Τετάρτη, Ιουλίου 30, 2008

"Σταυροφορία χωρίς σταυρό"

Ήταν σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη που το άκουσα. Δηλαδή, εγώ δεν πολυακούω ραδιόφωνο γιατί μένω στα βουνά και δεν πιάνουν πολλοί σταθμοί εκεί πάνω, αλλά με έφαγε ο McManus. «Άκου, έχει φάση» και τέτοια –άκουσα κι εγώ τέλος πάντων.

Δεν είναι η συνέντευξη το θέμα μου, αλλά μια φράση του Old boy –λοιπόν, ο άνθρωπος κατάφερε να προσεγγίσει το θέμα της κυρίαρχης νοοτροπίας των bloggers εντελώς ιμπρεσιονιστικά, ας πούμε. Η ερώτηση ήταν περίπου «για πείτε μας, τι είσαστε τελικά εσείς οι bloggers;» Και το άτομο απάντησε ότι είχε δει τις προάλλες τον καινούργιο Batman, υπήρχε μια σκηνή όπου ο σουπερήρωας καθόταν παρέα με τον Δήμαρχο, τον Εισαγγελέα και άλλους κουστουμάτους. Κάπως έτσι προσδιόρισε και τους bloggers –σαν άτομα με «κρυμμένες» ταυτότητες που κάθονται δίπλα στους «κανονικούς» και συνομιλούν μαζί τους.

Για να μην τον παρερμηνεύσω θα πρέπει να σου πω ότι αναφερόταν κυρίως σε αυτή τη φάση όπου ο Χ δημοσιογράφος (ας τον πούμε Ιώσηπο Μοισιόδακα, χάριν ευκολίας) απευθύνεται στον κύριο απέναντί του (ας τον δούμε σαν έναν συνηθισμένο άνθρωπο, μέσης ηλικίας και μέσης ενδυματολογικής αμφίεσης) κάπως έτσι:
Ιώσιπος Μοισιόδαξ: Λοιπόν, Beast of Bourbon, πες μας δυο πράγματα για το blog σου.
Συνηθισμένος άνθρωπος-blogger: Τι να σου πω Ιώσιπε; Ότι θέλω να πω το γράφω εκεί μέσα κι απορώ γιατί με κάλεσες να μιλήσουμε στην τελική.

Αυτό ήταν το έναυσμα για τον Old boy –ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζω.

Επειδή έτυχε να δω κι εγώ το καινούργιο Batman, τσίμπησα στον παραλληλισμό και αποφάσισα να ξεμαλλιάσω κάπως τον παραπάνω συλλογισμό.

Κατά πρώτον, μια παρένθεση περί καινούργιου Batman. Η ταινία ήταν, σύμφωνα με την ποταπή μου γνώμη, ένας ύμνος στην κλειστοφοβική Αμερική του Τζώρτζ (ψυχάκια) Μπους. Οι διεφθαρμένοι μπάτσοι ήταν μονίμως σκούρου χρώματος (Μεξικάνοι ή μαύροι), τα βασανιστήρια δικαιολογούνταν από την ανάγκη να σωθούν ζωές ή ακόμα κι επειδή ο παλιομασκαράς ο φυλακισμένος ήταν προκλητικός, ο «καλός» ήταν «καλός» όσο έμενε όμορφος και ατσαλάκωτος –όταν του κάνανε τα μούτρα κρέας μετατράπηκε αυτομάτως σε κομπλεξικό ψυχοπαθή. Το ηθικό δίδαγμα ήταν πως, για να νικήσεις τους «κακούς» πρέπει να πέσεις στο επίπεδό τους, να χρησιμοποιήσεις τις μεθόδους τους. Κλείνει η παρένθεση και ακολουθεί το ξεμάλλιασμα του συλλογισμού.

Έχω διαβάσει ένα κάρο bloggers που έχουν λίγο περισσότερη αυτοπεποίθηση από τον Batman και απείρως μεγαλύτερη προσήλωση στην ιερότητα του σκοπού τους από τον ίδιο τον Captain America. Έχουν αυτή τη σιγουριά ότι αρκεί να το γράψουν στο blog τους και την επόμενη στιγμή οι «κακοί» θα μετατραπούν σε αμμοχάλικο. Είναι κάτοχοι της αδίστακτης και μοναδικής αλήθειας, οι ψευτοηθικοί ενδοιασμοί του Batman δεν τους απασχολούν στο ελάχιστο.

Εμένα πάλι με απασχόλησε πολλές φορές η αιτία. Γιατί βρε αδερφέ το παίζεις έτσι; Γιατί κατακρίνεις, θάβεις, καταγγέλλεις, βρίζεις, χωρίς να ψάξεις καν την ορθότητα των συλλογισμών σου; Κι αν τύχει να σου στραβώσει το βαρύγδουπο –γιατί δεν λες ένα «συγνώμη -λάθος», αλλά πλακώνεις στο βρισίδι τους τριγύρω –ανακαλύπτοντας «προβοκάτορες και νεροκουβαλητές στον μύλο της αντίδρασης» σαν παλιός Κνίτης;
Δεν αρνούμαι ότι όλο αυτό το απέδιδα σε μικροπρέπεια, ανάγκη επίδειξης, κόμπλεξ κατωτερότητας –συνηθισμένα πράγματα. Σε στυλ «τρώω σφαλιάρες όλη μέρα, από το αφεντικό στη δουλειά, από την πεθερά και τη γυναίκα στο σπίτι, από τον μπροστινό με το Καγιέν –θα μπω κι εγώ στο blog να ξεσπάσω, θα σας πηδήξω όλους τώρα!» Δεν πρόκειται να αρνηθώ επίσης ότι η άποψή μου αυτή μπορεί να προκύπτει από προσωπικές εμπειρίες, μπορεί έτσι να λειτουργώ εγώ και να το προβάλλω σε όλους τους υπόλοιπους.

Όμως αυτή η φράση του Old boy με προβλημάτισε. Λες τελικά να υπάρχει κόσμος εκεί έξω που την έχει δει Batman; Τιμωρός, εκδικητής, μοναχικός καβαλάρης με αποστολή να σώσει τον κόσμο; Ψάχνω έναν συνοπτικό χαρακτηρισμό για όλα αυτά –κάτσε, το βρήκα! Σταυροφόρος! Εντάξει, τώρα βγάζω κάποια άκρη. Γιατί, είμαι πλέον εγώ που έχω την αποστολή και τις ικανότητες να τη φέρω σε πέρας. Εγώ είμαι ο προικισμένος -επειδή, εκεί που καθόμουν και μάζευα χαρούπια σκίστηκε το ουράνιο παραπέτασμα (ή μπορεί και να είχα φάει το καταπέτασμα, που κάνει ακριβώς το ίδιο), η κοσμική ακτίνα με σημάδεψε και ο ίδιος ο Μέτατρον (με τη φωνή του Άλαν Ρίκμαν) με διέταξε: «πήγαινε και σώσε τον κόσμο, εσύ είσαι ο Εκλεκτός, τσακίσου τώρα αμέσως!» Μετά ο Μέτατρον μεταχειρίστηκε ένα σφηνάκι τεκίλα σαν στοματικό διάλυμα, επειδή στον Παράδεισο απαγορεύεται το αλκοόλ -αλλά αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα.

Έτσι μπορώ να εξηγήσω και την οργισμένη αντίδραση των bloggers-Σταυροφόρων σε κάθε αντίθετη άποψη. Λογικό είναι. Αφού εγώ κατέχω την απόλυτη αλήθεια, ο άλλος είναι, από θέση, απατεώνας. Οι σκοποί του είναι ύπουλοι, σε σύγκριση με τους δικούς μου που είναι ιεροί. Άντε –στην καλύτερη περίπτωση να δεχτώ ότι πρόκειται απλώς για κάποιον αδαή που δεν έχει αντιληφθεί ακόμα την μοναδική και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια –άντε να κάνω υπομονή να του την εξηγήσω για μια ακόμα φορά. Αλλά η υπομονή έχει και τα όριά της –εντάξει;

Είναι η συγκεκριμένη αντίληψη ψυχοπαθολογική; Μήπως ο blogger που κατέχεται από σταυροφορικές εμμονές πρέπει να επισκεφτεί άμεσα ψυχίατρο; Λοιπόν, δεν ξέρω και δε με νοιάζει σε τελική ανάλυση. Όσο κυκλοφορούν εκεί έξω άτομα με το σύνδρομο του θερμοσίφωνα («τον έκλεισα το θερμοσίφωνα ή θα ανατιναχτεί το σπίτι; πρέπει να γυρίσω πίσω, να δω –με έχει πεθάνει το άγχος»), όσο κυκλοφορούν οδηγοί με Hammer, όσο υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι ανήκουν στο «περιούσιο ελληνικό έθνος» -η παραπάνω εμμονή μοιάζει με το συνάχι του καρκινοπαθή. Ενοχλητικό, αλλά όχι μοιραίο. Στον ρόλο του καρκινοπαθή, φυσικά, η κοινωνική μας δομή.

Μιας και έγινε κουβέντα για κοινωνικές ψυχοπαθολογίες –ίσως να υπάρχει κάποια επιστημονική προσέγγιση του φαινομένου «bloggers-Σταυροφόροι». Θα μπορούσες να υποθέσεις δηλαδή, ότι η ανάγκη σημαντικού αριθμού ανθρώπων για πίστη σε κάτι «πέρα και πάνω» από αυτούς δεν καλύπτεται πλέον επαρκώς. Άρα, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, αντιδρούν παρόμοια με τους πρωτόγονους προγόνους τους, προσπαθώντας να καλύψουν την ανάγκη τους αυτή. Υψώνουν δηλαδή εικονικά είδωλα του εαυτού τους και τους προσδίδουν αυξημένο κύρος προκειμένου να τα λατρέψουν στη συνέχεια. Όπως ακριβώς και οι πρωτόγονοι ζωγράφιζαν τους εαυτούς τους σε σκηνές κυνηγιού. Μόνο που, αντίθετα με ότι συνέβαινε στην πρωτόγονη καθημερινότητα, ο ζωγραφισμένος εαυτός έβρισκε πάντα στόχο με το ακόντιο και μονίμως υπερίσχυε του θηράματος.

Τελειώνοντας, θέλω να διευκρινίσω ότι η άποψη του Old Boy ήταν απλώς το έναυσμα –δεν προσπάθησα σε καμιά περίπτωση να την αναλύσω, ή να την κριτικάρω. Με απλά λόγια, δεν ισχυρίζομαι ότι αυτά που αναφέρω παραπάνω έχουν άμεση σχέση με όσα είπε, ή εννοούσε ο άνθρωπος. Εντάξει;

Και μια αυστηρά προσωπική άποψη σχετικά με την γενικότερη παρουσία των bloggers στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (την οποία δεν χρειάζεται να λάβει κανείς σοβαρά υπόψη του): Έχω την εντύπωση ότι η δυναμική του μέσου blogger εξαντλείται στα όρια του blog του. Γιατί (ο μέσος blogger -το ξαναλέω) ξέρει να χρησιμοποιεί σε ικανοποιητικό βαθμό τα εργαλεία της συγκεκριμένης πλατφόρμας. Στο γυαλί, ή στο μικρόφωνο, για παράδειγμα, εμφανίζεται συνήθως ένας χαρακτήρας αποδυναμωμένος λόγω της αδυναμίας χρήσης των προσφιλών του εργαλείων. Έτσι ο χειμαρρώδης και επιθετικός blogger (σε στυλ Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νου) καταλήγει να μοιάζει κοινότυπος και απονευρωμένος, λόγω αμυντικής τακτικής (σε στυλ Εθνική Ελλάδος επί Ρεχάγκελ). Με λίγα λόγια –δεν έχει πλάκα. Γιατί, αντί να βλέπω τον Batman που, δικαίως, εντοπίζει ο Old boy στα blogs, συνήθως καταλήγω να παρακολουθώ μια εκμοντερνισμένη εκδοχή της πάλαι ποτέ «μάνας ρέιβερ». Προσωπική εντύπωση –έτσι; Και μηδέν παρεξήγηση.

Δευτέρα, Ιουλίου 28, 2008

El Gordo Chila

Στις 27 Ιουλίου του 1965 γεννήθηκε στο Luque της Παραγουάης ο Jose Luis Felix Chilavert Gonzalez.

Εμφανίστηκε στα γήπεδα για πρώτη φορά, 15 χρονών, κάτω από τα δοκάρια της Sportivo Luqueno. Για τα επόμενα 25 χρόνια πρόλαβε να παίξει στην Εθνική της Παραγουάης, σε ομάδες της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Αργεντινής. Πρόλαβε επίσης να βάλει 62 γκολ και ήταν ο πρώτος τερματοφύλακας που το κατάφερνε, ο Rogerio Ceni τον ξεπέρασε μόλις το 2006, όταν ο Chila είχε ήδη αποσυρθεί.



Τι άλλο; Ναι –βέβαια …

Πρόλαβε να φτύσει τον Roberto Carlos μπροστά στις κάμερες. Έλεγε: «Ήταν ατυχές, το παραδέχομαι, που η φωτογραφία μου να φτύνω τον Βραζιλιάνο Roberto Carlos κυκλοφόρησε σε όλον τον κόσμο. Με είχε προσβάλει μετά το παιχνίδι. Πως μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι θα επιτεθείς σε κάποιον χωρίς να σου έχει κάνει τίποτα; Προφανώς, τα όσα μου είχε πει δεν αναφέρθηκαν καθόλου. Αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Θα πρέπει να το δεχτείς –έτσι απλά. Άσε που η όλη ιστορία ενίσχυσε τη φήμη μου σαν κακοποιό στοιχείο».



Πρόλαβε ακόμα να παίξει στην Penarol φορώντας μονίμως άσπρες κάλτσες, κάτι που δεν είχε τολμήσει κανένας άλλος τερματοφύλακας τα προηγούμενα 100 χρόνια, αφού το άσπρο είναι το επίσημο χρώμα της μισητής Nacional.

Πρόλαβε να τα χώσει στον Michael Owen για τη συμμετοχή σου σε καμπάνια εναντίον του εθίμου κατανάλωσης σκυλίσιου κρέατος από τους κατοίκους της Νότιας Κορέας. Είχε πει: «Είμαι 100% υπέρ της διατήρησης του εθίμου σχετικά με την κατανάλωση σκυλίσιου κρέατος. Γιατί μου φαίνεται πως τα πολιτιστικά ζητήματα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Γιατί δεν σταματάνε το κυνήγι αλεπούς στην Αγγλία, ή τις ταυρομαχίες στην Ισπανία; Είναι κι αυτά πολιτιστικά ζητήματα που υποστηρίζω».

Πρόλαβε τέλος να κάνει κι ένα εξάμηνο φυλακή στη Γαλλία επειδή είχε πλαστογραφήσει έγγραφα σχετικά με την αποζημίωση που έπρεπε να πάρει από τη Racing του Στρασβούργου.

Δεν συμμετείχε στο Copa America του 1999 που διοργάνωσε η Παραγουάη δηλώνοντας ότι δεν μπορεί να παίζει μπάλα σε μια διοργάνωση με τα χρήματα της οποίας θα μπορούσαν να τραφούν τα πεινασμένα παιδιά της χώρας, να βοηθηθούν σε θέματα εκπαίδευσης και να αποκτήσουν κάποια στοιχειώδη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Το 2004 παράτησε το ποδόσφαιρο γιατί ήθελε να περνάει περισσότερο χρόνο με την εξάχρονη (τότε) κόρη του.

Έλεγε: «Είχα φτιάξει μια εικόνα. Για μένα, με τη φάτσα που έχω, ήταν ευκολότερο να παίζω τον κακό μέσα στο γήπεδο. Αλλά θέλω να ξεκαθαρίσω ένα πράγμα –προσπαθούσα πάντα να αδιαφορώ σχετικά με το τι σκέφτονται οι άλλοι για μένα. Είμαι αυτός που είμαι και η συμπεριφορά μου δεν με έχει βλάψει ακόμα».



Τον θυμάμαι στο Μουντιάλ του 1998 να τραβάει μόνος του εκείνη την αισχρή ομάδα της Παραγουάης μέχρι τον δεύτερο γύρο. Τον θυμάμαι να παίζει και πάλι μόνος του, κόντρα στην πανίσχυρη Γαλλία βρίζοντας τους Παραγουανούς που σωριάζονταν σα δεσποινίδες για να κερδίσουν χρόνο. Τον θυμάμαι στο τέλος του παιχνιδιού να παρηγορεί εκείνον το γελοίο αμυντικό του, που ήταν υπεύθυνος για τον αποκλεισμό της ομάδας με γκολ στην παράταση -το ηλίθιο «χρυσό γκολ» που ίσχυε τότε.



Επειδή χτες είχε τα γενέθλιά του ήθελα να πω –ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΧΟΝΤΡΕ.

Παρασκευή, Ιουλίου 11, 2008

Ξέβαθη θάλασσα

Το νερό ρούφαγε μικρούς αγκαθωτούς ήλιους, κοίτα πως γίνεται, πέφτει εκείνος ο φωτεινός αχινός -κι εγώ δεν ξέρω από που –διαλύεται όταν ακουμπάει στη λεία επιφάνεια, το νερό μετατρέπει τη λάμψη σε αντανάκλαση κι αυτό ήταν όλο. Πάταγα σε ζαχαρένια άμμο βουλιάζοντας στο νερό, μια θάλασσα μόνο δικιά μου. Και ο ήλιος εξουδετερωμένος από το νερό –που το πας αυτό; Σκεφτόμουν οτι αν τα τίναζα εκεί μέσα δεν θα είχα κανένα παράπονο, ίσως ο χρόνος να ήταν λάθος αλλά ο τόπος ήταν ιδανικός –δεν μπορούμε να τα θέλουμε κι όλα δικά μας!

Τότε άκουσα τις φωνές. Αλλά δεν γύρισα να κοιτάξω –δε γαμιέσαι όποιος και να ‘σαι;

Είχαμε ξεκινήσει παραμυθιασμένοι, με προορισμό τις ξανθιές τουρίστριες που θα μας περίμεναν στα λιμάνια, πρόθυμες για όλα. Κουβαλούσαμε υπνόσακους, σκηνές και παγούρια τιγκαρισμένα στη βότκα, κουβαλούσαμε ένα πλήρες σετ εργαλείων για τα διακοσοπενηντάρια σούργελα που καβαλάγαμε, κουβαλούσαμε την κατάρα των γέρων μας για τα λεφτά που θα ξοδεύαμε άσκοπα αντί να πάμε στα κωλοχώρια μας όπου θα βρίσκαμε τα πάντα τζάμπα. Και να φανταστείς οτι τα λεφτά ήταν δικά μας, τα είχαμε δουλέψει έναν χειμώνα ολόκληρο σε δειγματοδιανομές και ιδιαίτερα μαθήματα (οι υπόλοιποι αυτό το τελευταίο, καθότι εγώ δε φτούραγα λόγω αντικειμένου σπουδών).
Έτσι επιβιβαστήκαμε στον σκυλοπνίχτη, δέσαμε, σα σαλάμια, τα σούργελα στο γκαράζ, «ρε μαλάκα, έτσι που μπέρδεψες το χταπόδι δεν θα μπορείς να το λύσεις όταν φτάσουμε!», «κάνε δουλειά σου –εδώ μιλάμε για ναυτικό κόμπο, βλέπε να μαθαίνεις», «έτσι δένουν οι ναυτικοί; και πότε το κάνουν αυτό; όταν πάνε να κρεμαστούν στο πιο ψηλό κατάρτι;»

Ήταν λοιπόν αυτή η θάλασσα που δε με άφηνε να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο, είχα σημαντική δουλειά να κάνω, είχα να ψάξω κατά που πάει το ρεύμα –και δεν ήταν μόνο ένα το ρεύμα. Ενώ κέντραρα αφήνοντας ρυάκια να περνάνε κατά το πέλαγος, βιαστικά ανάμεσα στα πόδια μου, την ίδια στιγμή έτρωγα μια απαλή στην πλάτη, σε στυλ φιλικής παραίνεσης, «κατά κει πέφτει η παραλία αν ενδιαφέρεσαι». Δεν ενδιαφερόμουν. Άφηνα το νερό να κάνει τα δικά του κι εγώ κάρφωνα τα πόδια στην άμμο πεισματικά –ούτε μπρος, ούτε πίσω, εδώ είμαι καλά, λέω να μείνω. Οι φωνές συνεχίζονταν ακανόνιστα.

Ψάχναμε μια δικαιολογία να πάμε Μύκονο. Δηλαδή, κι αλλού να πηγαίναμε στ΄αρχίδια μας, αλλά την είχαμε δει «αν όχι τώρα, τότε ποτέ» με το νησί. Επειδή ήταν εκείνη η συναυλία, τρεις μέρες στην παραλία –ή κάτι τέτοιο. Θα μαζεύονταν όλα τα καλά παιδιά, γνωστοί μας νιου γουέιβ τύποι που περιμέναμε να δούμε αν θα γίνουν στάχτη από τις ακτίνες του ήλιου, κάτι παλιοί ροκάδες και μπόλικοι ενδιάμεσοι. Δέκα συγκροτήματα το σύνολο, μπορεί και περισσότερα –τι σημασία είχε; Εμείς πηγαίναμε για τη φάση, φρι κάμπινγκ και φωτιές στην παραλία τις νύχτες –κάπως έτσι το είχαμε υπολογίσει. Και για τις τουρίστριες –ξανθές, πρόθυμες, απελευθερωμένες –ροκ συναυλία ήταν, δεν μπορεί ... όλο και θα μαζεύονταν στα πέριξ.
Ξεκινήσαμε λοιπόν τις γνωριμίες στο καράβι καθότι «των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν –δεν πεινάνε», σωστά;
«Ένα 3-0 ατόφιο», μου μάγκωσε το γόνατο ο Τόλης. Σκέτη τανάλια, έδειχνε ταυτόχρονα στο βάθος κατάστρωμα, δέκα πάγκους μακριά μας.
«Σιγά ρε γαμώτο, με σακάτεψες», γκρίνιαξα.
«Καλά, θα σου περάσει. Τώρα προέχει το 3-0», με συνέφερε.
3-0, μαγικός συνδυασμός, τρεις κοπέλες μόνες τους, ασυνόδευτες. Το μαγικό βεβαίως είχε να κάνει με το γεγονός οτι κι εμείς τρεις ήμασταν.
«Και τι περιμένεις; Δεν ξέρεις τη δουλειά σου;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος κοιτάζοντάς τον. «Δώσμου ένα Κάμελ». Αυτό πήγαινε σε μένα, αφού ήμουν ο μόνιμος καπνιστής και άρα προμηθευτής των υπολοίπων.
Του έδωσα και ξάπλωσα στον άβολο πάγκο όσο πιο άνετα μπορούσα περιμένοντας τη σειρά μου. Γιατί έτσι ήταν τα πράγματα όταν επρόκειτο για γκόμενες, πρώτα ο Τόλης για πιάσιμο επαφής, μετά εγώ, ο ειδικευμένος σε θέματα γενικής φύσεως περί ανέμων και τα λοιπά, τελευταίος ο Πέτρος για να χοντρύνει τη φάση.
Ο Τόλης σηκώθηκε, οι γιακάδες του τζιν μπουφάν του σηκώθηκαν επίσης, ξεκίνησε να περπατάει με μισάνοιχτα πόδια σα συγκαμένος.
«Πάνω τους σακάτη!» πανηγύρισε ο Πέτρος.
«Λες να του την κάνουμε και να τον αφήσουμε στον άσσο;» σκέφτηκα φωναχτά.
«Πλάκα θα είχε», είπε ο Πέτρος.
«Πάει για τώρα;» τον ρώτησα.
«Άσε μωρέ τις σάχλες. Αν ήταν τίποτα κηδείες οι γκόμενες –εντάξει. Αλλά μου φαίνονται μια χαρά. Κι εσύ κάνεις όλο τα ίδια όταν έρχεται η σειρά σου να προωθηθείς».
Είχε δίκιο –όλο τα ίδια έκανα. Ποτέ δεν ήμουν άνετος με τις άγνωστες γκόμενες –γινόμουν όμως λόγω ανάγκης. Αλλά υπήρχε κάτι ακόμα, οι κοπέλες εκεί πέρα ήταν ανοιχτή βεντάλια, ξεκίναγαν από τη «σούπερ» και κατέληγαν στο «φρόκαλο». Και ποιος θα έπαιρνε το φρόκαλο; Ποιος είχε το χειρότερο μηχανάκι; Ποιος διάλεγε πάντα τελευταίος; Εκεί ακριβώς ήταν το πρόβλημά μου αν θες να ξέρεις

Ο Τόλης στραβοκοίταζε προς το μέρος μας απεγνωσμένος, είχε κάνει το κομμάτι του και τώρα καθόταν έτοιμος για κρέμασμα, με τις ατάκες ξεφούσκωτες κάτω από τα Κονβέρς του. Σηκώθηκα βιαστικά –καλύτερα να κουβάλαγα στη μηχανή μου εκείνη την ασχημομούρα της παρέας, παρά τη γκρίνια του για τις υπόλοιπες διακοπές. Πλησίασα –η φάτσα του έφεξε.
«Μάι φρεντ ...», τράβηξε μια απομίμηση Μίκυ Ρουρκ από Μπαρφλάι μεριά. Μετά με σύστησε στις κοπέλες, αρχίδια, δεν έπιασα τα ονόματά τους –έτσι κι αλλιώς θα τα ξέχναγα αμέσως -ακόμα κι αν τα καταλάβαινα.
Κάτι Ολλανδέζες ήταν, προς το «βλάχες» –μόνο τα τσόκαρα και το μαντήλι τους έλειπαν για να πάνε ν΄αρμέξουν τις ολόφρεσκες αγελάδες καταμεσής στα παχιά λιβάδια. Κοίταξα τον Πέτρο που αντικαρφωνόταν χαζεύοντας το ανοιχτό πέλαγος –τον ζήλεψα κάπως.
Μετά άρχισα μια παπαρολογία περί τόπων καταγωγής (μου είπαν κάτι μέρη άγνωστα, μάλλον από τα Τρίκαλα Ολλανδίας ήταν οι κοπέλες), περί σπουδών (νοσοκόμες ή παραδουλεύτρες σπούδαζαν –δεν το ΄πιασα καλά) και κατέληξα σε ερωτήσεις σχετικά με το πως περνάνε στη χώρα μας (πού χέστηκα δηλαδή, αλλά, να ‘χαμε να λέγαμε). Πριν το καταλάβω πλάκωσε ο Πέτρος, ηρέμησα γιατί η δουλειά μου είχε τελειώσει, ζήτησα συγνώμη και καλά για κατούρημα –ο Τόλης με ακολούθησε.
«Πως τις είδες;» ρώτησα.
«Ξενερουά» απάντησε.
«Εμένα μου λες;» παραπονέθηκα. «Ούτε με τη θεια μου δεν κάνω τόσο κόπο να βρω θέματα για κουβέντα».
«Εντάξει δεν τρέχει τίποτα», είπε.
«Άρα, τις φτύνουμε και πάμε γι΄άλλα;» χαμογέλασα.
«Τρελός είσαι;» πετάχτηκε. «Το 3-0 είναι ιερό! Αν τις αφήσουμε θα πάμε τσιφ στην κόλαση! Άλλωστε, εγώ έχω αποφασίσει να πάρω αυτή με τα κοντά μαλλιά».
Τον κοίταξα.
«Την ψηλή;»
«Την ψηλή ναι».
«Που μοιάζει με άλογο;»
«Αυτήν».
Κούνησα το κεφάλι. Είχε διαλέξει τον μέσο όρο, έμενε η «σούπερ» και το «φρόκαλο». Τι ανησυχούσα; Λες και δεν ήξερα τη μοίρα μου!

Οι φωνές κατάφεραν να φτιάξουν το δικό τους ρεύμα στη θάλασσα –τι σου λέει πάλι αυτό; Όχι γαργαλιστικό και υπόγειο σαν εκείνα που με απασχολούσαν προηγουμένως –όχι τέτοιο. Στον αφρό κυλούσε το ρεύμα από φωνές κι ο αφρός έμοιαζε με φανέλα του Ολυμπιακού –ασπροκόκκινος. Ήθελα να το αποφύγω, μην κοιτάξεις τον αφρό, κάνε βουτιά και άστον να περάσει από πάνω σου. Θα φύγει, τι θα κάνει; Πίσω είναι το ανοιχτό πέλαγος, μπροστά η παραλία που ουρλιάζει –κάτσε εδώ, εκκρεμής με τα νύχια σφηνωμένα στην υγρή άμμο, θα περάσει. Μην κοιτάς ρε ηλίθιε, βούτα όσο προλαβαίνεις! Βούτηξα. Κάτι μασίφ ερχόταν προς το μέρος μου, με σχήμα πολύ ευέλικτο. Σκέφτηκα να πάω πιο βαθιά –κώλωσα. Όταν η παραλία ουρλιάζει και το νερό κουβαλάει άσχετα χρώματα δεν πας στα βαθιά. Αλλά τότε τι κάνεις; Βγαίνεις έξω; Εκείνη η ιδέα περί του να τα τίναζα επιτόπου δεν μου φαινόταν πλέον και τόσο κακή. Το μέρος ήταν σωστό κι ο χρόνος άρχιζε να γίνεται ασφυκτικός.

Κάπνιζα σκαρφαλωμένος στα κάγκελα της πλώρης, δίπλα μου ο Τόλης ταξινομούσε του καλού καιρού.
«Εκείνη θα γούσταρα να τη σκίσω με εμπάθεια –κοίτα στυλ το σκυλί! Από αυτές που δεν καυλώνουν με το πήδημα αλλά με τους άντρες να τις παρακαλάνε! Πολύ εμπάθεια ρε συ, σεξ και βία στο Ιράν, τέτοια φάση θα γούσταρα μαζί της!»
Το «Σεξ και βία στο Ιράν» ήταν το πρώτο βιβλίο που είχα μεταφράσει, την εποχή που ήμουν εργαζόμενος καταληψίας. Πάει να πει, είχαμε καταλάβει τη σχολή και τα ΚΝΑΤ μας πετάγανε αναμμένα στουπιά απ΄έξω κι εγώ κύριος στο έρημο αμφιθέατρο, κάπως μελαγχολικός και χλωμός από το ξενύχτι μετάφραζα τσόντες για να βγάλω κανένα ψιλό. «Σεξ και βία στο Ιράκ» -μια βδομάδα δουλειά, ενός μήνα χαρτζιλίκι. Κοίταξα την κοπέλα που ήθελε να σκίσει ο Τόλης, μια κανονική κανονικότατη μου φάνηκε. Είχε και σγουρό μαλλί, όμορφη κάπως, μετρημένα έκφυλη.
«Που τα είδες όλα αυτά ρε;» τον ρώτησα.
«Ποια;»
«Αυτά οτι γουστάρει οι άντρες να την παρακαλάνε κι έτσι ...»
Με χτύπησε πατρικά στην πλάτη επιδεικνύοντας την αναμφισβήτητη σοφία του γεροντότερου. Παρ΄όλα αυτά εξακολουθούσα να του ρίχνω έναν χρόνο στ΄αυτιά.
«Το γράφει στο μέτωπό της ρε κορόιδο, το φωνάζει με ντουντούκα, το έχει κρεμάσει γιγαντοπανώ και το σέρνει με ελικόπτερο πάνω από το καράβι. ‘Παρακάλα με σκλάβε να σου κάτσω’, δεν το βλέπεις;»
Κοίταξα ψηλά. Δεν το έβλεπα.
«Παλιοπουτάνα!» σφύριξε μέσα από τα δόντια του ο Τόλης και σταμάτησε να ασχολείται.
Σφήνωσα το τσιγάρο ανάμεσα στον μέσο και τον αντίχειρα, σημάδεψα μεσοπέλαγα και το σούταρα.
«Δεν πάμε να δούμε τι κάνει ο άλλος;» πρότεινα.
«Κάτσε, έπιασε λιμάνι το καράβι –κάτσε να ελέγξουμε τις διαδικασίες πρόσδεσης», παρακάλεσε ο Τόλης.
Κολλήματα τέτοια είχε πολλά. Καθίσαμε λοιπόν και χαζεύαμε τους κάβους.
«Κοίτα ρε! Κοίτα!» μου σακάτεψε τον καρπό με ατσαλένια δάχτυλα ο Τόλης.
«Τι ΄ναι πάλι;» τσίριξα.
«Κοίτα αυτό εκείνο το αγγελουδάκι! Οπτασία σκέτη!»
Κοίταξα την ξενέρωτη, κοκαλιάρα ξανθιά που έδειχνε –εντάξει, καλή φάτσα αλλά σκελετός χωρίς κρέας κάτω από το δέρμα. Δεν είπα τίποτα.
«Άγγελος! Αθώα, αγνή! Πόσο θα γούσταρα να τη σκίσω!» μουρμούρισε ο Τόλης.
«Κάτσε ρε μαλάκα! Την άλλη τη σκύλα, λέμε τώρα, να τη σκίσεις –το καταλαβαίνω. Αλλά αυτή που είναι αγνό, αθώο αγγελούδι; Πάλι να τη σκίσεις;» αγανάκτησα.
«Ναι! Αλλά αγνά, τρυφερά! Όχι με εμπάθεια όπως την άλλη την παλιοπουτάνα!» μουρμούρισε αναπολώντας ήδη.
Δεν έβγαζα άκρη.
Τότε ήρθε ο Πέτρος χαρούμενος και τουριστικός. Απορήσαμε.
«Τι κάνεις εδώ ρε; Που είναι οι γκόμενες;»
Μας κοίταξε λες και μόλις τώρα τις θυμήθηκε.
«Αααα, αυτές; Κατέβηκαν».
«Τι έκαναν;»
«Κατέβηκαν εδώ στην Τήνο».
Φάγαμε μπόλικα βολτ στο απότομο.
«Και γιατί δεν μας το είπες πιο πριν ρε μαλάκα;»
Έξυσε το κεφάλι του.
«Σας το λέω τώρα».
«Ναι αλλά τώρα είναι αργά! Δεν προλαβαίνουμε να κατέβουμε μαζί τους!»
Μας κοίταξε απορημένος.
«Γιατί να κατέβουμε; Μύκονο δεν πάμε;»
Τι να του λέγαμε; Τίποτα δεν του είπαμε, το αφήσαμε να δουλεύει μέσα μας και που ξέρεις; Αν ήμασταν τυχεροί, δυο τρία τέτοια ακόμα και θα το κονομάγαμε το έλκος στομάχου –αλλά, καλύτερα στομαχικός παρά φονιάς πίσω απ’ τα κάγκελα.

Το πήρα απόφαση να βουτήξω εκεί που στεκόμουν. Να καθίσω κάτω από το νερό, να περάσουν όλα από πάνω μου –όλα περνάνε, έτσι δε λένε; Σαχλαμάρες. Άνοιξα τα μάτια, έψαξα εκείνο το μασίφ σκουπίδι που ερχόταν κατά δω και ήταν ένα λερωμένο πουκάμισο. Δεν υπήρχε λόγος να κρύβομαι –οι φωνές πλησίαζαν γιατί κάποιοι είχαν μπει στη θάλασσα.

«Μην είσαστε μαλάκες! Σε δυο μέρες θα έρθουν Μύκονο οι γκόμενες», φώναξε ο Πέτρος για ν΄ακουστεί μέσα από τον θόρυβο των κινητήρων.
Λιώναμε στο καμίνι του αμπαριού, περιμένοντας ν΄ανοίξει η μπουκαπόρτα. Καπνός και άκαυστη βενζίνη, μυρωδιά από γράσο και αναμονή.
«Και που θα μείνουν;» ρώτησε κάπως μανουριασμένος ακόμα ο Τόλης.
«Στο κάμπινγκ».
«Γιατί δεν τους είπες να έρθουν στη συναυλία;»
«Τους το είπα».
«Μάλιστα. Και;»
Η μπουκαπόρτα άνοιξε και οι γρήγοροι ξεχύθηκαν κορνάροντας. Κατεβήκαμε όταν έσπασε κάπως ο συνωστισμός, τέσσερις κτηνώδεις BMW μας διπλάρωσαν, οι αναβάτες έσκυψαν να μας μιλήσουν, οι boxer κόντεψαν να μας τσακίσουν τα γόνατα όσο τα κτήνη πλάγιαζαν. Φώναζαν κάτι στον Τόλη. Πλησίασα.
«Φρι κάμπινγκ! Γουέαρ;» άκουσα το γομάρι να ρωτάει –δερμάτινο γιλέκο ανοιχτό, δερμάτινο παντελόνι, χαϊμαλιά.
Ο Τόλης με κοίταξε.
«Γράφτους στ΄αρχίδια σου τους μαλάκες και μη λες τίποτα», του φώναξα. «Αν φέρουν τις γουρούνες τους εκεί που πάμε θα γίνει κατολίσθηση».
Ο Τόλης μου έκλεισε το μάτι κι έκανε τον ανήξερο. Στο λιμάνι είχε νυχτώσει –ξεκινήσαμε, ο ένας πίσω από τον άλλο.
«Πάω μπροστά, τον ελέγχω το δρόμο», μας σφύριξε ο Τόλης.
Το δεχτήκαμε. Σε θέματα προσανατολισμού ήταν άπιαστος.
Αφήσαμε πίσω τα τελευταία σπίτια και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε σε φιδίσιες ανηφόρες. Αρχίσαμε και τις πλάκες στις στροφές, πατάγαμε φρένο όσο αργότερα γινόταν, κάτι γκρεμοί μας περίμεναν, αλλά ήταν πίσσα σκοτάδι και δεν τους βλέπαμε.
«Κόψε, κόψε», έκανε νόημα στον Τόλη ο Πέτρος.
Βγήκαμε στην άκρη του δρόμου.
«Τι έγινε;»
«Δε βλέπετε τα φώτα από κάτω; Οι Γερμαναράδες μας ακολουθούν», έδειξε ο Πέτρος.
«Πολύ καργιόληδες!» παρατήρησε ο Τόλης. «Άστο σε μένα, θα τους στείλω για βρούβες».
Ξεκίνησε, ακολουθήσαμε –οι ανηφόρες έγιναν κατηφόρες, πήρε κάτι χωματόδρομους, χώθηκε σε χωράφια, ακούγαμε σκυλιά από παντού. Αν δεν είχαμε χάσει το δρόμο, θα τον χάναμε εντός ολίγου, κοίταξα τον μετρητή στο καντράν για να βεβαιωθώ ότι είχαμε μπόλικη βενζίνη ακόμα. Είχαμε. Ο Τόλης σταμάτησε στη μέση του πουθενά.
«Σβήστε φώτα», είπε.
Τα σβήσαμε. Περιμέναμε εκεί, σταματημένοι, μόνο τα μέταλλα των εξατμίσεων ακούγονταν να κροταλίζουν ακατάστατα. Σε λίγο είδαμε τα φώτα τους, κρατήσαμε τις ανάσες μας –χωρίς να χρειάζεται.
Μας προσπέρασαν, 100 μέτρα παραπέρα. Αφήσαμε ένα πεντάλεπτο να περάσει.
«Πάμε τώρα», είπε ο Τόλης.
Ξεκινήσαμε τις μηχανές.
«Ξέρεις το δρόμο;» ρώτησα.
«Που να τον ξέρω ρε μαλάκα;» αγανάκτησε ο Τόλης. «Αφού δεν έχω ξανάρθει!»
Δίκιο είχε.

Άνθρωποι πλησίαζαν τρέχοντας μέσα στην ξέβαθη θάλασσα.

Τελικά τη βρήκαμε την παραλία. Δεν βλέπαμε την τύφλα μας εκεί κάτω, μονάχα σκόρπιες φωνές ακούγονταν –άντε να στήσεις σκηνή!
«Έχει κανένας ιδέα από πού βγαίνει ο ήλιος;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Από την ανατολή», είπα.
«Μπράβο χιούμορ!» παρατήρησε. «Ελπίζω να το έχεις ακόμα αύριο το πρωί, όταν θα μας τηγανίζει ο ήλιος από τις 6».
«Στήστε ρε όπου νάναι», φώναξε ο Τόλης. «Σιγά μην έχουν αφήσει τις καλές καβάτζες για μας –όταν ξημερώσει βλέπουμε πως θα βολευτούμε».
Στήσαμε με κάποια υποτυπώδη πασαλάκια –πετάξαμε μέσα τα μπαγκάζια για να μην μας πάρει ο αέρας τη σκηνή. Μετά καθίσαμε για να χαζέψουμε την απεραντοσύνη των άστρων. Αλλά είχε συννεφιά.
Σε λίγο άνοιξαν οι πύλες της κόλασης και πετάχτηκαν θηρία ουρλιάζοντας μεταλλικά, φώτα έλουσαν την παραλία, σκόνη σηκώθηκε. Κοιτάξαμε πίσω έκπληκτοι. Από κάποιες διπλανές σκηνές μουρμούρισαν διαμαρτυρίες. Ο θόρυβος δυνάμωνε μαζί με τα φώτα.
«Τι τρέχει ρε;» αναρωτήθηκα.
«Τα γομάρια οι Γερμανοί βρήκαν την παραλία», είπε ο Πέτρος.
Κάτι κοφτές βρισιές σε στυλ «απόβαση» τον επιβεβαίωσαν.
«Καλά που τους στείλαμε για βρούβες!» επεσήμανα στον Τόλη.
Σήκωσε τους ώμους.
«Ότι μπορούμε κάνουμε», απάντησε.

Το πήρα απόφαση, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να πνιγείς σε βάθος 1,60. Μπορούσα να ακολουθήσω τους αλλοπαρμένους που με προσπερνούσαν, να πάω μαζί τους βαθύτερα. Αλλά δεν υπήρχε λόγος. Η επιφάνεια του νερού είχε μουχλιάσει, η θάλασσα δεν κατάπινε ήλιους πλέον, δεν προστάτευε κανέναν. Θα είχα ήδη ξεκινήσει για να βγω έξω αν δε σιχαινόμουν τις κηλίδες που λέκιαζαν τον αφρό.

Η μέρα ξημέρωσε σκέτη απογοήτευση. Τα μισά συγκροτήματα ακουγόταν ότι δεν θα έρχονταν να παίξουν. Η σκηνή στημένη στη μέση της παραλίας, πιτσιρικάδες να ρολάρουν μπαλαντέζες για ρεύματα, ο Βαβούρας έκανε μαλακίες στην άμμο με ένα κανιβαλισμένο XL –σκέτη παρακμή.
«Λες να γίνει τελικά η συναυλία;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Δεν βουτάμε καλύτερα;» είπε ο Τόλης. «Αν είναι νάρθει θε να ΄ρθει …»
«… αλλιώς θα προσπεράσει», συμπλήρωσε ο Πέτρος.
Ψάξαμε για μαγιό μέσα στο γιουσουρούμ της σκηνής.

Περπάτησα μέχρι εκεί που η άμμος γινόταν βότσαλο, χρειαζόμουν να βρω κάποια πραγματικότητα και να κρεμαστώ πάνω της. Δεν γινόταν να το αναβάλλω περισσότερο –έπρεπε να κοιτάξω προς την παραλία. Κοίταξα. Καμιά δεκαριά άντρες με καρό πουκάμισα κυνήγαγαν κόσμο κραδαίνοντας γκλοπς. Κοίταξα καλύτερα. Πλησίαζαν ανθρώπους, άλλους τους χτυπούσαν στην πλάτη και για άλλους αδιαφορούσαν. Εντελώς συγχρονισμένα φρέναραν, έπαιρναν βαθιές ανάσες που ακούγονταν μέχρι εκεί που βρισκόμουν. Μετά ξεκινούσαν πάλι. Τρέξιμο, χτυπήματα, τρία στον αέρα, ένα σε πλάτη –σταματούσαν. Ένιωσα ένα τσίμπημα στη γάμπα, κοίταξα –μια γυναικεία τσάντα περνούσε από δίπλα μου κολυμπώντας στον αφρό.

Περιμέναμε να βραδιάσει, περιμέναμε ν΄αρχίσει η συναυλία τσαλαβουτώντας στη θάλασσα, κάτι αρχαίοι από δίπλα μάς κέρασαν κονσέρβα ζαμπόν, ψωμί και ζεστό κρασί. Μιλήσαμε λίγο μαζί τους –καμιά επαφή. «Πις μπράδερ, γιούνιτι» και «στρίψε κανά τρίφυλλο, ζαβλακώσαμε στο λιοπύρι» -καθόμασταν στον κύκλο τους και σκεφτόμασταν περί «πις» γιατί από ώρα μας είχε πιάσει κατούρημα.
«Πάμε για εξερεύνηση;» πρότεινε ο Τόλης.
«Πήγαμε», απαντήσαμε οι υπόλοιποι με ένα στόμα και σηκωθήκαμε.
Κάτι σκιερές καβάτζες με σκοίνα θα ήταν μια χαρά μέρος να κάνεις την ανάγκη σου αν δεν τις είχαν πιάσει άλλοι, με σκηνές και υπνόσακους. Βρήκαμε όμως μια καντίνα, αγοράσαμε μπουκάλια μπύρες και πατατάκια –για την κακιά την ώρα που θα μας επισκεπτόταν κανένας. Επιστρέψαμε στη σκηνή μας, θάψαμε τα μπουκάλια στο κύμα, να κρατηθούν δροσερά, βαρεθήκαμε απότομα. Αποφασίσαμε λοιπόν να πέσουμε επιτόπου –κάποιος ύπνος κάτω από τον ήλιο, τι άλλο να κάναμε;
«Ρε σεις ξεχάσαμε να κατουρήσουμε!» θυμήθηκε ο Πέτρος.
«Κάντα πάνω σου, δυο μέτρα από το νερό είμαστε», είπε ο Τόλης χωρίς ν΄ανοίξει τα μάτια.
Αυτό κάναμε.

Άφησα πίσω μου τη σιγουριά του νερού και περπάτησα στην αμμουδιά πατώντας σπασμένα ουρλιαχτά. Δεν είχα σκεφτεί μέχρι τώρα να ψάξω τους δικούς μου –σίγουρος ότι κάπου θα είχαν βολευτεί μέχρι να περάσει η φασαρία. Αλλά ένιωσα μόνος και οι άντρες με τα καρό πουκάμισα αλώνιζαν στα πέριξ, τους χρειάστηκα απότομα τους δικούς μου. Χρειάστηκα την ψευδαίσθηση της προστασίας –τρεις είναι πάντα δυνατότεροι από έναν μόνο του. Κοίταξα τριγύρω. Κάποιος βόγκηξε δίπλα μου, απέφυγα να κοιτάξω. Ένα ξύλο πεταμένο στην άμμο, το κλώτσησα επιφυλακτικά –λουστραρισμένο ξύλο, σπασμένο στη μια άκρη, ένα γκλοπ που είχε τσακίσει στα δύο. Εδώ θα μας σκοτώσουν, θα πεθάνουμε εδώ πέρα –δεν γινόταν να μην το σκέφτομαι όσο κι αν προσπαθούσα.

Ξυπνήσαμε από την τσίκνα –κάτι καιγόταν, μαργαρίνη και αλουμίνιο. Κοίταξα στο πλάι, δυο κοπέλες με μαγιό είχαν ανάψει γκαζάκι κάτω από μια κατσαρόλα. Σκούντηξα τον Τόλη.
«Τι γίνεται ρε; Μαγέρικο άνοιξε εδώ δίπλα;» ρώτησα.
«Γίνεται ότι δυο γκομενίτσες αποφάσισαν να μας ταΐσουν κι εσύ γκρινιάζεις άνευ λόγου», μου απάντησε. «Πάμε να πλυθούμε λίγο στη θάλασσα πριν τις γνωρίσουμε».
Έτσι ακριβώς κάναμε. Ο Πέτρος κοιμόταν του καλού καιρού, οι κοπέλες ήταν Σκωτσέζες και χρειάζονταν επειγόντως παρακολούθηση μαθημάτων σε κάποιο καλό φροντιστήριο ξένων γλωσσών –για να φτιάξουν την προφορά τους.
«Θενκ γε ανκόλι», γέλασε η μια τους αρπάζοντας το κοχύλι που της έσωσε ο Τόλης.
«Τι είναι το ανκόλι ρε μαλάκα;» με ρώτησε ψιθυριστά.
«Ξέρω ΄γω; Μάλλον σε προειδοποιεί ότι δεν το κάνει από πίσω», απάντησα.
«Χέι! Μάκκερ!» μου φώναξε η φιλενάδα της.
Κοιτάχτηκα με τον Τόλη.
«Με βρίζουν κι εμένα τώρα;» αναρωτήθηκα.
Χαμογελάσαμε σαν ηλίθιοι. Είχαμε μια ευχάριστη επικοινωνία με πολλές προοπτικές. Οι γκόμενες έδειχναν πρόθυμες μέχρι και την κατσαρόλα τους να μας αφήσουν να τους πλύνουμε. Ο Τόλης έτρεξε να ξυπνήσει τον Πέτρο μπας και βγει καμιά άκρη.

Πέρασα δίπλα από κάτι που θα πρέπει να ήταν σκηνή. Κάποτε. Γιατί τώρα έμοιαζε με μουσαμαδένιο χαλί κακοστρωμένο στην αμμουδιά. Στάθηκα εκεί –δεν μπορούσα να το περάσω, ήθελα, δεν μπορούσα. Κοίταξα καλύτερα. Κάτι σάλευε εκεί κάτω. Δεν ήταν βουναλάκι στην παραλία, κάτι άλλο βρισκόταν εκεί μέσα –έμοιαζε ζωντανό. Δεν ήθελα να κοιτάξω άλλο. Πισωπάτησα, αν δεν μπορούσα να το προσπεράσω, μπορούσα όμως να απομακρυνθώ. Συνέχιζε να κουνιέται. Δυο καρό πουκάμισα αγωνίζονταν ν΄ανοίξουν την ισοπεδωμένη σκηνή. Έστριψα το κεφάλι τόσο απότομα που νόμισα ότι θα ξεκολλήσει από το σβέρκο μου. Δεν ήθελα να δω τι θα βγάλουν από εκεί.

Η συναυλία είχε ξεκινήσει, αλλά τα πράγματα παρέμεναν ψόφια. Λίγος κόσμος κοντά στη σκηνή, πήγα να δω τι γίνεται –οι «Αέρα Πατέρα» γεμάτοι αλάτια, ανόρεχτοι –ο κιθαρίστας καθιστός σε μια καρέκλα. Χίλιες φορές προτιμότερες οι Σκωτσέζες, αν πίναμε και καμιά μπύρα μπορεί να καταλαβαίναμε στοιχειωδώς τι μας έλεγαν.

Έτσι ήθελα να πιστεύω.

Είχε πάρει να ξημερώνει κι εμείς αραγμένοι στα υποστρώματα κοιτάζαμε τον έναστρο ουρανό. Μαλακίες –είχε ακόμα συννεφιά. Κάποιο κύμα έσκαγε παραλιακά, υπήρχαν φωτιές αναμμένες τριγύρω, βαριόμασταν να σηκωθούμε.
«Ωραίες οι Σκωτσέζες!» ανακεφαλαίωσε ο Πέτρος.
«Μόνο ωραίες; Θεές!» επαύξησα.
Ο Τόλης ήταν αμίλητος. Είχε εξαντληθεί κάνοντας τον καραγκιόζη, είχαμε βαρεθεί να προσπαθούμε –οι Σκωτσέζες διέθεταν λίγο περισσότερο χιούμορ από τα φύκια. Ή λίγο λιγότερο, δεν βγάλαμε άκρη.
«Τελικά κατάλαβες τι μας έλεγαν;» ρώτησα τον Πέτρο.
«Χριστό!» απάντησε έκπληκτος.
«Πως δεν κατάλαβες; Μια χαρά κατάλαβες μαλάκα, μέχρι πλαστική σακούλα τους έφερες!» φώναξε ο Τόλης κοιτάζοντας ψηλά.
«Λες για …»
«Ναι ρε, λέω για …»
Για τα μπουκάλια. Είχαμε κουβαλήσει τις μπύρες μας στις Σκωτσέζες κι αυτές κέρασαν κάτι μακαρόνια που δεν τρώγονταν ούτε από γουρούνια. Μας κόντραραν στο ‘ποιος πίνει πιο γρήγορα΄, τις αφήσαμε να κερδίσουν περιμένοντας να επωφεληθούμε στη συνέχεια. Όταν τέλειωσαν οι μπύρες, σηκώνεται η μια και ρωτάει …
«Χουέρ’ς δε μποτλς Πέτρος;» τσιρίζει ο Τόλης σα σκυλί που αλυχτάει στο φεγγάρι.
Αυτό ακριβώς μας ρώτησε! Ήθελαν τα άδεια μπουκάλια για να τα επιστρέψουν και να πάρουν λεφτά!
«Χουέρ’ς δε μποτλς Πέτρος;» ουρλιάζει ο Τόλης καθώς πετάγεται σα μπεχλιβάνης και χοροπηδάει γύρω από τη σκηνή.
Ο Πέτρος τους είχε δώσει τα μπουκάλια, τους είχε φέρει και μια σακούλα από τη σκηνή για να τα κουβαλήσουν. Οι Σκωτσέζες μας είχαν καληνυχτίσει (Γκόιντ νιχτ!) και είχαν φύγει.
«Χουέρ’ς δε μποτλς Πέτρος;» μουρμούρισε ο Τόλης πέφτοντας στην άμμο με τα μούτρα.

Ήταν ένας ψαρομάλλης με κομμένο τζιν, χαϊμαλιά και τατουάζ. Καθόταν και κάπνιζε, ακουμπώντας σ΄ένα μικρό βράχο. Σωριάστηκα δίπλα του, γιατί έψαχνα πλέον έναν οποιοδήποτε άνθρωπο σ΄αυτό τον πανικό. Τα καρό πουκάμισα κινούνταν πιο αργά τώρα.
«Τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησα.
Άνοιξε ένα πακέτο Σαντέ, μου έδωσε τσιγάρο κοιτάζοντας τη θάλασσα.
«Χτες βράδυ κάποιοι την έπεσαν στο μπατσάδικο της πόλης, πέταξαν σκουπιδοτενεκέδες, πλάκωσαν στις μάπες το φρουρό … Μαζεύτηκαν τώρα όλοι οι μπάτσοι του νησιού και ήρθαν να τους ξετρυπώσουν, έψαχναν ώρα πολλή, μέχρι που βρήκαν εκείνη τη σκηνή με τους μαυριδερούς και τους λιάνισαν …»
Πιέστηκα πολύ για να μην κοιτάξω αυτόματα «εκείνη τη σκηνή». Ο κόσμος λαχάνιαζε ασυντόνιστα.

Κοιμηθήκαμε με κεφάλια βαριά –αλλά όχι από τις μπύρες. Πρώτη μέρα διακοπών, πλήρης αποτυχία, αν πήγαινε έτσι η υπόθεση, στο τέλος θα νοσταλγούσαμε τα σπίτια μας.
«Διακοπές πας για να κακοπεράσεις και να εκτιμήσεις το σπίτι σου», σχολίασε ο Τόλης όταν του το είπα.
«Και οι ξανθές, πρόθυμες για όλα, τουρίστριες;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Ναι –τι έγινε μ΄αυτές;» έκανε ο Τόλης. «Κυκλοφορούν σε αφθονία, έτσι ν΄απλώσουμε το χέρι θα αρπάξουμε 10. Αλλά δεν θέλουμε –κατάλαβες;»
«Δεν θέλουμε», επανέλαβα.
«Έχουμε επίπεδο!» διακήρυξε ο Τόλης.
«Κυρίως μορφωτικό, αλλά και βιοτικό», υποστήριξα.
«Δηλαδή, αν μας κάθονταν οι Σκωτσέζες δεν θα τις πηδάγαμε;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος.
«Ρε, θα τις σκίζαμε –αλλά δεν μας έκατσαν, εκεί είναι το θέμα», εξήγησε ο Τόλης.
«Θα τις σκίζαμε λες;» τον ρώτησα.
«Σαφώς», με διαβεβαίωσε.
«Και πως θα γινόταν δηλαδή; Με εμπάθεια ή χωρίς;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Με πολύ προσπάθεια, για να μη μας πάρει ο ύπνος πάνω στη φάση», απάντησε.
Μετά γύρισε πλευρό και ξεράθηκε. Έκανα το ίδιο αν και δε νύσταζα –το πρωί ξύπνησα πρώτος απ΄όλους, ξεδιπλώθηκα μουδιασμένος και αποφάσισα να βγω έξω για τσιγάρο. Άνοιξα το φερμουάρ. Μια αγελάδα με κοίταζε! Το ξανάκλεισα. Σκούντησα τον Τόλη.
«Ξύπνα μαλάκα! Είναι μια αγελάδα εδώ απέξω!» του είπα.
«Ξανακοιμήσου και θα δεις διαφορετικό όνειρο», με διαβεβαίωσε.
«Δεν την είδα στον ύπνο μου ρε! Στ΄αλήθεια την είδα!»
Άνοιξε ένα μάτι.
«Εντάξει, πήγαινε άρμεξέ την και μετά ειδοποίησέ μας για μπρέκφαστ», είπε.
Μετά το ξανάκλεισε –κοιμήθηκε.

Βγήκα έξω, η αγελάδα ήταν ακόμα εκεί. Πήγα κολλητά στη σκηνή να μην την ενοχλήσω, αλλά έδειχνε να αδιαφορεί για μένα. Πάντως, για καλό και για κακό, άρπαξα τα Κάμελ και άραξα στην ακροθαλασσιά, μακριά της. Λες να μάσαγε τους μουσαμάδες της σκηνής; Αδιαφόρησα. Τι άλλο να ΄κανα; Α ναι, βρήκα κάποιο εμφιαλωμένο στη γύρα και έφτιαξα έναν νες νερόπλυμα.

Σηκώθηκα τον ευχαρίστησα για το τσιγάρο, κοιτάζοντας τα καρό πουκάμισα που απομακρύνονταν, σέρνοντας κάτι υπολείμματα ανθρώπων μαζί τους. Ο κόσμος είχε σταματήσει. Σε λίγο θα μαζεύονταν σαν τις μύγες πάνω από τη λιωμένη σκηνή. Δεν είχα σκοπό να πάω κατά ΄κει.

«Είναι μια αγελάδα έξω από τη σκηνή μας», είπε ο Πέτρος ενώ καθόταν δίπλα μου.
«Αλήθεια;» το έπαιξα έκπληκτος.
«Ναι σου λέω!» φώναξε, αλλά γρήγορα κατάλαβε ότι το πήγαινα για καζούρα. Έκοψε την κουβέντα.
«Ο Τόλης κοιμάται ακόμα;» ρώτησα.
«Μπα –σηκώθηκε πριν από μένα. Αλλά δεν ξέρω που είναι», απάντησε.
Κοίταξα τον τελειωμένο καφέ μου και την ήσυχη θάλασσα.
«Να στο αφήσω να το πετάξεις;» έδειξα το πλαστικό κυπελλάκι στον Πέτρο. «Λέω να βουτήξω μπας και ξυπνήσω».
Έγνεψε καταφατικά και σηκώθηκε να πάει προς τη σκηνή. Εγώ άφησα το πακέτο στην αμμουδιά και μπήκα στο νερό. Παγωμένο ήταν, αλλά προχώρησα έτσι κι αλλιώς. Όταν βράχηκα ολόκληρος μου έφυγε η κρυάδα. Κοίταξα τη θάλασσα τριγύρω. Το νερό ρούφαγε αγκαθωτούς ήλιους, κοίτα πως γίνεται …

«Που ήσουνα ρε μαλάκα;» με βούτηξε από το μπράτσο ο Τόλης.
«Μέσα στη θάλασσα», απάντησα.
«Καλά –εδώ έγινε της πουτάνας κι εσύ έκανες μπανάκι;»
«Τι να κάνω δηλαδή;»
«Την πέσανε σε μια σκηνή και ρίξανε οχτακόσα κιλά ξύλο!»
«Ναι, το έμαθα …»
«Κάποιους πιάσανε –πάμε να δούμε!»
Τον ακολούθησα αβέβαια. Στην αρχή της ανηφόρας είχε μαζευτεί κόσμος, τα καρό πουκάμισα έβριζαν. Δεν ήθελα να δω αυτούς που σέρνανε μαζί τους.
«Ένας ξέφυγε, νόμιζαν ότι ήταν λιπόθυμος από το ξύλο, αλλά σηκώθηκε και την κοπάνησε», μου είπε στ΄αυτί ο Πέτρος.
«Διαλυθείτε ήσυχα!» φώναξε ένα καρό πουκάμισο.
«Μη σας γαμήσουμε κι εσάς», συμπλήρωσε ύπουλα ένα άλλο.
Κοίταξα.
Ο άνθρωπος με τις χειροπέδες δεν είχε πρόσωπο –μόνο το στόμα ξεχώριζε. Δεν μπορούσα να τραβήξω τα μάτια, μάλλον με κατάλαβε, μπορεί και όχι.
«Τελ εμ», ψέλλισε αργόσυρτα. «Τελ εεεεμμμ».
Να τους πω. Τι να τους πω; Γύρισα την πλάτη κι έφυγα από το μπούγιο. Έτρεξα μέχρι τη σκηνή μας, χώθηκα μέσα, μετά από λίγο βυθίστηκα σε λήθαργο. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε …
«Ξύπνα ρε βόδι. Βόηθα λίγο –μαζεύουμε!» ο Τόλης με σκούνταγε βίαια.
«Τι έγινε;»
«Μαζεύουμε –την κάνουμε, ξύπνα να βοηθήσεις!»
«Που πάμε;»
«Στο κάμπινγκ ρε βλάκα. Να περιμένουμε τις Ολλανδέζες».
«Ποιες;»
Ο Τόλης με κοίταξε.
«Είσαι σίγουρος ότι δεν έφαγες καμιά αδέσποτη από τους μπάτσους; Γιατί ρετάρεις άσχημα, γι΄αυτό το λέω».
Σύρθηκα στα γόνατα, βγήκα από τη σκηνή, κόντευε μεσημέρι. Οι άλλοι είχαν σχεδόν τελειώσει, τσαλάκωσα τα υπάρχοντά μου και τα στρίμωξα όπως-όπως, να ξεμπερδεύω μια ώρα αρχύτερα. Μετά μπήκα στη σκηνή για να μαζέψω τα υποστρώματα, βρήκα εκεί μέσα ένα κομμάτι χαρτί, τσαλακωμένο –το ξεδίπλωσα.

Διάβασα …
«Το νερό ρούφαγε μικρούς αγκαθωτούς ήλιους, κοίτα πως γίνεται, πέφτει εκείνος ο φωτεινός αχινός -κι εγώ δεν ξέρω από που –διαλύεται όταν ακουμπάει στη λεία επιφάνεια, το νερό μετατρέπει τη λάμψη σε αντανάκλαση κι αυτό ήταν όλο.»

Τσαλάκωσα πάλι το χαρτί, βγήκα έξω και το έθαψα βαθιά στην άμμο. Ύστερα έμεινα να κοιτάζω το βουναλάκι που είχα φτιάξει.
«Θ΄αργήσεις πολύ ακόμα;» φώναξε ο Τόλης μαρσάροντας το διακοσοπενηντάρι του.
«Έρχομαι!» είπα.

Τρίτη, Ιουλίου 08, 2008

"Να θυμηθώ, να ξεχάσω να θυμηθώ"

Πριν πολλά χρόνια, κατά Ιταλία μεριά, είχε γίνει μια φτιάξη. Τότε, που λες, η κοινοβουλευτική Αριστερά μέχρι κυβέρνηση έφτασε, περνώντας από συγκυβέρνηση –κάποιοι μίλαγαν για ιστορική δικαίωση του Ευρωκομουνισμού του Μπερλιγκουέρ –«έμπαινε καμπούρη και τα ρέστα δικά σου» κατάσταση!

Θυμάσαι τι έγινε μετά;

Ένας πρωθυπουργός που την κοπάνησε από τη χώρα του για να μη μπει φυλακή, «Επιχείρηση Καθαρά Χέρια», αδιάφθοροι εισαγγελείς που τους έβλεπε ο Κέβιν Κόστνερ και τράβαγε τα μαλλιά του γιατί ήταν περισσότερο αγγούρια από τον δικό του Έλιοτ Νες, αποκαλύψεις για δωροδοκίες στα μεγάλα κόμματα, «κρεμάλα στους πολιτικούς» σε στυλ γουέστερν σπαγγέτι –μπουρδέλο η χώρα, τρόπος του λέγειν δηλαδή, καθότι στα μπουρδέλα υπάρχει κάποια στοιχειώδης οργάνωση.

Θυμάσαι τι έγινε στη συνέχεια;

Έσκασε ο ταϊκούν, με τα κανάλια και την ποδοσφαιρική ομάδα, ο καβαλιέρε (ίσα ρε λείψανο!) με το βαμμένο μαλλί και το ύφος λιγδιάρη πρωταγωνιστή τσόντας κι έγινε πρωθυπουργός. Χρησιμοποιώντας το σύνθημα «εγώ έχω λεφτά, δεν έχω ανάγκη να κλέψω σαν τα λιγούρια τους πολιτικούς». Κι ο κόσμος μάσησε το παραμύθι –ακόμα έτσι είναι η κατάσταση στην Ιταλία κι ας έχει μπλεχτεί σε ένα σωρό σκάνδαλα ο «καβαλιέρε», τι σκάνδαλα δηλαδή; Πταίσματα και συκοφαντίες των πολιτικάντηδων! Αν δε με πιστεύεις, το λένε και στις ειδήσεις. Των καναλιών. Του «καβαλιέρε».

Γιατί στα αναφέρω όλα αυτά; Επειδή ζούμε σε μια χώρα που τρέφεται με σήριαλ-απομιμήσεις όσων προβάλλονται στην αλλοδαπή. «Σεξ εντ δε σίτυ» αυτοί; «Σχεδόν ποτέ», εμείς. «Τα φιλαράκια» εκείνοι; Ένα σωρό σκατολοϊδια με κακό χιούμορ και αντιγραμμένες καταστάσεις εμείς. «Χουανίτα (ή όπως διάολο τη λένε) η Άσχημη» αυτοί; «Μαρία η Άσχημη» εμείς. Μπετίνο Κράξι αυτοί; Λιάπη και Τσουκάτο εμείς. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα» -έτσι δεν πάει;

Έβλεπα χτες έναν καραγκιόζη παρουσιαστή ειδήσεων. Τι είπε σε μια στιγμή ο άνθρωπος; «Προβλέπω ότι, έτσι όπως πάει η κατάσταση, όλο το καλοκαίρι τα κανάλια θα ελέγχουν τις συμβάσεις του Δημοσίου για να διαπιστώσουν αν έγιναν παρατυπίες! Τι να κάνουμε; Αφού δεν γίνεται από τη Βουλή κάποιος πρέπει να το κάνει!» Κατάλαβες; Βάλε από δίπλα και τις στημένες δημοσκοπήσεις (γιατί κάθε δημοσκόπηση που παραγγέλνεται από συγκεκριμένο όμιλο συμφερόντων είναι στημένη), «τι μας δείχνουν οι δημοσκοπήσεις κύριε Θεοφύλακτε;» «Οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο πολιτικό σύστημα Νίκο μου –όλα τα ευρήματα συγκλίνουν προς αυτό».

Σπάστα και ξαναρίχτα.

Πριν κάτι χρόνια υπήρχε μια κυβέρνηση Σημίτη –η οποία «πω πω τι έκανε στον τόπο! μίζες, ρεμούλες, απάτες, μεταφορές μετακομίσεις ο Μήτσος». Και ήρθε ο «κυρίαρχος λαός» και έστειλε την διεφθαρμένη κυβέρνηση στον αγύριστο –τόσο μακριά είναι ο αγύριστος που ακόμα πάνε αυτοί του ΠΑΣΟΚ, άντε να δούμε πότε θα γυρίσουν! Τρία ζήτω για τον «κυρίαρχο λαό» και ένα καραφάκι ποικιλία στο 3. Την κυβέρνηση Σημίτη διαδέχτηκε η κυβέρνηση Καραμανλή. Η οποία έχει ομαδικό ρεκόρ «ένα σκάνδαλο το μήνα» -δυνατά παιδιά, επιδέξια, δεν μπορείς να πεις! Κι άρχισε το παραμύθι.

Τον πρώτο καιρό για όλα έφταιγε η προηγούμενη κυβέρνηση. Κάνανε απεργία οι εργαζόμενοι; Κατά του ΠΑΣΟΚ διαμαρτύρονταν. Δεν πετάγανε τα αεροπλάνα και δεν κολυμπάγανε τα πλοία; Το ΠΑΣΟΚ είχε ρίξει ζάχαρη στα ρεζερβουάρ τους. Έπαιρνε φωτιά το δάσος; Το ΠΑΣΟΚ δεν είχε προσλάβει πυροσβέστες. Αν τολμούσες να υπαινιχθείς ότι «για στάκα μισό λεπτό ρε μάγκες –ποιος κυβερνάει δηλαδή, εσείς ή το ΠΑΣΟΚ;» σου αφαιρούσε το λόγο ο Χατζηνικολάου. Όχι μόνο στα δελτία –και σε μπλογκ να το έγραφες, πάλι το ίδιο γινόταν –όλοι έχουμε έναν μικρό Χατζηνικολάου στην παρεγκεφαλίδα μας.

Αργότερα το γυρίσανε το παραμύθι. Σε στυλ «έλα μωρέ, όλοι ίδιοι είμαστε –αλλά γιατί να τρέχετε τώρα; αφήστε εμάς στα πράγματα που έχουμε και αρχηγό παχουλό –καλοζωισμένο, φραπαδούρα μάγουλο να πούμε!» Δεν ξέρω αν είναι όλοι ίδιοι, ή ο ένας χειρότερος από τον άλλο –ξέρω όμως ότι ο καθένας έχει ατομικά συμφέροντα. Αν μου έχει τάξει διορισμό ο Κωστάκης, τότε μιλάμε περί φωτισμένου ηγέτη. Αν μου έχει τάξει ο Γιωργάκης, τότε είναι καιρός να προχωρήσει και «να τα αλλάξει όλα». Καθένας για την πάρτη του –αυτό το καταλαβαίνω. Ή μάλλον, θα το καταλάβαινα –αν γινόταν. Γιατί ούτε αυτό δεν γίνεται! Όλοι συμφωνούν ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει με τις εκλογές και μετά πλακώνονται στις καρμπονάρες παρακολουθώντας τα αποτελέσματα, πίνουν και δυο μπύρες κολλητά –καληνύχτα. Δηλαδή, βλέπουν ότι τους έχουν πιάσει μαλάκες και τους δουλεύουν κανονικό γαζί αλλά δεν τρέχει τίποτα. «Την υγειά μας νάχουμε».

Και ξαφνικά (εντάξει –καθόλου ξαφνικά, αλλά το βάζω για να δώσω δραματική χροιά) σκάει το σκάνδαλο Siemens. «Σαν κεραυνός έπεσε στην πολιτική ζωή του τόπου», σαν αστραπόβροντο, σαν το ακίνητο ζεϊμπέκικο του Κούρκουλου στον «Αστραπόγιαννο»! Τα πολιτικά κόμματα παίρνουν φράγκα από εταιρείες! Φοβερό! Ανήκουστο! Εξωφρενικό! 35 βουλευτές έπαθαν έμφραγμα όταν το έμαθαν –οι 25 από αυτούς δεν είχαν ακόμα κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα –αφήσανε χήρες και ορφανά στους πέντε δρόμους!
Είχα ένα φιλαράκο προ δεκαετίας –ο πατέρας του ήταν καπετάνιος του Βαρδινογιάννη κι εκείνος δούλευε στη Μότορ Όιλ. Μου έλεγε λοιπόν ότι, πριν τις εκλογές, φεύγανε οι επιταγές από τα γραφεία για τα ταμεία των κομμάτων. Όλα τα ταμεία, όλων των κομμάτων. Θα πεις –καταδεχόταν το ΚΚΕ, το ΚΟΔΗΣΟ και το ΔΗΚΚΙ να πάρουν χρήματα εφοπλιστών; Θα το πεις; Δεν θα το πεις –πάω στοίχημα! Έδιναν λοιπόν εισφορές σε όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο οι άνθρωποι –μη σκάσει καμιά χαριστική τροπολογία και πεταχτεί κάποιος περίεργος νηστικός διαμαρτυρόμενος. Μπίζνες είναι αυτές –πώς να γίνει δηλαδή;
Είχα διαβάσει παλιά ότι οι καπιταλιστικές, να πούμε, κυβερνήσεις υπάρχουν όσο και εφόσον εξυπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Αν χαλάσει η μανέστρα, ή αν εμφανιστεί άλλος πολιτικός, πιο επιδέξιος –οι κυβερνήσεις πέφτουν. Δεν το ‘ξερες; Περίεργο! Μέχρι και στο «Ζαγκόρ» το γράφανε –δεν το είχες προλάβει;

Θα αναρωτηθείς –«μα γιατί, αν είναι έτσι τα πράγματα, δεν γίνονται κατευθείαν πρωθυπουργοί οι επιχειρηματίες και αναγκάζονται να τα σκάνε σε μεσάζοντες;» Διότι δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε κατάσταση μονοπωλίου –κατάλαβες; Ποιος θα γίνει πρωθυπουργός; Ο Μπόμπολας; Θα τον φάνε οι Λαμπράκηδες; Ο Κόκκαλης; Θα τον φάνε οι Αλαφούζοι … ξέρω ΄γω … Όταν φτάσουμε στο «υψηλό πολιτισμικό επίπεδο» της Ιταλίας, όπου ένας επιχειρηματίας θα μονοπωλεί τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης –μπορεί να βγάλουμε κι εμείς κανένα μπαστουνόβλαχο καβαλιέρε. Μέχρι τότε …

Περίμενε –γιατί θα χαθεί η μπάλα αν ανοίξει περισσότερο η ανάλυση. Το κεντρικό νήμα είναι η απαξίωση της πολιτικής ζωής, η έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα. Ναι ρε κορόιδο –κι αυτό πρόσφατα έγινε, μέχρι χτες οι πολίτες ορκίζονταν στο όνομα της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας! Δεν με πιστεύεις; Αφού το άκουσα στις ειδήσεις –το λένε και τα γκάλοπ, τι ζητάς τώρα;

Πρόσεξε λοιπόν κάποια περίεργα γεγονότα:

-Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος ξεκινάει, πλέον, από τις τηλεοράσεις. Μπορεί να υπάρχει διαμέσου των αιώνων, αλλά, κάποια στιγμή σκάει στις οθόνες και τότε γίνεται «πραγματικότητα». Τότε, οι παρουσιαστές ειδήσεων αναλαμβάνουν ρόλο ιεροεξεταστών, εισαγγελέων και γενικότερα απολυμαντών της πολιτικής ζωής. Με τι δικαίωμα –θα ρωτήσεις; Με το δικαίωμα της επιβολής που τους δίνει το Μέσο –εδώ κανονίζουν μέχρι και τον καιρό, όποτε θέλουν βρέχει, όποτε θέλουν έχει καύσωνα και «χεστήκαμε τι κάνει εκεί έξω». Εδώ αμφισβητούν ακόμα κι αυτά που βλέπουν τα μάτια μας, στην πολιτική ζωή θα κολλήσουν;
-Οι «πολιτικοί» που αναλαμβάνουν να καθαρίσουν τον τόπο από τη διαφθορά ανήκουν, σχεδόν πάντα, στον ακροδεξιό χώρο. Ο Μπερλουσκόνι, ο Σαρκοζί κι εδώ ο Καρατζαφέρης (γιατί διατηρούμε κάποια ροπή προς τη χοντροκοπιά τύπου βιντεοταινίας του ‘80, όσο να πεις). Ο δικός μας, που λες, γύρναγε στα κανάλια με αποδείξεις περί Λιάπη και πληρωμένων ταξιδιών στο ένα χέρι και με τη γαλανόλευκη στο άλλο –σε στυλ «με λένε Τρινιτά και βαράω δυνατά». Ανατρίχιασα!
-Φαινόμενα απαξίωσης της πολιτικής ζωής χρειάζονται κυβερνήσεις ευθυνόφοβων κλεφτοκοτάδων. Είδες το ΠΑΣΟΚ; Τόσα χρόνια μέσα στα κόλπα, ξέρουν να παίζουν μια χαρά. Με το που έσκασε η αποκάλυψη, νάσου ο Τσουκάτος οικειοθελώς στον εισαγελλέα –«εγώ τα πήρα και τα έδωσα στο κόμμα κι όπως δεν γουστάρει τη βόλτα του μα τον Τουτάτη!» Σκάσανε από δίπλα κάτι ταμίες –«μας τα ‘δωσε αλλά νομίζαμε ότι ήταν από κάτι κουπόνια που πούλαγε στην Ομόνοια», εντάξει όλα! Βγήκε και το επίσημο κόμμα να καταδικάσει –μέσα είσαι μάγκα μου, γι΄αυτό υπάρχουν οι Τσουκάτοι για να μαζεύουν τις σφαλιάρες καθότι κοντοί. Σαν τον Σημίτη –μην ξεχνάς. Μετά έρχεται η κυβέρνηση και πλακώνεται στα «ναι μεν, αλλά …» Στην αρχή δεν ξέρει τίποτα για το φόνο. «Εμείς; Οι δικοί μας; Άντε από δω καλέ –κάποιο λάθος κάνετε ή θέλετε να μας συκοφαντήσετε!» Στη συνέχεια κάτι ψυλλιάζεται –«Βεβαίως! Έγινε, αλλά όχι όπως το λέτε! Εντάξει είναι ο δικός μας ο άνθρωπος, όλα νόμιμα, όλα στο φως και τα καρπούζια με δοκιμή!» Για να καταλήξουν τελικά σε αυτό που οι προηγούμενοι έλεγαν με τη μία, όταν έσκαγαν βρωμοδουλειές -«όποιος έχει στοιχεία, να τα πάει στον εισαγγελέα». Στο μεταξύ, με την παλινδρόμηση, έχουν φροντίσει να γίνουν ρόμπες ξεκούμπωτες. Πρόσφοροι για εκμετάλλευση από τους παπαράτσι της πολιτικής ζωής. Ποιας πολιτικής ζωής δηλαδή; Κοινοβουλευτική οπερέτα πες το καλύτερα.
-Φαινόμενα απαξίωσης τέτοιου είδους χρειάζονται την αριστερά σε κατάσταση «μου σπάσανε το μπαγλαμά/ κάτι παλιόμαγκες εψές αργά». Αυτή η θολούρα έρχεται συνήθως μετά από αριστερής χροιάς διακυβέρνηση, κατά την οποία ξεφτιλίζονται οι αριστερές αξίες με τη χρήση μόνο της αριστερής φρασεολογίας, αλλά όχι και της αριστερής πρακτικής (βλέπε ΠΑΣΟΚ). Ακολουθεί συνήθως μια περίοδος σχετικοποίησης του στυλ «σας είδαμε κι εσάς, τα ίδια σκατά με τους άλλους είσαστε». Και μπαίνουν οι αριστερές ομάδες στο δωμάτιο με τα κλειστά παράθυρα χάνοντας επαφή με τον έξω κόσμο, ή γίνονται λατέρνες που παίζουν παραγγελιές. «Τι θέλει ο κύριος; Κάτι εθνικοχριστιανικό; Πιάσε μια Κανέλλη με απ’ όλα. Κάτι σε ποπ βλαχογκλαμουρία; Και Γκλέτσο έχουμε! Μήπως θέλετε τρέντι και νεανικό; Βάλε Τσίπρα μάστορα, ρίξε και δέκα μπλόγκερς και ακτιβιστές στα κάρβουνα γιατί ο πελάτης έχει πάντα δίκιο!»
-Στην από πάνω κατηγορία χωράνε και τα «παιδιά του χώρου», αναρχικοί, πράσινοι ακτιβιστές, φραξιονιστές, αριστεριστές κ.λ.π. Αλλά επειδή έχω κάποια σχετική ευαισθησία τους βάζω χωριστά. Τι γίνεται εδώ; Ξύλινη φρασεολογία –οκάδες 2, δράμια 4. Απομονωτισμός του κερατά –«εμείς έχουμε το κοπυράιτ της επανάστασης, όλοι οι άλλοι είναι προδόται». Τραμπουκισμοί του τύπου «τι μπλούζα φοράει αυτός που βαράει; μαύρα; άρα, ή παόκι είναι ή αναρχικός!» Λογοκρισία ολοκληρωτικού τύπου. Σα να βάλθηκαν τα παιδιά να αποδείξουν το δίκιο των μικροαστών οι οποίοι τους θεωρούν χαβαλέδες καταστροφείς.

Εντάξει; Και τελικά, αυτό που μένει είναι τα ιστορικά παραδείγματα –μπας και φανεί κατά που πάει το πράγμα. Κάνε σούμα: κοινοβουλευτικά κόμματα ανυπόληπτα, εξωκοινοβουλευτική αριστερή απομονωμένη και η προπαγάνδα να βαράει κόκκινο. Με τι σου μοιάζει;

-Ίσως με τις μέρες που προηγήθηκαν της ανόδου του Γ΄ Ράιχ στην εξουσία.
-Ίσως με την εποχή που προετοίμασε την άνοδο του Μπερλουσκόνι.
-Ίσως με τις τελευταίες μέρες της προεδρίας του Κλίντον, τότε που πρόβαρε το στέτσον του ο Μπους τζούνιορ.
-Ίσως και με κάτι ακόμα χειρότερο.

Δεν ξέρω αν ο ολοκληρωτισμός ετοιμάζεται να κάνει θριαμβευτική είσοδο ή αν πρόκειται απλώς για ένα ξαναμοίρασμα ρόλων –ξέρω όμως ότι τίποτα δεν είναι ίδιο με τίποτα άλλο στα δυτικά καθεστώτα.
Αν είσαι αντιεξουσιαστής επαναστάτης μπορεί και να το βλέπεις έτσι, σε στυλ «όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη», που λέγανε κι οι φεμινίστριες. Αλλά τότε πρέπει κάτι διαφορετικό να προτείνεις –λοιπόν … Το κάψιμο μαγαζιών δεν είναι διαφορετική πρόταση, το κάνουν χρόνια οι μπράβοι που πουλάνε προστασία και οι θρησκόληπτοι εθνικιστές. Το ξύλο δεν είναι διαφορετική πρόταση, ρώτα τους χούλιγκανς σχετικά. Η απομόνωση των διαφωνούντων δεν είναι διαφορετική πρόταση όσο ο κόσμος θυμάται τη Σιβηρία και τη Μακρόνησο. Όλα αυτά, θα μπορούσαν, ίσως, να δικαιολογηθούν από τις συνθήκες –αν υπήρχαν οι γαμημένες οι συνθήκες! Πάει να πει, στη Γαλλική Επανάσταση δούλευε κάργα η γκιλοτίνα και ο λαός χειροκροτούσε από κάτω. Εδώ πέρα, ποιος χειροκροτεί;
Κι αν δεν την έχεις δει «θάνατος στ΄αφεντικά», και πάλι τίποτα δεν είναι ίδιο. Γιατί υπάρχουν κριτήρια –κατάλαβες; Και τα κριτήρια τα χρησιμοποιείς για να συγκρίνεις –ξέρεις τώρα, εκείνο το πράγμα που μοιάζει μπακάλικο αλλά το κάνεις κάθε φορά που χώνεις το χέρι στην τσέπη. Ούτε αυτό σε καίει; Για πες μου λοιπόν, τι είναι σημαντικό για σένα; Και πόσα σημαντικά σου δικαιώματα καταπατούνται; Κανένα δικαίωμα; Εντάξει –άραξε, μια χαρά βολεμένος είσαι κι όποιος πάει ν΄αλλάξει την κατάσταση φάτου το λαρύγγι.
Μήπως όμως σε πηδάνε κι εσύ σφυρίζεις αδιάφορα για να μην το πάρει χαμπάρι ο κόσμος; Αν σου αρέσει αυτή η κατάσταση –όλα καλά. Σου αρέσει όμως;

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

"Γεννηθήκαμε για να χάνουμε, όχι για να παζαρεύουμε"

Αφεντικό: Συγνώμη, Luke. Απλώς κάνω τη δουλειά μου. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό.
Luke: Μπα, δε νομίζω. Το να λες ότι κάνεις τη δουλειά σου δεν δικαιολογεί τίποτα Αφεντικό.

Διευθυντής: Σε λίγο καιρό θα συνηθίσεις να φοράς αυτές τις αλυσίδες, Luke. Αλλά ποτέ μην πάψεις ν΄ακούς το κουδούνισμά τους. Επειδή θα σου θυμίζει αυτά που σου είπα. Για το δικό σου το καλό.
Luke: Μακάρι να σταμάταγες να ενδιαφέρεσαι τόσο πολύ για το καλό μου, Διευθυντή.



[Κουβεντιάζοντας για έναν καινούργιο κρατούμενο που πέρασε τη νύχτα στην απομόνωση]
Dragline: Δεν τον έβαλαν στο κουτί για να τον ξεφτιλίσουν. Τον έβαλαν γιατί κόντραρε έναν ελεύθερο άνθρωπο. Αυτοί έχουν τους δικούς τους κανόνες. Δεν πρέπει εμείς να μπλεκόμαστε μαζί τους. Θα το πάθαινε αργά ή γρήγορα γιατί όλο διαμαρτυρόταν. Έπρεπε να υπακούει στους κανόνες όπως όλοι μας.
Luke: Μάλιστα –επειδή τα καημένα τα γερο-αφεντικά χρειάζονται όλο και περισσότερη βοήθεια για να τα καταφέρουν.

[Ο Luke κερδίζει μια παρτίδα πόκερ με μπλόφα]
Dragline: Τίποτα! Μια χούφτα γεμάτη τίποτα! Ηλίθιε γαϊδουροκέφαλε σε κέρδισε με το τίποτα! Όπως έκανε και σήμερα το πρωί, που μου όρμαγε συνέχεια χωρίς να έχει τίποτα να μου ρίξει.
Luke: Ναι, λοιπόν, μερικές φορές, το τίποτα μπορεί να είναι το πιο δυνατό χαρτί.



[Μέσα στην εκκλησία]
Luke: Είναι κανένας εδώ; Ε, Γέρο! Είσαι σπίτι απόψε; Έχεις ένα λεπτό; Γιατί νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κάνουμε μια κουβεντούλα. Ξέρω ότι είμαι πραγματικά σατανικός τύπος … έχω σκοτώσει ανθρώπους στον πόλεμο, έχω μεθύσει … έχω καταστρέψει δημοτική περιουσία και όλα τα σχετικά. Ξέρω ότι δεν έχω δικαίωμα να ζητάω χάρες …. αλλά ακόμα κι έτσι, πρέπει να το παραδεχτείς, Έχεις πολύ καιρό να μου μοιράσεις καλό χαρτί. Μοιάζει λες και Έχεις φτιάξει έτσι τα πράγματα για να μη μπορώ ποτέ να κερδίσω. Μέσα, έξω, όλα αυτά … νόμοι και κανονισμοί και αφεντικά. Εσύ με έκανες έτσι όπως είμαι. Πες μου λοιπόν, που να σταθώ, που θα χωρέσω εγώ; Γέρο, πρέπει να στο εξομολογηθώ. Ξεκίνησα πολύ δυνατά, πολύ γρήγορα. Αλλά μου φαίνεται ότι με πήρε από κάτω. Πότε θα τελειώσει όλο αυτό; Τι έχεις στο μυαλό Σου για μένα. Τι να κάνω τώρα; Εντάξει. Όλα εντάξει.
[Γονατίζει, κλείνει τα μάτια, προσεύχεται]
Luke: Σε ρωτάω γονατιστός.
[Ανοίγει το ένα μάτι, περιμένει. Μετά ανοίγει και το άλλο μάτι, σταυρώνει τα χέρια του]
Luke: ΄Ντάξει, αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. Φαντάζομαι ότι είμαι πολύ ξεροκέφαλος για να παζαρέψω –σωστά; Είμαι δύσκολη περίπτωση.
[Κάνει ένα θόρυβο με τη γλώσσα του]
Luke: ‘Ντάξει. Μάλλον πρέπει να βρω τον δρόμο μόνος μου.
[Σειρήνες και φάροι περιπολικών από το παράθυρο, κάνει δυο βήματα πίσω]
Dragline: Luke?
Luke: [Κουνάει το κεφάλι, χαμογελάει] Αυτή είναι η απάντησή Σου Γέρο; Αν είναι έτσι, είσαι κι εσύ δύσκολη περίπτωση.

[Μιλώντας για τον Θεό στη βροχή]
Luke: Άστον να φύγει. Μπαμ, μπαμ.
Dragline: Κόφτο, Luke. Δεν μπορείς να μιλάς έτσι γι΄Αυτόν!
Luke: Πιστεύεις λοιπόν ακόμα σε αυτό το μεγάλο Αφεντικό με τα γένια; Νομίζεις ότι μας βλέπει από ψηλά;
Dragline: Έλα δω! Δε φοβάσαι; Δε φοβάσαι να πεθάνεις;
Luke: Να πεθάνω; Φίλε, ας πάρει αυτή τη μικρή ζωή όποτε γουστάρει. Το άκουσες αυτό; Μ΄ακούς; Έλα λοιπόν! Είμαι στη διάθεσή σου Γέρο! Άντε! Δείξε μου ότι είσαι εκεί. Έλα λοιπόν! Αγάπα με, μίσησέ με, σκότωσέ με –οτιδήποτε. Απλά, ειδοποίησέ με.
[Κοιτάζει τριγύρω]
Luke: Μου φαίνεται ότι απλά κάθομαι στη βροχή μιλώντας μόνος μου.

Dragline: Χαμογελούσε …. Έτσι ακριβώς! Ξέρεις πως είναι, το ξέρεις … εκείνο το χαμόγελο του Luke. Το έβλεπες στο πρόσωπό του μέχρι το τέλος. Διάολε, αν δεν το είχαν πάρει χαμπάρι από τα πριν, θα μπορούσαν να το καταλάβουν ακόμα κι εκείνη τη στιγμή –δεν υπήρχε περίπτωση να τον νικήσουν. Αυτό το χαμόγελο του γερο-Luke. O Luke! Ήταν κάποιος φοβερός τύπος! Ο Ψύχραιμος Luke! Διάολε, ήταν γεννημένος για να βάλει τον κόσμο σε μπελάδες.




Bert Gordon: Δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλος παίχτης μπιλιάρδου που να ρίχνει καλύτερα από ότι έκανες εσύ εκείνο το βράδυ στο Ames. Έχεις ταλέντο.
Fast Eddie: Εντάξει λοιπόν, έχω ταλέντο. Τότε τι μπορεί να με κάνει να χάσω;
Bert Gordon: Ο χαρακτήρας.



Bert Gordon: Eddie, πειράζει να γίνω λίγο κυνικός;
Fast Eddie: Γιατί –τι ήσουν μέχρι τώρα;
Bert Gordon: Eddie, έχεις γεννηθεί για να χάνεις.
Fast Eddie: Τι πάει να πει αυτό;
Bert Gordon: Είναι η πρώτη φορά τα τελευταία 10 χρόνια που βλέπω τον Minnesota Fats στριμωγμένο ... πραγματικά στριμωγμένο. Αλλά τον άφησες να σου ξεφύγει.
Fast Eddie: Σου είπα –είχα πιει.
Bert Gordon: Σίγουρα, είχες πιει. Έχεις την καλύτερη δικαιολογία του κόσμου για να χάσεις –δεν υπάρχει πρόβλημα στο να χάνεις, από τη στιγμή που έχεις μια καλή δικαιολογία. Να κερδίσεις …. Αυτό θα ήταν πραγματικά δυσβάσταχτο για την πλάτη σου, λες και είσαι καμιά μαϊμού. Και θα το ξεφορτωθείς κι αυτό το βάρος όταν βρεις μια καλή δικαιολογία. Το μόνο που χρειάζεσαι είναι να μάθεις να λυπάσαι για τον εαυτό σου. Αυτό είναι, πραγματικά, ένα από τα καλύτερα αθλήματα κλειστού χώρου. Ένα άθλημα που όλοι το φχαριστιούνται, ειδικά αυτοί που έχουν γεννηθεί για να χάνουν.
Fast Eddie: Ευχαριστώ για το ποτό.


Fast Eddie: Είμαι ο καλύτερος που έχεις δει ποτέ Χοντρέ. Είμαι ο καλύτερος που υπάρχει. Κι αν ποτέ με νικήσεις –ακόμα και τότε θα είμαι ο καλύτερος.
Bert Gordon: Μείνε μ΄αυτό το παιδί –είναι σίγουρα ΧΑΜΕΝΟΣ.



Sarah Packard: Πως ήξερες ότι το όνομά μου είναι Sarah;
Fast Eddie: Εσύ μου το είπες..
Sarah Packard: Είπα ψέματα. Όταν είμαι πιωμένη λέω ψέματα.
Fast Eddie: Εντάξει, ποιο είναι το όνομά σου σήμερα;
Sarah Packard: Sarah.


Sarah Packard: Είμαι κολεγιοκόριτσο. Δυο μέρες τη βδομάδα, Τρίτες και Πέμπτες, πηγαίνω κολέγιο.
Fast Eddie: Δε μοιάζεις για κολεγιοκόριτσο.
Sarah Packard: Επειδή είμαι χειραφετημένο άτομο. Πραγματικά χειραφετημένη.
Fast Eddie: Όχι, δεν εννοώ κάτι τέτοιο … ότι κι αν σημαίνει. Εννοώ ότι δεν μοιάζεις τόσο νέα.
Sarah Packard: Ούτε και είμαι.
Fast Eddie: Γιατί, λοιπόν, πας στο κολέγιο;
Sarah Packard: Γιατί δεν έχω τι να κάνω τις Τρίτες και τις Πέμπτες.
Fast Eddie: Τι κάνεις τις υπόλοιπες μέρες;
Sarah Packard: Πίνω.



Sarah Packard: Σ’ αγαπάω, Eddie.
Fast Eddie: Ξέρεις Sarah, κάποια μέρα, θα βολευτείς … θα παντρευτείς έναν καθηγητή από το κολέγιο και θα γράψεις ένα σπουδαίο βιβλίο. Ίσως να λέει για μένα το βιβλιο. Ε; «Fast Eddie Felson... Απατεώνας».
Sarah Packard: Σ΄αγαπάω.
Fast Eddie: Χρειάζεσαι αυτές τις λέξεις;
Sarah Packard: Ναι, τις χρειάζομαι πάρα πολύ. Αν ποτέ τις πεις δεν θα σε αφήσω να τις πάρεις πίσω.

[στο παιχνίδι των $3.000 μετά το «σπάσιμο» του Minnesota Fats είναι η σειρά του Eddie]
Fast Eddie: Πώς να το παίξω αυτό, Bert; Να παίξω στα σίγουρα; Έτσι δεν μου έλεγες πάντα; Να παίζω στα σίγουρα, να υπολογίζω τα ποσοστά … Λοιπόν πρόσεξέ με –γρήγορα και χαλαρά. Η μπάλα στην γωνιακή τρύπα. Ναι, γιατί όσοι παίζουν με τα ποσοστά πεθαίνουν αδέκαροι επίσης –έτσι δεν είναι Bert;
[πετυχαίνει το χτύπημα και ο κόσμος τριγύρω πανηγυρίζει]
Fast Eddie: Και πώς να χάσω;



Fast Eddie: Ξέρεις … έχω ένα προαίσθημα, Χοντρέ. Έχω ένα προαίσθημα ότι είναι η μέρα μου σήμερα. Η μπάλα με ένα χτύπημα στη γωνιακή τρύπα, εννοώ, το έχεις νιώσει ποτέ αυτό; Ξέρεις … στα ξαφνικά, νιώθεις ότι δεν γίνεται να αστοχήσεις. Επειδή το έχω ονειρευτεί αυτό το παιχνίδι, Χοντρέ. Το ονειρευόμουν κάθε νύχτα στο δρόμο. 5 μπάλες. Ξέρεις … αυτό είναι το δικό μου τραπέζι, φίλε. Μου ανήκει.



Fast Eddie: Και τι θα γίνει αν δεν σε πληρώσω, Bert;
Bert Gordon: [γελάει] Να μη με πληρώσεις; Θα βρεθείς με σπασμένους αντίχειρες για μια ακόμα φορά. Και δάχτυλα επίσης. Αν το θελήσω, θα σου σπάσουν το δεξί χέρι σε τρία ή τέσσερα σημεία.
Minnesota Fats: Καλύτερα να τον πληρώσεις, Eddie.
Fast Eddie: Άρα, λες ότι είσαι ακόμα ο μάνατζέρ μου –έτσι;
Bert Gordon: Είμαι επιχειρηματίας αγόρι μου.

Fast Eddie: Φίλε –καλύτερα να πεις στους δικούς σου να με σκοτώσουν, Bert. Καλύτερα να το φτάσουν μέχρι τέλους, επειδή, αν με αφήσουν πίσω θα κολλήσω τα κομμάτια μου, το ένα δίπλα στ΄άλλο, θα κολλήσω τα κομμάτια μου ξανά, και μετά, στ΄ ορκίζομαι … στ΄ ορκίζομαι, Bert, θα έρθω πάλι εδώ και θα σε σκοτώσω.

Fast Eddie: Χοντρέ, έπαιξες ένα πραγματικά μεγάλο παιχνίδι σήμερα.
Minnesota Fats: Κι εσύ το ίδιο, Fast Eddie.


Υ.Γ.: Η φράση του τίτλου ανήκει στον Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

20. «Το μικρό άσπρο συννεφάκι που έκλαιγε»

Περίληψη προηγουμένων:

1. Όπου ο ήρωας κατεβαίνει από το αεροπλάνο επιστρέφοντας στην κωλοπόλη του μετά από 20 χρόνια. Τον περιμένει μια παλιά φίλη, η Ρέα και μπόλικος, άσχετος με το θέμα, εκνευρισμός.
2. Δίνονται κάποιες αναγκαίες εξηγήσεις σχετικά με τον Πέτρο, που σαπίζει σε ψυχιατρείο και ο ήρωας ξανασυναντάει την κτηνώδη κίτρινη -μπλε Τενερέ 600.
3. Η Τενερέ πηγαίνει στο συνεργείο και ο ήρωας ανακαλύπτει οτι τον ανακάλυψαν.
4. Μια επίσκεψη στο μπαρ ενός παλιού φίλου, Σπήλιος το όνομα, καταλήγει σε κλωτσοπατινάδα, όπου ο ήρωας τις αρπάζει δεόντως. Σκοπός της επίσκεψης είναι η αναζήτηση πιστολιού.
5. Μετά από άγονη περιπλάνηση (που λένε και οι μορφωμένοι) ο ήρωας βρίσκεται σε δανεικό αυτοκίνητο να παρακολουθεί το σπίτι των γονιών του Πέτρου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η Έλλη.
6. Μια όμορφη σχέση, διανθισμένη από μπουγέλα και τσαντιές, αναπτύσσεται μεταξύ του ήρωα και της αδερφής του Πέτρου -της Έλλης. Γίνεται και μια αναφορά στον "Καρχαρία" που θέλει να σκοτώσει ο Πέτρος. Μια ακόμα όμορφη ανθρώπινη επαφή με τους θαμώνες κάποιου κωλόμπαρου αφήνει ενθύμιο στον ήρωα, ένα βουλάρικο περίστροφο Άρκους 94.
7. Όπου ο ήρωας συναντάει οτι έχει απομείνει από τον Πέτρο.
8. Δυο φιλικές συνομιλίες -η πρώτη με μπάτσους και η δεύτερη με έναν παλιό φίλο ξεκαθαρίζουν κάποια πράγματα στον ήρωα. Όπως ας πούμε, σχετικά με το ποιος είναι ο Καρχαρίας.
9. Μια εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του Πέτρου καταλήγει στην "απαγωγή" της Έλλης.
10. Κάποια παραλιακή βόλτα με την Έλλη οδηγεί στην αναζήτηση του Καρχαρία και σε μια σφαίρα που κατεβάζει το τζάμι του παραθύρου του.
11. Η Ρέα ακολουθεί τους υπόλοιπους στην αναζήτηση κρυσφύγετου. Υπάρχει η προοπτική ενός εξοχικού κοντά στο Σούνιο, αλλά επιλέγεται τελικά κάποιο αραγμένο καταμαράν.
12. Μισή ερωτική εξομολόγηση και μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια του Σπήλιου.
13. Κάποια συνάντηση στο σπίτι στο τέλος του δρόμου.
14. Ο ήρωας αναλύει τον συναισθηματικό του κόσμο στην Έλλη πριν κηδέψει την θηρώδη Τενερέ 600.
15. Ένα ειδύλλιο με την Έλλη και η ανακάλυψη οτι ο Πέτρος έχει ήδη φύγει από την κλινική.
16. Το ζευγάρι ψάχνει να βρει τους κυνηγούς του, αλλά βρίσκει και χρόνο να πάει στο ραντεβού με τον Πέτρο, 20 χρόνια μετά.
17. Ο ήρωας δέχεται να κρυφτεί μαζί με τους υπόλοιπους και να διώξει την Έλλη από κοντά του.
18. Ο Καρχαρίας βγαίνει από τη μέση αφήνοντας μια σφαίρα σουβενίρ στον ώμο του ήρωα.
19. Εξηγήσεις και αποχαιρετισμοί πριν το τέλος.


«Περπατούσα δίπλα στο ποτάμι/ και ήμουν λυπημένος/ όταν είδα ξαφνικά στον ουρανό/ το μικρό άσπρο συννεφάκι που έκλαιγε» -στάσου μισό λεπτό! Δεν υπήρχε κανένα ποτάμι εκεί κοντά, δηλαδή, εντάξει –η Αθήνα είναι γεμάτη ξεροπόταμους, αλλά δεν έβλεπα κανένα ποτάμι, τέλος πάντων. Είχε πάρει να ξημερώνει –βιαστικά σύννεφα έτρεχαν να προλάβουν το λεωφορείο της καταιγίδας. Κι εγώ περίμενα έξω από τον φράχτη, κουλουριασμένος –τρέμοντας από το κρύο, καπνίζοντας με την καύτρα πνιγμένη στο εσωτερικό της παλάμης, αχρείαστη προφύλαξη αλλά δε γαμιέται;

Το σπίτι στη μέση του κήπου είχε ένα μικρό φως αναμμένο στον πάνω όροφο, εκεί υπολόγιζα πως ήταν το δωμάτιό της. Ήξερα όμως ότι θα έβγαινε στον κήπο, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα –έτσι έπρεπε να γίνει. Πήγαινα στοίχημα μάλιστα ότι θα έσβηνε το φως πριν βγει έξω, δεν είχα προλάβει να τη γνωρίσω αλλά την ήξερα καλά. Θα με ειδοποιούσε, ακόμα κι αν δεν ήμουν εκεί, αυτή θα με ειδοποιούσε όπως και να είχε.

Το φως στο δωμάτιο έσβησε, κατρακύλησα από τη γωνιά μου με μουδιασμένα γόνατα. Τώρα θα κατέβαινε στον κήπο, έτσι πήγαινε –το είχα δει στο σινεμά. Έτρεξα σκυφτός, ψάχνοντας για το μέρος με την καλύτερη θέα. Εκείνη την ώρα άκουσα τον κινητήρα κάποιου αυτοκινήτου, δεν έδωσα σημασία, προχώρησα λίγο ακόμα –αλλά ο κινητήρας έσβησε κοντά, πίσω μου. Γύρισα να κοιτάξω. Ένα άσπρο αυτοκίνητο που βρώμαγε ασφαλίτες από τρακόσια μέτρα μακριά. «Όχι τώρα ρε πούστηδες! Δεν λυπάστε τις οικογένειές σας;» αναρωτήθηκα όσο στηριζόμουν στο ένα γόνατο για να κρατήσω σταθερό το Άρκους. Τους περίμενα με την πλάτη στο φράχτη.

Πέρασαν δυο λεπτά ησυχίας, μετά κατέβηκε το παράθυρο του οδηγού και ένα κεφάλι εμφανίστηκε σε σλόου μόσιον. Τον σημάδεψα, θα τον έτρωγα για πλάκα, αλλά έβγαλε το χέρι έξω και μου έκανε νόημα. Κοίταξα πίσω στον κήπο, η Έλλη δεν είχε βγει ακόμα. Σηκώθηκα και πήγα προς το μέρος του.
«Βάλε κανένα καρούμπαλο στην οροφή, αδερφέ μου! Παρά λίγο να στη μπουμπουνίσω –σε πέρασα για κακοποιό στοιχείο», είπα καθώς χωνόμουν στη θέση του συνοδηγού.
Γέλασε ανόρεχτα. Μάσαγε τσίχλα, στριφογυρίζοντας τα σαγόνια –σκέτο σίχαμα. Και είχε ρίξει ένα λαδί σακάκι πάνω από το αθάνατο λαχουρένιο πουκάμισο χωρίς να σώζει και πολλά πράγματα.
«Έλεγα ότι δεν θα ξανασυναντιόμασταν», μουρμούρισε.
«Αλλά διαφορετικά ήταν γραμμένα τα πράγματα στο βιβλίο της μοίρας!» παρατήρησα τίγκα στη σοφία.
Με κοίταξε.
«Είσαι τόσο μαλάκας ή απλώς το παίζεις;» ρώτησε.
«Έλα ντε! Κι εγώ απορώ, ώρες –ώρες!» απάντησα προβληματισμένος.
Δεν γέλασε.
«Ήρθα να σε γυρίσω πίσω. Με το καλό ή με το ζόρι», είπε προσπαθώντας να ρουφήξει την κοιλιά του.
Τον κοίταξα χαμογελαστός. Δεν έδειχνε να φοβάται, αλλά είχε δει το Άρκους εκεί έξω –άρα έκρυβε τον φόβο του μια χαρά.
«Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις να με πάρεις μαζί σου;» τον ρώτησα.
Γύρισε να με δει. Χαμογέλασε τώρα με το γνωστό του στυλάκι «σε κρατάω από τ΄αρχίδια μαλάκα».
«Για να το λέω κάτι θα ξέρω», μουρμούρισε. «Πηγαίνουμε το λοιπόν;»
Τεντώθηκα δίπλα του.
«Τσιγαράκι;» τον ρώτησα.
«Το έχω κόψει», είπε αυτόματα και μετά πρόσθεσε. «Μη γίνεσαι μαλάκας».
«Γίνομαι ή είμαι; Ξαναγυρνάμε στο βασικό ερώτημα», πανηγύρισα.
Στράβωσε το στόμα λες και το χτεσινό φαγητό ανηφόριζε από το στομάχι στο οισοφάγο του.
«Μη με ταλαιπωρείς ρε παιδάκι μου και δεν έχω την όρεξη σου!» φώναξε. «Με σηκώσανε από τα άγρια χαράματα για χάρη σου –άντε να τελειώνουμε μπας και προλάβω να κοιμηθώ κανά δυο ώρες στη ζούλα».
Έβγαλα την καπνοσακούλα κόβοντάς τον με την άκρη του ματιού μου. Δεν ήθελα να τρομάξει ότι πήγαινα να βγάλω όπλο. Αλλά εντάξει –δεν κούνησε ούτε βλέφαρο, ήταν ξύπνιο παιδί –είχε δει ότι αλλού φύλαγα το Άρκους.
«Δεν σε πειράζει να καπνίσω;» τον ρώτησα.
«Με πειράζει όμως υπάρχουν άλλα πράγματα πού με πειράζουν περισσότερο», είπε.
Άναψα λοιπόν τσιγάρο ανακατεύοντας τον καπνό με τη μυρωδιά από σουβλάκι που είχε ποτίσει την ταπετσαρία του αυτοκινήτου.
«Και για πες μου κάτι κύριε μπάτσε μου. Σε ποιο κωλάδικο σκοπεύεις να με πας;»
«Να … αυτές τις σαχλαμάρες δεν αντέχω!» είπε στο τιμόνι όσο αυτό τον κοίταζε ανέκφραστο. «Αφού τα ξέρεις γιατί με πρήζεις; Θα σε πάω στο σπίτι με τους δικούς σου και μετά αναλαμβάνουν άλλοι».
«Οι Ζητάδες;»
Με κοίταξε με ελεγχόμενο οίκτο.
«Και αυτοί».
Το σκέφτηκα.
«Άρα, δεν πρόκειται να βγω ζωντανός από εκεί μέσα», διαπίστωσα.
«Δεν βολεύει κανέναν αυτό. Ούτε κι εσένα, νομίζω. Αν περάσεις δίκη θα φας 20 χρονάκια το λιγότερο».
«Αλλά θα έχω τη δυνατότητα να απολογηθώ και να αποδείξω ότι είμαι ένας απλός κοπρίτης και όχι κάποιος περιβόητος τρομοκράτης –τα λέω καλά;»
Χαμογέλασε κάπως πατρικά.
«Δεν τα λες καλά –δηλαδή, λες τα μισά. Γιατί, αν πας φυλακή θα έχεις παρέα τον δικό σου και τη γκόμενά του για περίθαλψη εγκληματία. Δέκα χρονάκια με καλό δικηγόρο πάει η ταρίφα».
Έξυσα το κεφάλι μου –ήταν ακλόνητος ο πούστης!
«Θα σου προτείνω μια συμφωνία», ψιθύρισα.
Ξεκαρδίστηκε.
«Και γιατί να κάνω συμφωνία μαζί σου; Τι θα κερδίσω;» είπε στο τέλος.
«Κατά πρώτον θα εξακολουθήσεις να ζεις. Πρέπει να σου εκμυστηρευτώ κάτι –έχω φάει δύο, μπορεί και τρία άτομα τις τελευταίες μέρες –ένας παραπάνω δεν με χαλάει. Ειδικά αν σκεφτείς ότι οι προηγούμενοι ήταν παλιοί φίλοι κι εσύ είσαι μπάτσος. Από την άλλη πλευρά, για πες μου τι γίνεται εκεί πέρα; Έχουν ήδη κυκλώσει το σπίτι; Σίγουρα –διαφορετικά δεν θα είχε καμιά σημασία να με πας μέχρι εκεί. Δες λίγο το σκηνικό –μπάτσοι γύρω από το σπίτι κι εσύ να περνάς με το αυτοκινητάκι σου, για να βάλεις τον καταζητούμενο μέσα. Γελοίο δεν μοιάζει; Άσε που μπορεί κάποιος να το καρφώσει στα κανάλια και ποιος σας σώζει μετά!»
Κοίταζε μπροστά του, τινάζοντας κάποια αόρατα ψίχουλα από το λαχουρένιο πουκάμισό του.
«Έστω», είπε. «Όχι γιατί φοβάμαι μη με καθαρίσεις, ούτε για το άλλο που είπες. Αλλά επειδή σε συμπάθησα. Ποια είναι η συμφωνία;»
Ήταν η σειρά μου να γελάσω.
«Καλά, ότι γουστάρεις», κορόιδεψα. «Λοιπόν η συμφωνία έχει ως εξής: απομακρύνεσαι κανένα χιλιομετράκι και με αφήνεις ήσυχο για μισή ώρα ή ίσως και λιγότερο. Μετά σου έρχομαι να με πας κατά Σούνιο μεριά. Πριν φτάσουμε με αφήνεις να μπω μόνος μου μέσα».
«Θα τα καταφέρεις; Είναι κυκλωμένο το σπίτι».
«Ναι μωρέ –μπάτσοι δεν είναι αυτοί που το έχουν κυκλώσει;»
Γέλασε άθελά του.
«Εντάξει, αλλά μην κάνεις καμιά πουστιά κι εξαφανιστείς …» είπε.
«Που να πάω ρε φίλε; Αυτή η πόλη είναι σκέτος βάλτος, όσο προχωράς τόσο πιο βαθιά χώνεσαι στη λάσπη», τον καθησύχασα.
Έφτυσε την τσίχλα έξω από το παράθυρο του όσο καθάριζε μια καραμέλα. Τον λυπήθηκα.
«Αδερφέ μου, ξανάρχισε το τσιγάρο καλύτερα. Θα πας από ζάχαρο στο τέλος και δεν θα σου έχει μείνει δόντι στη θέση του», συμβούλεψα.
«Όλοι από κάτι θα πάμε», φιλοσόφησε. «Αλλά χέστηκα πάνω μου με το έμφραγμα –σκέτη φρίκη. Σα να σε βάλανε στην κατάψυξη, εσένα και μια τηλεόραση που παίζει τον θάνατό σου, είναι τρομακτικό ε;»
Δεν είχα τίποτα να του απαντήσω. Έκανα να βγω έξω, με κράτησε.
«Πες μου κάτι ρε φίλε …»
Τον κοίταξα.
«Γιατί τον φάγατε το Ζητά;»
«Επειδή μας σημάδευε –δεν το ήξερες;»
«Και λοιπόν; Γιατί δεν παραδινόσασταν;»
Χαμογέλασα μπροστά στην αθωότητά του –αναρωτήθηκα κιόλας αν ήταν αληθινή ή μου έκανε πλάκα.
«Ρε κυρ μπάτσε μου, επικοινωνείς; Πίσω γινόταν της κόφας με τους διαδηλωτές κι ο τύπος ήταν σκέτος Ρίνγκο. Εσύ τι θα έκανες δηλαδή; Πρώτα θα μας πυροβολούσε και μετά θα ζητούσε ταυτότητες».
Έσκυψε το κεφάλι. Μάλλον δεν μου έκανε πλάκα.
«Αυτά γίνονται και πέφτουμε όλοι στα σκατά», διαπίστωσε.
«Ναι, παλιοζωή αλλά μην το βάζεις κάτω. Λίαν συντόμως θα εξαρθρώσετε τρομοκρατική οργάνωση –κάτι είναι κι αυτό!» τον παρηγόρησα.
Με κοίταξε ανέκφραστος.
«Άντε φύγε ρε κοπρίτη μην αλλάξω γνώμη και σου περάσω βραχιόλια επιτόπου», μούγκρισε.
«Μάλιστα κύριε μοίραρχε!» είπα βγαίνοντας.
Μετά, έκανα τον κύκλο του αμαξιού και ήρθα στο παράθυρό του πριν ξεκινήσει.
«Να σε ρωτήσω και κάτι τελευταίο …» ψιθύρισα σκυφτός.
«Ρίχτο», έκανε επιφυλακτικά.
«Μήπως είσαι ξανθός;»
Έπιασε ασυναίσθητα τα μαλλιά του.
«Τι πράγμα; Όχι ρε, δεν είμαι ξανθός. Γιατί;» απόρησε.
«Επειδή είχα ακούσει κάπου για τον ξανθό χαφιέ –θυμάσαι τίποτα;»
«Ποιον ξανθό χαφιέ;»
«Εκείνον μωρέ που παρακολουθούσε το σπίτι, κάτι είχε γραφτεί κιόλας –δεν ξέρεις τίποτα σχετικό;»
Ανέβασε το τζάμι βρίζοντας και έφυγε. Πρόλαβα να ακούσω ένα «ρε με τι πούστη μπλέξαμε!» ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων.
Αλλά έμεινα μόνος κι αυτό είχε σημασία.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξε η Έλλη να βγει στον κήπο, πήρε χαμπάρι το αυτοκίνητο που κατηφόριζε –βιάστηκα να κρυφτώ πίσω από ένα πρόχειρο δέντρο, κρυφοκοίταξα. Εκείνη χάζεψε το αμάξι και μετά σήκωσε τους ώμους απογοητευμένη μάλλον. Ήταν ακόμα ντυμένη με τα ίδια ρούχα και έδειχνε αποκαμωμένη, άυπνη. Έσερνε τα πόδια της στο σκαμμένο χώμα μην ξέροντας προς τα πού να πάει, την κοίταζα όσο περπατούσε αποκλειστικά για χάρη μου. Κάποια στιγμή ήρθε μέχρι τον φράχτη, κοίταξε μακριά, ήμουν πλάγια και δεν με έβλεπε. Εγώ όμως είδα δάκρυα στα μάτια της κι έχασα την ανάσα μου. Πνιγόμουν δέκα βήματα πιο δίπλα της, βυθιζόμουν σε μια θάλασσα συρμάτινη σαν το φράχτη, μαύρη σαν τα μαλλιά της και βαθιά σαν τα μάτια της. Για λίγο, ίσως και για πάντα. Μετά γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε.

Στη μέση του κήπου σταμάτησε, έβαλε τα χέρια στη μέση –περίμενε. Κι εγώ τράβηξα το Άρκους, σημάδεψα αυτή την πλάτη, έσφιξα τη λαβή όσο σκεφτόμουν να πάρω την Έλλη μαζί μου. Αλλά δεν είχα τ΄ αρχίδια –κατάλαβες; Περίμενα λοιπόν μέχρι να ξαναχωθεί στο σπίτι και έφυγα πισωπατώντας. Άδικα –δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναβγεί από εκεί μέσα. Για μένα τουλάχιστον.

Κατέβηκα προς το αυτοκίνητο με αργά βήματα.
«Με πεθύμησες μπάτσε;» ρώτησα μπαίνοντας μέσα.
«Γκομενοδουλειά έτσι;» κορόιδεψε εκείνος.
«Μπα -ήθελα να ρίξω ένα χέσιμο και δεν κρατιόμουν μέχρι το σπίτι», είπα σοβαρά.
Με κοίταξε.
«Όπως αγαπάς …» σχολίασε.
Το άφησα να περάσει αυτό –δεν γούσταρα και πολλές κουβέντες.
Οι δρόμοι ήταν ακόμα άδειοι και τα σύννεφα φαίνεται ότι τελικά είχαν προλάβει το λεωφορείο. Αραιές σταγόνες έσκαγαν στο παρμπρίζ, μπουκωμένες καταιγίδα.
«Δε φοβάσαι;» με ρώτησε στο ξεκάρφωτο ο μπάτσος.
«Τι να φοβηθώ; Βαρέθηκα τόσα χρόνια στο κυνήγι, τώρα είμαι πιο ήσυχος. Πάω εκεί πέρα, με τρώνε λάχανο –τέλος ιστορίας. Εσύ φοβάσαι;»
«Τι να φοβηθώ εγώ;» με κοίταξε πάλι απορημένος.
«Ξέρω ΄γω … μη σου κλέψει κανένας το πουκάμισο …» μουρμούρισα.
«Άντε χέσου ρε», πετάχτηκε. Μετά έδειξε σκεφτικός.
«Τι έχει το πουκάμισό μου;» ρώτησε κοιτάζοντάς το. Κοντά εκατό ευρώ έσκασα –είναι και μάρκα!»
Το έπιασα με τις άκρες των δαχτύλων.
«Μεταξωτό ή πολυεστέρας;» ενδιαφέρθηκα.
«Δεν ξέρω! Το γράφει πουθενά;» αναστατώθηκε.
«Όλο και κάπου θα το γράφει. Αλλά κοίτα μπροστά σου μη μας γράψουν εμάς στις Κηδείες», τον συνέφερα. Είχα ανησυχήσει κάπως, όταν πας να πεθάνεις δεν έχεις καμιά διάθεση να σκοτωθείς πριν την ώρα σου.
Πονούσα κιόλας –η σφαίρα στον ώμο έκανε τσάρκες για να ξεμουδιάσει.

Δεν μιλήσαμε μέχρι την ταμπέλα του Παπατσάκωνα –εκεί τον σκούντηξα γιατί έβλεπα να το πηγαίνει σερί μέχρι Σούνιο. Πρόλαβε να στρίψει στο φτερό.
«Εδώ πιο κάτω με αφήνεις», τον ειδοποίησα.
Ήδη έβλεπα τα περιπολικά απλωμένα τριγύρω και κάμποσους Ζητάδες σε παράταξη να ξύνονται δίπλα στις μοτοσυκλέτες τους. Μεγάλη κινητικότης!
«Θα τα καταφέρεις να μπεις μέσα;» ρώτησε.
«Σίγουρα –μη σκας».
«Εγώ να σκάσω; Να κι μπεις να κι αν σε φάνε απέξω!» μόρφασε.
«Σωστά», παρατήρησα. «Αλλά ήθελα να χαιρετήσω και τους δικούς μου …»
«Να σε βάλω εγώ μέσα ρε;» προσφέρθηκε.
«Όχι, δεν τρέχει τίποτα. Σταμάτα εδώ και μη φοβάσαι. Τους έχω περικυκλωμένους!» πανηγύρισα.
Σταμάτησε μαλακά.
«Δεν ξέρω αν χάρηκα για τη γνωριμία», είπε δίνοντας το χέρι του.
«Εντάξει, θα χαρείς με το παράσημο», του απάντησα αποφεύγοντας τη χειραψία.

Περπάτησα προσεκτικά, όλοι με είχαν κανονικά γραμμένο, προσέχοντας την κίνηση στο σπίτι. Ποια κίνηση δηλαδή –ένα φωτάκι κάπου μέσα και ησυχία του τάφου. Έβγαλα το Άρκους, τσέκαρα τον χώρο τριγύρω, σχεδίασα την πορεία στο μυαλό μου και σημάδεψα μια μοτοσυκλέτα γύρω στα 100 μέτρα αριστερά μου. Με προσοχή πάτησα δυο φορές τη σκανδάλη, η πρώτη πήγε στράφι, αλλά η δεύτερη κάτι πέτυχε κοντά στη σέλα. Αμέσως μετά ξεκίνησε το πάρτι.

Είχα ήδη κρυφτεί πίσω από κάτι δέντρα και τους έβλεπα να πυροβολάνε στα τυφλά, ήδη οι περισσότεροι έτρεχαν προς τη χτυπημένη μοτοσυκλέτα. Περίμενα λίγο να σταματήσουν, μέτραγα τα δευτερόλεπτα. Όταν βεβαιώθηκα ότι δεν θα έτρωγα καμιά αδέσποτη, σπρίνταρα για το σπίτι. Στην αρχή δεν με πήραν χαμπάρι. Είχα μπει στον κήπο όταν κάποιος με είδε, φώναξε, ακολούθησαν κι άλλοι –στ΄αρχίδια μου. Έπεσα πάνω στην πόρτα, ήξερα ότι δεν θα πυροβολούσαν εκεί πέρα. Δεν είχαν τέτοιες εντολές ακόμα.

Η πόρτα άνοιξε και κουτρουβάλησα μέσα, η Ρέα παραμέρισε για να μην πέσω πάνω της.
«Φτου γαμώτο! Ξέχασα τα λουλούδια στο ανθοπωλείο!» φώναξα τινάζοντας τα ρούχα μου.
«Κόψε τις σάχλες», είπε εκείνη.
Πήγα κοντά της.
«Τι τρέχει;» ρώτησα.
«Ο Πέτρος …» ψέλλισε.
«Είναι εντάξει;»
«Κλεισμένος στο δωμάτιο πίσω. Δεν ξέρω τι έχει, κοπανιέται εκεί μέσα, πήγα να μπω –δε μ’αφήνει …»
Την αγκάλιασα.
«Μην ανησυχείς ρε κορίτσι. Θα ηρεμίσει όταν τελειώσουν όλα αυτά –θα στρώσει η κατάσταση …»
Με κοίταξε γυάλινη.
«Με δουλεύεις; Τι να ηρεμήσει; Δεν κοιμάται τα βράδια, ξυπνάω και τον βρίσκω πίσω από τις πολυθρόνες να τρέμει … Παθαίνει κάτι, πετάγεται στα καλά καθούμενα … Τις προάλλες με χτύπησε ρε μαλάκα!»
«Σε χτύπησε;»
«Όταν δεν μπορούσαμε να το κάνουμε … Πάλευε, ίδρωνε, πήγα να τον πάρω αγκαλιά … με χτύπησε γαμώτο!»
Έσκυψα το κεφάλι.
«Κάνε κουράγιο. Θα συνέλθει», είπα αλλά δεν το πίστευα κι αυτό φαινόταν.
Κάποια πόρτα βρόντηξε. Γυρίσαμε προς τα εκεί, ο Πέτρος είχε τα χάλια του.
«Ήρθες;» απόρησε. «Πάμε μέσα».
Τον ακολούθησα.
Κλείδωσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, κάθισε στο κρεβάτι απέναντι μου –κοιταχτήκαμε.
«Έχει γεμίσει μπατσαρία εκεί έξω», μουρμούρισε.
«Αλήθεια; Που ρε μαλάκα; Δεν είδα τίποτα!» έπαιξα τον έκπληκτο.
Τέντωσε το χέρι του δείχνοντας προς το παράθυρο, αλλά σύντομα κατάλαβε τη σαχλαμάρα και μαζεύτηκε ντροπιασμένος.
«Τι θα κάνουμε φίλε;» με ρώτησε.
Οι μπάτσοι είχαν ησυχάσει απέξω –μάλλον δουλειά του λαχουράτου ήταν αυτό.
«Μην ψαρώνεις δικέ μου. Θα βγω έξω και θα τους γαμήσω από μόνος μου, εσείς ετοιμάστε καφέ για μετά», του είπα.
Έπαιξε νευρικά τα βλέφαρά του. Πήγα να τον αγκαλιάσω –τραβήχτηκε.
«Γιατί φτάσαμε ως εδώ;» ρώτησε.
«Επειδή παντού αλλού είχανε βάλει εισιτήριο. Μόνο εδώ ήταν τζάμπα», του εξήγησα.
«Δεν μου αρκεί ρε φίλε. Δε φτάνει αυτό–κατάλαβες; Κάπου χαθήκαμε και γυρίζαμε σαν τυφλοπόντικες, σαν κουτάβια, σαν …»
«Κοριοί με στιλέτο στην πλάτη», του υπενθύμισα.
Το σκέφτηκε λίγο –θυμήθηκε.
«Ναι, αυτό λέω», είπε τελικά.
«Κι εκείνος το ίδιο έλεγε, αλλά …»
«Αλήθεια, τι έγινε μ΄εκείνον;» αναρωτήθηκε.
«Κάτσε να σου πω», προθυμοποιήθηκα και κάθισε και του είπα. Τα πάντα για εκείνον, για εμάς, για τους άλλους … ότι ήξερα δηλαδή.
Έμεινε να με κοιτάζει κουνώντας το κεφάλι, οι μπάτσοι έξω είχαν κάποιες ανησυχίες. Σε λίγο θα μας πλάκωναν με τις ντουντούκες.
«Εσύ τι θα κάνεις;» τον ρώτησα.
«Σαν τι να κάνω;» αναρωτήθηκε.
«Ξέρω ΄γω; Θα συνεχίσεις να το παίζεις ψύχωση νούμερο 5 και να βαράς τη Ρέα όταν δε σου σηκώνεται;»
Κατέβασε τα μάτια.
«Δεν είμαι εγώ πια. Κοντεύω να ξεχάσω πως ήμουν, ποιος ήμουν, αλλά το ξέρω ότι δεν είμαι εγώ. Κάτι σκουλήκια κουνιούνται μέσα στ΄άντερά μου, τα νιώθω που θέλουνε ν’ ανέβουν μέχρι το μυαλό μου. Με τρώνε και σαπίζω, με κουμαντάρουν … Δεν ελέγχω τίποτα εδώ πέρα, νιώθω το δέρμα μου σα ρούχο που το φοράνε αυτά τα σκουλήκια, είμαι νομίζω …»
«Σκουληκιασμένος», τον διέκοψα.
«Ναι, σκουληκιασμένος», είπε χωρίς να παραξενευτεί καθόλου. «Και ξέρεις κάτι ακόμα; Με κυνηγάνε, χρόνια τώρα. Μέσα στην κλινική είχανε πάει να με φάνε πάνω από δέκα φορές και τώρα, εδώ έξω …»
Τον έπιασα από τους ώμους και τον τράνταξα απότομα.
«Άκου ρε μαλάκα!» φώναξα με το πρόσωπο κολλημένο στο δικό του. «Μη μου λες εμένα αυτές τις πίπες, φύλα τες για τον ψυχαναλυτή σου –εντάξει; Εδώ μας γαμάνε κανονικά και με το νόμο κι εγώ λέω να ξοφλήσω από σιγά-σιγά. Κοίτα να σταθείς στα πόδια σου καραγκιόζη και να φυλάξεις τη Ρέα, άκουσες;»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Άκουσες τι σου είπα γαμώτο! Να φυλάξεις τη Ρέα και την …»
Χαλάρωσα τη λαβή μου, έφυγε κάθε ορμή που κουβάλαγα. Τον κοίταξα –έκλαιγε με σκυμμένο κεφάλι. Είχε ακούσει, είχε καταλάβει, ήξερε. Βγήκα από το δωμάτιο.

Έξω από το παράθυρο οι μπάτσοι κάνανε αηδίες, πάρκαραν περιπολικά για να κρυφτούν πίσω τους, σπρώχνονταν να πλησιάσουν. Κάτι Ζητάδες άρχισαν να ρίχνουν στον αέρα από μακριά –κάπου στο μπούγιο διέκρινα και τον δικό μου, μπαμ έκανε το λαχούρι του στο χιλιόμετρο. Άνοιξα το παράθυρο –λούφαξαν.
«Μην κάνετε καμιά μαλακία, σε λίγο βγαίνω», ούρλιαξα.
Οι μπάτσοι έσκυψαν όλοι μαζί λες και τους σημάδευα με μπαζούκας.
«Να βγεις τώρα αμέσως!» φώναξε κάποια ντουντούκα.
Έφερα το χέρι πάνω από τα μάτια για να κόψω την αντηλιά –ο δικός μου ήταν που φώναζε.
«Σε λίγο κι άμα γουστάρετε. Αλλιώς ελάτε να με βγάλετε!» φώναξα.
Μετά έκανα πίσω για να σκοντάψω πάνω στη Ρέα που κοίταζε μαρμαρωμένη.
«Μη φοβάσαι» της είπα.
«Δε φοβάμαι για τώρα. Το ‘μετά’ φοβάμαι», ψεύδισε.
«Μετά -όλα καλά ρε βούρλο!» γέλασα. «Οικογένεια, κουτσούβελα, εξοχικό … Κι ο Πέτρος θα ισιώσει, μη νομίζεις…»
Με πήρε αγκαλιά, σφιχτά, με χάιδευε –δεν έλεγε να μ΄αφήσει. Ένιωθα άβολα με τους μπάτσους απέξω. Οπότε την έσπρωξα μαλακά, ελευθερώθηκα.
«Δεν υπάρχει κανένας Πέτρος ρε κορόιδο», μου ψιθύρισε στ΄αυτί.
Παραξενεύτηκα. Όλο παπαριές λένε οι γκόμενες.
«Πως δεν υπάρχει Πέτρος;» τη ρώτησα, αλλά δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Εκεί έξω οι μπάτσοι άρχιζαν να ξεθαρρεύουν, είπα να τους ρίξω μερικές προειδοποιητικές και πλησίασα το παράθυρο χώνοντας το χέρι στην τσέπη. Εκεί ακριβώς κοκάλωσα, έμεινα κέρινο άγαλμα γιατί το Άρκους είχε κάνει φτερά!
Γύρισα προς το εσωτερικό του σπιτιού, έτρεξα –στο άνοιγμα της πόρτας άκουσα τον πυροβολισμό, έπεσα με τον χτυπημένο ώμο μπροστά –κουτρουβάλησα στην κρεβατοκάμαρα.

Η Ρέα κρατούσε το Άρκους –μακρύς, πηχτός καπνός έβγαινε από δυο σημεία. Από την κάνη κι από μια τρύπα, εκεί που θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται η μύτη του Πέτρου.
«Τι έκανες ρε γαμώτο!» ούρλιαξα.
«Ότι έπρεπε. Ότι δεν είχες τ’ αρχίδια να κάνεις εσύ», είπε απαλά εκείνη.
Έσκυψα πάνω του, αυτό το πτώμα δεν θύμιζε σε τίποτα τον καλύτερό μου φίλο. Ασυναίσθητα κοίταξα από πιο κοντά, μπας και δω τα σκουλήκια –δεν τα είδα, αλλά τα άκουσα να πυροβολούν στον αέρα. Έξω από το σπίτι.
«Τον παίρνω πάνω μου -μη σκας», είπα στη Ρέα. «Κάτσε εδώ και περίμενε να τελειώσει το πανηγύρι. Μην το κουνήσεις, εντάξει ρε παλιόφρικο;»
Γέλασε χωρίς να βγάλει ήχο.
«Εγώ ήμουν η μόνη που δεν το κούνησα από εδώ –όσο εσείς μαλακιζόσασταν στα πέριξ», μου υπενθύμισε.
«Σωστή», είπα κι έκανα να φύγω.
Με κράτησε από το μανίκι.
«’σου πω ρε ψοφίμι…» χαμογέλασε.
«Ξηγήσου στα γρήγορα γιατί έχω ραντεβού», είπα.
«Δεν σου το είχα με τη μικρή … τέτοια καψούρα! Φαίνεται ότι κάτι μετράμε ακόμα!» διαπίστωσε.
«Καθότι αντικολλητικοί και πυρίμαχοι», ανακεφαλαίωσα.
«Μέσα είσαι», απάντησε και με πλάκωσε στα φιλιά.
Πρόλαβα να της αρπάξω το Άρκους μην πετύχει κανένα πόδι κατά λάθος.
«Μέσα είμαι και τώρα βγαίνω έξω», είπα δρασκελίζοντας την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

Στη μέση του σαλονιού άδειασα τη γεμιστήρα από σφαίρες γιατί είναι επικίνδυνα πράγματα αυτά. «Τόσα ατυχήματα συμβαίνουν κάθε μέρα!» που λένε και οι εφημερίδες. Μετά έστριψα ένα περιποιημένο τσιγάρο και άνοιξα αργά την εξώπορτα.
Οι μπάτσοι έξω σταμάτησαν –όπλα σηκώθηκαν προς το μέρος μου, γύρισα να κλείσω την εξώπορτα.
«Θα συναντηθούμε σύντομα», μου φώναξε η Ρέα από μέσα.
«Μη βιαστείς –θα έχω παρέα», την καθησύχασα.

Έβαλα το τσιγάρο στα χείλη, κοίταξα χαμογελαστός τους μπάτσους πριν ψαρέψω τον zippo από την τσέπη του παντελονιού μου. Σήκωσα ψηλά πάνω από το κεφάλι μου, το Άρκους με το αριστερό χέρι, χαλαρά –οι μπάτσοι με περίμεναν. Έφερα τον zippo κοντά στο στόμα μου, η σαλαμάνδρα με κορόιδεψε, δεν έδωσα σημασία. Τον άνοιξα στον αέρα, έριξα μια στη ροδέλα με τον αντίχειρα και το γαμήδι έβγαλε μόνο κάτι σπίθες σα χαλασμένο βεγγαλικό. Προσπάθησα δεύτερη φορά –ο zippo έφτυσε υπολείμματα πέτρας στα μούτρα μου. Γέλασα –είναι πολύ καργιόληδες οι zippo, μια ζωή ψάχνουν την ευκαιρία να σε κρεμάσουν όταν τους έχεις ανάγκη!

Άνοιξα το χέρι μου, άφησα τη σαλαμάνδρα ελεύθερη, να τρέχει στα χώματα. Μετά έφερα το Άρκους μπροστά μου και σημάδεψα τους μπάτσους.
«Πετάξτε τα όπλα πούστηδες αλλιώς θα πυροβολήσω!» φώναξα.
Οι μπάτσοι δεν έδειξαν διατεθειμένοι να συμμορφωθούν.

Πάνω μου ένα άσπρο σύννεφο άδειαζε βροχή κι όσο άδειαζε τόσο κατέβαινε –κοίταξα καλύτερα και ήταν ο Πέτρος εκεί, πιτσιρικάς να μου γνέφει κοροϊδεύοντας. Δίπλα του ερχόταν η Έλλη χαμογελαστή κι ασύστολα ερωτευμένη –γι΄αυτό κορόιδευε το κωλόπαιδο!

Είπα λοιπόν ότι αυτή θα ήταν μια ωραία μέρα να πεθάνει κανείς κι αυτό νομίζω ότι έκανα τελικά. Γιατί δεν άκουσα τον ήχο, αλλά περπάτησα μέσα στο σύννεφο με γρήγορο βήμα. Για να τους συναντήσω, κατάλαβες;


ΤΕΛΟΣ (εσύ τι λες;)

Υ.Γ.: Αυτή ήταν μια ιστορία που με βοήθησε να αντιμετωπίσω κάποια απώλεια πέρα από τα όρια του προσωπικού. Αλλά, οι ιστορίες δεν είναι τόσο δυνατές για να καταφέρνουν τέτοια πράγματα από μόνες τους. Χρωστάω λοιπόν ένα μεγάλο ευχαριστώ στο άτομο που μου έδειξε το πραγματικά τεράστιο μέγεθος της απώλειας και με έστησε απέναντί της. Επειδή, τελικά, σημασία έχει "να ξεχαστούμε, αλλά να μην ξεχάσουμε".

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι