Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

2. Μαθαίνοντας τη Βέρα

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"

Η ζωή μου γαμήθηκε από τότε που συνάντησα τη Βέρα. Την πρωτοείδα στο σπίτι εκείνης της φοιτήτριας, ξεχνάω τ΄όνομά της, πάνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια από τότε. Ήμουνα 18 πατημένα κι ο Χαρακωμένος στο Μίλωνα έσκιζε τα ρούχα του οτι στην αφεντομουτσουνάρα μου έβλεπε τη μεγαλύτερη λευκή ελπίδα της ευρωπαϊκής πυγμαχίας μεσαίων βαρών. Εντάξει, ο Χαρακωμένος ήταν υπερβολικός επειδή έστηνε παιχνίδια και τον ενδιέφεραν τα σίγουρα πονταρίσματα. Κι εγώ, 5 νοκ άουτ, 3 νίκες στα σημεία –σε 12 επίσημους αγώνες –ήμουνα καλή περίπτωση. Εντάξει, όχι και η μεγαλύτερη λευκή ελπίδα μετά τον Ρόκι Μαρτσιάνο ας πούμε, αλλά καλός. Και ζερβοκουτάλας. Αυτό δυσκόλευε πολλούς, είχα κι ένα αποτελεσματικό άπερκατ... Να μην τα πολυλογώ, ο Χαρακωμένος με έβλεπε και έστρωνε χαλιά στην υπόγα του Μίλωνα. Θυμάμαι εκείνη τη μέρα είχαμε πάει σε κάποιο σκατοκυριλέ μπαρ, έκανε πάρτι για προβολή ένας τυρέμπορας χορηγός του συλλόγου, έπινα πορτοκαλάδες φυσικό χυμό και βαριόμουν του θανατά. Δυο τραπέζια παρακάτω κάτι γκομενίτσες που μας κρυφοκοίταζαν, ήταν όλοι οι πυγμάχοι του συλλόγου στα πέριξ. Με τράβηξε ένας Μύγας που το έπαιζε Δον Ζουάν Ντε Βάλτον Μέσα, εγώ ψιλοκώλωνα, πήγαμε στο τραπέζι με τις γκομενίτσες, αποδείχτηκαν φοιτήτριες. Κάποια φιλολογία. Τελικά κατέληξα με μια απ΄αυτές στο διαμέρισμά της –φτιαχνόταν να χαϊδεύει τα σκισίματα στα μούτρα μου, είχα ράμματα πάνω απ΄το δεξί μάτι κι ένα μάγουλο πρησμένο, φτιαχνόταν με τέτοιες αηδίες. Όταν μάλιστα είδε τα χέρια μου μόνο που δεν κατουρήθηκε πάνω της. Αλλόκοτη κοπέλα, έκανε όμως καλό κρεβάτι. Στο τσιγάρο μετά το πήδημα είδα τη Βέρα να μας παρακολουθεί απ΄την απέναντι γωνιά του δωματίου. Μόνο που τότε δεν τη λέγανε Βέρα, στεκόταν εκεί πέρα αβάφτιστη ακουμπώντας στην μελαμινένια βιβλιοθήκη, εντελώς ξεβράκωτη και απροστάτευτη.
«Θα σου σκεβρώσει η κιθάρα, έτσι που την έχεις παρατήσει», είχα πει στην κοπέλα που χασμουριόταν δίπλα μου.
Δεν είχε δείξει να συγκινείται από την παρατήρησή μου.

Όταν αποκοιμήθηκε εγώ έμεινα μόνος, κοιτάζοντας τη Βέρα. Δεν ήταν τίποτα φοβερό –μια ακουστική, κόκκινη στο χρώμα του τριανταφυλλόξυλου, είχε κι ένα ζωγραφιστό κολυμπρί στο σκάφος της, το κολυμπρί τσίμπαγε το μίσχο ενός λευκού κρίνου, σκέτο ξέρασμα. Είχα σκεφτεί τότε οτι θα την άλλαζα τη ζωγραφιά όταν έπαιρνα την κιθάρα στα χέρια μου κι ήταν περίεργο αυτό επειδή ούτε κιθάρα ήξερα ούτε είχα καμιά ένδειξη οτι θα μου χάριζε η γκόμενα την κιθάρα της. Αλλά τελικά, έτσι έγινε. Ακριβώς.

Τραβηχτήκαμε γύρω στο εξάμηνο με τη φοιτήτρια –πήγαινα σπίτι της μετά τους αγώνες ή μετά τις προπονήσεις και ξεσκιζόμασταν. Περίεργη γκόμενα. Τότε έσκασε εκείνο το τουρνουά στις Σκανδιναβικές χώρες, θα περιοδεύαμε για κάνα τρίμηνο –της το είπα.
«Δεν πιστεύω να έχεις την απαίτηση να σε περιμένω!» είχε ξεκαρδιστεί.
Κοίταζα μουγκός την ανοιχτή τηλεόραση επειδή ποτέ δεν ήμουν καλός στο να διατυπώνω απαιτήσεις –προτιμούσα να τις επιβάλλω. Έβαζε εκείνη την ταινία, εκείνη την τρομερή ταινία... Σηκώθηκα να φύγω, τι άλλο να λέγαμε;
«Περίμενε», με είχε πιάσει από το μανίκι. «Πάρτη –σε βλέπω όλον αυτόν τον καιρό πως την κοιτάζεις».
Ήξερα για ποια μίλαγε αλλά έκανα το βλάκα.
«Πάρτη ρε άγριε –εγώ, έτσι κι αλλιώς έχω χρόνια να παίξω. Πάρτη να με θυμάσαι...»
Είχα μείνει κάπως μαλάκας, γι΄αυτό μάλλον είχα ρωτήσει το ποιο άσχετο πράγμα.
«Πως τη λένε;»
Η κοπέλα με κοίταξε σα να΄μουν κανταΐφι με χωρίστρα.
«Πως τη λένε;» αναρωτήθηκε.
«Ναι –πως τη λένε, το όνομά της ρε παιδί μου!»
«Τελικά νομίζω οτι Βέρα είναι το όνομα μιας ολόκληρης γενιάς», είχε πει εκείνη ακριβώς τη στιγμή η γυναίκα-φάντασμα από τον ανοιχτό δέκτη της τηλεόρασης.
Γυρίσαμε ταυτόχρονα προς το μέρος της.
«Βέρα. Βέρα τη λένε», είπε τελικά η κοπέλα έτοιμη να ξεκαρδιστεί στα γέλια.
Είχα αρπάξει την κιθάρα και κατρακύλησα τις σκάλες βιαστικά, έφυγα από το σπίτι της. Αν έμενα λίγο περισσότερο μπορεί να την πλάκωνα. Έτσι μπήκε στη ζωή μου η Βέρα.

Τις επόμενες μέρες είχα αγοράσει μια σκληρή μαύρη θήκη, με εσωτερική επένδυση αφρολέξ και κόκκινο σατέν, για να ξαπλάρει εκεί μέσα η Βέρα. Την είχα πάει κιόλας σ΄ένα μάστορα να τη σενιάρει, της άλλαξε χορδές, έσφιξε τα τάστα, ρεγουλάρισε τους καβαλάρηδες, ζύγιασε το μπράτσο... Το γαμωκολυμπρί με τον κρίνο δεν μου έκανε καρδιά να τα αλλάξω –δεν ξέρω γιατί. Αγόρασα πάντως μια μέθοδο άνευ διδασκάλου, έτσι να μου βρίσκεται αφού είχα κιθάρα.

Σε ένα λαγούμι της Στοκχόλμης ξεκίνησα να τη γρατζουνάω μπας και ζεσταθούν τα δάχτυλά μου. Έβγαζε κάτι ήχους άγριους στην αρχή, σα δέρμα που γδέρνεται. Κι εγώ εκεί –δώστου να την παλεύω μέχρι που πόνεσαν τα δάχτυλά μου και πάγωσαν χειρότερα από πριν. Είχα κοιμηθεί ξέπνοος εκείνο το βράδυ, η Βέρα μου ρούφηξε την ψυχή. Και το επόμενο βράδυ, μετά τον αγώνα (κέρδισα στα σημεία), για να ξεντώσουν τα δάχτυλά μου από τα χτυπήματα, η Βέρα γκρίνιαξε λίγο. Με τον καιρό, Όσλο, Ελσίνκι, Ρέγκιαβικ, η Βέρα άρχισε να μαλακώνει, γλύκανε ο ήχος της κι ήταν φορές που με παίρνανε τα ζουμιά όσο τη σκάλιζα κοιμόμασταν τότε δίπλα-δίπλα κι έχασκε ανοιχτή η άδεια θήκη της.

Στον προτελευταίο αγώνα με σακάτεψαν. Ένας ξανθός με μάτια κροκόδειλου και βαριοπούλες αντί για χέρια, έτρεχα αίμα από παντού, ο Χαρακωμένος δούλευε πάνω μου το συραπτικό σα ραπτομηχανή ο διαιτητής απειλούσε να σταματήσει τον αγώνα κι ο ξανθός ξεκίνησε τις πουστιές. Κατάφερε ένα νοκ ντάουν και δήθεν μπερδεύτηκε στα πόδια μου, δήθεν έπεσε, με κάρφωσε στο ηλιακό πλέγμα με το αριστερό γόνατο. Εντάξει, μου έκοψε την ανάσα για να μη σηκωθώ στο μέτρημα αλλά ήταν ατσούμπαλος ο καργιόλης κι έτσι όπως το έπαιζε το δήθεν πέσιμο στραβοπάτησε το δεξί παπούτσι πάνω στο δικό μου δεξί γόνατο άκουσα εκεί πέρα ένα πεντακάθαρο κρακ. Έχασα τον αγώνα με νοκ άουτ, σηκώθηκα αλλά η ζημιά είχε γίνει. Όταν κρύωσα είδα το γόνατό μου να πρήζεται, μέσα στην επόμενη ώρα έγινε τούμπανο –μηνίσκος κατά πως φαινόταν. Με πήγαν νοσοκομείο για να μου τραβήξουν το υγρό και μετά τσιφ στο ξενοδοχείο με παράτησαν σε μουχλιασμένο δωμάτιο κι έφυγαν. Πέρασα δυο μέρες με μοναδική παρέα τη Βέρα.

Όταν γυρίσαμε πίσω έκανα αρθροσκόπηση, έπρεπε να μείνω τουλάχιστον ένα μήνα εκτός προπονήσεων. Είχα ένα δωμάτιο πάνω από τους γέρους μου εκείνα τα χρόνια, ζούσα αποφεύγοντας τις μοιραίες συναντήσεις, υπήρχε κι ένα πιάτο φαΐ σε καθημερινή βάση, δε ζορίστηκα ιδιαίτερα από την κατάσταση. Όχι δηλαδή οτι όσο έδινα αγώνες πληρωνόμουν τίποτα της προκοπής, μόνο όταν φιλοτιμούνταν ο Χαρακωμένος να μου στάξει τίποτα ρεγάλο από τα κέρδη του στα στοιχήματα.... Τέλος πάντων, άραξα στο κλουβί μου και πλακώθηκα να μαθαίνω πως να κουλαντρίσω τη Βέρα. Έκανα προόδους σημαντικές εκείνο το μήνα επειδή τίποτα άλλο δεν είχα να κάνω έτσι κρεβατωμένος. Εντάξει, δεν έγινα κανένας Πάκο ντε Σεγκόβια αλλά κάποια τραγουδάκια που γούσταρα έμαθα να τα γρατζουνάω. Τη «Σκάλα στον Ουρανό» και τον «Άγριο Κόσμο», τον «Ήχο της Σιωπής» και το «Μια φορά ήμουν» -τέτοια πράγματα. Για την παρέα. Όχι την παρέα των ανθρώπων, για την παρέα της Βέρας.

Πάνω στο μήνα συνήλθα εντελώς, άρχισα μαλακές προπονήσεις, μετά πλακώθηκα στο ανέβα-κατέβα τα τσιμεντένια διαζώματα του προπονητηρίου, ήμουνα γερό σκαρί, τα κατάφερνα. Αλλά όταν ξεκίνησα τον σάκο, σκούρυναν τα πράγματα. Τσιγκουνευόμουν να χτυπήσω δυνατά, φύλαγα τις κλειδώσεις μου για τη Βέρα. Κι εντάξει, στις προπονήσεις το κάλυψα. Αλλά μετά αρχίσανε πάλι οι αγώνες.

Πρώτος αγώνας, ήττα στα σημεία. Πήδαγα σαν τη μαϊμού περιμένοντας τον άλλο να πέσει από μόνος του λόγω κούρασης.

Δεύτερος αγώνας, νίκη στα σημεία. Ο αντίπαλός μου ήταν ένας πεθαμένος 35άρης που δεν άντεξε, στους τελευταίους γύρους του έριξα πάνω από 10 καλές. Σκατά καλές! Με βούτηξε ο Χαρακωμένος μετά τον αγώνα, «ρε πούστη», μου είπε, «γιατί δεν τον τελείωσες τσάκα-τσάκα; Τι χοροπήδαγες σα μπαλαρίνα;» Μούγκα εγώ.

Τρίτος, τέταρτος, πέμπτος αγώνας –όλοι χαμένοι. Δύο στα σημεία, ένας νοκ άουτ. Ο Χαρακωμένος είχε αφρίσει. «Αν δεν κερδίσεις τον επόμενο έσβησες!» προειδοποίησε.

Ο επόμενος αγώνας ήταν με κάποιον χοντροκέφαλο. Στην αρχή στριφογύριζα σαν τη σκατόμυγα μέχρι τον τρίτο γύρο. Εκεί αποφάσισα να επιτεθώ αλλά οι γροθιές μου δεν του κάνανε τίποτα. Κι ο καργιόλης καθότανε να τον κοπανάω, την είχε ψυλλιαστεί οτι ήμουνα τζούφιος. Σκέφτηκα λοιπόν να του τη στήσω, να φάω ένα δήθεν νοκ ντάουν και να το παίξω κάπως ζαλισμένο κοτόπουλο. Μετά, θα τον πετύχαινα αφύλαχτο –δυο γερές υπόθεση θα ήταν. Δεν θα έκανα και μεγάλη ζημιά στους καρπούς μου... Είχα πάρει θέση να βουτήξω στο καναβάτσο, είχα ανοίξει επίτηδες την αριστερή μου πλευρά και τον περίμενα –αλλά ο πούστης αποδείχτηκε μέγας βλάκας. Με κοπάνησε ξαφνικά από δεξιά, έχασα τα βήματά μου, δίπλωσα πέφτοντας, δεύτερο κρακ στο δεξί γόνατο.

Χιαστός. Χρειαζόταν εγχείριση. Ο σύλλογος δεν είχε τα φράγκα. Οι γέροι μου ούτε συζήτηση. Τον αγώνα τον έχασα κι αυτόν στα σημεία. Ο Χαρακωμένος κονόμησε δυο τούβλα επειδή είχε στοιχηματίσει εναντίον μου. Η ομοσπονδία το έμαθε και μου κρέμασαν το δελτίο επειδή θεώρησαν οτι εγώ τον είχα στήσει τον αγώνα. Ο Χαρακωμένος πλήρωσε δυο καφετιά και απαλλάχτηκε λόγω αμφιβολιών.

Έμεινα μόνος με τη Βέρα να κλαίμε αγκαλιά.

Ο μερικός χιλιομετρητής πλησίαζε τα 70, βλαστήμησα που είχα ξεχαστεί κι έκοψα απότομα το τιμόνι. Η Άλφα Τζουλιέτα ντεραπάρισε αλλά επανήλθε, όλο αυτό την ταρακούνησε στο διπλανό κάθισμα την έκανε να πεταχτεί αναμαλλιασμένη.
Κοίταξε έξω από το παρμπρίζ. Εγώ κοίταζα τη γάζα στον ώμο της, τα πράγματα χειροτέρευαν εκεί πέρα.
«Τι έπαθες;» με ρώτησε.
«Ξεχάστηκα», απάντησα.
«Τι σκεφτόσουν;»
«Εσένα κι εμένα σε μια αιώρα ανάμεσα στα δέντρα», είπα ψέματα.
«Καλύτερα να βαράς παρά να μιλάς ψεύτικα», διαπίστωσε.
«Πρέπει μάλλον να βρούμε γιατρό», της είπα.
«Θ’αντέξω», μουρμούρισε.
«Όπως και να’χει...» είπα εγώ.

Βρήκα μια έξοδο από την εθνική και χώθηκα βιαστικά, έλπιζα να μην ήταν μαλακία απ΄αυτές που σε οδηγούν πίσω στον κεντρικό δρόμο. Η Άλφα Τζουλιέτα χοροπήδησε περνώντας κατσαρωμένη άσφαλτο. Αυτό ήταν καλό σημάδι.
«Φοβάμαι για μπλόκα», της εξήγησα.
Άνοιξε το παράθυρό της και έβγαλε το κεφάλι έξω. Έδειχνε να μυρίζεται τον αέρα. Μετά έβαλε πάλι μέσα το κεφάλι, αλλά το ξανάβγαλε βιαστικά.
«Σβήσε τα φώτα!» φώναξε.
Το έκανα –βουτήξαμε σε πηχτό σκοτάδι.
«Τι έγινε;» ρώτησα.
«Ελικόπτερο», είπε.
Τη γαμήσαμε! Έκοψα ταχύτητα και συνέχισα να οδηγώ, δεν έβλεπα Χριστό εκεί έξω, αλλά δεν θα καθόμουν στο ίδιο σημείο που να με αλυσοδένανε.
«Πόσο μπορούμε να πάμε χωρίς φώτα;» ρώτησε.
«Μέχρι να τρακάρουμε», απάντησα.
Τώρα το άκουγα κι εγώ, ένα σκατοελικόπτερο έκανε γύρους ακριβώς από πάνω μας.
«Αν μας είδαν θα ρίξουν προβολείς», είπα.
Περιμέναμε, οδηγούσα με 10 χιλιόμετρα σα σαλιγκάρι. Τίποτα δεν έγινε.
«Δεν μας είδαν φαίνεται», υπέθεσε εκείνη.
«Ή μας είδαν και περιμένουν να σιγουρευτούν. Μπορεί ήδη να έχουν στείλει σήμα στα περιπολικά», είπα. «Αλήθεια, που τα βρήκαν νυχτιάτικα τα ελικόπτερα οι μπάτσοι;»
«Είναι στρατιωτικό, από τη βάση έξω απ΄την πόλη», μου εξήγησε.
Στριφογύρισε στη θέση της, δεν την έβλεπα αλλά πήγαινα στοίχημα οτι πόναγε και πάλευε να μην το δείξει.
«Τι σκατά γυρεύεις μαζί μου;» νευρίασα.
«Ποιος ξέρει;» μουρμούρισε. «Μήπως ξέρεις εσύ;»
Δεν είπα τίποτα.
«Μάλλον είχα βαρεθεί την βρωμόπολη που τίποτα δεν γινόταν. Σκέφτηκα λοιπόν οτι είμαι πολύ μικρή για να πεθάνω και πολύ μεγάλη για να συμβιβαστώ...»
«Έτσι ξαφνικά το σκέφτηκες με το που με είδες;»
Γέλασε σιγανά.
«Εσύ μου το είπες ρε βλάκα. Το ξέχασες;»

Θυμόμουν μια χαρά.

Το ραντεβού των 12 ήταν κανονική καταστροφή. Είχα οδηγήσει μέχρι το προκαθορισμένο σημείο, όχι πάνω από 10 λεπτά αργοπορημένος, είχα δει το αστραφτερό τζιπ και είχα αναβοσβήσει τα φώτα μου. Μια, δυο, τρεις φορές. Μου είχαν απαντήσει, δυο συνεχόμενες, τρεις διακεκομμένες. Μετά ξεκίνησαν αργά κι εγώ τους ακολούθησα. Περάσαμε από την πλατεία, πρόλαβα να σταμπάρω το σπίτι της και πιέστηκα να τη βγάλω από το μυαλό μου έστω για λίγο. Δύσκολα πράγματα. Γι΄αυτό και κόντεψα να τους χάσω, ευτυχώς που ήταν ξέφωτο εκεί που σταμάτησαν. Πάρκαρα πίσω τους. Βγήκα με τα χέρια ανοιχτά λες κι είχαν συγκαεί οι μασχάλες μου. Από το τζιπ κατέβηκε μια λούγκρα με λαμέ πουκάμισο. Αν δεν με πέθαινε το κεφάλι θα είχα ξεσκιστεί στα γέλια.
«Εσύ είσαι;» με ρώτησε.
«Έχω τα λεφτά», απάντησα.
Μέσα στο τζιπ έβλεπα άλλους τρεις τσιτωμένους. Όπλα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω.
«Βγάλτα να πάρουν αέρα», διέταξε ο λαμέ.
«Τα έχω πίσω στο πορτ μπαγκάζ, πες το στους δικούς σου μη με κάνουν σουρωτήρι», προειδοποίησα.
Ο άλλος γέλασε.
«Μη φοβάσαι –όταν έρθει η ώρα σου θα το μάθεις πρώτος απ΄όλους», είπε.
Πήγα αργά μέχρι το προτ μπαγκάζ, πάτησα το κουμπί και το καπό τινάχτηκε μέχρι τα μισά της διαδρομής του. Χάιδεψα τη θήκη της Βέρας πριν αρπάξω τη δερμάτινη βαλίτσα ακριβώς από δίπλα. Σκέφτηκα να πάρω μαζί μου και το Βάλτερ αλλά δεν βρήκα κάποιο σοβαρό λόγο. Θέλανε τα φράγκα και θα τους τα’δινα. Το εμπόρευμα θα έφτανε στο αφεντικό με κανονική φορτωτική, καμουφλαρισμένο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να χαλάσει η δουλειά με τσαμπουκάδες. Έκανα τον γύρο του αυτοκινήτου κουβαλώντας τη βαλίτσα. Και την παράτησα στα πόδια του μαλάκα. Εκείνος τη σήκωσε, τη ζύγισε.
«Περίμενε λίγο εδώ», μου είπε.
Περίμενα. Ο τύπος ξαναχώθηκε στο τζιπ, άκουσα το φερμουάρ της βαλίτσας ν’ανοίγει και μετά κάτι ψουψουμού. Άναψα τσιγάρο αγναντεύοντας την ξαστεριά στον παγωμένο ουρανό.
Τότε ακριβώς πετάχτηκαν δυο γομάρια με κοντόκανες, για την ακρίβεια άνοιξαν απότομα τις πίσω πόρτες του τζιπ και προσγειώθηκαν σα σιδερόμπαλες μέσα στις λάσπες.
«Ψηλά τα χέρια ρε πούστη!» φώναξαν ταυτόχρονα.
Σήκωσα τα χέρια ψηλά.
«Μην κουνιέσαι ρε!» φώναξαν μετά.
«Και πούστης και να μην κουνιέμαι; Μήπως με μπερδεύετε με κανέναν δικό σας;» ρώτησα.
«Σκάσε!» φώναξε ένας απ΄αυτούς όσο με πλησίαζε. Μυρίστηκα ξύλο και μαζεύτηκα.
Ο τύπος σταμάτησε λίγο πριν τσουγκρίσουν οι μύτες μας, γύρισε το κοντάκι της κοντόκανης στα χέρια του σημαδεύοντάς με, τον άφησα να πάρει φόρα και μετά τον άρπαξα από τους καρπούς. Άλλαξα λίγο τη φορά του κι έτσι έσκασε στο χώμα δίπλα μου σα σακί πατάτες -ο άλλος με σημάδεψε αγριεμένος.
«Χαλάρωσε παιχταρά μου, απλά δε γουστάρω να με βαράνε άνευ λόγου», του χαμογέλασα.
Ο πεσμένος σηκωνόταν απειλητικά δίπλα μου. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή άνοιξε η μπροστινή πόρτα του τζιπ και βγήκε έξω ένας σιχαμερός κωλόγερος.
«Είπες οτι δε γουστάρεις να σε βαράνε άνευ λόγου;» μου φώναξε.
«Αυτό ακριβώς είπα», παραδέχτηκα σεμνά.
«Κι αν σου έλεγα οτι κανονικά θα έπρεπε να σε φυτέψουμε επί τόπου επειδή πήγες να μας στήσεις; Πως θα σου φαινόταν;» ρώτησε ο γέρος.
«Θα μου φαινόταν μια χαρά λόγος, μόνο που δεν έκανα κάτι τέτοιο», δικαιολογήθηκα.
Ο γέρος γέλασε κάνοντας νόημα στη λούγκρα που κρυφοκοίταζε πίσω του. Εκείνη τη στιγμή με άρπαξε ο πρώην πεσμένος και μου έστριψε τα χέρια πίσω από την πλάτη. Σκέφτηκα να τον κλωτσήσω στ’ αρχίδια αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ πέρα, προτίμησα λοιπόν να περιμένω.
Ο γέρος με τον λαμέ έρχονταν προς το μέρος μου κουβαλώντας τη βαλίτσα. Όταν με φτάσανε, ο γέρος περίμενε τον άλλο ν’ ανοίξει τη βαλίτσα και μετά μου χαμογέλασε.
«Άστον», είπε στο γομάρι πίσω μου.
Εκείνος με άφησε.
«Γονάτισε», διέταξε ο γέρος.
Το έκανα προσέχοντας να μη γεμίσω λάσπες.
«Πάρε μια δεσμίδα από τη βαλίτσα –όποια γουστάρεις», φώναξε ο γέρος.
Έκανα όπως μου είπε.
«Σου φαίνεται εντάξει;» με ρώτησε.
Περιεργάστηκα τη δεσμίδα, μια χαρά φρεσκότατα χαρτονομίσματα. Τράβηξα ένα, το έτριψα ανάμεσα στα δάχτυλά μου, δεν έμοιαζε για πλαστό.
«Κοίτα τους αριθμούς τους», έκανε ανυπόμονα ο γέρος.
Κοίταξα. Την είχα πολύ άσχημα εδώ πέρα. Άφησα τη δεσμίδα, έπιασα μια άλλη, κοίταξα πάλι τους αριθμούς. Συνεχόμενοι –και μέσα στις δεσμίδες κι από δεσμίδα σε δεσμίδα. Μάλλον έπρεπε να κάνω την προσευχή μου, αν δηλαδή ήξερα καμιά από δαύτες.
«Δεν ξέρω τίποτα για όλο αυτό», είπα. «Τη βαλίτσα μου τη δώσανε κλειστή κι έτσι την έφερα».
«Ποιος στην έδωσε;» ρώτησε ο γέρος.
«Το αφεντικό», είπα εγώ.
«Πούτσες σου λέει. Αποκλείεται να μας στήσανε από κει, αυτός ο μούλος πρέπει να πήγε στους μπάτσους και ν΄άλλαξε τη βαλίτσα!» φώναξε ο λαμέ.
«Ίσα μωρή Αφρούλα!» βλαστήμησα εγώ.
Αμέσως μετά έφαγα μια ζόρικη, το λουστρινέ σκαρπίνι του μάλλον μου’σκισε το μάγουλο. Τι τους είχε πιάσει σ΄αυτή την πόλη και ψάχνανε πως να με λιανίσουν; Έπεσα ανάσκελα. Η παρέα απομακρύνθηκε κυκλώνοντάς με. Μετάνιωσα που δεν είχα το Βάλτερ μαζί μου κι αποφάσισα να μην το ξαναφήσω άλλη φορά. Αν δηλαδή υπήρχε άλλη φορά...
«Τώρα τι καταλαβαίνεις; Να σε καθαρίσουμε επιτόπου; Θα έχουμε άδικο;» μούγκρισε ο γέρος.
«Τι να σας πω –όλα τα δίκια με το μέρος σας...» προσπάθησα να φανώ συγκαταβατικός.
«Κι αν είναι βαλτός;» αναρωτήθηκε η λούγκρα.
Αισθάνθηκα αμέσως καλύτερα.
«Λες να ήρθε με συνοδεία;» μουρμούρισε ο γέρος. Άρχισε να κοιτάζει τριγύρω –οι άλλοι τον μιμήθηκαν. Μέχρι κι εγώ το’χαψα και πήρα να ψάχνω για μπασκίνες μέσα στη νύχτα.
«Πάμε να φύγουμε», είπε ο γέρος.
Τα γομάρια άρχισαν να περπατάνε ανάποδα πηγαίνοντας προς το τζιπ.
«Δεν τη γλίτωσες ακόμα», με προειδοποίησε ο γέρος. «Θα σε βρούμε όπου κι αν πας».
Δε μίλησα. Η λούγκρα μου έκλεισε το μάτι μπαίνοντας στο τζιπ. Καλό παιδί ήταν τελικά –μόνο στα ενδυματολογικά το χάλαγε λιγάκι. Ζεστό αίμα κύλαγε στο μάγουλό μου.
«Γαμιέται η μάνα αυτουνού που ξανάφερε στη μόδα τα μυτερά λουστρίνια», μούγκρισα φτύνοντας σάλιο ανακατεμένο με αίμα.

Μετά μάζεψα τη βαλίτσα, την ξανάβαλα στη θέση της, κοντοστάθηκα. Ξεκούμπωσα της θήκη, χάιδεψα τα καπούλια της Βέρας και πήρα το Βάλτερ –τσέκαρα τη γεμιστήρα του πριν το βάλω στη μέσα τσέπη του μπουφάν μου. Το τζιπ είχε χαθεί αφήνοντάς με στο σκοτάδι, πήρα λοιπόν το νοικιασμένο μου αυτοκίνητο και ξεκίνησα πάλι για την πόλη. Χρειάστηκα 10 λεπτά για να φτάσω στην πλατεία, πάρκαρα απόμερα και επέστρεψα περπατώντας. Χρειαζόμουν έναν τηλεφωνικό θάλαμο και τον βρήκα γρήγορα.

Μπήκα, έκλεισα, σχημάτισα το νούμερο. Περίμενα.
«Εμπρός;» είπε βαρύθυμος.
«Αφεντικό εγώ είμαι».
Σιωπή.
«Έλα, τι έγινε;» ρώτησε κάπως ζορισμένα η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Τίποτα δεν έγινε –τι περίμενες;» αναρωτήθηκα.
«Έδωσες τα λεφτά;»
Δε μίλησα για λίγο, προσπαθώντας να ελέγξω τα νεύρα μου.
«Αφεντικό με έστειλες κατευθείαν στην κρεμάλα», του εξήγησα.
«Τι μαλακίες μου τσαμπουνάς;» φόρτωσε ο άλλος.
«Δεν έχω χρόνο τώρα να σου εξηγήσω. Απλά πήρα να σου πω οτι θα πεθάνεις αφεντικό. Θα σε βρω και θα σε λιώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Όχι όπλα και μαλακίες –με τα χέρια μου αφεντικό. Για να το απολαύσω».
Κατέβασα το τηλέφωνο πριν πει άλλη κουβέντα, βιάστηκα κιόλας να το κάνω επειδή αν μίλαγε περισσότερο θα έχανα τον έλεγχο. Και πως να σκοτώσεις έναν άνθρωπο 350 χιλιόμετρα μακριά σου;

Βγήκα από τον θάλαμο, ακούμπησα στη μισάνοιχτη πόρτα και άναψα τσιγάρο. Η πόλη μισοκοιμόταν, κάτι λιγούρια σούρνονταν κρυφά στο δρόμο με τα κωλόμπαρα. Η βροχή είχε κόψει από ώρα. Σήκωσα το κεφάλι, κοίταξα το σπίτι της. Δυο παράθυρα φωτισμένα. Χαμογέλασα.

Όλος ο χρόνος ήταν δικός της από δω και πέρα.

20 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Mr.Fixit είπε...

Ki8ares, gkomenes, palies Alfa Romeo kai tsampoukades.

OOOOOOOOOOOOOOOOOOOOLE!

Kali sas imera.

The Motorcycle boy είπε...

Και μια βροχή απέξω που έχει κάνει την Αθήνα Παρίσι, με τον αποκλειστικό της Σικουάνα -όντως καλημέρα!

Υ.Γ.: Το μποξ ξέχασες αλλά δεν πειράζει επειδή δεν θα έχει άλλο. Είπα να φτιάξουμε κάτι ευχάριστο, μια ευχάριστη ατμόσφαιρα, άρα όσα ανέφερες ειναι απαραίτητα.

Mr.Fixit είπε...

Kalo kai to box alla den sygkatalegetai sta kollhmata mou opws ta alla-euxaristo ws parousia pantws ;)

To Parisi pali, einai to MEGALYTERO apo ta kollhmata mou-toso poly rixnei?

The Motorcycle boy είπε...

Γι΄αυτό τα βρίσκουμε οι δυο μας πειδή ταιριάζουμε! Χαχαχα. Το Παρίσι ας πούμε το σιχαίνομαι! Ρίχνει τις κάλτσες του, οι κεντρικοί δρόμοι έχουν γύρω στους 10 πόντους νερό έκαστος. Με λιγότερη βροχή πριν μιας βδομάδα μας είχε κοπεί το τηλέφωνο για 5 μέρες (ναι ρε, Αθήνα μένω -όχι στην Τραχανοπλαγιά, τι νόμισες;) Φαντάσου τι θα γίνει τώρα!

Το μποξ είναι παλιό μου κόλλημα -ήταν κι ο μοναδικός λόγος που χάρηκα επειδή έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα. Κι έχουν βγει κάτι λογοτεχνικά με μποξ ιστορίες -σούπερ! Και ναι, βεβαίως γουστάρω ακόμα το πρώτο Ρόκυ!

liontas είπε...

Τι να σου πω;
Αφού μας ξέσκισες με την "εσωτερική επανάσταση", το γύρισες τώρα στον καταραμένο ήρωα που κέρδιζε την μάχη ταύτισης πάντα, όταν είμασταν πιτσιρικάδες
(Πότε άραγε ήταν αυτό; Πριν δεκαετίες ή τώρα δα;)

Και σ' ανώτερα...

Ανώνυμος είπε...

..και εγω ελεγα οτι αφου ο νικολαϊδης μας αφησε,αντε να βρω κατι καλο να ξαναδιαβασω..
Μλκ μου!
αψογος!
Δ.

The Motorcycle boy είπε...

lionta, το άλλο που λες, ήταν αρκετά βαρύ και δύσκολο για τα νύχια μου -βλαστήμησα να το φέρω σε σειρά και αμφιβάλλω αν το κατάφερα τελικά. Αυτό είναι για να χαλαρώσουμε λίγο -ξέρεις πως γίνεται... Ή αν θέλεις, είπα να φτιάξω κάτι που να μου αρέσει να το διαβάζω.
Πιτσιρικάδες; Ήμασταν ποτέ; Επειδή αν ήμασταν δεν νομίζω οτι καταφέραμε να μεγαλώσουμε.

Δ. μην τα κάνουμε όλα ίσωμα! Το οτι φοράω φανέλα με το όνομα του Ρονάλντο δεν πάει να πει οτι έγινα και Ρονάλντο!

RaZz the feminist είπε...

via mafia mpistolidia ki erwtes, kalh fash. me likes.

The Motorcycle boy είπε...

Μαφία ε; Χμμμ.

Ανώνυμος είπε...

να και ο ρόκο με τα δέλφια του.

http://www.youtube.com/watch?v=kWor9teP518&feature=related
γι αυτή τη βέρα μιλάς;

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Χαχα, νεαρό μου κουλτουριάρικο αγόρι! Για την άλλη Βέρα λέω ρε -πρόσεξε λίγο, μπας και έχεις ακούσει κάτι, ακολουθεί απόσπασμα ευαγγελίου:

The Motorcycle boy είπε...

"Αθήνα, Σεπτέμβρης πριν από πολλά χρόνια 12 το πρωί. Οι μπάτσοι μπουκάρουνε στο Μαξίμ... Μέσα 500 κάφροι με μπλου τζηνς και πάνω στην οθόνη ο δεινόσαυρος Μπιλ Χάλεϊ με τους Κομήτες του, ο Λιτλ Ρίτσαρντ, ο Έλβις Πρίσλεϊ, ο Τένεσι Έρνι Φορντ, οι Πλάτερς, ο Μπαζ Κλίφορντ, ο Φατς Ντόμινο κι ο Τζόνι Ρέι με το "μικρό συννεφάκι που έκλαιγε"... Κάτω στην πλατεία οι άγριοι χορεύουνε, καπνίζουνε, φιλιούνται, σκίζουνε καθίσματα.. Οι μπάτσοι χαζεύουνε... Βγάζουμε σουγιάδες.. Φεύγουνε και φωνάζουν τις Πυροσβεστικές. Κλείνουμε τις πόρτες και βάζουμε από πίσω σπασμένα καθίσματα. Ο αλανιάρες με τις άσπρες κολλητές μπλούζες βιδώνουν τους πισινούς τους στον αέρα.. Είμαι 16 χρονών και όλα είναι υπέροχα. Μάρτζορι Μόρνινγκ-σταρ, η Κυρία από τη Σαγγάη, Μάρα Μαρού, Λάουρα.. Οι πυροσβέστες σπάνε με τσεκούρια τις πόρτες.. Τότε βλέπω για πρώτη φορά και τη Βέρα. Ακουμπάει σε μια κολόνα. Φοράει ένα γκρι αδιάβροχο και καπνίζει. Οι μάνικες ξερνάνε νερό με δύναμη Κάποιος πληγώνεται. Η Βέρα με πιάνει από το χέρι και με τραβάει προς την έξοδο κινδύνου. Μόλις που προλαβαίνω να δω τους Πλάτερς στο πανί.. Μαζί με άλλους τρέχουμε στην Πανεπιστημίου. Γίνεται κάποια διαδήλωση.. δακρυγόνα, μαύροι και σειρήνες.. Μέσα κι εμείς.. Μας βουτάνε. Μας χωρίζουνε και μας πετάνε στις κλούβες. Περνάει μια βδομάδα και ψάχνω να τη βρω: Γκριν Παρκ, Τοπ Χατ, Μπλε Αλεπού. Δεν την ξέρει κανείς.."

Ανώνυμος είπε...

δυνατό.

πάντως δε θυμάμαι κάτι, έχουν περάσει και χρόνια, μη τα σκαλίζεις κυριακάτικα.

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

"Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα", ο μονόλογος του Άλκη πριν ακουστεί ο πυροβολισμός και τερματίσουν οι βελόνες του ενισχυτή. Ή, με απλά λόγια, η αιτία που το παλεύω να γράψω -χρόνια τώρα αγωνίζομαι να στήσω μια τόσο δυνατή σκηνή. Και φυσικά δεν τα καταφέρνω.

ολια είπε...

φερετρο; λακκος ητανε απ οτι θυμαμαι ...[χεχε]

The Motorcycle boy είπε...

Καλώς θυμάσαι, αλλά όπως επίσης θα θυμάσαι το λάκκο τον έσκαβε (και προοριζόταν για τη) συνονόματή σου. Άλλες εποχές...
Τώρα, με την έκπτωση των αξιών και την έλλειψη "γυναικών με προδιαγραφές θανάτου" σαν εκείνη, η Βέρα έγινε μια απλή ακουστική κιθάρα κι εγώ είμαι κάποιος που προσπαθεί να θυμάται -καταλαβαίνεις έτσι; Είμαστε στο τρέξιμο γενικώς, που χώρος για λάκκους; Φέρετρο και πολύ μας είναι.

άσωτος είπε...

πως τον ειπαμε τον τυπο ή δεν τον ειπαμε ακομα;

The Motorcycle boy είπε...

Λέω να τους αφήσω αβάφτιστους και τους δυο τους -εδώ πέρα μόνο τα πράγματα έχουν όνομα. Ε;

Ανώνυμος είπε...

Δε ξέρω πώς θα τον λένε, αλλά εγώ στην ιστορία σου τον φαντάζομαι τον τύπο με τη φάτσα του Μίκυ Ρούρκ! Χαχα

Νίκος

The Motorcycle boy είπε...

Χεχε, εντάξει αλλά με τη φάτσα που είχε στο Homeboy παρακαλώ!

Υ.Γ.: Ρε λες να το κάνω σενάριο και να του το στείλω να το παίξει; Το λέω επειδή γνωρίζω οτι τα ελληνικά του είναι άψογα, χαχαχαχα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι