου.

Σίγουρα στην εκτίμησή του ήμουνα βαθμολογημένος κάτω απ΄τη βάση κι αυτό γιατί εγώ γούσταρα και σαβουρόδερνα από λινάτσα σε λινάτσα. Μ’ άρεσε να του περιγράφω το γαμήσι με τη χοντρή πλάτη μιας γκόμενας μες στην ακμή τα σπυριά και τα μπιμπίκια με μαυροκέφαλα στην άκρη κι ο Τάκης έλεγε σταμάτα ηλίθιε θα ξεράσω.
-καλά δεν ξέρεις τι κάβλα είναι να της τον χώνεις να σπας σπυράκια και να πετάγεται σμήγμα κίτρινο κι αυτή η καριόλα να ερεθίζεται.
Μια φορά τον έψησα και του ‘κλεισα ραντεβού με μια γνωστή μου μπαλλαρίνα το καλλίτερο πισωκολλητό της πόλης άντε και με τα χίλια ζόρια δέχτηκε και πήγε να γλυτώσει τη μουρμούρα μου για να τον συναντήσω μετά από τρεις ώρες στη Βικτώρια ένα τετράγωνο μακριά απ΄το σπίτι μου να περπατά με χέρια ανοιχτά σα συγκαμένο ρομποτάκι.
-που πας ρε μαλακοκαύλη; Τον ρώτησα.
-σπίτι σου να κάνω κάνα μπάνιο βρωμούσε η πουτάνα.
-και γιατί περπατάς έτσι;
-σιχαίνομαι μην ακουμπήσω πάνω μου είπε και συνέχισε για το σπίτι μου περπατώντας μες στα ρούχα του.

Μου είπε πως ήτανε μόνος κ’ έκανε σκοποβολή σ΄ένα μικρό μαγαζάκι πάνω στην παραλία κάπου ανάμεσα Λευκό Πύργο και Όλυμπο –Νάουσα. Είχε τελειώσει τη δουλειά του από νωρίς σουρούπωνε κι αυτός είχε αρχίσει κιόλας να μαραίνεται στην υγρασία και το πούσι του Θερμαϊκού και βάραγε βαριεστημένα με τα στραβόκανα τα χαρτονάκια και οι φουντίτσες με τη σιδερένια μύτη πέφταν όπου γούσταραν όταν έννοιωσε μια παρουσία αεράκι δίπλα του αλλά ζοχαδιασμένος δεν έδωσε σημασία μέχρι που άρχισε να νοιώθει κάτι στο πιο έντονο –κάτι σα να τον σκούνταγε μια αύρα γύρισε και τότε είδε.
-ματάκια, του είπα.
-τώρα γιατί μου το γαμείς;
-εντάξει τι είδες;
-ματάκια.
-ε, τι ‘πα και γω; Κ’ έπαθες την πλάκα σου.
-μήπως ρε ηλίθιε θέλεις να πεις εσύ την ιστορία μου;
-εντάξει συγνώμη γύρισες και είδες ξαφνικά ματάκια.
-κ΄έπαθα την πλάκα μου.
Άναψα πάλι τσιγάρο να ΄χω το στόμα μου απασχολημένο μην τον χέσω.

Στη θέα της του πήρε λίγο να συνέλθει προσπάθησε να μαζέψει την προσοχή του κ΄έτσι κρύφτηκε πρόχειρα πίσω από μια χειρονομία καθώς της πρότεινε το όπλο να σημαδέψει κι αυτή με πολύ υγρά μάτια έγνεψε αρνητικά και του ΄δωσε μ΄ένα θλιμμένο χαμόγελο την άδεια να συνεχίσει και τότε αυτός της μίλησε στα γαλλικά.
-καλά την πούτσησες κανονικά δικέ μου και θα σε πέρασε για κανένα ψώνιο άκου γαλλικά σε Θεσσαλονικιά –πας καλά;
-γιατί ρε ηλίθιε δεν μιλάνε γαλλικά οι Θεσσαλονικιές;
-μιλάνε αλλά άμα τις ακούσεις είναι σα Βουλγάρες.
-δεν ξέρω πως μου ήρθε και της μίλησα στα γαλλικά. Μετά κάρφωσε το βλέμμα του στον τοίχο πίσω μου όπου απ’ ότι θυμόμουν δεν υπήρχε τίποτα αλλά μ΄έψησε και κοίταξα κι εγώ.
-και τι της είπες μεγάλε;
-αν θέλει να πάμε παρέα για καφέ.
-εντάξει δεν σκίζει αλλά ό,τι μαλακία κι αν σπικάρεις στο γαλλικό ακούγεται ωραία –κι αυτή βούρλιασε κάπως;
-καθόλου μου απάντησε κι αυτή στα γαλλικά.
-κοίτα γαλλικό η σουρδία και τι σου απάντησε;
-Όχι ευχαριστώ.
-απ΄ό,τι ακούω είχατε μια πολύ σύντομη αλλά ενδιαφέρουσα συνομιλία –σκάσε –έσκασα και μπουκώθηκα πάλι γρήγορα το τσιγάρο μου.
Μετά τη ρώτησε αν ήθελε να πάνε να φάνε κι αυτή είπε –όχι ευχαριστώ μετά είχε πάρει το μάτι του ότι κάπου παίζαν τους Τρισέρ του Καρνέ κι αν ήθελε να το δούνε παρέα –πάλι όχι ευχαριστώ κ΄ύστερα αυτή του είπε να πάνε στο σπίτι του και τον ρούμπωσε –μένω σε ξενοδοχείο ψέλλισε ο Τάκης κι αυτή είπε –τότε καλλίτερα και τον έπιασε απ΄το χέρι να την οδηγήσει.
-Πήγαμε στο δωμάτιό μου στο ξενοδοχείο και κάναμε έρωτα μέχρι τα μεσάνυχτα.
-και μετά το ΄σκασε γιατί θα γινόταν κολοκύθα.
-όχι –με αγνόησε –και έριξε μια δόση νοσταλγίας στα μάτια κοιμηθήκαμε λίγο και μετά κάναμε πάλι έρωτα πολύ ήσυχα πολύ γλυκά βαθιά μέσα στα μάτια της μέχρι που βούρκωσε και σταμάτησα γιατί μέσα στη φάση μου δεν πήρα είδηση ότι έκλαιγε από ώρα.
-την πήραν τα ζουμιά από την κάβλα;
-δεν ήξερα τότε ρε κωλόπαιδο μετά την αγκάλιασα και λαγοκοιμήθηκα στο στήθος της μέχρι που την έννοιωσα να ανασηκώνεται να με κοιτάζει πρέπει να ‘τανε κοντά πέντε τα ξημερώματα και μου είπε σιγά … καθάρισε τον λαιμό του κ΄έριξε μια τζούρα έσβησε το τσιγάρο άναψε άλλο … και καρφώθηκε πάλι στον τοίχο.
-να πάω για ξύρισμα μέχρι την πλατεία και μου το λες μετά;
-Μη μιλάς μη πεις τίποτα σε τρεις ώρες φεύγω με το αεροπλάνο για το Παρίσι κάνε μου έρωτα –αυτό μου είπε ρε αρχίδι.
-και γαμώ τις ιστορίες δικέ μου Στατσιόνε Τέρμινι να πούμε –και τελικά κάνατε έρωτα;
-μέχρι τις 7 το πρωί και κλαίγαμε κ’ οι δυο.
-συνέχεια;
-κάπως έτσι … κ΄έπειτα έφυγε.
-δεν πήγες μαζί της στο αεροδρόμιο;
-δεν ήθελε.
-Λοιπόν θα το δοκιμάσω κ΄εγώ αυτό καμμιά φορά.
Καθάρισε λίγο κάτι γρέζια απ΄τον λαιμό του και ρώτησε ποιο αυτό.
-αυτό ρε μαλάκα μου να γαμώ και να κλαίω μαζί πολύ απελπισία.
-Τα ματάκια πληρώνονται.
-να σου πω όμως ρε φίλε γουστάρω αυτήν τη μυστική έλξη που την τράβηξε από του διαόλου τη μάνα και την έστειλε σούμπιτη δίπλα σου στο σκοπευτήριο κάπου μες στα κεφάλια σας πρέπει να τρέχει η ίδια μαλαστούπα μαγικά πράγματα. –τελικά ήτανε Γαλλίδα;
-Ναι.
-και τι λέγατε όλο το βράδυ … τι είχε το ρεπερτόριο Τέλλο Άγρα ή Ουράνη;
-δεν θυμάμαι τίποτα … σα να μην έγινε δε ξέρω τελικά κι αν έγινε.
-Και όνομα παρακαλώ;
-Τζιμ Μπλαίκερ, ταχυδακτυλουργός απ’ την Οντέσσα μου ΄δωσε πάσσα και χαμογέλασε –μου ΄γραψε στα βιαστικά ένα τηλέφωνο και κάποιο όνομα ψεύτικα υποθέτω και τα δύο.
-και το ψεύτικο όνομα αυτής;
-Μόλλυ …

Γύρισα κ΄έφτιαξα τα μαξιλάρια στην πλάτη της ντιβανοκασσέλας κέρδισα έτσι κάποιο χρόνο. Μετά ταχτοποίησα δήθεν την κουβέρτα πάνω μου.
-κοντά μαύρα μαλλιά με κοντές αφέλειες; -ρώτησα αδιάφορα και τον ψάρεψα.
-σα τη Λουίζ Μπρουκς να πούμε.
-κάπως έτσι.
-και τη λέγανε Μόλλυ ή Μολλύ, γιατί ξέρεις άρχισα εγώ τις μαλακίες οι Γάλλοι βάζουνε πάντα τον τόνο στο τέλος ας πούμε τον Τζέρρυ Λούις τον λένε Ζερρύ Λεβίς ο τόνος στο τέλος κατάλαβες;
-Μόλλυ τη λέγανε όχι Μολλύ.
-και τον Τάυρον Πάουερ τον λένε Τυρόν Πουβέρ πάλι ο τόνος στο τέλος.
-τι παπαριές μου λες τώρα; Άντε ντύσου να φύγουμε.
Πετάχτηκα απάνω και καθώς μπερδευόμουνα μες στα ρούχα μου κάνοντας πως ντύνομαι διακινδύνευσα … -και το Μόλλυ γράφεται με ένα λάμδα ή δύο;
-άκου ρε ηλίθιε έρωτα κάναμε δεν παίζαμε σκραμπλ όλη τη νύχτα άντε πάμε ν΄ακούσουμε λίγο μουσική στην καναδεζούλα στην Πλάκα –κερνάω.

5 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

frank barrell είπε...

Σε αντίθεση με τον Νικολαΐδη που ήθελε να δημοσιεύσει το βιβλίο του στα blogs, εγώ μάλλον προτιμώ ακόμα την παραδοσιακή μέθοδο και περιμένω με ανυπομονησία τη στιγμή που θα το πάρω στα χέρια μου. Ωστόσο δε μπορώ να μη σε ευχαριστήσω για τα αποσπάσματα που δημοσιεύεις εδώ και μου/μας ανοίγουν κι άλλο την όρεξη! Και πάνω απ' όλα να σε ευχαριστώ για την υπέροχη περιγραφή της παρουσίασης! Ανεκτίμητη...

marquee de mud είπε...

μαλακα αυτο μου φαινεται καλυτερο απ'τον βαλκανιο.

The Motorcycle boy είπε...

Frank, δεν το συζητάμε! Το βιβλίο είναι ανεκτίμητο -οι προδημοσιεύσεις είναι απλά ορεκτικά. Είχα πάει στην εκδήλωση και κάθε δυο λεπτά ήμουνα στο φουαγιέ, να δω μήπως τους τελείωναν τα βιβλία. Υποθέτω οτι κατανοείς την αγωνία μου -μόνο καμιά δεκαριά κούτες είχαν. Ανεκτίμητη φίλε μου ήταν η βραδυά -πίστεψέ με, η παρουσίαση είναι λίγη για να περιγράψει τι ακριβώς υπήρχε εκεί πέρα.

Marquee, θα μπορούσα να σου απαντήσω με τα λόγια του άλλου κολλήματός μας του Cave (έρχεται τον Ιούνη, το είδες στης ΤΒ;) και να σου πω οτι "κάθε καινούργιο υλικό με κάνει να ξεχνάω οτι είχε βγει παλιότερα". Όμως ... το βιβλίο είναι σκέτη ανατριχίλα. Με κάποιον περίεργο τρόπο φαίνεται πιο ολοκληρωμένο από τον Βαλκάνιο και χτυπάει σαν την κόμπρα. Εκεί που χαβαλεδιάζεις με τις φάσεις -τρως ηλεκτροσόκ. Περισσότερα όταν το τελειώσω.

ell είπε...

Όντως πάρα πολύ ωραίο το κομμάτι που έβαλες όπως και η εμπειρία σου από την παρουσίαση.

The Motorcycle boy είπε...

Ναι είναι πολύ ωραίο το βιβλίο γενικότερα ell. Αλλά δεν ξέρω αν θα σε βοηθούσε να αποκωδικοποιήσες την εμπειρία σου (από την ταινία του που έχεις δει) ή θα σε μπέρδευε περισσότερο. Ξέρω μόνο πως δεν θα σε άφηνε αδιάφορη -ο Νικολαϊδης τις έχει τις εντάσεις.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι