Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό

Ένας κολοβός ήλιος ξεμύτισε στο διάλειμμα της βροχής, το κεφάλι μου κουδούνιζε από φως, ήμουνα κουρασμένος και φοβόμουν πολύ. Έτσι συμβαίνει αν τύχει να ξημερωθείς στην άκρη της πόλης, κρυμμένος σ΄ένα σταματημένο αυτοκίνητο, μόνος κι ο κόσμος όλος εναντίον σου. Κοίταξα τη Βέρα που ξεκουραζόταν στο πίσω κάθισμα, δεν έμοιαζε να βρίσκεται κι αυτή στα καλύτερά της. Ξεφτίζαμε παρέα λουσμένοι στο καχεκτικό φως.

Όσο μελετούσα την καταληκτική φάση του σχεδίου.

Δυο παιδιά πέρασαν απ΄έξω, φορτωμένα σχολικές τσάντες –το ένα κοίταξε στο εσωτερικό της Άλφα και βιάστηκε να γυρίσει το κεφάλι του αλλού. Ήμουν, μάλλον, αποτρόπαιος.

Βγήκα έξω και άναψα τσιγάρο, για να καθαρίσω το μυαλό μου. Έπρεπε να περιμένω κι αυτό ήταν το δύσκολο, έπρεπε να μείνω κρυμμένος όσο το Αφεντικό θα κολύμπαγε στην αγωνία –πόσες μέρες άραγε; Και με τα σκυλιά ξαμολημένα στο κατόπι μου... Αργοπορημένοι εργαζόμενοι ξεπετάγονταν από τα σπίτια για να προλάβουν τις δουλειές τους, χαμογέλασα σε όσους δεν είχαν χρόνο να με κοιτάξουν. Και περπάτησα σαν σε ναρκοπέδιο, για να περάσει η ώρα.

Τότε ακριβώς κατάλαβα οτι από κάπου την ήξερα αυτή τη γειτονιά. Τις εργατικές πολυκατοικίες, τους ακάλυπτους γεμάτους σωριασμένα μπάζα, τη μυρωδιά άκαυτου μαζούτ, τις τσιρίδες απελπισμένων μανάδων... Την ήξερα αυτή τη γειτονιά.

Προχώρησα στον πρώτο δρόμο που βρήκα, έστριψα αριστερά, μετά δεξιά...
«Δεν έχεις δίκιο –είναι από τα πιο διάσημα γυμναστήρια της πόλης», έλεγε ο Χαρακωμένος.
«Διάσημο γιατί; Επειδή όσοι έψαξαν να το βρουν, πέθαναν στο δρόμο;» γκρίνιαζα εγώ.
Διάσημο επειδή εκεί πέρα στήνονταν όλοι οι αγώνες –το κατάλαβα όταν έχασα από κάποιον μύξα και διέλυσα με δυο μπουνιές ένα ντερέκι δίμετρο. Είχαμε βγάλει μπόλικα εκείνο το βράδυ, ο Χαρακωμένος δηλαδή –εγώ τα μόνα που κέρδισα ήταν ένα πιάτο φαΐ και κάποιο ξεγυρισμένο διάστρεμμα. Αλλά θυμώνουν ακόμα πως να βρω το γυμναστήριο.

Έσπρωξα τη σκουριασμένη πόρτα, όλοι οι δαίμονες τις κόλασης ήταν εκεί –κρυμμένοι στις ράγες της, έτοιμοι για κονσέρτο. Πέρασα την πρώτη αίθουσα, ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ με το παρκέ πλημμυρισμένο απ΄τη βροχή, βγήκα στην πίσω πλευρά. Εκεί πίσω από τον κίτρινο τοίχο με περίμενε το ρινγκ, οι σάκοι, τα μπαλονάκια –οι προσωπικοί μου εφιάλτες σε απαρτία. Το γυμναστήριο ήταν άδειο, στις προθήκες μερικά ζευγάρια γάντια, δεν τα χρειαζόμουν. Δοκίμασα τον κοντινότερο σάκο, καλά κρατιόταν. Κι έτσι έβγαλα το μπουφάν και ξεκίνησα το ζέσταμα -πρώτα με διερευνητικά κροσέ, μετά κάποια ξεγυρισμένα ντιρέκτ, στο τέλος τα γεμάτα άπερκατ. Και πάλι απ΄την αρχή, πιο γρήγορα, πιο δυνατά, το λαχάνιασμα μ΄έπνιξε αλλά συνέχισα φουρκισμένος. Χτυπάς μέχρι να πέσεις κάτω και τότε ξανασηκώνεσαι και ξαναρχίζεις, χτυπάς...
«Ποιος πούστης είσαι εσύ πάλι;» έσκασε μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου.
Δεν έκοψα το ρυθμό μου, δε γύρισα να κοιτάξω.
«Ο αρχιπούστης των 5 ηπείρων», μούγκρισα.
«Το γυμναστήριο είναι ιδιωτικό», συνέχισε η φωνή.
«Το ίδιο και τ΄αρχίδια μου», απάντησα.
Μετά σταμάτησα απότομα για να κοιτάξω –ιδρώτας έτρεχε και η φωνή μου σύντομα θα χανόταν. Στην πόρτα ένας πιτσιρικάς με αθλητική φόρμα και οργωμένη φάτσα, κρατούσε επιφυλακτικά την τσάντα του.
«Πρέπει να φύγεις, σε λίγο έχουμε προπόνηση», μου εξήγησε.
«Θες να προσπαθήσεις να με διώξεις;» χαμογέλασα.
Δεν είπε τίποτα, μόνο που συννέφιασε απότομα –ήταν ένας αθλητής και σ΄αυτούς απαγορευόταν να αγριέψουν.
«Μην τρελαίνεσαι, θα φύγω όταν έρθουν οι υπόλοιποι –μπήκα μόνο για να ξεσκουριάσω», είπα καθησυχαστικά.
«Είσαι μποξέρ;» με ρώτησε.
«Ήμουν», απάντησα.
«Και τώρα;» θέλησε να μάθει.
«Τώρα δεν είμαι», τον γείωσα.
Ξεκίνησα πάλι να τσακώνομαι με τον σάκο, πρώτα αργά, επιφυλακτικά –κι όσο ανέβαιναν οι παλμοί πιο γρήγορα, πιο δυνατά.
«Και τι κάνεις τώρα που τα παράτησες; Ρωτάω επειδή σε 5-6 χρόνια....» μουρμούρισε ο αθλητής πλησιάζοντάς με.
Έκοψα, τον κοίταξα.
«Σε 5-6 χρόνια ε;» αναρωτήθηκα.
«Άμα ανέβω κατηγορία...»
«Να πας στα βαρέα δηλαδή; Κι εκεί πέρα θα σε περιμένει κάποιος οδοστρωτήρας, 5 χρόνια μικρότερός σου που θα παίζει στη φυσική του κατηγορία, ενώ εσύ θα είσαι ένας μεσαίος που χόντρυνε....»
«Δεν θα γίνει έτσι....» ψιθύρισε.
«Ότι πεις», χαμογέλασα.
«Και μετά; Τι παίζει από δουλειά;» με ρώτησε.
«Εσύ τι περιμένεις δηλαδή; Να σε κάνουν γυμναστή σε κάνα σύλλογο;»
Το σκέφτηκε λίγο, ντράπηκε ίσως.
«Όχι αλλά....» κόμπιασε.
«Έτσι ακριβώς», τον διαβεβαίωσα.
«Πάω να ντυθώ –θες γάντια να κάνουμε μια προθέρμανση;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα κι εκείνος εξαφανίστηκε προς τ΄αποδυτήρια. Ήθελα. Και γάντια και την αίσθηση του ρινγκ στις πατούσες μου κι όλα αυτά τα σκατά, ήθελα...
Εκείνη την ώρα έσκασε μύτη ο προπονητής.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» φώναξε.
Τι να του πεις τώρα; Προτίμησα να μη μιλήσω.

Κάθισα ξέπνοος στον ξύλινο πάγκο στο βάθος της αίθουσας όταν οι κλειδώσεις μου ξεκίνησαν να σκίζονται, τις χάζεψα με απορία. Είχα καταντήσει σκέτος φλώρος από την απροπονησιά τελικά! Από την άλλη μεριά εμφανίστηκε ο αθλητής, φουριόζος.
«Θα ανέβεις να παίξουμε;» με ρώτησε.
«Άσε τις μαλακίες!» θύμωσε ο προπονητής.
«Καλά σου λέει», του απάντησα. «Δε με ξέρεις, μπορεί να είμαι βαλτός για να σε σακατέψω».
«Δε μασάω τίποτα –θα σε λιώσω όπως και να’χει», μου χαμογέλασε εκείνος.
Κοιτάχτηκα με τον προπονητή, εκείνος χαμογέλασε όλο κατανόηση.
«Μην του δίνεις σημασία», μου ζήτησε.
Κι αυτό αποφάσισα να κάνω, επειδή το γυμναστήριο άρχισε να πολυκοσμίζει –φόρεσα το μπουφάν μου.
«Παλιός;» με ρώτησε ο προπονητής.
«Κάτι τέτοιο», έκανα απρόθυμα.
«Ποιος σε είχε;» ξαναρώτησε.
«Τι τα σκαλίζεις τώρα;» τον ξέκοψα.
«Κατέβα αμέσως ρε κωλόπαιδο και τροχάδην στις κερκίδες!» ούρλιαξε ο προπονητής στον αθλητή του.
Γέλασα. Κάποτε ήμουνα κι εγώ σαν αυτόν –ίσως περισσότερο ξεροκέφαλος, αλλά πάντως σαν αυτόν.
«Δεν είσαι ο...» ξεκίνησε να λέει ο προπονητής πίσω απ΄την πλάτη μου.
«Όχι δεν είμαι», του απάντησα.
Βιάστηκα να βγω πάλι στο μπροστινό κλειστό γήπεδο μπάσκετ, δυο πιτσιρίκια ρίχνανε σουτάκια τραντάζοντας το ταμπλό. Με κοίταξαν και βιάστηκαν να γυρίσουν το βλέμμα τους αλλού.
Αδιαφόρησα -βγήκα έξω.

Ο δρόμος είχε γίνει ήσυχος σαν Κυριακάτικο πρωινό, μέχρι και οι μυρωδιές εξαφανίστηκαν. Δεν έδωσα σημασία. Προχώρησα με σταθερό βήμα, οι κλειδώσεις μου πονούσαν, ήθελα να πάρω την Άλφα και να βρούμε κάποια απόμερη παραλία. Να κοιμηθώ λιγάκι. Αλλά η αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω σου βγάζει τσιφ στον κατηφορικό δρόμο της παγίδας –το κατάλαβα όταν έφτασα 200 μέτρα μακριά από την Άλφα. Ούτε γατί δεν κυκλοφορούσε τριγύρω, ανατρίχιασα. Η Άλφα καθόταν δίπλα στο πεζοδρόμιο αδιάφορη για τα προβλήματά μου, αλλά κάπου πίσω της στη γωνία.... Κόλλησα στον τοίχο, πισωπάτησα αθόρυβα, περίμενα. Από την απέναντι γωνία ακούστηκε μια πνιχτή σιγανή κραυγή έκπληξης, κοίταξα καλύτερα –οι καργιόληδες μου την είχανε στημένη. Γύρισα να φύγω προς το γυμναστήριο αλλά ο κινητήρας κάποιου αυτοκινήτου με φρέναρε. Τότε ακριβώς άκουσα τις σειρήνες στριφογύρισα νευρικά –από που να πάω; Στην πλάτη μου κλειστές πόρτες, σκέφτηκα να χτυπήσω κάποιο κουδούνι αλλά αμέσως μετά υπολόγισα οτι κάποιος απ΄αυτούς είχε καλέσει τους μπάτσους. Ποτέ μην έχεις εμπιστοσύνη σε ανθρώπους πίσω από κλειστές πόρτες –μονάχα όταν βρεθείς κι εσύ μέσα μπορείς να τους εξηγήσεις την κατάσταση, ειδικά αν έχεις το Βάλτερ για παρέα. Έφτασα τοίχο –τοίχο, πάλι μέχρι το γυμναστήριο. Ένα μπατσικό σταματημένο απέξω, άδειο –μάλλον είχαν πάει να ρωτήσουν μέσα. Βλαστήμησα τη μαλακία μου που δεν πήρα έξτρα γεμιστήρες μαζί μου και γι΄αυτό τσιγκουνεύτηκα κάπως. Αλλά το μπατσικό έφαγε δυο καλές στα λάστιχα, άλλη μια στο καπό, η γειτονιά βρόντηξε κι εγώ έβαλα τα πόδια στην πλάτη.

Μπήκα στο επόμενο στενό, ευτυχώς που δεν ήταν αδιέξοδο, ένα μπατσικό μόλις έφευγε, τους άφησα στην ησυχία τους. Τώρα όλοι θα έτρεχαν προς το γυμναστήριο –με λίγη τύχη θα έφτανα στην Άλφα. Διέσχισα τρέχοντας το στενό, ετοιμαζόμουν να βγω στο επόμενο όταν μια γυναικεία φωνή ούρλιαξε: «Νάτος, εδώ είναι!»
Σήκωσα το Βάλτερ ενστικτώδικα, αλλά λυπήθηκα τη σφαίρα.
«Άντε γαμήσου μωρή παντόφλα!» φώναξα και η γυναίκα βιάστηκε να κρυφτεί.
Συνέχισα να τρέχω χαμογελώντας, κάποτε θα έπρεπε να σκεφτώ αν ο αυθορμητιζέ διάλογος είναι το ίδιο αποτελεσματικός με μια σφαίρα. Κάποτε...

Στο επόμενο στενό έπεσα πάνω σε μπατσικό –έτσι όπως πετάχτηκα από το πουθενά παραλίγο να με πατήσουν οι μαλάκες. Πυροβόλησα μόνο μια φορά και συνέχισα να τρέχω, το μπατσικό δεν με κυνήγησε. Τώρα ήμουνα και πάλι κοντά στην Άλφα χωρίς να έχω χρόνο για προφυλάξεις. Έτρεξα με το Βάλτερ έτοιμο, λίγο πριν φτάσω δίπλα της αρχίσανε να βουίζουν οι σφαίρες σαν κακόγουστες απορίες. Πυροβόλησα στα τυφλά.
«Πάει να φύγει!» φώναξε κάποιος.
Σταμάτησα, υπολόγισα την κατεύθυνση της φωνής και πυροβόλησα –αυτό θα τους κρατούσε για λίγο ήσυχους. Μετά μπήκα στην Άλφα κι εκείνη ξεκίνησε κυριολεκτικά με τη σκέψη. Πίσω μου άναβαν οι σειρήνες, κινητήρες ξέρναγαν πετρέλαιο, πίσω μου ήταν η κόλαση και χρειάστηκε να οδηγήσω καμιά εκατοστή μέτρα για να καταλάβω οτι και μπροστά μου ήταν μια απ΄τα ίδια. Θέλανε να με μπλοκάρουν στα στενά κι έτσι να με τελειώσουν αλλά εγώ δεν συμφωνούσα. Γι΄αυτό έκανα αναστροφή στο πρώτο πλάτωμα, κοιτάχτηκα με τα μπατσικά που φρενάρανε αφηνιασμένα και πέρασα ξυστά δίπλα τους. Πέσανε εκεί πολλές σφαίρες, απορούσα πώς πήγαινε ακόμα η Άλφα, όμως τελικά τα καταφέραμε. Βγήκα στη λεωφόρο με χίλιους διαβόλους ξαμολημένους πίσω μου. Ήξερα κιόλας οτι ο δρόμος μου ήταν λίγος, μέχρι να φτάσει το ελικόπτερο και να με αποκόψουν από παντού. Οδηγούσα σφυρίζοντας, τι άλλο να ‘κανα; Οι μπάτσοι από πίσω ακολουθούσαν.

Γρήγορα κατάλαβα οτι δεν μπορούσε να πάει πολύ ακόμα όλο αυτό, επειδή η κίνηση των αυτοκινήτων μειώθηκε απότομα, κάποιοι εμπόδιζαν τους οδηγούς και στο δικό μου ρεύμα και στο αντίθετο. Μπλόκο μπροστά, σα να λέμε –έκοψα βιαστικά το τιμόνι και η Άλφα γύρισε μούρη κατά τους παράδρομους. Άκουσα τα φρεναρίσματα των μπατσικών στη λεωφόρο, ένιωσα κάπως αλεπού στη μέση της κυνηγετικής περιόδου, με το δεξί μου χέρι άνοιξα το ντουλαπάκι στο καντράν κι έχωσα τις γεμιστήρες στις τσέπες –δεν σκόπευα να τελειώσουμε χωρίς πυροτεχνήματα.
Στροφή απότομη στο πρώτο εύκαιρο στενό, δευτέρα κολλημένη κι ακόμα μια στροφή –κατάφερα να τους ρίξω κάποια μέτρα και να χαθεί η οπτική επαφή. Βγήκα σ΄έναν κάπως μεγαλύτερο δρόμο αρχίζοντας να ελπίζω. Πάτησα γκάζι απολαμβάνοντας τους άδειους καθρέφτες μου, τελικά μπορεί και να τη γλίτωνα.

Αλλά μπορεί και όχι. Επειδή, εντελώς από το πουθενά, εμφανίστηκαν μπροστά μου πάγκοι με φρούτα και ιδρωμένοι πωλητές, ημιφορτηγά γεμάτα καφάσια, ο δρόμος μπλοκαρισμένος από τη λαϊκή αγορά της συνοικίας. Φρέναρα ξεκαρδισμένος στα γέλια –άμα είναι της μοίρας σου να γαμηθείς...

Έστριψα την Άλφα και την παράτησα απρόθυμα, πήρα όμως τη Βέρα μαζί μου. Και βγήκα έξω τρεχάτος. Οι γριές έμπλεκαν τα καρότσια τους στα γόνατά μου, έβριζα επειδή ούτε να τρέξω δεν μπορούσα πλέον. Δίπλα σε έναν πάγκο με μπανάνες κοντοστάθηκα –σκέφτηκα να πάρω ένα τσαμπί, αλλά τότε είδα κάτι απίθανο. Ένας άντρας όρθιος στο πεζοδρόμιο 50 μέτρα παρακάτω, μπροστά του η ανοιχτή θήκη μιας κιθάρας κι ελάχιστα κέρματα, εκείνος έπαιζε κάτι που έμοιαζε με ισπανική μαλακία. Τον πλησίασα πριν προλάβω να σκεφτώ περισσότερα.
«Θες ακομπανιάρισμα;» τον ρώτησα χαμογελαστός.
«Δουλεύω μόνος», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μην ξηγιέσαι –ότι βγάλουμε δικό σου», ψιθύρισα.
«Κι εσύ τι θα κερδίσεις;» σήκωσε το κεφάλι να με δει.
«Δεν είμαι εγώ το θέμα, αλλά εσύ κι αυτός...» του έκανα νόημα αφήνοντάς τον να δει τη λαβή του Βάλτερ μέσα απ΄την τσέπη μου.
«Τότε αλλάζει το πράγμα...» ανασήκωσε τους ώμους.
Πήρα λοιπόν θέση δίπλα του, ζύγιασα τη Βέρα, έσκυψα το κεφάλι σε στυλ «σκεπτόμενος βιρτουόζος»...
«Τι παίζουμε;» τον ρώτησα.
«Φλαμέγκο –έχεις αντίρρηση;» ζήτησε να μάθει.
«Φλαμέγκο, Γκαλαπάγκος και μαλακίες!» ξεφύσηξα. «Πιάσε κάνα Δέλτα του Μισισιπή να γουστάρουμε».
Έριξε έναν αρπισμό για να ξεμουδιάσει τη βιρτουοζιτέ του.
«Αυτά θέλουν και σπρέχεν εκτός από τη μουσική», παρατήρησε.
«Μη φοβάσαι –εγώ είμαι εδώ», τον καθησύχασα.
«Δηλαδή θα τραγουδήσεις;» αναρωτήθηκε.
«Όχι βέβαια! Αλλά θα σε ακομπανιάρω», τον διαβεβαίωσα.
Ξερόβηξε καθαρίζοντας τον λαιμό του κι έπιασε να γρατζουνάει, με κοίταξε να δει αν ξέρω το κομμάτι, δε μου πήρε πολύ να καταλάβω.
«Λοιπόν μια χάρη θέλω να σου ζητήσω/ μια μόνο χάρη κι αυτό είναι όλο/ μια χάρη μόνο/ Φρόντισε να καθαρίζεις τον τάφο μου»
Χαμογέλασα –ωραία πήγαινε η φτιάξη. Κι εκείνος σε λίγο το πήρε προσωπικά το ζήτημα –από φωνή ήταν χέσε μέσα, αλλά είχε γρέζια να ρίξει στην ερμηνεία.
Μια μεσόκοπη πέρασε μπροστά μας, πέταξε μερικά κέρματα στη θήκη της κιθάρας. Του έκλεισα το μάτι κι εκείνος χαμογέλασε περνώντας στη δεύτερη στροφή.
«Άκουσες τις καμπάνες που χτυπούσαν;/ Πήρες χαμπάρι τις καμπάνες;/ Αυτό σημαίνει οτι ακόμα ένα φτωχό αγόρι είναι νεκρό και φευγάτο».
Τότε σκάσανε οι μπάτσοι παραμερίζοντας βάναυσα τον κόσμο, κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν αλλά οι περισσότεροι σκύψανε κεφάλια. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά –από παντού έρχονταν. Μάλλον είχαν ήδη βρει την Άλφα. Ο άντρας δίπλα μου, φαινόταν ανήσυχος.
«Δυο άσπρα άλογα μ΄ακολουθούν/ άσε με μόνο όταν φτάσω στο νεκροταφείο», γκάριξα προειδοποιώντας τον με αλλαγμένα τα λόγια του τραγουδιού.
Χαμογέλασε κι έκανε ένα ψευτοσόλο.
«Αν ξανατραγουδήσεις θα σ΄αφήσω πολύ πιο πριν», μου ψιθύρισε.
Τότε πέρασαν από μπροστά οι μπάτσοι, δεν μας κοίταξαν καν. Σπρώχνανε τον κόσμο, βούτηξαν κάνα δυο από τους ακριβοθώρητους άντρες που είχε η λαϊκή, τους τράβηξαν πίσω για να τους τσεκάρουν. Χαμογέλασα -ο άντρας δίπλα μου έκανε το ίδιο. Κι επειδή μάλλον ανακάλυψε οτι παίζαμε εδώ και 10 λεπτά το «Φρόντισε να καθαρίζεις τον τάφο μου», έφτιαξε μια συρμάτινη γέφυρα με την κιθάρα του και πέρασε σε άλλο θέμα.
«Μιλάνε για το σκυλί μου και μιλάνε για τη γάτα μου/ λένε οτι το σκυλί μου δεν γαβγίζει κι η γάτα μου δε γρατζουνάει/ οι άνθρωποι μιλάνε για μένα και για σένα/ κουράστηκα μ΄όλα αυτά, θ΄αρχίσω κι εγώ να μιλάω».
Κοίταξα προς τη μεριά που μου έδειχνε, οι μπάτσοι είχαν αρχίσει να ρωτάνε τις νοικοκυρές αν είδαν οτιδήποτε περίεργο. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα –συνέχισα λοιπόν να τον συνοδεύω με τη Βέρα ενώ όλο και λιγότεροι σκέφτονταν να μας αφήσουν κάνα ψιλό. Ο άντρας είδε τον εκνευρισμό μου.
«Δεν είναι κανενός δουλειά αν γαβγίζω σα σκυλί/ κι αν κυνηγάω ποντίκια πάνω-κάτω στο διάδρομο/ οι άνθρωποι μιλάνε για μένα και σένα/ κουράστηκα μ΄όλα αυτά, δεν έχω όρεξη να πω τίποτα περισσότερο», με καθησύχασε.

Δίπλα μας άρχισαν να βρωμάνε οι ντομάτες και τα ροδάκινα πήραν να σαπίζουν, ένιωσα τα γόνατά μου να λύνονται αλλά συνέχισα να γρατζουνάω τη Βέρα. Σκεφτόμουν πόσο σε ξεφτιλίζει η ζωή –να μην έχεις παίξει για Εκείνη και ν΄αναγκάζεσαι να κάνεις τον καραγκιόζη στις περαστικές νοικοκυρές, λοιπόν είναι αστείο το πως έρχονται τα πράγματα.... Οι μανάβηδες τριγύρω είχαν αρχίσει να μας κοιτάζουν περίεργα, ο δικός μου, ο καλλιτέχνης, φάλτσαρε του σκοτωμού κι όλα έδειχναν χοντροκομμένα μέχρι γελοιότητας. Αλλά οι μπάτσοι δε λέγανε να ξεκουμπιστούν –ρωτούσαν, έψαχναν, γυρνοβολούσαν. Έβλεπα ένα ντουετάκι στα δεξιά μου, γυρισμένες πλάτες –δεν θα ήταν δύσκολο να τους ξεσκίσω με το Βάλτερ πριν προλάβουν να πάρουν χαμπάρι από που τους ήρθε. Δεν θα ήταν δύσκολο –απλώς ηλίθιο θα ήταν.

Ο άντρας από δίπλα με σκούντηξε, φαίνεται πως είχα αρχίσει να χάνω το ρυθμό. Τα μπουρδούκλωσα ρίχνοντας μερικά θολά ακόρντα, μπας και το σώσω.
«Δεν πάτε παραδίπλα; Μας πήρατε το κεφάλι!» τσίριξε κάποιος που πούλαγε φασόλια.
«Πως δηλαδή; Νοικιασμένο το΄χεις το μέρος;» στράβωσε ο δικός μου.
«Ρε, φεύγετε ή θα σας πλακώσω με τη σέσουλα;» αγρίεψε ο φασολάς.
Εγώ είχα βρει την ευκαιρία να κουρδίσω λίγο τη Βέρα όσο αυτοί οι δυο σαχλαμάριζαν –ο δικός μου ο κιθαρίστας έριχνε απελπισμένες ματιές προς το μέρος μου περιμένοντας στήριξη.
«Δηλαδή...» έκανε, έτσι για να πει κάτι.
«Τι δηλαδή και ξεδηλαδή –άιντε, μάζεψε το βρομιάρη σου κι αδειάστε μας τη γωνιά!» μούγκρισε ο φασολάς.
Σήκωσα τότε το κεφάλι, είδα οτι μερικοί ακόμα είχαν πλησιάσει από τους τριγύρω πάγκους, επειδή μυρίστηκαν βαβούρα.
«Τι τρέχει εδώ πέρα;» έσκασε κι ένας ουρανοκατέβατος μπάτσος.
«Αυτοί εδώ κύριε αστυνόμε! Μας έχουνε σπάσει τα νεύρα με τις παλιοκιθάρες τους, μας διώχνουν και την πελατεία!» διαμαρτυρήθηκε ο φασολάς.
Ο μπάτσος μας κοίταξε και μετά γύρισε προς το μέρος του.
«Έχεις άδεια;» τον ρώτησε.
«Τι άδεια; Ναι, βέβαια...» ψέλλισε ο φασολάς.
«Και γιατί δεν την έχεις αναρτημένη σε ταμπελάκι;» ζήτησε να μάθει ο μπάτσος.
«Εεε, επειδή....»
«Όταν ξαναπεράσω φρόντισε να την έχεις σε εμφανές σημείο αλλιώς μάζεψέ τα και φύγε», τον γείωσε ο μπάτσος.
Μετά ήρθε προς το μέρος μας κι εγώ τα χρειάστηκα.
«Δεν θέλουμε φασαρίες –πάρτε τα όργανά σας κι εξαφανιστείτε αμέσως!» μας διέταξε.
«Μα γιατί; Επειδή δηλαδή...» ξεκίνησε να λέει ο διπλανός μου.
«Ρε, άκουσες τι σου είπα;» φόρτωσε ο μπάτσος.
Εγώ έκανα τον ψόφιο κοριό. Οι μπάτσοι άρχισαν να πλησιάζουν. Βιάστηκα λοιπόν να καβατζάρω τη Βέρα, έκανα νόημα στον δικό μου –βαλθήκαμε να την πουλεύουμε από σιγά-σιγά.
«Μισό λεπτό!» φώναξε κάποιος από τους μπάτσους.
Σταματήσαμε.
«Μήπως είδατε κανέναν να περνάει τρέχοντας από δω;» ρώτησαν τον κιθαρίστα.
«Ξέρω ΄γω... δεν πρόσεξα...» μουρμούρισε αυτός.
«Εντάξει, φύγετε!» μας είπαν.
Κι αυτό κάναμε, αν θες να ξέρεις –με τα αυτιά κατεβασμένα και διστακτικό περπάτημα αφήσαμε πίσω μας τους πάγκους της λαϊκής αγοράς.

Έκανα νόημα στον δικό μου να μην πάμε από τη μεριά που είχα παρατήσει την Άλφα, χωθήκαμε λοιπόν σ΄ένα στενό και βρεθήκαμε στις πλάτες των μπάτσων. Συνεχίσαμε το περπάτημα μέχρι που φτάσαμε σε μια πλατεία, υπήρχε κάποια γενικότερη αναστάτωση αλλά ήταν φανερό οτι δεν έψαχναν εμάς. Ποιος ασχολείται με δυο ψωραλέους κιθαρίστες όταν κυκλοφορεί ελεύθερος ένας επικίνδυνος κακοποιός;
«Κερνάω καφέ», του είπα.
«Άστο καλύτερα –να μένει», απάντησε αλλά μετά είδε οτι δεν είχα διάθεση για αντιρρήσεις και με ακολούθησε απρόθυμα.

Μπήκαμε σε μια καφετέρια της πλαστικής συφοράς. Παραγγείλαμε καφέδες, τοστ, πορτοκαλάδες. Όταν απομακρύνθηκε το γκαρσόνι, έβγαλα μια χούφτα χαρτονομίσματα και του τα έδωσα. Με κοίταξε απορημένος.
«Για τη σημερινή χασούρα», του εξήγησα.
«Καλά –μη νομίζεις οτι χέζομαι στο τάλιρο τις υπόλοιπες φορές...» γέλασε.
«Εντάξει –τότε η σημερινή ήταν η τυχερή σου μέρα», αποφάσισα.
«Αυτό σίγουρα! Αν σου μοστράρουν ένα πιστόλι και κινδυνεύεις να σε μαζέψουν οι μπάτσοι για υπόθαλψη, δεν μπορεί παρά να είναι η τυχερή σου μέρα!» ξεκαρδίστηκε.
«Ακόμα κι έτσι –ποτέ δεν ξέρεις που θα καταλήξει...» του είπα.
«Ούτε ποιος είσαι ξέρω, ούτε τι έκανες και σε κυνηγάνε», διαπίστωσε.
«Καλύτερα», τον διαβεβαίωσα.
Εκείνη τη στιγμή ήρθαν τα φαγώσιμα, ξεχαστήκαμε όσο μασουλάγαμε, ο τύπος μάλλον δεν είχε σταθερά ωράρια φαγητού –ούτε καν σταθερές μέρες, αν έκρινα από την ταχύτητα που άδειαζε τα πιάτα. Τον περίμενα για να καπνίσουμε παρέα –επειδή, όταν είσαι μόνος, μερικά πράγματα σου λείπουν αφόρητα.
«Τσιγαράκι;» πρότεινα.
«Να μη σε προσβάλω!» αποφάνθηκε.
Στις πρώτες τζούρες πνίγηκε, αλλά μετά πήρε να ισιώνει –βοήθησε ο καφές σ΄αυτό.
«Δηλαδή εσύ με το κιθαρόνι βιοπορίζεσαι;» τον ρώτησα.
«Πότε έτσι, πότε αλλιώς...» αναπόλησε.
«Όπου ‘αλλιώς’ σημαίνει;» αναρωτήθηκα.
«Ελαφρύνσεις, διευκολύνσεις και άλλα τινά...»
«Λεωφορεία;»
«Δεν έχω προκαταλήψεις –κάθε μέσο συγκοινωνίας είναι καλό, αρκεί να τιγκάρει στον κόσμο. Εσύ;»
«Εγώ δεν παίρνω συγκοινωνίες –δεν αντέχω το στρίμωγμα», απάντησα.
«Καλά –αυτό το καταλάβαμε!» γέλασε εκείνος.
«Θέλω μια τελευταία χάρη», ψιθύρισα σκύβοντας προς το μέρος του.
Με κοίταξε περιμένοντας.
«Έχω αφήσει μια Άλφα Τζουλιέτα –κόκκινη -εδώ παρακάτω. Θέλω να πας να δεις αν την πήραν οι μπάτσοι».
Έγειρε στο πλάι σκεφτικός, τον περίμενα.
«Εντάξει», είπε στο τέλος.
Του εξήγησα που ακριβώς είχα παρκάρει την Άλφα.
«Θα σε περιμένω εδώ να γυρίσεις», είπα στο τέλος.
«Να πάω τώρα αμέσως δηλαδή;» αναρωτήθηκε.
«Καλό θα ήταν», ομολόγησα.
Σηκώθηκε διστακτικά. Κοίταξε τριγύρω, αλλά δεν υπήρχε κανείς στην καφετέρια εκτός από μας. Τράβηξε τη θήκη της κιθάρας του, πέρασε το λουρί σταυρωτά στην πλάτη.
«Έχω συναισθηματικό δέσιμο –δεν μου πάει να την αφήνω μόνη της», δικαιολογήθηκε.
«Σε καταλαβαίνω», τον καθησύχασα.
«Λοιπόν... πάω κι έρχομαι», μου είπε.
Χαμογέλασα.
Τον κοίταζα μέχρι να βγει έξω από την πόρτα, μετά πέταξα δυο χάρτινα στο τραπέζι και βγήκα στο δρόμο. Υπολόγιζα οτι ήμουνα 500 μέτρα απόσταση από το γυμναστήριο, άρχισα λοιπόν το τρέξιμο. Επειδή ήμουνα σίγουρος οτι ο δικός μου θα με έδινε στους πρώτους μπάτσους που θα πετύχαινε μπροστά του. Κι εκείνοι θα έρχονταν να με μαζέψουν –μόνο που θα τους έπαιρνε ώρα να μαζευτούν, μετά θα περικύκλωναν την καφετέρια....

Έτρεχα λαχανιάζοντας.

Οι γειτονιές είχαν πάλι κόσμο –γύριζαν από τις δουλειές τους, γύριζαν από τα σχολεία, γύριζαν αποκαμωμένοι –κανένας δεν είχε όρεξη να με δει. Δυο δρόμους πριν το γυμναστήριο έκοψα ταχύτητα, το γύρισα στο βιαστικό περπάτημα.

Εκεί απέξω δεν υπήρχε ούτε λέπι από μπάτσο. Όπως ακριβώς το υπολόγιζα. Σκεφτόμουν τον δικό μου, τον κιθαρίστα, και πως τώρα θα με είχε ήδη καρφώσει. Αλλά δεν ένιωθα θυμό, κι εγώ στη θέση του το ίδιο θα ‘κανα. Αν είχα διάθεση να φτιάξω τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους δηλαδή....

Έκανα το γύρο του γυμναστηρίου αφού είδα οτι η μπροστινή του πόρτα ήταν κλειδωμένη. Έφτασα στο πίσω μέρος, σακούλες με σκουπίδια και γάτες που ψάχνανε την τύχη τους, ένα σκουριασμένο λουκέτο κράταγε κλειστή την πίσω πόρτα. Δεν μου πήρε πάνω από δυο κλωτσιές για να το ανοίξω.

Και μετά το ξανάβαλα πρόχειρα στη θέση του όσο έκλεινα την πόρτα μπαίνοντας –ο χώρος ήταν σκοτεινός και βρώμαγε θερμαντική αλοιφή. Πέρασα τις ντουζιέρες σημειώνοντας να κάνω ένα καλό μπάνιο όταν ξυπνήσω επειδή, για την ώρα, δεν με πολυκρατάγανε τα πόδια μου. Έτσι βρήκα μια γωνιά προστατευμένη, έστρωσα κάτι μουχλιασμένες πετσέτες και την έπεσα εξουθενωμένος. Με την ελπίδα να μη με πάρουν χαμπάρι σύντομα οι ποντικοί.

Αποκοιμήθηκα έχοντας την εντύπωση οτι αύριο θα ήταν μια άλλη μέρα.

10 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

samson rakas είπε...

βλέπω αρχίσανε τα δύσκολα και το ρίξαμε στα αμερικάνικα τραγουδάκια. θα μπορούσε πάντως να 'ναι και το τραγούδι του τέλους.
αλήθεια, ποιό είναι;

όσο για τον φάλτσο φίλο σου, ίσως να τον παρεξήγησες λίγο. ντόμπρος φαινόταν.

πρτφ

The Motorcycle boy είπε...

Όχι δύσκολα ρε -απλά είναι θέμα χρονισμού, για να πάμε από το Α στο Ω θέλουμε κάποια γράμματα στο ενδιάμεσο, αν όχι 22 έστω 13 π.χ.

Ντόμπρος άνθρωπος που ζει στον δρόμο; Χαχαχαχα, κάτι τέτοιοι μόνο στα μυθιστορήματα υπάρχουν φίλε μου κι εγώ δεν είμαι συγγραφέας. Άλλοι κώδικες φίλε μου στο δρόμο.

Φώντας είπε...

Ο κιθαρίστας σε κάρφωσε τον είδα.
Το καρφώνω και γω σε σένα με τη σειρά μου το καθίκι.
Αν με καρφώσει και μένα κανένας να πάει να πουλάει φασόλια ο πούστης.

The Motorcycle boy είπε...

Μη με μπερδεύεις με τον ήρωα της ιστορίας βρε -χρησιμοποιώ πρώτο πρόσωπο επειδή βαριέμαι τις πολλές περιγραφές.

Έχεις δίκιο πάντως, ο κιθαρίστας κάρφωσε κι ας είναι και ο ήρωας κιθαρίστας. Πουτάνα καπιταλισμέ που αποχτηνώνεις τους άθρωποι για τον ανταγωνισμό -φαντάσου να ΄κανε κάτι τέτοιο ο Ρόμπι Ρόμπερτσον στον Μπομπ Ντύλαν! Όχι οτι δεν θα του άξιζε δηλαδή -γι΄αυτό σου λέω να το φανταστείς. Τελικά, όλα στα φασόλια καταλήγουν και η συνέχεια είναι δύσοσμα γνωστή.

Puppet_Master είπε...

alhtes roufianoi kitharistes

The Motorcycle boy είπε...

Ναι -γιατί οι ντράμερς είναι καλύτεροι, χαχαχαχα!

Αφού κι ο ήρωας κιθαρίστας είναι ρε!

άσωτος είπε...

φατην την βρωμονοικοκυρα η οτι αλλο ηταν.τον κιθαριστα τον τρωμε στην επομενη συνεχεια, κανεις ρουφ ζωντανος.

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχα και ποιος θα μείνει τότε ρε; Από καμπόικο θα το γυρίσω στο Ροβινσόνα Κρούσο;

Ανώνυμος είπε...

πωπω,μοτορ από το σημείο που παράτησε την άλφα και μετά, αγχώθηκα,αλήθεια. σφίχτηκε το στομάχι μου. ωραίο, ωραίο! μόνο στην αρχή με τους κωλόμπατσοι δεν κατάλαβα τί παίχτηκε. τον δώσανε οι νοικοκυραίοι επί τούτου ή απλά τους φάνηκε ύποπτος?

The Motorcycle boy είπε...

Ναι, μάλλον τον δώσανε οι νοικοκυραίοι -αν και, θα το έχεις παρατηρήσει, οι μπάτσοι έχουν αυτή την ιδιότητα να βρίσκονται εκεί που μόνο κακό μπορούν να προκαλέσουν και να εξαφανίζονται όταν τους χρειάζεσαι.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι