Τετάρτη, Μαΐου 28, 2008

10. Κόψιμο κίνησης σε παλιά στέκια

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.

Έσκυβε πάνω από τον ώμο μου για να πει κάτι που δεν το άκουγα ολόκληρο. Λέξεις έπιανα μόνο, «καταπληκτικά», «απωθημένο», «τρέξε» -ασύνδετες λέξεις, δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Έφτανε μόνο το άρωμα των μαλλιών της που έπεφταν στο αυτί μου γαργαλιστικά. Με νευριάζουν κάτι τέτοια, συνήθως. Όχι τώρα, όχι όσο μου ψιθύριζε τα «καταπληκτικά» και τα τέτοια. Χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τα Σπάτα για να καταλάβω ότι δεν είχα ιδέα που πηγαίναμε. Χρειάστηκε να το παίξω μυστηριώδης και «βάσει σχεδίου», αλλιώς θα με πέρναγε για ξεμωραμένο που χάθηκε στις λεωφόρους μαγεμένος από κάποια πιτσιρίκα. Έτσι ακριβώς ήταν.

Πήρα τον συντομότερο δρόμο για την παραλιακή –έτρεξα όσο ακριβώς χρειαζόταν για να ξεχάσω ότι την έχω πίσω μου. Κι αυτή σταμάτησε να μιλάει. Βγήκαμε στο ύψος της Βάρκιζας, εκεί αποφάσισα οτι ήθελα να σταματήσουμε τελικά. Μετά την πλαζ σε μια καφετέρια της συφοράς, παράγγειλα ένα τοστ επειδή το στομάχι μου είχε γίνει τοξικός βάλτος. Από πάνω μας βάραιναν τα τελευταία απογευματινά σύννεφα, κάποιο ηλιοβασίλεμα –δεν δώσαμε σημασία. Με το ζόρι μάσησα δυο μπουκιές όσο με κοίταζε πίνοντας μιλκσέικ.
«Που πάμε, θα μου πεις;» αναρωτήθηκε.
«Πάμε να βρούμε το λεχρίτη που μας πούλησε».
Έκανε μια ξεγυρισμένη μπουρμπουλήθρα στην επιφάνεια του μιλκσέικ. Μετά το παράτησε στο πλάι ανόρεχτα.
«Αυτόν που λέγανε οι γονείς μου;»
Κούνησα το κεφάλι.
«Τον ίδιο που έλεγε κι ο Πέτρος».
«Είχε πει ο Πέτρος για κανέναν; Πότε;»
«Δεν θυμάσαι; Τον Καρχαρία».
Χτύπησε το μέτωπό της σε στυλ «πως δεν το κατάλαβα!» Άνοιξε και τα μάτια διάπλατα, σαν θαυμασμός μου φάνηκε αυτό –δεν το έψαξα περισσότερο επειδή έδειχνε όμορφη έτσι. Δεν αναρωτιέσαι μπροστά σε τέτοιες γυναίκες –απλά τις χαζεύεις. Έτσι πάει.
Έσπρωξα το πανιασμένο τοστ κι αυτό κουνήθηκε μέσα στο μεταλλικό πιάτο σα μέδουσα. Αηδίασα. Μετά την κοίταξα με το καλύτερό μου υφάκι –προβαρισμένο χρόνια σε καθρέφτες, ακαταμάχητο ήθελα να πιστεύω. Έσκυψα κιόλας, αριστερός αγκώνας στο τραπέζι, μισό χαμόγελο ασορτί με μισόκλειστα μάτια.
«Θα σου πω κάποια πράγματα ντε φάκτο, δεν τα διαπραγματευόμαστε –εντάξει;»
Έγειρε κι αυτή μπροστά χαμογελαστή. Λες να μην αγόραζε τελικά τη μούρη που της πούλαγα;
«Ακούω», ψιθύρισε.
«Μέχρι το πρωί είχα τους μισούς μπάτσους της πόλης πίσω μου και όταν ξημερώσει θα έρθουν οι άλλοι μισοί να τους κάνουν παρέα. Γι΄αυτό είσαι μαζί μου με το ζόρι –σε απειλώ ας πούμε -μην το ξεχάσεις. Θα πάμε να μαζέψουμε τη Ρέα …»
Εκείνη τη στιγμή στράβωσε, τίναξε νευρικά το κεφάλι στο πλάι, ήμουν προετοιμασμένος. Μάγκωσα το σαγόνι της ανάμεσα στα δυο μου δάχτυλα και την κράτησα να με κοιτάζει φάτσα. Συνέχισα.
«Θα μαζέψουμε τη Ρέα, πράγμα δύσκολο γιατί το σπίτι της παρακολουθείται. Μετά θα κρυφτούμε μέχρι τη μέρα που θα μπουκάρουμε στο τρελάδικο για να πάρουμε τον Πέτρο. Αυτό είναι το σχέδιο».
Τινάχτηκε να ελευθερωθεί από τα δάχτυλά μου –γέλασε, τίγκα ειρωνεία.
«Σιγά το σχέδιο!»
«Έχεις κάποιο καλύτερο;» πήρα να φορτώνω.
«Μπορεί και να έχω».
«Στ΄αρχίδια μου. Κράτα το για τον εαυτό σου –εδώ είναι το δικό μου γήπεδο και η μπάλα τσουλάει κατά πως λέω εγώ».
«Μπα; Και γιατί αυτό αν επιτρέπεται;»
«Γιατί το δικό μου κεφάλι θα πέσει στο τέλος», είπα καθώς σηκωνόμουν αφήνοντας ένα δεκάρικο στο τραπέζι. «Και όχι –δεν επιτρέπεται».

Δίπλα στην Τενερέ με έπιασε από τον καρπό κι αυτό ήταν άβολο επειδή έμεινα με το κλειδί μετέωρο. Μου άρεσε όμως.
«Έχεις πιστόλι …» μουρμούρισε με μεταξωτή φωνή.
«Τι μου λες;» έκανα ψευτοθαυμάζοντας.
«Μην κοροϊδεύεις. Δεν τα γουστάρω τα όπλα και δεν μου αρέσει αυτό που μπορεί να πάθεις χρησιμοποιώντας το».
«Από πού κι ως που;» αναρωτήθηκα.
Με κοίταξε απορημένη.
«Από πού κι ως που η ανησυχία για την πάρτη μου –αυτό εννοώ», τη διαφώτισα.
Έσκυψε το κεφάλι.
«Μη γίνεσαι μαλάκας», είπε.
Δύσκολο. Αλλά θα προσπαθούσα πάντως.
«Τη Ρέα γιατί δεν την πας;» έκανα μια προσπάθεια αλλαγής θέματος.
«Επειδή άφησε να της τον πάρουν», απάντησε με γρανιτένια μάτια.
«Και τι να έκανε δηλαδή;»
«Τι να έκανε; Να τους ξέσκιζε … ξέρω ‘γω; Να το πάλευε τέλος πάντων, όχι να καθίσει σαν κότα …»
«Τα έχεις παρεξηγήσει τα πράγματα, δεν είναι όλα τόσο εύκολα, ξέρεις».
«Δικαιολογίες του κώλου –ευχαριστώ δεν θα πάρω! Τίποτα δεν ήταν εύκολο –ποτέ. Ειδικά όταν κοιτάζουμε να μη χαλάσουμε τη ζωούλα μας».
Καβάλησα την Τενερέ, γύρισα το κλειδί, έβαλα μπρος με την πρώτη.
«Ανέβα πιτσιρίκα. Κι όταν χρειαστούμε κριτή με ανασηκωμένο δάχτυλο θα σε ειδοποιήσουμε –μείνε ήσυχη».
Ένα χαστούκι έσκασε πάνω στο αυτί μου –κουφάθηκα προσωρινά.
«Κόψε τις μαλακίες», προειδοποίησα χωρίς να γυρίσω.
Ένα δεύτερο χαστούκι έσκασε στο ίδιο ακριβώς σημείο –άκουσα τις καμπάνες της Μητρόπολης να χτυπάνε συγχρονισμένα. Γύρισα να τη δω.
«Αυτό ήταν για προηγουμένως, στο σπίτι των γονιών μου», είπε απλά.
Βγήκα στο δρόμο φουντωμένος με το αυτί κόκκινο –η πιτσιρίκα ήταν μεγαλύτερος μπελάς απ΄ότι φανταζόμουν τελικά.

Ο Καρχαρίας είχε ένα στέκι κατά Ηλιούπολη μεριά, μια τελειωμένη καφετέρια που έπαιζε βίντεο χέβι μέταλ όσο θυμόμουν. Ήταν και κοντά στο σπίτι του –πήγαινα στοίχημα ότι ακόμα στο ίδιο στέκι θα τραβιόταν κι ακόμα την ίδια βαβούρα θα δείχνανε στην κρεμασμένη οθόνη.
Μας πήρε λιγότερο από μισή ώρα να φτάσουμε στην καφετέρια, η Έλλη καθόταν πίσω μου ξύλινη σαν ινδιάνικο τοτέμ. Έξω από το μαγαζί ήταν παρκαρισμένα ένας σκασμός σπορ αυτοκίνητα, από μέσα ακουγόταν απροσδιόριστος θόρυβος. Κόσμος καθόταν σε τραπεζάκια, μέσα κι έξω –αδύνατο να τσεκάρω αν υπήρχαν μπάτσοι στα πέριξ. Μπήκα αμίλητος, εκείνη με ακολούθησε.
Η γιγαντοοθόνη έδειχνε κάτι ανορεξικές να τραμπαλίζουν τα κόκαλά τους –όλο αυτό λεγόταν επίδειξη μόδας. Η μουσική ήταν του στυλ «επαναλαμβανόμενο τέμπο προς εμπέδωση», κάποιος μαντράχαλος τσίριζε πίσω από τα ντεκ σε άσχετες φάσεις. Κωλοχανείο είχε γίνει το μαγαζί. Πλησίασα έναν μπάρμαν άρτι λαδωμένο από το τοπικό γυμναστήριο.
«Να σε ρωτήσω κάτι; Είδες πουθενά τον Αντώνη; Τον Καρχαρία».
Ο μπάρμαν με κοίταξε άψυχα.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε με τη σειρά του.
Φόρτωσα γιατί σ΄αυτή τη χώρα, αν έβρισκες άνθρωπο που να μην απαντάει στην ερώτηση με ερώτηση θα έπρεπε να του στήσεις ανδριάντα.
«Ποιος κάνει κουμάντο στο μαγαζί;» το πήρα διαφορετικά μπας και βγει άκρη.
Σήκωσε τον αγκώνα και έδειξε στην απέναντι πλευρά της μπάρας –ένας άπλυτος καθόταν εκεί πίνοντας, σε πλήρη παραφωνία με τους υπόλοιπους πελάτες. Έπρεπε να το είχα καταλάβει.
Πήγα προς το μέρος του με την Έλλη κολαούζο.
«Γεια σου», υποστήριξα.
«Γεια σου και σένα», έκανε ο άπλυτος. «Θέλεις κάτι;»
«Ψάχνω τον Αντώνη τον Καρχαρία. Ερχόμασταν εδώ από παλιά …»
«Και;»
«Και έλειπα στο εξωτερικό. Τώρα που γύρισα, είπα να τον ξαναβρώ».
«Καλά έκανες», με καθησύχασε ο τύπος.
Μου ήρθε να του κοπανήσω το κεφάλι στον πάγκο αλλά λυπήθηκα τη ρουστίκ επένδυση.
«Καλά έκανα, αλλά αν δεν μου πεις που βόσκει, δεν θα τον ξαναβρώ. Τι λες κι εσύ;»
Κούνησε το κεφάλι του. Συμφώνησε. Αλλά μέχρι εκεί.
Κοιταζόμασταν λοιπόν αμίλητοι και σκοπεύαμε να το κάνουμε για την υπόλοιπη δεκαετία –αλλά δεν είχαμε υπολογίσει την Έλλη. Η οποία πλεύρισε τον τύπο από την άλλη πλευρά και έσκυψε δίπλα στο μάγουλό του.
«Δεν άκουσες ρε γαμημένε τι σε ρώτησε ο φίλος μου; Που είναι ο Αντώνης σε ρώτησε –απάντα να τελειώνουμε».
Ο άπλυτος θα χαμογέλαγε απαξιωτικά, μπορεί και να της έριχνε καμιά ροχάλα, αν δεν ήταν έμπειρος στις παλιοκαταστάσεις. Προτίμησε λοιπόν να το παίξει επιφυλακτικός.
«Και γιατί να του απαντήσω μωρό μου; Δώσμου έναν λόγο της προκοπής».
Η Έλλη τεντώθηκε σα γάτα, δείχνοντας το φούσκωμα στο εσωτερικό του δερμάτινου, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου.
«Επειδή εκεί μέσα έχει ένα κουμπούρι και θα τα γαμήσει όλα αν δεν πάρει κάποια καλή απάντηση. Συνεννοηθήκαμε;»
Ο άλλος κοίταξε εκεί που του έδειχνε η Έλλη. Μετά κοίταξε εμένα.
«Δίκιο έχει», είπα απολογητικά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω.
«Έχει καιρό να περάσει από δω ο Αντώνης. Αλλά μένει ακόμα στο ίδιο σπίτι … ξέρεις;»
Τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη.
«Είσαι και πρώτος αγόρι μου», χαμογέλασα.
«Και ο πρώτος χαφιές», έφτυσε η Έλλη όσο ξεκόλλαγε από το πλάι του.
Κινηθήκαμε αργά προς την έξοδο. Στα δέκα βήματα γύρισα απότομα και τον είδα να κάνει νοήματα, δείχνοντάς μας. Κάτι πούστηδες σηκώθηκαν από τα τραπέζια τους.
Πάγωσα βλέποντάς τους –«πάει τον ήπιαμε τώρα», μουρμούρισα.
«Τι έγινε;» με σκούντηξε η Έλλη.
«Θα μας την πέσουν», είπα.
«Μη δίνεις σημασία», γέλασε.
Την πίστεψα –δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω.

Ανεβήκαμε στην Τενερέ όσο οι άλλοι χώνονταν σε ένα αυτοκίνητο, τριάντα μέτρα πίσω μας. Ξεκινήσαμε –κομβόι.
«Κατά που πέφτει το σπίτι του;» ρώτησε η Έλλη.
«Δυο χιλιόμετρα πιο κάτω», είπα.
«Δεν μας παίρνει να πάμε τώρα. Θα μας την έχουν στημένη», αποφάσισε η Έλλη.
Φόρτωσα.
«Εγώ λέω τι μας παίρνει και τι όχι. Ξηγηθήκαμε;»
Γέλασε.
«Εντάξει, κάνε παιχνίδι Αρχηγέ Κουίνμπι», κορόιδεψε.
«Δεν μας παίρνει να πάμε τώρα. Θα μας την έχουν στημένη», ανακοίνωσα με έμφαση.
«Λες;» αναρωτήθηκε όλο φυσικότητα.
«Λέω», απάντησα.
«Ε, αν έτσι νομίζεις –να μην πάμε», είπε.
«Δεν θα πάμε», αποφάνθηκα.
Και μετά ξεκίνησα καρφωτός για το σπίτι του Αντώνη.

Το αυτοκίνητο με τα παιδιά της καφετέριας φρέναρε όταν μπήκαμε στον δρόμο του Αντώνη, έστριψε στο πρώτο στενό κι εξαφανίστηκε. Δεν μου πήρε πολύ ώρα να καταλάβω το γιατί. Ένα ασφαλίτικο αμάξι απέναντι από την αυλόπορτα του Καρχαρία, απηύδησα –«κοίτα να δεις ρε πούστη μου που πάνε τα λεφτά των φορολογουμένων!»
Έκοψα να μην τους αλαφιάσω, άφησα την Τενερέ να τσουλάει αρχοντικά στο δρομάκι –με είδαν. Κοίταξα κλεφτά από το κράνος, δεν είχαν πρόθεση να βγουν από το αμάξι –καλό ήταν αυτό. Σταμάτησα έξω από την αυλόπορτα χωρίς να σβήσω τη μηχανή και κόρναρα δαιμονισμένα. Η Έλλη πίσω μου σφίχτηκε –ένα κουβάρι νεύρα. Συνέχισα να κορνάρω, έβγαλα το κράνος, κοίταξα τους ασφαλίτες πριν το δώσω στην Έλλη να το κρατάει.
«Ρε πούστη Καρχαρία, βγες έξω!» ούρλιαξα.
Οι μπάτσοι πέτρωσαν για να πηγαίνουν ασορτί με την ησυχία που ακολούθησε το ουρλιαχτό μου. Περίμενα –τίποτα δεν έγινε.
«Βγες ρε καργιόλη, μη μπω εγώ μέσα!» συνέχισα στην ίδια ένταση.
Ένα φως έσβησε στο παράθυρο που έβλεπε προς το δρόμο, είδα τη σκιά του να χάνεται μέσα στο σπίτι. Χέστης.
Έβγαλα το Άρκους, σημάδεψα το σκοτεινό παράθυρο, πυροβόλησα –ένα τζάμι σωριάστηκε σε κοφτερά κομμάτια. Κοίταξα το Άρκους απορημένος –σκέτο κανόνι το γαμήδι! Βουλωμένα αυτιά επίσης, καμένο μπαρούτι στον αέρα. Στράφηκα προς τους μπάτσους, είχαν λουφάξει προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη στιγμή για να πεταχτούν έξω από το αυτοκίνητο. Τους σημάδεψα στα ίσα –έγινε χαμός εκεί πέρα καθώς βούταγαν ανάμεσα στα καθίσματα.
Χαμογέλασα για έναν αιώνα δευτερολέπτων.

Μετά έβαλα το Άρκους στην τσέπη, ξεκίνησα κατά πάνω τους λες και πήγαινα να τους διεμβολίσω. Σήκωσαν τα κεφάλια, με είδαν, ψάχτηκαν -να βγάλουν όπλα ή να εγκαταλείψουν το πλοίο; Ιδρώτας στα βλέφαρά τους, μπορούσα να τον μυρίσω.
Πριν πέσω πάνω στο αμάξι, έκοψα απότομα αριστερά, βούτηξα το κράνος από την Έλλη και το έσκασα με δύναμη στο παρμπρίζ. Έκανε πολύ φασαρία αλλά καθόλου ζημιά –οι μπάτσοι τσίριξαν κάπως.
Ενώ χανόμουν στο βάθος του δρόμου, αναζητώντας μια διακριτική λεωφόρο να με καταπιεί. Κοίταζα στους καθρέφτες, κανένας δεν με ακολουθούσε –αλλά έτρεχα να το σιγουρέψω. Γιατί από δω και πέρα παίζαμε με τα χαρτιά στο τραπέζι –κομμένες οι μαλακίες, αν με πετύχαιναν θα πυροβολούσαν πρώτα και θα ρωτούσαν πολύ αργότερα.
Η Έλλη άγγιξε τον ώμο μου –έκοψα πιάνοντας δεξιά λωρίδα.
«Γιατί όλα αυτά;» ρώτησε.
Κοκάλωσα την Τενερέ δίπλα στο πεζοδρόμιο, ένιωσα τα στήθη της να τρυπάνε την πλάτη μου. Γύρισα, την κοίταξα.
«Τρεις είναι οι λόγοι», ενημέρωσα. «Πρώτον –επειδή θέλω να τρέμει ο καργιόλης μέχρι να έρθει η ώρα που θα ψοφήσει, δεύτερον –γιατί ο Πέτρος πρέπει να τον καθαρίσει, το δικαιούται, και τρίτον …»
«Τρίτον;»
«Τρίτον … γενικά», μουρμούρισα. Πάντα μας άρεσε να παραθέτουμε τρεις λόγους για κάθε πράξη μας, αλλά ποτέ δεν είχαμε πάνω από δύο δικαιολογίες. Στο νούμερο τρία καθόταν το «γενικά», έτσι για επισημότητα να πούμε.
Κοίταξα την Έλλη.
«Έχεις ακόμα χρόνο να κατέβεις. Κανένας μπάτσος δεν θα ορκιστεί ότι ήσουν μαζί μου πριν από λίγο και κανένας δεν θα σε θεωρήσει συνένοχη».
«Σωστή η άποψη –λάθος το συμπέρασμα», είπε η Έλλη.
«Για ρίχτα», μουρμούρισα.
«Τρεις οι λόγοι. Πρώτον –δεν είμαι συνένοχη, καλά το είπες. Είμαι όμως ένοχη. Δεύτερον –δεν σκοπεύω να αφήσω τον αδερφό μου στα χέρια σου, μόνο του. Και τρίτον …»
«Γενικά;» χαμογέλασα.
Έσκυψε και με φίλησε στο σκάσιμο του χαμόγελου –στην άκρη των χειλιών μου.
«Τι ‘γενικά’ ρε βλάκα; Ειδικά –ειδικότατα!»
Μου άρεσε ο τρόπος που εξειδίκευε το όλο θέμα, αλλά φρόντισα να μην το δείξω. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα –πάντως ξεκίνησα πάλι φουριόζος γιατί η νύχτα δεν θα μας περίμενε για πάντα.
Πίσω μου σφιγγόταν η συγκεκριμένη Έλλη κι αυτό -όσο να πεις, σου δίνει έξτρα σιγουριά. Μυριζόμουν ότι ήμασταν στο σωστό δρόμο για «σύσταση συμμορίας» κι αν τα καταφέρναμε θα υπήρχε μια ελπίδα στο εκατομμύριο να ξεφύγουμε από την κόλαση. Όχι όλοι. Μόνο οι απελπισμένοι –αλλά δεν με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή προοπτική.
Έτσι με βόλευε να πιστεύω.

(συνεχίζεται εάν και εφόσον...)

Δευτέρα, Μαΐου 26, 2008

9. Ο καρχαρίας και τα πιράνχας

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.

Ήμασταν μαζεμένοι και χαζεύαμε τη Βούτα. Πηχτό καυσαέριο, αιωρούμενο από την κίνηση της μέρας, ερχόταν νύχτα και κόλλαγε στον ιδρώτα μας. Ήμασταν ανήσυχοι γιατί μηχανές άλλαζαν ιδιοκτήτη μετά από κάθε κόντρα, είχε βγει κι η βρώμα ότι θα κάνανε έφοδο οι μπάτσοι. Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα. Καπνίζαμε Camel φίλτρο και οι καρεκλάδες Marlboro σκληρό. Περιμέναμε τον Καρχαρία.

«Λες να τον πάρει τελικά;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Χλωμό το βλέπω. Έχει γίνει μπαγκατέλα το Τζι Πι Ζετ, δεν το προσέχει καθόλου ο βλάκας. Αν καταφέρει να βγάλει τη διαδρομή χωρίς να κόψει εκκεντροφόρο θα είναι θαύμα –προβλέπω πάντως να τον ψάχνουμε στα παρτέρια», είπα κοιτάζοντας στο βάθος του δρόμου.
«Κι ο άλλος ο χαμούρης το ‘χει φτιάξει τζιτζιλόνι ρε γαμώτο! Είδες τις εξατμίσεις που φοράει;» μουρμούρισε ο Πέτρος.
«Τι λες να κάνουμε; Άμα χάσει δεν υπάρχει φράγκο να τον καλύψουμε».
«Θέλει και ρώτημα; Θα πλακώσουμε τα γκιράπια στις γρήγορες και μετά θα γίνουμε μπουχός», πρότεινε διστακτικά ο Πέτρος.
Κοίταξα τα σούργελα που καβαλάγαμε –συμμερίστηκα τους δισταγμούς του. Από το άλλο ρεύμα της Βουλιαγμένης ανέβαινε πατημένη μια μηχανή. Τεντωθήκαμε στην αγωνία να ξεχωρίσουμε ποιος ήταν.
«Ο Καρχαρίας μάγκα μου!» φώναξε κάποιος ινδιάνος που παρακολουθούσε σκαρφαλωμένος στα κάγκελα της γέφυρας.
Κοίταξα τον Πέτρο με κοίταξε πίσω. Γελάγαμε. Ο Αντουάν καβάλησε τη νησίδα και ήρθε δίπλα μας.
«Ανεβείτε και φευγάτε μαλλιοκούβαροι», ψέλλισε τσιτωμένος ακόμα. Μετά ξεκίνησε –αέρας.
Κουτουλήσαμε ανάμεσα στους μπερδεμένους θεατές, κάναμε ότι μας είχε πει. Κατά Γλυφάδα μεριά χώθηκε πίσω από ένα παραλιακό μπουρδελοξενοδοχείο, πέσαμε δίπλα του, σβήσαμε τα φώτα.
«Τι έγινε ρε;»
«Δεν τον είχα τον πούστη, δεν τον είχα …» έλεγε συνέχεια σαν αυτιστικός.
«Και;»
«Τον στρίμωξα στις μπάρες, τι να ΄κανα; Αφού δεν τον είχα!»
«Τι έκανες ρε γαμημένε;»
«Τον έκλεισα όσο προλάβαινα –τσακίστηκε …»
Κοιταχτήκαμε με τον Πέτρο. Παγώσαμε.
«Και δεν κατέβηκες να δεις τι έπαθε;»
«Σιγά τ’ αυγά! Να λένε καλά που δεν τους ζήτησα και τα φράγκα από το στοίχημα».

Ο Αντώνης, ή Αντουάν ο Καρχαρίας μπέρδεψε τα μπούτια του μετά από λίγα χρόνια, τον τσίμπησαν σε κάτι φασαρίες κατά Στουρνάρη μεριά –δεν είχε προλάβει να την κοπανήσει γιατί τον βάραιναν οι οθόνες που είχε σηκώσει από μια σπασμένη βιτρίνα. Έκανε τρεις μήνες Τίρυνθα, βγήκε ήρωας στην πλατεία επειδή οι οθόνες ξεχάστηκαν, η «αντίσταση κατά της αρχής» έμεινε -δανεικό παράσημο από τον χώρο. Καλό παιδί, απ΄αυτά που σε μαχαιρώνανε πισώπλατα κι έπειτα σου ζητάγανε τα ρέστα επειδή δεν είχες μαντήλι να σκουπιστούν. Τον αποφεύγαμε τότε –όχι πάντα με επιτυχία. Τώρα έπρεπε να τον ψάξω εγώ κι αυτός να παίξει το κρυφτούλι. Έξτρα καθυστέρηση να πούμε κι ο χρόνος μου δεν ήταν ατελείωτος. Έπρεπε το λοιπόν να προγραμματιστώ, να κάνω σχέδιο και, το δυσκολότερο, να το τηρήσω. Μεσημέριαζε για τα καλά, ο αέρας είχε κόψει, τα σύννεφα μπαμπάκι πάνω απ΄το κεφάλι μου –ήταν μια χαρά ώρα για εθιμοτυπικές επισκέψεις. Να αγόραζα κι ένα κουτί πάστες; Άστο καλύτερα –βλάφτουν τη χοληστερόλη, ξεκίνησα φουριόζος και ερημικός.

Δεν μου πήρε πάνω από ένα τέταρτο να βρεθώ έξω από το σπίτι τους, πριν φτάσω στο τέρμα του δρόμου έκοψα ψυλλιασμένος. Μου το είχε πει η πιτσιρίκα και είχε δίκιο. Ένα ασφαλίτικο αμάξι ήταν απέναντι από την πόρτα του κήπου τους –φαίνεται πως τα κονέ του πατέρα του Πέτρου κρατάγανε καλά ακόμα. Έκρυψα την Τενερέ μέσα σ΄ένα δεντρωμένο παρκάκι, ευτυχώς υπήρχαν ακόμα τέτοια στις κυριλέ συνοικίες. 500 μέτρα απόσταση, θα τα κάλυπτα με τα πόδια. Έλεγξα τον Άρκους, τράβηξα την ασφάλεια, έβγαλα τη σφαίρα από τη θαλάμη. Μην είχαμε και κανένα ατύχημα! Περπάτησα.

Θυμόμουν το στενό στην πίσω πλευρά του σπιτιού, βρέθηκα εύκολα εκεί –καβάλησα τα κάγκελα, δεν ήμουν ευέλικτος όπως παλιά, όμως γλίτωσα τον κώλο μου. Με παραδέχτηκα. Ο κήπος είχε γεμίσει ζιζάνια και αγριόχορτα, γερασμένος όπως και οι ιδιοκτήτες. Η μπότα μου μπερδεύτηκε σ΄ένα λάστιχο ποτίσματος, στο παραπέντε γλίτωσα τη σαβούρδα. Δεν πτοήθηκα.

Η πόρτα της κουζίνας ήταν τίγκα στο σκουπίδι, ξινισμένο λάχανο, τσόφλια αυγών και ξεκοιλιασμένες κονσέρβες. Δοκίμασα την μπετούγια κρατώντας τη μύτη μου –κλειδωμένα. Είχα δυο επιλογές και η πρώτη ήταν να τραβήξω κάποια ξεγυρισμένη κλωτσιά στην κλειδαριά. Το σκέφτηκα, πήρα φόρα. Επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ ποια ήταν η δεύτερη επιλογή –κατάλαβες; Είχα σηκώσει το πόδι, σημάδευα κιόλας, όταν διέκρινα κίνηση στην κουζίνα. Φρέναρα αμήχανα –στα πράσα! Η Έλλη γέμιζε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση, με είδε έξω από το παράθυρο –κοιταχτήκαμε. Δεν έδειξε να με αναγνωρίζει, μόνο που πήγε και ξεκλείδωσε την πόρτα. Πριν φύγει από την κουζίνα.
Χαμογέλασα. Ζόρικο άτομο η πιτσιρίκα.
Και μετά, άνοιξα προσεκτικά –μπήκα αθόρυβος σαν υπνοβάτης.

Το σπίτι σκοτείνιαζε λίγο, όχι από τη συννεφιά, αλλά απ΄την κλεισούρα. Ήξερα τα κατατόπια, θυμόμουν –περπάτησα το διάδρομο που έβγαζε στο καθιστικό. Ο πατέρας θα πρέπει να διάβαζε εφημερίδα παλεύοντας να χωνέψει, η μάνα κανείς δεν ξέρει. Ακούμπησα την εσωτερική τσέπη του δερμάτινου, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου –άγγιξα τη λαβή του Άρκους, μετάνιωσα αμέσως. Δεν ήθελα να τρομάξουν οι άνθρωποι, να μου πάθουν καμιά συγκοπή πριν προλάβουμε να πούμε δυο κουβέντες. Μετά …

Μπήκα ήρεμα στο καθιστικό, ο πατέρας διάβαζε εφημερίδα, η μάνα έβλεπε τηλεόραση και η Έλλη έβαφε τα νύχια της. Με είδε πρώτη, ήταν προετοιμασμένη –έκανε το κορόιδο μέχρι να με πάρουν χαμπάρι οι υπόλοιποι.
«Καλησπέρα», είπα.
Ο πατέρας πνίγηκε από το μεσημεριανό που σεργιάνιζε ακόμα στο στομάχι του, η μάνα ούρλιαξε.
«Ήρεμα», είπα. «Δεν υπάρχει λόγος για φασαρίες».
«Τι θες εδώ;» κατάφερε να ψελλίσει ο πατέρας.
«Να μιλήσουμε», απάντησα.
«Θα φωνάξω την αστυνομία!» τινάχτηκε η μάνα.
«Κάτσε κάτω μη γίνει της πουτάνας εδώ μέσα», προειδοποίησα. Το εννοούσα. Η Έλλη με χάζευε αμίλητη. Πάλεψα πολύ να μην την κοιτάξω και τα γαμήσω όλα.
«Τι θες;» ξαναρώτησε ο πατέρας.
«Εξηγήσεις», είπα καθώς βούλιαζα στον καναπέ απέναντί του.
«Τολμάς να ζητάς εξηγήσεις; Έμπλεξες τον γιο μας, τον κατέστρεψες! Τολμάς να έρχεσαι σπίτι μας;» τσίριξε η μάνα.
«Δεν ξεκινάμε καλά», διαπίστωσα. «Εγώ ρωτάω, εσείς απαντάτε και όχι το ανάποδο. Έχω ένα πιστόλι στην τσέπη και χίλιους λόγους να σας ανοίξω τα κεφάλια σαν καρπούζια. Βοηθήστε με να βρω έναν, έστω ΕΝΑΝ λόγο να μην το κάνω», χτύπησα και το στήθος μου εκεί που ήταν κρυμμένο το Άρκους –έτσι για φιγούρα.
Είχαν μείνει να με κοιτάνε σα βρικόλακες. Μπορεί και να ήταν κιόλας –δεν φαίνονταν πολύ γερασμένοι από την εποχή που τους θυμόμουν να με βρίζουν, είχαν πιει το αίμα του Πέτρου για να παραμείνουν ζωντανοί, τώρα υποπτευόμουν ότι ετοιμάζονταν να ρουφήξουν τα νιάτα της Έλλης.
«Λοιπόν –πρώτη ερώτηση. Ποιος μας κάρφωσε στους μπάτσους;»
«Άντε στα τσακίδια αλήτη!» βρυχήθηκε ο πατέρας.
Έβγαλα το Άρκους. Το κοίταξα στοργικά. Μετά το βρόντηξα πάνω το πορσελάνινο τραπεζάκι. Η μάνα ούρλιαξε. Άφησα και την καπνοσακούλα μου δίπλα –με αργές κινήσεις.
«Έχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας», τους πληροφόρησα. «Κι αν ξανατσιρίξεις θα σου ρίξω», επεσήμανα στη μάνα.
Κοιταχτήκαμε περιμένοντας. Έστριψα τσιγάρο και ζήτησα τασάκι, ρίχνοντας ένα χαμόγελο Κολγκέιτ. Η μάνα τσακίστηκε να μου φέρει ένα.
«Έχω κάνει μια ερώτηση», υπενθύμισα.
«Δεν πρόκειται να σου πω κουβέντα», μουρμούρισε ο πατέρας.
«Τότε θα πεθάνεις. Κι εσύ και η γυναίκα σου και η πιτσιρίκα», είπα απλά.
Ένα σούρσιμο στην πολυθρόνα της Έλλης –κοίταξα με την άκρη του ματιού –είχε σηκώσει το βερνίκι νυχιών και με σημάδευε, αλλά το μετάνιωσε. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα μου τη χάριζε στο τέλος.
Σήκωσα το όπλο, σημάδεψα έτσι για πλάκα το κεφάλι του πατέρα.
«Πες του!» τσίριξε η μάνα.
«Σκάσε!» φώναξε ο πατέρας. «Ένας κοπρίτης από την παρέα σας, αυτός μίλησε στην αστυνομία. Ούτε και ξέρω το όνομά του … Ένας αλήτης με μηχανή, φυλακόβιος … Θες τίποτα άλλο;»
Το περίμενα. Το είχε πει άλλωστε κι ο Πέτρος.
«Ο Πέτρος ήξερε ποιος ήταν αυτός;»
«Ναι, ναι, του τον πήγαν στην κλινική οι αστυνομικοί για …» άρχισε η μάνα.
«Πάψε σου είπα!» ούρλιαξε ο πατέρας.
«Γιατί;» ρώτησα κατεβάζοντας το Άρκους.
«Γιατί τι;»
«Γιατί τον κλείσατε σε τρελάδικο;»
«Και τι να κάναμε; Θα έμπαινε φυλακή ….» μουρμούρισε η μάνα.
«Ενώ τώρα τον σώσατε, έτσι;» ρώτησα.
Ο πατέρας πετάχτηκε από την καρέκλα, αλλά όχι στην κυριολεξία. Εννοώ ότι τινάχτηκε πάνω σαν ελατήριο ενώ παρέμενε καθιστός –δεν ξέρω πως τα κατάφερε.
«Ο γιος μας ήταν σχιζοφρενής. Σχιζοφρενής –ακούς; Αυτά που έκανε δεν ήταν λογικά πράγματα, δεν ήταν το παιδί μας αυτό! Έπρεπε να τον είχαμε πάει νωρίτερα στους γιατρούς –δε θα φτάνανε μέχρι εκεί τα πράγματα».
Σώπασε. Τον κοίταξα. Μετά είδα την Έλλη να σηκώνεται, αργά, υπολογισμένα. Ήρθε προς το μέρος μου αλλά δεν ήταν αρκετά γρήγορη. Ή αρκετά αποφασιστική –δεν ξέρω … Μάζεψα το Άρκους πριν το αρπάξει και του τινάξει τα μυαλά στον αέρα.
«Δώστο μου!» ούρλιαξε.
«Έλλη!» φώναξε η μάνα.
Τινάχτηκα σαν ξεδοντιασμένο φίδι –βρέθηκα δρασκελίζοντας στην είσοδο του δωματίου με το Άρκους κρατημένο σφιχτά.
«Ο γιος σου ήταν ο πιο ωραίος τύπος που γνώρισα στη ζωή μου. Όλοι τον γούσταραν, ερχόταν ο Πέτρος και ξύπναγε η παρέα. Ουρά κάνανε οι γκόμενες να φιλήσουν τον Πέτρο, καθόμασταν και τον χαζεύαμε. Δεν είχε κάνει κακό σε άνθρωπο, δεν ήξερε να φέρεται σκάρτα. Αλλά, τι σου λέω τώρα; Εσύ τον έβλεπες χαμογελαστό και τον πέρναγες για τρελό –έτσι πήγαινε το πράγμα. Γιατί να χαμογελάει; Γιατί να χαίρεται; Η ζωή είναι σκατά και πρέπει να βογκάμε κάθε μέρα –αυτό ήταν η δικιά σου ζωή. Και ζήλεψες τη ζωή του Πέτρου –τον έθαψες λοιπόν στα άσπρα δωμάτια, να μη σου χαλάει τη μιζέρια. Σωστά;»
Δε μίλησε –δεν περίμενα να πει και τίποτα.
«Κάτι ακόμα. Θα σου πω για εκείνο το απόγευμα –δικαιούσαι να μάθεις για ποιο λόγο σακάτεψες το ίδιο σου το παιδί».
Ακούμπησα στο πλαίσιο της εισόδου, πήρα ανάσα.
«Η ιστορία είχε αρχίσει κοντά ένα μήνα πριν. Οι Ζητάδες ήτανε καινούργια ομάδα –τους είχανε μαζέψει από τη σαβούρα των καφετεριών. Κάθε κομπλεξικός λεχρίτης, κάθε χέστης που έτρεμε να κατέβει στις κόντρες μην του την πέσουν οι μπάτσοι, όλοι οι σάπιοι της εποχής γίνανε Ζητάδες. Αλλά δεν ξέχασαν τα παλιά τους κόμπλεξ. Μας την έπεφταν στο κέντρο και άρπαζαν τα κλειδιά από τις μοτοσυκλέτες εν κινήσει –σκέψου το λίγο! Εκεί που πήγαινες, μπλόκαρε η μηχανή κι έπεφτες –σκέψου το. Κάποιοι αγρίεψαν, δεν ήταν η ξεφτίλα μόνο –ήταν και σπασμένα φανάρια, πλαστικά τσακισμένα, πανάκριβα –αυτό το επιχείρημα είμαι σίγουρος ότι το καταλαβαίνεις –σωστά; Ένας Ζητάς κυνήγησε εκείνο το παιδί στη Συγγρού, το παιδί δεν είχε όρεξη να ξεφτιλιστεί εκείνη τη μέρα, δεν είχε και χαρτιά μαζί του -εξακρίβωση στοιχείων, μαλακίες. Δεν σταμάτησε. Ο Ζητάς τσακίστηκε στη διαχωριστική νησίδα όσο έτρεχε να πιάσει το παιδί –ο Ζητάς πέθανε. Οι υπόλοιποι σκύλιασαν. Μας έσπασαν τ΄αρχίδια, συνέχεια εξακριβώσεις, ξύλο … Εκείνο το απόγευμα έφταιγα εγώ. Γινόταν διαδήλωση παρακάτω, είχαμε περάσει να κόψουμε κίνηση, ο Ζητάς ήταν ήδη αλαφιασμένος. Μας έκανε νόημα στην Ακαδημίας –σταματήσαμε. Ο Πέτρος κουβάλαγε μια τσάντα με μολότωφ, χάρη έκανε σε κάποιο φιλαράκο από την πλατεία –δεν ήταν δική του δουλειά. Έπρεπε να πάρω τον Ζητά πάνω μου, να γλιτώσει ο Πέτρος. Έτσι τον έβρισα και δεν κατέβηκα από τη μοτοσυκλέτα. Ο Ζητάς πλησίασε, μπήκε ανάμεσά μας. Περίμενα τον Πέτρο να την κοπανήσει –για να το γυρίσω σε τσάμικο, ‘συγνώμη δεν σας κατάλαβα κύριε αρχιφύλαξ’ –τέτοια. Ο Πέτρος δεν έφευγε. Ο Ζητάς μου ξαναζήτησε να κατέβω. Δεν κατέβηκα από τη μοτοσυκλέτα. Ο Πέτρος δεν είχε φύγει ακόμα. Ο Ζητάς έβγαλε το περίστροφο, με σημάδεψε. Κοίταζα τον Πέτρο, χέστηκα για το όπλο –ήξερα ότι δεν θα ρίξει. Πίστευα ότι δεν θα ρίξει. Κι ο Πέτρος δεν έφευγε. Ο Ζητάς στάθηκε απέναντί μου με τα πόδια ανοιχτά –όπλισε ο καργιόλης, το κλικ ακούστηκε μέχρι τα Χαυτεία νομίζω. Νομίζω! Ο Πέτρος άναψε τη μολότωφ και του την πέταξε στην πλάτη –ο Ζητάς χέστηκε από το φόβο. Έκανε πίσω, έπεσε πάνω στη μοτοσυκλέτα του, κυλίστηκαν στην άσφαλτο. Από την κάτω πλευρά της Ακαδημίας πλησίαζε η διαδήλωση ζωσμένη στα ΜΑΤ, ο Ζητάς στην άσφαλτο, μπλεγμένος στη δικιά του μοτοσυκλέτα, δίπλα του χυμένη βενζίνη, ο Ζητάς πήρε να φουντώνει. Η διαδήλωση ερχόταν, μαζί με τα ΜΑΤ, τον αφήσαμε εκεί και φύγαμε πανικόβλητοι –κάποια έκρηξη ίσως, ο Ζητάς πέθανε στο νοσοκομείο από πολλαπλά εγκαύματα. Αυτή είναι η ιστορία. Κατάλαβες τώρα γιατί σμπαράλιασες το μυαλό του γιου σου;»
Σταμάτησα λαχανιασμένος. Ήθελα να κλάψω, ήθελα να σκοτώσω. Σήκωσα το Άρκους. Τον σημάδεψα χαμηλά, στο ηλιακό πλέγμα. Μια σφαίρα. Θα ήταν αρκετή. Είδα το σκυμμένο του κεφάλι, είδα τα μάτια της γυναίκας του. Να τον καρφώνουν, μάτια σαν κοφτερά νύχια εξασκημένα τις ατέλειωτες νύχτες –όταν μ΄αυτά ξέσκιζε το στήθος της, θρηνώντας για τον Πέτρο. Μάτια γυάλινα, κοφτερά. Ο πατέρας το ένιωσε, ανατρίχιασε μια στιγμή, έριξε το λαιμό προς τα κάτω –περίμενε.
Έβαλα το Άρκους στην θέση του, δεν μπορούσα να του δώσω θάνατο χειρότερο απ΄αυτόν που τον περίμενε ήδη. Τον άφησα λοιπόν να ζήσει, για να τον εκδικηθώ. Πισωπάτησα.
«Η κοπέλα θα έρθει μαζί μου γιατί δεν σας εμπιστεύομαι με τους μπάτσους απέξω», είπα.
Η μάνα έσπασε.
«Όχι το άλλο μου παιδί», παρακάλεσε.
«Ένα φίλο μου πήρατε, ένα παιδί σας παίρνω», απείλησα.

Μετά έπιασα το μπράτσο της Έλλης, έτσι για εφέ, αλλά δεν χρειαζόταν, η πιτσιρίκα ερχόταν μαζί μου ήδη. Ανοίξαμε την πόρτα αγκαζέ, ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής, τέτοια γελοιότητα.
«Έλλη!» ούρλιαξε η μάνα.
Η πιτσιρίκα δεν γύρισε καν να την κοιτάξει, κράτησα με το ζόρι ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας. Είχε άντερα η πιτσιρίκα. Διασχίσαμε τον κήπο, όταν ανοίγαμε την αυλόπορτα ένα χέρι έκλεινε την πόρτα του σπιτιού. Το άκουσα, δεν το είδα.
Οι ασφαλίτες πετάχτηκαν για μια στιγμή, η Έλλη τους έγνεψε καθησυχαστικά –ξανάπεσαν σε νιρβάνα. Όλα πρίμα.
«Που πάμε πιστολά;» μου έσκασε ένα χαμόγελο.
«Να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας», είπα.
«Τους δικούς μας ή τους δικούς σου;» ρώτησε.
«Σ΄ αυτή την παλιοκοινωνία δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου», έριξα το αρχαίο τσιτάτο.
«Και πόσοι θα πεθάνουν όσο θα κλείνουμε λογαριασμούς;»
«Όσοι πρέπει. Ούτε ένας παραπάνω –ούτε ένας λιγότερος. Τρέχα τώρα γιατί οι ασφαλίτες θα με θυμηθούν όπου νάναι και τότε τη βάψαμε», μουρμούρισα.
Τρέξαμε πιασμένοι ακόμα χέρι –χέρι. Ήταν άβολο, όμως δεν είχαμε καμιά διάθεση να το αλλάξουμε. Τρέξαμε να βρούμε που τελειώνουν οι ζωές μας, μήπως κι αρχίζαμε να ζούμε επιτέλους.

(και θα συνεχιστεί)

Πέμπτη, Μαΐου 22, 2008

8. Κάποιες φιλικές κουβέντες

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.

Μου την έπεσαν ξαφνικά –όλη η κόλαση ξεβράστηκε σε ένα ανήλιαγο στενό –αλλά δεν μ’ έπιασαν με τα βρακιά κατεβασμένα. Τους περίμενα τους κερατάδες. Κοίτα πως έγιναν τα πράγματα –θα τα πάρω με τη σειρά.

Έφυγα από το τρελάδικο αφηνιασμένος με το Σμαρτ στον κώλο. Δεν ήξερα τι να κάνω, δεν είχα που να πάω –καταλαβαίνεις; Ο Πέτρος έδειχνε χειρότερα κι από τότε που με επισκεπτόταν καθημερινά στους εφιάλτες μου. Δεν μπορούσα να το δεχτώ –τόσα χρόνια εκεί έξω, έκανα το μαλάκα με περιορισμένη επιτυχία. Πάει να πει, έβρισκα δικαιολογίες –δεν γινόταν να μπω στη χώρα, θα με τσίμπαγαν αμέσως με το που θα κατέβαινα από το αεροπλάνο, στρατολογία, μπάτσοι, ο φάκελός μου ανοιχτός … Δικαιολογίες, αλλά πιάνανε. Έτσι ξοδεύτηκα μακριά του, τίποτα δεν έκανα, απλά έσπρωχνα τις μέρες –τη μια πίσω από την άλλη –ζούσα, ας πούμε. Μπλέχτηκα με κάτι πρεζέμπορους στο Άμστερνταμ, τους πούλησα μπας και με ξεπαστρέψουν σε κανένα μαύρο υπόγειο –πού τέτοια τύχη; Πήγα στη Γερμανία, ανακατεύτηκα με τις φράξιες, μας κυνήγησαν ασφαλίτες και παρακρατικοί –χαμένος ο κόπος τους. Πέρναγα ξυστά στο θάνατο κι αυτός ούτε να με χέσει.

Τώρα περίμενα τα ντόπια γουρούνια, οδηγώντας την Τενερέ δίπλα στα ρείθρα του πεζοδρομίου, ένα τετράγωνο πιο πίσω είχα σφηνώσει το Άρκoυς σε κάποιο μισοκαμένο κουτί του ΟΤΕ, να μην το βρουν επάνω μου –να το ξαναβρώ όταν με αφήσουν. Από μπροστά ένα περιπολικό μου φράκαρε το δρόμο, πίσω ερχόταν άλλο ένα και δίπλα το Σμαρτ ψωλαρμένιζε. Φρέναρα μαλακά, πρόβαρα ξαφνιασμένη φάτσα. Από το περιπολικό σκάσανε δυο μπάτσοι δείχνοντάς μου τα πιστόλια τους. Τσούλησα την Τενερέ στο πεζοδρόμιο και σήκωσα ψηλά τα χέρια.
«Κατέβα ρε αλήτη!»
Αυτός που φώναξε ερχόταν από πίσω. Κατέβηκα αργά. Έβγαλα το κράνος –με ζώσανε από παντού. Ευτυχώς δεν είχαν έρθει Ζητάδες, τους θυμόμουν από παλιά, δεν σκιζόμουν να τους ξανασυναντήσω. Γιατί ήτανε γομάρια σκέτα, υπήρχε κι εκείνη η παλιά ιστορία …
Ο μπάτσος που είχε φωνάξει φόραγε πολιτικά σε στυλ Μαϊάμι Βάις. Ήρθε μπροστά μου, κοιταχτήκαμε –σκέτο μοντελάκι θα ήταν ο λεχρίτης! Αν δεν είχαν περάσει 20 χρόνια από την εποχή του Μαϊάμιμ κατά τη διάρκεια των οποίων, είχε χτίσει κάποια ξεγυρισμένη μπάκα κάτω από το λαχουρένιο πουκάμισο.
«Καλώς το πουλάκι μου!» γέλασε.
«Καλώς σας βρήκα. Με πεθυμήσατε;» ρώτησα.
«Σκάσε ρε πούστη!» νευρίασε στο ξεκάρφωτο.
Τι γινόταν; Κάνανε μειώσεις προσωπικού στο Σώμα; Πλασάρανε πλέον καλό και κακό μπάτσο στη συσκευασία του ενός;
«Δώσμου τα χαρτιά σου», ούρλιαξε ο καπελάκιας από δεξιά.
Ψάχτηκα. Ένα γαμήδι διαβατήριο είχα κι ένα δίπλωμα οδήγησης Βέλγικο.
«Τι ‘ναι αυτά ρε; Ξένος είσαι; Τουρίστας;»
«Έζησα χρόνια έξω –υπάρχει πρόβλημα;» πήρα να μανουριάζω γιατί παραχόντραινε το αστείο.
Ο καπελάκιας κοίταξε τον λαχουρένιο. Ξύστηκαν ταυτόχρονα.
«Ρωτάει αν υπάρχει πρόβλημα!» αναφώνησε ο καπελάκιας.
«Κανένα πρόβλημα. Μέχρι να του σκίσουμε τα βάρδουλα, τι πρόβλημα να υπάρχει; Μετά θα δυσκολέψει η κατάσταση -όταν θα κατουράει καθιστός», είπε ο λαχουρένιος.
Χαμογέλασα. Τα αστεία των μπάτσων παρέμεναν βλακώδη και αρκουδιάρικα –όσα χρόνια κι αν περνούσαν.
«Δεν καταλαβαίνω τι ζητάς», είπα στον λαχουρένιο που έμοιαζε για αρχηγός του τσίρκου.
Με κοίταξε με χαμόγελο -στυλ «σ’ έχω στο χέρι και την πούτσισες». Μετά κοίταξε τους άλλους τριγύρω, για να πάρει θάρρος.
«Αφήστε μας μόνους», διέταξε.
Οι υπόλοιποι τσακίστηκαν ν’ απομακρυνθούν, πήγαν προς τα αυτοκίνητα πισωπατώντας, μην τύχει και του δαγκώσω τη μύτη του λαχούρη.
«Είπα να κάνουμε μια φιλική κουβέντα», με πληροφόρησε.
«Θα κεράσεις και φοντανάκι στο τέλος;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Άσε μωρέ τις σάχλες», δυσανασχέτησε.
Τις άφησα. Δίκιο είχε –τα αστεία μου περνούσαν κρίση από τότε που ξαναπάτησα στα πάτρια εδάφη.
«Σ΄ακούω», είπα.
«Δεν έκανες καλά που γύρισες …», μουρμούρισε.
«Καλά, άσχημα … τώρα έγινε. Παρακάτω».
«Αν μάθουν οι Ζητάδες ότι είσαι εδώ –θα σε κλάψουν οι ρέγκες. Νύχτα θα σε φάνε, χωρίς να πάρει κανένας χαμπάρι».
«Ωραίο ακούγεται. Γιατί δεν τους το λέτε ότι είμαι εδώ να ξεμπερδεύουμε;»
«Για να σε προστατεύσουμε μαλάκα. Δεν έχουμε όρεξη να γίνονται φονικά –πολλή χαρτούρα, ανακρίσεις … καταλαβαίνεις».
«Καταλαβαίνω. Δε μου λες τώρα και τι ζητάς από μένα; Γιατί με παραμύθια περί εννόμου τάξεως δεν ψήνομαι».
Γέλασε. Έβγαλε μια καραμέλα και πήρε να την πιπιλάει μανιασμένα. Τον παρακολούθησα περιμένοντας.
«Έχω κόψει το τσιγάρο –έπαθα έμφραγμα …» με πληροφόρησε.
«Γερνάμε και χαλάμε», είπα όλο κατανόηση. «Αλλά θα πρέπει να χάσεις και κιλά –δε φτάνει μόνο η ατσιγαρία».
Κούνησε το κεφάλι του θλιμμένα.
«Το ξέρω, δεν το ξέρω νομίζεις; Δέκα κιλά έβαλα από τότε που το ΄κοψα. Γαμήθηκε ο μεταβολισμός μου».
Ένευσα με το σαγόνι, τίγκα στη συμπαράσταση.
«Τέλος πάντων, αλλού ήταν το θέμα μας», συνήλθε στρώνοντας τις ζάρες στα πέτα του. «Βάλαμε τους δικούς μας να σε παρακολουθούν για δική σου προστασία. Τους πήρες χαμπάρι –έτσι; Ναι; Εντάξει. Αλλά δεν θα μπορούμε να σε προσέχουμε για πάντα. Πρέπει κι εσύ να κάνεις κάτι –να κρυφτείς, να εξαφανιστείς, ακόμα καλύτερα. Πήγαινε σε κανένα χωριό ρε παιδί μου –συγγενείς δεν έχεις;»
«Μπα –είμαι ορφανό στους πέντε δρόμους».
Ψευτογέλασε.
«Τότε … τι να σου πω κι εγώ; Πρόσεχε. Εμείς ότι περνούσε από το χέρι μας το κάναμε. Αλλά οι φήμες κυκλοφορούν –όλο και κάποιος θα σε θυμηθεί, όλο και κάτι θα ακουστεί …»
«Κι εγώ τι να κάνω; Να ανοίξω ένα λάκκο και να μπω μέσα από μόνος μου δηλαδή; Ή να πηδήξω από κανένα μπαλκόνι;» αναρωτήθηκα νευριασμένος.
Με κοίταξε σκεπτικός.
«Αυτό το τελευταίο δεν θα ήταν κακή ιδέα», είπε.
Γέλασα κι εγώ με τη σειρά μου.
«Δε θα με ξεφορτωθείτε τόσο εύκολα», προειδοποίησα.
«Εύκολα ή δύσκολα …» μουρμούρισε.
«Τέλος πάντων, χάρηκα για τη γνωριμία, ευχαριστώ για τις πατρικές συμβουλές, μπορώ να πηγαίνω τώρα;» ρώτησα.
«Ναι, φύγε. Και μην κάνεις βλακείες –εντάξει;»
«Εντάξει μπαμπά», μουρμούρισα φορώντας το κράνος μου.
Ο τύπος απομακρύνθηκε, οι μπάτσοι πήραν γραμμή και το γύρισαν σε χτυπητή αδιαφορία. Τους χάζευα όσο χοροπήδαγα πάνω στη μανιβέλα –τι σήμαιναν όλα αυτά; Δεν το πίστευα ότι ήθελαν να με προστατεύσουν, ούτε μπορούσα να χάψω τις ανησυχίες τους για τυχόν ξεκαθάρισμα λογαριασμών από τους Ζητάδες. Ένα κάρο παιδιά είχαν φάει χώμα χωρίς να το μάθει ούτε η μάνα τους, μ΄εμένα τους έπιασε η ευαισθησία; Κάτι άλλο παιζόταν εδώ –θα έβγαινε στον αφρό, όλα βγαίνουν στον αφρό γιατί αυτή η χώρα είναι βάλτος κι εμείς ψάρια που καταπίνουμε αβέρτα βοθρολύματα.
Για την ώρα έπρεπε να βρω ένα σπίτι ήσυχο και διακριτικό, με βαριές κουρτίνες να κρατάνε έξω το φως και κάποιο μουγκό ιδιοκτήτη να με φιλοξενήσει. Ξεφύλλισα σκεπτικός την ατζέντα μου, πάει να πει οδηγούσα χαζεύοντας τις πινακίδες των αυτοκινήτων –στα δυο χιλιόμετρα θυμήθηκα ότι είχα ξεχάσει να μαζέψω το Άρκους –γύρισα πάλι πίσω βρίζοντας.

Μαζεύοντας το πιστόλι έφαγα φλας -και το όνομα αυτού Αποστόλης «το Χέλι». Είχε τρομερή ντρίπλα στο μπάσκετ, τότε που πηγαίναμε στα γήπεδα της ΛΑΝΣ, στεκόταν μπροστά σου, τρεμούλιαζε τα γόνατα, κόλλαγε μετά τη μπάλα, έσπαγε τη μέση, πριν το καταλάβεις έβλεπες την πλάτη του –συνήθως σούταρε όσο ακόμα μάσαγες την προσποίηση, δεν προλάβαινες να τον ξανακλείσεις. «Σα χέλι τον άδειασα τον πούστη», έλεγε μετά –του έμεινε λοιπόν «το Χέλι». Κάποιοι αγρίευαν και τον γκρέμιζαν με φάουλ –αλλά δεν καταλάβαινε ο δικός σου. «Χτύπησες Αποστόλη;» «Χτυπάνε ρε τα Χέλια; Αφού είμαι ασπόνδυλος!» Μέχρι που έκοψε χιαστό και το γύρισε σε μπασίστας πανκ συγκροτημάτων –ασπόνδυλος αλλά όχι και άνευ συνδέσμων, κατάλαβες; Είχε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων ο πατέρας του Αποστόλη –πήγαινα στοίχημα ότι εκεί θα τον έβρισκα. Αμφιθέας.

Τα σύννεφα βάραιναν πάνω από το κεφάλι μου, όμως είχε σηκωθεί εκείνος ο κωλοαέρας και τ’ ανακάτευε. Ερχόταν βροχή –αλλά όχι σύντομα. Το Σμαρτ αγκομαχούσε να ξεκολλήσει από το μποτιλιάρισμα της Λεωφόρου Συγγρού, χέσε τους μαλάκες, αποφάσισα και άρχισα τα σλάλομ ανάμεσα στους σταματημένους. Άκουσα ένα παρατεταμένο κορνάρισμα –δεν το πίστευα ρε πούστη μου! Τι ήθελαν δηλαδή –να τους περιμένω; Μπήκα στην Αμφιθέας σβουριχτός σα μεθυσμένο κουνούπι, στον πρώτο παράδρομο χώθηκα για να δω μήπως με ακολουθούσαν. Περίμενα. Ησυχία και τίποτα. Κωλοβάρεσα λίγο στους παράλληλους πριν ξαναβγώ –ήμουν σίγουρα καθαρός, δεν ήθελα να μπλέξω τον Αποστόλη.

Άφησα την Τενερέ να σαχλαμαρίσει δίπλα σε ένα χαμηλοκώλικο σπορ Άουντι και άνοιξα την πλεξιγκλάς πόρτα. Τι σκατά τους πιάνει και βάζουν διαφανές πλεξιγκλάς στα μαγαζιά τους; Σαν οχιές σε κλουβί φαίνονται απέξω –τέλος πάντων. Ένας κουστουμάτος πιτσιρικάς με πλεύρισε στα δυο βήματα.
«Πως μπορώ να σας εξυπηρετήσω;»
Τον εξέτασα από πάνω μέχρι κάτω -«επισταμένως», που λένε και οι ιατροδικαστές.
«Είναι εδώ ο κύριος Απόστολος;» ρώτησα.
«Έχετε ραντεβού;» ρώτησε με τη σειρά του.
«Θα έπρεπε να έχω;» συνέχισα το κορδόνι.
«Πως αλλιώς θα τον δείτε;» τράβηξε ακόμα μια καραμπόλα.
«Με τα μάτια ίσως;» χτύπησα άτσαλα, με κίνδυνο να σκίσω την τσόχα.
Κοιταχτήκαμε. Θα το πηγαίναμε πάλι από την αρχή, είμαι σίγουρος, αλλά εκείνη τη στιγμή έφαγα μια στην πλάτη και ξεράθηκα.
«Ρε μπάσταρδε! Εσύ είσαι;»
Γύρισα. Ένας φαλάκρας με κοντομάνικο πουκάμισο και πράσινη γραβάτα με κοίταζε χαμογελώντας.
«Για να μη σε έχω πλακώσει ακόμα στα χαστούκια εγώ θα είμαι. Με τσάκισες ρε πούστη!» δυσανασχέτησα.
«Γύρισες λοιπόν;» αναφώνησε ο φαλάκρας.
«Γύρισα και μην το ξαναρχίσουμε αυτό με τις ερωτήσεις. Το έπαιξα ήδη με το υπάλληλο –τι διάολο κάνετε εδώ; Αυτοκίνητα πουλάτε ή παίζετε τρίβιαλ να πούμε;»
Ξεκαρδίστηκε.
«Έλα μαζί μου –πάμε πάνω στο γραφείο, να θυμηθούμε τα παλιά γαμώτο!» μουρμούρισε όλος νοσταλγία.
Ξενέρωσα κάπως, αλλά φρόντισα να μη φανεί. Τον ακολούθησα. Είχε ένα γραφείο βαρύγδουπο σαν προεκλογική αφίσα –κάδρα με μουτζουρωμένα αμάξια στους τοίχους να δείχνουν και καλά ταχύτητα, τραπέζι συσκέψεων ασορτί με το γραφείο, πολυθρόνα «βουλιάζω να τον ψιλοπάρω», κομπιούτερ για τρισδιάστατες πασιέντζες …
«Μέσα στη χλίδα είσαστε! Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας κι έτσι …» σχολίασα.
«Εντάξει, δεν είναι τίποτα φοβερό», παραδέχτηκε ταπεινά. «Πρέπει να πουλάς μούρη για να αγοράσει ο άλλος το αμάξι του …»
«Κι εγώ που νόμιζα ότι πρέπει να πουλάς αμάξια!» απόρησα.
«Τρίχες κατσαρές! Τι να τα κάνουν τα αμάξια; Αφού τα στουκάρουν στην πρώτη κολώνα ή τα καίνε στα μποτιλιαρίσματα, σταμάτα-ξεκίνα συνεχώς».
Δεν είχα τίποτα να απαντήσω στην ατράνταχτη επιχειρηματολογία του γι΄αυτό πήρα ένα μολύβι και το στριφογύρισα περισπούδαστα. Τα κάνω κάτι τέτοια όταν δεν θέλω να φανώ αμήχανα μαλάκας.
«Κι εσύ; Τι έγινες όλα αυτά τα χρόνια;» ρώτησε ο Αποστόλης.
«Έλειπα. Γενικώς».
«Κι από δουλειές;»
«Έκανα διάφορες, ότι φανταστείς –έσπρωχνα τους όρθιους στις ουρές των λεωφορείων, τράβαγα μαλακία στους κουλούς … το μεροκάματο να βγαίνει δεν έχω παράπονο».
Έκανε τότε ένα τσαφ απότομο, λες και θα πέταγε την κάμα στον αέρα, να με χαρακώσει –μόνο που, αντί για στιλέτο, έβγαλε ένα φιαλίδιο πράσινο μουχλί -από μέσα τινάχτηκε ένα κουμπί μεγάλο σαν καπάκι υπονόμου. Ψάρωσα.
«Τι είναι αυτό ρε συ;»
«Σπιρουλίνα», απάντησε ο Αποστόλης ατάραχος. Μετά έχωσε το κουμπί στο στόμα και το κατάπιε σπρώχνοντάς το με έναν κουβά νερό.
Ανησύχησα.
«Είσαι καλά ρε μαλάκα; Γιατί μπουκώθηκες το κουμπί;»
Γέλασε καθησυχαστικά –εγκάρδια ίσως.
«Ναι μωρέ –μια χαρά. Πάνω από 100 θρεπτικές ουσίες έχει το χαπάκι που είδες. Σκέτο ελιξίριο! Στην ηλικία μας πρέπει να προσέχουμε –δε νομίζεις;»
Έξυσα το κεφάλι με την καπνοσακούλα, σαστισμένος.
«Δηλαδή παίρνεις βιταμίνες να πούμε;»
«Κάπως έτσι», παραδέχτηκε ο Αποστόλης.
«Με θρεπτικά στοιχεία;»
«Πάνω από 100!»
«Τι να θρέψεις ρε σάβανο; Ξύγκι για τα σκουλήκια;»
Χτυπήθηκε στο γραφείο από τα γέλια, εξακολουθούσα να μην βλέπω το αστείο.
«Καλά, σε γυάλα ήσουν κλεισμένος τόσα χρόνια;» αναρωτήθηκε.
«Πες το κι έτσι», μουρμούρισα συννεφιασμένος. Έτοιμος ήμουν να του σπάσω τα δόντια, αλλά κρατήθηκα από το παρελθόν μας.
Μετά τον έπιασε μια λογοδιάρροια –από τη σπιρουλίνα μάλλον –και μου γάνωσε τ΄αυτιά για δουλειές, κέρδη, γάμο, παιδιά, γκομενάκια της παραλιακής και γαμηστρώνες κατά Βουλιαγμένη μεριά. Άναψα τσιγάρο, εκείνος δεν κάπνιζε αλλά στ΄αρχίδια μου.
«Μεσημέριασε ρε παίχτη –να τσιμπάγαμε τίποτα;» ρώτησε στα ξαφνικά.
Πετάχτηκα, μάλλον είχα γλαρώσει.
«Ναι, ότι γουστάρεις», είπα.
«Κάτσε να παραγγείλω …» έπιασε ένα κρεμ εμετί τηλέφωνο, χτύπησε δυο πλήκτρα, στο τρίτο σταμάτησε.
«Νηστεύεις έτσι;» ρώτησε αδιάφορα.
«Τι;»
«Νηστεύεις –δε νηστεύεις; Να παραγγείλω θαλασσινά –όχι κρέατα και τέτοια …»
Κούμπωσα.
«Για μισό λεπτό ρε Χέλι γιατί κάποιος κάνει πλάκα εδώ μέσα και δεν το έχουμε πάρει είδηση ακόμα. Δηλαδή, θες να μου πεις, ότι εκτός από τη σπιρουλίνα το έχεις ρίξει και στις νηστείες;»
«Αποτοξίνωση ρε φίλε. Καλό κάνει!»
«Πας και στον Αη Φανούρη για γονυκλισίες δηλαδή; Γιατί κι αυτό καλό είναι –τρίβονται τα άλατα, σωστά;»
«Έλα ρε τύπε, μη γίνεσαι ανάποδος! Στην ηλικία που είμαστε …»
Πετάχτηκα -δεν θα τις γλίτωνε τις φάπες τελικά.
«Να σου πω ρε Αποστόλη … Πότε κοιτάχτηκες τελευταία φορά στον καθρέφτη;»
Μαζεύτηκε σε στυλ παράξενο.
«Τι εννοείς;»
«Λέω –κοιτάζεσαι στον καθρέφτη; Απάντα μου, απλή είναι η ερώτηση».
«Κοιτάζομαι ρε φίλε –που το πας;»
«Όταν ξυρίζεσαι, κοιτάζεσαι δηλαδή;»
Πήρε να φουσκώνει σα γαλοπούλα.
«Κοιτάζομαι κι όταν ξυρίζομαι κι όταν πλένω τα δόντια μου».
«Όχι, για όταν ξυρίζεσαι λέω …»
«Τι λες δηλαδή;»
«Δεν σου έχει έρθει ποτέ η ευαισθησία να κόψεις το λαιμό σου ρε Αποστόλη;»
Το σκέφτηκε, το επεξεργάστηκε κιόλας.
«Άντε γαμήσου ρε από΄δω μέσα! Ήρθες να μας το παίξεις καμπόσος;»
«Αυτό να μου πεις. Τι μαλάκας ήμουνα που ήρθα!» συμφώνησα κι εγώ.
Δρασκέλισα την πόρτα υπολογίζοντας να την βροντήξω ανελέητα. Σταμάτησα όμως.
«Ρε Αποστόλη να σε ρωτήσω κάτι ακόμα;»
Σφίχτηκε σε άμυνα.
«Τι θες;»
«Ποιον λέγανε Καρχαρία παλιά; Θυμάσαι;»
Χαλάρωσε –την είδε πάλι συγκρατημένα φιλικά.
«Εσύ δε θυμάσαι ρε κάζο;»
«Για να σε ρωτάω …»
«Τον Αντώνη λέγανε Καρχαρία –λόγω εκείνου του χάρου που καβάλαγε του Τζι Πι Ζετ. Τι έγινε; Προβλήματα μνήμης;»
Γέλασα βεβιασμένα.
«Άστο ξέρω –θα πλακωθώ στις σπιρουλίνες να ισιώσω».

Καβάλησα πάλι την Τενερέ –είχε δίκιο ο μαλάκας, σπουδαίο πράγμα η σπιρουλίνα! Πως το είχα ξεχάσει; Ο Αντουάν ο Καρχαρίας! Γιατί τον είχε άχτι ο Πέτρος; Γιατί ήθελε να τον σκοτώσει; Έπρεπε να το ψάξω αυτό –επειδή ο Πέτρος δεν ήταν σε θέση να σκοτώσει ούτε μαμούνι πλέον. Αλλά κάτι μου έλεγε ότι στο τέλος ο Καρχαρίας θα έβγαινε χρεωμένος σε μένα. Κι αυτός.

(συνεχίζεται δηλαδή)

Υ.Γ.: Αυτό το κομμάτι της ιστορίας γράφτηκε πριν την περιπέτεια του Άσωτου Υιού. Τελικά, για μια ακόμα φορά, η πραγματικότητα ήταν πιο εξωφρενική από τη φαντασία.

Τρίτη, Μαΐου 20, 2008

Το Μάη ανθίζουν οι μολόχες

Γουστάρω υποκρισία. Δημοσιογραφάκια να σκίζουν τις γραβάτες τους τσιρίζοντας για τραμπουκικές φοιτητικές μειοψηφίες που εμποδίζουν τις εκλογές ανάδειξης πρυτάνεων στα πανεπιστήμια! Κομματικούς που κουνάνε τα σκοροφαγωμένα κεφάλια τους υπενθυμίζοντας ότι η ανάδειξη των πρυτάνεων μέσα από καθολική ψηφοφορία ήταν πάγιο φοιτητικό αίτημα! Και απέναντί τους, οι αλήτες που δεν αφήνουν τη δημοκρατία να ανθήσει στα πανεπιστήμια –τι λες ρε παιδί μου!

Είναι και Μάης του 2008, έχουν περάσει 40 χρόνια από τον άλλο Μάη –όλοι εκείνοι που τότε άκουγαν Ελένη Βλάχου στο ραδιόφωνο και έκαιγαν τη Σορβόννη στη φαντασία τους, ήρθαν τώρα να τσακίσουν τα παιδιά, στο όνομα ενός Μάη που δεν έζησαν αλλά καπηλεύτηκαν πλήρως.

Τι παίζει;

Πέρσι οι φοιτητές ήταν στους δρόμους προσπαθώντας να καταργήσουν τον νόμο-πλαίσιο της Δεξιάς, οι Σύριζες του Αλαβάνου ήταν δίπλα τους, όλοι οι προοδευτικοί κανάγιες το είχαν ρίξει στην αντίσταση κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων. «Ο νόμος πλαίσιο θα ακυρωθεί στην πράξη», έτσι δεν έλεγαν; Να αντιγράψω εδώ δηλώσεις Πασόκων και κοινοβουλευτικών Αριστερών; Να θυμίσω τις δηλώσεις του μπούλη του Γεωργιάδη (όχι του Άδωνι χρυσέ μου, του άλλου) που κατηγορούσε την αντιπολίτευση για προτροπή των φοιτητών σε έκνομες ενέργειες;

Φέτος λοιπόν, «ένα χρόνο μετά» που λένε και οι ρομαντικές κομεντί, οι ίδιοι αυτοί κύριοι το γύρισαν στο φοξ τροτ. «Εντάξει, να μην εφαρμοστεί ο νόμος –πλαίσιο στο σύνολό του, αλλά αυτή η διαταξούλα για καθολική ψηφοφορία, γιατί δηλαδή; Τι κακό έχει; Δημοκρατική είναι –φάτε την αμάσητη ρε φοιτητάκια!»

Στο μεταξύ, ο μπουχέσας Υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι τα πανεπιστήμια χρειάζονται θεραπεία –σοκ για να συνέλθουν. Αυτό τώρα, μου θυμίζει την απάντηση του Παπαδόπουλου σε σχετική ερώτηση φοιτητή: «λοιπόν σας απαντώ οτι δεν μπορώ να τετραγωνίσω τον κύκλο, αλλά μπορώ κάλλιστα να κυκλώσω το τετράγωνο»! Παράλληλα ο Υπουργός κάνει πονηρά ματάκια στον Πρωθυπουργό δηλώνοντας ότι υπάρχει παραθυράκι στον νόμο 16, από το οποίο μπορεί να χωρέσει η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων! Έχεις να πεις κάτι για την εφαρμογή (ή μη) του νόμου –πλαισίου;

Γιατί όμως αυτοί οι αλητήριοι αριστεριστές θέλουν να εμποδίσουν τις εκλογές για ανάδειξη πρυτάνεων; Γιατί δεν θέλουν να αφήσουν τους φοιτητές να αποφασίζουν; Έχεις διαβάσει πουθενά τις απόψεις τους; Σιγά τώρα –με τις απόψεις τους θα ασχολούμαστε! Αντιγράφω από την ανακοίνωση του Πολυτεχνείου Κρήτης:
«Η νέα ρύθμιση έρχεται να ‘εκδημοκρατίσει’ τις πρυτανικές εκλογές, καθώς με το νέο νόμο συμμετέχουν όλοι οι φοιτητές και όχι εκλέκτορες που ορίζονται από τις παρατάξεις (ανάλογα με τα αποτελέσματα των εκλογών), όπως γινόταν μέχρι τώρα. Αυτό αποτελούσε στην ουσία ένα κομματικό παζάρι ανάμεσα στους εκάστοτε υποψήφιους και τις καθεστωτικές παρατάξεις για την εκλογή αυτού του οργάνου. Με την πρόφαση της αντιμετώπισης της διαπλοκής εισάγεται η καθολική ψηφοφορία χωρίς όμως να εμποδίζεται ουσιαστικά με κανένα τρόπο το παζάρι ανάμεσα στους υποψήφιους πρυτάνεις και στις καθεστωτικές παρατάξεις. Στην πραγματικότητα όμως δεν γίνεται καμία ουσιαστική αλλαγή, αφού δεν αλλάζει ο θεσμός του οργάνου που είναι κύρια υπεύθυνο για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στα πανεπιστήμια και το οποίο δεν δέχεται κανέναν έλεγχο από τους φοιτητές. Αντίστοιχα στα υπόλοιπα όργανα συνδιοίκησης η φοιτητική εκπροσώπηση είναι τόσο μειοψηφική που ουσιαστικά δεν παίζει κανέναν ρόλο».

Κατάλαβες τι λένε οι φοιτητές; Να στο κάνω δίφραγκα –γιατί, με την έλευση του ευρώ, έχουν εξαφανιστεί από την πιάτσα:

-Με το προηγούμενο καθεστώς, οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των φοιτητών συμμετείχαν στις εκλογές πρυτάνεων. Τώρα, δεν θα ψηφίζουν οι εκπρόσωποι, αλλά όλοι οι φοιτητές. Και τι έγινε; Που είναι η διαφορά; Πριν υπήρχε ένα όργανο με 4 ΔΑΠίτες, 2 ΠΚΣίτες, 2 ΠΑΣΠίτες και 1 Αυτόνομο (για παράδειγμα) και ψήφιζε για πρύτανη. Τώρα θα ψηφίζουν 400 ΔΑΠίτες, 200 ΠΚΣίτες, 200 ΠΑΣΠίτες και 100 Αυτόνομοι (πάλι για παράδειγμα). Τι αλλάζει προς το δημοκρατικότερο και δεν το βλέπω εγώ;

-Το πρόβλημα των φοιτητών δεν είναι ποιοι και πόσοι ψηφίζουν, αλλά πως ελέγχεται το όργανο των καθηγητών. Δύσκολο είναι να το καταλάβεις; Πάρτο αλλιώς –πήγαινέ το στις βουλευτικές εκλογές. Αν οι υποψήφιοι είναι δεδομένοι (που είναι δηλαδή) και αν οι εξουσίες τους είναι ανεξέλεγκτες (που είναι επίσης), τι σημασία έχει αν η εκλογή γίνεται απευθείας ή μέσω αντιπροσώπου; Στις «δυτικές δημοκρατίες» ευδοκιμούν και τα δύο συστήματα. Στη Γαλλία π.χ. ψηφίζουν οι πολίτες για Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στις ΗΠΑ ψηφίζουν οι εκλέκτορες. Τι είναι περισσότερο δημοκρατικό ρε βόδια των δελτίων ειδήσεων; Είπατε ποτέ ότι στις ΗΠΑ έχουν χούντα εκλεκτοροπατέρων; Γιατί το λέτε για τα πανεπιστήμια;

Απλά είναι τα πράγματα –στις δυτικές κοινωνίες έχουμε σικέ δημοκρατίες και στα πανεπιστήμια έχουμε σικέ θεσμικά όργανα που εκλέγονται μέσα από το «μεγάλο παζάρι». Κάποιοι φοιτητές δεν το γουστάρουν το σύστημα και δεν γουστάρουν να τους κοροϊδεύουν μασκαρεύοντας το χάπι με επένδυση ρουστίκ καθολικότητας. Δεν βλέπουν λοιπόν κανένα λόγο να νομιμοποιήσουν την εφαρμογή του νόμου –πλαισίου, δεχόμενοι την εφαρμογή μιας διάταξής του που δεν έχει καμιά ουσιαστική αξία. Αν απορρίπτεις κάτι –το κάνεις στο σύνολό του. Τι είδους λογική είναι αυτή που υπαγορεύεται από το ανέκδοτο: «μπαμπά, δεν μου αρέσει η γιαγιά», «καλά, τότε φάε μόνο τις πατάτες»; Για κορόιδα ψάχνετε ρε σεις;

Κι αφού πήγε η κουβέντα στα ανέκδοτα, εμφανίστηκε το πιο επιτυχημένο παύλα πολυφορεμένο: «Με ποιο δικαίωμα οι μειοψηφίες καθορίζουν τη στάση της πλειοψηφίας; Δέκα αριστεριστές αληταράδες αποφασίζουν για κατάληψη, στο όνομα του συνόλου των φοιτητών –τι πράγματα είναι αυτά;» Ξεράθηκες στα γέλια; Όχι ακόμα; Κάτσε να σε βοηθήσω λίγο:

-Οι κύριοι που προασπίζονται το δημοκρατικό δικαίωμα της πλειοψηφίας είναι οι ίδιοι που αποθεώνουν τη δημοκρατικότητα των βουλευτικών εκλογών. Θυμίζω –στις βουλευτικές εκλογές η αποχή φτάνει κοντά στο 20%. Κάποιο κόμμα μαζεύει το 40% από ότι απομένει και κυβερνάει. Για να κάνω την αναγωγή που έκανε κι ο Πρετεντέρης χτες προκειμένου να κατακεραυνώσει τις φοιτητικές μειοψηφίες –80% ψηφίζει, άρα κυβέρνηση εκλέγει το 32% περίπου του εκλογικού σώματος. Πάει να πει ότι η μειοψηφία κυβερνάει και η πλειοψηφία κάνει μόκο. Σωστά;

-Οι κύριοι που φοράνε πλειοψηφικές κουκούλες για να ακυρώσουν αποφάσεις φοιτητικών συνελεύσεων είναι οι ίδιοι που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα με τη μειωμένη συμμετοχή στις φοιτητικές εκλογές, κάθε χρόνο. Αλλά δεν έχουν προτείνει ποτέ να μην γίνουν αποδεκτά τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών επειδή υπάρχει μεγάλη αποχή! Υπενθυμίζω –η αποχή στις φοιτητικές εκλογές αγγίζει συνήθως το 40%!

-Οι κύριοι δημοκράτες της τηλεόρασης μάλλον έχουν ξεχάσει τις φοιτητικές συνελεύσεις (αν ποτέ συμμετείχαν σε κάποια από αυτές –γιατί συνήθως έγλυφαν πολιτικά γραφεία κατά τη διάρκεια της φοιτητικής τους σταδιοδρομίας). Έχουν ξεχάσει ότι για να γίνει μια συνέλευση χρειάζεται να την συγκαλέσει συγκεκριμένος αριθμός φοιτητών και ότι δεν έχει καμιά σημασία το πόσοι συμμετέχουν στην ψηφοφορία –αρκεί να βγαίνει η (καταστατικά ορισμένη) απαρτία. Επίσης, οι αποφάσεις είναι εκτελεστές, αν συγκεντρώσουν (πάλι καταστατικά ορισμένο) ποσοστό ψήφων. Όπως και στη Βουλή ρε λεβέντες –εκεί που ψηφίζονται νόμοι με 10 ψήφους υπέρ και 8 κατά. Γιατί ζητάτε φυσική συμμετοχή στις συνελεύσεις των φοιτητών, αλλά όχι στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες;

-Οι κύριοι δημοκρατικοί τραμπούκοι, αμφισβητώντας τα αποτελέσματα των φοιτητικών συνελεύσεων, αμφισβητούν στην ουσία τη λειτουργία των συγκεκριμένων οργάνων. Μαγκιά τους κι εγώ μαζί τους! Αλλά την επόμενη φορά που θα φωνάξουν οι Αναρχικοί ή οι Αριστεριστές: «Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, Κοινοβουλευτική Απάτη», περιμένω να τους δω από δίπλα. Γιατί το ίδιο λένε αυτή τη φορά. Εντάξει;

Σκεφτόμουν αυτές τις μέρες να έκανα κάποιο κείμενο για τον Μάη του ’68, έτσι σαν υπενθύμιση εκείνης της ουτοπίας που βγήκε στα πεζοδρόμια. Αλλά βλέπω όσους έχουν απομείνει από τον Μάη, διαβάζω τις σημερινές τους απόψεις και ξενερώνω. Λέω λοιπόν «χεστήκαμε σήμερα για τον Μάη του ΄68. Μην αφήσετε να πάει χαμένος ο Μάης του ΄08». Αυτό ήταν άλλωστε και το μήνυμα εκείνου του Μάη.

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

7. Ένα σπαταλημένο τσιγάρο

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.

Γύρισα στο σπίτι της Ρέας -κύριος. Οι μαλάκες τον ψιλοέπαιρναν στο λαδί αμάξι, χώθηκα εντός γκαράζ από την πλαϊνή πλευρά –δεν τους ξύπνησα. Απογοητεύτηκα και λίγο, έλπιζα σε κάποια επαγρύπνηση από πάρτη τους, να μου προσέχουν τουλάχιστον την Τενερέ. Αλλά … περιμένεις προκοπή από δημόσιους υπάλληλους;

Ανέβηκα με το ασανσέρ, στα κλειδιά του αυτοκινήτου ήταν περασμένο κι ένα ζευγάρι κλειδιών του σπιτιού. Μπήκα πατώντας στις μύτες –άδικος κόπος. Η Ρέα κουκουλωμένη με μια κουβέρτα έβλεπε τηλεόραση. Δεν γύρισε να με κοιτάξει.
«Ακόμα ξύπνια;» ρώτησα.
«Ναι, κόλλησα με την ταινία».
Κάθισα δίπλα της.
«Σου έφερα το αμάξι –αύριο πρωί την κάνω. Παίρνω και τους χαφιέδες μαζί μου».
Με κοίταξε.
«Στο είπα –δεν είναι ανάγκη».
Έπιασε ένα τηλεκοντρόλ, πάγωσε την ταινία στην οθόνη.
«Τι βλέπεις;» ρώτησα.
«Ένα παλιό. Fisher King».
Έβγαλα τις μπότες μου και βολεύτηκα δίπλα της. Πονούσα ακόμα και σε μέρη του κορμιού μου που δεν είχα φανταστεί ότι υπήρχαν.
«Το θυμάμαι –ταινιάρα. Που το βρήκες;»
«Από εφημερίδα».
Εντυπωσιάστηκα. Μου εξήγησε ότι σ΄αυτή τη χώρα οι εφημερίδες δίνουν ταινίες και cd μουσικής. Πολλές ταινίες, καλές, μέτριες, σκουπίδια … Κάθε βδομάδα.
«Και τις ειδήσεις ποιος τις δίνει;» ρώτησα.
«Αυτοί που τις έδιναν πάντα ρε κορόιδο!» γέλασε η Ρέα.
Ησύχασα. Κάποιες αξίες παραμένουν σταθερές, αναλλοίωτες από τον χρόνο –είναι σημαντικό αυτό. Για να ξέρεις που πατάς και ποιοι σε πατάνε. Στο κεφάλι συνήθως.
«Βάλε να παίζει», είπα στη Ρέα.
«Κάτσε λίγο –κέρνα τσιγάρο και πες μου που γύρναγες», πετάχτηκε αναμαλλιασμένη μέσα από την κουβέρτα.
Έστριψα δύο και τα άναψα όσο άνοιγε την μπαλκονόπορτα.
«Είδα την Έλλη», είπα μετά.
«Έλλη; Ποια Έλλη; Το σινεμά;»
«Όχι ρε όργιο! Την αδερφή του Πέτρου».
Μαγκώθηκε.
«Για λέγε», ρούφηξε μια γερή και μάσησε κομματάκια καπνού.
Της είπα. Για το σπίτι, για την Έλλη, την καφετέρια –μέχρι εκεί. Δεν έβγαλα λέξη για το όπλο και όλα τα σχετικά.
«Την είχα πετύχει πριν κάτι χρόνια. Μιλήσαμε λίγο … για τον Πέτρο. Στο τέλος με έβρισε κι έφυγε», είπε σκεπτικά η Ρέα.
«Σε έβρισε;»
«Ναι. Φαίνεται ότι η πιτσιρίκα μας έβλεπε σαν σουπερήρωες –μου χώθηκε γιατί άφησα να τον πάρουν! Τι να έκανα δηλαδή;»
«Ξέρω ‘γω … ακτίνες λέιζερ από τα μάτια … έλεγχος σκέψης … πύρινες σφαίρες από τα ακροδάχτυλα … Έτσι δεν γίνεται συνήθως;»
Γέλασε.
«Βάλε να δούμε την υπόλοιπη ταινία», είπα.
Αμέσως μετά ο μεγάλος Τζεφ άρχισε να συνωμοτεί στην οθόνη με τη φωνακλού Μερσέντες, για να βοηθήσουν τον κακομοίρη Ρόμπιν να ρίξει την ξενέρωτη τύπισσα Αμάντα. Άραξα, έκλειναν τα μάτια μου αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να χάσω τις σκηνές με τον καβαλάρη της Αποκάλυψης και το τέλος με τον Τζέφ και τον Ρόμπιν τσίτσιδους στο πάρκο. Ταινιάρα!

Το πρωί μας βρήκε σκεβρωμένους στον καναπέ να μοιραζόμαστε μια στενή κουβέρτα. Ξύπνησα μασώντας τα μαλλιά της. Σηκώθηκα σιγά, να μην την ανησυχήσω, κοίταξα από κάτω –οι μαλάκες με το λαδί αυτοκίνητο είχαν φύγει. Το μπλε Σμαρτ είχε έρθει στη θέση τους κι όπως ήταν δύσκολο το παρκάρισμα στην περιοχή είχαν χωθεί στο ίδιο ακριβώς σημείο με τους προηγούμενους! Μιλάμε για πολύ διακριτική παρακολούθηση δηλαδή. Έπρεπε να πιω καφέ –απαραίτητη προϋπόθεση για να αντέξω τη μέρα που ξεκίναγε. Την κάθε μέρα που ξεκίναγε.
Γέμισα την καφετιέρα και χώθηκα στο μπάνιο –είχα να βγάλω από πάνω μου τη βρωμιά μιας ολόκληρης ζωής. Γδάρθηκα με συρμάτινα σφουγγάρια, ξυρίστηκα, αρωματίστηκα –έμοιαζα πάλι με άνθρωπο. Χαμογέλασα στον καθρέφτη, ο φιλαράκος θα έτριβε τα μάτια του όταν με έβλεπε. Ήμουν σικάτος και γοητευτικός σαν διαφήμιση πορτοκαλάδας. Κακή διαφήμιση –δεκαετίας ’80. Μπουγελώθηκα κιόλας με άφτερ σέιβ για να ενισχύσω την αρρενωπότητά μου. Πορτοκαλάδα με ανθρακικό.

Στην κουζίνα τη βρήκα να πίνει από τον καφέ που είχα ετοιμάσει. Τη φίλησα στο μάγουλο.
«Καλημέρα», είπε.
«Πες το κι έτσι», απάντησα.
Ευτυχώς δεν είχε φτιάξει το κτηνώδες πρωινό της, κάθισα σε μια καρέκλα -χτύπησα έναν περιποιημένο καφέ με τσιγάρο κι απ΄όλα.
«Τι θα κάνεις σήμερα;» με ρώτησε.
«Θα πάω να τον δω».
«Δεν επιτρέπεται να τον πλησιάσει κανένας άλλος εκτός από τους συγγενείς πρώτου βαθμού», με πληροφόρησε.
«Στ΄αρχίδια μου. Εγώ θα τον δω όπως και νάχει».
Δεν είπε τίποτα. Ευτυχώς που δεν ζήτησε να έρθει μαζί μου –με γλίτωσε από μια ακόμα άρνηση.

Κούμπωσα το δερμάτινο, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου κατεβαίνοντας με το ασανσέρ. Είχαμε αποφύγει τις πολλές κουβέντες με τη Ρέα, τι να λέγαμε δηλαδή; Τι έμενε να ειπωθεί; Κοινοτυπίες και υπεκφυγές του κερατά. Άνοιξα την εξώπορτα, έπαιζε κάποια συννεφιά εκεί πέρα –ένιωσα καλύτερα. Οι τύποι του Σμαρτ πετάχτηκαν σαν ελατήρια και άρχισαν να το παίζουν μωρές παρθένες. Ο οδηγός ξεκίνησε βιαστικός και καλά, ο συνοδηγός κοίταζε πίσω βοηθώντας τον, τάχαμου να ξεπαρκάρει τη νταλίκα –απίθανοι καραγκιόζηδες!
Ανέβηκα στην Τενερέ, φόρεσα το καταραμένο κράνος και ξεκίνησα με το πάσο μου. Δεν υπήρχε λόγος για ταρζανιές σήμερα –ο προορισμός ήταν ήδη καρφωμένος. Αλλά μου βγάλανε την Παναγία οι πούστηδες, σαν κότες πηγαίνανε, κάθε 500 μέτρα έπρεπε να κόβω μη με χάσουν. Η Τενερέ μπούκωσε κι άρχισε τα σβησίματα, της έριξα κάτι δευτεροτρίτες τελικιασμένες να ξεκαπνίσει. Ξεχάστηκα σα μαλάκας και πέρασα το ιδιωτικό ψυχιατρείο, έκανα επιτόπου αναστροφή ανάμεσα σε φάσκελα οδηγών. Ευτυχώς οι τύποι βρίσκονταν ακριβώς απέξω –έχει και τα καλά της τελικά η αργή οδήγηση!

Ξεκαβάλησα την Τενερέ, ακούμπησα στα κάγκελα χαζεύοντας την αυλή του ψυχιατρείου. Ερημιά για την ώρα. Έστριψα τσιγάρο, πίσω μου άκουσα κορναρίσματα -το Σμαρτ είχε βρει τον διάολό του προσπαθώντας να παρκάρει. Δεν έδωσα σημασία. Ένας γέρος πότιζε τα ξερά παρτέρια μέσα στην αυλή, στο παγκάκι παραδίπλα έλιαζε τ΄αρχίδια του ο σεκιουριτάς. Σιγά τον ήλιο που είχε και σιγά τ’αρχίδια –αλλά τέλος πάντων. Τι πιθανότητες είχα να τον πάρω από εκεί μέσα με το άγριο; Το προσωπικό θα χεζόταν πάνω του όταν έβλεπε το Άρκους -δεν με προβλημάτιζε αυτό. Γιατί, εντάξει εγώ μπορούσα άνετα να τη δω καουμπόης, αλλά ο Πέτρος; Θα με ακολουθούσε ή θα το έριχνε στο κυνήγι πεταλούδας ανάμεσα στα παρτέρια; Τράβηξα μια ακόμα τζούρα –αδημονούσα, πότε κάνουν διάλειμμα σ΄αυτό το νηπιαγωγείο; Πότε βγάζουν τους τρελάρες να παίξουν με τα κουβαδάκια τους;

Οι τύποι αποφάσισαν να βγουν έξω από το Σμαρτ –τους κράτησα στην άκρη του ματιού μου όλος περιέργεια. Στριμώχτηκαν ανάμεσα στο αμαξάκι και τον μαντρότοιχο –ο ένας έκανε πλάτες στον άλλο που κατούραγε. Χαμογέλασα όλο κατανόηση –ακόμα και οι χαφιέδες έχουν ανθρώπινες ανάγκες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άνθρωποι. Κόσμος άρχισε να γεμίζει την αυλή του ψυχιατρείου, ανατρίχιασα από αγωνία. Τώρα θα τον έβλεπα! Σαχλαμάρες –αυτό δεν μου ήταν αρκετό. Πήγα προς την κλειδωμένη καγκελόπορτα και χτύπησα το κουδούνι. Περίμενα. Ο σεκιουριτάς έτρεξε νευριασμένος που διέκοψα το αραλίκι του.
«Τι θέλετε;» ρώτησε με τους αντίχειρες περασμένους στη ζώνη. Ώπα ρε Ρίνγκο!
«Να μιλήσω με τον υπεύθυνο εδώ πέρα. Ψάχνω για δουλειά …»
«Τι δουλειά;»
«Κηπουρός είμαι …»
«Έχουμε κηπουρό».
Τον κοίταξα με ύφος «ούτε να σε φτύσω».
«Εσύ είσαι ο υπεύθυνος της κλινικής;»
«Όχι αλλά …»
«Ε, τότε ξεκλείδωσε να δω το αφεντικό ρε φίλε. Μη με κουρδίζεις πρωινιάτικα!»
Ξεκλείδωσε –τι να ΄κανε; Μου έγνεψε να τον ακολουθήσω και περάσαμε μέσα από άδειες πυτζάμες που περπατούσαν παρέα με κενά μάτια. Έψαξα τριγύρω –δεν τον βρήκα.
«Εδώ, πρώτη πόρτα δεξιά είναι η κυρία διευθύντρια», με πληροφόρησε.
Πήγα εκεί που μου είπε –τι να ‘κανα;
Χτύπησα την πόρτα. Άκουσα ένα γάβγισμα. Μπήκα. Ο χώρος έμοιαζε με φαρμακαποθήκη. Παντού ράφια, φιαλίδια, κούτες με χάπια … Η ξινισμένη που καθόταν πίσω από το γραφείο με κοίταξε περιμένοντας.
«Καλημέρα», είπα.
Δεν απάντησε.
«Είμαι κηπουρός και σκεφτόμουν μήπως έχετε καμιά δουλειά για μένα …», συνέχισα.
«Σαν τι δουλειά;» στρίγκλισε η, ας την πούμε, γυναίκα.
«Κηπουρού;» ανασήκωσα τους ώμους.
«Όχι», είπε ξερά.
«Κάτι άλλο ίσως; Νοσοκόμος, προσωπικό ασφαλείας;»
«Όχι».
«Οδηγός;»
«Όχι».
Κοιταχτήκαμε σιωπηλοί.
«Καλά λοιπόν, ευχαριστώ που με δεχτήκατε», είπα όταν βαρέθηκα να απολαμβάνω την εποικοδομητική μας επαφή. Γύρισα να φύγω.
«Μισό λεπτό …»
Στράφηκα προς το μέρος της.
«Να ειδοποιήσω το σεκιούριτι να σε συνοδεύσει».
Χαμογέλασα αγγελικά.
«Δεν είναι ανάγκη. Θα τον βρω το δρόμο».
Βιάστηκα να βγω από εκεί μέσα πριν προλάβει ν’αντιδράσει. Πέρασα τροχάδην τον διάδρομο, πριν βρεθώ στην αυλή σταμάτησα. Ζαλίστηκα. Ίδρωσα. Κώλωσα. Τώρα θα τον έβλεπα –τέρμα τα παραμύθια. Τρέμουλο στα γόνατα –βγήκα έξω.

Καμιά τριανταριά άτομα σουλατσάριζαν άσκοπα, δυο τρεις κάθονταν στο παγκάκι. Που ήταν; Ποιος ήταν; Ένας πιτσιρικάς έσερνε τις παντόφλες του στα χαλίκια, πήγα να τον ακολουθήσω –συνήλθα. Ο Πέτρος δεν θα ήταν πια πιτσιρικάς. Περπάτησα στα χαμένα, ανάμεσά τους.
«Τσιγάρο;»
Ξαφνιάστηκα. Στράφηκα προς τη φωνή. Ένας άντρας, αραιωμένα ακατάστατα μαλλιά, ρόμπα χρώματος μπεζ. Κοιταχτήκαμε.
«Τσιγάρο;» ξαναείπε.
«Πέτρο;» αναρωτήθηκα.
Με κοίταξε –στόμα μισάνοιχτο, στραβωμένο από τη μια πλευρά.
«Τσιγάρο;»
Δεν μπορούσαν αυτά τα απομεινάρια ανθρώπου να είναι ο Πέτρος! Κουνιόταν ασταμάτητα όσο κοίταζε, εστίασε κάπου πίσω μου λες κι ήμουν από ζελατίνα.
«Πέτρο;»
«Τσιγάρο;»
Δεν έβγαινε πουθενά αυτό. Τον άρπαξα από το μανίκι και τον έσυρα παράμερα, προσέχοντας μη μας δει ο σεκιούριτι. Ακολούθησε άβουλος.
«Ήρθα ρε μαλάκα –ξύπνα!» τον σκούντηξα.
Δεν έδειχνε να καταλαβαίνει.
«Μίλα μου φίλε, πες κάτι –θυμήσου γαμώ το στανιό σου!»
Με χάζεψε λίγο πριν βάλει τα γέλια. Σπαστικά γέλια, ασυντόνιστα. Τρόμαξα κάπως.
«Είσαι καλός άνθρωπος;» με ρώτησε όταν κατάφερε να συγκρατηθεί.
«Καλός! Πολύ καλός! Ο καλύτερος μαλάκας της ενορίας –δεν το ΄ξερες;»
Σκέφτηκε λίγο, το παίδεψε στο κεφάλι του.
«Τσιγάρο;» ξανάπε.
Του έστριψα ένα μπας και το σταματήσει αυτό το βιολί πριν μας πάρει η νύχτα. Στράβωσε το στόμα από την άλλη πλευρά, ίσως και να χαμογέλασε, έγλυψε το τσιγαρόχαρτο. Άναψα τον Ronson κάτω από το σαγόνι του με προσοχή γιατί κουβάλαγε μιας βδομάδας αξυρισιά. Μου άρπαξε το χέρι, σταθεροποίησε τον αναπτήρα μπροστά στα μάτια του. Κόλλησε.
«Είναι …»
«Ναι;»
«Είναι από τον …»
«Από ποιον ρε μαλάκα; Πέστο!»
«Από ποιον; Από ποιον είναι; Τσιγάρο;»
Κρέμασα τ΄αυτιά απογοητευμένος.
«Στο στόμα σου είναι ρε γαμώτο. Κάτσε να σου ανάψω».
Ρούφηξε μια ξεγυρισμένη και πνίγηκε –γύρισαν τα μάτια του από τον βήχα. Άκουσα βήματα να πλησιάζουν –μας πήραν χαμπάρι. Στράφηκα κατά κει.
«Ακόμα εδώ είσαι κύριε;» βλαστήμησε ο σεκιουριτάς.
«Ναι … μου ζήτησε τσιγάρο και είπα …»
«Είπες, ξείπες –δίνε του τώρα!»
Σήκωσα τους ώμους. Ο σεκιουριτάς άρπαξε το τσιγάρο από το στόμα του Πέτρου και το έλιωσε κάτω από το σκαρπίνι του. Ο Πέτρος έμεινε ξερός. Μετά άνοιξε το στόμα. Ούρλιαξε. Παρατεταμένα. Τα μάτια του γέμισαν απελπισία. Πλησίασα κι ακούμπησα απαλά το μπράτσο του.
«Σήκω φύγε ρε!» φώναξε ο σεκιουριτάς, μετά έβγαλε μια σφυρίχτρα και πλακώθηκε ν’ αδειάζει τα πνευμόνια του μέσα της. Έκανα πίσω, με το ζόρι κρατιόμουν μην τους γαμήσω όλους εκεί μέσα. Οι νοσοκόμοι πετάχτηκαν και πιάσανε τον Πέτρο α λα μπρατσέτα. Τον κοίταξα. Με είδε.
«Τσιγάρο;» κλαψούρισε.
«Καλά –χέσε ψηλά κι αγνάντευε τώρα», μουρμούρισα.
Έμεινα για λίγο ακόμα να τους παρακολουθώ όσο τον σέρνανε, ο σεκιουριτάς βαρέθηκε να με βλέπει κοκαλωμένο και με σκούντηξε. Έτσι πήρα τον δρόμο για την έξοδο –δεν υπήρχε λόγος να καρφώνομαι τζάμπα.

Στην έξοδο με περίμεναν οι πούστηδες του Σμαρτ, με τη μηχανή αναμμένη. Έβαλα το χέρι στη μέσα τσέπη του μπουφάν, χούφτωσα τη λαβή του Άρκους. Θα τους πέταγα τα μάτια έξω –επιτόπου! Και μετά θα κατούραγα στις άδειες κόχες τους –να μάθουν οι παλιοκουφάλες! Άφησα τη λαβή –δεν ήταν ώρα ακόμα. Συγκρατήθηκα.
Είχαν άλλοι σειρά, πριν απ΄αυτούς, μη σπρώχνεστε, όλοι θα πάρετε.
Εγώ είμαι εδώ!

(Συνεχίζεται δακρύβρεχτα)

Πέμπτη, Μαΐου 15, 2008

6. Νύχτα εσωτερικών χώρων

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.


Την παρακολουθούσα όσο ανακάτευε το ξέπλυμα χρώματος σοκολατί. Σταμάτησε για λίγο, έβγαλε ένα τσιγάρο, το άναψε και το παράτησε στο τασάκι –έτσι για ατμόσφαιρα. Είχα είκοσι χρόνια να τη δω, ένα κοριτσάκι του Δημοτικού ήταν τότε, που γκρίνιαζε συνέχεια να το πάμε βόλτα με τις μηχανές. Καμιά σχέση με τη γυναίκα που καθόταν απέναντί μου ανακατεύοντας τη σοκολατί αηδία –βιάστηκα να τραβήξω τα μάτια μου αλλού όταν με κοίταξε. Η μικρή Έλλη που είχε γίνει κανονική Έλλη –ζβούριξα μια εσωστρεφή σφαλιάρα στον εαυτό μου για να συνέλθω. Ακόμα μικρή είναι για σένα ρε κορόιδο! Και είναι και αδερφή του Πέτρου –παλιομαλάκα λιγούρη!
«Λοιπόν, δεν άλλαξες πολύ», είπε αδιάφορα.
«Αυτό … μοιάζει με κομπλιμέντο;» αναρωτήθηκα χαζά.
«Αν πέρναγες τον εαυτό σου για όμορφο τότε… ναι, μπορείς να το πάρεις για κομπλιμέντο», απάντησε ψυχρά.
Χαμογέλασα.
«Από πού ψωνίζεις ατάκες πιτσιρίκα; Γιατί οι δικές μου περνάνε κρίση ταυτότητας τώρα τελευταία».
Τράβηξε μια γερή από το τσιγάρο της, με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια.
«Αν δεν κόψεις το ‘πιτσιρίκα΄ θα χεστούμε –εντάξει;» προειδοποίησε όλο σοβαρότητα.
«Απειλή;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Ότι γουστάρεις», μουρμούρισε. Ωραίο τυπάκι η πιτσιρίκα!
Ευτυχώς μας διέκοψε ένα παπιγιονάτο γκαρσόνι που πήρε πρέφα ότι είχα πιει δυο γουλιές νερό και τσακίστηκε να τις αναπληρώσει. Καπάκωσα το ποτήρι μου με την παλάμη.
«Άστο αδερφέ. Γιατί όσο γεμίζεις τόσο θα πίνω και στο τέλος θα τα κάνω πάνω μου», εξήγησα.
Έφυγε χολωμένος.
«Για πες μου λοιπόν, τι γύρευες έξω από το σπίτι μου;» επανέφερε το θέμα η Έλλη.
«Περαστικός», μουρμούρισα.
«Που είδες φως και είπες ν’ αράξεις –έτσι;»
«Κάπως έτσι», παραδέχτηκα.
«Εντάξει, θα κάνω ότι το δέχομαι για αρχή», με πληροφόρησε.
Προτίμησα να μην απαντήσω. Είχα ένα μάτσο σκυλομούρηδες να μυρίζουν τα βήματά μου και τίποτα δεν πήγαινε σύμφωνα με το σχέδιο. Κυρίως επειδή δεν υπήρχε σχέδιο. Αλλά η Έλλη ήταν ένα απρόβλεπτο εμπόδιο. Δεν έπρεπε να βρίσκεται εδώ, δεν έπρεπε να μιλάμε τώρα. Η Έλλη ήταν το καρφί που απειλούσε να ξεφουσκώσει τα λάστιχά μου και «είναι ανόητο να κλωτσάς κόντρα στα καρφιά», όπως είχε εξηγήσει ο Υπεράνω στον Εβραίο, από αρχαιοτάτων χρόνων.
«Τι σκέφτεσαι;» με ρώτησε.
«Ότι είναι καιρός να μου πεις μερικά πράγματα που δεν ξέρω», απάντησα. «Σχετικά με τον Πέτρο».
Κατέβασε τα μάτια.
«Τι να λέμε τώρα; Τι ωφελεί;» ψιθύρισε.
«Αυτό άστο να το κρίνω εγώ», είπα σταθερά.
«Εντάξει τώρα … αφού τα ξέρεις … Οι μπάτσοι μας ειδοποίησαν … κάποιοι μπάτσοι γνωστοί του πατέρα μου … Τα είχαν μάθει όλα, είπαν να κρυφτεί ο Πέτρος για να περάσει το αυτόφωρο. Μετά … οι γονείς μου δεν έβλεπαν άλλη λύση … μειωμένος καταλογισμός … κρίση σχιζοφρένειας, κάτι τέτοιο … Αλλά ο Πέτρος δεν ήθελε –πήγε στο σπίτι … ξέρεις, με τη Ρέα …»
«Από πού έμαθαν για μας οι μπάτσοι;» τη διέκοψα.
Ξαφνιάστηκε.
«Που να ξέρω;» το σκέφτηκε λίγο. «Δεν έχω ακούσει κάτι σχετικό … ίσως ο πατέρας μου να ξέρει περισσότερα … Εμένα με έστειλαν σε μια θεία μου … στην Πάτρα …δεν ήμουν εδώ όταν ….»
«Και οι γέροι σου; Δεν έχετε μιλήσει γι΄αυτό; Τι σου λένε;»
«Τίποτα. Ο Πέτρος απλώς δεν υπάρχει. Δεν με πήγαιναν ποτέ να τον δω –πήγα μόνη μου όταν μεγάλωσα … Δεν με θυμόταν, δεν με αναγνώριζε καν… Κοίταζε … είναι ανατριχιαστικό … κοίταζε μέσα από μένα, πίσω μου –κατάλαβες;»
«Σου είπε κάτι αυτές τις φορές που τον είδες;»
Έσμιξε τα φρύδια της, προσπαθώντας να θυμηθεί.
«Ασυναρτησίες …Ότι κάποιος του έκλεψε το Σουμπούτεο από το δωμάτιό του … ότι δεν του αρέσουν οι φράουλες … Όλο τα ίδια … Και κάτι ασυνάρτητα για έναν καρχαρία… Θα τον σκοτώσει τον καρχαρία, θα βγει από εκεί μέσα πετώντας να σφάξει τον καρχαρία … τέτοια έλεγε», την είδα να κατεβάζει το βλέμμα της, μάλλον το πήγαινε για ψιχάλα.
«Ποιον καρχαρία;» αναρωτήθηκα.
«Ξέρω ‘γω; Ασυναρτησίες, σου το είπα από την αρχή», είχε παγώσει τη φωνή της για να μη φανεί μπόσικη συναισθηματικά –το εκτίμησα πολύ αυτό.
Και τότε πήρε τον αναπτήρα μου στα χέρια της. Ετοιμάστηκα να εκνευριστώ, αλλά δεν τον άναψε, τον στριφογύρισε και τον ζύγισε πριν τον ξαναφήσει δίπλα στην καπνοσακούλα μου.
«Ωραίο κομμάτι», είπε.
«Παρομοίως», μου ξέφυγε εμένα.
«Τι;»
«Τίποτα –για τον αναπτήρα λέω», πήγα να τα μπαλώσω. Με κοίταξε. Χαμογέλασε.
«Εσύ που ήσουν χαμένος όλα αυτά τα χρόνια;»
«Έκανα ευρωπαϊκή τουρνέ, σαν το τσίρκο Μεντράνο. Αλλά δεν έκοβα πολλά εισιτήρια τώρα στα τελειώματα -είπα λοιπόν να γυρίσω πίσω».
Γέλασε νευρικά.
«Έχεις φάση!»
«Έχω κι απ΄αυτό, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα», απάντησα βιαστικά. «Λέω να σε πάω σπίτι σου τώρα, γιατί έχω κάποιες δουλειές …»
Δεν έδειξε να συγκινείται. Άραξε πίσω στην καρέκλα της, άπλωσε και τα πόδια κάτω από το τραπέζι.
«Δεν τελειώσαμε», είπε.
Έγειρα μπροστά, ρούφηξα τις τελευταίες γουλιές από το μαυροζούμι μου και χαμογέλασα.
«Αυτό θα κάνω πως δεν το άκουσα πιτσιρίκα», είπα κοφτά.
Την αμέσως επόμενη στιγμή ένα ποτήρι νερό, σχολαστικά ξαναγεμισμένο από τον παπιγιονάκια, προσγειώθηκε στο στήθος μου. Πρώτα το περιεχόμενο και μετά το ποτήρι. Έμεινα ακίνητος. Το ποτήρι κύλησε στο πάτωμα αλλά δεν έσπασε.
«Εντάξει; Ολοκληρώθηκε το σόου;» ζήτησα να μάθω.
«Σε είχα προειδοποιήσει», μου θύμισε.
«Σωστά. Σήκω τώρα να σε πάω σπίτι σου γιατί αλλιώς θα γυρίσεις περπατώντας».
«Δεν τελειώσαμε», ξαναείπε.
«Κοίτα μπλέξιμο βραδιάτικα!» φώναξα. «Τι θέλεις τώρα δηλαδή; Να το κάνουμε πουτάνα το μαγαζί;»
Άναψε ένα τσιγάρο με τον αναπτήρα μου κοιτάζοντάς με στα ίσα.
«Εγώ σου είπα ότι με ρώτησες. Τώρα πες μου τι γύρευες έξω από το σπίτι μου. Μετά μπορείς να πας να γαμηθείς –αδιαφορώ».
Ξεφύσησα, σήκωσα τους ώμους με χαμογελαστή αδιαφορία, αλλά βαρέθηκα και το παράτησα γιατί είδα ότι δεν περνούσαν τα στυλάκια σ΄αυτή τη μικρή.
«Ήρθα να δω το σπίτι του Πέτρου. Να δω και τους γέρους σου που τους πεθύμησα. Εντάξει;»
Συνέχισε να με κοιτάζει. Τα νεύρα μου κόντευαν να γίνουν σερπαντίνες.
«Καθόλου εντάξει. Σε θυμάμαι από παλιά –η νοσταλγία δεν ήταν το φόρτε σου. Ήμουν μικρή αλλά όχι ηλίθια. Και κόβω φάτσες τόχω ακόμα αυτό –για να είσαι εσύ εκεί έξω κάποια φασαρία ετοιμάζεις. Έχω δίκιο;»
«Ότι πεις», ένευσα κουρασμένα.
«Σωστά. Λέω λοιπόν ότι αν σκοπεύεις να κάνεις σαματά, ξανασκέψου το. Ο γέρος μου είναι όλο ψουψού στο τηλέφωνο τις τελευταίες μέρες, μάλλον με τους μπασκίνες. Θα σε δέσουν πριν τους πλησιάσεις στα δέκα μέτρα».
Το έπαιξα Ιάπωνας τουρίστας.
«Σ΄ευχαριστώ για την προειδοποίηση, αλλά δεν έχω τέτοιο σκοπό …»
Με κοίταξε γελώντας ειρωνικά. Δεν το είχε χάψει.
«Καλά εντάξει … Ούτε εγώ έχω σκοπό να γεράσω προσπαθώντας να σου βγάλω μια κουβέντα. Που πάμε τώρα;»
Κέρωσα.
«Εσύ σπίτι σου κι εγώ στις δουλειές μου», υπενθύμισα.
«Είναι νωρίς ακόμα, δεν σκοπεύω να κλειστώ μέσα. Θα με κατεβάσεις μέχρι το κέντρο;»
Μπλέξαμε ρε γαμώτο! Σκόπευα να περάσω από τις γειτονιές του σταθμού για να συσφίξω τις σχέσεις μου με το αλλοδαπό στοιχείο –ρουμάνικης καταγωγής και προελεύσεως κατά προτίμηση. Έπρεπε λοιπόν να την ξεφορτωθώ.
Άφησα κάτι κέρματα στο τραπέζι και της έκανα νόημα.
«Άντε, έλα να σου κάνω τον ταρίφα μπας και γλιτώσω από σένα», μουρμούρισα.
«Θέλεις πολύ να γλιτώσεις;» είπε γλύφοντας τα χείλη της.
Το άφησα να περάσει στο ντούκου –γαμώ την καταδίκη μου μέσα!

Οδηγούσα αμίλητος όσο εκείνη απλωνόταν -τα γόνατά της σφήνωσαν στο ταμπλό. Είχε μακριά πόδια, το παντελόνι–τεράστια καμπάνα τραβήχτηκε, πρόβαλαν κάτι ψηλές ριγέ κάλτσες, σε στυλ «πουριτανή μαθήτρια». Συγκεντρώθηκα στο δρόμο μη στουκάρουμε πουθενά –η μικρή ήταν ζόρικη γκόμενα, τι να λέμε τώρα!
«Τι σκέφτεσαι να κάνεις;» με ρώτησε.
«Σχετικά με ποιο πράγμα;»
«Σχετικά με τον Πέτρο. Θα πας να τον δεις;»
«Ναι»
«Και τι άλλο;»
«Δεν έχω αποφασίσει».
«Ψέματα».
Γύρισα να την κοιτάξω.
«Πολύ μου μπαίνεις πιτσιρίκα».
Σήκωσε την τσάντα της και μου την κοπάνησε κατακέφαλα. Πόνεσα. Με είχε βρει πάνω στο αυτί, στο ίδιο σημείο που με κοπάνησαν νωρίτερα. Τι διάολο τον έπιασε τον κόσμο με το αυτί μου; Υπήρχε κάτι που δεν έπρεπε ν΄ακούσω; Απόρησα.
«Θα τον βγάλεις έξω –έτσι;» ρώτησε.
«Ποιον;»
«Άσε τις μαλακίες ρε γαμώτο!»
«Εγώ τις αφήνω, αυτές δε με αφήνουν».
«Θα τον βγάλεις έξω, το ξέρω. Θέλω να τον δω όταν το κάνεις –εντάξει;»
«Ότι πεις».
Με κοίταξε αμίλητη και μετά βάλθηκε να σκαλίζει το ραδιόφωνο. Πέρασε μία όλους τους σταθμούς –κουδούνισε το μυαλό μου. Καψουροτράγουδα, ποπ με μπουζούκι, ποπ με τσιρίδες, ποπ με τζατζίκι, αηδίασα. Ευτυχώς, έκλεισε κάποια στιγμή το ραδιόφωνο, αλλά δυστυχώς άρχισε να σκαλίζει τα cd της Ρέας.
«Τίνος είναι το αμάξι;» ρώτησε.
«Της Ρέας», απάντησα.
«Ξενέρωτη», αποφάνθηκε αφήνοντας τα cd στην άκρη.
«Ναι, ενώ εσύ … Μαλαθρώνας σκέτος!» ψευτοθαύμασα.
«Μαλα … τι;» απόρησε.
«Μαλακίες για να περνά η ώρα», είπα.
Φτάναμε στην Ακαδημίας.

«Άσε με εδώ».
«Εντάξει».
«Μη χαθούμε».
«Όχι βέβαια!»
«Κοροϊδεύεις;»
«Όχι βέβαια!»
«Θα σε βρω πάντως, όπου κι αν είσαι».
«Αν δε σε βρω εγώ πρώτος».
Βρόντηξε την πόρτα και χάθηκε προς τις φωτισμένες βιτρίνες της Σκουφά.

Είχα πάρει συλλαβιστά τον έρημο δρόμο –αντίθετη κατεύθυνση από τη δική της, γι΄αυτό την έβγαλα γρήγορα από το οπτικό μου πεδίο. Η αδερφή του Πέτρου. Η πιτσιρίκα!
«Ξέρεις τι μου είπε σήμερα η μικρή;»
«Τι;»
«Ότι θα πάρει μηχανή όταν μεγαλώσει και θα σου ρίξει στ΄αυτιά».
«Ναι καλά! Κι εγώ θα τρέχω τότε στην Νταϊτόνα –συνταξιούχος δίπλα στον Κανταλόρα!»
«Ρε μην το γελάς! Είναι κέρατο βερνικωμένο η μικρή –άμα το λέει θα το κάνει!»
Δεν το είχε κάνει τελικά. Δεν πήρε μηχανή –αλλά είχε δίκιο ο Πέτρος. Κέρατο βερνικωμένο. Και γκομενάρα! Έστριψα χωρίς να βγάλω φλας, κάποιος φρέναρε κορνάροντας πίσω μου. Σήκωσα ενστικτωδώς χειρόφρενο –να βγω έξω, να τον πλακώσω. Το μετάνιωσα, έκανα νόημα με το χέρι στο στήθος, «συγνώμη ξεχάστηκα». Ο τύπος μου έκανε κωλοδάχτυλο –τι να πεις; Άμα δεν τους γαμήσεις, σε γαμάνε εκείνοι –χρόνια τώρα η ίδια κατάσταση.

Πάρκαρα στον σταθμό του τρένου, κάπου φωτεινά για να μην το κανιβαλίσουν το αμάξι της Ρέας και πήρα την Ηπείρου με τα πόδια. Σκοτεινές φάτσες στα πεζοδρόμια, σκουπίδια κλωτσημένα μακριά από τους κάδους –μια χαρά ήταν ο δρόμος. Όπως παλιά. Μόνο οι ταμπέλες είχαν αλλάξει –τότε είχαν ένα λαμέ αμερικάνικο στυλάκι, τώρα έμοιαζαν εξωτικές, σλάβικες, πολωνέζικες, κογκολέζικες, ξέρω ‘γω … Είδα μια επιγραφή που αναβόσβηνε «ντισκοτέκ» και εννοούσε «κονσομασιόν» -μπήκα μέσα. Βρωμούσε το αποσμητικό χώρου ανακατεμένο με ιδρώτα και φτηνά λιβάνια. Κάθισα στη μπάρα.
«Θα με κεράσεις ένα ποτό ομορφούλη;» έπεσε δίπλα μου το γερασμένο κορίτσι, στριμώχνοντας ένα νερουλιασμένο μπούστο στο μπουφάν μου.
Δεν γύρισα να την κοιτάξω.
«Δυο ουίσκια», ξεθάρρεψε η χαροκαμένη.
«Να πάνε τα ουίσκια, αλλά άνοιξε και μια μπύρα γιατί είμαι στομαχικός», είπα στον μπάρμαν. Μετά στράφηκα στη γυναίκα.
«Μπορώ να σε κεράσω άλλα δυο ποτά και μάλιστα χωρίς να τα γράψεις κάβα. Θέλω όμως να πω δυο κουβέντες με τον άντρα σου», της είπα.
«Άντρα μου;» αναρωτήθηκε.
«Ναι μωρέ, αυτόν που στα παίρνει. Ξηγήσου τώρα γιατί δεν έχω χρόνο για πάρλα».
Κούνησε το κεφάλι της. Έριξε μια βιαστική ματιά στο τραπέζι «βάθος κήπος», δίπλα στους καμπινέδες. Πήρα γραμμή –άφησα ένα πενηντάρικο και τραβήχτηκα προς τα κει.
Τρία κουμάσια είχαν απλώσει τις ποδάρες τους ρουφώντας κοκακόλες. Με είδαν, ψάρωσαν κάπως, έσυρα την καρέκλα να καθίσω, κουμπώθηκαν.
«Καλώς τους λεβέντες», χαιρέτισα. «Δεν πειράζει να πιούμε μια μπυρίτσα παρέα –πειράζει;»
Με κοίταγαν μουγκοί. Πέταξα την καπνοσακούλα στο τραπέζι και έφερα αργά το χέρι στη μέσα τσέπη του μπουφάν. Οι τύποι απέναντί μου μανούριασαν φέρνοντας τα χέρια στις τσέπες τους. Γούστο θα είχε να το παίξουμε γουέστερν εδώ μέσα! Τράβηξα το πορτοφόλι μου και το ακούμπησα δίπλα στην καπνοσακούλα. Ronson δεν είχα βγάλει ακόμα γιατί τους έκοβα για αρπάχτρες. Άνοιξα το πορτοφόλι, ξεχώρισα ένα κατοστάρικο χωρίς να τους αφήσω να δουν τα υπόλοιπα χρήματα.
«Έχω αυτό εδώ και λέω να το αφήσω στο τραπέζι», είπα μιλώντας στον κανένα.
Κοίταξαν το κατοστάρικο.
«Θα μπορούσα όμως να βάλω κάτι ακόμα, έτσι για την παρέα –τι λες;» και κάρφωσα απότομα τα μάτια μου στον μεσαίο που φαινόταν λιγότερο αργόστροφος.
«Τι να πω;» απάντησε ξαφνιασμένος.
Χαμογέλασα επαινετικά –δεν πρέπει να αποθαρρύνεις τα παιδιά στα πρώτα τους λογάκια.
«Να πεις, πι χι, ότι σου βρίσκεται κάποιο κουμπούρι αγκαζέ με το σχετικό κουτί σφαίρες… Αυτό θα σπάσει κάπως τη μοναξιά του κατοστάρικου στο τραπέζι –δε νομίζεις;»
Τραβήχτηκαν πίσω ταυτόχρονα.
«Τι είναι αυτά που λες κύριος; Τι δουλειά έχουμ΄εμείς;»
Έσκυψα, πλησίασα. Μιλούσα μόνο στον μεσαίο, τους υπόλοιπους στο φτύσιμο –ήταν θέμα σοβαροφάνειας και οικειότητας.
«Μη με κουράζεις ρε φιλαράκι –αφού ξέρεις ότι δεν είμαι μπάτσος! Πληρώνω, αγοράζω, εξαφανίζομαι –τίμια πράγματα. Μη μου φας όλο το βράδυ με μαλακίες –έχουμε και σπίτια δηλαδή, μας περιμένει κι η γυναίκα σου!»
Κοίταξε πίσω από την πλάτη μου, δεν έπιασε το χιούμορ. Εντάξει, δεν είχα απαιτήσεις.
Οι λέρες συνεννοήθηκαν με τα μάτια, ένας από αυτούς φαινόταν να ζορίζεται, αλλά ο μεσαίος του μούγκρισε κάτι ακαταλαβίστικα και τον γείωσε.
«Εντάξει φίλε. Σε μισή ώρα στη γωνία», μου είπε συνωμοτικά.
«Μισή ώρα –μέσα είμαι. Αλλά σε ποια γωνία;»
Μου έδειξε έξω δεξιά, με τον αντίχειρα.
«Και γιατί όχι εδώ;» ξαναρώτησα.
Πετάρισε τσαχπίνικα τα μάτια.
«Δεν κάνει, δεν είναι σωστό …» χαχάνισε.
Γλύκα σκέτη ήταν ο καργιόλης!

Σηκώθηκε μαζί με τον διπλανό του και άφησαν τον τρίτο να με φυλάει. Είπαν κάτι στον μπάρμαν πριν φύγουν –άπλωσα τα πόδια μου σε στυλ «ψύχραιμος». Δεν ήμουν. Ήξερα ότι εκεί έξω θα μου την έστηναν. Ήταν τόσο σίγουροι ότι ψάρεψαν κορόιδο που δεν είχαν μπει στον κόπο να κάνουν παζάρια για την τιμή. Έτσι, για τα μάτια ρε πούστη μου!

Ο βρομύλος απέναντι, μου χαμογέλασε σάπια –ανταπέδωσα. Μετά ζήτησε συγνώμη και πήγε στη μπάρα, διασταυρώθηκε με τη φακλάνα που με πλησίαζε τραμπαλίζοντας. Εκείνη άφησε μια μπύρα μπροστά μου κι ένα ποτήρι με χρωματιστό νερό.
«Κερασμένα», είπε.
«Δεν ήταν ανάγκη», σχολίασα.
Κάθισε δίπλα μου. Στάλες ιδρώτα έτρεχαν στο χώρισμα του στήθους της. Κοίταξα αλλού.
«Σου κάνω παρέα», με ενημέρωσε.
«Αυτό να λέγεται!» αναστέναξα.
«Το ονοματάκι σου;» ενδιαφέρθηκε.
«Το δικό σου;» ανταπέδωσα.
«Εγώ Αλίνα», κόμπασε.
«Κι εγώ Έβελιν», τη διαβεβαίωσα.
«Έβελιν;» έξυσε το οξυζενέ ανάμεσα στα μαλλιά της.
Έσκυψα κοντά της.
«Κοίτα … Δεν έχω όρεξη για παρέα, είμαι και πούστης τελειωμένος –αν θέλεις κάτσε αλλά μη με ζαλίζεις».
«Πούστης;» αναρωτήθηκε.
«Κραγμένος», την καθησύχασα.
«Έβελιν;» απόρησε.
«Και λίγα λες», παραδέχτηκα.
Ρούφηξε το χρωματισμένο νερό, μπούκωσε ένα παγάκι και το έπαιξε μέσα στο στόμα της. Κοίταξα αλλού.
Μετά τεντώθηκα για να δω το ρολόι της, είχα είκοσι λεπτά μπροστά μου. Άναψα τσιγάρο και αφοσιώθηκα στη μπύρα. Δεν πινόταν –σκέτο κάτουρο.
Εκείνη άπλωσε προς τον αναπτήρα, ήμουν πιο γρήγορος –τον τράβηξα κοντά μου.
«Μην ξανοίγεσαι!» την προειδοποίησα.
Κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε βεβιασμένα και μείναμε ήσυχοι. «Οι καλοί λογαριασμοί» και άλλες γνωστές επιτυχίες –μύρισα τη μουτζούρικη ησυχία που καθόταν στα διπλανά τραπέζια, ένιωσα καλλίτερα.

Όταν έφτασε η κανονισμένη ώρα σηκώθηκα τσιμεντένιος. Χαιρέτησα το μαγαζί και βγήκα έξω, στα δέκα βήματα έκανα μεταβολή κι έριξα ένα τρέξιμο -αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του ραντεβού. Έλπιζα να προλάβω κι ευχόμουν να ξηγηθούν όπως έπρεπε οι καργιόληδες –αλλιώς είχα χάσει τζάμπα το χρόνο μου. Έφτασα στο σταθμό, χώθηκα λαχανιασμένος στο αμάξι, έφυγα με τις πάντες. Πλησιάζοντας στη «ντισκοτέκ» έκοψα ταχύτητα, κόλλησα στο παρμπρίζ σα μαμούνι, έψαξα τριγύρω. Στη γωνία του ραντεβού δεν κουνιόταν ούτε λέπι. Βλαστήμησα. Αλλά αποφάσισα να κάνω ένα γύρο το τετράγωνο πριν χάσω τις ελπίδες μου. Βγήκα πάλι στην Ηπείρου. Έστριψα στο πρώτο δεξιά, τσούλησα μέχρι τον παράλληλο –εκεί ήταν οι γαμημένοι! Είχαν το νου τους προς την παρακάτω γωνιά, του ραντεβού –κρυφοκοίταζαν, δεν πήραν χαμπάρι το αυτοκίνητο. Έσβησα τα φώτα, καβάλησα την είσοδο κάποιου γκαράζ. Περίμενα. Κάτι λέγανε –ο ένας ξεκόλλησε και χάθηκε μπροστά, λογική σκέψη. Θα στηνόταν για δόλωμα –πήγαινα στοίχημα ότι θα ήταν και άοπλος. Ένα αμάξι πέρασε πίσω μου, ξεπάρκαρα και το ακολούθησα. Όταν έφτασα δίπλα στον δικό μου πετάχτηκα έξω, αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη. Με είδε αλλά δεν με πρόλαβε. Τον κουτούλησα στα μούτρα, ούρλιαξε ν΄ακουστεί, από το χέρι του έπεσε κάποιο σιδερικό. Το μάζεψα κι έφυγα σφαίρα. Πήγε να πιαστεί από την πόρτα του αμαξιού, έτσι τον έσυρα δέκα μέτρα μέχρι να καταλάβει τη μαλακία του. Μετά γκάζωσα και χάθηκα προς Πατησίων.
Στο διπλανό κάθισμα είχε φωλιάσει ένα βουλγάρικο Άρκους 94, φιγουρατζίδικο και καλοσυντηρημένο. Πασπάτεψα τη λαβή του με το δεξί χέρι, έβγαλα τη γεμιστήρα –εντάξει. Δώδεκα σφαίρες είχαν βολευτεί εκεί πέρα, η δέκατη τρίτη θα πρέπει να με περίμενε στη θαλάμη. Αποφασισμένος να μου την ανάψει ο πούστης! Μετάνιωσα που δεν τον χτύπησα πιο δυνατά. Αλλά είχα βρει όπλο ξοδεύοντας μόνο ένα πενηντάρικο και μισό κιλό ιδρώτα.

Χαμογέλασα.

Αν ψάχνεσαι να γαμήσεις το σύμπαν τίποτα δεν μπορεί να σε εμποδίσει που λέει κι ο Κοέλιος.

(συνεχίζεται ανάλαφρα)

Δευτέρα, Μαΐου 12, 2008

"Ως εκ τούτου"

Δεν συνηθίζω να γράφω για βιβλία που με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα. Νομίζω πως ο καθένας έχει δικαίωμα να εκδώσει ότι σκατά γουστάρει, εφόσον υπάρχουν πρόθυμοι εκδοτικοί οίκοι. Και επειδή η άποψή μου για τους «σημαντικούς» εκδοτικούς οίκους είναι πως πρόκειται απλώς για οίκους ανοχής που δεν κατάφεραν να βγάλουν άδεια από το τοπικό Αστυνομικό Τμήμα και το ρίξανε στις εκδόσεις βιβλίων αφού δεν μπορούν να εκδώσουν γυναίκες, γι΄αυτό δεν περιμένω θαύματα. Ξέρεις τώρα, βλέπω τη διαφήμιση ενός βιβλίου και το πρώτο που σκέφτομαι είναι «πάλι κόψανε τζάμπα τα δέντρα για να αυνανιστεί κάποιος σε 1.000 αντίτυπα». Μερικές φορές μάλιστα, υπάρχει κόσμος που αγοράζει τα αντίτυπα κι ο αυνανισμός του «κάποιου» συνεχίζεται στις επόμενες εκδόσεις. Μιλάω για τους μεγάλους εκδοτικούς, όχι για εκείνους που εκδίδουν με το αίμα τους -εντάξει;

Πλησιάζω λίγο περισσότερο το θέμα μου, ξεκινώντας με την παρουσίαση σχετικού παραδείγματος:
Τον Κωνσταντίνο Τζούμα τον πήγαινα. Μου άρεσε σαν ηθοποιός στα «Κουρέλια» που «τραγουδάνε ακόμα» -καταπληκτικό στυλ, μνημειώδεις ατάκες! Με ξενέρωσε στον «Δράκουλα των Εξαρχείων», όπου έπαιζε μια απ΄τα ίδια –αλλά ήταν και η ταινία φόλα, όσο να πεις. Τον θαύμασα στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» μαζί με τον Πιατά –πολύ καλές ερμηνείες! Μετά ο Τζούμας άρχισε να κάνει ραδιόφωνο –δεν μπορώ να πω ότι έκοψα φλέβες, αλλά εντάξει … Υπάρχουν και χειρότεροι.
Όταν έβγαλε αυτό το βιβλίο, το «Ως εκ θαύματος», έτρεξα να το αγοράσω. Περιέργεια, κόλλημα με τα ελληνικά 50’s και τα 60’s… Κάπως έτσι. Ξεκίνησα το βιβλίο, κατόρθωσα να διαβάσω γύρω στις 100 σελίδες (γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, δεν κάνω πλάκα) πριν το καταχωνιάσω βλαστημώντας για τα λεφτά που ξόδεψα. Έτσι ακριβώς!

Που ήταν το πρόβλημα; Λοιπόν, δεν είμαι βιβλιοκριτικός, όχι δεν είμαι τέτοιος χαραμοφάης –απλά μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Γι΄αυτό και νευριάζω όταν την πατάω, αγοράζοντας σαχλαμάρες –δεν μου περισσεύει ούτε χρόνος, ούτε χρήμα. Γίνομαι συγκεκριμένος:

-Ο Κωνσταντίνος Τζούμας δεν ξέρει να γράφει. Αυτό δεν είναι κακό, κι εγώ δεν ξέρω να πλέκω, αλλά δεν είμαι εγώ αυτός που έπιασε τα κουβάρια και τις βελόνες εδώ πέρα. Ούτε ζήτησα από κανέναν να αγοράσει τα «πλεκτά» μου. Όταν, λοιπόν, δεν ξέρεις να γράφεις, αλλά γουστάρεις να βγάλεις βιβλίο τι κάνεις; Βρίσκεις κάποιον που το κατέχει το άθλημα και τον βάζεις να επιμεληθεί το πόνημά σου. Αυτό δεν έγινε στην περίπτωση του Κωνσταντίνου. Με αποτέλεσμα να διαβάζω κείμενο του στυλ «γράφουμε όπως μιλάμε». Δεν έχει να κάνει με αμεσότητα –κάποιοι καταφέρνουν να μεταφέρουν το κλίμα ενός καθημερινού διαλόγου στο χαρτί –δύσκολο πράγμα, αλλά κάποιοι το καταφέρνουν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει η προσπάθεια να περάσει κάποιο στυλ ομιλίας απευθείας στο χαρτί. Πλήρης αποτυχία. Σα να προσπαθείς να κάνεις οδικό χάρτη από τις προφορικές οδηγίες που σου δίνει ο ταξιτζής –«για να βγεις στη Χαμοστέρνας πας από δω ευθεία, μετά κάνεις αριστερά από εκεί που σου δείχνω και μετά όλο ίσα, βλέπεις ένα τέτοιο και ρωτάς πάλι». Αν κουνάς τα χέρια σου, κάτι μπορεί να καταλάβει αυτός που σε ακούει. Αν τα γράψεις όμως έτσι ακριβώς, χωρίς κινησιολογία … χέστα αδερφέ μου! Πάει να πει, γοητευτικό το στυλάκι του Τζούμα όταν μιλάει –με την τσαχπινιά που ρίχνει στο τέλος κάποιων προτάσεων. Αλλά δεν μεταφέρεται αυτό σε γραπτό κείμενο απλά κοτσάροντας τρεις τελείες! Η ειρωνεία που αποδίδεται με τον χρωματισμό της φωνής, χρειάζεται εκφραστικά μέσα για να μεταφερθεί στο χαρτί –κι ο Τζούμας δεν δείχνει να τα κατέχει αυτά τα μέσα. Ρίξτου τρεις τελείες αβέρτα κουβέρτα το λοιπόν και καθαρίσαμε –εντάξει, πάρε και τρεις τελείες από μένα, να δούμε τι θα βγει …

-Ο Κωνσταντίνος Τζούμας είναι μάλλον ο Έλληνας Τσακ Νόρις. «Υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που δεν έχει κάνει στη ζωή του ο Κωνσταντίνος Τζούμας, απλώς επειδή δεν έφτασε ακόμα η ώρα του να αναληφθεί στους ουρανούς με πύρινο άρμα». Πριν παρατήσω την αυτοβιογραφία του πρόλαβα να διαβάσω ότι ο Κωνσταντίνος ήταν μονίμως πρώτος μαθητής στο σχολείο χωρίς ποτέ όμως να διαβάζει, οι γκόμενες τον κυνηγούσαν χωρίς αυτός να κουνάει το δαχτυλάκι του, ήταν ο καλύτερος μπασκετομπωλίστας χωρίς καν να προσπαθεί να παίξει μπάσκετ, ο μεγαλύτερος τυπάς στις παρέες … Πολύ σωστό άτομο –απ΄αυτά που αν χρησιμοποιούνταν σαν ήρωες μυθιστορήματος θα πλακώνανε οι αναγνώστες στο ξύλο τον συγγραφέα διαμαρτυρόμενοι, «άσε μας ρε μεγάλε, σε λίγο θα μας πεις ότι ο ήρωας κατουράει κολόνια και ρεύεται αποσμητικό χώρου!» Γι΄αυτό κανένας συγγραφέας δεν έφτιαξε τέτοιον all around τέλειο ήρωα –ακόμα κι ο Σούπερμαν δηλαδή, ένα μειονέκτημα με τον κρυπτονίτη το διέθετε! Αλλά ότι δεν έφτιαξε η φαντασία το δημιούργησε η ζωή –νάτος λοιπόν ο Κωνσταντίνος Τζούμας! Εγώ, τώρα, έχω μια απορία. Αυτόν τον τέλειο άνθρωπο, τον αψεγάδιαστο, τον έφτιαξε ο καλός θεούλης ή ο αχαλίνωτος ναρκισσισμός του Τζούμα; Τέλος πάντων –ας πάω παρακάτω.

-Υπάρχει ένα πρόβλημα με την διαφορετικότητα –ξέρεις. Ο διαφορετικός, ο αταίριαστος, ο «μακρυά από το μαινόμενο πλήθος» -φαίνεται. Από τον τρόπο που σκέφτεται, από τις πράξεις του, από τον τρόπο ομιλίας του. Για να δώσω ένα ακόμα παράδειγμα, διαφορετικός είναι ο Μπραντ Ντέιβις στο «Εξπρές του Μεσονυχτίου», όταν πηγαίνει ανάποδα από τους υπόλοιπους φυλακισμένους στη βόλτα γύρω από την κολώνα. Διαφορετικός δεν είναι ο Τζιμ Κάρεϊ στο «Ντετέκτιβ Ζώον» -αυτός είναι απλά γελοίος. Η διαφορετικότητα λοιπόν είναι εμφανής –δεν χρειάζεται να διαφημιστεί σα μελιτζάνα στη λαϊκή αγορά. Ο Τζούμας φωνάζει τη διαφορετικότητά του σε ρυθμό νεύρωσης, λες και φυλλομετράει τα γραπτά του αγχωμένος –«ανέφερα ότι ήμουν τυπάς κι αλλιώτικος; δε βαριέσαι –ας ρίξω μια έξτρα κορώνα, μήπως υπάρχει κανένας χαζός αναγνώστης που δεν το ΄πιασε», κάπως έτσι. Όμως οι διαφορετικοί (και συγνώμη που χαλάω το γιουβέτσι) είναι αυτοί που η κοινωνία φοβάται –ακριβώς λόγω της διαφορετικότητάς τους. Τι σόι διαφορετικός είναι ο Τζούμας όταν περιγράφει τα τσατσιλίκια του στον στρατό, όταν παινεύεται ότι περνούσαν με την παρέα του δίπλα από μια διαδήλωση και τους την έπεσαν οι μπάτσοι –αλλά μετά τους είδαν με τα μπλέιζερ, τα χρυσά κουμπιά και τα σχετικά και τους ζήτησαν συγνώμη! Αυτό εμείς το ξέραμε ως «σκατίφλωροι», παλιά λεγόταν «χρυσή νεολαία» -το μόνο διαφορετικό που είχε ήταν ότι κάπως έτσι έμοιαζαν τα καλά παιδιά που οι μαμάδες θέλανε για γαμπρούς τους. Για τέτοια διαφορετικότητα μιλάει ο Τζούμας;

Για να μην το ξημερώσουμε –αυτά ήταν τα σημεία που μου ξίνισαν στο βιβλίο του Τζούμα, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μου. Το είπα άλλωστε και στην αρχή –ο καθένας μπορεί να εκδώσει ότι γουστάρει κι αν είσαι μαλάκας και το αγοράσεις –καλά να πάθεις. Αλλά φρίκαρα με την κριτική στο βιβλίο του Τζούμα. Φοβερό πράγμα!
Όπου έχω διαβάσει, σε περιοδικά, εφημερίδες, internet –όλοι αναφέρονται στο «Ως εκ θαύματος» σα να πρόκειται για αριστούργημα! «Αισθαντικότης, τρυφερότης, νοσταλικότης, περιγραφικότης του κλίματος άλλων εποχών» και πάει λέγοντας. Τρομάζω με κάτι τέτοια -γιατί εγώ θα πρέπει να είμαι εγκεφαλικά κατεστραμμένος, απαίδευτος και ηλίθιος που δεν τα διέκρινα όλα αυτά τα θετικά στοιχεία.

Από την άλλη πλευρά –ίσως να μην είμαι τόσο βλάκας, ίσως να πρόκειται περί συνωμοσίας. Ίσως οι βιβλιοκριτικοί να δέχονται τηλεφωνήματα, επεμβάσεις στη δουλειά τους, να ξεπληρώνουν χάρες … Πλάκα κάνω. Δεν ξέρω αν γίνονται αυτά τα πράγματα, αλλά πιστεύω ότι πρόκειται καθαρά για φαινόμενο αυθυποβολής. Θυμάσαι το παραμύθι με τα «Καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα»; Κάπως έτσι. Ο Κωνσταντίνος Τζούμας είναι γνωστός τυπάς με το στυλάκι και τις θανατερές ατάκες. Άρα, δεν μπορεί –και το βιβλίο του κάπως έτσι θα είναι κι αυτό! Αφού όλοι λένε ότι η καινούργια φορεσιά του Αυτοκράτορα είναι αξιοθαύμαστη –έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα. Γιατί να διαφωνήσουμε; Το πρόβλημα έχει να κάνει με το ότι δεν υπάρχουν πλέον παιδάκια να φωνάξουν «ρε σεις, ο Αυτοκράτορας είναι γυμνός». Γιατί, βλέπεις, όσο περνάνε τα χρόνια λιγοστεύουν τα παιδάκια και περισσεύουν οι αυταρχικοί γονείς που ρίχνουν σφαλιάρες με το παραμικρό.

Και κάτι τελευταίο –για να μην έχεις απορίες. Επειδή δεν έχω ούτε τους κριτικούς σε ιδιαίτερη εκτίμηση (διατηρώ την εντύπωση ότι οι περισσότεροι είναι αποτυχημένοι συγγραφείς που εκτονώνουν το κόμπλεξ τους γράφοντας για βιβλία, αφού δεν μπορούν να γράψουν βιβλία), δεν θα ανέφερα τίποτα αν το θέμα είχε να κάνει μόνο με τις διθυραμβικές κριτικές σε ένα κακό βιβλίο. Αλλά διάβασα αυτό το πράγμα στη Lifo, από κάποιον Δημήτρη Πολιτάκη και σάλταρα αδερφέ μου! Διάβασα λοιπόν μια συγκριτική παρουσίαση που έκανε ο Πολιτάκης, στο «Ως εκ θαύματος» και στη «Στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» του Νικολαϊδη. Θαύμασε αποσπάσματα:

«Μυθιστόρημα το ένα (Μοντεζούμα), memoirs το άλλο (Ως εκ θαύματος), και γραμμένα με εντελώς διαφορετικούς όρους και ύφος - κομψή αλλά ψύχραιμη αναπόληση από τον Κ. Τζούμα εν αντιθέσει με τον αλύπητα τσιταρισμένο ροκ νουάρ λόγο του Νικολαΐδη με τις λέξεις κυριολεκτικά να στάζουν και να κολλάνε από τα φλόκια του 16χρονου αφηγητή».
  • Μπούρδα πρώτη –και τα δύο βιβλία είναι αυτοβιογραφικές καταγραφές της νεανικής ηλικίας των συγγραφέων, κανένα από τα δυο δεν είναι αυτό που λέμε «φιξιόν».
  • Μπούρδα δεύτερη –«τα φλόκια» (κάποια απέχθεια διακρίνω στη χρήση του όρου -κάποιον αντιερωτισμό ίσως;) είναι το σήμα κατατεθέν μιας εποχής που το πήδημα ήταν δύσκολο και, άρα, διαρκώς επιδιωκόμενο. Σε αυτό συμφωνούν και τα δυο βιβλία –το κυνήγι της γκόμενας κυριαρχεί στις σελίδες τους.
  • Αυτό για τον «τσιταρισμένο ροκ νουάρ λόγο», δεν το σχολιάζω. Πόσες φορές μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια κοινοτυπία μέχρι να εγκαταλειφθεί; Στην περίπτωση του Νικολαϊδη, φαίνεται ότι οι φορές είναι ευθέως ανάλογες του βαθμού αμηχανίας των σχολιαστών.

«Μια φίλη μάλιστα που το ξεκίνησε τον ίδιο καιρό (το Μοντεζούμα), φρίκαρε γρήγορα από το ρεσιτάλ μισογυνιστικής σαβουρογαμίας και το εγκατέλειψε αναφωνώντας «Άντε και γ..., έλεος!», αντίδραση που υποπτεύομαι θα διασκέδαζε ή και θα συγκινούσε ακόμα τον αείμνηστο σκηνοθέτη».

Εδώ έχει δίκιο ο αρθρογράφος. Ο Νικολαϊδης θα διασκέδαζε υποθέτω με τον πουριτανισμό των σύγχρονων «φιλενάδων» που συναγωνίζονται τις γιαγιάδες τους σε υποκρισία. Όμως ο αρθρογράφος λίγο χαζούλης μου φαίνεται! Γιατί καρφώνεται ότι κάνει παρέα με τέτοια σούργελα; Κι αφού κάνει παρέα με άτομα που «τα κάνουν μεν, αλλά δεν τα λένε», τι τους δίνει και διαβάσουν Νικολαϊδη; Κυκλοφορεί μια χαρά Κάλη Καρατζά, τώρα που έχει χρόνια να παρουσιάσει δουλειά της η «θεϊκή Μάιρα».

«Στιγμιότυπα από το μετεμφυλιακό συρφετό -συχνά κακοφορμισμένο και δυσοίωνο- από το βιβλίο του Πειραιώτη (αλλά εξ απαλών ονύχων συνειδητοποιημένου κοσμοπολίτη) Τζούμα»

«Στον Νικολαΐδη η βελόνα κολλάει ξανά και ξανά σ' ένα παλιό 45άρι».

Τα παραπάνω δυο αποσπάσματα τα παραθέτω για να εκφράσω τον υπέρμετρο θαυμασμό μου στον αρθρογράφο! Αυτό που στον Νικολαϊδη χαρακτηρίζεται «κόλλημα με το παρελθόν», στον Τζούμα παρουσιάζεται ως «στιγμιότυπα μετεμφυλιακού συρφετού»! Μιλάμε για το ίδιο ακριβώς πράγμα –έτσι; Για την περιγραφή μιας εποχής η οποία σχετίζεται με τα νεανικά χρόνια των συγγραφέων! Εντάξει, το καταλάβαμε μέγιστε αρθρογράφε -θα αγοράσουμε τρέχοντας το «Ως εκ θαύματος» και θα αποφύγουμε μετά βδελυγμίας το «Μοντεζούμα»!

«Μετά το ξεκαύλωμα (για το Μοντεζούμα μιλάει πάντα) ακολουθεί όμως η post coitum μελαγχολική νηφαλιότητα και βγαίνει στην επιφάνεια η (πάντα επίκαιρη) ρομαντική ψυχούλα, σημαδεμένη από τους βαλκανομεσογειακούς περιορισμούς της χώρας».

Με αυτό το απόσπασμα του κειμένου του Πολιτάκη λέω να ολοκληρώσω τη σημερινή μου μελέτη στην ανθρώπινη ψυχοπαθολογία. Ο άνθρωπος εδώ εξηγείται σταράτα –το μόνο που κατάλαβε από το βιβλίο του Νικολαϊδη είναι γαμήσια και, στο ενδιάμεσο, κάποιες ευαίσθητες πινελιές μιας «ρομαντικής ψυχούλας» (πάω να ξεράσω και ξανάρχομαι). Η συντροφικότητα της παρέας, οι γυναίκες που σημαδεύουν τη ζωή των αντρών, η υποκρισία, η ανάγκη φυγής, η ντροπιαστική φτώχεια, ο μοναχικός δρόμος σαν επιλογή που κωδικοποιείται στο «θέλω να βαδίσω σωστά στον λάθος δρόμο», όλα αυτά κι άλλα τόσα από το βιβλίο του Νικολαϊδη δεν ακουμπάνε καν τον Πολιτάκη. Όπως συμβαίνει και με την πουριτανή φίλη του δηλαδή –οι λέξεις φοβίζουν, η περιγραφή μιας κατάστασης πρέπει να είναι πάντα «στο περίπου» -για να μην τρομάξουν οι νεοσυντηρητικοί αναγνώστες.

Τελικά έχω άδικο –μόλις τώρα το συνειδητοποίησα! Το βιβλίο του Τζούμα είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο. Στο πνεύμα των καταπληκτικών εποχών που ζούμε, το βιβλίο αυτό είναι η αποθέωση του δήθεν και γι΄αυτό γνωρίζει την αποθέωση από τους δήθεν. Αντιθέτως, το βιβλίο του Νικολαϊδη πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια, από μια κοινωνία που εφαρμόζει ευλαβικά εκείνους τους παλιούς στίχους του Σαββόπουλου, «αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει/ καλύτερα να μη μας πει κανένα».
Απορίες κανείς;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι