Τρίτη, Ιανουάριος 27, 2009

30. Περί του «πού πάει το πράγμα», γενικώς

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
20. "Και δεν θα ξεχάσω ν΄αφήσω τριαντάφυλλα στον τάφο σου"
21. Η μέρα πριν
22. Σελιλόιντ από λιωμένη ζάχαρη
23. "Επιστρέφεται στον παραλήπτη"
24. Επειδή γαμψά νύχια χάιδεψαν τα κεφάλια μας
25. Εισιτήριο από τον άλλο κόσμο
26. "Στον αέρα πήδηξε ο διάβολος"
27. Έξοδος κινδύνου -παράθυρο ή ντουλάπα;
28. Έρχονται όταν κοιμάσαι
29. Αλάτι

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, το ξυράφι μετέωρο, στομωμένο από σαπουνάδα που καθυστερώ να ξεπλύνω. Αναβάλλω. Επειδή το ερώτημα δεν είναι «πως φτάσαμε ως εδώ», αλλά «τι είναι εδώ που φτάσαμε». Ένα βιαστικό πλάνο στο ΟΥΡΓΚ! το σαράβαλο φορτηγάκι παρκάρει στην πίσω πλευρά κάποιου συνοικιακού κλαμπ δίπλα στους σκουπιδοτενεκέδες, από μπροστά βγαίνει ο Τζον Ντόε μαζί με τη θρυλική Εξέιν Καρβένκα, το κεφάλι του ντράμερ ξεπροβάλει στην καρότσα –«τι σκατά είναι αυτό το μέρος δικέ μου;» Κανένας δεν του απαντάει φυσικά. Επειδή οι άνθρωποι μπορούμε να απαντήσουμε σε μεταφυσικά ερωτήματα, φιλοσοφικές αηδίες, σχετικά με το «που πάει το πράγμα», αλλά κανένας δεν ξέρει γι΄αυτό το μέρος, κανένας δεν μπορεί να σου πει με βεβαιότητα πού ακριβώς βρίσκεσαι.

Εμείς πάντως χάσαμε το καλοκαίρι με συνοπτικές διαδικασίες, ήρθαν κάτι ανοργασμικές τουρίστριες και το καταχράστηκαν στους βράχους των Κυκλάδων, φύγανε μετά και μας έμεινε η αφραγκία –μόνιμη κατάσταση. Έριξα τότε κι εγώ τα μούτρα μου (σιγά τα μούτρα!) κι έφερα γύρα τους εκδότες –σε πρώτη φάση πήρα τ’ αρχίδια μου, αλλά πάνω στην απελπισία με σώσανε κάτι αφρόψαρα, από κείνα που πλατσουρίζουν λόγω εμμονών. Πάει να πει, ένας παλιός γνωστός έστησε παράρτημα συνεργαζόμενο με μεγάλο εκδοτικό οίκο, βρήκε κάποιον ξοφλημένο ηθοποιό παύλα συγγραφέα, γνωστό για την εμμονή του σε ιστορίες τρόμου, τον έβαλε «υπεύθυνο σειράς» και ξεκίνησε η φάμπρικα. Βιβλία λογοτεχνικά, πλην όμως εξειδικευμένα σε εξωγήινους, παραψυχολογικό τρόμο και άλλες παρόμοιες σάχλες –το μεροκάματο να βγαίνει. Πρόβλημα; Βεβαίως! Καθότι ο πρώην ηθοποιός, επιμελητής σειράς, μεταφραστής –βάλε τώρα που γυρίζει –δε σκαμπάζει γρι από αγγλικά. Μόνο κάτι χελόου, γκουντμπάι, άι σακ κοκς, ξέρω ‘γω... Τα βασικά δηλαδή –αλλά περί ανάγνωσης λογοτεχνημάτων –άστα να πάνε.

Είμαι λοιπόν ο ντουμπλέρ του επιφανούς διανοούμενου –εγώ διαβάζω τα βιβλία, εγώ προτείνω ποια μπορεί να πουλήσουν πάνω από είκοσι κομμάτια, άρα αξίζει να εκδοθούν, άμα λάχει τα μεταφράζω κιόλας –τι μας πέρασες; Πληρώνομαι συμπαθητικά, άρα δε με καίει καθόλου που το ονοματάκι μου δεν εμφανίζεται πουθενά –είπαμε «υπεύθυνος σειράς», «μετάφραση», «επιφοίτηση Αγίου Πνεύματος», «οράματα», «εκλάμψεις» και όλα τα σχετικά, ο επιφανής.

Η σαπουνάδα ξεράθηκε, ξεπλένω το ξυράφι και τη βλέπω να πέφτει, κόρα κανονική, από τα μούτρα μου όταν ακουμπάει πάνω της η λεπίδα.

Πλακώθηκα στην εξεταστική του Σεπτέμβρη και πέρασα μαθήματα με το σωρό. Λίγο διάβασμα –πολλή εμπειρία, ο συνδυασμός που σκοτώνει! Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα ανακάλυψα οτι είχα περάσει μέχρι και μαθήματα που δεν είχα καν δηλώσει –τέτοια επιτυχία! Τέλος πάντων, κάτι κουνήθηκε από κει, άσε που ξαναβρήκα και τον Βαγγέλη! Όπου Βαγγέλης, το πρώτο άτομο που γνώρισα στη σχολή, ήμασταν τότε γκάβακες, τσίμπλα λυκειακή στο μάτι, κεφάλια ζαλισμένα από τον «θαυμαστό καινούριο (ακαδημαϊκό) κόσμο». Κοίτα πως έγινε η γνωριμία μας.
Κάθομαι στο καφενείο του Πανάγου, ημιυπόγα, και χάνω επειγόντως μαλλιά από το άγχος –έχω βλέπεις τις καταστάσεις εγγραφής που πρέπει να συμπληρώσω, τις δηλώσεις μαθημάτων, τις αιτήσεις για τρίπτυχα, δίπτυχα, σκατόπτυχα... Με πλευρίζει μια γκόμενα ζόρικη, μεγαλύτερή μου και με ρωτάει αν χρειάζομαι βοήθεια. Χρειάζομαι –αλλά ποιος τις γαμεί τις καταστάσεις εγγραφής όταν έχει δίπλα του τέτοια γυναίκα; Όπου χάνω τα λόγια μου και βρίσκει εκείνη ευκαιρία να μου την πέσει κομματικά –«το απόγευμα έχουμε μάζωξη, είναι χρέος μας η μαζική συμμετοχή» και κολοκύθια τούμπανα. Μουρμουρίζω κάποια δικαιολογία, με κόβει για χαχόλο η γκόμενα και περνάει στον επόμενο. Ακριβώς δίπλα μου είναι ο επόμενος, ένα παιδί σκέτος τοίχος, απ΄αυτά που φοράνε μπουφάν και νομίζεις οτι φόρεσαν και την κρεμάστρα μαζί. Του αρχίζει η γκόμενα το ψηστήρι κι ο τύπος φορτώνει –«ίσα μωρή αξύριστη, γαμώ τη μαζικότητά σας μέσα –εσείς ρε κάνετε παλούκι την εγγραφή για να σας γλείφουμε τα παπάρια οι Πρωτοετείς!» Παπαρούνα η γκόμενα εξαφανίζεται, γυρνάω εγώ, τον κόβω πάνω-κάτω, επειδή εκτίμησα δεόντως τις απόψεις του. Συστηνόμαστε, λέμε τα τυπικά μας, το παιδί είναι από Αγρίνιο –Τεχνικό Λύκειο –πέρασε στην Πάντειο με τα ποσοστά.
«Ρε ψυχή, κάνε μια χάρη, αφού θα πας έξω να δεις τον αφιμί σου... Δες και τον δικό μου που δεν τον θυμάμαι», ζητάει ο Βαγγέλης.
Πάω λοιπόν, βρίσκω τον δικό μου αφιμί, τον σημειώνω, ψάχνω για τον Βαγγέλη –τίποτα. Τριακόσιοι κάτι ήμασταν οι επιτυχόντες, τριακόσιες κάτι φορές πέρασα τον πίνακα –πουθενά ο Βαγγέλης. Με πιάσανε τα ψυχοπλακωτικά μου, «πως του το λένε τώρα του παιδιού και τι να του πεις δηλαδή –οτι τζάμπα συμπληρώνει χαρτούρα επειδή δεν έχει περάσει;» Κάνω έτσι να ξυστώ, σηκώνω το χέρι από τη βάση του πίνακα που στηριζόμουν –νάτος ο Βαγγέλης! Τελευταίος και τροπαιούχος!
«Ρε μάγκα, γιατί δε μου είπες οτι μπήκες ουρά της ουράς στους επιλαχόντες και με άφησες να ψάχνω σα μαλάκας;» τον ρωτάω.
«Ντιπ χαζός είσαι φιλαράκι!» γελάει ο Βαγγέλης. «Δε με βλέπεις ρε πως είμαι; Που διάολο με έψαχνες δηλαδή, στους αριστεύσαντες με τις υποτροφίες;»
Δικός του ο πόντος, ματς μπολ που λέμε κι από τότε κάναμε κολλητή παρέα με το Βαγγέλη –για κάνα μήνα. Μετά τον έχωσε ο γέρος του στα ΕΛΤΑ, χαθήκαμε. Ερχόταν λαχανιασμένος κάτι απογεύματα, ζαβλακωμένος από τη δουλειά, και παρακάλαγε για σημειώσεις –εμείς λιώματα στο γρασίδι ή τους καφενέδες, σιχτίριζε μαζί μας ο Βαγγέλης και δεν πέρναγε μάθημα ούτε με γκρέιντερ. Περάσανε τα χρόνια, πλησίαζε επικίνδυνα και το φαντάρικο, αποφάσισε το παιδί να πάρει μια «άνευ αποδοχών» για να στρώσει κώλο μπας και ξεμπερδέψει. Έτσι έγινε και τον πέτυχα –ξανακολλήσαμε έξω από την αίθουσα των εξετάσεων, μας βρήκε το επόμενο πρωί να λέμε τα νέα μας, Κουκάκι, Καλλιθέα, Μακρυγιάννη, Σύνταγμα, Εξάρχεια –με τα πόδια και πάλι πίσω. Το μάθημα δεν το δώσαμε καν, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα νομίζω.

Ξεπλένω τα μούτρα μου από τη σαπουνάδα, ρίχνω μια στεγνή κόντρα ξούρα –να ξεμπερδεύω.

Τι πράγμα; Ποια; Για ποια ρωτάς; Όχι ρε ηλίθιε –καμιά σχέση. Δεν παίζει τέτοια προοπτική.

Έξω φυσάει ένας κίτρινος αέρας με 40 πυρετό, έχει να βρέξει από τότε που οι άνθρωποι καλημερίζανε τους γείτονές τους φεύγοντας για τη δουλειά κάθε πρωί κι εγώ ντύνομαι μιξ γκριλ. Επειδή έχει μπει στα γεμάτα ο χειμώνας, αλλά φοράω κοντομάνικο μπλουζάκι (με στάμπα την στραβωμένη φάτσα του Λούκα Τορέλι, του επονομαζόμενου και Τορπίντο) κάτω από το στρατιωτικό μου τζάκετ –«σε τι καιρούς ζούμε» τελικά; Λέω να περάσω από τη σχολή, να χαζέψω τις παραδόσεις, να πιω τίποτα μπύρες μέχρι να βραδιάσει, επειδή σήμερα θα φέρουν τον Σιδηρόπουλο οι ΠΑΣΠίτες –δεν ξέρω πως την έχουν δει, «προοδευτικότητα», «άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας με τη νεολαία», αλλά όταν παίζει τζάμπα συναυλία πρέπει να είσαι πολύ μαλάκας για να τη χάσεις. Είμαι. Αλλά όχι τόσο πολύ.

Τάκης-Πέτρος έχουν πλακωθεί στα ιδιαίτερα, μαζεύουν λεφτά για κάποιο ταξίδι –τι ταξίδι; Κανένας δεν ξέρει, ούτε καν οι ίδιοι. Και δεν περιμένω να με διαφωτίσουν σήμερα το βράδυ που έχουμε συνάντηση στου Ευθύμη για χαρτοπαίγνιο.

Παρκάρω απέναντι από την κεντρική είσοδο, στο καφενείο του Βαστάζου –οι ψάθινες καρέκλες ξεφλουδίζουν εκεί έξω, σκέτο παράπονο. Μέσα είναι πήχτρα στον καπνό, διακρίνω τον Κανταΐφια με την παρέα του, παραδίπλα μερικούς σκληροπυρηνικούς Κνίτες που διαβάζουν αθλητικές καμουφλαρισμένες μέσα σε Ριζοσπάστες, η συνηθισμένη πελατεία δηλαδή. Είμαι για να την πουλεύω όμως αλλάζω γνώμη επειδή εκείνη τη στιγμή παρκάρει στο δρόμο δίπλα μου μια Ντουκάτι, Πομπόνι κανονικό, 750 Τζι Τι. Κολλάω στις γυαλιστερές μαύρες-κόκκινες επιφάνειες, χαζεύω όσο κατεβαίνει ένα ζευγάρι αξιοπρόσεκτο. Ο άντρας μου κάνει σε εντελώς κοπρόσκυλο, ντυμένος αποφόρι, με υφάκι «πες μας το παραμύθι σου και άντε στη μαμά σου». Η γυναίκα πάλι –περίεργο φρούτο. Σενιαρισμένη, βαμμένη, τακουνάκι, ταγιέρ δελτίου ειδήσεων, άρτι αφιχθείσα από το κομμωτήριο. Χαζεύω –είναι βλέπεις και οι ηλικίες τους –τριάντα και, τους κόβω. Με περνάνε λες και είμαι ταμπέλα, ανοίγουν την πόρτα, χώνονται στου Βαστάζου. Από πίσω κι εγώ –καθότι η περιέργεια.

Κάθονται μόνοι τους, κάθομαι στου Κανταΐφια –λέμε κάτι χαζά αναγνωριστικά, με το αυτί μου στο ζευγάρι.
«Είδε κανείς σας τον Βαγγέλη;» ενδιαφέρομαι να μάθω.
«Κάτι σκυλιά τον τραβάγανε –εδώ παρακάτω», απαντάει ένας λεχρίτης απέναντί μου.
«Μην κοροϊδεύετε το παιδί», πετάγεται ο Κανταΐφιας. «Εδώ ήταν πριν ο δικός σου, αλλά πετάχτηκε μέχρι Καλλιθέα σε ένα προβάδικο».
«Προβάδικο;» αλληθωρίζω.
«Αυτό δεν είπα;» απορεί ο Κανταΐφιας.
«Τι να κάνει ο Βαγγέλης στο προβάδικο; Ράβει κοστούμι για το γάμο του;»
«Προβάδικο ρε ηλίθιε –στούντιο, πως το λένε; Του είπε ο Πέρης ο Αρτινός οτι έφυγε ο μπασίστας από το γρουπ τους και πήγε να προβάρει μαζί τους».
«Ο Βαγγέλης;»
«Όχι –ο Τζων Πωλ Τζόουνς! Για το Βαγγέλη δε μιλάμε;»
Δεν ήξερα οτι ο Βαγγέλης παίζει μπάσο –τι προστυχιές μαθαίνεις για τις ζωές των φίλων σου, στους καφενέδες!
«Συγνώμη παιδιά. Είναι κανένας από σας Τεταρτοετής;»
Τσιμπιόμαστε λες και απλώσαμε χέρι σε κυψέλη. Μετά γυρίζουμε να δούμε ποιος μιλάει –είναι ο τύπος με την κυριλέ γκόμενα.
«Ναι, όλοι Τεταρτοετείς είμαστε», λέει κάποιος από την παρέα.
«Εδώ και πολλά, πολλά χρόνια», συμπληρώνει θυμόσοφα ο Κανταΐφιας.
«Εγώ πάντως είμαι μικρότερος –σας βρήκα στο Τέταρτο, να εξηγούμαστε!» ξεκαθαρίζω.
Ο κοπρίτης βουτάει μια καρέκλα, την καβαλάει ανάποδα και κάθεται στο τραπέζι μας. Η γκόμενά του πάει τουαλέτα να πουδράρει τη μύτη της, για να του δώσει χρόνο.
«Αναρωτιόμουνα ρε μάγκες αν μπορεί κανένας να βοηθήσει τη γυναίκα μου –τίποτα σημειώσεις, ΣΟΣ θέματα, ξέρετε τώρα.... Μπήκε κατευθείαν στο Τέταρτο με μεταγραφή και έχει μπερδέψει τα μπ... Συναντάει δυσκολίες –τέλος πάντων», ψιθυρίζει ο κοπρίτης.
«Ναι ρε αδερφέ μην ανησυχείς. Πες της να έρθει και κάτι θα γίνει. Θα τη βολέψουμε», τον καθησυχάζει κάποιος από την παρέα.
«Δεν είναι εκεί το θέμα –κι εγώ μια χαρά τη βολεύω, νομίζω. Για σημειώσεις μιλάμε», τον ισιώνει επιτόπου ο κοπρίτης.
«Ρε συ!» αλληθωρίζει ο Κανταΐφιας. «Ο Μάνος ο Γεωργαντάς δεν είσαι;»
Ο κοπρίτης στραβώνει κάπως.
«Αυτός είμαι, αλλά μην το κάνουμε θέμα», μουρμουρίζει.
«Απίστευτο!» θαυμάζει ο Κανταΐφιας. «Οτι θέλεις ρε μεγάλε –πες στη γυναίκα σου να καθίσει μαζί μας στις εξετάσεις, όλα για πάρτη σας».
«Ευχαριστώ φίλε», απαντάει ο κοπρίτης -πλέον Μάνος Γεωργαντάς.
Τον πλευρίζω.
«Ποιος είναι αυτός ρε;» σκουντάω τον Κανταΐφια.
«Σκάσε μαλάκα –‘σου πω μετά», με γειώνει.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται η φιγουρινάτη, τσακιζόμαστε να φέρουμε καρέκλα –μας τη συστήνει ο Μάνος ως Αφροδίτη. Οι λιμασμένοι της παρέας πέφτουν γύρω της σαν ύαινες κι εγώ έτσι θα ξηγιόμουν αλλά με τρώει η περιέργεια περί Μάνου. Άσε που η γκόμενα είναι σα γκέισα από το πολύ μέικ απ, την κοιτάζω και περιμένω να γελάσει για να δω αν θα πέσουν οι σοβάδες και θα πλακώσουν τίποτα αθώους περαστικούς.

«Και τι κάνεις τώρα ρε ψυχή;» ρωτάει τον Μάνο ο Κανταΐφιας.
«Το παίζω μπον βιβέρ σε στυλ Ζάχος Χατζηφωτίου», απαντάει εκείνος. Και μετά το απαραίτητο γέλιο συμπληρώνει, «τι να κάνω ρε φίλε –προσπαθώ να περπατήσω στρωτά, επειδή δε μας παίρνει για καουμποϊλίκια πλέον. Είμαστε και παντρεμένοι άνθρωποι –σοβαροί, όσο να πεις!»
«Δηλαδή, κομμένα τα παλιά;» ρωτάει ο Κανταΐφιας.
«Μαχαίρι αδερφάκι μου! Ο πεθερός μου, ο πατέρας της Αφροδίτης...» σκύβει συνωμοτικά προς το μέρος του, «συνταξιούχος μεγαλομπάτσος –αποστρατεύτηκε υποστράτηγος ας πούμε. Έτσι γνώρισα την Αφροδίτη, εκείνη έμπαινε στο γραφείο του μπαμπά κι εμένα με βγάζανε σηκωτό... Τέλος πάντων –συμβαίνουν αυτά. Περάσαμε δύσκολα επειδή, όσο κι αν είχε όνομα ο πατέρας της στην κοινωνία, εμένα ούτε για σοβατζή δε με παίρνανε, ξέρεις πως είναι η πιάτσα... Τελικά πούλησα κάτι χωραφάκια της μάνας μου κι αγόρασα ιστιοπλοϊκό....»
«Τι;»
«Ιστιοπλοϊκό ρε φίλε –σκάφος με πανιά!»
«Α, μά’στα!»
«Κάνω τον σκίπερ τα καλοκαίρια, το τιγκάρω σε συνταξιούχους Ελβετούς και γυρνάμε το Αιγαίο... καλό μεροκάματο, την ψευτοβγάζουμε τους χειμώνες...»
«Καλή φάση!»
«Όπως το πάρεις. Επειδή τις προάλλες ήρθαν κάτι μουσάτοι Έλληνες, μου μισθώσανε το σκάφος για δυο βδομάδες, Οκτώβρη μήνα –δεν παραξενεύτηκα ο μαλάκας! Ανοιγόμαστε κατά Ύδρα μεριά, σκάνε τρεις, τέσσερις σφίχτες αγκαζέ με κάτι μπαταρισμένες ξανθιές και τα πετάνε όλα στο κατάστρωμα...»
«Έλα ρε!»
«Ήρθα. Τι γίνεται εδώ ρε παλικάρια; ρωτάω. Τι θες να γίνει –ταινία γυρίζουμε, απαντάνε».
«Ταινία;»
«Τσόντα ρε φίλε –έχεις περάσει τύφο μικρός; Μου πρότειναν να παίξω κιόλας!»
«Φοβερή φάση!»
«Βρίσκεις; Με πεθερό υποστράτηγο εν αποστρατεία και στέκι μόνιμο στη μαρίνα Αλίμου;»
«Ναι... όπως το θέτεις...»
«Τέλος πάντων, κάνω επιτόπου στροφή 180 μοιρών και τους αδειάζω σούμπιτους στη μαρίνα».
«Σωστή ξήγα!»
«Σωστή βεβαίως και δυο αυγά Τουρκίας! Γιατί πάνε οι μουσάτοι το μισθωτήριο στα δικαστήρια και μου ζητάνε ένα σκασμό λεφτά για αθέτηση συμβολαίου –θέλουν να μου πάρουν το σκάφος!»
«Βρε τους πούστηδες!»
«Οπότε, δεν είναι και τόσο καλή η φάση –όπως καταλαβαίνεις».
«Κι εσύ τι σκοπεύεις να κάνεις;» παρεμβαίνω για πρώτη φορά.
Με κοιτάει χαμογελαστός –τα δόντια του κάπως περίεργα, σαν ψεύτικα.
«Τι να κάνω ρε πιτσιρί; Θα το μπουρλοτιάσω το σκάφος και θα πάρουν τ΄αρχίδια μου!»
«Είναι ασφαλισμένο;» ρωτάω.
«Μάγος είσαι;» γελάει ο Μάνος.
Εκείνη τη στιγμή σκάει ο Βαγγέλης φουριόζος.
«Έλα ρε τσίφτη –και σε ψάχνω! Σε λίγο αρχίζει η συναυλία», με τραβολογάει σαν μπλουζάκι απ΄το πλυντήριο.
«Καλά αδερφέ μου –μην τραβάς, θα με διαλύσεις!» διαμαρτύρομαι. «Θα ΄ρθει κανένας άλλος;» ρωτάω την παρέα.
Όλοι σηκώνονται –καθότι συναυλία που γίνεται στο εστιατόριο σημαίνει μάσα μετά μουσικής.
«Σένια η Ντουντούκα σου», λέω στον Μάνο όσο προχωράμε.
«Καλή είναι αλλά χάνει λάδια η πουτάνα», σχολιάζει.
«Η ιδιαιτερότητα έχει το τίμημά της», απαντάω. «Αλλιώς γίνεσαι Γιαπωνέζος και ξενοιάζεις».
«Ναι, το έχω σκεφτεί κι έτσι. Ειδικά όταν πρέπει να πάω Μπολόνια κάθε φορά που χρειάζομαι ανταλλακτικά...»
«Κάποια περιπέτεια».
«Αρχίδια με τη ρίγανη. Στην ηλικία μου ακόμα και το κατούρημα στη μέση της νύχτας –περιπέτεια είναι. Μπουχτίσαμε στην περιπέτεια!»
«Ποια ηλικία; Τριαντάρης δεν είσαι;»
«Μέσα είσαι –αλλά το σακατιλίκι δεν πάει με την ηλικία».
«Πάει να πει;»
Γελάει, με περνάει δυο βήματα και πλευρίζει τη γυναίκα του. Πιάνω τον Κανταΐφια.
«Ποιος είναι αυτός ρε;»
«Μάνος Γεωργαντάς ρε κορόιδο! Συντονιστικό της Μαθητιώσας στο Πολυτεχνείο, τον πιάσανε οι Εσατζήδες, γράμματα συμπαράστασης απ΄όλη την Ευρώπη –ο μικρότερος κρατούμενος στα μπουντρούμια της ΕΣΑ. Βγήκε με τους τελευταίους, πρόσεξες τα δόντια του;»
Τα πρόσεξα.
«Όλα ψεύτικα και να’ταν μόνο αυτό. Το σακατέψανε το παιδί, στη μεταπολίτευση τον βγάλανε τα συντρόφια προβοκάτορα, επειδή έκαψε μια Αύρα... Πολλές φυλακές, πολύ ξύλο...»
«Κι εσύ που τον ξέρεις;»
«Επειδή είμαι πολιτικοποιημένος –όχι κουραμπιές σαν και του λόγου σου!»

Στο εστιατόριο έχουν πιάσει στασίδι οι Πασπίτες –τραπεζάκι, λουλουδάκι, καλή φάση –μόνο ο Πανταζής λείπει! Εμείς την πέφτουμε μπροστά τους στο όρθιο, δε βλέπουν αλλά δε μιλάνε κιόλας. Μπροστά στην είσοδο έχουν στηθεί τα όργανα –οι Απροσάρμοστοι κουρδίζουν όσο ο Παυλάκης ρουφάει κάτι μπύρες. Δε δείχνει ερείπιο πια, κλασσικός Παυλάκης με το μαλλί βαμμένο –σούπασταρ με τα ούλα του.
«Οι κοινωνίες πεθαίνουν στα ερείπια των πολιτισμών τους», λέει ο Παυλάκης.
Χαμογελάω. Ωραία λόγια, αλλά μην τα λες σε κοινωνιολόγους μάγκα μου!
«Οι εξουσίες είναι νόθες», συνεχίζει ο Παυλάκης.
«Πες του να τραγουδήσει γιατί αν το συνεχίσει έτσι θα σηκωθούν από μόνοι τους οι μπακλαβάδες και θα τον κοπανάνε», μου σφυρίζει ο Κανταΐφιας και επιτόπου κάνει μεταβολή μπας και σαβουρώσει τίποτα από τα ταψιά στους πίσω πάγκους.
Γελάω –ο Παυλάκης ξεκινάει το Βιβλίο των Ηρώων του Τρόμου, κάτι ξέμπαρκα φρικιά αρχίζουν να κουνιούνται, όλα εντάξει μοιάζουν. Βαριέμαι να κάθομαι μπροστά, αφήνομαι λοιπόν να με παρασύρουν προς τον τοίχο, ο Βαγγέλης χοροπηδάει σα μαϊμού – μοιάζει πολύ με μπασίστα, πως δεν το είχα καταλάβει πριν;
«Φιλαράκι, γαμάτος είναι! Θα του ανοίξουμε εμείς συναυλία –στο ‘πα;»
«Ποιοι ‘εσείς’ ρε Βαγγέλη;»
«Οι Μπο Μπονς –του Πέρη! Ροκαμπίλυ ρουλζ αδερφέ!»
«Τι μπο-μπόν είναι αυτά ρε; Μπομπονιέρες πουλάτε;»
«Καλά κόκαλα βλάκα!»
«Καλά κρασιά! Συγκρότημα έχετε ή χασάπικο;»
«Θα μας ακούσεις και θα πάθεις ζημιά!»
«Ε, αν είναι έτσι, να μην σας ακούσω!»
Ο Παυλάκης συνεχίζει τις φιλοσοφημένες αρλούμπες προλογίζοντας τα τραγούδια του –απορώ πως γίνεται το άτομο να γράφει εκείνους τους ανατριχιαστικούς στίχους και ταυτοχρόνως να λέει τέτοιες πίπες όταν μιλάει! Τα φρικιά σπάνε καρέκλες, μερικοί κατεβάζουν αφίσες και τις λαμπαδιάζουν στο πάτωμα, οι Πασπίτες σηκώνονται να περιφρουρήσουν το χώρο. Κάποια βαβούρα, βρισίδι, κουτιά μπύρες φεύγουν στον αέρα –τα περισσότερα καταλήγουν στο συγκρότημα. Ο Παυλάκης λέει για κατευθυνόμενες νεολαίες γερασμένων παιδιών –χεστήκαμε τώρα.
Αρπάζω μια καρέκλα και τη στριφογυρίζω για ν’ανοίξω δρόμο, λίγο παραδίπλα ο Μάνος έχει βάλει το μπουφάν του ομπρέλα για να γλιτώσει τα ιπτάμενα η Αφροδίτη –τους βλέπω να αποχωρούν διακριτικά. Σιχτιρίζομαι κάπως –βρίσκω μπροστά μου ένα γυάλινο μπουκάλι και το στέλνω να σκάσει ανάμεσα στα τακούνια της γκόμενας. Εκείνη τινάζεται σα νευρόσπαστο όσο το καλσόν της γεμίζει μπύρες και γυαλιά. Ο Μάνος κόβει απότομα, κοιτάζει πίσω –δε με βλέπει.
«Καλύτερα να σε σκότωναν αδερφέ μου. Καλύτερα πεθαμένος παρά παντρεμένος με την ταγιέρ κυρία», ψιθυρίζω όλο συμπόνοια.
Ο Μάνος αποφασίζει να δώσει τόπο στην οργή κι έτσι το ζευγάρι εξαφανίζεται. Στο εστιατόριο γίνεται σκυλοκαβγάς αλλά κανένας δεν δείχνει ορεξάτος –ξέρουμε οτι σε λίγο θα πλακώσουν τα ΚΝΑΤ και θα μας διαλύσουν με συνοπτικές διαδικασίες. Κάνω νόημα στο Βαγγέλη –συμφωνεί κι αυτός –αποχωρούμε κλωτσώντας στο σωρό. Όταν φτάνουμε Συγγρού τρακάρουμε τον Παυλάκη που ψάχνει για ταξί.
«Γαμήθηκε η συναυλία κανονικά», του λέει ο Βαγγέλης.
«Δε βαριέσαι –καλά ήταν. Να σφίγγουν οι κώλοι», μουρμουρίζει γελώντας ο Παυλάκης.
Τι να του πεις; Οτι δεν έχει δίκιο;

«Τι θα κάνεις τώρα;»
«Λέω να την πέσω –από το πρωί γυρνοβολάω, βρέθηκα με κάτι πατριωτάκια και ξιδιάσαμε. Έκατσε και η πρόβα...»
«Παίζεις μπάσο ρε Βαγγέλη;»
«Ναι αμέ!»
«Το μπάσο το ξέρει οτι το παίζεις;»
«Σιγά μην το ρωτήσω!»
Γελάει.
«Είμαι καλεσμένος σε κάτι φίλους».
«Τι φάση;»
«Λόγω που πλησιάζουν Χριστούγεννα, στήνουμε κάποιο χαρτάκι για το έθιμο».
«Ποιο έθιμο ρε Βησιγότθε; Παραμονή Πρωτοχρονιάς δεν είναι το έθιμο;» απορεί ο Βαγγέλης.
«Ναι μωρέ, αλλά εμείς το κάνουμε νωρίτερα καθότι νεοημερολογίτες –τι τα ψάχνεις τώρα; Είσαι μέσα;»
«Μπα, λέω να τουφάρω –αύριο έχω ταξίδι. Θα πάω για γιορτές στους γέρους μου».
«Όπως γουστάρεις μάγκα μου. Καλές γιορτές –εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας».
«Έχεις τίποτα ύπνους; Δε με βλέπω να χαλαρώνω από την ένταση και το κεφάλι μου κουδουνίζει».
«Σκατούλες έχω», τον πληροφορώ.
«Άρα, πρέπει να κάνω γύρα πριν σπιτωθώ», μουρμουρίζει ο Βαγγέλης.
«Όπου στεγνός κι η μοίρα του», φιλοσοφώ.
Χτυπιόμαστε στην πλάτη πριν χωριστούμε –οι γιορτές είναι πολύ μανίκι αδερφάκι μου!

Έξω από το σπίτι του Ευθύμη υπάρχει σχετική ηρεμία. Φαίνεται οτι έφτασα τελευταίος, το πεζοδρόμιό του είναι τίγκα στο μηχανάκι και η ντισκομπάλα στριφογυρίζει εκτυφλωτικά ήδη. Σπρώχνω τη μισάνοιχτη πόρτα –μπαίνω.
«Που ήσουνα γαμώτο; Κόντεψε ν’ αλλάξει η χρονιά όσο σε περιμέναμε!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
Γελάω –είμαι έτοιμος να ψηθώ οτι ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς πριν καν φτάσουν τα Χριστούγεννα.
«Τώρα δέσαμε!» γελάει ο Πέτρος όταν με βλέπει.
Δεν καταλαβαίνω.

Οι μπάγκι τύποι κουνιούνται σα μπεχλιβάνηδες στη μουσική του κασετόφωνου, οι κλώσες γκόμενες ζεσταίνουν τους καναπέδες, ο Πέτρος πίνει ουίσκι με κοκακόλα σε μια σαμπανιέρα τιγκαρισμένη στο παγάκι –με κερνάει, πίνω κι εγώ.
«Τι σκατά είναι αυτό το μέρος δικέ μου;» λέω εγώ.
«Πιες γιατί τα χειρότερα έρχονται», με προειδοποιεί ο Πέτρος.
Έχει δίκιο –στον καναπέ του σαλονιού ένας κοινωνικότατος Τάκης χαριεντίζεται με λιγούρηδες φλώρους. Γιατί είναι λιγούρηδες οι φλώροι; Επειδή δίπλα στον Τάκη ποζάρει σε στυλ χολυγουντιανής ντίβας η Μιτσούκο!
«Τι θέλει εδώ αυτή;» σκυλιάζω.
«Ήρεμα φίλε –έχεις και κάποια ανατροφή, μην το ξεχνάς», προειδοποιεί ο Πέτρος.
Τον ντριπλάρω και πλησιάζω, δε με βλέπουν αμέσως.
«Τι ευχάριστη έκπληξη!» ανοίγω διάπλατα τα μάτια.
Τότε με εντοπίζουν.
«Ωωωω, αγαπητέ μου!» χαμογελάει ο Τάκης μέσα στη γαλαντομία.
«Και τι εντυπωσιακή δεξίωση!» συνεχίζω. «Αλήθεια, δοκιμάσατε το μπρικ;»
«Το μπρικ;» αναρωτιέται ο Τάκης. Η Μιτσούκο κοιτάζει πέρα μακριά, τα καράβια που αρμενίζουν μέσα στο αναμμένο τζάκι.
«Το μπρικ ναι –αυτό που νόμιζες οτι κολλάμε», μουρμουρίζω απειλητικά.
«Σεμνά Πέρσα!» προειδοποιεί ο Τάκης.
«Για ελάτε και οι δυο σας –έχω δυο φωνήεντα να ψελλίσω», χαμογελάω εγώ.
«Είναι ανάγκη;» δυσανασχετεί ο Τάκης.
«Και κόψιμο», αγριεύω.
«Τρίτη πόρτα δεξιά –η τουαλέτα», μιλάει επιτέλους η Μιτσούκο.
«Πάρτη κι έλα -μην τη φυτέψω επιτόπου», λέω και γυρίζω πλάτη.
Με ακολουθούν μιλώντας σιγά –έτσι πάει.

«Γιατί την έφερες;» τον ρωτάω.
«Γιατί όχι;» κουμπώνει εκείνος.
«Επειδή νόμιζα οτι θα μαζευόμασταν η παρέα...»
«Και η Μιτσούκο παρέα μας είναι».
«Από πότε γίνανε παρέα μας τα πρεζάκια;» λέω απερίσκεπτα.
«Από τότε που έμπλεξες με την Άλεξ», με πληρώνει κανονικά η Μιτσούκο.
Σηκώνω το χέρι αυτόματα –τραβάω μια ξεγυρισμένη στον τοίχο δίπλα της, νιώθω τις αρθρώσεις μου να ανοίγουν.
«Θα μας δείρεις κιόλας;» γελάει εκείνη κοροϊδευτικά.
«Με κρέμασες κανονικά –δεν το καταλαβαίνεις;» μουγκρίζω.
«Γιατί; Επειδή πηδήχτηκα με τον Τάκη; Είχαμε τίποτα μαζί και δεν το ξέρω;» φιδιάζει εκείνη.
Κοιτάω τον Τάκη απορημένος.
«Τι λέει η δικιά σου;» ρωτάω.
«Ξέρω ‘γω; Μάλλον αναφέρεται στην πρόσφατη περιπετειούλα μας...» σηκώνει τους ώμους αδιάφορα εκείνος.
«Και τι με νοιάζει εμένα; Διόδια στο μουνί της έχω βάλει;» αναρωτιέμαι.
«Μπα –δεν πρόσεξα κάτι τέτοιο όταν πηδηχτήκαμε», απαντάει ο Τάκης.
«Άρα;» απορώ.
«Άραξε να δούμε που το πάει», συμβουλεύει ο Τάκης.
«Το ίδιο σκατομαλάκας μ΄αυτόν είσαι!» του λέει η Μιτσούκο.
«Λοιπόν –μην το κάνουμε θέατρο Κουν εδώ μέσα», λέω εγώ. «Το θέμα κούκλα μου είναι οτι σε χρειάστηκα να με βοηθήσεις μια φορά κι εσύ έπεσες με τα μούτρα στα σκατά –όλα τα υπόλοιπα είναι απλώς οδοντόκρεμες».
«Το τι θα κάνω είναι δικό μου καπέλο!» φορτώνει η Μιτσούκο.
«Δικό σου καπέλο βεβαίως. Αλλά όταν κάνουμε κάτι μαζί κι εσύ ασχολείσαι με το δικό σου το καπέλο δημιουργείται κάποιο πρόβλημα, δε νομίζεις; Σε παίρνω για πλάτες καθότι άτομο ψαγμένο και ιδεολογικά αντίθετο με την πρέζα και καταλήγω να σε μαζεύω από τα πατώματα με τη σύριγγα άδεια –τι λες γι΄αυτό;» αγορεύω κανονικά.
«Λέω οτι χεστήκαμε στην τελική», απαντάει η Μιτσούκο.
«Χεστήκαμε –εντάξει. Αλλά τουλάχιστον τώρα γνωριζόμαστε από την καλή. Επειδή λοιπόν τυγχάνεις καλεσμένη του Τάκη, κάνε παιχνίδι και τα ρέστα δικά σου. Αλλά μη με ζυγώνεις πολύ επειδή είσαι σκάρτη ρε φιλενάδα και μου μυρίζει άσχημα το πατσουλί σου».
Γυρίζω στον Τάκη.
«Πως με είδες;» τον ρωτάω.
«Σκέτος Εγγλέζος τσέτλεμαν!» ψευτοθαυμάζει.
«Να σου πω!» τσιρίζει η Μιτσούκο.
«Να μου πει;» ρωτάω τον Τάκη.
«Θέλει να έχει πάντα την τελευταία κουβέντα», μου επισημαίνει.
Γυρίζω λοιπόν και τρώω κάποιο χαστούκι φουλ έξτρα, στο δεξί ζυγωματικό πρέπει να έχω αποκτήσει στάμπα από το δαχτυλίδι της.
«Άντε γαμήσου κωλόπαιδο!» δακρύζει από τα νεύρα της η Μιτσούκο.
«Της αρέσουν και οι χειρονομίες αβροφροσύνης», με πληροφορεί ο Τάκης.
«Καλά έκανες και με προειδοποίησες έγκαιρα!» τον επαινώ ψεύτικα και γυρίζω την πλάτη.

Ανταλλάσσω τα λεφτά μου φτηνιάρικες μάρκες και περιμένω φύλλο, δίπλα μου ο Πέτρος με τη σαμπανιέρα, ρουφάει, κερνάει και πάλι απ΄την αρχή.
«Τα βρήκατε τελικά με τη Μιτσούκο;» με ρωτάει.
«Μιτσούκο; Τι είναι αυτό; Σαγιονάρα;» απορώ.
«Ναι εντάξει σαγιονάρα. Κι εγώ είμαι ο Τζόνυ Χούκερ –τι καταλαβαίνεις τώρα;»
«Ξέρω ΄γω; Οτι ακόμα δεν έχεις ξεπεράσει το ‘Κεντρί’!»
Ρουφάει μια γερή από τη σαμπανιέρα και αγανακτεί.
«Ποτήρια δεν υπάρχουν σ΄αυτό το σπίτι;» φωνάζει.
Ο Ευθύμης του πετάει ένα κοντό κρυστάλλινο, ο Πέτρος το πιάνει στον αέρα, ψαρεύει κάτι παγάκια με τα δάχτυλά του, τα ρίχνει στο ποτήρι και το αφήνει ανάμεσά μας.
«Καθότι δεν κυκλοφορούν και τασάκια συν τις άλλοις», μου εξηγεί.
Τραβάω δεκάρι και κάνω πρώτος μάνα στο παιχνίδι –χτυπάω στα γεμάτα, άσχετα με το χαρτί μου. Στην πρώτη γύρα τα παίρνω από τους περισσότερους, μόνο ο Τάκης με κερδίζει. Στη δεύτερη γύρα βγάζω τους μισούς έξω, ποντάρω σαν ξεκωλιάρης. Μένω με τη Μιτσούκο.
«Δώσε φύλλο», χαμογελάει.
Της σκάω ένα πεταχτό, το κοιτάζει, χαμογελάει ακόμα.
«Δικά σου», λέει.
Σηκώνω το χαρτί μου, κοιτάζω –ένα τριάρι μπαγιάτικο, σα ληγμένη κονσέρβα. Τραβάω φύλλο –δεκάρι. Την κοιτάζω όσο σαχλαμαρίζει με τον Τάκη.
«Μένω», αποφασίζω τελικά.
«Στα 13; Νομίζεις οτι είσαι καλός;» πετάγεται ο Ευθύμης.
«Καλύτερος από την κυρία –σίγουρα», χαμογελάω με τη σειρά μου.
«Ναι ε;» κοροϊδεύει η Μιτσούκο.
Την χαζεύω –δε βγάζω άχνα, περιμένω.
«Εντάξει τότε. Πάρτα», σηκώνει τους ώμους αυτή.
«Τι είχες; Δυο τεσσάρια, ή λιγότερο;» τη ρωτάω.
Με κόβει άγρια.
«Κλέβεις ρε πούστη!»
«Μπορεί –αλλά όχι εσένα πάντως! Έχουμε και μια υπόληψη, δεν κλέβουμε εκκλησίες!» γελάω.
«Γαμιέσαι κανονικά!» πετάει νευριασμένη τα χαρτιά η Μιτσούκο.
Δίκιο έχει –γαμιέμαι. Χρόνια τώρα, κανονικά και με το νόμο. Παίζω με σημαδεμένη τράπουλα και δεν έχω κουράγιο ούτε να κερδίσω. Μαζεύω τις μάρκες της, κάνω ακόμα μια γύρα –καίγομαι στη μέση, χάνω ότι έβγαλα κι ακόμα τόσα. Σπρώχνω οτι μου απόμεινε στον Πέτρο.
«Παίξε για πάρτη μου, πάω παραλία», του λέω.

Στη διαδρομή για τον καναπέ δίπλα στο αναμμένο τζάκι ψαρεύω ένα μπουκάλι κρασί –εύκαιρο και βολικό. Αράζω μαζί του, βρίσκω μέχρι και καθαρό ποτήρι –πολλή χλιδή αδερφέ μου! Σκέφτομαι όσο καπνίζω το τσιγάρο μου, δίπλα στο τζάκι, μακριά από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, με το κρασί στο χέρι –σκέφτομαι τι γυρεύω εδώ πέρα και πως βρέθηκα εδώ κι αν τελικά υπάρχει κανένας λόγος της προκοπής για να βρίσκεσαι κάπου, γενικά. Εντάξει, είμαι εδώ και περιμένω κάτι –δεν ξέρω τι είναι αυτό –αλλά θα το αναγνωρίσω με το που θα το δω, έτσι νομίζω. Και μετά; Θα το αφήσω να περάσει, να χαθεί στη γωνία κι αν δεν το κάνει θα την κοπανήσω εγώ. Τι μας πέρασες δηλαδή –για ανθρώπους;

Η Μιτσούκο κάθεται δίπλα μου, την κόβω με την άκρη του ματιού, αλλά δεν τη βλέπω να ακονίζει νύχια.
«Δεν ήθελα να έρθουν έτσι τα πράγματα», ψιθυρίζει.
«Δεν μας ρωτάνε τα πράγματα για το πως θα έρθουν», λέω εγώ.
«Άκουσα οτι χωρίσατε», συνεχίζει.
«Ναι ... ακούστηκε κάτι τέτοιο –μη δίνεις σημασία».
«Εσύ την παράτησες;»
Γυρίζω προς το μέρος της.
«Μεγάλες κουβέντες!» παρατηρώ. «Φουσκωμένα λόγια ....και καμώματα....»
«Εντάξει, πες μου τη δική σου εξήγηση», ζητάει η Μιτσούκο.
«Φόβος, τι άλλο;» μουρμουρίζω.
«Φόβος –μάλιστα. Άρα με καταλαβαίνεις κι εμένα».
«Σε καταλαβαίνω Μιτσούκο. Απλά δεν είμαι ο κατάλληλος ώμος για ν’ακουμπήσεις –κάπως ασταθής και ανισόρροπος ενίοτε. Και έχω μπόλικα κρίματα στο λαιμό μου για φορτωθώ και τα δικά σου».
«Δε στο ζήτησα», διαμαρτύρεται.
«Δε χρειαζόταν»,της εξηγώ.
Κοιτάζουμε το τζάκι, την κερνάω τσιγάρο και κρασί, μοιραζόμαστε την απελπισία. Λοιπόν, ξέρεις κάτι; Μοιράσου με κάποιον ένα πορτοκάλι και θα βρεθείς με το μισό. Μοιράσου με κάποιον την απελπισία και βρεθείς με τη διπλάσια. Γερό χαρτί η απελπισία!
«Τι γίνεται εδώ ρε αλήτη; Την πέφτεις στη γκόμενά μου;» με αγκαλιάζει από πίσω ο Τάκης.
«Ναι αλλά δεν μου κάθεται –το παίζει δύσκολη!» σηκώνω τους ώμους.
«Πάμε καλή μου, θα σε σώσω από αυτό το κακόφημο μέρος! Μην του δίνεις σημασία του αλήτη!» θεατρίζει ο Τάκης τραβώντας την να σηκωθεί.

Με χαιρετάνε από μακριά καθώς ψάχνουν για τα παλτά τους, χαμογελάω και τους εύχομαι να τα καταφέρουν –για μια στιγμή ψήνομαι οτι έχουν κάποια ελπίδα. Πίσω μου έχει ανάψει το παιχνίδι, ο Ευθύμης δίνει σόου αλλάζοντας τρόπο μοιράσματος σε κάθε γύρα, ο Πέτρος τον σιγοντάρει –κόλαση κανονική.

Ο Τάκης με τη Μιτσούκο θα πρέπει τώρα να τρέχουν αγκαλιασμένοι στη λεωφόρο –κρύος αέρας και ζεστές προσδοκίες, έστω γι΄αυτή τη νύχτα. Πόσα εύκολα μπορούν να γίνουν όλα! Η Άλεξ εξαφανισμένη –έτσι μου είπαν. Ο Πέτρος πίσω μου διασκεδάζει, ή έτσι δείχνει –ο Βαγγέλης μάλλον θα κοιμάται ξερός, ο Μάνος ο Γεωργαντάς θα προσπαθεί για μια ακόμα φορά να εξηγήσει στην Αφροδίτη τι διάολος τον καβάλησε και μπλέχτηκε στη ζωή της.

Κι εγώ περιμένω να περάσουν όλα αυτά, να σχολάσει η γιορτή και να βγάλουν κέρατα οι τοίχοι –για πόσο ακόμα θα φυλάνε τις πλάτες μας;

Ήρθαμε σ΄αυτό το μέρος και παγιδευτήκαμε, σύντομα όλα θα γυρίσουν εναντίον μας και οι φίλοι, σκέτα βαρίδια όταν τρέχεις να σωθείς.

Γι΄αυτό δεν έχουμε καμιά όρεξη να τρέξουμε.

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Πέμπτη, Ιανουάριος 22, 2009

29. Αλάτι

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
20. "Και δεν θα ξεχάσω ν΄αφήσω τριαντάφυλλα στον τάφο σου"
21. Η μέρα πριν
22. Σελιλόιντ από λιωμένη ζάχαρη
23. "Επιστρέφεται στον παραλήπτη"
24. Επειδή γαμψά νύχια χάιδεψαν τα κεφάλια μας
25. Εισιτήριο από τον άλλο κόσμο
26. "Στον αέρα πήδηξε ο διάβολος"
27. Έξοδος κινδύνου -παράθυρο ή ντουλάπα;
28. Έρχονται όταν κοιμάσαι

Αλλά θέλω να την ξαναδώ. Δε με νοιάζει το «γιατί», δεν ψάχνω τίποτα περισσότερο –μόνο το «πως» με ενδιαφέρει. Μάλλον σε στυλ «ο ντετέκτιβ Φάντασμα», μακριά καμπαρντίνα, καπέλο μέχρι τη μύτη, καλά κρυμμένος στις σκιές –αόρατος. Γίνεται;

Στρογγυλοκάθισε κανονικά το καλοκαίρι, μας το κουβάλησαν ένα πρωί οι μπάτσοι στο σταθμό του τρένου -περίμεναν να αποβιβαστούμε για τις εθιμοτυπικές φάπες, η τιμή των όπλων. Άρπαξαν τις περισσότερες οι άσχετοι επιβάτες, εμείς ξεμπουκάραμε νικητές και τροπαιούχοι με τις ορδές των χουλιγκάνων –κάνανε ότι μας δέρνανε και κάναμε ότι τρέχαμε να γλιτώσουμε φοβισμένοι, τίμια παράσταση.

Κατέληξα στο σπίτι των γέρων μου και κοιμήθηκα γύρω στον ένα μήνα σερί.

Τώρα περνάω πολλές ώρες στου Μπιλ του Χοντρού, συνήθως μόνος, με δυσκολία αποφεύγοντας τις παρέες. Πιάνω ένα τραπέζι στο εσωτερικό του μαγαζιού, όταν όλοι οι άλλοι κάθονται έξω, ακούω αποσπασματικά τις φωνές τους και συναρμολογώ ιστορίες. Το συγκρότημα του Μάριου προβάρει σε κανονικό στούντιο εταιρείας, θα βγάλουν, λένε, κάποιο σινγκλάκι. Ο Ζόμπι ψάχνει λεφτά να ανοίξει φυτώριο, η αδερφή του ψάχνει μαλάκα να κάνει μεταπτυχιακό, η Μαρία η Βρωμιάρα ψάχνει κουμπάρο να την παντρευτεί με τον σκουπιδιάρη της και ο Τσου Λου δεν ψάχνει τίποτα απολύτως. Αντιθέτως, οι μπάτσοι ψάχνουν τον Ιντζέ «δι’ υπόθεσίν του», ο Στάθης ξέρει που κρύβεται αλλά δε μιλάει, οι μπάτσοι κάνουν δύσκολη τη ζωή του Στάθη και περιμένουν, έχουν ρίξει κάτι χαφιέδες στο μαγαζί του Μπιλ –προχτές πούλησαν φούντα σε δυο πιτσιρίκια και μετά τα σβέρκωσαν επιτόπου για «εμπόριο και κατοχή». Νοικοκυρεμένα πράγματα.

Κάθομαι αντιμέτωπος με την παγωμένη μπύρα και σκέφτομαι ότι θέλω να την ξαναδώ, αυτό μόνο. Απέναντί μου μια οξυζενέ ξανθιά που έχει δει καλύτερες μέρες. Αλλά πάνε χρόνια από τότε –μόνο το στυλάκι της έχει απομείνει και μια αγριάδα τρομακτική στο άσπρο του ματιού, φοράει δικτυωτό καλσόν, μίνι φούστα και κολλητή μπλούζα, κοκαλιάρα –σούργελο κάπως. Την παρακολουθώ όσο παραγγέλνει την τρίτη μπύρα της, βγάζει ένα σακουλάκι τσιπς από την τσάντα και ζητάει έξτρα αλάτι από τον Μπιλ. Ο Μπιλ της το πηγαίνει στο τραπέζι βρίζοντας όσους νομίζουν ότι το μαγαζί είναι εστιατόριο πολυτελείας και απορώντας για το πότε θα ζητήσει η ευγενής πελατεία τίποτα αγκοστούρα να πούμε. Η ξανθιά ανάβει το εκατοστό σλιμ τσιγάρο της και αλατίζει ανελέητα το σακουλάκι αδιαφορώντας για τη γκρίνια του Μπιλ. Γελάω -αποφασίζω να κάνω επαφή μαζί της.
Σηκώνομαι λοιπόν με το ποτήρι στο χέρι, χαμογελάκι σένιο, να φαίνεται ο κυνόδοντας, την πλησιάζω.
«Μπορώ να καθίσω;» ρωτάω.
«Ότι γουστάρεις κάνε», μουρμουρίζει η ξανθιά.
«Ότι γουστάρω; Μη μου βάζεις ιδέες!»
Η ξανθιά σηκώνει το κεφάλι, με κοιτάζει, ψιλοχέζομαι.
«Αν θέλεις να κάτσεις –κάτσε. Μόνο μη μου λες μαλακίες γιατί δεν είμαι στα καλύτερά μου –ξηγηθήκαμε;»
Κάθομαι αμίλητος, έχω τσιμπήσει ήδη ένα γκολάκι με το εναρκτήριο λάκτισμα, ας πούμε.
«Δεν ήθελα να σου γίνω φόρτωμα», δικαιολογούμαι.
«Ναι, αλλά μου έγινες», γαβγίζει.
«Εντάξει τότε –να την κάνω και χάρηκα για τη γνωριμία».
«Δε χρειάζεται. Θες πατατάκια;»
«Όχι με πειράζει το αλάτι –βγάζω μπιμπίκια».
Γελάει νευρικά.
«Εσύ ας πούμε την έχεις δει ο ωραίος του μαγαζιού τώρα;» ρωτάει.
«Ξέρω ‘γω; Ρώτα τις γκόμενες που με περιμένουν γεμάτες ανυπομονησία», λέω σεμνά.
«Κολοκύθια με τη ρίγανη!» ξεφυσάει. «Φτηνό ζιγκολίκι πουλάς, αυτό είναι όλο».
Πίνω λίγη μπύρα πριν σκύψω προς το μέρος της.
«Μπορεί να ‘ναι κι έτσι θεία καθότι με πέτυχες σε περίοδο εκπτώσεων. Αλλά και πάλι ακριβός σου πέφτω επειδή μάλλον για ψωμόλυσσα σε κόβω».
Γελάει απότομα, ξαφνιάζομαι.
«Τελικά δεν είσαι ο ωραίος του μαγαζιού –ο μαλάκας της γειτονιάς είσαι!»
«Γάτα η κυρία! Με την πρώτη το ‘πιασες!» απαντάω.
«Και τι θέλεις από μένα;»
«Δε βλέπω τίποτα που θα μπορούσα να θέλω. Έπινα τη μπύρα μου εκεί απέναντι, σε έκοψα να κάνεις το ίδιο και είπα να γεφυρώσουμε το χάσμα γενεών».
Εκείνη τη στιγμή μπουκάρει ένας χαφιές, η ξανθιά μαγκώνεται. Ο χαφιές πάει καρφί για τις τουαλέτες.
«Κάποιο προβληματάκι;» χαμογελάω.
«Όχι δικό σου πάντως», φορτώνει η ξανθιά.
«Σαφώς, καθότι εγώ δεν έχω φάκελο στην Ασφάλεια. Εσύ;»
«Τι εγώ;»
«Φάκελο ή βιβλιάριο; Αυτή είναι η ερώτηση».
«Άντε πηδήξου ρε!»
«Αργότερα μπορεί –τώρα πίνουμε μπύρα, δε λέει».
Η ξανθιά κολλάει πάλι στον χαφιέ, εκείνος της ρίχνει ένα κλεφτό πριν βγει έξω.
«Πελάτης ή εισπράκτορας;» ρωτάω.
«Το δεύτερο πλας τσαμπατζής», γελάει ανεξήγητα χαλαρή.
«Σωστός ο χαφιές!» επικροτώ. «Κι εσύ, πως από τα μέρη μας; Αποστολή, ας πούμε; Μάτα Χάρι, μυστική πράκτωρ με τα πόδια ανοιχτά;»
«Ίσα μωρή λινάτσα που θα μας πεις και χαφιέδες! Η Γιολάντα το μουνί της το πουλάει, δεν το μισθώνει σα να ‘ναι τρίκυκλο!» πετάγεται η ξανθιά.
«Ποια είναι η Γιολάντα;» κάνω έκπληκτος.
«Εγώ ρε όρνιο!»
«Ενδιαφέρον!» διαπιστώνω μετά από ώριμη σκέψη.
«Λοιπόν, έμαθες τι καπνό φουμάρω, κοπάνα την από σιγά-σιγά γιατί θα πιάσουμε κορέους», λέει η Γιολάντα.
«Σωστή αντιμετώπιση, λάθος εκτίμηση», την πληροφορώ.
«Δηλαδή;»
«Δε με καίει ιδιαίτερα η δουλειά του καθενός –προτιμώ να ακούω πονεμένες ιστορίες».
«Ο λόγος;»
«Κάνω συλλογή, κάποτε θα τις γράψω σε βιβλίο και θα γίνω διάσημος. Μόνο μην περιμένεις ποσοστά επειδή έχω το κουσούρι να ξεχνάω εύκολα».
Γελάει κοιτάζοντας πέρα μακριά.
«Τι θέλεις τώρα ρε πιτσιρίκο;»
Χαμογελάω με τη σειρά μου περιμένοντας, έχω ανάγκη ν΄ακούσω την ιστορία της για να ξεχαστώ λίγο από τα δικά μου.
«Αν ήρθες για ν΄ακούσεις μαλακίες περί της ανάγκης που με έσπρωξε στο επάγγελμα, άρρωστες μανάδες και λοιπά κουλά –ξέχασέ το. Αυτά τα φυλάω για τους πελάτες, δεν τα σπαταλάω στο τζάμπα. Όμως μπορώ να σου πω ότι έπιασα ένα σπιτάκι εδώ στη γειτονιά, ήσυχα πράγματα, δέχομαι λίγους κι εκλεκτούς για να μη γίνω βούκινο –οι υπόλοιποι… Υπάρχει και επαγγελματική στέγη. Θες τώρα να μάθεις πως αντέχω και άλλα τέτοια ανθρωπιστικά;»
«Μπα –όχι ιδιαίτερα. Για να δουλεύεις πάει να πει ότι τα καταφέρνεις, αλλιώς θα γινόσουνα αποκλειστικής χρήσης».
Γελάει.
«Καλά το είπες», συμφωνεί. «Δουλεύω, τα καταφέρνω, κονομάω όμορφα κι ωραία, σε λίγα χρόνια θα βγω στη σύνταξη. Τίποτα άλλο;»
«Ναι. Τι κάνεις εδώ μέσα –αυτή ήταν η αρχική ερώτηση».
Ανάβει ακόμα ένα τσιγάρο.
«Πίνω τη μπύρα μου, εσύ τι νομίζεις ότι κάνω;»
«Ψάχνεις, αυτό νομίζω. Το θέμα όμως είναι ‘τι ψάχνεις’;»
«Τι θα μπορούσα να βρω σ΄αυτό το κωλοχανείο;»
«Διάφορα. Μικροπωλητές φτηνών συγκινήσεων, σούφρες περιπτέρων, διάσημους καλλιτέχνες μετά θάνατον ή ευκαιριακούς πεινάλες του σεξ».
Γελάει.
«Τα έχω δει όλα αυτά, πες μας κάτι καινούργιο».
«Λοιπόν, τι άφησα απέξω; Μα φυσικά τα άτομα υπό κατεδάφιση».
«Εδώ είσαι –το ΄πιασες τελικά».
«Για λέγε –μπας και τον ξέρω».
«Κάποιος Γιάννης, μακρύ μαλλί, γαμψή μύτη, αδύνατος, μουσάκι…»
«Ο Γιάννης ο Σπέις!»
«Δεν ήξερα ότι τον λέτε έτσι, αλλά μάλλον γι΄αυτόν πρόκειται –του ταιριάζει το παρατσούκλι».

Ο Γιάννης ο Σπέις, από τα παλιότερα φέρετρα του μαγαζιού –όταν εγώ έπαιζα βώλους εκείνος κράταγε σουίτα ρεζερβέ στην Ασφάλεια. Λέγανε ότι το νταραβέρι ξεκίνησε από τη χούντα, πρώτη φορά τον μαγκώσανε κάπου στην Πλάκα, μαζί με αλλοδαπούς χίππηδες τίγκα στα τριπ. Ήτανε 16, μπορεί και μικρότερος. Δεν πρόλαβε να αποφοιτήσει από τον Κορυδαλλό και τον ξανατσιμπήσανε πέριξ της Νομικής, το ’73. Από τότε του ΄μεινε η στάμπα ανεξίτηλη, πιάνανε χάπια στο αεροδρόμιο –τον Γιάννη μπουζουριάζανε, καιγόταν αμερικάνικο αμάξι στην παραλία –ο Γιάννης ανακρινόταν. Ωραίο παιδί. Μέχρι που τον σακατέψανε οι ασφαλίτες της μεταπολίτευσης –κατάντησε να τον κουβαλάει η μάνα του με κούρσα στου Μπιλ, 500 μέτρα απόσταση από το σπίτι του αλλά δεν μπορούσε ούτε τόσα να περπατήσει. Είχε κάψει και φλάντζα από τα ψυχεδελικά πέρα-δώθε, έλεγε ότι σε κάποιο ταξίδι παράτησε τη μισή ψυχή του και από τότε ψάχνει για να την ξαναβρεί. Εγώ πάλι νομίζω ότι τον σαλτάρανε οι μπάτσοι από την πολλή πίεση –τέλος πάντων.

«Τι τον θέλεις εσύ το Γιάννη;» ενδιαφέρθηκα να μάθω.
«Δικός μου λογαριασμός μικρέ. Ξέρεις που θα τον βρω;»
«Κι αν ξέρω τι κερδίζω;»
«Ότι γουστάρεις. Η Γιολάντα είναι καλή γι΄αυτούς που είναι καλοί με τη Γιολάντα!»
«Καλά ‘νταξει –αυτά μας τα’παν κι άλλοι!»
«Αυτό που δε σου είπαν οι άλλοι είναι ότι θα χαρεί πολύ να με δει ο Γιάννης επειδή είμαι το κορίτσι του».
«Ναι ε; Τότε άντε βρες τον και η πίπα δώρο του καταστήματος», λέω φουρκισμένος όσο σηκώνομαι να φύγω.
«Κάτσε ρε πουτσοκέφαλο! Αφού σου λέω πως έχει η κατάσταση, γιατί δε βοηθάς δηλαδή;»
Σκύβω πάνω της.
«Επειδή ο Γιάννης που ξέρω εγώ, έχει τόση σχέση με κορίτσια την τελευταία δεκαετία, όση σχέση έχουν τα βαρελότα με τα διαστημόπλοια –γι΄αυτό».
Κατεβάζει μια ξεγυρισμένη συννεφιά στη φάτσα, δε λέει τίποτα. Οπότε γυρίζω πλάτη και απομακρύνομαι, τζάμπα κόπος.
«Έλα δω –κάτσε», στριγκλίζει.
Έρχομαι εκεί –κάθομαι. Και περιμένω.
«Γνώρισα τον Γιάννη χρόνια πριν – καλοκαίρι στην Κρήτη, είχανε στήσει κάτι σαν κοινόβιο, χρειαζόσουν χάρτη για να το βρεις και σκοινί για να το πλησιάσεις. Ωραία παιδιά, ζωντανά πολύ! Εγώ μόλις είχα ξεμπλέξει από δύσκολες προσωπικές καταστάσεις, ήμουνα Ρέθυμνο με κάτι φίλους, έμαθα για το κοινόβιο –πήγα. Έμεινα εκεί όλο το καλοκαίρι και το μισό φθινόπωρο, τότε έφυγε ο Γιάννης…»
«Και σε πήρε μαζί του».
«Καμιά σχέση. Έφυγε και με ξέχασε πίσω -εμένα, ένα φορητό πικ-απ και μισό κιλό φούντα καλαματιανή βου διαλογής. Καλή δικαιολογία να τον ψάξω στην Αθήνα, για να του επιστρέψω τα υπάρχοντά του –έτσι; Τότε υπήρχαν 5-6 μαγαζιά που συχνάζανε οι γιεγιέδες, δεν ήταν δύσκολο να τον ξαναβρώ. Αλλά δεν του επέστρεψα τα πράγματά του επειδή εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου –δεν είχε που να πάει, τον έψαχνε και η μπατσαρία…»
«Τότε δεν εξασκούσες τη φάμπρικα δηλαδή;»
«Μην είσαι κορόιδο μικρέ! Είμαι στο κουρμπέτι από τα δεκάξι και το Γιάννη τον συνάντησα όταν κόντευα να τριανταρίσω. Αλλά εντάξει, ήταν φρη τύπος, δε μ’ ενοχλούσε δεν τον ενοχλούσα. Μέχρι που μας προκύπτει μεγάλος έρωτας».
Κάθομαι αναπαυτικότερα, για να απολαύσω το ζουμί.
«Πρώτη φορά το έπαθα και τελευταία στο ορκίζομαι! Την είδα μαζί του τρελή κι απεγνωσμένη, με πιάσανε κάτι ηθικοπλαστικά της συφοράς –δεν ήθελα να με αγγίζουν άλλοι εκτός απ΄αυτόν… Μέγα δράμα!»
«Κι ο Γιάννης;»
Γελάει μόνη της.
«Ο Γιάννης δεν ήτανε ποτέ από δω, περαστικός βρέθηκε στη γη, αστροναύτης. Του έλεγα τις μαλακίες μου, να κόψω τη δουλειά, να φτιαχτούμε παρέα στο πιο μόνιμο, να βρούμε κάτι να ζούμε…. Δεν θα ξεχάσω πως με κοίταγε –σαν τσίχλα κολλημένη σε σκαρπίνι, έτσι ένιωθα, δεν θα το ξεχάσω. Σε δυο μέρες τον βουτήξανε οι μπάτσοι –μεγάλη μαλακία, καρφωτή είπαν. Πήγα να τον δω στην προφυλάκιση, δε με δέχτηκε. Έκανε τρεις μήνες μέσα, μετά τον αφήσανε, αλλά δεν έδωσε σημεία ζωής. Τον πέτυχα στο Σκάιλαμπ μια άσχημη νύχτα –έκανε τον Γερμανό, κανονικά. Που σε ξέρω, που σε είδα –τέτοια στάση».
«Εντάξει, έκλαψα πάλι κι ευχαριστώ που μοιράστηκες μαζί μου το δράμα σου. Αλλά αν είναι έτσι τα πράγματα, πες μου ένα λόγο για να σε πάω στον Γιάννη. Εννοώ –έχεις φάει κάποιο φτύσιμο, γιατί λοιπόν….»
«Επειδή πεθαίνω ρε μαλάκα. Γι΄αυτό».
Την κοιτάζω. Έχω δει διάφορες υστερίες από γκόμενες, αλλά δε μου μοιάζει με τέτοια η φάση εδώ πέρα.
«Πως πεθαίνεις δηλαδή; Κανονικά και στο ανάσκελο; Έχεις κάνει καμιά συμφωνία με τον Άγιο Χάρο;»
Γελάει πάλι.
«Έτσι ακριβώς όπως το είπες. Πριν δυο μήνες πέσανε και οι σχετικές υπογραφές σε μικροβιολογικό εργαστήριο –Έιτζ, αν έχεις ακουστά».
Ξύνω το κεφάλι μου, βέβαια και έχω ακούσει. Κάτι μαϊμούδες λέει από την Αφρική αναπτύξανε αυτόν τον περίεργο ιό, μετά πέρασε στους ανθρώπους –πως έγινε αυτό; Ξέρω΄γω; Ή μας περνάνε για μαλάκες ή οι Αφρικάνοι πηδάνε μαϊμούδες. Το θέμα είναι ότι μεταδίδεται με το σεξ και τις βελόνες, αν υπάρχει επαφή αίμα με αίμα –τα ξέραμε όλα αυτά αλλά τα γράφαμε κανονικά. Κάποιοι βάλθηκαν να μας πλαστικοποιήσουν το πήδημα, έτσι την είχαμε δει την υπόθεση.
«Και δηλαδή πως πάει αυτή η ιστορία;» απορώ.
«Συνήθως οι γυναίκες είναι μόνο φορείς, δεν αρρωσταίνουν –αλλά εγώ ανήκω στις εξαιρέσεις, όπως πάντα!» γελάει σιγά. «Το θέμα είναι ότι γαμιέται το ανοσοποιητικό σου σύστημα, στο πρώτο κρυολόγημα να πούμε λιώνεις σαν παγωτό γρανίτα. Και μετά ψοφάς».
«Καλή φάση ακούγεται! Αλλά ρε αδερφούλα, εσύ μου είπες ότι δουλεύεις ακόμα. Δηλαδή πως την είδες; Περάστε από το κατάστημά μας να σας κολλήσουμε;»
Ξεκαρδίζεται.
«Κάπως άσχετο σε κόβω. Δεν ξέρεις ρε ότι η δουλειά γίνεται μόνο με καπότα;»
«Α, γι΄αυτό τις έχουν τις καπότες; Κι εγώ που νόμιζα ότι είναι μόνο για μπουγέλα στην εξαήμερη!» γουρλώνω τα μάτια.
«Σωστός ο κανίβαλος», μονολογεί η Γιολάντα. «Λοιπόν τι θα γίνει τώρα; Θα μου πεις που είναι ο Γιάννης;»
«Άραξε στα κυβικά σου! Θα πάω να τον ρωτήσω κι αν θέλει…»
Της γυρίζει το μάτι ανάποδα.
«Και τότε γιατί με έβαλες να σου τα πω ρε κερατά;»
«Επειδή, πρώτον ήθελα να δω αν αξίζει τον κόπο να πάω να τον βρω. Δεύτερον, μου αρέσουν οι πονεμένες ιστορίες, όπως σου είπα. Και τρίτον…»
«Τι ‘τρίτον’;»
«Τρίτον, γενικά –ξέρω ΄γω; Σε όλες τις σοβαρές τοποθετήσεις υπάρχει ‘τρίτον’».
Δεν προλαβαίνω να αποφύγω τα πατατάκια που μου σκάνε κατάφατσα, τινάζομαι να σενιαριστώ κάπως και φεύγω –κύριος. Καιρό έχω να δω τον Γιάννη τον Σπέις, έχει κόψει και τις βόλτες στου Μπιλ απ΄ότι έχω μάθει.

Το σπίτι του είναι πιο θλιβερό κι από κηδεία μικρού παιδιού. Ένας κήπος βομβαρδισμένος από την ξηρασία, αραχνιασμένα πατζούρια και μυρωδιά αποσύνθεσης –έπρεπε να φέρω κατευθείαν τη Γιολάντα, μια χαρά θα της καθόταν το σκηνικό. Πριν χτυπήσω κουδούνι, παγώνω.
«Γιατί ήρθες;» ακούγεται η φωνή από το πουθενά.
«Θέλω τον Γιάννη», ψελλίζω.
«Τι να τον κάνεις;»
«Έχω κάτι να του πω…»
«Δεν έχεις τίποτα να του πεις και δεν θέλει να σ’ακούσει. Φύγε!»
Κοιτάζω τριγύρω, έχω αρχίσει να πατάω καλύτερα τώρα.
«Κόψε ρε τις μπούρδες κι έλα να σου πω!» φωνάζω.
«Πες το από εκεί που είσαι».
Κοιτάζω τριγύρω –μαύρη ερημιά. Σηκώνω το κεφάλι, τα παράθυρα του πάνω ορόφου κλειστά. Κάνω δυο βήματα πίσω.
«Μάγκα, έχω κάτι σοβαρό -νομίζω. Αν θες, έλα να στο πω. Αλλιώς την κοπανάω επιτόπου και μεταφέρω τη λυπητερή στο πρόσωπο».
«Πρόσωπο;»
Χαμογελάω –πάντα πιάνει αυτό το κόλπο, ακόμα κι όταν είναι αλήθεια. Πετάγομαι όμως επιτόπου σα σούστα, επειδή τον βλέπω να ξεκολλάει, σκέτη μέδουσα, μέσα από μια ερειπωμένη αποθηκούλα –πενήντα μέτρα πιο κει.
«Πως την έχεις δει ρε πούστη; Το φάντασμα της όπερας;» μουρμουρίζω.
«Τι κάνεις; Καιρό έχουμε να τα πούμε», χαμογελάει τώρα απέναντί μου με τα χέρια σταυρωμένα. «Θες να περάσεις μέσα;»
Ανοίγει την κεντρική πόρτα κι ακολουθώ σφυρίζοντας -«τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το κιβούρι». Αράζουμε στο στοιχειωμένο χωλ του στοιχειωμένου σπιτιού κι ακούμε στοιχειωμένους θορύβους από τριγύρω.
«Που είχες χαθεί τόσον καιρό;» ρωτάει φιλικά.
«Ρε Σπέις μη με φρικάρεις γαμώτο! Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τη σχιζοφρένειά σου, αλλά όταν γίνεσαι φιλόξενος οικοδεσπότης με πιάνει πανικός!»
Δείχνει ειλικρινά να απορεί –δε θα βγάλουμε άκρη σήμερα.
«Ήρθε η Γιολάντα», λέω.
Με κοιτάζει αμίλητος –δεν πάω και στοίχημα ότι κατάλαβε.
«Και θέλει να σε δει, να σου μιλήσει –κάτι τέτοιο…»
Μια πόρτα κοπανάει στο άσχετο κάπου ψηλά, ο Γιάννης εξακολουθεί να με κοιτάζει ήσυχα.
«Είπα λοιπόν ότι θα σε ρωτήσω κι αν θέλεις…»
Ξαφνικά σηκώνεται, ανοίγει ένα μπαούλο κι αρχίζει να ψάχνει μανιωδώς. Αλλά δεν έχει φροντίσει να ανάψει φώτα –περιμένω να δω που θα καταλήξει η υπόθεση.
«Λοιπόν τι λες;» ρωτάω.
Περιέργως βρίσκει αυτό που ψάχνει στο μπαούλο, δεν μπορώ να δω τι ακριβώς είναι –δε με νοιάζει κιόλας. Σηκώνομαι, τον πλησιάζω μπας και θυμηθεί ότι υπάρχω.
«Κοίτα –επειδή σήμερα κάπως βιάζομαι, πολλές δουλειές, υποχρεώσεις, με περιμένουν και σε μια δεξίωση… καταλαβαίνεις. Τι να πω στη Γιολάντα; Να έρθει, ναι ή ου;»
«Να μην έρθει», απαντάει σιγά.
Σηκώνω τους ώμους.
«Όπως γουστάρεις. Μου είπε ότι πεθαίνει –δεν ξέρω αν επηρεάζει πουθενά…»
«Και τι μ΄αυτό; Όλοι πεθαίνουμε –δεν το πήρες μυρωδιά;»
«Ναι… φιλοσοφικώς κι έτσι… Είναι κι αυτή η κλεισούρα –κάτι κατάλαβα… Αλλά εκείνη επιμένει».
«Για ποιο πράγμα;»
«Για το ότι πεθαίνει –είναι αμετάπειστη. Έχει και χαρτί γιατρού, με σφραγίδες κι απ΄όλα».
«Την έκοψες δηλαδή για σοβαρή;» ρωτάει με κλειστά μάτια.
«Σοβαρή, δε νομίζω. Πεθαμένη όμως –στα σίγουρα».
«Τότε εντάξει. Πες της να’ρθει –το ήξερα άλλωστε».
«Τι ήξερες ρε Σπέις;»
«Ότι κάποια μέρα θα τη θάψω μόνος μου».
«Αυτό θα πει ‘σχέση με προοπτικές’!» θαυμάζω.
Και βιάζομαι να την κοπανήσω πριν αλλάξει γνώμη.

Αλλά, σαν καλός άνθρωπος που είμαι, προσφέρομαι να κουβαλήσω τη Γιολάντα με τη μηχανή μέχρι το σπίτι του. Κι έτσι τη νιώθω να βαραίνει στη διαδρομή –όσο πλησιάζουμε μετατρέπεται σε απολιθωμένο κούτσουρο.
«Κατέβα, εδώ είναι», λέω.
«Ευχαριστώ ρε μικρέ», μουρμουρίζει και μου σκάει ένα μουδιασμένο φιλί κατεβαίνοντας. Τώρα αυτό είναι καλό ή κολλάει και με το φιλί η αρρώστια; Δε γαμιέται!
Μένω να τη χαζεύω όσο μπαίνει στον ρημαγμένο κήπο, ο Σπέις ξεκολλάει από την πόρτα του σπιτιού, την πλησιάζει και πιάνονται χέρι-χέρι. Καθώς βαδίζουν προς το σπίτι εκείνη γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του. Κι από απέναντι απορώ πως γίνανε έτσι τα πράγματα, που μέχρι κι ο Σπέις κονόμησε γκόμενα, μόνο εγώ έμεινα ρέστος. Θα μου πεις –γκόμενα ετοιμοθάνατη. Αλλά «όλοι πεθαίνουμε, δεν το πήρες μυρωδιά»; Σωστός ο Σπέις.

Είμαι τώρα εντελώς ψημένος να πάω να την ψάξω, να τη βρω, να τη δω –αλλά αυτό και μόνο αποτελεί σοβαρό λόγο να μην το κάνω. Περνάω έξω από το μαγαζί του Μπιλ χωρίς να σταματήσω, αρκετές καλές πράξεις έκανα για σήμερα. Ανηφορίζω λοιπόν προς τη λεωφόρο για να βρω την υπόλοιπη παρέα –ο πνιγμένος από τα μαλλιά τους πιάνεται.

Δεν αργώ να τους εντοπίσω, είναι όλοι τους αραχτοί στην ταράτσα του Τάκη –Ευθύμης, Αλέξης και φυσικά Πέτρος –με υποδέχονται αλαλάζοντας σαν ερυθρόδερμοι.
«Τι γίνεται μεγάλε; Που χάθηκες; Μίλησέ μας λίγο για σένα –τι ετοιμάζεις; Κάποιο καινούργιο δίσκο, περιοδείες στην επαρχία, εμφανίσεις σε μαγαζί;» με πλαγιοκοπεί συνωμοτικά ο Ευθύμης.
«Όχι άλλη επαρχία! Έλεος! Όχι τον αράπη γιατρέ μου! Όχι τον αράπη!» βογκάει ο Τάκης και σωριάζεται από την καρέκλα του δήθεν σφαδάζοντας.
Πιάνω μια μπύρα από το φορητό ψυγειάκι, στο ραδιόφωνο βαριαναστενάζει ο Αρ Οου Σι Κέι –ROCK- Κώστας Μυλωνάς, ακουμπάω στα κάγκελα ανάβοντας τσιγάρο.
«Τα χάλια σου έχεις», παρατηρεί ο Πέτρος.
«Ξέρεις γιατί;» ενδιαφέρομαι να μάθω.
«Όχι αλλά θα μου πεις, δυστυχώς».
«Επειδή όλοι πεθαίνουμε –δεν το πήρες μυρωδιά;» γελάω.
«Τι είναι αυτό πάλι;» απορεί.
Έτσι τους λέω την πονεμένη ιστορία της Γιολάντας και του Σπέις ενώ το ραδιόφωνο παίζει Μπαντ Κόμπανι, «Έτοιμος γι΄αγάπη» και άλλες αηδίες. Μένουν σιωπηλοί όταν τελειώνω.
«Υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα σε όλο αυτό», διαπιστώνει ο Τάκης.
«Για ρίχτο!»
«Ότι όλοι πρέπει να ψαχτούμε για Έιτζ ρε μαλάκες!» λέει εκείνος.
«Μπάστα! Εγώ τώρα μόλις ξεμπέρδεψα τη θεραπεία με τα κονδυλώματα!»διαμαρτύρεται ο Πέτρος.
«Και τι θα πει αυτό; Δεν ξαναγάμησες από τότε;» ρωτάει ο Τάκης.
«Ναι αλλά…» μπερδεύεται ο Πέτρος.
«Εγώ πάντα χρησιμοποιώ προφυλακτικό!» πετάγεται ο Αλέξης.
«Προφυλακτικό;» αναρωτιέμαι.
«Την καπότα εννοεί», μου εξηγεί ο Τάκης.
«Πλάστικ Πάσιον», προσθέτει ο Κιουρίστας Πέτρος.
«Κι εγώ ρε μάγκες!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Τι κι εσύ; Προφυλακτικό;»
«Ναι πάντα! Αλλά δε γαμάω ιδιαίτερα, γι΄αυτό το χρησιμοποιώ όταν τραβάω μαλακία –για να μη λερώνω», μας διαφωτίζει.
«Σωστός!» επικροτούμε με μια φωνή.
«Εθελοντές αιμοδότες!» πετάγεται ο Πέτρος.
«Μπα, όχι… Δεν έχει τύχει να πηδήξω κανέναν τέτοιο…» μουρμουρίζει σκεφτικά ο Τάκης.
«Μα τι μαλάκας! Εμείς θα γίνουμε εθελοντές αιμοδότες! Έτσι θα κάνουμε τζάμπα εξέταση για Έιτζ!» εξηγεί ο Πέτρος.
«Σωστός ο καμπούρης!» επικροτεί ο Τάκης.
Συμφωνώ μαζί τους, είναι κι αυτή μια κάποια λύση.
«Που θα πάτε να δώσετε αίμα;» ρωτάει ο Ευθύμης.
«Έχω δει ένα βανάκι του Ερυθρού Σταυρού στα Προπύλαια…» λέω.
«Να’ρθω κι εγώ;»
«Έλα ρε μεγάλε Τιμ –είναι καλό πράμα να δίνεις αίμα».
«ΟΚ, μέσα τότε!» χαίρεται αλλά μετά δείχνει να το σκέφτεται. «Δε γίνεται ρε! Εγώ είμαι ήδη αιμοδότης, δίνω δυο φορές το χρόνο με την ομάδα!»
Γελάμε –τι άλλο να κάνουμε;
Ο Αρ Οου Σι Κέι μιλάει με κάποια ακροάτρια, έχει πάρει το βραχνό και γλυκερό του υφάκι, την τσακίζει στα «καλή μου» και τα «γλυκιά μου» -περιμένουμε πότε θα αρχίσει τις πατρικές παπαριές του σαβουρογάμη.
«Το ροκ είναι έρωτας καλό μου κορίτσι», λέει ο Αρ Οου –όλοι σωπαίνουμε. «Η επανάσταση αρχίζει από μέσα μας, δε μας νοιάζουν οι γνώμες του κόσμου…»
«Τώρα θα το γυρίσει σε φιγούρα», επισημαίνει ο Πέτρος.
«Να σου πω μια προσωπική μου εμπειρία;» μας ανταμείβει ο Αρ Οου. «Είχα πάει με μια κοπελιά στη συναυλία των Ζέπελιν –πόσων χρονών είσαι εσύ;»
«Ξηγήσου μεγάλε Αρ Οου!» παροτρύνουμε.
«Δεκαέξι, η καλύτερη ηλικία!» πανηγυρίζει ο Αρ Οου.
«Θα φας καλά χαμούρη!» κάνει ο Τάκης.
«Τόσο ήταν περίπου κι εκείνη», σχολιάζει εντελώς προβλέψιμα ο Αρ Οου. «Ήμασταν που λες στο Γουέμπλεϊ στη συναυλία των Ζέπελιν και με τραβάει η κοπελιά με το ζόρι στις τουαλέτες!»
«Ήθελε να σε κλάσει κι έψαχνε το κατάλληλο μέρος!» σχολιάζει ο Πέτρος.
«Και μου λέει ότι θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου επιτόπου! Επειδή αυτή η διονυσιακή μουσική των Ζέπελιν την αναστάτωσε –ούτε ναρκωτικά, ούτε τίποτα –μόνο η ροκ μουσική!» πανηγυρίζει ο Αρ Οου.
«Γάμα τες όλες Αρ Οου!» ουρλιάζει ο Ευθύμης.
«Δείξε τους τον δρόμο της ροκ!» συνεχίζει ο Τάκης.
«Και μην ξεχάσετε να τραβήξετε το καζανάκι», επισημαίνει ο Πέτρος.
«Ρε παιδιά, λέτε να γαμάει καθόλου ο Αρ Οου;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Την παλάμη του και αν…» απαντάει ο Πέτρος.
Συμφωνούμε όλοι απολύτως.

«Δεν κάνουμε καμιά καταδρομική;» προτείνει ο Αλέξης.
«Σε τι φάση;» ρωτάει ο Τάκης.
«Η νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών –τι άλλο;» απαντάει ο Αλέξης.
«Πάλι με το πουλί στο χέρι θα καταλήξουμε», προβλέπει ο Πέτρος.
«Όχι ηττοπάθειες στρατιώτη!» αγανακτεί ο Αλέξης.
«Τσούζει ακόμα, έτσι;» μου σφυράει στο αυτί ο Τάκης.
«Τι πράγμα;» το παίζω παγώνι κανονικά εγώ.
«Λοιπόν –θα βγάλω εγώ πορεία σήμερα», ανακοινώνει ο Τάκης.
«Έχεις τίποτα στο μυαλό σου;» ρωτάει ο Αλέξης.
«Κι εσένα τι σε νοιάζει; Νευροχειρούργος την είδες;» γελάει ο Τάκης.
Κατεβαίνουμε ποδοβολώντας ενώ ο Πέτρος με τον Ευθύμη έχουν πιάσει το τραγούδι αγκαλιασμένοι σα μεθυσμένοι ναύτες –«Τάκη Τάκη αρχηγέεεε/ δωσ’ το σύνθημα εσύ/ κι η χαρά θ’αναστηθεί!»
Παραθυρόφυλλα ανοίγουν και κλείνουν απότομα, η γειτονιά μας χαιρετάει με σφιγμένα δόντια ως συνήθως. Φτιάχνουμε κάποιο κομβόι με το χάρβαλο τζιπάκι του Αλέξη στη μέση και τις μηχανές μπρος-πίσω, σε στυλ πολύ επιβλητικό. Ο Ευθύμης ξεμένει συνέχεια τελευταίος -επίτηδες -μετά γκαζώνει, μας προσπερνάει όλους μέσα σε ζητωκραυγές και ξανακόβει για να βρεθεί πάλι στο τέλος.

Οι δρόμοι αλλάζουν μυρίζοντας σκουπίδια και ποτισμένο γρασίδι, η θάλασσα είναι πλέον κοντά αλλά δεν τη βλέπουμε, πλευρίζω τον Τάκη.
«Που πάμε;» ρωτάω.
«Εκεί που θέλεις ρε παλιοπούστη», γελάει.
Μάλιστα. Και πού θέλω;

Κάνουμε ένα γρήγορο πέρασμα από την πλατεία Νέας Σμύρνης, ο Ευθύμης αποφασίζει να τραβήξει κάποια σούζα, εντελώς αποτυχημένα. Γελάμε πολύ και τον περνάμε φουριόζοι για να τον ξεφτιλίσουμε ακόμα περισσότερο.
«Με βρήκατε σε αδυναμία καργιόληδες!» φωνάζει από πίσω μας.
Και ευτυχώς που φτάνουμε στον τελικό προορισμό, επειδή κάτι τέτοιες φάσεις καταλήγουν με μαθηματική ακρίβεια σε κολοσσιαίες σαβούρδες. Παρκάρουμε έξω από το «διαθέτουμε και κήπο» μπαρ, Ακροβάτισσα. Κι εγώ ιδρώνω ελεγχόμενα.
«Γουστάρεις;» κοροϊδεύει δίπλα μου ο Τάκης.
«Αποκλείεται να είναι», λέω.
«Ρε κορόιδο δεν ήρθαμε γι΄αυτήν. Για παράπλευρο τσεκάρισμα ήρθαμε –σύνελθε!»
Εύκολη λέξη, δύσκολη εκτέλεση.

Αρπάζουμε ένα τραπεζάκι παραλιακό, πάει να πει με πανοραμική θέα στο εσωτερικό του μαγαζιού και στον κήπο –στοιβάζουμε τα κράνη σε στυλ «τύμβος του Μαραθώνος» και απλωνόμαστε.
«Μπράβο δικέ μου! Πολύ ωραίο μαγαζί –που το ξετρύπωσες;» επικροτεί ο Αλέξης.
«Και που να δεις τις γκαρσόνες!» του ψιθυρίζει οΤάκης.
Έχει δίκιο. Πριν ανάψω τσιγάρο μας πλευρίζει μια αέρινη τύπισσα, μακρύ σγουρό μαλλί, μακριά ίσια πόδια, μακρύ κορμί γενικώς και μηδέν βυζί ειδικότερα. Έχει μια φάτσα να ονειρεύεσαι –φοβερή κατάσταση.
«Τι θα πάρετε;» ρωτάει.
«Εσένα», ξεφεύγει του Τάκη.
«Δεν είμαι προς πώληση», χαμογελάει η γκαρσόνα.
«Τι ‘πώληση’ και αηδίες; Εδώ μιλάμε για παπά, κουμπάρο, νυφικά… τέτοιο σκηνικό», διαμαρτύρεται ο Τάκης.
«Καλά. Να σας φέρω καμιά μπύρα μέχρι τότε;» ρωτάει η σερβιτόρα.
«Και δε μας φέρνεις; Εγώ πάντως θα σε παντρευτώ όπως και να’χει!» επιμένει ο Τάκης.
«Άμστελ ή Στέλλα;» αδιαφορεί πλήρως η γκαρσόνα.
«Τι είναι η Στέλλα; Έχει και κοπέλες το μαγαζί;» πετάγεται ο Ευθύμης.
«Πέντε Στέλλα Αρ-του-ά!» επεμβαίνει ο Αλέξης.
«Δηλαδή τώρα θα πιούμε μπύρα με γυναικείο όνομα;» αναρωτιέται ο Ευθύμης όταν φεύγει η γκαρσόνα. «Πως λέτε να είναι;»
«Σα μπύρα –πως αλλιώς;» απορεί ο Αλέξης.
«Σα γυναικείο κάτουρο», λέει ο Πέτρος.
«Μη με φτιάχνεις τώρα!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Φτιάχνεσαι με το γυναικείο κάτουρο;» ρωτάει ο Τάκης.
«Με οτιδήποτε γυναικείο!» απαντάει ο Ευθύμης.
«Ναι, εντάξει. Αλλά κάτουρο;» ξαναπορεί ο Αλέξης.
«Γιατί; Τι κακό έχει το κάτουρο;» κοντράρει στην απορία ο Ευθύμης. «Από μια χαρά μέρος βγαίνει!»
«Εντάξει, αν είναι να το βλέπω την ώρα που βγαίνει φτιάχνομαι κι εγώ», συμφωνεί ο Πέτρος.
«Μη με στέλνεις τώρα!» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Οι μπύρες σας παιδιά», εμφανίζεται σαν ξωτικό η γκαρσόνα πάνω από τα κεφάλια μας.
«Στέλλα είναι;» ρωτάει ο Ευθύμης.
«Αυτό δεν παραγγείλατε;»
«Και από τι φτιάχνονται;» συνεχίζει ο Ευθύμης.
«Από ότι και οι υπόλοιπες μπύρες», λέει επιφυλακτικά η γκαρσόνα.
«Όχι –επειδή αυτές έχουν γυναικείο όνομα… γι΄αυτό ρωτάω».
«Ε και;»
«Αυτό είναι το θέμα. Γιατί έχουν γυναικείο όνομα;» χαμογελάει αγωνιωδώς ο Ευθύμης.
«Επειδή είναι βολικά τα μπουκάλια τους για να μαλακίζονται οι γυναίκες –τι θες τώρα;» τσιτώνει η γκαρσόνα.
«Μη με φουντώνεις τώρα!» εκλιπαρεί ο Ευθύμης.

Ο Τάκης την έχει σταμπάρει από την ώρα που ήρθαμε, επειδή ο Τάκης διαθέτει μάξιμουμ εντοπιστική. Ελέγχει συνέχεια προς το μέρος που κάθεται με την παρέα της –σε κάποια φάση τον πιάνω, κάλλιο αργά παρά αργότερα.
«Παίζει κάτι που μας ενδιαφέρει;» σφυράω ψευτοαδιάφορα.
«Όχι ‘κάτι’. Κάποια», λέει.
Κοιτάζω προσεκτικότερα, 7-8 άτομα παρέα μέσα, στο μαγαζί κι ανάμεσά τους η Αριάδνη.
«Μόνη;» τον ρωτάω, δείχνοντας με το κεφάλι.
«Κατά κει το κόβω», απαντάει.
«Πας, πάω ή πάμε;» αναρωτιέμαι.
«Τσ, τσ, τσ, αδιακρισίες!» στραβώνει το στόμα.
«Παίξε μπάλα σακάτη!» ανακοινώνω ξεκινώντας να σηκώνομαι.
Αλλά με κρατάει πίσω.
«Τέλειωσε τη μπύρα σου», προτείνει.
«Ο λόγος;» απορώ.
«Αν δεν την τελειώσεις πως θα πας στο μπαρ να πάρεις άλλη;» αναρωτιέται.
«Σε στυλ ‘περνούσα εντελώς τυχαία και ωωω, τι ευχάριστη έκπληξη’;»
«Μέσα είσαι –να μη μας περάσουν και για λιγούρια».
«Επειδή και καλά δεν είμαστε!»
«Είμαστε. Αλλά δεν το δείχνουμε ρε ηλίθιε!»
Ακολουθώ κατά γράμμα τις οδηγίες του.

Ο καλογυμνασμένος με κόβει υποτιμητικά από την άλλη άκρη της μπάρας πριν καταδεχτεί να με πλησιάσει.
«Μια μπύρα», λέω.
«Τι μπύρα;» ρωτάει.
«Απ΄αυτές με τον αφρό», απαντάω.
Μου γυρνάει τον κώλο και βάζει ένα ποτήρι βαρελίσια. Μετά το σβουρίζει στον γυαλιστερό πάγκο, κάνω το μαλάκα αφήνοντάς το να περάσει μπροστά μου και στρίβω τη στιγμή που κιτρινίζει ο μπάρμαν προβλέποντας σκούπισμα-σφουγγάρισμα. Το σώζω στο φτερό και έχω μια καλή δικαιολογία να κοιτάζω προς την παρέα της –μου δίνω κρυφά συγχαρητήρια.
Όταν κοιταζόμαστε ζορίζεται κάπως αλλά χαμογελάει τυπικά. Της κάνω νόημα κι έρχεται, γιατί δεν θέλει να γίνουμε μονόπρακτο μπροστά στην παρέα της.
«Πως από ‘δω;» ενδιαφέρεται δήθεν.
«Ξέρω ΄γω; Έτσι… στο γενικό…» χαμογελάω επίσης.
«Εντάξει τότε», διαπιστώνει.
«Εντάξει; Τι ‘εντάξει’ δηλαδή; Μου δίνεις την άδεια –σα να λέμε;»
Μπλέκει τα δάχτυλά της ανυπόμονα –απ΄έξω βλέπω ότι οι δικοί μου έχουν πάρει γραμμή τη φάση.
«Τι θέλεις τώρα;» μουρμουρίζει νευριασμένη.
«Ξέρεις τι θέλω –μην το παίξουμε για πολλή ώρα το σετάκι…»
«Τα νέα της Άλεξ; Δηλαδή πως την έχεις δει; Δε φτάνει που την παράτησες, έρχεσαι τώρα με υφάκι να μας ανακρίνεις!»
Χαμογελάω.
«Αν θαυμάζω κάτι σε σένα είναι το πόσο γρήγορα τα πιάνεις όλα!» λέω.
«Αντιθέτως με σένα που μόνο να τ’αφήνεις γρήγορα ξέρεις», πετάει το καρφί της.
«Δεν είμαι εγώ το θέμα τώρα», της υπενθυμίζω.
«Ποτέ δεν ήσουν το θέμα και μονίμως γινόσουν! Και γιατί να σου πούμε ρε πούστη στην τελική; Θα μας κάνεις ντα;»
«Δεν είμαι μόνος μου», λέω ντροπαλά. «Έχω και τα παιδιά εκεί έξω –λέγε λοιπόν για να μη γίνουμε Μπιενάλε εδώ μέσα».
Χαμογελάει απειλητικά.
«Έχεις δίκιο. Το χειρότερο που μπορώ να σου κάνω είναι να σου πω –άκου λοιπόν. Την είδα μια φορά στο σπίτι των γέρων της, μας κάλεσε η μαμά της επειδή ανησυχούσε που καθόταν συνέχεια μέσα. Μετά εξαφανίστηκε».
«Τι σου είπε όταν την είδες;»
«Τι να μου πει; Ότι σηκώθηκες κι έφυγες ένα καλό πρωί και ότι έτσι έπρεπε να κάνεις -ιστορίες με αρκούδες! Μετά εξαφανίστηκε».
«Πόσον καιρό;»
«Πάνω από μήνα νομίζω».
«Έφυγες», λέω.
«Δεν κατάλαβες! Έχω κι εγώ να ρωτήσω», κουμπώνει η Αριάδνη.
«Μπράβο σου, βρες τον και ρώτα τον –αλλά αραίωνε τώρα», μουρμουρίζω και γυρίζω πλάτη.
Πάει να με πιάσει από το μανίκι, τραβιέμαι απότομα, χύνω τη μισή μου μπύρα πάνω της.
«Κερασμένη», την καθησυχάζω και πάω να βρω τους άλλους.

«Έβγαλες τίποτα;» ρωτάει αντικαρφωτικά ο Τάκης.
«Ναι –τα μάτια μου», απαντάω.
«Σωστός ο σακάτης!» επικροτεί.

Το μαγαζί έχει σχεδόν γεμίσει, παρέες διάφορες, παρέες αδιάφορες –κάθε καρυδιάς μαζεύεται εδώ μέσα. Η Αριάδνη με τους δικούς της έχουν αποχωρίσει, ανταλλάξαμε κάτι φονικές ματιές στην έξοδο κι αυτό ήταν όλο. Πέτρος-Αλέξης-Ευθύμης κάνουν κόντρα στις βαρελίσιες μονορούφι (το μικρό ποτήρι), έχουν κατεβάσει δυο έκαστος και πάνε για τρίτη.
«Λέω να ανεβάσω τον συντελεστή δυσκολίας», αποφασίζει ο Ευθύμης, τοποθετώντας ένα ποπκορνάκι πάνω στον αφρό της μπύρας του.
«Τα βλέπω και διπλασιάζω», ανακοινώνει ο Πέτρος, τοποθετώντας ένα πατατάκι σα βάρκα και πάνω του το ποπκορνάκι.
Μετά φέρνουν τα ποτήρια στο στόμα ταυτόχρονα και τα αδειάζουν εξίσου ταυτόχρονα.
«Ρε γαμώτο, θα πιούμε τίποτα;» διαμαρτύρεται ο Ευθύμης.
«Που είναι εκείνη η καταπληκτική γκαρσόνα;» αναρωτιέται ο Πέτρος.
«Καταπληκτικήηηηη!» γκαρίζει ψάχνοντάς την ο Ευθύμης.
«Καθίστε –θα φέρουμε εμείς την άλλη γύρα», προθυμοποιούμαι.
Κάνω νόημα στον Τάκη και σηκωνόμαστε.
«Έτσι απλά;» με ρωτάει.
«Πως αλλιώς δηλαδή;» απορώ.
«Ξέρω ΄γω; Την έχω δει περίεργα σήμερα, δύσκολη μέρα…»
«Σκυλίσια ζωή…» σιγοντάρω.
«Μέσα είσαι!» εγκρίνει.
Βγάζω λοιπόν τη ζώνη μου και του την περνάω λαιμαριά. Τον τραβάω από την άλλη άκρη, μπαίνουμε στο μαγαζί.
«Έχεις κόψει τίποτα;» ψιθυρίζω.
«Εκτός από τη γκαρσόνα…»
«Εκτός από τη γκαρσόνα», αποφασίζω.
«Ένα 3-0 ατόφιο δεξιά σου».
Τον σέρνω λοιπόν προς τα κει, όντως τρεις συμπαθητικές αλαφιάζονται βλέποντάς μας.
«Συγνώμη κορίτσια για την ενόχληση», λέω ευγενικά. «Μπορείτε να μου τον προσέχετε για λίγο; Πρέπει να κουβαλήσω κάτι μπύρες και δεν έχω που να τον αφήσω».
«Εεεε…» ξαφνιάζεται εκείνη που είναι πιο κοντά μας.
«Για λίγο ρε κορίτσια, μισό λεπτό μόνο!» διαμαρτύρομαι. «Μην τον φοβάστε, δε δαγκώνει».
Εκείνη τη στιγμή ο Τάκης αφήνει κάποιο ουρλιαχτό πριν αρχίσει να αλυχτάει.
«Κράτα τον, μόνο μη διανοηθείς να τον αφήσεις λυτό», λέω στην κοντινότερη κοπέλα και βιάζομαι να περάσω τη ζώνη γύρω από τον καρπό της.
Μετά την κάνω με αργό βήμα, για να παραγγείλω μπύρες.

«Τι παίζει μέσα;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Κάποια προώθηση», λέω.
«Εμείς πότε μπαίνουμε;» θέλει να μάθει ο Αλέξης.
«Κούλαρε –θα στις στείλουμε πακέτο στο τραπέζι σου», του εξηγώ.
«Καλή φάση», αποφασίζει εκείνος.
Μπαίνω λοιπόν και πλησιάζω τις κοπέλες που κάτι λένε με τον Τάκη.
«Είδατε που ήταν ακίνδυνος τελικά;» χαμογελάω.
«Ναι αλλά γιατί…» πάει να ρωτήσει η μεσαία κοπέλα.
«Δεν σας είπε!» απορώ θεατρικά.
«Όχι», λένε μέσα στην περιέργεια.
«Δεν τους είπες;» κοιτάζω εξοργισμένος τον Τάκη.
«Εεε, δεν πρόλαβα…» δικαιολογείται ψεύτικα.
«Λοιπόν κορίτσια, ακούστε τι γίνεται και συγνώμη κιόλας που σας ενοχλούμε αλλά είμαστε απελπισμένοι», ξεκινάω.
Με κοιτάζουν δύσπιστες ακόμα.
«Εγώ και το παιδί –Τάκης- είμαστε … πώς να το πω…. έχουμε μια σχέση…»
«Κανονική», σιγοντάρει ο Τάκης.
«Εντάξει, κάπως εξαντρίκ γι΄αυτό και το κολάρο, αλλά τέλος πάντων…» συνεχίζω. «Όμως η παρέα μας κοροϊδεύει συνέχεια, μας βρίζουν, μας ειρωνεύονται…»
«Πούστηδες, συκιές, ντιντήδες…» παρεμβαίνει ο Τάκης.
«Ναι, τέλος πάντων, έτσι μας λένε συνέχεια», τον διακόπτω.
«Μα αυτό είναι αισχρό!» πετάγεται μια από τις κοπέλες.
«Αισχρό, αισχρό», συμφωνώ κι εγώ. «Είπαμε λοιπόν ότι οι μόνες που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν είναι οι γυναίκες».
«Ποιες γυναίκες;» ξεφεύγει του Τάκη αλλά τον κλωτσάω να το βουλώσει.
«Μέσα στην απελπισία μας σας είδαμε και σκεφτήκαμε … αν πηγαίνατε εσείς να τους πείτε μια κουβέντα… Γιατί, άλλο να τους τα λέμε εμείς και άλλο να μας υποστηρίζουν κάποιες τόσο όμορφες κοπέλες…»
Ο Τάκης κουνάει το κεφάλι απελπισμένος, περίμενε από μένα κάτι καλύτερο αλλά δεν είμαι σε φόρμα.
«Μωρέ θα τους τα πούμε και θα τους βρίσουμε κιόλας!» λέει η κοντινή μας κοπέλα.
«Μα είναι απαράδεκτα αυτά τα πράγματα –που ζούμε, στο Μεσαίωνα;» σιγοντάρει η άλλη.
«Ποιοι είναι;» ρωτάει η τρίτη.
Τους δείχνουμε το τραπέζι μας κι εκείνες φεύγουν φουριόζες.
«Έπιασε ρε μαλάκα –δε γίνονται αυτά!» τραβάει τα μαλλιά του ο Τάκης όσο τις βλέπουμε να κάθονται στο τραπέζι μας εκεί έξω.
«Δυο τινά», λέω. «Ή είναι τίποτα κολλημένες αγωνίστριες και τσιμπάνε εύκολα…»
«Ή μας είχαν σταμπάρει από πριν και ψάχνανε δικαιολογία να μας προσεγγίσουν», συνεχίζει ο Τάκης.
«Έτσι ή αλλιώς, το μεροκάματο βγήκε και για σήμερα», συμπεραίνω.

Παίρνουμε δυο φρέσκες μπύρες και αράζουμε στη μπάρα οι δυο μας.
«Άσχημα;» ρωτάει.
«Όπως το πάρεις», απαντάω. «Εξαφανίστηκε».
«Σκοπεύεις να κάνεις τίποτα γι΄αυτό;»
«Μαλάκας είσαι; Πάλι απ΄την αρχή;»
«Άρα –όλα εντάξει».
«Για να το λες…»
Εκείνη τη στιγμή έρχεται η γκαρσόνα και ακουμπάει δίπλα μας ένα δίσκο με χρησιμοποιημένα ποτήρια. Ο Τάκης αρπάζει ένα κοντόχοντρο, του ουίσκι, το στήνει δέκα πόντους παραδίπλα από τη μπύρα του.
«Έχουμε εδώ πέρα, δυο ποτά. Μπύρα και ουίσκι –με παρακολουθείς;»
Τον παρακολουθώ. Παίρνει και μια αλατιέρα, τη βάζει ανάμεσα.
«Κι εδώ έχουμε εσένα. Που σου αρέσει το ουίσκι, αλλά για κάποιο λόγο πρέπει να πιεις μπύρα. Δεκτό;»
«Κάνε παιχνίδι», λέω.
«Όχι –σειρά σου τώρα. Τι θα κάνεις; Μπύρα ή ουίσκι;»
«Ξέρω ΄γω; Γιατί είμαι η αλατιέρα;»
«Επειδή έτσι είσαι. Κι αν πας προς το ουίσκι θα το κάνεις λύσσα –αδύνατο να το πιεις».
«Άρα δεν έχω να διαλέξω. Μόνο η μπύρα μου μένει, που δεν τη χαλάει το αλάτι», διαπιστώνω.
«Λάθος! Τίγκα στις επιλογές είσαι! Αν θες πας στο ουίσκι, το χαλάς και χαλιέσαι πίνοντάς το. Αν πάλι θες, δεν πας πουθενά. Κάθεσαι ανάμεσα μπύρα και ουίσκι και κλαις τη μοίρα σου».
«Το ποτήρι εδώ πέρα είναι άδειο από ουίσκι», λέω εγώ.
«Ακριβώς –μη νομίζεις ότι το διάλεξα στην τύχη! Το ποτήρι είναι άδειο –δίκιο έχεις!»
«Άρα;»
«Εσύ θα μου πεις».
«Τη μπύρα τη γουστάρω;»
«Εμένα ρωτάς;»
«Καλώς δε ρωτάω. Τη μπύρα την πίνω σα λύση ανάγκης».
«Έτσι ακριβώς».
«Μάλιστα».
«Μαλλί! Τι θα κάνεις τελικά;»
«Να πιω τη μπύρα και να μην το ψάχνω άλλο; Αυτό λες;»
«Εσύ τι λες;»
«Και το ουίσκι;»
«Ποιο ουίσκι; Ένα άδειο ποτήρι είναι!» κοιτάζει νευρικά τριγύρω, βλέπει τη γκαρσόνα να περνάει. «Να σου πω», της κάνει νόημα, «ξέχασες αυτό το ποτήρι εδώ –μπορείς να το πάρεις σε παρακαλώ;»
Μετά γυρνάει σε μένα.
«Ποιο ουίσκι ρε μαλάκα;» απορεί. «Βλέπεις εσύ κανένα ουίσκι; Ποτέ δεν υπήρχε ουίσκι –θα την πιεις τη γαμωμπύρα ή θα κάθεσαι αλατιέρα σαν τη γυναίκα του Λωτ;»
Δεν απαντάω –μακάρι να΄ξερα.

Αλλά τελικά αναγκάζομαι να τραβήξω κάποιες γερές γουλιές μπύρα, επειδή το στόμα μου ξερό απ΄τα τσιγάρα. Αναγκαστικά είναι αυτά –δε νομίζεις;

Γυρίζουμε στο τραπέζι μας, οι κοπέλες τα έχουν βρει μια χαρά με την υπόλοιπη παρέα, προσπαθώ να μπω στις κουβέντες, αποτυγχάνω. Βαριέμαι κιόλας.

Λέω να την κάνω –αρκετά γι΄απόψε.

«Που πας ρε μαλάκα;»
«Σπίτι –να την πέσω».
«Μη μας ξενερώνεις!»
«Γι΄αυτό ακριβώς!»

Αφήνω κάτι τσαλακωμένα όσο σκέφτομαι ότι, εκτός των άλλων, τα οικονομικά μου σύντομα θα καταντήσουν κακόγουστο ανέκδοτο. Πρέπει να βρω καμιά δουλειά και πρέπει να ξεμπερδέψω με τη σχολή, στο ενδιάμεσο πρέπει να βρω χρόνο να ζήσω. Μα κάτι απαιτήσεις που έχω ο πούστης!

Δεν θα τη δω τελικά.

Τρίτη, Ιανουάριος 20, 2009

28. Έρχονται όταν κοιμάσαι

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2ο μέρος: "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί
13. Οι αποφάσεις που μας πήραν
14. Δωμάτιο μονοθέσιο
15. "96 δάκρυα σε 96 μάτια"
16. Ότι πας να κρατήσεις (γλιστράει μακριά)
17. Ναυαγοί σε παγωμένα κρεβάτια
18. Με τον διάβολο κρυμμένο στο τζάκετ
19. Σκούρο μπλε σχεδόν μαύρο
20. "Και δεν θα ξεχάσω ν΄αφήσω τριαντάφυλλα στον τάφο σου"
21. Η μέρα πριν
22. Σελιλόιντ από λιωμένη ζάχαρη
23. "Επιστρέφεται στον παραλήπτη"
24. Επειδή γαμψά νύχια χάιδεψαν τα κεφάλια μας
25. Εισιτήριο από τον άλλο κόσμο
26. "Στον αέρα πήδηξε ο διάβολος"
27. Έξοδος κινδύνου -παράθυρο ή ντουλάπα;

Τον περιμένω στο παγκάκι του Δημαρχείου, απέναντι από το σπίτι του. Ώρες τώρα. Ο ήλιος ξεκίνησε από τα βουνά αριστερά και πηγαίνει ντουγρού, να με βρει κατακέφαλα, δε με νοιάζει όμως. Έβγαλα γένια μέσα σε μια νύχτα –δεν έχει σημασία. Κρυώνω και πονάει η πλάτη, κάποια πληγή ξεραμένη μάλλον. Ευτυχώς έχω ακόμα μισό πακέτο τσιγάρα, θα καπνίζω μέχρι να γίνει κανονική ασφαλτόστρωση στο λαιμό μου, μέχρι να πνευμόνια μου να ξεχάσουν τι θα πει οξυγόνο, μέχρι να βγει ο μαλάκας από το σπίτι του δηλαδή.

Η μηχανή χάνει λάδια, δυο μέτρα μακριά μου.

Όταν βρήκα τον Βασιλάκη κρεμασμένο, ξεκαθάρισε το κεφάλι μου –περίεργο, αλλά έτσι έγινε. Έψαξα τον Άρη στα γρήγορα, το κουβεντιάσαμε και επειδή δεν υπήρχε πλέον συντονιστικό διαλέξαμε από μόνοι μας τρία-τέσσερα παιδιά ψημένα στα ζόρια και αναλάβαμε να διώξουμε τον κόσμο. Σε λιγότερο από δυο ώρες τα είχαμε καταφέρει, με το καλό, με μαλαγανιές και με βρισίδι όπου χρειάστηκε. Τα παιδιά έτρεξαν στους γύρω δρόμους σα λιωμένο χιόνι, όταν βεβαιωθήκαμε ότι είχαν φύγει όλοι πήραμε τηλέφωνο το 100. Μετά χαιρετηθήκαμε και χωρίσαμε.
«Αν ξανασυναντηθούμε κανόνισε να στρίψεις επιτόπου και να πάρεις άλλο δρόμο. Γιατί τη βλέπω τη δουλειά –την επόμενη φορά δεν θα τη γλιτώσουμε τη Χιροσίμα», είχε πει ο Άρης.
Δεν του είχα απαντήσει τίποτα σ΄αυτό.

Το κοσμηματοπωλείο δίπλα στο σπίτι του κατέβαζε ρολά, ο γεράκος που το είχε με κοίταξε υποψιασμένα. Χαμογέλασα –τι μαλακία δέρνει τον κόσμο; Εγώ το ήξερα ότι εκεί μέσα πούλαγε σκέτα φο κι επίχρυσα –αυτός δεν το ήξερε;
Εκείνη τη στιγμή τον είδα να κατεβαίνει τις σκάλες, χαλαρός ως συνήθως και θορυβώδης. Τράβηξε ένα ξεγυρισμένο σουτ στον κουβά σφουγγαρίσματος που περίμενε ξεχασμένος δίπλα στην εξώπορτα και βγήκε κόβοντας κίνηση. Με στάμπαρε ακαριαία, πέρασε το δρόμο και κάθισε δίπλα μου.
«Ωραίο σπιτάκι!» παρατήρησε θαυμάζοντας το σπίτι του.
«Για να το λες…» μουρμούρισα.
«Κι εσύ να πούμε, πως την έχεις δει; Στηθήκαμε απέναντι και περιμένουμε να φύγουν οι ιδιοκτήτες για να κάνουμε διάρρηξη;»
«Τι να διαρρήξω ρε μαλάκα; Τη συλλογή σου από Μπικ;»
«Γιατί; Λίγη σου πέφτει;» ανατρίχιασε ο Τάκης που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την πιθανότητα να χάσει τους αναπτήρες του, ούτε για αστείο.
Αν σκεφτείς μάλιστα ότι δεν κάπνιζε συστηματικά, κατανοείς την αρρώστια του πλήρως.
«Φεύγουμε», λέω τότε.
«Γεγονός;»
«Και μάλιστα επείγον».
«Γιατί έτσι;»
«Που να στα λέω…»
«Στα Ιγκλού γιατί σε κόβω ότι τον έχεις ανάγκη έναν καφέ».
Δίκιο έχει –σηκωνόμαστε λοιπόν αμφότεροι.

«Τι είπες ρε άτομο! Έγινε τέτοιο πράγμα;» αλληθωρίζει ο Τάκης.
Δε μιλάω γιατί έχω σοβαρότερη δουλειά –ανακατεύω το νες με ένα πλαστικό καλαμάκι χρώματος φούξια.
«Και τώρα δηλαδή;» ξαναρωτάει ο Τάκης.
«Τώρα θα πεταχτούμε μέχρι το σταθμό να βγάλουμε εισιτήρια για Λάρισα, μετ’επιστροφής».
«Δεν κατάλαβα!»
«Κι όμως -είναι τόσο απλό!»
Ξύνει το κεφάλι του, δαγκώνει κι ένα μπισκότο που βρήκαμε στο τραπέζι παρατημένο από τους προηγούμενους.
«Έχω εξεταστική ρε!»
«Ναι, κι εγώ το ίδιο».
«Δεν επηρεάζει ε;»
«Εσύ τι λες;»
«Να πούμε και στον Πέτρο;»
«Μπα –άστο καλύτερα. Που να τον τραβάμε; Άλλωστε είναι αποστολή –δεν πάμε για αναψυχή».
Γελάει.
«Αν μου βρεις κάποιον που να πηγαίνει για αναψυχή στη Λάρισα θα γίνω κροκόδειλος».
Χαμογελάω με τη σειρά μου. Τον έχω ανάγκη το μπαγάσα –φοβάμαι να μείνω μόνος μου. Επειδή θα κάνω καμιά βλακεία, αυτό είναι σίγουρο.
«Και η Α;» ρωτάει ξαφνικά.
«Τι η Α;»
«Που είναι;»
«Ξέρω ΄γω που είναι;»
«Τσακωθήκατε;»
«Όχι»
«Χωρίσατε;»
«Γιατί; Είχαμε κάτι μαζί για να το χωρίσουμε;»
Κοπανάει το χέρι στο τραπέζι, φουντώνει.
«Ξέρνα τα όλα πούστη αλλιώς δεν φεύγουμε από εδώ μέσα!»
«Τι θες τώρα; Γάμησέ με στην τελική!»
«Θα καείς στην κόλαση αν της φέρθηκες σκάρτα –το ξέρεις αυτό».
«Εκεί είμαι ήδη ρε ηλίθιε –πες μας κάτι καινούργιο!»
«Καινούργιο; Ευχαρίστως! Πηδήχτηκα με τη Μιτσούκο».
Τον κοιτάζω για λίγο –σιγουρεύομαι. Σοβαρολογεί.
«Μπράβο», λέω. «Ήταν καλή;»
Σκύβει μπροστά.
«Θέλεις αλήθεια να μάθεις;»
«Όχι», απαντάω.
Βγάζει έναν αναπτήρα από την τσέπη του κι αρχίζει να τον αναβοσβήνει.
«Είναι χρεωμένη σε σένα τώρα», λέω τελικά.
«Το ξέρω, δεν είμαι κανένας κανίβαλος», μουρμουρίζει.
«Σωστά –έχουν απομείνει ελάχιστοι από μας πλέον», σχολιάζω. «Και με την Ηρώ τι γίνεται;»
«Ηρώ;» ξύνει το κεφάλι του. «Ποια Ηρώ; Εντάξει, όλα καλά με την Ηρώ. Περνάει φάση επανασυγκόλλησης με τον πρώην της».
«Α, τόσο καλά!»
«Ναι, βάλε τώρα που γυρίζει…»
«Φύγαμε;»
«Έχουμε ήδη. Από ώρα».

Στο δρόμο για το σταθμό κάνουμε μια κόντρα έτσι για τα μάτια. Χάνουμε και οι δυο μας από ένα πειραγμένο Σουζούκι. Τελικά βρίσκουμε εισιτήρια για το βραδινό τρένο που φεύγει σε δυο ώρες. Αράζουμε να περιμένουμε στο καφενείο, μαζί με άλλους πολλούς κακομοίρηδες. Παραγγέλνουμε μπύρες στο σωρό.
«Μίλα ρε γαμώτο. Πες κάτι», εκλιπαρεί ο Τάκης.
«Φοβήθηκα», λέω σιγά. «Καθόμουν εκεί, την είχα αγκαλιά και είδα τα προσεχώς κανονικό σινεμασκόπ. Αν ήταν μόνο η αρρώστια της θα το πάλευα, το ξέρεις αυτό. Αλλά ήταν η δική μου αρρώστια που με τρόμαξε. Εξάρτηση κανονική μιλάμε, σε λίγο καιρό θα απαιτούσα απόλυτη αποκλειστικότητα. Κατάληξη; Ή θα την είχα όλη δική μου ή θα την έπνιγα επειδή διανοήθηκε ας πούμε να πάει για κατούρημα μόνη της».
«Και ποιο το κακό στο να την έχεις όλη δική σου;»
«Ότι δεν θα ήταν πια η Άλεξ».
«Δίκιο».
«Άρα, την έκανα τρέχοντας από το λόφο πριν βγάλω κυνόδοντες και της πιω το αίμα».
«Μαλακία σου αλλά θα το δεχτώ».
«Εσύ τώρα».
«Απελπισμένο σεξ, φάση κάπως παρανοϊκή, Μαντάμ Μποβαρί κι έτσι. Έψαχνε κάπου να πιαστεί για να ξεπεράσει την ξενέρα».
«Και βρήκε εύκαιρο τον πούτσο σου!»
«Καθότι αλτρουιστής αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Η ζωή της εντελώς γαμημένη από παντού, δεν τη σώζει την παρτίδα ότι κι αν γίνει. Ή πρεζόνι ή σχιζοφρένεια –διαλέχτε! Μόνο καθυστερήσεις μπορώ να συνεισφέρω, είπες τίποτα;»
«Πολλά παιχνίδια κρίθηκαν με γκολ στις καθυστερήσεις».
«Ναι, κι εγώ είμαι ο Ρουμενίνγκε!»
«Ο Ρουμενίνγκε υποφέρει από ψυχολογικά προβλήματα, έχει πάθει τον τρόμο της μπάλας».
«Τα βλέπεις λοιπόν;»
«Μπα, λέω να πάω πάσο –δεν νιώθω δυνατός για μπλόφα».
«Και τα ρέστα δικά μου».

Είμαστε σε ένα κουπέ μαζί με φαντάρους που σπάνε αρχίδια στην πολυλογία. Γλαρώνουμε ακούγοντάς τους να λένε για λόχα, επιλόχα, σχη και τέτοια συντομογραφικά –ξαφνικά πετάγονται τσιρίζοντας καθώς θυμούνται κάποια καλή φάση που θα τη διηγούνται μέχρι τα βαθειά τους γεράματα. Ανοίγω το δεξί βλέφαρο, κόβω τον Τάκη που το παίζει «ροχαλίζω», κάνω το ίδιο.
«Παιδιά -φοιτητές;» μας την πέφτει ο πιο ξέμπαρκος φαντάρος.
«Όχι, όχι –ασφαλιστές είμαστε!» πετάγεται ο Τάκης.
«Να σας προτείνουμε ένα πρόγραμμα οδικής βοήθειας;» σιγοντάρω εγώ.
Οι φαντάροι μαζεύονται.
Χαζεύω τη φάτσα μου στο παράθυρο του τρένου και δεν είμαι εγώ εκεί –ένα κακοφορμισμένο αστείο σε παραμορφωτικό καθρέφτη, θα πάω πιο κάτω και η εικόνα θα χαθεί, εμένα μου λες; Θυμάμαι έγκαιρα ότι μου λείπει ύπνος.

Και τώρα κάτι με απασχολεί. Κάπου πρέπει να πάω, να προλάβω, να είμαι εκεί –το πρόβλημα είναι ότι έχω αργήσει. Θέλω να τρέξω ανάποδα τον χρόνο, δε γίνονται αυτά τα πράγματα. Θέλω να φωνάξω, «περίμενέ με», «μην πας εκεί», «έρχομαι» -αλλά ο Τάκης με σκουντάει.
«Ξύπνα μαλάκα, φτάνουμε. Ξύπνα μην καταλήξουμε Θεσσαλονίκη».
Πετάγομαι, κάπου πρέπει να πάω, να προλάβω…

Ξημερώνει υγρασία σ΄αυτή την πόλη και έχουμε τη δυνατότητα να το απολαύσουμε επειδή το τρένο μας αφήνει στου διαόλου τον κώλο. Περπατάμε σε καρόδρομους, κάτι διακρίνουμε μπροστά μας, είναι μάλλον η πόλη γιατί προς τα κει ακούγονται λιγότερο τα σκυλιά που αλυχτάνε στα χωράφια. Πίσω μας οι φαντάροι –νεκρώσιμη ακολουθία καθώς πλησιάζουν στο στρατόπεδό τους. Δε λέμε κουβέντα.

«Τι προβλέπει το μεγαλοφυές σχέδιο από δω και πέρα;» χασμουριέται ο Τάκης.
«Μπουγάτσα για να ισιώσουμε. Και όταν ξημερώσει για τα καλά θα χτυπήσουμε τηλέφωνο –για να τους πετύχουμε σπίτι».
«Μέσα είσαι –κάνε παιχνίδι».
Δείχνω κατά την απέναντι πλευρά της πλατείας, ενώ οι καμπάνες μας ξεκουφαίνουν, εντοπίζουμε το κόκκινο φως μπουρδελέ πάνω από βιτρίνα, μπουγατσατζίδικο. Πηγαίνουμε σχεδόν τρέχοντας –η πείνα είναι κάποιος λόγος να κινείσαι.
«Τι θιέλουν τα πιδιά;» ρωτάει ο μουστάκιας.
Να περάσει ένα διαστημόπλοιο τιγκαρισμένο στους εχθρικούς εξωγήινους και ν’ ανατινάξει το σύμπαν, αυτό θέλουμε.
«Δυο με απ΄όλα», λέει ο Τάκης.
«Τι απ’ούλα;» μπερδεύεται ο μουστάκιας.
«Απ’όλα ρε θείο, τζατζίκι, κρεμμύδι, μουστάρδα, κέτσαπ, σιρόπι αγριοκέρασο…»
«Δώσε μας δυο με τυρί και μια με κρέμα», χώνομαι εγώ επειδή αν τον αφήσω κι άλλο το μαλάκα θα μας δέσουνε.

«Σα σαγιονάρα πλαστική με το πόδι μέσα είναι αυτό το πράγμα», μουρμουρίζει μασουλώντας ο Τάκης.
«Αν κρίνω από τη μυρωδιά, μάλλον δίκιο έχεις», απαντάω.
Ο μουστάκιας χαμογελάει περήφανος για τη σαβούρα που μας τάισε.
«Φοβερή!» λέω κόβοντας μια γερή δαγκωνιά. «Έχει κι άλλες;»
Ο μουστάκιας την ψυλλιάζεται την καζούρα και βιάζεται να γυρίσει το κεφάλι.
«Πάμε να τους πάρεις τηλέφωνο γιατί είμαι στα όρια τροφικής δηλητηρίασης», βογκάει ο Τάκης.

Με περιμένει έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο όσο παιδεύομαι με το τσαλακωμένο χαρτάκι. Τελικά σχηματίζω το νούμερο, περιμένω δυο αιώνες μέχρι να φιλοτιμηθεί κάποιος στην απέναντι πλευρά του σύρματος.
«Ναι;»
«Ο Θωμάς;»
«Ποιος Θωμάς;»
«Ο Άπιστος –ξέρω ‘γω;»
«Όρεξη για καλαμπούρια έχεις πρωινιάτικα φίλε;»
«Όχι, γι΄αυτό δώσμου τον Θωμά να ξεμπερδεύουμε».
Ακούω κάτι φασαρία, σα να ανοιγοκλείνουν πόρτες –περιμένω.
«Ναι; Ποιος είναι;»
«Είσαι ο Θωμάς;»
«Ναι, εσύ ποιος είσαι;»
«Φίλος του Βασίλη».
«Ποιου Βασίλη;»
«Του δικού σου, με τα γυαλιά ρε!»
«Α, ντάξει. Και τι θες;»
«Σε πόση ώρα μπορούμε να τα πούμε από κοντά;»
«Κοίτα φίλε –ο Βασίλης είναι αδερφός, αλλά χώρο στο σπίτι για να σε φιλοξενήσω δεν έχω».
«Στ΄αρχίδια μου! Είμαι στην κεντρική πλατεία –θα περάσεις από δω ή να έρθω εγώ από κει;»
«Πως δηλαδή; Τι έγινε;»
«Σε μισή ώρα στην πλατεία –εντάξει;»
«Όχι, έλα καλύτερα από το σπίτι… Δεν θες να μείνεις ε;»
«Ήρθα με το βραδινό από Αθήνα και ξαναφεύγω σήμερα».
Αυτό τον ησυχάζει το μικρό και μου δίνει οδηγίες για να βρω το σπίτι του.

«Αρχίζω να τη βαριέμαι αυτή την ιστορία. Όλο περπατάμε –σαν ταινία του Αγγελόπουλου», διαμαρτύρεται ο Τάκης.
«Έλα κόφτο –φτάσαμε», του δείχνω το μουχλιασμένο διώροφο.
Χτυπάμε το κουδούνι και περιμένουμε. Στα δυο λεπτά ανοίγει η πόρτα, ένας γεματούλης με τα κλασσικά Τζον Λένον γυαλιά (τι διάολο! χοντρικά τ΄αγόραζουν;) μας κοιτάζει αχτένιστος.
«Ο Θωμάς;» ρωτάω.
«Έλα μέσα», μουρμουρίζει.
Μπαίνουμε με τον Τάκη, συστηνόμαστε –υπάρχουν άλλα δυο δωμάτια πιο πέρα, ακούω κόσμο να σούρνεται.
«Λοιπόν; Τι γίνεται ο Βασίλης; Πως τα περνάει;» ρωτάει το παιδί ενώ κάθεται απέναντί μας.
«Φίνα τα περνάει –χτες βράδυ κρεμάστηκε», λέω.
Με κοιτάζει.
«Τι πάει να πει αυτό;»
Κοιτάζω τον Τάκη για βοήθεια, σηκώνει τους ώμους, έτσι που τα’κανα πρέπει να τα βγάλω πέρα μόνος μου.
«Πάει να πει ότι πέρασε μια τριχιά γύρω από το λαιμό του, έσπρωξε την καρέκλα και τα λοιπά και τα λοιπά», λέω.
Μένει κόκαλο.
«Αδερφέ, κατά που πέφτει η τουαλέτα; Έφαγα κάτι και με πείραξε», πετάγεται ο Τάκης.
Γυρνάμε προς το μέρος του ταυτόχρονα σαν κυλιόμενες πόρτες.

Καπνίζω πίσω από την πλάτη του όσο ο πιτσιρικάς κοιτάζει έξω από το παράθυρο, ο Τάκης έχει καθίσει ανακούρκουδα δίπλα από την πετρελαιόσομπα και κάτι σκαλίζει στο φλοτέρ, σκοτώνοντας την ώρα του. Έτσι είναι ο Τάκης. Πιάνουν τα χέρια του και σε στιγμές αμηχανίας το ρίχνει στα μαστορέματα –κάποιο αντικάρφωμα. Τα παιδιά ξυπνάνε στα μέσα δωμάτια, περνάνε προς την κουζίνα, μουρμουρίζουν, χαιρετάνε, χάνονται πάλι. Κι εγώ κοιτάζω μια αφίσα δίπλα του, το εξώφυλλο από το Ντατς Μάουντεϊνς των Νιτς. Κοκκινομάγουλα παιδάκια μου χαμογελάνε από γραμματόσημα –δεν έχω καθόλου κέφι να ανταποκριθώ.

«Είμαστε μαζί από το Δημοτικό, τετράδα κανονική, εγώ, ο Βασίλης, ο Σταύρος και η Τόνια. Δυο θρανία, μπρος-πίσω, μέχρι να μας πάρουν χαμπάρι οι δάσκαλοι και να μας χωρίσουν λόγω πολυλογίας –όμως εμείς εκεί. Αλλάζαμε δάσκαλο, καθηγητή –και πάλι μαζί. Μια φορά στο Λύκειο φάγαμε αποβολή γι΄αυτό το λόγο, περάσαμε δυο αξέχαστες μέρες στον Εθνικό Κήπο… Μετά το πήραν είδηση οι γονείς μας και φάγαμε χέσιμο κανονικό –άξιζε τον κόπο όμως. Εγώ καθόμουνα με το Βασίλη κι ο Σταύρος με την Τόνια…»
«Καλά ρε φίλε –σε τι σχολείο πηγαίνατε και σας άφηναν να κάθεστε αγόρι με κορίτσι;» τον κόβει ο Τάκης.
«Ε; Ιδιωτικό…, στοοοο….» λέει ο Θωμάς.
«Άσε τον άνθρωπο να συνεχίσει», στραβοκοιτάζω τον Τάκη.
«Τέλος πάντων, ακόμα θυμάμαι το κλάμα που έπεσε όταν βγήκαν οι σχολές… Εγώ κι ο Σταύρος Λάρισα, ο Βασίλης Αθήνα….»
«Η Τόνια;» ξαναχώνεται ο Τάκης.
«Η Τόνια πουθενά. Τη στείλανε Αγγλία οι δικοί της…»
«Κάπως στουρνάρι η Τόνια!» παρατηρεί ο Τάκης.
«Όχι μωρέ –ατυχία. Ήθελε ιατρική και δεν τα κατάφερε….»
Ξεκινάω να βρίσω τον Τάκη αλλά το κόβω επειδή την ανθίζομαι τη φτιάξη –προσπαθεί να τον ξεκολλήσει τον τύπο από το σοκ, κάνοντάς τον να σκεφτεί άσχετα.
«Και για πες! Καλή γκόμενα η Τόνια;» συνεχίζει ο Τάκης.
«Καλή, ξέρω γω;» απορεί ο Θωμάς.
«Ε, τώρα –όχι και δεν ξέρεις! Ποιος απ΄όλους ήτανε δαγκωμένος μαζί της;» μπαίνω κι εγώ στο παιχνίδι.
«Ναι», χαμογελάει επιτέλους ο Θωμάς. «Δεν ξέρω αν σας το είπα, αλλά η Τόνια ήταν λεσβία –ή έτσι τουλάχιστον έλεγε».
Κάνουμε ένα «ωωωωω», χορωδιακό και τον προτρέπουμε να μπει σε λεπτομέρειες. Κλάσε τον κολλητό σου που κρεμάστηκε –πες μας για τη γκόμενα φίλε! Δεν πιάνει για πολύ ακόμα –μας ζητάει συγνώμη, πρέπει να αγοράσει πετρέλαιο για τη σόμπα, προθυμοποιούμαστε να τον συνοδεύσουμε. Δεν έχουμε όρεξη να μπουρλοτιάσει από μόνος του σε καμιά γωνιά.

Η πόλη έχει ξυπνήσει για τα καλά, φτιασιδωμένες κυράδες επιστρέφουν από την κυριακάτικη λειτουργία, παιδάκια γονατίζουν στις λάσπες και προετοιμάζονται για τις μεσημεριανές φάπες από τους πατεράδες τους. Αλλά υπάρχει και μια διαφορετική βαβούρα στον ορίζοντα.
«Σήμερα παίζει η ομάδα με τον Παναθηναϊκό», μας εξηγεί ο Θωμάς.
Ο Τάκης φωτίζεται, καθότι τυγχάνει βάζελος –εμένα στ΄αρχίδια μου. Γεμίζουμε τρία μπιτόνια πετρέλαιο και επιστρέφουμε προς το σπίτι –στον κεντρικό καρόδρομο της γειτονιάς ένα αγροτικό μας περνάει με τις πάντες.
«Παλιαδερφές, φάτε σκατά!» τσιρίζει ένα κεφάλι από το παράθυρο του αγροτικού.
Σταματάω, τους κοιτάζω να χάνονται, ο Θωμάς προχωράει σα να μην έγινε τίποτα.
«Σε μας τα είπαν αυτά;» τον ρωτάω.
«Γιατί; Βλέπεις κάναν άλλο στο δρόμο;» χαμογελάει.
«Δηλαδή, έτσι στο ξεκάρφωτο, περάσανε και μας βρίσανε;» ρωτάει με τη σειρά του ο Τάκης.
«Αιώνες τώρα η ίδια δουλειά», μουρμουρίζει ο Θωμάς. «Οι κάτοικοι εδώ πέρα μας πίνουν το αίμα στα νοίκια και μας σκυλοβρίζουν από πάνω».
«Πως κι έτσι;»
«Φοβούνται μην τους πηδήξουμε τις κόρες τους ή τους γιους τους, ξέρω ‘γω; Τις προάλλες πλάκωσαν ένα συμφοιτητή επειδή κυκλοφορούσε σε ώρες που απαγορευόταν….»
«Δηλαδή;»
«Απαγορεύεται να κυκλοφορούμε πριν τις 12 στην πλατεία. Αν πεις δε για μαγαζιά –ξέχασέ το. Έχουν μια σκατοντισκοτέκ τη Μπιμπερό, χάλι μαύρο, οι γκομενίτσες της περιοχής σού κάνουν κουνήματα κι αν την πατήσεις και τις κεράσεις ποτό σε τουλουμιάζουν οι βλάχοι. Για το σκυλάδικο της πόλης, ας μη μιλήσουμε καλύτερα –έχω ακούσει ότι κάποιος φοιτητής τόλμησε να πάει και τον βρήκανε το πρωί μαχαιρωμένο», μας εξηγεί ο Θωμάς μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι.
Εκεί μέσα γίνεται μπόλικη μανούρα, επειδή τα παιδιά ετοιμάζουν φαγητό –πρωινό, μεσημεριανό, απογευματινό, όλα μαζί.
«Θα καθίσετε να φάμε παρέα;» ρωτάει ο Θωμάς.
«Βασικά είμαστε λιώμα –μπορούμε να την πέσουμε για κάνα δυο ωρίτσες πριν φύγουμε;» ζητάω εγώ.
Το παιδί ξεσκίζεται να μας εξυπηρετήσει –τελικά τον πείθουμε ότι δυο «ζλίπι» (που λέει κι ο Τάκης) είναι αρκετά. Φεύγει και μας αφήνει να ησυχάσουμε.
«Λες να το ξεπέρασε;» ρωτάει ο Τάκης.
«Στον πούτσο μου. Δε θα γίνω νταντά γενικής χρήσεως. Χρώσταγα στο Βασιλάκη να κάνω αυτό που μου ζήτησε, κανονικά, όχι στην ψύχρα από το τηλέφωνο…»
«Ναι και είδα πόσο διακριτικά το χειρίστηκες!» γελάει ο Τάκης.
«Όπως και νάχει… Ήρθα, είπα, έφυγα –έτσι πάει».
«Δεν θα πάμε γήπεδο;»
«Άμα γουστάρεις, σε πάω. Μπορώ να κάνω αλλιώς;»
«Ευχαριστώ θείο!»
Γυρίζω πλευρό.
«Ρε συ, τι φρίκη τραβάνε οι φοιτητές εδώ πέρα! Άκου να μη μπορούν να βγουν στην πλατεία!» θυμάμαι ξαφνικά.
«Καλύτερα έτσι κολλητέ. Ούτε λεφτά χρειάζεται να ξοδέψουν και πηδάνε και περισσότερο καθότι συνέχεια κλεισμένοι μέσα», σχολιάζει ο Τάκης.
Γελάω, σωστός ο Τάκης.
Μετά ξεραινόμαστε.

Ξυπνάω σφαδάζοντας. Πονάει το δεξί μου γόνατο, πονάει η μέση μου, πονάνε τα πάντα. Σα να με περάσανε από Μπλακ εν Ντέκερ ένα πράγμα. Στριφογυρίζω να βολευτώ, μαλακίες, ο πόνος δεν υποχωρεί. Η μύτη μου στάζει παγάκια –κοιτάζω τον Τάκη που ξυπνάει.
«Αδερφέ μου αυτή η πόλη έχει περισσότερη υγρασία από τον βυθό της θάλασσας», μονολογεί.
Έτσι είναι. Σηκωνόμαστε μπας και στεγνώσουμε.

«Να φτιάξω καφέ;» ρωτάει ένας ξερακιανός με γυαλιά (τι άλλο;) Τζον Λένον.
«Ναι, αν δε σου κάνει κόπο…» απαντάει ο Τάκης.
«Εσύ θα πρέπει να είσαι ο Σταύρος, σωστά;» λέω.
«Ναι, που το κατάλαβες;» απορεί ο ξερακιανός.
«Καθότι μέντιουμ», μουρμουρίζω σχηματίζοντας δυο κύκλους μπροστά στα μάτια με τα δάχτυλά μου.
Φτιάχνει τους νες αμίλητος, μας τους σερβίρει και κάθεται κοντά μας.
«Πες μου για το Βασίλη», λέει και απευθύνεται στον καναπέ που καθόμαστε.
«Τι θες να μάθεις;» ρωτάω.
«Γιατί το ΄κανε».
«Επειδή γενικώς η ζωή αφόρητη κι ο θάνατος μια κάποια λύση…» απαντάω σκεπτικά.
«Δε μου αρκεί», ψιθυρίζει. Μάλλον αυτός είναι ο νούμερο ένα της παρέας.
«Κοίτα… ο Βασίλης όσο ήμασταν μαζί είχε αυτή τη σκατένια τάση να τα παίρνει όλα πάνω του», λέω. «Νόμιζε ότι μόνος του θα έπρεπε να κρατήσει την κατάληψη κι όταν δεν τα κατάφερε, έπεσε άσχημα…»
«Δηλαδή;»
«Είχαμε πάει σε μια συναυλία όλοι οι υπόλοιποι, έμεινε ο Βασιλάκης με λίγους –τους την έπεσαν οι μπάτσοι, μάζεψαν κόσμο… Εμείς φταίγαμε, αυτός το φορτώθηκε…»
«Παρακάτω».
«Παρακάτω εμφανίζεται μια όμορφη γκομενίτσα που του την πέφτει στα ίσα…»
«Του Βασίλη;»
«Ναι –γι΄αυτόν δε μιλάμε; Και πάνω που την έχει ψήσει σε στυλ συγκατοίκηση, μας κάνουν ντου οι φασίστες. Όπου γίνεται κακός χαμός, η κοπελίτσα τις αρπάζει κάτι στρέμματα μακριά από τον Βασιλάκη κι εκείνος τη χάνει, ανήμπορος λόγω των περιστάσεων… Τον τσάκισε αυτό το τελευταίο, έτσι νομίζω».
Κουνάει το κεφάλι του όσο με ακούει.
«Ρε το Βασίλη!» μονολογεί. «Ήταν πάντα ευαίσθητος».
«Και του λείπατε πολύ. Μου είχε πει να επικοινωνήσω μαζί σας αν του συνέβαινε τίποτα…»
«Έτσι είχε πει; Δηλαδή ήξερε ότι κάτι θα του συμβεί;»
«Τι να σου πω; Μπορεί και να εννοούσε τα ζόρια της κατάληψης….»
«Ναι, μπορεί…»
Τελειώνουμε τον καφέ και δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούμε πέρα από τα τυπικά –χαιρετισμούς, ευχαριστίες, υποσχέσεις να τα ξαναπούμε κάποτε –ποτέ.

Στο δρόμο ο Τάκης με κόβει.
«Δεν του τα’πες όλα», παρατηρεί.
«Ναι, δεν του τα’πα», συμφωνώ.

Μαθαίνουμε από κάτι αγριεμένους κοιλαράδες κατά που πέφτει το γήπεδο της ΑΕΛ και κατηφορίζουμε προς το ποτάμι, ο ήλιος διαθλάται στην υγρασία από ψηλά και όλα μοιάζουν περίεργα. Όσοι περπατάνε δίπλα μας, κοιτάζουν στραβά επειδή βρωμάμε «ξένοι» από χιλιόμετρο. Αλαφιάζομαι –να φάω ξύλο, εντάξει, αλλά όχι επειδή με πέρασαν για βάζελο –του πούστη! Κόβουμε παραδίπλα από το οργανωμένο πλήθος, κατηφορίζουμε μέσα από θάμνους στο ποτάμι. Ακούμε καρακάξες να φτεροκοπάνε, ζούδια διάφορα, μπορεί και φίδια ανάμεσα στα σπαρτά.
«Μεγάλη η χάρη σου μαλάκα!» λέω στον Τάκη.
Όμως δεν απαντάει, κάτι κοιτάζει σκεπτικός. Ψάχνω να δω, τελικά ανακαλύπτω ότι πίσω από κάτι καλάμια παραφυλάνε δυο τύποι με καραμπίνες!
«Τι είναι τούτοι ρε;» σκουντάω τον Τάκη.
«Κάνε τον ψόφιο μπας και τη σκαπουλάρουμε», μουρμουρίζει ο Τάκης.
Αμ δε!

Οι τύποι μας κόβουν το δρόμο καουμπόικα, με τις καραμπίνες γερτές.
«Τι γυρεύετ’ εδώ πέρα;» ρωτάει ο ένας.
«Γήπεδο πάμε», λέει ο Τάκης.
«Δεν πάει απ΄ εδώ στο γήπεδο», λέει ο άλλος.
«Ναι ε;» κάνω εγώ.
«Αθηναίοι;»
«Κάτι τέτοιο».
«Παναθηναϊκοί;»
«Δε σε ΄βρισα!» λέω αυθόρμητα.
«Ανεβάτε από το πάνω μονοπάτι και μην κάνετε κατά πίσω σας λιανίσαμε», λέει ο πρώτος καραμπινιέρος.
«Πάμε», ψιθυρίζει ο Τάκης.
Φεύγουμε κοιτάζοντας πίσω, στα είκοσι μέτρα πέφτουμε σε άλλο μαλάκα με καραμπίνα. Στρίβουμε, κάνουμε ανάποδα –τρεις τύποι πετάγονται και μας κόβουν το δρόμο. Με καραμπίνες φυσικά –φοριέται πολύ αυτό το στυλάκι κατά πως φαίνεται.
«Τι γίνεται ρε πούστη; Πως καταφέραμε να πέσουμε στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα!» αγανακτώ.
Ο Τάκης με πιάνει από τον ώμο και με τραβάει πλάι.
«Δικέ μου, πήρα γραμμή τι παίζει! Είναι τίγκα στη φυτεία το ποτάμι!»
«Γεγονός;» κοιτάζω τριγύρω νευρικά.
«Δε λες τίποτα! Λοιπόν, μάλλον οι λεβέντες στήσανε σκοπιές μην τους κορφολογήσουν τα δεντράκια οι χούλιγκανς!»
«Μέγκλα! Τώρα τι κάνουμε;»
«Τα πόδια στον κώλο και τρέξιμο», αποφασίζει ο Τάκης κι αυτό κάνουμε.
Με κίνδυνο να μας κατεβάσουν σα μπεκάτσες οι καραμπινάδες.

Έξω από το γήπεδο γίνεται της κόφας, οι βάζελοι είναι ήδη μέσα και έχουν στρώσει στον πετροπόλεμο τους Λαρισαίους που φτάνουν έξω από τις θύρες. Οι μπάτσοι κοιτάζουν και χάσκουν –ωραία πράγματα! Φτάνουμε σε ένα εκδοτήριο, αλλά δεν υπάρχει εισιτήριο ούτε για να κάψεις τη γλώσσα σου, που λέει ο λόγος.
«Τι προβλέπει το πρόγραμμα για τώρα;» τον ρωτάω.
«Κόβουμε κίνηση όσο υπάρχει τζόγος», απαντάει.
Έτσι λοιπόν τριγυρίζουμε άσκοπα, οι Λαρισαίοι έχουν ανασυνταχτεί και πετάνε πίσω τις πέτρες στους βάζελους –για να μην ξεμείνει η φάμπρικα από υλικό. Ακούμε κάτι κρότους μέσα από το γήπεδο –φαίνεται, άρχισαν τα όργανα εκεί πέρα.
«Πάμε να δούμε αν παίζει ντου;» προτείνει ο Τάκης.
Πηγαίνουμε λοιπόν και στηνόμαστε στη θύρα με τους λιγότερους μπάτσους. Σε λίγο σκάνε κάτι βυσσινί παιδιά, χωνόμαστε ανάμεσά τους επειδή τους κόβουμε φουριόζους, δυο μέτρα πριν το κιγκλίδωμα μας σταμπάρουν. «Ποιοι είσαστ’ εσείς;» «Φευγάτε ρε μουνιά» -μας πετάνε σαν τρίχα από παλτό.
«Γκαντεμιά φίλε μου!» κάνει ο Τάκης.
«Μα περίμενες στα σοβαρά να περάσεις ανάμεσα στα τυριά για κεφαλογραβιέρα;» γελάω.
«Σωστά –δεν κρύβεται το καμαμπέρ!» φιλοσοφεί ο Τάκης κι αποφασίζουμε να φύγουμε από εκεί.

Τα παπούτσια μας δαγκώνουν τις φτέρνες από τον ποδαρόδρομο, αποφεύγουμε αυτή τη φορά το ποτάμι, φτάνουμε με τα χίλια ζόρια στην πλατεία. Μαλακία μας, αλλά που να το σκεφτούμε; Επειδή εκεί έχουν αράξει όσοι βάζελοι δεν βρήκαν εισιτήριο και σπάνε αβέρτα. Τραπέζια, βιτρίνες, τηλεφωνικούς θαλάμους –βάλε να πάνε, η φάση.
«Μαλάκα θα μας δέσουν χωρίς να φταίμε!» λέει ο Τάκης.
«Ε, τότε να ξεκινήσουμε να σπάμε –μπας και τη γλιτώσουμε», προτείνω.
Ένα περιπολικό σκάει στην άκρη της πλατείας, οι μπάτσοι, χοντροί και ιδρωμένοι ξεμυτίζουν, αρπάζουν κάτι πετριές να ‘χουν να πορεύονται και εξαφανίζονται αστραπιαία.
«Άραγε, έχουν ΜΑΤ οι βλάχοι;» αναρωτιέμαι.
«Δεν πρόκειται να κάτσω εδώ πέρα να το μάθω», λέει ο Τάκης. «Πάμε στο σταθμό να περιμένουμε».
Ξεκινάμε λοιπόν, αποφεύγουμε κάτι ολόφωτους ταξιδιάρηδες κάδους, ένας μαγαζάτορας μας βρίζει άγρια –τι να του πεις; Γυρίζουμε κεφάλι και απομακρυνόμαστε.
Στα διακόσα μέτρα μας κυκλώνουν αγροτικά, τρώμε ξεγυρισμένο βρισίδι, κάποιος μας στρώνει στα πορτοκάλια από την καρότσα –αλλά μάλλον μας περνάνε για φοιτητές και δεν επιμένουν.
Φτάνουμε επιτέλους στο σταθμό με τις γλώσσες να κρέμονται.

Έχει ένα ρημάδι απέναντι που πουλάει καφέ, μπύρες και δηλητηρίαση –στρωνόμαστε στις πλαστικές του καρέκλες, παραγγέλνουμε, κάνουμε την προσευχή μας και τρώμε αργά.
«Λες να μας κόψει;» ανησυχεί ο Τάκης.
«Τι να μας κόψει ρε; Το ψωμί και τις ελιές τρώμε μόνο», παρατηρώ.
«Δηλαδή το σαλάμι θα το αφήσουμε;»
«Τρελός είσαι;»
«Αυτό λέω κι εγώ! Τρελός είμαι να το αφήσω;»
Χλαπακιάζουμε λοιπόν –επειδή ο τζόγος είναι στο αίμα μας. Από ένα ραδιοφωνάκι ακούμε τον αγώνα, σφαγή γίνεται εντός-εκτός αγωνιστικού χώρου. Οι βάζελοι είναι μπροστά 2-1 στο 70φεύγα.
«Τους τσακίσαμε!» πανηγυρίζει ήδη ο Τάκης. Ρουφάει και την υπόλοιπη μπύρα του από ένα ποτήρι τίγκα στο δακτυλικό αποτύπωμα. Δεν προλαβαίνει να καταπιεί και οι Λαρισαίοι ισοφαρίζουν.
«Ρούφα τώρα!» κάνω χαιρέκακα.
Κάτι γερόντια που παίζουν τάβλι σηκώνουν τα κεφάλια τους, μας κοιτάζουν και μας ξεχνάνε στο λεπτό. Καλά θα κάνουμε να είμαστε πιο διακριτικοί.

«Τι να ΄γινε ο Θωμάς; Δεν τον είδαμε στο σπίτι όταν ξυπνήσαμε», λέει ο Τάκης.
«Μπορεί να πήγε στα χωράφια, ψάχνοντας ελιά να κρεμαστεί», μουρμουρίζω.
«Πάντως η αυτοκτονία είναι κάποια λύση», παρατηρεί.
«Ξέρω ΄γω;» σκέφτομαι. «Και ποιος χρειάζεται λύσεις;»
«Όσοι έχουν προβλήματα».
«Όλοι έχουμε προβλήματα».
«Ναι, αλλά κάποιοι τα παίρνουν στα σοβαρά –έτσι πιστεύω».
«Δηλαδή η αυτοκτονία είναι σοβαρή αντιμετώπιση ενός προβλήματος;»
«Ναι, μάλλον».
«Δε με ψήνεις. Είναι σα να κόβεις το κεφάλι σου επειδή δε στρώνει η χωρίστρα στα μαλλιά σου. Έτσι κι αλλιώς χάλια θα φαίνεσαι στην κηδεία».
«Γαμώ τα παραδείγματα!» κοροϊδεύει ο Τάκης.
«Εντάξει –μπορεί η αυτοκτονία να είναι κάποια λύση. Όχι βέβαια στο πρόβλημα που αντιμετωπίζεις, αλλά γενικότερα –λύση ριζική να πούμε. Αλλά ρε φίλε, αν γουστάρεις να την κάνεις, μην πας τζάμπα. Πάρε και δυο τρεις καργιόληδες μαζί σου, να βοηθήσεις και την ανθρωπότητα!»
«Η αυτοκτονία ως πολιτική πράξη, που λένε και οι γραμματιζούμενοι;»
«Κάπως έτσι!»
«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται!» φουρκίζεται ο Τάκης. «Ρε ο άλλος είναι στα όρια, του έχει σμπαραλιαστεί η βαλβίδα να πούμε κι εσύ περιμένεις να σκεφτεί την ανθρωπότητα και να σχεδιάσει ολόκληρη επιχείρηση;»
«Έχεις δίκιο, αλλά κι εσύ είσαι μαλάκας!» παραδέχομαι χρησιμοποιώντας την κλασσική ατάκα Ευθύμη.
«Έτσι ακριβώς», γελάει ο Τάκης.
Την υπόλοιπη ώρα κωλοβαράμε, μέχρι να μας ρίξει η νύστα, ξαπλώνουμε τότε στο μεταλλικό τραπέζι αλλά στο εικοσάλεπτο πεταγόμαστε.
Έξω γίνεται Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, βγαίνουμε στην πόρτα του μαγαζιού και αντικρίζουμε ορδές χουλιγκάνων κυνηγημένες από τα ΜΑΤ.
«Έχουν τελικά», διαπιστώνει ο Τάκης.
Οι βάζελοι αναποδογυρίζουν κάδους, βάζουν φωτιές, ταμπουρώνονται –ξέρουν ότι πρέπει να κρατήσουν αυτό το πόστο μέχρι να σκάσει μύτη το τρένο.
«Καλά –με πούλμαν δεν κυκλοφορούν συνήθως οι οργανωμένοι;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Άντε πες τους το!» απαντάω.
Τα δακρυγόνα πέφτουν βροχή.

Καθόμαστε στα κάρβουνα σαν κλαμένα χταπόδια –οι χουλιγκάνοι έχουν κάνει μερικά αποτυχημένα ντου για να κρατήσουν τους μπάτσους πίσω, μάλλον έχουν χάσει κάποια άτομα στις υποχωρήσεις. Ο καταστηματάρχης βγαίνει δίπλα μας, κοιτάζει, φτύνει στο χώμα.
«Αληταράδες!» λέει. «Έπρεπε να τους πυροβολάνε χωρίς δεύτερη κουβέντα».
«Δε φοβάσαι μη σε πάρει καμιά αδέσποτη;» τον ρωτάω.
«Μπιτ ζαβός είμαι να σταθώ εκεί που ρίχνουν;» κάνει.
«Κι αν περνάει το παιδί σου από τη φασαρία; Ή αν τύχει το παιδί σου να είναι μπλεγμένο στη φασαρία;»
«Τότε κάλλιο να τη φάει τη σφαίρα παρά να γυρίσει σπίτι. Γιατί θα το πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια και θα με κλείσουν φυλακή!»
«Σωστός!» χαμογελάει ο Τάκης.
Πάω στοίχημα ότι γουστάρουμε και οι δυο μας τρελά να του μουντάρουμε του πούστη –αλλά εκείνη τη στιγμή σφυρίζει το τρένο.
«Έλα μαλάκα, όσο προλαβαίνουμε!» φωνάζει ο Τάκης.
Τρέχουμε λοιπόν, μπλεκόμαστε με όσους βγαίνουν και κοντοστέκονται τρομαγμένοι –χωνόμαστε μέσα πριν μας εμποδίσουν τίποτα μυστήριοι σιδηροδρομικοί.
Κοιτάζουμε από το παράθυρο, οι χουλιγκάνοι υποχωρούν συντεταγμένοι –ήδη οι πρώτοι έχουν κρεμαστεί στις πόρτες του τρένου. Χωνόμαστε στις θέσεις μας με κατεβασμένα αυτιά όσο γίνεται χαλασμός στα διπλανά βαγόνια. Ήδη οι μπάτσοι παίζουν ξύλο στην αποβάθρα και τα χουλιγκάνια επιβιβάζονται αλαλάζοντας. Το τρένο ξεκινάει με κίνδυνο να λιώσει τους κρεμασμένους από τις ανοιχτές πόρτες.
«Γουέστερν κανονικό!» θαυμάζει ο Τάκης.
«Ναι –μόνο ο Παλούκι Λουκ λείπει», λέω εγώ.
Χωνόμαστε μέσα στα μπουφάν μας μπας και σπρώξουμε την ώρα με κάποιο ύπνο. Πιάνει όσο να πεις. Επειδή βουλιάζουμε σε μια λασπώδη κατάσταση, ιδρώτας και παγωμάρα, μια χαύνωση που σου ‘ρχεται να σπαράξεις στο κλάμα, έτσι, άνευ λόγου και αιτίας. Δε θέλω να θυμάμαι τίποτα.

Αλλά δεν είναι εύκολο.

«Σηκωθείτε όλοι! Τσακιστείτε από δω!»
Ανοίγω τα μάτια. Στην απέναντι πλευρά του βαγονιού έχουν μπουκάρει οι κανίβαλοι και σπάνε αβέρτα. Ο κόσμος φεύγει έντρομος όσο οι χουλιγκάνοι τσακίζουν τα καθίσματα. Είναι και μεθοδικοί, κρεμιούνται από τα ντουλάπια, ποδοπατάνε τις πλάτες των καθισμάτων μέχρι να σπάσουν. Μετά χρησιμοποιούν τις πλάτες για να ξεκολλήσουν τα υπόλοιπα των θέσεων.
«Θα φύγουμε;» ρωτάει ο Τάκης.
«Βαριέμαι ρε αδερφέ», ψιθυρίζω.
«Εννοείς;»
«Ότι βαρέθηκα να με σπρώχνουν. Κουράστηκα».
«Άρα;»
«Άρα εγώ θα κάτσω –εσύ προχώρα και θα με φέρουν τα παιδιά».
«Άμα κάτσεις εσύ, θα κάτσω κι εγώ –τι μαλακίες είναι αυτές τώρα;»
Κοιταζόμαστε, αρχίζουμε να ξεθηλυκώνουμε τις ζώνες από τα παντελόνια μας. Έχω μετανιώσει τώρα που θα καθίσει κι εκείνος μαζί μου, αλλά δε με παίρνει να κάνω πίσω.
«Δεν ακούσατε ρε; Ξεκουμπιστείτε γαμώ το στανιό σας!» ουρλιάζει ένας βόδακλας από πάνω μας.
«Δε γουστάρουμε να πάμε μέχρι την Αθήνα όρθιοι», λέει ο Τάκης.
«Και ποιος σας ρώτησε παλιομουνόπανα;» ουρλιάζει ο άλλος.
«Κανένας –αλλά θα΄πρεπε», λέω εγώ.
«Κοίτα φίλε –έχω περάσει πολλά, έχω φάει μπόλικο ξύλο υποστηρίζοντας την Πανάθα εκτός έδρας», αιτιολογεί ο τεκμηριωμένος Τάκης. «Αν είναι τώρα να φάω ξύλο από τους δικούς μου –γάμησέ τα! Πάντως, να σηκωθώ από τη θέση δεν πρόκειται».
«Ήσασταν στο γήπεδο;» μουγκρίζει ο βοδινός.
«Δε καταφέραμε να μπούμε. Ήμασταν με τους άλλους στην πόλη», λέει ο Τάκης.
«Αφήστε τους αυτούς εδώ –είναι δικοί μας!» κάνει νόημα ο μαλάκας στους υπόλοιπους που δυσανασχετούν κάπως, επειδή τους κακοφαίνεται να μη μας γαμήσουν.
«Δε θα ΄ρθετε μαζί μας;» ρωτάει.
«Είμαστε κομμάτια –έχουμε πάρει κάτι ύπνους και τα βλέπουμε όλα τρύπια», λέω εγώ.
«Εντάξει –αράξτε παλικάρια», μας εμψυχώνει προχωρώντας προς το επόμενο κάθισμα που χρειάζεται επειγόντως σπάσιμο.
Κλείνουμε πάλι τα μάτια ενώ γύρω μας γκρεμίζεται το σύμπαν. Μετράω, ένα, δυο, δέκα, εκατό –σε κάποια στιγμή ο θόρυβος μειώνεται. Μόνο το τρένο ακούγεται πια –κυλάει στις ράγες θυμωμένο, σε κάθε ευκαιρία ξύνει σίδερο με σίδερο, νιώθω τις σπίθες να πετάγονται κι αυτό μου αρκεί. Η νύχτα προχωράει και μέσα της προχωράμε εμείς.
«Στο σταθμό θα μας περιμένουν σίγουρα οι μπάτσοι», λέει ο Τάκης.
«Είναι, όπως και να το κάνεις, μια ευχάριστη αλλαγή –κάποιος να μας περιμένει», μουρμουρίζω.

Όμως εμείς τι περιμένουμε πλέον; Δε θέλω να ξέρω.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι