Τρίτη, Μάρτιος 31, 2009

Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων -όχι πιά

Έτσι λοιπόν έγιναν όλα αυτά ή, για την ακρίβεια, έτσι τα είδα εγώ –κι έτσι τα συγκέντρωσα εδώ πέρα, όσο θυμάμαι, όσα θυμάμαι. Γιατί οι άνθρωποι περνάνε και ο καιρός χάνεται. Όπως πέρασαν και χάθηκαν οι μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων.

Σε όσους είχαν το κουράγιο να διαβάσουν αυτό το χάος των 400 (και) σελίδων Α4 εκφράζω τον ειλικρινή θαυμασμό μου. Και τους ευχαριστώ που με ξεκούνησαν να ολοκληρώσω την ιστορία –επειδή είμαι ανεκδιήγητος τεμπέλης και θα τα είχα παρατήσει. Για αυτούς και για όσους έχουν διαβάσει αποσπάσματα της ιστορίας σκέφτηκα να μαζέψω τα τρία μέρη, για πιο εύκολο κατέβασμα:

ΜΕΡΕΣ ΚΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΩΝ

1. Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα

2. "Ποτέ ξανά" έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί

3. Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά

(Το "εξώφυλλο" έγινε από την Tomboy και, φυσικά, όλα τα υπόλοιπα έγιναν για χάρη της).

Εκείνες οι μέρες ήταν βυθισμένες στη μουσική, προσπάθησα λοιπόν να φέρω λίγη απ΄αυτή, μέσα στην ιστορία -με αμφίβολα, πάντα, αποτελέσματα. Περιττό να πω οτι αυτά τα τραγούδια είναι από τα σημαντικότερα που άκουσα στη ζωή μου:

1ο μέρος:
Days of wine and roses –Henry Mancini
Sunday’s slave –Nick Cave
She’s like heroin to me –Gun Club
I wanna be your dog -Iggy Pop
Loose –Iggy Pop
Carnation- Jam
First we take Manhattan –Leonard Coen
Days of wine and roses – Dream Syndicate
No rest –New Model Army
Feast of the Mao Mao –Screamin Jay Hawkins
Wild Horses –Rolling Stones
Paper sun –Traffic
Walking Blues –Paul Butterfield Blues Band
Τρίκυκλο –Ζορζ Πιλαλί
Της Εθνικής Συμφιλίωσης –Παύλος Σιδηρόπουλος
Τα σιγανά ποτάμια –Παύλος Σιδηρόπουλος
Στο βιβλίο των ηρώων του τρόμου -Παύλος Σιδηρόπουλος
Peekaboo- Siouxsie and the Banshees
Spellbound - Siouxsie and the Banshees
Johnny Was –Stiff Little Fingers
Back door man –The Doors
The Gift –Jam
Ghosts –Jam

2ο μέρος:
Accidents –Peter Hammill
Human fly –Cramps
Everything you hold –Peter Hammill
Refugees- Peter Hammill
Film noir - Peter Hammill
Time heals - Peter Hammill
Burnin and lootin –Bob Marley
Hertbreak hotel –Elvis Presley
Out of the blue (and into the black) –Neil Young
Dead flowers –Rolling Stones
People are strange –Doors
Perfect strangers –Deep Purple
From her to eternity –Nick Cave
Call me –Blondie
Jackie Wilson said (I'm in heaven when you smile) –Van Morrison
Return to sender –Elvis Presley
We gotta get out of this place –Animals
The King and Eye (album) –Residents
Death is a star –Clash
Up jumped the devil –Nick Cave
City of Refuge –Nick Cave
Sugar, sugar, sugar - Nick Cave
Muddy Waters - Nick Cave
Long time man - Nick Cave
Πόρτο Ράφτη –Φάντης Μπαστούνι και οι Άσσοι
Τζιμ ο Τίγρης και τα Μαύρα Μπλουτζίνς - Φάντης Μπαστούνι και οι Άσσοι

3ο μέρος:
God save the Queen –Sex Pistols
Pleasant Street –Tim Buckley
Hallucinations –Tim Buckley
Sick Boy –GBH
For my country –UK Decay
Someone’s gonna die –Blitz
Train song –Nick Cave
Foi na cruz –Nick Cave
The good son –Nick Cave
The whipping song –Nick Cave
The ship song - Nick Cave
Lament - Nick Cave
Βετεράνοι των Λεωφορείων –Ζορζ Πιλαλί
Άνοιξα πόρτα στη ζωή –Στέλιος Βαμβακάρης
Νταλίκα –Δήμος Μούτσης
The witness song -Nick Cave
Who killed Mr. Moonlight –Bauhaus
Τω αγνώστω θεώ –Παύλος Σιδηρόπουλος

Ενδιάμεσα στην ιστορία ξεθωριάζουν κομμάτια φιλμ από καταπληκτικές ταινίες τις οποίες κατάκλεψα. Σκέφτηκα να τις συγκεντρώσω εδώ πέρα και να σου πω οτι εκτός από τις φάβες του Κατακουζηνού και του Αντωνόπουλου (που προσφέρονται για φουλ κανιβάλισμα) -οι υπόλοιπες είναι "σημαντικότερες κι από τη ζωή σου". Ναι ρε, κι ο Τρινιτά μέσα:

Days of wine and roses -Blake Edwards
Απουσίες – Γιώργος Κατακουζηνός
Out of the blue –Dennis Hopper
Η νύχτα της μεγάλης συνάντησης – Τάκης Αντωνόπουλος
Play misty for me –Clint Eastwood
They call me Trinity -Enzo Barboni
Angel Heart –Allan Parker
A prayer for the dying –Mike Hodges
Barfly -Barbet Schroeder
Singapore Sling –Νίκος Νικολαϊδης
Γλυκιά Συμμορία - Νίκος Νικολαϊδης
Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα - Νίκος Νικολαϊδης
Ευρυδίκη ΒΑ 2037 -Νίκος Νικολαϊδης
Πρωινή Περίπολος - Νίκος Νικολαϊδης
Laura –Otto Preminger
Double Idemnity –Billy Wilder

Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα των παρακάτω σημαδιακών βιβλίων:

Still life with the woodpecker –Tom Robins
Jitterbug Perfume –Tom Robins
Τα τοπία της Φιλομήλας –Φαίδων Ταμβακάκης
Γουρούνια στον Άνεμο –Νίκος Νικολαϊδης
Playback –Raymond Chandler

Μια απαραίτητη διευκρίνηση.

Αυτή η ιστορία δεν είναι δική μου.

Ανήκει στον Τάκη που απέκτησε τέσσερα παιδιά όταν βρήκε επιτέλους τη γυναίκα της ζωής του. Και στον Πέτρο που χάθηκε σε αλλεπάλληλα ταξίδια επιστροφής φτιάχνοντας ψευδαισθήσεις για ιδιωτική κατανάλωση. Και στον Στάθη που έμεινε απαράλλαχτος στέλνοντας τον χρόνο αδιάβαστο στον σκουπιδοτενεκέ. Και στον Βαγγέλη που πέρασε αλλά δεν χαράχτηκε.

Ανήκει επίσης στην παρέα από το μαγαζί του Μπιλ του Χοντρού που είχε το θράσος να υπερασπιστεί την απόγνωσή της, όρθια -πίσω από τις πετροβολημένες τζαμαρίες.

Ανήκει στα παιδιά της Παντείου που ήξεραν οτι δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά πάλεψαν άγρια γι΄αυτό. "Γεννηθήκαμε για να χάνουμε, όχι για να διαπραγματευόμαστε", είχε πει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ -έτσι ήταν.

Ανήκει στον Γιωργάκη που έφυγε με τη βέσπα του αδερφού του από τον Κρεμαστό Λαγό, στον Βασιλάκη που έφυγε μέσα σε μια ετοιμόρροπη ντουλάπα, στον Τσου Λου που δεν άντεξε τις συγκινήσεις, στον Σπέις που δεν κατάφεραν ποτέ να τον πιάσουν ....
Ανήκει σε όλους αυτούς που ήταν. Τότε. Εκεί.
Και στην Άλεξ που ποτέ δεν ήταν...

Επειδή "τελικά νομίζω πως η Βέρα δεν υπήρξε ποτέ -Βέρα ήταν το όνομα μιας ολόκληρης γενιάς" (Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα).

Δευτέρα, Μάρτιος 30, 2009

41. Οι σπηλιές με τους ψόφιους αλιγάτορες

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη
38. Νεκρή φύση
39. "Το τραγούδι του μάρτυρα"
40. "Κοριός με στιλέτο στην πλάτη" (ξέρεις εσύ)

Το απόγευμα άκουσα οτι πέθανε ο Σιδηρόπουλος. Ανακοπή είπαν στο ραδιόφωνο, δηλαδή υπερ-γαμημένη-βολική δόση. Έτρωγα κοτόπουλο με πατάτες που είχε φτιάξει η μάνα μου, κούμπωσε η μπουκιά στο λαιμό –ούτε πάνω, ούτε κάτω πήγαινε. Μια γειτόνισσα Σαντορινιά, είχε φέρει γλυκό κόκκινο κρασί –σήκωσα το ποτήρι και άδειασα τρεις σταγόνες στο μωσαϊκό, για καλό κατευόδιο του Παυλάκη. Κουβεντιάζαμε να πάμε να τον δούμε και φέτος, αλλά το αναβάλλαμε, εγώ έφταιγα, δεν προλάβαμε. Άφησα εκεί πέρα το πιάτο σχεδόν ανέγγιχτο, άδειασα όμως το υπόλοιπο κρασί από το ποτήρι μου και σηκώθηκα να φύγω. Να φύγω από που; Και που να πάω;

Άραξα αργότερα έξω από το σπίτι του, η νύχτα έπεφτε με δόντια κοφτερά και νύχια βρώμικα, έτρεμα, αλλά ήταν αυτή η υπόσχεση που είχα δώσει στον Μαύρο. Να έχω το νου μου στον Σπέις. Μαλακίες δηλαδή, αλλά παιχνίδι να γίνεται. Τουρτούριζα λοιπόν έξω από το σπίτι του, η αυλή μύριζε μουχλιασμένο λάχανο, σκουπίδια κι εγκατάλειψη. Άναψα τσιγάρο να κόψω λίγο τον πηχτό αέρα κι αυτό ήταν, μάλλον, λάθος. Επειδή, το ξέρεις, ένα σήμα περιμένουν, μια κωλοφωτιά για να σε σταμπάρουν. Ούτε κατάλαβα από που ήρθε, πετάχτηκα στον αέρα όταν με ακούμπησε με το δάχτυλό της.
«Τι κάνεις εδώ ρε μαλακιστήρι;»
Γύρισα, την κοίταξα, μια χαρά φαινόταν –καθόλου πτώμα.
«Περαστικός κι έτσι, Γιολάντα», μουρμούρισα ξαναβρίσκοντας τα ζύγια μου.
«Περαστικός ε;» γέλασε εκείνη. «Και που πας για να ΄χουμε καλό ρώτημα;»
«Που πάω, ξέρω ΄γω που πάω; Στο διάολο κι ακόμα παραπέρα», απάντησα.
«Εντάξει τότε –δεν είσαι περαστικός, μόλις έφτασες κορόιδο!» μου γύρισε την πλάτη η Γιολάντα.
«Πως τα πάτε με τον Σπέις;» πέταξα την ερώτηση στο εντελώς ξέμπαρκο.
Τότε εκείνη γύρισε να με κοιτάξει κι εγώ είδα, για λίγο μόνο, οτι αυτή η γυναίκα υπήρξε κάποτε αιτία θανάτου.
«Και τι σε νοιάζει εσένα ρε πιτσιρίκο;» γέλασε ανοίγοντας την αυλόπορτα.
Την άφησα να χαθεί εκεί πέρα κι εγώ πήρα απόφαση να μην ασχοληθώ περισσότερο. Ένα ευτυχισμένο ζευγαράκι, εντάξει, κάπως σαραβαλιασμένο –αλλά μην τα θέλουμε και όλα δικά μας! Ξεκίνησα τη μηχανή, έφερα γύρα το σπίτι επειδή ήθελα να φύγω αντίθετη κατεύθυνση. Θα το έκανα δηλαδή, αν δεν τον έβρισκα κουρνιασμένο στην τρύπα του φράχτη, άθλιο θέαμα, σκελετωμένος να κοιτάζει την μπροστινή αυλή του σπιτιού. Άφησα τη μηχανή, έτρεξα κοντά του.
«Εσύ είσαι ρε μαλάκα;» απόρησα.
Ο Σπέις με κοίταξε, αλλά δεν με είδε.
«Τι κάνεις εδώ πέρα;» προσπάθησα να κουκουλώσω την αμηχανία.
Τα νύχια του ήτανε μαύρα από το ξεραμένο χώμα.
«Η ώρα είναι τώρα», ψέλλισε ο Σπέις.
«Ποια ώρα;» απόρησα.
«Φύγε, δεν έχει μείνει τίποτα...» μουρμούρισε εκείνος.
«Πως δηλαδή; Τώρα την είδα μια χαρά!» αγανάκτησα.
«Ποια είδες;»
«Τη Γιολάντα!»
Τίναξε τότε σα σουγιά το κοκαλιάρικο δάχτυλό του και με χτύπησε στο στήθος.
«Δεν υπάρχει καμιά Γιολάντα εδώ πέρα, μην το ξαναπείς αυτό!» χλόμιασε.
«Ρε Σπέις...»
«Φύγε, εξαφανίσου!» έκρωξε.
Κι εγώ βιάστηκα να ακολουθήσω την προτροπή του επειδή το μέρος κάπως ασφυκτικό.

Δεν πήγα σπίτι μου εκείνο το βράδυ, κατέβηκα στην παραλία, βρήκα κάτι παιδιά λιωμένα στους πίσω πάγκους του Ίρις –κάθισα μαζί τους, να παλέψουμε το σκοτάδι. Είχαν τσέπες φαρδιές, γεμάτες χάπια και σιρόπια γι΄αυτό παραγγέλναμε συνέχεια μπύρες –επειδή το στόμα μας συνέχεια ξεραινόταν. Μιλάγαμε ελάχιστα, κάποιος μάλιστα έκλαιγε στα κρυφά –αλλά όταν τον ρωτάγαμε προτιμούσε να μας σπρώχνει άγρια πίσω, μέχρι που σηκώθηκε και χτύπησε το κεφάλι του σε μια κολώνα, τον πήραν τα αίματα. Κανένας μας δε νοιάστηκε να τον περιμαζέψει, ήρθε λοιπόν η γκαρσόνα μαζί με τον μπράβο του μαγαζιού και τον πέταξαν έξω σαν την τρίχα από το γιαούρτι.

Εγώ δεν είχα τίποτα να κάνω με όλα αυτά, παρά μόνο να πίνω και να λέω «μέγκλα», κάθε φορά που με κερνάγανε χημεία σε υγρή ή σακχαρόπηκτη μορφή. Μέχρι που άρχισα να βλέπω κουρτίνες, στην αρχή φτιαγμένες από χάντρες αστραφτερές, μετά βαριές, βελούδινες, μπλε σκούρες –μάλλον το κεφάλι μου κοπάνησε στον ξύλινο πάγκο απροειδοποίητα.

Πονούσα παντού και αυτό ήταν το ένιωσα μέσα στη θολούρα.

«Η πρώτη αίσθηση που είχα ήταν πως αν κάποιος μου μιλούσε απότομα, θα έβαζα τα κλάματα.
Η δεύτερη, πως το δωμάτιο στο οποίο βρισκόμουν ήταν πάρα πολύ μικρό για το κεφάλι μου. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού μου το ένιωθα πάρα πολύ μακριά από το πίσω και τα πλάγια απείχαν μεταξύ τους πολλά μέτρα, παρ΄όλο που ένας τρεμουλιαστός πόνος έκανε δρομολόγια από τον ένα κρόταφο στον άλλο μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Καλά λένε ότι οι αποστάσεις έχουν εκμηδενιστεί στις μέρες μας.
Η τρίτη αίσθηση ήταν πως κάπου, όχι πολύ μακριά, κάτι βούιζε ασταμάτητα.
Η τέταρτη και τελευταία αίσθηση ήταν πως παγωμένο νερό έτρεχε στην πλάτη μου. Το κουβερλί ενός κρεβατιού, ένα εκατοστό από τα μάτια μου, αποδείκνυε πως ήμουν πεσμένος μπρούμυτα, με το πρόσωπο στο πάτωμα, αν ακόμα είχα πρόσωπο. Γύρισα στο πλάι, ανακάθισα κι ένας κροταλιστός ήχος κατέληξε σε γδούπο. Αυτό που κροτάλισε κι έπεσε με γδούπο ήταν μια πετσέτα γεμάτη μισολιωμένα παγάκια. Κάποιος που με αγαπούσε πολύ την είχε βάλει πάνω στη χτυπημένη κεφάλα μου στο τμήμα όπου με είχε χτυπήσει κάποιος που με αγαπούσε λιγότερο. Αλλά αυτοί οι δυο θα μπορούσαν να είναι το ίδιο πρόσωπο. Οι άνθρωποι αλλάζουν διαθέσεις τόσο συχνά».

Ξεκινάω να γελάσω αλλά μου βγαίνει σε κρώξιμο –κάπου υπάρχει μια πόρτα κι από εκεί πέρα ακούγεται το σύρσιμο του Φίλιπ Μάρλοου, που προσπαθεί να δραπετεύσει. Ξανακλείνω τα μάτια.
«Συνέρχεται; Πως σου φαίνεται εσένα;»
«Το καλό που του θέλω, αλλιώς...»
Κάπως απειλητικό μου κάνει το «αλλιώς», σηκώνω λοιπόν το κεφάλι και βλέπω τη γκαρσόνα με έναν ασπρομάλλη.
«Εντάξει είναι το παιδί», χαμογελάει η γκαρσόνα. «Πάω να του φτιάξω καφέ».
Ο ασπρομάλλης δε λέει κουβέντα.
«Τι έγινε;» ρωτάω.
«Σκατά στα μούτρα σου», απαντάει ο ασπρομάλλης.
Μετά εξαφανίζεται πίσω από την ίδια πόρτα που έφυγε κι ο Φίλιπ Μάρλοου. Που το ξέρω; Απλούστατο! Το δωματιάκι έχει μόνο μια πόρτα!

«Οι άλλοι έφυγαν και σε παράτησαν εδώ πέρα», λέει η γκαρσόνα καθώς σπρώχνει τον καφέ προς το μέρος μου.
«Καλά κάνανε. Δεν ήμουνα μαζί τους έτσι κι αλλιώς...» απαντάω.
Το στομάχι μου είναι σκέτο ναρκοπέδιο, πίνω αργά τον καφέ και ούτε να καπνίσω δεν μπορώ. Η γκαρσόνα μπαινοβγαίνει αμίλητη. Είναι μια συμπαθητική, αλλά άσχημη κοπέλα.

Το έκοψα για ήλιο με κέρατα έξω από το μαγαζί, γι΄αυτό φρόντισα να σουφρώσω ένα ζευγάρι Κολούμπια περνώντας δίπλα από τη μπάρα –βγήκα στο δρόμο και την είδα κανονικά Ρίσκι Μπίζνες. Έπρεπε να θυμηθώ που έχω αφήσει τη μηχανή κι αυτό ήταν σκέτος μπελάς, περπάτησα λοιπόν στα κουτουρού, ο καλύτερος τρόπος να βρεις αυτό που ψάχνεις. Χρειαζόμουν επειγόντως ύπνο και κάποια μαλακή κουβέρτα να με προφυλάξει από τις σκέψεις. Γι΄αυτό οδήγησα προς το σπίτι, παράτησα τη μηχανή έξω από την αυλόπορτα και ανέβηκα τις σκάλες υπνοβατικά. Έξω από την πόρτα του δωματίου μου ήταν στερεωμένος ένας μακρόστενος φάκελος, χρώματος κρεμ, με σφραγίδες ξεθωριασμένες και ταχυδρομική ατέλεια –το πράγμα μύριζε μπελάδες, από χιλιόμετρα. Έσκισα την άκρη του και έβγαλα από μέσα ένα χαρτί δακτυλογραφημένο που με πληροφορούσε οτι σε είκοσι μέρες θα έπρεπε να παρουσιαστώ στο 2/39 ΚΕΝ Μεσολογγίου, για να καταταγώ. Το όνομά μου δεν ήταν δακτυλογραφημένο –κάποιος το είχε γράψει με μπλε στυλό στο περιθώριο που του άφηναν 37 κατάμαυρες τελίτσες. Μπήκα στο δωμάτιό μου, ακούμπησα το χαρτί στο γραφείο, άφησα δίπλα τον κρεμ φάκελο και άναψα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας χαζεύοντάς τα.

Κατάλαβα τότε οτι οι μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων είχαν περάσει τρέχοντας από μπροστά μας και ξεμάκραιναν γελώντας αυθάδικα -το μόνο που έμεινε ανάμεσα στα δάχτυλά μας ήταν η αίσθηση των βελουδένιων φύλλων μαζί με μια καούρα στο στομάχι, τρυφερότητα κι ενόχληση μαζί.

Έπεσα με τα ρούχα κάτω από την κουβέρτα και κοιμήθηκα –ξερός.

«Ήταν πρωί τ΄Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή/ σκοράριζες το θάνατο κει στη Δεξαμενή/ και σκούζοντας γι΄αλήθειες που στάζαν πανικό/ σε βρήκαν τα μεσάνυχτα ολότελα γυμνό/ να καρφώνεις το κενό».

Άκουγα τα παιδιά να τραγουδάνε όσο οι συγγενείς κατέβαζαν το φέρετρο στο λάκκο, ήταν πολλά παιδιά εκείνο το μεσημέρι στο νεκροταφείο του Κόκκινου Μύλου –είχαν πάει να δουν τον Παυλάκη. Επειδή μεγάλη ντίβα ο Παυλάκης, μια ζωή, γούσταρε κόσμο, θεατές, χειροκρότημα –και τα παιδιά το ξέρανε. Ήρθανε λοιπόν, τραγούδησαν, φώναξαν, χειροκρότησαν. Κάποιοι ανάμεσά τους έριξαν ξεγυρισμένες κλωτσιές στα διπλανά μνήματα, βρίσανε τον παπά και τσαμπουκαλεύτηκαν με τους νεκροθάφτες –γιατί τα παιδιά δεν μπορούν εύκολα να δεχτούν το θάνατο. Εγώ είχα πάει από πιο νωρίς, διάλεξα ένα πόστο καλό στο μαντρότοιχο του νεκροταφείου, από εκεί τα είδα όλα. Την αδερφή του που έκλαιγε, το φέρετρο κατάμαυρο γυαλιστερό, φίλους και γνωστούς στις πάντες και τον Αλέκο τον Αράπη να παραπατάει επικίνδυνα.

Όταν τον παραχώσανε σκέφτηκα οτι μια χαρά τα είχε καταφέρει ο Παυλάκης κι ας χρειάστηκε να φτάσει μέχρι τα 42 για να πεθάνει. Εγώ, ελπίζω να τα καταφέρω ακόμα καλύτερα και να πεθάνω πριν φτάσω τα 30 -άλλωστε πάνε κοντά 10 χρόνια από εκείνο το βράδυ που ο Γιωργάκης ο αδερφός του Σόλωνα την είχε κοπανήσει από τη χοροεσπερίδα πάνω στη βέσπα του αδερφού του για να γκρεμιστεί από τον Κρεμαστό Λαγό ανοίγοντας μια καταπακτή θανάτων που δεν έλεγε να κλείσει. Σήκωσα τους γιακάδες του τζάκετ μου, έβαλα τα χέρια στις τσέπες γιατί είχα ξυλιάσει και την έκανα από το μαντρότοιχο του νεκροταφείου σφυρίζοντας.

Την τελευταία βδομάδα πριν παρουσιαστώ στο Μεσολόγγι, έψησα ένα πάρτι αποχαιρετιστήριο –και πολύ σένιο. Έφαγα δυο μέρες στα τηλέφωνα, έχασα ένα αυτί από γάγγραινα, αλλά τελικά ειδοποίησα τους περισσότερους. Μίλησα και στον Πέτρο γιατί χρειαζόμουνα βοήθεια στο στήσιμο της όλης κατάστασης.

Την προηγούμενη του πάρτι πήγα στο μπαρμπέρη της γειτονιάς, έναν σκατόψυχο γέρο που κούρευε μόνο συνταξιούχους. Του ζήτησα να με περιποιηθεί ένεκα φαντάρικου, χάρηκε ο μαλάκας, ήξερε βλέπεις και το γέρο μου –μ΄έπρηξε περί στρατού, πατρίδας και άλλων τέτοιων παραφυάδων. Όσο έκοβε τα μαλλιά μου δεν τολμούσα να κοιταχτώ στον καθρέφτη, μετά με πασπάλισε ταλκ ενώ ο σβέρκος μου έτσουζε αφόρητα από τη μηχανή.
«Τώρα έδειξες άντρας!» μου είπε καθώς με ξεσκόνιζε.
«Μπα μη νομίζεις!» του σφύριξα στ΄αυτί. «Στην πραγματικότητα είμαι τελειωμένος πούστης, γι΄αυτό πάω στο στρατό –για να τον υφαρπάζω συχνότερα».
Μετά του πέταξα δυο κατοστάρικα κι έφυγα γρήγορα από κει μέσα πριν βγάλω τ΄άντερά μου.

Όταν έφτασα σπίτι κοιτάχτηκα στον καθρέφτη -ανακάλυψα οτι έτσι κουρεμένος ήμουνα φτυστός ο γέρος μου! Κλείδωσα λοιπόν την πόρτα της τουαλέτας κι έβαλα τα κλάματα.

Ο Πέτρος ήρθε από το μεσημέρι, αλλά όχι μόνος του. Έφερε Ευθύμη και Αλέξη συν Κορίνα με τις φιλενάδες της –ομάδα διάσωσης κανονική. Είχαμε να σουλουπώσουμε το γιαπί, να φροντίσουμε για ποτά και μάσα, να προετοιμαστούμε για το πάρτι. Τα ηχητικά τα είχε αναλάβει ο αδερφός μου και στήνανε σε μια γωνιά, επειδή θα έπαιζε με το συγκρότημά του και το συγκρότημα του Μάριου –να έχουμε κάποια ζωντανή μουσική. Παραδίπλα στήνανε τα πικάπ και καλουμπάρανε καλώδιο για τα ηχεία.
«Έχω κάτι για σένα», μου σφύριξε ο Πέτρος σε άσχετη φάση.
Τον κοίταξα περιμένοντας κι εκείνος μου έβαλε στο χέρι ένα κομμάτι τυπωμένο χαρτί.
«Τι είναι αυτό ρε μαλάκα;» απόρησα.
«Γράμμα από Τάκη».
«Δεν έχουνε στυλό στο Αμέρικα; Μόνο με γραφομηχανές γράφουν;»
«Είναι μέιλ», είπε ο Πέτρος.
«Οου ρίλι!» γύρισα τα μάτια ανάποδα. «Γουάτ γιου τελ μι!»
«Σταμάτα ρε βλάκα, αφού δεν ξέρεις τι είναι μέιλ –γιατί κοροϊδεύεις;» χαμογέλασε ο Πέτρος.
Και μου εξήγησε οτι στο Αμέρικα έχουν ένα ηλεκτρονικό δίκτυο, πανεπιστημιακό, που επικοινωνεί με το δικό μας πανεπιστημιακό δίκτυο του ΕΜΠ και ανταλλάσσουν ραβασάκια ηλεκτρονικά –οι φοιτητές έχουν δικές τους αντρέσες και τέτοια.
Ξεδίπλωσα το χαρτί. Πάνω –πάνω έγραφε «From: mounaki.jhu...», το έδειξα στον Πέτρο.
«Είναι η διεύθυνσή του», γέλασε εκείνος.
«Μουνάκι;» έκανα εγώ.
«Ε, τι άλλο!»
«Σωστός».
Παρακάτω ο Τάκης είχε γράψει με λατινικούς χαρακτήρες –λογικό, αφού οι κομπιούτορες σίγουρα δεν είχαν συμπεριλάβει την, ξακουστή στα πέρατα της οικουμένης, σκατογλώσσα μας στα πληκτρολόγια τους.

«Ithela na sou po oti eisai malakas. Mega malakas. Alla auto to ksereis, pame parakato.
Edo exo klasei patates, irtha nixta kai vrika ena krevati sketo stroma, maksilari miden. To epomeno proi vgika zitoulas, petixa enan ellina giati me tous allous den katalavaino gri. Mou edose kai maksilari kai zaxari kai kafe, den ksereis poso simantika einai ola auta. Giati eisai malakas, to eipame auto.
Me ton ellina kanoume parea, nikos metaptixiakos iatrikis. Leme na valoume fragka misiaka na agorasoume mia Fat Boy alla kanoun ton kolo tous, opote mas kovo gia Virago 600 to poli. Omos den kostizei tipota na oneireuesai, eidika an den iparxei kapoios malakas sta perix na sou gamei to oneiro.
Gia tin ora exo daneistei ena podilato na pigaino sto Campus, exo kai mia alissida na to deno kali alissida, karavisia. Tin pernao sti mesi otan odigo kai xezontai pano tous ta kseneria, nomizoun oti eimai o kavalaris tou thanatou.
Vrika kai mia Kolomviana poli treliara, super gkomena. Kanoume kanonika akrovatika sto krevati, tha sou po ta Xristougenna apo konta. Alla einai psycho, mia fora me epiase na xalvadiazo me kapoia Italida kai me gamise, mexri ti mprostini roda tou podilatou stravose. Zoriki tipissa.
Den einai i ginaika tis zois mou. Alla ksero oti kapou edo pera trigirizei i ginaika tis zois mou kai tha ti vro. Sigoura pragmata.

Koita na ta katafereis mexri na giriso, epeidi thelo na sou petakso ta matia ekso autoprosopos.»

Τσαλάκωσα πάλι το χαρτί και το σούταρα έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Κοίταξα τον Πέτρο που με κοίταζε κι αυτός.
«Έφερες τη σημαία;» τον ρώτησα.
«Κάτω την έχω», είπε. «Κι έχω και κάτι ακόμα».
Η σημαία ήταν μια πειρατική με νεκροκεφαλή και κόκαλα -την καρφώσαμε στον τοίχο, στην πλευρά που θα παίζανε τα συγκροτήματα. Το «κάτι ακόμα», ήταν μια αφίσα από τσόντα. Την είχε σουφρώσει ο Πέτρος από το Λαού –διαφήμιζε την τελευταία δημιουργία του Μεγάλου Μπέρτο με τίτλο «ΒΑΛΤΟΝ –ΑΧ, ΠΟΝΑΕΙ ΒΓΑΛΤΟΝ!» Και φιλοσοφικό υπότιτλο «Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος;» Κολλήσαμε την αφίσα στην εξώπορτα σε στυλ καλωσορίσματος ας πούμε.

Στον μεγάλο τοίχο, που έβλεπες φάτσα όταν έμπαινες, βάλαμε το πανό που είχαμε βουτήξει από εκείνο το σινεμά. «Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ» κι από κάτω υπότιτλος «Όνειρα πάνω σε μια Γιαμάχα».

Οι κοπέλες κάτι σαχλαμάριζαν στην, λόγω των περιστάσεων, κουζίνα –έκοβαν, ανακάτευαν, σκέπαζαν με σελοφάν –μου άρεσε να τις ακούω. Ο Ευθύμης είχε αρχίσει ήδη να δοκιμάζει το στοκ με τις μπύρες, ξέραμε όλοι οτι η επιτυχία ενός πάρτι εξαρτάται από το απόθεμα με τα παγάκια του ψυγείου σου γι΄αυτό γεμίζαμε σακούλες, παγωνιέρες, ποτήρια του καφέ, μπουκάλια πρώην εμφιαλωμένου, γόβες ψηλοτάκουνες, τα πάντα –γεμίζαμε και στοιβάζαμε στο ψυγείο τρώγοντας αβέρτα βρισίδι από τις κοπέλες που δεν έβρισκαν χώρο να φυλάξουν αλλαντικά μαζί με κάτι ανωμαλίες που φτιάγνανε σε μπολ και τα ανέφεραν μεταξύ τους με την κωδική ονομασία «ντρέσινγκ».

Κάθισα με τη πλάτη στον τοίχο, άναψα ένα τσιγάρο και τους χάζευα όλους τους. Ίσως και να τους ζήλευα –δείχνανε ακόμα πολύ ζωντανοί –ίσως να τους λυπόμουν κιόλας.
«Τι κοιτάς γερο-ναυτικέ; Έχασες το τσιμπούκι σου και ψάχνεις να το βρεις;» κάθισε δίπλα μου η Κορίνα αγκαλιάζοντάς με από το λαιμό.
«Ναι, έτσι φαίνεται...» μουρμούρισα. «Δε μου παίρνεις εσύ ένα, μέχρι να το βρω;»
Κι εκείνη έριξε το γνωστό της κακαριστό γέλιο.
«Μμμ, μούτρα!» φώναξε.
«Ποτέ μην κρίνεις έναν πούτσο από την εξωτερική του εμφάνιση», τη συμβούλεψα.
Γελάσαμε ανόρεχτα.
«Είχες νέα από τον Τάκη;» με ρώτησε μετά.
«Τι νέα; Τίποτα –ούτε να τον δω...» είπα εγώ.
«Κι αυτό που σου έφερε ο Πέτρος, το χαρτί....»
«Η λίστα με τα ψώνια», είπα αδιάφορα.
«Με κόβεις για χάπατο;» είπε σιγά.
«Ξέρω ΄γω; Εσύ με κόβεις για καρφί;» της χώθηκα.
Δε μιλήσαμε για λίγο.
«Θα πάω να τον βρω όταν μαζέψω φράγκα», είπε.
«Να πας όπου θες!» έριξα την κλασσική ατάκα της γειτονιάς μου.
«Έτσι λες;» φάνηκε να το σκέφτεται. «Δεν με πείθεις», αποφάσισε τελικά καθώς σηκωνόταν.
Την έπιασα από το χέρι.
«Κορινάκι...», μουρμούρισα.
Γύρισε και με κοίταξε χαμογελαστή.
«Είσαι ξηγημένο άτομο, σε μια άλλη ζωή θα κάναμε καλή παρέα...»
«Πες μας κάτι καινούργιο!» κορόιδεψε.
«Το καινούργιο είναι οτι αυτή η ζωή μας τελείωσε και η άλλη δε λέει ν΄αρχίσει», είπα εγώ.
Η Κορίνα πήγε να βρει τις υπόλοιπες.

Περάσαμε το απόγευμα μέσα στη φασαρία, βλέπεις, τα συγκροτήματα θέλανε και να προβάρουν, μαζεύτηκαν μεταλλάδες και τζαζίστες με γκόμενες ανήσυχες που σβαρνίζανε τα πάντα στο διάβα τους. Πριν νυχτώσει για τα καλά αναγκαστήκαμε να χτυπήσουμε μια γειτονική κάβα γιατί πήγαινε για στεγνό πάρτι η δουλειά, έτσι που αδειάζανε τα ποτά οι μουσικοί.

Κατά τις 10 άρχισαν να έρχονται.

Πρώτα οι γνωστοί, Στάθης, Μίλλυ, Ζόμπι, Μαρία η Βρομιάρα, Ιντζές, Πουλής ... Μαζί τους φέρνανε ορφανές κοπέλες από του Μπιλ του Χοντρού.

Μετά οι εκπλήξεις, Τζίμης ο Έλβις, Μπιλ Στρατοκάστερ, Τζώννυ Τάραμας, Φώτης ο Πεταλούδας... Σκάγανε αγκαζέ με γυναίκες αεράτες, πανύψηλες, μυστήριες –απ΄αυτές που δεν τολμάς να κοιτάξεις γιατί θα καταλήξεις αλάτινος.

Και στη συνέχεια οι παρέες, Τόλιος συν οι μπασκετμπολίστες από τη διπλανή συνοικία, Καραμέλας με τη μισή ΠΕΦΟ της περιοχής, Καράμπελας με τ΄αρχίδια του μαζί.

Μετά πλάκωσαν οι συμμαθητές, Σόλωνας, Τζόρνταν, το παιδί από το Βουνό και άλλοι πολλοί. Μαζί τους οι γκόμενες της τάξης μου, μάταια έψαχνα καμιά από αυτές που γούσταρα –είχε περάσει άσχημος ο καιρός κι άλλες παντρεύτηκαν κοιλαράδες, άλλες έγιναν κομμώτριες, μόνο δουλεύουν και κοιμούνται τώρα πια, μερικές εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς και κανένας δε θέλει να μιλάει γι΄αυτά.

Στο τέλος ξεφτιλίστηκε το ζήτημα, από παντού μπούκαραν άγνωστοι –είχε πέσει σύρμα φαίνεται και πλάκωναν αλεξιπτωτιστές.

Πρώτοι παίξανε ο αδερφός μου με την παρέα του –εντελώς σύγχρονο ωδείο οι τύποι –είχαν μαζί τους μια μοιραία γκόμενα που τραγούδαγε «Μάι Φάνυ Βαλεντάιν», «Γκερλ φρομ Ιπανίμα» και άλλα σύγχρονα.

Μετά ξεκίνησαν οι Ρόου Σιλκ, έγινε της Όμπρε εκεί πέρα –επειδή τα παιδιά περάσανε μια καλή από Σάμπαθ, Περπλ, Ντιο, Σάξον, Πριστ, αθάνατες επιτυχίες. Είπανε και κάτι Μότορχεντ για να δώσουν αέρα στους κοπρίτες, μπουκάλια φύγανε στους τοίχους, αλλαντικά κολλήσανε στις σόλες μας, πολλοί γλίστρησαν, κάποιοι έπεσαν κιόλας, μερικοί μάλιστα σηκωθήκανε με αίματα στα μούτρα. Στο μπαλκόνι μάλλον έπεφτε ξύλο, αλλά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Φιλοσοφικές διαφωνίες.

Ένας πιτσιρικάς αχτένιστος με πλησίασε στα ξαφνικά.
«Ωραίο πάρτι φιλαράκι! Ξέρεις ποιος το κάνει;»
«Που να ξέρω; Εγώ για τις πουτάνες ήρθα», του απάντησα.
Έφυγε τότε φουριόζος, τον είδα να λέει κάτι στον Τάραμα δείχνοντάς με. Άνοιξα μια μπύρα και περίμενα. Ο Τζώνυ Τάραμας με πλησίασε σκασμένος στα γέλια.
«Μαλάκα, τρομερός ο μικρός!»
«Δηλαδή;» απόρησα.
«Ξέρεις τι ήρθε και μου είπε;»
«Οτι σε έχει δει να πηδάς γριές για φράγκα».
Ο Τάραμας κούμπωσε κάπως.
«Όχι ρε! Που να με δει; Γιατί; Ποιος με είδε; Ποιος τα λέει αυτά;»
Χέστηκα στο γέλιο αλλά από μέσα μου γιατί δεν έπαιζε να κοροϊδέψεις τον Τζώννυ Τάραμα κατάμουτρα.
«Πλάκα κάνω –λέγε!»
«Μου είπε οτι είσαι μπάτσος! Μυστικός που ήρθες στο πάρτι για να δέσεις κόσμο!»
Χαμογέλασα.
«Σωστός ο πιτσιρίκος –κόβει το μάτι του!» σχολίασα.
«Ναι, κόβει! Βούτυρο λιωμένο κι αυτό με το ζόρι...» γέλασε ο Τάραμας, αλλά είδε τη γκομενίτσα που του έκανε νόημα και ετοιμάστηκε να αποχωρίσει.
Τον άρπαξα.
«Για στάκα! Εσύ τι κάνεις εκεί πέρα μου λες; Το κοριτσάκι τυγχάνει μακράν ανήλικο...»
Με αγκάλιασε πατρικά.
«Την ξέρεις -δεν την ξέρεις;»
Κοίταξα καλύτερα αλλά δυσκολευόμουν.
«Η αδερφή του Σερίφη ρε μαλάκα!» με διαφώτισε ο Τάραμας.
«Σωστά», έκανα εγώ.
«Μου γάμησε το στέκι, του γαμάω την αδερφή –με πιάνεις;» σφύριξε ο Τάραμας.
Ένευσα απρόθυμα.
«Εντάξει. Μη με πιάνεις άλλο τώρα γιατί έχω και υποχρεώσεις», τινάχτηκε εκείνος, ελευθερώθηκε από το κράτημά μου και έφυγε προς τη μικρή.
Τα μέσα δωμάτια, τα πριβέ, θα είχαν τρελή κίνηση έτσι όπως πήγαινε το βράδυ. Μαλακία μου που δεν έβαλα δυο παιδιά να κόβουν εισιτήρια απέξω, θα κονόμαγα κανονικά.

Αποφάσισα λοιπόν να βγάλω τσάρκα το μπουκάλι μπύρας που είχε ξεμείνει στο χέρι μου κι αυτό έκανα –κάποιοι τρελαμένοι είχαν καβαλήσει τα ντραμς εκεί στη γωνία του δωματίου και βαράγανε στο γάμο του Καραγκιόζη, από τα ηχεία έπαιζε μανούρα, Γκοντφάδερς, Δόκτωρ Φίλγκουντ, Νάιν Μπιλόου Ζέρο –ωραία φάση. Μερικοί νόμιζαν κιόλας οτι χορεύουν, πέρασα ξυστά πλάι τους για να μην τους διακόψω. Τραβήξου όπως νομίζεις κι άσε τα κέρματα στο παγκάρι φεύγοντας –έτσι πάει. Έπιασα τοίχο δίπλα στον Ζόμπι που κουβέντιαζε με τον Μάριο.
«Πως πάει;» ρώτησα.
«Σέρνοντας», μουρμούρισε ο Ζόμπι.
«Λέγαμε για τον Σπέις...» κόμπιασε κάπως ο Μάριος.
«Τι τρέχει μ΄αυτόν; Τώρα κοντά τον είδα –εντάξει μου φάνηκε», είπα.
«Εντάξει;» απόρησε ο Ζόμπι.
«Εντάξει για Σπέις –αυτό εννοώ...»
«Μαλακίες!» κούνησε το κεφάλι ο Μάριος. «Προχτές μπήκαν οι μπάτσοι σπίτι του...»
«Σε τι στυλ;» αναστατώθηκα.
«Σε στυλ ‘πνίγηκε η γειτονιά στη μπόχα’», είπε ο Ζόμπι.
«Βρήκανε τη μάνα του σκουλιακιασμένη από τον πολύ θάνατο...»
«Κι ο Σπέις;»
«Άφαντος».
«Η Γιολάντα;»
«Ποια Γιολάντα;» είπαν με μια φωνή Μάριος και Ζόμπι.
«Η... Γάμησέ τα τώρα -παρακάτω;»
«Δεν έχει παρακάτω».
Έξυσα το κεφάλι μου αμήχανα.
«Είδα τον Βαγγέλη», μουρμούρισα.
«Τον Άλλο;» ρώτησε ο Μάριος.
«Όχι. Τον Μαύρο. Μου είπε να έχω το νου μου στον Σπέις...»
Ξεκαρδίστηκαν και οι δυο τους.
«Δεν παίζει αυτό ρε! Ο Σπέις μονίμως αέρας –τι να λέμε τώρα;»
«Τέλος πάντων και τώρα τι γίνεται;» αναρωτήθηκα.
«Ε, δεν ξέρεις;» απόρησε ο Ζόμπι.
Ήξερα. Μόνο που ποτέ δεν πίστεψα οτι όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στ’ αλήθεια, αν βέβαια εσύ μπορείς να μου εξηγήσεις τι διάολο σημαίνει «αλήθεια». Όταν ήμασταν παιδιά ακούγαμε τους ψαγμένους να λένε για σπηλιές κρυφές στο βουνό, εκεί πίσω, στα ριζά –σπηλιές μικρές και άλλες μεγαλύτερες που οδηγούν την καρδιά της πέτρας ή δεν οδηγούν πουθενά απολύτως –μεγαλώσαμε μετά κι ανακαλύψαμε κάποιες απ΄αυτές, νομίσαμε ξαφνικά οτι τα μάθαμε όλα. Χρειάστηκε να πατήσουμε καλύτερα στο χώμα, για μερικούς από μας χρειάστηκε να τρίψουμε τα μούτρα μας στη λάσπη για να καταλάβουμε οτι ο καθένας έχει τη δική του σπηλιά, ξέβαθη –σκέτη γρατζουνιά στο μάγουλο του βουνού, ή βαθειά και απύθμενη, τρίχες κατσαρές –όλες οι σπηλιές κάπου τελειώνουν, το θέμα είναι πόσο θάρρος έχεις για να φτάσεις μέχρι τόσο βαθειά.
«Κατά το βουνό τον είδαν να πηγαίνει, χτες το απόγευμα», έκλεισε την κουβέντα ο Μάριος.
Ο καθένας από μας έχει τη δικιά του σπηλιά να τον περιμένει –στα μάγουλα του βουνού ή στα σωθικά του, εξαρτάται –είχα κι εγώ κάποτε μια ιδιωτική σπηλιά αλλά τη γκρεμίσανε. Φάγανε το βουνό για να χτίσουν, αν θες να ξέρεις.

Αλλαγή ντιτζέι στα πικάπ –ησυχία για λίγο.

Ξεκίνησα για τα μέσα δωμάτια, ψάχνοντας λίγες ήσυχες σκέψεις. Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν, φυσικά, κλειστή –χτύπησα καθότι κύριος και άνοιξα χωρίς να περιμένω απάντηση, καθότι ιδιοκτήτης. Εκεί μέσα είχαν αράξει μερικά παιδιά, ένα τρίφυλλο έφερνε γύρες –αθώα πράγματα –ήταν όλοι τους κολλημένοι στον ανοιχτό δέκτη της τηλεόρασης. Μου κάνανε χώρο αμίλητοι, πρώτο τραπέζι πίστα.
«Τι γίνεται εδώ μέσα ρε;» απόρησα. «Κατέβηκαν οι εξωγήινοι;»
Ένα παιδί με όρθια μαλλιά με σκούντηξε.
«Σουτ, μη μιλάς!» είπε.
Κοίταξα κι εγώ την οθόνη σα μαλάκας, κάποια παπαριά αμερικάνικη μάλλον, φτηνοπαραγωγή –δείχνανε μια νυχτερινή πόλη και μπόλικες εκρήξεις στο βάθος.
«Τι υπόθεση έχει;» ρώτησα.
«Τι υπόθεση ρε φίλε; Βομβαρδίζουν τη Βαγδάτη», απάντησε το παιδί δίπλα μου.
Στην οθόνη βγήκε ένας ξεμαλλιασμένος με μικρόφωνο και άρχισε να τσιρίζει.
«Βομβαρδίζουν στ΄αλήθεια σα να λέμε;» απόρησα.
«Ε τι; Στα ψέματα;»
«Βομβαρδίζουν απευθείας μετάδοση και με τηλεοπτική κάλυψη;» ξαναρώτησα.
«Δώστου να καπνίσει μπας και σταματήσει!» απηύδησε το παιδί.
Ο ξεμαλλιασμένος έδειχνε πίσω και έκανε μαθήματα γεωγραφίας, «η τάδε συνοικία βομβαρδίζεται τώρα», «τα νοσοκομεία γεμίσανε τραυματίες» -φτηνοπαραγωγή, δίκιο είχα, το ρίχνανε στο συναίσθημα για να καλύψουν τις αδυναμίες του σεναρίου. Τράβηξα μια καλή τζούρα και σηκώθηκα –το στομάχι μου πόνεσε από τον πόλεμο.

Βγήκα πάλι έξω, ζευγάρια είχαν πιάσει τις γωνίες και σύννεφο το μπαλαμούτι –χαμογέλασα. Προχώρησα προς το μπαλκόνι, πέρασα δίπλα από κατεδαφισμένα άτομα, βγήκα έξω. Μια από τα ίδια κι εκεί –ζευγαράκια, μπαλαμούτι. Ανάμεσά τους και γνωστές φάτσες, κοίταξα καλύτερα, ο Πέτρος φιλιόταν με μια γκόμενα. Άναψα τσιγάρο –ωραίος ο μάγκας και πολύ πιστός στη Νίνα! Αλλά πνίγηκα με τον καπνό όταν ανακάλυψα οτι η γκομενίτσα που είχε κουτουπώσει ο Πέτρος δεν ήταν άλλη από την Κορίνα! Έφυγαν τα τσιμέντα κάτω από τα πόδια μου, έτρεξα κι εγώ να σωθώ –μη με καταπιεί το μαύρο χώμα. Ήμουνα μόνος ανάμεσα σε παρέες και γι΄αυτό δυσκολευόμουν να κρυφτώ.
«Έλα ρε φιλαράκι! Κάπως κατακίτρινος –φάντασμα είδες;» με χτύπησε στην πλάτη ο Φώτης ο Πεταλούδας.
«Φάντασμα, δε λες τίποτα! Τα ύστερα του κόσμου!» προσπάθησα να χαμογελάσω.
Τότε ο Φώτης έκανε κάτι περίεργο, έβγαλε δηλαδή ένα κουμπούρι, το ζύγισε λίγο στην παλάμη του, μετά άνοιξε το μύλο, τράβηξε τις σφαίρες, τις μέτρησε και τις ξανάβαλε μέσα.
«Τι είναι αυτό ρε πούστη;» φρίκαρα. «Πάρτο και φύγε –δε θέλω σίδερα στο σπίτι μου!»
«Κούλαρε φιλαράκι, δεν τρέχει τίποτα», γέλασε ο Φώτης.
«Ρε ακούς τι σου λέω;» φόρτωσα άσχημα εγώ.
«Ηρέμησε αγόρι μου», είπε ο Φώτης και μου κούνησε το ανοιχτό του πορτοφόλι στη μάπα.
Μπερδεύτηκα αρκετά.
«Δεν ξέρω τι είναι όλα αυτά, οπότε πάω για κατούρημα», του είπα. «Όταν ξανάρθω να μη δω ούτε το παλτό σου εδώ μέσα. Συνεννοηθήκαμε;»
Του γύρισα την πλάτη και έψαξα κάποιον από τους δικούς μου.

Πέτυχα τον Στάθη να χαζολογάει με τη Γιουγκοσλάβα του.
«Αδερφέ, δε θα μας ευχηθείς;» γέλασε ο Στάθης.
«Γενέθλια ή ονομαστική εορτή;» έκανα χαζά.
«Παντρευτήκαμε ρε μαλάκα! Πού ζεις;» κορόιδεψε ο Στάθης.
«Έλα ντε! Πού ζω;» αναρωτήθηκα με τη σειρά μου. «Για πες μου κάτι φιλαράκι –ο Φώτης πως την έχει δει; Γιατί μοστράρει κουμπούρια εδώ μέσα;»
Ο Στάθης χαμογέλασε.
«Ομάδα Ζήτα», ψιθύρισε συνωμοτικά.
«Έλα ρε!» σοκαρίστηκα.
«Ήρθα», με διαβεβαίωσε ο Στάθης.
«Μπάτσος ο Φώτης;»
«Γουρούνι και δολοφόνος ήταν ήδη...» ξεκαρδίστηκε ο Στάθης.
«Αλλά πώς;»
«Μέχρι τώρα έριχνε ξύλο στη ζούλα, από δω και πέρα αποφάσισε να το ρίχνει με επίσημη εξουσιοδότηση», μου εξήγησε ο Στάθης.
Ανασήκωσα αμήχανα τους ώμους και απομακρύνθηκα. Δίκιο είχε ο Φώτης που αποφάσισε να βάλει σπόνσορα στο τραμπουκιλίκι, δίκιο είχε ο Στάθης που παντρεύτηκε για να βγάλει η άλλη άδεια παραμονής, δίκιο είχε ο Πέτρος που ερωτεύτηκε τη Δανέζα και χαμουρεύεται με τη γκόμενα του κολλητού του –δίκιο είχαν όλοι. Κι ο Παυλάκης που είδε τα ζόρια και την κοπάνησε –έστω αργά, σαραντάρης πατημένος –δίκιο είχε κι αυτός.
«’σου πω... όταν φύγει ο κόσμος να μείνουμε εδώ με την Κορίνα;» μου σφύριξε στο αυτί ο Πέτρος.
«Να μείνετε –εγώ πάντως φεύγω», ψιθύρισα.

Και κοίτα να δεις που το εννοούσα, επειδή βγήκαμε από εκείνα τα χρόνια ψαλιδισμένοι, με ρούχα δανεικά –τα δικά μας σκίστηκαν όσο παλεύαμε να αποδράσουμε. Άσε που ήμασταν ντυμένοι ομοιόμορφα τότε –σα φόρμες φυλακής- αλλάξαμε λοιπόν για να μη μας αναγνωρίζουν και στο τέλος καταντήσαμε να μην αναγνωρίζουμε ούτε οι ίδιοι τους εαυτούς μας. Βγήκαμε λοιπόν από εκεί –αλλά όχι ζωντανοί. Αν ποτέ υπήρχε αυτό το πράγμα που λέγεται «ζωή», εγώ δεν θυμάμαι πλέον.

Υστερόγραφο.: Κοίταζε έξω από το παράθυρο, κάποιο ξεραμένο αγιόκλημα, όση ώρα μίλαγα. Πάω στοίχημα οτι δεν άκουσε λέξη απ΄όσα είπα.

ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΟΛΟ

Παρασκευή, Μάρτιος 20, 2009

40. «Κοριός με στιλέτο στην πλάτη» (ξέρεις εσύ)

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη
38. Νεκρή φύση
39. "Το τραγούδι του μάρτυρα"

«...ήξερα ότι θα πέθαινε και δεν της είπα ψέματα... Άλλωστε ήταν αρκετά έξυπνη για να το καταλάβει, μόνο που δεν ήταν η Λάουρα, αν κι αυτό τώρα δεν έχει καμιά σημασία. Τελικά δεν ήταν μια υπόθεση ρουτίνας όπως πίστευα τότε.. Τελικά κι ο διευθυντής και τα παιδιά με τα πόδια πάνω στα γραφεία όταν γελάγαν μαζί μου ήταν γιατί βλέπαν μακρυά. Όχι όμως τόσο μακρυά όσο εκεί που πρόκειται να πάω εγώ τώρα.... Γλυστράς μέσα σου κι είναι σα να πέφτεις μ' αλεξίπτωτο... μετά κρατάς την αναπνοή σου και πηγαίνεις χωρίς να αντιστέκεσαι... και θυμάσαι όλους αυτούς που έκαναν το ίδιο πριν από σένα. Όλους αυτούς που πέταξαν στο κενό κάτω από ένα λευκό αλεξίπτωτο. Ένα μάτσο κορόιδα και χαμένους χωρίς μέλλον, δουλειά και ηλικία που κυνηγάνε ακόμα ένα όνειρο με γυναικείο όνομα... Θα 'χω λοιπόν καλή παρέα απόψε...»
Γέρνω μπροστά, η καρέκλα με το φθαρμένο βελούδο τρίζει, μαζεύω τα πόδια μου λες κι ετοιμάζομαι να πέσω με αλεξίπτωτο. Μόνο που η άβυσσος δεν χάσκει από κάτω μου, αλλά ακριβώς απέναντι, στο πανί της οθόνης. Υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να σου εξηγήσω εδώ πέρα.

Τον γνώρισα όταν ήμουνα πρώτο εξάμηνο στη σχολή, δεν είχα ακόμα δικτυωθεί επαρκώς καθότι νεούδι. Εκείνη την εποχή, οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν λάθρα, μέσα από κομματικά έντυπα –το δικό μου κομματικό έντυπο ήταν το Ποπ & Ροκ. Επειδή η μουσική καθόριζε τη ζωή μας –παίρναμε γραμμή κανονικά, καταλαβαίνεις; Έγραφαν λοιπόν εκεί μέσα για μια ταινία πολύ περιθώριο με πρωταγωνιστές που «προτιμούν να καούν παρά να ξεθωριάσουν», πήγα τρέχοντας να τη δω. «Γλυκιά Συμμορία». Βγαίνοντας από το σινεμά, ήμουνα σε φάση δέους –ο άνθρωπος μου είχε φυτέψει μια βόμβα ανάμεσα στα μηνίγγια, περίμενα στη στάση το λεωφορείο και την άκουγα, τικ-τακ, τικ-τακ, ανελέητο. Εκεί απ΄έξω γνώρισα αυτή την επικίνδυνη γυναίκα που μου στοίχισε μπόλικα χρόνια πραγματικής ζωής, αν υπάρχει ποτέ τέτοιο πράγμα, δεν ξέρω.

Έγινα φανατικός. Κυνήγησα τις προηγούμενες ταινίες του σε ύποπτες προβολές συνοικιακών κινηματογράφων, «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα», «Ευρυδίκη ΒΑ 2037», σιγουρεύτηκα. Το άτομο ήξερε. Είχε δει μέσα μας, πράγματα που ποτέ δεν τολμήσαμε να αγγίξουμε και είχε δει παραπέρα. Πιο μακριά από μας. Μοναχικοί κανίβαλοι, γυναίκες με προδιαγραφές θανάτου, οικογενειάρχες με τρελαμένο μάτι και μια φυλακή που δεν θες να αποχωριστείς –φόβος, στρίμωγμα, αντίσταση εκ των προτέρων καταδικασμένη, περικυκλωμένοι, μονάχα στους κολλητούς μπορείς να στηριχτείς για να μην πέσεις μόνος. Ανακοίνωση.

«Ένα –δυο, ένα –δυο... Έλα! Ένα –δύο! Αποτραβηχτείτε όλοι σας, αρχίσανε οι επιθέσεις. Έτσι κι αλλιώς ο Στάθης πέθανε, και η φιλενάδα του φοράει μαύρα και χτυπάει βίζιτες. Λοιπόν μάγκες μου, κρυφτείτε καλά. Εγώ κρύβομαι σ΄ένα σπίτι γεμάτο στερεοφωνικά και μαρμελάδες.... Και μ΄έναν πούστη κάτω από το παράθυρο να κοιτάει συνέχεια κατά δω...»

Μετά έβγαλε την «Πρωινή Περίπολο», έχει περάσει καιρός από τότε αλλά δεν θα το ξεχάσω. Λίγοι και καλοί μαζεμένοι στο ΑΠΟΛΛΩΝ, την ώρα που οι ξερόλες έκοβαν λάσπη αμήχανοι, είδαμε το μέλλον έγχρωμο σινεμασκόπ, βγήκαμε στο σχόλασμα αεράτοι, επειδή, ναι ρε πούστηδες –κάποιος δικός μας γύρισε μια από τις καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Πήγαιναν κοντά τρία χρόνια τώρα που δεν είχα νέα του. Έλεγαν οτι είναι κλεισμένος σ΄έναν πύργο στα Βόρεια Προάστεια, απομονωμένος από τον έξω κόσμο, ότι ζούσε στη χλιδή και στ΄αρχίδια του όλοι εμείς. Έλεγαν οτι μας πούλησε. Αλλά όχι μπροστά μου –επειδή αν κανένας το επιχειρούσε θα του έδινα να φάει τα δόντια του επιτόπου. Κατάλαβες τώρα; Ανεγκέφαλοι που θέλουν ν΄ακούνε συνέχεια λιβανίσματα, κολλημένοι με τα σαπουνόνερα της ρούγας, τσιτάτα του Ξανθόπουλου με μουσική επένδυση τον ύμνο της 4ης Διεθνούς. Ίσα ρε Τσε Γκουεβάρες!

Όταν έμαθα οτι έβγαλε καινούργια ταινία δεν κρατιόμουνα ούτε δεμένος. Με πήρε τηλέφωνο ο Πέτρος, την επόμενη από τη συναυλία του Αρχηγού, κανονίσαμε να πάμε να τη δούμε πρώτη προβολή –κατά Βικτόρια μεριά.
«Θα είναι κι αυτός εκεί», είχε πει ο Πέτρος παίζοντας το και καλά αδιάφορος.
«Μην ψήνεσαι –αποκλείεται», προσπάθησα να βάλω πάγο εγώ.
Δεν ήθελα να απογοητευτούμε..

Μπήκαμε στην αίθουσα όταν έσβηναν τα φώτα.

«Σίγκαπουρ Σλιγκ».

Ασπρόμαυρο. Καταιγίδα.

Ένας άντρας, ιδιωτικός ντετέκτιβ σκαστός από φιλμ νουάρ, η καμπαρτίνα του λεκιασμένη από αίμα στο ύψος του ώμου. Φτάνει εξαντλημένος στην καγκελόπορτα, μπαίνει στον κήπο, σταματάει να δέσει το κορδόνι του παπουτσιού του. Θυμάσαι το «Νταμπλ Ιντέμνιτι»; Πιάσε από εκεί το κορδόνι.

Ο άντρας ψάχνει τη «Λάουρα». Εγώ την ξέρω τη «Λάουρα», την ξέρω την ταινία, ο ντετέκτιβ ερωτεύτηκε τη Λάουρα όταν την είδε σε κάποιον πίνακα στον τοίχο, αλλά η Λάουρα ήταν, λέει, πεθαμένη κι έτσι ξεκίναγε εκείνη η ταινία. Αυτός ο άντρας εξακολουθεί να ψάχνει τη Λάουρα.

Δυο γυναίκες θάβουν έναν άντρα στον κήπο. Μάνα και κόρη, θάβουν στον κήπο τον πατέρα.

Την ξέρουν κι αυτές τη Λάουρα, είχε έρθει παλιότερα στο σπίτι να δουλέψει σα γραμματέας.

Η Λάουρα είναι και πάλι νεκρή, αυτές οι γυναίκες τη σκότωσαν. Μπορεί και όχι. Επειδή κανένας δεν κατάφερε, ποτέ, να σκοτώσει τη Λάουρα. Όσο κι αν προσπαθήσαμε.

Ο άντρας ψάχνει, το κορδόνι του πάλι λύθηκε –σκύβει εξαντλημένος να το δέσει. Οι γυναίκες τον βασανίζουν, θα τον σκοτώσουν όπως τον πατέρα κι αυτός θα γίνει ο πατέρας και θα τον σκοτώσουν μέχρι αυτός να σκοτώσει τη μητέρα και να γίνει αυτός η μητέρα επειδή πρέπει να βρει τη Λάουρα και η κόρη θα γίνει η Λάουρα αν θέλει να ζήσει, ο άντρας φεύγει εξαντλημένος, το κορδόνι του λύθηκε πάλι –σκύβει...

«... θα έχω λοιπόν καλή παρέα απόψε...»

Μας λούζουν τα φώτα, κάποιοι χειροκροτούν μαζεμένα, κάποιοι άλλοι βιάζονται να φύγουν τώρα που δεν μπορούν να κρύψουν άλλο τις αναστολές τους. Ο Νικολαϊδης έχει σκάψει μέσα τους για μια ακόμα φορά και φεύγουν ντροπιασμένοι. Αύριο θα τον ξεσκίσουν.

Από τις πρώτες σειρές σηκώνεται και μας χαμογελάει, βγάζει τα γυαλιά του, κάπως εκνευρισμένος. Ψιθυρίζει οτι η αίθουσα δεν ήταν κατάλληλη τελικά για την προβολή –κάτι τεχνικά λέει, δεν καταλαβαίνω, αμηχανία. Θέλω να του πω «ευχαριστώ για όλα», όμως κωλώνω. Γέρνω πίσω στην καρέκλα, ανάβω τσιγάρο, παρακαλάω να έρθει η ταξιθέτρια, να μου πει οτι απαγορεύεται, να γίνει κάποιος τσαμπουκάς εδώ πέρα. Να νιώσω πιο άνετα.

Ένας μουστακαλής με μαλλούρα, συγγραφέας του περιθωρίου και καλά, σηκώνεται δυο σειρές πιο πίσω του.
«Σ΄ευχαριστούμε δάσκαλε επειδή τόσα χρόνια εκφράζεις τις αγωνίες της γενιάς μας», του λέει.
Ασυναίσθητα ψάχνω γιαούρτι στον περιβάλλοντα χώρο, αλλά μετά θυμάμαι οτι μόνο ηλιόσπορους πουλάνε εδώ μέσα. Ο Πέτρος με σκουντάει κατουρημένος στα γέλια.
«Ποιας γενιάς σας; Δεν ξέρω καμία γενιά. Εγώ ... αυτά που έχω κάνει ... είναι για μένα και για κάτι φίλους μου...» απαντάει τσαντισμένος ο Νικολαϊδης.
Θέλω να σηκωθώ να χειροκροτήσω, κρατιέμαι όμως και περιορίζομαι σε ένα χαμόγελο ασορτί με αυτό του Πέτρου.
«Τάπα που έριξε ο δικός σου!» σφυρίζει ο Πέτρος.
«Ε, μα το μαλάκα! Του χρειαζόταν!» απαντάω.
Η σεμνή τελετή παίρνει τέλος. Βγαίνουμε με το μπούγιο –περήφανοι.

«Τώρα... τι ήταν αυτό εκεί μέσα;» αναρωτιέται για την ταινία ο Πέτρος.
«Η Λάουρα», του λέω.
«Η Λάουρα –εντάξει», μουρμουρίζει σκεφτικός.
«Και όχι μόνο», συνεχίζω.
«Πάντως... μου άφησε κάτι, όλο αυτό...» ψιθυρίζει.
«Κάτι;»
«Κάτι σαν εσωτερική αιμορραγία...»
«Σωστός».
«Και μια όρεξη για ακτινίδιο...»
«Καλά, τρέχα γύρευε...»
Γελάει.
«Πάμε να πιούμε τίποτα; Έχω να σου πω», λέει τελικά.
«Πήγαμε», συμφωνώ.

Βρίσκουμε ένα απόμερο τραπέζι στο ΚΛΟΟΥΝ, βολευόμαστε εκεί πέρα όσο οι παρφουμαρισμένοι μεσήλικες τραβολογάνε παρφουμαρισμένες πιτσιρίκες –εντάξει είναι, αντέχεται -αν έχεις συνάχι.
«Κολωνάκι καταντήσαμε!» βλαστημάει ο Πέτρος.
«Δε λες καλά που έμεινε κι αυτό το μπαρ; Όλα τα κλείσανε οι πούστηδες, μια με τις επιδρομές, μια με τις ανακλήσεις αδειών... Άκουσες το καινούργιο ανέκδοτο;» ρωτάω εγώ.
«Για πες».
«Στην περιοχή μπορείς να πάρεις άδεια μόνο για ένα από τα δύο. Ή για μαγαζί που παίζει μουσική ή για μαγαζί που πουλάει ποτά. Το ταυτόχρονο απαγορεύεται!»
«Καινούργιος νόμος;»
«Εξαμηνίτικος στο περίπου».
«Και η λογική αιτιολόγηση αυτού;»
«Οτι μουσική και αλκοόλ ίσον φασαρίες».
«Τουτέστιν;»
«Όλοι παράνομοι στην περιοχή για να τους έχουνε στο χέρι. Κάνε μας κουνήματα αλλιώς στο κλείνουμε –σωστοί;»
«Οι σωστότεροι!»
Παραγγέλνουμε δυο σίγκαπουρ σλιγκ στη γκαρσόνα που μας κοιτάζει απορημένη.
«Δυο –τι;»
«Σίγκαπουρ».
«Σλιγκ».
«Τι είναι αυτό;»
«Κοκτέιλ –δεν το ξέρεις;»
«Όχι».
«Εντάξει, ρώτα τον μπάρμαν τότε».
«Λες να μας τα φτιάξει;» απορεί ο Πέτρος όσο εκείνη απομακρύνεται.
«Το καλό που του θέλω –αλλιώς θα το κάνω πουτάνα το μαγαζί», γελάω.
Σοβαρολογώ.

Τελικά μας φέρνει κάτι πρασινωπά υγρά, την ευχαριστούμε πολύ και κοιταζόμαστε αμήχανα.
«Θα το πιεις;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Νορμάλ φαίνεται», μουρμουρίζω. «Αλλά έχει βάλει αλάτι πάνω-πάνω στο ποτήρι, άρα άσχετος».
Πίνουμε –πίνονται.
«Λοιπόν η Αμερική αναβάλλεται έως και ματαιώνεται οριστικά», λέει ο Πέτρος.
Σκύβω προς το μέρος του περιμένοντας να συνεχίσει.
«Κάτσε, θα το πιάσω από την αρχή», μουρμουρίζει.
«Καθιστός είμαι», τον διαβεβαιώνω.
«Όταν φύγατε από το νησί...»
«Ναι;»
«Εγώ έμεινα».
«Σώπα!»
«Συνεχίζω και ‘μην είσαι διακόπτης’! Πέρασα την καλύτερη βδομάδα τη ζωή μου μαζί της...»
«Με τη Νίνα εννοείς;»
«Όχι –με την Τίνα Σπάθη! Με τη Νίνα φυσικά ρε ηλίθιε! Με ποια με αφήσατε;»
«Με τη Νίνα», κάνω χαζά.
«Εντάξει, πάμε παρακάτω. Είμαι κολλημένος με τη γυναίκα όσο δεν παίρνει».
«Με τη Νίνα;» ξαναρωτάω.
«Θα μου τον σπάσεις για πολύ ώρα ακόμα τον πούτσο;»
«Όχι εντάξει –συνέχισε».
«Το αποφασίσαμε όταν έφευγε. Δηλαδή, όχι στο νησί, την ξαναβρήκα στην Αθήνα... ήρθαν να πάρουν το αεροπλάνο... Τέλος πάντων, στο αεροδρόμιο είδαμε οτι δεν γίνεται διαφορετικά....»
Πάω να μιλήσω αλλά με κόβει απότομα.
«Θα κάνω μεταπτυχιακό στη Σουηδία. Θα μείνω σπίτι της».
«Στο σπίτι της Νίνας;»
«Ε, τι σου λέω τόση ώρα;»
«Μαλακίες».
«Μπαρδόν;»
«Μαλακίες μου λες. Αλλά συνέχισε».
«Τι να συνεχίσω; Δεν έχει άλλο. Έκοψα την υποτροφία από το Αμέρικα, έχω στείλει ήδη τα χαρτιά μου στη Σουηδία και περιμένω. Θα το κυνηγήσει και η Νίνα –νομίζω οτι δεν θα υπάρξει πρόβλημα».
Ανάβω δυο τσιγάρα, του δίνω το ένα.
«Να σου πω ρε Πέτρο –η Νίνα δεν έχει κάτι παιδάκια;»
«Δύο. Κορίτσια».
«Και δεν υπάρχει πρόβλημα;»
«Όχι ρε! Είναι πολύ εντάξει παιδιά!»
«Τα έχεις γνωρίσει;»
«Όχι αλλά...»
«Έτσι σου είπε η Νίνα».
«Ακριβώς κι αυτή τα ξέρει μια χαρά τα παιδιά της. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά για τη μεγάλη της κόρη...»
«Για σπάστο αυτό σε δίφραγκα!»
«Εννοώ ρε παιδί μου... η Νίνα είχε παντρευτεί έναν γιατρό, με τον οποίο έκαναν την πρώτη κόρη... Αλλά ο γιατρός μέγα μουνόπανο, της τα φόρεσε με μια νοσοκόμα και χωρίσανε».
«Συμβαίνουν αυτά, πάμε παρακάτω».
«Μετά η Νίνα ξαναπαντρεύτηκε και έκανε τη δεύτερη κόρη...»
«Στοπ εδώ! Δηλαδή αυτή το πάει ‘άντρας και κόρη’;»
«Γιατί –κακό είναι;»
«Δεν είπα οτι είναι κακό. Λέω όμως...»
«Τι λες;»
«Αφού με ρωτάς θα σου πω. Λέω οτι μια γυναίκα που το πάει ‘άντρας και παιδί για σουβενίρ’ μπορεί να είναι μια χαρά τρελιάρα, χίπισσα να πούμε, αλλά σίγουρα δεν είναι άτομο να στηριχτείς».
«Δε σε πιάνω...»
«Δώσε βάση. Αν αύριο της τη γυρίσει και σε σουτάρει τι θα κάνεις; Πως θα συνεχίσεις το μεταπτυχιακό; Από το προαύλιο του πανεπιστημίου ‘Φρόστυ ο χιονάνθρωπος’;»
«Δεν παίζει αυτό –είναι σοβαρό άτομο η Νίνα!»
«Αμ το βλέπω, δεν το βλέπω;»
«Κάτσε ρε φίλε –τι εννοείς δηλαδή; Πώς της τα χώνεις της γυναίκας χωρίς να την ξέρεις;»
«Εγώ της τα χώνω; Εσύ δε μου είπες οτι κρατάει αναμνηστικό ένα παιδί από κάθε άντρα; Εγώ το είπα; Εσύ δε λες τώρα οτι ρίξατε κάποια πηδήματα μέσα σε μια βδομάδα κι απ΄αυτό αποφάσισε να σε πάρει οικόσιτο; Αν όλα αυτά δε σου κάνουν για τρελιάρα γκόμενα –πες μου πως είναι οι τρελιάρες, μην τύχει και πέσω πάνω σε καμιά και δεν την αναγνωρίσω!»
«Ρε άντε γαμήσου!» σβήνει το τσιγάρο νευριασμένος.
«Ναι μπορεί και να το κάνω, αλλά ξέρεις κάτι φιλαράκο; Θα το κάνω από μόνος μου, δεν πρόκειται να αφήσω καμιά καργιόλα να πάρει τις αποφάσεις για μένα. Κατανοητό;»
«Το μόνο κατανοητό είναι η μαλακία που σε δέρνει!»
«Εντάξει –οτι πεις».
Σηκώνεται σφιγμένος.
«Πρέπει να την κάνω, έχω κάτι δουλειές πρωινές για αύριο...» λέει.
«Ναι σίγουρα –καλή τύχη», μουρμουρίζω.
«Ο Τάκης μου είπε να σου πω...»
«Τίποτα να μη μου πεις. Αν θέλει κάτι, ας μου το πει ο ίδιος», μουγκρίζω.
Και μετά ο Πέτρος φεύγει.

Μένω μόνος σ΄αυτό το μπαρ με τους παρφουμαρισμένους μεσήλικες που τραβολογάνε παρφουμαρισμένες πιτσιρίκες και δυο σίγκαπουρ μισοτελειωμένα. Το παλεύω φιλότιμα, αλλά δεν καταπίνονται εύκολα, δικέ μου!

Βγαίνω με το στομάχι κουβάρι στον έρημο δρόμο, η μηχανή σαγρέ από νυχτερινή υγρασία. Κάνω να τη σκουπίσω, το τζάκετ μου νοτίζεται, παγώνω μέχρι κερκίδα και ωλένη. Κούφιες μανιβελιές, πούστικες ανάποδες σημαδεύουν τη γάμπα μου –όλα καλά θα πάνε. Θέλω να χαιρετίσω.

Γι΄αυτό κατηφορίζω προς πλατεία –λύκος χωρίς κέρατα. Αράζω στο πεζοδρόμιο, δίπλα στο περίπτερο του Φιλόσοφου, χαζεύω τις εφημερίδες. Ετοιμάζεται πόλεμος, κάπου μακριά από δω –καθόλου δε με κόφτει το θέμα.
«Καλώς τον. Πως απ’ τα μέρη μας;» χαμογελάει ο Φιλόσοφος.
«Είπα να περάσω....» μουρμουρίζω.
«Πέρασες, πάει καλά...» σοβαρεύει ο Φιλόσοφος.
«Ερημιά διακρίνω, δεν έχεις δίκιο...» λέω εγώ κοιτάζοντας τριγύρω.
«Αυτό είναι το πρόβλημά σου, οτι τόσα χρόνια δεν έμαθες να κάνεις διακρίσεις», ψιθυρίζει ο Φιλόσοφος.
«Καθότι αδιάκριτος!» κοκορεύομαι.
«Αδιάκριτοι είναι μόνο οι μακαρίτες», μου εξηγεί.
«Το κόβεις πιθανό;» ζητάω να μάθω.
«Εξαρτάται αν θα τους προλάβεις ή θα σε προλάβουν», λέει κοιτάζοντας προς τα σκοτεινά στενά.
«Ευχαριστώ για την ενημέρωση», χαμογελάω. «Αντίο κιόλας –φεύγω, δεν ξέρω αν στο είπα».
«Φεύγεις ε;»
«Ναι».
«Έτσι νομίζεις...» κάνει σκεπτικά.
«Δεν είναι έτσι;» αναρωτιέμαι.
«Έτσι είναι αν έτσι νομίζεις», ξεκαρδίζεται.
«Αντίο, όπως και νάχει», μουρμουρίζω γυρίζοντάς του την πλάτη.

Σβήνω το φως της μηχανής και τσουλάω προς τα στενά, όσο γίνεται πιο αθόρυβα. Από τις προσόψεις των ερειπωμένων νεοκλασικών ξεκολλάνε φωσφορίζοντες ανθρώπινοι σκελετοί. Κοιτάζουν βιαστικά πριν ξαναχαθούν. Δε με ενδιαφέρουν αυτοί. Συνεχίζω πιο μέσα, βαθύτερα. Κάτι πνιγμένες φωνές, κόβονται από τον θόρυβο του κινητήρα αλλά συνεχίζουν αμέσως μετά. Ήταν δική μας αυτή η πόλη, αλλά μας την πήρανε –θυμάσαι;
«Ψιτ, μαλάκα!» σφυρίζει η φωνή αριστερά μου.
Κοιτάζω καλύτερα.
«Κοιτάει κιόλας ο άνθρωπος –έλα δω ρε!»
Πάω.

Δεν είναι πάνω από 10, μπαινοβγαίνουν στον ακάλυπτο κάποιου ερειπίου, Καβάτζας σίγουρα, Χρήστος Άγρυπνο Μάτι, κάτι μαλλιάδες γνωστοί και στο βάθος ο Νίκος το Κουμπί. Χαμογελάω σα ραντεβού με οδοντογιατρό.
«Τι κάνετε εδώ ρε; Τσιμπουκωνόσαστε μεταξύ σας;» ρωτάω.
Είναι και δυο –τρεις περίεργοι μαζί τους, ροκαμπίλια απ΄αυτούς που έχω ακούσει οτι ήρθαν από τα δυτικά.
«Χρηστάρα, σε αφήσανε;» αγκαλιάζω τον Άγρυπνο Μάτι. Τον βγάλανε έτσι σε κάποιο σπίτι από τα πολλά που ξεχειμώνιαζε πίσω στο ’84, επειδή συνήθιζε να κοιμάται με μισάνοιχτα βλέφαρα. Από το δόσιμο που μας κάνανε στη «Ρήξη» έχω να τον δω –ακούστηκε οτι την πλήρωσε για όλους μας.
«Με αφήσανε, καθάρισα» ψιθυρίζει.
Τον κοζάρω –σε τσακισμένος μου κάνει.
«Και τι γίνεται εδώ πέρα;» ρωτάω τελικά.
«Ψήνουμε φάση», κρώζει βραχνά ο Καβάτζας.
Ο Νίκος το Κουμπί με πλησιάζει επιφυλακτικά.
«Είδα τον δικό σου τις προάλλες», του χαμογελάω.
«Ποιον δικό μου;» ρωτάει.
«Το Ζαφείρη ρε! Ποιον άλλον;»
«Ο Ζαφείρης πέθανε», λέει και τραβάει πάλι προς το βάθος του ακάλυπτου.
Δεν το ΄ξερα αυτό.
«Λοιπόν, αν δε σκοπεύεις να μείνεις, κοπάνα τη τώρα. Σε λίγο θα βρέξει», μου χώνεται ο Καβάτζας.
«Κι αν δε βρέξει;» χαμογελάω.
«Αν δε βρέξει θα χιονίσει, αλλά πάρε απόφαση γρήγορα», μαγκώνει ο Χρήστος.
«Εντάξει δηλαδή, μέσα –αλλά περί τίνος πρόκειται;» ανασηκώνω τους ώμους.
«Θα γαμήσουμε κάτι σκίνια...»
«Α καλά... Πότε;» χαλαρώνω.
«Όπου νάναι...»
Τσιτώνω.
«Και δηλαδή πως...»
«Σκάσε κι ετοιμάσου...»
«Γιατί; Ραντεβού έχουμε;»
Ο Άγρυπνο Μάτι με τραβάει παράμερα, με κολλάει στο ντουβάρι. Χαμογελάει, με χτυπάει καθησυχαστικά στην πλάτη και δρασκελίζει τη διπλανή μάντρα. Κάθομαι και περιμένω λοιπόν. Δε σκέφτομαι τίποτα. Εκτός από εκείνη.

Νιώθω τότε κάτι παγωμένο να αγγίζει την παλάμη μου.
«Πάρε. Είναι μαλακία να βγεις εκεί έξω χωρίς κέρατο», μου ψιθυρίζει ο Νίκος το Κουμπί, σπρώχνοντας ένα σουγιά.
«Κράτα το για πάρτη σου αδερφέ», λέω.
«Έχω –εσύ δεν έχεις», επιμένει.
«Τι να το κάνω; Δεν τα κατέχω αυτά, άμα το μοστράρω στα σκίνια θα μου το πάρουν και θα μου το χώσουν στον κώλο», εξηγώ.
Σηκώνει τους ώμους και απομακρύνεται ανάλαφρος σα μπαλαρίνα.
«Κουμπί!» σφυρίζω.
«Τι θες;»
«Από τι πέθανε ο Ζαφείρης;»
Σηκώνει τους γιακάδες του μπουφάν του.
«Από θάνατο, τι άλλο;» μουρμουρίζει.
«Δηλαδή...»
«Μην τα ψάχνεις τώρα», και χάνεται στις σκιές.

Χαζεύω τους ροκαμπιλάδες που χτενίζονται έχοντας στήσει τα μαύρα τους γυαλιά, καθρέφτες σ΄ένα μισογκρεμισμένο τοίχο. Ρίχνουν μπουνιές ο ένας στον άλλο για να ψυχώσουν.
«Νάτοι!» σφυρίζει ο Καβάτζας.
Βγάζω μύτη στο δρόμο διστακτικά –τους βλέπω να προχωράνε μαγκωμένοι. Είναι λιγότεροι από μας, σίγουρα. Προσαρμόζω τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Τι έχει μείνει από τότε που με τσάκισαν, δυο δρόμους παρακάτω; Ψάχνω μέσα μου. Τίποτα. Ούτε θυμός, ούτε μίσος, ούτε οργή. Τίποτα. Θα τους γαμήσω μια χαρά το λοιπόν.

Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνω το όλο πλάνο, κάποιοι από μας έχουν φροντίσει να τους πάρουν τις πλάτες, πηδώντας μέσα από έρημες αυλές.
«Τελειώσατε μουνάκια!» ακούω τον Χρήστο να τσιρίζει, η φωνή του ένα με τις αρβύλες που κοπανάνε το πλακόστρωτο, πέφτουν πάνω στους κουρεμένους σαν καρεκλοπόδαρα.
Οι ροκαμπιλάδες πετάγονται από δίπλα μου αεράτοι –στέκονται στη μέση του δρόμου με ανοιχτά τα πόδια. Ο Καβάτζας με δυο άλλους φεύγουν σφαίρες για να συναντήσουν το μπούγιο. Και ο Νίκος το Κουμπί ξανοίγεται στα σκοτεινά, ένα με τους τοίχους των σπιτιών. Βγαίνω κι εγώ, αλλά δεν ξέρω που να σταθώ.

Τώρα, η κάθε φάρα έχει δικό της στυλ πεσίματος. Τα φρικιά πηδάνε στον αέρα, σκάνε πάνω στους καραφλούς, τους σωριάζουν και βαράνε στα γεμάτα. Οι ροκαμπιλάδες ανεμίζουν κάτι αλυσίδες, περπατάνε σα δρεπανιφόρα, σημαδεύουν κεφάλια και μετά κλωτσάνε τους πεσμένους σε ρυθμό φοξ τροτ, ένα βήμα αργό, δεύτερο αργό και στο καπάκι δυο γρήγορα. Το Κουμπί πετάγεται από τις σκιές, κάνει ένα τροχάδην δίπλα στους κουρεμένους και μετά ξαναπιάνει πλάτη–τοίχο. Σε πρώτη φάση δε φαίνεται τίποτα, μόνο ένα άστοχο πέρασμα ξυστά στο μπούγιο, σε δεύτερη φάση όμως υπάρχει κάποιος που κρατάει τα πλευρά του όσο σωριάζεται στην άσφαλτο. Οι καραφλοί, όσοι στέκονται ακόμα στα πόδια τους, προβάρουν κάτι στυλάκια καρατέκα, βγάζουν και κραυγούλες αλλά δεν έχουν τύχη. Επειδή τους την πέφτουν από παντού. Αίμα μπόλικο, βογκητά και ο θόρυβος του κρανίου που βρίσκει στην άσφαλτο. Έχω μείνει λίγο πίσω, ένας καραφλός περνάει τρέχοντας τους ροκαμπιλάδες και πάει να φύγει από το μέρος μου, κάνω στο πλάι ήσυχα αλλά τον κλωτσάω στα τακούνια όταν με περνάει –ο μαλάκας σωριάζεται σκέτο κομμάτι κρέας. Τον πλησιάζω να του ρίξω κάποια κλωτσιά στα νεφρά, το σκέφτομαι όμως λίγο παραπάνω οπότε με ντουμπλάρει το Κουμπί, σκύβει πάνω του και μετά απομακρύνεται βιαστικά. Δεν έχω καμιά όρεξη να δω τι του έκανε.
«Πάμε», ακούω τον Χρήστο να μουρμουρίζει.
Τα φρικιά ξεκολλάνε από τους παρτενέρ τους και συγκεντρώνονται χοροπηδώντας, οι ροκαμπιλάδες ρίχνουν τις τελευταίες τους κλωτσιές, ακολουθώ με τα χέρια στις τσέπες –πίσω μας το Κουμπί προχωράει αργά, από το πεζοδρόμιο, μην τύχει και μας την πέσει κανένας ετοιμόρροπος.
«ΤΣΑΦ, πατάρι –σπάστε τώρα», σφυρίζει ο Καβάτζας.

Ανοιγόμαστε βεντάλια, βρίσκω τη μηχανή μου και αποφασίζω να κάνω κύκλο. Πρώτα περνάω από το κωλάδικο, κοιμούνται ήσυχα εκεί πέρα. Μετά κατηφορίζω ένα στενό πιο κάτω από τη συμπλοκή, διακρίνω μια θολή κίνηση καθώς οι φωσφοριζέ σκελετοί σκαλίζουν τους πεσμένους –αρπακτικά κανονικά- μάλλον βουτάνε ρούχα και παπούτσια.

Όλα καλά θα πάνε, δεν βλέπω κανένα λόγο για όλα αυτά, δεν νιώθω καμιά ικανοποίηση, όλα καλά θα πάνε.

Στο πατάρι του ΤΣΑΦ, έχουν μαζευτεί σχεδόν όλοι. Δεν θυμάμαι κιόλας, δεν τους μέτρησα –τέλος πάντων.
«Τους ξεσκίσαμε!» λέει ένας ροκαμπιλάς.
«Δεν θα ξαναπεράσουν ούτε στα 5 χιλιόμετρα», σιγοντάρει ο άλλος.
«΄Νταξει, κάτι έγινε», μουρμουρίζει ο Καβάτζας. «Λοιπόν...», βγάζει από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν του ένα λιπόσαρκο μάτσο και το απλώνει στο τραπέζι καλύπτοντάς το με τις πλάτες του. «Χιλιαρικάκι έκαστος, όσα είχαμε πει», ανακοινώνει.
Οι άλλοι ξεχωρίζουν το μερίδιό τους ήσυχα, εγώ μπλοκάρω κάπως.
«Κάτσε μισό... Τι παίζει;» απορώ.
«Εσύ πεντακοσαρικάκι, επειδή φοβήθηκες μη σπάσεις κάνα μανικιούρι», μου απαντάει ο Καβάτζας.
«Δεν σε πιάνω –από που το χρήμα;» συνεχίζω να απορώ.
«Καλώς την παρθένα Μαρία!» γελάει ο Καβάτζας.
«Τα μαγαζιά της περιοχής... οι σκινς τους έγιναν στενός κορσές -αντιλαβού;» μου ψιθυρίζει ο Χρήστος.
«Και σας πληρώσανε για να τους ξεφορτωθείτε!» λέω εγώ.
«Ωραία το είπες, θα σε πάρω για νομικό μου σύμβουλο», πετάγεται ο Καβάτζας.
«Και να σου πω ρε άτομο! Ποιος το πρότεινε το αλισβερίσι;» ξαναρωτάω.
Ο Καβάτζας με κοιτάζει απορημένος.
«Εννοώ -πώς έγινε ρε παιδί μου; Έβγαλε ανακοίνωση ο σύλλογος καταστηματαρχών Εξαρχείων, ‘ζητούνται ψωμωμένα παιδιά, κατά προτίμηση αντιεξουσιαστές, για να διώξουν τους φασίστες’;»
«Τι μαλακίες λες τώρα;» απορεί ο Καβάτζας.
«Ή πήγατε εσείς και αναλάβατε την εργολαβία –‘καλησπέρα σας, είμαστε οι βαράω και προστατεύω, τιμές προσιτές’; Πως έγινε ρε;» ανάβω εγώ.
Ο Καβάτζας γυρνάει κατά Χρήστο μεριά και καλά αγανακτισμένος.
«Κατάλαβες γιατί σου λέω οτι τους φοιτητές πρέπει να τους κρεμάσουν πρώτους απ΄όλους;» του λέει.
«Πριν τους νταβατζήδες ή μετά;» του χώνομαι κόκορας εγώ.
«Μην το χοντραίνεις», μου σφυρίζει στο αυτί ο Νίκος το Κουμπί.
«Ναι εντάξει –θα του κάνω δίαιτα από Δευτέρα. Μπας και το σουλουπώσω», μουγκρίζω ενώ σηκώνομαι.
Οι ροκαμπιλάδες χαχανίζουν δείχνοντάς με. Ο Χρήστος με πιάνει από το μπράτσο.
«Πολύ άσπρο-μαύρο τα βλέπεις», μου λέει.
«Φταίει μάλλον η ταινία», του εξηγώ.
«Η ταινία;»
«Αυτή που παίζω –φτηνοπαραγωγή», σφυρίζω καθώς τραβάω το χέρι μου από το πιάσιμό του.
«Φεύγεις;» κάνει απαξιωτικά ο Καβάτζας.
«Εδώ και καιρό», τον διαβεβαιώνω.

Και κατεβαίνω τις σκάλες κουτρουβαλώντας.

Στη μέση της πλατείας, κάτω από το άγαλμα είναι δυο πάνκισες χεσμένες στα αντιβηχικά –προσπαθούν μάλλον να καθαρίσουν ρουφώντας μια μπύρα συνεταιρική από γυάλινο μπουκάλι. Περνάω δίπλα τους κι αυτές μου σκάνε το μπουκάλι ανάμεσα στα παπούτσια. Σταματάω, τις κοιτάζω χαμογελαστός.
«Πως είσαι έτσι ρε;» κοροϊδεύει η μία.
«Άντε κουρέψου μη μας κολλήσεις ψείρες!» σιγοντάρει η άλλη.
Συνεχίζω να τις κοιτάζω, αγριεμένες, βρώμικες, ασυντόνιστες. Πάει να πει, ζωντανές.
«Τι κοιτάς ρε μαλάκα;» φορτώνει η μια.
«Θες να μας γαμήσεις; Λέγε λιγούρη!» φωνάζει η άλλη.
Τους γυρίζω την πλάτη δεν έχω καμιά δουλειά μαζί τους. Είναι ζωντανές κι εγώ κάπως πεθαμένος. Μέρες τώρα.

Όσο παιδεύομαι να ξεκινήσω τη μηχανή οι κοπέλες βρίζουν και πετάνε πέτρες. Σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, τις χαιρετάω. Αυτές φορτώνουν, πετάγονται, πλησιάζουν.
«Ψιτ κοριτσάκια!» φωνάζω προς το μέρος τους.
«Τι είπες ρε γαμιόλη!» φορτώνουν εκείνες.
«Είπα οτι συγνώμη κιόλας –αλλά δε θα μπορέσω!» γελάω καθώς απομακρύνομαι.

Δε θα μπορέσω.

Τετάρτη, Μάρτιος 18, 2009

Περίσταση κατά της Αρχής

Κοίτα κάτι λεβέντη μου, εγώ μαζί σου είμαι. Σε καταλαβαίνω, κατανοώ την αγωνία σου. Και αγανακτώ, μη νομίζεις –αγανακτώ μ΄αυτά που βλέπω στις ειδήσεις, να σπάνε το Κολωνάκι, αυτή τη συνοικία-κόσμημα της πόλης! Με τα καφέ του που έχουν βγάλει καρέκλες μέχρι την άσφαλτο, με τα πεζοδρόμιά του τα τεράστια (αν είσαι μυρμήγκι), με τα μαγαζιά του τα καλόγουστα που πουλάνε τα ρούχα τρεις φορές πάνω από όσο κοστίζουν στο Παρίσι, το Λονδίνο ή το Μιλάνο. Με τα Χάμερ του που παρκάρουν παντού και δεν μπορεί να περάσει η σκουπιδιάρα.
Είναι το Κολωνάκι μας, σε καταλαβαίνω απόλυτα! Μέχρι χτες δεν τολμούσαμε να περάσουμε σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου από την πλατεία του, επειδή φοβόμασταν μην κοστολογήσουν το μπανιστήρι στις βιτρίνες και μας πάρουν μέχρι σώβρακο ον δε μουβ, που λένε κι οι θαμώνες του Ντα Κάπο. Όμως τώρα, όλα άλλαξαν. Τώρα είναι χρέος μας να υπερασπιστούμε το Κολωνάκι! Το δικό μας Κολωνάκι, το στολίδι μας. Να το υπερασπιστούμε μπας και νιώσουμε οτι μας αφορά –γιατί αν περιμένουμε να γίνουμε θαμώνες... χέστα Χαράλαμπε! Κόψανε και τα καταναλωτικά οι τράπεζες....
Και να υπερασπιστούμε τα βιβλιοπωλεία μας, αυτούς τους ναούς της γνώσης –εντάξει; Τον Ιανό που έχουν γεμίσει οι τοίχοι της Αθήνας με καταγγελίες για τις εργασιακές συνθήκες επιπέδου «ρωμαϊκής γαλέρας» που επικρατούν εκεί μέσα. Τον Κάουφμαν, γνωστό στριπτιζάδικο στα ξενόγλωσσα βιβλία παλαιόθεν. Και την Εστία –ναι; Που την πας την Εστία; Που να την πας, με τιμές λιανικής μισή φορά πάνω από αυτές που κυκλοφορούν στα υπόλοιπα κεντρικά βιβλιοπωλεία (για τις δικές της εκδόσεις μιλάω τώρα) που να την πας; Άστη εκεί που είναι, μη σε χρεώσει και με μεταφορικά από πάνω.

Σε καταλαβαίνω λοιπόν λεβέντη μου, δε φταίει που τα κάνατε σκατά κι ο κόσμος δεν έχει δεύτερο βρακί να φορέσει –αυτός ο κόσμος που τον αρμέγετε, οι μισθοσυντήρητοι -όχι οι άλλοι, οι δικοί σου. Δε φταίει που φροντίσατε με τους νόμους σας να χρεωθούν όλοι μιάμιση φορά πάνω από τα εισοδήματά τους και τώρα δεν έχουν να ζήσουν. Τα κωλόπαιδα φταίνε που σπάσανε το Κολωνάκι –δίκιο έχεις.

Σε καταλαβαίνω και σε υποστηρίζω (το λένε και οι ειδήσεις), αλλά βρε λεβέντη μου, δεν σε καταλαβαίνω καλά. Δήλωσες:

«Θεωρούμε ότι ο Έλληνας δεν μπορεί να ντρέπεται για τα χαρακτηριστικά του και να διαμαρτύρεται χωρίς να τα εμφανίζει. Δεν μπορεί να εγκληματεί αποκρύπτοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου του».

Τι θα πει αυτό πασά μου; Είπε κανένας βρομιάρης της αντιπολίτευσης οτι ντρεπόμαστε για τα μούτρα μας; Είπε οτι νιώθουμε κακομούτσουνοι ως έθνος; Και το άλλο που λες –οτι δηλαδή δεν μπορούμε να εγκληματούμε αποκρύπτοντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου μας, τι σημαίνει; Οτι με ξεσκέπαστη φάτσα επιτρέπεται να εγκληματούμε; Δηλαδή, ομορφιά μου καμαρωτή, γι΄αυτό δεν χώσατε ακόμα μέσα τον Ψωμιάδη, τον Βουλγαράκη και τα άλλα παιδιά; Επειδή παρανόμησαν μεν, αλλά παλικαρίσια δε; Ή μήπως εννοείς οτι η απόκρυψη των χαρακτηριστικών του προσώπου είναι από μόνη της έγκλημα;
Συγνώμη που ρωτάω, αλλά τυγχάνει να κυκλοφορώ με μηχανή και φοράω κράνος –είμαι εγκληματίας υπουργέ μου; Κι αν ναι –ποιο στοιχίζει ακριβότερα; Η κλήση γιατί δεν φοράω κράνος ή η απόκρυψη των χαρακτηριστικών μου; Πες μου να κανονιστώ κι εγώ.

«Η χρήση κουκούλας θα θεωρείται επιβαρυντική περίσταση και η ποινή θα είναι βαρύτατη», δήλωσες επίσης. Όχι γενικά, σε περιπτώσεις φασαριών θα ισχύει αυτό –το κατάλαβα, μη νομίζεις. Αλλά αυτή η «περίσταση» με προβληματίζει κάπως. Μήπως βρε παιδί μου, εννοούσες «κατά περίσταση»; Δηλαδή, κουκούλα στα 3-5 Πηγάδια μεσούσης της χιονοδρομικής περιόδου, ίσον αθώα. Κουκούλα στη Σκουφά μεσούσης της πορείας, ίσον ένοχη. Έτσι κάπως; Γιατί γιατρέ μου, όταν λέμε «περίσταση» εννοούμε μια βραχυχρόνια δημιουργηθείσα κατάσταση –«είχαν απεργία τα λεωφορεία, έπεσα στην περίσταση και αναγκάστηκα να το κόψω ποδαράτο», κατάλαβες; Η χρήση κουκούλας δεν μπορεί να είναι από μόνη της «περίσταση» -πως δηλαδή; «Φόρεσα την κουκούλα μου, έπεσα στην περίσταση και με πιάσανε»; Πάει; Δεν πάει! Ακόμα και με την παραπάνω εξήγηση, η «περίσταση» είναι η πορεία στη Σκουφά, όχι η κουκούλα! Τα λέω καλά; Πες μου, αν διαφωνείς να τα αλλάξω.

Αλλά αν είναι έτσι το πράγμα, αν τελικά η κουκούλα δεν συνιστά από μόνη της «περίσταση» (και πως θα μπορούσε άλλωστε!) τότε λεβέντη μου, πας να μας φτιάξεις ένα νόμο για να τιμωρούνται οι παλιανθρωπαραίοι που τα σπάνε, που κλέβουν, που ρημάζουν, που δέρνουν... Δηλαδή, δεν υπήρχε αυτός ο νόμος; Υπήρχε. Άρα; Θες να βάλεις ένα κερασάκι ακόμα και να τον κάνεις πιο μπάνικο; Μαζί σου είμαι –στο ξανάπα. Την άλλη φορά λοιπόν που θα έχεις καταγγελίες για ΕΚΑΜήτες (ή όπως αλλιώς τους λες) που τσακίζουν στο ξύλο τον κοσμάκη, ρίξτους τίποτα παραπάνω ποινή –εντάξει; Επειδή, Έλληνες είναι κι αυτοί, δεν μπορούν να παρανομούν αποκρύπτοντας τα χαρακτηριστικά τους! Και μη μου πεις οτι φοράνε κουκούλες για να μην τους αναγνωρίζουν οι κακοποιοί! Γιατί να μην τους αναγνωρίσουν δηλαδή; Ντρέπονται γι΄αυτό που κάνουν; Φοβούνται μήπως οτι θα έχουν αντίποινα; Μα και αυτοί που διαδηλώνουν εκεί έξω τα αντίποινα φοβούνται, τις φωτογραφίες των ρεπόρτερς και της αστυνομίας! Σαν τον άλλο που πιάσανε στις διαδηλώσεις του Δεκέμβρη και τον διπλώσανε σε μια κόλλα χαρτί επειδή λέει «συμμετείχε και σε κάτι πορείες στη Θεσσαλονίκη»! Αυτό φοβούνται και κρύβονται –έχουν άδικο; Κι έχουν δίκιο οι ΕΚΑΜήτες; Μπορεί –εσύ ξέρεις καλύτερα άλλωστε.

Να σε ρωτήσω όμως κάτι ακόμα; Θα τον κάνεις αυτόν το νόμο ή έτσι το είπες για να τη σπάσεις στον Καρατζαφέρη; Επειδή, αν τον κάνεις (το νόμο) θα γελάσει ο κάθε πικραμένος. Αν όμως δεν τον κάνεις και μείνεις στις δηλώσεις, θα φανεί οτι προσπαθείς να επηρεάσεις τους δικαστές που αύριο θα δικάζουν πάλι συλληφθέντες από διαδήλωση. Κατάλαβες που το πάω; Για σένα το λέω λεβέντη μου, να μην εκτίθεσαι –μαζί σου είμαι εγώ.

Και μαζί με την Αλέκα φυσικά που λέει οτι «οι αγωνιστές δεν κρύβουν τα πρόσωπά τους» και έχει φτιάξει μέχρι και μαϊμού απόφθεγμα του Τσε για να στηρίξει την άποψή της (πότε θα βγει η Κανέλη και θα πει οτι ο Τσε ήταν φόλα χριστιανός ορθόδοξος –αυτό περιμένω να δω).

Αλλά θα σου πω για κάποιους αγωνιστές που βγήκαν φόρα παρτίδα να κοντράρουν, θα σου πω λοιπόν γι΄αυτούς κάτι ιστορίες.

Κατερίνα Γκουλιώνη –σου λέει κάτι; Διαμαρτυρόταν για την εξευτελιστική κολπική εξέταση των γυναικών κρατουμένων, πρωτοστατούσε κανονικά, με ονοματεπώνυμο. Αντιγράφω από το tvxs:
«Η Κατερίνα Γκουλιώνη, κρατούμενη στις φυλακές της Θήβας, βρισκόταν μαζί με άλλους κρατούμενους στο καράβι για μεταγωγή στην Κρήτη. Οι φρουροί την υποχρέωσαν να κάτσει μόνη της, 15 θέσεις πίσω από τους υπόλοιπους, δεμένη πισθάγκωνα. Στις 6:00 τα ξημερώματα βρέθηκε νεκρή και σύμφωνα με μαρτυρίες συγκρατουμένων της ήταν χτυπημένη στο πρόσωπο.
Η Πρωτοβουλία επικοινώνησε με τον αρμόδιο ιατροδικαστή, ο οποίος αρνείται να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία μέχρι την επόμενη εβδομάδα που θα βγει η έκθεση με τα ακριβή αίτια θανάτου. Σε προσπάθεια επικοινωνίας με το υπουργείο Δημόσιας Τάξης, δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση. Οι κρατούμενοι στη Θήβα αναμένεται σήμερα να πραγματοποιήσουν στάση, διαμαρτυρόμενοι για το απαράδεκτο αυτό περιστατικό. Σημειώνεται ότι η Κατερίνα Γκουλιώνη ήταν από τις πιο μάχιμες κρατούμενες σχετικά με την κατάργηση της κολπικής εξέτασης στις φυλακές και πολύ συχνά υποχρεωνόταν σε απομόνωση.»

Τι έχεις να πεις γι΄αυτό; Άστο, πάμε παρακάτω:

«Ο κρατούμενος Γιάννης Δημητράκης, ενώ βρισκόταν στα ντους σήμερα το πρωί, δάρθηκε άγρια από τρεις συγκρατούμενούς του. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο γνωστός σε όλους Περίανδρος μαζί με άλλους δύο κρατούμενους (ένας εκ των οποίων είναι πρώην αστυνομικός) έκλεισαν την πόρτα στα ντους της φυλακής και έδειραν το Γ. Δημητράκη, με αποτέλεσμα να εισαχθεί στο νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για αρκετές ώρες.»

Να σου θυμίσω κιόλας, ο Δημητράκης εδώ και καιρό αγωνίζεται για τα δικαιώματα των φυλακισμένων. Από την άλλη πλευρά ο Περίανδρος, είχε καταδικαστεί πρωτόδικα σε 21 χρόνια φυλάκιση, αλλά στη δεύτερη δίκη του που έληξε πριν λίγες μέρες, μειώθηκε η ποινή σε 12 χρόνια και (συνυπολογίζοντας την εθελοντική εργασία που έκανε στις φυλακές –ποια εργασία; αυτή την εργασία!) βγαίνει μάλλον στο τέλος του έτους.

Πες μου τώρα τι γίνεται γιουβαρλάκι μου! Μίλησέ μου για Δημοκρατία, Ελληνική λεβεντιά και ευνομούμενο κράτος. Νανούρισέ με.

«Θέλουμε να δείξουμε ότι στηρίζουμε σε μία δύσκολη φάση την Αστυνομία και γι΄ αυτό στα προσεχή νομοθετικά πλάνα είναι και η θεσμοθέτηση της αυτεπάγγελτης- και όχι έπειτα από μήνυση, όπως είναι μέχρι τώρα- δίωξης για εξύβριση εις βάρος των αστυνομικών».

Το είπες κι αυτό υπουργάρα μου –δεν το είπες; Άρα, όταν αύριο φωνάξουν σε μια διαδήλωση «Μπάτσοι –γουρούνια –δολοφόνοι», είναι αυτεπάγγελτο το αδίκημα, σωστά; Κι αν οι πόλισμαν συλλάβουν τίποτα παιδιά με φούτερ (ξέρεις, απ΄αυτά με την κουκούλα) ή τίποτα μηχανάκηδες με το κράνος στο χέρι ή καμιά γιαγιά με τσεμπέρι νάτη κι η «περίσταση»!

Εξύβριση αστυνομικών οργάνων, απόκρυψη χαρακτηριστικών προσώπου –κάνε μας τη σούμα να δούμε τι χρωστάμε. Τι σου χρωστάμε ρε;

Γιατί στο ματαξαναλέω –εγώ μαζί σου είμαι, σε καταλαβαίνω. Κι εγώ και οι άλλοι στην ηλικία μου που βιδωθήκαμε στους καναπέδες και περιμένουμε να πεθάνουμε μια ώρα αρχύτερα. Αλλά πρόσεξε μην τα πάρουμε στο κρανίο επειδή, ας πούμε, θα πρέπει να τρέχουμε στην Ασφάλεια να βγάλουμε το παιδί μας, για τις εξυπνάδες σου. Και ξέρεις οτι είμαστε βούδες κανονικοί, όταν όμως μας σηκώνουν από την τηλεόραση στραβώνουμε άσχημα.

Αλλά εμείς δεν είμαστε πιτσιρικάδες –γι΄αυτό στο λέω. Εμείς μάθαμε να βάφουμε τα μάτια με μαύρο ρήμελ έξω από το Σπόρτινγκ και να κυκλοφορούμε με σκούφους για να μη φαίνονται τ΄αυτιά μας τα πεταχτά. Έχουμε φάει ξύλο για όλα αυτά –μην το γελάς. Μάθαμε, που λες, να περπατάμε σε στυλ οδοστρωτήρας –με τους αγκώνες να προεξέχουν, επειδή δε μας θέλανε σε κανένα κομματικό μπλοκ και μάθαμε να προχωράμε οτι κι αν γίνει για να μη μας πατήσουν οι από πίσω. Μην κοιτάς που τώρα κάνουμε τις κυρίες, σκεφτόμαστε οτι αν μας συμβεί κάτι θα μείνουν τα παιδιά μας στο δρόμο και κρατιόμαστε.

Πρόσεξε λοιπόν μη μας βγάλεις στο δρόμο γιατί δεν καταλαβαίνουμε από χημικά (αυτά μας τρέφουν χρόνια τώρα). Δεν καταλαβαίνουμε από αστυνομικούληδες με παπάκια, ούτε από πρώην στρατόκαβλους ειδικούς φρουρούς (αυτούς τους φάγαμε στη μάπα στη θητεία και επιβιώσαμε). Θα στους πάρουμε αμπάριζα και μετά θα τους ξεσκίσουμε και στις μηνύσεις από πάνω, είμαστε κακοί πούστηδες εμείς –να το θυμάσαι.

Επειδή μεγαλώσαμε και μάθαμε τους έτσι,τους γιουβέτσι και τους κοκορέτσι -γεράσαμε πλέον.

«Κι αν εσύ τώρα πλατσουρίζεις στα ρηχά/ εμείς περάσαμε και κύματα μεγάλα».

Εντάξει λεβέντη μου;

Τρίτη, Μάρτιος 17, 2009

39. «Το τραγούδι του μάρτυρα»

Προηγούμενα:
1ο μέρος: Στο ξέφωτο βαδίζοντας προς την κλειστή πόρτα
2ο μέρος: 'Ποτέ ξανά' έγραφε η πόρτα που δεν ήταν εκεί νωρίτερα

3ο μέρος: Όπου οι μέρες γέλασαν κι έτρεξαν μακριά
31. Το ξημέρωμα είναι δική μας υπόθεση
32. "Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ"
33. Γράφοντας με το ζόρι αναμνήσεις
34. Η νύχτα που μύριζε ξινισμένο ροδόνερο
35. "Πες μου, πόση ώρα έφυγε το τρένο; Κι εκείνη, ήταν μέσα;"
36. Ένα τσιγάρο και τίποτα
37. Μια πόρτα λιγότερη
38. Νεκρή φύση

Ξέρεις, μου έχει κολλήσει αυτό το τραγούδι. Από τη μέρα που με ξέβρασε το καράβι, είχε σύννεφα στο λιμάνι κι αυτό –κάπως ασυνήθιστο, όσο να πεις! Καλοκαίρι ακόμα –ποιος βιάζεται να φέρει το φθινόπωρο; Εγώ βιάζομαι. Έτσι –χωρίς λόγο. Εσύ κάνε ότι θέλεις.

Δεν πήγα στο αεροδρόμιο να τον χαιρετήσω, κοντεύει βδομάδα που έφυγε –πέρασαν είκοσι μέρες από τότε που τραβήξαμε διαφορετικούς δρόμους, έτσι έπρεπε να γίνει. Με πήρε τηλέφωνο, έλειπα. Ψέματα –εκεί ήμουν αλλά δεν το σήκωσα. Δε σηκώνω τα τηλέφωνα, τώρα τελευταία, δεν θέλω να μάθω ποιος περιμένει στην απέναντι άκρη –οι προσχεδιασμένες εκπλήξεις μοιάζουν ανυπόφορες. Μου έχει κολλήσει κι αυτό το τραγούδι.
«Ψάξε στις πράσινες λίμνες/ και στην ηλιθιότητα των ρολογιών/ Κάποιος πυροβόλησε τη νοσταλγία πισώπλατα/ κάποιος πυροβόλησε την αθωότητά μας.»

Διαβάζω ένα βιβλίο αλλά δεν θυμάμαι τον τίτλο, αρνούμαι να τσακίσω τη σελίδα όταν το κλείνω, αρνούμαι να αφήσω ίχνη πίσω μου. Ξέρεις κάτι; Θα έπινα ευχαρίστως ένα μπουκάλι βότκα αλλά ποτέ μου δεν κατάφερα να κάνω καριέρα στο αλκοολίκι –μου λείπουν φαίνεται τα επίμονα συναισθήματα. Και με το μαύρο, ίδια κατάσταση –μη νομίσεις. Καταχρήσεις αποκλειστικά με παρέα, ποτέ μόνος –όλα με παρέα, ακόμα και τα γκομενιλίκια, είμαι ο τύπος της παρέας. Εγώ είμαι –αυτοί που είναι;
«Ένα σπασμένο βέλος σε μια ματωμένη πισίνα/ το τραύμα στο πρόσωπο/ των νυχτερινών προτάσεων/ Κάποιος πυροβόλησε τη νοσταλγία πισώπλατα/ κάποιος πυροβόλησε την αθωότητά μας.»

«Στη σκιά ενός χαμόγελου/ στη σκιά ενός χαμόγελου».
Έμαθα κάτι σήμερα, το άκουσα στο ραδιόφωνο δηλαδή –ο Αρχηγός έρχεται για συναυλία. Στο λόφο! Αυτό είναι κάπως ενθαρρυντικό, αν και δεν καταλαβαίνω ως προς τι. Εντάξει, μια συναυλία του Αρχηγού είναι πάντα μια μεγάλη συναυλία, σημαντική. Επειδή νομίζω οτι τώρα χρειάζομαι ανασύνταξη, χρειάζομαι να επιστρατεύσω τις εφεδρείες που λέει κι ο Φον Πολεμοκάβλοβιτς, χρειάζομαι ... κι επειδή, σε συνθήκες οπισθοχώρησης, μια κοφτή διαταγή του Αρχηγού μόνο σε καλό μπορεί να βγει. «Καλύτερα να τρέξεις», ή «δεν φοβάμαι να πεθάνω και τέλος πάντων δεν πρόκειται να πω ψέματα». Άρα, πρέπει να κατέβω κέντρο για εισιτήριο.


Στο Χάπενινγκ έχουν κεσάτια –η κοπελίτσα του ταμείου βάφει τα νύχια της, κάτι τυφλοπόντικες του βινυλίου σκαλίζουν τα Ανεξάρτητα στον από πάνω όροφο, δράμα η κατάσταση. Μαγκώνω τον Κερασιώτη.
«Ένα για Κέιβ», του λέω.
«Λίγο αν αργούσες θα ‘παιρνες τ’ αρχίδια μου», γελάει.
«Μην ξηγιέσαι –έχει μια βδομάδα ακόμα μέχρι τη συναυλία!» απορώ.
«Δεν πα’ να έχει; Τελευταίο μπλοκάκι», απαντάει.
«Πες μας τώρα οτι θα γεμίσει ο Κέιβ το Λυκαβηττό, να πέσουμε ανάσκελα!» κοροϊδεύω.
«Στο λέω και να το δέσεις».
Περίεργα πράγματα –ποιος ακούει Νικ Κέιβ; Ποιος μπλέκεται στα πόδια μας;
Πληρώνω και ρίχνω μια ματιά στα βινύλια. Μίντουμ Μίντιουμ που έχω ακούσει οτι λένε πολύ, κάτι συλλογές σαϊκομπίλι, καινούργιοι Φαζτόουνς...
«Αυτό εδώ είναι φοβερό!» ακούω τον Ηλία από τους Ντε Σπελ να σχολιάζει.
«Βάλτο να τσουλήσει», τον προτρέπει ένας φιλαράκος.
Σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, το πορτοφόλι μου έχει λιγότερο μαλλί ακόμα κι από τον Κότζακ –την κάνω λοιπόν, επιτόπου. Δεν είναι καιρός να ανακαλύπτεις φοβερούς δίσκους –η αφραγκία σκοτώνει τη μουσική.

Στο δρόμο της επιστροφής χαζεύω τα τυροπιτάδικα, νομίζω οτι η κατάθλιψη δεν διαφέρει σε τίποτα από τις μικροσκοπικές βρωμερές τους βιτρίνες, με το αρρωστημένο εσωτερικό προβολάκι –συν κάτι μύγες απ΄έξω. Κόβω ταχύτητα περνώντας το συνοικιακό νεκροταφείο, ακριβώς απέναντι από το παλιό μου γυμνάσιο. Δεν είναι θέμα νοσταλγίας, δεν με απασχολούν οι θαμμένοι στο γυμνάσιο ή οι παραχωμένοι στο νεκροταφείο –καμιά σχέση. Απλά νομίζω οτι διακρίνω κάποια γνωστή φάτσα στο πεζοδρόμιο εκεί πέρα, κοιτάζω καλύτερα. Αυτός είναι! Καβαλάω το πεζοδρόμιο, τον στριμώχνω.
«Τι κάνεις εδώ ρε μουνί;» του χώνομαι στα ίσα.
Ο Βαγγέλης σπρώχνει ένα άτακτο τσουλούφι από τα μάτια του και χαμογελάει. Ο Βαγγέλης ο Μαύρος. Δευτέρα Γυμνασίου, αλλάζω φροντιστήριο Αγγλικών –εκεί γνωρίζω τους δυο Βαγγέληδες. Τον Μαύρο και τον Άλλο. Μαζί έρχονται, μαζί κάθονται, μαζί φεύγουν και χάνονται. Το φροντιστήριο το έχει κάποιο αντρόγυνο –ένας ανθρωπάκος σκέτη μισοριξιά και μια μέγαιρα βαρέων βαρών. Λέει η μέγαιρα στον Μαύρο να διαβάσει την ιστορία του «Ευτυχισμένου Πρίγκιπα».
«Όχι», λέει ο Μαύρος.
«Γουάι νοτ;» ρωτάει σε άπταιστο Αγγλικό η μέγαιρα.
«Γιατί δε διαβάζω πουστριλίκια», μουγκρίζει ο Μαύρος.
«Γιου αρ ε ταφ νατ ε; Γουί γουίλ φιξ δατ», λέει η μέγαιρα.
Ωραίος ο Βαγγέλης ο Μαύρος, αλλά παρέα δεν έκανα μαζί του μέχρι το βράδυ που μας την πέσανε οι βουτυρομαλάκες από τον Άγιο Παύλο –κάποια προηγούμενα από αγώνα μπάσκετ στο μαθητικό. Τα βρήκαμε σκούρα, επειδή τα κωλόπαιδα ήτανε πολλά, όμως σκάσανε οι Βαγγέληδες άσχετοι και τους πήραν αμπάριζα. Ειδικά ο Μαύρος ήταν πολύ δυνατό παιδί –αρχίσαμε να κάνουμε παρέα στο φροντιστήριο και έξω γενικότερα. Όταν τέλειωσε το Λύκειο, ένα χρόνο πριν από μένα –ούτε συζήτηση για κάποια σχολή, αναβολή στράτευσης κι άλλα τέτοια γραφικά. Με το φαντάρικο έξω από την πόρτα, έφυγε νύχτα -σκαστός. Από τον Άλλο Βαγγέλη, τον κολλητό του μαθαίναμε νέα –ο Μαύρος κατάφερε να φτάσει μέχρι Αγγλία. Οχτώ χρόνια είχα να τον δω.
«Καλώς τ΄αρχίδια μου τα δυο!» γελάει ο Μαύρος.
«Άστα αυτά ρε! Πως σε αφήνουν και κυκλοφορείς; Δεν είσαι λιποτάκτης;» απορώ.
«Πάμε κάπου να τα πούμε –και θα τα πούμε», χαμογελάει ο Μαύρος.
Του κάνω χώρο, ανεβαίνει στη μηχανή, περνάμε έξω από του Μπιλ, δεν δείχνει απορία που προσπερνάμε –άρα ξέρει. Επιλέγω ένα κωλοχανείο παρακάτω –μπιλιαρδάδικο κι έτσι. Καθόμαστε έξω να γλιτώσουμε το θόρυβο, παραγγέλνουμε καφέδες.
«Πες ρε αδερφέ –τι κάνεις εδώ πέρα;» ρωτάω.
«Πέθανε η μάνα μου», μουρμουρίζει.
«Δεν έμαθα τίποτα –κρίμα!»
«Τέλος πάντων, όλοι πεθαίνουν... Πήγα, που λες στο προξενείο μας εκεί πέρα, τους ξηγήθηκα. Μου σπάσανε τον πούτσο αλλά τελικά μου δώσανε άδεια να έρθω στην κηδεία».
«Καλοί άνθρωποι!»
«Οι καλύτεροι! Απλά μου φάγανε μια βδομάδα στις διατυπώσεις και δεν πρόλαβα την κηδεία –σωστοί; Οι σωστότεροι! Πήγα και σήμερα στον τάφο της... κάποια λουλούδια...»
«Λυπάμαι φιλαράκο».
Με χτυπάει στον ώμο.
«Τι λυπάσαι ρε; Αυτή ξεμπέρδεψε, εμείς να δούμε πως θα γλιτώσουμε».
«Πες τώρα για Αγγλία –τι κάνεις εκεί πέρα;»
«Όλα καλά, 'τσιμπούκια ο Τίγρης’ κι έτσι...»
«Δηλαδή;»
Ανάβει ένα Μάρλμπορο, ρουφάει λίγο καφέ.
«Όταν έφτασα εκεί, έφαγα μεγάλο λούκι. Δεν έκατσα Λονδίνο γιατί το έκοψα για πολύ μπατσοκρατούμενο –πήγα Μάντσεστερ λοιπόν... Είχα κάτι ψίχουλα να τραβηχτώ μέχρι να βρω δουλειά, έπιασα μια ποντικότρυπα... Άκου τώρα. Αρχές ’80, θυμάσαι πως μας φαινόταν η Αγγλία; Παράδεισος, πάνκηδες, μουσικές φοβερές, εναλλακτικά κινήματα –πούτσες μπλε. Πάω ένα βράδυ στο παμπ απέναντι από την πανσιόν που έμενα. Μπαίνω μέσα, γυρνάνε όλα τα κεφάλια μαζί προς το μέρος μου, όλοι ξυρισμένοι, Όιδες. Σκατόψυχοι. Αρβύλα, σταυροκούμπωτο και στρενθ θρου τζόιν –μου την πέσανε στο δεκάλεπτο. ‘Τι θες εδώ μαύρε; Θα σε λιώσουμε βρομιάρη’ –τέτοια. Ήτανε και κωλόβλαχοι, δεν καταλάβαινα ούτε τα μισά από όσα λέγανε», γελάει, σταματάει για να σκεφτεί. «Τελικά έπρεπε να τον είχα διαβάσει εκείνο τον σκατιάρη τον ‘Ευτυχισμένο Πρίγκιπα’... τέλος πάντων. Τους έκοψα οτι ήτανε λιάδα –έβγαλα το σκασμό και τους άφησα να βαράνε, οι περισσότερες φεύγανε στον αέρα. Μετά με πέταξαν έξω, καροτσάκι».
Σταματάει, χαζεύει μια πιτσιρίκα που μπαίνει στο μαγαζί, μου κάνει νόημα.
«Μη δίνεις σημασία», λέω. «Γεράσαμε πολύ».
«Κι απότομα», προσθέτει. «Είμαι, που λες, πεταμένος στα βρομόνερα και πονάω υποφερτά. Σκέφτομαι. Αν πρόκειται να μείνω σ΄αυτή την πόλη πρέπει να καθαρίσω –αλλιώς θα τρέχω συνέχεια. Σηκώνομαι λοιπόν και περιμένω στο βρωμόκρυο. Οι καράφλες κάποτε βαριούνται να πίνουν το καταπέτασμα και ξεκουμπίζονται, ένας –ένας. Διαλέγω κάποιον από τους τελευταίους και του γίνομαι κακό σπυρί στο σβέρκο. Σε κάτι στενά δρομάκια τον στριμώχνω, τον κοπανάω σα χταπόδι μέχρι που τον παίρνουν τα ζουμιά. Ψάχνω, βρίσκω πάνω του σουγιά. ‘Στη φάτσα ή στον κώλο;’ τον ρωτάω. Δεν καταλαβαίνει ο πούστης, οπότε του χαράζω τη φάτσα. ‘Πες στους δικούς σου οτι θα παίρνω έναν κάθε μέρα, για τρεις μέρες. Μετά θα ξανάρθω στην παμπ, κοιτάτε να με σκοτώσετε αλλιώς θα σας γαμήσω τις μανάδες και τις αδερφές’, του λέω. Τον αφήνω έτσι. Τρώω το επόμενο πρωί ψάχνοντας για κονέ –βρίσκω αμφεταμίνες, κουμπιά διάφορα. Το βράδυ είμαι απίκος. Στήνομαι στο ξεροβόρι, τους παρακολουθώ που έρχονται, πίνουν, φεύγουν. Πιάνω έναν ακόμα στην ξόβεργα. ‘Στη φάτσα ή στον κώλο;’ Μόνο ο τρίτος μου είπε ‘στον κώλο’ –ωραίο παιδί, δεν ήθελε να του χαλάσω τη μόστρα. Τέλος πάντων, την τέταρτη νύχτα ξαναμπαίνω στο παμπ –χεσμένος στα χάπια. Σκέφτομαι οτι θα πεθάνω εκεί μέσα και είναι μια χαρά –να ξεμπερδεύω ρε αδερφέ. Αλλά έρχεται ο κουμανταδόρος τους, με κερνάει μπύρα, κάθεται μέσα στο χαμόγελο. ‘Από που είσαι;’ ‘Ελλάδα’. ‘Τι λες αδερφέ! Εμείς αγαπάμε τους Έλληνες! Γιατί δεν το είπες νωρίτερα;’ ‘Γιατί θα σας γαμήσω όλους σας εδώ πέρα. Χέστηκα ποιους αγαπάτε και ποιους μισείτε, εγώ δεν αγαπάω ούτε τ΄άντερά μου’. Με κόβει ο καργιόλης οτι είμαι αυτοκτονικός και μαζεύεται περισσότερο. ‘Τρεις μου χαράκωσες, να το σταματήσουμε για το καλό όλων μας. Εμείς θα κάνουμε ειρήνη, δε μας συμφέρει να σε σφάξουμε και να μπλέκουμε με μπάτσους’, λέει ο τύπος. ‘Στ΄αρχίδια μου τι σας συμφέρει, θα έρχομαι όποτε γουστάρω κι άμα γουστάρω θα σας γαμάω –αυτός είναι ο δικός μου κανόνας. Τον δέχεσαι ή ξεκοιλιαζόμαστε επιτόπου’, του λέω. ‘Εντάξει άνθρωπε, ηρέμησε!’ πετάγεται ο καργιόλης και φεύγει. Να μη στα πολυλογώ, άρχισαν να αραιώνουν από το μαγαζί –επειδή, βλέπεις, αυτοί είχαν να χάσουν, εγώ δεν είχα τίποτα. Είναι τώρα εκεί πέρα μια γκαρσόνα, κοκκινομάλλα, με κάτι μάτια ήσυχες λίμνες, φακιδούλες, κορμάκι σούπερ... Με έχει προσέξει από τη φασαρία και με κερνάει συνέχεια επειδή της κάθονταν στο λαιμό οι φασίστες. Ιρλανδέζα. Ερωτευόμαστε σφόδρα, μου βρίσκει να κάνω και μεροκάματα σε ένα θειό της –κουβαλάμε βαρέλια μπύρας στα μαγαζιά. Στο μήνα πάνω μετακομίζω από την πανσιόν, σπίτι της. Στο δίμηνο γκαστρώνεται. ‘Δεν έπαιρνες μωρή φάκα προφυλάξεις;’ απορώ. ‘Όχι απαγορεύεται από τη θρησκεία μου’, λέει. ‘Εντάξει –σάλτα να το ρίξεις τώρα’. ‘Κι αυτό απαγορεύεται!’ Καθολική, κατάλαβες; Γαμώ τη φανατίλα τους μέσα! Τη στεφανώθηκα λοιπόν με δόξα και τιμή –έχουμε ήδη δυο παιδιά και κάθε φορά που την πηδάω κάνω τον σταυρό μου μην ξαναπιάσει. Τελικά έπρεπε να ακούσω τους καραφλούς και να φύγω τρέχοντας από την παμπ, από την πρώτη μέρα... αλλά άνθρωποι σαν εμένα δεν γλιτώνουν με καμιά δύναμη. Όπου παγίδα, τρέχουν από τους πρώτους».
Τον αφήνω να σβήσει τσιγάρο, θυμάμαι ακόμα εκείνο το τραγούδι.
«Όλα μας τα όνειρα έλιωσαν/ κι εμείς κρυμμένοι στους θάμνους/ από νεκρούς άντρες/ που μαϊμουδίζανε τον Ντάγκλας Φέρμπανκς.»

«Τι κάνετε εσείς εδώ πέρα;» ρωτάει μετά.
«Περιμένουμε να μας βαρεθεί η γη, ν΄ανοίξει και να μας καταπιεί», μουρμουρίζω.
«Έτσι είναι, παντού τα ίδια», μονολογεί.
«Ο Άλλος ο Βαγγέλης;» ρωτάω.
«Τον είδα, έχει λαλήσει. Δουλειές του ποδαριού, άσε που μαθαίνει και φλάουτο!»
«Ο Βαγγέλης;»
«Ναι!»
«Καλό κι αυτό!»
«Ψάχνει κάποιον τρόπο να ξεφύγει απ΄όλα, έτσι μου είπε».
«Να ξεφύγει; Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, κανένας μας δεν θα γλιτώσει στο τέλος».
«Ναι το ξέρω –άντε πες του τα! Γιατί τη βλέπω τη δουλειά, χριστιανός θα μου καταντήσει, σαν τους λαλημένους τους χίπηδες...»
«Όλες μας οι ιστορίες κάηκαν/ οι ταινίες μας χάθηκαν μέσα στον πανικό/ δεν μπορούμε πια να ζωγραφίσουμε/ επειδή το φεγγάρι έκλεψε τα πινέλα μας»
Μου δείχνει μετά φωτογραφίες της γυναίκας του (σα σκούπα είναι), των παιδιών του (μαλακισμένα), γελάει ο Βαγγέλης ο Μαύρος –κυρίως με τα χάλια του. Που την κοπάνησε από τη χώρα για να μην τον ζέψουν στα χακί κι έπεσε από μόνος του στην παγίδα, ζεμένος γαϊδουρινά φορ λάιφ!
«Πήγα χτες και είδα τον Σπέις...»
Τον κοιτάζω έκπληκτος.
«Πως αυτό;»
«Κάναμε παρέα ένα φεγγάρι...»
«Εσύ κι ο Σπέις;»
«Κάπως έτσι... Τέλος πάντων, είναι περίεργα τα πράγματα εκεί πέρα. Στο σπίτι του εννοώ...»
«Δηλαδή;»
«Κάποιο πτώμα....»
«Πτώμα;»
«Ναι».
«Στο σπίτι του Σπέις;»
«Εντάξει, αν δεν ξέρεις, άστο».
Ξύνω το κεφάλι μου.
«Κάτι ξέρω...»
«Ότι ξέρει κανείς για καλό του είναι. Ήθελα να σου πω όμως... φεύγω μεθαύριο...»
«Τα φιλιά μου στη σύζυγο».
«Ευχαριστώ και τσίμπα ένα αρχίδι. Ήθελα να σου ζητήσω να έχεις το νου σου στον Σπέις. Γίνεται;»
«Σε τι στυλ;»
Δεν ξέρω τι έχει κάνει εκεί μέσα, αλλά τα πτώματα βρωμάνε μπάτσους... δεν είναι πλέον για τέτοια ο Σπέις...»
Κουνάω το κεφάλι, καταλαβαίνω τι εννοεί. Κι εκείνος σηκώνεται, πετάει κάτι τσαλακωμένα στο τραπέζι.
«Θα τα ξαναπούμε», λέει.
«Σε μια άλλη ζωή», υποθέτω.
«Έτσι ακριβώς!» ξεκαρδίζεται.
Μένω πίσω να τον χαζεύω όσο η βαριά του πλάτη χάνεται στη λεωφόρο.
«Κρατάμε τις σφίγγες από το κεντρί και πετάμε/ Ποιος σκότωσε τον κύριο Σεληνόφως;/ Στη σκιά ενός χαμόγελου/ ποιος σκότωσε τον κύριο Σεληνόφως;»

Πέρασα αρκετές φορές την επόμενη βδομάδα από το σπίτι του Σπέις, δεν τόλμησα να χτυπήσω κουδούνι, σαν το παλιόσκυλο περπάτησα την περίφραξη μόνο που δεν μου ήρθε να κατουρήσω, να ορίσω τον χώρο για δικό μου. Πτώμα, ποιο πτώμα; Δυο γενιές πτώματα ήμασταν –άσε μας κάτω ρε Μαύρε!

Κι έτσι έφτασε η μέρα της συναυλίας.

Πλύθηκα, αρωματίστηκα, ντύθηκα με τα καλύτερά μου ρούχα –ετοιμάστηκα για πόλεμο. Μέχρι και τηλέφωνο καταδέχτηκα να σηκώσω.
«Ναι;»
«Ναίξης και ξερός! Που είσαι ρε μαλάκα;»
«Ξέρω ΄γω που είμαι; Εδώ είμαι...»
«Και γιατί δε σηκώνεις το τηλέφωνο;»
«Επειδή έχω δουλειές, δεν αδειάζω...»
«Τι δουλειές;»
«Σπρώχνω τους όρθιους στην Ομόνοια...»
«Εντάξει, χέσε μας τώρα κι άκου...»
«Ακούω».
«Ξεκίνησε πάλι εμφανίσεις ο Παυλάκης, πότε θα περάσουμε;»
«Ποτέ»
«Τι έχεις ρε μαλάκα;»
«Τίποτα ρε Πέτρο –όλα καλά....»
«Σε έπαιρνε τηλέφωνο κι ο άλλος πριν φύγει...»
«Το ξέρω».
«Λοιπόν, πότε είσαι για Παυλάκη;»
«Θα δούμε....»
«Σε ακούω κάπως περίεργα....»
«Θα φταίει η γραμμή μάλλον...»
«Ναι, η γραμμή.... Έχω να σου πω...»
«Οτι έχει κανείς, για καλό του ...»
«Πότε θα βρεθούμε;»
«Σήμερα δε γίνεται, πάω σε συναυλία».
«Ποια;»
«Κέιβ».
«Γιατί δεν ειδοποίησες να πάμε μαζί;»
«Έλα ντε; Γιατί δεν ειδοποίησα;»
«Καλά –γαμιέσαι. Θα περάσω από το σπίτι σου αύριο».
«Πέρνα».
«Ναι είσαι εκεί».
«Μπα, δε νομίζω».
«Έχω νέα ρε!»
«Εντάξει –έχεις νέα. Κι εγώ δεν έχω. Τι να γίνει τώρα;»
«Αύριο».
«Όποτε θέλεις».
«Αύριο θέλω».
Κατεβάζω το ακουστικό. Έχουμε κοντά χρόνο να πάμε στον Παυλάκη –αλλά κι εκείνος δεν ήταν στα καλύτερά του το τελευταίο διάστημα. Ακούστηκαν διάφορα, οτι ξαναρρώστησε άσχημα, οτι παρέλυσε το ένα του χέρι –τρέχα γύρευε...
Βρίσκω ένα ξεχασμένο Μεταξά εφτάρι και γεμίζω το μεταλλικό φλασκί μου –για τις δύσκολες ώρες. Είμαι έτοιμος και πλήρως προετοιμασμένος.

Τα παιδιά ανεβαίνουν το λόφο, χαρούμενοι προσκυνητές, τους περνάω οδηγώντας τη μηχανή με πρώτη μπουκωμένη. Φοβάμαι κιόλας, μην σκαρφιστεί κανείς τους τίποτα ξαφνικά ζογκλεριλίκια και μας μαζεύουν όλους από τα πευκάκια. Με νευριάζουν απίστευτα οι πεζοί σε τέτοιες φάσεις –επειδή είναι μπούγιο κάνουν οτι γουστάρουν. Λες και είναι πεζοδρόμιο η άσφαλτος.

Έχει πάρει να σκοτεινιάζει όταν βρίσκω μέρος για να δέσω τη μηχανή μαζί με τα συμπράγκαλα –τραμπαλίζομαι στα πάνινα αθλητικά μου να ξεμουδιάσω. Μετά προσπερνάω τους τζαμπατζήδες και μπαίνω κύριος, ανάμεσα στους μπράβους.
«Θα στο κόψω λίγο το εισιτήριο, εδώ στην άκρη», με πληροφορεί ένας απ΄αυτούς.
«Γάμα του τη μάνα αδερφέ –δεν κρατάω ενθύμια», τον καθησυχάζω.
Ο κόσμος δεν είναι πολύς ακόμα –αλλά ξέρω οτι σύντομα θα γίνει «πάτα με να σε πατώ» εδώ μέσα. Φροντίζω λοιπόν ν΄ αρχίσω την προώθηση.
«Ρε συ!» ακούω ένα γκάρισμα.
Γυρνάω και πέφτω στο μαλάκα τον Λάκη.
«Τι έγινε; Κι εσύ εδώ;» χαμογελάω τυπικά.
«Μόνο εγώ! Όλος ο κόσμος!» πανηγυρίζει ο ηλίθιος.
«Άντε –καλή τύχη τότε», του γυρίζω πλάτη βιαστικός.
Όπου πέφτω πάνω στον Άκη από τους Αρχιτέκτονες. Λογικό είναι, αυτός δεν χάνει συναυλία.
«Πως πάει;» ρωτάω.
«Φίνα! Είδες Λόρι Άντερσον;» ενθουσιάζεται.
«Μπα».
«Σούζαν Βέγκα;»
«Τι έγινε ρε; Έχει κι άλλες γκόμενες το μπλοκάκι;»
Ξεκαρδίζεται.
«Τσακωμένος με τις συναυλίες είσαι μάγκα μου;»
«Εγώ όχι –τα λεφτά τσακώθηκαν με το πορτοφόλι μου κι ούτε να το βλέπουν δε θέλουν», απαντάω.
«Α, τόσο καλά!»
«Προσεχώς χειρότερα».
Με χτυπάει στην πλάτη, χάνεται σε μια παράδοξη παρέα πάνκηδων και κουστουμάτων. Περίεργα πράγματα. Κοιτάζω καλύτερα, βγάζω κάποια άκρη. Ριγέ ψαροκόκαλο, στενό παντελόνι, μυτερές μπότες και κορδόνι για γραβάτα –τα παιδιά ντύθηκαν σαν τον Αρχηγό.
Προχωράω παραμέσα –για να πιάσω στασίδι κάτω από τη σκηνή.

Και με βουτάμε δυο, από τις πάντες, με σέρνουν πίσω, κοιτάζω –ο Βαγγέλης από τη σχολή μαζί με τον Πέρη τον Αρτινό.
«Κι εσείς εδώ ρε ψυχάκηδες;» γελάω.
«Μόνο εμείς! Όλη η σχολή», με ταρακουνάει ο Βαγγέλης δείχνοντας παραδίπλα. Όντως, διακρίνω τον Παπ, τον Άκη με τον Παντελή και τέλος την Αναστασία με τη Σόνια που τις λέγαμε «νεόνυμφους» αλλά όχι μπροστά τους. Μόνο ο Κύπριος λείπει –πάει αυτός, μας τελείωσε.
Βρισκόμαστε ακριβώς κάτω από τη σκηνή και γινόμαστε ένα κουβάρι. Πόσο καιρό έχουμε να συναντηθούμε; Όχι πολύ –δεν είναι εκεί το θέμα. Αλλά ξέρουμε οτι θα αποχωριστούμε σύντομα, κάπως μαγκωμένοι νιώθουμε όσο χοντραίνουμε τα πειράγματα για να κρυφτούμε. Σε λίγο μας πλευρίζουν τρεις από τους ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ, μονίμως αλεξιπτωτιστές και εκτός θέματος.
«Είναι θεός!» θαυμάζει ένας από αυτούς.
«Και λίγα λες», παραδέχεται ο Άκης.
«Άντε να βγάλει το δίσκο, να τον προσκυνήσουμε!» συμπληρώνει ο άλλος ΜΑΝΑ.
«Ποιο δίσκο ρε; Τον έχει βγάλει εδώ και κάτι μήνες!» απορώ.
«Ο Τιλέ;»
«Ποιος Τιλέ;»
«Αυτός που θα παίξει σήμερα!»
«Τι λε ρε; Τι εστί Τιλέ;»
«Λούι Τιλέ!»
«Ρε ζώα, πάλι σε λάθος συναυλία ήρθατε;»
«Ζώο είσαι –αλλά γι΄αυτό φταίει η μάνα σου που δεν έπαιρνε προφυλάξεις!»
«Ο Λούι Τιλέ ανοίγει τον Αρχηγό, δικέ μου».
Ξύνω το κεφάλι μου.
«Και τι μας κόφτει εμάς; Δεν πάει να του πηδάει και τη γυναίκα; Εμείς τον Αρχηγό ήρθαμε να δούμε!»
«Ο Λούι είναι πρώτη μούρη κορόιδο. Ο Νικολάκης δεν πιάνει μία μπροστά του».
«Νικολάκης ο Αρχηγός; Οικειότητες; Τον ξέραμε κι από χτες;» απορώ αγανακτισμένος δήθεν.
«Ναι μωρέ –μετά τον Πρωτότοκο έγινε θικ αζ α μπρικ!»
Βάζω τα χέρια στις πίσω τσέπες του τζιν, τους κόβω από πάνω ως κάτω.
«Δίκιο έχετε λεβέντες μου! Τέτοια να λέτε και σας βλέπω ακόμα μια πενταετία να μην ξέρετε ούτε τα μέλη της μπάντας σας!»
«Είμαστε κοινόβιο ρε βλάκα, γι΄αυτό!»
«Τι κοινόβιο; Αφού ο καθένας ζει σπίτι του!»
«Κοινόβιο εξαπλωμένο σε όλη την έκταση της πόλης!»
«Αααα!»
«Να πάρουμε λες και κανέναν Άγγλο, να επεκταθούμε στην ευρωπαϊκή αγορά;»
«Και γιατί όχι Αμερικάνο; Γιατί να περιοριζόμαστε στα στενά και μίζερα πλαίσια της ηπείρου μας;»
«Τι ωραία που τα λέτε! Δεν παίρνετε κι έναν Αφρικάνο να πιάσετε τις ρίζες της μουσικής;»
«Και δεν παίρνουμε;»
«Σωστά –πάρτε. Μήπως και θα το μάθει ποτέ κανένας από αυτούς οτι είναι μέλος της μπάντας;»
«Αααα, αυτά είναι τρομακτικά μυστικά –δεν μπορούν να κυκλοφορούν έτσι χύμα!»
«Όποιος μαθαίνει, πεθαίνει!»
Τους αφήνω εκεί πέρα επειδή κόβω γνωστές μούρες να σουλατσάρουν στις κερκίδες. Τρέχω λοιπόν, δεν υπάρχει περίπτωση να τους χάσω. Δρασκελίζω τις πλαστικές θέσεις, τον αρπάζω από τα κρόσσια του δερμάτινου.
«Μίλα μας κι ας μη μας αγαπάς», σφυρίζω.
Ο Μανώλης γυρίζει προς το μέρος μου και κάνει νόημα στη Σόνια να περιμένει.
«Τώρα, δέσαμε!» σχολιάζει.
«Πως από δω ρε ινδιάνε;» χαμογελάω.
«Γιατί δηλαδή; Μόνο οι διανοούμενοι ακούνε Κέιβ;» το παίζει δήθεν.
«Όχι εντάξει, αλλά εσύ πολύ μεταλλικός για τις παρούσες συνθήκες....» παρατηρώ.
Γελάει.
«Έφερα τη Σόνια, εγώ δεν τις ακούω αυτές τις ψυχανωμαλίες», ψιθυρίζει.
«Έφερε τη Σόνια –ρίξτε τρία ζήτω κολλητά στον τσέτλεμαν!» προτρέπω το ανύπαρκτο πλήθος γύρω μου.
«Καλά εσύ μια ζωή...» χαχανίζει ο Μανώλης.
«’Μια ζωή’, όπως το ΄πες. Και μακάρι να ‘φτανε...» υπολογίζω. «Αλλά γιατί εσύ καβαλιέρος της Σόνιας; Ο Αργύρης που βόσκει;»
«Δεν τα ΄μαθες;»
«Τα ποια;»
«Τον πιάσανε πριν κάνα μήνα...»
Σκύβω πάνω του.
«Τι παίχτηκε;»
«Καρφωτή –τι άλλο;»
«Για προχώρα στο παρασύνθημα».
Ο Μανώλης γυρίζει το κεφάλι ψάχνοντας τη Σόνια, βλέπει όμως οτι η κοπέλα έχει καθίσει και γυρίζει πάλι προς το μέρος μου.
«Άστα τώρα –μην την ψάχνεις».
«Λέγε ρε!»
Αλλά μου έχει ήδη γυρίσει την πλάτη, ακολουθώ και προλαβαίνω να καθίσω ανάμεσά τους. Η Σόνια δείχνει να χαίρεται σε πολύ μαζεμένο στυλάκι.
«Λοιπόν; Πως πάει; Όλα καλά;» χαμογελάω.
«Ξεκουβάλα ρε μάγκα –τι γλίτωσες μια φορά, μην το παραχέζεις», σφυρίζει ο Μανώλης.
Βγάζω τσιγάρο κοιτάζω προς τη σκηνή, ένας χοντρός κάθεται στο πιάνο.
«Λέγε ρε άνθρωπε –μη με σκας», ψιθυρίζω.
«Πες του», κουμπώνει απότομα η Σόνια.
«Να του πω -τι να του πω; Οτι πιάσανε τη μαλακοπαρέα της γκόμενάς του και τα φλωράκια ξέρασαν; Οτι δέσανε τον Αργύρη για να καθαρίσουν οι βουτυρομαλάκες;» ο Μανώλης κοπανάει μια με την ανάποδη του χεριού του στην μπροστινή θέση και μένει να μουρμουρίζει.
Τον περιμένω να ησυχάσει.
«Ήταν μαλακία μας που ανοίξαμε νταραβέρια μαζί τους», λέει η Σόνια. «Του το είχα πει, αλλά δεν άκουγε...»
«Δεν θα τους βρω; Ειδικά εκείνον τον πούστη τον Άλκη...»
«Με γιώτα, όχι με ήτα», τον διορθώνω.
«Ρε άντε πηδήξου κι εσύ», μουγκρίζει.
«Και η Άλεξ;» ρωτάω τελικά.
Με κοιτάει κάπως χάνος.
«Τι τρέχει μ΄αυτή;» απορεί. «Ξαναγύρισε;»
«Γιατί –που είχε πάει;» ξεφουσκώνω.
«Εξωτερικό, κάποια κλινική... έτσι έχω ακούσει...»
«Ελβετία πάλι;» ψάχνομαι.
«Όχι, κάπου αλλού... Μας το είχε πει εκείνη η φίλη της, η.... τέλος πάντων. Έπαθε νευρική κρίση, παράκρουση, κάτι τέτοιο...οι γέροι της τη βρήκανε στη μπανιέρα με τις φλέβες ανοιχτές...» ψιθυρίζει η Σόνια.
«Την τσουβαλιάσανε στο αερόπλανο και βουρ για τρελάδικο πολυτελείας», γελάει ο Μανώλης.
Σηκώνομαι αμίλητος.
«Τι έπαθες ρε; Σου πέσανε τ΄αυτιά; Αλί από μας που θα πεθάνουμε στην κουρελού, τη γκόμενα μην την κλαις...» φωνάζει πίσω μου ο Μανώλης.
Δεν έχω και πολύ κουράγιο να του απαντήσω –πρέπει να ψάξω άμεσα, να βρω την κουρελού μου. Παρατράβηξε αυτό το πράγμα.

Χώνομαι ανάμεσα στις σειρές, ο χοντρός παίζει ακόμα –καλός είναι, αλλά δεν έχω αυτιά διαθέσιμα για πάρτη του. Βγάζω το πλακέ μεταλλικό φλασκί, τραβάω μια ξεγυρισμένη. Ένα από τα παιδιά του Αρχηγού με κοιτάζει πλάγια, του δίνω το μπουκάλι, πίνει με τη σειρά του. Ανάβω τσιγάρο για να καθαρίσει η ομίχλη μπροστά μου –για να την πάρει μακριά ο καπνός. Πίνω λίγο ακόμα όταν το φλασκί επιστρέφει, γελάω κι όλας, επειδή βλέπω ίχνη κραγιόν πάνω του.

Τα φώτα σβήνουν.

Εκείνοι βγαίνουν τρέχοντας, σα να τους κυνηγάει ο διάβολος και ξεκινάνε έναν επαναλαμβανόμενο ρυθμό στο σκοτάδι. Τα παιδιά γύρω μου ουρλιάζουν. Αφήνομαι να με παρασύρουν μπροστά, έχω σχέδιο. Θα πάω μέχρι εκεί που πάνε, δε θα σπαταλήσω τζάμπα δυνάμεις και μετά θα προχωρήσω μόνος μου. Όταν σταματήσουν θα τους αφήσω πίσω, θα πάω μέχρι εκεί που πάει κι ακόμα περισσότερο. Η φωνή στο σκοτάδι.
«Ναι, λοιπόν, λοιπόν –βγήκα μια βόλτα στο λιμάνι/ εκεί που οι ξένοι συναντιούνται και κάνουν τα νταραβέρια τους/ στραβωμένοι από τον πόθο/ και μια χειμωνιάτικη ομίχλη έπεσε πυκνή/ μια χειμωνιάτικη ομίχλη έπεσε πυκνή».

Τα φώτα ανάβουν προβολικά.

«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ όταν η ομίχλη είναι τόσο πυκνή που δε βλέπεις μπροστά σου;»

Τα παιδιά σταμάτησαν να σπρώχνουν για λίγο μόνο, τώρα γίνονται πιο ορμητικά. Κι εκείνος σκύβει πάνω στον κόσμο, κοιτάζει απορημένος, κάπως αυστηρός. Δείχνει κάπου πέρα μακριά.
«Και τότε είδα μια φίλη δίπλα στον τοίχο/ τα χέρια της υψωμένα σε ικεσία/ αλλά το πρόσωπό της δεν διακρινόταν/ και σήκωσα τα χέρια μου οργισμένος».
Είναι σκελετωμένος και νευρικός σαν πρεζάκι σε στέρηση, στρώνει συνέχεια τα μαλλιά του προς τα πίσω.
«Αλλά τα ξανακατέβασα αμέσως/ και μπήκαμε από την ανατολική πόρτα/ μπήκαμε από την ανατολική πόρτα/ μπήκα από την ανατολική πόρτα/ κι αυτή μπήκε από την ανατολική πόρτα».
Σταματάει, μας κοιτάζει σαστισμένος.
«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ όταν είσαστε τόσο τυφλοί όλοι σας;»
Κάνει δυο βήματα πίσω, το σκέφτεται καλύτερα, δε βγάζει άκρη –αποφασίζει λοιπόν να συνεχίσει εκμεταλλευόμενος την ακινησία μας.
«Κι ο χρόνος κάπως μπερδεύτηκε εκεί πέρα/ αλλά δεν έχει σημασία, δεν έχει σημασία/ γιατί τα γεγονότα ήρθαν από μόνα τους».

Βολτάρει πιο γρήγορα, αγχωμένος, κάτι ψάχνει για να συνεχίσει –στις άκρες της σκηνής.
«Τώρα -πίσω από τον τοίχο ήταν ένας καταπληκτικός κήπος/ εκεί βρεθήκαμε εγώ και η φίλη μου/ το μέρος είχε οργιώδη βλάστηση/ και στη μέση του έστεκε ένα καταπληκτικό σιντριβάνι».
Μας κοιτάζει, να σιγουρευτεί οτι καταλάβαμε πριν πάει παρακάτω.
«Ένα σιντριβάνι με θαυματουργό νερό/ ναι, ένα σιντριβάνι με θαυματουργό νερό/ κι εμείς γονατίσαμε στην άκρη του/ και εγώ βούτηξα το χέρι μου στο νερό κι εκείνη βούτηξε το χέρι της στο νερό».
Βγαίνει στην άκρη της σκηνής, κοιτάζει κατάματα και δεν βλέπει τίποτα απολύτως.
«Και εγώ είπα ‘θεραπεύτηκες;’/ κι εκείνη είπε ‘λοιπόν θεραπεύτηκες;’/ και είπα ‘ναι, θεραπεύτηκα’/ κι εκείνη είπε ‘ε ναι, κι εγώ θεραπεύτηκα λοιπόν».
Καρφώνει πεισματικά τα τακούνια από τις μπότες του στην άκρη της σκηνής.
«Και εγώ είπα ‘μωρό μου είσαι ψεύτρα’/ ‘ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΨΕΥΤΡΑ’/ ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΨΕΥΤΡΑ’/ ‘ΜΩΡΟ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΚΙ ΕΣΥ ΨΕΥΤΗΣ ΕΠΙΣΗΣ’».

«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ όταν είσαστε όλοι σας τόσο θεραπευμένοι;»

Αρχίζει να χορεύει δαιμονισμένα, τα παιδιά δεν μπορούν να προχωρήσουν άλλο, εγώ όμως ορμάω μπροστά, ανάμεσα σε κόσμο που κουνιέται και κόσμο που διαμαρτύρεται και κόσμο που κοντράρει για να μείνει στη θέση του και κόσμο που... τέλος πάντων, δε με νοιάζει ο κόσμος τώρα.

«Και τη φίλησα μια φορά, τη φίλησα δυο φορές/ και ξεκίνησα να φεύγω/ κι εκείνη σήκωσε το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό της/ και το κατέβασε πάλι κάτω».
Έχω φτάσει στο τέρμα τη σωστή ώρα γιατί εκείνος κρέμεται είκοσι πόντους πάνω μας.
«Και είπα ‘αυτή η χειρονομία θα με στοιχειώσει’/ ΑΥΤΗ Η ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΑ ΘΑ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕΙ/ κι έφυγα από την ανατολική πόρτα/ κι εκείνη έφυγε από τη δυτική πόρτα».

«Τώρα ποιος θα είναι ο μάρτυρας εδώ μωρό μου/ όταν όλοι σας είσαστε τόσο καθαροί για να δείτε/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας;»

Αρχίζουμε να τιναζόμαστε στον αέρα επειδή δεν έχει που αλλού να πάμε κι εκείνος τινάζεται στον αέρα επίσης και όλοι γινόμαστε μια πληγή που κακοφόρμισε –τιναζόμαστε ανυπόμονοι, ανίκανοι, ανυπάκουοι.

«Ποιος θα είναι ο μάρτυρας/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας εδώ μωρό μου/ όταν οι φίλοι σου είναι παντού τριγύρω/ ποιος θα είναι ο μάρτυρας εδώ πέρα;/ Και οι εχθροί σου σταμάτησαν να νοιάζονται».

Χάνομαι ανάμεσα σε κινούμενους ώμους, σπρώχνομαι και κλωτσάω διπλανά σώματα, παραπατάω, κάπου, σε κάτι μυτερό, βρίσκει το κεφάλι μου αλλά δεν έχει σημασία, ξαναστήνομαι στα πόδια μου όσο τα πάντα αναβοσβήνουν εκτυφλωτικά.
«Έλα πιο δω ρε πούστη! Θα σκοτωθείς!» ουρλιάζει ο Παπ τραβώντας με από το μανίκι.
Αφήνω να με παρασύρει, φτάνω κοντά του, τον σωριάζω με το βάρος μου και ξαναγυρίζω μέσα στο χαμό.
«Σκοτώθηκα ήδη ρε κορόιδο», καγχάζω με το στόμα μισάνοιχτο. «Σκοτώθηκα –δεν το πήρες χαμπάρι;»

«Ποιος θα είναι ο μάρτυρας;»

Επειδή δεν κλήθηκαν μάρτυρες από την πλευρά της υπεράσπισης. Η υπόθεση έκλεισε, η ετυμηγορία ήταν εκ των προτέρων έτοιμη. Τι να τους κάνεις τους μάρτυρες τώρα πια;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι