Παρασκευή, Φεβρουάριος 27, 2009

"Μακάβριοι οι πτωχοί κι απνεύματοι!"

Είμαι στο Χάρλεμ. Εκεί που οι Πορτουρίκοι σνιφάρουν με ένα τεράστιο καλάμι, τις άσπρες διαχωριστικές γραμμές του δρόμου –περνώντας τες για ράγες κόκας. Και σπρώχνω το τελευταίο γκρέιν, σε έναν Τοξότη, δέκα χιλιάδες μπακς! Κι όπως είμαι φορτωμένο -νιώθω τη Λαίδη Αμέρικα να μου χαϊδεύει το μάτσο.
«Χελό»,λέω, «από σήμερα στο Ρέδιο Αστόρια, δεν θ’ ακούτε τη φωνή της Αμερικής, αλλά την κραυγή». Το ξέρω, το ξέρω –ήμουν ιπτάμενος, αλλά όχι τζέντελμαν.

Κατηφορίζω στο μπαρ και βλέπω πίσω από τη μπάρα την πιο ζόρικη Αφροαμερικάνα του Μπρούκλιν.
«Ε» λέω, «μάμα –πως σε λένε;»
«Γερτρούδη, καλέ πατερούλη! Είσαι μόνος σ’ αυτή την πόλη;»
«Ω, νόου», λέω. «Είμαι μαζί με τη Μαρί τον Χουάν και την Άννα!»
«Τι δουλειά κάνεις Ζόρζ;» μου λέει.
«Ότι έκανε», λέω, «και ο Πήτερ Φόντα, στον Ξένοιαστο Καβαλάρη. Δουλείες με φούντες μπιούτιφουλ λέιντυ».
«Και δε δουλεύεις;» μου λέει.
«Ω, νόου, δεν έχω χρόνο», λέω.
«Κι από τι ζεις;» μου λέει.
«Από φιλοδωρία», λέω.
Και κάνω έτσι και βγάζω το σακούλι με το κακό χορτάρι.
«Τι’ ναι αυτό, Ζώρζ;» μου λέει.
«Είναι αυτό», λέω, «που έκανε το Μπάρυ, Γουάιτ –που ξάσπρισε το μαυρούλη Μπάρυ. Που έκανε τον Γουίλιαμ Μπάροουζ ραίτερ -συγγραφέα. Που έκανε τον Πωλ -Σιδηρό. Είναι κανείς που να νοιάζεται αληθινά για σένα σ’ αυτή την πόλη, μωρό μου;» της λέω.
«Αυτή την εποχή, έχω μόνο φίλους –δεν έχω κάνει δεσμό. Είμαι αέρας, αλλά την έχω δει να δέσω. Είχα έναν άνθρωπο που ήμουνα καψούρα πιο πολύ κι απ΄ το παιδί μου –αλλά έδεσε με μια της μέρας».
«Εγώ τις κυρίες της μέρας, τις κάνω της νύχτας -και τους τα παίρνω».
«Χαλόου», μου λέει «ντάντυ –έχω ένα καλό προαίσθημα για μας. Περίμενε να χύσω τα ξύδια από τις γαλότσες και θα σε κάνω διάσημο και πλούσιο».

Βάζω την κυρά στο κάρο και πηγαίνουμε στο μότελ της. Νοικιάζω τη γαμήλια σουίτα και χαιρετίζω όλους τους ενοίκους. Τα μισά αμερικάνικα στρατά. Τα κορίτσια. Τις μπαλαρίνες. Τους φοιτητές του Στάνφορντ, που έβλεπες στα μάτια τους τα βουνά Παντέρμα της Καλιφόρνια.
«Σαββατοκύριακο δεν έχω φέρει κανένα Ζώρζ», μου λέει. «Μόνο τις καθημερινές. Για να ξεκουμπίζονται νωρίς το πρωί για τις δουλειές τους. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που έρχεται στο γουικέντ -καλέ πατερούλη!»

Πάω να βγάλω τα παπούτσια κι ακούω τις φωνές της μίσες Έστερ.
«Ξεκωλιάρη άντρα», του λέει «θα με σκοτώσεις απόψε!»
«Ε», λέω, «τι γίνεται εκεί δίπλα; Σκοτώνουν τα κολ γκερλ όταν γεράσουν;»
«Είμαι κουρασμένη», μου λέει, «απόψε Ζόρζ. Δεν θέλω να κάνουμε τίποτα. Θέλω να κοιμηθούμε σαν αδερφάκια».
Αλλά... βγάζω πουκάμισο, παντελόνι –βλέπει κορμάκι ζόρικο, πλακώνει με χαϊδεύει, τη χαϊδεύω κι εγώ…
Και την ώρα που νειχύ η γυναίκα, εγώ τη λαχανεύω με το πόδι μου. Κοζάρω που’ναι το πορτοφόλι και με το πόδι προσπαθώ και το τζουρνεύω.

Αποτέλεσμα –με τη γυναίκα αγαπηθήκαμε. Αλλά, όπως μονίμως, άνθρωποι σαν εμένα δεν έχουν ριζικό. Πάνε κι έρχονται οι δρόμοι -αστέρι μου.

Και φεύγω για το Τσεκάγο, που είναι η Καλιφόρνια των μπλουζ και φτιάχνω μια γουάντερφουλ μπάντα και παίρνω όλο το χαρτί.

(Θεοκωμωδία / Στο Χάρλεμ - Ζορζ Πιλαλί)



Τετάρτη, Φεβρουάριος 25, 2009

36. Ένα τσιγάρο και τίποτα

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"

«Η πρώτη έκπληξη πού αισθάνεται κανείς, παρατηρώντας την Ιστορία είναι όταν διαπιστώνει ότι πράγματι, αν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν πιο μικρή, η όψη τού κόσμου θα είχε αλλάξει. Η δεύτερη, ακόμη εντονότερη, είναι όταν βλέπει ότι αυτές οι μύτες είχαν τις περισσότερες φορές τις απαιτούμενες διαστάσεις». Χαϊδεύω τα τυπογραφικά στοιχεία, ξαπλώνω πίσω στην καρέκλα, σημαδεύω το ταβάνι με τον καπνό μου. Μονίμως αποτυγχάνω να πετύχω τους σοβάδες –αλλά δε γαμιέται; Η προσπάθεια μετράει, το λένε όλοι οι ηττοπαθείς. Ξαναβάζω το βιβλίο στο ράφι, δεν το χρειάζομαι σήμερα, επειδή θα τον δω από κοντά, από όσο πιο κοντά γίνεται τέλος πάντων –απόψε θα ραγίσουν τα αγάλματα, απόψε θα κοιτάξουμε στο βάθος της σπηλιάς.

Ξοδεύω περισσότερη ώρα από το συνηθισμένο για να διαλέξω ρούχα, έχει τη φάση του αν λάβεις υπόψη την ποικιλία της γκαρνταρόμπας μου –μαύρα Φρουτ οφ δε Λουμ σκέτα ή μαύρα με στάμπα, τζιν 501 από την αμερικάνικη αγορά ή τζιν Λη από την αμερικάνικη αγορά, δυο μαύρα πουλόβερ κι ένα τζιν μπουφάν. Θέλει σκέψη για να αποφασίσω, όσο να πεις! Ευτυχώς που με βγάζει από τη δύσκολη θέση το τηλέφωνο.
«Πέστο», μουγκρίζω.
«Κωδικός: Παλιά Μαρκίζα», σφυρίζει συνωμοτικά ο Πέτρος.
«Παρασύνθημα;» αναρωτιέμαι.
«Βαμβακάρης», λέει σιγά ο Πέτρος.
«Ο πεθαμένος;»
«Ο γιος του».
«Του πεθαμένου;»
«Ναι».
«Και τι μας διδάσκει αυτό;»
«Οτι ‘οι νεκροί ποτέ δεν πεθαίνουν’!»
«Σωστός! Που χάθηκες εσύ;»
«Τρεχάματα περί ακαδημαϊκής καριέρας...»
«Και τελικά;»
«Φεύγω το χειμώνα για Καλιφόρνια. Ξηγήθηκε η θεία σε κάποιο τοπικό πανεπιστήμιο».
«Ωραίοι είσαστε ρε πούστηδες! Κι εγώ θα μείνω πίσω να τα φυλάω;»
«Έλα κι εσύ!»
«Ναι αμέ! Θα ζητήσω από τον γέρο μου να κόψει ένα τσέκι!»
«Υποτροφία ρε!»
«Για σας είναι αυτά μαλάκα. Που ακούστηκε υποτροφία στα δικά μου; Δεν υπάρχει κοκό στις κοινωνικές επιστήμες».
«Κάποια κακή επιλογή έκανες νομίζω».
«Όλες οι επιλογές κακές είναι –τι να λέμε τώρα. Πες μου καλύτερα περί Μαρκίζα».
«Α ναι! Λοιπόν, κατά τις 10, πλατεία Βαρνάβα, ο χώρος κλιματίζεται».
«Κι από παρέα;»
«Αφρός! Φιλενάδες της Κορίνας –μόνο αυτό σου λέω!»
«Καλά, θα δούμε».
«Μη μας σπας τ΄αρχίδια, μιλάμε για τέσσερις γυναίκες!»
«Εντάξει».
«Λοιπόν, θα τα πούμε εκεί».
«Μισό –να σε ρωτήσω...»
«Πες».
«Ξέρεις οτι η Κλεοπάτρα ήταν αναγκασμένη να έχει μεγάλη μύτη;»
«Από ποιον;»
«Από το ιστορικό γίγνεσθαι».
«Και η Σαμάνθα Φοξ;»
«Τι τρέχει μ΄αυτήν;»
«Ρωτάω –κι αυτή από το ιστορικό γίγνεσθαι είναι αναγκασμένη να έχει βυζάρες;»
«Δεν ξέρουμε ακόμα –τα γεγονότα είναι νωπά».
«Εντάξει –άμα στεγνώσουν ειδοποία μας».
«Δεν θα αμελήσω».
«Γαμιέσαι».
Το τηλέφωνο νεκρώνει –ντύνομαι υπολογίζοντας. Έχω να κατέβω στη σχολή να τον ακούσω, πόσο θα πάρει; Μέχρι τις 9, βάλε 10 το πολύ. Άνετα!

Και η σχολή έχει ντυθεί Ηρώδου του Αττικού –κουρσάρες απέξω, μεσότριβες κυράδες με τουαλέτες, φιόγκοι με γραβάτες –στη γωνία κάτι μαλλιάδες κοροϊδεύουν. Πλησιάζω –γνωστές μούρες. Μαθαίνω οτι το νταβαντούρι θα γίνει στην επίσημη αίθουσα εκδηλώσεων, θα τον αναγορεύσουν κιόλας επίτιμο, πολύ καραγκιοζιλίκι.
«Φέρτον μας μια μέρα στο αμφιθέατρο ρε Κοντό –τι τα θες τα υπόλοιπα;» απορεί ένας μαλλιάς.
«Θέμα πρεστίζ», συμπεραίνει ο άλλος.
«Τι πρεστίζ ρε βλάκα; Εδώ μιλάμε για ανθρώπινο δυναμίτη –δεν έμαθες τι είπε στη συνέντευξη;»
«Τι;»
«Οτι ο Αντρέας τα ξέρασε κανονικά στην Ασφάλεια το ’37!»
«Έλα –πλάκα κάνεις!»
«Να σε γαμήσω! Έτσι έμαθα οτι είπε!»
Ξεκαρδίζομαι. Απέναντι διακρίνω κάτι σκιές μυστήριες να βαδίζουν πλάτη-τοίχο. Μισοκλείνω τα μάτια κόντρα στο μισοσκόταδο.
«Έλα μουνί στον τόπο σου!» λέει ο μαλλιάς δίπλα μου.
«Μαρκήσιος;» απορώ.
«Συν Ζαχαρίας!» σιγοντάρει ο άλλος.
«Τι λες ρε πούστη! Υπάρχουν ακόμα αυτοί;» αναρωτιέμαι.
«Καλά μην τρελαίνεσαι! Το οτι περπατάνε δε σημαίνει τίποτα», με προσγειώνει ο μαλλιάς.
«Θα πάμε μέσα;» ανυπομονώ ξαφνικά.
«Όχι ρε –εδώ θα την αράξουμε στο αγιάζι!» γελάνε οι μαλλιάδες.
Κάνουμε μια γραμμή και πλησιάζουμε τη σημαιοστολισμένη είσοδο.

Η αίθουσα εκδηλώσεων είναι πήχτρα, από την πόρτα της βλέπουμε μόνο σβέρκους, χοροπηδάω στις μύτες μπας και πάρω γραμμή τι συμβαίνει παραμέσα. Εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται ο Άκης με τον Παπ, με βουτάνε άγαρμπα.
«Είσαι μαλάκας;» γελάνε.
«Γνωστό αυτό –αλλά γιατί το λέτε;» απορώ πολιτισμένα.
«Έλα πάνω ρε φίλε να βλέπουμε, τι σκατά κάνεις εδώ πέρα;» αγανακτεί η πλάτη του Παπ καθώς ανεβαίνει τα σκαλιά.
Ακολουθώ. Στον πρώτο όροφο δεν έχει αρχίσει να μαζεύεται ακόμα κόσμος, τα παράθυρα που βλέπουν την αίθουσα εκδηλώσεων είναι ορθάνοιχτα, τρέχουμε να πάρουμε θέση.
«Μάγκες είσαστε τα ζωντανά μου ινδάλματα!» πανηγυρίζω.
«Κάτσε πιο μαζεμένα στο περβάζι τώρα, μη σε φουντάρω κατευθείαν στη φαλάκρα του Κορνήλιου», προειδοποιεί ο Παπ.

Και τι φαλάκρα! Γιουλ Μπρίνερ κανονικός, πέφτουν τα δολοφονικά προβόλια πάνω της και μας τυφλώνει η αντανάκλαση. Φοράει ακόμα την τήβεννο, επειδή προηγουμένως έγινε το τσίρκο της αναγόρευσης σε επίτιμο διδάκτορα –καβαλάω το περβάζι σαν πιθήκι για να μη χάσω τίποτα.
«Κοίτα, κοίτα!» μου σφυρίζει ο Άκης.
«Βλέπω», απαντάω.
«Όχι εκεί ρε βούρλο. Εκεί!» δείχνει χαμηλά.
Κεντράρω κάτω από το τραπέζι κι ανακαλύπτω οτι φοράει κατακόκκινες κάλτσες, φαίνονται όσο διπλώνει ψηλά η τσάκιση του παντελονιού του! Κοιταζόμαστε και οι τρεις μας.
«Θεός!» μουρμουρίζουμε ταυτόχρονα.
Κόσμος πλακώνει τώρα –πήραν χαμπάρι τα παράθυρα και έρχονται να κρεμαστούν δίπλα μας, πέφτει σιωπηλό στριμωξίδι. Γιατί σιωπηλό; Επειδή εκείνος άρχισε να μιλάει.

Έχω ακούσει καθηγητές καταπληκτικούς, ομιλητές παθιασμένους, άνετους, χιουμορίστες, που τα λόγια τους κολλάνε στο μυαλό σου σα μαστίχα. Έχω ακούσει... αλλά καμιά σχέση αδερφέ μου! Όσο μιλάει ο Καστοριάδης τα κουνούπια σταματάνε το βούισμά τους, οι λείες επιφάνειες γκελάρουν τις λέξεις του με σεβασμό –για να μη χαθεί τίποτα. Αναφέρεται συνέχεια στον Πλάτωνα κι εγώ σιχαίνομαι τον Πλάτωνα –αλλά ακούω με το στόμα ανοιχτό, κοφτές φράσεις, μετρημένα σταματήματα, πιάνει τις έννοιες με τα δάχτυλά του και τις αποθέτει στοργικά στον πηχτό αέρα, μετά προχωράει λίγο μακρύτερα, απότομα γυρίζει πίσω και τσακίζει τις ίδιες του τις λέξεις σαν καρύδια. Βγάζει τότε καινούργια νοήματα και πάλι από την αρχή. Στοιχηματίζω οτι αν πέσει το κτίριο και μας πλακώσει λίγοι θα το καταλάβουν. Αλλά κανένας δεν θα κουνηθεί από τη θέση του.

«Αυτό ήταν, τελείωσε», μουρμουρίζει ο Παπ.
Νιώθουμε όλοι πιο ελαφροί –σα να μας έκαναν αφαίρεση ζωτικών οργάνων, στη αίθουσα από κάτω οι επίσημοι έχουν πλακωθεί να σαλιαρίζουν.
«Θα πάμε απέξω να τον χαιρετήσουμε;» ρωτάει ο Άκης.
Τον κοιτάζουμε παραξενεμένοι. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα! Οπότε, τους ακολουθώ προς τον κήπο, κοντοστέκομαι κάθε λίγο να αγγίξω κρύους τοίχους, ξύλινες κουπαστές, σκύβω δήθεν να δέσω το κορδόνι μου, ακουμπάω τα μάρμαρα του διαδρόμου. Σιγουρεύομαι, η σχολή δεν αναπνέει πλέον –εκείνος ήρθε να της κλείσει στοργικά τα μάτια και να μας ανοίξει το δρόμο. Πρέπει να φύγουμε από εδώ πέρα –δε υπάρχει κάτι περισσότερο να κάνουμε.

Αρπάζουμε μπύρες από το απέναντι περίπτερο και καθόμαστε οκλαδόν στο γρασίδι.
«Τώρα μπορώ να αποφοιτήσω με την ησυχία μου!» μουρμουρίζει ο Παπ.
«Ναι, αυτό περίμενες και δεν τελείωνες!» γελάει ο Άκης.
«Λίγο το΄χεις; Αυτό ρε ηλίθιε ήταν σημάδι από το υπερπέραν!» λέει σοβαρά ο Παπ.
Τον κοιτάζουμε με γουρλωμένα μάτια. Ξεκαρδίζεται.
«Που θα συνεχίσετε;» ρωτάω.
«Πλατεία, ξέρω ΄γω;» μουρμουρίζει ο Άκης.
«Παίζει ένα ρεμπετάδικο αν ενδιαφέρεστε...» προτείνω.
«Ντιπ μπαλαλάικα είσαι αγόρι μου!» αγανακτεί ο Παπ. «Μετά από Καστοριάδη ρεμπετάδικο;»
«Και που να πάμε; Λυρική;»
«Το λιγότερο!»
«Ε, να πάτε τότε!»
«Θα πάμε!»
«Κι αν είναι κλειστή η Λυρική πεταγόμαστε πλατεία για κανέναν σούβλακος».
Γελάνε καθώς σηκώνονται, μένω πίσω να τους χαζεύω –καταπληκτικοί μαλάκες! Είμαστε όλοι μας.

Η ώρα είναι ακόμα νωρίς, σκέφτομαι οτι ο Τάκης θα κωλοβαράει σπίτι του. Ξεκινάω κατά κει για να τη σκοτώσω κάπως, την ώρα. Με κεφάλι γεμάτο σφήκες και μάτια καθαρά διακοσμητικά. Η πόλη γύρω μου νυστάζει –τα μαγαζιά κατεβάζουν ρολά. Και είναι τόσο νωρίς ρε πούστη μου!
«Ποιος είναι;» ρωτάει η φωνή από το θυροτηλέφωνο.
«Εγώ».
«Ποιος είσαι εσύ; Αυτός που λέει οτι είναι φίλος του Τάκη;»
Μορφάζω νευρικά. Ο πατέρας του Τάκη, ο ηρωικός κυρ-Δημοσθένης, είναι έξτρα επινοητικός σπαζαρχίδης. Ενίοτε.
«Ναι, αυτός ακριβώς είμαι –σας έλειψα;»
Απαντάει το νιαούρισμα της πόρτας που ξεκλειδώνει αυτόματα, ανεβαίνω σκάλες, μπαίνω στο διαμέρισμα.
«Τι κάνεις ρε μυστήριε; Το διαλύσατε το κράτος ή ακόμα;» ρωτάει ο κυρ-Δημοσθένης κοιτάζοντάς με πάνω από τα γυαλιά του.
«Μπα, αφήνουμε το Μητσοτάκ να καθαρίσει για πάρτη μας», μουρμουρίζω.
«Σκατά στα μούτρα σας ξεφτίλες!» γελάει θυμωμένα εκείνος.
Τραβάω κατά το δωμάτιο του Τάκη –τον βρίσκω να συναρμολογεί κάποιο αεροπλανάκι καθισμένος στο πάτωμα.
«Δεν σου έχει πει κανένας οτι μεγάλωσες πλέον αγόρι μου;» χαμογελάω.
«Ναι, μου το είπανε και μετά τους γάμησα όρθιους –τι γουστάρεις;» μανουριάζει εκείνος.
«Μα, αεροπλανάκια συναρμολογούμενα;»
«Ναι, θες να βοηθήσεις μπας και τελειώσω κάποτε;»
Κάθομαι γελώντας, βγάζω τσιγάρο.
«Απαγορεύεται το καπνίζειν», λέει ο Τάκης.
«Το πτύειν επιτρέπεται;» ρωτάω εγώ.
«Καβλωμένος μου ήρθες».
«Τι να σου λέω τώρα! Τέλος πάντων –πότε θα πάμε στο μαγαζί;»
«Αργότερα».
«Βρεθήκατε με Πέτρο;»
«Ναι –στα είπε τα δικά του έτσι; Κανονίζουμε σωστή φάση στο Αμέρικα, δυο ώρες δρόμο θα είμαστε. Με το αεροπλάνο βέβαια, αλλά...»
«Δε μ΄ενδιαφέρει να μάθω», τον κόβω.
«Εντάξει, ότι γουστάρεις...»
«Με την Κορίνα πως πάει;»
«Καλά, μια χαρά... Εσύ;»
«Άψογα. Η Έλσα την έκανε μετά τη μοιραία συνάντηση...»
«Ναι ε;»
«Ναι. Και με το δίκιο της η κοπέλα...»
Αφήνει κάτω το μισοτελειωμένο κοκπίτ, κλείνει το μπουκαλάκι της κόλας με προσοχή.
«Δε με κόφτει καθόλου το δίκιο του κόσμου –όποιος το ‘χασε, να πάει στον ΟΗΕ. Εσύ μου λες τι θα κάνεις;»
Παίζω με το πακέτο μου, βγάζω πάλι ένα τσιγάρο.
«Άναψέ το το γαμήδι!» αγανακτεί ο Τάκης.
Το ξαναβάζω στο πακέτο.
«Λοιπόν, τι θα κάνω; Δεν ξέρω, δε μ΄ενδιαφέρει κιόλας. Υποθέτω οτι θα τελειώσω τη σχολή λίαν συντόμως...»
«Κόψε μωρέ τις πίπες! Άλλο σε ρωτάω!»
«Τι θες δηλαδή; Να την κυνηγήσω; Και μετά; Αραχτός στην κουνιστή μου πολυθρόνα θα τη χαζεύω να μεταμορφώνεται από γυναίκα σε σκιά; Φιλοσοφώντας περί ελεύθερης βούλησης την ώρα που θα κρατιέμαι με το ζόρι μην την αρπάξω από το μαλλί και τη συνεφέρω με χαστούκια;»
Χαμογελάει.
«Δε σε ρώτησα για την Άλεξ –για την Έλσα σε ρώτησα αν σκοπεύεις να κάνεις κάτι».
«Σωστά», ψιθυρίζω κάπως ντροπιασμένος.
«Κέρνα τσιγάρο», λέει.
«Απαγορεύεται το κάπνισμα», απαντάω.
Αλλά του δίνω. Εγώ δεν έχω πια όρεξη.
«Θα καείς γι΄αυτό, Χάρυ Έιντζελ!» μουρμουρίζει.
«Ξέρω. Στην κόλαση», συμπληρώνω την ατάκα.
«Κάπνισε το υπόλοιπο μέχρι να ντυθώ», μου πετάει το τσιγάρο ενώ σηκώνεται.
«Ξέρεις κάτι; Νομίζω οτι λιγόστεψαν οι μέρες μας –έτσι δείχνουν τα πράγματα», ψιθυρίζω.
«Και λοιπόν; Μήπως καλοπερνάγαμε και δεν το πήρα είδηση;» αναρωτιέται.
Έξω από το τζάμι του περνάνε γραψαρχίδικα τα αυτοκίνητα, η άσφαλτος είναι μουσκίδι, σταγόνες αιωρούνται σε καπνισμένα ντουμάνια. Ποιος πούστης καταβρέχει συνέχεια την άσφαλτο ποτέ δεν έχω καταλάβει.
«Φύγαμε;» αδημονεί ο Τάκης.
«Υπάρχει κάποιο σχέδιο υποθέτω», λέω εγώ.
«Θα πάρω αμάξι γέρου καθότι οι γκόμενες κυριλέ κι έτσι», μουρμουρίζει ο Τάκης.
Βγαίνουμε –πέφτουμε πάλι πάνω στον κυρ-Δημοσθένη.
«Για που το βάλατε;»
«Λέμε να ασχοληθούμε αποκλειστικά με το σεξ σήμερα πατέρα», πληροφορεί ο Τάκης.
«Σιγά μη σκίσετε καμιά κυλότα!» γελάει εκείνος.
«Μπα δεν το βλέπω, καθότι φετιχιστές», μουρμουρίζω εγώ.
«Πως το ‘πες αυτό; Αυνανιστές;» κάνει τον κουφό ο κυρ-Δημοσθένης.
«Έτσι ακριβώς», ψευτογελάω.

Χτυπάμε το κουδούνι του Πέτρου, μας λέει οτι κατεβαίνει αμέσως –οπότε αράζουμε για τσιγάρο. Είναι γνωστή η ταχύτητα απόκρισης του Πέτρου.
«Λένε τίποτα οι υπόλοιπες;» ρωτάω τον Τάκη.
«Έτοιμες για όλα!» περηφανεύεται.
«Εντάξει, εγώ τότε να πηγαίνω», ψιθυρίζω.
«Έλα μωρέ μαλάκα! Κόψε τη σάχλα!»
Ο Πέτρος κατεβαίνει φορώντας ήδη τα γάντια του, μας χαιρετάει και πλακώνεται να ξεκλειδώσει τη μηχανή.
«Κομβόι κι έτσι;» χαμογελάει.
«Μέσα είσαι», απαντάει ο Τάκης.
Ξεκινάμε για το σπίτι της Κορίνας που μας περιμένουν οι κοπέλες. Συγκρατημένα ενθουσιώδεις. Στο βγάλσιμο της λεωφόρου ο Τάκης στρίβει με χειρόφρενο, ο Πέτρος φρενάρει ανάποδα, εγώ δεν έχω όρεξη. Κάτω από το σπίτι της, κορνάρουμε μανιασμένα, γκαρίζοντας.
«Κορίνααααα!!!!»
Βγαίνει στο μπαλκόνι στολισμένη.
«Καλώς τ΄αγόρια μου!» πανηγυρίζει.
«Την καλύτερη ιδέα θα έχει η γειτονιά για πάρτη της», ψιθυρίζω στον Τάκη.
«Κωλώνει η Κορίνα;» αναρωτιέται ρητορικά εκείνος.
Οι κοπέλες κατεβαίνουν μετά το καθιερωμένο στήσιμο, χαιρετούρες, γελάκια και μπόλιμα σουξουμούξου.
«Που είναι το κορίτσι σου;» με δείχνει επιτιμητικά η Κορίνα.
«Νάτο», κάνω εγώ δείχνοντας τον Πέτρο.
«Είσαι λίγο παλιομαλάκας ή μου φαίνεται;» χαμογελάει εκείνη.
«Το ‘λίγο’ μου άρεσε!» επικροτεί ο Τάκης.
«Εγώ θέλω να πάω με μηχανή!» απαιτεί μια ξανθιά με μίνι φούστα.
«Κι εγώ, κι εγώ!» τσιρίζει η διπλανή της.
Δεν χρειάζεται να συνεννοηθώ με τον Πέτρο, θα πάρει την ξανθιά, θα πάρω την άλλη. Έτσι πάει.
«Να μου προσέχετε τις φίλες μου ρεμάλια!» προειδοποιεί η Κορίνα.
«Μην ανησυχείς –ντυμμένες θα στις επιστρέψουμε», την καθησυχάζει ο Πέτρος.
Η δικιά μου φαίνεται ολίγον σχίζο, μέχρι ν΄ανέβει στη μηχανή χαχάνιζε και κορόιδευε ασύστολα, με το που ανέβηκε μετατράπηκε σε αγνή, αμόλυντη παρθένα. Κοκκινομάλλα, διακριτικές φακίδες στις άκρες των ματιών –όμορφη νομίζω.
«Πως σε λένε;» ζητάω να μάθω.
«Σόνια», ψιθυρίζει στ΄αυτί μου.
«Ρεντ Σόνια», διευκρινίζω.
«Τι;»
«Τίποτα».
Ο Πέτρος μου κλείνει το μάτι δείχνοντας το αμάξι του Τάκη –στην πίσω θέση μια ξινισμένη πιτσιρίκα, όλως τυχαίως, η ασχημότερη.
«Θα τους γαζώσει κανονικά», γελάει.
«Τα καλά της μόνιμης σχέσης», παρατηρώ.
Ξεκινάμε.

Η κοκκινομάλλα πίσω μου κάθεται σα στυλιάρι –πρέπει να τη θυμάμαι σε κάθε στροφή, μην την αδειάσω στο βγάλσιμο.
«Έλα πιο κοντά, δε δαγκώνω», της λέω.
«Καλά είμαι κι έτσι», απαντάει.
Στ΄αρχίδια μου τελικά.

Φτάνουμε έξω από το μαγαζί όπου την ξεφορτώνομαι όλο τακτ, από δίπλα ο Πέτρος με την ξανθιά μαλακίζονται.
«Εννοείς αυτό που κατάλαβα;» τη ρωτάει με υφάκι.
«Δεν ξέρω, αλλά φοβάμαι να ρωτήσω», χαχανίζει εκείνη.
Μπαίνουμε στο μαγαζί μπερδεμένοι, μια κυρούλα κρατάει γκαρνταρόμπα, αλλά δεν έχει τίποτα να πάρει από μας. Η αίθουσα είναι συμπαθητική, κάπως «αγιόκλημα και γιασεμί», αλλά τέλος πάντων. Κόβω κίνηση, σκοπεύω να καθίσω δίπλα στη στρίντζω του αμαξιού, αφού δεν έχω μέλλον τουλάχιστον αν καλύψω τους υπόλοιπους. Κάθεται, κάθομαι, έρχεται η κοκκινομάλλα, της λέει κάτι στ΄αυτί, η στριμένη δυσανασχετεί (φυσικά) αλλά σηκώνεται και δίνει τη θέση της. Ανάθεμα τις γκόμενες –με λίγα λόγια.

Ο Στέλιος ο Βαμβακάρης ανεβαίνει στο πάλκο, είναι ένα κεφάλι ψηλότερος από τους υπόλοιπους της κομπανίας –έχει και δυο γκόμενες να τον πλαισιώνουν, όχι παίζουμε! Μας κοιτάζει όπως ο μάγειρας το ιμάμ, μετά σκύβει κι αρχίζει να γραντζουνάει. Γενικά βγάζω καντήλες με το μπουζούκι, αλλά ο τύπος το σκίζει το όργανο σε στυλ πάνκικο –όλο συγχορδίες κι από σόλα μηδέν. Γουστάρω κάπως. Κι εκείνος κοπανάει το τραγούδια του στο πλακάκι, βιάζεται, βαριέται ή απλώς δεν είναι εδώ.Ένας τυπάκος με γιλέκο σκάει πάνω από τα κεφάλια μας, παραγγέλνουμε Τσάνταλη με τα σχετικά φρούτα.
«Λες να φέρει τίποτα μπανάνες;» κλείνει το μάτι ο Πέτρος στην ξανθιά.
«Πολύ μιζέρια τα φρούτα», μουρμουρίζει ο Τάκης.
«Γιατί καλέ; Πάνε με το κρασί, δε βρωμάει και το στόμα!» κακαρίζει η Κορίνα.
«Σκέτη ραδιοφωνική διαφήμιση η δικιά σου!» λέω εγώ.
«Αλλά και πάλι... Φρούτα ρε γαμώτο!» συνεχίζει ο Τάκης.
«Θα προτιμούσες τίποτα τζατζικάκι με γύρους;» ρωτάει πονηρά η Κορίνα.
Ο Τάκης αλληθωρίζει, η Κορίνα με κοιτάζει δήθεν απελπισία κι εγώ κουνάω το κεφάλι –ο Τάκης τρώει το τζατζίκι με τη γαβάθα, γνωστό αυτό.
Έρχονται τελικά κάτι πορτοκάλια και μήλα με κανελίτσα –σκέτο γηροκομείο. Τα χλαπακιάζουμε σπρωγμένα με κρασί, γαμιέται κανονικά το στομάχι μου στην καούρα. Τρώω μια τσιμπιά τότε, στο εντελώς ξεκάρφωτο. Πετάγομαι.
«Μίλα καλέ στο κορίτσι!» σφυρίζει η Κορίνα στο αυτί μου.
«Και γι΄αυτό με τσιμπάς γαμώτο! Άντε παράτα μας!» μουγκρίζω.
«Σταμάτα να το παίζεις και μίλα της μη χεστούμε!»
Κοιτάζω απορημένος.
«Ρε Κορινάκι, αυτή είναι μουγκή ας πούμε!»
«Είναι επειδή ντρέπεται...»
«Είναι επειδή ντρέπεται –εντάξει, θα δω τι θα κάνω», λέω και την ξεφορτώνομαι.
Ο Βαμβακάρης ξηγιέται κάτι τσιφτετέλια, οι γκόμενες ανεβαίνουν πάνω, οι γκόμενοι στα γόνατα και στο παλαμάκι –ζωοπανήγυρις. Ο Πέτρος με την ξανθιά, μέσα στα κόλπα φυσικά.
«Λοιπόν Σόνια; Πως σου φαίνεται το μαγαζί;» πετάω την τυπικούρα μου.
«Μια χαρά. Θες να πάμε στην τουαλέτα για μπαλαμούτιασμα;» λέει εκείνη ήσυχα.
Ένα κομμάτι μήλο κάθεται στο λαιμό μου, ξεσκίζομαι στο βήχα. Το παθαίνω αυτό με τις ντροπαλές αν θες να ξέρεις!
«Κάπως ξεκάρφωτο, νομίζω» λέω τελικά.
«Μαλακίες. Αφού γουστάρεις...»
«Και που το ξέρεις για πες μου; Σπουδάζεις μέντιουμ;»
«Όχι αλλά έχω κάνει διατριβή στους μαλάκες!»
«Σωστή!» χαμογελάω. «Φύγαμε λοιπόν».
Σηκώνεται πρώτη γιατί ακόμα δεν έχω ψηθεί περί της σοβαρότητάς της –ακολουθώ κι εγώ μετά. Οι τουαλέτες μυρίζουν χλωρίνη άρωμα τριαντάφυλλο –σκέτη αηδία. Διαλέξαμε «γυναικών» -χωρίς να το συζητήσουμε. Μπαίνουμε, κλειδώνουμε πίσω μας, εκείνη κολλάει αναγκαστικά πάνω μου. Σκύβω να τη φιλήσω –και είμαι δυο πόντους πριν το καταφέρω, όταν με σπρώχνει πίσω -γονατίζει φάτσα με τη λεκάνη. Μετά αρχίζει να ξερνάει ανελέητα. Κάποιος ρομαντισμός!

Την κρατάω από τους ώμους όσο τραντάζεται. Ίσως κιόλας να ψιθυρίζω καθησυχαστικά, «δεν τρέχει τίποτα», «θα περάσει», «ηρέμησε»... «ίσως» λέω. Μετά τη βοηθάω να σταθεί στα πόδια της, ευτυχώς η τουαλέτα έχει νιπτήρα, σκοπεύω να τη χώσω κάτω από το τρεχούμενο νερό –έχει όμως τις αντιρρήσεις της.
«Βγες έξω σε παρακαλώ», μου ζητάει.
«Θα τα καταφέρεις;»
«Ναι –μια χαρά».
Βγαίνω λοιπόν. Το στομάχι μου έχει δεθεί φιόγκος, ανάβω ένα τσιγάρο να διώξω τη μυρωδιά αλλά ανακατεύομαι χειρότερα. Αποφασίζω να ρίξω ένα κατούρημα στη διπλανή τουαλέτα –έτσι, για την τιμή των όπλων.
Την προλαβαίνω καθώς βγαίνει. Έχει κάπως σενιαριστεί –αλλά το στραπάτσο ακόμα φαίνεται.
«Πάμε λίγο έξω να πάρεις αέρα», προτείνω.
Με ακολουθεί με το κεφάλι κάτω. Είναι ένα συμπαθητικό κορίτσι τελικά –ένα συμπαθητικό, μικρό κορίτσι.

Καθόμαστε στο πεζοδρόμιο έξω από το μαγαζί και χαζεύουμε τις βάρκες που κουνιούνται στο βάθος της πλατείας.
«Σε χάλασε το κρασί;» ρωτάω.
«Ο συνδιασμός», απαντάει.
«Μαύρο;»
«Χάπια».
«Αρχίδια! Τι τα θες εσύ αυτά;»
Με κοιτάζει σχεδόν απορημένη.
«Προσπαθώ να τα βγάλω πέρα», απαντάει.
«Μάλιστα! Η μικρή Σόνια προσπαθεί να τα βγάλει πέρα!» χαμογελάω.
«Δεν είμαι μικρή!»
«Ότι πεις».
Σωπαίνουμε τότε –μια παρέα περνάει δίπλα μας και μπαίνει στο μαγαζί.
«Αλλιώς τα είχαμε σχεδιάσει γι΄απόψε...» μονολογεί.
«Πως δηλαδή; Κραιπάλη και αχαλίνωτο σεξ;» κοροϊδεύω.
«Να ξεκολλήσουμε κυρίως. Απ όλα...»
«Όπου ‘όλα’ σημαίνει κάποιος γκόμενος;»
Γελάει.
«Και αυτό...»
«Κρίμα λοιπόν που δεν επωφελήθηκα από το πήδημα αντεκδίκησης!»
«Βγάλτη σκούφια σου... Αφού κι εσύ στα ίδια είσαι, μου είπε η Κορίνα...», γελάει ντροπαλά.
«Σωστά –όλοι τα ίδια σκατά είμαστε. ‘Κι ας είναι πάντα γεμάτο κόσμο/ όλο και κάποιο δωμάτιο θα βρεθεί/ για τους εραστές με τις ραγισμένες καρδιές/ να κλάψουν μέχρι κατάθλιψης’. Έτσι δεν πάει;»
Με κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει.
«Άστο», λέω, «παλιές ιστορίες».
Σηκωνόμαστε χωρίς άλλη κουβέντα, πηγαίνουμε να βρούμε τους υπόλοιπους. Και τους βρίσκουμε –ότι έχει απομείνει τουλάχιστον. Επειδή ο Πέτρος με την ξανθιά έχουν εξαφανιστεί στα ενδότερα, αποδεικνύοντας οτι διαθέτουν δυνατότερα στομάχια, νομίζω.
Ο Τάκης δε βλέπει την ώρα να τελειώνει η σεμνή τελετή, η στριμένη πέφτει από δίπλα στη Σόνια γεμάτη ενδιαφέρον, διακρίνοντας κάποια προοπτική να γαμηθεί εντελώς η σημερινή έξοδος. Κι εγώ ανάβω τσιγάρο κοιτάζοντας τον Σπύρο Φωκά να χορεύει μόνος του ζεϊμπέκικο, «Άνοιξα πόρτα στη ζωή» -τραμπαλίζω ανάμεσα στο θαυμασμό και το γιουχάισμα. Αλλά δε νιώθω –κατάλαβες; Κι επειδή δε νιώθω δε βλέπω το λόγο, δε βλέπω απολύτως κανένα λόγο.

Για τίποτα.

«Την κάνουμε;» ρωτάει ο Τάκης.
«Από λίγο-λίγο...» απαντάω και αρχίζω να μαζεύω τα πράγματά μου. Μετράω κεφάλια, λειψοί είμαστε.
«Που είναι η Λένα;» τσιρίζει η στριμένη.
«Λένα; Ποια Λένα;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Η θεία Λένα», υποθέτω.
«Α, αυτή...»
«Δεν θα τους περιμένουμε;» απορεί η Σόνια.
«Κανείς δε θα σε περιμένει», ψευτοτραγουδάω εγώ.
«Τι είναι πάλι αυτό;» ρωτάει η Σόνια.
«Τίποτα», λέω.

Οι κοπέλες φεύγουν μαζί με τον Τάκη, η Κορίνα με κοιτάζει στραβά που δεν προωθήθηκα στη φιλενάδα της κι εγώ... Τι εγώ;

Εγώ –τίποτα.

Παρασκευή, Φεβρουάριος 20, 2009

Καταργήστε το αλσύλλιο!

Έχεις τώρα ένα δασάκι στη γειτονιά σου –τεφαρίκι, περιφραγμένο, με μπόλικες τρύπες στο συρματόπλεγμα και μια πόρτα ανοιχτή να μπαίνει ο κόσμος να χαίρεται τις τσάρκες του. Το΄χεις; Ας πούμε πως ναι. Κοίτα τι συμβαίνει μ΄αυτό το δασάκι –μέσα στην καχεξία είναι, σαχλαμάρες κατάσταση αν το δεις σα βιότοπο κι όλα τα σχετικά. Αλλά είναι ιστορικόν, συμβολικόν και προστατευμένο.

Διότι, πριν κάμποσα χρόνια, είχανε μαζευτεί εκεί μέσα κάτι μαλλιάδες, διαμαρτύρονταν για την πολιτική κατάσταση και μπήκαν οι Ούννοι και τους κατασκότωσαν –μαζεύονται λοιπόν κάθε επέτειο οι διάφοροι τζιτζιφιόγκοι και μιλάνε περί ελευθερία, δημοκρατία, αγωνιστικό μήνυμα, πωλούνται και ντονέρ από πλανόδιους, παθαίνουν τσίρλα οι πιο τολμηροί που τα χλαπακιάζουν –βρωμίζουν το δασάκι και πάνε όλοι σπίτια τους περήφανοι.

Λόγω αυτών των ιστορικών γεγονότων στο δασάκι βγήκε, που λες, ένας νόμος, οτι «ο χώρος είναι ιερός και απαραβίαστος, να έρχεται ο κόσμος εδώ μέσα, να λέει τις ιδέες του, να συζητάει –εντάξει, αν βρεθεί κανένα εγκληματικό μούτρο που πάει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση θα μπουκάρουν οι αστυνόμοι και θα το βουτάνε αυθωρεί, αλλά πέραν τούτου –νον πασαράν». Με πιάνεις;

Μια μέρα λοιπόν είχανε μαζευτεί κάτι παιδιά στο δασάκι και διαμαρτύρονταν κατά τα γνωστά. Μπουκάρουν τότε διάφοροι μπετατζήδες της αγωνιστικότητας, κάνουν τα παιδιά ασήκωτα από το ξύλο και τα πετάνε έξω από το δασάκι. Πάει αυτό –έγινε.

Μια άλλη μέρα ξαναμαζεύονται άλλα παιδιά να διαμαρτυρηθούν. Έρχεται ο κοινοτάρχης της περιοχής δασακίου, ειδοποιεί τους Ούννους, «βγάλτε τα έξω τα κωλόπαιδα και μου τρομάζουνε τη φύση με τις φωνές τους –πως θα μαζέψω εγώ σάλιαγκες να τους πουλήσω για έδεσμα;» Μπαίνουν οι Ούννοι, πλακώνουν πάλι τα παιδιά, τα τσουβαλιάζουν με συνοπτικές διαδικασίες. Πάει κι αυτό –έγινε.

Αλλά τα παιδιά δεν έχουνε μυαλό, άσε που όντας ευκολόπιστα, νομίζουν οτι εφαρμόζονται οι νόμοι που προστατεύουν το δασάκι. Δώστου λοιπόν να ξαναμπαίνουν μέσα –τι να κάνει ο κοινοτάρχης; Αποφασίζει να ξηγηθεί ρελάνς, μπαίνει κι αυτός στο δασάκι και λέει «ελεύθεροι εσείς να διαμαρτύρεστε, ελεύθερος κι εγώ να βολτάρω». Καλώς; Υπέροχα κι ο Βολταίρος χάρισμά σου! Έλα όμως που ο κοινοτάρχης είναι ολίγον μουχρίτσα και αρχίζει το νταραβέρι μέσα στο δασάκι, «περάστε κόσμε, κερνάω και καφεδάκι, φέρτε τα ζωντανά σας να βοσκήσουν στο παχύ γρασίδι, ανοίξαμε και σας περιμένουμε!» Στραβώνουν τα παιδιά. «Για στάκα ρε μεγάλε», του λένε, «εμείς εδώ διαμαρτυρόμαστε, πως την είδες –να μας το κάνεις τσίρκο;» «Διατί παρακαλώ;» απορεί τάχαμου ο κοινοτάρχης. «Ελεύθεροι εσείς, ελεύθερος κι εγώ –ζήτω η ελευθερία!» «Ναι, αλλά εσύ μας γαμείς κανονικά με αυτά που κάνεις! επειδή εμείς αποφασίσαμε να κλείσουμε το δασάκι για να διαμαρτυρηθούμε –αν εσύ πας και το ανοίγεις, τι σκατά διαμαρτυρία θα κάνουμε;» Φουντώνει ο κοινοτάρχης. «Είσθε ανάγωγοι και αντιδημοκρατικοί –διότι δεν σέβεστε την ελευθερία μου! τι είναι η δημοκρατία κύριοι; να γαμείς τις ελευθερίες του άλλου προτάσσοντας τις δικές σου, αυτό είναι! έχω λοιπόν δημοκρατικό δικαίωμα!» Τον βουτάνε τον καλό σου και τον πετάνε έξω τα παιδιά –μένει ο κοινοτάρχης να ωρύεται περί «τραμπουκισμού», με νιώθεις;

Επειδή τώρα δεν μπορεί να τραβάει κορδόνι η όλη κατάσταση κι επειδή ο κοινοτάρχης εκλέγεται από μπετατζήδες αγωνιστές ή μπακαλόγατους που την έχουν δει μεγαλέμποροι (καθότι, δημοκρατία έχουμε –πως αλλιώς;) κοίτα τι σκαρφίζεται. Δίνει σκοινί και σαπούνι στους παραπάνω νομοταγείς και εφαρμόζει το σύστημα «βαράτε πρώτα και ρωτάτε μετά». Κι αυτό έγινε –για χρόνια πολλά, ακόμα γίνεται.

Όμως αυτά τα παλιόπαιδα είναι επίμονα. Φτου κι απ΄την αρχή να μπαίνουν στο δασάκι κι άντε να μαζεύεις κάθε φορά τους ψωμωμένους για να τους πετάξεις έξω. Απηύδησαν οι άνθρωποι –μέχρι και πληρωτούς φέρανε να ρίχνουν ξύλο και προκοπή δεν είδαν! Σκέφτηκαν λοιπόν να βρουν μια λύση ριζική –γιατί έχουν και δουλειές, δεν μπορούν να κάνουν τους πορτιέρηδες στο δασάκι. «Ρε θυμάσαι τι παστρικά γίνονταν τα πράγματα όταν μπαίνανε μέσα οι Ούννοι; Σκοτώνανε και δεν πλερώνανε –μερακλίδικες δουλειές!» Ναι, αλλά πως να το φτιάξεις το πράγμα; Που είναι αυτός ο κωλονόμος και λέει οτι τα όργανα επεμβαίνουν ΜΟΝΟ αν υπάρχει έγκλημα; Έγκλημα η διαμαρτυρία; Σαφώς –αλλά δεν το λέμε παραέξω, μη μας περάσουν για αυτό που είμαστε! Πως θα γίνει λοιπόν;

Βρίσκεται τότε ένας μάγκας σπουδαγμένος στας Ευρώπας κι ανοιχτομάτης. «Ρε σεις, ο νόμος λέει οτι προστατεύει τις ιδέες, αλλά δεν ξεκαθαρίζει σε ποιους πρέπει να ανήκουν οι ιδέες αυτές!» αγορεύει. «Μα, έχουν ιδιοχτησία οι ιδέες;» αναρωτιέται ο κοινοτάρχης. «Σαφώς, κι αν δεν το ξέρεις ντροπή σου που φοράς γραβάτα πτι καρό!» νευριάζει ο σπουδαγμένος. «Επειδή κύριος, άλλο οι ιδέες των κατοίκων της περιοχής δασακίου και ΑΛΛΟ ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΓΕΝΙΚΩΣ! Τις πρώτες να τις προστατεύσουμε χίλιες φορές! Ιδέες είναι, ιερά πράγματα! Αλλά τις υπόλοιπες; Λέει πουθενά ο νόμος οτι πρέπει να προστατεύουμε οτι ιδέα κυκλοφορεί στον αέρα; Τι είναι δηλαδή –κοτσύφια, προστατευόμενο είδος, οι ιδέες;» Μένουν τα σοφά λόγια του σπουδαγμένου, σερμαγιά –να δουλεύουν υπογείως.

Γίνονται μετά πολλά και διάφορα –φασαρίες, συζητήσεις, ομιλίες... «Κοινωνικές ζυμώσεις» που λένε και οι φουρνάρηδες της πολιτικής. Μέχρι που μια ωραία πρωία, πάει ένας κοινοτάρχης άνευ δασακίου, επίτιμος προσκεκλημένος, να αναπτύξει τις απόψεις του μέσα στο δασάκι. Έχει ακουστεί οτι ο συγκεκριμένος «άνευ» είναι της θέσης «οι ιδέες των περιοίκων καλές, οι υπόλοιπες ιδέες για τα μπάζα» -εντάξει; Σκάνε τότε κάτι κουμάσια μπαλ μασκέ και του ρίχνουν μισό καντάρι ξύλο.

«Αίσχος!» ωρύεται η ένωση κοινοταρχών απανταχού δασακίων.
«Τρομοκρατία!» σιγοντάρουν οι καρακάξες των γύρω δέντρων.
«Να καταργηθεί ο νόμος συνολικώς!» τραγουδάνε πρίμο σεκόντο.
«Εμείς πάντως δεν είμαστε τραμπούκοι σαν και τα μούτρα σας να ρίχνουμε ξύλο», λένε τα παλιόπαιδα τα διαμαρτυρόμενα –αλλά δεν έχει σημασία.
Κανείς δεν τους ακούει –τι το περάσαμε εδώ; «Αυτοί το κάνανε και έτσι είναι επειδή το λέμε εμείς! Σιγά μην τους δώσουμε και λόγο, τόσα χρόνια τους βαράμε –ήρθανε τώρα να μας πουν οτι δεν είναι τραμπούκοι; Ε, τότε γιατί τους βαράμε εμείς δηλαδή; Τζάμπα; Ποσώς! Αυτοί φταίνε, πάει και τελείωσε!»

Κι έτσι, δώσανε-πήρανε, καταλήξανε στο φιλοσοφημένο συμπέρασμα «επειδή δεν θέλουμε να διαμαρτύρονται τα παιδιά στο δασάκι κι επειδή δεν καταφέραμε τόσα χρόνια να καταργήσουμε τα παιδιά, θα καταργήσουμε το δασάκι!» Υπογραφή –Καρτέσιος.

Εντάξει, μπορεί το παραμυθάκι από πάνω να έχει νοητικά χάσματα –μην το πάρεις τις μετρητοίς. Είπα να το φτιάξω έτσι γιατί βαρέθηκα την ίδια κουβέντα, τόσα χρόνια. Θα μπορούσα να σου γράψω για τα ΚΝΑΤ στο Χημείο, για τον Σταθόπουλο τον πρύτανη των ΜΑΤ, για τον Φίλια και τους υπόλοιπους που προσπαθούσαν πλάγια να σπάσουν τις καταλήψεις σχολών, για τους ΔΑΠίτες που βαράνε αβέρτα-κουβέρτα... Δεν υπάρχει λόγος, τα ξέρεις όλα αυτά.

Δεν χρειάζεται βέβαια να αναφερθώ στις ευθύνες των κομματικών, συλλόγων και καθηγητών –ούτε στις, από μέρους τους, παραβιάσεις του ασύλου. Και δεν βλέπω λόγο να κουβεντιάσω την απίθανη άποψη περί κοπυράιτ των ιδεών. Ούτε θα ασχοληθώ με την περίπτωση Πανούση, γιατί, ναι μεν το άτομο είναι καθηγητής των σαλονιών και των ψηφοδελτίων, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι υπάρχει λόγος να τις αρπάζει από τον κάθε μαλακοπίτουρα. Επαναλαμβάνω –μαλακοπίτουρα! Στην καλύτερη των περιπτώσεων, για να μην το πάμε σε στημένο επεισόδιο και άλλα γραφικά.

Θα δεχτώ οτι όλα αυτά είναι σωστά και τεκμηριωμένα και θα υποθέσω οτι αλλάζει ο νόμος του ασύλου. Πως το βλέπετε δηλαδή;

-Θα έχει η αστυνομία το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει όποτε γουστάρει; Για να κάνει τι; Να συλλάβει παραβάτες του νόμου; Μα αυτό το δικαίωμα το έχει και τώρα! Το εξασκεί; Μπα! Γιατί; Άντε ρώτα τους.
-Θα βρίσκεται η αστυνομία μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους; Για ποιο λόγο; Για να εμποδίζει την εισβολή ταραξιών; Μα αυτό το κάνει και τώρα αν θέλει, αποκλείοντας τις εισόδους των πανεπιστημίων.
-Να υποθέσω οτι η αστυνομία θα περιπολεί μέσα για να μη γίνονται καταλήψεις από εξωπανεπιστημιακούς; Ωραίο αυτό, ας το υποθέσω! Και πως θα τα καταφέρνει; Θα κάθονται μπάστακες στις πύλες και θα αφήνουν μόνο τους φοιτητές να μπαίνουν μέσα στις σχολές; Κι αν ναι, ποιους φοιτητές; Μόνο της συγκεκριμένης σχολής ή γενικά; Τα ΤΕΙ θα μπαίνουν ή θα τρώνε πόρτα; Επειδή, άλλο φοιτητές και άλλο σπουδαστές –νομίζω; Κι όταν πάει να κλείσει η πύλη θα ζητάνε ταυτότητα; «Συγνώμη συνάδελφε, να δω το πάσο σας; Α, μάλιστα –τριτοετής είστε, αμπαρώστε με την ησυχία σας! Και συγνώμη που σας πέρασα για αλήτη, μα σουλουπωθείτε κι εσείς λίγο!»

Εντάξει, ας κόψω την πλάκα, «η κατάργηση του ασύλου, σκοπό θα έχει να προστατεύσει την πανεπιστημιακή περιουσία από βανδαλισμούς καθώς και την σωματική ακεραιότητα των καθηγητών και φοιτητών από τραμπουκισμούς όπως αυτοί που συνέβησαν πρόσφατα», εκεί δεν εστιάζεται το θέμα; Μ΄αρέσει που ήθελα να κόψω την πλάκα!

Γιατί πως θα γίνει αυτή η προστασία της πανεπιστημιακής περιουσίας, πείτε μου να ξέρω! Φύλαξη των χώρων από την αστυνομία σε μόνιμη βάση; Σε στυλ Εξάρχεια, που εδώ και κάτι χρόνια μοιάζουν με καρικατούρα της Καμπούλ; Και τι θα διαφυλαχθεί με αυτόν τον τρόπο; Θα επιτρέπεται να μπαίνουν οι φοιτητές μέσα σε περίπτωση ταραχών; Κι οι αστυνομικοί τι θα κάνουν τότε; Κατάληψη μαζί με τις παρατάξεις; Απ΄έξω δακρυγόνα κι από μέσα ΜΑΤ; Εντάξει, είπαμε «λαός-στρατός αδερφωμένοι», αλλά όχι κι έτσι!

Ή μήπως κάθε εν δυνάμει αμφιλεγόμενος ομιλητής θα προσέρχεται στα αμφιθέατρα και τις αίθουσες εκδηλώσεων με συνοδεία αστυνομικών;
Και οι συνελεύσεις –που τις πας τις συνελεύσεις; Κι εκεί πέφτει ξύλο –μήπως να περιφρουρούν τα ΜΑΤ τις συνελεύσεις;
Άσε τις δηλώσεις εγγραφής! Εκεί κι αν γίνεται ο κακός χαμός –σπρωξίδι, τακτοποίηση παραταξιακών ημετέρων...
Αλλά και οι εξετάσεις –τρισχειρότερα! Ξέρεις τι αντιγραφή πέφτει; Δεν είναι περιουσία του πανεπιστημίου η διαφύλαξη του εκπαιδευτικού του κύρους; Βάλτε τα ΜΑΤ για επιτήρηση –τι το παιδεύουμε τώρα;

Στην Πάντειο, θυμάμαι, πριν από χρόνια είχε μπει για κατούρημα ο Ντάνος ο Κρυστάλης και πριν φύγει, άφησε αμανάτι μια μπόμπα στην τουαλέτα. Εντάξει, το άτομο ήταν κρατικός υπάλληλος, αλλά δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί αύριο! Μπορεί να μην είναι έμμισθος ο τρομοκράτης (υπάρχουν και τέτοιοι; ας το δεχτούμε για χάρη της κουβέντας). Για να το καλύψουμε κι αυτό λοιπόν δεν βάζουμε τα ΜΑΤ να φυλάνε τις χέστρες; Όλα τα σώσαμε, αμαρτία είναι να σπάσει καμιά πορσελάνη!

Είπα να κόψω την πλάκα και μου βγήκε γελοίο το αποτέλεσμα –κοίτα τι πάθαμε! Σκέψου τώρα οτι τα πράγματα είναι σοβαρά και οι άνθρωποι είναι σοβαροί και η κυβέρνηση της χώρας είναι σοβαρή (δεν πρόκειται, για παράδειγμα, ποτέ να βρεις ένα αυτοκίνητο τίγκα στα εκρηκτικά έξω από μια τράπεζα επειδή οι δημοσκόποι λένε οτι οι τρομοκρατικές ενέργειες συσπειρώνουν τους πολίτες γύρω από την εκάστοτε κυβέρνηση). Σκέψου τα όλα αυτά –σοβαρά.

Γιατί κάποτε είχες ένα δασάκι στη γειτονιά σου, αλλά όταν πήγαινες να τους το δείξεις αυτοί βλέπανε το δέντρο.

Σοβαρά μιλάμε;

Πέμπτη, Φεβρουάριος 19, 2009

35. «Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;»

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο

Ανοίγουμε μπύρες καταβρέχοντας το γρασίδι, ενίοτε τα σκάγια παίρνουν και κάποιους μισοξαπλωμένους λεχρίτες –έτσι είναι η Άνοιξη. Από πάνω μας άσπρα σύννεφα και φεγγάρι έξτρα πρίμα γκουντ, αν κάνεις έτσι το χέρι, θα ακουμπήσεις τα κουραμπιεδωμένα βουνά του. Κοιτάζω προς την καγκελόπορτα, οι δικοί μου μαζεύονται σα χάντρες κομπολογιού, μπαίνει τώρα ο Παπ, ο Άκης έχει ήδη πάρει θέση κοντά στον Κύπριο, σιγομιλάνε επειδή ο Κύπριος είναι στα πακέτα –αποφοίτησε πάει να πει. Βγάζω το τζιν μπουφάν μου και το ρίχνω στην πλάτη της Έλσας –έχει πέσει δροσιά στον κήπο της σχολής. Αλλά έχει και συναυλία, στήνουν ήδη τη μικροφωνική, περιμένουμε τον Φάντη Μπαστούνι και τους Άσσους. Και στο σπίτι με περιμένει ο καινούργιος δίσκος του Αρχηγού με τη ζελατίνα άκοπη. Επειδή, φιλαράκο, ακόμα και η Κόλαση διαθέτει παγκάκια για να ξαποστάσεις.

«Δικέ μου, τώρα που φεύγω –αν είπαμε και κάτι, ψωμί κι αλάτι», με αγκαλιάζει ο Κύπριος.
«Μην ασχολείσαι, είχες τα δίκια σου –κοίτα να τη βγάλεις όρθιος από δω και πέρα», χαμογελάω.
«Το κοριτσάκι –ποια είναι;» ρίχνει εκείνος ένα λάγνο, κατά Έλσα μεριά.
«Ρε σάλτα παραδίπλα, βρομύλο!» τον σπρώχνω στην πλάκα.
Δε θα μου λείψει καθόλου ο Κύπριος, ούτε οι τυπικοί αποχαιρετισμοί, αν θες να ξέρεις.
«Ποιος είναι για μπύρα;» φωνάζει ο Παπ.
Απλώνουμε χέρια –μοιραζόμαστε.
«Ωραίοι τύποι οι συμφοιτητές σου!» μουρμουρίζει η Έλσα.
«Ωραίοι, πως το εννοείς; Γουστάρεις να σου κάνω κατάσταση με κανέναν, ας πούμε;» χαμογελάω.
«Όχι ακόμα –θα διαλέξω με την ησυχία μου», απαντάει εκείνη.
Βγαίνουν τότε κάτι πιτσιρίκια με κοστούμια μπλου μπλακ πάνω στη σκηνή, έχουν μαζί τους κι έναν χοντρό –μάλλον κηδεμόνας τους.
«Τι έγινε; Ποιοι είναι αυτοί; Οι Φάντης Μπαστούνι ή οι Μιούζικαλ Γιούθ;»
«Οι Μιούζικαλ Γιούθ είναι μαύροι ρε αχρωμάτωψ!»
«Κι αυτοί εκεί πάνω τι είναι;»
«Ξέρω ΄γω; Ερυθρόδερμοι;»
«Ε, είδες λοιπόν που συμφωνούμε τελικά!»
Από δίπλα σκάνε οι κλασσικοί Ποπ Χορνς, τα πιτσιρίκια οι Φάντηδες είναι ζόρικα και στιλάτα. Του δίνουν και καταλαβαίνει καβάλα σε Γκίμπσον ηλεκτροακουστικές –Πόρτο Ράφτη, τσακισμένα γόνατα, μαμάδες που κοιμούνται μπροστά στην τηλεόραση, παραλίες, αφραγκίες, φορητά πικάπ φορτωμένα στο πορτ μπαγκάζ κάποιας Κάντιλακ, ωραία πράγματα! Τζιμ ο Τίγρης και τα Μαύρα Μπλουτζίν!
«Μαύρα μπλουτζίν;» αλληθωρίζω.
Δίπλα μου ο Βαγγέλης κουνιέται. Η Έλσα έχει πνιγεί στα μαλλιά της που φιδογυρίζουν, κάτι γκομενίτσες με φουρό, εμφανώς γκρούπις, περνάνε μέσα από τα ανοιχτά πόδια ροκαμπιλάδων –ανάβω τσιγάρο.

Στο διάλειμμα οι Φάντηδες έρχονται προς τα μας –μάλλον μυρίστηκαν μπύρα. Ανακαλύπτω οτι ο Λάμπρος, ο τραγουδιστής τους, είναι γνωστός του Βαγγέλη, γαμώ τα μουσικά μου τζετ σετ μιλάμε!
«Καλοί ήσασταν, σπιντάτοι», λέει ο Βαγγέλης.
«Αυτά τα μαύρα μπλουτζίν μόνο να λείπανε...» σχολιάζω.
Ο Λάμπρος με κοιτάζει.
«Είσαι λάθος εδώ. Το Μπι Μποπ α Λούλα το κατέχεις;»
«Όσο να πεις...» μουρμουρίζω.
«Και λοιπόν;» χαμογελάει ο Λάμπρος.
Κάνω ένα νοητικό φρεσκάρισμα τους στίχους –εντοπίζω το σημείο, «σι ιζ δε γκερλ γουιθ δε ρεντ μπλου τζινς». Χτυπάω το κεφάλι μου.
«Σωστός! 10 –0!» υποκλίνομαι.
«Ήταν μέσα στα ΣΟΣ –γι΄αυτό!» γελάει ο Λάμπρος φεύγοντας.
Ωραίο τυπάκι.

«Περνάς καλά μαζί μου;» ρωτάει η Ελσα.
Αράζουμε αγκαλιασμένοι κάτω από το άγαλμα, περιμένουμε να φύγει ο πολύς κόσμος.
«Μαζί σου –ναι. Μαζί μου –όχι», μουρμουρίζω.
«Εξυπνάδες!» ξεφυσάει εκείνη.
«Επειδή είμαι έξυπνος, γι΄αυτό!» κοκορεύομαι εγώ. «Εσύ ακόμα να ξεπεράσεις τη φάση κατασκήνωσης;»
«Μπα, τέλειωσε αυτό», απαντάει η Έλσα.
«Και τότε τι κάνεις μαζί μου;»
«Περιμένω μέχρι να βρω κάτι καλύτερο».
Γελάω.

Ο Τάκης με την Κορίνα μας περιμένουν στο κέντρο για ένα στα γρήγορα. Η πόλη μοιάζει ήσυχη, το ίδιο κι εμείς. Περνάω από τον Πίνακα Ανακοινώσεων στην Ακαδημίας, τσεκάρω μηνύματα. «ΤΕΛΙΚΑ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ Ο ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ;» γράφει σε μια αφίσα Μαοϊκών αποκλίσεων. Το ξέρω το μαγαζί, μια χαρά μου κάθεται, είναι και κοντά.

Όταν φτάνουμε, τους πετυχαίνουμε να χαμουρεύονται στη μπάρα. Ο μπάρμαν χειροκροτεί.
«Συγνώμη, έχει εισιτήριο;» τον ρωτάω.
«Εισιτήριο;» κάνει ο μπάρμαν.
«Επειδή βλέπω οτι διαθέτει λάιβ σόου το μαγαζί....» του εξηγώ.
«Όχι, τα ποτά τους παίζουν τα παιδιά», μου σφυρίζει.
«Και πως πάει; Τα κερδίσανε ή ακόμα;»
Ο μπάρμαν γελάει.
«Αν δεν της βγάλει το σουτιέν ενώ τη φιλάει –πληρώνουν διπλά».
Η Έλσα παρακολουθεί με προσοχή, εγώ το έχω ξαναδεί το έργο. Και φυσικά, πάντα βρίσκεται να ανεμίζει κάποιο σουτιέν ο Τάκης, το ίδιο γίνεται και τώρα.
«Δικά μου τα ποτά και έξτρα σφηνάκια», ξεκαρδίζεται ο μπάρμαν.
«Τι έγινε ρε μαλάκες; Σε παιδικά γενέθλια ήσασταν;» μας χαιρετάει ο Τάκης.
«Μέσα είσαι», επικροτώ.
«Κάπελα! Φέρε κρασί!» γκαρίζει ο Τάκης -ο μπάρμαν ανασηκώνει τους ώμους.
«Ήμασταν σε μια συναυλία», λέει η Έλσα.
«Καθότι φιλόμουσοι –όχι τίποτα μπεκροκανάτες σαν κι εμάς», σιγοντάρει ο Τάκης.
«Τι συναυλία;» ρωτάει η Κορίνα.
Τις χαζεύουμε να πιάνουν ψιλοκουβέντα.
«Μάι φριέεεεεεεντς...» ρίχνει μια κουρελιάρικη μίμηση του Μίκυ Ρουρκ από Μπαρφλάι μεριά ο Τάκης αγκαλιάζοντάς με.
«Ερώτηση», τον επαναφέρω.
«Και μετά θα περιμένεις απάντηση, υποθέτω», αλληθωρίζει.
«Δε σου φαίνεται οτι έχουμε καταντήσει φόλα παντρεμένοι;» συνεχίζω απτόητος.
«Τι απάντηση προτιμάς; Κάποια βολική για ν΄αρχίσεις την αγόρευση ή την κουρτίνα νούμερο 3;» ενδιαφέρεται να μάθει ο Τάκης.
«Ν΄ανοίξει η κουρτίνα», προκαλώ.
«Όσο πηδάμε –όλα καλά», υποστηρίζει ο Τάκης.
«Ναι, εντάξει και οι κοπέλες πρώτες. Αλλά ποιος πληρώνει στο τέλος;» αναρωτιέμαι.
«Τι σε νοιάζει ρε μαλάκα; Μήπως θα είμαστε εδώ για να το δούμε;» ξεκαρδίζεται ο Τάκης.
Είναι κι αυτό μια άποψη.
«Ο Πέτρος;» ρωτάω.
«Δεν τα΄μαθες!» απορεί ο Τάκης.
«Όχι, τι έγινε;» απορώ εξίσου.
«Και που να ξέρω; Περίμενα εσένα να μου τα πεις», απογοητεύεται ο Τάκης.
Καταλαβαίνω.
«Αγοράκια;» κάνει η Κορίνα ναζιάρικα.
Κοιταζόμαστε.
«Σε άλλους μιλάει», με καθησυχάζει ο Τάκης.
Αλλά δεν...
«Αύριο θα μας πάτε για ψώνια; Έχω σταμπάρει κάτι ρουχαλάκια ζόρικα και θέλω να τα δείξω στην Έλσα», συνεχίζει η Κορίνα.
«Κι εμείς τι θα κάνουμε; Τις κρεμάστρες;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Θα πιείτε έναν καφέ και θα μας περιμένετε», του εξηγεί η Κορίνα.
Με κοιτάζει έκπληκτος.
«Παντρεμένοι!» του ψιθυρίζω.
«Θέλω τη μαμά μου!» ψελλίζει.
«Βαριόμαστε και έχουμε δουλειές. Πηγαίνετε μόνες σας», λέω στις κοπέλες.
«Τι δουλειές μωρέ; Να σκαλίζετε πάλι τα μηχανάκια σας; Δε βαρεθήκατε όλο τα ίδια;» διαμαρτύρεται η Κορίνα.
«Οτι δηλαδή αν έρθουμε μαζί σας για ψώνια θα πούμε αντίο στη βαρεμάρα!» ψιλοαγανακτώ.
«Ναι ρε τύπε! Επειδή θα κάνετε επιτέλους κάτι με τα κορίτσια σας!» εκρήγνυται η Κορίνα.
«Αυτό δηλαδή πρέπει να κάνουμε με τα κορίτσια μας;» αναρωτιέμαι.
«Τι άλλο;» μουντάρει η Κορίνα.
Γυρίζω στον Τάκη.
«Δεν την πηδάς;» απορώ.
«Αφού είναι το κορίτσι μου –δεν άκουσες; Τη σέβομαι κυρίως!» απαντάει.
«Α, τότε καλά! Αν είναι έτσι τα πράγματα να πάμε για ψώνια!» αποφασίζω.
«Το ΄ξερα οτι θα δεχτούν τελικά», λέει η Έλσα στην Κορίνα.
«Άκυρο –δεν θέλω τη μαμά μου! Τα χάπια μου, ένα φέρετρο κι ένα ταξί να φύγω!» μου σφυρίζει ο Τάκης.
«Άστο, την πατήσαμε. Τώρα, σκάσε και κολύμπα», λέω εγώ.
«Κάπελα! Φέρε κρασί!» το ξαναπιάνει από την αρχή ο Τάκης.
«Πότε θα φύγουμε; Νυστάξαμε. Έχουμε και τα ψώνια αύριο!» χασμουριέται η Κορίνα.
«Ποδίτσα να σου δανείσω;» κλείνω το μάτι στον Τάκη.
«Άσε καλύτερα. Θα μου την πάρει δώρο η Κορίνα», λέει εκείνος σκεφτικός.
«Κάπελα κάνε λογαριασμό –γιατί μας την πέσανε», λέω στον μπάρμαν.
«Θα πηδηχτείτε όταν γυρίσετε σπίτι σας;» ενδιαφέρεται να μάθει ο Τάκης.
«Ξέρω ΄γω; Εξαρτάται από τα αυριανά ψώνια», γελάω.
«Τι ωραίοι που είμαστε οι πούστηδες!» συμπεραίνει ο Τάκης.
«Κι ο Πέτρος;» ξαναρωτάω.
«Αγνοείται η τύχη του –να θυμηθώ να τον δώσω αγγελία στον Ερυθρό Σταυρό», απαντάει.
Οι κοπέλες φιλιούνται, ο Τάκης μου κάνει ένα νόημα-πίπα-κώλο και αποχωρούμε απαξάπαντες.

«Κοιμήσου εσύ, θέλω ν΄ακούσω τον δίσκο», της λέω.
«Τέτοια ώρα;» απορεί.
«Μια χαρά είναι η ώρα», τη διαβεβαιώνω.
Μετά βάζω τα ακουστικά και γυρίζω πλάτη. Δεν χρειάζομαι κανέναν τώρα –μόνο εγώ κι ο Αρχηγός. Να πούμε τα δικά μας.
«Η αγάπη έρχεται χτυπώντας/ χτυπώντας την πόρτα μας/ αλλά εσύ, εσύ κι εγώ μωρό μου/ δεν ζούμε πια εδώ».
Ανάβω τσιγάρο –μέσα είναι ο Αρχηγός.
«Ένας ακόμα άντρας έφυγε».
Έτσι ακριβώς.
«Αλλά δεν θα θρηνούμε για πολύ ακόμα».
Επειδή δεν θα είμαστε για πολύ ακόμα ζωντανοί, υποθέτω.
«Έλα, σάλπαρε τα καράβια σου τριγύρω μου/ και κάψε όλες σου τις γέφυρες/ Γράφουμε κάποια ιστορία μωρό μου/ κάθε φορά που έρχεσαι εδώ πέρα./ Έλα, ξαμόλα τα σκυλιά σου εναντίον μου/ και άσε τα μαλλιά σου λυτά/ Είσαι κάποιο μυστήριο για μένα/ κάθε φορά που έρχεσαι εδώ πέρα./ Το πρόσωπό σου σκυθρώπιασε τώρα/ επειδή ξέρεις οτι έφτασε η στιγμή/ που εγώ θα πρέπει να σου κόψω τα φτερά/ κι εσύ, εσύ θα μάθεις να πετάς».
Βγάζω τα ακουστικά, ανοίγω την πόρτα μπας και βρω τίποτα αέρα, να μην πνίγομαι.
«Τι έπαθες;» πετάγεται η Έλσα μισοκοιμισμένη.
«Τίποτα –όλα καλά», λέω και αποφασίζω να περάσω τη φάση στο κάγκελο.
Είναι μεγάλη πουτάνα ο Αρχηγός –κάποια μέρα θα τον συναντήσω, θα του φιλήσω τα χέρια και μετά θα τον ξεκοιλιάσω με εξάιντση λάμα, στο υπόσχομαι. Αλλά για τώρα είμαι σίγουρος –μου την έχει στημένη στη γωνία ο δίσκος του, πάντα κρατάει μια τελευταία σφαίρα φιλευσπλαχνίας ο Αρχηγός. Γυρίζω λοιπόν πίσω να τελειώνουμε.
«Έχω δει τα παιχνιδιάρικα μαλλιά σου/ τα γεμάτα ακρογιαλιές μάτια σου/ τα κοφτερά βαμπιρένια δόντια σου, τη μικρή σου αλήθεια/ και τα αδύναμα ψέματά σου./ Ξέρω για το τρεμάμενο χέρι σου, το βραβείο της ενοχής σου/ τα νωχελικά σου πόδια, τους απόμακρους ύμνους σου/ το κλάμα σου κάθε μεσάνυχτα./ Ξέρω για την γραμμή των δακρύων σου, το απαλό σου άγγιγμα/ το μαϊμουδοπόδαρό σου, το νύχι της μαϊμούς/ και το μαϊμουδοκέφαλό σου./ Είδα το κόλπο σου με το αίμα, τη φλεγόμενη παγίδα σου/ Την αρχαία σου πληγή, το άλικο φεγγάρι σου/ και το χαμόγελό σου που ήταν σκέτη φυλακή./ Θα μου λείψει το σκανταλιάρικο χαμόγελό σου, τα ορφανά σου δάκρυα/ το αστραφτερό σου βραβείο, οι αδύναμες κραυγές σου/ οι μικροί σου φόβοι/ Θα μου λείψουν τα παιχνιδιάρικα μαλλιά σου/ τα γεμάτα ακρογιαλιές μάτια σου/ τα κοφτερά βαμπιρένια δόντια σου, η μικρή σου αλήθεια/ και τα αδύναμα ψέματά σου./ Γι΄αυτό σκούπισε τα μάτια σου/ και γύρνα αλλού το κεφάλι σου/ Τώρα, τίποτα δεν έμεινε να πεις/ Τώρα που έχεις φύγει.»
Σβήνω το τσιγάρο κι αυτό μου παίρνει περισσότερη ώρα από το κανονικό. Βγάζω τα ρούχα μου, ξαπλώνω δίπλα στην Έλσα και προσεύχομαι σε κάθε κερατά θεό να έχει ήδη αποκοιμηθεί. Και οι θεοί αγαπάνε όσους ποτέ τους δεν αγάπησαν κανένα θεό –αν θες να ξέρεις.

Ξυπνάω όσο το όνειρο σταλάζει ακόμα στα βλέφαρα –μια παραλία, κάποιο σκυλί με αμμουδερό τρίχωμα, εγώ περιμένω να μου φέρει το κομμάτι ξύλου που πέταξα, έτσι, για να παίξουμε. Το σκυλί μάλλον χάθηκε στα αφρισμένα κύματα, αμηχανία, το πάει για βροχή, λες να ξεπλυθεί το σκυλί αν αδειάσουν τα σύννεφα;
Η Έλσα με κοιτάζει χαμογελαστή.
«Ξύπνησες;» ρωτάει.
«Έτσι φαίνεται», υποθέτω.
«Ντυνόμαστε;» αδημονεί.
«Οτι πεις», μουρμουρίζω. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι διάολο σημαντικό βρίσκουν στα ψώνια οι γυναίκες.
«Εσύ τι χρειάζεσαι;» με ρωτάει καθώς πλένεται.
«Αγάπη, ειρήνη και δωρεάν τρίφυλλα», αποφασίζω.
«Ρούχα βρε χαζέ! Τι ρούχα χρειάζεσαι;» γελάει.
«Το δερμάτινο που φόραγε ο Μπράντο στον Ατίθασο, το πουλόβερ του Μίκυ Ρουρκ από τους Μελλοθάνατους και τις μπότες του Παναγιωτίδη από τα Κουρέλια», απαντάω πρόθυμα.
«Μα δεν τρώγεσαι με τίποτα!» εξοργίζεται.
Και τι είμαι για να φαγωθώ; Σάμαλι;

Παρκάρω πεζοδρομιακά, Ακαδημίας και Ζωοδόχου –κοιτάζω τριγύρω, περίεργοι μου φαίνονται οι δρόμοι όπως τους φωτίζει ο μεσημεριανός ήλιος. Και οι άνθρωποι, τρομακτικοί, έχουν κάτι αδίστακτο στο μάτι –μπαίνω στον πειρασμό να κυλιστώ ουρλιάζοντας στα πεζοδρόμια για να σιγουρευτώ οτι κανένας δεν θα κάνει τον κόπο να σκύψει πάνω μου.
«Μάλλον ήρθαμε νωρίς», διαπιστώνει η Έλσα.
«Μπα, γιατί το λες αυτό; Τουλάχιστον πέσαμε μέσα στη μέρα!» την καθησυχάζω.
«Δεν πάμε να πιούμε καφέ μέχρι να ΄ρθουν;» προτείνει δείχνοντας μια αισχρή καφετέρια.
Πάμε το λοιπόν, μέσα βρωμάει φτηνό αποσμητικό χώρου σα χέστρα, καθόμαστε σε ένα από τα τραπεζάκια έξω. Για να τους δούμε όταν φτάσουν και καλά.
Παραγγέλνω ένα φραπέ κι ένα φραπόγαλο, όταν σκάσει μύτη ο Τάκης θα έχουμε πάλι σόου, επειδή επιμένει να διαολίζει τα γκαρσόνια ζητώντας «ένα φραπόγαλο χωρίς γάλα».
«Θα μείνετε εδώ με τον Τάκη, να μας περιμένετε;» ρωτάει η Έλσα.
«Ξέρω ΄γω... αν δεν μας διώξουν...» απαντάω.
«Φοβερό άτομο η Κορίνα!» διαπιστώνει στο ξεκάρφωτο.
«Ναι, καλή είναι. Να σου πω –έχω λίγη δουλειά στο σπίτι με τις μεταφράσεις. Θέλεις μετά τα ψώνια να σε αφήσω με τα παιδιά;»
«Όχι θα έρθω μαζί σου. Θα διαβάσω κανένα βιβλίο όσο δουλεύεις –ενοχλώ;»
«Όχι, εντάξει».
Είναι κάπως περίεργη η κατάσταση, πολλή κολλητοποίηση ας πούμε. Αλλά με βολεύει από μια πλευρά, έχω κορίτσι να κυκλοφορεί δίπλα μου, να μη μοιάζω μπακουρομπάκουρος, είμαι καλυμμένος και στα σεξουαλικά... Θα μου πεις, δεν το επέλεξα –ήρθε από μόνο του κι έκαστε έτσι. Και λοιπόν;
«Ρε συ! Ξέχασα να σε ρωτήσω τι έγινε τότε που πήγες στους γέρους σου».
Χαμογελάει.
«Όλα καλά. Πήρα φράγκα από τη μάνα μου, στα κρυφά, επειδή ο πατέρας μου το έπαιζε βαρύς κι ασήκωτος... Με ρώτησαν που μένω, είπα ‘σε μια φίλη’, με ρώτησαν πότε θα γυρίσω σπίτι, είπα ‘σύντομα –ψάχνω για δουλειά’, δε σε έμπλεξα καθόλου στην υπόθεση».
«Καλά έκανες», μουρμουρίζω.
«Καλημέρα –τι γίνεται; Όλα καλά;» ακούω από το πλάι μας.
Βλέπω το πρόσωπο της Έλσας να συννεφιάζει, δεν χρειάζεται καν να γυρίσω το κεφάλι. Ανάβω ένα τσιγάρο πριν χαμογελάσω.
«Μια χαρά. Εσύ πως και τόσο πρωινή Άλεξ;»
Τώρα μόνο την κοιτάζω, ο ήλιος ζωγραφίζει ομόκεντρους κύκλους γύρω από το πρόσωπό της –κάπως εκτυφλωτική κατάσταση.
«Πάω στο Εργαστήρι», απαντάει η Άλεξ.
Μένουμε λίγο έτσι.
«Από δω η Έλσα», κάνω τις συστάσεις.
Χαίρονται αμφότερες. Μουδιασμένοι όλοι μας.
«Λοιπόν, αυτά. Χάρηκα που σας είδα –να πηγαίνω τώρα», χαμογελάει η Άλεξ και ξεκινάει.
«Περίμενε», πετάγομαι ελατήριο.
Την προφταίνω στα πέντε βήματα. Γυρίζει μέσα στην τυπικότητα.
«Κοίτα –αν θέλεις να μου πεις για εκείνη τη μέρα στο σπίτι μου –άστο. Δεν χρειάζεται», λέει.
«Τα ξέρω αυτά», απαντάω βιαστικά. «Απλά ήθελα να μάθω τι κάνεις».
«Μια χαρά. Όπως βλέπεις ξανάρχισα τα μαθήματα, μένω σπίτι των γέρων μου πλέον...»
«Εντάξει, κόψε το αντικάρφωμα», νευριάζω.
«Εντάξει το κόβω. Χάρηκα που τα είπαμε –αντίο», σοβαρεύει απότομα.
«Δεν τελειώσαμε», λέω.
«Επειδή ποτέ δεν αρχίσαμε. Κι αυτό ήταν το θέμα –θυμάσαι;»
«Θέλω να πω...»
«Ωραία κοπέλα η Έλσα», χαμογελάει πάλι η Άλεξ.
«Μη με γαμάς τώρα!»
«Αυτό ακριβώς μωρό μου. Αυτό ήταν το μόνο που ήθελα, αλλά δεν τα κατάφερα και πολύ καλά, νομίζω. Ευτυχώς που εσύ μπόρεσες -τελικά».
«Πες μου για αυτό το γαμημένο το ‘τελικά’», εκλιπαρώ.
«Τελικά την πατήσαμε, αυτό έγινε», λέει χαμογελαστή.
Μετά αγγίζει το πρόσωπό μου με ένα κρύο δάχτυλο και απομακρύνεται, πάω στοίχημα οτι θα γυρίσει πίσω γι΄αυτό μένω καρφωμένος στη θέση μου, θα γυρίσει –δεν γίνεται αλλιώς. Μετράω. Μέχρι το δέκα. Θα γυρίσει. Όπως στην ταινία. Όπως ακριβώς στην ταινία! Χάνεται κάπου στη Θεμιστοκλέους. Χαμογελάω, όπως κι εκείνος στην ταινία.

Γυρίζω στην Έλσα ακολουθώντας ένα μονοπάτι φιδίσιο –50 πόδια μακρύ –όμως όλα έχουν ένα τέλος. Κάθομαι δίπλα της ξύλινος.
«Έρχονται τα παιδιά», μου δείχνει πίσω στην Ακαδημίας.
«Ωραία», λέω.
«Βρες κάτι να τους πεις σε παρακαλώ...» μουρμουρίζει.
«Τι εννοείς;»
«Πες τους κάποια δικαιολογία και πήγαινέ με σπίτι. Θέλω να μαζέψω τα πράγματά μου», λέει σταθερά.
«Εντάξει», απαντάω.
Αφήνω κάτι χάρτινα στο τραπέζι, δίπλα στους μισοτελειωμένους φραπέδες και πηγαίνω να προλάβω τον Τάκη πριν παρκάρει.
«Πούντο;» μου φωνάζει με τα μάτια ορθάνοιχτα.
«Ποιο;» απορώ.
«Το τρένο που σε πάτησε», συνεχίζει.
«Ααα, αυτό! Πέρασε κι έφυγε, οπότε, είμαστε να την κάνουμε κι εμείς. Τα ψώνια αναβάλλονται».
Μπαλατζάρει τη μηχανή ανάμεσα στα πόδια του, με κοιτάζει μισόκλειστα.
«Και το όνομα του τρένου είναι...» αναρωτιέται.
«Άλεξ», ψιθυρίζω.
«Μα βέβαια! Τι άλλο θα μπορούσε;» χτυπάει το κεφάλι του με το χέρι.
Γυρίζω την πλάτη.
«Ψιτ μαλάκα!» φωνάζει πίσω μου.
Φρενάρω.
«Τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα», προειδοποιεί.
«Εδώ θα είμαι να τα περιμένω –δεν πάω πουθενά», μουρμουρίζω καθώς απομακρύνομαι.

Στο σπίτι τα πράγματα δεν είναι όσο δραματικά περίμενα. Η Έλσα μαζεύει χαμογελαστή, κάνει κι αστειάκια, σφυρίζοντας κάποιο γνωστό τραγούδι.
«Να σου αφήσω ένα βρακάκι μου να με θυμάσαι;» γελάει ψάχνοντας το καλάθι με τα άπλυτα.
«Θα σε πειράξει αν το δείξω στον Πέτρο που έχει σχετικό κόλλημα;» ρωτάω με τη σειρά μου.
«Ο Πέτρος αν θέλει, να ρθει να του το δείξω φορεμένο», απαντάει.
«Τέτοια ξήγα! Στις εννιά του μακαρίτη, άλλος άντρας μεσ’ στο σπίτι!» απορώ.
«Πες μου εσύ ποιος είναι ο μακαρίτης, να σου πω κατά που πέφτει το σπίτι», σοβαρεύεται.
«Πάντως εγώ δεν υπολογίζω να φέρω άλλο άτομο εδώ. Τουλάχιστον αυτές τις μέρες...» λέω.
«Σαφώς -επειδή ποτέ δεν έφυγε το άλλο άτομο», μουρμουρίζει.
«Από ‘δω;» κάνω χαζά.
«Από σένα», με γειώνει.
Το κόβω γιατί προβλέπω νεφώσεις. Παίρνω λοιπόν να χαζεύω τα σύννεφα πέρα μακριά, στη θάλασσα.
«Εγώ να πηγαίνω τώρα», ψιθυρίζει.
Την προφταίνω στην πόρτα.
«Καλά ήταν όσο τράβηξε», λέω.
«Μια χαρά», χαμογελάει.
«Να προσέχεις», προτείνω.
«Κι εσύ ξεκόλλα. Δε θα τη βγάλεις για πολύ καθαρή αν συνεχίσεις έτσι», μου απαντάει.
«Συγχαρητήρια! Χάσατε», πανηγυρίζω συγκρατημένα.
«Άντε ρε βλάκα!» γελάει. «Χαιρέτα τους υπόλοιπους από μένα και φρόντισε να μην ξαναβρεθείς στο δρόμο μου».
Χαμογελάω.
«Για το καλό σου!» συμπληρώνει ανοίγοντας την πόρτα. «Είπε και χάθηκε στη βροχερή νύχτα», μουρμουρίζει όσο κατεβαίνει τις σκάλες.

Ανάβω ένα τσιγάρο για να κάνει παρέα με το άλλο που καίει ορφανό στο τασάκι. Τα σύννεφα παίρνουν να βαραίνουν πάνω από τη μακρινή θάλασσα αλλά δεν είμαστε κορόιδα να πιστέψουμε οτι θα φέρουν βροχή. Έχει πάνω από δυο χρόνια να βρέξει σ΄αυτά τα μέρη που η άσφαλτος ραγίζει από τη δίψα. Κι εγώ έπρεπε να το περιμένω –από χτες μου τα ΄λεγε ο Αρχηγός. Να το περιμένω και να είμαι έτοιμος. Προετοιμασμένος. Πως δηλαδή; Ξέρω ΄γω πως; Κάπως.
Να έχω δέσει ένα σκοινί γύρω από το λαιμό μου και να τραβηχτώ με καμιά ντουλάπα σαν το Βασιλάκη. Να έχω καβαλήσει τη μηχανή, σαν το Γιωργάκη, τον αδερφό του Σόλωνα –πάνε κοντά 10 χρόνια από εκείνο το βράδυ που την κοπάνησε από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει.

Το φίλτρο του τσιγάρου καίγεται μόνο του -στρώνομαι στην καρέκλα, βγάζω τις μεταφράσεις, ψάχνω την τσακισμένη σελίδα του βιβλίου....
«Εγώ τώρα θα δουλέψω –εσύ κάνε ότι γουστάρεις», της λέω.

Δεν απαντάει.

Δευτέρα, Φεβρουάριος 16, 2009

34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις

Ας πούμε, υπάρχει αυτός ο τύπος που βάζει νυχτερινή μουσική στο ραδιόφωνο της πόλης, εμφανής η αναφορά στο «Γεράκι της Νύχτας», Τζακ Κίλιαν κι έτσι. Ζει λοιπόν με την αγωνία του επόμενου τραγουδιού στα πλατό, βλέπεις, διαλέγει μουσική αλλά ταυτόχρονα απαντάει και σε ακροατές που θέλουν να μιλήσουν στον αέρα. Ερημωμένος τύπος, κάνει ολόκληρη προετοιμασία για να κατέβει από το λόφο στο κέντρο της πόλης, κάθε βράδυ, με την αρχαιολογική Πλύμουθ του. Αυτή η πόλη ήταν δική του και την έχασε, αυτοί οι δρόμοι ήταν γεμάτοι φίλους που τώρα κυκλοφορούν στους υπονόμους –λαθραία. Κι έτσι πάει κορδόνι μέχρι το άσκοπο σουλατσάρισμα εκείνης της νύχτας –κάποιος αχρείος σκοτώνει τη γυναίκα του, ο δικός μας τα βλέπει όλα αυτά, ο αχρείος τον παίρνει χαμπάρι. Ακολουθούν τηλεφωνικές απειλές και άλλα πολλά, επειδή ο αχρείος φοβάται μην αποκαλυφθεί και ο δικός μας φοβάται το ξημέρωμα της κάθε καινούργιας μέρας. Εμβόλιμες σκηνές κι από το «Πλέι Μίστυ φορ μι», αναπόφευκτα.

Έχω σουφρώσει μια ωραία πένα, μαύρη λάκα, και γράφω πολυτελώς. Τετράδιο με εξίσου μαύρο, μαλακό εξώφυλλο.
«Τι γράφεις;» ρωτάει η Έλσα.
«Μην ασχολείσαι», λέω.
Δεν είμαι ακόμα έτοιμος για αποκαλυπτήρια –κλείνω το τετράδιο, γυρίζω προς το μέρος της. Μόλις ξύπνησε –μέσα στη σπίντα ως συνήθως.
«Λέω να περάσω από το σπίτι μου σήμερα», ψιθυρίζει.
«Καλά θα κάνεις», συμφωνώ.
«Λες να έχω ντράβαλα; Κωλώνω ξέρεις...»
Κάθομαι δίπλα της, είναι όμορφο κορίτσι, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να σπαταλιέται μαζί μου.
«Τι κωλώνεις ρε συ; Ανήλικο είσαι; Αν δεις να σε ζορίζουν, κοπάνα την πόρτα και φύγε».
«Ξέρω ‘γω...» ξύνει το κεφάλι της σκεφτική.
«Δεν θα έχεις πρόβλημα, ξέρω εγώ. Θα τους έχεις λείψει, θα κοιτάξουν να σε καλοπιάσουν. Αν καταφέρεις να τους ηρεμήσεις –όλα καλά. Γιατί αυτοί θα είναι σίγουροι οτι έχεις μπλέξει με διεθνείς σπείρες ναρκωτικών και κάνεις πεζοδρόμιο –στην καλύτερη των περιπτώσεων. Εύκολο είναι να τους εξηγήσεις κάποια πράγματα νομίζω...»
Χαμογελάει.
«Για να το λες...» μουρμουρίζει. Αλλά φυσικά δεν ψήνεται.

Κάθομαι και τη χαζεύω όσο στεγνώνει τα μαλλιά της, μετά ανακατεύει την τσάντα της μπας και βρει τίποτα της ανθρωπιάς να φορέσει. Χαμογελάω βλέποντας οτι αφήνει ένα σωρό βραχιόλια και δαχτυλίδια πάνω στο γραφείο του δωματίου μου. Με κοιτάζει απορημένη, καταλαβαίνει μετά από λίγο.
«Για να με θυμάσαι όσο θα λείπω», λέει.
«Πόσο σκοπεύεις δηλαδή; Κάνα δίμηνο;» κοροϊδεύω.
«Θα με ξέχναγες ακόμα και πάνω στη βδομάδα –έτσι δεν είναι;» σουφρώνει τα χείλη.
«Για να το λες, κάτι θα ξέρεις...» γελάω.
Όταν κλείνει την πόρτα πίσω της ανακαλύπτω οτι είμαι άδειος σα σκισμένη σακούλα του σουπερμάρκετ. Καθόλου περίεργο. Ξαπλώνω μισοντυμένος στο κρεβάτι κι αποφασίζω να αποκοιμηθώ παρέα με το άρωμά της –Πόιζον, γαλλικά Πουαζόν, αν ενδιαφέρεσαι.

Χτυπάει το τηλέφωνο σα βατράχι με πονόλαιμο, στην αρχή τσιτώνω αλλά, αν δεν το πιάσω δε θα σταματήσει.
«Γαμιέσαι», σφυρίζω κρατώντας το ακουστικό στο αυτί μου.
«Γνωστό αυτό», απαντάει η φωνή από την άλλη άκρη. «Τώρα ντύσου και έλα στου Μπιλ».
Ξύνομαι αμήχανα. Ο Στάθης είναι ή έτσι θέλω να πιστεύω.
«Τίποτα άλλο;» μουρμουρίζω έτοιμος να ξανακοιμηθώ.
«Θα περάσεις να με πάρεις να πάμε μαζί;» ρωτάει ο, σίγουρα πλέον, Στάθης. «Δεν παίρνει μπροστά με τίποτα η μηχανή μου».
Ανακάθομαι.
«Οτι δηλαδή εγώ σίγουρα ντύνομαι ατάκα κι επιτόπου για να κατέβω στου Μπιλ το έχουμε δεδομένο;» χασμουριέμαι.
Ακούω ένα ρουθούνισμα αγανάκτησης.
«Πέθανε ο Τσου Λου», λέει ο Στάθης.
Και μένω με το ακουστικό σε στάση άγαλμα.
«Σε πόση ώρα;» με ξαναρωτάει.
«Δώσμου 10 λεπτά πριν βγεις στο δρόμο», λέω.

Ανεβαίνει πίσω στη μηχανή μου χωρίς να βγάλει κουβέντα –έχει πέσει ένα κρύο τώρα που νυχτώνει, τραχύ σαν κόντρα ξύρισμα χωρίς σαπουνάδα. Γεμίζω τις ταχύτητες πριν τις αλλάξω, για να χρεώσω στον αέρα τα δάκρυα.

Ο Μπιλ μοιάζει πιο αξύριστος από κάθε άλλη μέρα. Ίσως να φταίει ο καπνός που αρνείται πεισματάρικα να βγει από την πόρτα πίσω μας. Κλείνουμε την πόρτα για να του κάνουμε το χατίρι. Η Μίλλυ κρατάει αγκαλιά τη Μαρία τη Βρομιάρα, δίπλα ο γκόμενός της ο σκουπιδιάρης καπνίζει σκεφτικός –ο Ζόμπι όρθιος μιλάει με το Μάριο.
«Πότε;» ρωτάω τον Στάθη.
«Σήμερα το μεσημέρι», μουρμουρίζει βγάζοντας το μπουφάν του.
«Ο λόγος;»
«Χάπια. Ήρθε το ασθενοφόρο αλλά δεν τον προλάβανε, τους έμεινε στο δρόμο. Ανακοπή είπαν».
Κάνω νόημα στον Ζόμπι, μας πλησιάζει.
«Πως πάει;» ρωτάω χαζά.
«Συνηθισμένα», χαμογελάει. «Πεθαίνουμε μέχρι νεωτέρας...»
«Η Μαρία;»
«Τι περίμενες; Ξαδέρφη του ήταν. Εμένα ο Αντώνης με φοβίζει κάπως».
Αντώνης ο σκουπιδιάρης, αρραβωνιαστικός της Μαρίας. Με τον Τσου Λου ήταν συμμαθητές, απ΄αυτόν γνώρισε τη Μαρία.
«Αδρανής;»
«Σαν ωρολογιακή βόμβα».
«Ποιος τον έχει;»
Ο Ζόμπι δείχνει πάνω από τον ώμο του –βλέπω τον Μάριο να ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του Αντώνη πριν καθίσει δίπλα του. Εντάξει.

Χωνόμαστε στο τραπέζι τους προσπαθώντας να μείνουμε απαρατήρητοι. Πρησμένα γυναικεία μάτια απέναντί μας. Ο Μάριος χαμογελάει μαγκωμένα. Κάνω νόημα στη Βρομιάρα.
«Εντάξει;» λέω αμήχανα.
«Ναι, εγώ εντάξει», ψιθυρίζει.
Της δείχνω τον Αντώνη που ασχολείται κυρίως με τον πάτο του γυάλινου ποτηριού. Στραβώνει το στόμα ανήσυχη.
«Πάμε μια γύρα για πάρτη του;» φωνάζει ο Στάθης.
Τον κοιτάζω νευριασμένος, αλλά έχει ήδη σηκωθεί. Τεκίλα σλάμερ. Χτυπάμε τα ποτήρια στον πάγκο πριν τα αδειάσουμε.
«Μιζέρια», λέει ο Μάριος και πετάγεται προς τη μπάρα.
Επιστρέφει με Β-52, τα ανάβει προσεκτικά όσο μας τα μοιράζει.
«Πουστριλίκια», μουγκρίζει επιτέλους ο Αντώνης και σηκώνεται με τη σειρά του. Επιστρέφει με ένα μπουκάλι Στολίσναγια και το κοπανάει ανάμεσά μας.
«Μην τολμήσει να σηκωθεί κανείς σας πριν το αδειάσουμε», προειδοποιεί.
Κοιτάζω το Στάθη. Ανασηκώνει τους ώμους.
«Είσαι μαλάκας με πατέντα», του υπενθυμίζω.
«Έφτιαξες;» ρωτάει ο Αντώνης τον Μάριο.
Εκείνος γνέφει, συνεννοούνται, πηγαίνει μετά στον Μπιλ.
«Τι παίζει;» ρωτάω.
«Μια κασέτα μ΄αυτά που του αρέσανε», απαντάει ο Αντώνης.
Από τα ηχεία ακούγεται ήδη Σίντυ Λόπερ!
«Τι σόι καλαμπούρι είναι αυτό;» αναρωτιέται ο Ζόμπι.
«Τη γούσταρε την τρελιάρα –έλεγε οτι το Γκερλς του φλάσαρε μαθήτριες σε αμερικάνικα αποδυτήρια να κακαρίζουν μετά το ντους», μουρμουρίζει ο Αντώνης.
Σωστός ο Τσου Λου. Με καλλιτεχνικές ανησυχίες.
«Βρήκες κανέναν για μεταπτυχιακό;» ρωτάω τη Μίλλυ.
«Ναι, κανονικά. Παντρεμένος με δυο παιδιά, τώρα είμαστε σε φάση πηδήματος», γελάει.
«Και μετά;»
«Ουάν γουέι ορ ενάδερ...» απαντάει η Μίλλυ.
«Πιείτε ρε πούστηδες!» υπενθυμίζει ο Αντώνης.
Τζι Μπι Έιτς –Σικ Μπόι. «Είμαι δεμένος στο κρεβάτι, έχω ηλεκτρόδια στο κεφάλι/ τα νεύρα μου είναι κουρέλια, είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου».
«Θυμάσαι τότε που κατούραγε στο παράθυρο του ημιυπόγειου, στη Χαραλάμπη και άνοιξε ο τύπος από μέσα να δει αν βρέχει;»
Γιου Κέι Ντικέι –Φορ μάι κάντρι. «Καιγόμαστε στο σκοτάδι/ τα γεγονότα δεν μοιάζουν μ΄αυτό που ήταν πριν/ Ένα παιχνίδι για σχιζοφρενείς/ η γάτα άρχισε να γαβγίζει».
«Πάει λοιπόν και του ξηγιέται στα ίσα –‘δεν με αποβάλλεις εσύ για τα μαλλιά μου, εγώ σε αποβάλω για τα δικά σου, πέρνα έξω αμέσως!’ Κόκαλο ο Λυκειάρχης! Παρά λίγο να το κάνει!»
Μπλιτζ –Σάμουαν’ζ γκόνα ντάι. «Εκεί χάθηκαν οι καλές μέρες/ δίπλα στα χυμένα μυαλά του στο πάτωμα/ μ΄ένα σπασμένο μπουκάλι στο χέρι του/ και άλλο ένα καρφωμένο στην πλάτη του».
«ΓΙΑ ΠΑΡΤΗ ΣΟΥ ΡΕ!» ουρλιάζει ο Αντώνης καθώς σηκώνεται. Με τη φόρα που έχει, σκάει μια μπουνιά στη τζαμαρία, γίνονται όλα ιστοί αράχνης εκεί πέρα. Τραβάει το χέρι πίσω, δεν έχουμε και πολλή όρεξη να το δούμε αυτό.
«Ήταν κάτι που είπε;/ Μήπως έφταιγε η κονκάρδα του που είναι τώρα κατακόκκινη;/ Ή το σπασμένο μπουκάλι στο χέρι του;/ Ποτέ δεν θα καταλάβεις».
Κάνω λίγο πίσω να περάσουν οι βιαστικοί. Και τότε ακριβώς τη βλέπω, σκιά στο πλαϊνό της πόρτας, στριμώχνεται φοβισμένη δίπλα στον ετοιμόρροπο καλόγερο του Μπιλ. Πλησιάζω αν και είμαι σίγουρος οτι κάτι δεν πάει καλά εκεί πέρα. Κατεβάζει το κεφάλι.
«Μεγάλη μας τιμή κυρία Χρύσα μας!» ρίχνω μια σαβουροϋπόκλιση.
«Γεια, πως απ΄τα μέρη μας;» χαμογελάει.
«Για σένα –τι άλλο;» κοροϊδεύω.
«Πάντα ο ίδιος μαλάκας!» ξεκαρδίζεται.
Δεν ξέρω αν σου μίλησα ποτέ για τα μαλλιά της Χρύσας, καστανόξανθα, σπαστά, πέφτανε στις πλάτες της σα χαίτη κανονική. Ωραία μαλλιά –ξέχασέ τα. Τώρα κάτι λίγες τούφες έχουν απομείνει στο κεφάλι της, ενδιάμεσα γυαλίζουν κομμάτια άδεια κρανίου, το χειρότερο απ΄όλα είναι μια ελιά, εκεί στη μέση του κεφαλιού της. Τρώω φρίκη, αλλά νομίζω οτι το ελέγχω.
«Τι γίνεσαι εσύ;» μουρμουρίζω.
«Μια χαρά –απ΄το κακό στο χειρότερο», λέει. «Έμαθα για τον Τσου Λου, είπα να έρθω, αλλά...»
«Πάμε πουθενά πιο ήσυχα;» της προτείνω. Δεν υπάρχει λόγος να ταλαιπωρείται εδώ μέσα.
«Που να πάμε;»
«Πεινάς;»
«Σαν πουτάνα».
«Ξέρω ένα μέρος».
Την αγκαλιάζω σπρώχνοντάς την κατά έξω, ρίχνω μια τελευταία ματιά, ο Μπιλ κοιτάζει το ταβάνι και βλαστημάει, οι υπόλοιποι ακόμα γύρω από τον Αντώνη.

Κατεβαίνουμε φουριόζοι παραλιακά, υποτίθεται οτι το έχω το μαγαζί που πάμε, αλλά μόνο «υποτίθεται». Γι΄αυτό διαλέγω στο σωρό, κάποια πιτσαρία-μακαρονερί, απ΄αυτές που βρωμάνε παπιγιόν άπλυτο. Καθόμαστε σε ένα τραπέζι με θέα τίποτα, πετάω το πακέτο και τον αναπτήρα, βγάζει κι εκείνη τα δικά της.
«Τι τρέχει λοιπόν; Γιατί όλα αυτά;» ρωτάω στο αδιάφορο.
Μπερδεύεται. Περιμένω.
«Εννοείς... Ψυχοσωματικό, αντίδραση του οργανισμού, κάτι τέτοιο...»
Δεν λέω κουβέντα.
«Πέρασα δύσκολα. Πολύ», μουρμουρίζει.
«Μια πίτσα σπέσιαλ...» ξεκινάω την παραγγελία στο γκαρσόνι, κόβω για να της δώσω πάσα.
«Μια μπολονέζ και σαλάτα», συμπληρώνει.
«Ανορεξίες έχεις!» συμπεραίνω.
«Αψιλίες κυρίως. Έχουν φύγει και οι γέροι μου για το κωλοχώρι τους, η Νανά μετακόμισε στον γκόμενό της....»
«Προχώρα στο παρασύνθημα», επαναφέρω το θέμα.
Ο παπιγιονάκιας μας φέρνει νερό εμφιαλωμένο και κάτι μπαγιάτικα ψωμάκια με βούτυρο κατασκήνωσης, σε ατομικές συσκευασίες. Μαγκώνω μια γκουμούτσα, τη δαγκώνω διστακτικά, αλλά μυρίζει σπασμένο δόντι η κατάσταση οπότε πάω πάσο. Η
Χρύσα πάλι, δεν κωλώνει.
«Γίνανε πολλά, κυρίως άσχημα πράγματα, είχα και τραβήγματα... Τον τελευταίο χρόνο έχασα τον εαυτό μου, ξύπναγα σε ξένα σπίτια με ξένους ανθρώπους –και μονίμως με κενό. Έψαχνα να βρω αν φοράω βρακί για να καταλάβω αν πηδήχτηκα –τέτοια κατάσταση...»
«Ο Νίνο;» επωφελούμαι από τη διακοπή της.
«Κανείς δεν ξέρει... Έγινε ένα μαχαίρωμα στην Όμπρε –ο άλλος πέθανε, το φόρτωσαν στο Νίνο. Κρυβόταν από δω κι από κει, έλεγε οτι θα φύγει για έξω... μπορεί και να τα κατάφερε, μπορεί τελικά να γλίτωσε απ΄όλα αυτά. Έχω να τον δω μήνες...»
Κάνουμε αναγκαστικό διάλειμμα για να αδειάσει τον δίσκο ο παπιγιόν, αμέσως εκείνη πέφτει με τα μούτρα. Κι εγώ δηλαδή, το παλεύω –αλλά το βλέπω να με νικάει η πίτσα. Στο τέλος βαριέμαι να το παίζω σκύλος με παντόφλα στα δόντια και ανάβω τσιγάρο. Αποφεύγω να κοιτάξω το πρόσωπό της επειδή μοιάζει εξογκωμένο ακανόνιστα –θέλω λοιπόν να τη θυμάμαι σαν όμορφη γκόμενα, μετανιώνω κιόλας που βγήκαμε μαζί. Δεν βλέπω τίποτα παρήγορο που να μπορώ να δώσω.
«Εσύ τι κάνεις; Πως τα πας με την περίεργη;» ρωτάει.
«Δεν τα πάω».
«Πως αυτό; Δείχνατε το τέλειο ζευγάρι. Ο κοπρίτης και η εξωγήινη».
«Ναι, απορώ που δεν μας έκλεισε κανένα τσίρκο για παραστάσεις!» γελάω.
«Δεν ξέρω σε ποια από τις δυο μας φέρθηκες πιο σκάρτα...» μουρμουρίζει.
«Άστο, μην το ψάχνεις...» κόβω την κουβέντα.
Δεν οδηγούν πουθενά όλα αυτά. Κάνω λοιπόν νόημα στον παπιγιόν να μας φέρει λογαριασμό.
«Θα με πας σπίτι;» ρωτάει.
Βέβαια, φυσικά, αλλά υπάρχει πρόβλημα. Επειδή ο λογαριασμός είναι μεγάλη θλίψη –μεγαλύτερη απ΄όση μπορεί να αντέξει η τσέπη μου.
«Την πουτσίσαμε», χαμογελάω.
«Δηλαδή;»
«Δεν έχω τόσα!»
Συννεφιάζει.
«Και τώρα;»
«Κάτσε εδώ, πετάγομαι μέχρι σπίτι να πάρω φράγκα κι έρχομαι».
«Κάνε μου μια χάρη μόνο. Πήγαινε πρώτα μέχρι το περίπτερο απέξω να μου πάρεις τσιγάρα και ένα Μοτό», ψιθυρίζει.
«Εντάξει», λέω.

Την αφήνω εκεί με το καινούργιο πακέτο και το αδιάβαστο περιοδικό της –τρέχω κόντρα στο βρωμόκρυο της νύχτας. Αυτή η πόλη έχει σταματήσει να μας ανέχεται, έτσι νομίζω.

Στη Βούτα οι ινδιάνοι τελικιάζουν τα κανιβαλισμένα στριτ τους, με τα μάτια καρφωμένα σε διπλανά στενά –περιμένοντας να σκάσουν οι μπάτσοι. Η πρώτη μου σκέψη είναι να σταματήσω εκεί, να χαζέψω –δε με παίρνει όμως. Ένα Εξ Αρ χαιρετάει τους περαστικούς στη μια ρόδα. Συνεχίζω προς τη Φλόριαν Γκρέι –εκεί είναι μαζεμένα τα περιπολικά, κάποιος τσαμπουκάς μάλλον. Θέλω να πάω να δω, είναι τίποτα δικοί μου εκεί πέρα; Δεν έχω χρόνο –αυτή η πόλη μας τον στέρησε.

Στο δωμάτιό μου αναποδογυρίζω συρτάρια, μαζεύω απόγνωση, ξετινάζω τον προϋπολογισμό μου για τον υπόλοιπο μήνα. Ευτυχώς δεν έχει γυρίσει ακόμα η Έλσα, βαριέμαι τις βιαστικές εξηγήσεις. Κουτρουβαλάω τα σκαλιά, πόση ώρα μου πήρε άραγε;

Ξανακάθομαι απέναντί της με χαμόγελο οδοντόκρεμας.
«Ξέρεις, δεν περίμενα να γυρίσεις...» απολογείται.
«Γιατί; Έπαιζε κι αυτή η προοπτική;» αναρωτιέμαι χαζά.
Απορώ κιόλας –πως δεν το σκέφτηκα; Τι σκατά κάνω εδώ πέρα, καταθέτοντας τα τελευταία μου φράγκα; Για ποιο λόγο; Για τη Χρύσα; Μη γίνεσαι γελοίος!
«Την άλλη φορά θα την κοπανήσω στα σίγουρα», της λέω όσο βοηθάω να φορέσει το μπουφάν της.
«Δεν θα υπάρξει άλλη φορά κορόιδο! Δεν πρόκειται να με ξαναδείς....» γελάει.
«Σιγά τώρα! Στα ίδια μέρη συχνάζουμε», λέω.
«Δε θα με ξαναδείς επειδή αν τύχει να τρακαριστούμε θα κοιτάζεις αλλού», απαντάει.
Δίκιο έχει.

Μέχρι να φτάσουμε σπίτι της δε λέμε λέξη. Φταίει ο καιρός, το κρύο, η ανικανότητά μας στους αποχαιρετισμούς –όλα φταίνε, έξω από μας.
«Τι το ήθελες το Μοτό;» ρωτάω στην πόρτα του σπιτιού της.
«Ψάχνω να αγοράσω μηχανή», μου εξηγεί.
Αιώνια Χρύσα! Δεν έχει δραχμή στην τσέπη, δεν έχει μαλλιά στο κεφάλι, δεν έχει ψυχή να βγάλει την επόμενη μέρα –αλλά έχει όνειρα για μηχανές.
«Καλή τύχη», της εύχομαι.
«Καλά γαμήσια», κοροϊδεύει όσο απομακρύνομαι.

Αφήνω τη μηχανή να τσουλήσει με νεκρά, πάω κατά κει που γέρνει ο δρόμος –ταπί και ψύχραιμος. Η νύχτα μυρίζει πεθαμένα παιδιά στην περιοχή μου –ξινισμένο ροδόνερο. Απόψε δεν έχω διάθεση να γυρίσω σπίτι, κρυώνω και δεν υπάρχει τίποτα εδώ πέρα να με ζεστάνει στο τζάμπα. Στριφογυρίζω λοιπόν και ψάχνομαι –τι θα γίνει. Έτσι, τον βλέπω κουλουριασμένο να τουρτουρίζει κάτω από την ταμπέλα, στάση λεωφορείου, κοιτάζω καλύτερα, σιγουρεύομαι.
«Τι περιμένεις ρε μαλάκα; Δεν περνάνε λεωφορεία τέτοια ώρα», γελάω.
«Αν είναι νάρθει θε ναρθεί...» απαντάει ο Στάθης.
«Αλλιώς θα προσπεράσει», συνεχίζω.
«Μέσα είσαι», επικροτεί βγάζοντας το κεφάλι από τους σηκωμένους του γιακάδες.
Παρκάρω πλάι του και κάθομαι.
«Τι έγινε τελικά; Πως πήγε;» ρωτάω.
«Σπρώχνοντας», γελάει.
«Τόσο καλά!» μουρμουρίζω.
«Εντάξει, θα μπορούσε να είναι και χειρότερα. Θα μπορούσε ας πούμε να μας ανασκολοπίσει με το σκουπόξυλο ο Μπιλ αντί να μας διώξει γαμωσταυρίζοντας...»
«Και μετά;»
«Τα γνωστά. Ξεφυτρώσανε οι πάνκηδες -Πουλής, Λάζος, Αντωνογιαννά κι οι υπόλοιποι –θυμηθήκανε και τον Λούη που κάνει φαντάρικο... Έμεινε η Φλόριαν χωρίς καθρέφτες και ντισκόμπαλα».
«Ναι, είδα τα περιπολικά».
«Ευτυχώς τα είδαμε κι εμείς πριν φτάσουν –αλλιώς θα μας σιδερώνανε».
«Ο Αντώνης;»
«Νοσοκομείο τελικά. Κάτι ακούστηκε για ράμματα....»
«Φτηνά τη γλίτωσε».
«Δεν είναι θέμα κόστους, ξέρεις. Και δε νομίζω οτι γλίτωσε».
«Πάει να πει;»
«Οτι σύντομα θα φάμε κουφέτα απ΄αυτόν και τη Βρομιάρα».
«Ζωή σε λόγου μας».
«Ζωή το λες αυτό;»
Τον κερνάω τσιγάρο.
«Ζωή ... τέλος πάντων! Γιατί αν καθίσουμε κι άλλο εδώ πέρα, δε μας βλέπω να το ξημερώνουμε».
«Έχεις πρόταση;»
«Πρόταση έχω –φράγκα δεν έχω».
«Ρίξτο».
«Σάσεξ Ιν».
«Σα σεξ μου ακούγεται αυτό!»
Γελάω και ξεκινάω τη μηχανή, ανεβαίνει πίσω μου.

Το μπαράκι έχει και συγκρότημα, κάτι μεταλάδες κομμωτηρίου –υπέροχη κατάσταση! Παίζουν το «Πέταγμα της Μύγας», μερικοί αμερικάνοι λοχίες, απομεινάρια της Βάσης στραγγίζουν μπουκάλια εισαγόμενης μπύρας, η πιτσιρικαρία τραμπαλίζεται δίπλα στα ηχεία.
«Τι κερνάς;» ρωτάω τον Στάθη.
«Τι πίνεις;» ζητάει να μάθει ακουμπισμένος στη μπάρα.
Έρχεται στη γωνία που είμαι αραγμένος, μου πασάρει το κοντό ποτήρι, αδειάζουμε τις πρώτες σταγόνες στο πάτωμα για τη μνήμη του, πίνουμε σκεφτικοί.
«Ήταν ωραίο άτομο», λέω.
«Γι΄αυτό έφυγε στην ώρα του –μόνοι οι μαλάκες μένουν πίσω», συμπληρώνει ο Στάθης.
«Οι μαλάκες και οι δειλοί», μουρμουρίζω.
«Το ίδιο κάνει», λέει εκείνος.
«Πάμε παρακάτω», προτείνω.
«Πήγαμε», συμφωνεί αλλά κανένας μας δεν κάνει τίποτα.

Μέχρι που εμφανίζεται εκείνο το αστεράτο κορίτσι –ξανθιά, με κάτι πόδια ατελείωτα, μάτια σκέτα σακ βουαγιάζ, δίπλα της κάτι κοντόκωλες που απλά τονίζουν την ομορφιά της. Δεν χρειάζεται να ειδοποιήσω τον Στάθη –έχει ήδη καρφωθεί σα χάνος.
«Είμαι ερωτευμένος», μου λέει.
«Πρώτη φορά σου ξανασυμβαίνει τέτοιο πράγμα!» αλληθωρίζω.
«Τη θέλω –φέρτη μου!»
«Γιατί δεν πας να την πάρεις μόνος σου;»
«Επειδή είμαι ερωτευμένος –δεν τα ΄παμε;»
Τα ‘παμε. Και φεύγω βαριεστημένα –είναι πολύ όμορφο το κορίτσι αλλά από πίτα που δεν τρως... Αν είχα ένα ποτήρι νερό για την κάθε φορά που καθάρισα γκόμενα για πάρτη του Στάθη θα ήμουνα τώρα υδραγωγείο –το σκέφτηκα και δίψασα απότομα.
«Τι γίνεται; Όλα καλά;» της λέω.
Με κοιτάζει σαν τσαλακωμένο χαρτομάντιλο.
«Ήθελα να σου πω κάτι –αλλά δε σε βλέπω έτοιμη να το ακούσεις», σχολιάζω.
«Δεν καταλαβαίνω!» ψιθυρίζει τραγουδιστά.
«Λόγω παιδικής αθωότητας να υποθέσω;» γελάω.
«Γουάτ;» αναρωτιέται.
Ξένη –χέσε μέσα τώρα! Ψάχνω στη ζαλούρα μου για κάποιο πρόχειρο αγγλικό.
«Γουάτς γιόρ νέιμ;» ρωτάω.
«Αλίσια!» πανηγυρίζει, χωρίς κάποιο προφανή λόγο.
«Νάις!» επικροτώ. «Γιου σι μάι φρεντ όβερ δέαρ;» την αγκαζάρω και της δείχνω τον Στάθη. «Χι χαζ πλέιντ δεμ φορ γιού!»
«Γουάτ γιου μιν;» απορεί.
«Άι μιν κομπλίτλι!» επαυξάνω.
Με κοιτάζει λες κι έχω κεραίες αντί γι΄αυτιά.
«Σόρυ;» αναρωτιέται.
«Νο», της εξηγώ. «Γου αρ νοτ σόρυ –άι εμ, μπικόζ χι μπρέικς μάι μπολς, αντερστάντ;»
Οι κοντόκωλες ξεκινάνε κυκλωτική, οπότε την αρπάζω πριν μας μπλοκάρουν και την σούρνω μέχρι το Στάθη.
«Στάθης –Αλίσια», κάνω τις συστάσεις και μετά στήνομαι τοίχος για να κόψω τις φιλενάδες.
«Μπιγκ λαβ, πάσιον, λαμούρ!» τις πληροφορώ σπρώχνοντάς τες προς τη μπάρα. «Χεβ α ντρινκ ολ οφ γιου –χι ιζ πέινγκ», φωνάζω δείχνοντας τον Στάθη.
Όταν τις κόβω πρόθυμες ρουφήξουν το δωρεάν οινόπνευμα, πλευρίζω τον Στάθη.
«Έφυγα», του λέω.
Ούτε να με κλάσει –έχει μαγευτεί από την Αλίσια και χαμογελάει σαν παντοφλέ καστόρινο παπούτσι.
«Πως θα γυρίσεις σπίτι;» τον ρωτάω.
«Σπίτι;» με κοιτάζει αλλήθωρα. «Δεν έχω σπίτι!»
«Σωστός!» επικροτώ και την κοπανάω αδιάφορα.

Ζεσταθήκαμε εκεί μέσα και το κρύο τσούζει δυο κλικ παραπάνω από το κανονικό εδώ έξω. Κουμπώνομαι να φύγω, τη μισή διαδρομή τη βγάζω αργά –τουριστικά. Όταν περνάω τη λεωφόρο πλακώνομαι στα στενά να φτάσω σπίτι μια ώρα αρχύτερα.
Τη βρίσκω μισοκοιμισμένη στο κρεβάτι, με ένα βιβλίο τσαλακωμένο και το φως ανοιχτό. Νιώθω κάπως παντρεμένος –για μια στιγμή.
«Που ήσουνα;» μουρμουρίζει με μισόκλειστα μάτια.
«Έξω –μην ανησυχείς. Έλα να ξαπλώσουμε», την σκεπάζω.
Μετά ξεντύνομαι, μπαίνω κάτω από τα σκεπάσματα και παλεύω να μαζέψω τα δόντια μου που κροταλίζουν.
«Όλα εντάξει;» ρωτάει καθώς χώνεται στην αγκαλιά μου.
«Ναι, εντάξει», μουρμουρίζω. «Ένας φιλαράκος ψόφησε, κατά τ΄άλλα μια χαρά»
Τινάζεται, μου σκεπάζει το πρόσωπο με τα μαλλιά της.
«Τι έγινε; Ποιος;»
«Κανένας σημαντικός –μη δίνεις σημασία».
«Φίλος σου;»
«Όλοι φίλοι είμαστε».
«Από τι πέθανε;»
«Από θάνατο –κοιμήσου τώρα», λέω και της κάνω κεφαλοκλείδωμα κανονικό.
«Καληνύχτα», μουρμουρίζει.
«Αυτό ξαναπέστο!» σχολιάζω κλειδώνοντας τα μάτια μου.

Έξω από το παράθυρο η παγωνιά ραγίζει τις διψασμένες πλάκες των πεζοδρομίων, έχει να βρέξει από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος και οι άνθρωποι κοιμούνται κουλουριασμένοι σε ξεκλείδωτα σπίτια.

Για να μπαινοβγαίνει πιο εύκολα ο θάνατος.

Πέμπτη, Φεβρουάριος 12, 2009

"Οι βετεράνοι των λεωφορείων"

Κοίτα –δεν ξέρω τα πάντα, ούτε θέλω κιόλας να τα μάθω, δε μ΄ενδιαφέρουν. Δεν είμαι ειδήμονας περί του Μεσανατολικού, δεν έχω σπουδάσει διαχείριση υδάτινων πόρων, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τη φούγκα από το μινουέτο, δεν κατέχω την τεχνική του cut up, του close up και του push up, δεν... Λυπάμαι δηλαδή, αλλά έτσι είναι –λίγα έμαθα κι αυτά με το ζόρι.

Ας πούμε....

Μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω τους «βετεράνους των λεωφορείων» που λέει κι ο μεγάλος Ζορζ Πιλαλί. Αλλά δεν μπορώ να κρύψω την απέχθειά μου απέναντί τους –φταίνε μάλλον τα νεανικά μου χρόνια -θα σου εξηγήσω.
Εγώ λοιπόν μεγάλωσα στην εποχή της «Αλλαγής», μόνο που ο δικός μας Ομπάμα ήταν αρκετά πιο παχυλός, ημιφαλακρός και ξασπρουλιάρης σε σχέση με το σύγχρονο μοντέλο –τον λέγανε Αντρέα και χόρευε ζεϊμπέκικα τραγουδισμένα από τη Ρίτα Σακελάριου. Τι να κάνεις; Με ότι έχει, βολεύεται ο καθείς.
Είχαμε εμείς τότε μια γενιά «βετεράνων» που αλλάξανε, λέει, τον κόσμο, φέρανε τα πάνω-πάνω και τα κάτω ακόμα πιο κάτω, ξέρω ΄γω; Φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν, αγωνίστηκαν, έριξαν τη Χούντα... έκαναν διάφορα, να μη σε κουράζω. Επειδή εμένα πολύ με κούραζαν οι διηγήσεις τους –μη με παρεξηγήσεις, πάντα μου άρεσε ν΄ακούω ιστορίες με δράκους και βασιλοπούλες, αλλά μην ξεχνάς αδερφάκι μου να μας προειδοποιήσεις οτι πρόκειται περί παραμύθι! Διότι, αν το πλασάρεις για πραγματικότητα –πως διάολο αντιστεκόσουν κι εσύ και όλοι οι άλλοι και παράλληλα δεν κουνιόταν φύλλο επί χούντας; Στο μιλητό ή στην αλλοδαπή με ρετσίνα εισαγωγής και Θεοδωράκη στο γραμμόφωνο; Και πως φέρατε δηλαδή τη δημοκρατία στη χώρα; Που την κρύψατε κι εγώ δεν τη βλέπω; Αυτά με κούραζαν, αν θες να ξέρεις.

Μέχρι που...

Τα έφερε η κατάρα να βγω παραέξω από την αυλή του σχολείου μου και γίνονταν πολλά περίεργα πράγματα εκεί -όμως, αν πήγαινες να φωνάξεις σε κοιτάζανε στραβά. «Αλήτης», «προβοκάτορας», «χαβαλές», «στερείται πολιτικών απόψεων και αιτημάτων» -ξηγημένα πράγματα. Επειδή δεν είχαμε χούντα, συνεπάγεται οτι είχαμε ελευθερία –επειδή δεν ήμασταν κομματόσκυλα, συνεπάγεται οτι ήμασταν απολίτικοι. «Η μαζί μας ή τίποτα» -κάποια διαλλακτικότητα, δε νομίζεις;

Αποφάσισα λοιπόν...

Να μην τα ξεχάσω όλα αυτά.

Και προσπαθώ μην κάνω τα ίδια τώρα που γέρασα –ποτέ δεν απαξίωσα σημερινές πρακτικές συγκρίνοντάς τες με ανάλογες παλιότερες, ποτέ δεν κανιβάλισα τις προσπάθειες των σημερινών πιτσιρικάδων, θέτοντάς τες αντιμέτωπες με τους «παλιούς μας θριάμβους», κυρίως επειδή δεν θυμάμαι κανέναν θρίαμβο στον οποίο να είχα εγώ συμμετοχή. Σκατομιζέρια θυμάμαι και δεν βλέπω το λόγο να υπερηφανεύομαι γι΄αυτό. Φταίγανε οι «βετεράνοι» που μας ψαλλιδίζανε; Έφταιγε το κακό μας κεφάλι που έμπαζε από δέκα πάντες; Τι σημασία έχει; Οι δικαιολογίες ποτέ δεν ανέστρεψαν τα γεγονότα.
Παρ΄όλα αυτά, οι «βετεράνοι των λεωφορείων» εξακολουθούν να κυκλοφορούν εδώ πέρα κι εγώ εξακολουθώ να τους απεχθάνομαι, αυτό είναι όλο. Τους πήρα πρέφα να σαλιαρίζουν στα δελτία ειδήσεων, με την ταμπέλα του «επαγγελματία επαναστάτη» κάτω από τη φάτσα, τους συνάντησα στα μπλογκς με υφάκι βαρύ και φρυδάκι όρθιο –σκέφτηκα, «σύνελθε, η ιδέα σου είναι και βλέπεις παντού φαντάσματα». Διάβασα μετά, αυτό εδώ το κομμάτι στον Ιό και ήρθα στα ίσα μου. «Ζουν ανάμεσά μας»!

Ανοίγω παρένθεση για να πάρεις μια ιδέα –αντιγράφω μέρος του Ιού, με χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Τις αγελαίες ψυχώσεις αυτών των ημερών τις είπαν οι έμμισθοι πολιτικοί και δημοσιογραφικοί υπάλληλοι ‘κοινωνική εξέγερση’ και μάλιστα οι πολιτικοί προβοκάτορες (ΣΥΡΙΖΑ) παρομοίωσαν τα γεγονότα με τα ιστορικά κινήματα», γράφει χαρακτηριστικά ο «εκδότης-διευθυντής-ιδιοκτήτης» του Θύμιος Παπανικολάου στο τεύχος Ιανουαρίου. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει, «δεν ήταν καμιά ‘λαϊκή εξέγερση’ εναντίον του καθεστώτος, αλλά μια ‘εξέγερση’ του καθεστώτος εναντίον της κοινωνίας, του λαού και των αυθεντικών κινημάτων που κυοφορούνται, μια ‘εξέγερση’ των ‘νταβάδων’ και των υπαλλήλων τους για τη διάλυση της ελληνικής κοινωνίας, τη μετατροπή της σε ζούγκλα».

Δεν διστάζει μάλιστα να υποδείξει και τους υπαίτιους του ξεσηκωμού: «Τον τόνο της ‘καθοδήγησης’ τον δίνουν οι πιο καλοδουλεμένες μήτρες της ‘νταβατζίδικης’ καμαρίλας: το Λαμπρακιστάν και η ‘Ελευθεροτυπία’. Τα πρωτοσέλιδα αυτών των Εφημερίδων είναι αποκαλυπτικά. Το ίδιο αποκαλυπτική είναι η πρακτική των εστιών του Σόρος: ‘Ιός’ και ‘Indymedia’» (σ.13).

Από κοντά και κάποιος Αντώνης Πλάκας, που αναπτύσσει το γνωστό σενάριο περί υπονόμευσης της κυβέρνησης Καραμανλή «για το θράσος της να αψηφήσει τις αυτοκρατορικές εντολές και να συνάψει κομβικές σχέσεις με τη Ρωσία», συνδέοντας την εξέγερση με τις πυρκαγιές του 2007 και τη «λαίλαπα των σκανδάλων και της σκανδαλολογίας» (σ.7). Ο ίδιος ανακαλύπτει επίσης σχέδιο αντικατάστασης της ΕΛΑΣ με «στρατιές πολυεθνικών αλλοδαπών μισθοφόρων», αφού «οι ελληνικές στρατιωτικές και αστυνομικές δομές που υπάρχουν σήμερα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στη νέα φασιστική θηριωδία του πλανητικού ιμπεριαλισμού, ακριβώς γιατί προέρχονται από τα σπλάχνα αυτού του λαού» (σ.29). Τα ΜΑΤ, προπύργιο του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα!

Πήρες μια ιδέα;

Κοίτα –δεν έχω σκοπό να ξαναβάλω το θέμα των γεγονότων του Δεκέμβρη, όποιος έχει μάτια είδε τι συνέβη, σε όποιον έχει απομείνει λίγο μυαλό κατάλαβε αρκετά πράγματα κι όποιος επιμένει σε βλακώδεις συκοφαντίες δεν πρόκειται, έτσι κι αλλιώς, να μεταπειστεί -θα εξακολουθήσει να ονοματίζει το τυρί-φέτα, "πλάκα κοκαϊνης" και να ζητάει την παραδειγματική τιμωρία της χωριάτικης σαλάτας.

Αναρωτιέμαι όμως περί του ανεκδότου που κυκλοφορεί στις παραπάνω απόψεις –ο Ιός και το Indymedia είναι εστίες του Σόρος; Κάτσε να το σκεφτούμε λίγο αυτό.
Δεν είμαι ειδικός περί τα διεθνή οικονομικά –αλλά νομίζω οτι αυτός ο Τζορτζ Σόρος είναι ένας χρηματιστής που διέπρεψε στη χοντρή κονόμα. Έχω ακούσει κιόλας οτι έπαιξε και με οικονομίες ολόκληρων χωρών, οδηγώντας τες στην αποσταθεροποίηση και την πτώχευση. Μάλιστα. Ο τύπος λοιπόν κάνει ένα Ίδρυμα, με παγκοσμιοποιημένη δράση που αποσκοπεί σε τι; Στο να ξεχάσουν τα ελληνόπουλα την καταστροφή της Σμύρνης; Στο να κλείνουν ραντεβού τα παιδιά του ιντιμήντια και να καίνε περιπολικά; Στο να τα χώνει ο Ιός σε Πλεύρη, Καραμπελιά και Σεραφείμ Κοτρώτσο; Ναι –κι αυτά, μέσα σε όλα τα υπόλοιπα, θα μου πεις. Καθότι, το εν λόγω Ίδρυμα δρα παγκοσμίως υπέρ της παγκοσμιοποίησης (ωραίος!) και σύμφωνα με τις επιταγές του θα πρέπει να ξεχάσουμε οτι είμαστε Έλληνες, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια κατάσταση γενικευμένης ανασφάλειας και τέλος θα πρέπει να φυλακιστεί στο Μπούρτζι ο Καραμπελιάς που αντιστέκεται λυσσαλέα! Εντάξει, δεν θα υπογράψω ακόμα για να σε κλείσουν στο Δαφνί –αρκεί να μου λύσεις μια απορία. Τι στο κέρατο τον ενδιαφέρουν όλα αυτά τον Σόρος; Χρηματιστής δεν είναι; Λεφτά δεν θέλει να βγάζει; Άρα –θα ενεργοποιηθεί υπέρ των συνθηκών ελεύθερης διακίνησης των κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο. Θα κοιτάξει να πιέσει ώστε να πέσουν οι νόμοι οικονομικής προστασίας κατά των μονοπωλιακών πολιτικών, θα ασχοληθεί με την κατάργηση των δασμών ... τέτοια πράγματα. Γιατί ρε φιλαράκι να πληρώσει τα ιντιμήντια και γιατί να παραχαράξει την ελληνική ιστορία; Τι θα κερδίσει; Καπιταλισμό έχουμε –όχι ζωροαστρισμό! Και μη μου αρχίσεις τώρα την καραμέλα «περί άμβλυνσης των εθνικών διαφορών με σκοπό την αποφυγή πολέμων», επειδή, μάγκα μου, ο καπιταλισμός στηρίζεται στον πόλεμο για να ξοδέψει το παραγωγικό πλεόνασμα –αν αυτός ο Σόρος κοιτάζει να αποτρέψει τους πολέμους, θα γραφτώ κι εγώ στο Ίδρυμα -εθελοντής!

Να πω κιόλας οτι δεν έχω καμιά λατρεία με το ιντιμήντια –κάνουν εκεί πέρα μαλακίες με το τσουβάλι. Ούτε είμαι φανατικός του Ιού –δεν έχω διαβάσει τα άπαντά του. Από εκεί και πέρα όμως, είναι άλλο πράγμα να λες οτι ο Καραγκούνης (π.χ.) δεν παίζει καλή μπάλα και διαφορετικό πράγμα να ισχυρίζεσαι οτι ο Καραγκούνης είναι πράκτορας του Κόκαλη! Νομίζω;

Οι τωρινοί «βετεράνοι των λεωφορείων» κάπου, κάπως, τα έχουν μπερδέψει τα πράγματα. Γιατί έχω βάσιμες υποψίες περί αυτού;

-Διότι δηλώνουν αριστεροί αλλά παράλληλα κόπτονται υπέρ του ονόματος της ελληνικής Μακεδονίας! Μισό λεπτό ρε παιδιά, τι δουλειά έχει η αριστερά με εθνότητες, εθνικότητες και σύνορα; Τι μας νοιάζει πως θα λέγεται ο καθένας; Γιατί πρέπει στον εθνικισμό των «από κει» να απαντήσουμε με τον εθνικισμό των «από δω»; Κάποτε η αριστερά μίλαγε για το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση –πως φτάσαμε τώρα στη μία και μοναδική Μακεδονία;

-Διότι σκίζονται για το πόσο αριστεροί, αλλά και πόσο πατριώτες είναι συνάμα. Γίνεται; Εξαρτάται από τις συνθήκες –νομίζω. Επειδή υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ του ινδιάνου πατριώτη και του ευρωπαίου άποικου των ΗΠΑ, για παράδειγμα. Και η διαφορά έχει να κάνει με την κοινωνική θέση του ατόμου –πάει να πει, ο Κάφρος όταν δήλωνε πατριώτης εξέφραζε την ανάγκη του για σταμάτημα της καταπίεσης ενώ ο Αφρικάνερ όταν δήλωνε το ίδιο, εξέφραζε την θέλησή του για συνέχιση της καταπίεσης. Γιατί τελικά, άλλο πράγμα ο πατριωτισμός που ζητάει τη διαχείριση των πόρων από τους πολίτες (όλους τους πολίτες) της χώρας και διαφορετικό πράγμα ο πατρωτισμός της εθνικής καθαρότητας. Να το κάνω πιο απλό; Δεν χρειάζεται.

Κι όμως χρειάζεται...

-Στη σύγχρονη Ελλάδα οι «βετεράνοι» δηλώνουν λάτρεις των αρχαίων φιλοσόφων, τους οποίους έχουν διαβάσει από κακή μετάφραση, λάτρεις των μνημείων, λάτρεις του ελληνικού πολιτισμού γενικά. Σέβονται και την ελληνική ιστορία, τα μπάσταρδα νεοκλασσικά κτίρια, μπορεί να πετάξουν και καμιά παρόλα περί ελληνικής γλώσσας που καταστρέφεται –αυτοί οι αυθεντικοί, δηλωμένοι αριστεροί, της ορθογραφίας! Να δώσω τώρα ένα άσχετο απόσπασμα, πάρτο:
«…Για τη μεταβολή ενός λαού σε έθνος προϋποτίθεται η δημιουργία κατάλληλων υγιεινών συνθηκών διαμονής απαραίτητων για την εκπαίδευση του ατόμου. Μόνο όποιος μάθει, στο σπίτι ή στο σχολείο να εκτιμά το μεγαλείο της χώρας του στον φιλολογικό, στον οικονομικό και προπάντων στον πολιτικό τομέα, μόνον αυτός θα μπορέσει να αισθανθεί - και θα την αισθανθεί – την περηφάνεια ότι ανήκει σ’ αυτή τη χώρα. Αγωνιζόμαστε γι αυτό που αγαπάμε· αγαπάμε ότι εκτιμούμε· και για να εκτιμήσουμε κάτι πρέπει τουλάχιστον να το ξέρουμε…»
Διαφωνούν με το παραπάνω οι «βετεράνοι των λεωφορείων»; Δε νομίζω. Ποιος είναι ο συγγραφέας του αποσπάσματος; Βρες το και πάρτο.

-Έχω κι άλλα περί των αξιοσέβαστων –όπως ας πούμε το κόλλημά τους με την ορθοδοξία. Ναι βέβαια. Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν διαβασμένοι και υποστηρίζουν ένα δόγμα το οποίο φέρει τον υπερφίαλο τίτλο του «μοναδικού ορθού» (τουλάχιστον οι καθολικοί το παίζουν ‘όλοι εμάς πιστεύουν’ και όχι ‘μόνο εμείς έχουμε δίκιο’!) Αυτά έμαθαν από την "αριστερά της αναζήτησης"!

-Έμαθαν επίσης να υποστηρίζουν τους μετανάστες θεωρητικώς, αλλά και να βγάζουν καντήλες όταν τύχει να τους συναντήσουν. Και φυσικά να τους φορτώνουν τα πάντα –αναπαράγοντας τα χειρότερα ρατσιστικά στερεότυπα. Γιατί είναι άλλο πράγμα να μιλάς για παραβατικότητα του λούμπεν προλεταριάτου (άμεσα εξηγήσιμη από τις συνθήκες ένδειας στις οποίες αυτό έχει εγκλωβιστεί) και διαφορετικό πράγμα να μιλάς για την παραβατικότητα των μεταναστών (οι οποίοι, όλως τυχαίως, αποτελούν σήμερα την πλειοψηφία του λούμπεν προλεταριάτου). Στην πρώτη περίπτωση αναγνωρίζεις μια κοινωνική παθογένεια ενώ στη δεύτερη δαιμονοποιείς μια ομάδα ανθρώπων με βάση την καταγωγή τους. Εντάξει;

Και κατέληξαν όλοι αυτοί...

Να βρίζουν τα παιδιά που βγαίνουν στους δρόμους, όπως έκαναν οι πατεράδες τους το ’73, όπως έκαναν οι θείοι τους το ’85 –όπως κάνει ο κάθε νοικοκύρης. Έχουν το δικαίωμα; Σαφέστατα! Μόνο ας σταματήσουν να πουλάνε αριστερή επικάλυψη –όταν βρίζει ο δεξιός, ο φασίστας, ο Πασόκος, ο ΚΚΕς υπάρχει κάποια συνέπεια.
Όταν όμως έρχεσαι σήμερα να μου εκθειάσεις τη θυσία των παιδιών το ‘73, δε σε παίρνει ρε μάγκα να βρίζεις τα παιδιά του ’08. Επειδή τότε ήσουνα μοιράκιο και τώρα έχεις δουλίτσα κι αμαξάκι δηλαδή; Οι απόψεις σου πόσο λάστιχο είναι τελικά; Γιατί και τότε και τώρα τα ίδια λέγανε τα παιδιά. «Κάτω η χούντα», «Λαέ πεινάς -γιατί τους προσκυνάς;», «Επανάσταση λαέ», «Απόψε θα γίνει της Μανίλας» -έχω λάθος; Για πες μου λοιπόν, ποια ιδεολογία, ποια αιτήματα, ποιον πολιτικό λόγο συνάγεις από τα συνθήματα αυτά; Που διαφέρουν από τα σημερινά συνθήματα; «Κάτω η χούντα», «Στον δρόμο να σπάσουμε τον τρόμο», «Αυτοί μιλάνε για ζημιές, εμείς μιλάμε για ζωές» -εξήγησέ μου τη διαφορά να καταλάβω!
Άσε, θα στην πω εγώ –σου ξινίζουν τα καινούργια συνθήματα επειδή δεν τα έχει περάσει πατίνα το ΚΚΕ. Και μη μου πεις οτι σήμερα δεν έχουμε χούντα, ενώ τότε είχαμε –επειδή φιλαράκο στο δημοψήφισμα εκείνης της εποχής περισσότεροι ψήφισαν τον Παπαδόπουλο απ΄ όσους ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές την Ν.Δ. Και δε μιλάω για τους φοβισμένους –για τους κανονικούς ψηφοφόρους του δικτάτορα μιλάω.

Φτάσανε μέχρι το σημείο να αμφισβητούν την πρωτοπορία της νεολαίας σε θέματα κοινωνικών αλλαγών, «οι νέοι είναι αποβλακωμένοι, χαμένοι στα πλέιστεϊσον, ανώριμοι, αφασικοί, αμόρφωτοι, δυσλεκτικοί» -κούκλα σε βρίσκω χρυσό μου! Όσοι μέχρι χτες καταλόγιζαν στους νέους αποχή από τις μαζικές εκδηλώσεις, σήμερα τους αμφισβητούν ακόμα κι αυτή την ίδια τη συμμετοχή! Με το πρόσχημα της «μη καλλιέργειας»! Λες και χρειάζεται να έχεις διδακτορικό στην ιστορία της τέχνης για να βγεις στους δρόμους! Λες και η ηλικιακή εμπειρία αποτελεί πιστοποιητικό αντιστασιακής ορθότητας! Αυτό είναι τρομακτική αλλαγή στην ανθρώπινη ιστορία –εννοώ, μέχρι σήμερα ήξερα οτι όλο το νταβαντούρι το έκανε η νεολαία. Που διάολο πρέπει να ψάξω στην ιστορική διαδικασία για να ξαναβρώ μια φωτισμένη κλάνα μεσηλίκων η οποία διεκδικεί την επαναστατική πρωτοπορία;

Οι νέοι είναι στους δρόμους και οι μεσήλικες στα κέντρα αποφάσεων –χρόνια τώρα. Κι αυτό συμβαίνει λόγω θέσης, οι νέοι βρίσκονται εκτός των κέντρων αποφάσεων, εκτός της παραγωγικής (λέμε τώρα) διαδικασίας –άρα «δεν έχουν τίποτα να χάσουν». Οι μεσήλικες αντιθέτως έχουν. Και να χάσουν και να προφυλάξουν. Τι να προφυλάξουν; Το υπάρχον σύστημα, το status quo (εξίσου βαρετή κατάσταση με το ομώνυμο χαρντ ροκ συγκρότημα).

Εντάξει –αλλά γιατί όλα αυτά;

Ο προφανής λόγος αναφέρθηκε παραπάνω –όσοι έχουν να χάσουν από τις αναταράξεις της υπάρχουσας κατάστασης, υπερασπίζουν λυσσαλέα τη στασιμότητα. Το πρόβλημα υπάρχει στον τρόπο που επιλέγουν να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους. Θυμάσαι την κλασσική ατάκα των πατεράδων μας; «Κι εμείς στα νιάτα μας ήμασταν αριστεροί, κάναμε το κέφι μας, αγωνιστήκαμε –αλλά μεγαλώνοντας σοβαρευτήκαμε». Τουτέστιν, «το γυρίσαμε σε κοινοβουλευτικές ρεβεράντζες -μαμ, κακά και νάνι». Γιατί όλοι αυτοί δεν κάνουν το ίδιο; Γιατί –ακόμα καλύτερα –δεν συντάσσονται με το ΛΑΟΣ (αφού οι απόψεις τους είναι, στο μεγαλύτερο ποσοστό) ταυτόσημες;
Νομίζω λόγω ασύστολης υποκρισίας. Όπως, στα νιάτα τους, έπαιρναν τα συνθήματα των αναρχικών και τα βάφτιζαν ανάλογα με το που φύσαγε η οπορτουνιστική τους καθοδήγηση, έτσι και τώρα αρνούνται τον ακροδεξιό χαρακτηρισμό αλλά υιοθετούν το ανάλογο σκεπτικό κατά γράμμα. Βλέπεις, δε σε καλούν πλέον οι μπάτσοι στο τμήμα να υπογράψεις δήλωση –άρα ο ιδεολογικός αυτοπροσδιορισμός είναι τζάμπα.

Συνεπώς....

(Λέξη άγνωστη για τους «βετεράνους των λεωφορείων», που φαίνονται έτοιμοι να βαφτίσουν για ακόμα μια φορά «το κρέας –ψάρι», προκειμένου να μη χάσουν την θέση του ξερόλα την οποία με τόσο κόπο έχτισαν σε επίπεδο ψευδαισθήσεων).

Η κατάσταση μοιάζει με φτηνή αντιγραφή του «Ξυπνήματος των Ζωντανών Νεκρών», μόνο που δεν υπάρχει κανένας Ρομέρο για να συμμαζέψει τους ασουλούπωτους. Γι΄αυτό, καλό θα ήταν, από λίγο-λίγο, με διακριτικές κινήσεις, τα ζόμπι να επιστρέψουν στους τάφους τους ή να ενταχθούν σε κάποιο αξιοπρεπές κοινοβουλευτικό έκτρωμα (που κάνει ακριβώς το ίδιο).

Αρκετά μας τα πρήξατε στα νιάτα μας, αφήστε τουλάχιστον ήσυχα τα παιδιά! Αλήθεια, θυμάστε την "Εθνική Συμφιλίωση"; Θυμάστε τίποτα σχετικό;

Υ.Γ.: Αφιερωμένο στον Νίκο τον Χ. και τις απορίες του φυσικά.

Τρίτη, Φεβρουάριος 10, 2009

33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"

Μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, με τις αρβύλες του να κρέμονται από το κάγκελο όσο απολαμβάνει το Κάμελ που μου τράκαρε –προσπαθεί να στείλει σήματα τις τουλούπες καπνού, δεν τα καταφέρνει κι άσχημα. Κοιτάζω την αφίσα πάνω από το κεφάλι του, «Ζνορτ!», μουγκρίζει η αφίσα -δε βγαίνει νόημα.

«Κατάλαβες;» λέει τελικά.
Κατάλαβα.
«Κι εσύ τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;» ρωτάω.
«Ξέρω ‘γω; Έχω μια θειά στην Καλιφόρνια, από το σόι της μάνας μου –λέω να ψάξω κατά κει για μεταπτυχιακό, όλο και κάποιο πανεπιστήμιο θα παίζει», απαντάει σκεφτικά ο Πέτρος.
«Στην Καλιφόρνια; Τι μεταπτυχιακό θα κάνεις εκεί πέρα; Ηλεκτρόλυση παραισθησιογόνων;» γελάω.
«Ακόμα κι αυτό –κάτι τέλος πάντων», μουρμουρίζει.
Έχει έρθει να μου πει τα καθέκαστα, ο Τάκης έγινε δεκτός για μάστερ σε τρία αμερικάνικα πανεπιστήμια –«όσο κουβεντιάζαμε να την κοπανήσουμε για κάποιο αγρόκτημα στην επαρχία, αυτός ο πούστης συμπλήρωνε αιτήσεις για υποτροφία», έτσι το έθεσε. «Αγάπα τα ελαττώματα με τους φίλους σου», καταλήξαμε.

«Άρα, είσαστε να την πουλεύετε και οι δυο σας», συμπεραίνω.
«Από σιγά-σιγά...»
«Μάλιστα. Καλή φάση –θα πηδήξετε και το στρατιωτικό για κάνα δυο χρονάκια...»
«Ναι κι αυτό...»
«Και μετά;»
«Τι ‘μετά’;» με κοιτάζει παραξενεμένος. «Δεν υπάρχει ‘μετά’ –ποιος ασχολείται;»
Δίκιο έχει.
«Πες μου για το ταξίδι», τον παροτρύνω. Επειδή, τις μέρες της κατάληψης κάπως τους κάθισε και φόρτωσαν ζλίπι-σκηνή στο αμάξι του πατέρα του Τάκη, μετά φόρτωσαν το αμάξι σε πλοίο στο λιμάνι της Πάτρας και περάσανε απέναντι. Τουρ στην Ιταλία, επιστροφή μέσω Γιουγκοσλαβίας στεγνοί από φράγκα.
«Είπαμε να κάνουμε κάτι οι δυο μας, δηλαδή ο Τάκης το πρότεινε –λόγω που θα χαθούμε σύντομα. Του έδωσε αμάξι ο γέρος, μποναμά επειδή τον δέχτηκαν τα αμερικάνικα πανεπιστήμια... Πέντε μέρες το ‘πήγαινε’, δεκαπέντε το ‘έλα’ –καλή φάση. Η Ιταλία δε λέει μία, αυτοκινητόδρομοι του χάους και βρώμικες πόλεις, πανάκριβη χώρα. Κοιμόμασταν στο αμάξι κυρίως, αλλά, άκου τι έγινε έξω από τη Ρώμη. Έχουμε στήσει τη σκηνή στο πλάι της οτοστράντα, νύχτα, ξαστεριά –είπαμε να ισιώσουμε λίγο από το στρίμωγμα του αυτοκινήτου. Δεν προλαβαίνουμε να αποκοιμηθούμε κι ανοίγουν οι ουρανοί, έτσι στο άσχετο, καρέκλες, καναπέδες, πολυθρόνες, είδη προικός... Δε μας παίρνει να μείνουμε στη σκηνή γιατί φοβόμαστε οτι θα μας παρασύρει το ρέμα και θα φτάσουμε Τίβερη ας πούμε. Πρέπει να μαζευτεί η σκηνή και να χωθούμε στο αυτοκίνητο –έχω την καταπληκτική ιδέα να βγάλουμε τα ρούχα μας όσο μαζεύουμε για να μη γίνουν μουσκίδια –σωστός;»
«Δηλαδή διπλώνετε σκηνή ολόγυμνοι στη μέση της νύχτας;»
«Έτσι ακριβώς!»
«Με τα τσουτσούνια να καμπανίζουν;»
«Ούτε μπροστά να ήσουνα!»
«Παρακάτω».
«Όχι παρακάτω. Εκεί δίπλα, στα πέντε μέτρα περνάει ένα τρένο, είκοσι βαγόνια μακρύ! Γιατί μέσα στο σκοτάδι δεν πήραμε χαμπάρι οτι στήσαμε δίπλα στις γραμμές –περνάνε λοιπόν και βρισκόμαστε να χαιρετάμε τους αγουροξυπνημένους επιβάτες σε στυλ ‘θαυμάστε τους ιθαγενείς’!»
«Έλα ρε!»
«Ναι, κανονικά. Οι πρώτοι δεν μας παίρνουν είδηση, αλλά, όσο περνάνε τα βαγόνια γίνεται κινούμενη κερκίδα η υπόθεση, στο τέλος είχαν ανοίξει παράθυρα και χειροκροτούσαν. Μέχρι χαρτοπετσέτες και πλαστικές σακούλες μας πέταξαν!»
Σβήνει το τσιγάρο, σηκώνεται να ξεμουδιάσει.
«Ζόρικη φάση», παρατηρώ.
«Στη Γιουγκοσλαβία τα είδαμε όλα, φοβερά μέρη, καταπληκτικές γυναίκες –βρεθήκαμε σε μια πλατεία, πιάσαμε κουβέντα με φοιτητές. Και φοιτήτριες φυσικά. Ωραία παιδιά, πέντε μέρες στη σειρά μας ταΐζανε και μας ποτίζανε –ντραπήκαμε και φύγαμε. Πριν τα σύνορα μας λυπήθηκε κάποιος αγρότης, μας πήγε σπίτι του να ξεκουραστούμε...»
«Όμορφα πράγματα», παρατηρώ.
«Μαλακίες. Χάλια ήταν», με προσγειώνει.
«Πως αυτό;» απορώ.
«Επειδή μετράμε ανάποδα τις μέρες ρε μαλάκα».
«Μια ζωή έτσι δεν κάναμε;»
«Τώρα είναι αλλιώς».
«Αλλιώς;»
«Κάνεις οτι δεν καταλαβαίνεις μου φαίνεται. Τότε μετράγαμε προς το τέλος, τώρα μετράμε προς το μέλλον –υπάρχει διαφορά!»
«Θες να πεις οτι υπάρχει μέλλον τελικά;»
«Δυστυχώς».
«Στ΄αρχίδια μας νομίζω. Εμείς δεν θα είμαστε εκεί να το δούμε».
«Νομίζεις!»
Δε λέμε τίποτα άλλο –ανοίγω τηλεόραση και χαζεύουμε τα παιδικά, «Σουσάμι άνοιξε» ή κάτι παρόμοιο.

Βαριόμαστε σύντομα. Κλείνω το δέκτη, σκαλίζω δίπλα στο πικάπ, καταλαβαίνω οτι δεν έχει όρεξη να μιλάμε άλλο. Βάζω δίσκο. «Δεν θυμάσαι τι πρέπει να πεις/ δεν θυμάσαι τι πρέπει να κάνεις/ δεν θυμάσαι που πρέπει να πας/ δεν θυμάσαι τι πρέπει να διαλέξεις/ Κατρακυλάς, κλέβεις, νιώθεις, γονατίζεις/ Όλοι οι μαστουρωμένοι/ τριγυρνάνε φορώντας χιτώνες από γλυκόριζα/ Δεν μπορώ να διστάσω/ και δεν μπορώ να περιμένω/ για το Δρόμο της Απόλαυσης».
Χτυπάει η πόρτα διστακτικά, κοιτάζουμε ταυτόχρονα –δεν έχουμε όρεξη να απαντήσουμε. Η πόρτα ανοίγει –μπαίνει η Έλσα, κάπως αμήχανη επειδή δείχνουμε ενοχλημένοι. Δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά τέλος πάντων. Όταν βγήκα από την κατάληψη –δηλαδή, όχι εκείνη τη μέρα.... κάποια μέρα πέρασα από τους φίλους μου που είχαν αναλάβει να φροντίσουν την Έλσα. Την βρήκα ροδοκόκκινη να προσέχει το πιτσιρίκι του ζευγαριού, μια Έλσα πολύ χαρούμενη, άνετη σχεδόν. Την πήρα από εκεί πέρα, να μη γίνεται φόρτωμα –δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι της, μίλαγε κάθε μέρα στο τηλέφωνο με τη μάνα της, «είμαι καλά, μην ανησυχείς, μη με ψάχνεις –κάποτε θα γυρίσω». Την έφερα σπίτι μου, τι άλλο να ΄κανα; Η δικιά μου η μάνα την αντιπάθησε πλήρως, «απολειφάδι και νευρόσπαστο –καμιά σχέση με την άλλη, είχε έναν αέρα εκείνη!» Ναι, αυτός ο αέρας μας πήρε και μας σήκωσε –χέσε μας ρε μάνα!
Η Έλσα ήταν ήσυχη, διακριτική και ανέλπιστα καλή στο κρεβάτι –τελικά αποφάσισε οτι δεν χρειαζόταν «να με ξεπεράσει» βιαστικά, πήρε τον χρόνο της. Κάποια συμβατική σχέση.
«Το ηλιοβασίλεμα σού θυμίζει πετρωμένα σύννεφα/ νόμιζες οτι πέταγες μέχρι που άνοιξες τα μάτια σου/ και βρήκες τον εαυτό σου να πέφτει πίσω στα χτεσινά ψέματα/ Γεια σου Δρόμε της Απόλαυσης, το ξέρεις οτι εκείνη θα ξαναγυρίσει/ Κατρακυλάς, κλέβεις, νιώθεις, γονατίζεις».
«Τι ακούτε;» ρωτάει η Έλσα.
«Τιμ Μπάκλεϊ –κάτσε», λέω εγώ.
«Ωραίο είναι», σχολιάζει όσο στριμώχνεται δίπλα μου.
«Άκου παρακάτω», της κάνω νόημα να σωπάσει όσο η βελόνα κυλάει στο ενδιάμεσο αυλάκι.
«Σε είδα να περπατάς/ μόλις χτες/ όταν έτρεξα να σε πιάσω/ εξαφανίστηκες/ και ο δρόμος έμεινε γκρίζος/ Το κερί έσβησε/ τώρα που έχεις φύγει/ γιατί η φλόγα ήταν πολύ φωτεινή/ τώρα που έχεις φύγει/ Σ΄άκουσα να γελάς/ μ΄εκείνο το γέλιο σου από χρυσάφι/ όταν σε φώναξα/ η σιωπή μού απάντησε/ και ο αέρας έμεινε παγωμένος/ Το κάστρο έπεσε/ τώρα που έχεις φύγει/ δεν χτυπάει πια η καμπάνα/ τώρα που έχεις φύγει/ Βρήκα ένα γράμμα/ τη μέρα που έβρεχε/ όταν πήγα να το ανοίξω/ στα χέρια μου απόμεινε/ μόνο στάχτη».
«Δεν είναι για μένα αυτό», μουρμουρίζει η Έλσα.
«Εντάξει, αλλά πρέπει να ξέρεις», της λέω.
«Έχω βαρεθεί να μαθαίνω –εσύ δε μπούχτισες να μου τα λες;» φορτώνει εκείνη.
«Πάμε πουθενά έξω;» πετάγεται ο Πέτρος. «Θα πάθουμε τυφλοποντικίαση εδώ μέσα...»
Είναι κι αυτό μια λύση.

Ο Τάκης μας περιμένει στο ΙΓΚΛΟΥ, όχι μόνος, αγκαλιά με μια πιτσιρίκα –ομιχλωδώς γνώριμη. Όταν βλέπει την Έλσα πλακώνεται στα καφριλίκια, τη θυμάται από την κατασκήνωση –πολλά γέλια. Πλευρίζω τον Πέτρο.
«Ποια είναι αυτή ρε;»
«Δεν τη θυμάσαι;» γελάει.
«Για να ρωτάω!»
«Κορίνα!» με διαφωτίζει.
«Του μπόουλινγκ;» απορώ. Επειδή κάπως γεματούλα η μικρή, αλλά ζόρικη γκόμενα –αμέτρητα σκουλαρίκια.
«Μα τι μαλάκας!» ξεφυσάει ο Πέτρος. «Κορίνα η αδερφή της Άννυς που την είχε ερωτευτεί από αρχαιοτάτων ο Τάκης! Και την πήδηξε στο άσχετο ο Αλέξης...»
Ξύνω το κεφάλι –κάτι μου θυμίζει το σκηνικό. Δηλαδή, εντάξει, την Άννυ τη θυμάμαι –σαχλογκόμενα αλλά δεν έχει σημασία. Αυτή την Κορίνα....
«Δίνω ακόμα ένα στοιχείο –της έκανε ιδιαίτερα ο Τάκης, την είχαμε δει στο πάρτι της Άννυς πριν....»
Κάτι ξεμπερδεύω από το κουβάρι –ένα πάρτι σκέτη κρεμάλα, φέραμε ποτά στη ζούλα επειδή στην κουζίνα παραμόνευαν οι γέροι, σπασμένα βάζα και η Άννυ να στριγκλίζει, κάπου εκεί δίπλα στην καρό ταπετσαρία ένα κοριτσάκι μαζεμένο...
«Έλα ρε!» κάνω έκπληκτος. «Αυτή είναι πολύ μικρή ακόμα!»
«Τη βλέπεις για πολύ μικρή;» μου κλείνει μάτι ο Πέτρος.
Τώρα που το λέει...
«Λοιπόν, όσο εσείς αναλύετε τα αναλλοίωτα εγώ λέω να πάρω τα κορίτσια μαζί μου –χρειάζομαι τη βοήθειά τους», ανακοινώνει ο Τάκης.
«Πως αυτό; Δε σου φτάνει η μία; Θες δυο για να σου σηκωθεί πλέον;» χώνεται ο Πέτρος.
«Όχι βλάκα –θέλω δυο για να ικανοποιηθώ, η μία θα μου κλατάρει», γκαρίζει ο Τάκης.
«Έλα πάμε ρε σαχλαμάρα!» κακαρίζει η Κορίνα.
Μένουμε πίσω σαν τους γέρους του Μάπετ σόου.
«Τι παίζει για σήμερα;» τον ρωτάω.
Ανασηκώνει τους ώμους.
«Κυριακή δεν είναι;» απορεί.
Σωστός. Κυριακή βράδυ –σινεμά, αυτό είναι νόμος.
«Που;» ξαναρωτάω.
«Κέντρο. Έχει βγει ένα ελληνικό. ‘Η νύχτα της μεγάλης συνάντησης’», λέει ο Πέτρος.
«Κι εμείς τι ρόλο βαράμε; Γιατί να ενοχλήσουμε;» απορώ.
«Επειδή το έργο έχει και υπότιτλο...»
«Που λέει;»
«Όνειρα πάνω σε μια Γιαμάχα!»
«Γεγονός;» αλληθωρίζω.
Κουνάει το κεφάλι. Τη βλέπω για εντελώς κανιβάλισμα τη φάση.
«Μέσα!» επικροτώ.
«Που διάολο πήγαν;» αναρωτιέται ο Πέτρος.
«Όπου και να πήγαν, θα ξανάρθουν», λέω.
«Αναπόφευκτο», συμφωνεί.

Περιμένουμε έξω από το ταμείο του σινεμά, η προηγούμενη παράσταση δεν έχει τελειώσει ακόμα. Έχουν κρεμάσει ένα μαύρο πανό με άσπρα γράμματα πάνω από τον καθρέφτη του φουαγιέ.
«Φεύγοντας θυμήσου να το σουφρώσουμε», κάνω νόημα στον Τάκη.
«Εννοείται!» χαμογελάει. Μετά με παίρνει αγκαζέ, πάμε παραδίπλα.
«Τι συμβαίνει;» αναρωτιέμαι.
«Εσύ θα μου πεις. Πως την είδες; Επαναστάτης χωρίς αιτία και η Έλσα σωσίας της Νάταλι Γουντ;» σφυρίζει στο αυτί μου.
«Εννοείς;»
«Κατά πρώτον, τι σ΄έπιασε και μαντρώθηκες κοντά ένα μήνα στο Πολυτεχνείο; Και κατά δεύτερον, τι δουλειά έχεις με το κοριτσάκι;»
Τον σπρώχνω πίσω ελαφρά, δεν έχω όρεξη για καυγάδες.
«Την είδα οτι θα ρίξουμε το κατεστημένο ρε κορόιδο –τι νόμισες; Φακ δε σύστεμ, φακ δε οθόριτις –κάπως έτσι. Κι αφού κάναμε την επανάσταση είπα ν΄αράξω για ξεχειμώνιασμα με την Έλσα –πως με βρίσκεις; Άστο, δε χρειάζεται να μου πεις –ασχολήσου καλύτερα με την φοίτησή σου στο Εμ Αϊ Τι, το Γιου Σι Ελ Έι και το Ελ Ες Ντι».
Με κοιτάζει χαμογελαστός.
«Τι παπαριές είναι αυτές τώρα; Τι περίμενες δηλαδή; Να κάτσω εδώ σα βλάκας; Να περιμένω το φαντάρικο; Ή ν΄ανοίξω αγροκτήματα Αρόζα με τον άλλον;»
«Ο άλλος πάντως το περίμενε!» παρατηρώ.
«Φούμαρα!» γελάει και φεύγει βιαστικά.
Μένω να τον κοιτάζω όσο απομακρύνεται –βγάζει εισιτήρια για όλους μας και κάνει νόημα να προχωρήσουμε προς την αίθουσα. Κόσμος βγαίνει από την προηγούμενη παράσταση, δεν βιάζομαι επειδή είμαι σίγουρος οτι δεν θα τον προλάβω –θα τον χάσω έτσι που απομακρύνεται.
«Έλα –τι έπαθες;» με πιάνει από το χέρι η Έλσα.
«Τίποτα –όλα εντάξει», απαντάω. «Απλά δεν έχω διάθεση...»
«Αν θέλεις, μπορούμε...» ξεκινάει να πει.
«Όχι δεν θέλω», την κόβω. «Πάμε μέσα».

Η ταινία είναι μια μπαρούφα μεγατόνων –πομπώδεις ατάκες, μία κάθε δέκα λεπτά και μετά μουγκαμάρα, υπόθεση της πυρκαγιάς, υπαρξιακά αδιέξοδα του κώλου.
«Τι είπε τώρα;» με σκουντάει ο Τάκης.
«Ξέρω ΄γω; Κάτι για νυχτερινά ιντερλούδια», ψιθυρίζω επειδή οι φωνές βγαίνουν σαγρέ από τα ηχεία.
Σκάνε τότε μερικές μηχανές της περασμένης δεκαετίας –κάτι σούργελα με κασκαντέρ της δεκάρας.
«Χώστα μεγάλε!» πεταγόμαστε όρθιοι από τις θέσεις μας.
«Ρίξτους στ΄αυτιά!»
«Ρε μαλάκα –που ακούστηκε κόντρα να ξεκινάει με σούζα;»
«Είναι η γνωστή σουζόκοντρα –την καθιέρωσε ο Στηβ Ντούζος!»
«Α, καλά....»
«Θα πέσει αυτός!»
«Μακάρι –μπας και γλιτώσουμε».
«Δεν έπεσε ρε!»
«Δεν έπεσε γιατί δεν είναι ο ίδιος. Ο προηγούμενος είχε μαρσπιέδες στα ψαλίδια –αυτός τους έχει στα σκελετά».
«Θα πάψετε πια εκεί πέρα; Θέλουμε να δούμε την ταινία!»
Γυρίζουμε απότομα –δυο σειρές πίσω μας ένας αχτένιστος αγριοκοιτάζει.
«Τι θέλει αυτός ρε;»
«Να δει την ταινία!»
«Ε, και τον εμποδίζουμε δηλαδή αν μιλάμε;»
«Ξέρω ΄γω; Μπορεί να βλέπει με τ’ αυτιά –τι να πω!»
«Παλικάρι –εξωγήινος είσαι;»
«Αν έρθω εκεί θα σου πω τι είμαι!»
«Γιατί, από κει που είσαι δεν μπορείς;»
«Δεν μπορεί ρε –είναι εξωγήινος!»
«Αποσυντονίζει στις μεγάλες αποστάσεις –έτσι είναι αυτοί!»
«Λες να ΄χει και τ΄αρχίδια στη μασχάλη;»
«Θα σκάσετε ρε ή να φωνάξω την ταξιθέτρια;»
«Ήταν καλή η ταξιθέτρια; Δε θυμάμαι....»
«Ποια ταξιθέτρια, κορόιδο! Ένα άτομο έχει ο σινεμάς, εισιτήρια, κυλικείο, μανιατό προβολής!»
«Σκασμός γαμώτο!»
Ο Τάκης σηκώνει τους ώμους και την πέφτει απότομα στην Κορίνα.
«Έλα ρε μαλάκα, μη μου ξεκουμπώνεις το σουτιέν!» διαμαρτύρεται εκείνη.
«Δηλαδή τι; Να πάω κατευθείαν στη φούστα;» απορεί ο Τάκης.
Η Έλσα κατουριέται στα γέλια, ο Πέτρος πανηγυρίζει.
«Γαμήθηκε ο ηλίθιος –γαμήθηκε ολοσχερώς!»
Τον κοιτάζω.
«Ο τύπος με το Εξ Τι –γκρεμοτσακίστηκε στο ίσωμα», με διαφωτίζει.
Εκεί πάνω σκάει ένας ξεκούμπωτος βρωμιάρης.
«Γιατί κάνετε φασαρία ρε; Εμποδίζετε τους ανθρώπους που θέλουν να παρακολουθήσουν!» μουγκρίζει.
«Πέστα!» επικροτεί ο αχτένιστος από την πίσω σειρά.
Σηκώνομαι φροντίζοντας να μην αφήνω κανέναν από πίσω μου να βλέπει ολόκληρη την οθόνη.
«Και ποιος είσαι εσύ ρε θείο, που θες να κάνουμε ησυχία;» ρωτάω.
«Ο ιδιοκτήτης είμαι –και βγάλτε το σκασμό μη φωνάξω αστυνομία».
Βάζω τα χέρια στις τσέπες, τον κόβω.
«Ο ιδιοκτήτης ε; Δηλαδή εσένα πληρώσαμε για να δούμε αυτή τη φόλα;»
Ο ξεκούπωτος κοκκινίζει έτοιμος να βρίσει.
«Σε ψάχναμε!» του λέω. «Θα μας τα ακουμπήσεις εδώ ή να περάσουμε από το ταμείο;»
«Τι μου τσαμπουνάς τώρα;» φουρκίζεται ο τύπος.
«Τα λεφτά μας πίσω –αυτό λέω. Η ταινία δε βλέπεται και, εντάξει, γι΄αυτό δε φταις εσύ –φταίνε οι απατεώνες που τη γυρίσανε. Αλλά δεν ακούγεται κιόλας τίποτα –μιλάνε οι ηθοποιοί και νομίζουμε οτι γουργουρίζουν γατιά. Λοιπόν, πως το νιώθεις; Θα μας τα σκάσεις εδώ ή να έρθουμε έξω;»
«Ρε δε γαμιέστε τσόγλανοι που θέλετε και τα λεφτά σας πίσω!» αφρίζει ο βρωμιάρης.
Κάθομαι πάλι κάτω –απλώνω τα πόδια στο μπροστινό κάθισμα.
«Ακούς εξωγήινε;» φωνάζω προς τα πίσω. «Ή σε εμποδίζει η τσίμπλα στο μάτι;»
«Έχει πολύ ακόμα;» ρωτάει ο Τάκης.
«Εικοσάλεπτο σίγουρα», υπολογίζω.
«Εντάξει προλαβαίνουμε!» πανηγυρίζει και ξαναπέφτει πάνω στην Κορίνα.
«Μη ρε! Γαργαλιέμαι!» τσιρίζει εκείνη.
«Ε, δεν τρώγεστε!» φωνάζει ο τύπος από την πίσω σειρά και σηκώνεται να φύγει τσαντισμένος.
«Μείνανε πολλοί ακόμα;» ρωτάω τον Πέτρο.
«Κάτσε να μετρήσω», λέει και γυρίζει προς τα πίσω, αλλά το κάθισμά του είναι ολίγον ερείπιο, οπότε σωριάζεται κανονικά –πόδια ψηλά και σφηνωμένος.
Η Κορίνα με την Έλσα παθαίνουν παροξυσμό, ο Τάκης ουρλιάζει, «ένα γιατρό, ένα γιατρό γρήγορα!»
«Ρε μάγκες, τελικά έφταιγε η οπτική μου που δεν κατανοούσα την ταινία», σχολιάζει ο Πέτρος. «Τώρα που τη βλέπω στο πιο κωλοβιδωτό –νομίζω οτι έχει πολλά κρυφά νοήματα».
«Την τσίχλα στη μπροστά καρέκλα βλέπεις, ηλίθιε –όχι την οθόνη!» φωνάζει ο Τάκης.
«Ααα, είπα κι εγώ!» ησυχάζει ο Πέτρος. Για να ξεσφηνώσει από τη σπασμένη θέση του, ούτε λόγος βέβαια!
Όταν τελειώνει η ταινία στέλνουμε τον Πέτρο να μπαλαμουτιάσει τον ιδιοκτήτη κι εμείς κατεβάζουμε το μαύρο πανό.
«Δίπλωσέ το και πιάστο με τα χταπόδια», μου κάνει νόημα ο Τάκης.
Ξεκινάμε τις μηχανές, βγαίνει ο Πέτρος, του κάνουμε νόημα και φεύγουμε σφαίρα. Δεν υπάρχει καλύτερο πράγμα από μια κουλτουριάρικη ελληνική ταινία για το βράδυ της Κυριακής. Μετά όλα σου φαίνονται οτι τρέχουν με δαιμονισμένους ρυθμούς.

Γίνεται τώρα αυτό το σκηνικό, επειδή αποφασίσαμε να πιούμε ένα ποτό πριν το διαλύσουμε γι΄απόψε –αποφύγαμε την πλατεία επειδή ακούγονται άσχημα πράγματα τις τελευταίες μέρες, καταλήξαμε παραλιακά. Διαλέξαμε ένα από τα μπαράκια στους μέσα δρόμους –έλα όμως που κάποιος έχει βάλει κλειδωμένες μπάρες στο πεζοδρόμιο για να μην ανεβαίνουν οι μηχανές!
«Τι είναι αυτά ρε; Σε λίγο θα μας γαμήσουν κιόλας –δεν αφήνω τη μηχανή στο δρόμο να μου τη σαρώσει κανένας αυτοκινητάς!» φουντώνει ο Τάκης καθώς κατεβαίνει. Η Κορίνα τον ακολουθεί, εμείς μένουμε στις μηχανές μας.
Τότε τους βλέπουμε να πλακώνουν τις μπάρες στα κλωτσίδια –φοράνε και οι δυο τους Ντοκ με σίδερο μπροστά, γίνεται κολασμένος θόρυβος.
«Να τον μαζέψουμε ή να κρατήσουμε τα μπόσικα;» ρωτάω τον Πέτρο.
«Το δεύτερο», λέει ενώ παίρνει θέση.
Οι μπάρες έχουν κάτι ελάσματα που τις κρατάνε όρθιες –όχι πολύ γερά ελάσματα όπως φαίνεται. Και όλα θα πήγαιναν πρίμα αν δεν εμφανιζόταν ο φουσκωτός του μαγαζιού.
«Τι κάνετε εδώ;» σκυλιάζει.
«Εσένα τι σου φαίνεται να κάνουμε; Χώρο για να παρκάρουμε τις μηχανές –αυτό κάνουμε», μουγκρίζει ο Τάκης.
«Οι μπάρες είναι του μαγαζιού!» λέει ο κτήνος.
«Και το πεζοδρόμιο είναι ολονών –τι καταλαβαίνεις τώρα;» πετάγεται ο Πέτρος.
Βλέπουμε τον μπράβο να χώνεται μέσα στο μαγαζί, τρέχω στον Τάκη.
«Πάμε ρε πούστη, θα μας λιώσουν εδώ πέρα», τον τραβάω.
«Άσε με να το γαμήσω το παλιοσίδερο!» ουρλιάζει.
«Δε σου φταίει τίποτα η Κορίνα», ψιθυρίζω και τον σπρώχνω προς τη μηχανή του, φεύγουμε οριακά –επειδή ήδη βγαίνουν κάτι Ούνοι από το μαγαζί, έτοιμοι για όλα. Προλαβαίνω να δω οτι την κάνανε τη ζημιά ο Τάκης και η Κορίνα –αποχωρούμε κορνάροντας.

Και καταλήγουμε σε ένα μπαρ της δυστυχίας –πίσω από τους καπνούς διακρίνω μερικούς γνωστούς από τη γειτονιά μου, αλλά, στην κατάσταση που είναι, δε νομίζω οτι με βλέπουν κι εκείνοι.
«Τι σου ΄ρθε ρε μαλάκα;» ρωτάω τον Τάκη.
«Μου ΄ρθε –μην το ψάχνεις...» μουρμουρίζει.
«Δεν φταίνε οι μπάρες για όλα αυτά, ξέρεις», του λέω.
«Όσοι δε φταίνε –πληρώνουν», απαντάει.
«Κι όσοι φταίνε;»
«Κι όσοι φταίνε, το ίδιο και χειρότερα –δεν στα ‘πανε;»
Ανάβω δυο τσιγάρα, το δίνω το ένα –αράζουμε στα ποτά μας. Η Έλσα με την Κορίνα έχουν πιάσει την κοριτσοκουβέντα, τις παρακολουθούμε και χαιρόμαστε πολύ. Ο Πέτρος βρήκε ένα στόχο με βελάκια –έχει ξεσκιστεί εκεί πάνω, μέχρι να εμφανιστούν δυο λεβέντες που θέλουν να παίξουν στοίχημα. Έρχεται λοιπόν στο τραπέζι μας, ξανακάθεται.
«Τι γίνεται εδώ πέρα; Οι κυρίες μιλάνε για μπικουτί και οι κύριοι για μπάλα;» χαμογελάει.
«Είμαστε μικροαστούληδες γι΄αυτό!» του επισημαίνω.
«Έχω πρόβλημα», λέει ο Τάκης.
«Πρόβλημά σου!» τον γειώνει ο Πέτρος.
«Πάμε παρακάτω», μουρμουρίζω.
«Είμαι δαγκωμένος κάργα με την Κορίνα», συνεχίζει ο Τάκης σα να μην τρέχει τίποτα.
«Εντάξει –κι εγώ κουμπάρος», τον διαβεβαιώνω.
«Την τύφλα σου μέσα!» φορτώνει ο Τάκης. «Εντάξει, ο άλλος είναι χάπατο, αλλά ούτε εσύ δεν το πιάνεις το θέμα;»
«Μα δεν καταλαβαίνεις; Τίποτα δεν καταλαβαίνεις πια;» μαϊμουδίζει ο Πέτρος κοιτάζοντάς με δήθεν επικριτικά.
«Ε;» κάνω σα χάχας.
«Ρε ζώα σας λέω οτι έχω τσιμπηθεί με τη γκόμενα κι αυτό είναι προμπλέμα γκράντε! Επειδή μετά το καλοκαίρι φεύγω για Αμέρικα, μαλάκες!»
«Ε και; Φοβάσαι μη στα φορέσει;» γελάει ο Πέτρος.
«Ας κάνει οτι γουστάρει –χέστηκα όσο δε θα ξέρω. Δεν φοβάμαι για εκείνη, για μένα φοβάμαι», ψιθυρίζει ο Τάκης.
«Δηλαδή, μην την κερατώσεις και πως θα την ξανακοιτάξεις στα μάτια;» κάνω χαζά.
«Ναι, αυτό –μην το γελάς καθόλου», απαντάει ο Τάκης.
«Τι λε ρε παιδί μου! Τόση ηθικότης! Πάω να ξεράσω κι επιστρέφω», ξεκαρδίζεται ο Πέτρος.
«Κοίτα –η υπόθεση έχει το παραμύθι της, σωστά; Και το παραμύθι είναι που μας κρατάει, αν το χάσουμε, βαράμε φαλιμέντο. Σωστά;» επιμένει ο Τάκης.
«Ότι θες–ο γιατρός μας είπε ...» ξεκινάει ο Πέτρος.
«Κόφτο μωρέ!» φορτώνει ο Τάκης.
«Δεν είναι μόνο αυτό –έτσι;» τον ρωτάω.
«Όχι, δεν είναι μόνο αυτό», παραδέχεται. «Εννοώ... εντάξει, το παραμύθι δεν είναι μεν αδιάβροχο, αλλά μπορούμε να το κρατήσουμε –αλληθωρίζοντας στις δύσκολες ώρες...»
«Καλά το πας», επικροτώ. «Προχώρα τώρα στο παρασύνθημα».
«Υπάρχει λοιπόν η γυναίκα της ζωής μου και αυτή δεν είναι η Κορίνα. Ακόμα χειρότερα, έχω την εντύπωση οτι θα βρω τη γυναίκα της ζωής μου στο Αμέρικα», ψιθυρίζει ο Τάκης.
«Ενδιαφέρον», σχολιάζω.
«Αυτά όλα τα ξέρει η Κορίνα;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Ρε συ, χαλασμένος είσαι; Αν τα ήξερε θα έλεγα οτι έχω πρόβλημα;» ξεσπάει ο Τάκης.
«Αυτό το πράγμα πάντως... οτι θα βρεις τη γυναίκα της ζωής σου στην Αμερική.... έχουμε κάποιες ενδείξεις;» ρωτάω.
«Ξέρω οτι θα τη βρω, άρα θα τη βρω», λέει ο Τάκης.
Σωστός. Πάντα βρίσκεις ότι ψάχνεις –αν και μερικές φορές εύχεσαι να μην το είχες ψάξει.
«Εσύ;» πετάγεται ο Πέτρος κοιτάζοντάς με.
«Τι ‘εγώ’; Η γυναίκα της ζωής μου κι έτσι;» αναρωτιέμαι καθαρά για λόγους καθυστερήσεων.
«Εγώ, ας πούμε, ξέρω οτι δεν υπάρχει γυναίκα της ζωής μου –όλες κάπου θα μου τη σπάσουν, όλες λειψές κι αυτό είναι το πρόβλημα. Να εξασφαλίσω έξοδο κινδύνου, με το ‘καλημέρα΄», λέει ο Πέτρος.
«Καλά, εσύ είναι μαλάκας με πατέντα», σχολιάζει ο Τάκης.
«Η γυναίκα της δικής μου ζωής είναι απλησίαστη», λέω.
«Και η Άλεξ;» ρωτάει ο Τάκης.
«Αυτό λέω κι εγώ», απολογούμαι.
«Τι πάθατε εσείς; Σα συνταξιούχοι στο πάρκο μοιάζετε –να φέρω τίποτα πάπιες για τάισμα;» κοροϊδεύει η Κορίνα.
«Κάποιους άλλους θα ταΐσουμε χαστούκια, μπιζουδάκι μου», της εξηγεί ο Τάκης.
Κοιταζόμαστε έκπληκτοι.
«Μπιζουδάκι;» κάνουμε μ΄ένα στόμα.
«Έτσι μας αρέσει!» λέει σταθερά ο Τάκης.
«Εκ του ‘μπιζού’ ή εκ του ‘βυζού’;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Άντε ρε παπάρα!» τον σκουντάει ο Τάκης. «Πληρώστε να πάμε παρακάτω!»
«Για τα χαστούκια που έλεγες;» ρωτάω να μάθω.
«Σαφώς!»
«Πως κι έτσι;» κάνει ο Πέτρος.
«Επειδή οι μπάρες υποβαθμίζουν την προσωπικότητά μου και περιορίζουν την ελευθερία μου», ανακοινώνει ο Τάκης.
Κοιταζόμαστε με τον Πέτρο. Συμφωνούμε χωρίς να πούμε λέξη –θα πονέσουμε πολύ απόψε.

Παρκάρουμε τις μηχανές στο πεζοδρόμιο απέναντι από το μαγαζί. Οι μπάρες μας χαιρετάνε αρκετά ξεχαρβαλωμένες.
«Οι δυο σας θα μπείτε πρώτες –άσχετα με μας», λέει ο Τάκης στην Κορίνα και την Έλσα. «Δε θα μπλεχτείτε, σας χρειαζόμαστε για να την κοπανήσουμε, εντάξει;»
Οι κοπέλες συμφωνούν, η Έλσα κάπως τρομαγμένη, η Κορίνα είναι έτοιμη να κατουρηθεί πάνω της από την έξαψη –ο Τάκης τους δίνει τα κλειδιά από τις μηχανές. Μετά περιμένουμε να μπουν μέσα, μετράμε δίνοντάς τους χρόνο.
«Πάμε», λέει ο Τάκης.
«Είσαι σίγουρος;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Καθόλου», απαντάει ο Τάκης.
«Πάμε λοιπόν –να σιγουρευτούμε», παρατηρώ.
«... οτι κάνουμε μεγάλη μαλακία», συμπληρώνει ο Πέτρος.
Έχει αρκετό κόσμο μέσα στο μαγαζί αλλά δεν δυσκολευόμαστε να σταμπάρουμε τον κτήνος. Στέκεται δίπλα στο κουβούκλιο του ντιτζέι και μισοκοιμάται όρθιος.
«Πιάσε τρία ουισκάκια τσίλικα», του ξηγιέται ο Τάκης.
Ο τύπος παίρνει φωτιά με τη μία, μπερδεύεται ανάμεσα στο να μας βρίσει και να μας πλακώσει.
«Ίσα μωρή γκαρσόνα –βάλε να πάνε», τον στριμώχνει από την άλλη μεριά ο Πέτρος.
«Θα σας θάψω ρε!» μουγκρίζει ο τύπος και βουτάει εμένα από τους γιακάδες.
Ο Τάκης του σκάει μια στ΄αυτιά, τον σπρώχνουμε μετά και πέφτει παρέα με κάτι ποτήρια. Αλλά είναι γρήγοροι οι καργιόληδες –πριν ανοιγοκλείσουμε μάτι έχουν μαζευτεί τριγύρω μας. Ο κτήνος σηκώνεται βιαστικά.
«Φύγαμε!» ουρλιάζει ο Τάκης και πετάει ένα εύκαιρο ποτήρι μπύρας στον πιο κοντινό του.
Πισωπατάμε σπρώχνοντας, βάζουμε πελάτες μπροστά, όσο οι άλλοι κοπανάνε στον αέρα. Έχουμε λίγα μέτρα για την πόρτα όταν σκουραίνουν τα πράγματα, επειδή μας τέλειωσαν οι πελάτες και αρπάζουμε μπόλικες μπουνιές. Κλωτσάμε έτσι για τη χαρά της συμμετοχής, αλλά κυρίως τις τρώμε. Και τότε σκάει το σύμπαν σε πολύχρωμες γυάλινες σταγόνες. Οι τύποι φρενάρουν ξαφνιασμένοι, οι προθήκες με τα ποτά πίσω από τη μπάρα σκάνε με θόρυβο, κατά τόπους. Ξέρουμε τι έχει γίνει. Κάνουμε ένα μίνι ντου, μετά συνθημάτων, «πίσω ρε τσογλάνια», «άντε γαμηθείτε παλιοχαμούρες» -οι κοπέλες το παίρνουν γραμμή, σταματάνε να πετάνε ποτήρια και κόβουν λάσπη. Τις ακολουθούμε όσο οι άλλοι ανασυντάσσονται.
Στο δρόμο παρακαλάμε όλους τους υπαρκτούς κι ανύπαρκτους θεούς να πάρουν οι μηχανές με την πρώτη –κάποιος απ΄αυτούς μας ακούει και φεύγουμε στο τσακ. Πλάι μας σκάνε μπουκάλια και γαμωσταυρίδια. Περνάμε τρία κατακόκκινα φανάρια μέχρι να σταματήσουμε.
«Ζούμε όλοι;» αναρωτιέται ο Τάκης.
«Ναι –τι κρίμα, έτσι;» γελάει ο Πέτρος.
«Εντάξει τότε, το διαλάμε. Ο καθένας σπίτι του», μουγκρίζει ο Τάκης.
Η Κορίνα πίσω του γελάει υστερικά –από την ώρα που ανεβήκαμε στις μηχανές, κάτι του λέει στ΄αυτί, εκείνος δείχνει να συμφωνεί σκυθρωπός.
«Καληνύχτα ρε σεις», λέω βάζοντας ταχύτητα.
«Κακό ψόφο τσόγλανε», μου εύχεται ο Τάκης γκαζώνοντας.
Για εκατό μέτρα πάμε όλοι δίπλα-δίπλα, μετά στρίβω χωρίς να βγάλω φλας και χάνομαι στους παράδρομους της λεωφόρου. Νιώθω την Έλσα πίσω μου κάπως ασταθή, κόβω ταχύτητα.
«Είσαι καλά;»
«Ναι, εντάξει».
Άψυχη την ακούω, σταματάω στην άκρη του δρόμου και γυρίζω να τη δω. Ένας λεκές από αίμα στο παντελόνι της.
«Τι έγινε ρε γαμώτο;»
«Κόπηκα στο χέρι από κάτι γυαλιά –δεν είναι τίποτα».
Παίρνω το χέρι της, το κοιτάζω –ένα περιποιημένο κόψιμο στην παλάμη. Βλαστημάω μέσα από τα δόντια μου και ξεκινάω φουριόζος. Δεν είμαστε μακριά από το σπίτι.

Αν θες να ξέρεις, ο Τάκης προσπάθησε να ξεφύγει από την παγίδα που έστησε στον εαυτό του. Δεν υπήρχε βέβαια ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο –γι΄αυτό άλλωστε και το προσπάθησε.

Αλλά εσύ δεν θες να ξέρεις τίποτα απ΄όλα αυτά.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι