Περίληψη προηγουμένων:
1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
Έσκυβε πάνω από τον ώμο μου για να πει κάτι που δεν το άκουγα ολόκληρο. Λέξεις έπιανα μόνο, «καταπληκτικά», «απωθημένο», «τρέξε» -ασύνδετες λέξεις, δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Έφτανε μόνο το άρωμα των μαλλιών της που έπεφταν στο αυτί μου γαργαλιστικά. Με νευριάζουν κάτι τέτοια, συνήθως. Όχι τώρα, όχι όσο μου ψιθύριζε τα «καταπληκτικά» και τα τέτοια. Χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τα Σπάτα για να καταλάβω ότι δεν είχα ιδέα που πηγαίναμε. Χρειάστηκε να το παίξω μυστηριώδης και «βάσει σχεδίου», αλλιώς θα με πέρναγε για ξεμωραμένο που χάθηκε στις λεωφόρους μαγεμένος από κάποια πιτσιρίκα. Έτσι ακριβώς ήταν.
Πήρα τον συντομότερο δρόμο για την παραλιακή –έτρεξα όσο ακριβώς χρειαζόταν για να ξεχάσω ότι την έχω πίσω μου. Κι αυτή σταμάτησε να μιλάει. Βγήκαμε στο ύψος της Βάρκιζας, εκεί αποφάσισα οτι ήθελα να σταματήσουμε τελικά. Μετά την πλαζ σε μια καφετέρια της συφοράς, παράγγειλα ένα τοστ επειδή το στομάχι μου είχε γίνει τοξικός βάλτος. Από πάνω μας βάραιναν τα τελευταία απογευματινά σύννεφα, κάποιο ηλιοβασίλεμα –δεν δώσαμε σημασία. Με το ζόρι μάσησα δυο μπουκιές όσο με κοίταζε πίνοντας μιλκσέικ.
«Που πάμε, θα μου πεις;» αναρωτήθηκε.
«Πάμε να βρούμε το λεχρίτη που μας πούλησε».
Έκανε μια ξεγυρισμένη μπουρμπουλήθρα στην επιφάνεια του μιλκσέικ. Μετά το παράτησε στο πλάι ανόρεχτα.
«Αυτόν που λέγανε οι γονείς μου;»
Κούνησα το κεφάλι.
«Τον ίδιο που έλεγε κι ο Πέτρος».
«Είχε πει ο Πέτρος για κανέναν; Πότε;»
«Δεν θυμάσαι; Τον Καρχαρία».
Χτύπησε το μέτωπό της σε στυλ «πως δεν το κατάλαβα!» Άνοιξε και τα μάτια διάπλατα, σαν θαυμασμός μου φάνηκε αυτό –δεν το έψαξα περισσότερο επειδή έδειχνε όμορφη έτσι. Δεν αναρωτιέσαι μπροστά σε τέτοιες γυναίκες –απλά τις χαζεύεις. Έτσι πάει.
Έσπρωξα το πανιασμένο τοστ κι αυτό κουνήθηκε μέσα στο μεταλλικό πιάτο σα μέδουσα. Αηδίασα. Μετά την κοίταξα με το καλύτερό μου υφάκι –προβαρισμένο χρόνια σε καθρέφτες, ακαταμάχητο ήθελα να πιστεύω. Έσκυψα κιόλας, αριστερός αγκώνας στο τραπέζι, μισό χαμόγελο ασορτί με μισόκλειστα μάτια.
«Θα σου πω κάποια πράγματα ντε φάκτο, δεν τα διαπραγματευόμαστε –εντάξει;»
Έγειρε κι αυτή μπροστά χαμογελαστή. Λες να μην αγόραζε τελικά τη μούρη που της πούλαγα;
«Ακούω», ψιθύρισε.
«Μέχρι το πρωί είχα τους μισούς μπάτσους της πόλης πίσω μου και όταν ξημερώσει θα έρθουν οι άλλοι μισοί να τους κάνουν παρέα. Γι΄αυτό είσαι μαζί μου με το ζόρι –σε απειλώ ας πούμε -μην το ξεχάσεις. Θα πάμε να μαζέψουμε τη Ρέα …»
Εκείνη τη στιγμή στράβωσε, τίναξε νευρικά το κεφάλι στο πλάι, ήμουν προετοιμασμένος. Μάγκωσα το σαγόνι της ανάμεσα στα δυο μου δάχτυλα και την κράτησα να με κοιτάζει φάτσα. Συνέχισα.
«Θα μαζέψουμε τη Ρέα, πράγμα δύσκολο γιατί το σπίτι της παρακολουθείται. Μετά θα κρυφτούμε μέχρι τη μέρα που θα μπουκάρουμε στο τρελάδικο για να πάρουμε τον Πέτρο. Αυτό είναι το σχέδιο».
Τινάχτηκε να ελευθερωθεί από τα δάχτυλά μου –γέλασε, τίγκα ειρωνεία.
«Σιγά το σχέδιο!»
«Έχεις κάποιο καλύτερο;» πήρα να φορτώνω.
«Μπορεί και να έχω».
«Στ΄αρχίδια μου. Κράτα το για τον εαυτό σου –εδώ είναι το δικό μου γήπεδο και η μπάλα τσουλάει κατά πως λέω εγώ».
«Μπα; Και γιατί αυτό αν επιτρέπεται;»
«Γιατί το δικό μου κεφάλι θα πέσει στο τέλος», είπα καθώς σηκωνόμουν αφήνοντας ένα δεκάρικο στο τραπέζι. «Και όχι –δεν επιτρέπεται».
Δίπλα στην Τενερέ με έπιασε από τον καρπό κι αυτό ήταν άβολο επειδή έμεινα με το κλειδί μετέωρο. Μου άρεσε όμως.
«Έχεις πιστόλι …» μουρμούρισε με μεταξωτή φωνή.
«Τι μου λες;» έκανα ψευτοθαυμάζοντας.
«Μην κοροϊδεύεις. Δεν τα γουστάρω τα όπλα και δεν μου αρέσει αυτό που μπορεί να πάθεις χρησιμοποιώντας το».
«Από πού κι ως που;» αναρωτήθηκα.
Με κοίταξε απορημένη.
«Από πού κι ως που η ανησυχία για την πάρτη μου –αυτό εννοώ», τη διαφώτισα.
Έσκυψε το κεφάλι.
«Μη γίνεσαι μαλάκας», είπε.
Δύσκολο. Αλλά θα προσπαθούσα πάντως.
«Τη Ρέα γιατί δεν την πας;» έκανα μια προσπάθεια αλλαγής θέματος.
«Επειδή άφησε να της τον πάρουν», απάντησε με γρανιτένια μάτια.
«Και τι να έκανε δηλαδή;»
«Τι να έκανε; Να τους ξέσκιζε … ξέρω ‘γω; Να το πάλευε τέλος πάντων, όχι να καθίσει σαν κότα …»
«Τα έχεις παρεξηγήσει τα πράγματα, δεν είναι όλα τόσο εύκολα, ξέρεις».
«Δικαιολογίες του κώλου –ευχαριστώ δεν θα πάρω! Τίποτα δεν ήταν εύκολο –ποτέ. Ειδικά όταν κοιτάζουμε να μη χαλάσουμε τη ζωούλα μας».
Καβάλησα την Τενερέ, γύρισα το κλειδί, έβαλα μπρος με την πρώτη.
«Ανέβα πιτσιρίκα. Κι όταν χρειαστούμε κριτή με ανασηκωμένο δάχτυλο θα σε ειδοποιήσουμε –μείνε ήσυχη».
Ένα χαστούκι έσκασε πάνω στο αυτί μου –κουφάθηκα προσωρινά.
«Κόψε τις μαλακίες», προειδοποίησα χωρίς να γυρίσω.
Ένα δεύτερο χαστούκι έσκασε στο ίδιο ακριβώς σημείο –άκουσα τις καμπάνες της Μητρόπολης να χτυπάνε συγχρονισμένα. Γύρισα να τη δω.
«Αυτό ήταν για προηγουμένως, στο σπίτι των γονιών μου», είπε απλά.
Βγήκα στο δρόμο φουντωμένος με το αυτί κόκκινο –η πιτσιρίκα ήταν μεγαλύτερος μπελάς απ΄ότι φανταζόμουν τελικά.
Ο Καρχαρίας είχε ένα στέκι κατά Ηλιούπολη μεριά, μια τελειωμένη καφετέρια που έπαιζε βίντεο χέβι μέταλ όσο θυμόμουν. Ήταν και κοντά στο σπίτι του –πήγαινα στοίχημα ότι ακόμα στο ίδιο στέκι θα τραβιόταν κι ακόμα την ίδια βαβούρα θα δείχνανε στην κρεμασμένη οθόνη.
Μας πήρε λιγότερο από μισή ώρα να φτάσουμε στην καφετέρια, η Έλλη καθόταν πίσω μου ξύλινη σαν ινδιάνικο τοτέμ. Έξω από το μαγαζί ήταν παρκαρισμένα ένας σκασμός σπορ αυτοκίνητα, από μέσα ακουγόταν απροσδιόριστος θόρυβος. Κόσμος καθόταν σε τραπεζάκια, μέσα κι έξω –αδύνατο να τσεκάρω αν υπήρχαν μπάτσοι στα πέριξ. Μπήκα αμίλητος, εκείνη με ακολούθησε.
Η γιγαντοοθόνη έδειχνε κάτι ανορεξικές να τραμπαλίζουν τα κόκαλά τους –όλο αυτό λεγόταν επίδειξη μόδας. Η μουσική ήταν του στυλ «επαναλαμβανόμενο τέμπο προς εμπέδωση», κάποιος μαντράχαλος τσίριζε πίσω από τα ντεκ σε άσχετες φάσεις. Κωλοχανείο είχε γίνει το μαγαζί. Πλησίασα έναν μπάρμαν άρτι λαδωμένο από το τοπικό γυμναστήριο.
«Να σε ρωτήσω κάτι; Είδες πουθενά τον Αντώνη; Τον Καρχαρία».
Ο μπάρμαν με κοίταξε άψυχα.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε με τη σειρά του.
Φόρτωσα γιατί σ΄αυτή τη χώρα, αν έβρισκες άνθρωπο που να μην απαντάει στην ερώτηση με ερώτηση θα έπρεπε να του στήσεις ανδριάντα.
«Ποιος κάνει κουμάντο στο μαγαζί;» το πήρα διαφορετικά μπας και βγει άκρη.
Σήκωσε τον αγκώνα και έδειξε στην απέναντι πλευρά της μπάρας –ένας άπλυτος καθόταν εκεί πίνοντας, σε πλήρη παραφωνία με τους υπόλοιπους πελάτες. Έπρεπε να το είχα καταλάβει.
Πήγα προς το μέρος του με την Έλλη κολαούζο.
«Γεια σου», υποστήριξα.
«Γεια σου και σένα», έκανε ο άπλυτος. «Θέλεις κάτι;»
«Ψάχνω τον Αντώνη τον Καρχαρία. Ερχόμασταν εδώ από παλιά …»
«Και;»
«Και έλειπα στο εξωτερικό. Τώρα που γύρισα, είπα να τον ξαναβρώ».
«Καλά έκανες», με καθησύχασε ο τύπος.
Μου ήρθε να του κοπανήσω το κεφάλι στον πάγκο αλλά λυπήθηκα τη ρουστίκ επένδυση.
«Καλά έκανα, αλλά αν δεν μου πεις που βόσκει, δεν θα τον ξαναβρώ. Τι λες κι εσύ;»
Κούνησε το κεφάλι του. Συμφώνησε. Αλλά μέχρι εκεί.
Κοιταζόμασταν λοιπόν αμίλητοι και σκοπεύαμε να το κάνουμε για την υπόλοιπη δεκαετία –αλλά δεν είχαμε υπολογίσει την Έλλη. Η οποία πλεύρισε τον τύπο από την άλλη πλευρά και έσκυψε δίπλα στο μάγουλό του.
«Δεν άκουσες ρε γαμημένε τι σε ρώτησε ο φίλος μου; Που είναι ο Αντώνης σε ρώτησε –απάντα να τελειώνουμε».
Ο άπλυτος θα χαμογέλαγε απαξιωτικά, μπορεί και να της έριχνε καμιά ροχάλα, αν δεν ήταν έμπειρος στις παλιοκαταστάσεις. Προτίμησε λοιπόν να το παίξει επιφυλακτικός.
«Και γιατί να του απαντήσω μωρό μου; Δώσμου έναν λόγο της προκοπής».
Η Έλλη τεντώθηκε σα γάτα, δείχνοντας το φούσκωμα στο εσωτερικό του δερμάτινου, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου.
«Επειδή εκεί μέσα έχει ένα κουμπούρι και θα τα γαμήσει όλα αν δεν πάρει κάποια καλή απάντηση. Συνεννοηθήκαμε;»
Ο άλλος κοίταξε εκεί που του έδειχνε η Έλλη. Μετά κοίταξε εμένα.
«Δίκιο έχει», είπα απολογητικά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω.
«Έχει καιρό να περάσει από δω ο Αντώνης. Αλλά μένει ακόμα στο ίδιο σπίτι … ξέρεις;»
Τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη.
«Είσαι και πρώτος αγόρι μου», χαμογέλασα.
«Και ο πρώτος χαφιές», έφτυσε η Έλλη όσο ξεκόλλαγε από το πλάι του.
Κινηθήκαμε αργά προς την έξοδο. Στα δέκα βήματα γύρισα απότομα και τον είδα να κάνει νοήματα, δείχνοντάς μας. Κάτι πούστηδες σηκώθηκαν από τα τραπέζια τους.
Πάγωσα βλέποντάς τους –«πάει τον ήπιαμε τώρα», μουρμούρισα.
«Τι έγινε;» με σκούντηξε η Έλλη.
«Θα μας την πέσουν», είπα.
«Μη δίνεις σημασία», γέλασε.
Την πίστεψα –δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω.
Ανεβήκαμε στην Τενερέ όσο οι άλλοι χώνονταν σε ένα αυτοκίνητο, τριάντα μέτρα πίσω μας. Ξεκινήσαμε –κομβόι.
«Κατά που πέφτει το σπίτι του;» ρώτησε η Έλλη.
«Δυο χιλιόμετρα πιο κάτω», είπα.
«Δεν μας παίρνει να πάμε τώρα. Θα μας την έχουν στημένη», αποφάσισε η Έλλη.
Φόρτωσα.
«Εγώ λέω τι μας παίρνει και τι όχι. Ξηγηθήκαμε;»
Γέλασε.
«Εντάξει, κάνε παιχνίδι Αρχηγέ Κουίνμπι», κορόιδεψε.
«Δεν μας παίρνει να πάμε τώρα. Θα μας την έχουν στημένη», ανακοίνωσα με έμφαση.
«Λες;» αναρωτήθηκε όλο φυσικότητα.
«Λέω», απάντησα.
«Ε, αν έτσι νομίζεις –να μην πάμε», είπε.
«Δεν θα πάμε», αποφάνθηκα.
Και μετά ξεκίνησα καρφωτός για το σπίτι του Αντώνη.
Το αυτοκίνητο με τα παιδιά της καφετέριας φρέναρε όταν μπήκαμε στον δρόμο του Αντώνη, έστριψε στο πρώτο στενό κι εξαφανίστηκε. Δεν μου πήρε πολύ ώρα να καταλάβω το γιατί. Ένα ασφαλίτικο αμάξι απέναντι από την αυλόπορτα του Καρχαρία, απηύδησα –«κοίτα να δεις ρε πούστη μου που πάνε τα λεφτά των φορολογουμένων!»
Έκοψα να μην τους αλαφιάσω, άφησα την Τενερέ να τσουλάει αρχοντικά στο δρομάκι –με είδαν. Κοίταξα κλεφτά από το κράνος, δεν είχαν πρόθεση να βγουν από το αμάξι –καλό ήταν αυτό. Σταμάτησα έξω από την αυλόπορτα χωρίς να σβήσω τη μηχανή και κόρναρα δαιμονισμένα. Η Έλλη πίσω μου σφίχτηκε –ένα κουβάρι νεύρα. Συνέχισα να κορνάρω, έβγαλα το κράνος, κοίταξα τους ασφαλίτες πριν το δώσω στην Έλλη να το κρατάει.
«Ρε πούστη Καρχαρία, βγες έξω!» ούρλιαξα.
Οι μπάτσοι πέτρωσαν για να πηγαίνουν ασορτί με την ησυχία που ακολούθησε το ουρλιαχτό μου. Περίμενα –τίποτα δεν έγινε.
«Βγες ρε καργιόλη, μη μπω εγώ μέσα!» συνέχισα στην ίδια ένταση.
Ένα φως έσβησε στο παράθυρο που έβλεπε προς το δρόμο, είδα τη σκιά του να χάνεται μέσα στο σπίτι. Χέστης.
Έβγαλα το Άρκους, σημάδεψα το σκοτεινό παράθυρο, πυροβόλησα –ένα τζάμι σωριάστηκε σε κοφτερά κομμάτια. Κοίταξα το Άρκους απορημένος –σκέτο κανόνι το γαμήδι! Βουλωμένα αυτιά επίσης, καμένο μπαρούτι στον αέρα. Στράφηκα προς τους μπάτσους, είχαν λουφάξει προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη στιγμή για να πεταχτούν έξω από το αυτοκίνητο. Τους σημάδεψα στα ίσα –έγινε χαμός εκεί πέρα καθώς βούταγαν ανάμεσα στα καθίσματα.
Χαμογέλασα για έναν αιώνα δευτερολέπτων.
Μετά έβαλα το Άρκους στην τσέπη, ξεκίνησα κατά πάνω τους λες και πήγαινα να τους διεμβολίσω. Σήκωσαν τα κεφάλια, με είδαν, ψάχτηκαν -να βγάλουν όπλα ή να εγκαταλείψουν το πλοίο; Ιδρώτας στα βλέφαρά τους, μπορούσα να τον μυρίσω.
Πριν πέσω πάνω στο αμάξι, έκοψα απότομα αριστερά, βούτηξα το κράνος από την Έλλη και το έσκασα με δύναμη στο παρμπρίζ. Έκανε πολύ φασαρία αλλά καθόλου ζημιά –οι μπάτσοι τσίριξαν κάπως.
Ενώ χανόμουν στο βάθος του δρόμου, αναζητώντας μια διακριτική λεωφόρο να με καταπιεί. Κοίταζα στους καθρέφτες, κανένας δεν με ακολουθούσε –αλλά έτρεχα να το σιγουρέψω. Γιατί από δω και πέρα παίζαμε με τα χαρτιά στο τραπέζι –κομμένες οι μαλακίες, αν με πετύχαιναν θα πυροβολούσαν πρώτα και θα ρωτούσαν πολύ αργότερα.
Η Έλλη άγγιξε τον ώμο μου –έκοψα πιάνοντας δεξιά λωρίδα.
«Γιατί όλα αυτά;» ρώτησε.
Κοκάλωσα την Τενερέ δίπλα στο πεζοδρόμιο, ένιωσα τα στήθη της να τρυπάνε την πλάτη μου. Γύρισα, την κοίταξα.
«Τρεις είναι οι λόγοι», ενημέρωσα. «Πρώτον –επειδή θέλω να τρέμει ο καργιόλης μέχρι να έρθει η ώρα που θα ψοφήσει, δεύτερον –γιατί ο Πέτρος πρέπει να τον καθαρίσει, το δικαιούται, και τρίτον …»
«Τρίτον;»
«Τρίτον … γενικά», μουρμούρισα. Πάντα μας άρεσε να παραθέτουμε τρεις λόγους για κάθε πράξη μας, αλλά ποτέ δεν είχαμε πάνω από δύο δικαιολογίες. Στο νούμερο τρία καθόταν το «γενικά», έτσι για επισημότητα να πούμε.
Κοίταξα την Έλλη.
«Έχεις ακόμα χρόνο να κατέβεις. Κανένας μπάτσος δεν θα ορκιστεί ότι ήσουν μαζί μου πριν από λίγο και κανένας δεν θα σε θεωρήσει συνένοχη».
«Σωστή η άποψη –λάθος το συμπέρασμα», είπε η Έλλη.
«Για ρίχτα», μουρμούρισα.
«Τρεις οι λόγοι. Πρώτον –δεν είμαι συνένοχη, καλά το είπες. Είμαι όμως ένοχη. Δεύτερον –δεν σκοπεύω να αφήσω τον αδερφό μου στα χέρια σου, μόνο του. Και τρίτον …»
«Γενικά;» χαμογέλασα.
Έσκυψε και με φίλησε στο σκάσιμο του χαμόγελου –στην άκρη των χειλιών μου.
«Τι ‘γενικά’ ρε βλάκα; Ειδικά –ειδικότατα!»
Μου άρεσε ο τρόπος που εξειδίκευε το όλο θέμα, αλλά φρόντισα να μην το δείξω. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα –πάντως ξεκίνησα πάλι φουριόζος γιατί η νύχτα δεν θα μας περίμενε για πάντα.
Πίσω μου σφιγγόταν η συγκεκριμένη Έλλη κι αυτό -όσο να πεις, σου δίνει έξτρα σιγουριά. Μυριζόμουν ότι ήμασταν στο σωστό δρόμο για «σύσταση συμμορίας» κι αν τα καταφέρναμε θα υπήρχε μια ελπίδα στο εκατομμύριο να ξεφύγουμε από την κόλαση. Όχι όλοι. Μόνο οι απελπισμένοι –αλλά δεν με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή προοπτική.
Έτσι με βόλευε να πιστεύω.
(συνεχίζεται εάν και εφόσον...)
1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
Έσκυβε πάνω από τον ώμο μου για να πει κάτι που δεν το άκουγα ολόκληρο. Λέξεις έπιανα μόνο, «καταπληκτικά», «απωθημένο», «τρέξε» -ασύνδετες λέξεις, δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Έφτανε μόνο το άρωμα των μαλλιών της που έπεφταν στο αυτί μου γαργαλιστικά. Με νευριάζουν κάτι τέτοια, συνήθως. Όχι τώρα, όχι όσο μου ψιθύριζε τα «καταπληκτικά» και τα τέτοια. Χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τα Σπάτα για να καταλάβω ότι δεν είχα ιδέα που πηγαίναμε. Χρειάστηκε να το παίξω μυστηριώδης και «βάσει σχεδίου», αλλιώς θα με πέρναγε για ξεμωραμένο που χάθηκε στις λεωφόρους μαγεμένος από κάποια πιτσιρίκα. Έτσι ακριβώς ήταν.
Πήρα τον συντομότερο δρόμο για την παραλιακή –έτρεξα όσο ακριβώς χρειαζόταν για να ξεχάσω ότι την έχω πίσω μου. Κι αυτή σταμάτησε να μιλάει. Βγήκαμε στο ύψος της Βάρκιζας, εκεί αποφάσισα οτι ήθελα να σταματήσουμε τελικά. Μετά την πλαζ σε μια καφετέρια της συφοράς, παράγγειλα ένα τοστ επειδή το στομάχι μου είχε γίνει τοξικός βάλτος. Από πάνω μας βάραιναν τα τελευταία απογευματινά σύννεφα, κάποιο ηλιοβασίλεμα –δεν δώσαμε σημασία. Με το ζόρι μάσησα δυο μπουκιές όσο με κοίταζε πίνοντας μιλκσέικ.
«Που πάμε, θα μου πεις;» αναρωτήθηκε.
«Πάμε να βρούμε το λεχρίτη που μας πούλησε».
Έκανε μια ξεγυρισμένη μπουρμπουλήθρα στην επιφάνεια του μιλκσέικ. Μετά το παράτησε στο πλάι ανόρεχτα.
«Αυτόν που λέγανε οι γονείς μου;»
Κούνησα το κεφάλι.
«Τον ίδιο που έλεγε κι ο Πέτρος».
«Είχε πει ο Πέτρος για κανέναν; Πότε;»
«Δεν θυμάσαι; Τον Καρχαρία».
Χτύπησε το μέτωπό της σε στυλ «πως δεν το κατάλαβα!» Άνοιξε και τα μάτια διάπλατα, σαν θαυμασμός μου φάνηκε αυτό –δεν το έψαξα περισσότερο επειδή έδειχνε όμορφη έτσι. Δεν αναρωτιέσαι μπροστά σε τέτοιες γυναίκες –απλά τις χαζεύεις. Έτσι πάει.
Έσπρωξα το πανιασμένο τοστ κι αυτό κουνήθηκε μέσα στο μεταλλικό πιάτο σα μέδουσα. Αηδίασα. Μετά την κοίταξα με το καλύτερό μου υφάκι –προβαρισμένο χρόνια σε καθρέφτες, ακαταμάχητο ήθελα να πιστεύω. Έσκυψα κιόλας, αριστερός αγκώνας στο τραπέζι, μισό χαμόγελο ασορτί με μισόκλειστα μάτια.
«Θα σου πω κάποια πράγματα ντε φάκτο, δεν τα διαπραγματευόμαστε –εντάξει;»
Έγειρε κι αυτή μπροστά χαμογελαστή. Λες να μην αγόραζε τελικά τη μούρη που της πούλαγα;
«Ακούω», ψιθύρισε.
«Μέχρι το πρωί είχα τους μισούς μπάτσους της πόλης πίσω μου και όταν ξημερώσει θα έρθουν οι άλλοι μισοί να τους κάνουν παρέα. Γι΄αυτό είσαι μαζί μου με το ζόρι –σε απειλώ ας πούμε -μην το ξεχάσεις. Θα πάμε να μαζέψουμε τη Ρέα …»
Εκείνη τη στιγμή στράβωσε, τίναξε νευρικά το κεφάλι στο πλάι, ήμουν προετοιμασμένος. Μάγκωσα το σαγόνι της ανάμεσα στα δυο μου δάχτυλα και την κράτησα να με κοιτάζει φάτσα. Συνέχισα.
«Θα μαζέψουμε τη Ρέα, πράγμα δύσκολο γιατί το σπίτι της παρακολουθείται. Μετά θα κρυφτούμε μέχρι τη μέρα που θα μπουκάρουμε στο τρελάδικο για να πάρουμε τον Πέτρο. Αυτό είναι το σχέδιο».
Τινάχτηκε να ελευθερωθεί από τα δάχτυλά μου –γέλασε, τίγκα ειρωνεία.
«Σιγά το σχέδιο!»
«Έχεις κάποιο καλύτερο;» πήρα να φορτώνω.
«Μπορεί και να έχω».
«Στ΄αρχίδια μου. Κράτα το για τον εαυτό σου –εδώ είναι το δικό μου γήπεδο και η μπάλα τσουλάει κατά πως λέω εγώ».
«Μπα; Και γιατί αυτό αν επιτρέπεται;»
«Γιατί το δικό μου κεφάλι θα πέσει στο τέλος», είπα καθώς σηκωνόμουν αφήνοντας ένα δεκάρικο στο τραπέζι. «Και όχι –δεν επιτρέπεται».
Δίπλα στην Τενερέ με έπιασε από τον καρπό κι αυτό ήταν άβολο επειδή έμεινα με το κλειδί μετέωρο. Μου άρεσε όμως.
«Έχεις πιστόλι …» μουρμούρισε με μεταξωτή φωνή.
«Τι μου λες;» έκανα ψευτοθαυμάζοντας.
«Μην κοροϊδεύεις. Δεν τα γουστάρω τα όπλα και δεν μου αρέσει αυτό που μπορεί να πάθεις χρησιμοποιώντας το».
«Από πού κι ως που;» αναρωτήθηκα.
Με κοίταξε απορημένη.
«Από πού κι ως που η ανησυχία για την πάρτη μου –αυτό εννοώ», τη διαφώτισα.
Έσκυψε το κεφάλι.
«Μη γίνεσαι μαλάκας», είπε.
Δύσκολο. Αλλά θα προσπαθούσα πάντως.
«Τη Ρέα γιατί δεν την πας;» έκανα μια προσπάθεια αλλαγής θέματος.
«Επειδή άφησε να της τον πάρουν», απάντησε με γρανιτένια μάτια.
«Και τι να έκανε δηλαδή;»
«Τι να έκανε; Να τους ξέσκιζε … ξέρω ‘γω; Να το πάλευε τέλος πάντων, όχι να καθίσει σαν κότα …»
«Τα έχεις παρεξηγήσει τα πράγματα, δεν είναι όλα τόσο εύκολα, ξέρεις».
«Δικαιολογίες του κώλου –ευχαριστώ δεν θα πάρω! Τίποτα δεν ήταν εύκολο –ποτέ. Ειδικά όταν κοιτάζουμε να μη χαλάσουμε τη ζωούλα μας».
Καβάλησα την Τενερέ, γύρισα το κλειδί, έβαλα μπρος με την πρώτη.
«Ανέβα πιτσιρίκα. Κι όταν χρειαστούμε κριτή με ανασηκωμένο δάχτυλο θα σε ειδοποιήσουμε –μείνε ήσυχη».
Ένα χαστούκι έσκασε πάνω στο αυτί μου –κουφάθηκα προσωρινά.
«Κόψε τις μαλακίες», προειδοποίησα χωρίς να γυρίσω.
Ένα δεύτερο χαστούκι έσκασε στο ίδιο ακριβώς σημείο –άκουσα τις καμπάνες της Μητρόπολης να χτυπάνε συγχρονισμένα. Γύρισα να τη δω.
«Αυτό ήταν για προηγουμένως, στο σπίτι των γονιών μου», είπε απλά.
Βγήκα στο δρόμο φουντωμένος με το αυτί κόκκινο –η πιτσιρίκα ήταν μεγαλύτερος μπελάς απ΄ότι φανταζόμουν τελικά.
Ο Καρχαρίας είχε ένα στέκι κατά Ηλιούπολη μεριά, μια τελειωμένη καφετέρια που έπαιζε βίντεο χέβι μέταλ όσο θυμόμουν. Ήταν και κοντά στο σπίτι του –πήγαινα στοίχημα ότι ακόμα στο ίδιο στέκι θα τραβιόταν κι ακόμα την ίδια βαβούρα θα δείχνανε στην κρεμασμένη οθόνη.
Μας πήρε λιγότερο από μισή ώρα να φτάσουμε στην καφετέρια, η Έλλη καθόταν πίσω μου ξύλινη σαν ινδιάνικο τοτέμ. Έξω από το μαγαζί ήταν παρκαρισμένα ένας σκασμός σπορ αυτοκίνητα, από μέσα ακουγόταν απροσδιόριστος θόρυβος. Κόσμος καθόταν σε τραπεζάκια, μέσα κι έξω –αδύνατο να τσεκάρω αν υπήρχαν μπάτσοι στα πέριξ. Μπήκα αμίλητος, εκείνη με ακολούθησε.
Η γιγαντοοθόνη έδειχνε κάτι ανορεξικές να τραμπαλίζουν τα κόκαλά τους –όλο αυτό λεγόταν επίδειξη μόδας. Η μουσική ήταν του στυλ «επαναλαμβανόμενο τέμπο προς εμπέδωση», κάποιος μαντράχαλος τσίριζε πίσω από τα ντεκ σε άσχετες φάσεις. Κωλοχανείο είχε γίνει το μαγαζί. Πλησίασα έναν μπάρμαν άρτι λαδωμένο από το τοπικό γυμναστήριο.
«Να σε ρωτήσω κάτι; Είδες πουθενά τον Αντώνη; Τον Καρχαρία».
Ο μπάρμαν με κοίταξε άψυχα.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε με τη σειρά του.
Φόρτωσα γιατί σ΄αυτή τη χώρα, αν έβρισκες άνθρωπο που να μην απαντάει στην ερώτηση με ερώτηση θα έπρεπε να του στήσεις ανδριάντα.
«Ποιος κάνει κουμάντο στο μαγαζί;» το πήρα διαφορετικά μπας και βγει άκρη.
Σήκωσε τον αγκώνα και έδειξε στην απέναντι πλευρά της μπάρας –ένας άπλυτος καθόταν εκεί πίνοντας, σε πλήρη παραφωνία με τους υπόλοιπους πελάτες. Έπρεπε να το είχα καταλάβει.
Πήγα προς το μέρος του με την Έλλη κολαούζο.
«Γεια σου», υποστήριξα.
«Γεια σου και σένα», έκανε ο άπλυτος. «Θέλεις κάτι;»
«Ψάχνω τον Αντώνη τον Καρχαρία. Ερχόμασταν εδώ από παλιά …»
«Και;»
«Και έλειπα στο εξωτερικό. Τώρα που γύρισα, είπα να τον ξαναβρώ».
«Καλά έκανες», με καθησύχασε ο τύπος.
Μου ήρθε να του κοπανήσω το κεφάλι στον πάγκο αλλά λυπήθηκα τη ρουστίκ επένδυση.
«Καλά έκανα, αλλά αν δεν μου πεις που βόσκει, δεν θα τον ξαναβρώ. Τι λες κι εσύ;»
Κούνησε το κεφάλι του. Συμφώνησε. Αλλά μέχρι εκεί.
Κοιταζόμασταν λοιπόν αμίλητοι και σκοπεύαμε να το κάνουμε για την υπόλοιπη δεκαετία –αλλά δεν είχαμε υπολογίσει την Έλλη. Η οποία πλεύρισε τον τύπο από την άλλη πλευρά και έσκυψε δίπλα στο μάγουλό του.
«Δεν άκουσες ρε γαμημένε τι σε ρώτησε ο φίλος μου; Που είναι ο Αντώνης σε ρώτησε –απάντα να τελειώνουμε».
Ο άπλυτος θα χαμογέλαγε απαξιωτικά, μπορεί και να της έριχνε καμιά ροχάλα, αν δεν ήταν έμπειρος στις παλιοκαταστάσεις. Προτίμησε λοιπόν να το παίξει επιφυλακτικός.
«Και γιατί να του απαντήσω μωρό μου; Δώσμου έναν λόγο της προκοπής».
Η Έλλη τεντώθηκε σα γάτα, δείχνοντας το φούσκωμα στο εσωτερικό του δερμάτινου, αεροπορικού τύπου, μπουφάν μου.
«Επειδή εκεί μέσα έχει ένα κουμπούρι και θα τα γαμήσει όλα αν δεν πάρει κάποια καλή απάντηση. Συνεννοηθήκαμε;»
Ο άλλος κοίταξε εκεί που του έδειχνε η Έλλη. Μετά κοίταξε εμένα.
«Δίκιο έχει», είπα απολογητικά. Δεν ήξερα τι άλλο να πω.
«Έχει καιρό να περάσει από δω ο Αντώνης. Αλλά μένει ακόμα στο ίδιο σπίτι … ξέρεις;»
Τον χτύπησα φιλικά στην πλάτη.
«Είσαι και πρώτος αγόρι μου», χαμογέλασα.
«Και ο πρώτος χαφιές», έφτυσε η Έλλη όσο ξεκόλλαγε από το πλάι του.
Κινηθήκαμε αργά προς την έξοδο. Στα δέκα βήματα γύρισα απότομα και τον είδα να κάνει νοήματα, δείχνοντάς μας. Κάτι πούστηδες σηκώθηκαν από τα τραπέζια τους.
Πάγωσα βλέποντάς τους –«πάει τον ήπιαμε τώρα», μουρμούρισα.
«Τι έγινε;» με σκούντηξε η Έλλη.
«Θα μας την πέσουν», είπα.
«Μη δίνεις σημασία», γέλασε.
Την πίστεψα –δεν είχα και τίποτα καλύτερο να κάνω.
Ανεβήκαμε στην Τενερέ όσο οι άλλοι χώνονταν σε ένα αυτοκίνητο, τριάντα μέτρα πίσω μας. Ξεκινήσαμε –κομβόι.
«Κατά που πέφτει το σπίτι του;» ρώτησε η Έλλη.
«Δυο χιλιόμετρα πιο κάτω», είπα.
«Δεν μας παίρνει να πάμε τώρα. Θα μας την έχουν στημένη», αποφάσισε η Έλλη.
Φόρτωσα.
«Εγώ λέω τι μας παίρνει και τι όχι. Ξηγηθήκαμε;»
Γέλασε.
«Εντάξει, κάνε παιχνίδι Αρχηγέ Κουίνμπι», κορόιδεψε.
«Δεν μας παίρνει να πάμε τώρα. Θα μας την έχουν στημένη», ανακοίνωσα με έμφαση.
«Λες;» αναρωτήθηκε όλο φυσικότητα.
«Λέω», απάντησα.
«Ε, αν έτσι νομίζεις –να μην πάμε», είπε.
«Δεν θα πάμε», αποφάνθηκα.
Και μετά ξεκίνησα καρφωτός για το σπίτι του Αντώνη.
Το αυτοκίνητο με τα παιδιά της καφετέριας φρέναρε όταν μπήκαμε στον δρόμο του Αντώνη, έστριψε στο πρώτο στενό κι εξαφανίστηκε. Δεν μου πήρε πολύ ώρα να καταλάβω το γιατί. Ένα ασφαλίτικο αμάξι απέναντι από την αυλόπορτα του Καρχαρία, απηύδησα –«κοίτα να δεις ρε πούστη μου που πάνε τα λεφτά των φορολογουμένων!»
Έκοψα να μην τους αλαφιάσω, άφησα την Τενερέ να τσουλάει αρχοντικά στο δρομάκι –με είδαν. Κοίταξα κλεφτά από το κράνος, δεν είχαν πρόθεση να βγουν από το αμάξι –καλό ήταν αυτό. Σταμάτησα έξω από την αυλόπορτα χωρίς να σβήσω τη μηχανή και κόρναρα δαιμονισμένα. Η Έλλη πίσω μου σφίχτηκε –ένα κουβάρι νεύρα. Συνέχισα να κορνάρω, έβγαλα το κράνος, κοίταξα τους ασφαλίτες πριν το δώσω στην Έλλη να το κρατάει.
«Ρε πούστη Καρχαρία, βγες έξω!» ούρλιαξα.
Οι μπάτσοι πέτρωσαν για να πηγαίνουν ασορτί με την ησυχία που ακολούθησε το ουρλιαχτό μου. Περίμενα –τίποτα δεν έγινε.
«Βγες ρε καργιόλη, μη μπω εγώ μέσα!» συνέχισα στην ίδια ένταση.
Ένα φως έσβησε στο παράθυρο που έβλεπε προς το δρόμο, είδα τη σκιά του να χάνεται μέσα στο σπίτι. Χέστης.
Έβγαλα το Άρκους, σημάδεψα το σκοτεινό παράθυρο, πυροβόλησα –ένα τζάμι σωριάστηκε σε κοφτερά κομμάτια. Κοίταξα το Άρκους απορημένος –σκέτο κανόνι το γαμήδι! Βουλωμένα αυτιά επίσης, καμένο μπαρούτι στον αέρα. Στράφηκα προς τους μπάτσους, είχαν λουφάξει προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη στιγμή για να πεταχτούν έξω από το αυτοκίνητο. Τους σημάδεψα στα ίσα –έγινε χαμός εκεί πέρα καθώς βούταγαν ανάμεσα στα καθίσματα.
Χαμογέλασα για έναν αιώνα δευτερολέπτων.
Μετά έβαλα το Άρκους στην τσέπη, ξεκίνησα κατά πάνω τους λες και πήγαινα να τους διεμβολίσω. Σήκωσαν τα κεφάλια, με είδαν, ψάχτηκαν -να βγάλουν όπλα ή να εγκαταλείψουν το πλοίο; Ιδρώτας στα βλέφαρά τους, μπορούσα να τον μυρίσω.
Πριν πέσω πάνω στο αμάξι, έκοψα απότομα αριστερά, βούτηξα το κράνος από την Έλλη και το έσκασα με δύναμη στο παρμπρίζ. Έκανε πολύ φασαρία αλλά καθόλου ζημιά –οι μπάτσοι τσίριξαν κάπως.
Ενώ χανόμουν στο βάθος του δρόμου, αναζητώντας μια διακριτική λεωφόρο να με καταπιεί. Κοίταζα στους καθρέφτες, κανένας δεν με ακολουθούσε –αλλά έτρεχα να το σιγουρέψω. Γιατί από δω και πέρα παίζαμε με τα χαρτιά στο τραπέζι –κομμένες οι μαλακίες, αν με πετύχαιναν θα πυροβολούσαν πρώτα και θα ρωτούσαν πολύ αργότερα.
Η Έλλη άγγιξε τον ώμο μου –έκοψα πιάνοντας δεξιά λωρίδα.
«Γιατί όλα αυτά;» ρώτησε.
Κοκάλωσα την Τενερέ δίπλα στο πεζοδρόμιο, ένιωσα τα στήθη της να τρυπάνε την πλάτη μου. Γύρισα, την κοίταξα.
«Τρεις είναι οι λόγοι», ενημέρωσα. «Πρώτον –επειδή θέλω να τρέμει ο καργιόλης μέχρι να έρθει η ώρα που θα ψοφήσει, δεύτερον –γιατί ο Πέτρος πρέπει να τον καθαρίσει, το δικαιούται, και τρίτον …»
«Τρίτον;»
«Τρίτον … γενικά», μουρμούρισα. Πάντα μας άρεσε να παραθέτουμε τρεις λόγους για κάθε πράξη μας, αλλά ποτέ δεν είχαμε πάνω από δύο δικαιολογίες. Στο νούμερο τρία καθόταν το «γενικά», έτσι για επισημότητα να πούμε.
Κοίταξα την Έλλη.
«Έχεις ακόμα χρόνο να κατέβεις. Κανένας μπάτσος δεν θα ορκιστεί ότι ήσουν μαζί μου πριν από λίγο και κανένας δεν θα σε θεωρήσει συνένοχη».
«Σωστή η άποψη –λάθος το συμπέρασμα», είπε η Έλλη.
«Για ρίχτα», μουρμούρισα.
«Τρεις οι λόγοι. Πρώτον –δεν είμαι συνένοχη, καλά το είπες. Είμαι όμως ένοχη. Δεύτερον –δεν σκοπεύω να αφήσω τον αδερφό μου στα χέρια σου, μόνο του. Και τρίτον …»
«Γενικά;» χαμογέλασα.
Έσκυψε και με φίλησε στο σκάσιμο του χαμόγελου –στην άκρη των χειλιών μου.
«Τι ‘γενικά’ ρε βλάκα; Ειδικά –ειδικότατα!»
Μου άρεσε ο τρόπος που εξειδίκευε το όλο θέμα, αλλά φρόντισα να μην το δείξω. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα –πάντως ξεκίνησα πάλι φουριόζος γιατί η νύχτα δεν θα μας περίμενε για πάντα.
Πίσω μου σφιγγόταν η συγκεκριμένη Έλλη κι αυτό -όσο να πεις, σου δίνει έξτρα σιγουριά. Μυριζόμουν ότι ήμασταν στο σωστό δρόμο για «σύσταση συμμορίας» κι αν τα καταφέρναμε θα υπήρχε μια ελπίδα στο εκατομμύριο να ξεφύγουμε από την κόλαση. Όχι όλοι. Μόνο οι απελπισμένοι –αλλά δεν με χάλαγε ιδιαίτερα αυτή προοπτική.
Έτσι με βόλευε να πιστεύω.
(συνεχίζεται εάν και εφόσον...)
