Παρασκευή, Φεβρουαρίου 29, 2008

10. Η μουσική είναι το φως μιας αδυσώπητης λάμπας

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση
9. Μια μεγάλη βόλτα

Πόρτα –πόρτα. Μέθοδος δοκιμασμένη σε γκάλοπ, δειγματοδιανομές, προεκλογικές εκστρατείες … Και αντίσταση κατά της αρχής. Πόρτα –πόρτα. Ουρλιαχτά στις συνοικιακές συγκεντρώσεις, παροτρύνσεις μέσα από το δίκτυο, αγωνιώδεις παραινέσεις …
«Πόρτα –πόρτα. Να μας βρουν μπροστά τους. Κάθε σπίτι να γίνει παγίδα, κάθε κτίριο θα γίνει ο τάφος τους».
«Πόρτα –πόρτα. Να πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας».
«Πόρτα –πόρτα. Να μην τους χαρίσουμε ούτε εκατοστό».
Πόρτα –πόρτα.

Η προέλαση του στρατού στις συνοικίες διακόπηκε σταδιακά. Δεν ήταν οι δρόμοι, ούτε οι πλατείες –αυτά παραδόθηκαν μετά τις πρώτες αψιμαχίες, σχεδόν αμαχητί. Οι αρβύλες τσαλαπατούσαν καχεκτικά παρτέρια όσο ο κόσμος υποχωρούσε. Οι αξιωματικοί ξεροστάλιαζαν άυπνοι –εκνευρισμένοι. Οι φαντάροι έχαναν την αποφασιστικότητά τους παραταγμένοι σε άδειους δρόμους. Η πρωτεύουσα είχε γεμίσει στρατό, αλλά δεν ελεγχόταν. Στα βόρεια οι ιδιωτικές εταιρείες φύλαξης έπαιζαν σκοποβολή μεταξύ τους –ένας ιδιωτικός φρουρός νεκρός κάθε νύχτα. Στα νότια επικρατούσε ηλεκτρισμένη ησυχία. Στα δυτικά, οι δυνάμεις κατοχής δεν κατείχαν τίποτα συγκεκριμένο.

Μύγα γύρω από αναμμένη λάμπα.
Ο Γιάννης σχημάτισε τον αριθμό στο καρτοτηλέφωνο του αεροδρομίου –κάθε πάτημα πλήκτρου διαρκούσε αιώνες. Στη μέση της πληκτρολόγησης ανακάλυψε πως έκανε λάθος νούμερο –ξεκίνησε πάλι από την αρχή. Το αεροδρόμιο βούιζε σαν κουδουνίστρα μωρού.
«Αλό;»
«Εγώ είμαι –δώσε μου τη Βίκυ».
«Που εξαφανίστηκες;»
«Γυρίζω πίσω. Να μου τις προσέχεις –ακούς;»
«Ναι, ούτε συζήτηση. Όμως –το σκέφτηκες καλά;»
«Όχι βέβαια! Γι΄αυτό το αποφάσισα. Δώσε μου τη Βίκυ».
Περίμενε, ελπίζοντας να μην ακούσει τη φωνή της στο τηλέφωνο. Τι σκατά να της έλεγε;
«Είσαι καλά;» η φωνή της τον χάραξε σα γυαλί στο μάγουλο.
«Ναι. Καλά. Ήθελα να σου πω …»
«Δεν χρειάζεται. Ξέρω πως έπρεπε να το κάνεις. Καλύτερα να σε περιμένω με την αγωνία, παρά να σε βλέπω να σέρνεσαι».
«Φαινόμουν;»
«Εσύ τι λες;»
«Δεν μπόρεσα να σας αποχαιρετήσω …»
«Ούτε εμείς θα μπορούσαμε. Προτιμότερο έτσι».
«Η μικρή …»
«Θα καταλάβει».
«Μακάρι».
«Γιάννη;»
«Ναι;»
«Ένα πράγμα μόνο …»
«Τι;»
«Να γυρίσεις».
«Στο υπόσχομαι».
«Μην υπόσχεσαι. Μόνο να γυρίσεις. Εντάξει;»
«Εντάξει».
«Καλό ταξίδι».
«Να προσέχετε».
Ακούμπησε το ακουστικό και πάλεψε να σταθεροποιήσει την αίθουσα του αεροδρομίου που στροβιλιζόταν, συνθλίβοντάς τον.
Ακούμπησε το ακουστικό και έβαλε τα κλάματα, βουβά, για να μην την ακούσει η μικρή.

Προσπάθησε να βολέψει τα πόδια του στον ελάχιστο χώρο που άφηνε η μπροστινή θέση. Την ώρα που διπλωνόταν, μισογυρισμένος στα πλάγια, η μπροστινή θέση μετακινήθηκε προς τα πίσω –μηδενίζοντας τον ελεύθερο χώρο.
«Γαμώ το ξεσταύρι σου μπινέ!» έσφιξε τα δόντια του ο Γιάννης.
Ένα κεφάλι πετάχτηκε από την μπροστινή θέση, κοντοκουρεμένα μαλλιά –τίγκα στο τζελ. Από τον ξυρισμένο σβέρκο ξεκινούσε η στολή εκστρατείας.
«Είπατε κάτι;» ρώτησε ο κοντοκουρεμένος.
«Πρόσεχε ρε φίλε. Με τσάκισες», δυσανασχέτησε ο Γιάννης.
«Εντάξει, συγνώμη. Αλλά δεν είναι λόγος να βρίζεις …»
«Τράβηξε τώρα τη θέση μπροστά και άσε τα πολλά», προειδοποίησε ο Γιάννης.
Ο κοντοκουρεμένος σκαρφάλωσε στο κάθισμα για να δει καλύτερα προς τα πίσω.
«Θα σε περιποιηθούμε κι εσένα, μια χαρά, όταν φτάσουμε –μην ανησυχείς», απείλησε.
Ο Γιάννης κοίταξε τη σβηστή επιγραφή –δεν είχε ξεκινήσει ακόμα το αεροπλάνο. Έλυσε τη ζώνη και πετάχτηκε από τη θέση του. Ο κοντοκουρεμένος δεν είχε δεθεί ακόμα, κάτι τέτοιοι περίμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή για να κάνουν εντύπωση στις αεροσυνοδούς. Ο Γιάννης τον άρπαξε από τα πέτα.
«Τι είπες ρε;»
Τον τράβηξε προς το μέρος του, σέρνοντας για να μπλοκάρει το σώμα ανάμεσα στις θέσεις. Κοίταξε τα γαλόνια σφίγγοντας τη λαβή του –επιλοχίας, αυτοί δεν έχουν συνηθίσει να κοντράρονται.
«Τι είπες ρε καραγκιόζη;» κόλλησε το πρόσωπό του στα γουρλωμένα μάτια του στρατιωτικού.
Κάποιες αεροσυνοδοί έτρεξαν αλαφιασμένες, οι επιβάτες σηκώθηκαν αμήχανα από τα διπλανά καθίσματα και μπλόκαραν τις διόδους. Ο στρατιωτικός είχε καταπιεί τη γλώσσα του.
«Αν τολμήσεις να κάνεις τίποτα όταν κατέβουμε, θα σε βρω και θα σε γαμήσω. Κι αν νομίζεις πως είμαι μόνος, κάνεις λάθος μαλάκα μου. Εντάξει;»
Ο στρατιωτικός τον κοίταζε παγωμένος.
«Μίλα ρε γαμημένε. Απάντα!»
Ο στρατιωτικός κούνησε το κεφάλι.
«Ξέρεις ποιος είμαι ρε πούστη; Ξέρεις ποιοι είμαστε; Που θα μας απειλήσεις κιόλας …», ούρλιαξε ο Γιάννης.
Ο στρατιωτικός χαλάρωσε σαν άδειο σακί και ο Γιάννης τον άφησε να σωριαστεί στη θέση του. Η αεροσυνοδός έφτασε αναστατωμένη.
«Τι έγινε …»
«Τίποτα, μην ασχολείστε. Είμαστε φίλοι με το παιδί μπροστά –πλάκα κάναμε», γέλασε ο Γιάννης.
«Μα…»
«Πλάκα κάναμε», βεβαίωσε ξέπνοα ο στρατιωτικός.
Ο Γιάννης έκλεισε τα μάτια καθώς απογειωνόταν το αεροπλάνο. Γιατί επέστρεφε σε αυτή την σκατοχώρα; Ο στρατόκαυλος μπροστά του ήταν μόνο μια προειδοποίηση –πίσω, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα. Αφηνιασμένοι στρατιωτικοί, τρελαμένοι από εξουσία –ότι χειρότερο. Γιατί δεν καθόταν με αυτούς που αγαπούσε; Τι θα κατάφερνε επιστρέφοντας;
«Να γλιτώσεις για πάντα –γι΄αυτό επιστρέφεις, για να γλιτώσεις», μουρμούρισε η φωνή από δίπλα του.
«Πως θα γλιτώσω ρε συ; Το πιο πιθανό είναι να με βρουν ανάσκελα σε κανένα χαντάκι», απάντησε ο Γιάννης.
«Ακόμα κι έτσι… ακόμα κι έτσι …»
Μισάνοιξε τα μάτια, κοίταξε στη διπλανή θέση. Κανένας δεν καθόταν εκεί. Αποκοιμήθηκε αμέσως μετά.

Μονόδρομος.
Το αυτοκίνητο ταρακουνήθηκε πέφτοντας στη λακκούβα –οι επιβάτες πετάχτηκαν ξαφνιασμένοι.
«Πρόσεχε ρε άνθρωπε. Θα καταπιώ τη μασέλα μου», φώναξε ο Νίκος.
«Καλύτερα –μπας και κόψεις τη γκρίνια», απάντησε ο Γρηγόρης.
«Εγώ γκρινιάζω;» απηύδησε ο Νίκος. Κανένας δεν απάντησε. Σκούντηξε τον Αντώνη. «Εγώ γκρινιάζω;» ξαναρώτησε. Στράφηκε στη Μαριάνα. «Γκρινιάζω εγώ;» επέμεινε.
«Χειρότερα από τη θειά μου τη γεροντοκόρη», τον πληροφόρησε εκείνη.
Ο Νίκος έμεινε με στόμα ανοιχτό όσο ο Γρηγόρης χτυπιόταν πάνω στο τιμόνι.
«Σε πήρανε χαμπάρι νωρίς, χρυσή μου», σχολίασε πνιγμένος στα γέλια.
«Εντάξει, αν δεν ήταν σαν τα μούτρα σας –θα την παίρνατε μαζί σας;» ξίνισε ο Νίκος.
Καθώς το αυτοκίνητο σταθεροποίησε την ταχύτητά του, ο Αντώνης σκούντηξε τον Γρηγόρη.
«Τσιγάρα», είπε.
Ο Γρηγόρης του έδειξε την τσέπη του με τον αγκώνα –ο άλλος έβαλε δυο δάχτυλα και ψάρεψε το πακέτο. Άναψε δυο με τον αναπτήρα του αυτοκινήτου και στράφηκε στη Μαριάνα.
«Τσιγάρο;» πρότεινε.
«Είναι σκέτα στούκας», σχολίασε εκείνη παίρνοντάς το.
«Μαριάνα λοιπόν», είπε ξεκάρφωτα ο Αντώνης.
«Έτσι λέω», απάντησε εκείνη.
«Και τι κάνεις με τη ζωή σου Μαριάνα;»
«Την περιμένω να περάσει».
«Ενδιαφέρουσα ασχολία», πετάχτηκε ο Νίκος.
Ο Αντώνης τον κοίταξε με μισό μάτι πριν συνεχίσει.
«Παντρεμένη;» ξαναρώτησε.
«Κανονικά», απάντησε εκείνη.
«Παιδιά;»
«Ναι αμέ».
«Πραγματική Μαριάνα σα να λέμε», σχολίασε ο Αντώνης. «Μήπως είχες ρίξει κάποια χυλόπιτα σε κομπλεξικό συμμαθητή σου παλιότερα;»
«Τι πράγμα;»
«Άστο, παραμιλάω», είπε ο Αντώνης.
«Που πάμε τέλος πάντων;» πετάχτηκε πάλι ο Νίκος.
«Να βρούμε τον Βασίλη», είπε ο Γρηγόρης.
«Ε, τότε πας λάθος μαλάκα μου. Έπρεπε να στρίψεις αριστερά στην προηγούμενη διασταύρωση».
«Πρώτη φορά θα είναι που πηγαίνουμε λάθος;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Ή τελευταία;» συμπλήρωσε ο Αντώνης.
«Είσαστε μεγάλα σούργελα», αποφάνθηκε ο Νίκος κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.

Ανάμεσα στα σιδερένια δόντια.
Η πόρτα του αεροπλάνου κόλλησε στην μεταλλική φυσούνα και οι λιγοστοί επιβάτες ξεβράστηκαν τεντώνοντας μουδιασμένα πόδια. Ο Γιάννης δεν έχανε από τα μάτια του τον κοντοκουρεμένο στρατιωτικό. Πόση επίδραση θα είχε τελικά η απειλή του; Τι σκεφτόταν ο βλαμμένος επιλοχίας; Τώρα βρισκόταν δυο βήματα από τους γλίτσηδες με τα κοστούμια που σφύριζαν «Στρατιωτική Αστυνομία» από διακόσια μέτρα. Ο Γιάννης σφίχτηκε καθώς τον είδε να κοντοστέκεται δίπλα τους. Ο επιλοχίας έβγαλε κάποια ταυτότητα και τους την έδειξε –ο Γιάννης ακούμπησε ασυναίσθητα τον μεταλλικό τοίχο στο πλάι του. Ο επιλοχίας στράφηκε πίσω, κοίταξε τους επιβάτες, μίλησε με τους κουστουμάτους. Μετά έφυγε σέρνοντας τις αρβύλες του. Ο Γιάννης ξεκόλλησε και χώθηκε σε μια μικρή ομάδα επιβατών. Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο.
«Ταυότητες παρακαλώ», είπε ο ένας κουστουμάτος.
Όλοι ψάχτηκαν. Ο Γιάννης επέλεξε να δώσει την δική του ταυτότητα με τους τελευταίους.
«Είστε δημοσιογράφος;» ρώτησε ο ένας κουστουμάτος.
«Ακριβώς», απάντησε ο Γιάννης.
«Και ήσασταν στο εξωτερικό;»
«Ξέρω ΄γω … για να επιστρέφω με αυτή την πτήση …»
Ο κουστουμάκιας τον κοίταξε.
«Για ποιο λόγο, αν επιτρέπεται …»
«Πήγα την οικογένειά μου για ταξίδι αναψυχής».
«Τέτοια εποχή;»
«Γιατί –τι έχει η εποχή;»
Ο άλλος κουστουμάκιας έκανε νόημα να επιστραφεί η ταυτότητα. Ο Γιάννης την άρπαξε στον αέρα και εξαφανίστηκε με αργά, βιαστικά, βήματα.

Αναγκαστική στάση.
«Γιατί σταματήσαμε;»
«Επειδή κατουριέμαι»
«Ψέματα λες».
«Σαφέστατα. Κατεβείτε».
Οι τρεις άντρες άδειασαν το παρκαρισμένο αμάξι και κατευθύνθηκαν προς το ανήλιαγο εσωτερικό του μπαρ. Πίσω τους, διστακτικά ακολούθησε η γυναίκα.
«Τι είναι εδώ;» ρώτησε.
«Παλιό μαγαζί –ορόσημο των επώνυμων αλκοολικών», απάντησε ο Αντώνης.
Κατέβηκαν τα σκαλοπάτια μυρίζοντας την ξεραμένη μπύρα. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί μέσα, εκτός από κάποιον βαριεστημένο μπάρμαν. Βολεύτηκαν σε έναν μακρόστενο πάγκο με θέα τον τοίχο –ο Γρηγόρης μαζί με τον Νίκο ανέλαβαν να φέρουν ποτά χωρίς να ρωτήσουν τους υπόλοιπους.
«Πως έγινε και βρέθηκες μαζί με τον Γρηγόρη;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τυχαία. Πέρασε από το σπίτι για να δει τον γιο μου και τον ακολούθησα», απάντησε η Μαριάνα.
«Αυτό που λέμε ‘αμοιβαία έλξη’;»
«Αυτό που λέμε ‘απόδραση’».
Οι άλλοι επέστρεψαν με τα ποτά.
«Μήπως να ξεκαθαρίζαμε τον λόγο της συνάντησής μας;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Τώρα;» είπε ο Αντώνης, κοιτάζοντας την Μαριάνα.
«Γιατί όχι τώρα; Το παραμυθάκι τελείωσε και περάσαμε στη φάση ‘βάλτε τώρα που γυρίζει’. Καλό είναι να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε από εδώ και πέρα», είπε ο Γρηγόρης.
«Κι αυτή;» γκρίνιαζε ο Νίκος.
«Κι αυτή. Αν θέλει … όλα εντάξει. Αν δεν θέλει … χαρήκαμε για τη γνωριμία», τον αντέκρουσε ο Γρηγόρης.
«Δεν μου αρέσει να κανονίζουν άλλοι για μένα», αγρίεψε η Μαριάνα.
«Αυτό αγαπητή μου … αν συνυπολογιστεί η, μέχρι σήμερα, πορεία σου στο καλλιτεχνικό στερέωμα … αποτελεί μια … κάπως ασυνήθιστη δήλωση –δε νομίζεις;» γέλασε ο Γρηγόρης.
«Άντε γαμήσου», του απάντησε εκείνη.
«Με τις καλύτερες προϋποθέσεις ξεκινάμε», ψευτοθαύμασε ο Αντώνης.
«Κομμένο το αντικάρφωμα –λέω εγώ», πετάχτηκε ο Νίκος. «Γιατί τίναξες την κάλυψή μας στον αέρα; Τόσα χρόνια πασχίζαμε σαν τους τυφλοπόντικες … Και σήμερα, έρχεσαι με το γοητευτικό κουρσάκι σου για να καλέσεις προσκλητήριο ζωντανών –νεκρών. Τι μαλακία είναι τώρα αυτή; Μου λες;»
«Άστο –απαντάω εγώ», πετάχτηκε ο Αντώνης. «Λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρυβόμαστε, πλέον. Η δουλειά έγινε, τα αποτελέσματα θα φανούν ή δεν θα φανούν –κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Επιχειρησιακά -είμαστε άχρηστοι. Εκτός αυτού, οι μυστικοί είναι ήδη έξω από την πόρτα μας. Ήταν φανερό πως κάποτε θα έβγαζαν άκρη σχετικά με το ‘ποιος’ και το ‘τι’. Δεν ξέρω αν έχουν δέσει ακόμα τους σπάγκους, αλλά εμένα με έχουν πάρει γραμμή στα σίγουρα. Έχω έναν χαφιέ στην πλάτη μου εδώ και μέρες. Μπορεί και να σας είδε όταν ήρθατε να με πάρετε. Καταλάβαμε όλοι ή να τα ξαναπώ;»
«Έτσι λοιπόν …», μουρμούρισε ο Νίκος.
«Έτσι και χειρότερα», επικρότησε ο Γρηγόρης.
«Από την πρόσφατη εμπειρία μου πάντως … θα πρέπει να σας προειδοποιήσω. Αν σκεφτόμαστε να κατεβούμε προς τις γειτονιές του Βασίλη … δεν αγαπάνε φάτσες σαν τις δικές μας εκεί κάτω. Θα μας αλείψουν μέλι και θα μας δέσουν σε πασσάλους να περιμένουμε τα μυρμήγκια. Στην καλύτερη περίπτωση», είπε ο Νίκος.
«Παχαίνει το μέλι όταν γίνεται εξωτερική επάλειψη;» αναρωτήθηκε ο Γρηγόρης.
«Δεν παχαίνει –ομορφαίνει», τον διαβεβαίωσε ο Αντώνης.
«Μήπως θέλετε να μου εξηγήσετε για τι πράγμα συζητάτε;» πετάχτηκε η Μαριάνα.
«Αυτό αγαπητή μου σηκώνει δεύτερο γύρο ποτών», είπε ο Νίκος. «Και κάντα πραγματικά λοοοόνγκ τα ντρινκς», πρότεινε, γυρίζοντας προς τον Αντώνη που ήταν ήδη όρθιος.

Ψάχνοντας. Εξηγήσεις.
Κουρνιασμένος στο πίσω κάθισμα του ταξί –κρυώνοντας ανεξήγητα. Η πόλη ήταν ένας βάλτος με σάπια νούφαρα που καραδοκούσε να τον ρουφήξει, θόρυβοι από το πουθενά που έμοιαζαν με αδικαιολόγητες εκρήξεις. Τζούφιες εκρήξεις –ανησυχία –ήταν εκρήξεις πριν την κανονική ή αμέσως μετά από αυτήν; Ανασφάλεια.
«Επιστρέψατε από το εξωτερικό;» ενδιαφέρθηκε να μάθει ο ταξιτζής.
«Όχι –κάποιους δικούς μου περίμενα να έρθουν», είπε ο Γιάννης προσπαθώντας να αποφύγει την κουβέντα.
«Και δεν ήρθαν;» ξαναρώτησε ο ταξιτζής.
«Εσύ τι λες;» ξέκοψε την κουβέντα ο Γιάννης.
«Δεν τους αδικώ», σχολίασε ο ταξιτζής.
Το σπίτι του Γρηγόρη φαινόταν ήδη στο τέρμα του δρόμου.
«Άσε με εδώ», είπε ο Νίκος.

«Ώστε εσείς είσαστε υπεύθυνοι για όλο αυτό το μπουρδέλο!» φώναξε η Μαριάνα.
«Μας κολακεύεις τώρα», είπε ο Νίκος.
«Σαφέστατα», επικρότησε ο Αντώνης.
«Γιατί τα κάνατε όλα αυτά;» απαίτησε να μάθει η Μαριάνα.
«Ρωτάς λες και δεν έχεις δει πως είναι ο κόσμος τριγύρω σου», είπε ο Γρηγόρης.
«Και τώρα δηλαδή τι έγινε; Άλλαξαν τα πράγματα στο καλύτερο;» αναρωτήθηκε η Μαριάνα.
«Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία. Για όλους αυτούς εκεί έξω. Αν θέλουν την αρπάζουν και φτιάχνουν μικρές διαφορετικές κοινότητες, ή κάποια μεγάλη διαφορετική κοινωνία. Αν θέλουν. Αλλιώς … ας βυθιστούν στα παλιά καλά σκατά. Αυτό μπορούσαμε, αυτό κάναμε».
«Και ποιος σας το ζήτησε;»
«Γιατί θα έπρεπε κάποιος να το ζητήσει; Ποιος ζήτησε από τους καταπιεστές να μας πηδάνε τόσα χρόνια; Ποιος ρωτήθηκε αν συμφωνεί με αυτό; Ποιος δέχτηκε;» πετάχτηκε ο Νίκος.
«Και οι νεκροί; Βάλατε το χεράκι σας κι ο κόσμος σφάζεται στους δρόμους. Ποιος έχει ευθύνη για τους νεκρούς;»
«Αυτοί που τους σκοτώνουν Μαριάνα. Όποιος βάφει τα χέρια του με αίμα δεν μπορεί να τα ξεπλύνει πάνω σε ηθικούς αυτουργούς, ή … στην περίπτωσή μας … σε ανήθικους συνωμότες», είπε ο Αντώνης.
«Μου ακούγονται παρανοϊκά όλα αυτά. Κι εσείς … δε φαίνεται να στέκεστε καλά στα μυαλά σας».
«Ναι, πες μας γι΄αυτό Μαριάνα! Μίλα μας για παραφροσύνη, εσύ που πέρασες τη ζωή σου ακούγοντας τη φωνή του Θεού από το στόμα της γειτόνισσας. Δείξε μας πως υπήρξε έστω και μια λογική πράξη στη δική σου ζωή. Εξήγησέ μας –πότε ευχαριστήθηκες; Τι ευχαριστήθηκες όταν σε πουλάγανε σα σφαχτάρι στον άντρα σου; Μίλα μας για τη ζωή σου Μαριάνα –και μετά θα κουβεντιάσουμε τις απόψεις σου περί παραφροσύνης», ο Γρηγόρης κατέβασε το ποτό του μονορούφι.

Απογοήτευση. Απογοήτευση.
Έμεινε με το χέρι κολλημένο στο κουδούνι αν και ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε ψυχή στο διαμέρισμα. Ο Γρηγόρης έλειπε –τι θα γινόταν αν δεν έβρισκε κανέναν από τους υπόλοιπους; Θα τους έβρισκε –ήταν σίγουρος. Στην τελική ανάλυση, υπήρχε κι ο Βασίλης. Γύρισε την πλάτη, έσπρωξε με το πόδι την πόρτα –ποτέ δεν ξέρεις. Η πόρτα αντιστάθηκε κλειδωμένη. Έπρεπε να βρει ταξί.

«Δεν υπάρχει λόγος να τα συζητάμε αυτά. Έγιναν. Από εδώ και πέρα τι κάνουμε –αυτό είναι το θέμα», είπε ο Αντώνης.
Η Μαριάνα σκούπισε τα μάτια της.
«Πάμε να βρούμε τον Βασίλη –το είπαμε αυτό», διευκρίνισε ο Γρηγόρης.
«Και μετά –τι;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Μετά, θα σκεφτούμε το ‘μετά’», είπε ο Αντώνης.
«Ας γίνει έτσι λοιπόν», μουρμούρισε η Μαριάνα.
Ο Γρηγόρης έσκυψε και την φίλησε στο μάγουλο.
«Παράτα με», ανατρίχιασε εκείνη.
«Ζόρικη η γκόμενα και με διαταραγμένη ψυχολογία!» κορόιδεψε ο Νίκος.
Το χαστούκι έσκασε στο μάγουλό του σαν χειροκρότημα.
«Δεν τις αντέχω τις εξυπνάδες σου!» τσίριξε η Μαριάνα.
«Ε μα … καλά σου είπε!» είπε ο Γρηγόρης.
«Και καλά σου έκανε!» επικρότησε ο Αντώνης.
«Σκατοκαριόλες», σφύριξε ο Νίκος, σκουπίζοντας το σάλιο από την άκρη των χειλιών του.

Διαψεύσεις.
Έδωσε τη διεύθυνση για το σπίτι του Αντώνη στον ταξιτζή –καθαρά μοιρολατρικά. Είχε τη βεβαιότητα πως δεν θα έβρισκε κανέναν –ούτε εκεί. Άλλωστε το είχαν γράψει. Τον περίμεναν για να βοηθήσει. Που; Σίγουρα όχι στα σπίτια τους, παρακολουθώντας τις ειδήσεις από οθόνες plasma. Μάλλον στους δρόμους –προσπαθώντας να φτιάξουν τις ειδήσεις. Είδε την εξώπορτα της πολυκατοικίας του Αντώνη και ετοιμάστηκε να κατέβει. Κοίταξε λίγο καλύτερα. Ένας στεγνός τύπος σκάλιζε κάτι, δίπλα στα κουδούνια. Άφησε τον ταξιτζή να προσπεράσει την πολυκατοικία –γύρισε το κεφάλι όταν βρέθηκαν ακριβώς απέξω. Ο τύπος παραβίαζε το γραμματοκιβώτιο.
«Σταμάτα εδώ», είπε απότομα στον ταξιτζή.
Κατέβηκε αφήνοντας κάποιο τυχαίο χαρτονόμισμα –ο τύπος στο γραμματοκιβώτιο κοίταζε προς το μέρος του. Τον κράτησε στην άκρη του ματιού του μέχρι να στρίψει στη γωνία. «Ποιος είναι αυτός ο πούστης;» αναρωτήθηκε.

«Ποιος πλήρωσε τα ποτά;» ρώτησε η Μαριάνα καθώς ξανάμπαιναν στο αυτοκίνητο.
«Γιατί –θέλεις να μας δώσεις το μερίδιό σου;» γέλασε ο Νίκος.
«Πας καρφί για δεύτερη σφαλιάρα», τον προειδοποίησε ο Αντώνης.
«Δεν πληρώνω μερίδια σε φραγκάτους σαν και τα μούτρα σας», είπε η Μαριάνα. «Απλά ο μπάρμαν μου έδωσε τα ρέστα, φεύγοντας».
«Κράτα τα», είπε ο Αντώνης. «Έτσι κι αλλιώς, όλοι μαζί θα ψοφήσουμε ή όλοι μαζί θα γλιτώσουμε»».
«Μάλλον προς το ‘ψοφήσουμε’ το κόβω πάντως», είπε ο Γρηγόρης.
«Αλλά όλοι μαζί», επανέλαβε ο Αντώνης.
«Λέτε να έρθει κι ο Γιάννης;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Δεν έχει τ΄αρχίδια», είπε ο Νίκος.
«Πολύ σίγουρο σε κόβω», παρατήρησε ο Γρηγόρης.
«Ποτέ δεν είχε τ΄αρχίδια», επανέλαβε ο Νίκος κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο.

Αδιέξοδο.
Περίμενε. Άκουγε τα βήματα του άλλου στο πλακόστρωτο καθώς πλησίαζε τη γωνιά στην οποία ήταν κρυμμένος. Σταθερά βήματα –μετρούσε, υπολόγιζε. Λίγο ακόμα –τώρα. Πετάχτηκε μπροστά του.
«Τι τρέχει φιλαράκο;»
Ο κύριος Αλεξίου ξαφνιάστηκε, αλλά ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία του σχεδόν αμέσως.
«Δεν κατάλαβα», είπε ήρεμα.
«Ούτε εγώ –γι΄αυτό και σε ρωτάω. Τι τρέχει; Είσαι κάποιος ανώμαλος; Ηδονίζεσαι να διαβάζεις ξένα γράμματα;» ξαναρώτησε ο Γιάννης μπλοκάροντας το πεζοδρόμιο μπροστά σον κύριο Αλεξίου.
«Κάνε στην άκρη», είπε εκείνος.
«Όχι πριν μου πεις τι έψαχνες στο γραμματοκιβώτιο».
«Μένεις σε εκείνη την πολυκατοικία;» ρώτησε ο κύριος Αλεξίου.
«Εγώ ρωτάω μάγκα», προειδοποίησε ο Γιάννης. «Εκτός αν θέλεις να φέρουμε τίποτα μπάτσους να ρωτήσουν αυτοί».
Ο κύριος Αλεξίου γέλασε. Ο Γιάννης έξυσε το κεφάλι του.
«Μάλιστα –το ΄πιασα. Είσαι μπάτσος -σωστά;»
«Μπορείς να το δεις κι έτσι», παραδέχτηκε ο κύριος Αλεξίου. Αμέσως μετά, προσπάθησε να συνεχίσει τον δρόμο του.
«Όχι ακόμα!» φώναξε ο Γιάννης αρπάζοντάς τον από το μανίκι.
Ο κύριος Αλεξίου κοίταξε τα δάχτυλα στο σακάκι του με σιχασιά.
«Πάρε το χέρι σου», προειδοποίησε.
«Πάρε τ΄αρχίδια μου», απάντησε ο Γιάννης και τον χτύπησε απότομα στη μύτη.
Ο κύριος Αλεξίου σωριάστηκε αλλά δεν έχασε τον αυτοέλεγχο του. Σκούπισε κάποιες σταγόνες αίμα και μετά φύσηξε τη μύτη του σε ένα μαντήλι. Σηκώθηκε αργά.
«Είσαι από αυτούς ε;» φώναξε καθώς το πρόσωπό του φωτιζόταν. «Τι ηλίθιος! Έπρεπε να το είχα καταλάβει αμέσως!»
Ο Γιάννης κοίταξε τον άντρα απέναντί του –είχαν τελειώσει όλα λοιπόν. Οι μπασκίνες ήξεραν –μήπως οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί;
«Πάμε κάπου ήσυχα να μιλήσουμε;» πρότεινε ο κύριος Αλεξίου.
«Σε κανένα μπουντρούμι ίσως;» είπε ο Γιάννης.
«Είχα υπόψη μου μια καφετέρια εδώ πιο κάτω», χαμογέλασε ο κύριος Αλεξίου.

Το αυτοκίνητο φρέναρε απότομα στη θέα των στρατιωτικών οχημάτων.
«Αμφέβαλλε κανείς ότι θα ήταν μπλοκαρισμένη η περιοχή από παντού;» αναρωτήθηκε ο Νίκος.
«Κι αυτό θα μας κρατήσει απέξω;» μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Παλιότερα … πριν καμιά εικοσαετία … σίγουρα όχι. Τώρα όμως …», είπε σκεπτικός ο Αντώνης.
«Όποιος δεν είναι ικανός να περάσει, δεν είναι ικανός και να γαμήσει», φώναξε η Μαριάνα καθώς πεταγόταν έξω.
«Μας απασχολεί το γαμήσι;» ρώτησε ο Γρηγόρης κοιτάζοντάς τους.
«Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο …» σχολίασε ο Νίκος καθώς πετάχτηκε πίσω από τη γυναίκα.
Οι άλλοι δυο ακολούθησαν με πιο αργό βήμα.

Διερευνητικές κινήσεις.
«Οι καφέδες κερασμένοι από μένα», είπε ο κύριος Αλεξίου.
«Δημόσια δαπάνη –έτσι;» γέλασε ο Γιάννης.
«Μπα, δεν θα το έλεγα. Είμαι εδώ χωρίς να έχω ενημερώσει την Υπηρεσία μου», απάντησε ο κύριος Αλεξίου. «Δεν νομίζετε πως θα έπρεπε να μου πείτε το όνομά σας;»

Κοίταζαν τους στρατιώτες κολλημένοι σε κάποιο παραμελημένο παρτέρι. Μεσολαβούσε ένας ολόκληρος δρόμος μεταξύ τους –ένας δρόμος γεμάτος μπάζα και ερήμωση.
«Πως θα τους περάσουμε;» ρώτησε ο Αντώνης.
«Τρέχοντας», πρότεινε ο Νίκος.
«Μαλακίες», είπε η Μαριάνα. «Δεν θα τους περάσουμε, θα τους παρακάμψουμε».
Κοίταξαν εκεί που έδειχνε. Ένα ερειπωμένο σπίτι έχασε πίσω από το παρτέρι.
«Μπορεί να είναι γεμάτο στρατιώτες», είπε ο Γρηγόρης.
«Τότε την πουτσίσαμε», απάντησε η Μαριάνα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.

«Γιάννης Καστρινός».
«Αλεξίου –χάρηκα».
«Σκέτο;»
«Ναι –σκέτο. Εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια του ονόματος».
«Κερδίζεις κάτι –χάνεις κάτι», σχολίασε ο Γιάννης προσφέροντάς του τσιγάρο.

Πέρασαν την αυλόπορτα βιαστικά, βρέθηκαν σε μια χωμάτινη αυλή με λασπωμένα υπολείμματα μπουκαλιών μπύρας. Κάποιοι χρησιμοποιούσαν αυτό το σπίτι –δεν πήγαινε πολύς καιρός –αλλά δεν είχε μείνει, πλέον, κανένας από αυτούς τριγύρω.
«Δεν φαίνεται ψυχή εκεί μέσα», είπε ο Αντώνης δείχνοντας τα ερείπια.
Ο Νίκος έτρεξε βιαστικά, αλλά δεν πρόσεξε τον κισσό που μπλέχτηκε στα πόδια του. Έπεσε με τα μούτρα στις λάσπες σαν σακί με πατάτες.
Οι υπόλοιποι κοκάλωσαν.

Διαπιστευτήρια.
«Θα προσπαθήσω να κερδίσω την εμπιστοσύνη σας, μιλώντας ειλικρινά κύριε Καστρινέ. Μελετώντας μια σειρά από περίεργες συμπτώσεις κατέληξα στο συμπέρασμα πως είναι περισσότερο περίεργες και λιγότερο συμπτώσεις. Λόγω κάποιων εξω-υπηρεσιακών ενδιαφερόντων μου, είχα την εμπειρία παρακολούθησης της ανταλλαγής μηνυμάτων σε κάποια φόρα συλλεκτών. Μουσικής κυρίως. Κι εκεί αντιλήφθηκα μερικές περίεργες αντιδράσεις που δεν ταίριαζαν στην λογική του συλλέκτη –με καταλαβαίνετε, υποθέτω».
Ο Γιάννης προτίμησε να περιμένει, ψάχνοντας στο μυαλό του. Που είχαν κάνει λάθος; Που είχαν βρεθεί ανοιχτοί;
«Έχω ανακαλύψει συντονισμένες ενέργειες, δεν ξέρω ακόμα τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται πίσω από αυτές. Εικάζω πως δεν πρόκειται για περισσότερους των 5 ή 6. Μπορώ να εντοπίσω τις ταυτότητές τους, ήδη, όπως αντιληφθήκατε, ξέρω για τον κύριο Ανδριτσάκη. Οπότε, δεν πρόκειται να σας ζητήσω ονόματα».
«Αλλά τότε –τι;» αναρωτήθηκε αυθόρμητα ο Γιάννης.
«Θέλω μόνο να μάθω το ‘γιατί’ κύριε Καστρινέ. Γιατί έγιναν όλα αυτά», ο κύριος Αλεξίου ήπιε μια ζεστή γουλιά καφέ και κάηκε εμφανώς.
«Κι αν σας το πω;»
«Τότε θα σας αφήσω στην ησυχία σας για κάποιο διάστημα. Η παρούσα κατάσταση … οι υπάρχουσες συνθήκες …», έδειχνε να διαλέγει προσεκτικά τις λέξεις μετρώντας τον άγνωστο άντρα απέναντί του, «λοιπόν, στις παρούσες συνθήκες έχω χάσει την θέση μου στην Υπηρεσία. Είμαι περισσότερο … αναπληρωματικός θα έλεγα …»
«Κατεψυγμένος», τον διόρθωσε ο Γιάννης.
«Κατεψυγμένος, όπως ακριβώς το θέσατε. Δεν πρόκειται λοιπόν να σας ενοχλήσω ιδιαίτερα. Όταν όμως αποκατασταθούν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί …»
«Χαίρομαι που δεν μιλήσατε για ‘αποκατάσταση της Δημοκρατίας’», σχολίασε ο Γιάννης.
«Μα ελάτε τώρα κύριε Καστρινέ! Είμαστε σοβαροί άνθρωποι –δεν έχουμε χρόνο για θεωρητικολαγνείες!»
«Τότε φοβάμαι πως δεν θα καταλάβετε τους λόγους μας κύριε Αλεξίου», είπε ο Γιάννης ανάβοντας τσιγάρο.

Μουσική. Δυνατή μουσική.
«Κύριε ίλαρχε κάποιοι είναι στα ερείπια. Να στείλω το απόσπασμα;»
«Για ποιο λόγο υπίλαρχε; Δεν σκοπεύουμε να μεταφέρουμε πολίτες στα στρατόπεδα. Δώστε διαταγή να ισοπεδωθεί το ρημάδι».
«Όπως επιθυμείτε».

«Τι εννοείτε κύριε Καστρινέ; Πως όλη αυτή η φασαρία προκλήθηκε στη βάση μιας ιδεολογίας;»
«Πείτε το κι έτσι».
«Ειλικρινά, αδυνατώ να παραδεχτώ τέτοια ηλιθιότητα σαν δικαιολογία».
«Τότε, λυπάμαι κύριε Αλεξίου. Δεν διαθέτω άλλη».
«Για μισό λεπτό …»
«Στη διάθεσή σας».
«Αν ισχύουν αυτά που λέτε, σημαίνει πως δεν καταφέραμε να ελέγξουμε μια τρομακτική απειλή και μάλιστα στον ιδεολογικό τομέα ο οποίος ήταν κάτω από την ενδελεχή παρακολούθησή μας, τις τελευταίες …», ο κύριος Αλεξίου σταμάτησε απότομα.
«Συνεχίστε παρακαλώ», τον προέτρεψε ο Γιάννης.
«Καλύτερα όχι», ο κύριος Αλεξίου σηκώθηκε με χαμένο βλέμμα.
«Φεύγετε;»
«Ναι και θα σας συνιστούσα να κάνετε το ίδιο. Μοιάζει να τα καταφέρατε εσείς και οι φίλοι σας. Μην προκαλείτε άλλο την τύχη σας».
«Δεν υπάρχει τύχη κύριε Αλεξίου. Όπως δεν υπάρχουν και συμπτώσεις».
«Σωστά. Αλλά δεν βλέπω τι άλλο επιδιώκετε».
«Κι όμως κύριε Αλεξίου. Αφού στήσαμε το πάρτι θα ήταν αγένεια να αποχωρήσουμε τώρα που άρχισε η μουσική».
«Η μουσική;»
«Μη μου πείτε πως δεν την ακούτε».
«Η μουσική …»
«Η μουσική μας κύριε Αλεξίου».

Ο καταιγισμός πυρών διήρκεσε γύρω στα 10 λεπτά. Ξεκίνησε από τα πλάγια, ελαφρά πυροβόλα του τανκς και ολοκληρώθηκε με δυο βολές από το κεντρικό κανόνι, από τις οποίες καμιά δεν βρήκε στόχο. Η ησυχία ήταν πιο εκκωφαντική από τις προηγούμενες εκρήξεις.
«Να στείλω μερικούς άντρες στα ερείπια;»
«Δεν υπάρχει λόγος υπίλαρχε. Όποιος γλίτωσε ας συρθεί στο λαγούμι του, όποιος τραυματίστηκε –κακό ψόφο».

Τρέξιμο στα χαλάσματα. Με σταθερά βήματα.
Παρακολούθησε τον κύριο Αλεξίου καθώς απομακρυνόταν με κουρασμένο βήμα. Υπολόγισε ασυναίσθητα τις πιθανότητες που διέθετε προκειμένου να τον βγάλει από τη μέση, αθόρυβα, σε κάποιο από τα διπλανά στενά. «Τζάμπα το σκέφτεσαι –είσαι ανίκανος για τέτοια πράγματα», μουρμούρισε καθώς σηκωνόταν. Ο Νίκος ίσως, ο Βασίλης σίγουρα … Όμως οι Καστρινοί δεν σκότωναν στα μουλωχτά. «Γι΄αυτό και τους τρώνε λάχανο», γέλασε βγαίνοντας στον δρόμο.

«Έρχονται;»
«Δεν βλέπω τίποτα»
«Πρέπει να τρέξουμε».
«Είμαστε όλοι εντάξει;»
«Εσύ τι λες ρε μαλάκα;»
«Δεν βλέπω τη Μαριάνα».
«Επειδή έχει ήδη περάσει μέσα από τα χαλάσματα. Ηλίθιε!»
«Είσαι!»
«Τσακιστείτε γαμώ το στανιό σας!»

Πήρε ένα ακόμα ταξί για να φτάσει πιο κοντά στον Βασίλη.
Έτρεξαν ανάμεσα σε έρημους δρόμους για να βρουν τον Βασίλη.
Λογικό φαινόταν –δεν μπορούσαν να ξέρουν, δεν μπορούσαν να φανταστούν.

(και που να ξέρω αν συνεχίζεται;)

"Πετάξου μέχρι τη γωνία -να δεις αν έρχομαι"

Αυτή είναι μια ανακοίνωση –γιατί οι καλοί λογαριασμοί απομακρύνουν τους δοσατζήδες από την πόρτα μας. Μια ανακοίνωση που θα διαβάσουν μόνο εκείνοι που γνωρίζουν ήδη το περιεχόμενό της –και όχι αυτοί στους οποίους απευθύνεται. Γιατί, κάποιοι άνθρωποι, απλά δεν έχουν μάθει να διαβάζουν.

Τις τελευταίες μέρες, οι περισσότεροι έγκριτοι δημοσιογράφοι σπαταλάνε στιγμές από τον πολύτιμο χώρο τους για να ασχοληθούν με τα μπλογκς. Από κοντά έρχονται και τα κυβερνητικά στελέχη με γενικόλογες σαχλαμάρες, ανεφάρμοστες προτάσεις και τηλεοπτικά ντελίρια. Τι τρέχει; Ξεκίνησε η επανάσταση και δεν με πήραν ούτε ένα τηλέφωνο;

Θέλω να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα –γιατί βαριέμαι τις μετέπειτα διευκρινήσεις. Ποτέ δεν αναφέρθηκα σε κάποια ομάδα ανθρώπων, ή σε κάποιον επαγγελματικό κλάδο, συνολικά. Στη δική μου οπτική δεν υπάρχουν ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ. Δεν μπαίνει στο ίδιο κουτί ο τυπάκος που γράφει τις κηδείες, με τον άλλο που κάνει πολιτικό ρεπορτάζ ή, ακόμα καλύτερα «αποκαλυπτικό κοινωνικό» ρεπορτάζ. Επίσης, όταν αναφέρομαι σε δημοσιογράφους, κάνω άμεσα τον συσχετισμό με την ΕΣΗΕΑ. Ξέρεις τι είναι η ΕΣΗΕΑ; Το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων –η Ένωση που προστατεύει το δικαίωμα της ελευθεροτυπίας –εκτός των άλλων. Σωστά; Για να μπεις στην ΕΣΗΕΑ, έχω ακούσει πως δίνεις εξετάσεις! Η ΕΣΗΕΑ δέχεται να δουλεύουν οι υποψήφιοι δημοσιογράφοι για κάποιο χρονικό διάστημα (6 μήνες ή περισσότερο;) χωρίς να πληρώνονται! Σωστά; Είναι αυτή η Ένωση, συνδικαλιστικό όργανο στην τελική ανάλυση; Γιατί εμένα μου μοιάζει με συνδικάτο σαν εκείνα που πλάκωναν στο ξύλο τον Μάρλον Μπράντο στο «Λιμάνι της Αγωνίας».

Αυτοί οι δημοσιογράφοι λοιπόν, που κάνουν τα ρεπορτάζ τους στις εφημερίδες, που λένε βαρύγδουπες ανοησίες στα τηλεοπτικά δελτία και τα ραδιόφωνα είναι –στην πλειοψηφία τους –άσχετοι με τα θέματα που πραγματεύονται. Πως με βλέπεις; Αφοριστικό και απόλυτο; Να σου δώσω μερικά παραδείγματα:

-Πόσοι από τους δημοσιογράφους που κάνουν ρεπορτάζ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής έχουν τελειώσει κάποια σχετική πανεπιστημιακή σχολή; Καλά, άστο -ίσως θα σου φανεί υπερβολικό. Πόσοι δημοσιογράφοι έχουν διαβάσει ή παρακολουθήσει κάποιο σεμινάριο σχετικά με την θεματική ενότητα την οποία καλύπτουν; Αυτοί που καλύπτουν το οικονομικό ρεπορτάζ σε ποια, προηγούμενη, επιμόρφωση στηρίζονται; Θυμάμαι, από την εποχή που δούλευα σε ένα περιοδικό μοτοσικλέτας, πως δεν υπήρχε περίπτωση να προσληφθεί συντάκτης χωρίς να έχει κάποιο χαρτί σχετικό με τη Μηχανολογία ή έστω, χωρίς να διαθέτει πρακτική εμπειρία πάνω στο αντικείμενο της μοτοσικλέτας. Θα μου πεις –έτσι πρέπει να είναι, γιατί πρόκειται για τον λεγόμενο «ειδικό τύπο». Μαλακίες. Κανένας δεν θα πάθει μη επανορθώσιμη ζημιά, αν γραφτεί λάθος η ροπή της καινούργιας Malaguti. Από την άλλη –αν ερμηνεύσεις λάθος κάποιο casus belli μπορεί να βγάλεις τον κόσμο στους δρόμους και να αδειάσεις τα ράφια των σουπερμάρκετ. Βλέπεις τη διαφορά;

-Εντάξει, οι δημοσιογράφοι δεν ξέρουν, αλλά ερευνούν! Ενημερώνονται πριν γράψουν το άρθρο τους, αναζητούν πηγές … Το σταματάω πριν πάθω καμιά υστερία. Ένα κάρο κόσμος έχει ανοίξει και συντηρεί κάποιο μπλογκ, δεν χρειάζεται διδακτορικό στην πληροφορική για να κάνεις κάτι τέτοιο. Κι όμως, ο ηλίθιος αρθρογράφος του «Πρώτου Θέματος» (είμαι επιεικής χαρακτηρίζοντας το άτομο ‘ηλίθιο’ και όχι ‘συκοφάντη’) γράφει: «Ο κ. Ανδρέας Καψαμπέλης, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαρρέουν από την έρευνα είναι ο δημοσιογράφος ο οποίος πλήρωνε τους λογαριασμούς για τη λειτουργία του blog ….». Τι έγινε ρε συ; Έβαλε ενοίκιο το blogspot και δεν το πήρα χαμπάρι;
Θέλεις να δώσω κι άλλα παραδείγματα ασχετοσύνης ή μπορείς να τα βρεις από μόνος σου; Θυμάμαι τη συζήτηση που είχα με κάποιον δημοσιογράφο παύλα μπλόγκερ, σχετικά με μια έρευνα που είχε δημοσιευτεί (από κάποιον συνάδελφό του δημοσιογράφο) για τα μπλογκς. Ρωτούσα, σαν ηλίθιος που είμαι, σε τι πηγές είχε στηρίξει την έρευνά του ο δημοσιογράφος. Η απάντηση ήταν: «εντάξει μωρέ, άνοιξε 5-6 μπλογκς, διάβασε και έβγαλε συμπέρασμα. Ο δημοσιογράφος δεν έχει υποχρέωση να κάνει κάτι περισσότερο»!! Δεν θέλω να πω εδώ πως αυτή η άποψη είναι ο «χρυσός κανόνας της δημοσιογραφίας», απλά λέω πως την έχω δει πολυδιάστατη και πανηγυρικά αποδεδειγμένη σε τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και εφημερίδες.

-Όμως, υπάρχει και η περίπτωση όπου οι «δημοσιογράφοι, απλά, καταγράφουν την είδηση». Σωστά; Βεβαίως –είχα και ανάλογη εμπειρία αυτής της «απλής καταγραφής»! Ένα φεγγάρι έτυχε να βρεθεί το όνομά μου σε κάποιο έγγραφο που σχετιζόταν με μια πολύκροτη υπόθεση. Είμαι δημόσιος υπάλληλος –το ξέρεις έτσι; Έτυχε λοιπόν να έχω γράψει ένα έγγραφο διαμαρτυρίας –το οποίο είχε κινηθεί ΑΥΣΤΗΡΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ. Με είχε πάρει τηλέφωνο κάποια δημοσιογράφος (θα την αποκαλώ, συνθηματικά, ‘τσαχπίνα’) και μου είχε πει ότι το έγγραφό μου βρισκόταν στο γραφείο της. Στην απορία μου σχετικά με το πώς βρέθηκε εκεί ένα χαρτί που προοριζόταν για ενδοϋπηρεσιακή χρήση –μου είχε απαντήσει τσαχπίνικα: «εμείς οι δημοσιογράφοι έχουμε τρόπους να βρίσκουμε τέτοια χαρτιά»!!! Να υπενθυμίσω εδώ, πως ο μοναδικός τρόπος ονομάζεται «υπεξαίρεση δημόσιου εγγράφου» και είναι πλημμέλημα ή κακούργημα –ανάλογα με την σπουδαιότητα του εγγράφου. Να υπενθυμίσω επίσης ότι ο υπαλληλικός κώδικας απαγορεύει στους δημόσιους υπάλληλους να δίνουν συνεντεύξεις κι αυτό το ξεκαθάρισα στην τσαχπίνα δημοσιογράφο. Προσφέρθηκα βέβαια να την βοηθήσω, αναφέροντάς της την γνώμη μου σχετικά με την προσέγγισή της στο θέμα που ερευνούσε. Με λίγα λόγια, υποστήριξα πως έλεγε βλακείες. Την επόμενη μέρα, η δημοσιογράφος μίλησε στο δελτίο ειδήσεων και ανέφερε πως είχε επιβεβαιώσει το ρεπορτάζ της μετά από συνομιλία με τον άμεσα εμπλεκόμενο υπάλληλο!! Και τα επόμενα βράδια, το έγγραφό μου κυκλοφορούσε στα κανάλια με το όνομά μου φάτσα –κάρτα! Είδες πως γίνεται η «απλή καταγραφή»; Είδες πως προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών; Τι κρίμα να μην έχω «γράψει» το έγγραφο σε dvd –ώστε να περιλαμβάνει κι εμένα η πρόσφατη ευαισθητοποίηση των μπλόγκερς που προβάλλεται από τα Μέσα!

Αυτού του είδους οι δημοσιογράφοι λοιπόν ξεκίνησαν την σταυροφορία της καταπολέμησης των συκοφαντικών μπλογκς. Με το γνωστό στυλάκι του «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω». Αρχίζοντας από το press-gr … –για περίμενε μισό λεπτό! Τι είναι αυτό το press-gr; Ένα μπλογκ το οποίο διαχειρίζονται δημοσιογράφοι! Ένα μπλογκ με θεματολογία μεταξύ «Πρώτου Θέματος», «Παρόντος» και «Εσπρέσσο»! Διάβαζα τις προάλλες –σχετικά με τις επιτυχίες του συγκεκριμένου μπλογκ. Λοιπόν, μέσα στις αξέχαστες επιτυχίες του, περιλαμβάνεται η αποκάλυψη του ονόματος του Κουκοδήμου, και η αποκάλυψη του ονόματος του Σεργιανόπουλου (στην περίπτωση της σύλληψής του για κατοχή ναρκωτικών)!! Για τέτοιες επιτυχίες μιλάμε; Παλιά τα λέγαμε χαφιεδισμό όλα αυτά –τώρα τα ονομάζουμε «δημοσιογραφικές αποκλειστικότητες». Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα.

Κάποιοι δημοσιογράφοι, μετέφεραν την σκουπιδοπρακτική, που χρησιμοποιείται σε κάποια έντυπα (και κανάλια), στον χώρο των μπλογκς. Και για αυτόν τον λόγο οι δημοσιογράφοι κατηγορούν τα μπλογκς! Αυτό το κάνανε παλιά και τα ΜΑΤ (κι ακόμα το κάνουν). Σπάγανε βιτρίνες και μετά περίμεναν να περάσει κανένας μαλλιάς για να τον τσιμπήσουν και να του φορτώσουν την κατηγορία. Είναι όμορφο να βλέπεις επαγγελματικούς κλάδους να επωφελούνται, αφομοιώνοντας δημιουργικά, ο ένας από την εργασιακή εμπειρία του άλλου!

Είναι μόνο οι δημοσιογράφοι; Μπα –που τέτοια τύχη! Από δίπλα έρχονται τα κυβερνητικά στελέχη, όπως έλεγα και παραπάνω. Αντιγράφω από τη χτεσινή (28/2) ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ:
«Κύρωση της σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης που ψηφίστηκε το 2001 στη Βουδαπέστη και όχι νέα νομοθετική ρύθμιση, είναι το σχέδιο νόμου για την ασφάλεια των υπολογιστών που ετοιμάζει η κυβέρνηση, διευκρίνισε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Θ. Ρουσόπουλος. Την ίδια σύμβαση έχουν υπογράψει η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Κύπρος, η Δανία, η Εσθονία, η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Λιθουανία, η Νορβηγία, η Ρουμανία, η Σλοβακία, η FYROM και η Ουκρανία. Βάσει αυτής τιμωρούνται οι κάθε είδους παρεμβολές σε δεδομένα και συστήματα υπολογιστή και τα αδικήματα που διενεργούνται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ο συνδυασμός των παραπάνω, είπε ο Θ. Ρουσόπουλος, με το σχέδιο για το απόρρητο των επικοινωνιών που προωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης, θα διασφαλίσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κάθε πολίτη από αδικήματα και επιθέσεις στην προσωπικότητά του που γίνονται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών».

Δηλαδή; Ας υποθέσουμε πως η παραπάνω είδηση σημαίνει κάτι –κι ας ψάξουμε να βρούμε τι είναι αυτό. Μετά την κύρωση της σχετικής σύμβασης θα συλλαμβάνονται οι αχρείοι που στέλνουν ιούς στον υπολογιστή μου; Μπα, δε νομίζω –γιατί, συνήθως, οι ιοί έρχονται από εξωτικά μέρη όπου δεν ισχύουν αυτές οι συμβάσεις ή από εταιρείες αντι-ιοικών, προκειμένου να πλασαριστεί η καινούργια έκδοση των προγραμμάτων τους.
Θα προστατευόμαστε, εμείς οι πολίτες, από τις επιθέσεις κατά της προσωπικότητάς μας; Πως θα γίνει αυτό; Θα συνυπογράψει τη σύμβαση και η Google; Γιατί εγώ θυμάμαι, ότι κάποτε ζήτησα τα στοιχεία ενός ατόμου που ερχόταν στο μπλογκ μου και έβριζε και απειλούσε την κόρη μου και τη γυναίκα μου. Η Google μου είχε απαντήσει, πως έχω τη δυνατότητα διαγραφής των σχολίων ή ελέγχου τους πριν τη δημοσίευσή τους. Θα αλλάξει αυτό;
Ή, όταν μιλάνε για «αδικήματα και επιθέσεις στην προσωπικότητα», εννοούν μονάχα τις, παγκοσμίου κύρους, αναγνωρισμένες πολιτικές προσωπικότητες της χώρας μας; Ειδικά αν αυτές ανήκουν στο κυβερνών κόμμα!

Τον χορό των τερατολόγων κλείνουν, συνήθως, οι άσχετοι επαΐοντες. Αυτοί που έχουν γεννηθεί ξερόλες και, ως εκ τούτου, μπορούν να καταθέσουν «παντού και πάντα» τη βαρυσήμαντη γνώμη τους. Όπως, ας πούμε ο συγγραφέας Σάκης Σερέφας. Να ξεκαθαρίσω ότι δεν τον είχα ακούσει ποτέ τον άνθρωπο μέχρι χτες που διάβασα την άποψή του στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ. Τον γκούγκλισα λοιπόν και βρήκα κάποιο ποίημά του, με τίτλο «Δωμάτιο με μύγες στη στιγμή» -το οποίο δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Γράφει ο καλός αυτός συγγραφέας παύλα ποιητής:

«Μεταμοντέρνα κουτσομπόλα...
Του Σάκη Σερέφα*

Δεν μου αρέσουν οι αποκριάτικες μάσκες. Ούτε σπάω πλάκα με τα κουτσομπολιά. Ούτε τα ψευδώνυμα τα αρέσω, με πιο διαδεδομένο το Θεός. Αρα δεν γουστάρω και τα ανώνυμα ή ψευδώνυμα ιστολόγια. Είναι η μεταμοντέρνα κουτσομπόλα της γειτονιάς, και μάλιστα χωρίς κότσια, δηλαδή με μάσκα. Ο κάθε πονεμένος, σαλεμένος, γρουσούζης ή αδόλεσχος ρίχνει μπροστά από τη μούρη του το τσεμπέρι της ανωνυμίας και πέρδεται τα φαφούτικα λογάκια του στην πιάτσα. Ονοματάκι δεν έχεις, ορέ λεβέντουρα;

* Συγγραφέας»


΄Ντάξει μας τα έχουν πει κι άλλοι –ενίοτε, πιο επιστημονικά. Αλλά, όταν δεν διαβάζουν οι δαιμόνιοι ρεπόρτερς, δεν μπορεί να έχει κανείς ανάλογες απαιτήσεις από τους λογοτέχνες –προκειμένου να μην επαναλαμβάνουν τετριμμένα θέματα. Πάμε ακόμα μία λοιπόν:

-Τι σε νοιάζει το ονοματάκι μου κύριε συγγραφεύς; Από την Ασφάλεια είσαι;
-Αν εγώ σου πω το ονοματάκι μου, εσύ, που θα ξέρεις ότι είναι το αληθινό;
-Γιατί δεν έχεις την ίδια απαίτηση από τις εφημερίδες που περιλαμβάνουν σχολιασμό από ανώνυμους ή ψευδώνυμους συντάκτες;
-Τι είναι τελικά το σημαντικό; Το όνομα ή αυτά που γράφω;
Παράδειγμα νο.1: Γράφω πως ο τάδε Υπουργός τ΄αρπάζει και υπογράφω με όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο.
Παράδειγμα νο.2: Γράφω πως η συμφωνία που υπέγραψε ο τάδε Υπουργός είναι επιζήμια και το τεκμηριώνω με αναφορά σε πηγές, στοιχεία, μελέτες. Στο τέλος υπογράφω σαν «Μαραμένη Γλαδιόλα»
Σε ρωτάω τώρα –τι από τα δύο θα πιστέψεις; Ποιο θεωρείς έγκυρο; Σε καλύπτει μόνο η αναφορά του ονόματος γιατί «εφόσον υπάρχει όνομα μπορεί να κάνει μήνυση ο θιγόμενος»; Σε μια χώρα που ο κάθε Τριανταφυλλόπουλος συκοφαντεί αβέρτα-κουβέρτα και ξεμπερδεύει με πρόστιμο από τα δικαστήρια που το πληρώνουν τα κανάλια αγόγγυστα; Μαλακία μου κάνει η συγκεκριμένη θέση –τι λες κι εσύ;
-Έχω διαβάσει αρθράκια σε φυλλάδες που λένε «γνωστός (υπουργός, βουλευτής, τραγουδιστής, ηθοποιός, επίσκοπος) βρέθηκε στα εξωτερικά ιατρεία ιδιωτικού νοσοκομείου με ένα ψάρι στον κώλο». Τι ακριβώς ενημέρωση προσφέρουν αυτά τα αρθράκια, πέρα από κουτσομπολιό; Ειδικά εφόσον δεν αναφέρεται το όνομα του «γνωστού». Τι απήχηση έχουν αυτά τα αρθράκια σε σχέση με την αναγνωσιμότητα των μπλογκς; Και ποια ήταν η αντίδρασή σας σε αυτό το φαινόμενο;
-Στα κανάλια μπορούν να πουν ότι γουστάρουν για σένα και είναι στο χέρι τους αν θα σε αφήσουν να απαντήσεις στις κατηγορίες. Στις εφημερίδες μπορούν να γράψουν ότι θέλουν και είναι στο χέρι τους αν θα δημοσιεύσουν την άποψή σου. Στα μπλογκς, αν θίγεσαι, μπορείς να ανοίξεις ένα μπλογκ και να απαντάς σε όσα σε θίγουν. Βλέπεις καμιά διαφορά ανάμεσα στα δικαιώματα πρόσβασης στο κάθε μέσο;

Ας τελειώνουμε το παραμύθι. Όσον καιρό διαβάζω μπλογκς, έχω βρει άτομα αξιόλογα, ενδιαφέροντα, συμπαθητικά ή αδιάφορα. Αυτά τα άτομα λέγονται «μπλόγκερς». Άντε τώρα να πεις στον Σκιές πως πρέπει να αναγράφει τα πραγματικά του στοιχεία για να προσδώσει κύρος στα γραφόμενά του. Πήγαινε στον pikei και υποστήριξε ότι αυτά που γράφει είναι σημαντικά επειδή τα γράφει επώνυμα και όχι για το περιεχόμενό τους. Άντε στη bοnnie και βγάλτην φόρα –παρτίδα, για να ικανοποιηθεί η περιέργειά σου. Αποκάλυψε τα στοιχεία του Ροϊδη με το πρόσχημα της αξιοπιστίας του περιεχομένου. Ή, πιο απλά, άντε και γαμήσου –κι εμάς, άσε μας στην ησυχία μας.

Η ιστορία του press.gr και όλων των σχετικών μπλογκς επιπέδου «Μάκης-Θέμος», είναι ιστορία που αφορά τους δημοσιογράφους και όχι τους μπλόγκερς. Ας μαζέψουν λοιπόν τα σκουπίδια τους κι ας αυτορυθμιστούν όπως γουστάρουν. Και να πάρουν μαζί τους όσους μπλόγκερς την έχουν δει επίδοξοι «αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι». Αν κάποιοι θέλουν να προβληθούν για να βρουν δουλειά στα μέσα, για να γίνουν διάσημοι ή για να βγάλουν φράγκα –είναι δικαίωμά τους. Αλλά, ο συσχετισμός της λειτουργίας των μπλογκς με τις προθέσεις του κάθε μεμονωμένου μπλόγκερ μοιάζει με το επιχείρημα «δεν φταίει το πόδι για την κλωτσιά –φταίει το παπούτσι».

Κι όπως έλεγε το παλιό ανέκδοτο:
(Χτυπάει το κουδούνι της πόρτας)
-Ποιος είναι;
-Σκουπίδια.
-Δεν θέλουμε. Έχουμε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

"Το χιμπατζίδικο" -ένα παιχνίδι

Σε αυτό το παιχνίδι με προσκάλεσε ο Άκης ο Καπράνος και δεν είναι καθόλου έξυπνο να παραβλέπεις την πρόσκληση ενός ντράμερ. Μου έδωσε λοιπόν τις ...

Οδηγίες:
1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

και ιδού το κομμάτι του βιβλίου που έχω δίπλα μου τον τελευταίο καιρό:


"Το μόνο που πέτυχα τελικά ήταν να δεχτεί να περιορίσει το χιμπατζίδικο στο χώρο του σπιτιού μας, γιατί μια μέρα που μ΄είχε αρπάξει κι εφάρμοζε ένα χιμπατζίδικο κεφαλοκλείδωμα στο τελευταίο κάθισμα του λεωφορείου της γραμμής Αθήναι -Αμαρούσιον, κόντεψα στ΄αλήθεια να πνιγώ κι άφησα ένα ουρλιαχτό που πάγωσε το αίμα των επιβατών. Μια κυρία μάλιστα, που νόμισε πως ήτανε κωλομπαράς ή κάποιος ανώμαλος που μου την έπεσε, του ΄φερε την ομπρέλα της στο κεφάλι του, εγώ δε στη συνέχεια βρήκα την ευκαιρία και της έκοψα μια κλοτσιά στο καλάμι. Τότε πετάχτηκε και ο εισπράκτορας κι άρπαξε τον πατέρα μου απ΄το γιακά και άρχισε να τον ταρακουνάει και πέσαν οι επιβάτες στη μέση για να τους χωρίσουν κι άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν και να χειρονομούν και τότε άρχισα κι εγώ να μοιράζω κλοτσιές δεξιά κι αριστερά, πολλές από τις οποίες τις δέχτηκε ο πατέρας μου -κι όχι τυχαία". Μια παιδική ανάμνηση -απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Νικολαϊδη -Γουρούνια στον Άνεμο, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1992.


Το σχετικό βιβλίο δίπλα στο σετ της Φ. Δίπλα μου δηλαδή.

Και η άποψη γνωστού μπασίστα, ινδάλματος του γυναικείου νεανικού κοινού περί του βιβλίου.



Και, με τη σειρά μου, κάνω πάσα στους: Tomboy, pikei, Deuced, numb και Μανταλένα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 22, 2008

9. Μια μεγάλη βόλτα

1. Σφραγίζοντας πλαστά διαβατήρια
2. Ο χρόνος δεν είναι φίλος κανενός
3. Η ανασφάλεια των ομαδικών παιχνιδιών
4. Περιστροφή γύρω από ένα "βιβλίο -ευαγγέλιο"
5. Η αποξένωση των διπλανών δρόμων
6. Ο νεκρός του επάνω ορόφου
7. Φτερά πεταλούδας στη γλώσσα ενός φιδιού
8. Ο φόβος είναι οικογενειακή υπόθεση

Οι δρόμοι της πόλης κουδούνιζαν σα ρολόι με σπασμένα ελατήρια. Στις λεωφόρους ήταν παραταγμένα τα ερπυστριοφόρα –γυαλιστερά από τη νυχτερινή υγρασία, πετρωμένα στην αναμονή. Τα αγήματα έκαναν τροχάδην στους παράδρομους. Ομάδες ανθρώπων ακολουθούσαν τη μέθοδο της πλημμύρας –ενώνονταν σε απειλητικό αριθμό, χτυπούσαν με μολότωφ, σίδερα, ξύλα, πέτρες και μετά χωρίζονταν σε ευέλικτες παρέες. Η εντολή «πυροβολήστε πρώτα και ρωτήστε μετά», έφτασε σαν φυσικό επακόλουθο για τους στρατιώτες. Η πόλη μούχλιαζε στο αίμα.

Σαφείς εντολές
«Αρχίστε παρακαλώ».
«Βεβαίως. Σας αναφέρω πως όλοι οι τομείς της πρωτεύουσας τελούν υπό πλήρη ή μερικό έλεγχο. Για την ακρίβεια …», πλησίασε στον χάρτη, «οι τομείς Β, Γ και ΣΤ που οριοθετούν το ιστορικό κέντρο ελέγχονται απολύτως. Οι τομείς …»
Τον διέκοψε με ένα νεύμα.
«Δεν με ενδιαφέρει παρακάτω. Το κέντρο είναι η βιτρίνα, όλα τα άλλα μπορούν να περιμένουν».
«Όντως. Γι΄αυτό θεωρήσαμε πρέπον να εγκλωβίσουμε τις εστίες αντίστασης και να περιμένουμε την εξασθένισή τους. Όταν θα καταβληθούν από τις ελλείψεις, η επέλαση μας θα γίνει χωρίς να ανοίξει μύτη», απομακρύνθηκε από τον χάρτη, λίγο ακόμα και θα ξανακαθόταν στη θέση του.
«Ταξίαρχε!»
Πετάχτηκε σαν ελατήριο πριν ακουμπήσει ο πισινός του στην καρέκλα.
«Διατάξτε κύριε Πρωθυπουργέ».
«Να μην περιμένετε. Να εισβάλετε και να τους κατεδαφίσετε. Απαιτώ, εντός των επομένων ημερών, οι συνοικίες που δημιουργούν προβλήματα να ισοπεδωθούν. Δεν θέλω να υπάρχει εκεί, τίποτα υψηλότερο των πενήντα πόντων μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Έγινα αντιληπτός;»
«Μα …»
«Ευχαριστώ πολύ Ταξίαρχε. Νομίζω πως ολοκληρώθηκε η σύσκεψη».
Όλοι σηκώθηκαν από το μακρόστενο τραπέζι, αδημονώντας να φτάσουν στην έξοδο.

«Ίλαρχε τι σου είπαν;»
«Προχωράμε άμεσα».
«Τι θα πει αυτό;»
«Είσαι ηλίθιος δόκιμε; Δώσε εντολή στο πλήρωμα –ξεκινήστε αμέσως!»
«Θα γίνει μακελειό!»
«Δεν ζήτησα την άποψή σου δόκιμε».
«Ας περιμένουμε λίγο. Θα φύγουν όπου νάναι».
«Ξεκινήστε αμέσως –η εντολή είναι σαφής».
«Μα … τι μαλακίες είναι αυτές;»
«Δεν άκουσα καλά δόκιμε! Είπες κάτι;»
«Τίποτα. Στις διαταγές σας …»

«Λοχία αποβιβαστείτε. Εφ ενός ζυγού!»
«Τι θέλουν οι γαμιόληδες;»
«Δεν τα ξέρεις. Πάλι παρέλαση θα κάνουμε».
«Λόχος! Οπλίσατε!»
«Τι είπε;»
«Δεν μου αρέσει αυτό».
«Τσακιστείτε γομάρια! Τι περιμένετε –να σας σερβίρουν πρώτα, πρωινό;»
«Ξεσκισμένοι!»

Κάποιες δικαιολογίες -ασήμαντες
Ο Γρηγόρης έκανε το ίδιο δρομολόγιο για δεύτερη φορά μέσα στη βδομάδα. Είχαν περάσει τρεις μέρες από τότε που μετέφερε το παιδί –κάποια αναμαλλιασμένη γρια τους είχε πάρει χαμπάρι όσο κοντοζύγωναν το σπίτι. Είχε σταθεί απέναντι στο αυτοκίνητο που πλησίαζε –προσπαθούσε να κοιτάξει αδιάκριτα προς την πλευρά του οδηγού. Δεν άργησε να δει το παιδί –τράβηξε τα μαλλιά της και μπήκε στο σπίτι ουρλιάζοντας. Ήταν η γιαγιά.

Ο Γρηγόρης είχε γνωρίσει την υπόλοιπη οικογένεια –μια μητέρα, συνομήλική του, η γνωστή μισότρελη γιαγιά, ένα μικρότερο αγόρι, αδύνατο, αλλά το ίδιο άσχημο με το χοντρό πληγωμένο παιδί. Ο πατέρας έλειπε –κανείς δεν ήθελε να πει κάτι περισσότερο γι΄αυτό. Η μητέρα τον είχε πλησιάσει στο χωλ, όσο οι υπόλοιποι τσίριζαν γύρω από το μπανταρισμένο παιδί. «Ευχαριστώ πολύ. Αν δεν ήσασταν εσείς …», είχε πει. Ο Γρηγόρης είχε σταματήσει την κουβέντα, απρόθυμα. Είχε υποσχεθεί πως θα ξαναπέρναγε για να δει πως πήγαινε το παιδί. Είχε εξαφανιστεί βιαστικά. Η μητέρα του παιδιού τον αναστάτωνε. Πάσχιζε να βρει το λόγο, ακόμα και τώρα που πλησίαζε το σπίτι –πάρκαρε το αμάξι στο σκαμμένο πεζοδρόμιο, ακριβώς απέξω.

Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Έτοιμος να το βάλει στα πόδια –ο μικρός αδελφός του παιδιού άνοιξε και μετά εξαφανίστηκε στον μισοσκότεινο διάδρομο. Ο Γρηγόρης μπήκε διστακτικά. Μια πόρτα άνοιξε φανερώνοντας κάποια ακατάστατη κρεβατοκάμαρα, το κεφάλι της γριάς κρεμάστηκε στη χαραμάδα και εξαφανίστηκε αμέσως μετά.
«Εσείς!» φώναξε η γυναίκα από την κουζίνα. «Περάστε!»
Τα ξανθά της μαλλιά ήταν πιασμένα βιαστικά με την ετοιμόρροπη στέκα –ένα τσουλούφι έκρυβε το δεξί μάτι, θυμίζοντας πως κάποτε, αυτή η γυναίκα υπήρξε νέα. Και ελκυστική.
Έβαλε τα χέρια της στις τσέπες της φαρδιάς τζιν φόρμας –τον κοίταξε χαμογελώντας μισά.
«Συγνώμη για την ενόχληση …»
«Μα τι λέτε; Καθίστε».
Βολεύτηκε στην άκρη του σκοροφαγωμένου καναπέ κοιτάζοντας τριγύρω. Η γυναίκα κάθισε απέναντί του, σταυροπόδι.
«Ο …», μουρμούρισε.
«Έφυγε. Ήρθαν οι φίλοι του και τον πήραν. Δεν μπορούσε καλά –καλά ούτε το πόδι του να πατήσει. Φέραμε γιατρό, του έγραψε αντιβίωση … αλλά δεν ακούει κανέναν αυτός.
Έφυγε…»
Κούνησε το κεφάλι του σκεπτικός. Δεν είχε τι να πει.
«Εσείς όμως … δεν ξέρω ούτε το όνομά σας …»
«Γρηγόρης».
«Μαριάνα».
«Χάρηκα».
Έψαξαν και οι δυο για τη συνέχεια. Σε ένα σπίτι που μύριζε χτεσινό φαγητό και παρουσίες ανθρώπων.
«Να σου ψήσω έναν καφέ;»
«Δεν θέλω να ενοχλήσω. Αφού είναι καλύτερα το παιδί …»
«Βιάζεσαι;»
«Όχι ιδιαίτερα. Δεν έχω τίποτα να κάνω».
Σηκώθηκε και έτρεξε στην κουζίνα. Αυτός έμεινε να την ακούει –μια γυναίκα έφτιαχνε καφέ, γι΄αυτόν. Ξεχασμένη αίσθηση. Έψαξε το πακέτο με τα τσιγάρα του.
«Δεν σε ρώτησα πόση ζάχαρη θέλεις και τον έκανα μέτριο …»
«Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς ο τούρκικος δεν είναι του γούστου μου. Μην αγχώνεσαι».
Τον κοίταξε απορημένη. Σκέφτηκε να γκρινιάξει γιατί θα μπορούσε να του φτιάξει κάποιον διαφορετικό καφέ –το μετάνιωσε και κάθισε απέναντί του ξανά, αφού τον είχε σερβίρει.
«Τι δουλειά κάνεις;» τον ρώτησε.
«Σε μια εταιρεία στατιστικών ερευνών. Είμαι … αναλυτής … κάτι τέτοιο».
«Σαν αυτούς που βγαίνουν στην τηλεόραση;»
«Όχι, όχι σαν αυτούς …», παρέλειψε να πει ότι αυτοί ήταν συνήθως κάποιοι άχρηστοι υπάλληλοί του που μόνο για δημόσιες σχέσεις ήταν ικανοί. «Εσύ δουλεύεις;»
«Δούλευα. Σε μια εταιρεία που φτιάχνει καλλυντικά. Αλλά μας σχολάσανε με την κρίση …»
«Και ο άντρας σου;»
Τον κοίταξε απορημένη.
«Ναι –τι ο άντρας μου;»
«Τίποτα», μαζεύτηκε ο Γρηγόρης.
Άναψε τσιγάρο και της πρότεινε το πακέτο. Μετά, την κοίταξε όσο αυτή το στριφογύριζε ανάμεσα στα δάχτυλά της ψάχνοντας …
«Που λέει πόση πίσσα έχει;»
Γέλασε, ξεκαρδίστηκε.
«Στο πλάι, αλλά μη δίνεις σημασία. Όλα τα ίδια σκατά είναι».
Γέλασε κι αυτή, ανάβοντας ένα από τα τσιγάρα του. Στην πρώτη ρουφηξιά πνίγηκε.
«Βαριά!» σχολίασε.
«Λοιπόν; Τι νέα;» έκανε χαζά ο Γρηγόρης.
«Δεν υπάρχουν νέα σε αυτές τις γειτονιές. Βράζουμε στο ζουμί μας μέχρι να κλείσει κάποιος το μάτι της κουζίνας».
«Ή να χυθεί το ζουμί έξω από την κατσαρόλα», μουρμούρισε ο Γρηγόρης.
«Σιγά και μην!» κορόιδεψε η Μαριάνα. «Εδώ μας έχουν μαντρωμένους –μια βδομάδα πριν αρχίσουν οι ταραχές μας είχαν στείλει τις κλούβες …»
«Τυχεροί ήσασταν. Είχατε κάποιους να σας προσέχουν από νωρίς», γέλασε ο Γρηγόρης.
«Τρελαίνομαι. Σιγά –σιγά παρανοώ», μουρμούρισε η Μαριάνα κοιτάζοντάς τον κατάματα.
«Τι πράγμα;» ξαφνιάστηκε ο Γρηγόρης.

Μερικές υποχωρήσεις -σημαντικές
«Θυμάσαι πως ήταν τα πράγματα –τότε. Σπουδές ή γάμος κι αν έπαιζε και λίγο το μάτι σου … λοιπόν, η μάνα μου ήταν πολύ χαρούμενη που δεν θα τους επιβάρυνα οικονομικά. Πανεπιστήμιο δεν πέρναγα ούτε με σφαίρες –σε ΤΕΙ ίσως, στην επαρχία … Τι τα θέλεις αυτά κορίτσι μου; Κοίτα να αποκατασταθείς μια ώρα αρχύτερα –μετά θα είναι αργά. Αυτό δεν το ξέρεις, κανένα από τα αγόρια της εποχής –κανένας σας δεν καταλάβαινε πως οι μανάδες μας σπρώχνανε στην πουτανιά. Δεν το ξέρατε γιατί δεν ήσασταν εσείς ο στόχος –κάτι παιδιά από τα συνεργεία, κάτι γιοι μανάβηδων, αποκατεστημένοι. Με αυτοκίνητο και την ευκολία να κεράσουν δεύτερο ποτό στη ντισκοτέκ. Αυτός είναι για σένα! Μια χαρά παιδί –προκομμένο! Έπεφταν πάνω μας στο πίσω κάθισμα κι έπρεπε να φυλαγόμαστε από το μοιραίο. Για λίγο καιρό, κάποιους μήνες –μην τους κάνουμε να βαρεθούν κιόλας! Μετά ανοίγαμε τα πόδια –αν γκαστρωνόμασταν κιόλας ήμασταν τυχερές. Αλλιώς -εκβιασμός. Στην πενταήμερη ήρθε μαζί μου, με είχε από κοντά, έβλεπα τους άλλους να μεθάνε … Δεν του το συγχώρεσα, αλλά το ξέχασα με τον καιρό. Ήρθαν άλλα, χειρότερα. Εσείς που την κάνατε για τα πανεπιστήμια δεν τα μάθατε ποτέ αυτά. Μας κοιτάγατε με ύφος –κότες, κυράτσες, τέτοια πράγματα. Ξενυχτάγατε σε κραιπάλες, ξενυχτάγαμε για να ξεσκατίσουμε μωρά. Δεν παραπονιόμαστε –τη δικιά μας δειλία πληρώσαμε. Αλλά όχι και καζούρα ρε παιδιά!»
Σταμάτησε και έλιωσε το απομεινάρι τσιγάρου στο τασάκι δίπλα του. Ο Γρηγόρης κοίταζε –κάπου ανάμεσα σε σαστισμένος και αποσβολωμένος –γιατί δεν περίμενε αυτόν το μονόλογο από μια κακοντυμένη νοικοκυρά. Αλλά δεν ήταν εκεί το θέμα. Όσο η Μαριάνα μιλούσε κοιτάζοντάς τον κατάματα –επιθετικά –τόσο γινόταν κάποια άλλη γυναίκα, ψέματα, κάποιο άλλο κορίτσι. Που βρέθηκε αυτή εδώ πέρα; Εκεί ήταν το θέμα.
«Και τώρα τρελαίνομαι –καταλαβαίνεις; Πέρασα τόσα χρόνια παρακαλώντας να εξαφανιστεί ο καργιόλης, να με αφήσει ήσυχη –του έκανα παιδιά, τι σκατά δηλαδή; Τι άλλο ήθελε από μένα; Κι αυτός εξαφανίστηκε, αλλά εγώ έμεινα εδώ –με τα παιδιά και μια μισότρελη γριά. Τον μεγάλο τον είδες –δεν ξέρει τι του φταίει και πάει να φάει το κεφάλι του. Δεν τον κατηγορώ –μήπως έχει και καμιά άλλη ελπίδα; Ο μικρός … είναι ακόμα μικρός γι΄αυτό δεν έχει βγει στους δρόμους. Εγώ τι κάνω –μου λες;»
Ένιωθε πως ήταν η ώρα του να πει κάτι.
«Δεν ξέρω τι να σου πω –μακάρι να ήξερα. Μου φαίνεται πως γάμησες τη ζωή σου αμετάκλητα και συγνώμη κιόλας, αλλά ποτέ δεν ήμουνα καλός στην παρηγοριά. Αν πάντως κάτι πρέπει να απαντήσω … κάτσε και περίμενε. Η οικογένειά σου θα σε χρειαστεί».
Έβγαλε ένα σφύριγμα απαξίωσης πριν του χαμογελάσει στραβά.
«Με γουστάρεις –έτσι; Μπορώ ακόμα να τα βλέπω αυτά, με γουστάρεις –γι΄αυτό ήρθες. Βοήθησες το παιδί –εντάξει είσαι καλός άνθρωπος. Αλλά σήμερα ήρθες για μένα».
Τινάχτηκε μαζεύοντας τα τσιγάρα του.
«Σύνελθε Μαριάνα», είπε σιγά.
«Με γουστάρεις μαλάκα. Αλλά φοβάσαι».
«Δεν έχουν νόημα αυτές οι κουβέντες. Καλύτερα να πηγαίνω».
Τον σταμάτησε στην πόρτα.
«Κάνε μου μια χάρη. Περίμενέ με λίγο στο αυτοκίνητο –θέλω να με πας κάπου. Γίνεται;»
Σήκωσε τους ώμους –γιατί όχι;

Την περίμενε με αναμμένη τη μηχανή –μπερδεμένος. Έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται το κορμί της, πώς να ήταν κάτω από τα φαρδιά ρούχα … «Σύνελθε μαλάκα», δάγκωσε τη γλώσσα του. Αλλά δεν έβρισκε, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, κανέναν απολύτως λόγο για να συνέλθει –ο κόσμος έπεφτε γύρω του σαν πετρωμένο χιόνι κι αυτός δεν είχε καμιά υποχρέωση, καμιά εκκρεμότητα. Σε λίγο μια γυναίκα που κάποτε υπήρξε όμορφη και τώρα παρέμενε τουλάχιστον τύπισσα, θα έμπαινε στο αυτοκίνητό του. Τα υπόλοιπα ήταν σκέτες φλούδες, ή έτσι έμοιαζαν. Νομίζω;

Εμπόδια στο οδόστρωμα
Τον ξάφνιασε καθώς χώθηκε στη θέση του συνοδηγού με μια κόκκινη τσάντα, παραγεμισμένη. Είχε αλλάξει και ρούχα, είχε πιάσει τα μαλλιά της αλογοουρά –τώρα ήταν μέχρι και όμορφη. Ο Γρηγόρης γέλασε μέσα από τα δόντια –«σε βάρεσε η αγαμία στο κεφάλι» -και ξεκίνησε χωρίς να βγάλει άχνα.
Στην πρώτη διασταύρωση τους μπλόκαρε μια ομάδα ανθρώπων που κατέβαζε τζαμαρίες με σιδερολοστούς και καδρόνια. Ο Γρηγόρης φρέναρε κάνοντας τη Μαριάνα χαλκομανία.
«Άντε ανοίξτε δρόμο ρε λεχρίτες! Τι μας περάσατε –για μπασκίνες;» τσίριξε αυτή, βγάζοντας το κεφάλι της από το παράθυρο.
«Πρόσεχε τα λόγια σου κυρά μου», χαμογέλασε απειλητικά ένας τύπος με αμάνικη φανέλα.
«Άμα κατέβω και σε πάω από τ΄αυτί στην κυρα –Θεοδοσία, τη μάνα σου, θα δεις», γέλασε η Μαριάνα.
«Κυρία Μαριάνα εσείς είστε;» απόρησε ο τύπος. «Τι κάνει ο Μάριος; Που χάθηκε;»
«Με τα κωλόπαιδα τους δικούς σας –ρωτάς λες και δεν ξέρεις», έφτυσε τις λέξεις η Μαριάνα.
«Άκουσα πως …»
«Καλά έκανες και το άκουσες. Τσακιστείτε πιο κει τώρα μην πατήσουμε κανέναν», κούνησε το χέρι της η γυναίκα.
«Αλλά τι γυρεύεις εσύ με …»
Η ερώτηση έμεινε μετέωρη στα χείλη του άντρα καθώς το αυτοκίνητο του Γρηγόρη χανόταν μέσα στη σκόνη των μισογκρεμισμένων προσόψεων.
«Βλέπω –έχεις τις επαφές σου», είπε για να πει κάτι.
«Αμφέβαλλες;» τον μπέρδεψε εκείνη.

Στα δυο χιλιόμετρα έπεσαν σε μπλόκο. Ένας στρατιώτης τους έδειχνε κάποιο πλάτωμα του δρόμου για να σταματήσουν. Κάτι γαλονάδες έξυναν τα΄αρχίδια τους περιμένοντας στο βάθος. Κάπου τριγύρω υπήρχαν όπλα που σημάδευαν όποιον είχε τη διάθεση να παρακούσει. Πρόθυμα όπλα.
«Τη βάψαμε!» μουρμούρισε τρομοκρατημένη η Μαριάνα.
«Τι συμβαίνει στρατιώτη;» έριξε μια έξτρα προσποιητική αγανάκτηση ο Γρηγόρης.
«Έλεγχος. Κάντε στην άκρη και βγείτε από το αυτοκίνητό σας», είπε ο στρατιώτης.
«Δεν μου αρέσει ο τρόπος σου στρατιώτη. Φώναξέ μου τον υπεύθυνο εδώ πέρα», είπε ο Γρηγόρης παρκάροντας το αμάξι στο πλάτωμα.
Ο στρατιώτης τον κοίταζε άκαμπτος.
«Βγείτε έξω παρακαλώ».
«Ποιος είναι ο υπεύθυνος εδώ;» αγανάκτησε ο Γρηγόρης ανοίγοντας την πόρτα. Δεν είχε προλάβει να βγει ολόκληρος από την καμπίνα του οδηγού όταν ο στρατιώτης τίναξε το κοντάκι του όπλου προς το ηλιακό του πλέγμα. Εκεί σημάδεψε τουλάχιστον –γιατί ο Γρηγόρης πρόλαβε να μισογυρίσει και έφαγε το χτύπημα στον ώμο. Κύλησε στο χώμα σφαδάζοντας. Οι αξιωματικοί έτρεξαν προς το μέρος τους.
«Τι έγινε εδώ;»
«Προέβαλε αντίσταση κύριε λοχαγέ!» τσίριξε ο στρατιώτης.
«Τι λες μωρέ; Πότε πρόλαβα; Αφού με χτύπησες την ώρα που έβγαινα από τα΄αμάξι», φώναξε ο Γρηγόρης καθώς σηκωνόταν.
«Όπως και να΄χει …» ξεκίνησε να λέει ο αξιωματικός.
«Όπως και να΄χει, θέλω τα ονόματά σας. Ονομάζομαι Σπηλιώτης και είμαι σύμβουλος του γραφείου Πρωθυπουργού σε θέματα διερεύνησης γνώμης», τράβηξε το πορτοφόλι του και ανέμισε κάποιο πάσο μπροστά στις έκπληκτες φάτσες τους. «Θα σας δώσω την ταυτότητά μου, το δίπλωμά μου και ότι άλλο ζητήσετε, αλλά δεν θα φύγω από εδώ αν δεν πάρω τα ονόματά σας. Συνεννοηθήκαμε;»
Ο λοχαγός έκανε ένα βήμα πίσω, ασυναίσθητα. Ο φαντάρος απέκτησε κάποιο νευρικό τικ στο δεξί μάτι. Αλλά παραμέρισαν, ανοίγοντας χώρο στον επόμενο γαλονά.
«Ταγματάρχης Πεζικού Αλκίνοος Χαλβατζής κύριε Σπηλιώτη», είπε αυτός χτυπώντας ασυναίσθητα τα τακούνια του στο χώμα. «Τι πρόβλημα υπάρχει;»
«Εννοείτε εκτός από το χτύπημα που δέχτηκα αναίτια;» γκρίνιαξε ο Γρηγόρης.
«Θα πρέπει να συγχωρήσετε τον ζήλο των ανδρών μας κύριε Σπηλιώτη. Άλλωστε, βρίσκεστε σε μια άκρως επικίνδυνη συνοικία …»
«Η οποία, όλως τυχαίως, παρεμβάλλεται μεταξύ του σπιτιού μου και της εργασίας μου. Τι θα έπρεπε να κάνω; Να πετάξω για να την αποφύγω;»
Ο άλλος γέλασε καλόκαρδα.
«Ε, όχι δα …»
«Τέλος πάντων. Θέλετε κάτι άλλο από μένα;»
Ο Γρηγόρης μετάνιωσε αμέσως μόλις το είπε. Θα έπρεπε να το παίξει λίγο ακόμα –αλλά ήταν πλέον αργά.
«Ποια είναι η γυναίκα που μεταφέρετε στο αυτοκίνητό σας; Ξέρετε, υποθέτω, πως απαγορεύεται η μετακίνηση των κατοίκων της περιοχής …»
«Άλλο πάλι κι αυτό!» αγανάκτησε ο Γρηγόρης αδιαφορώντας για το πόσο ψεύτικος ακουγόταν. «Η κυρία είναι αδελφή μου. Μένει μαζί μου αυτές τις μέρες».
«Μπορούμε να δούμε τα χαρτιά της;» είπε μελιστάλαχτα ο Ταγματάρχης.
«Όχι δεν μπορείτε! Ας τελειώνουμε το παραμύθι κύριοι! Συλλάβετέ μας, οδηγείστε μας στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα! Θα τα πούμε εκεί με τους ανωτέρους σας».
Ο ταγματάρχης γέλασε.
«Μην εκνευρίζεστε. Πηγαίνετε στο αυτοκίνητό σας, είστε ελεύθεροι να φύγετε».
Ο Γρηγόρης γύρισε κλωτσώντας μια πέτρα και απομακρύνθηκε φουριόζος. Θεώρησε καλό να ρίξει κάποια βρισιά την ώρα που έμπαινε στο αυτοκίνητο. Το μπλόκο άνοιξε, κάνοντάς του χώρο. Ξεκίνησε μαλακά για να περάσει ανάμεσα τους. Ο ταγματάρχης του χτύπησε το τζάμι όταν βρέθηκε δίπλα του. Φρέναρε.
«Τι είναι τώρα;»
«Τίποτα κύριε Σπηλιώτη. Απλά ήθελα να σας ευχηθώ καλή διασκέδαση με την … αδελφή σας».
Ανέβασε το τζάμι και έφυγε χωρίς να απαντήσει. Η Μαριάνα έτρεμε δίπλα του.
«Είσαι σημαντικό άτομο τελικά», είπε ξέπνοα.
«Που είπες ότι πηγαίνεις;» ρώτησε εκείνος, αποφεύγοντας να δώσει συνέχεια.
«Πουθενά συγκεκριμένα», απάντησε η Μαριάνα.
Η πόλη τραντάχτηκε από στερεοφωνικές εκρήξεις κι ο Γρηγόρης φρέναρε ασυναίσθητα στον άδειο δρόμο. Μετά ξεκίνησε βιαστικός για να πάει τη Μαριάνα στο συγκεκριμένο πουθενά.

Μαζεύοντας σφυριά -μέρος πρώτο
«Τι είναι εδώ;»
«Κυριλέ συνοικία. Δεν έχεις ξανάρθει;»
«Όχι. Εδώ μένεις;»
«Καμιά σχέση».
Κοίταξε το σπίτι σκεπτικός. Δεν τον χώριζαν πάνω από 10 μέτρα, αλλά καθυστερούσε να πάει προς το κουδούνι της πολυκατοικίας. Άναψε δυο τσιγάρα και έδωσε το ένα στη Μαριάνα.
«Τι ακριβώς κάνουμε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει εκείνη.
«Καπνίζουμε».
«Και μετά;»
«Μετά … αφού αποφάσισες να κολλήσεις μαζί μου, θα υποχρεωθείς να γνωρίσεις κάποια γοητευτικά άτομα. Υπάρχει πρόβλημα;»
«Κανένα … νομίζω».
«Αλήθεια, έχεις σκεφτεί τι ακριβώς θέλεις να κάνεις; Εννοώ …έχεις αφήσει τα παιδιά σου εκεί πίσω …»
«Και τι σε νοιάζει εσένα; Τέλος πάντων –σε περιοχές σαν τη δικιά μου, τα παιδιά μεγαλώνουν στο δρόμο. Τα παιδιά δεν είναι κανενός εκεί κάτω. Τα παιδιά ανήκουν στη γειτονιά –κατάλαβες;»
«Κι αν γίνουν φασαρίες; Δε σε νοιάζει;»
Σήκωσε τους ώμους της.
«Έτσι κι αλλιώς, κανένας μας δεν θα γλιτώσει. Τι ψάχνεις τώρα;»
Συνέχισαν να καπνίζουν αμίλητοι, χαζεύοντας την πολυκατοικία άνευ λόγου.
«Πάω», είπε ο Γρηγόρης. «Εσύ περίμενέ με εδώ».
«Μισό λεπτό», απαίτησε η Μαριάνα.
Ο Γρηγόρης την κοίταξε και δεν έκανε καμιά κίνηση για να την αποφύγει καθώς το πρόσωπό της άγγιξε το δικό του. Ούτε και στο φιλί της αντέδρασε.
«Πήγαινε τώρα», του είπε εκείνη ντροπιασμένη.
Έμεινε να τον κοιτάζει όσο χτυπούσε κάποιο κουδούνι στην είσοδο της πολυκατοικίας.

«Ποιος είναι;»
«Πάρε τα αναγκαία και κατέβα».
«Τι;»
«Τέλειωνε μωρέ μαλάκα. Δεν θα σε περιμένω για πάντα».
«Ποιος;»
«Θα είμαι στο αυτοκίνητο. Τσακίσου».

Ξανακάθισε στο τιμόνι αποφεύγοντας να κοιτάξει την είσοδο της πολυκατοικίας. Η Μαριάνα τρωγόταν. Τέντωνε το κεφάλι, στηριγμένη στα χέρια, αδημονούσε.
«Ποιον περιμένουμε;»
«Ομορφούλα, από στιγμή σε στιγμή θα φτάσει η μια από τις αιτίες αυτής της παλιοκατάστασης. Γενικά μιλώντας και ειδικά εννοώντας».
Δεν τον πρόσεχε πια, γιατί από την πόρτα της πολυκατοικίας είχε εμφανιστεί ένας αιλουροειδής τύπος που πλησίαζε τραβώντας κάποιο σακ βουαγιάζ. Έκανε τον γύρο του αυτοκινήτου, άνοιξε –έκλεισε το πορτ μπαγκάζ και μετά χώθηκε στην πίσω θέση μη κρύβοντας τη δυσφορία του.
«Ποιο είναι το κοριτσάκι;» ρώτησε δείχνοντας την Μαριάνα.
«Το κοριτσάκι είναι μια απρόσκλητη εισβολή στην καθημερινότητά μας, αλλά μπορείς άφοβα να την λες Μαριάνα. Αφού βέβαια με χαιρετήσεις και ενδιαφερθείς για την πολύτιμη υγεία μου», γέλασε ο Γρηγόρης.
«Τι σε έπιασε και μου βάραγες τα κουδούνια ρε μαλάκα;» συνέχισε απτόητος ο άλλος.
«Μάλιστα! Αυτό το άτομο, Μαριάνα, είναι ένας από τους καλύτερούς μου φίλους. Το πιστεύεις;» αναστέναξε ο Γρηγόρης.
«Και το όνομα του φίλου;» αναρωτήθηκε η Μαριάνα.
«Νίκος, αλλά μην περιμένεις να χαρώ για τη γνωριμία», απάντησε ο Νίκος.
«Είναι τουλάχιστον ειλικρινής», αποφάνθηκε ο Γρηγόρης ξεκινώντας το αυτοκίνητο.
Άφησαν το επόμενο δεκάλεπτο να περάσει αμίλητο.
«Δεν βάζεις τουλάχιστον κάποια μουσική; Εκτός αν πάμε σε κηδεία», γκρίνιαξε ο Νίκος.
«Ναι, θα βάλω μουσική γιατί, όντως πάμε σε κηδεία», τον πληροφόρησε ο Γρηγόρης.
Και δεν έκανε καμιά κίνηση προς το σιντί πλέιερ του αυτοκινήτου.

«Είδα τον Βασίλη τις προάλλες», είπε ο Νίκος.
«Σε τι φάση;» ενδιαφέρθηκε ο Γρηγόρης.
«Επαναστατική –τι άλλο; Και με γείωσε κανονικά».
«Τουτέστιν –όντως είδες τον Βασίλη», θαύμασε ο Γρηγόρης.
«Μήπως θέλει κανένας να μου πει που πάμε;» αγανάκτησε η Μαριάνα.
«Μπα, δε νομίζω …», σχολίασε ο Νίκος.
Το αυτοκίνητο ρόλαρε ανάμεσα σε καπνισμένα σκουπίδια συναντώντας τη μεγάλη λεωφόρο. Με τα μάτια καρφωμένα στα διπλανά πεζοδρόμια, ο Γρηγόρης οδηγούσε στην τσίτα. Ο αέρας μύριζε αδέσποτες σφαίρες.

Μαζεύοντας σφυριά -μέρος δεύτερο
Φτάνοντας στη μεσοαστική συνοικία νόμισαν πως πέρασαν στο παρελθόν. Τίποτα δεν γινόταν εκεί, τίποτα δεν έδειχνε πως η πρωτεύουσα καιγόταν. Μόνο αν ήσουν πιο προσεκτικός θα έβλεπες ότι τα αυτοκίνητα φρέναραν συχνότερα από το κανονικό και οι άνθρωποι στα πεζοδρόμια βιάζονταν ανεξέλεγκτα.
«Εδώ να νοικιάσουμε σπίτι αγάπη μου. Είναι τόσο ήσυχα!» είπε ο Γρηγόρης στον Νίκο.
«Ναι, το καλύτερο περιβάλλον για να μεγαλώσουν τα παιδιά μας!» ψευτοθαύμασε εκείνος.
Η Μαριάνα άφησε κάποιο νευρικό γέλιο.
Το αυτοκίνητο έκανε διερευνητικούς κύκλους περνώντας μπερδεμένες πλατείες.
«Χάθηκες άσχετε;» ρώτησε ο Νίκος.
«Σαφώς και όχι. Απλά το παίζω παραπλάνηση για να γλιτώσω την παρακολούθηση».
Η Μαριάνα κοίταξε απότομα στο πίσω τζάμι και ο Νίκος ξεκαρδίστηκε.
«Ρώσοι πράκτορες, ανακατεμένοι με μυστικούς αστυνομικούς –τους βλέπεις κοριτσάκι;»
«Άντε γαμήσου ηλίθιε», είπε η Μαριάνα και πήρε το βλέμμα της από τον άδειο δρόμο πίσω τους.
«Στρίψε δεξιά και στο επόμενο στενό αριστερά –άντε γιατί θα ξημερωθούμε εδώ πέρα», φώναξε ο Νίκος.

Ο Νίκος με την Μαριάνα παρακολουθούσαν τον Γρηγόρη στη συνηθισμένη, πλέον, διαδικασία του χτυπήματος κουδουνιού.
«Τελικά, εσύ τι ρόλο βαράς;» ρώτησε στο ξεκάρφωτο ο Νίκος.
«Ξέρω ΄γω … γυναίκα πρόθυμη για όλα», γέλασε η Μαριάνα.
«Τώρα δέσαμε!» θαύμασε εκείνος.
«Τα λέτε πουλάκια μου;» σχολίασε ο Γρηγόρης μπαίνοντας πάλι στο αυτοκίνητο.
«Ναι –ψήνουμε ειδύλλιο», κορόιδεψε ο Νίκος.
«Μαριάνα, κάνε μου τη χάρη και πήγαινε πίσω», παρακάλεσε ο Γρηγόρης.
«Γιατί;»
«Επειδή αυτός που περιμένουμε είναι η σχέση του Γρηγόρη», σχολίασε πειραχτικά ο Νίκος.
Η γυναίκα βγήκε γκρινιάζοντας, αλλά κοντοστάθηκε πριν ξαναμπεί στις πίσω θέσεις του αυτοκινήτου. Κάρφωσε το βλέμμα της σε μια οικοδομή, στην άλλη πλευρά του τετραγώνου –για λίγο. Μετά χτύπησε το μέτωπό της και μπήκε στο αυτοκίνητο.
«Έγινε κάτι;» ρώτησε ο Νίκος.
«Όχι –τίποτα», είπε η Μαριάνα.
Η μπροστά πόρτα άνοιξε και ο Αντώνης όρμησε μέσα.
«Φύγε και άσε τις αγκαλιές για το ηλιοβασίλεμα», είπε στον Γρηγόρη.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε σπινιάροντας και χάθηκε στην επόμενη στροφή. Κουβαλώντας τρεις αμήχανους άντρες και μια ανήσυχη γυναίκα.

Διαλέγοντας μουσική
Ο δρόμος έξω από το σπίτι του Αντώνη έμεινε άψυχος –δεν πέρασε κανένα αμάξι και δεν έτρεξε ούτε ένας περαστικός στα πεζοδρόμια. Μόνο στον πρώτο όροφο της οικοδομής, στην άλλη πλευρά του τετραγώνου, ένας άντρας σηκώθηκε τινάζοντας τα ρούχα του. Άρχισε να λύνει τη φωτογραφική του μηχανή, ξεκινώντας από τον τηλεφακό. Αλλά, ακόμα, δεν αποφάσιζε να φύγει. Εξακολουθούσε να κοιτάζει –τον άδειο δρόμο και το σπίτι του Αντώνη.
«Τώρα σας έχω κανονικά –κορόιδα», μουρμούρισε ο κύριος Αλεξίου, βάζοντας τη φωτογραφική μηχανή στη δερμάτινη, μαλακή, θήκη. Χαμογελούσε όσο κατέβαινε την τσιμεντένια σκάλα, αλλά το χαμόγελό του πάγωσε όταν συνειδητοποίησε πως τα παπούτσια του είχαν γεμίσει στίγματα από ασβέστη.
«Σκατοδουλειά», βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του.

Το αυτοκίνητο πήγαινε αργά στη μεσαία λωρίδα. Η λεωφόρος ήταν το ίδιο βουβή με τους επιβάτες του αυτοκινήτου. Κάποια άδεια σακούλα πιάστηκε στην πίσω ρόδα, ο θόρυβος τους ξύπνησε στιγμιαία.
«Προηγουμένως … νόμισα πως είδα …», μουρμούρισε η Μαριάνα.
Ο Αντώνης γύρισε και την κοίταξε ξαφνισμένος.
«Ποια είναι αυτή;» ρώτησε.
«Τη λένε Μαριάνα», απάντησε ο Νίκος.
Ο Αντώνης έστριψε ολόκληρος στο κάθισμά του και κοίταξε προσεκτικότερα τη γυναίκα.
«Μα φυσικά –Μαριάνα! Πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι;» μουρμούρισε σκεπτικός.
«Την ξέρεις;» ρώτησε ο Γρηγόρης.
«Τι είπες ότι είδες;» ρώτησε τη Μαριάνα ο Νίκος.
«Δεν έχει σημασία», απάντησε εκείνη.
«Σαφέστατα –δεν έχει σημασία πλέον. Έτσι κι αλλιώς, την έχουμε βαμμένη άσχημα», αποφάνθηκε ο Αντώνης.

Ο Γρηγόρης κοκάλωσε το αυτοκίνητο και καβάλησε το κοντινότερο πεζοδρόμιο. Μετά γύρισε και τους κοίταξε προσεκτικά. Έναν –έναν.
«Να βάλω μουσική;» ρώτησε όλο σοβαρότητα.
«Ναι, ήρθε η ώρα να ακούσουμε επιτέλους τη μουσική μας», μουρμούρισε ο Αντώνης.
Ο Γρηγόρης ξαναβγήκε στον δρόμο προσεκτικά, χωρίς να κάνει καμιά κίνηση προς το σιντί πλέιερ του αυτοκινήτου.
«Σπάστα καλλιτέχνη!» φώναξε ο Νίκος και μάταια η Μαριάνα έψαξε να βρει σε ποιον απευθυνόταν.

(συνεχίζεται ασθματικά)

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2008

Κάποια περίεργα μικροπράγματα

Είναι κάτι μικροπράγματα, κάποια γεγονότα που δεν προσέχεις, δεν σε ενδιαφέρουν και πολύ -είναι κάτι βαρετά μικροπράγματα. Δεν έχεις άδικο –κι εγώ το ίδιο κάνω. Τι με νοιάζουν όσα δεν με αφορούν; Τι με κόφτουν όσα δεν είναι τόσο τρανταχτά, ώστε να παιχτούν εικοσάλεπτο από τα δελτία ειδήσεων; Θα σου δώσω ένα παράδειγμα γιατί μου αρέσει να το παίζω παραβολικός τύπος.

Αυτές τις μέρες ψηφίζεται το νομοσχέδιο που προβλέπει την πλήρη αποδυνάμωση της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας. Μέσω της μεταβίβασης όλων των αποφασιστικών και χρηματοδοτικών αρμοδιοτήτων της σε μια Ανεξάρτητη Επιτροπή. Χρόνια το πάλευαν, διάφορες κυβερνήσεις –αυτοί όμως μοιάζει να τα καταφέρνουν. Θα φτιάξουν, λένε, μια Ανεξάρτητη Επιτροπή η οποία θα χειρίζεται και θα γνωμοδοτεί σε θέματα Έρευνας και Τεχνολογίας. Θα ανοίξουν τις χρηματοδοτήσεις γιατί, μέχρι τώρα, δεν ήταν εύκολη η πρόσβαση των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων στις επιχορηγήσεις για Έρευνα και Τεχνολογία. Και η Γραμματεία; Εντάξει –εκεί θα μείνει, για να συντηρούν τα κατεψυγμένα λαχανικά.

Και τι με νοιάζει; θα απορήσεις. Βουνό το δίκιο σου –αφού να φανταστείς, τις προάλλες είχα διαβάσει κάποιον παντογνώστη μπλόγκερ ο οποίος αναρωτιόταν τι στο διάολο μας χρειάζεται Υπηρεσία σχετικά με την Έρευνα και την Τεχνολογία. «Λες και έχουμε καμιά τεχνολογία δηλαδή!», εξοργιζόταν ο αποκαλυπτικός τυπάκος –λίγο ακόμα και θα το έριχνε στις καταγγελίες –«όργιο κατασπατάλησης πόρων αποτελεί η ύπαρξη της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας!» Μάλιστα.

Να ρωτήσω κάτι -ίντερνετ έχεις; Σίγουρα –αφού διαβάζεις αυτό το κείμενο … Ξέρεις σε ποιον χρωστάς την πλοήγησή σου στο δίκτυο; Στον ΟΤΕ; Σαφώς –έβαλε τις γραμμές. Στον πάροχό σου; Χμμ, ας πούμε. Όταν, λοιπόν, άρχισαν να δραστηριοποιούνται οι εταιρείες παροχής υπηρεσιών ίντερνετ, υπήρξε ένα προβληματάκι. Σου έφερναν το καλώδιο στο σπίτι και σε έπαιρναν από το χεράκι για το ταξίδι στον παγκόσμιο ιστό, αλλά, αν ήθελες να επικοινωνήσεις με τη διπλανή, ελληνική, εταιρεία παροχής υπηρεσιών –έπρεπε να πας μέσω Καλιφόρνιας, Ταϊλάνδης, με ενδιάμεση στάση στο Λονδίνο και τρέχα γύρευε. Βλέπεις, οι ελληνικές εταιρείες δεν είχαν καμιά διάθεση να συνεργαστούν μεταξύ τους προκειμένου να εξασφαλίσουν απευθείας επικοινωνία! Ευτυχώς που, χρόνια πριν, είχε στηθεί το δίκτυο ΑΡΙΑΔΝΗ και δούλευε μια χαρά, προκειμένου οι ερευνητές να έχουν δικτυακή πρόσβαση. Πάτησαν, που λες, οι ελληνικές εταιρείες σε μια «πόρτα» που τους παραχώρησε το συγκεκριμένο δίκτυο (είχε ήδη μετονομαστεί σε gr-net) και μπόρεσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους –απευθείας. Σπουδαία τα λάχανα; Μπορεί –δεν ξέρω, εσύ να μου πεις. Αυτό που ξέρω είναι πως τα συγκεκριμένα «λάχανα» τα έφτιαξε ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ και το ΙΤΕ. Ερευνητικοί φορείς είναι αυτοί –αν θυμάμαι καλά.

Αλλά, οπωσδήποτε, την Forthnet την ξέρεις –σωστά; Η συγκεκριμένη εταιρεία, είναι αποτέλεσμα ενός επιτυχημένου πειράματος στον τομέα των «spin off». Είσαι ερευνητικό ίδρυμα (ας πούμε το ΙΤΕ), έχεις τεχνογνωσία, αλλά δεν μπορείς να βγεις στην παραγωγή –δεν είναι αυτή η δουλειά σου. Στήνεις μια εταιρεία, την βοηθάς στα πρώτα της βήματα και αυτή αναλαμβάνει να αγοράζει μόνο από σένα για συγκεκριμένο διάστημα. Βγάζεις λοιπόν τα χρήματα που έδωσες για να στηθεί η εταιρεία και μετά την πουλάς –για να χρηματοδοτήσεις την επιβίωση του Ιδρύματός σου. Αυτό, με απλά λόγια, έγινε με τη Forthnet. Υπάρχει τεχνολογία στην Ελλάδα; Όχι βέβαια! Ούτε για δείγμα!

Τσιπούρες τρως; Ανοιχτής θάλασσας ή ιχθυοτροφείου; Τέλος πάντων –άκου μια ιστορία με ψαρικά. Πριν κάμποσα χρόνια ένας Γάλλος τρελός επιστήμονας έφτασε στην Ελλάδα. Ιχθυολόγος ή κάτι τέτοιο. Έψαχνε ένα μέρος με ιδανικές συνθήκες για τα πειράματά του –είχε γυρίσει ήδη τη μισή Ευρώπη. Βρήκε το μέρος στη θάλασσα έξω από το Ηράκλειο. Μετά, έψαξε στην πόλη για να βρει αν υπήρχε ίδρυμα θαλάσσιων ερευνών. Υπήρχε. Παρακάλεσε –«πάρτε με για επιστημονικό προσωπικό, θα σας φτιάχνω και ψαρόσουπες μούρλια». Οι Κρητικοί κουφάθηκαν –ο Γάλλος είχε δέκα μπαούλα διπλώματα –τι σκατά γύρευε στην περιοχή τους; Τον προσέλαβαν. Ο Γάλλος δούλευε σαν παλαβός και στα ρεπό του έπαιρνε μια βάρκα για να βγει στη γύρα. Επέστρεψε με δείγματα, γόνους … σιχαμερά πράγματα. Πέτυχε τεχνητή γονιμοποίηση της τσιπούρας. Έφτιαξε μια αυτόματη ταΐστρα στον ελεύθερο χρόνο του –διεθνής πατέντα. Τώρα τα ιχθυοτροφεία αγόραζαν φτηνά τους γόνους και έπεσε το κόστος της εκτροφής τους. Η αγορά τούμπαρε. Σταμάτησαν οι εισαγωγές, έπεσε η τιμή της τσιπούρας (πλέον μπορούσε να την αγοράσει περισσότερος κόσμος), το ερευνητικό ίδρυμα άρχισε να αυτοχρηματοδοτείται –και συνέχισε τα πειράματά του. Τότε λεγόταν ΙΘΑΒΙΚ, δεν ξέρω πως λέγεται τώρα. Δεν ξέρω ούτε καν αν ζει ακόμα ο Γάλλος.

Α ναι, μην ξεχάσω τους σεισμούς! Πρόβλεψη, εκτίμηση, καταγραφή –Εθνικό Αστεροσκοπείο, ερευνητικό ίδρυμα. Και τα εμβόλια –για τα παιδιά, τους γέρους … Παρασκευή, διάθεση –ΠΑΣΤΕΡ, ερευνητικό ινστιτούτο. Αποκωδικοποίηση τμήματος της αλυσίδας του DNA -ΙΤΕ, ερευνητικό ίδρυμα.

Να σου θυμίσω επίσης την πρόγνωση του καιρού. Σύστημα ΠΟΣΕΙΔΩΝ –το μόνο έγκυρο στη χώρα, μέχρι να του γαμήσουν τη μάνα. Να σου θυμίσω τα ναυάγια και τις έρευνες στο βυθό –βαθυσκάφος ΘΕΤΙΣ, θα το έχεις δει στην τηλεόραση. ΕΚΘΕ λεγόταν το ερευνητικό ίδρυμα που ασχολούνταν με όλα αυτά –δεν ξέρω τώρα πως το λένε.

Σου φτάνουν τα παραδείγματα ή να προχωρήσω; Η Ελλάδα είναι τελευταία στην Ευρώπη στη διάθεση κονδυλίων για την Έρευνα. Με αποτέλεσμα όλα τα ερευνητικά ιδρύματα να δουλεύουν με «ιδιωτικά κριτήρια» -πάει να πει ότι τρέχουν τριγύρω και πουλάνε τεχνογνωσία, συμμετέχουν σε προγράμματα … Δηλαδή η Έρευνα στοχεύει όλο και περισσότερο στην ιδιωτική χρηματοδότηση. Αυτό σου ακούγεται καλό;

Από την άλλη πλευρά, η Γραμματεία δουλεύει για τα Ερευνητικά Ιδρύματα. Διαπραγματεύεται τις πενιχρές κρατικές επιδοτήσεις, εξασφαλίζει ερευνητικά προγράμματα από τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης. Αυτή ήταν η δουλειά της. Μέχρι σήμερα.

Γιατί ετοιμάζεται η Επιτροπή που έλεγα παραπάνω. Η οποία θα αποφασίζει! Έχοντας μέλη «φορετά» και χωρίς δημοσιοϋπαλληλική δομή. Μέλη επιλεγμένα από την πολιτική ηγεσία! Και θα δίνει τα φράγκα όπου γουστάρει. Ακόμα και σε Πανεπιστήμια! Κάνουν έρευνα τα Πανεπιστήμια; Κάνουν έρευνα τα Πανεπιστήμια ρε; Άντε γαμηθείτε.

Σε όλον τον κόσμο τα Πανεπιστήμια κάνουν, στις καλύτερες των περιπτώσεων, πρωτοβάθμια έρευνα. Πάει να πει, θεωρητικές προσεγγίσεις που καταλήγουν σε διδακτορικά και χρειάζεται περαιτέρω εξειδίκευση αν θέλουν να περάσουν στην παραγωγή. Αυτό το τελευταίο λέγεται «εφαρμοσμένη έρευνα» και το κάνουν τα ερευνητικά κέντρα με ψίχουλα –τα οποία κάποιοι φροντίζουν να τους τα αφαιρέσουν! Για να τα μοιράσουν στους πανεπιστημιακούς καθηγηταράδες –να μην αναγκάζονται οι άνθρωποι να καταφεύγουν σε καταχρήσεις! Σαν τον Αιμίλιο το μήλο –ας πούμε!

Και μετά; Το γνωστό παραμύθι για «ερευνητικά κέντρα που είναι ελλειμματικά και πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν ή να κλείσουν». Με την εφαρμογή της επιτυχημένης μεθόδου «ξεσκίσματος α λα ΟΣΕ». Παρένθεση ΟΣΕ: πριν 4 χρόνια ο ΟΣΕ ήταν η ναυαρχίδα των μαζικών συγκοινωνιών για τους ΠΑΣΟΚους. Δεν ξέρω πως την είχαν δει –δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που ξέρω είναι ότι με τα τρένα του ΟΣΕ ρύθμιζες το ρολόι σου. Αν το τρένο έλεγε ότι θα φύγει 12:37 και το ρολόι σου έδειχνε 12:32 ή 12:39, τη στιγμή που το τρένο ξεκινούσε –το ρολόι σου πήγαινε λάθος! Απλά πράγματα. Κάποια στιγμή με τρομερή χιονόπτωση –ένα δέντρο έκλεισε τις γραμμές έξω από το Καπανδρίτι. Μας το είχαν ανακοινώσει στα βαγόνια και είχαμε ετοιμαστεί για τρελή καθυστέρηση. Έβγαλαν το δέντρο, ο οδηγός πλακώθηκε στα Τέμπη και τελικά είχαμε 10 λεπτά καθυστέρηση. Η οποία ήταν η μεγαλύτερη που είχα συναντήσει όσο χρησιμοποιούσα το τρένο για Θεσσαλονίκη!
Άνοιξαν και οι καινούργιες σήραγγες, η κυβέρνηση διαφήμιζε «Αθήνα –Θεσσαλονίκη, 4 ώρες και 30 λεπτά!» Χλιδή το τρένο! Αν υπολόγιζες συνολικούς χρόνους σε πήγαινε Θεσσαλονίκη πιο γρήγορα από το αεροπλάνο! Τα εισιτήρια έφευγαν σαν πασατέμπος –έπρεπε να κάνεις ένα μήνα πριν κράτηση!
Και μετά ήρθαν οι τωρινοί. Έκοψαν τα βολικά δρομολόγια των τρένων –τώρα, αν θέλεις να πας με τρένο, θα πρέπει να είσαι είτε άνεργος, είτε νυχτόβιος. Άρχισαν μετά τις καθυστερήσεις άνευ λόγου. Τώρα, αν θέλεις να ταξιδέψεις –το εικοσαλεπτάκι στο «περίμενε» είναι στάνταρ. Φυσικά, πετσόκοψαν τα δρομολόγια του Intercity και αύξησαν τα δρομολόγια του παλιού τρένου –οπότε ξεφτίλισαν και το εισιτήριο. Γιατί, όταν πήγαινες χλιδάτος και γρήγορος τα ακούμπαγες –τώρα με τη φουφού, ότι και να δώσεις πολλά είναι. Μόνο που ένα ταξίδι με τη φουφού, έχει ίδια λειτουργικά έξοδα με το ταξίδι του Intercity. Το πιάνεις;
Και μετά βγήκε ο Κυριάκος της Μαρίκας (ο αδερφός της Ντόρας) –επώνυμο δεν λέω –και δήλωσε πως ο ΟΣΕ είναι προβληματικός και θα κλείσει. Τέλος παρένθεσης ΟΣΕ.

Και τέλος τους θέματος γενικότερα –δεν έχω όρεξη να πω άλλα, περί βαρετών μικροπραγμάτων -άσε που ξέφυγα από το θέμα μπερδεύοντας την Έρευνα με τον ΟΣΕ.
Ή μήπως δεν ξέφυγα;

"Η δική σου σκοτεινή Αμερική"

Μια από τις φράσεις που με έχουν σημαδέψει είναι η απορία του ποιητή "πότε θα μπαίνω στα σούπερ μάρκετ και θα ψωνίζω ότι χρειάζομαι με την ομορφία μου". Το αστείο της υπόθεσης βρίσκεται στο οτι ο Allen Ginsberg, ο ποιητής που εξέφρασε τη συγκεκριμένη απορία ήταν κακάσχημος. Αλλά, όταν η Μανταλένα μου ζήτησε να διαλέξω ένα ποίημα που να αντιστέκεται στην κακογουστιά και τη βλακεία των καιρών -δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι καλύτερο από το παρακάτω ποίημα. Ζητάω συγνώμη που δεν βάζω τον τίτλο "Αντισταθείτε", αλλά έχω μια φυσική απέχθεια στις προτροπές οποιοδήποτε είδους.

Αμερική


Αμερική σου έδωσα τα πάντα και τώρα είμαι ένα τίποτα.
Αμερική δυο δολάρια και εικοσιεφτά σεντς 17 Ιανουαρίου, 1956.
Δεν μπορώ να αντέξω ούτε καν τις δικές μου απόψεις.
Αμερική πότε θα σταματήσουμε τον πόλεμο κατά της ανθρωπότητας;
Άντε γαμήσου με την ατομική σου βόμβα.
Δε νιώθω καλά μη μ΄ενοχλείς.
Δεν θα γράψω το ποίημά μου μέχρι να έρθω στα συγκαλά μου.
Αμερική πότε θα γίνεις αγγελική;
Πότε θα βγάλεις τα ρούχα σου;
Πότε θα κοιτάξεις τον εαυτό σου μέσα από τον τάφο;
Πότε θα γίνεις άξια του ενός εκατομμυρίου Τροτσκιστών σου;
Αμερική γιατί οι βιβλιοθήκες σου είναι γεμάτες δάκρυα;
Αμερική πότε θα στείλεις τα αυγά σου στην Ινδία;
Με αρρωσταίνουν οι παρανοϊκές σου απαιτήσεις.
Πότε θα μπορώ να μπαίνω στα σούπερ μάρκετ και θα ψωνίσω ότι χρειάζομαι με την ομορφιά μου;
Αμερική τελικά είμαστε εσύ κι εγώ οι τέλειοι, όχι ο διπλανός κόσμος.
Οι μηχανές σου δεν αντέχονται.
Με έκανες να θέλω να γίνω άγιος.
Πρέπει να υπάρχει κι άλλος τρόπος να λύσουμε τις διαφορές μας.
Ο Μπάροουζ είναι στην Ταγγέρη, δεν νομίζω πως θα επιστρέψει –είναι απαίσιο.
Είσαι απαίσια ή απλώς κάνεις πλάκα;
Προσπαθώ να φτάσω σε κάποιο συμπέρασμα.
Αρνούμαι να παραδεχτώ την εμμονή μου.
Αμερική σταμάτα να σπρώχνεις, ξέρω τι κάνω.
Αμερική τα άνθη από τα δαμάσκηνα μαραίνονται.
Έχω μήνες να διαβάσω εφημερίδες, κάθε μέρα κάποιος δικάζεται για φόνο.
Αμερική νιώθω συμπάθεια για τους Wobblies*.
Αμερική ήμουνα κομμουνιστής στα νιάτα μου και δεν λυπάμαι καθόλου γι΄αυτό.
Καπνίζω μαριχουάνα όταν βρω ευκαιρία.
Κάθομαι στο σπίτι μου μέρες ολόκληρες και χαζεύω τα τριαντάφυλλα στο ντουλάπι.
Όποτε πηγαίνω στην Τσάιναταουν μεθάω αλλά δεν πηδιέμαι.
Είμαι σίγουρος θα γίνουν φασαρίες.
Θα έπρεπε να με δεις όταν διάβαζα Μαρξ.
Ο ψυχαναλυτής μου πιστεύει πως έχω απόλυτο δίκιο.
Δεν πρόκειται να πω το «Πάτερ ημών».
Έχω μυστικιστικά οράματα και νιώθω κοσμικές δονήσεις.
Αμερική ακόμα δεν σου έχω πει τι έκανες στον Θείο Μαρξ όταν έφτασε εδώ από τη Ρωσία.
Σε κατευθύνω.
Θα αφήσεις τη συναισθηματική σου ζωή να κανονίζεται από το περιοδικό Time;
Έχω εμμονή με το περιοδικό Time.
Το διαβάζω κάθε βδομάδα.
Το εξώφυλλό του με κοιτάζει κάθε φορά που περνάω από το ψιλικατζίδικο της γωνίας.
Το διαβάζω στο υπόγειο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης του Μπέρκλεϊ.
Μου εξηγεί τι σημαίνει υπευθυνότητα. Οι επιχειρηματίες είναι σοβαροί άνθρωποι. Οι παραγωγοί ταινιών είναι σοβαροί άνθρωποι. Όλοι είναι σοβαροί εκτός από μένα.
Με απασχολεί το ότι εγώ είμαι η Αμερική.
Πάλι στον εαυτό μου μιλάω.

Η Ασία ορθώνεται εναντίον μου.
Δεν έχω ούτε καν ενός κινέζου πιθανότητα.
Καλύτερα να εξετάσω τις εθνικές πλουτοπαραγωγικές πηγές μου.
Οι εθνικές πλουτοπαραγωγικές πηγές μου αποτελούνται από δυο τσιγαριλίκια μαριχουάνας, εκατομμύρια γεννητικών οργάνων μια αδημοσίευτη ιδιωτική λογοτεχνία που πηγαίνει τζετ με 1.400 μίλια την ώρα και εικοσιπέντε χιλιάδες όργανα διανόησης.
Και δεν έχω πει τίποτα για τις φυλακές μου ή τα εκατομμύρια των μη προνομιούχων που ζουν στα ανθοδοχεία μου κάτω από το φως πεντακοσίων ήλιων.
Έχω ξεπαστρέψει τα μπουρδέλα της Γαλλίας, η Ταγγέρη είναι το επόμενο μέρος που θα πάω.
Φιλοδοξώ να γίνω Πρόεδρος παρά το γεγονός ότι είμαι Καθολικός.

Αμερική πως μπορώ να γράψω μια ιερή λιτανεία όταν έχεις αυτή την ηλίθια έκφραση;
Θα συνεχίσω σαν τον Χένρυ Φορντ, οι στροφές μου είναι τόσο μεμονωμένες όσο και των αυτοκινήτων του ακόμα περισσότερο ανήκουν όλες σε διαφορετικά φύλα.
Αμερική θα σου στείλω στροφές 2.500 δολάρια το κομμάτι 500 δολάρια πιο κάτω από την παλιά σου στροφή.
Αμερική ελευθέρωσε τον Tom Mooney.
Αμερική σώσε τους εθελοντές του Ισπανικού Εμφυλίου.
Αμερική ο Σάκο και ο Βανζέτι δεν πρέπει να πεθάνουν.
Αμερική είμαι τα Αγόρια του Scottsboro**.
Αμερική όταν ήμουν εφτά η μαμάκα με πήγαινε στις συναντήσεις του Κομμουνιστικού Πυρήνα μας πουλούσαν κοτοπιττάκια μια χούφτα στο εισιτήριο το εισιτήριο κόστιζε ένα κέρμα και οι ομιλίες ήταν δωρεάν όλοι ήταν αγγελικοί και νοιάζονταν για τους εργάτες τα πάντα ήταν τόσο ειλικρινή δεν έχεις ιδέα τι καλό πράγμα ήταν το Κόμμα το 1935 ο Scott Nearing ήταν ένας σπουδαίος γέρος άντρας μια πραγματική εβραία Μητέρα Bloor με έκανε να κλαίω μια φορά είδα τον Israel Amter από κοντά. Όλοι αυτοί θα πρέπει να ήταν κατάσκοποι.
Αμερική δεν θέλεις πραγματικά να μπεις στον πόλεμο.
Αμερική είναι αυτοί οι κακοί Ρώσοι.
Αυτοί οι Ρώσοι αυτοί οι Ρώσοι και αυτοί οι Κινέζοι. Και αυτοί οι Ρώσοι.
Η Ρωσία θέλει να μας φάει ζωντανούς. Η Ρωσία έχει παρανοήσει από τη δύναμή της. Θέλει να πάρει τα αυτοκίνητά μας από τα γκαράζ μας.
Θέλει να αρπάξει το Σικάγο. Χρειάζεται ένα κόκκινο Reader’s Digest. Θέλει να πάει τα εργοστάσια αυτοκινήτων μας στη Σιβηρία. Η μεγάλη γραφειοκρατία του θέλει να κουμαντάρει τους σταθμούς ανεφοδιασμού μας.
Αυτό όχι καλό. Ουγκ. Αυτός μάθει Ινδιάνους διαβάζουν. Αυτός χρειάζεται μεγάλους μαύρους νέγρους. Χα. Αυτή κάνει εμάς όλους δουλεύουμε δεκάξι ώρες τη μέρα. Βοήθεια.
Αμερική αυτό είναι πολύ σοβαρό.
Αμερική αυτή είναι η εντύπωση που αποκόμισα βλέποντας τηλεόραση.
Αμερική είναι σωστό αυτό;
Καλύτερα να πέσω με τα μούτρα στη δουλειά.
Είναι αλήθεια πως δεν θέλω να καταταγώ στον Στρατό ή να δουλεύω τορναδόρος σε εργοστάσια συναρμολόγησης, είμαι μύωπας και ψυχοπαθολογικός έτσι κι αλλιώς.
Αμερική ακουμπάω τον αδερφίστικο ώμο μου στον τροχό.

* Βιομηχανικοί εργάτες του Κόσμου (IWW).

** Οι εννέα μαύροι αριστεροί που κατηγορήθηκαν για τον βιασμό δυο λευκών γυναικών.



Δυστυχώς δεν βρήκα κάποια εύκαιρη μετάφραση του ποιήματος, οπότε αναγκάστηκα να το μεταφράσω εγώ και στα γρήγορα. Λυπάμαι γι΄αυτό, δεν είμαι μεταφραστής. Και προτείνω να συνεχίσουν το παιχνίδι ο pikei, o vlaxos, ο Σκιές, ο numb και η queerdom.

Καληνύχτα σας.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2008

Μέσα μεταφοράς

Άρχισε με ένα Νεκρό γράμμα. Αν μπορούσε το χαρτί να μιλήσει … Αλλά δεν έχει σημασία –το θέμα είναι οτι όλα ξεκίνησαν σε μια στάση λεωφορείου, έξω από το στέγαστρο έβρεχε του σκοτωμού –πίσω έσβηνε η ταμπέλα ενός κινηματογράφου. Περίμενα, αλλά όχι το λεωφορείο.

Σιχαίνομαι τα λεωφορεία, τις μυρωδιές των άλλων επιβατών –ειδικά με τη βροχή το πράγμα χειροτερεύει. Περίμενα λοιπόν στη στάση μήπως περάσει καμιά απόφαση για να την πάρω. Δίπλα μου μια γυναίκα -μάλλινο παλτό, λεπτά καρό –διαλυμένη από το μεροκάματο. Μπροστά μου στο πεζοδρόμιο, ένα ζευγάρι ολοκαίνουργες σκληρές μπότες –απομίμηση H-D, αλλά χωρίς το ανατριχιαστικό σηματάκι του αετού. Αυτό δα μου έλειπε! Έπρεπε να στρώσω τις μπότες, να τις μαλακώσω με βερνίκι, να στραβοπατήσω τα τακούνια τους –γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν ξεφτίλα να φοράς καινούργιο πράγμα. Τα πάντα έπρεπε να είναι φθαρμένα –όπως και η δεκαετία του ’80 που είχε μόλις αρχίσει.

Έπνιξα την κάφτρα του Κάμελ στο εσωτερικό της παλάμης μου πουλώντας στυλάκι άνευ λόγου και αιτίας, όσο σκεφτόμουν από ποια πλευρά του πεζοδρομίου να το βάλω στα πόδια. Άνευ λόγου και με αιτία τη βαρεμάρα που έρχεται όσες φορές πουλάς μούρη αλλά δεν βρίσκεται απέναντί σου ούτε καν ένας καθρέφτης. Επέλεξα το απέναντι πεζοδρόμιο για να το γλεντήσω λίγο, κάνοντας ζικ ζακ «τύπου βατραχάκι» ανάμεσα στα αυτοκίνητα που έτρεχαν στη λεωφόρο. Πατούσα ήδη το αριστερό πόδι στο ρυάκι της υδρορροής όταν κάποιος είπε …
«Δεν περιμένεις λίγο ακόμα; Έρχεται το λεωφορείο».
Πίσω μου.

Δεν τον είχα ξαναδεί τον τύπο, αλλά τον είχα ξαναδεί. Εννοώ … ξέρεις πως είναι … Όταν βλέπεις μια φάτσα και τη θυμάσαι από κάπου, αμυδρά –αλλά όσο κι αν προσπαθείς να βγάλεις άκρη πέφτεις σε κάποιο γαμημένο déjà vu και την έχεις δει αυτή τη φάτσα ξανά και έχεις ξαναπροσπαθήσει να θυμηθείς ποιος είναι ο τύπος … Κάπως έτσι.
«Δεν θέλω να πάρω το λεωφορείο. Τη βροχή περίμενα –να κόψει», απάντησα χωρίς να νιώθω καμιά υποχρέωση, ειλικρινά μιλάω.
«Θέλεις να πάρεις το λεωφορείο –αλλά το παίζεις πονηρός. Ασυμβίβαστο νιάτο, ας πούμε», γέλασε ο άλλος.
Έσκυψα πάνω του …
«Σε ξέρω κάπου εσένα;»
«Εσύ τι λες;» συνέχισε εκείνος να κοροϊδεύει.
«Κοίτα μ΄έναν πούστη που μπλέξαμε», σχολίασα. Δεν θυμάμαι αν το είπα δυνατά αλλά εκείνος γέλασε πάλι.
Με σηκωμένους τους γιακάδες κάποιου ναυτικού ημίπαλτου και χαρακτηριστικά θολά. Δεν είχε πολύ φως στη στάση του λεωφορείου από την ώρα που έσβησε η ταμπέλα του κινηματογράφου. Μεγαλύτερός μου –σίγουρα. Αυτό μόνο.
Το λεωφορείο φρέναρε μπροστά μας, μπουγελώνοντας το σύμπαν.
«Ίσα ρε παπάρα! Πλυθήκαμε το πρωί, δεν περιμέναμε εσένα …» φώναξα στον οδηγό.
«Δεν είναι αυτό το λεωφορείο σου. Περίμενε, έρχεται το επόμενο», είπε ο τύπος.
«Και που το ξέρεις εσύ; Ο Φανερός Πράκτορας Θου Βου είσαι;» αγανάκτησα.
«Όχι ρε φίλε. Ο εισπράκτορας είμαι», γέλασε ο τύπος που, έπαιζε σοβαρά, να είναι βλαμμένος.
Λογικό. Να που τον ήξερα. Ο εισπράκτορας του λεωφορείου. Τους βλέπεις, τους πληρώνεις, στρογγυλοκάθονται στο μυαλό σου, αλλά πέραν τούτου -ουδέν. Πως δεν το είχα σκεφτεί πριν; Μάλλον επειδή πήγαιναν 2-3 χρόνια που τα λεωφορεία δεν είχαν πια εισπράκτορες. Άσε που δεν χρησιμοποιούσα σχεδόν ποτέ λεωφορείο –κατάλαβες βλάκα; Κατάλαβες.

Αλλά το λεωφορείο ήρθε μετά από λίγο, άδειο και διακριτικό σαν σόμπα υγραερίου –αχνιστό από τη βρόχινη υγρασία. Πήγαινε προς το σπίτι μου, έτσι έγραφε τουλάχιστον, μπήκαμε μέσα. Έριξα κάποια κέρματα στο κουτί των εισιτηρίων, δίπλα στον δυσδιάκριτο οδηγό. Ο τύπος ήρθε πίσω μου, κοντοστάθηκε δίπλα στο κουτί, μουρμούρισε και μετά με ακολούθησε στον διάδρομο.
«Τι λες; Το κόβουμε το παραμυθάκι, να μου πεις ποιος είσαι σιγά –σιγά;» πρότεινα.
«Ρωτάς λες και δεν ξέρεις!» θαύμασε ο τύπος.
Το άφησα να περάσει γιατί άκρη δεν έβγαζα. Προτίμησα να χαζέψω τις κούκλες στις βιτρίνες των μαγαζιών που πουλούσαν ρούχα, πάντα αγριευόμουν με τις κούκλες –ειδικά τις γυμνές. Στη τζαμαρία μιας τράπεζας, κάποιος είχε ρίξει μια πέτρα –το ράγισμα κατέβαινε εγκάρσια πριν λοξέψει λίγο, σα δάκρυ. Η υπόλοιπη λεωφόρος έζεχνε κακογουστιά μέσα στη νύχτα.

Ο τύπος άνοιξε μια ταμπακέρα με δερμάτινη επένδυση και έβγαλε τσιγάρο. Μετά, πρόσφερε σε μένα.
«Μέσα στο λεωφορείο;» αναρωτήθηκα.
«Δεν τρέχει τίποτα. Ο οδηγός είναι δικός μας», με καθησύχασε.
Το πήρα από ευγένεια.
«Ρώτα», είπε ο τύπος απέναντί μου. Καθόταν σε ένα κάθισμα, πλαστικοποιημένο ξύλο, το ίδιο άβολο με το δικό μου.
«Τι να ρωτήσω;» απόρησα.
«Μην κάνεις τον μαλάκα», με προειδοποίησε.
Ήξερα πως δεν αναφερόταν στην διαλεύκανση της ταυτότητάς του –δεν ήταν αυτό που με προκαλούσε να ρωτήσω. Ούτε για τις προθέσεις του είχε διάθεση να μιλήσει. Τι σκατά να ρωτούσα; Τα ήξερα, άλλωστε, όλα. «Η ζωή, το σύμπαν και τα πάντα», «Γέννηση, σχολείο, δουλειά, θάνατος», «Τι να μας πεις κι εσύ για τη ζωή σου; Όλη σου η ζωή, ένα Σαββατοκύριακό δικό μας κι αυτό με βροχή».

«Θα σου πω μια ιστορία», ανακοίνωσα ανάβοντας τελικά το τσιγάρο.
«Και μετά μπορεί να σου πω κι εγώ άλλη μία», συμφώνησε εκείνος.

«Γεννηθήκαμε, που λες, σε κατάσταση –ξεφτίλα. Έτσι όπως σε κόβω, αυτή τη φάση δεν την έζησες –φαίνεσαι παλιότερος. Είχατε κι εσείς τα ζόρια σας, δε λέω. Αλλά κάτι έπαιζε, κάτι υπήρχε να γίνει, με καταλαβαίνεις περίεργε;»
Ένευσε καθησυχαστικά. Συνέχισα.
«Γιατί βγάζεις μια γκόμενα; Ερωτώ. Επειδή τυγχάνεις όμορφο παλικάρι –αλλά όταν είσαι πιτσιρικάς, αυτό δεν παίζει. Επειδή κυκλοφορείς ματσωμένος και σχετικά ιλουστρασιόν –ξέχασέ το. Επειδή είσαι αθληταράς –οπωσδήποτε, με δυο πακέτα τσιγάρα την ημέρα, η απέναντι ρακέτα είναι καθισμένη στην κορυφή των Ιμαλαϊών. Γιατί λοιπόν να βγάλεις μια γκόμενα; Καταλήγω –δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να βγάλεις γκόμενα. Και αυτό ακριβώς μας συμβαίνει. Οπότε τι απομένει; Μίρλα και υφάκι υπεράνω σε στυλ αλεπού που δεν μπορεί ούτε να πηδήξει για να τα φτάσει –άλλωστε τα έχει ήδη πιάσει η καμηλοπάρδαλη, με παρακολουθείς;»
Ένευσε πάλι.
«Και βγάζεις άκρη;» Δεν περίμενα την απάντησή του –συνέχισα. «Αυτό όλο μας οδηγεί επιστημονικώς στην επιστήμη. Πάει να πει, κουλτούρα να φύγουμε και διανόηση, δυσκοίλιο ροκ, ταινίες τρίωρες με ηθοποιούς που μιλάνε μια φορά το εικοσάλεπτο και βιβλία που διαβάζεις εφτά φορές τη φράση για να καταλάβεις τι λέει. Και αν δηλαδή …»
«Θέλεις να πεις ότι για όλα φταίει η έλλειψη γκόμενας», συνόψισε.
«Δεν θέλω –το είπα ήδη», συμφώνησα. «Και τώρα μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί στα λέω όλα αυτά; Πέρα από το γεγονός ότι με κέρασες τσιγάρο –ας πούμε…»
«Τα λες γιατί θέλεις να τα πεις. Αλλά κωλώνεις να το κάνεις με τους φίλους σου –εκεί το παίζετε όλοι μούρες. Και τα λες με την ελπίδα ότι θα ακούσεις την ιστορία μου».
Περίμενα. Δεν έγινε τίποτα. Κοιταζόμασταν. Σηκώθηκε.
«Εδώ είναι η στάση μου. Κατεβαίνω», είπε. Αφήνοντάς με να παρακολουθώ την πλάτη του, όσο περίμενε το άνοιγμα της συρόμενης πόρτας. Η πόρτα άνοιξε, τον κατάπιε, έκλεισε.

Κι εγώ είδα μπροστά μου κάτι βρωμερές ρόδες να υψώνουν τη σκοτεινή κοιλιά του αυτοκινήτου, πλησιάζοντας το πρόσωπό μου. Θέλησα να υπολογίσω τον χρόνο μου, τις πιθανότητες να γλιτώσω … Πόσο γρήγορος μπορούσα να γίνω;
Ένα χέρι με τράβηξε –νύχια στο μπράτσο μου.
«Πρόσεχε παιδάκι μου, θα σε σκοτώσει κάνα αμάξι! Σε καλό σου, τι πήγες να κάνεις;»
Σκασμένο δέρμα χεριού, μέχρι εκεί που χωνόταν στο μάλλινο παλτό –λεπτά καρό. Η γυναίκα σταυροκοπήθηκε όσο το αμάξι περνούσε με φόρα από το σημείο που βρισκόμουν πριν λίγο –κι εγώ ευχαρίστησα το δυνατό της χέρι.
«Καλά, πως γλίστρησες έτσι παιδάκι μου;» απόρησε.
«Είναι καινούργιες οι μπότες μου –γι΄αυτό …», απάντησα.
Αλλά θα τις έστρωνα –που θα μου πήγαινε;

Όπως θα έστρωνα κι εκείνη την κίτρινη μηχανή –πολυθρόνα με χρωμιομένες αναρτήσεις, στην παραθαλάσσια λεωφόρο. Βαριόμουν, το μοτέρ ηχούσε σα φτερωτή νερόμυλου και ο ήλιος γυάλιζε την άσφαλτο. Δεν ήταν δικιά μου η μηχανή –ευτυχώς δηλαδή. Άλλαζα ταχύτητες σε χαμηλές στροφές, ένα αυγό ανάμεσα στην μπότα μου και τον λεβιέ –νηνεμία. Κάποιο αυτοκίνητο σφηνώθηκε αριστερά μου, ο πιτσιρίκος έχωσε δυο καρφωτές μπουκώνοντας την εξάτμιση, σκέφτηκα να ανοίξω το γκάζι, έσκυβα ήδη πάνω στο κουρεμένο τιμόνι –συγκρατήθηκα. Ας πήγαινε να βρει άλλο μαλάκα για κόντρες –η κίτρινη ήθελε στρώσιμο.

Το μεσημέρι φαγούριζε μέσα από το μπουφάν μου, σε κάθε κατέβασμα ταχύτητας βλαστημούσα το καλοκαίρι –είχα μπουχτίσει πιο πολύ απ΄ότι πεινούσα. Η παραθαλάσσια λεωφόρος περνούσε μέσα από το παραθεριστικό θέρετρο –ερημιά ακόμα, γιατί το καλοκαίρι δεν είχε φορτσάρει. Η θάλασσα διέθετε σάπιες βάρκες –υπήρχαν άραγε ψαράδες σε αυτά τα μέρη; Κι αν ναι –τι ψάρευαν; Πλάγιασα για να ανεβάσω το κίτρινο ερπετό στη διαχωριστική νησίδα. Ανάμεσα σε καχεκτικούς φοίνικες και ξεχειλισμένους σκουπιδοτενεκέδες. Το μαγαζί βρισκόταν στην απέναντι πλευρά –όχι πάνω στο κύμα -δεν είχα όρεξη να καθίσω σε καρέκλες τίγκα στο αλάτι. Κρέμασα το κράνος στον αριστερό καθρέφτη και άφησα τα γάντια πάνω στο κοντέρ. Ποιος μαλάκας θα σκεφτόταν να τα βουτήξει με εμένα καθισμένο απέναντι –στα πέντε μέτρα;
Πήγα και κάθισα απέναντι στα πέντε μέτρα.

Σε μια καρέκλα απομίμηση μπαμπού, το μαγαζί είχε καφέ και σάντουιτς με πανιασμένα αλλαντικά. Παράγγειλα έναν καφέ, συν σάντουιτς με τα πανιασμένα αλλαντικά και μουχλιασμένο κίτρινο τυρί. Έσπρωχνα τις μπουκιές με νερό, κατέβαζα τις γουλιές με τζούρες από το Camel μου, φυσώντας κυκλάκια τον καπνό. Φιγούρα. Για τον ανύπαρκτο κόσμο των διπλανών τραπεζιών –ο υπάλληλος παγίδευσε μια μύγα μέσα στον φούρνο μικροκυμάτων. Αγχώθηκα. Είχα ξεχάσει τα κλειδιά πάνω στη μηχανή και δεν ήταν καν δική μου! Πετάχτηκα ανοίγοντας χώρο ανάμεσα στις τουμπαρισμένες καρέκλες –ήθελα μισό βήμα ακόμα για να πατήσω στη λεωφόρο…
«Μη βιάζεσαι. Κανένας δεν πρόκειται να κλέψει το δικό σου κλειδί».
Γύρισα πίσω στη φωνή.
«Καλώς τον περίεργο. Χρόνια και ζαμάνια!»
Χαμογέλασε φιλικά. Τι έτρεχε με τον τύπο; Δεν έσκαγε με το ναυτικό ημίπαλτο; Για πρεζάκι τον έκοβα –αυτοί τραβάνε κάτι άσχετα ρίγη μετά τη ντάγκλα. Τέλος πάντων –στ΄αρχίδια μου στην τελική.
«Κερνάς τσιγάρο;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.
Ξανακάθισα στο τραπέζι –απέναντί του. Έβγαλε την γνωστή ταμπακέρα με τη δερμάτινη επένδυση, την άνοιξε μπροστά μου -δέχτηκα την προσφορά του λόγω ευγένειας. Το στριφογύρισα στα δάχτυλά μου. Αλλά ήμουνα πλέον έμπειρος –χτύπησα το νύχι στην ασημένια κορυφή του πακέτου Camel κι ένα φίλτρο πετάχτηκε πρόθυμα από δίπλα. Πήρε το δικό μου τσιγάρο από αναγκαστική ευγένεια –το στριφογύρισε στα δάχτυλά του.
«Λοιπόν –τα γάμησες μια χαρά, έτσι;» χαμογέλασε ο τύπος απέναντί μου.
«Θα σου πω μια ιστορία», ανακοίνωσα, ανάβοντας το τσιγάρο.
«Και μετά μπορεί να σου πω κι εγώ άλλη μία», συμφώνησε εκείνος.

«Η μονιμότητα σε τρομάζει όσο την έχεις –αλλά τραβιέσαι σαν το λάστιχο για να την αποκτήσεις. Που να ψάχνεις; Που να γυρίζεις; Θεωρείς πως διαφέρεις, είσαι να πούμε ο κύριος Ισορροπιστής, θα πάρεις αυτά που θέλεις –μόνο. Τα υπόλοιπα θα τα φτύσεις σαν κουκούτσια. Δεν έχει σημασία που κανένας πριν από σένα δεν τα κατάφερε γιατί δεν υπάρχει άλλος σαν εσένα. Τόσο μαλάκας, με πιάνεις;»
Ένευσε καπνίζοντας το τσιγάρο μου.
«Και τελικά –βρίσκεσαι αραχτός με το Καμπάρι στο ηλιοβασίλεμα και αναπολείς σαν διαφήμιση –παραμύθι κυρά μου, δηλαδή. Γιατί η πραγματικότητα σε πετυχαίνει στριμωγμένο στην τουαλέτα, να κρατάς το πόμολο με δυο χέρια –μπας και προστατεύσεις την μοναξιά σου. Και εκεί ακριβώς ανακαλύπτεις ότι φορτώθηκες αυτά ακριβώς που δεν ήθελες όσο περνούσες ξυστά σε αυτά που νόμιζες ότι ήθελες. Δεκτόν;»
Έσβησε το τσιγάρο μου, αποφεύγοντας να τοποθετηθεί.
«Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει διέξοδος; Κάποια σκάλα υπηρεσίας που οδηγεί σε περιορισμένη, έστω, εκτόνωση της κατάστασης –ένας τρόπος να αντέξεις … Κάτι … Κυριλέ ναρκωτικά, περιστασιακό σεξ, κάτι…»
«Θέλεις να πεις ότι θα σου αρκούσαν κάποιες κοπάνες από τη φρίκη; Θα σου αρκούσε ένα τσιγαράκι με τους κολλητούς στη ζούλα της τουαλέτας;»
«Θέλω να πω ότι αυτά έχω, αυτά εμπιστεύομαι. Βλέπεις να με παίρνει για τίποτα περισσότερο;»
«Κι αν σε παίρνει –από μένα περιμένεις να στο πω; Τι είσαι; Ο ‘μένουμε πάντα παιδιά’ που περιμένει φιλικό χτύπημα στην πλάτη; Κι εγώ τι είμαι; Χτυπητήρι πλάτης; Ή μήπως περιμένεις να σε εμψυχώσει η ιστορία που έχω να σου πω;»
Περίμενα. Δεν έγινε τίποτα. Κοιταζόμασταν. Σηκώθηκε.
«Ο ήλιος δύει όπου νάναι. Έχω να βγω για ψάρεμα», είπε. Κι εγώ κοίταζα το παλτό να χάνεται διασχίζοντας τη λεωφόρο προς τη μεριά της θάλασσας, ακολουθώντας την πλάτη του.

Το αυτοκίνητο ήταν μαύρο, Μερσεντές και εξάπορτο –αλλά αυτό δεν το πρόσεξα από την αρχή. Με απασχολούσε κυρίως ο συγχρονισμός της κίνησής μου με την ταχύτητά του, προκειμένου να βρεθώ πάνω στο καπό και όχι κάτω από τις ρόδες του. Υπήρχε και κάποιο παπάκι που σουλατσάριζε ανέμελα στο διπλανό ρεύμα της λεωφόρου και δυσκόλευε τα πράγματα –αλλά το αυτοκίνητο εξακολουθούσε να γίνεται όλο και πιο Μερσεντές όσο με πλησίαζε. Υπολόγισα, έκλεισα τα μάτια, πήδηξα σαν άλτης «εις ύψος», κοπάνισα στο καπό ενώ το σήμα καρφωνόταν στο πλευρό μου. Γαμήθηκα αλλά όχι αμετάκλητα.
«Είσαι καλά; Είσαι καλά; Που χτύπησες;»
Ο μουστακαλής σωφέρ έτρεμε –ανησυχούσε. Σε λίγο θα έβλεπε τη ζημιά στο καπό και θα απελπιζόταν. Μέχρι ψυγείο είχα φτάσει.
Τίναξα τα ρούχα μου καθώς σηκωνόμουν από την άσφαλτο –το σήμα της Μερσεντές περίμενε δίπλα μου –το έχωσα βιαστικά στην τσέπη. Σουβενίρ.
«Καλά είμαι αλλά τι τρέχει με σένα ρε πούστη; Σε πήρε ο ύπνος και δεν με είδες;»
«Αντηλιά …»
Έβλεπα το ξεκοιλιασμένο ψυγείο της Μερσεντές να ξερνάει υγρά στην άσφαλτο –είπα να τον βρίσω λίγο ακόμα, αλλά το μετάνιωσα.
«Εντάξει χέσε μας –την κάνω …»
«Περίμενε! Να σε πάω στο νοσοκομείο;»
Γέλασα καθώς αγωνιζόμουν να κουμαντάρω την κίτρινη με σμπαραλιασμένο το δεξί γόνατο. Με τι θα με πήγαινε νοσοκομείο;
Μηνίσκος. Ολική ρήξη πρόσθιου χιαστού.

Τράβαγε το γαμήδι το γόνατο, αρνιόταν πεισματικά να σκαρφαλώσει στο σιδερένιο σκαλί του τρένου. Βλαστήμησα αλλάζοντας χέρι στο σακ βουαγιάζ. Η χοντρή άφησε την τερατώδη βαλίτσα να την πάρει πίσω –αστραπιαία προσγειώθηκε καθιστή στο στέρνο μου. Σφίχτηκα παρατώντας το σακ βουαγιάζ να πέσει –έχει γούστο να κουβαριαστούμε αγκαλιασμένοι δίπλα στις γραμμές! Το γόνατο πήρε να κουμπώνει, άλλαξα πόδι σαν μπαλαρίνα σε αγώνα κατς –το έσωσα πριν γίνουμε εντελώς Τσίρκο Μεντράνο. Η χοντρή πιάστηκε από τις χειρολαβές, συγκρατήθηκε. Μουρμούρισε κάποιο «συγνώμη», απάντησα κάτι σε «δε γαμιέσαι» και το θέμα έληξε.

Ο διάδρομος ήταν πιο στενός από την ασφυξία –προχώρησα χρησιμοποιώντας τους αγκώνες μου, αλλά άφηνα το κεφάλι απροστάτευτο στις ιπτάμενες βαλίτσες. Ήμουν ευέλικτος σαν σάκος του μποξ, όμως τίποτα δεν μπορούσε να μου χαλάσει τη διάθεση. Γιατί πήγαινα να βρω κάτι περισσότερο από αυτό που έψαχνα. Και το «κάτι περισσότερο» θα με περίμενε στο τέρμα –χαμογελαστά αναβαθμισμένο σε «πολύ περισσότερο». Έχωσα το σακ βουαγιάζ πάνω από τη θέση μου εξορίζοντας κάποια ανεπιθύμητη τσάντα στον παράδεισο της πολτοποίησης. Πριν χυθώ στο κάθισμα με ύφος μαστουρωμένης παπαρούνας.

Κοίταξα έξω από το παράθυρο, ένας κατσαβιδάτος ήλιος τριβέλιζε το διπλό τζάμι –έκλεισα την κουρτίνα για να γλιτώσω τον πονοκέφαλο. Τίποτα δεν καλυτέρεψε. Ο ήλιος έψηνε το ύφασμα σημαδεύοντας το αυτί μου –αποφάσισα να αδιαφορήσω, υπολογίζοντας πως «τίποτα δεν είναι τέλειο, μέχρι να γίνει τέλειο». Άνοιξα κάποιο «ελπίζω όχι βαρετό» βιβλίο και ετοιμάστηκα να βυθιστώ.
«Στα βιβλία ψάχνεις να βρεις τις άκρες σου;»
Αναγνώρισα τη φωνή πριν σηκώσω το κεφάλι –είχα κιόλας τη βεβαιότητα ότι θα βολευόταν στη διπλανή μου θέση.
«Πως κι από τα μέρη μας αρχηγέ;» τον χαιρέτησα.

Έβγαλε από την τσέπη του ναυτικού ημίπαλτου την, δερμάτινη επένδυση, ταμπακέρα και την άνοιξε κάτω από τη μύτη μου.
«Καραμελίτσα;» πρότεινε.
«Τι συνέβη με τα φημισμένα σέρτικα τσιγάρα;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Περνάει ο καιρός …», αναπόλησε. «Άσε που έχει απαγορευτεί το κάπνισμα στο τρένο».
Πήρα την καραμέλα από ευγένεια αλλά δεν σκόπευα να τη βάλω στο στόμα μου. Προτίμησα να την καταχωνιάσω μέσα στο μαλακό πακέτο Camel για ώρα ανάγκης.
Κοιταχτήκαμε. Η αντηλιά με εμπόδιζε να εστιάσω στο πρόσωπό του, περισσότερο από ότι το σκοτάδι στην πρώτη μας συνάντηση –20 αιώνες πριν.
«Φαίνεται ότι πόνταρες τα ρέστα σου και τους πήρες τα σώβρακα, τελικά», σχολίασε.
«Μπορείς να το πεις και έτσι. Το θέμα είναι πως τα ρέστα μου ήταν σκέτη λιμαδούρα. Απορώ πως πέρασε η μπλόφα», απόρησα.
«Δεν θα μου πεις μια ιστορία;» αναρωτήθηκε.
«Δεν υπάρχει πια ιστορία γιατί δεν υπάρχουν απορίες», τον καθησύχασα.
«Πάει καλά», είπε σκεπτικός. «Τότε θα σου πω εγώ μία».
«Μου τη χρωστάς νομίζω».
«Κανένας δεν χρωστάει στους κερδισμένους», σχολίασε.
«Παρ΄όλα αυτά …»
«Ακριβώς, παρ΄όλα αυτά».
Κοιταχτήκαμε.

«Υπάρχει η στιγμή που γεννιούνται οι απορίες, η ώρα που δήθεν ψάχνουμε, για να μην παραδεχτούμε πως ο μονόδρομος δεν φημίζεται για τις επιλογές κατευθύνσεων που προσφέρει. Τότε αναρωτιόμαστε, με σκοπό να αγανακτήσουμε στη σωστή στιγμή. Βλαστημάμε τις επιλογές που δεν έχουμε. Με μια λέξη –μαλακιζόμαστε. Αλλά, όπως και νάχει –ξεκινάμε».
Σταμάτησε. Κοίταξε τον ελεγκτή που κυκλοφορούσε ανάμεσα στα καθίσματα. Τον περιφρόνησε ακαριαία.
«Μέχρι που μπλοκάρουμε από τις μη επιλογές μας και κλαίμε τη μοίρα μας. Αξίζαμε περισσότερα, κάποιος μας γάμησε τη ζωή, πουτάνα κοινωνία –τέτοια πράγματα. Δικαιολογίες για να μην παραδεχτούμε τις δικές μας πράξεις. Αγωνία για κάποιο παράθυρο που δεν ανοίγει ποτέ. Τουλάχιστον όχι όσο θα θέλαμε. Αξιολύπητοι χωρίς να υπάρχει κανένας τριγύρω για να μας κεράσει λίγο οίκτο. Το θυμάσαι –έτσι;»
Το θυμόμουν μια χαρά. Και λοιπόν;
«Σε αυτό ακριβώς το σημείο τελειώνουν οι περισσότερες ιστορίες και έτσι πρέπει να συμβαίνει. Αν η ζωή έχει ευτυχισμένο τέλος –τι θα μείνει για τις ταινίες; Ή τα παραμύθια; Εντάξει –μερικές φορές δεν πηγαίνουν έτσι τα πράγματα. Σου πέφτει ο πρώτος λαχνός χωρίς καν να έχει αγοράσει λαχείο –αδύνατο, αλλά συμβαίνει. Και τότε;»
Τι τότε; Τότε την έψησες –θέλει και ρώτημα;
«Τι τότε;» αναρωτήθηκα.
Γέλασε καλόκαρδα. Και με κοίταξε στοργικά, όπως κοιτάζει ο τσοπάνης το μαρκαρισμένο πρόβατο.
«Δεν αναρωτήθηκες ποτέ σχετικά με το τι γίνεται παραπέρα; Που πάνε οι πρωταγωνιστές της ταινίας όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους; Δεν σε απασχόλησε αυτό;»
Αναρωτήθηκα. Αλλά χέστηκα. Περίμενα μια ζωή το «τώρα», δεν θα το χαραμίσω για το «μετά».
«Εντάξει περίεργε –δεν αναρωτήθηκα. Γιατί περίμενα να έρθεις και να μου το πεις από μόνος σου».
«Ψέματα λες», χαμογέλασε.
«Ψέματα λέω», συμφώνησα.
Έβαλε δεύτερη καραμέλα στο στόμα του και χώθηκε στην θέση του, κουκουλωμένος από τους γιακάδες του ναυτικού ημίπλατου. Έκλεισε και τα μάτια –διέκρινα φλέβες να κοκκινίζουν στα βλέφαρά του. Νόμισα πως αυτό ήταν.
«Εδώ είναι η στάση σου. Κατεβαίνεις», ψιθύρισε.

Σηκώθηκα, στριμώχτηκα μπροστά από τα γόνατά του και βγήκα στον διάδρομο. Ευτυχώς δεν δυσκολεύτηκα να κατεβάσω το σακ βουαγιάζ. Έσυρα τις στραβοπατημένες μπότες (θλιβερός αναχρονισμός για την καινούργια χιλιετία) μέχρι τη συρόμενη πόρτα στο τέρμα του βαγονιού –δεν υπήρχε λόγος να τον αποχαιρετήσω. Δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται καν εκεί.

Ανοίγω την πόρτα –σέρνοντας. Είμαι μόνος και έτοιμος για αποβίβαση.

«Κι αυτός ο πούστης ο ήλιος δεν τελειώνει ποτέ»

Υ.Γ.: Και όντως δεν πρόλαβα να του πω "αντίο" αν και δεν νομίζω οτι χρειαζόταν. Ή οτι θα μπορούσα. Ή οτι θα το πίστευα όταν το έλεγα. Παρ΄όλα αυτά ...

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι