Πέμπτη, Απρίλιος 30, 2009

"Όταν χτυπήσουν την πόρτα σου ένα πρωί..."

Σήμερα θα κουβεντιάσουμε περί δικτατορίας, επειδή τυγχάνει επίκαιρο θεματάκι κι αν δεν το βλέπεις, πέρνα από κάνα πατομπουκαλίατρο, καθότι χειροτέρεψε η στραβομάρα σου κι έξω καραδοκούν τα ντουβάρια να σε κουτουλήσουν ασκαρδαμυκτί, ας πούμε.

Όμως, τι εστί δικτατορία;

Η πολιτική κατάσταση κατά την οποία ομάς ανθρώπων καταλαμβάνει την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία αναστέλλοντας το σύνολο σχεδόν των δικαιωμάτων του λαού για περιορισμένο χρονικό διάστημα (το οποίο τείνει να επεκτείνεται απεριόριστα), με σκοπό την αντιμετώπιση μιας κρίσιμης κατάστασης παύλα κοινωνικής απειλής.

Σαν τον Πάγκαλο (παππού) ο ποίος ανέλαβε να βγάλει τη χώρα από την πολιτική κρίση και τη διαφθορά και να αντιμετωπίσει την Τουρκική απειλή. Σαν τον Μεταξά (όχι αυτόν που έβγαζε τα κονιάκ) που μπήκε από το παράθυρο στην κυβέρνηση και ξέχασε να βγει. Σαν τους Συνταγματάρχες που ανέλαβαν να σώσουν τη χώρα από την κομμουνιστική απειλή.

Κάτσε τώρα να σουμάρω τις αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας –τουτέστιν:

1. Απαιτείται η ύπαρξη μιας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, η οποία θα απειλεί την κοινωνική σταθερότητα –την οποία θα διορθώσουν οι αυτόκλητοι.
2. Απαιτούνται διεφθαρμένοι πολιτικοί –γιατί, σε κάθε άλλη περίπτωση, δεν μπορούν οι εθνοσωτήρες να τους αντικαταστήσουν κλοτσηδόν.
3. Απαιτείται παγιωμένη λαϊκή διάθεση παραίτησης από τα κοινά, ώστε να μην σκοντάψει σε τίποτα αντιρρήσεις η καταστολή των πολιτικών δικαιωμάτων.
4. Απαιτείται εσωτερικός εχθρός, απέναντι στον οποίο θα συσπειρωθούν οι πολίτες.

Για να μη σε κουράζω, θα ρίξω παράδειγμα μόνο από την δικτατορία των Συνταγματαρχών:

1. Κίνδυνος κομμουνιστικής επανάστασης στην Ελλάδα.
2. Αποστάτες και λοιποί υπεύθυνοι για την τότε περίοδο «πολιτικής ανωμαλίας».
3. Εκλογές «βίας και νοθείας».
4. ΕΔΑ και παράνομο ΚΚΕ.

Είμαστε εντάξει; Στα γρήγορα τα ρίχνω εδώ πέρα, μη φάμε όλη τη μέρα με αναλύσεις...

Επειδή θέλω να περάσω σε πιο σύγχρονες καταστάσεις, ας πούμε στην κατάσταση που επικρατεί αυτή την εποχή στη χώρα. Έχουμε τις ικανές και αναγκαίες προϋποθέσεις για κάποια δικτατοριούλα; Ερωτώ.

Σκέφτομαι σχετικά:
1. Μια έκτακτη κατάσταση την έχουμε, όσο να πεις! «Οικονομική κρίση», λένε οι γραβατομένοι! Πεταρίζουν και τα ματάκια δήθεν έντρομοι. Κατέρρευσαν οι αγορές, διελύθει το χρηματοπιστωτικόν σύστημα, ανεκόπη η ανάπτυξης, έκαψε και φλάντζα το Καγιέν! Τρεχάτε χριστιανοί!
2. Από διεφθαρμένους πολιτικούς, άλλο τίποτα! Στέλνουνε αντιπροσωπείες από την Κολομβία για να τους κάνουμε σεμινάρια, η μισή κυβέρνηση είναι υπόδικη και η άλλη μισή περιμένει να εκδικαστεί η υπόθεσή της.
3. Όλες οι έρευνες γνώμης καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα –«αν είσαι βουλευτής δεν σε αγγίζει τίποτα», όλες οι έρευνες διατυμπανίζουν τη λαϊκή πεποίθηση –«όλοι τους ίδιοι, όλοι διεφθαρμένοι».
4. Κουκουλοφόροι, αναρχικοί, μετανάστες. Καίνε, λεηλατούν, κλέβουν, δολοφονούν, βάζουν και τη μουσική δυνατά -μεσημεριάτικα! Είναι και βρώμικοι! Είναι και άσχημοι!

«Τα παραλές», ισχυρίζεται ο προαναφερθείς γκαβός φιλαράκος. Εντάξει, να το δούμε «από άλλης απόψεως».

Η οικονομική κρίση είναι παγκόσμιο φαινόμενο, δεν φταίμε εμείς για τις μαλακίες των αμερικάνικων τραπεζών και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να την αντιμετωπίσουμε –θα περιμένουμε λοιπόν να περάσει. Δεκτό! Πες μου όμως, τι σε κόφτει εσένα η διεθνής οικονομική κρίση; Μπας και σε απολύσανε από τη Μόργκαν Στάνλεϊ, ας πούμε; Ή μήπως ήσουνα διορισμένος Λόρδος Θησαυροφύλακας της Αγγλίας και κινδυνεύει η θέση σου;

Η δική σου κρίση φιλαράκο έχει να κάνει με τις επιλογές της δικής σου κυβέρνησης, που έχουν άμεσο αντίκτυπο στη δική σου ζωή.
-Θυμάσαι τότε που σου κατάργησαν το νόμο για τις υπερωριακές αμοιβές στον ιδιωτικό τομέα;
-Θυμάσαι οτι σου κατάργησαν και τη συλλογική σύμβαση εργασίας στο καπάκι;
-Θυμάσαι οτι παίξανε τις περιουσίες των ασφαλιστικών σου ταμείων σε ομόλογα και τώρα σου ζητάνε να πληρώσεις τη χασούρα τους;
-Θυμάσαι τις αποτυχίες τους να μαζέψουν φόρους που κατέληξαν σε έξτρα δική σου φορολόγηση, κακομοίρη μισθοσυντήρητε;
-Θυμάσαι τη χασούρα εισοδήματος που είχες λόγω καλπασμού του πληθωρισμού τα τελευταία χρόνια ενώ ο μισθός σου παρέμενε στα ίδια;
-Θυμάσαι οτι όταν ανέβαινε η τιμή του πετρελαίου οι μάγκες δεν μείωναν τον (ποσοστιαίο) φόρο στη βενζίνη (δεν το επιτρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση, έλεγαν) κι όταν έπεσε η τιμή του πετρελαίου, τότε αποφάσισαν να αυξήσουν τον φόρο;
-Θυμάσαι οτι κατάργησαν το νόμο περί δανειοληπτικής ικανότητας και σε άφησαν να δανείζεσαι ανεξέλεγκτα;
-Θυμάσαι οτι όλη η Ευρώπη έχει οικονομική κρίση, όμως, μόνο εμείς μπήκαμε σε επιτήρηση χωρίς να δηλώσουμε χρεοκοπία;
-Θυμάσαι οτι απέξω τους ζητάνε να πάρουν ΜΟΝΙΜΑ μέτρα αντιμετώπισης της κατάστασης κι αυτοί εδώ παίρνουν ΜΟΝΟ ΕΚΤΑΚΤΑ μέτρα;
-Θυμάσαι οτι αλλάζουν φορολογική πολιτική πιο συχνά απ΄ότι αλλάζουν φορέματα τα μοντέλα στις επιδείξεις μόδας;
-Θυμάσαι οτι μείωσαν τα τέλη ταξινόμησης στα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να χάνει έσοδα το κράτος, να χρεώνονται ακόμα περισσότερο οι μαλάκες καταναλωτές, λόγω της δήθεν ευκαιρίας για αγορά πολυτελούς κουρσάρας και να κονομάνε οι έμποροι;
-Θυμάσαι οτι μετέτρεψαν το επίδομα ανεργίας σε επίδομα απασχόλησης για να κρύψουν την αύξηση της ανεργίας, μεταφέροντας έτσι τους ανέργους τους στα επόμενα χρόνια;
-Θυμάσαι οτι μπλόκαραν όλα τα μεγάλα έργα, άφησαν τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις να γίνουν χωράφια (άρα έριξαν έξτρα κόσμο στην ανεργία), για να μπορέσουν μετά να πουλήσουν κοψοχρονιά;
-Θυμάσαι οτι ξέσκισαν τα απομεινάρια της Ολυμπιακής κι έτσι δεν έβγαλαν τίποτα από την πώλησή της;
-Θυμάσαι οτι αγόρασαν τον "ΓΕΡΜΑΝΟ" για να ενισχύσουν τον ΟΤΕ και μετά πούλησαν τον ΟΤΕ;
Θυμάσαι οτι υποβάθμισαν όσο μπορούσαν τα ΕΛΤΑ και τον ΟΣΕ, για να πιάσουν όσο γίνεται πιο φτηνές τιμές στην πώλησή τους;
-Θυμάσαι οτι εξανέμισαν τα κονδύλια των νοσοκομείων με αποτέλεσμα να μην έχουν να πληρώσουν τους προμηθευτές;
-Θυμάσαι οτι εξανέμισαν επίσης και τα κονδύλια των ασφαλιστικών ταμείων με αποτέλεσμα να πληρώνουν οι ασφαλισμένοι ΚΑΙ τις κρατήσεις περίθλαψης ΚΑΙ τις επισκέψεις στους γιατρούς ΚΑΙ τα φάρμακα;

Αν τα θυμάσαι όλα αυτά, καταλαβαίνεις οτι η «διεθνής κρίση» είναι μια βολική μπαρούφα προκειμένου να σου τον φορέσουν «κανονικά και με το νόμο». Όσο το πρόβλημα στη χώρα είναι η κακή διακυβέρνηση. Θα σου στρετσάρουν λοιπόν μια «έκτακτη ανάγκη» αντιμετώπισης της διεθνούς κρίσεως και πάνω της θα στήσουν... Τι θα στήσουν μάγκα μου;

Για τα σκάνδαλα της κυβέρνησης δεν έχω όρεξη να ψειρίσω τη μαϊμού, πες μου μόνο, πόσο συχνά ακούς τη φράση «να μπουν ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ φυλακή». Αν μάλιστα κυκλοφορεί στα πέριξ κανένας γεράκλας, θα ακούσεις και το συμπλήρωμα –«που ‘σαι ρε Γιώργη Παπαδόπουλε να τους βάλεις όλους σε μια σειρά!»

Αλλά βεβαίως και η αντιπολίτευση είναι «μια απ΄τα ίδια», έχω δίκιο; Και το ΠΑΣΟΚ τίγκα στα σκάνδαλα –σωστά; Γιατί, ο ΣΥΡΙΖΑ; Σιγοντάρει τους αναρχικούς, καπηλεύεται τα πάντα, νοιάζεται μόνο για την αύξηση των ποσοστών του, πολιτεύεται μέσα στην ανευθυνότητα –δεν ξέρει και τον Εθνικό Ύμνο! Να πεις για το ΚΚΕ; Άλλοι αυτοί! Ακόμα τον Στάλιν ονειρεύονται, ρε αν είχαν επικρατήσει θα πεινάγαμε όλοι, άσε που θα σκότωναν κόσμο αβέρτα, το είπε κι ο Πάγκαλος (ο παππούς, ο εγγονός –δεν έχει σημασία)! Τι μένει; Το ΛΑΟΣ. Άστο –να μένει! Δεν θα πάρω! Τι εθνικιστές είναι αυτοί με ένα βουλευτή που λούφαρε τη στράτευση, ένα βουλευτή «κουνιστό», ένα βουλευτή «μπουμπούκο» που η γυναίκα του κάνει αισχρές τηλεοπτικές εκπομπές και τον γιο του Πλεύρη; Τσίρκο κανονικό! Άσε που τη μια μέρα στηρίζουν ΝΔ, την άλλη αποσύρουν τη στήριξή τους και την τρίτη προτείνουν να καταργηθεί ο «Τειρεσίας» για να χρεωθούν ακόμα περισσότερο οι υπερχρεωμένοι!

Σοβαρά τώρα, μεταξύ μας, θα σε πείραζε πολύ να μην ξαναψηφίσεις κανέναν τους; Αφού έτσι κι αλλιώς δεν πας να ψηφίσεις –εκδρομή πας κάθε εκλογές. Δεν τις καταργούμε λοιπόν να τελειώνουμε; Να ορίσουμε εκεί πέρα μια «επέτειο της επανάστασης», θα είναι και επίσημη αργία, θα πέφτει και καθημερινή, θα είναι και κάθε χρόνο! Εκλογές και μαλακίες! Όλο Κυριακή πέφτουν –ρε άντε από δω!

Τώρα, εγώ ξέρω οτι είσαι καλόπιστος άνθρωπος. Με δημοκρατικές ευαισθησίες και αξίες που κρατάνε από τη Γαλλική Επανάσταση, «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα», «διαφωνώ με όσα λες αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου...» κι όλα τα σχετικά. Όμως, μάγκα μου, κι αυτοί οι αναρχικοί το έχουν παρακάνει! Έχουν σηκώσει μπαϊράκι στα Εξάρχεια, σε λίγο θα βάλουν διόδια για να μπεις, είναι σωστά πράγματα αυτά; Σπάνε και τα μαγαζιά του κοσμάκη, μέχρι Κολωνάκι έφτασε η χάρη τους! Για ποιο λόγο; Για κανένα λόγο –έτσι για πλάκα! Αναρχικοί είναι, τι περιμένεις; Και οι μετανάστες –δε λέω, όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέρφια. Αλλά πολύ κλεψιά ρε φίλε, σε σκοτώνουν για να σου πάρουν μισό ευρώ, μπαίνουν στο σπίτι σου και σου τρώνε τη μερέντα από το κουτί –στο τέλος αφήνουν και το κουτάλι άπλυτο! Που θα πάει αυτή η κατάσταση;

Αν (λέω «αν») ερχότανε τώρα μια αστυνομία –όχι βάρβαρη και φασιστική. Μια αστυνομία που να κάνει απλά τη δουλειά της ρε παιδί μου! Να καθαρίσει τα Εξάρχεια. Να κυκλοφορεί στους δρόμους για να μην παίρνουν θάρρος οι ληστές. Να διαλύσει τα γκέτο των μεταναστών, που φοβάσαι να περάσεις. Δεν θα ήθελες μια τέτοια αστυνομία; Δεν θα αισθανόσουν πιο ασφαλής;
Και πως να γίνει δηλαδή; Απλά είναι τα πράγματα –«οι υπερβολικές ατομικές ελευθερίες δένουν τα χέρια της αστυνομίας», το είπαν στις ειδήσεις. Πιάνουν τον αναρχικό με την κουκούλα και αναγκάζονται να τον αφήσουν επειδή, λέει, δεν έχουν στοιχεία. Τι παραπάνω στοιχεία χρειάζονται δηλαδή; Δηλώνεις αναρχικός κύριε; Έχεις και μια κουκούλα, ναααα, στο φούτερ; Ήσουνα στα επεισόδια; Πέρνα μέσα, φάε ένα χέρι ξύλο, κάτσε κι ένα εξάμηνο στη μπουζού να πήξει το μυαλό σου. Πως αλλιώς; Διότι, ακόμα κι αν δεν έκανες φασαρίες –λίγο μετράει. Δεν σου δόθηκε η ευκαιρία, γι΄αυτό δεν έσπασες τίποτα. Και μη σου πω να τους συλλαμβάνουν ΠΡΙΝ βγουν έξω για φασαρίες, στα σπίτια τους μέσα να τους πιάνουν -γνωστοί είναι όλοι αυτοί -τι περιμένουν δηλαδή; Να κάνουν πρώτα τη ζημιά και μετά να τους πιάσουν; Τότε θα είναι αργά! «Καλύτερη η πρόληψη της θεραπείας», «ανάγκη επιτακτική να εφαρμοσθεί γύψος επί του ασθενούς...», δοκιμασμένα πράγματα είναι αυτά!

Και οι μετανάστες ρε παιδί μου! Αφού πεινάνε, ψωμολυσσάνε –τι θα κάνουν δηλαδή; Δεν θα κλέψουν; Δεν θα σκοτώσουν; Δεν θα βιάσουν; Δεν θα φάνε σκόρδο και μετά θα στριμωχτούν δίπλα σου στο λεωφορείο; Στείλτους πίσω στη χώρα τους να ησυχάσουμε! Κι εμείς άνθρωποι είμαστε, πονάει η ψυχή μας που τους βλέπουμε, αλλά τι να γίνει; Εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, πως θα τους ταΐσουμε;

Τα λέω καλά; Πες μου κι εσύ –μήπως κάνω λάθος.

Γιατί τώρα σκοπεύω να γίνω ανατριχιαστικός. Καθότι, εντάξει όλα αυτά και μια δικτατορία είναι πάντα μια πιθανότητα. Αλλά υπάρχει καμιά ένδειξη οτι μπορεί να σκάσει σύντομα στα μέρη μας ή όλη η κουβέντα γίνεται σε επίπεδο θεωρίας;

Δεν ξέρω να σου απαντήσω, δεν είμαι μέντιουμ, αλλά μπορώ να σου ρίξω μερικές σκέψεις. Πρόσεξε, οι κοινωνικές εξελίξεις είναι μυστήριο πράγμα κι όποιος λέει οτι μπορεί να τις προβλέψει επακριβώς, είναι κορόιδο που ψάχνει να πιάσει άλλα κορόιδα. Όμως, απορώ:

-Έχουμε μια κυβέρνηση που τα έχει σκατώσει κανονικά, είναι και η διεθνής συγκυρία στριμόκωλη για εξωτερικά δάνεια. Γιατί δεν την κάνουν στην πρώτη ευκαιρία και ν΄αφήσουν τους μαλάκες του ΠΑΣΟΚ να φάνε το αγγούρι για κάνα χρονάκι με οριακή αυτοδυναμία; Μετά ξαναγυρίζουν ως λυτρωτές και μας ξανακάθονται στο σβέρκο! Γιατί επιμένουν να παραμένουν, μασουλώντας τα εκλογικά τους ποσοστά επί καθημερινής βάσεως; Δεν το καταλαβαίνουν οτι αν μείνουν έναν ακόμα χρόνο δεν θα πάρουν ούτε 20% στις εκλογές;
-Σε τι βαθμό έχουν διεισδύσει πρώην συνταξιούχοι ακροδεξιάς (το λέω ευγενικά) νοοτροπίας στην αστυνομία και τον στρατό; Επειδή υπάρχουν σχετικές καταγγελίες φαντάρων και η αστυνομία ρίχνει αβέρτα ξύλο μετά το στρίμωγμα στην Ασκληπιού -πριν κάτι μέρες τσάκισαν τα παιδιά στα Εξάρχεια, προχτές την έπεσαν στην πορεία, μέχρι τρόλεϊ προσπάθησαν να σταματήσουν για να δείρουν τον κόσμο -μην κοιτάς που δεν τα λένε τα κανάλια (τους).
-Σε τι βαθμό ελέγχεται η δικαστική εξουσία από δικαστές ακροδεξιών (με έφαγε η ευγένεια!) απόψεων; Δεν υπάρχει λόγος να αναφέρω παραδείγματα εδώ -νομίζω;
-Το παραπάνω τετράπτυχο των αναγκαίων και ικανών προϋποθέσεων εμφάνισης δικτατορικού καθεστώτος, σε τι βαθμό καλλιεργείται από τα ΜΜΕ;
-Υπάρχει μήπως μερίδα «πνευματικών ανθρώπων» (διανοούμενων) που προπαγανδίζει την επιστροφή στις πολιτιστικές μας αξίες με επιχειρήματα που θα ζήλευε και ο Γεωργαλάς, προσωποποιώντας ταυτόχρονα την κοινωνική απειλή σε συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο;
-Έχει πέσει χοντρό χέρι σε οποιαδήποτε εν δυνάμει προοδευτική τάση στον χώρο της παιδείας και του πολιτισμού; Ψάξε να βρεις το άρθρο για τις σχολικές βιβλιοθήκες και θα καταλάβεις τι εννοώ. Ψάξε να δεις τη θεματολογία των ταινιών που γυρίζονται στη χώρα και θα πάρεις μια μυρωδιά.

Θα μπορούσα να συνεχίσω, αλλά αφήνω μερικές απορίες σε σένα. Θα σου πω μονάχα μια αστεία σύμπτωση –έτσι, για να γελάσουμε ρε παιδί μου!
Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε η χούντα των συνταγματαρχών, ήταν να κλείσει τα τμήματα της Παντείου όπου διδασκόταν κοινωνιολογία, πολιτική οικονομία και άλλα κομουνιστικά μαθήματα.
Διάβαζα προχτές οτι αυτοί εδώ ετοιμάζονται να κλείσουν το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).

Το 'πιασες το υπονοούμενο;

Τρίτη, Απρίλιος 28, 2009

4. Το παγωμένο αστέρι του Διαβόλου

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

Οι περισσότεροι άνθρωποι επιδιώκουν να ενθουσιαστούν. Πάει κι ανάλογα με την απελπισία, όσο βουλιάζεις τόσο ψάχνεις βυθό να πατήσεις, όταν τον βρεις νιώθεις οτι γλίτωσες στα σίγουρα. Μέχρι να καταλάβεις πως ο βυθός βουλιάζει πιο γρήγορα από τα παπούτσια σου.

Με ξύπνησαν αξημέρωτα, έξω έλαμπε ακόμα σάπιο το αστέρι του Διαβόλου –χτυπήματα στην πόρτα μου, έσπρωξα απαλά το χέρι της από το στήθος μου, για να μην την αναστατώσω, άνοιξα τα μάτια και ήμουν ολομόναχος. Τα χτυπήματα στην πόρτα δυνάμωσαν. Ακούμπησα τον τοίχο παίρνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις. Αναγκαίες αλλά όχι απαραίτητες –τώρα πια.
«Ποιος είναι;» ρώτησα.
«Εμείς. Ξύπνα, πάμε για ψάρεμα», ακούστηκε η φωνή απέξω.
Άνοιξα την πόρτα. Ο Μάρκος, ο Στέφανος και η Θάλεια –χαμογελαστοί. Ενθουσιασμένοι.
«Δεν καταλαβαίνω», είπα.
«Ντύσου, θα στα πούμε στο δρόμο», είπε ο Στέφανος.
Ντύθηκα και τους ακολούθησα σκουντουφλώντας στα σκαλιά. Το σαλόνι του ξενοδοχείου ήταν έρημο, στάθηκα ν΄ανάψω τσιγάρο.
«Πως το σκέφτεστε το ψάρεμα δηλαδή;» ρώτησα τον Στέφανο.
«Υπάρχει μια βάρκα στην παραλία, όχι τίποτα σπουδαίο, αλλά τη δουλειά της την κάνει», είπε εκείνος.
«Εντάξει, αλλά με τι θα πιάσουμε ψάρια;» ρώτησα.
«Έχει δίχτυα η βάρκα».
«Που τα ξέρουμε όλα αυτά;»
«Πήγε η Ελβίρα και τα βρήκε», είπε όλο περηφάνια η Θάλεια.
«Μπράβο της!» μουρμούρισα προσπαθώντας να κρύψω τη δυσπιστία μου πίσω από την καύτρα του τσιγάρου.
«Πάμε λοιπόν;» έκανε αδημονώντας ο Μάρκος.

Βγήκαμε στην υγρασία απροετοίμαστοι, τα δόντια μας κροτάλισαν, απορούσα πως θα τα καταφέρναμε όταν ανοιγόμασταν με την ψύχρα να τρυπάει κόκαλα. Οι άνθρωποι πίσω από το δέντρο των κρεμασμένων έβλεπαν ταραγμένα όνειρα όσο οι κρεμασμένοι έκοβαν την πάχνη σα δυο γιγάντια εκκρεμή. Ένιωσα οτι μετρούσαν τις ώρες μας. Ο Στέφανος με πλησίασε, ακούμπησε το χέρι στον ώμο μου και έδειξε προς τα κει –έκανε νόημα να αποφύγουμε τους περιττούς θορύβους. Συμφώνησα αν και δεν έβλεπα το λόγο, οι χωρικοί δεν θα μας εμπόδιζαν μέσα στη νύχτα όσο είχαν τις μέρες με το μέρος τους.
Περπατήσαμε προσεκτικά για να μη μπλεχτούν τα πόδια μας στ΄αγκάθια του μονοπατιού. Σε λίγο οι πέτρες έγιναν άμμος και όλοι μας αρχίσαμε να κινούμαστε σαν καρικατούρες αστροναυτών. Η θάλασσα μύριζε σάπια φύκια καθώς μας πλησίαζε.
«Να η βάρκα», έδειξε η Θάλεια.
Κοίταξα καλύτερα, δεν με ενθουσίασε αυτό που είδα.
«Σίγουρα μπορούμε να βγούμε στη θάλασσα με αυτό το πράγμα;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
Κανένας δεν απάντησε.

Σπρώξαμε το ερειπωμένο πλεούμενο μαζί με τον Στέφανο όσο η Θάλεια με το Μάρκο έψαχναν για κουπιά. Κάποτε θα πρέπει να υπήρχε μια γλίστρα εδώ πέρα, διακρίναμε τα τσιμεντένια πατήματά της στην πετρωμένη άμμο και παίρναμε κουράγιο.
«Τα κουπιά είναι εντάξει», είπε ο Μάρκος.
Σπρώξαμε περισσότερο, η πλώρη βούτηξε στο νερό, όλα έγιναν ευκολότερα. Λίγο ακόμα και θ΄ανεβαίναμε, τα μπατζάκια μας ήταν ήδη μουσκεμένα.

«Δεν υπάρχει καμιά λάμπα εδώ μέσα;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Δε βρήκα τίποτα», είπε η Θάλεια.
Κοιτάξαμε ταυτόχρονα το σκοτάδι και ο Μάρκος ξεκίνησε να κωπηλατεί.
«Είδατε αν μπάζει από πουθενά νερά;» ρώτησα εγώ.
Η Θάλεια μου χαμογέλασε κραδαίνοντας έναν αλουμινένιο κουβά.
«Νομίζω πάντως οτι είναι αργά για να ρίξουμε δίχτυα», είπα.
«Υπάρχουν και πετονιές», απάντησε ο Στέφανος.
«Δόλωμα;»
«Άλλο τίποτα!» πανηγύρισε η Θάλεια.
Μετά έδειξε δίπλα της τον πεθαμένο γλάρο που έπαιρνε να σαπίζει.
Προσπάθησα να χαμογελάσω.

Αλλάζαμε βάρδιες στα κουπιά μέχρι να βγούμε πιο βαθειά, όταν ήρθε η σειρά μου δυσκολεύτηκα κάπως. Τελικά κατάφερα να βρω ρυθμό, τα νερά έμοιαζαν με ράθυμο πετρέλαιο, κοίταξα μπροστά όσο ταλαντευόμουν. Κάποιοι έλεγαν οτι είμαι επικίνδυνος τρομοκράτης αλλά εγώ δεν θυμάμαι τίποτα σχετικό με όλα αυτά. Οι τρομοκράτες είναι φανατικοί, προσηλωμένοι στο σκοπό τους, πρόθυμοι να πεθάνουν –σωστά; Εγώ δεν θέλω να πεθάνω κι αν έχω κάποιο σκοπό είναι να βρω την κόρη μου και εκείνη τη γυναίκα –εντάξει, είμαι προσηλωμένος σε αυτόν το σκοπό αλλά τρομοκράτης; Κανένας δεν θα μπορούσε να με χαρακτηρίσει τρομοκράτη. Επειδή δεν με ενδιαφέρουν καθόλου οι ζωές των άλλων, δεν είμαι αλτρουιστής κι ένας καλύτερος κόσμος... έχω ακούσει οτι οι τρομοκράτες πιστεύουν σε έναν καλύτερο κόσμο που θα έρθει, εγώ πιστεύω μόνο στην κόλαση που μας περιμένει. Όλους μας. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, οι θρησκόληπτοι φοβούνται την κόλαση, οι θρησκόληπτοι είναι αλλήθωροι –βράζουν στα καζάνια και τρέμουν την αιώνια φωτιά που τους περιμένει, τώρα που το σκέφτομαι ίσως αυτό να είναι κάποια άμυνα –όσο φοβάσαι την κόλαση ξεχνάς οτι είσαι ήδη εκεί. Αλλά δεν είμαι τρομοκράτης! Σίγουρα, κάποιο λάθος κάνουν όλοι αυτοί, ο άνθρωπος της εφημερίδας απλώς μου μοιάζει, δεν είμαι εγώ, ή ίσως όλα αυτά είναι παγίδα. Όμως εγώ ξέρω αυτά που ξέρω δεν θα μείνω άπραγος στην παγίδα τους –γιατί εμένα; Τι τους ήρθε; Εγώ τρομοκράτης; Είναι για γέλια!
«Που το βρίσκεις το αστείο;» ρωτάει ο Στέφανος από δίπλα μου, πότε ήρθε –δεν πήρα χαμπάρι.
«Κάτι σκεφτόμουν...» δικαιολογούμαι.
Με κοιτάζει χαμογελαστός, περιμένοντας. Ρίχνω μια ματιά στους υπόλοιπους, έχουν κουβαριαστεί κάτω από τους πάγκους της βάρκας για να προφυλαχτούν από την ψύχρα.
«Τίποτα φοβερό, απλά θυμήθηκα την εφημερίδα που μου έδειξες... Κάποιο λάθος έχει γίνει, είναι γελοίο να με θεωρούν τρομοκράτη...» λέω τελικά.
«Το είπες και προηγουμένως αυτό», παρατηρεί ο Στέφανος.
«Ναι, το είπα...» συμφωνώ.
«Δεν κάνουν λάθη οι εφημερίδες, τουλάχιστον σ΄αυτά τα θέματα. Αν έχουν τη φωτογραφία σου είσαι επισήμως τρομοκράτης. Θα σε σκοτώσουν σα σκυλί όπου σε πετύχουν και μετά ψάξε βρες το δίκιο σου...» λέει ο Στέφανος.
«Ποιοι θα με σκοτώσουν;» απορώ.
Ο Στέφανος κοιτάζει τριγύρω.
«Εντάξει, εδώ πέρα είμαστε μεταξύ μας, έχει και τα καλά του ο αποκλεισμός... Αλλά οι άνθρωποι φοβούνται κι εσύ είσαι η πιο βολική φάτσα να φορτώσουν τους φόβους τους».
«Γιατί το λες;» αναρωτιέμαι.
«Επειδή δεν είσαι ποτέ εδώ Άρη. Ακόμα κι όταν κάθεσαι μαζί μας στην τραπεζαρία... Οι άνθρωποι σε φοβούνται περισσότερο από τον θείο Χάρη, εκείνος τουλάχιστον είναι ξεκάθαρος, οπλισμένος αλλά ξεκάθαρος, θέλει την ησυχία του κι όποιος του τη χαλάσει θα πεθάνει –ξεκάθαρα πράγματα. Εσύ μοιάζεις με προβολή, είσαι δίπλα μας κι όλοι ψάχνουμε να βρούμε το μηχάνημα που στέλνει την εικόνα σου. Δεν είσαι μαζί μας Άρη και δεν θα μπορέσεις ποτέ να βρεθείς στο ίδιο μέρος με μας. Αυτό τρομάζει τους περισσότερους και κάτι ακόμα χειρότερο. Αν αύριο πεθάνεις κανένας δεν θα λυπηθεί περισσότερο απ΄όσο λυπάται στο τέλος μιας ταινίας. Δεν είσαι αληθινός και η απώλειά σου δεν θα φανεί σε κανέναν», ο Στέφανος κοίταξε τη θάλασσα νευριασμένος, μάλλον δεν είχε υπολογίσει να ανοιχτεί τόσο πολύ.
Κι εγώ συνέχισα να κάνω κουπί, επειδή όλα αυτά δε μου λέγανε τίποτα ιδιαίτερο. Επειδή για μένα, όλοι τους ήταν προβολές –μόνο που δεν ήμουνα τόσο ηλίθιος ώστε να ψάχνω για τη μηχανή. Ότι δουλεύει δεν το πειράζουμε, όσο δουλεύει χωρίς να μας πειράζει.

Η βάρκα τινάχτηκε σα σκουπίδι πάνω σε χαλί –ένα κρυφό κύμα από το πουθενά, ο Μάρκος κοπάνησε με δύναμη στη μέσα πλευρά της καρίνας, η Θάλεια τσίριξε.
«Τι ήταν αυτό;» φώναξε ο Στέφανος.
«Κάποιο βουβό κύμα», υπέθεσα.
Ο Μάρκος είχε ήδη σηκωθεί και βοηθούσε τη Θάλεια.
«Πάρε λίγο τα κουπιά», είπα στον Στέφανο.
Σηκώθηκα και βγήκα μπροστά, ακρόπρωρα, μύρισα τον αέρα γιατί το σκοτάδι ήταν ακόμα βαθύ. Τότε το άκουσα, κάτι σα μηχανές που δουλεύανε ρελαντί, έβαλα σημάδι το αστέρι του Διαβόλου στο βάθος του ορίζοντα, περίμενα να δω αν θα χαθεί από το οπτικό μου πεδίο για να σιγουρευτώ. Περίμενα και περίμενα, σε λίγο το αστέρι σκοτείνιασε, μέτρησα μέχρι το 10 πριν ξαναφανεί. Σιγουρεύτηκα.
«Είδες τίποτα;» με σκούντηξε η Θάλεια.
«Όχι, τίποτα», είπα.
«Κύμα ήταν αυτό;» ξαναρώτησε.
«Ναι, μάλλον. Πρέπει να προσέχουμε τα ρεύματα», την καθησύχασα.
«Κάτι ακούω!» σφύριξε ο Μάρκος.
«Το κύμα θα είναι. Έσκασε στην παραλία φαίνεται», του είπα.
Υπήρχε κάποιο πλεούμενο εκεί έξω, αρκετά μεγάλο για να βγάλει τόσα απόνερα –καράβι. Γύρισα πάλι πίσω στα κουπιά.
«Άστο δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς είναι η σειρά μου», είπε ο Στέφανος.
«Λέω να μην πάμε πιο μέσα, ας ρίξουμε πετονιές εδώ κι ότι βγάλουμε», πρότεινα.
Οι άλλοι φάνηκαν να συμφωνούν.

Ο ήλιος είχε καβαλήσει για τα καλά τους σβέρκους μας, μισοκοιμόμασταν κρατώντας τις πετονιές κι από ψάρι, ούτε λέπι. Η ζέστη ξεκίνησε να μας νανουρίζει αλλά γινόταν όλο και πιο ενοχλητική, άνοιξα τα μάτια με πονοκέφαλο, η θάλασσα μου χάραξε τους αμφιβληστροειδείς. Οι υπόλοιποι διπλωμένοι σαν απολιθώματα της Πομπηίας, ακίνητοι.
«Δεν βλέπω να πιάνουμε ούτε παπούτσι», είπε σιγά ο Στέφανος.
Γέλασα βεβιασμένα.
«Πότε θα γυρίσουμε πίσω;» ρώτησε ο Μάρκος αγουροξυπνημένα.
«Δεν πάμε πουθενά αν δεν πιάσουμε ψάρια!» φώναξε η Θάλεια.
«Τι είναι αυτό τώρα;» απόρησα.
«Η αποστολή μας είναι να πιάσουμε ψάρια και δεν θα φύγουμε αν δεν την ολοκληρώσουμε. Με τι μούτρα θα γυρίσουμε πίσω; Τι θα πούμε σ΄αυτούς που μαγειρεύουν;» είπε η Θάλεια.
«Οτι δεν τσίμπαγε τίποτα», απάντησα εγώ.
«Δεν είναι δικαιολογία αυτό!» πετάχτηκε στον αέρα η Θάλεια.
«Δεν καταλαβαίνω», έκανα.
«Η Θάλεια εννοεί οτι θα ξεφτιλιστούμε αν γυρίσουμε πίσω έχοντας αποτύχει», είπε ο Μάρκος.
«Γιατί; Υπάρχει κάποιος διαγωνισμός που μου διαφεύγει;» ρώτησα.
«Όχι ακριβώς...» απάντησε ο Μάρκος.
«Πρέπει όμως να δείξουμε οτι αξίζουμε, για να μην έχουν να λένε...» τον διέκοψε η Θάλεια.
«Κι αν δεν αξίζουμε τι θα γίνει; Θα μας αφήσουν χωρίς φαγητό;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Κανονικά θα έπρεπε», είπε ο Μάρκος. «Όποιος δεν δουλεύει δεν τρώει...»
Χαμογέλασα.
«Νόμιζα οτι το ποιος τρώει έχει να κάνει με το ποιος πεινάει», είπα.
«Πρέπει να κερδίζεις το φαγητό σου αλλιώς εκμεταλλεύεσαι τους υπόλοιπους», ισχυρίστηκε η Θάλεια.
«Έχω την εντύπωση οτι κέρδος και εκμετάλλευση πάνε μαζί», ψιθύρισα.
Η Θάλεια με κοίταξε αρκετά μπερδεμένη, προτίμησα λοιπόν να μη δώσω συνέχεια.
«Και μετά θα προσπαθείς να μας πείσεις οτι δεν είσαι τρομοκράτης», σφύριξε στο αυτί μου ο Στέφανος γελώντας.
«Κάτι τσίμπησε!» ούρλιαξε ο Μάρκος.
Πήγαμε όλοι κοντά του, πράγματι, η πετονιά ήταν τεντωμένη σα χορδή.
«Τράβα!» φώναξε η Θάλεια.
«Όχι!» ούρλιαξε ο Στέφανος αλλά ήταν ήδη αργά.
Ο Μάρκος χούφτωσε την πετονιά και την τράβηξε προς τα πίσω, το ψάρι αλαφιάστηκε, τινάχτηκε απότομα –η πετονιά γλίστρησε σκίζοντάς του το δέρμα. Τότε εκείνος βόγκηξε ξαφνιασμένος, άνοιξε τα χέρια του, η πετονιά τινάχτηκε σα σερπαντίνα και μπλόκαρε στο δέσιμό της από την άκρη της βάρκας. Κυκλώσαμε τον Μάρκο για να δούμε την κατάστασή του.
«Βούτα το στη θάλασσα να σταματήσει η αιμορραγία», είπε ο Στέφανος.
Μείναμε μετά να κοιτάζουμε το νερό που λέκιαζε αραιώνοντας την κόκκινη κηλίδα.
«Πονάς;» τον ρώτησε η Θάλεια.
«Όχι πολύ», μούγκρισε ο Μάρκος.
Οπότε εκείνη τον παράτησε και πήγε στη μαγκωμένη πετονιά, τη δοκίμασε λίγο, να δει αν αντιστέκεται το ψάρι. Ο Στέφανος την έπιασε από τη μέση.
«Μη βιάζεσαι, μη ζορίζεις το ψάρι. Δεν θέλουμε να κόψει την πετονιά», της ψιθύρισε.
«Ξέρεις μπόλικα από ψάρεμα!» θαύμασε εκείνη.
«Ναι, μάλλον το είχα χόμπι... δεν είμαι σίγουρος...» δίστασε ο Στέφανος.
Ένας ήλιος καθημερινός, επαγγελματίας βασανιστής, μας ξέρανε το στόμα –το αλατισμένο νερό τριγύρω έκανε απλώς τα πράγματα χειρότερα. Ασχοληθήκαμε λίγο με το ψάρι που κουραζόταν καρφωμένο στο αγκίστρι, «κάποια στιγμή θα τα παρατήσει και θα πεθάνει», είπε ένας από μας. Με αργές κινήσεις ξεκινήσαμε την επιστροφή.

Αλλάζαμε συχνότερα στα κουπιά, όταν ο ιδρώτας έτσουζε τα μάτια μας –σαν εκατοντάδες ηλίθιους, έτσι κι εμείς, αμελήσαμε να πάρουμε νερό μαζί μας, τι να το κάνεις το νερό με τόση θάλασσα τριγύρω; Καταβρέχαμε τα πρόσωπά μας, χειροτερεύοντας την κατάσταση.
«Λέω να βουτήξω μπας και δροσιστώ», μας πληροφόρησε η Θάλεια.
Πήγε τότε να βγάλει τη μπλούζα της, αλλά μας κοίταξε και το μετάνιωσε.
«Μην σε απασχολεί –έχουμε όλοι ξαναδεί γυμνή γυναίκα», της είπα.
«Ναι ε; Και τι με νοιάζει εμένα;» γκρίνιαξε εκείνη.
Σήκωσα τους ώμους, ο Μάρκος είχε σκίσει τη μπλούζα του για να μπαντάρει το ματωμένο χέρι, μόνο εγώ κι ο Στέφανος είχαμε μένει στα κουπιά.

Λίγο πριν φτάσουμε στα αβαθή πρότεινε ο Στέφανος να δοκιμάσουμε πάλι με το ψάρι. Πήγα, κούνησα την πετονιά, το ψάρι δεν ανταποκρίθηκε. Κοίταξα τον Στέφανο.
«Άστο σε μένα», είπε.
Έκανε κάτι κόλπα, τίναζε απότομα την πετονιά, μετά την άφηνε χαλαρή και πάλι το ίδιο. Μέχρι που αποφάσισε οτι το ψάρι δεν θα αντιστεκόταν άλλο, φώναξε λοιπόν τη Θάλεια να τον βοηθήσει για να το φέρουν στη βάρκα. Είχαν σκύψει, τα κεφάλια τους 10 πόντους πάνω από το νερό, όταν τους άκουσα να ουρλιάζουν ταυτόχρονα. Άφησα τα κουπιά, πήγα κοντά τους, ο Μάρκος ήταν ήδη εκεί.
«Κοιτάξτε!» φώναξε με άψυχη φωνή η Θάλεια.
Το ψάρι μας διακρινόταν διαθλασμένο μέσα στο νερό, ήταν ένα συμπαθητικό ψάρι, έφτανε για 5-6 άτομα. Όμως τριγύρω υπήρχαν μικρά ψάρια, πεθαμένα παρασύρονταν από τα ανεπαίσθητα ρεύματα. Πολλά μικρά ψάρια.
«Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε ο Μάρκος.
«Δεν ξέρω, δεν ξέρω ... Κάτι σκοτώνει τα ψάρια...» μουρμούρισε ο Στέφανος.
«Λες να είναι μολυσμένα τα νερά;» ρώτησα.
«Κι αν είναι δεν υπάρχει τρόπος να το μάθουμε. Εκτός αν τουμπανιάσει κανένας από μας, αφού φάει το ψάρι...», είπε ο Στέφανος. «Πάντως τα πεθαμένα ψάρια δεν τρώγονται».
«Αυτό που πιάσαμε δεν ήταν πεθαμένο!» φώναξε η Θάλεια.
«Δίκιο έχεις», της είπε ο Στέφανος.
Γυρίσαμε πάλι στις θέσεις μας αμίλητοι, η θάλασσα τελικά δεν ήταν αξιόπιστη, τίποτα δεν ήταν αξιόπιστο αυτές τις μέρες.

Στην ακτή δεν μας περίμενε κανένας.

Περπατήσαμε κουρασμένα μέχρι το ξενοδοχείο αδιαφορώντας για τους χωρικούς που πετάχτηκαν όρθιοι στο άκουσμά μας. Όλα πήγαιναν άσχημα –κι έτσι αδιαφορούσαμε για τα χειρότερα. Στη ρεσεψιόν μας περίμενε η Ελβίρα, για την ακρίβεια τσακωνόταν με τον Αργυρόπουλο όταν μπήκαμε. Σταμάτησαν και κοίταξαν το ψάρι.
«Μπράβο! Τα καταφέρατε!» πανηγύρισε η Ελβίρα.
«Θέλω να σου πω...» την πλησίασε ο Στέφανος.
«Εντάξει, βάλτε πρώτα το ψάρι στον καταψύκτη», είπε εκείνη.
«Με μένα τελικά τι θα γίνει;» φώναξε ο Αργυρόπουλος.
«Σαν τι να γίνει; Δεν θέλεις να μαγειρεύεις και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποια χόρτα τρώγονται. Πήγαινε αύριο για ψάρεμα με τους υπόλοιπους», απάντησε η Ελβίρα.
«Καλά λοιπόν», έδειξε να συμφωνεί ο Αργυρόπουλος.
«Αλλά για τώρα, συνέχισε τη δουλειά σου στην κουζίνα», είπε η Ελβίρα.
«Πάλι τα ίδια; Δεν ξαναπάω εκεί πέρα, δεν είμαι καμιά γυναικούλα εγώ!» τσαντίστηκε ο Αργυρόπουλος.
«Είναι δηλαδή υποτιμητικό να είσαι γυναίκα;» φόρτωσε η Θάλεια.
«Όχι, αλλά ... Διαφορετικές δουλειές κάνει η γυναίκα, διαφορετικές ο άντρας...» μουρμούρισε ο Αργυρόπουλος.
«Καλά τώρα -δεν σου ζητήσαμε να γεννήσεις κιόλας!» φώναξε ο Μάρκος.
«Αυτό έλειπε!» μάνιασε ο Αργυρόπουλος.
«Δηλαδή σήμερα δεν θα κάνεις τίποτα –αυτό μας λες; Θα κάθεσαι να βλέπεις τους άλλους να δουλεύουν;» τσίριξε η Ελβίρα.
«Ας γίνει έτσι», μπήκα στη μέση εγώ. «Όποιος δεν θέλει να συμμετέχει στις δουλειές, ας μην το κάνει».
«Ναι ε;» πετάχτηκε η Θάλεια. «Και οι υπόλοιποι θα είναι τα κορόιδα;»
«Ο καθένας δουλεύει για να επιβιώσει εδώ πέρα. Αν τα παρατήσουμε μάλλον θα πεθάνουμε από την πείνα –ο καθένας λοιπόν δουλεύει για την πάρτη του. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, απλώς στερεί απ΄όλους μας μια παραπάνω μέρα φαγητού –δικαίωμά του είναι», της απάντησα.
Η Ελβίρα με κοίταξε πλάγια.
«Εντάξει, θα πάω στην κουζίνα –αλλά τελευταία φορά είναι η σημερινή», μούγκρισε ο Αργυρόπουλος.
Μετά έφυγε νευριασμένος.
«Κι εγώ θα πάω για ύπνο –είμαι ψόφιος», τους πληροφόρησα.
Ανεβαίνοντας τις σκάλες είδα τον κόσμο να γυροφέρνει στην κουζίνα και τον Γιούρι που καθόταν ανάποδα σε μια καρέκλα μισοκοιμισμένος. Δεν μου άρεσε καθόλου αυτό, όμως δεν ασχολήθηκα περισσότερο.
Αποκοιμήθηκα πριν ακουμπήσω το μαξιλάρι.

Σηκώθηκα όταν είχε ήδη βραδιάσει, πλύθηκα για να φύγει από πάνω μου η αρμύρα και κατέβηκα στην τραπεζαρία. Ο κόσμος ήταν αρκετά χαρούμενος εκεί κάτω, επειδή η μέρα είχε κυλήσει μέσα στην κατανομή αρμοδιοτήτων κι ο κόσμος χαίρεται όταν νιώθει οτι έκανε τη δουλειά του. Ο Στέφανος με χαιρέτησε από μακριά, έπαιζε χαρτιά μαζί με την Κατερίνα και την Ελβίρα. Δίπλα τους κάθονταν ο θείος Χάρης με την υπόλοιπη οικογένεια κι αυτό ήταν πρωτοφανές για τα χρονικά του ξενοδοχείου. Κάθισα να φάω, κάποιος είχε μοιράσει μπύρες –ένιωσα πάλι άνθρωπος.
«Έχει ωραία βραδιά απόψε!» είπε ο θείος Χάρης πάνω από το κεφάλι μου.
Σήκωσα τα μάτια να τον δω και συμφώνησα με ένα νεύμα.
«Τι θα λέγατε να καπνίζαμε ένα τσιγάρο περπατώντας...» πρότεινε.
«Βοηθάει και στη χώνεψη –σωστά;» χαμογέλασα.

Έξω έπεφτε αραιή υγρασία, ανατρίχιασα κάπως.
«Πληροφορήθηκα οτι τα καταφέρατε μια χαρά με το ψάρεμα», είπε αδιάφορα ο θείος Χάρης.
«Αν εξαιρέσετε τα πεθαμένα ψάρια...» μουρμούρισα εγώ.
«Σε παρακαλώ –μίλα μου στον ενικό. Χρόνια τώρα συνήθισα να είμαι για όλους ο θείος Χάρης».
Κούνησα το κεφάλι συμφωνώντας.
«Λες δηλαδή οτι κάτι κάνει τα ψάρια να ψοφάνε εκεί έξω;» ρώτησε.
«Ή αυτό, ή κάποιος τα ξεφορτώθηκε στη θάλασσα», απάντησα.
«Κάποιος;»
«Υπήρχε ένα καράβι στα ανοιχτά –ήταν σκοτάδι και δεν φαινόταν αλλά....»
«Αλλά εσύ το είδες και δεν είπες τίποτα για να μην ανησυχήσεις τους υπόλοιπους».
Συμφώνησα και σε αυτό.
«Καλά έκανες», είπε ο θείος Χάρης και προχώρησε μερικά βήματα μπροστά μου.
«Για να το λες εσύ...» σφύριξα πικρόχολα.
«Ακόμα λοιπόν μου το κρατάς για τα όπλα;» γέλασε εκείνος.
«Δεν κρατάω τίποτα –όμως κάποια στιγμή τα πράγματα θα δυσκολέψουν και τότε θα αναγκαστώ να σας τα πάρω», είπα αποφασιστικά.
Γύρισε για να με δει κατάματα.
«Δεν καταλαβαίνω αυτή σου τη διάθεση», είπε.
«Ούτε εγώ», του εξήγησα. «Ίσως τελικά να με ενοχλούν οι σκοτωμένοι άνθρωποι, ίσως να μη θέλω να καταλήξουμε σαν τα πτώματα στον κατεστραμμένο δρόμο...»
Ο θείος Χάρης ξεκαρδίστηκε.
«Αυτό κι αν είναι!» είπε τελικά.
«Τι εννοείς;» ρώτησα.
«Μα νομίζω οτι ξέρεις καλύτερα από μένα Άρη! Βλέπεις, είμαι ο γεροντότερος εδώ μέσα –όλοι σας έχετε κάποιες ικανότητες προκειμένου να αντεπεξέλθετε στις δυσκολίες –εμένα μόνο η μνήμη μου έχει απομείνει...»
«Τι εννοείς;» ξαναρώτησα.
Αλλά εκείνη τη στιγμή χώθηκε ανάμεσά μας ο Στέφανος.
«Μπορώ να έρθω στην παρέα σας;» ρώτησε.
Δεχτήκαμε αμίλητοι και συνεχίσαμε το περπάτημα στον κήπο του ξενοδοχείου –οι άνθρωποι στο δέντρο των κρεμασμένων είχαν ανάψει φωτιά, κάτι έψηναν, έφτανε η τσίκνα μέχρι εδώ πέρα. Καπνίζαμε αμίλητοι, σκεφτικοί και οι τρεις μας.

Τότε βγήκε η Ελβίρα αγκαζέ με τη Θάλεια, από την πόρτα του ξενοδοχείου διακρίναμε την Κατερίνα να τις κοιτάζει ζηλόφθονα.
«Νομίζω οτι οι κοπέλες σύντομα θα καυγαδίσουν», έδειξε προς το μέρος τους ο θείος Χάρης.
«Η Κατερίνα χρειάζεται απεγνωσμένα κάπου να ανήκει», είπα κοινότυπα.
«Θα το έχω υπόψη...» μουρμούρισε ο θείος Χάρης.
«Αλλά δεν έχει ελπίδα εκεί πέρα. Η Ελβίρα με τη Θάλεια είναι πλήρωμα», παρατήρησε ο Στέφανος.
Προχωρούσα μερικά βήματα μπροστά τους όταν το είπε αυτό, μάλλον στον θείο Χάρη το είπε. Συνέχισα να περπατάω –όταν μπροστά μου πετάχτηκε ένας άντρας με σκισμένη στολή, τυφλωμένος από το ίδιο του το αίμα.
«Που είναι το πλήρωμά μου; Που είναι το πλήρωμά μου;» ούρλιαξε ο άντρας κλαίγοντας ανάμεσα στις λάμψεις.
«Τα πληρώματα να ξεκινήσουν άμεσα!» βούιξε η φωνή από τα μεγάφωνα. «Μην χάσετε τα πληρώματά σας!»
Παραπάτησα. Μάλλον κάποια κοτρόνα στο χώμα, προσπάθησα να ισορροπήσω, αλλά δεν τα κατάφερα –βρέθηκα στα γόνατα μισότυφλος.
«Άρη! Είσαι καλά;» με κράτησε από τους ώμους ο Στέφανος.
«Τι έπαθες;» βρέθηκε δίπλα μου ο θείος Χάρης.
«Τίποτα –ζαλίστηκα λίγο, παραπάτησα...» ψέλλισα εγώ.
Με βοήθησαν να σηκωθώ όσο τα αυτιά μου καθάριζαν από τις κραυγές. Άνοιξα τα μάτια διάπλατα για να μη δω άλλα –δεν ήταν κατάλληλη η στιγμή.

Σήκωσα τα μάτια στον ουρανό, το αστέρι του Διαβόλου είχε ώρα ακόμα μέχρι να ανατείλει. Έτρεξα προς το ξενοδοχείο, ήθελα να κρυφτώ όσο καλύτερα μπορούσα –να τα αποφύγω όλα αυτά.

Πέμπτη, Απρίλιος 23, 2009

Κατευθείαν από την Κόλαση

Θα έχεις καταλάβει οτι ένα από τα κολλήματά μου είναι εκείνη η ταινία -"Σιντ και Νάνσι", δυο προβολές στη σειρά την είχα δει τότε που παιζόταν στην ΕΛΛΗ, αρρώστησα κανονικά. Πέρα από τον Γκάρι Όλντμαν που έπαιζε τον Σιντ Βίσιους και τον λάτρεψα από την πρώτη σκηνή, εκείνη τη μέρα έμαθα τον Άλεξ Κοξ. Τον σκηνοθέτη της ταινίας.

Μετά έψαξα στην αχανή (και καλά!) δισκοθήκη μου, βρήκα το σάουντρακ του "Ρέπο Μαν" -επιβεβαίωσα οτι κι αυτό ο Άλεξ το είχε γυρίσει. Ανέβηκε λοιπόν ακόμα περισσότερο στην εκτίμησή μου, έβγαλε έπειτα το "Στρέιτ του Χελ" -ένα γουέστερν στο οποίο έπαιζε το πάνθεο των παιδικών μου ηρώων, Τζόε Στράμερ, Τζιμ Τζάρμους, Έλβις Κοστέλο, Σέιν ΜακΓκόουαν, Ντένις Χόπερ, βάλε και τις γκόμενες Γκρέις Τζόουνς συν Κούρτνεϊ Λαβ... κάτσε καλά αδερφέ μου!



Τέλος πάντων, τις προάλλες βρήκα τη σελίδα του Άλεξ Κοξ κι από εκεί μέσα ψάρεψα ένα σωρό καλούδια. Για πρώτη δόση σου έχω θανατηφόρους διαλόγους από το "Σιντ και Νάνσι" (καθότι ο άνθρωπος δίνει όλα τα σενάρια των ταινιών του, να τα κατεβάσει όποιος γουστάρει!), συν μια συνέντευξη του Άλεξ Κοξ σχετικά με την ταινία. Δεν είναι και λίγα -νομίζω;



(Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν ο Σιντ με τον Τζον).
Σιντ: Εεε, Λίντα μάντεψε!
Λίντα: Τι έγινε; Παντρευτήκατε εσείς οι δύο;
Σιντ: Μπα. Είμαι στο ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ. Είμαι ο ΜΠΑΣΙΣΤΑΣ. Ο Τζον με έβαλε!
Λίντα: Τι απέγινε ο άλλος που έπαιζε μπάσο;
Τζον: Τον απολύσαμε. Έπλενε τα πόδια του πολύ συχνά. Ο Σιντ δεν πλένει τα πόδια του ποτέ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΚΑΤΕΒΑΣΟΥΜΕ;
Λίντα: Βραστά φασόλια ή σαμπάνια.
Τζον: Και τα δύο, ΠΑΡΑΚΑΛΩ.
(Ο Σιντ βγάζει ένα σπρέι και αρχίζει να γράφει στους τοίχους «ΟΙ ΣΕΞ ΠΙΣΤΟΛΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ». Η Νάνσυ μπαίνει έχοντας διορθώσει το μακιγιάζ της αλλά φαίνεται χειρότερα από πριν).
Λίντα: Νάνσυ, αυτοί είναι οι ...
Νάνσυ: Οι ΣΕΞ ΠΙΣΤΟΛΣ; ΛΑΤΡΕΥΩ τους ΣΕΞ ΠΙΣΤΟΛΣ! Έχω όλους σας τους δίσκους πίσω στο σπίτι στη Νέα Υόρκη. (Γυρίζει προς τον Σιντ). Γεια σου Τζόνυ!
Σιντ: Αυτός εκεί είναι ο Τζον. Εγώ είμαι ο Σιντ.
Νάνσυ: Τζαμάρετε πουθενά απόψε;
Τζον: «Τζαμάρετε πουθενά απόψε;» Ναι, τζαμάρουμε –τρέχει τίποτα;
Νάνσυ: Τότε μπορεί να έρθω να σας δω. Να δω αν είσαστε τόσο σκατά όσο λένε.
Τζον: Είμαστε χειρότεροι από όσο λένε. Είμαστε αποκρουστικοί.
Σιντ: Γαμημένα υπέροχοι είμαστε. Σεξ Πίστολς. Χάρη στον εαυτό σου θα κάνεις.
Τζον: ΒΑΡΕΜΑΡΑ.



(Οδός Μπάκινγχαμ Πάλας. Μεσημέρι. Ο Τζον με τον Σιντ περπατάνε δίπλα-δίπλα. Ο Τζον αγορεύει).
Τζον: Το να είσαι ένας Πίστολ δεν σημαίνει τίποτα απολύτως. Πρέπει να ξέρεις ποιοι είναι οι εχθροί σου. Οι μπασκίνες, η εκκλησία, οι χίππηδες, οι πολιτικοί, οι γαλαζοαίματοι, η πλουτοκρατία. Και το σεξ επίσης. Το σεξ είναι σκέτη αρχιδιά. Εμείς δεν είμαστε οι Ρόλινγκ Στόουνς. Πρέπει να αποφύγουμε το μανιπουλάρισμα από τα ξεφτιλισμένα μπουρζουάδικα μέσα ενημέρωσης...
(Στο μεταξύ ο Σιντ χώνεται πίσω από μια παρκαρισμένη Ρολς Ρόις. Ο Τζον συνεχίζει να περπατάει, μη έχοντας καταλάβει οτι ο Σιντ δεν είναι πλέον δίπλα του).
Τζον: Πρέπει να δείχνεις έντονα την αντίδρασή σου σε όλα αυτά.
(Ο Σιντ έρχεται δίπλα του τρέχοντας. Ο Τζον γυρίζει και τον κοιτάζει. Η Ρολς Ρόις ανατινάζεται πίσω τους).


(Μέσα στον τηλεφωνικό θάλαμο, ο Σιντ κρατάει το ακουστικό στο αυτί της Νάνσι).
Νάνσυ (τσιρίζει): Μάντεψε μαμά! ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΑΜΕ. Εγώ κι ο ΣΙΝΤ. Ο ΣΙΝΤ ΒΙΣΙΟΥΣ, θυμάσαι; Από τους Σεξ Πίστολς! Όχι, δεν είμαι έγκυος! Το κάναμε επειδή αγαπιόμαστε! Είμαστε ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ! Θα τον αγαπήσεις κι εσύ όταν τον γνωρίσεις. Δεν είναι καθόλου όπως τον περιγράφουν οι εφημερίδες! Λοιπόν, τέλος πάντων, γιατί δεν μας στέλνεις ένα ΓΑΜΗΛΙΟ ΔΩΡΟ για τον ΜΗΝΑ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ; Όχι, όχι δεν έχουμε σπίτι ακόμα. Γιατί δεν μας στέλνεις μερικά ΧΡΗΜΑΤΑ; Όχι, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ! Μάλλον έχω κρυώσει λίγο, αυτό είναι όλο. Είναι πολύ αργά εδώ πέρα, νυστάζω κιόλας. Γιατί ΟΧΙ; Είμαι ΕΝΤΕΛΩΣ παντρεμένη! ΕΙΜΑΙ! ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ! ΔΕ ΝΟΙΑΖΕΣΤΕ ΚΑΘΟΛΟΥ ΓΙΑ ΜΕΝΑ! ΑΝ ΔΕΝ ΜΑΣ ΣΤΕΙΛΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΑ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ! ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ!!
(Η Νάνσυ αρπάζει το ακουστικό από τα χέρια του Σιντ και παθαίνει αμόκ. Σπάει τα τζάμια του θαλάμου, κόβει τα χέρια της στα γυαλιά).
Νάνσυ: ΟΙ ΠΟΥΣΤΗΔΕΣ! ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΤΑ ΜΟΥΝΙΑ! Δεν μας στέλνουν ΚΑΘΟΛΟΥ ΧΡΗΜΑΤΑ! Λένε οτι θα τα δώσουμε για ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ!
Σιντ: Αφού για ναρκωτικά θα τα δώσουμε.
Νάνσυ: Δεν έχει σημασία. Δεν με πιστεύουν, η ίδια μου η οικογένεια δεν μου έχει εμπιστοσύνη. Όλοι με ΜΙΣΟΥΝ Σιντ...
Σιντ: Εγώ σ΄αγαπάω Νάνσυ. Το χέρι σου αιμορραγεί.
Νάνσυ: ΩΡΑΙΑ.

Σιντ: Μην τους σκέφτεσαι άλλο Νάνσυ. Είναι απλώς βρωμεροί μπάσταρδοι.
Νάνσυ: Δεν τους κατηγορώ Σίντεϊ. Φοβούνται.
Σιντ (έκπληκτος): Εμένα;
Νάνσυ: Όχι -εμένα. Ήμουνα μεγάλο πρόβλημα γι΄αυτούς από πάντα. Με έδιωξαν απ΄όλα τα σχολεία που πήγα. Τον περισσότερο καιρό δεν ήξερα τι έκανα. Με κλείδωναν στο υπόγειο για να μην τραυματίσω τον αδερφό μου ή την αδερφή μου. Προσπάθησα να σκοτώσω τη μπέιμπισιτερ μου και τη γάτα μου. Προσπάθησα να σκοτώσω τη μάνα μου με σφυρί. Μου έδιναν ΘΟΡΑΖΙΝ όταν ήμουνα εννιά χρονών...
(Ο Σιντ γελάει)
Νάνσυ: Δεν είναι ΑΣΤΕΙΟ Σιντ. Είναι αλήθεια. Προσπάθησα να κόψω τις φλέβες μου όταν έγινα δέκα χρόνων...



(Γουίντερλαντ, Σαν Φρανσίσκο. Η τελευταία συναυλία των Σεξ Πίστολς. Τα μέλη του συγκροτήματος δείχνουν να μισούν ο ένας τον άλλο. Βρίζονται στα παρασκήνια και όσο ανεβαίνουν στη σκηνή. Ο Σιντ παίζει μπάσο χρησιμοποιώντας μόνο τη μια χορδή. Ένα Περουβιανό συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων προσπαθεί να τραβήξει σκηνές ανάμεσα στους οπλισμένους σωματοφύλακες).
Στηβ: Είναι εδώ ο Τζόνυ Ρότεν;
Σιντ: Μπα. Απλά έτυχε να χρησιμοποιήσω αυτό το όνομα μια –δυο φορές, παλιότερα.
Τζον (κλείνει το μικρόφωνο): Πολύ αστείο. Ω, ναι! Αστείο! Το χοντροκομμένο χιούμορ των ηλιθίων πάντα με διασκέδαζε!
Σιντ: Σκάσε και ΤΡΑΓΟΥΔΑ!
(Γελάνε όσο ξεκινάνε να παίξουν το "Πρόμπλεμς").
Τζον (διακόπτοντας την εισαγωγή του τραγουδιού, κοιτάζει το κοινό): Είχατε ποτέ την αίσθηση οτι σας πιάσανε κορόιδα;


(Γραφείο φυλακής. Ο Σιντ στέκεται μπροστά από έναν πάγκο για να πάρει τα πράγματά του. Οι καρποί του είναι μπανταρισμένοι. Πίσω από τον πάγκο κάθονται δυο μπάτσοι, ο ένας νεαρός και τυπικός, ο άλλος γέρος και σοφός).
Νέος μπάτσος (αφήνοντας πράγματα πάνω στον πάγκο): Μια γκοφρέτα. Ένα κομμάτι σπάγκου. Ένα κομμάτι χαρτί.
Γέρος μπάτσος: Κοίτα νεαρέ μου. Ξαναβγαίνεις από τη φυλακή με εγγύηση. Γιατί δεν κάνεις κάτι καλό για τον εαυτό σου; Ξέρω –νομίζεις οτι είσαι πολύ σκληρός... (ψάχνει στα χαρτιά για το κανονικό όνομα του Σιντ) Ρίτσι. Αλλά υπάρχουν εδώ μέσα άντρες, πολύ πιο σκληροί από σένα, που θα παρακαλούσαν να βρίσκονται στη θέση σου τώρα.
Νέος μπάτσος: Έξι σπίρτα. Ένα πακέτο τσιγάρα. Μια πινέζα.
Γέρος μπάτσος: Όταν θα βγεις έξω απ΄αυτή την πόρτα μπορείς να παραμείνεις έξω ή να ξανάρθεις πίσω σε μας.
Νέος μπάτσος: Μια τσίχλα. Ένα εισιτήριο του Μετρό. 67 σεντς σε κέρματα. (Παίρνει ανάσα) Και 540 δολάρια σε μετρητά. Υπογράψτε εδώ παρακαλώ.
(Ο Σιντ υπογράφει και παραχώνει τα πράγματα στις τσέπες του. Δεν έχει ακούσει λέξη από όσα του είπαν οι μπάτσοι).
Γέρος μπάτσος: Τα πάντα εξαρτώνται από σένα νεαρέ. Και δεν βλέπω τίποτα αλυσίδες στα πόδια σου.
(Ο Σιντ γνέψει και ξεκινάει να φύγει σέρνοντας τα πόδια του, σα να είναι αλυσοδεμένος. Οι δυο μπάτσοι κουνάνε τα κεφάλια τους. Στην εξώπορτα ο Σιντ σταματάει και γυρίζει προς το μέρος τους).
Σιντ: Α ναι, να ρωτήσω κάτι...
Γέρος μπάτσος: Τι πράγμα γιε μου;
Σιντ: Από που μπορώ να αγοράσω μια πίτσα;

Λίγα λόγια από τον Άλεξ Κοξ για την ταινία:


Πήρατε πολλά ναρκωτικά για να μπείτε στο κλίμα της ταινίας;

Όχι –γιατί να το κάνουμε αυτό; Μήπως δηλαδή ο Τζον Γουέιν καβάλαγε το άλογο και πυροβολούσε στ΄αλήθεια ινδιάνους για να μπει στο κλίμα των ταινιών του; Μήπως ο Όρσον Ουελς αγόρασε ολόκληρο εκδοτικό συγκρότημα για να μπει στο κλίμα του "ΠΟΛΙΤΗ ΚΕΪΝ";

Ένας γνωστός σκηνοθέτης με είχε ρωτήσει το ίδιο πράγμα: «πόσα φιξάκια χτύπησαν οι ηθοποιοί για να παίξουν στην ταινία;» Το μόνο που μπορούσα να κάνω με τον γερο-ξούρα ήταν να του υπενθυμίσω την ιστορία με τον Ντάστιν Χόφμαν και τον Λόρενς Ολίβιε στα γυρίσματα του "ΜΑΡΑΘΩΝΟΔΡΟΜΟΥ".
Ο Ντάστιν, στην προσπάθειά του να «μπει στον ρόλο» λέει στον Λάρυ οτι θα πάει στον οδοντογιατρό του και θα του ζητήσει να του κάνει σφράγισμα χωρίς αναισθητικό, για να νιώσει πως είναι να σε βασανίζουν με οδοντιατρικό τροχό.
«Ντάστιν», του λέει ήσυχα ο Σερ Λάρυ, «έχεις ποτέ δοκιμάσει ... την ηθοποιία;»

Η ταινία είναι υπέρ ή κατά των ναρκωτικών;

Η ταινία είναι υπέρ ή κατά του έρωτα; Ελπίζω οτι δεν πλασάρει μια εικόνα πολύ θετική κι ανάλαφρη σχετικά με τα πρεζάκια. Ο Γκάρυ και η Χλόε είναι σπουδαίοι ηθοποιοί, οι ερμηνείες τους ήταν καταπληκτικές. Ίσως, σαν σκηνοθέτης να ωραιοποίησα το τέλος. Στην πραγματικότητα, οι ζωές των πρεζονιών είναι πολύ πιο θλιβερές, πολύ χειρότερες.

Από την άλλη βέβαια, υπάρχει αυτό το μοντέλο της πρεζογκόμενας στις μέρες μας –αφίσες εντελώς κατεστραμμένων ατόμων γεμίζουν τα πλαϊνά των λεωφορείων μας στην προσπάθειά τους να πουλήσουν κάνα τζιν παντελόνι. Αυτό με τσαντίζει πάρα πολύ –μαζί με την άλλη προπαγάνδα που κυκλοφορεί (στα κουτιά με το γάλα, στις διαφημίσεις αθλητικών παπουτσιών) και λέει «Μην κάνετε ναρκωτικά, κάντε σπορ». Τα σπορ είναι μακράν χειρότερα από τα ναρκωτικά. Ενθαρρύνουν την κτηνωδία και τη βία σαν μέσα επίλυσης ενός προβλήματος. Ωθούν τα πλήθη να τραγουδούν εθνικιστικούς ύμνους. Ο Ο. Τζέι. Σίμσον είναι ένα αντιπροσωπευτικό προϊόν της αθλητικής βιομηχανίας. Και οι διαφημίσεις αθλητικών παπουτσιών είναι ολέθριες: ενθαρρύνουν κάθε είδους παρανοϊκές συμπεριφορές, επικροτούν την επιτακτική κατανάλωση υπερτιμημένων προϊόντων που παράγονται από σκλάβους. Ο καταναλωτισμός και τα σπορ είναι το ίδιο άσχημα με την μιλιταριστική μανία στην οποία έχουν εθιστεί τα περισσότερα έθνη του πλανήτη.

Αντιθέτως, το κάπνισμα χόρτου ενθαρρύνει τον πασιφισμό, βοηθάει στο να εκτιμήσουμε καλύτερα τα αντικείμενα τέχνης, μας ωθεί στο να τρώμε και να κάνουμε σεξ. Ειδικά στο να κάνουμε σεξ. Κι αυτός είναι, νομίζω, ο λόγος που το κάπνισμα χόρτου απαγορεύεται αυστηρά.

Που βρήκες την Χλόε Γουέμπ και τον Γκάρυ Όλντμαν;


Η Χλόε ήταν θεατρική ηθοποιός κι ο Γκάρυ το ίδιο. Τη Χλόε την συνάντησα στο Λος Άντζελες και τον Γκάρυ τον είδα σε ένα έργο στο Λονδίνο –είχε παίξει και στην τηλεόραση μέχρι τότε. Αναφορικά με τον ρόλο του Σιντ ήμασταν διπλά τυχεροί επειδή ακόμα ένας (άγνωστος τότε) θεατρικός ηθοποιός, ενδιαφερόταν να τον παίξει: ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις.

Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις ήθελε να παίξει τον Σιντ;


Ναι. Και νομίζω οτι θα ήταν πολύ καλός στον ρόλο, επίσης. Έχει αυτή την ικανότητα να δίνει την εντύπωση οτι βάζει πολύ συναίσθημα στους ρόλους του και νομίζω οτι θα χειριζόταν την ρομαντική πλευρά του ρόλου πολύ καλά... Αλλά ο Γκάρυ ήταν αυθεντικό παιδί του Μπέρμονσι –μεγάλωσε στην ίδια περιοχή του Λονδίνου, στον ίδιο κόσμο με τον Σιντ – και καταλάβαινε πολύ καλά τη φιλοδοξία, την αγωνιώδη ανάγκη να ξεφύγεις από το Νότιο Λονδίνο με οποιοδήποτε κόστος...

Είδες τους Σεξ Πίστολς στην τελευταία τους περιοδεία;


Όχι αν και σχεδίαζα να το κάνω. Ήμουνα στο Μεξικό ολοκληρώνοντας το "Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΥΞΙΔΑ" και οι Πίστολς είχαν προγραμματίσει να δώσουν μια συναυλία εκεί. Θα ήταν πραγματικά περίεργο θέαμα, οι Πίστολς να παίζουν σ΄ένα τεράστιο στάδιο για ένα κοινό γιάπηδων και 10 Μεξικάνους πάνκηδες το πολύ, 20 χρόνια μετά... Αλλά τελικά το ακύρωσαν.

Δεν υπάρχουν πάνκηδες στο Μεξικό;


Πολύ λίγοι. Οι Μεξικάνοι έχουν να αντιμετωπίσουν πολλές φυσικές καταστροφές και άλλα τραγικά γεγονότα. Θα έμοιαζε σκέτος παραλογισμός το να προσπαθείς να εκφράσεις την καλλιτεχνική σου άποψη κυκλοφορώντας τριγύρω σε στυλ «βομβαρδισμένο τοπίο». Επειδή υπάρχει τρομερή φτώχεια και καταστολή εκεί πέρα –η τέχνη είναι περισσότερο ενεργητικά πολιτικοποιημένη.

Πως φάνηκε η ταινία στον Τζόνυ Ρότεν;


Τη μίσησε. Το οποίο είναι κατανοητό, αφού η ταινία βασίζεται σε γεγονότα της ζωής του και επικεντρώνεται σε έναν από τους φίλους του.

Αλλά, ταυτόχρονα, ήταν πολύ γενναιόδωρος με την παραγωγή. Εκείνος κι εγώ είχαμε μια όμορφη συνάντηση στο μπαρ του Μέιφεαρ της Νέας Υόρκης και συζητήσαμε για το σενάριο ανάμεσα σε ατέλειωτα Σι Μπριζ. Κι επίσης κάλεσε τον Άντριου Σκόλφινλτ που έπαιζε τον Τζόνυ Ρότεν στην ταινία, τον κάλεσε από το Λίβερπουλ στη Νέα Υόρκη για να τον μελετήσει καλύτερα.

Ο Τζον ξενάγησε τον Ντριου σε όλες τις αίθουσες τέχνης που λειτουργούσαν στην πόλη και προσπάθησε να τον πείσει να παίξει τον ρόλο του Τζόνυ Ρότεν σε στυλ «αλάνι από το Λίβερπουλ». Φυσικά, δε έγινε κάτι τέτοιο τελικά. Ούτε ο Ντριου ούτε εγώ μπορούμε να θυμηθούμε περισσότερες λεπτομέρειες από τη συνάντησή μας με τον κύριο Λάιντον, μάλλον λόγω των υπερβολικών ποσοτήτων Σι Μπριζ που καταναλώσαμε.



Τι σκέφτεσαι για την ταινία τώρα;


Αν και νομίζω οτι προβάλλαμε πολύ την συναισθηματική πλευρά της υπόθεσης, χαίρομαι που κάναμε την ταινία. Επειδή στα μέσα του ’80 υπήρχε ο φόβος οτι θα κυκλοφορήσει μια ταινία σχετικά με τον Σιντ και τη Νάνσυ –θα πρωταγωνιστούσε η Μαντόνα και ο Ρούπερτ Έβερετ και θα είχε χρηματοδότηση από το Χόλυγουντ.... Αυτό ήταν πριν ο Ρούπερτ Έβερετ γίνει καλός ηθοποιός. Ένιωσα λοιπόν την υποχρέωση να κοντράρω αυτή την παραγωγή των μεγάλων στούντιο, φοβούμενος οτι θα ήταν πολύ χειρότερη από τη δική μου ταινία.

...Εκτός των άλλων με είχε εντυπωσιάσει τότε εκείνη η σκηνή που έστησε η Άμπι Γουλ –με τον Σιντ και τη Νάνσυ να φιλιούνται σε ένα σοκάκι ενώ τριγύρω τους έβρεχε σκουπίδια. Αυτή έστησε τη συγκεκριμένη σκηνή κι ο Ρότζερ την τράβηξε, όταν χάσαμε μια τοποθεσία την τελευταία στιγμή και χρειαζόμασταν ένα μέρος για να γυρίσουμε μια «γέφυρα». Οι Πρέι φορ Ρέιν βρήκαν εκείνο το καταπληκτικό μουσικό θέμα που χρησιμοποιήθηκε και στα ντέμο της ταινίας.

Η φωτογραφία από αυτή τη σκηνή χρησιμοποιήθηκε και στην αφίσα της ταινίας.


Την Αμερικάνικη αφίσα, ναι. Κι αν συγκρίνεις την αφίσα με την κανονική σκηνή θα δεις οτι αυτό που φαίνεται στην αφίσα δεν είναι οι γάμπες της Χλόε Γουέμπ! Οι γάμπες της Χλόε Γουέμπ είναι φανταστικές αλλά δεν ήταν επαρκείς για τους διαφημιστές. Φωτογράφισαν λοιπόν τις γάμπες μιας ΚΟΥΚΛΑΣ ΜΠΑΡΜΠΙ για την αφίσα. Το οποίο είναι σκέτη ειρωνεία, επειδή η Νάνσυ διαμαρτύρεται στην ταινία οτι οι γάμπες της δεν θα γίνουν ποτέ σαν της Μπάρμπι!

Τρίτη, Απρίλιος 21, 2009

3. Ποταμίσια απόνερα

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.


Δεν ξεκίνησε καλά η μέρα, φλέβες ξυλοκόποι έπιασαν δουλειά από νωρίς στα μηνίγγια μου, στριφογύρισα στα σεντόνια μπας και μπερδευτούν –σύντομα παραιτήθηκα, το πήρα απόφαση. Υπάρχει κάτι ζωντανό μέσα στο κεφάλι μου, αδύναμο ακόμα, ύπουλο –κρύβεται και περιμένει να κοιμηθώ, τότε πετάγεται και μου τρώει το μυαλό. Τρέφεται από τις αναμνήσεις μου, ξυπνάω όλο και πιο παράλυτος. Με το πέρασμα του χρόνου.

Χαιρέτησα τον άντρα με τα πεθαμένα μάτια στον καθρέφτη, είχα αρχίσει να τον συνηθίζω, μπορεί και να σφύριζα ανέμελα αν θυμόμουν κάποιο τραγούδι, την ώρα που άνοιγα τη βρύση για να πλυθώ. Ναι, μπορεί και να σφύριζα αν δε με προλάβαινε το κλαψούρισμα της βρύσης. Περίμενα λίγο, ακούγοντας τον αέρα να βολοδέρνει στις σωληνώσεις μέχρι που σιγουρεύτηκα οτι δεν υπήρχε περίπτωση να έρθει νερό. Το σάλιο ξεράθηκε στο στόμα μου.

Στην τραπεζαρία είχε παράξενη ησυχία, ήταν οι περισσότεροι εκεί μέσα, έτρωγαν ανόρεχτα, απαντούσαν μονολεκτικά. Ή με νοήματα. Κάθισα δίπλα στον Μάρκο, οι υπόλοιποι της παρέας του δεν φαίνονταν τριγύρω. Έπινε αργά ένα ποτήρι νερό.
«Εμφιαλωμένο έτσι;» έδειξα το ποτήρι.
«Τι άλλο;» μόρφασε. «Δεν τους φτάνανε όλα τ΄άλλα, μας κόψανε και το νερό!»
Μπερδεύτηκα λίγο.
«Ποιους εννοείς;»
«Πήγαινε στο παράθυρο και θα δεις», είπε ο Μάρκος.
Αυτό ακριβώς έκανα. Εντάξει, δεν μπορώ να πω οτι δεν το περίμενα, αλλά η θέα των κρεμασμένων στο δέντρο μου δίπλωσε το στομάχι. Δεν έβλεπα τα πρόσωπά τους, όμως σκεφτόμουν οτι τουλάχιστον ο Παναγιώτης γλίτωσε την επιθανάτια αγωνία λόγω βλακείας. Κάτι έμοιαζε να κινείται πίσω από το δέντρο, φαίνεται οτι οι χωρικοί είχαν αφήσει μερικούς φρουρούς, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο.
Ένα χέρι άρπαξε τον ώμο μου. Γύρισα αργά.
«Ο θείος θέλει να ανέβεις πάνω», είπε ο Γιούρι.
«Να πιω καφέ πρώτα», ζήτησα.
«Έχει καφέ πάνω», μούγκρισε ο Γιούρι.
Τον ακολούθησα λοιπόν, ψάχνοντας με το βλέμμα μπας και πετύχω πουθενά στο σαλόνι τον Στέφανο. Δεν κατόρθωσα να τον εντοπίσω.

«Καλημέρα...», χαμογέλασε εγκάρδια ο θείος Χάρης.
«Άρη με λένε», τον πληροφόρησα.
«Όπως και να΄χει –καλημέρα!» ξεκαρδίστηκε ο θείος Χάρης.
Το δωμάτιό του έδειχνε τακτοποιημένο, για την ακρίβεια ήταν δυο συνεχόμενα δωμάτια με ενδιάμεση πόρτα –κάθισα στην πολυθρόνα απέναντί του και περίμενα.
«Λοιπόν; Που είχαμε μείνει;» αναρωτήθηκε ο θείος Χάρης.
«Στο οτι δεν έχω πιει ακόμα καφέ», μουρμούρισα.
«Βανέσα! Φέρε καφέ στον κύριο Άρη», φώναξε, δείχνοντας κατάπληκτος από την παράλειψη.
Μπήκε τότε μια πανύψηλη ξανθιά, άφησε μπροστά μου καφέ, κουλουράκια, νερό –ένιωσα πραγματική ευγνωμοσύνη. Η ξανθιά εξαφανίστηκε αθόρυβα.
«Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά», ψιθύρισε ο θείος Άρης. «Πίστευα οτι θα ξεμπερδεύαμε μαζί τους δίνοντας εκείνους τους δυο ηλίθιους....»
Περίμενα να συνεχίσει όσο εκείνος με περίμενε να μιλήσω.
«Έχουμε κι άλλα προβλήματα εκτός από το νερό», του είπα.
Μισόκλεισε τα μάτια δείχνοντας ενδιαφέρον.
«Δεν ξέρουμε μέχρι πότε θα δουλεύουν οι γεννήτριες στους καταψύκτες, αν και, με τη μανία που έχει πιάσει τους περισσότερους να αρπάζουν τρόφιμα και να τα κρύβουν στα δωμάτιά τους σε λίγο δεν θα χρειάζονται καταψύκτες».
«Τι προτείνετε λοιπόν;» χαμογέλασε ενθαρρυντικά ο θείος Άρης.
Σήκωσα τους ώμους.
«Γιατί θα πρέπει να προτείνω κάτι;» αναρωτήθηκα.
«Επειδή είσαστε λογικός άνθρωπος και ιδιαίτερα παρατηρητικός. Τέτοιοι άνθρωποι έχουν πάντα τις καλύτερες ιδέες», απάντησε εκείνος.
«Οι ιδέες είναι εύθραυστες, ειδικά όταν υπάρχουν όπλα τριγύρω», του εξήγησα.
Γέλασε, δείχνοντας να εκτιμά το καλαμπούρι μου.
«Μην σας απασχολούν αυτά», είπε απλά.
«Πως δηλαδή; Εσείς θα έχετε τα όπλα κι εμείς θα ενεργούμε υπό την προστασία σας;» απόρησα.
«Βλέπετε άλλη λύση;» ενδιαφέρθηκε να μάθει.
«Τα όπλα ποτέ δεν υπήρξαν λύση», είπα σταθερά. «Αν καθίσουμε όλοι μαζί εκεί κάτω κι αποφασίσουμε κάποια πράγματα...»
Ξεκαρδίστηκε.
«Τι ρομαντικός που είστε! Συζητήσεις, ψηφοφορίες, συναίνεση... Αυτά δεν οδηγούν πουθενά».
Σηκώθηκα πίνοντας γρήγορα τον υπόλοιπο καφέ μου.
«Αν αυτά δεν οδηγούν πουθενά, τότε δεν έχει νόημα η κουβέντα μας. Κατεβείτε κάτω, δώστε τις εντολές σας κι αν κανένας τολμήσει να φέρει αντίρρηση –πυροβολήστε τον. Δεν θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε...»
«Ακόμα κι αυτό, στην ανάγκη....» μουρμούρισε ο θείος Χάρης.
«Εντάξει, αλλά μην υπολογίζετε σε μένα», είπα ήρεμα.
Ο Γιούρι μου έκανε χώρο για να βγω από το δωμάτιο κι όσο κατέβαινα τις σκάλες σκεφτόμουν οτι θα έπρεπε να αναπροσαρμόσω τις προσδοκίες μου περί συμμαχιών. Επειδή, έτσι όπως το πήγαινα, σε λίγο θα βρισκόμουν κρεμασμένος στο δέντρο, κοινή συναινέσει.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες, έπεσα πάνω στον Στέφανο.
«Που ήσουνα;» ρώτησε αγχωμένος.
«Έπινα καφέ με τον θείο», του είπα.
Με κοίταξε περιμένοντας τη συνέχεια, αλλά δεν είχα τίποτα να του πω.
«Τι έγινε με το νερό;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Έχουν σκάψει έξω από το ξενοδοχείο, βρήκαν τη σωλήνα και την αποσύνδεσαν. Αν κοιτάξεις από το πλαϊνό παράθυρο, θα δεις τη λακκούβα –αυτό μάλλον θέλουν κι εκείνοι. Να βλέπουμε το νερό να τρέχει...»
«Εντάξει, καλά κάνουν. Υπάρχουν τίποτα εργαλεία, να ξανασυνδέσουμε τη σωλήνα;» ρώτησα.
Μου έδειξε δίπλα στην πόρτα, ένα βαλιτσάκι.
«Ωραία», είπα εγώ.
«Θα βγεις έξω;» με ρώτησε.
«Βλέπεις καμιά περίπτωση να το φτιάξουμε από εδώ μέσα;» απόρησα.
Τον χτύπησα στην πλάτη φιλικά και ξεκίνησα. Κάποιος έπρεπε να κάνει τη δουλειά κι αν αυτό ήταν επικίνδυνο, τόσο το χειρότερο για μένα. Έτσι όπως είχε γίνει η κατάσταση, δεν είχαμε πολλές ελπίδες μέσα στο ξενοδοχείο χωρίς νερό. Κι εγώ δεν ήμουν ιδιαίτερα αγαπητός –καλύτερα λοιπόν να έπαιρνα το ρίσκο. Σήκωσα το βαλιτσάκι, βγήκα έξω βιαστικός, λόγω φόβου.

Έσκυψα το κεφάλι για να προστατέψω τα μάτια μου από τον ήλιο, γι΄αυτό δεν θα μπορούσα να διακρίνω τους ανθρώπους πίσω από το δέντρο. Κι ο ήλιος μου την έφερε πούστικα, ήταν κρυμμένος πίσω από κάτι αραιά σύννεφα, περίμενε να ξεθαρρέψω –όταν το έκανα, πετάχτηκε και με τύφλωσε. Οι άνθρωποι πίσω από το δέντρο παρέμεναν αόρατοι.
Στάθηκα λοιπόν στη μέση του ξέφωτου, άφησα το βαλιτσάκι στο χώμα και σήκωσα τα χέρια ψηλά.
«ΜΕ ΛΕΝΕ ΑΡΗ, ΨΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ», φώναξα. Έψαχνα και για μια γυναίκα, αλλά αυτό αποφάσισα να μην το πω, επειδή, όπως και να ΄χε, οι άνθρωποι ήταν πολύ μακριά για να με ακούσουν. Ξανασήκωσα το βαλιτσάκι και προχώρησα.

Τα πόδια μου βούλιαξαν στη λάσπη, θύμωσα πολύ, επειδή πάντα με ενοχλούσε το σπαταλημένο νερό. Αν έβλεπα βρύση να τρέχει, πήγαινα ασυναίσθητα και την έκλεινα –από μικρό παιδί –κάποιο υποσυνείδητο δέσιμο με το νερό, τρέχα γύρευε. Γονάτισα, κοίταξα καλύτερα τη σωλήνα –ευτυχώς δεν την είχαν σπάσει. Μόνο το χοντρό δαχτυλίδι είχαν λασκάρει πάνω στην ένωση, έχασκαν οι δυο άκρες ξεδοντιασμένες. Πίεσα, ρίχνοντας το βάρος μου για να τις φέρω στην ευθεία, δεν ήταν και πολύ εύκολο. Εκείνη τη στιγμή έσκασε δίπλα μου η πρώτη πέτρα ανατινάζοντας το λιμνασμένο νερό. Κοίταξα προς το δέντρο, οι άνθρωποι είχαν βγει στο ξέφωτο, μέτρησα πέντε εκεί πέρα, οι τρεις με σημάδευαν παίρνοντας φόρα. Έσκυψα το κεφάλι, συνέχισα τη δουλειά μου. Δυο ακόμα πέτρες πλατσούρισαν κοντά μου, όμως οι επόμενες δυο με πέτυχαν. Στον ώμο και στο πλευρό. Πόνεσα, αναγκάστηκα να δουλέψω πιο γρήγορα, πίεσα τις δυο άκρες απεγνωσμένα, κάτι κατάφερα. Μια πέτρα με βρήκε στο μέτωπο, αναστέναξα. Αλλά συνέχισα.

Τότε άκουσα παπούτσια να χτυπάνε στις πέτρες, άνθρωποι έτρεχαν, σήκωσα το κεφάλι, από το ξενοδοχείο έρχονταν κάποιοι προς το μέρος μου. Οι πέτρες σταμάτησαν κι έτσι μπόρεσα να φέρω τις άκρες σε ευθεία, τώρα έμενε μόνο να σφίξω το δαχτυλίδι. Έσταζα από παντού αλλά δε με ενοχλούσε ιδιαίτερα.
«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Στέφανος.
Στέκονταν από πάνω μου μαζί με την Ελβίρα και τη Θάλεια. Χαμογέλασα, συνέχισα τη δουλειά μου.

Σε λίγο το νερό σταμάτησε να τρέχει, ξέπλυνα προσεκτικά την ένωση, δεν φαινόταν να υπάρχει κάποια διαρροή. Σηκώθηκα με τα γόνατα μουδιασμένα, περπάτησα προσεκτικά.
«Έχεις αίματα!» φώναξε η Θάλεια.
«Δεν είναι τίποτα», είπα.
Ακίνητοι και οι τρεις τους με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος –κοίταζαν τους χωρικούς που οπισθοχωρούσαν προς το δέντρο των κρεμασμένων.
«Πάμε να φύγουμε», είπα.
Με ακολούθησαν αμίλητοι.

Στο σαλόνι του ξενοδοχείου πολλοί μας υποδέχτηκαν ζητωκραυγάζοντας, άρχισα να κρυώνω, το νερό έκανε τα πράγματα χειρότερα, πονούσα αρκετά από τα χτυπήματα πλέον.
«Πρέπει να μιλήσουμε», είπε η Ελβίρα αγκαλιάζοντάς με.
«Εντάξει», είπα άψυχα.
Καλύτερα να ξεμπερδεύαμε όσο πιο γρήγορα γινόταν, είχα ανάγκη να χωθώ στο κρεβάτι μου και να μείνω έτσι μέχρι να νυχτώσει. Καθίσαμε σ΄ένα απόμερο τραπέζι.
«Θα πρέπει να σου πω ευχαριστώ εκ μέρους όλων...» άρχισε η Ελβίρα.
«Έχεις αυτή τη συνήθεια να μιλάς εκ μέρους όλων», σχολίασα.
Η Ελβίρα στηρίχτηκε στο τραπέζι.
«Κι εσύ γουστάρεις συνεχώς καυγάδες άνευ λόγου!» τσίριξε.
Ένιωθα αδύναμος, μάλλον η αιμορραγία...
«Κοίτα –δεν υπάρχει λόγος για όλα αυτά. Ας ξεμπερδεύουμε μια κι έξω. Δεν τα πάω καλά με τους ανθρώπους, θα το έχεις καταλάβει –δεν έχω καμιά διάθεση να μπω μπροστά, να ξεχωρίσω, να οδηγήσω... ‘Για να οδηγήσεις τους ανθρώπους, θα πρέπει να έχεις κάπου να πας΄ άκουσα να λένε, δεν θυμάμαι που το άκουσα... δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι οτι σκοπεύω να κρατηθώ ζωντανός όσο γίνεται περισσότερο, δεν ήρθα για διακοπές σ΄αυτό το ξενοδοχείο, ψάχνω την κόρη μου και ... τέλος πάντων. Αυτό που λέω είναι οτι δεν θα κοντράρω στις διαθέσεις σου, θα μείνω στην άκρη και θα κάνω ότι νομίζεις. Αν έχω αντιρρήσεις θα στις αναφέρω τετ α τετ, σύμφωνοι;»
Με κοίταξε καχύποπτα. Δεν είχα καμιά όρεξη για καινούργιες κόντρες.
«Ξεκίνα να τους οργανώνεις, τα καταφέρνεις καλύτερα απ΄όλους μας», την παρότρυνα.
«Δεν είναι τόσο εύκολο πλέον... Είναι αυτοί οι τύποι με τα όπλα...» μουρμούρισε.
«Άσε τον θείο Χάρη σε μένα», είπα.
«Προσπαθείς να επιβληθείς; Από τη μια δηλώνεις πρόθυμος να με ακολουθήσεις κι από την άλλη μου δίνεις εντολές;» χτύπησε το χέρι εκνευρισμένη η Ελβίρα.
«Εντάξει, ότι νομίζεις... Λέω τώρα να ξαπλώσω λίγο, κάνε οτι σου κατέβει με τον θείο Χάρη κι ενημέρωσέ με όταν με χρειαστείς», έκανα κουρασμένα.
Σηκώθηκα να φύγω αλλά ένιωθα πιο αδύναμος από τουμπαρισμένο μπάμπουρα.
«Και δηλαδή τι σκεφτόσουν να κάνεις εσύ;» ρώτησε κάπως πιο ήσυχα η Ελβίρα.
«Να πάω και να τους ζητήσω τα όπλα... κάτι τέτοιο», είπα εγώ.
Εκείνη γέλασε.
«Τότε θα σε σκοτώσουν», σχολίασε ανάλαφρα.
«Και δεν χαίρεσαι; Κέρδος θα έχεις! Ένας λιγότερος, πολλοί αγανακτισμένοι», της εξήγησα.
Μετά έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να μην καταρρεύσω μπροστά σε τόσο κόσμο.

Ξύπνησα μέσα στον ιδρώτα. Το κεφάλι μου είχε πάρει φωτιά, αλλά θυμόμουν κάποιο γυναικείο χέρι –λεπτό, απαλό χέρι –που δρόσιζε το μέτωπό μου με βρεμένες κομπρέσες, ώρες ολόκληρες, ακούραστα. Ξύπνησα μέσα στον ιδρώτα. Το κεφάλι μου έκαιγε και κανένας δεν ήταν τριγύρω, κανένα γυναικείο χέρι –ακούμπησα την πληγή, μόνο ξεραμένο αίμα. Και πυρετός, πυρετός που ράγιζε τα κόκαλά μου, ήθελα να βάλω τα κλάματα στην αγκαλιά της μάνας μου αλλά δεν νομίζω οτι είχα ποτέ μάνα. Ίσως κάποτε –παλιά. Τότε που οι άνθρωποι χαμογελούσαν στα ανοιχτά παράθυρα και λέγανε «καλημέρα», «καλησπέρα», «όλα καλά».

Σηκώθηκα λοιπόν παραπατώντας, άνοιξα τη βρύση για να σιγουρευτώ οτι είχαμε ακόμα νερό. Μετά, χώθηκα στο ντους κι έμεινα ακίνητος μέχρι να νιώσω καλύτερα. Έξω έπεφτε σκοτάδι διάτρητο, έστησα αυτί, κάτι ούρλιαζε παραπονεμένα σαν ξαναμμένη γάτα. Ντύθηκα με πολύ κόπο και κατέβηκα τις σκάλες.

«... θα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Μόνο όσοι μαγειρεύουν θα έχουν πρόσβαση στους καταψύκτες –σύμφωνοι; Είπαν κάποιοι οτι πρέπει να βρούμε τρόπους για να πιάσουμε ψάρια, υπάρχουν και κάτι χόρτα γύρω από το ξενοδοχείο, ίσως να τρώγονται, ξέρει κανείς από χόρτα;» η Ελβίρα κοίταξε τους συγκεντρωμένους στην τραπεζαρία, περιμένοντας απάντηση.
«Συγνώμη που άργησα», απολογήθηκα.
«Κάθισε, δεν πειράζει», χαμογέλασε η Ελβίρα. «Λέγαμε εδώ πέρα οτι πρέπει να οργανωθούμε στο ζήτημα του φαγητού αν θέλουμε να επιβιώσουμε. Ήδη κάποιοι ανέλαβαν να μαγειρεύουν, αλλά πρέπει να εξασφαλίσουμε τροφή για την περίπτωση που θα τελειώσουν οι προμήθειες στους καταψύκτες και δεν θα έχει παρουσιαστεί κανένας να μας πάρει από το ξενοδοχείο...»
«Δεν είμαι σίγουρος οτι θα έρθει ποτέ κανένας να μας πάρει και αν ακόμα εμφανιστούν, δεν θα είναι για να μας πάρουν από εδώ πέρα...» μουρμούρισε ο Στέφανος.
«Τότε γιατί;» αναρωτήθηκε η Θάλεια.
«Δεν ξέρω... ίσως για να σιγουρευτούν οτι πεθάναμε», είπε σιγά ο Στέφανος.
«Δεν βγαίνει άκρη με όλα αυτά», είπα εγώ.
«Σωστά!» συμφώνησε η Ελβίρα. «Ας δούμε πως θα επιβιώσουμε, αυτό προέχει».
«Εγώ αρνούμαι να δουλεύω όσο κάποιοι άλλοι κάθονται», πετάχτηκε η Αργυροπούλου.
«Εννοείς τους....» έδειξε κατά τις σκάλες ο Μάρκος.
«Κι αυτούς», απάντησε η Αργυροπούλου κοιτάζοντάς με.
«Όλοι θα δουλέψουμε», είπε η Ελβίρα. «Όσοι ξέρουν, θα μαγειρεύουν –οι υπόλοιποι θα βγουν για αναζήτηση τροφής».
«Το χώμα είναι υγρό, λόγω της θάλασσας. Λέω να δοκιμάσουμε μήπως μπορούμε να διατηρήσουμε τρόφιμα σε λάκκους εδώ γύρω –για την περίπτωση που μείνουν από ρεύμα οι καταψύκτες», πρότεινε ο Στέφανος.
«Καλή ιδέα», είπε η Ελβίρα.
«Και ποιος θα προσέχει τα τρόφιμα;» ρώτησε η Κατερίνα.
«Αυτοί που θα μαγειρεύουν», διευκρίνισε η Ελβίρα.
«Δε γίνεται να μαγειρεύουμε και να φυλάμε σκοπιές ταυτόχρονα!» πετάχτηκε ο Μάρκος.
«Μη σας απασχολεί η φύλαξη. Όποιος αποπειραθεί να κλέψει τρόφιμα θα πυροβολείται επιτόπου», ακούσαμε τη φωνή από τις σκάλες.
Κοιτάξαμε ταυτόχρονα.
Ο θείος Χάρης κατέβαινε με αργό βήμα, χαμογελαστός. Πίσω του ερχόταν ο Γιούρι. Στράφηκα στην Ελβίρα για να δω πως θα το χειριστεί.
«Δε νομίζω οτι...» ξεκίνησε να λέει.
«Αγαπητή μου, ποιος ο λόγος να περιπλέκουμε τα πράγματα;» αναρωτήθηκε ο θείος Χάρης. «Είμαστε εδώ και πρέπει να επιβιώσουμε, αυτό ενέχει κινδύνους... κυρίως εξωτερικής φύσεως», έδειξε έξω από το παράθυρο, προς το δέντρο των κρεμασμένων. «Εγώ είμαι πλέον πολύ γέρος για να βοηθήσω σε πρακτικές εργασίες, αλλά ο Γιούρι είναι ακόμα νέος. Ας μεγιστοποιήσουμε το όφελος παίρνοντας από καθέναν σύμφωνα με τις δυνατότητές του –αν βάλετε τον Γιούρι να μαγειρέψει το πιθανότερο είναι να πεθάνετε από δυσεντερία, αν τον βάλετε να μαζέψει χόρτα ελλοχεύει ο κίνδυνος της δηλητηρίασης κι αν τον βάλετε να ψαρέψει ... αφήστε το καλύτερα. Το μόνο που ξέρει να κάνει ο Γιούρι είναι να προστατεύει, ας προστατεύσει λοιπόν τις προμήθειές μας», είπε ο θείος Χάρης πλησιάζοντάς μας αργά.
Οι υπόλοιποι έδειξαν να συμφωνούν. Η Ελβίρα έμοιαζε μπερδεμένη. Κοιταχτήκαμε.
«Υπάρχει ένα πρόβλημα εδώ», είπα ήσυχα. Ο θείος Χάρης κατάφερε να κρύψει τον εκνευρισμό του γυρίζοντας μονοκόμματα προς το μέρος μου. «Δεν ξέρω αν οι χωρικοί είναι εχθρικοί... όπως και νάχει, δεν θέλουμε άλλους νεκρούς. Εσείς έχετε τα όπλα, όμως είναι άχρηστα επειδή δεν βρίσκεστε σε θέση να μας απειλήσετε. Θα πρέπει να είμαστε όλοι ζωντανοί αν θέλουμε να επιβιώσουμε –οι πιθανότητές μας θα μειώνονται όσο λιγοστεύουμε. Αν θέλει ο Γιούρι να φυλάει τις προμήθειες ας το κάνει άοπλος και όσοι μαγειρεύουν θα φυλάνε τον Γιούρι. Αυτό προτείνω».
«Και η κοπέλα που είναι μαζί σας, σε κάτι θα μπορεί να βοηθήσει... μαγείρεμα ίσως;» πετάχτηκε ο Μάρκος.
«Η Βανέσα;» γέλασε ο θείος Χάρης. «Η Βανέσα είναι καλλιτέχνης!»
Τον κοιτάξαμε απορημένοι.
«Τέλος πάντων», είπε. «Θα στείλω τη Βανέσα να βοηθήσει αυτούς που μαγειρεύουν...»
«Τα όπλα», επέμεινα.
«Θα σας πρότεινα να μην ασχοληθείτε άλλο με αυτά», μου απάντησε ο θείος Χάρης.
«Αυτό μοιάζει με απειλή και όπως σας εξήγησα δεν είσαστε σε θέση να απειλείτε. Με χρειάζεστε ζωντανό και επειδή το ξέρω αυτό -δεν φοβάμαι», χαμογέλασα.
Ο Γιούρι έφτασε δίπλα μου αστραπιαία και με χαστούκισε. Τον κοίταξα κατάματα –αυτός φοβόταν. Χαμογέλασα.
«Ευχαριστήθηκες;» τον ρώτησα.
Ο Γιούρι με ξαναχτύπησε, πιο δυνατά, αλλά το περίμενα.
«Τέλειωνε», τον παρότρυνα.
Μετά έκανα λίγο στην άκρη και κοίταξα τον θείο Χάρη.
«Λοιπόν;» τον ρώτησα ήρεμα.
«Ζήτα συγνώμη από τον κύριο, τώρα αμέσως!» φώναξε εκείνος στον Γιούρι.
Σταύρωσα τα χέρια στο στήθος περιμένοντας. Δεν έγινε τίποτα.
«Άκουσες τι είπα;» φώναξε ο θείος Χάρης.
«Συγνώμη», είπε ο Γιούρι κι απομακρύνθηκε αργά.
«Δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε τα όπλα εναντίον κανενός», είπε ήρεμα ο θείος Χάρης. «Αλλά δεν έχω καμιά διάθεση να τα αφήσω στα χέρια άσχετων».
Οι υπόλοιποι έδειξαν ανακουφισμένοι, φαινόταν να έχει λυθεί το θέμα. Για την ώρα. Η Ελβίρα έμοιαζε σκεφτική, αλλά πιο ήρεμη πλέον.
«Καλή σας νύχτα», ευχήθηκε ο θείος Χάρης φεύγοντας.

Πήγα στο μηχάνημα των τσιγάρων και τράβηξα ένα καινούργιο πακέτο, ευτυχώς ήμασταν λίγοι οι καπνιστές εδώ μέσα. Μετά κάθισα όσο μπορούσα μακρύτερα από την Ελβίρα και τις γυναίκες της, συνωμοτούσαν στην άκρη της τραπεζαρίας χειρονομώντας νευρικά, δεν ήθελα να έχω καμιά σχέση. Διαμορφώνονταν δυο πόλοι ανάμεσά μας, η Ελβίρα από τη μια κι ο θείος Χάρης από την άλλη –το αλισβερίσι ανάμεσα στην πειθώ και τη βία θα μας οδηγούσε αναπόφευκτα σε καθημερινή σχοινοβασία, χώθηκα στην αναπαυτική πολυθρόνα της ρεσεψιόν σκεφτικός. Ο Στέφανος με πλησίασε διστακτικά, του έκανα νόημα να καθίσει.
«Της έσωσες τον κώλο προηγουμένως», μουρμούρισε δείχνοντας την Ελβίρα.
«Δε μου αρέσει να χρωστάω», απάντησα.
«Που το κατάλαβες οτι ήταν δική της ιδέα να έρθουμε έξω;» αναρωτήθηκε.
«Ποιου άλλου θα μπορούσε να είναι δηλαδή;» αναρωτήθηκα με τη σειρά μου.
Έδειξε να ενοχλείται αρκετά από αυτό που είπα.
«Δεν αμφιβάλω οτι εσύ θα είχες όλη τη διάθεση να μου σταθείς εκεί έξω, απλά, η μανία της για αρχηγηλίκι είναι τέτοια που σίγουρα σου στέρησε κάθε περιθώριο...» εξήγησα.
«Έτσι ακριβώς!» απάντησε ανακουφισμένος.
Αλλά δεν ήταν αυτό που είχε έρθει να μου πει.
«Τις προάλλες...» ξεκίνησε διστακτικά.
Του έκανα νόημα να συνεχίσει.
«Λοιπόν, αλήθεια δεν θυμάσαι ποιος είσαι;» ρώτησε κοιτάζοντάς με εξεταστικά.
Άναψα τσιγάρο αποφεύγοντας να μιλήσω.
«Εντάξει, όταν το είπες παραξενεύτηκα, αλλά μετά συνειδητοποίησα οτι όλοι μας έχουμε ξεχάσει... Ή σχεδόν όλοι, δεν είμαι σίγουρος... Ας πούμε, εγώ δεν θυμάμαι τι δουλειά έκανα πριν γίνουν όλα αυτά, δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε γιατί βρέθηκα στο ξενοδοχείο... Ήρθα για διακοπές; Βρέθηκα εδώ από ανάγκη; Που πήγαινα; Δεν θυμάμαι τίποτα», είπε μπερδεμένος ο Στέφανος.
«Μάλλον περάσαμε κάποιο σοκ –μεγάλο σοκ –γι΄αυτό έχουμε απώλεια μνήμης», προσπάθησα να το εξηγήσω.
«Κάπως έτσι θα είναι», μουρμούρισε. «Είχα μιλήσει με τους κυνηγούς, ξέρεις, τότε που πήγαν να ελέγξουν τον δρόμο...», έσκυψε προς το μέρος μου επιφυλακτικά, «δεν αναρωτήθηκες γιατί κρέμασαν εκείνο τον άνθρωπο;»
Σήκωσα τους ώμους.
«Βρήκαν πολλούς σκοτωμένους στις τρύπες του δρόμου και τριγύρω από τα χαντάκια... Μου είπαν οτι μόνο από τις διαστάσεις μπορούσαν να ξεχωρίσουν άντρες, γυναίκες ή παιδιά –ήταν όλοι τους παραμορφωμένοι άσχημα... Οι κυνηγοί έλεγαν οτι το έκαναν οι χωρικοί, γι΄αυτό κρέμασαν τον πρώτο που πλησίασε το ξενοδοχείο...» είπε ο Στέφανος.
«Και γιατί δεν το είπαν στους υπόλοιπους;» ρώτησα.
Ήταν η σειρά του να σηκώσει τους ώμους.
«Μάλλον για να μην τους τρομοκρατήσουν περισσότερο», απάντησε.
«Εσύ τι πιστεύεις; Οι χωρικοί σκότωσαν τους ανθρώπους εκεί πέρα;»
Μετακινήθηκε νευρικά στην καρέκλα του.
«Το θέμα δεν είναι τι πιστεύω εγώ», είπε. «Η δική σου γνώμη μετράει περισσότερο, λόγω εμπειρίας...»
Με μπέρδεψε κάπως αυτό.
«Γίνε πιο συγκεκριμένος αν θέλεις», του ζήτησα.
«Εντάξει, όπως νομίζεις», είπε αποφασιστικά. «Έλα μαζί μου».
Σηκώθηκε και τον ακολούθησα στις σκάλες, καθυστέρησα λίγο για να σβήσω το τσιγάρο στο μεγάλο τασάκι που έχασκε ξέχειλο από πορτοκαλόφλουδες. Ο Στέφανος έμενε στον πρώτο όροφο. Προχώρησα στον διάδρομο, η πόρτα του ήταν ήδη ανοιχτή.
«Κλείσε», μου είπε από το βάθος του δωματίου.
Ακούμπησα πάνω στην κλειστή πόρτα και περίμενα όσο έψαχνε χωμένος στη βαλίτσα του.
«Εδώ είναι», είπε τελικά.
Με πλησίασε βιαστικός, κρατώντας μια εφημερίδα στο δεξί του χέρι κι ένα κερί στο αριστερό για να φωτίζει, όταν έφτασε κοντά μου σταμάτησε, άρχισε να ξεφυλλίζει την εφημερίδα μέχρι να βρει αυτό που έψαχνε.
«Κοίτα», έκανε φέρνοντας τη σελίδα κοντά στο πρόσωπό μου.
Κοίταξα εκεί που έδειχνε. Κι από την τυπωμένη σελίδα με κορόιδευε ένας άντρας αρκετά νεώτερος από αυτόν που έκανε κατάληψη κάθε πρωί στον καθρέφτη του δωματίου μου. Τα μαλλιά του έμοιαζαν κατάμαυρα και τα μάτια του μάλλον διέκριναν κάτι τρομερά αστείο επειδή μισόκλειναν εύθυμα, ο άντρας προσπαθούσε φιλότιμα να μην ξεκαρδιστεί στα γέλια. Μάλλον ήταν φωτογραφία ταυτότητας, ή κάποιου άλλου επίσημου, αστυνομικού, εγγράφου επειδή μόνο το κεφάλι του άντρα φαινόταν. Πήρα την εφημερίδα γεμάτος ενδιαφέρον, προσπαθούσα να βρω ομοιότητες ανάμεσα στους δυο άντρες –αλλά τα μάτια της φωτογραφίας με μπέρδευαν αρκετά. Σκέφτηκα λοιπόν οτι μπορεί και να ήταν ο ίδιος άνθρωπος, αυτός της φωτογραφίας με εκείνον του καθρέφτη, μόνο που ο ένας ήταν ζωντανός κι ο άλλος πεθαμένος. Τι δουλειά είχαν όλα αυτά με μένα;
«Θυμήθηκες κάτι;» με ρώτησε ο Στέφανος.
«Εντάξει, μοιάζω με αυτόν τον άνθρωπο...» παραδέχτηκα.
«Θέλεις να πεις οτι δεν είσαι εσύ στη φωτογραφία;»
«Δεν ξέρω», είπα σκεφτικά. Αλήθεια δεν ήξερα.
Τότε διάβασα τη λεζάντα, έγραφε «ΑΝ ΔΕΙΤΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΕΙΔΟΠΟΙΕΙΣΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΤΙΣ ΑΡΧΕΣ. ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ». Ταράχτηκα. Υπήρχε ένα άρθρο δίπλα από τη φωτογραφία, αποφάσισα να το διαβάσω στα πεταχτά.

Κάπου στη μέση αναγκάστηκα να διακόψω την ανάγνωση επειδή θόλωσαν τα μάτια μου, καπνός τρένου, το κατάλαβα από τον θόρυβο της μηχανής, «πάρε το παιδί και φύγε, θα έρθω να σας βρω σύντομα» -ποιος μιλάει; Η εφημερίδα έγραφε για τα μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης που εξαρθρώθηκε, συνελήφθησαν οι περισσότεροι, αλλά διέφευγε ένα άτομο. Αυτός της φωτογραφίας –εγώ! Έψαξα ανάμεσα στις γραμμές να βρω στοιχεία για μένα, μόνο κάποιο όνομα υπήρχε εκεί μέσα που δεν μου θύμιζε τίποτα, επειδή, όπως έγραφε το άρθρο, ήταν πλαστό. Η τρομοκρατική οργάνωση ήταν υπεύθυνη, σύμφωνα πάντα με το άρθρο, για μαζικές δολοφονίες πολιτών και για εκρήξεις σε στρατόπεδα. Υπέγραφαν τις ενέργειές τους σαν «Σφυριά του Ποταμού», δεν έστελναν προκηρύξεις, απλά το ζωγράφιζαν στους τοίχους ύστερα από κάθε χτύπημα. «Μετά έφτασα δίπλα στο ποτάμι/ έστρωσα να κοιμηθώ/ και τότε το σφυρί έπεσε πάνω μου ορμητικά/ με σώριασε στο έδαφος/ και είπα...» Τι είπα; Ποιος το είπε;
«Δεν θυμάμαι τίποτα», φώναξα προσπαθώντας να δείξω σιγουριά.
«Τίποτα απολύτως;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Μου είναι άγνωστα όλα αυτά, δεν μπορώ να βρω κάτι κοινό με αυτόν τον άντρα...»
«Πέρα από το οτι είσαι εσύ;» γέλασε ο Στέφανος.
«Ίσως απλά να του μοιάζω», μουρμούρισα.
«Ίσως», είπε κι εκείνος με τη σειρά του.
«Το ξέρουν και οι υπόλοιποι;» ρώτησα.
«Εγώ πάντως δεν το έχω πει σε κανένα. Ξύπνησα ένα πρωί κι έπεσα πάνω στην εφημερίδα, την ώρα που έψαχνα για κάποιο καθαρό ζευγάρι κάλτσες. Δεν μίλησα σε κανέναν γι΄αυτό –εκτός από σένα φυσικά», με διαβεβαίωσε.

Κοίταξα την ημερομηνία της εφημερίδας αλλά δεν με βοήθησε ιδιαίτερα αυτό. Μπορεί να ήταν πριν μια βδομάδα, μπορεί να ήταν πριν 10 χρόνια –στο ξενοδοχείο δεν είχαμε τίποτα άλλο πέρα από τον ήλιο για να μετράμε τις μέρες. Ο χρόνος μας άρχισε ένα πρωί, με πονοκέφαλο και υγρασία, θέλαμε να πιούμε καφέ για να ξυπνήσουμε κι έξω ήταν όλα ήσυχα –αλλά ξέραμε οτι δεν θα ήταν έτσι για πολύ ακόμα.

Οι υπόλοιπες σελίδες της εφημερίδας ήταν γεμάτες ονόματα οδών κι από δίπλα με μικρότερα γράμματα αναφέρονταν οι ώρες των δωρεάν συσσιτίων, στο τέλος κάθε σελίδας υπήρχε μέσα σε μαύρο πλαίσιο ένα σχεδιάγραμμα δρόμων διάστικτο από μαύρα Χ, έτσι σημειώνονταν τα καταφύγια. Στην πρώτη σελίδα υπήρχε ακόμα μια φωτογραφία, ενός άντρα χοντρού με φαλάκρα και κοστούμι πίσω από κάτι μικρόφωνα. Ο άντρας αυτός διαβεβαίωνε οτι σύντομα τα πράγματα θα καλυτέρευαν, «οδηγούμαστε σε σταδιακή εξομάλυνση της κατάστασης», έγραφε η λεζάντα. Ο άντρας αυτός ήταν ο Πρόεδρος, έτσι έγραφε το άρθρο πιο κάτω. Διάβασα τις δηλώσεις του αλλά δεν κατάλαβα πολλά. Κάτι σχετικό με αναχαίτιση του εσωτερικού εχθρού και με επάρκεια τροφίμων, μετά έλεγε οτι το πολίτευμα αντλεί την αποφασιστικότητά του από τους πολίτες, κοίταξα καλύτερα την φωτογραφία του και διέκρινα δυο στρατιωτικούς με πηλίκια γεμάτα δάφνες, στέκονταν ακριβώς πίσω από τον χοντρό Πρόεδρο -άφησα την εφημερίδα στην κοντινότερη καρέκλα.
«Πρέπει να φύγω», είπα στον Στέφανο. «Χρειάζομαι ξεκούραση».
«Ναι, τα λέμε αύριο πρωί», ένευσε συγκαταβατικά.
Βγήκα έξω, έπρεπε να έχω το νου μου στον Στέφανο –δεν ήξερα μέχρι πότε θα κρατούσε την πληροφορία για τον εαυτό του. Τρεις είναι οι αιτίες που δεν διαδίδεις μια τέτοια πληροφορία. Ένα, επειδή θέλεις να την διαπραγματευτείς και να κερδίσεις από αυτή. Δυο, επειδή έχεις αναπτύξει σχέσεις συμπάθειας με το υποκείμενο της πληροφορίας. Τρία, επειδή δεν θέλεις να μπλέξεις. Τι απ΄όλα ίσχυε με τον Στέφανο; Συνήθως υπάρχει πάνω από μια αιτία, μερικές φορές οι αιτίες μεταβάλλονται με το πέρασμα του χρόνου. Έπρεπε να έχω το νου μου στον Στέφανο.

Κλείδωσα την πόρτα του δωματίου πίσω μου, χωρίς να υπάρχει φανερός λόγος.

Μετά, σαν κουρδισμένος, έψαξα ψηλαφιστά –στο κομοδίνο βρήκα ένα μαύρο μαρκαδόρο. Δίπλα στο παράθυρο φώτιζε ελαφρά το φεγγάρι, αλλά δεν το χρειαζόμουν, μπορούσα ακόμα και με κλειστά μάτια. Στην γωνιά του τοίχου που έκρυβε η κουρτίνα ζωγράφισα την κοίτη κάποιου ποταμού κι ανάμεσα στις όχθες εφτά μικρά σφυριά. Κάτω από το ποτάμι έφτιαξα ένα Χ, σαν αυτό που είδα στην εφημερίδα να σημαδεύει τα καταφύγια και πάνω από το ποτάμι έκανα μια τελεία μέσα σε κύκλο. Το Χ ήταν το σπίτι μου, η τελεία ο προορισμός μου.

Δεν ήξερα που βρισκόταν κανένα από τα δυο μέρη. Αλλά ήμουνα σίγουρος οτι το ποτάμι είχε πλέον στερέψει.

Τρίτη, Απρίλιος 14, 2009

Ησυχία! Τώρα μιλάει η διανόηση!

Να σου ξεκαθαρίσω δυο πράγματα, πριν ξεκινήσω. Άλφα, δεν είμαι αναγνώστης της Athens Voice και βήτα δεν διαβάζω Σώτη Τριανταφύλλου. Περί ορέξεως και τα σχετικά, να μην το πολυκουράζουμε –έτσι;

Το παρακάτω κείμενο μου ήρθε με μέιλ –πρόκειται για φρικτό κείμενο και αφορά τις αντιδράσεις για την απόλυση δυο εργαζομένων από τις εκδόσεις Πατάκη -αποφάσισα να το αναδημοσιεύσω (με πλάγια γράμματα). Θα μου επιτρέψεις να παραθέσω ενδιάμεσα τις απόψεις μου –έτσι;

Σκέψεις για τις αλκυονίδες μέρες

Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ - 05.03.2009 (ATHENS VOICE)

«Αναρωτιέμαι και την ίδια στιγμή δεν αναρωτιέμαι: το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα διυλίζει τον κώνωπα και καταπίνει την καμήλα. Η έκφραση είναι τετριμμένη· δεν βρίσκω άλλη. Ενώ πολλοί εργαζόμενοι διατελούν σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού, εξασκούν βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ή είναι χρονίως άνεργοι, άρρωστοι και φτωχοί, το συνδικαλιστικό κίνημα διαμαρτύρεται συχνά και εντόνως για μια-δύο νόμιμες απολύσεις, για σποραδικά κρούσματα εργατικής δεινοπάθειας».

Εδώ διακρίνεται, με την πρώτη ματιά, η ζωντανή γλώσσα της καλλιτέχνιδος κι εμένα με συναρπάζουν οι λεξιπλάστες (όπως άλλωστε και οι ζαχαροπλάστες). «Δεινοπάθεια» λοιπόν, όπως λέμε «δισκοπάθεια». Σαν δισκοπάθεια χαρακτηρίζεται η πάθηση κάποιου μεσοσπονδύλιου δίσκου –άρα, ως δεινοπάθεια θα πρέπει να θεωρήσουμε την πάθηση ενός δεινού. Δεν μου φαίνεται άσχημο αυτό –όταν παθαίνουν τα δεινά, οφελούμαστε εμείς οι «δεινοπαθούντες». Για την περίπτωση που δεν κατάλαβες, κάνω ένα απλό λογοπαίγνιο μεταξύ παθήσεως και παθόντος –εντάξει κυρία Σώτη;

Αλλά ποια είναι αυτή η εργατική δεινοπάθεια; Οτι το συνδικαλιστικό κίνημα, αντί να φροντίζει τους κοινωνικά αποκλεισμένους, ασχολείται με τις «μια –δυο νόμιμες απολύσεις». Δηλαδή, σύμφωνα με την καλλιτέχνη, το συνδικαλιστικό κίνημα θα έπρεπε να σταματήσει να υπερασπίζεται τα συμφέροντα των εργαζομένων (που συνιστούν τον βασικό λόγο ύπαρξής του) και να αντικαταστήσει το κράτος, υποχρέωση του οποίου είναι να εξασφαλίζει την τήρηση των νόμων που φροντίζουν για την ύπαρξη ανθρώπινων συνθηκών εργασίας. Εντάξει, ας πούμε οτι το συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να διαμαρτύρεται και γι΄αυτό. Όμως, τι γίνεται με τις απολύσεις; Να κάνει μόκο το κίνημα εφόσον είναι νόμιμες; Κι από πότε οι νόμοι εξασφαλίζουν το δίκαιο των εργαζομένων σε αυτή τη χώρα;

«Υπάρχουν «νόμιμες» απολύσεις; Υπάρχουν. Αν έχει κάποια σημασία, έχω απολυθεί, νομίμως, πάνω από πέντε φορές: εργάζομαι, χωρίς διακοπή, από 18 ετών. Ωστόσο, η φρασεολογία του τύπου «οι εργαζόμενοι πετιούνται ξαφνικά στο πεζοδρόμιο» ταιριάζει στην εποχή του Καρόλου Ντίκενς: σε μια ευρωπαϊκή χώρα στον 21ο αιώνα δεν τίθεται θέμα πεζοδρομίου – καταβάλλονται αποζημιώσεις· συνήθως οι εργαζόμενοι βρίσκουν άλλη δουλειά σε μικρό χρονικό διάστημα. Αυτός είναι ο κανόνας: πράγματι, εξαιρέσεις υπάρχουν».

Εδώ η καλλιτέχνης μας κάνει συμμέτοχους στο προσωπικό της δράμα! Απολύθηκε πάνω από πέντε φορές –νομίμως! Είναι όντως συγκλονιστικό! Αλλά η Σώτη δείχνει μεγαλοψυχία κι αντί να τα βάλει με αυτούς που την απέλυσαν, τα βάζει με τους άλλους απολυμένους! Εγώ, τη θαυμάζω! Ειδικά όταν λέει οτι οι εργαζόμενοι «δεν πετιούνται ξαφνικά στο πεζοδρόμιο», εφόσον αποζημιώνονται μετά την απόλυσή τους και έπειτα βρίσκουν, συνήθως, άλλη δουλειά –μένω άφωνος! Δηλαδή, η απόλυση είναι ευλογία θεού –ο κάθε εργαζόμενος πρέπει να την επιδιώκει. Αφού και λεφτά θα πάρει και άλλη δουλειά θα βρει –ρε τι κορόιδα είναι οι εργοδότες που απολύουν! Ειδικά στην Ελλάδα που η ανεργία είναι σχεδόν μηδενική και η αγορά εργασίας τόσο τεράστια ώστε κανένας δεν εξετάζει που δούλευες πριν και γιατί σε έδιωξαν!

«Τα κόμματα και οι ομάδες της λεγόμενης «Αριστεράς» (την οποίαν αμφισβητώ) στηρίζουν άνευ όρων τις κινητοποιήσεις των συνδικαλιστών χωρίς να ενημερώνονται για την οπτική του εργοδότη. Για δημαγωγικούς-ψηφοθηρικούς λόγους εφαρμόζεται το δόγμα «ο εργαζόμενος έχει πάντα δίκιο». Όμως, σε ορισμένες περιστάσεις, ο εργαζόμενος δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή της εργασίας για την οποίαν έχει προσληφθεί. Σε ορισμένες περιστάσεις δεν έχει καθόλου δίκιο. Ή δεν έχει «δίκιο» σχετικά με κάποιον εργασιακό κώδικα. Πριν από κάμποσα χρόνια απολύθηκα από μια εφημερίδα, ο εκδότης της οποίας ήταν (νόμιμος) έμπορος όπλων: σε άρθρο μου, που δημοσιεύτηκε στο «σαλόνι» της εφημερίδας, καταφέρθηκα εναντίον των εμπόρων όπλων. Την επομένη πέρασα από το λογιστήριο για να εισπράξω την αποζημίωση και να αποχαιρετήσω τον ταμία. Bye, bye Σώτη και να μας γράφεις. Παρομοίως, απολύθηκα από περιοδικό διότι κατέκρινα το βίο και την πολιτεία (κυρίως την πολιτεία!) παλαίμαχου συντάκτη που φιλοξενείτο στην επόμενη σελίδα: τον αποκάλεσα «δεξιό και διοπτροφόρο trash»! Και παρότι επιμένω στο χαρακτηρισμό, κατανοώ γιατί απολύθηκα. Μεταξύ άλλων, απολύθηκα από το περιοδικό “Car” διότι έγραφα εναντίον του αυτοκινήτου: οι άνθρωποι έχασαν την υπομονή τους μαζί μου· από μανιώδης του αυτοκινήτου έγινα οικολόγος. Η συνεργασία μας διακόπτεται, αντίο σας, καλή τύχη.»

Εδώ διακρίνουμε επιτέλους να αχνοφαίνεται η επίλυση του προβλήματος της πάλης των τάξεων! Δεν ενημερώνεται, λέει, η Αριστερά, για την οπτική του εργοδότη –μωρή σνομπ παλιοαριστερά, γιατί δεν τον καταδέχεσαι τον άνθρωπο; Εγώ τώρα, σαν εργαζόμενος (παλιότερα) στον ιδιωτικό τομέα και σαν αριστερός –είχα την εντύπωση οτι ο εργοδότης θέλει να μεγιστοποιήσει το κέρδος του κι ο εργαζόμενος να αυξήσει τις, συνήθως πενιχρές, αποδοχές του. Αλλά φαίνεται οτι πάνε αυτά –πέρασαν! Τώρα οι εργοδότες έχουν οπτική τύπου «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», βγαίνουν στο προαύλιο και τραγουδάνε αγκαζέ με τους εργαζόμενους «πάντα η ζωή μας με τραγούδι θα κυλά». Και η αριστερά, για δημαγωγικούς λόγους δεν θέλει να τα δει όλα αυτά –αλλά επιμένει να θεωρεί τους εργαζόμενους ευάλωτους κι αδύναμους! Βέβαια! Αφού οι εργαζόμενοι είναι περισσότεροι από τους εργοδότες, άρα έχουν και περισσότερες ψήψους! Κάτω η δικτατορία των εργαζομένων –πάνω οι εργοδότες και η μεγαλόψυχη Σώτη!

Εντάξει, αλλά ο εργαζόμενος μπορεί να μην ανταποκρίνεται στην περιγραφή της εργασίας για την οποία έχει προσληφθεί, μας εξηγεί η σοφή Σώτη. Και ποιος φταίει γι΄αυτό; Με απόφαση λαϊκής συνέλευσης έπιασε δουλειά ο εργαζόμενος; Ο εργοδότης δεν τον προσέλαβε; Ας πρόσεχε. Και τελικά ποια είναι η περιγραφή της εργασίας των απολυμένων υπαλλήλων βιβλιοπωλείου στη οποία δεν ανταποκρίθηκαν; Έπρεπε να έχουν ικανότητες τηλεμεταφοράς; Να γνωρίζουν ζίου ζίτσου; Τι χρειάζεται για να δουλέψεις σε βιβλιοπωλείο, να κουβαλάς κούτες και να γεμίζεις ράφια;

Αλλά υπάρχει και κάποιος συγκεκριμένος εργασιακός κώδικας, κατά πως φαίνεται! Κάτι σα μασονία να υποθέσω; Όχι –μας τον εξηγεί η Σώτη, μέσα από τις δικές της λυτρωτικές εμπειρίες! Ο κώδικας είναι, στα έντυπα μέσα ενημέρωσης τουλάχιστον, «μη γράψεις κατά του αφεντικού σου, ούτε κατά του αντικειμένου του περιοδικού σου, ούτε κατά των υπόλοιπων συντακτών». Δηλαδή, κάνε μούγκα και γράφε παπαριές διότι υπάρχουν και συμφέροντα! Αυτή, θα πρέπει να παραδεχτώ, είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα άποψη σχετικά με την ελευθερία του τύπου. Η οποία θα πρέπει να υπάρχει, όσο δε θίγει συγκεκριμένα συμφέροντα! Το κατάλαβα καλά κυρία Σώτη μας;

«Πολλοί εργαζόμενοι στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα επιδεικνύουν οκνηρία, είναι συστηματικά λουφαδόροι, αγενείς, σαδιστές προς τον πολίτη κτλ. Ως πολίτες και καταναλωτές έχουμε όλοι την εμπειρία της επαφής με αναρμόδιους, ανίδεους και τεμπέληδες εργαζόμενους. Ο εργαζόμενος δεν έχει πάντα δίκιο: απλώς βρίσκεται, εξ ορισμού, σε λιγότερο ισχυρή θέση από ό,τι ο εργοδότης· αυτό δεν τον κάνει αλάθητο, ούτε τον απαλλάσσει από το ενδεχόμενο της αήθους συμπεριφοράς».

Φτάσαμε λοιπόν στους σαδιστές εργαζόμενους, τα παλιοτόμαρα που βασανίζουν τον αθώο πολίτη! Σωστό είναι αυτό κι αν οι δυο απολυμένοι ήταν τέτοια καθάρματα, καλά να πάθουν! Που κάθονταν αναπαυτικά στις εξέκιουτιβ πολυθρόνες τους και μαστίγωναν αθώους καταναλωτές! Να απολυθούν λοιπόν τα τεμπελόσκυλα, αλλά, μισό λεπτό –έτσι έγιναν τα πράγματα; Γιατί απολύθηκαν αυτοί οι δυο; Ξέρει κάτι η Σώτη και δε μας το λέει; Είναι σίγουρη κιόλας; Εγώ που δεν ξέρω ρωτάω, αυτή που ξέρει γιατί δεν μας αποκαλύπτει τα στοιχεία της ελεεινής συμπεριφοράς των συγκεκριμένων υπαλλήλων;

«Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει άραγε την πρόθεση να μετατρέψει τους πολίτες σε δημόσιους υπαλλήλους; Σε τέτοια περίπτωση το αποτέλεσμα θα είναι μείωση της παραγωγικότητας και νοοτροπία αργόμισθου με παντόφλες που περιμένει τη σύνταξη και το εφάπαξ. Ως πολίτες και καταναλωτές, διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτή τη νοοτροπία, διότι δεν μας «εξυπηρετεί». Όταν σε ένα κατάστημα ή σε μια υπηρεσία μάς αντιμετωπίζουν με αδιαφορία ή με επιθετικότητα, αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα της διαμαρτυρίας: «Μα γιατί δεν κάνει σωστά τη δουλειά του;» Στην Ελλάδα λίγοι κάνουν σωστά τη δουλειά τους: η ηθική της εργασίας θεωρείται χαρακτηριστικό των προτεσταντών, όχι των Ελλήνων με το δαιμόνιο πνεύμα. Όποιος εργάζεται με συνέπεια θεωρείται ανεπίτρεπτα φιλόδοξος, ή τσιράκι της εργοδοσίας, ή θύμα, ή σπασίκλας ή φύτουλας. Οι «ξύπνιοι» δουλεύουν το λιγότερο δυνατό και ζητούν το περισσότερο δυνατό. Εγώ ελπίζω να τη βολέψω».

Εδώ η Σώτη δεν αρκείται μόνο σε επισημάνσεις, αλλά σηκώνει τη σημαία της επανάστασης! Το συνδικαλιστικό κίνημα τι θέλει; Να μετατρέψει τους πολίτες σε δημόσιους υπάλληλους. Δηλαδή να κάνει τους πάντες «αργόμισθους με παντόφλες που περιμένουν τη σύνταξη και το εφάπαξ»! Να πληροφορήσω, ταπεινά, την αποκαλυπτική Σώτη οτι εγώ τυγχάνω πλέον δημόσιος υπάλληλος. Και πληρώνω χρόνια τώρα για σύνταξη και εφάπαξ αλλά δεν θα πάρω ποτέ, επειδή κάποιοι (όχι δημόσιοι υπάλληλοι) τα φάγανε τα λεφτά μου. Επίσης, δεν πάω ποτέ στη δουλειά με παντόφλες και δεν έχω δει κανέναν άλλο συνάδελφό μου να κάνει κάτι τέτοιο (αν και κάτι κοπέλες φορούσαν πέρσι το καλοκαίρι κάποια ξώφτερνα παντοφλέ –πιάνεται αυτό;) Να πω ακόμα οτι αν οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν έκαναν (σε γενικές γραμμές) τη δουλειά τους, όλοι μας θα ήμασταν σε πραγματικά άθλια κατάσταση. Ας θυμηθούμε τι γίνεται στις απεργίες του δημόσιου τομέα. «Παραλύει η χώρα» που λένε και οι παραθυράτοι. Δεν λέω οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι υποδειγματικοί, αλλά δεν είναι και για κρέμασμα κυρα-Σώτη μας!

Κι αυτή η μείωση της παραγωγικότητας, στην περίπτωση που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι «γίνουν» δημόσιοι –τι σου λέει; Δηλαδή, την παραγωγικότητα την καθορίζει ο εργαζόμενος και όχι ο επιχειρηματίας –μαζεύονται τα κολχόζ κι αποφασίζουν, «σήμερα θα σπάσουμε τα κοντέρ, θα ανάψουν τα μηχανήματα από την πολλή παραγωγή», κάπως έτσι το βλέπει το θέμα η Σώτη; Αναρωτιέμαι τώρα εγώ. Έχει ποτέ δουλέψει η συγκεκριμένη κυρία σε δουλειά «παραγωγική»; Έστω και στον τριτογενή –έχει μπει καθόλου στην «παραγωγική» διαδικασία; Ή απλώς κάθεται στο γραφειάκι της και συγγράφει βαθυστόχαστα κειμενάκια; Αναρωτιέμαι επειδή εγώ, ας πούμε, σε γιαπί δεν έχει τύχει να δουλέψω, αλλά δεν εκφέρω γνώμη σχετικά με τις συνθήκες εργασίας στις οικοδομές! Δεν διαθέτω το χάρισμα της ξερολίασης, γι΄αυτό και δεν εκφέρω γνώμη επί παντός –κατάλαβες;

Αλλά το ρεζουμέ της παραγράφου βρίσκεται στην άποψη «δεν έχουμε προτεσταντική ηθική στην Ελλάδα, είμαστε βολεψάκηδες». Διαβάζουμε και Μαξ Βέμπερ κυρία Σώτη μας; Κι αν ναι, βαρεθήκαμε να φτάσουμε μέχρι το τέλος του βιβλίου; Μας κούρασε επειδή δεν είχε φωτογραφίες; Το συμπέρασμα δεν το είδαμε;
Τέλος πάντων, να πληροφορήσω την αγαπητή συγγραφέα οτι η προτεσταντική ηθική (η άποψη δηλαδή οτι ο θεός δείχνει την εύνοια του στους ενάρετους βοηθώντας τους να πλουτίσουν) αφορά κυρίως τους επιχειρηματίες, αφού αυτοί έχουν δυνατότητα πλουτισμού. Οι υπάλληλοι είναι μεροδούλι-μεροφάι, όσο κι αν δουλέψουν τα ίδια θα πάρουν. Άρα ο συσχετισμός προτεσταντικής ηθικής και ελληνικού δαιμονίου αφορά κυρίως τους επιχειρηματίες. Εδώ θα συμφωνήσω. Ο ιδιωτικός τομέας της χώρας στηρίζεται στο «άρπαξε να φας και κλέψε νάχεις» και τα θύματα είναι, συνήθως, οι καταναλωτές και οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις. Εντάξει μαμζέλ;

«Μερικές φορές, το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα περιγράφει μικρούς ή μεσαίους επιχειρηματίες ως αχόρταγους και αλαζόνες καπιταλιστές, σαν να πρόκειται για μεγιστάνες Εμίρηδες ή Τεξανούς πετρελαιάδες. Σε αφίσα που τοιχοκολλήθηκε πρόσφατα στο κέντρο της Αθήνας, οι επιχειρηματίες παρουσιάζονται με σατιρικό σκίτσο του Γκέοργκ Γκρος να καπνίζουν χοντρά πούρα. Ο πολεμοχαρής εγχώριος καπιταλισμός... Δυστυχώς, η πλειονότητα του ελληνικού κοινού συγκινείται από τέτοιες παρομοιώσεις: η αριστερά στην Ελλάδα, ως ιερατείο, πιστεύει χωρίς να ερευνά. Και βέβαια, στην Ελλάδα, έχουμε το κίνημα που μας αντιστοιχεί: όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας· όποιος δεν συμφωνεί με καταλήψεις στη Λυρική Σκηνή και διακοπές διαλέξεων στο Μέγαρο Μουσικής θεωρείται σκληρωτικός. Στην πραγματικότητα, σκληρωτικό είναι αυτό το κίνημα που εμφορείται, ανεπίγνωστα, από την ηθική του ΚΚΕ. Αναρωτιέμαι, και την ίδια στιγμή δεν αναρωτιέμαι, τι σημαίνει επαναστάτης σήμερα: αυτός που απεργεί απειλώντας τον εργοδότη «παλιόπουστα θα γίνεις φλαμπέ» (συνέβη κι αυτό) και έπειτα γυρίζει στο σπίτι του και βουλιάζει στον καναπέ μαζί με το τηλεχειριστήριο; Αυτός που αγνοεί ότι η ζωή είναι επικίνδυνο μέρος; Και από το μυαλό του οποίου λείπει εντελώς η φαντασία και η περιπέτεια;»

Να επισημάνω ακόμα μια καινούργια λέξη που μου έμαθε η Σώτη –«σκληρωτικός»! Μέχρι σήμερα ήξερα τον «αρτηριοσκληρωτικό», που το τσιμέντο πέρασε από τις αρτηρίες στο μυαλό του. Ο «σκληρωτικός» φαίνεται να είναι κάτι ακόμα σκληρότερο (φτηνό χιούμορ κάνω εδώ)! Να το κάνουμε μήπως «σκληρυντικός», να θυμίζει βερνίκι νυχιών, να είμαστε και σικ; Πάμε παρακάτω.

Επειδή έχει τύχει να δουλέψω στον χώρο του βιβλίου, απ΄όπου προέρχονται οι απολυμένοι να πω οτι οι καρικατούρες των χοντρών με τα πούρα είναι τόσο πετυχημένες που βλέποντάς τες νόμισα οτι κάνα δυο εκδότες θα κάνουν μηνύσεις υποστηρίζοντας πως κάποιοι τους κοροϊδεύουν.
Αλλά εντάξει –καταλαβαίνω τι εννοεί η Σώτη. Δεν είναι όλοι οι επιχειρηματίες ζάπλουτοι καπιτάλες, υπάρχουν στον εκδοτικό χώρο άτομα που εκδίδουν βιβλία υποθηκεύοντας το ίδιο τους το σπίτι. Συμφωνώ απολύτως. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση, δε μιλάμε γι΄αυτούς. Μιλάμε για δυο απολυμένους από τις εκδόσεις Πατάκη –τουτέστιν πλούσιο το μαγαζί, με χρόνια εμπειρία στα λυσάρια, δεν τους λες και φτωχομπινέδες τους ιδιοκτήτες του! Αλήθεια, σε αυτές τις εκδόσεις δεν εκδίδεστε κυρία Σώτη μας; Λίγο άκομψο το κόβω το κείμενό σας, να τα χώνετε στους υπαλλήλους που κουβαλάνε τα βιβλία σας για να υπερασπίσετε τον εκδότη σας!

«Στην Ελλάδα έχουμε το κίνημα που μας αντιστοιχεί», λέει παρακάτω η αγαπητή. Η συγκεκριμένη φράση (στη θέση του κινήματος βάλε οτι γουστάρεις) είναι μέσα στις 10 χασμουρητικότερες κοινοτυπίες που έχω ακούσει –να το πω κι αυτό.

Αφήνω ασχολίαστες τις υπόλοιπες αερολογίες της παραγράφου επειδή με συναρπάζει το φιλοσοφικό ερώτημα του τέλους περί του «τι σημαίνει επαναστάτης σήμερα». Κατ' αρχάς, μου αρέσει ο μάγκας με το «φλαμπέ» και λατρεύω το σημείο όπου, μετά τις απειλές αράζει στον καναπέ του σπιτιού του και κάνει ζάπινγκ. Πρόσεξε! Απειλεί ο τύπος το αφεντικό και μετά, εντελώς κουλ, γυρίζει σπίτι κι αράζει αδιαφορώντας για το αυτόφωρο που θα ακολουθήσει τη σχεδόν σίγουρη μήνυση! Γιατί να αγχωθεί άλλωστε –είχε μια γεμάτη μέρα! Έκανε απεργία, απείλησε το αφεντικό (γιατί άραγε; λόγω σχιζοφρένειας να υποθέσω κι όχι επειδή το αφεντικό του απαγόρευσε την απεργία ή τον απέλυσε επειδή έκανε απεργία!), χάνει το μεροκάματο (ναι λοιπόν ας το πούμε κι αυτό –οι απεργοί δεν πληρώνονται!) και μάλλον τη δουλειά του. Αλλά, όλα καλά –θα πάρει αποζημίωση και η επόμενη δουλειά τον περιμένει! Κυρία Σώτη μην το γράψεις αυτό σε κάνα βιβλίο γιατί θα σηκωθούν τα τυπογραφικά και θα το βάλουν στα πόδια από ντροπή.

Περί της ζωής ως επικίνδυνου μέρους και σχετικά με την περιπέτεια να υπενθυμίσω οτι ζούμε σε οργανωμένες κοινωνίες επειδή ακριβώς θέλουμε να είναι η ζωή μας ασφαλής και η καθημερινότητά μας ομαλή. Και το διεκδικούμε αυτό –αν επανάσταση για την κυρία Σώτη σημαίνει να ζούμε μονίμως σε κατάσταση πολιορκίας, συγνώμη, αλλά δεν θέλουμε άλλη χούντα. Κι αν επαναστάτης είναι αυτός που θεωρεί τη ζωή περιπετειώδη και επικίνδυνη, τότε ο μόνος επαναστάτης που αναγνωρίζει η κυρία Σώτη είναι, υποθέτω, ο Ταρζάν. Άντε, να βάλω και την τσίτα –μη με περάσουν για ρατσιστή.

«Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι από μας εργαζόμαστε, είτε στο δημόσιο, είτε σε επιχειρήσεις που, για τα παγκόσμια δεδομένα, είναι ψιλικατζίδικα της γειτονιάς. Το ότι αντιμετωπίζουμε όλες τις επιχειρήσεις σαν πολυεθνικά μονοπώλια συνιστά καθρέφτη της μικροαστικής και αγροτικής μας νοοτροπίας. Τι θα συνέβαινε αν δεν είχαμε ιδιωτικές επιχειρήσεις, αν το σύστημα ήταν κοινοτικό, αν, λόγου χάρη, υπήρχαν «σοβιέτ»; Οι εργαζόμενοι θα βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο γραφειοκρατών, θα φοβούνταν, όχι την απόλυση, αλλά τον παραμερισμό, τη δυσμένεια. Η διαφορά μού φαίνεται ποσοτικού και όχι ποιοτικού χαρακτήρα. Το σύνθημα «Ο καπιταλισμός είναι κανιβαλισμός» ταιριάζει στη μπολσεβίκικη επανάσταση, όχι στην Ελλάδα του 2009. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο καπιταλισμός δεν είναι κανιβαλισμός. Όμως για να αλλάξει κάποιος τον κόσμο, πρέπει να αλλάξει πρώτα τον εαυτό του. Τα συνθήματα «Όχι στο 65ωρο της Ε.Ε.» και «Ποτέ δουλειά την Κυριακή» είναι συζητήσιμα και παραπλανούν το ευρύτερο κοινό. Όπως είναι γνωστό, στη Γαλλία, υπάρχει εβδομάδα των 35 ωρών (καθόλου των 65), ενώ στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες η δουλειά την Κυριακή είναι προαιρετική. Πολλοί εργαζόμενοι και ακόμα περισσότεροι άνεργοι θα ήθελαν να εργαστούν την Κυριακή: έχει παρέλθει ο καιρός που ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία… (Ή μήπως όχι;)»

Στη συγκεκριμένη παράγραφο οφείλω να υποκλιθώ μπροστά στην κοινωνιολογική ανάλυση της Σώτης! Μάλιστα, λέω να σκίσω και το πτυχίο μου –μαλακίες μας μαθαίνανε στη σχολή –τώρα το κατάλαβα! Αλλά...

1.Αυτή τη μικροαστική και αγροτική νοοτροπία τι την θέλατε κυρα-Σόφη μου; Μη σχολιάσω το οτι γράφετε «καθρέφτη» και εννοείτε «απεικόνιση», άλλα αντ' άλλων δηλαδή... Η αγροτική νοοτροπία έχει τόση σχέση με τη μικροαστική, όση σχέση έχει το άσπρο με το μαύρο, τουτέστιν, είναι μεν χρώματα και τα δύο, αλλά βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση.

2.Τι δουλειά έχει το κοινοτικό σύστημα με τα «σοβιέτ»; Από τη μια πρόκειται για σύστημα αποκεντρωμένο και μικρής κλίμακας, από την άλλη πρόκειται για σύστημα συγκεντρωτικό και μεγάλης κλίμακας.

3.Η διαφορά ανάμεσα στην απόλυση και τη δυσμένεια είναι ποσοτικού χαρακτήρα; Αν ναι –που βλάπτονται περισσότεροι εργαζόμενοι; Ρωτάω, για να προτιμήσω την άλλη επιλογή. Και μη βιαστείτε να απαντήσετε "στη δυσμένεια" -επειδή είχα ακουστά οτι τα πρώην ανατολικά κράτη ήταν και κράτη πρόνοιας.

4.«Ο καπιταλισμός είναι κανιβαλισμός» -σύνθημα που ισχύει μεν, σύμφωνα με τη Σώτη, αλλά είναι και μπολσεβίκικο και δεν ταιριάζει στην Ελλάδα! Συγνώμη, εγώ είμαι βλάκας και δεν κατάλαβα τίποτα –εσείς καταλάβατε τι γράψατε;

5.Σύμφωνα με την κυρία Σώτη τα συνθήματα περί μη αύξησης των ωρών εργασίας και περί διατήρησης της κυριακάτικης αργίας είναι συζητήσιμα και παραπλανητικά! Ρωτάω εγώ –αφού είναι παραπλανητικά γιατί να τα συζητάμε; Για να παραπλανηθούμε; Ρωτώ επίσης –εγώ που δεν πηγαίνω στην εκκλησία πρέπει να δουλεύω σαν καργιόλης 24 ώρες τη μέρα, 7 μέρες τη βδομάδα; Και μάλιστα υποχρεωτικά; Δηλαδή, ο προοδευτισμός της κυρίας Σώτης είναι απλώς η επιστροφή στις γαλέρες; Άσε τότε, λέω να μείνω οπισθοδρομικός και ζωντανός!

6.Από που προκύπτει οτι αν απελευθερωθεί πλήρως το ωράριο εργασίας θα μειωθούν οι άνεργοι; Γιατί, εγώ έχω δει πως όσες φορές αυξήθηκε το ωράριο, οι ήδη εργαζόμενοι κάλυψαν τις έξτρα ώρες με μικρή αύξηση του μισθού τους ή/και εκβιασμό περί απόλυσης. Επίσης, είναι αποδεδειγμένο οτι η απελευθέρωση ωραρίου βοηθάει τις πολυεθνικές με τους πολλούς υπαλλήλους και πνίγει τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες με το περιορισμένο προσωπικό. Αποφασίστε λοιπόν κυρα-Σώτη μας, με ποιους είσαστε!

«Το φοβάμαι: φοβάμαι ότι δεν βλέπουμε το δίκιο όπου βρίσκεται, ότι είμαστε μια κοινωνία παιδαριώδης· μαζί με το δίκιο χάνεται η προσωπική μας γνώμη, εν κατακλείδι η αξιοπρέπειά μας: υποτασσόμαστε σε κανόνες του όχλου. Για να μη δυσαρεστήσουμε τους αγωνιστές, τους συνδικαλιστές, τους εξεγερμένους νέους που «κατέλαβαν» τη Λυρική (όχι τα σκυλάδικα όπως θα άρμοζε: στα σκυλάδικα υπάρχουν σωματώδεις μπράβοι! Μη φάμε και καμιά σφαλιάρα!)· υποτασσόμαστε σε κανόνες του όχλου για να μη μας κακοχαρακτηρίσουν. Αλλά επειδή δεν δίνω δεκάρα για το αν κακοχαρακτηριστώ, για μια ακόμη φορά I rest my case.»

Εντάξει, τέρμα η πλάκα, στο συμπέρασμα η κυρία Σώτη δίνει ρέστα! Όντως, είμαστε μια κοινωνία παιδαριώδης, επειδή κάνουμε μια επιτυχία στον τομέα μας και ξαφνικά νομίζουμε οτι είμαστε οι «Φωτεινοί Παντογνώστες», οτι έχουμε γνώμη και γνώση για όλους και για όλα. Κι έχουμε πάντα δίκιο –φυσικά!
Όντως, χάνεται η προσωπική μας γνώμη όταν μιλάμε ή γράφουμε σαν κακέκτυπα των δελτίων ειδήσεων και των τηλεοπτικών παραθύρων.
Όντως υποτασσόμαστε σε κανόνες του όχλου, όπως το «κοίτα την πάρτη σου», «εγώ να κάνω τη δουλειά μου κι άσε τους άλλους», «το αφεντικό έχει πάντα δίκιο»...
Για να μη δυσαρεστήσουμε τα αφεντικά, τους αποβλακωμένους αναγνώστες, τις κυρίες του «καλού κόσμου» και όποιον άλλον μπορεί να μας είναι εν δυνάμει χρήσιμος.

Να τελειώσω με δυο απορίες:

-Αφού δεν συμμερίζεστε κυρία Σώτη τις απόψεις αυτών που κατέλαβαν τη Λυρική, γιατί στο διάολο τους κάνετε προτάσεις; Αν θέλετε να καταλάβετε κανένα σκυλάδικο, πηγαίνετε και κάντε το από μόνη σας, αλλιώς μην ασχολείστε. Επειδή η κατάληψη της Λυρικής είχε αιτήματα που απευθύνονταν στην κρατική χειραγώγηση του πολιτιστικού τομέα, εσείς στο σκυλάδικο τι αιτήματα θα θέτατε; Να ρίξουν την τιμή της φιάλης;

-Είσαστε σίγουρη οτι δεν σας ενδιαφέρει να σας κακοχαρακτηρίσουν; Για τους βιβλιοπώλες-εκδότες και τους υπόλοιπους εν δυνάμει χρήσιμους συμπολίτες μας, γι΄αυτούς μιλάω. Είσαστε σίγουρη οτι δεν σας ενδιαφέρει η γνώμη τους; Επειδή κάπως γλυψιματικό μου φάνηκε το κείμενό σας –αλλά, μπορεί να κάνω και λάθος. Άλλωστε εσείς ξέρετε ΠΑΝΤΑ και ΚΑΛΥΤΕΡΑ.

Και τελικά, ελπίζω τα λογοτεχνικά σας κείμενα να μην είναι τόσο κοινότυπα όσο οι απόψεις σας, γιατί τότε τζάμπα πάνε τα δέντρα που κόβονται για να τυπωθείτε.

Και τα ρέστα μου ας μείνουν κάσα –ωραία δεν το σπρεχάρω το αγγλικό;

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι