Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
Ένα βουβό γυναικείο κλάμα πάνω απ΄το κεφάλι μου, για μια στιγμή νομίζω ότι παρακολουθώ την κηδεία μου από προνομιακή θέση αλλά μετά διακρίνω ότι αυτή που κλαίει είναι η μάνα μου και ηρεμώ κάπως. Αν ήμουνα πεθαμένος δεν θα το αντιμετώπιζε τόσο ψύχραιμα.
Κρατάω μισόκλειστα τα μάτια, να κόψω κίνηση πριν πάρουν χαμπάρι ότι συνήλθα. Τριγύρω μου μπεζ αχούρι, ξεφτισμένοι τοίχοι, οροί κρεμασμένοι σε σκουριασμένες βάσεις –δημόσιο νοσοκομείο, στα σίγουρα. Η μάνα μου κλαίει, παραδίπλα θα είναι σίγουρα ο γέρος μου –αλλά υπάρχουν κι άλλοι εδώ μέσα. Ποιοι είναι αυτοί οι πούστηδες; Ξεφορτώθηκα όλα τα σκατολοϊδια; Κάνω να ψαχτώ αλλά δεν παίζει τέτοια πιθανότητα –το σώμα μου κοντράρει φασκιωμένο. Μετά θυμάμαι. Ησυχάζω –όλα καλά θα πάνε.
Και τότε καταλαβαίνω οτι δεν μπορώ να σταθώ σε μια μεριά –πολύς πόνος, απροσδιόριστος. Κάτσε να το δούμε αυτό, κουνάω τα δάχτυλά μου, χέρια, πόδια –εντάξει. Ενδιάμεσα είναι το πρόβλημα, σα να τσιμέντωσε κάποιος τον κορμό του σώματός μου χώνοντας βελόνες πλεξίματος ενδιάμεσα για να δέσει το γκρο μπετό.
«Λίγο νερό γαμώ τη ζωή μου!» μουγκρίζω -για δυο λόγους. Πρώτον για να βεβαιωθώ οτι μπορώ ακόμα να μιλάω και δεύτερον για να μη μου σπάσουν τ’ αρχίδια με τις ανησυχίες τους. Πάνω που σκέφτομαι «αρχίδια» τρώω ένα ξεγυρισμένο μαχαίρωμα από εκεί κάτω, θυμάμαι τώρα τι ακριβώς έγινε. «Αρχίδια πατέρα»-«στον κώλο σου γιε μου», η κατάσταση.
«Είσαι καλά παιδί μου; Είσαι καλά;» ρίχνει μια καλομελετημένη κορώνα η μάνα μου.
«Καλά είμαι ρε μάνα –μην τσιρίζεις, να χαρείς!» απελπίζομαι προσωρινά.
Νιώθω το δωμάτιο ν΄ανακατεύεται άστατα –κίνηση, πλησιάσματα. Γυρίζω το κεφάλι, είχα δίκιο να ψυλλιάζομαι.
Ο πρώτος μπάτσος σκύβει πάνω μου, πατρικά. Ο δεύτερος παίζει νευρικά ένα πλαστικό ποτήρι.
«Πως νιώθεις παιδί μου;» ρωτάει.
«Ξέρω ΄γω;» παίζω τα μάτια. «Υπήρξα και καλύτερα».
Χαμογελάει αλλά η σκατόφατσά του δε γλυκαίνει. Κοιτάζω πίσω τους, ο πατέρας μου έχει γίνει ένα με την ξεσκισμένη πολυθρόνα του δωματίου. Θα καθαρίσουμε εύκολα, προσπαθώ να με καθησυχάσω.
«Μπορείς να μας μιλήσεις; Είσαι σε θέση;» ρωτάει ο μπάτσος.
«Κάνε παιχνίδι», βήχω ανέμελα.
«Αυτούς που σε χτύπησαν...»
«Ναι;»
«Τους ξέρεις;»
«Όχι. Κάτι ξεφτίλες κουρεμένοι με την ψιλή και πράσινα πλαστικά μπουφάν. Τρεις νομίζω ήταν», λέω.
Ο δεύτερος μπάτσος σημειώνει αμίλητος στο σημειωματάριο που εμφάνισε από το πουθενά.
«Τρεις, μάλιστα. Και πως ήταν;» χαμογελάει ο πρώτος μπάτσος.
«Τι ‘πως ήταν’; Μόλις τώρα δε σου είπα; Κουρεμένοι με την ψιλή, πράσινα μπουφάν –και αρβύλες με καρφιά, όπως βλέπεις...» κάνω νόημα με το πηγούνι τονίζοντας την κατάστασή μου.
«Τίποτα άλλο;»
«Ρε μάνα φέρε εκείνο το νερό γιατί θα αγορεύσω μου φαίνεται», μουγκρίζω πριν ξεσκιστώ στο βήχα.
Εκείνη πιάνει μια χαρτοπετσέτα και μου βρέχει τα χείλη.
«Δεν κάνει να πιεις νερό ακόμα –έτσι είπε ο γιατρός...»
Κοιτάζω το μπάτσο άγρια λες και φταίει αυτός για την κατάσταση. Και μήπως δε φταίει;
«Άκου κύριε -δεν ξέρω και πως να σε πω –αν έχεις περπατήσει ποτέ στο κέντρο θα ξέρεις ποιοι είναι αυτοί που κυκλοφορούν κουρεμένοι γουλί. Ποιοι είναι, τι πιστεύουν και τι κάνουν. Έχεις ακούσει τίποτα σχετικό;»
Χαμογελάει αμήχανα μάλλον.
«Έχεις ακούσει κι εσύ και ο συγγραφέας πίσω σου και όλοι σας. Αλλά χεστήκατε –τα λέω καλά; Τραμπούκοι πλακώνουν στο ξύλο κάποιους αληταράδες –όλα πρίμα κι εσείς καθόσαστε στην άκρη για να μετρήσετε τα πτώματα. Άσε που με τους τραμπούκους έχετε κάποια κατανόηση, καταλαβαινόσαστε ιδεολογικώς ρε παιδί μου!»
Εξακολουθεί να με κοιτάζει χαμογελαστός. Κλείνω τα μάτια επειδή τώρα ο μπάτσος παίρνει να θολώνει και να χύνεται από τα πλάγια –τι μαλακίες είναι αυτές;
Τον ακούω όμως να μιλάει με τον πατέρα μου.
«Ο γιος σας δεν θέλει να συνεργαστεί –αν αποφασίσει να βοηθήσει, εδώ είναι το τηλέφωνό μου. Πάρτε με να ξανάρθω».
Ανοίγω πάλι τα μάτια –όλα σταθεροποιούνται. Κι ο καργιόλης σκύβει πάνω μου.
«Όπως και να έχει, θα πρέπει να περάσεις από το τμήμα για να δώσεις κατάθεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα», μουρμουρίζει κακόκεφα.
«Ναι εντάξει. Θα βοηθήσω όσο μπορώ για να τους συλλάβετε», χαμογελάω αλλά το κόβω απότομα. Γαμώ την πουτάνα τους μέσα, μου έχουν σπάσει κι ένα πλαϊνό δόντι!
Ξυπνάω λουσμένος στον ιδρώτα, πονάω –κάποιος έχει στρώσει πινέζες στο κρεβάτι κι εγώ κυλιέμαι πάνω τους, έτσι μου φαίνεται. Το δωμάτιο είναι μισοσκότεινο και βρωμάει, δεξιά μου κάποιος ροχαλίζει, αριστερά ακούω βογκητά. Πρέπει να την κάνω από δω μέσα και γρήγορα μάλιστα. Αλλιώς θα με κόψει κομμάτια ο Δόκτορας Κάλγκαρι και θα με ταΐσει στον Νοσφεράτου –έχω φρικάρει σου λέω! Κλείνω πάλι τα μάτια να δω τη συνέχεια της ταινίας.
Τώρα ο ήλιος κάνει διάφανα τα βλέφαρά μου, βρωμίζει τα σεντόνια με ιδρώτα –τώρα ο ήλιος πρέπει να εξαφανιστεί. Ή εγώ ή αυτός –καταλαβαίνεις;
«Πως είσαι έτσι μωρή Λουκρητία; Σα νεογέννητο σε φασκιώσανε!»
Ανοίγω τα μάτια, ο Τάκης αγκαζέ με τον Πέτρο και μια σακούλα.
«Την έχω δει ‘επιστροφή στη μήτρα’ κι έτσι», απαντάω ξεραμένα.
Κάθονται πέριξ.
«Τι έπαθες ρε μαλάκα;»
«Μου την πέσανε κάτι σκίνια. Ρίξανε μπόλικες, άρπαξαν και τις αρβύλες μου…»
«Τις Ντοκ;»
«Αυτές».
«Βρε τα μουνιά!»
Συμφωνώ.
«Και τώρα τι κάνεις εδώ μέσα;»
«Ξέρω γω; Ριστορέισον, έχουν κατεβάσει κινητήρα και αλλάζουν τσιμούχες. Είπανε ότι θα με κιτάρουν να αποδίδω καλύτερα στις χαμηλές –κάπως έτσι.»
Κοιταζόμαστε αμίλητοι. Περιμένουν.
«Από πάνω προς τα κάτω, έχω ένα σπασμένο δόντι, δυο σπασμένα πλαϊνά πλευρά, κάτι θλάσεις και τ΄αρχίδια μου έχουνε γίνει τούμπανο. Μέχρι χτες με ψάχνανε για τίποτα εσωτερική αιμορραγία, αλλά βαρεθήκανε και το παράτησαν. Αυτά τα ολίγα».
«Πότε βγαίνεις;»
«Σε μια βδομάδα, είπαν…»
Ο Τάκης πλησιάζει κοντά μου.
«Και τι δουλειά έχει η Άλεξ με όλα αυτά;» ψιθυρίζει.
«Ξέρω ‘γω; Καμιά δουλειά –αν το πιστεύεις βέβαια», λέω.
«Δεν το πιστεύω βέβαια», χαμογελάει.
«Καλά κάνεις», επικροτώ.
«Τελικά δεν μας είπες τι βρήκες στη Μπισκίνη».
Γελάω αδύναμα.
«Τι να βρω ρε κορόιδο; Με τσάκισε η κατάρα του Μπισκίνη –δε βλέπεις;»
Κουνάει το κεφάλι.
«Τελικά όλο αυτό το τρέξιμο για να εντοπίσουμε την Άλεξ, έγινε για το τίποτα;» μονολογεί ο Πέτρος.
«Όχι ρε φίλε –όχι για το τίποτα. Ανοίξαμε το κουτί με τα πυροτεχνήματα, μόνο που τα πρώτα έσκασαν στα μούτρα μου, όπως φαίνεται».
«Μήπως να την ξεχνάγαμε την όλη ιστορία; Σκατά σου πάνε όλα από τότε που την γνώρισες», σκέφτεται φωναχτά ο Τάκης.
«Σκατά θα πηγαίνανε έτσι κι αλλιώς…» μουρμουρίζω.
«Εσύ ξέρεις…»
«Ναι, εγώ ξέρω! Τέλος πάντων –εσύ τι γίνεσαι με την Ηρώ;»
«Μέγκλα! Μαλάκα, η γκόμενα με έχει στείλει, είναι θεά στο κρεβάτι…»
«Ναι, αλλά σηκώνεστε κάποτε και γάμησέ τα!» παρατηρεί ο Πέτρος.
«Ρε κοίτα τα χάλια σου!» γελάει ο Τάκης.
«Με τον πρώην της τι γίνεται;» ρωτάω.
«Όλα καλά –έχουμε πιει μέχρι και καφέ παρέα. Καλό παιδί, ήσυχο!» απαντάει ο Τάκης.
«Τόσο μαλάκας δηλαδή;» ξαναρωτάω.
«Και βάλε!» ξεκαρδίζεται. «Έχω βαρεθεί ρε φίλε –κουράστηκα», μουρμουρίζει μετά. «Τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν είναι όπως θα θέλαμε –γαμήθηκα να μπω στο Πολυτεχνείο κι αναρωτιέμαι το γιατί. Ποιος ο λόγος; Δουλειά δε θα βρω, τα μαθήματα για τον πούτσο, οι καθηγητές σκέτοι κόπανοι. Τίποτα ρε φιλαράκο, τίποτα από το τίποτα μας κάνει πάλι τίποτα. Ψάχνω ένα κορίτσι να ερωτευτώ και κάνω τα στραβά μάτια. Κανονικά μιλάμε! Αλληθωρίζω για να μη δω τη μαλακία που κουβαλάνε στο κεφάλι τους –εντάξει, δε λέω… Κι εγώ μαλάκας με πατέντα, αλλά χάθηκε να βρω μια μαλακισμένη στο δικό μου μήκος κύματος; Υπήρχε εκείνη η καταπληκτική Έλλη, σου έχω μιλήσει; Δεν μπορεί –κάτι θα σου έχω πει!»
Κουνάω το κεφάλι για να συνεχίσει.
«Μεγάλος έρωτας –εποχή Λυκείου. Μάσαγα σίδερα, έφτυνα καρφίτσες! Αλλά δεν της είπα τίποτα –περίμενα. Τελειώνουμε το Λύκειο, περνάει ΤΕΙ Πάτρας. Στους τρεις μήνες μας καλεί να κατέβουμε –φιλοξενούμενοι κι έτσι για το καρναβάλι. Να η ευκαιρία! Μιλάω σωστά;»
«Ολόσωστα», μουρμουρίζω.
«Έτσι ολόσωστα πήρε τα παπάρια μου», σχολιάζει ο Πέτρος από δίπλα.
«Πάμε, πίνουμε τα πάντα, χορεύουμε, γλεντάμε. Επιστρέφουμε σπίτι –τρεις εμείς, Πέτρος, Αλέξης, εγώ –δυο οι γκόμενες, Έλλη και συγκάτοικος. Σκέφτομαι τότε ότι είναι ξεφτίλα να της την πέσω όσο είναι λιώμα. Το αφήνω λοιπόν για το πρωί –σωστός;»
«Ολόσωστος!» ξεκαρδίζεται ο Πέτρος.
«Το πρωί περνάω απ’ το δωμάτιό της και τη βλέπω αγκαλιά με τον Αλέξη!» ανοίγει τα μάτια πιατελένια ο Τάκης.
«Χοντρό πούλημα από πάρτη του», διαπιστώνω.
«Πολύ που το κατάλαβε!» σχολιάζει ο Πέτρος. «Δεν ήξερα ότι την είχε καψουρευτεί ο Τάκης, αν ήξερα θα έκανα στην άκρη –τέτοιες πίπες μας ξεφούρνισε».
«Το γεγονός είναι ότι ο Αλέξης τελικά δεν γούσταρε την Έλλη. Απλά βαριόταν να κοιμηθεί μόνος του, οπότε της την έπεσε και την πήδηξε! Σωστός;» ψιθυρίζει ο Τάκης.
«Λάθος και σκάρτος –αλλά το αποτέλεσμα μετράει», ολοκληρώνει ο Πέτρος.
«Γι΄αυτό τώρα έχω βρει κάποιο διαστημικό πήδημα με την Ηρώ και μένω εδώ αδερφέ μου. Έρωτες, μαλακίες, ρομάντσα… Άμα σου πάρει πίπα η Ηρώ τα ξεχνάς όλα με τη μία…»
«Αλλά όταν χύσεις τα ξαναθυμάσαι», παρατηρώ.
«Όταν χύσεις αρχίζεις τα γλυφό για να πάτε δεύτερο γύρο», γελάει ο Τάκης. «Κι άμα παίρνεις μάτι τις βυζάρες της Ηρώς στο υπογράφω δεν έχεις χρόνο για αναμνήσεις».
Αλλάζω πλευρό κάπως κουρασμένος.
«Γι΄αυτό λοιπόν κι εμείς θα την κάνουμε. Θα βρούμε κάποια επιδότηση καλλιέργειας και θα εξαφανιστούμε στην ύπαιθρο. Δουλειά όλη τη μέρα και το βράδυ ανάλυση!» πιάνει ο Πέτρος την κουβέντα από εκεί που είχε ξεκινήσει.
«Και ποιες θα πηδάτε ρε όρνια; Ξέρετε τι ανομβρία υπάρχει στα χωριά;» γελάω ασθενικά.
«Τουρίστριες! Θα πηδάμε τουρίστριες!» κάνουν με μια φωνή.
«Τι μου λέτε! Στη Μύκονο ή στην Ίο θα γίνετε αγρότες;»
«Όχι ηλίθιε. Απλά θα κάνουμε προγράμματα αγροτουρισμού. Θα δεχόμαστε κόσμο στο χτήμα μας να ασχοληθεί με τις καλλιέργειες…»
«Μάλιστα. Και θα σας πληρώνουν γι΄αυτό υποθέτω!»
«Σαφώς!»
«Δηλαδή θα φέρνετε κόσμο να δουλεύει στο χωράφι για πάρτη σας, θα σας πληρώνει και θα τους ρίχνετε κι έναν πούτσο πριν φύγουν!»
«Ακριβώς!»
Πνίγομαι από τα γέλια –άλλο ένα τέτοιο και θα διαλυθούν τα πλευρά μου.
«Εντάξει ρε μάγκες», λέω στο τέλος. «Όταν το στήσετε μην ξεχάσετε να με καλέσετε για μεζέ!»
«Αν έχεις να πληρώσεις…» μουρμουρίζει σκεπτικά ο Πέτρος.
Δεν παίζονται με τίποτα τα άτομα.
Ένα διστακτικό χέρι διακόπτει τον λήθαργό μου. Πετάγομαι. Που είμαι; Που διάβολο είμαι; Ανοίγω τα μάτια –ο ορίζοντας μπλοκαρισμένος από φωσφοριζέ κοκόρια. Τι σκατά; Πέθανα και βρέθηκα κατά λάθος στον παράδεισο των Μοϊκανών;
«Φιλαράκο…»
Το παιδί έχει ψιλή φωνή και χοντρή αμηχανία. Χαμογελάω μέχρι να βγάλω άκρη.
«Τι είσαστε εσείς;» μουρμουρίζω σλόου μόσιον.
«Δεν μας θυμάσαι; Εμείς σε βρήκαμε…» αρχίζει ο ένας.
«Και σε φέραμε στο νοσοκομείο», συμπληρώνει ο άλλος.
«Είσαι καλά τώρα;»
«Θες κάτι;»
Τρίβω τα μάτια μου.
«Σιγά ρε παιδιά, μη μιλάτε πινγκ πονγκ, ζαλίστηκα!»
Σωπαίνουν. Ανακάθομαι. (Πονάω).
«Ευχαριστώ πολύ πάντως. Αν δε με βρίσκατε θα ψόφαγα εκεί πέρα –έτσι μου φαίνεται».
«Χεστήκαμε πάνω μας! Σα ζόμπι ήσουνα!»
«Ναι, το ξεκίνησα να πάω σε κάποιο πάρτυ μεταμφιεσμένων, αλλά έχασα το δρόμο…» γελάω.
«Ποιοι το κάνανε αδερφέ;»
«Κάτι σκίνια –ως συνήθως».
«Ήσουνα ξυπόλητος».
«Καθότι τα σκίνια κάνανε και πλιάτσικο».
«Γαμημένοι σκινς!»
«Ξεκοίλιασμα θέλουν!»
Χαμογελάω.
«Χαλαρώστε ρε!»
«Μα το‘χουν ξεφτιλίσει! Βαράνε όπου βρουν! Και κλέβουν –σταυροκούμπωτα, αρβύλες, τα πάντα!»
«Να μαζευτούμε να τους ξεσκίσουμε!»
Κουνάω το κεφάλι.
«Πώς να μαζευτείτε ρε παιδιά; Εδώ πέρα, αν δε μας κυνηγάνε οι μπάτσοι κυνηγιόμαστε μεταξύ μας…»
Με κοιτάζουν.
«Από την πλατεία δεν είσαι;»
Κουνάω το κεφάλι.
«Περνάω καμιά φορά από κει».
«Καλά σε θυμάμαι».
Εγώ πάλι όχι. Αλλά όλοι οι πάνκηδες μοιάζουν –γι΄αυτό.
«Έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν περιμένουμε τίποτα από τους μαλλιάδες, κανονίζουμε μόνοι μας πλέον».
«Μόνοι σας;»
«Ναι».
«Και ποιοι είσαστε εσείς;»
«Ινδιάνοι των πόλεων».
Ξύνω τ’ ανακατεμένα μαλλιά μου.
«Έτσι ε;» κάνω τελικά.
«Ναι. Θα τους τσακίσουμε».
«Καλά θα τους κάνετε», ξαπλώνω πάλι πίσω.
«Να φύγουμε, αρκετά σε πρήξαμε».
Τους κοιτάζω, είναι μικρότεροι από μένα –τσαμπουκαλεμένοι, ανήσυχοι. Φοράνε παραμάνες και καρφιά, καρφιά παντού, πρέπει να έχουν μπόλικα χωμένα στον κώλο τους γι’ αυτό δεν μπορούν να καθίσουν ήσυχοι σε μια μεριά. Τους γουστάρω.
«Να προσέχετε εκεί έξω ρε μάγκες», ψιθυρίζω. «Οι άλλοι είναι οργανωμένοι κανονικά –στρατιωτική ιεραρχία κι έτσι».
«Στον πούτσο μας. Θα σκάσουμε στα μούτρα τους γιατί είμαστε εντελώς απασφαλισμένοι –νο φιούτσερ φιλαράκο!»
Κουνάω το κεφάλι.
«Σου βγάλανε τίποτα σίδερα οι σκινς;» ρωτάει ο ένας τους.
«Μπα δε χρειαζόταν –ήμουνα σκέτος σάκος του μποξ», αναπολώ.
«Εμάς πάντως δε θα μας φάνε τόσο εύκολα».
Με χτυπάνε στην πλάτη και φεύγουν αγριεμένοι, μακρυκάνικα παιδιά δρασκελίζουν τις εξελίξεις. Είναι κι αυτό μια λύση –έτσι νομίζω.
«Πονάς εδώ;»
Πονάω.
«Όχι», λέω.
«Εδώ πονάς;»
Γαμιέμαι στον πόνο.
«Ούτε», ξαναλέω.
Ο γιατρός κάνει πίσω, δήθεν σκέφτεται –κοιτάζει τους γέρους μου, ξέρω τι περιμένει. Ο πατέρας μου πλησιάζει και του χώνει ένα μάτσο στην πλαϊνή τσέπη. Τώρα όλα θα πάνε καλύτερα. Ο γιατρός ξανασκύβει πάνω μου.
«Σε δυο μέρες θα φύγεις, οι εξετάσεις σου είναι καθαρές. Φοβηθήκαμε για εσωτερική αιμορραγία, αλλά τελικά είσαι εντάξει. Και το πρήξιμο στα γεννητικά όργανα υποχωρεί –δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας».
«Πες μου και τα δυσάρεστα τώρα», κάνω εγώ.
«Εντάξει –τίποτα σοβαρό! Απλά έχεις σπάσει δυο πλευρά, αυτά θα σε ταλαιπωρήσουν μέχρι να ξανακολλήσουν. Αλλά θα σου γράψω παυσίπονα…»
«Θα έχω πρόβλημα στην κίνηση;»
«Όχι… όχι! Όχι τίποτα σοβαρό!»
Κουνάω το κεφάλι, καταλαβαίνω. Με σακάτεψαν οι πούστηδες. Θα μου πάρει καιρό να ισιώσω.
«Κάνε μου μια χάρη ρε μάνα».
Τραβάει την καρέκλα πιο κοντά.
«Πήγαινε μέχρι το σπίτι που νοικιάζω να μαζέψεις τα πράγματά μου. Έχω κάτι λεφτά στο τζάκετ, πάρτα να πληρώσεις τους λογαριασμούς και τα νοίκια…»
Φωτίζεται η φάτσα της –χαίρεται που ξαναγυρίζω σπίτι. Έτσι είναι οι γονείς. Πάντα ευχαριστιούνται όταν αποτυγχάνεις να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου. Προτιμώ να το αγνοήσω για την ώρα. Κι εκείνη δεν κάνει κίνηση να ψάξει το τζάκετ μου –καλύτερα, επειδή δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχουν ακόμα τα λεφτά.
Έχει περάσει κι ο αδερφός μου να με δει, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, δε λέμε κουβέντα. Τι να πούμε; Ποτέ δεν είχαμε κάτι να πούμε. Μάλλον θα τον ξεβολέψω τώρα που γυρίζω πίσω.
«Να μην ανησυχείς. Να κοιτάξεις να γίνεις γρήγορα καλά», λέει σιγανά ο γέρος μου.
«Εντάξει ρε πατέρα –δεν ανησυχώ, όλα θα φτιάξουν».
«Και όταν σηκωθείς να περάσουμε από την αστυνομία».
«Μη βιάζεσαι μωρέ! Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τους βρουν, αλλά και να τους βρουν δεν θα τους κάνουν τίποτα. Μαζί δουλεύουν όλοι αυτοί».
«Δεν ανησυχώ γι΄αυτούς –για σένα ανησυχώ».
«Εγώ θα τα καταφέρω. Δεν πρόκειται να με ξαναπετύχουν μπόσικο».
Κουνάει το κεφάλι του προτιμάει να μη μιλήσει. Γενικώς, αποφεύγουμε τις κόντρες τώρα τελευταία.
Κι εγώ περπατάω πλέον σε στυλ ανεμότρατα, με το ζόρι κρατιέμαι να μη βάλω τις φωνές, πονάω σε κάθε βήμα -αλλά περπατάω. Κανονικά. Οι διάδρομοι του νοσοκομείου βρωμάνε απολυμαντικό όμως αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τα ποντίκια. Ούτε καν τις κατσαρίδες. Βαδίζω στη μέση των διαδρόμων μη φάω κανένα σοβά κατακέφαλα και πάω γι΄άλλα τώρα που φαίνεται να ξεμπερδεύω. Στο κυλικείο έχουν ξεθυμασμένες πορτοκαλάδες και καφέδες ανοιχτόχρωμους σαν κάτουρο φυματικού. Δεν αντέχω ούτε μισή μέρα ακόμα εδώ μέσα. Κάνω να φύγω από το κυλικείο σιχτιρισμένος και τότε πέφτω πάνω στο Τρίο Μπελκάντο. Ο Κώστας, η Ελένη και η Φανή –κάποια αντιπροσωπεία του αγαπημένου μου βιβλιοπωλείου!
«Τι θέλετε εσείς εδώ;» αλαφιάζω.
«Ακούσαμε ότι σε τουλουμιάσανε και δεν θέλαμε να χάσουμε το θέαμα», κάνει ο Κώστας.
«Αχ καλό μου –πονάς;» νιαουρίζει η Ελένη.
Η Φανή, μούγκα.
«Τότε έχασες την ευκαιρία ρε μάπα! Έχω συνέλθει πλέον, έπρεπε να έρθετε πριν από τρεις-τέσσερις μέρες…» γελάω.
«Α, δηλαδή τώρα αυτό το πλασάρεις ότι είσαι εντάξει; Κανονικός;» ρωτάει ο Κώστας.
«Υπήρξα και χειρότερα», παραδέχομαι ταπεινά.
Καθόμαστε σε ένα άδειο τραπεζάκι που κολλάει -χυμένες πορτοκαλάδες ελπίζω.
«Ποιος το έκανε αυτό;» ρωτάει η Ελένη.
«Κάτι τύποι που μάθανε ότι ψωνίζω από το μαγαζί σας», απαντάω.
«Να λες καλά που δε σου αφήσανε καμιά μόνιμη ζημιά!» διαπιστώνει ο Κώστας.
«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», φιλοσοφώ.
«Και ουδείς μαλακοδέστερος του αντικρινού», συμπληρώνει ο Κώστας από απέναντί μου.
Μετά πέφτει κάποια αμηχανία. Επειδή ο Κώστας μάλλον ψήνει κατάσταση με την Ελένη, θα πεις, κακό είναι αυτό; Κακό δεν είναι –μόνο ο Κώστας είναι αρραβωνιασμένος με μια δασκάλα και ετοιμάζονται να κουφετωθούν λίαν προσεχώς. Και η Ελένη ξέμπαρκη, διαθέτει τα πιο όμορφα πράσινα μάτια της περιοχής μείζονος πρωτευούσης –κάπως αλαφρόμυαλη αλλά δε βαριέσαι; Αμηχανία σε ντο μείζονα, ο Κώστας κοιτάζει κρυφά την Ελένη, η Ελένη στήνεται κρυφά για να την κοιτάξει ο Κώστας (κρυφά) –υπάρχει και η Φανή στα πέριξ!
«Πως πάει η δουλειά;» ρίχνω θέμα στο τραπέζι.
«Σκάτα κι απόσκατα! Έχουμε γαμηθεί να κουβαλάμε ‘Φοβερό βήμα’», γκρινιάζει ο Κώστας.
«Τι εστί ‘Φοβερό βήμα’;» απορώ.
«Το καινούργιο του Ταχτσή».
«Ποιου Ταχτσή; Του σκοτωμένου;»
«Αυτού».
«Κι από πού το έβγαλε το βιβλίο; Μέσα από τον τάφο;»
«Όχι ρε κάφρε, το είχε γράψει πριν τον σκοτώσουν αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Κι έχει μέσα διάφορα –αποκαλύψεις… μέχρι ποιος τον σκότωσε λέει!»
«Σώπα! Σοβαρά;»
«Όχι μωρέ μαλάκα. Τρίχες κατσαρές, τίποτα δε λέει, αλλά το διαφημίσανε σ΄αυτό το στυλ και έχουν πέσει τα λιγούρια να διαβάσουν κουτσομπολιά»
Κουνάω το κεφάλι. Πέρυσι που τον φάγανε είχε ακουστεί ότι έκανε πιάτσα ντυμένος γυναίκα δίπλα στα «Μπριζολάκια του Τέλη». Εγώ πάντως ποτέ δεν τον είδα, τρώγαμε στον Τέλη κάθε φορά που ματσωνόμασταν, δίπλα περπατούσαν κάτι ερείπια, καρικατούρες ανθρώπων, η Φτερού και άλλοι πολλοί. Φρικιαστικά αξιολύπητοι. Αν ήξερα ότι κυκλοφορούσε διάσημος συγγραφέας ανάμεσά τους θα κοίταζα καλύτερα –επειδή απέφευγα, καταλαβαίνεις; Ανακατευόταν το στομάχι μου.
«Κρίμα που τον φάγανε τον άνθρωπο αλλά ποτέ δεν με έψησε ότι είναι σοβαρός συγγραφέας», λέω.
«Οι νεκροί πουλάνε πάντα», φιλοσοφεί ο Κώστας. «Και οι σκοτωμένοι κάνουν μπεστ σέλερ».
Μένουμε βουβοί ξανά, τι άλλο να πούμε; Ο Κώστας κάνει ματάκια στην Ελένη, σκέφτομαι να τους διευκολύνω.
«Ρε παιδιά, δεν πάτε μέχρι το δωμάτιό μου που έχω ξεχάσει τα τσιγάρα μου; Μην τρέχω εγώ, σακάτης άνθρωπος!»
Προθυμοποιούνται στο λεπτό. Μένουμε μόνοι με τη Φανή.
«Για ότι έγινε μεταξύ μας…» ξεκινάει μπερδεμένη.
Την περιμένω, αλλά δε βρίσκει πως να συνεχίσει.
«Ότι έγινε –έγινε. Ας το ξεχάσουμε ρε Φανή. Έκανα μαλακίες, το παραδέχομαι –όμως δεν έχει σημασία. Για τόσο ήμασταν –όχι για παραπάνω».
«Δε είναι αυτό. Δε σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να ξαναγίνει τίποτα μεταξύ μας. Όμως ήθελα να ξέρω…»
«Τι πράγμα;»
«Γιατί μου φέρθηκες τόσο σκάρτα;»
Κοιταζόμαστε.
«Επειδή είμαι σκάρτος Φανή. Εντελώς καθίκι».
«Δεν το δέχομαι αυτό!»
«Πρόβλημά σου».
«Κάτι έγινε, κάτι έφταιξε… Πες μου να χαρείς! Έκανα εγώ κάτι που σε πείραξε;»
«Παράτα το ρε Φανή. Τίποτα δεν έκανες, μια χαρά ήσουνα. Απλά βαρέθηκα να σε πηδάω –αυτό είναι όλο».
Κοκκινίζει, αγριεύει κανονικά.
«Δεν ξέρω πόσο προσπαθείς, αλλά τα καταφέρνεις μια χαρά!» λέει τελικά.
«Τι καταφέρνω;»
«Να γίνεις ο μεγαλύτερος καργιόλης που γνώρισα στη ζωή μου».
Χαμογελάω.
«Χαίρομαι γι΄αυτό», λέω –ελπίζω να φαίνομαι πειστικός.
Σηκώνεται και φεύγει ως συνήθως. Φουριόζα και χωρίς να χαιρετήσει. Μπίζνες ας γιούζουαλ.
Σε λίγο φτάνει το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής αναψοκοκκινισμένο.
«Η Φανή;» ρωτάει η Ελένη.
«Θυμήθηκε ότι είχε κάποιο ραντεβού και έπρεπε να φύγει», απαντάω.
«Ααα … έτσι!» κάνει ο Κώστας και με κοιτάζει άγρια.
Ρε, δεν πάμε να γαμηθούμε όλοι μας στην τελική;
Μαζεύω τα πράγματά μου σε ένα ξεφτιλισμένο σακ βουαγιάζ, χρώματος μπεζ. Τελευταία στιγμή μπανίζω τον «Λύκο της Στέπας» που έχει σφηνωθεί δίπλα στο στρώμα του σιδερένιου κρεβατιού. Μου το έφερε η μάνα μου από το σπίτι –σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να το ξεχάσω εδώ πέρα και φρικάρω. Ευτυχώς δηλαδή που ο Χάρυ Χάλερ είναι κάπως θορυβώδης παλιόγερος –φωλιασμένος στον λόφο με την καραμπίνα παραμάσχαλα, πώς να αγνοήσεις έναν άντρα με καραμπίνα; Μαζεύω βιαστικά το βιβλίο –ξέρεις κάτι; Αν καίγονταν όλα τα βιβλία του κόσμου θα ήταν τρομερό φίλε μου. Ανυπόφορο. Αλλά θα μπορούσα να το αντέξω αν έσωζα τον «Λύκο της Στέπας», τον «Ξένο», τον «Φύλακα της Σίκαλης», το «Πλέιμπακ», τον «Τρυποκάρυδο» και τον «Οργισμένο Βαλκάνιο». Αν είχα στην παρέα μου τον Χάρυ Χέλερ, τον Μερσώ, τον παλιόφιλο Χόλντεν Κόλφιλντ, τον μυθικό Φίλιπ Μάρλοου, τον αληταρά Μπέρναρντ Μίκυ Ρανγκλ και φυσικά τον μονίμως τσιταρισμένο Φάνη δεν θα κώλωνα μπροστά σε τίποτα. Έτσι πάει –δώσμου αυτά τα παλικάρια και θα σου γαμήσω τον κόσμο όλο. Άνετα φίλε μου! Επειδή αυτοί τα έχουν πει όλα, θυμάμαι αποσπάσματα απέξω, όπως ας πούμε:
«Πάρτε μια κάποια νύχτα τον Αύγουστο. Η Πριγκίπισσα Λη-Τσέρι αγνάντευε απ’ το παράθυρο της σοφίτας της. Ήτανε πανσέληνος. Το φεγγάρι είχε στρογγυλέψει τόσο πολύ που κόντευε να κατρακυλήσει. Φαντάσου να ξυπνάς και να βρίσκεις το φεγγάρι τάβλα στο πάτωμα του λουτρού, σαν το μακαρίτη τον Έλβις Πρίσλεϋ, δηλητηριασμένο από παγωτό μπανάνα. Ήταν ένα φεγγάρι που μπορούσε να ξυπνήσει άγρια πάθη σε μια κοιμισμένη αγελάδα. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να διαολέψει το κάθε κουνελάκι. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να κάνει τις κοτρώνες να μοιάζουν σεληνόλιθοι, να μεταμορφώσει την Κοκκινοσκουφίτσα σε μεγάλο κακό λύκο. Πάνω από μια ώρα, η Λη-Τσέρι αγνάντευε το άπειρο τ’ ουρανού. ‘Έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι;’ ρώτησε η Πριγκίπισσα το Μαγεμένο Βασιλόπουλο.
Το Μαγεμένο Βασιλόπουλο έκανε σα να του ’χαν κάνει μια χαζή ερώτηση. Ίσως και να ’ταν έτσι. Το ίδιο ερώτημα στη Ρέμινγκτον SL3 έδωσε την εξής απάντηση:
Ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.
Ο Τομ Ρόμπινς έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.
Σίγουρα όταν το ’γραψε ο Καμύ θα ’χε στραβοκοιμηθεί κι ο Ρόμπινς θα ’χε ξεχάσει να βάλει το ξυπνητήρι.
Ένα είναι το σοβαρό ερώτημα. Κι αυτό είναι:
Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου πω αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σε καθησυχάσω για την αρχή και το τέλος του χρόνου.
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου αποκαλύψω αν έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι.»
Κατάλαβες μαλάκα μου; Τα έχουν πει όλα κι εμείς πάνω τους πορευόμαστε. Ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις αλλά δε μας νοιάζει καθόλου –αλήθεια σου λέω. «Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;» Εγώ πάντως, όχι. Ρώτα τη Φανή αν δε με πιστεύεις, μόνο βιάσου επειδή φεύγει τρέχοντας –με το ζόρι την προλαβαίνεις. Ρώτα την Άλεξ αν την πετύχεις πουθενά. Εκείνη μάλλον θα σου απαντήσει. Επειδή ξέρει –η αγάπη και η απουσία ξεκινάνε από το ίδιο γράμμα, τι να σημαίνει άραγε αυτό; Κουμπώνω ζοχαδιασμένος το σακ βουαγιάζ –μεγάλε Τομ γυρίζω σπίτι νικημένος και η αγάπη είναι το ίδιο άπιαστη με το ολοστρόγγυλο φεγγάρι –αλλά τα ξέρεις τώρα…. Να μη σε κουράζω τζάμπα.
Το ταξί σταματάει αγκομαχώντας έξω από την ασπρόμαυρη καγκελόπορτα, το πατρικό μου είναι μίζερο όπως συνήθως. Κεφάλια προβάλλουν πίσω από κουρτινάκια, μετράω το χρόνο που χρειάζονται οι γειτόνισσες να πεταχτούν έξω, να ρωτήσουν, να ενδιαφερθούν, να μάθουν, να σκυλέψουν τη στιγμή. Δεν τους παίρνει πολύ –ως συνήθως. Ο ήλιος μού γαμάει το κεφάλι –μάτια, μέτωπο, ημικρανία –σκύβω αλλά δεν είναι εύκολο να γλιτώσω. Περπατάω ανάμεσα στις αλαφιασμένες γκιόσες, επιστρέφω σπίτι και η διαπόμπευση πρέπει να είναι πλήρης. Αγκαλιές, σαλιωμένα φιλιά, χτυπήματα στην πλάτη –υπομένω.
Το σαλόνι είναι ζεστό, οι πολυθρόνες άβολες, ξύλινες, αφιλόξενες. Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που πρέπει να κάνεις την ποινή σου, κάθεσαι λοιπόν και περιμένεις. Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν σου λένε τη διάρκεια της ποινής, ποτέ δεν είσαι σίγουρος για τον χρόνο που σου μένει. Ξέρεις γιατί; Επειδή η επιστροφή στο σπίτι είναι ισόβια –μόνο με απόδραση μπορείς να γλιτώσεις.
«Θέλεις να σου κάνω μια σούπα γιε μου;»
Την κοιτάζω. Σκαμμένο το πρόσωπό της από έγνοιες, τις δικές μας έγνοιες που τις οικειοποιείται. Κουνάω το κεφάλι μου αόριστα –άλλωστε, ότι και να πω, αυτή θα κάνει το δικό της.
Πρέπει να την κάνω γρήγορα από δω μέσα, δε με βλέπω να αντέχω.
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
Ένα βουβό γυναικείο κλάμα πάνω απ΄το κεφάλι μου, για μια στιγμή νομίζω ότι παρακολουθώ την κηδεία μου από προνομιακή θέση αλλά μετά διακρίνω ότι αυτή που κλαίει είναι η μάνα μου και ηρεμώ κάπως. Αν ήμουνα πεθαμένος δεν θα το αντιμετώπιζε τόσο ψύχραιμα.
Κρατάω μισόκλειστα τα μάτια, να κόψω κίνηση πριν πάρουν χαμπάρι ότι συνήλθα. Τριγύρω μου μπεζ αχούρι, ξεφτισμένοι τοίχοι, οροί κρεμασμένοι σε σκουριασμένες βάσεις –δημόσιο νοσοκομείο, στα σίγουρα. Η μάνα μου κλαίει, παραδίπλα θα είναι σίγουρα ο γέρος μου –αλλά υπάρχουν κι άλλοι εδώ μέσα. Ποιοι είναι αυτοί οι πούστηδες; Ξεφορτώθηκα όλα τα σκατολοϊδια; Κάνω να ψαχτώ αλλά δεν παίζει τέτοια πιθανότητα –το σώμα μου κοντράρει φασκιωμένο. Μετά θυμάμαι. Ησυχάζω –όλα καλά θα πάνε.
Και τότε καταλαβαίνω οτι δεν μπορώ να σταθώ σε μια μεριά –πολύς πόνος, απροσδιόριστος. Κάτσε να το δούμε αυτό, κουνάω τα δάχτυλά μου, χέρια, πόδια –εντάξει. Ενδιάμεσα είναι το πρόβλημα, σα να τσιμέντωσε κάποιος τον κορμό του σώματός μου χώνοντας βελόνες πλεξίματος ενδιάμεσα για να δέσει το γκρο μπετό.
«Λίγο νερό γαμώ τη ζωή μου!» μουγκρίζω -για δυο λόγους. Πρώτον για να βεβαιωθώ οτι μπορώ ακόμα να μιλάω και δεύτερον για να μη μου σπάσουν τ’ αρχίδια με τις ανησυχίες τους. Πάνω που σκέφτομαι «αρχίδια» τρώω ένα ξεγυρισμένο μαχαίρωμα από εκεί κάτω, θυμάμαι τώρα τι ακριβώς έγινε. «Αρχίδια πατέρα»-«στον κώλο σου γιε μου», η κατάσταση.
«Είσαι καλά παιδί μου; Είσαι καλά;» ρίχνει μια καλομελετημένη κορώνα η μάνα μου.
«Καλά είμαι ρε μάνα –μην τσιρίζεις, να χαρείς!» απελπίζομαι προσωρινά.
Νιώθω το δωμάτιο ν΄ανακατεύεται άστατα –κίνηση, πλησιάσματα. Γυρίζω το κεφάλι, είχα δίκιο να ψυλλιάζομαι.
Ο πρώτος μπάτσος σκύβει πάνω μου, πατρικά. Ο δεύτερος παίζει νευρικά ένα πλαστικό ποτήρι.
«Πως νιώθεις παιδί μου;» ρωτάει.
«Ξέρω ΄γω;» παίζω τα μάτια. «Υπήρξα και καλύτερα».
Χαμογελάει αλλά η σκατόφατσά του δε γλυκαίνει. Κοιτάζω πίσω τους, ο πατέρας μου έχει γίνει ένα με την ξεσκισμένη πολυθρόνα του δωματίου. Θα καθαρίσουμε εύκολα, προσπαθώ να με καθησυχάσω.
«Μπορείς να μας μιλήσεις; Είσαι σε θέση;» ρωτάει ο μπάτσος.
«Κάνε παιχνίδι», βήχω ανέμελα.
«Αυτούς που σε χτύπησαν...»
«Ναι;»
«Τους ξέρεις;»
«Όχι. Κάτι ξεφτίλες κουρεμένοι με την ψιλή και πράσινα πλαστικά μπουφάν. Τρεις νομίζω ήταν», λέω.
Ο δεύτερος μπάτσος σημειώνει αμίλητος στο σημειωματάριο που εμφάνισε από το πουθενά.
«Τρεις, μάλιστα. Και πως ήταν;» χαμογελάει ο πρώτος μπάτσος.
«Τι ‘πως ήταν’; Μόλις τώρα δε σου είπα; Κουρεμένοι με την ψιλή, πράσινα μπουφάν –και αρβύλες με καρφιά, όπως βλέπεις...» κάνω νόημα με το πηγούνι τονίζοντας την κατάστασή μου.
«Τίποτα άλλο;»
«Ρε μάνα φέρε εκείνο το νερό γιατί θα αγορεύσω μου φαίνεται», μουγκρίζω πριν ξεσκιστώ στο βήχα.
Εκείνη πιάνει μια χαρτοπετσέτα και μου βρέχει τα χείλη.
«Δεν κάνει να πιεις νερό ακόμα –έτσι είπε ο γιατρός...»
Κοιτάζω το μπάτσο άγρια λες και φταίει αυτός για την κατάσταση. Και μήπως δε φταίει;
«Άκου κύριε -δεν ξέρω και πως να σε πω –αν έχεις περπατήσει ποτέ στο κέντρο θα ξέρεις ποιοι είναι αυτοί που κυκλοφορούν κουρεμένοι γουλί. Ποιοι είναι, τι πιστεύουν και τι κάνουν. Έχεις ακούσει τίποτα σχετικό;»
Χαμογελάει αμήχανα μάλλον.
«Έχεις ακούσει κι εσύ και ο συγγραφέας πίσω σου και όλοι σας. Αλλά χεστήκατε –τα λέω καλά; Τραμπούκοι πλακώνουν στο ξύλο κάποιους αληταράδες –όλα πρίμα κι εσείς καθόσαστε στην άκρη για να μετρήσετε τα πτώματα. Άσε που με τους τραμπούκους έχετε κάποια κατανόηση, καταλαβαινόσαστε ιδεολογικώς ρε παιδί μου!»
Εξακολουθεί να με κοιτάζει χαμογελαστός. Κλείνω τα μάτια επειδή τώρα ο μπάτσος παίρνει να θολώνει και να χύνεται από τα πλάγια –τι μαλακίες είναι αυτές;
Τον ακούω όμως να μιλάει με τον πατέρα μου.
«Ο γιος σας δεν θέλει να συνεργαστεί –αν αποφασίσει να βοηθήσει, εδώ είναι το τηλέφωνό μου. Πάρτε με να ξανάρθω».
Ανοίγω πάλι τα μάτια –όλα σταθεροποιούνται. Κι ο καργιόλης σκύβει πάνω μου.
«Όπως και να έχει, θα πρέπει να περάσεις από το τμήμα για να δώσεις κατάθεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα», μουρμουρίζει κακόκεφα.
«Ναι εντάξει. Θα βοηθήσω όσο μπορώ για να τους συλλάβετε», χαμογελάω αλλά το κόβω απότομα. Γαμώ την πουτάνα τους μέσα, μου έχουν σπάσει κι ένα πλαϊνό δόντι!
Ξυπνάω λουσμένος στον ιδρώτα, πονάω –κάποιος έχει στρώσει πινέζες στο κρεβάτι κι εγώ κυλιέμαι πάνω τους, έτσι μου φαίνεται. Το δωμάτιο είναι μισοσκότεινο και βρωμάει, δεξιά μου κάποιος ροχαλίζει, αριστερά ακούω βογκητά. Πρέπει να την κάνω από δω μέσα και γρήγορα μάλιστα. Αλλιώς θα με κόψει κομμάτια ο Δόκτορας Κάλγκαρι και θα με ταΐσει στον Νοσφεράτου –έχω φρικάρει σου λέω! Κλείνω πάλι τα μάτια να δω τη συνέχεια της ταινίας.
Τώρα ο ήλιος κάνει διάφανα τα βλέφαρά μου, βρωμίζει τα σεντόνια με ιδρώτα –τώρα ο ήλιος πρέπει να εξαφανιστεί. Ή εγώ ή αυτός –καταλαβαίνεις;
«Πως είσαι έτσι μωρή Λουκρητία; Σα νεογέννητο σε φασκιώσανε!»
Ανοίγω τα μάτια, ο Τάκης αγκαζέ με τον Πέτρο και μια σακούλα.
«Την έχω δει ‘επιστροφή στη μήτρα’ κι έτσι», απαντάω ξεραμένα.
Κάθονται πέριξ.
«Τι έπαθες ρε μαλάκα;»
«Μου την πέσανε κάτι σκίνια. Ρίξανε μπόλικες, άρπαξαν και τις αρβύλες μου…»
«Τις Ντοκ;»
«Αυτές».
«Βρε τα μουνιά!»
Συμφωνώ.
«Και τώρα τι κάνεις εδώ μέσα;»
«Ξέρω γω; Ριστορέισον, έχουν κατεβάσει κινητήρα και αλλάζουν τσιμούχες. Είπανε ότι θα με κιτάρουν να αποδίδω καλύτερα στις χαμηλές –κάπως έτσι.»
Κοιταζόμαστε αμίλητοι. Περιμένουν.
«Από πάνω προς τα κάτω, έχω ένα σπασμένο δόντι, δυο σπασμένα πλαϊνά πλευρά, κάτι θλάσεις και τ΄αρχίδια μου έχουνε γίνει τούμπανο. Μέχρι χτες με ψάχνανε για τίποτα εσωτερική αιμορραγία, αλλά βαρεθήκανε και το παράτησαν. Αυτά τα ολίγα».
«Πότε βγαίνεις;»
«Σε μια βδομάδα, είπαν…»
Ο Τάκης πλησιάζει κοντά μου.
«Και τι δουλειά έχει η Άλεξ με όλα αυτά;» ψιθυρίζει.
«Ξέρω ‘γω; Καμιά δουλειά –αν το πιστεύεις βέβαια», λέω.
«Δεν το πιστεύω βέβαια», χαμογελάει.
«Καλά κάνεις», επικροτώ.
«Τελικά δεν μας είπες τι βρήκες στη Μπισκίνη».
Γελάω αδύναμα.
«Τι να βρω ρε κορόιδο; Με τσάκισε η κατάρα του Μπισκίνη –δε βλέπεις;»
Κουνάει το κεφάλι.
«Τελικά όλο αυτό το τρέξιμο για να εντοπίσουμε την Άλεξ, έγινε για το τίποτα;» μονολογεί ο Πέτρος.
«Όχι ρε φίλε –όχι για το τίποτα. Ανοίξαμε το κουτί με τα πυροτεχνήματα, μόνο που τα πρώτα έσκασαν στα μούτρα μου, όπως φαίνεται».
«Μήπως να την ξεχνάγαμε την όλη ιστορία; Σκατά σου πάνε όλα από τότε που την γνώρισες», σκέφτεται φωναχτά ο Τάκης.
«Σκατά θα πηγαίνανε έτσι κι αλλιώς…» μουρμουρίζω.
«Εσύ ξέρεις…»
«Ναι, εγώ ξέρω! Τέλος πάντων –εσύ τι γίνεσαι με την Ηρώ;»
«Μέγκλα! Μαλάκα, η γκόμενα με έχει στείλει, είναι θεά στο κρεβάτι…»
«Ναι, αλλά σηκώνεστε κάποτε και γάμησέ τα!» παρατηρεί ο Πέτρος.
«Ρε κοίτα τα χάλια σου!» γελάει ο Τάκης.
«Με τον πρώην της τι γίνεται;» ρωτάω.
«Όλα καλά –έχουμε πιει μέχρι και καφέ παρέα. Καλό παιδί, ήσυχο!» απαντάει ο Τάκης.
«Τόσο μαλάκας δηλαδή;» ξαναρωτάω.
«Και βάλε!» ξεκαρδίζεται. «Έχω βαρεθεί ρε φίλε –κουράστηκα», μουρμουρίζει μετά. «Τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν είναι όπως θα θέλαμε –γαμήθηκα να μπω στο Πολυτεχνείο κι αναρωτιέμαι το γιατί. Ποιος ο λόγος; Δουλειά δε θα βρω, τα μαθήματα για τον πούτσο, οι καθηγητές σκέτοι κόπανοι. Τίποτα ρε φιλαράκο, τίποτα από το τίποτα μας κάνει πάλι τίποτα. Ψάχνω ένα κορίτσι να ερωτευτώ και κάνω τα στραβά μάτια. Κανονικά μιλάμε! Αλληθωρίζω για να μη δω τη μαλακία που κουβαλάνε στο κεφάλι τους –εντάξει, δε λέω… Κι εγώ μαλάκας με πατέντα, αλλά χάθηκε να βρω μια μαλακισμένη στο δικό μου μήκος κύματος; Υπήρχε εκείνη η καταπληκτική Έλλη, σου έχω μιλήσει; Δεν μπορεί –κάτι θα σου έχω πει!»
Κουνάω το κεφάλι για να συνεχίσει.
«Μεγάλος έρωτας –εποχή Λυκείου. Μάσαγα σίδερα, έφτυνα καρφίτσες! Αλλά δεν της είπα τίποτα –περίμενα. Τελειώνουμε το Λύκειο, περνάει ΤΕΙ Πάτρας. Στους τρεις μήνες μας καλεί να κατέβουμε –φιλοξενούμενοι κι έτσι για το καρναβάλι. Να η ευκαιρία! Μιλάω σωστά;»
«Ολόσωστα», μουρμουρίζω.
«Έτσι ολόσωστα πήρε τα παπάρια μου», σχολιάζει ο Πέτρος από δίπλα.
«Πάμε, πίνουμε τα πάντα, χορεύουμε, γλεντάμε. Επιστρέφουμε σπίτι –τρεις εμείς, Πέτρος, Αλέξης, εγώ –δυο οι γκόμενες, Έλλη και συγκάτοικος. Σκέφτομαι τότε ότι είναι ξεφτίλα να της την πέσω όσο είναι λιώμα. Το αφήνω λοιπόν για το πρωί –σωστός;»
«Ολόσωστος!» ξεκαρδίζεται ο Πέτρος.
«Το πρωί περνάω απ’ το δωμάτιό της και τη βλέπω αγκαλιά με τον Αλέξη!» ανοίγει τα μάτια πιατελένια ο Τάκης.
«Χοντρό πούλημα από πάρτη του», διαπιστώνω.
«Πολύ που το κατάλαβε!» σχολιάζει ο Πέτρος. «Δεν ήξερα ότι την είχε καψουρευτεί ο Τάκης, αν ήξερα θα έκανα στην άκρη –τέτοιες πίπες μας ξεφούρνισε».
«Το γεγονός είναι ότι ο Αλέξης τελικά δεν γούσταρε την Έλλη. Απλά βαριόταν να κοιμηθεί μόνος του, οπότε της την έπεσε και την πήδηξε! Σωστός;» ψιθυρίζει ο Τάκης.
«Λάθος και σκάρτος –αλλά το αποτέλεσμα μετράει», ολοκληρώνει ο Πέτρος.
«Γι΄αυτό τώρα έχω βρει κάποιο διαστημικό πήδημα με την Ηρώ και μένω εδώ αδερφέ μου. Έρωτες, μαλακίες, ρομάντσα… Άμα σου πάρει πίπα η Ηρώ τα ξεχνάς όλα με τη μία…»
«Αλλά όταν χύσεις τα ξαναθυμάσαι», παρατηρώ.
«Όταν χύσεις αρχίζεις τα γλυφό για να πάτε δεύτερο γύρο», γελάει ο Τάκης. «Κι άμα παίρνεις μάτι τις βυζάρες της Ηρώς στο υπογράφω δεν έχεις χρόνο για αναμνήσεις».
Αλλάζω πλευρό κάπως κουρασμένος.
«Γι΄αυτό λοιπόν κι εμείς θα την κάνουμε. Θα βρούμε κάποια επιδότηση καλλιέργειας και θα εξαφανιστούμε στην ύπαιθρο. Δουλειά όλη τη μέρα και το βράδυ ανάλυση!» πιάνει ο Πέτρος την κουβέντα από εκεί που είχε ξεκινήσει.
«Και ποιες θα πηδάτε ρε όρνια; Ξέρετε τι ανομβρία υπάρχει στα χωριά;» γελάω ασθενικά.
«Τουρίστριες! Θα πηδάμε τουρίστριες!» κάνουν με μια φωνή.
«Τι μου λέτε! Στη Μύκονο ή στην Ίο θα γίνετε αγρότες;»
«Όχι ηλίθιε. Απλά θα κάνουμε προγράμματα αγροτουρισμού. Θα δεχόμαστε κόσμο στο χτήμα μας να ασχοληθεί με τις καλλιέργειες…»
«Μάλιστα. Και θα σας πληρώνουν γι΄αυτό υποθέτω!»
«Σαφώς!»
«Δηλαδή θα φέρνετε κόσμο να δουλεύει στο χωράφι για πάρτη σας, θα σας πληρώνει και θα τους ρίχνετε κι έναν πούτσο πριν φύγουν!»
«Ακριβώς!»
Πνίγομαι από τα γέλια –άλλο ένα τέτοιο και θα διαλυθούν τα πλευρά μου.
«Εντάξει ρε μάγκες», λέω στο τέλος. «Όταν το στήσετε μην ξεχάσετε να με καλέσετε για μεζέ!»
«Αν έχεις να πληρώσεις…» μουρμουρίζει σκεπτικά ο Πέτρος.
Δεν παίζονται με τίποτα τα άτομα.
Ένα διστακτικό χέρι διακόπτει τον λήθαργό μου. Πετάγομαι. Που είμαι; Που διάβολο είμαι; Ανοίγω τα μάτια –ο ορίζοντας μπλοκαρισμένος από φωσφοριζέ κοκόρια. Τι σκατά; Πέθανα και βρέθηκα κατά λάθος στον παράδεισο των Μοϊκανών;
«Φιλαράκο…»
Το παιδί έχει ψιλή φωνή και χοντρή αμηχανία. Χαμογελάω μέχρι να βγάλω άκρη.
«Τι είσαστε εσείς;» μουρμουρίζω σλόου μόσιον.
«Δεν μας θυμάσαι; Εμείς σε βρήκαμε…» αρχίζει ο ένας.
«Και σε φέραμε στο νοσοκομείο», συμπληρώνει ο άλλος.
«Είσαι καλά τώρα;»
«Θες κάτι;»
Τρίβω τα μάτια μου.
«Σιγά ρε παιδιά, μη μιλάτε πινγκ πονγκ, ζαλίστηκα!»
Σωπαίνουν. Ανακάθομαι. (Πονάω).
«Ευχαριστώ πολύ πάντως. Αν δε με βρίσκατε θα ψόφαγα εκεί πέρα –έτσι μου φαίνεται».
«Χεστήκαμε πάνω μας! Σα ζόμπι ήσουνα!»
«Ναι, το ξεκίνησα να πάω σε κάποιο πάρτυ μεταμφιεσμένων, αλλά έχασα το δρόμο…» γελάω.
«Ποιοι το κάνανε αδερφέ;»
«Κάτι σκίνια –ως συνήθως».
«Ήσουνα ξυπόλητος».
«Καθότι τα σκίνια κάνανε και πλιάτσικο».
«Γαμημένοι σκινς!»
«Ξεκοίλιασμα θέλουν!»
Χαμογελάω.
«Χαλαρώστε ρε!»
«Μα το‘χουν ξεφτιλίσει! Βαράνε όπου βρουν! Και κλέβουν –σταυροκούμπωτα, αρβύλες, τα πάντα!»
«Να μαζευτούμε να τους ξεσκίσουμε!»
Κουνάω το κεφάλι.
«Πώς να μαζευτείτε ρε παιδιά; Εδώ πέρα, αν δε μας κυνηγάνε οι μπάτσοι κυνηγιόμαστε μεταξύ μας…»
Με κοιτάζουν.
«Από την πλατεία δεν είσαι;»
Κουνάω το κεφάλι.
«Περνάω καμιά φορά από κει».
«Καλά σε θυμάμαι».
Εγώ πάλι όχι. Αλλά όλοι οι πάνκηδες μοιάζουν –γι΄αυτό.
«Έχουν αλλάξει τα πράγματα. Δεν περιμένουμε τίποτα από τους μαλλιάδες, κανονίζουμε μόνοι μας πλέον».
«Μόνοι σας;»
«Ναι».
«Και ποιοι είσαστε εσείς;»
«Ινδιάνοι των πόλεων».
Ξύνω τ’ ανακατεμένα μαλλιά μου.
«Έτσι ε;» κάνω τελικά.
«Ναι. Θα τους τσακίσουμε».
«Καλά θα τους κάνετε», ξαπλώνω πάλι πίσω.
«Να φύγουμε, αρκετά σε πρήξαμε».
Τους κοιτάζω, είναι μικρότεροι από μένα –τσαμπουκαλεμένοι, ανήσυχοι. Φοράνε παραμάνες και καρφιά, καρφιά παντού, πρέπει να έχουν μπόλικα χωμένα στον κώλο τους γι’ αυτό δεν μπορούν να καθίσουν ήσυχοι σε μια μεριά. Τους γουστάρω.
«Να προσέχετε εκεί έξω ρε μάγκες», ψιθυρίζω. «Οι άλλοι είναι οργανωμένοι κανονικά –στρατιωτική ιεραρχία κι έτσι».
«Στον πούτσο μας. Θα σκάσουμε στα μούτρα τους γιατί είμαστε εντελώς απασφαλισμένοι –νο φιούτσερ φιλαράκο!»
Κουνάω το κεφάλι.
«Σου βγάλανε τίποτα σίδερα οι σκινς;» ρωτάει ο ένας τους.
«Μπα δε χρειαζόταν –ήμουνα σκέτος σάκος του μποξ», αναπολώ.
«Εμάς πάντως δε θα μας φάνε τόσο εύκολα».
Με χτυπάνε στην πλάτη και φεύγουν αγριεμένοι, μακρυκάνικα παιδιά δρασκελίζουν τις εξελίξεις. Είναι κι αυτό μια λύση –έτσι νομίζω.
«Πονάς εδώ;»
Πονάω.
«Όχι», λέω.
«Εδώ πονάς;»
Γαμιέμαι στον πόνο.
«Ούτε», ξαναλέω.
Ο γιατρός κάνει πίσω, δήθεν σκέφτεται –κοιτάζει τους γέρους μου, ξέρω τι περιμένει. Ο πατέρας μου πλησιάζει και του χώνει ένα μάτσο στην πλαϊνή τσέπη. Τώρα όλα θα πάνε καλύτερα. Ο γιατρός ξανασκύβει πάνω μου.
«Σε δυο μέρες θα φύγεις, οι εξετάσεις σου είναι καθαρές. Φοβηθήκαμε για εσωτερική αιμορραγία, αλλά τελικά είσαι εντάξει. Και το πρήξιμο στα γεννητικά όργανα υποχωρεί –δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας».
«Πες μου και τα δυσάρεστα τώρα», κάνω εγώ.
«Εντάξει –τίποτα σοβαρό! Απλά έχεις σπάσει δυο πλευρά, αυτά θα σε ταλαιπωρήσουν μέχρι να ξανακολλήσουν. Αλλά θα σου γράψω παυσίπονα…»
«Θα έχω πρόβλημα στην κίνηση;»
«Όχι… όχι! Όχι τίποτα σοβαρό!»
Κουνάω το κεφάλι, καταλαβαίνω. Με σακάτεψαν οι πούστηδες. Θα μου πάρει καιρό να ισιώσω.
«Κάνε μου μια χάρη ρε μάνα».
Τραβάει την καρέκλα πιο κοντά.
«Πήγαινε μέχρι το σπίτι που νοικιάζω να μαζέψεις τα πράγματά μου. Έχω κάτι λεφτά στο τζάκετ, πάρτα να πληρώσεις τους λογαριασμούς και τα νοίκια…»
Φωτίζεται η φάτσα της –χαίρεται που ξαναγυρίζω σπίτι. Έτσι είναι οι γονείς. Πάντα ευχαριστιούνται όταν αποτυγχάνεις να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου. Προτιμώ να το αγνοήσω για την ώρα. Κι εκείνη δεν κάνει κίνηση να ψάξει το τζάκετ μου –καλύτερα, επειδή δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχουν ακόμα τα λεφτά.
Έχει περάσει κι ο αδερφός μου να με δει, κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, δε λέμε κουβέντα. Τι να πούμε; Ποτέ δεν είχαμε κάτι να πούμε. Μάλλον θα τον ξεβολέψω τώρα που γυρίζω πίσω.
«Να μην ανησυχείς. Να κοιτάξεις να γίνεις γρήγορα καλά», λέει σιγανά ο γέρος μου.
«Εντάξει ρε πατέρα –δεν ανησυχώ, όλα θα φτιάξουν».
«Και όταν σηκωθείς να περάσουμε από την αστυνομία».
«Μη βιάζεσαι μωρέ! Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τους βρουν, αλλά και να τους βρουν δεν θα τους κάνουν τίποτα. Μαζί δουλεύουν όλοι αυτοί».
«Δεν ανησυχώ γι΄αυτούς –για σένα ανησυχώ».
«Εγώ θα τα καταφέρω. Δεν πρόκειται να με ξαναπετύχουν μπόσικο».
Κουνάει το κεφάλι του προτιμάει να μη μιλήσει. Γενικώς, αποφεύγουμε τις κόντρες τώρα τελευταία.
Κι εγώ περπατάω πλέον σε στυλ ανεμότρατα, με το ζόρι κρατιέμαι να μη βάλω τις φωνές, πονάω σε κάθε βήμα -αλλά περπατάω. Κανονικά. Οι διάδρομοι του νοσοκομείου βρωμάνε απολυμαντικό όμως αυτό δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαίτερα τα ποντίκια. Ούτε καν τις κατσαρίδες. Βαδίζω στη μέση των διαδρόμων μη φάω κανένα σοβά κατακέφαλα και πάω γι΄άλλα τώρα που φαίνεται να ξεμπερδεύω. Στο κυλικείο έχουν ξεθυμασμένες πορτοκαλάδες και καφέδες ανοιχτόχρωμους σαν κάτουρο φυματικού. Δεν αντέχω ούτε μισή μέρα ακόμα εδώ μέσα. Κάνω να φύγω από το κυλικείο σιχτιρισμένος και τότε πέφτω πάνω στο Τρίο Μπελκάντο. Ο Κώστας, η Ελένη και η Φανή –κάποια αντιπροσωπεία του αγαπημένου μου βιβλιοπωλείου!
«Τι θέλετε εσείς εδώ;» αλαφιάζω.
«Ακούσαμε ότι σε τουλουμιάσανε και δεν θέλαμε να χάσουμε το θέαμα», κάνει ο Κώστας.
«Αχ καλό μου –πονάς;» νιαουρίζει η Ελένη.
Η Φανή, μούγκα.
«Τότε έχασες την ευκαιρία ρε μάπα! Έχω συνέλθει πλέον, έπρεπε να έρθετε πριν από τρεις-τέσσερις μέρες…» γελάω.
«Α, δηλαδή τώρα αυτό το πλασάρεις ότι είσαι εντάξει; Κανονικός;» ρωτάει ο Κώστας.
«Υπήρξα και χειρότερα», παραδέχομαι ταπεινά.
Καθόμαστε σε ένα άδειο τραπεζάκι που κολλάει -χυμένες πορτοκαλάδες ελπίζω.
«Ποιος το έκανε αυτό;» ρωτάει η Ελένη.
«Κάτι τύποι που μάθανε ότι ψωνίζω από το μαγαζί σας», απαντάω.
«Να λες καλά που δε σου αφήσανε καμιά μόνιμη ζημιά!» διαπιστώνει ο Κώστας.
«Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», φιλοσοφώ.
«Και ουδείς μαλακοδέστερος του αντικρινού», συμπληρώνει ο Κώστας από απέναντί μου.
Μετά πέφτει κάποια αμηχανία. Επειδή ο Κώστας μάλλον ψήνει κατάσταση με την Ελένη, θα πεις, κακό είναι αυτό; Κακό δεν είναι –μόνο ο Κώστας είναι αρραβωνιασμένος με μια δασκάλα και ετοιμάζονται να κουφετωθούν λίαν προσεχώς. Και η Ελένη ξέμπαρκη, διαθέτει τα πιο όμορφα πράσινα μάτια της περιοχής μείζονος πρωτευούσης –κάπως αλαφρόμυαλη αλλά δε βαριέσαι; Αμηχανία σε ντο μείζονα, ο Κώστας κοιτάζει κρυφά την Ελένη, η Ελένη στήνεται κρυφά για να την κοιτάξει ο Κώστας (κρυφά) –υπάρχει και η Φανή στα πέριξ!
«Πως πάει η δουλειά;» ρίχνω θέμα στο τραπέζι.
«Σκάτα κι απόσκατα! Έχουμε γαμηθεί να κουβαλάμε ‘Φοβερό βήμα’», γκρινιάζει ο Κώστας.
«Τι εστί ‘Φοβερό βήμα’;» απορώ.
«Το καινούργιο του Ταχτσή».
«Ποιου Ταχτσή; Του σκοτωμένου;»
«Αυτού».
«Κι από πού το έβγαλε το βιβλίο; Μέσα από τον τάφο;»
«Όχι ρε κάφρε, το είχε γράψει πριν τον σκοτώσουν αλλά δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Κι έχει μέσα διάφορα –αποκαλύψεις… μέχρι ποιος τον σκότωσε λέει!»
«Σώπα! Σοβαρά;»
«Όχι μωρέ μαλάκα. Τρίχες κατσαρές, τίποτα δε λέει, αλλά το διαφημίσανε σ΄αυτό το στυλ και έχουν πέσει τα λιγούρια να διαβάσουν κουτσομπολιά»
Κουνάω το κεφάλι. Πέρυσι που τον φάγανε είχε ακουστεί ότι έκανε πιάτσα ντυμένος γυναίκα δίπλα στα «Μπριζολάκια του Τέλη». Εγώ πάντως ποτέ δεν τον είδα, τρώγαμε στον Τέλη κάθε φορά που ματσωνόμασταν, δίπλα περπατούσαν κάτι ερείπια, καρικατούρες ανθρώπων, η Φτερού και άλλοι πολλοί. Φρικιαστικά αξιολύπητοι. Αν ήξερα ότι κυκλοφορούσε διάσημος συγγραφέας ανάμεσά τους θα κοίταζα καλύτερα –επειδή απέφευγα, καταλαβαίνεις; Ανακατευόταν το στομάχι μου.
«Κρίμα που τον φάγανε τον άνθρωπο αλλά ποτέ δεν με έψησε ότι είναι σοβαρός συγγραφέας», λέω.
«Οι νεκροί πουλάνε πάντα», φιλοσοφεί ο Κώστας. «Και οι σκοτωμένοι κάνουν μπεστ σέλερ».
Μένουμε βουβοί ξανά, τι άλλο να πούμε; Ο Κώστας κάνει ματάκια στην Ελένη, σκέφτομαι να τους διευκολύνω.
«Ρε παιδιά, δεν πάτε μέχρι το δωμάτιό μου που έχω ξεχάσει τα τσιγάρα μου; Μην τρέχω εγώ, σακάτης άνθρωπος!»
Προθυμοποιούνται στο λεπτό. Μένουμε μόνοι με τη Φανή.
«Για ότι έγινε μεταξύ μας…» ξεκινάει μπερδεμένη.
Την περιμένω, αλλά δε βρίσκει πως να συνεχίσει.
«Ότι έγινε –έγινε. Ας το ξεχάσουμε ρε Φανή. Έκανα μαλακίες, το παραδέχομαι –όμως δεν έχει σημασία. Για τόσο ήμασταν –όχι για παραπάνω».
«Δε είναι αυτό. Δε σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να ξαναγίνει τίποτα μεταξύ μας. Όμως ήθελα να ξέρω…»
«Τι πράγμα;»
«Γιατί μου φέρθηκες τόσο σκάρτα;»
Κοιταζόμαστε.
«Επειδή είμαι σκάρτος Φανή. Εντελώς καθίκι».
«Δεν το δέχομαι αυτό!»
«Πρόβλημά σου».
«Κάτι έγινε, κάτι έφταιξε… Πες μου να χαρείς! Έκανα εγώ κάτι που σε πείραξε;»
«Παράτα το ρε Φανή. Τίποτα δεν έκανες, μια χαρά ήσουνα. Απλά βαρέθηκα να σε πηδάω –αυτό είναι όλο».
Κοκκινίζει, αγριεύει κανονικά.
«Δεν ξέρω πόσο προσπαθείς, αλλά τα καταφέρνεις μια χαρά!» λέει τελικά.
«Τι καταφέρνω;»
«Να γίνεις ο μεγαλύτερος καργιόλης που γνώρισα στη ζωή μου».
Χαμογελάω.
«Χαίρομαι γι΄αυτό», λέω –ελπίζω να φαίνομαι πειστικός.
Σηκώνεται και φεύγει ως συνήθως. Φουριόζα και χωρίς να χαιρετήσει. Μπίζνες ας γιούζουαλ.
Σε λίγο φτάνει το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής αναψοκοκκινισμένο.
«Η Φανή;» ρωτάει η Ελένη.
«Θυμήθηκε ότι είχε κάποιο ραντεβού και έπρεπε να φύγει», απαντάω.
«Ααα … έτσι!» κάνει ο Κώστας και με κοιτάζει άγρια.
Ρε, δεν πάμε να γαμηθούμε όλοι μας στην τελική;
Μαζεύω τα πράγματά μου σε ένα ξεφτιλισμένο σακ βουαγιάζ, χρώματος μπεζ. Τελευταία στιγμή μπανίζω τον «Λύκο της Στέπας» που έχει σφηνωθεί δίπλα στο στρώμα του σιδερένιου κρεβατιού. Μου το έφερε η μάνα μου από το σπίτι –σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να το ξεχάσω εδώ πέρα και φρικάρω. Ευτυχώς δηλαδή που ο Χάρυ Χάλερ είναι κάπως θορυβώδης παλιόγερος –φωλιασμένος στον λόφο με την καραμπίνα παραμάσχαλα, πώς να αγνοήσεις έναν άντρα με καραμπίνα; Μαζεύω βιαστικά το βιβλίο –ξέρεις κάτι; Αν καίγονταν όλα τα βιβλία του κόσμου θα ήταν τρομερό φίλε μου. Ανυπόφορο. Αλλά θα μπορούσα να το αντέξω αν έσωζα τον «Λύκο της Στέπας», τον «Ξένο», τον «Φύλακα της Σίκαλης», το «Πλέιμπακ», τον «Τρυποκάρυδο» και τον «Οργισμένο Βαλκάνιο». Αν είχα στην παρέα μου τον Χάρυ Χέλερ, τον Μερσώ, τον παλιόφιλο Χόλντεν Κόλφιλντ, τον μυθικό Φίλιπ Μάρλοου, τον αληταρά Μπέρναρντ Μίκυ Ρανγκλ και φυσικά τον μονίμως τσιταρισμένο Φάνη δεν θα κώλωνα μπροστά σε τίποτα. Έτσι πάει –δώσμου αυτά τα παλικάρια και θα σου γαμήσω τον κόσμο όλο. Άνετα φίλε μου! Επειδή αυτοί τα έχουν πει όλα, θυμάμαι αποσπάσματα απέξω, όπως ας πούμε:
«Πάρτε μια κάποια νύχτα τον Αύγουστο. Η Πριγκίπισσα Λη-Τσέρι αγνάντευε απ’ το παράθυρο της σοφίτας της. Ήτανε πανσέληνος. Το φεγγάρι είχε στρογγυλέψει τόσο πολύ που κόντευε να κατρακυλήσει. Φαντάσου να ξυπνάς και να βρίσκεις το φεγγάρι τάβλα στο πάτωμα του λουτρού, σαν το μακαρίτη τον Έλβις Πρίσλεϋ, δηλητηριασμένο από παγωτό μπανάνα. Ήταν ένα φεγγάρι που μπορούσε να ξυπνήσει άγρια πάθη σε μια κοιμισμένη αγελάδα. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να διαολέψει το κάθε κουνελάκι. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να κάνει τις κοτρώνες να μοιάζουν σεληνόλιθοι, να μεταμορφώσει την Κοκκινοσκουφίτσα σε μεγάλο κακό λύκο. Πάνω από μια ώρα, η Λη-Τσέρι αγνάντευε το άπειρο τ’ ουρανού. ‘Έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι;’ ρώτησε η Πριγκίπισσα το Μαγεμένο Βασιλόπουλο.
Το Μαγεμένο Βασιλόπουλο έκανε σα να του ’χαν κάνει μια χαζή ερώτηση. Ίσως και να ’ταν έτσι. Το ίδιο ερώτημα στη Ρέμινγκτον SL3 έδωσε την εξής απάντηση:
Ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.
Ο Τομ Ρόμπινς έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.
Σίγουρα όταν το ’γραψε ο Καμύ θα ’χε στραβοκοιμηθεί κι ο Ρόμπινς θα ’χε ξεχάσει να βάλει το ξυπνητήρι.
Ένα είναι το σοβαρό ερώτημα. Κι αυτό είναι:
Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου πω αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σε καθησυχάσω για την αρχή και το τέλος του χρόνου.
Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου αποκαλύψω αν έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι.»
Κατάλαβες μαλάκα μου; Τα έχουν πει όλα κι εμείς πάνω τους πορευόμαστε. Ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις αλλά δε μας νοιάζει καθόλου –αλήθεια σου λέω. «Ποιος ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή;» Εγώ πάντως, όχι. Ρώτα τη Φανή αν δε με πιστεύεις, μόνο βιάσου επειδή φεύγει τρέχοντας –με το ζόρι την προλαβαίνεις. Ρώτα την Άλεξ αν την πετύχεις πουθενά. Εκείνη μάλλον θα σου απαντήσει. Επειδή ξέρει –η αγάπη και η απουσία ξεκινάνε από το ίδιο γράμμα, τι να σημαίνει άραγε αυτό; Κουμπώνω ζοχαδιασμένος το σακ βουαγιάζ –μεγάλε Τομ γυρίζω σπίτι νικημένος και η αγάπη είναι το ίδιο άπιαστη με το ολοστρόγγυλο φεγγάρι –αλλά τα ξέρεις τώρα…. Να μη σε κουράζω τζάμπα.
Το ταξί σταματάει αγκομαχώντας έξω από την ασπρόμαυρη καγκελόπορτα, το πατρικό μου είναι μίζερο όπως συνήθως. Κεφάλια προβάλλουν πίσω από κουρτινάκια, μετράω το χρόνο που χρειάζονται οι γειτόνισσες να πεταχτούν έξω, να ρωτήσουν, να ενδιαφερθούν, να μάθουν, να σκυλέψουν τη στιγμή. Δεν τους παίρνει πολύ –ως συνήθως. Ο ήλιος μού γαμάει το κεφάλι –μάτια, μέτωπο, ημικρανία –σκύβω αλλά δεν είναι εύκολο να γλιτώσω. Περπατάω ανάμεσα στις αλαφιασμένες γκιόσες, επιστρέφω σπίτι και η διαπόμπευση πρέπει να είναι πλήρης. Αγκαλιές, σαλιωμένα φιλιά, χτυπήματα στην πλάτη –υπομένω.
Το σαλόνι είναι ζεστό, οι πολυθρόνες άβολες, ξύλινες, αφιλόξενες. Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που πρέπει να κάνεις την ποινή σου, κάθεσαι λοιπόν και περιμένεις. Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν σου λένε τη διάρκεια της ποινής, ποτέ δεν είσαι σίγουρος για τον χρόνο που σου μένει. Ξέρεις γιατί; Επειδή η επιστροφή στο σπίτι είναι ισόβια –μόνο με απόδραση μπορείς να γλιτώσεις.
«Θέλεις να σου κάνω μια σούπα γιε μου;»
Την κοιτάζω. Σκαμμένο το πρόσωπό της από έγνοιες, τις δικές μας έγνοιες που τις οικειοποιείται. Κουνάω το κεφάλι μου αόριστα –άλλωστε, ότι και να πω, αυτή θα κάνει το δικό της.
Πρέπει να την κάνω γρήγορα από δω μέσα, δε με βλέπω να αντέχω.

