Πέμπτη, Μάϊος 28, 2009

Το καταραμένο βιβλίο

Ήταν τότε, στα τέλη της δεκαετίας του '70 που βάλαμε τηλεόραση. Ένα κουτί με ασπρόμαυρη φαντασία, η Λάσυ, το Μικρό σπίτι στο λιβάδι, ο Μάνιξ, ο Φυγάς, ο Αθάνατος, η Μπονάνζα, οι αγώνες του Κάσιους Κλέι και Αγγλικό ποδόσφαιρο. Κάθε Σάββατο απόγευμα. Τότε υπήρχαν δυο μεγάλες ομάδες, Νότινγχαμ Φόρεστ και Λιντς Γιουνάιτεντ. Εγώ πήρα τη Νότινγχαμ, ο αδερφός μου τη Λιντς. Φτιαχνόμουν με τις κόκκινες φανέλες τους, γούσταρα εκείνη την παλιόφατσα τον Πίτερ Σίλτον στο τέρμα και τον άλλο το φλώρο, τον Τρέβορ Φράνσις που σκόραρε μέσα από το μάτι της βελόνας. Γούσταρα τη μπάλα που έπαιζαν αυτοί οι τύποι.

Στον πάγκο ένας ψυχοπαθής μονίμως έτοιμος να εκραγεί, με κατακόκκινα μάγουλα -εμφανώς μεθύστακας. Ο Μπράιαν Κλαφ. Έλεγε για τον τρόπο ποδοσφαίρου που προτιμούσε:
«Αν ο θεός ήθελε να παίζουμε ποδόσφαιρο στα σύννεφα, θα είχε βάλει το γρασίδι να φυτρώνει εκεί πάνω» (σχετικά με το πόσο σημαντικό είναι να παίζουν οι ομάδες με χαμηλές πάσες)

Υπερόπτης, φωνακλάς, αθυρόστομος -εγώ δεν τα ήξερα τότε όλα αυτά, ποιος να μου τα πει;

«Δεν θα έλεγα οτι ήμουν ο καλύτερος προπονητής στο επάγγελμα. Αλλά ήμουνα ο κορυφαίος».



«Η Ρώμη δεν χτίστηκε μέσα σε μια μέρα. Αλλά δεν είχα αναλάβει εγώ να κάνω τη συγκεκριμένη δουλειά».

«Δεν μπορώ καν να συλλαβίσω τη λέξη ‘σπαγγέτι΄ φαντάσου να πρέπει και να μιλήσω Ιταλικά! Πως θα κατάφερνα να πω σε έναν Ιταλό παίκτη να πιάσει τις μπάλες –θα μπορούσε να αρπάξει τ΄αρχίδια μου από παρεξήγηση» (σχετικά με την μη εμπλοκή του με ξένους παίκτες στις ομάδες)

Σε μερικές περιπτώσεις έχω όντως μεγάλο κεφάλι. Αλλά νομίζω οτι αυτό συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους όταν στέκονται μπροστά από το φως. Κι εγώ αποκαλώ τον εαυτό μου ‘Κεφάλα’, απλά για να μου υπενθυμίζω οτι δεν πρέπει να γίνω κάτι τέτοιο» (σχετικά με το παρατσούκλι του)




Ο Μπράιν Κλαφ ξεκίνησε σαν επιθετικός, είχε 251 γκολ σε 274 παιχνίδια πριν του διαλύσουν το γόνατο, Χριστούγεννα του '62 σε κάποιο παγωμένο γήπεδο. Μετά την αποθεραπεία του κατάλαβε οτι δεν μπορούσε πλέον να παίξει ποδόσφαιρο της προκοπής -έγινε λοιπόν ο νεώτερος προπονητής της Αγγλίας . Ξεκίνησε από τη Χάρτπουλ στον πάτο του πάτου των εθνικών κατηγοριών ποδοσφαίρου κι έκανε καλή δουλειά, μαζί με κάποιο Πιτ Τέιλορ, κολλητό του, ανιχνευτή ταλέντων. Εκεί τον είδαν από τη Ντέρμπι Κάουντι και του πρότειναν να αναλάβει την ομάδα. Η Ντέρμπι ήταν στη Β΄κατηγορία κι ο Κλάφι με τον Τέιλορ πήγαν τρέχοντας.

Κατάφεραν να ανεβάσουν την ομάδα στην Πρώτη Κατηγορία, να πάρουν ένα πρωτάθλημα και να φτάσουν στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης.

«Οι παίκτες σου χάνουν τα παιχνίδια, όχι οι τακτικές και τα συστήματα. Ακούγονται τόσες πολλές μαλακίες για θέματα τακτικής από ανθρώπους που με δυσκολία θα κατάφερναν να κερδίσουν μια παρτίδα ντόμινο».

«Αν υπάρχει κάποια διαφωνία με έναν παίκτη μου καθόμαστε και κουβεντιάζουμε για 20 λεπτά και καταλήγουμε στο τέλος οτι έχω δίκιο» (για τον τρόπο επίλυσης των διαφωνιών του με τους παίκτες)

«Μόνο μια φορά χτύπησα τον Ρόι. Αλλά πρόλαβε να πεταχτεί όρθιος κι έτσι δεν κατάφερα να τον χτυπήσω πολύ δυνατά» (για τις σχέσεις του με τον Ρόι Κην)

"Πέρναγα το ίδιο μήνυμα στους παίκτες μου κάθε Σάββατο στις 3 παρά 10 'θα μπορούσα να πυροβολήσω επιτόπου τη γιαγιά μου για να πάρουμε τη νίκη σήμερα το απόγευμα'. Έτσι καταλάβαιναν πόσο σημαντικό ήταν να δώσουν τα πάντα για να κερδίσουν. Κι έτσι η γιαγιά μου βρέθηκε να έχει περισσότερες ζωές κι από τη γάτα μου"


Μετά ήρθε η παραίτηση από την Ντέρμπι Κάουντι και η πρόσληψη στη Λιντς Γιουνάιτεντ. Η Λιντ ήταν όλα αυτά που μισούσε ο Μπράιαν Κλαφ. Όλα! Μαζεμένα.

Θα αφήσω ένα κενό εδώ και τον λόγο θα τον δεις αργότερα. Τέλος πάντων, μετά την αποχώρησή του από τη Λιντς και έχοντας πάντα το παράπονο οτι δεν τον επέλεξαν για προπονητή της Εθνικής Αγγλίας, βρέθηκε στον πάγκο της Νότινγχαμ Φόρεστ.

«Είμαι σίγουρος οτι οι Άγγλοι εκλέκτορες θεωρούσαν πως, αν μου δώσουν τη δουλειά θα θέλω να κάνω απόλυτο κουμάντο. Ήταν ξεροκέφαλοι, επειδή αυτό ακριβώς θα έκανα» (για το οτι δεν του πρότειναν ποτέ να γίνει προπονητής της Εθνικής)


«Επιτέλους η Αγγλία προσέλαβε έναν προπονητή που μιλάει καλύτερα αγγλικά από τους παίκτες του» (για την πρόσληψη του Σβεν Γκόραν Έρικσον στην Εθνική Αγγλίας)

Με τη Νότινγχαμ έσπασε το ρεκόρ μεταγραφής παίκτη στην Αγγλία, αγοράζοντας τον Τρέβορ Φράνσις για 1.000.000 λίρες. Ο Φράνσις έλεγε τότε οτι δεν μπορούσε να καταλάβει τι διάολο είχαν δει σ΄αυτόν που να αξίζει τόσα λεφτά. Κι ο Κλαφ δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα να λύσει την απορία του. "Απλά δίνε την μπάλα στον Πολ Ρόμπερτσον -είναι καλύτερος παίκτης από σένα", του έλεγε στα πρώτα παιχνίδια.

«Δεν θέλω να πω οτι είναι χλωμός κι αδύνατος, αλλά τις προάλλες η καμαριέρα του ξενοδοχείου άλλαξε σεντόνια και ξανάστρωσε το κρεβάτι του χωρίς να καταλάβει οτι αυτός ήταν ακόμα ξαπλωμένος» (αναφερόμενος στον πρώην παίκτη της Φόρεστ, Μπράιαν Ράις)


«Αυτός ο Σήμαν είναι ένας όμορφος νεαρός αλλά περνάει περισσότερη ώρα κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, παρά τη μπάλα. Δεν μπορείς να αποκρούσεις ένα δυνατό σουτ με τέτοια μαλλιά» (για τον τερματοφύλακα της Εθνικής, Ντέιβιντ Σήμαν)

Με την Νότινγχαμ ο Κλαφ πήρε πρωταθλήματα, κέρδισε και το Κύπελλο Πρωταθλητριών δυο φορές -άλλαξε τον κόσμο για τους Εγγλέζους. Κι εκείνοι τον έκαναν άγαλμα, τον έκαναν ιππότη...

«Θα πρέπει να ήταν η γειτόνισσά μου από δίπλα, επειδή μάλλον σκέφτηκε οτι αν γινόταν κάτι τέτοιο θα αναγκαζόμουν να μετακομίσω» (υποθέτοντας σχετικά με το ποιος τον πρότεινε για τον τίτλο του ιππότη)

«Παρ’ όλα τα άλογα και τους τίτλους ιπποσύνης και τα πρωταθλήματά του, δεν έχει δύο απ΄αυτά που εγώ έχω. Και δεν εννοώ αρχίδια!» (αναφερόμενος στον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον και στην, μέχρι τότε, αποτυχία του να πάρει δυο Ευρωπαϊκά κύπελα)


Ο Κλάφι ποτέ δεν σταμάτησε να βγαίνει στις τηλεοράσεις και να μιλάει.

Στοιχηματίζω οτι, πολύ σύντομα, τα αποδυτήριά τους θα μυρίζουν σκόρδο αντί για άφτερ σέιβ» (για τον μεγάλο αριθμό των Γάλλων παικτών της Άρσεναλ)

«Ποιος στο διάολο χρειάζεται 14 ζευγάρια παπούτσια για να πάει διακοπές; Εγώ δεν είχα 14 ζευγάρια παπούτσια σε όλη μου τη ζωή!» (σχετικά με το περιεχόμενο της χαμένης βαλίτσας της Βικτόρια Μπέκαμ)

«Αν μπορώ να περπατήσω στο νερό; Ξέρω οτι οι περισσότεροι άνθρωποι εκεί έξω θα πουν οτι αντί να περπατήσω στο νερό, προτιμότερο θα ήταν να το ανακατεύω περισσότερο με τα ποτά μου. Και θα έχουν απόλυτο δίκιο» (για το πρόβλημα αλκοολισμού του)

«Ασχολούμαι τώρα με αυτό το προσωπικό μου πρόβλημα αλκοολισμού και έχω τη φήμη οτι τα καταφέρνω με οτιδήποτε κι αν ασχολούμαι»

«Προτιμώ τις γυναίκες μου πιο θηλυκές –όχι να βουτάνε για τάκλιν και να κυλιούνται στις λάσπες» (σχετικά με το γυναικείο ποδόσφαιρο)

«Μη μου στείλετε λουλούδια όταν πεθάνω. Αν με συμπαθείτε, στείλτε τα τώρα, που είμαι ακόμα ζωντανός» (μετά την εγχείριση που του έσωσε τη ζωή)

«Δεν θέλω επιτάφιους, ιστορικές αναφορές και άλλα τέτοια. Απλά συμμετείχα –ελπίζω να το πουν αυτό κι ελπίζω κάποιοι να με συμπάθησαν».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, τώρα, με το βιβλίο του Ντέιβιντ Πις. Τρομερό βιβλίο. Αναφέρεται στις μέρες που πέρασε ο Μπράιαν Κλαφ σαν προπονητής της Λιντς Γιουνάιτεντ, αυτή είναι η καταραμένη ομάδα. Κλειστοφοβία, παράνοια, ανασφάλεια, παράνοια, θράσος, μίσος, εχθρότητα, πολλά ποτά με αγνώστους, παράνοια, προδοσία, φθόνος... Ένας άνθρωπος κυνηγημένος από τσακάλια, μέρα με τη μέρα -και τα τσακάλια να είναι μέσα του, στο μυαλό του -από που να φύγει για να γλιτώσει;

Το βιβλίο είναι ένας διάδρομος στο Σπίτι του Τρόμου -μπαίνεις μέσα και πρέπει να συνεχίσεις το περπάτημα μέχρι να βγεις από κει, μέχρι να τελειώσεις το βιβλίο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Όσο δεν το διαβάζεις σε διαβάσει αυτό -στο τέλος το πετάς ανακουφισμένος που όλα γαμήθηκαν αλλά εσύ, τουλάχιστον, γλίτωσες.

Η μετάφραση του Χρήστου Χαραλαμπόπουλου μπάζει αρκετά -ίσως έγινε βιαστικά, ίσως... δεν ξέρω τι. Κάποιες αγγλικές εκφράσεις αποτυπώνονται αυτολεξεί, ο μεταφραστής ξεχνάει οτι στην Ελλάδα τον μάνατζερ της ομάδας τον λέμε προπονητή και τον προπονητή της ομάδας τον λέμε γυμναστή -τέλος πάντων. Μικρό το κακό, επειδή είναι μεγάλο το βιβλίο. Πολύ μεγάλο. Διάβασα κάπου μια κριτική που έλεγε οτι το βιβλίο δεν απεικονίζει με ακρίβεια τα γεγονότα, ποτέ ο Κλαφ δεν έκαψε το γραφείο του Ντον Ρέβι, ποτέ δεν μιλούσε τόσο αθυρόστομα... Μαλακίες. Το βιβλίο δεν είναι βιογραφία του Μπράιν Κλαφ κι ας τον χρησιμοποιεί σαν αφηγητή -το βιβλίο είναι μια προσπάθεια προσέγγισης της παράνοιας όταν αυτή είναι συνυφασμένη με τη μεγαλοφυία.

Αντιγράφω μερικά αποσπάσματα:


Η συνέντευξη Τύπου τελειώνει, βλέπω τους διευθυντές, μετά φοράω την εμφάνισή μου, παίρνω τη βαλίτσα από το γραφείο και πηγαίνω στο πούλμαν. Είναι όλοι καθισμένοι εκεί, ντυμένοι με τα καλά τους ρούχα, καπνίζουν και είναι κατσουφιασμένοι, ψιθυρίζουν και με περιμένουν, με τα βιβλία τους και τα πακέτα με τα τραπουλόχαρτα. Αναγκάζω πάλι τον Σνίφερ να αλλάξει θέση έτσι ώστε να κάτσω πάλι δίπλα στον Μπίλι Μπρέμνερ. Ο Μπίλι κλείνει ενοχλημένος τα μάτια του και ανάβει άλλο ένα τσιγάρο.
"Δεν τα παρατάς, έτσι δεν είναι;" λέει.
"Ποτέ", του απαντάω.

Αυτός είναι ο άνθρωπος που παρακολούθησα και σχολίασα για την ITV στο Παγκόσμιο Κύπελο αυτό το καλοκαίρι. Ήταν αρχηγός της εθνικης ομάδας της χώρας του, που νίκησε το Ζαϊρ 2-0 και ήρθε ισοπαλία με τη Βραζιλία και με τη Γιουγκοσλαβία. Αυτός ο άνθρωπος ήταν όλη η Σκοτία, αυτός ο άνθρωπος που κάθεται δίπλα μου και κοιτάζει επίμονα έξω από το παράθυρο τη βροχή και τον αυτοκινητόδρομο, αυτός ο άνθρωπος τον οποίο ο Ντον Ρέβι είχε σαν δεύτερο γιο, αυτός ο άνθρωπος που θα έπεφτε στη φωτιά για τον Ντον, που περπατάει πάνω στο νερό για τους ανθρώπους της Λιντς, τους ανθρώπους της Σκοτίας, αυτός ο άνθρωπος που είναι δίπλα μου τώρα, ανάβει άλλο ένα γαμημένο τσιγάρο και προσποιείται οτι διαβάζει ένα κωλοβιβλίο με χάρτινο εξώφυλλο, μέχρι που στρέφεται προς το μέρος μου και με ρωτάει: "Παίξατε ποτέ στο Γουμέμπλεϊ, κύριε Κλαφ;"
Το μουνί. Μουνί. Μουνί.

Στα μισά της εθνικής οδού, το πούλμαν σταματάει σε ένα πάρκιν. Όλοι βγαίνουν έξω για έναν καφέ και κατούρημα. Βρέχει καταρρακτωδώς.
Γαμημένο μουνί. Μουνί. Μουνί.

Βγαίνω από τις τουαλέτες -όλοι τους υπογράφουν αυτόγραφα και δέχονται φιλιά από τις σερβιτόρες.
Τα μουνιά. Μουνιά. Μουνιά.
"Ελάτε", τους λέω. "Ας πάμε έναν περίπατο γύρω από το πάρκιν".
"Περίπατο;" φτύνει ο Μπρέμνερ. "Δεν έχω πάει ποτέ περίπατο στη ζωή μου".
"Προχωράτε", τους λέω. "Τεντώστε τα πόδια σας, τεμπέληδες κατεργάρηδες!"
Με κοιτάνε επίμονα και για μια στιγμή μοιάζουν σαν να μην πρόκειται να πάνε. Αλλά μετά, ο αρχηγός Μπρέμνερ ανοίγει την πόρτα και τους οδηγεί έναν έναν στη βροχή και στο πάρκιν. Με τα καλά τους ρούχα. Μέσα στη βροχή. Με τα καλογυαλισμένα τους παπούτσια. "Καλός είσαι Μπίλι", του λέω καθώς τον προλαβαίνω. "Τέντωσε τα πόδια".
"Άντε γαμήσου", μου απαντάει τσαντισμένος."Έχω μουσκέψει ως το κόκαλο".
"Νόμιζα οτι η παρέα σας λάτρευε αυτού του είδους τις ομαδικές δραστηριότητες", του λέω. "Ένας γύρος γκολφ. Λίγο μπίνγκο. Νόμιζα οτι ήταν μέρος της φιλοσοφίας του Ντον. Η συντροφικότητα. Ένας για όλους και όλοι για έναν. Μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια".
"Έχεις δίκιο", λέει ο Μπρέμερ. "Μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια. Μέχρι που εμφανίστηκες εσύ, που να σε πάρει ο διάολος!"
..............................................................................................................................

Είσαι προσκεκλημένος στην τηλεόραση του Γιορκσάιρ για να μιλήσεις στο δείπνο για την Αθλητική Προσωπικότητα της Χρονιάς. Δεν έχεις κερδίσει το βραβείο, απλά σε έχουν καλέσει να μιλήσεις για τον νικητή. Τον κύριο Πίτερ Λόριμερ της Λιντς Γιουνάιτεντ....
Ο κύριος Γουίλσον, πρώην και μελλοντικός πρωθυπουργός, είναι ο επίτιμος καλεσμένος. Αλλά δεν σε εντυπωσιάζει. Όχι αυτές τις μέρες, Άλλος ένας ήρεμος σοσιαλιστής που φιλοξενείται στις φωλιές των κολλητών του.
Αρχίζεις να σιγοτραγουδάς. "Είμαι το νούμερο ένα. Το νούμερο ένα..."
Όταν σηκώνεσαι να μιλήσεις είσαι τύφλα. Και δεν σου καίγεται καρφί.

"Λοιπόν", λες στον Χάρολντ Γουίλσον και στο κοινό μιας αίθουσας που σφύζει από σμόκιν του Γιορκσάιρ.
"Τόση ώρα καθόμουν εδώ και άκουγα έναν σωρό μαλακίες, τώρα καθίστε όλοι σας και περιμένετε γιατί πρέπει να πάω να κατουρήσω".

Πηγαίνεις για κατούρημα. Επιστρέφεις. Αρχίζεις την ομιλία σου:
"Παρά το γεγονός ότι ο Λόριμερ πέφτει κάτω όταν δεν τον έχουν κλοτσήσει, παρά το γεγονός ότι θέλει θεραπεία όταν δεν έχει τραυματιστεί, παρά το γεγονός ότι διαμαρτύρεται όταν δεν υπάρχει λόγος..."
Αρχίζουν τα επιφωνήματα αποδοκιμασίας.
"¨Αν δεν σας αρέσει να καλέσετε άλλον του χρόνου..."
Καρέκλες αναποδογυρίζουν και η βραδιά τελειώνει.
"Έκρηξη. Γαμημένη έκρηξη".
..........................................................................................................

Κάτω στον αυτοκινητόδρομο, τα δάχτυλα και οι σφιγμένες γροθιές τους, τα κοντάρια και οι πέτρες τους, μικραίνουν ολοένα και περισσότερο. Ο Τζον στο τιμόνι της καινούργιας μου μπλε Μερσεντές, ενώ ο Μπιλ ανοίγει ακόμα ένα μπουκάλι σαμπάνια. Όμως ο ήλιος δεν λάμπει και η βροχή πέφτει ακατάπαυστα. Ο γαλανός ουρανός σκοτείνιασε, το κίτρινο φως έγινε μοβ, κι εγώ είμαι στο πίσω κάθισμα με την επιταγή των 25.000 λιρών της Λιντς στα χέρια μου.

Δεν πιστεύω στο Θεό. Δεν πιστεύω στην τύχη. Πιστεύω στο ποδόσφαιρο.

"Μόλις μου έπεσε το λαχείο", φωνάζω. "Το γαμημένο το λαχείο!"

Πιστεύω στην οικογένεια και πιστεύω σ' εμένα. Τον Μπράιαν Χάουαρντ Κλαφ.

Είναι Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 1974 και εύχομαι να ήσουν εδώ.

....................................................................................................

Ο Ντέιβιντ Πις βάζει τα κομμάτια ενός ατέλειωτου ποιήματος ανάμεσα στα κεφάλαια, αρχίζει το βιβλίο με την αποστροφή:

"Πεθαίνει το παλιό και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί -Επί της οδού Έλαντ κάθισα και έκλαψα -D.U.F.C"

Το βιβλίο κλείνει επίσης με το D.U.F.C.

Damn United Football Club

Do You Fucking Care?

Δευτέρα, Μάϊος 25, 2009

Η κουρελιασμένη οπτική

Σήμερα έχει μάθημα –κανόνισε λοιπόν να μη χαζεύεις τα τσιλιβηθρόνια έξω απ΄το παράθυρο, επειδή δεν πρόκειται να τα πω δεύτερη φορά. Και το θέμα του μαθήματος έχει να κάνει με την ανθρώπινη οπτική -πρόσεξε, μπας και ξεστραβωθείς.

Παράδειγμα: Λαμβάνουμε δυο ανθρώπους, τον ένα με τη γλώσσα δέκα πήχες κρεμασμένη λόγω δίψας και τον άλλο αγρότη με χωράφι πρόσφατα σπαρμένο. Έχουμε κι ένα ποτάμι που πλημμυρίζει εκεί ψηλά στο βουνό. Πως βλέπουν το συγκεκριμένο γεγονός οι δυο άνθρωποι; Ο μεν πρώτος τραβάει τα μαλλιά του επειδή θα του πλημμυρίσει το χωράφι και θα πάει στράφι η σοδιά όσο ο δεύτερος πανηγυρίζει ψάχνοντας ποτήρι να πιει νερό να ξεδιψάσει. Ποιος από τους δύο έχει την σωστή αντίληψη του γεγονότος;

Τρεις απαντήσεις μπορούν να δοθούν στο παραπάνω ερώτημα:

1. Σωστή αντίληψη έχει αυτός που καίγεται περισσότερο ο κώλος του. Τουτέστιν ο αγρότης, ο οποίος χωρίς σοδειά θα πεινάσει κι αυτός και η οικογένειά του –άσε που στο τέλος μπορεί να τουμπανιάσουν από την πείνα. Προκειμένου λοιπόν να πεθάνουν οι πολλοί, ας ψοφήσει από δίψα ο ένας. Η συγκεκριμένη άποψη καλείται και ωφελιμιστική.

2. Σωστή αντίληψη έχει κάποιος τρίτος, απέξω από το γεγονός –ο οποίος δεν έχει άμεσο όφελος ή ζημιά από την πλημμύρα. Η συγκεκριμένη άποψη ονομάζεται και αντικειμενισμός.

3. Σωστή αντίληψη έχουν και οι δυο, αρκεί να ξέρουν τα πραγματικά τους συμφέροντα. Διότι η ορθότητα (ή μη) μιας αντίληψης εξαρτάται άμεσα από τη θέση του υποκειμένου το οποίο αντιλαμβάνεται. Αυτή η άποψη αποκαλείται και σχετικιστική.

Πάρε τώρα τα εργαλεία από πάνω και πάμε να κάνουμε μια εγχείριση, σε πραγματικά γεγονότα –κοινώς, «ας σταματήσουμε να υποθέτουμε»:

Πραγματικό γεγονός: Ένας μπάτσος σκίζει το κοράνι κάποιου μουσουλμάνου με αποτέλεσμα να βγουν στο δρόμο οι μουσουλμάνοι απαιτώντας τη συγνώμη του κράτους και την παραδειγματική τιμωρία του μπάτσου.

Παράπλευρες σαχλαμάρες:

-Η υπόθεση είναι φτιαχτή, ο μπάτσος δεν έσκισε τίποτα, το κοράνι ήταν ήδη σκισμένο και στήσανε την υπόθεση οι μουσουλμάνοι προκειμένου να μπλα, μπλα, μπλα... Δεν έχει σημασία. Από τη στιγμή που οι μουσουλμάνοι είναι έξω διαμαρτυρόμενοι, το γεγονός είναι υπαρκτό.

-Οι μουσουλμάνοι το παράχεσαν –κατέστρεψαν αμάξια και περιουσίες (λέξη φετίχ!) κι έτσι χάσανε το δίκιο που αναμφισβήτητα είχαν. Τρίχες κατσαρές! Από πότε άρχισες να μετράς το δίκιο μιας αντίδρασης από αυτή καθεαυτή την αντίδραση και όχι από την αιτία πρόκλησής της; Δηλαδή οι ηρωικοί μας τσολιάδες που ξεκοιλιάζανε Ιταλούς στο Τεπελένι το παράχεσαν και χάσανε το δίκιο τους; Όχι βέβαια! Επειδή οι Ιταλοί μας προκάλεσαν, μας επιτέθηκαν κι εμείς τους πετάξαμε στη θάλασσα αμυνόμενοι. Αυτό ακριβώς έγινε και με τους μουσουλμάνους (ή θα γίνει) βγάλε έξω τη θάλασσα καθότι ο Κακ Λα Μαν δεν την έφτασε ακόμα μέχρι την Ομόνοια.

Ξεσκαρτάροντας τις σαχλαμάρες, παραμένει το θέμα του δικαίου ή αδίκου στο συγκεκριμένο γεγονός, το οποίο συναρτάται άμεσα με την αντίληψη του καθενός περί του γεγονότος. Εδώ μπαίνουν τα θεωρητικά εργαλεία.

Πάμε, για αρχή, «δυνατά κι ωφελιμιστικά».

«Σεβόμαστε τα ήθη και τα έθιμά τους αλλά κι αυτοί θα πρέπει να καταλάβουν οτι ήρθαν απρόσκλητοι σε ένα χριστιανικό έθνος», είπε σχετικά ο Καρα-Τζαφέρης. «Το μεμονωμένο και υπό έρευνα αυτό περιστατικό δεν δικαιολογεί την πρόκληση επεισοδίων από άτομα αποφασισμένα να διαπράξουν φθορές σε περιουσίες πολιτών και να προκαλέσουν συμπλοκές και τραυματισμούς, διαταράσσοντας σοβαρά την κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης. Καλούμε τους οικονομικούς μετανάστες που διαβιούν στην Ελλάδα να σεβαστούν την έννομη τάξη, επισημαίνοντας ότι η Πολιτεία δεν θα επιτρέψει τέτοιες ακραίες συμπεριφορές. Αναμένουμε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις να επιδείξουν υπευθυνότητα ανταποκρινόμενες στην απαίτηση των πολιτών για ευταξία και ευνομία. Το πρόβλημα της αντιμετώπισης της μη νόμιμης μετανάστευσης είναι ένα ευαίσθητο εθνικό θέμα», δήλωσε ο Μαρκ-Ο!-Γιαννάκης.
Τι εννοούν; Οτι εμείς είμαστε εδώ κι αυτοί ήρθαν εκ των υστέρων. Εμείς έχουμε τα δικαιώματα κι αυτοί τις υποχρεώσεις. Να κάνουν λοιπόν τουμπεκί ψιλοκομμένο και να λένε κάνα «ευχαριστώ» που δεν τους στέλνουμε πίσω στις χώρες τους πακέτο (που το προσπαθούμε δηλαδή, αλλά ακόμα δεν το έχουμε καταφέρει –για να είμαστε ακριβείς).
Αυτό που ωφελεί ΕΜΑΣ είναι αυτό που πρέπει να ισχύσει. Να τι εννοούν! Τυχόν ενστάσεις περί θρησκευτικών ελευθεριών, ανθρώπινης αξιοπρέπειας πάνε άκλαυτες υπέρ του «κοινού καλού». Του δικού μας «κοινού καλού». Των Ελλήνων πολιτών (αυτό συζητιέται) και των Ελλήνων πολιτικών (ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΟ). Υπάρχει κι άλλο «κοινό καλό»; Σαφώς.

Το «κοινό καλό» των μουσουλμάνων μεταναστών. Οι οποίοι δεν θέλουν να τους τσουβαλιάζουν σε κλούβες και κρατητήρια –προσπαθούν λοιπόν να πετύχουν το μίνιμουμ σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αλλά αυτοί είναι λίγοι μπροστά σε μας, άρα μπορούμε άφοβα να τους πογκρομιάσουμε.

Το «κοινό καλό» των Ελλήνων μουσουλμάνων που απαιτούν σεβασμό της θρησκείας τους. Εντάξει όμως, μη δίνεις σημασία. Κι αυτοί λίγοι είναι –γάμησέ τους κανονικά και με το νόμο.

Τέλος, το «κοινό καλό» του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού που προβλέπει επικράτηση των πιστών του επί της γης και εξολόθρευση των απίστων. Τι σου λέει αυτό; Εδώ τα νούμερα μεγαλώσανε πολύ, εδώ τα πράγματα μοιάζουν σοβαρά!

Αφού, παγκοσμίως, οι μουσουλμάνοι φονταμενταλιστές είναι περισσότεροι από τους Έλληνες πατριώτες, μήπως θα έπρεπε να κάνουμε μόκο, να φορέσουμε μαντίλες και γενειάδες –καθαρά για λόγους ωφελιμισμού; Έτσι μάλλον πρέπει να γίνει εάν και εφόσον έτσι προστάζει ο ωφελιμισμός και μη βγει κανένας από τους παραπάνω κουραδόμαγκες να μιλήσει για «του Έλληνος τον τράχηλο» ή άλλες παρόμοιες εθνικοπατριωτικές υστερίες. Επειδή πουλάκια μου, αυτά εντάσσονται στην ακριβώς από κάτω αντίληψη.

Όπου φιλοξενούμε το μυθικό τέρας Λεβιάθαν.

Οι άνθρωποι ως γνωστόν παλιοχαρακτήρες και ουτιδανοί. Ο καθένας κοιτάζει να κλέψει, να αρπάξει, να τουμπάρει τον διπλανό για να πατήσει πάνω του –μπας και φανεί ψηλότερος. Οι άνθρωποι λοιπόν κομπλεξικοί. Αν τους αφήσεις μόνους στην κοινωνία θα στην κάνουν κωλοχανείο πριν προλάβεις να πεις «ελευθεριαϊσοτησαδελφότης». Βάζουν λοιπόν οι άνθρωποι το μυθικό τέρας Λεβιάθαν με κεφάλι φάλαινας ουρά φιδιού και πλοκάμια πολλά, να φυλάει την κοινωνία από τους ίδιους τους ανθρώπους, από τους ίδιους τους δηλαδή τους εαυτούς. Και ονομάζουν το Λεβιάθαν «Σύνταγμα», ή «Αρχές διακήρυξης...», ή «Θεό παντοδύναμο», ή ίσως και «Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος». Για να μην τρομάζουν τα παιδάκια –έτσι;

Λέει λοιπόν ο Έλληνας Λεβιάθαν, ο αρθρογράφος:
«ΑΡΘΡΟ 13
1.Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2.Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη».

Και τον μουσουλμάνο φονταμενταλιστή Λεβιάθαν να ρωτήσεις χειρότερα θα στα πει –το λιγότερο που θα προτείνει είναι κρεμάλα για τον παραβάτη.

Εν ολίγοις, ο μπάτσος που έσκισε το Κοράνι θα έπρεπε σήμερα να είναι φυλακή. Μέσα –μπουζού, πως το λένε; Που είναι ο μπάτσος; Κάνει τις τσάρκες του όσο βρίσκεται ακόμα «υπό έρευνα». Ποιος νόμος ορίζει οτι ο «υπό έρευνα» για παραβίαση άρθρου του Συντάγματος μπορεί να βολτάρει ελεύθερος; Οι χουντικοί που κατέλυσαν το Σύνταγμα κάνανε τις τσάρκες τους στου Παπάγου μέχρι να καταδικαστούν ή ήταν προφυλακιστέοι; Οι καταχραστές δημοσίου χρήματος δεν προφυλακίζονται όσο ερευνάται η υπόθεσή τους; Αν εγώ πάω και κατεβάσω το Ευαγγέλιο και το σκίσω μπροστά στα μάτια του παπά δεν θα με χώσουν μέσα μέχρι να δικαστώ; Αλήθεια, ασκήθηκε αυτεπάγγελτη δίωξη στον μπάτσο για προσβολή θρησκευτικών ελευθεριών; Όχι; Γιατί ανακριτούληδές μου; Δουλειά σας δεν είναι;

Ρωτάω τώρα τους Γιαννάκηδες και τους Τζαφέρηδες –δουλειά σας δεν είναι να υπερασπίζεστε και να τηρείτε το Σύνταγμα; Ζητήσατε να συλληφθεί και να δικαστεί πάραυτα ο μπάτσος; Όχι; Γιατί ρε μάγκες; Αν πιάσουν κάνα πιτσιρίκι να γράφει «Άλφα σε κύκλο» στον τοίχο κάποιας εκκλησίας δεν θα κορώσετε μέχρι να το δείτε χωμένο στα έγκατα των φυλακών σας; Τα λέω σωστά ρε ψείρες με αδυναμία στου «Έλληνος τον τράχηλο»;

Και καταλήγουμε στο σχετικισμό.

Τι έχουμε εδώ πέρα; Μπαξέ κανονικό!

Τους εκπροσώπους της χριστιανικής (ορθόδοξης) θεοκρατίας που λένε οτι «δεν έγινε και τίποτα, λάθος ήτο, δεν ήξερε το παιδί τι έγραφε το χαρτάκι γι΄αυτό το έσκισε, ΑΝ το έσκισε». Βέβαια, αν κάποιος Τούρκος έκανε σαΐτα την Αγία Γραφή (ή χρησιμοποιούσε την Αγία Σοφία για μουσείο) θα χάλαγε ο κόσμος επειδή ΠΡΟΦΑΝΩΣ όλοι οι άνθρωποι του κόσμου είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίζουν την Αγία Γραφή (ακόμα και στα ελληνικά!), τα ιερά και τα όσια ΜΑΣ.

Τους εκπροσώπους της μουσουλμανικής θεοκρατίας που θεωρούν τεράστια προσβολή το συγκεκριμένο γεγονός και πιστεύουν οτι, αν δεν αντιδράσουν, θα φάνε πόρτα στον Παράδεισο. Βέβαια αυτοί οι συγκεκριμένοι, έχουν όλη την καλή διάθεση να συμπαρασταθούν σε τυχόν διαδηλώσεις περί βεβήλωσης των χριστιανικών ιερών συμβόλων.

Τους πολιτικούς φορείς του μεσαίου χώρου που ζητάνε την εφαρμογή του Συντάγματος και δεν θα πληρώσουν το πολιτικό κόστος, εφόσον δεν είναι στην κυβέρνηση.

Την αριστερά που δεν μπορεί να ισχυριστεί τίποτα διαφορετικό από τα προφανή.

Τους αντιεξουσιαστές... εδώ πετάγεται ο καραγκιοζάκος και τσιρίζει «με ποιο δικαίωμα αυτοί που βεβηλώνουν τα εθνικά και θρησκευτικά μας σύμβολα απαιτούν να τιμωρηθούν όσοι βεβήλωσαν το θρησκευτικό σύμβολο κάποιου άλλου;» Ας τραβήξουμε μια ξεγυρισμένη κατραπακιά στον καραγκιοζάκο –επειδή οι αντεξουσιαστές αμφισβητούν την εξουσία που έχει καθίσει πάνω ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ κεφάλια. Καίνε τις ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ και όχι, ας πούμε, τις Μεξικάνικες σημαίες. Αν τώρα ξεκινήσουν κάποιοι Μεξικάνοι να καίνε τις δικές τους σημαίες –μπορεί να πάνε οι δικοί μας αντιεξουσιαστές μαζί τους για συμπαράσταση. Αλλά δεν έχω δει κανέναν τόσο σχιζοφρενή που να πρεσβεύει την άποψη «εντάξει, την καταπίεση στη χώρα μου μπορώ να την αντέξω, αλλά ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ την καταπίεση που τρώνε στη μάπα οι Κουβανοί»! Ανάμεσα στους αντιεξουσιαστές εννοώ, επειδή τέτοιοι σχιζοφρενείς υπάρχουν, θα έρθει η σειρά τους αμέσως παρακάτω. Οι αντιεξουσιαστές λοιπόν θεωρούν τη θρησκεία και το έθνος κατασταλτικούς και καταπιεστικούς μηχανισμούς –αλλά ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ υπερασπίζονται το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου στον αυτοκαθορισμό. Αν θέλει ο άλλος να φοράει μαντίλα και να κάνει τεμενάδες, θα πρέπει να έχει αυτό το δικαίωμα εξασφαλισμένο –τελεία και παύλα.

Τέλος έχουμε τους κοσμοπολίτες ψυχάκηδες που προανέφερα. Αυτούς που τρώνε σκίσιμο κανονικό στη χώρα τους και αντιδρούν λυσσαλέα -παλεύοντας για τον τερματισμό της δικτατορίας στην Κούβα. Ή στην Κίνα. Ή στη Μιανμάρ –ξέρω ΄γω. Οπουδήποτε πάντως μακριά από μας, σε οποιοδήποτε μέρος της γης είναι εξασφαλισμένο οτι δεν υπάρχει πιθανότητα η αλλαγή στο πολιτικό σύστημα να μας επηρεάσει άμεσα. Ανθρωπιστές λόγω μόδας, προσπαθούν να καλύψουν την πνευματική τους ανεπάρκεια να ασχοληθούν με αυτά που πραγματικά επηρεάζουν την κοινωνική τους ζωή.

Ποιος απ΄όλους έχει δίκιο;

Μα τώρα –είναι ερώτηση αυτή; Δεν σου είπα να προσέχεις ρε; Πρόσεχες; Πες μου λοιπόν –όχι ποιος έχει δίκιο, αλλά ΕΣΕΝΑ ποια είναι η άποψή σου; Πως το βλέπεις το όλο θέμα;

Με την ησυχία σου, εγώ απλά σκέφτηκα να μοιραστούμε τα εργαλεία.

Παρασκευή, Μάϊος 22, 2009

Η Πανδώρα -ρέπλικα

Ήτανε λοιπόν αυτή η γυναίκα-ρέπλικα που τη λέγανε Πανδώρα. Την είχε φτιάξει ο τρελός επιστήμονας του Δία, ο Ήφαιστος, όταν το Αφεντικό του ζήτησε έναν Εξολοθρευτή για να ξεπαστρέψει το κωλόπαιδο τον Προμηθέα που, ως γνωστόν, έμαθε στους ανθρώπους τη χρήση του αναπτήρα ζίπο.

Αυτός ο Προμηθέας τώρα, ήτανε περπατημένο παιδί (το επιβεβαιώνει και η κίρρωση του ήπατος που κόλλησε λόγω καταχρήσεων) –όταν του έστειλε ο Δίας πεσκέσι το γκομενάκι Πανδώρα πήρε αμέσως γραμμή οτι ήταν βρώμα η δουλειά. Έλα όμως που είχε έναν αδερφό τεχνοκράτη (απ΄αυτούς που χρειάζονται πίτες και ιστογράμματα για να βγάλουν απόφαση), τον γνωστό Επιμηθέα! «Ρε μη μπλέξεις με το τσουλί, είναι βαλτή από τους Απωπάνω για να μας ξεπατώσουν!» Τίποτα ο Επιμηθέας! Πήγε και τη νυμφεύτηκε την Πανδώρα ανοίγοντας το ζοφερότερο κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας με τίτλο: «άλλη ήσουνα πριν τα στέφανα και άλλη μου προέκυψες». Διότι η Πανδώρα είχε ένα κουτί με ωρολογιακό μηχανισμό, δώρο και καλά, του πεθερού Δία. «Μην το ανοίξετε, θα μας πάρει ο Άδης όλους –δεν έχετε δει τον ‘Άγνωστο της οδού Άρλιγκτον’;» τσίριζε ο έρμος ο Προμηθέας. Όμως επειδή πρώτον η συγκεκριμένη ταινιάρα δεν κυκλοφορούσε ακόμα στα βίντεο κλαμπ και δεύτερον επειδή γυναίκα με κουτί δώρου ίσον μοιραίος συνδυασμός, την άνοιξε τη σεντούκα η Πανδώρα, βγήκανε από μέσα όλες οι αρρώστιες και οι δυστυχίες του κόσμου –πανούκλες, χολέρες, θάνατοι, λιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί και παρουσιαστές δελτίων ειδήσεων. Τρόμαξε η Πανδώρα, έκλεισε το κουτί κι άφησε μέσα την ελπίδα που, λόγω ψιλομυτίασης, περίμενε να βγει τελευταία. Εδώ τελειώνει συνήθως ο μύθος, αλλά το ζουμί βρίσκεται στη συνέχειά του (η οποία κρίθηκε αντιεμπορική λόγω κόστους και μεγάλης διάρκειας –οπότε δεν περιλήφθηκε στην ταινία).

Καθότι η Πανδώρα έκανε μια κόρη, την Πύρρα και την πάντρεψε με τον Δευκαλίωνα (όχι τον ηθοποιό τον Δαδακαρίδη –άλλος ήταν αυτός). Ο Δευκαλίωνας, γνωστό τσιράκι του Αφεντικού (εφόσον πειθήνιο όργανο της πεθεράς –ρέπλικας Πανδώρας) μαζί με το γυναικάκι του την Πύρρα φτιάξανε εκεί πέρα μια κιβωτό κι έτσι επιβιώσανε του γνωστού κατακλυσμού. Εδώ τελειώνει κανονικά το παραμύθι.

Και το ηθικόν δίδαγμα αυτού;

Οτι τα Αφεντικά κάνουν και μαλακίες προκειμένου να ξεπαστρέψουν όσους πάνε να αυτονομηθούν αλλά στο τέλος πάντα αναγκάζονται να επιστρατεύσουν τα μεγάλα μέσα για να τα καταφέρουν.

Δες τώρα τι έγινε με τον Γιωργάκη και την επαναφορά του διλήμματος «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» -μιας και ήρθε η κουβέντα στις ρέπλικες... Επειδή όλοι αυτοί είναι ρέπλικες, τα Αφεντικά το μάθανε το παραμύθι και μας πήξανε με δαύτους, γιατί οι προηγούμενοι κατακλυσμοί τους στοίχισαν ένα καράβι (ή μια κιβωτό) λεφτά και δεν θέλουν να ξαναπάθουν τα ίδια. Ρέπλικες που προσπαθούν να καθορίσουν την πορεία του κόσμου και άλλες ρέπλικες που λειτουργούν διορθωτικά ως προς τις προηγούμενες.

Πάει τώρα ο Γιωργάκης και λέει οτι το ερώτημα είναι: «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ, Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ή Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές;» Καθότι ο Γιωργάκης έχει βασικές σπουδές στην κοινωνιολογία, έψαξε, ως φαίνεται, στη βιβλιοθήκη του και ανακάλυψε το σεντούκι της Πανδώρας.

Το ακούνε οι ρέπλικες της Ν.Δ. και αρχίζουν τον καλαματιανό «σαν δεν ενδρέπεσθε κύριε, να αποκαλείτε βάρβαρους τους δεξιούς ψηφοφόρους!»

Από δίπλα εκείνη η παρακμασμένη ρέπλικα που φτιάξανε για το Τερμινέιτορ (αλλά τελικά δεν την χρειάστηκαν επειδή προλάβανε να κλείσουν τον Σβαρτσενέγκερ) –η και Καρατζαφέρης επονομαζόμενη ρέπλικα. «Μην του φωνάζετε του Γιωργάκι, δεν ξέρει καλά ελληνικά το παιδί, γι΄αυτό τα λέει», κλείνει πονηρά το μάτι κι ανησυχεί, πώς θα καταφέρει να ξεκολλήσει μετά τη βλεφαρίδα.

Σκάει και η ρέπλικα Παπαρήγα (αυτή τη φτιάξανε για να παίξει τον Αρτού Ντετού στον Πόλεμο των Άστρων, αλλά δεν τη χρησιμοποίησαν για να μην τρομάξουν τα παιδάκια και βγει ακατάλληλη η ταινία) και κομπάζει, «βαρβαρότητα είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και σοσιαλισμός εμείς οι σωστοί –όχι οι Πασόκοι οι ρετσινόλαδοι».

Κι όλοι μαζί παλεύουν να κλείσουν μια ώρα αρχύτερα το κουτί που άνοιξε ο Γιωργάκης. Θα προλάβουν;

Το δίλημμα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» που ξεκίνησε από την Ρόζα Λούξεμπουργκ και έγινε τίτλος περιοδικού από τον Καστοριάδη και τον Λαφόρ είναι τρομακτικά απλό κι, εν μέρει, έχει δίκιο ο Κωστάκης να διαμαρτύρεται. Πρόσεξε λίγο:

Το υπάρχον κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα (καπιταλισμός) στηρίζεται στις αρχές της ελεύθερης αγοράς και της μεγιστοποίησης του κέρδους. Λένε οι (ο θεός να τους κάνει) θεωρητικοί του συγκεκριμένου συστήματος, «πιστεύουμε στην αυτορρύθμιση των αγορών και στον ελεύθερο ανταγωνισμό –μόνο έτσι θα επιβιώσουν οι καλύτεροι σε βάρος των χειρότερων». Διότι, αν όλοι μπορούν να βγουν στην αγορά με την πραμάτεια τους, θα πας εσύ να ψωνίσεις από αυτόν που είναι καλύτερος και φτηνότερος, άρα ο σκάρτος θα χρεοκοπήσει κι εσύ θα γίνεις ευτυχής αφού αγόρασες το καλύτερο πράγμα στην καλύτερη τιμή. ΔΕΝ λένε οι παραπάνω (σιγά μη σκίσετε κανένα καλσόν!) θεωρητικοί οτι ο βασικός σκοπός κάθε συμμετέχοντος στην διαδικασία της ελεύθερης αγοράς είναι να μεγιστοποιήσει το κέρδος του. ΔΕΝ λένε οτι ο μοναδικός τρόπος μεγιστοποίησης του κέρδους είναι να κλείσεις όλους τους ανταγωνιστές σου και να γίνεις μονοπώλιο (αν έχεις ΜΟΝΟ εσύ το προϊόν, πουλάς όσο γουστάρεις). ΔΕΝ λένε οτι στην προσπάθεια μεγιστοποίησης του κέρδους συμπιέζεται το κόστος παραγωγής, άρα πέφτουν τα μεροκάματα και η ποιότητα του προϊόντος. ΔΕΝ λένε οτι όσο μειώνεται το κόστος και αυξάνεται η παραγωγή τόσο παράγονται υπεράριθμα προϊόντα που κανένας δεν χρειάζεται. ΔΕΝ λένε οτι αυτό έχει σα συνέπεια να δημιουργούνται πλαστές ανάγκες (μέσω της διαφήμισης) στους ανθρώπους, προκειμένου να αγοράσουν τα υπεράριθμα αυτά προϊόντα. ΔΕΝ λένε οτι στην προσπάθεια διατήρησης υψηλής τιμής του προϊόντος φτάνουν μέχρι και να θάβουν τα πλεονάσματά τους ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι άνθρωποι λιμοκτονούν επειδή ακριβώς τους στέρησαν τις πρώτες ύλες για να κατασκευάσουν αυτά τα προϊόντα που τελικά θάφτηκαν. ΔΕΝ λένε πολλά πράγματα.

Κάτσε τώρα να δεις τι θα γινόταν με την πλήρη κυριαρχία του καπιταλιστικού συστήματος (σε ιδανικές συνθήκες, ας πούμε). Ακολουθεί παράδειγμα:

Υπάρχει αυτή η εταιρεία Χ και λειτουργεί σε συνθήκες πλήρως απελευθερωμένης αγοράς –χωρίς φόρους, χωρίς σύνορα, χωρίς τίποτα. Η εταιρεία ξεκινάει να πουλάει το προϊόν της και αποφασίζει να περάσει κάποιο χρονικό διάστημα με χασούρα, προκειμένου να γίνει ανταγωνιστική. Έτσι πουλάει φτηνά και ποιοτικά προϊόντα. Κι έτσι κλείνει τους περισσότερους βασικούς ανταγωνιστές της στο είδος. Αλλά μένει μια μεγάλη εταιρεία Ψ, σαν αντίπαλο δέος. Και η δικιά μας εταιρεία, η Χ, κλείνοντας τις υπόλοιπες, αρχίζει να βγάζει κέρδος. Έχουμε τώρα δυο εταιρείες μόνο, μπορούν να μοιραστούν την αγορά στη μέση και να ζήσουν μια χαρά. Θα το κάνουν; ΟΧΙ ΒΕΒΑΙΑ! Γιατί; Επειδή οι εταιρείες θέλουν συνεχή αύξηση των κερδών, οι εταιρείες θέλουν να επεκτείνονται, να μεγαλώνουν. Είναι σίγουρο αυτό; Ξέρω ΄γω; Πες μου εσύ μια εταιρεία που αποφάσισε να αρκεστεί στο μερίδιο αγοράς το οποίο ήδη κατέχει και δεν προσπάθησε να το επεκτείνει υπερισχύοντας του ανταγωνισμού. Μία μόνο μπορείς να μου πεις;

Πάμε παρακάτω. Γίνεται λοιπόν μια συγχώνευση ή γίνεται επιχειρηματικός πόλεμος, τέλος πάντων, καταλήγουμε να υπάρχει ΜΟΝΟ ΜΙΑ εταιρεία η οποία παράγει το συγκεκριμένο προϊόν. Τι θα συμβεί στη συνέχεια;

-Η εταιρεία θα ανεβάζει συνεχώς την τιμή του προϊόντος, μέχρι το σημείο που μπορούν να αντέξουν οι αγοραστές.
-Η εταιρεία θα μειώνει συνεχώς τους μισθούς των εργαζομένων της (αφού, λόγω ειδικότητας μόνο σε αυτή θα μπορούν να δουλέψουν πλέον), μέχρι να πιάσει το κατώτατο όριο επιβίωσης των εργαζομένων.
-Η εταιρεία, τέλος, θα επενδύσει τα υπερκέρδη της σε άλλον παραγωγικό τομέα επιδιώκοντας να διατηρήσει διαρκώς αυξανόμενη την κερδοφορία της.

Ας πούμε οτι αυτή η εταιρεία Χ τα καταφέρνει και σβήνει ΟΛΕΣ τις υπόλοιπες εταιρείες από τον χάρτη, τώρα υπάρχει ΜΟΝΟ αυτή και παράγει ΤΑ ΠΑΝΤΑ. Τι θα κάνει τότε; Το προφανές!

Θα αρχίσει η εταιρεία να χρησιμοποιεί σκλάβους αντί για εργαζόμενους, αφού οι προοπτικές θα είναι οι εξής δύο: είτε δουλεύεις και τρως, είτε δεν δουλεύεις και πεθαίνεις. Γιατί να ενεργήσει διαφορετικά η εταιρεία; Γιατί να δώσει παραπάνω χρήματα όταν μπορεί να τα γλιτώσει;

Σαν αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας θα υπάρξει τρομακτική έλλειψη χρημάτων από μέρους των εργαζομένων και τρομακτική συγκέντρωση χρημάτων στους ιδιοκτήτες της εταιρείας και τα τσιράκια τους. Τι θα κάνει στη συνέχεια η εταιρεία; Θα δίνει παραπάνω χρήματα στους εργαζομένους περιμένοντας να της τα επιστρέψουν αυτοί με την αγορά των προϊόντων της; Ωραίο αστείο!

Η εταιρεία θα συνεχίσει να πίνει φρέσκο αίμα δημιουργώντας γύρω από τους ιδιοκτήτες μια δράκα προνομιούχων στελεχών και υψώνοντας προστατευτικά ανθρώπινα τείχη σεκιουριτάδων μεταξύ αυτής και των εξαθλιωμένων. Ξέχνα τις εξεγέρσεις των σκλάβων –τέτοια πράγματα δεν προβλέπονται στις θεωρίες της ελεύθερης αγοράς. Ρίξε μια ματιά στην συγκεκριμένη κατάσταση (επαναλαμβάνω, την ιδανική κατάληξη του καπιταλιστικού συστήματος) και πες μου πως θα το ονόμαζες όλο αυτό;

Ένας μικρός αριθμός ανθρώπων θα ζει στην άκρατη πολυτέλεια, όσο ένας απείρως μεγαλύτερος αριθμός θα δουλεύει σε απάνθρωπες συνθήκες και τριγύρω θα κυκλοφορεί πλήθος εξαθλιωμένων ζητιάνων οι οποίοι θα παρακαλάνε να γίνουν σκλάβοι για να μην πεθάνουν από πείνα. Αν αυτό δεν λέγεται ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ φιλαράκο, πες εσύ πως αλλιώς λέγεται.

Έλα να δούμε κι αυτό το πράγμα, τον σοσιαλισμό –αλλά σε ιδανικές συνθήκες, εκεί που μετρήσαμε και τον καπιταλισμό, εντάξει;

Οι άνθρωποι λοιπόν έχουν απηυδήσει από το καπιταλιστικό σύστημα, βλέπουν οτι δεν τους πολυσυμφέρει να δουλεύουν και να σκοτώνονται στη δουλειά κι όσο δουλεύουν τόσο φτωχότεροι να γίνονται –κάπως έτσι, χοντρικά. Λένε τότε οι άνθρωποι: «σάλτα και γαμηθείτε ρε κοπρίτες που θα δουλεύουμε εμείς για να παχαίνετε εσείς –τέρμα το αραλίκι κι όλα δικά μας». Παίρνουν οι άνθρωποι τα μέσα παραγωγής, στέλνουν στο γερο-διάολο τους καπιταλιστές και τα προνόμιά τους κι αποφασίζουν το εξής απλό: «όλα θα δουλεύουμε για να ζήσουν καλύτερα ΟΛΟΙ οι άνθρωποι, ξεχάστε τα κέρδη και τα χρήματα». Τα μέσα παραγωγής λοιπόν ανήκουν ΣΕ ΟΛΟΥΣ και δουλεύουν ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ. Όλα ελεύθερα, όποιος πεινάει τρώει, όποιος κρυώνει παίρνει ρούχα –κάπως έτσι. Κι όλοι δουλεύουν ΟΣΟ μπορούν και ΟΠΟΥ τους χρειάζονται.

Εντάξει, δεν υπάρχουν φιρμάτα ρούχα και φτηνιάρικα ρούχα. Δεν υπάρχουν εξεζητημένα γεύματα που αποτελούν προνόμιο των εκλεκτών. Δεν υπάρχουν ακριβά αυτοκίνητα για τους λίγους. Αλλά, όλοι οι άνθρωποι είναι πλέον δημιουργοί. Επειδή το προϊόν της εργασίας τους δεν αποστερείται πλέον από αυτούς, δεν τους το κλέβει κάποιος –το προϊόν της εργασίας τους προσφέρεται ελεύθερα. Κι όταν ο άνθρωπος γίνεται δημιουργός, γίνεται συνάμα ποιητής (ποιεί). Συνέχισε μόνος σου τον συλλογισμό –δεν είναι δα και δύσκολο!

Αυτό το πράγμα λέγεται ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ όσο το προηγούμενο είναι και οδηγεί στη ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ.

Και επειδή μετρήσαμε δυο κοινωνικά συστήματα στις ιδανικές τους συνθήκες κι επειδή οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν υπολογίζοντας τις συνέπειες των πράξεών τους σε βάθος χρόνου, το δίλημμα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» μπορεί να έχει μονάχα μία απάντηση! Αυτό ισχυριζόταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ, αυτό ισχυρίζονται όσοι λένε οτι ο σοσιαλισμός είναι «κοινωνική νομοτέλεια». Δηλαδή, εκεί θα καταλήξουμε επειδή αυτό είναι το συμφέρον μας, όσο η παρούσα κατάσταση οδηγεί στην καταστροφή μας σαν είδος.

Ο Γιωργάκης προσφάτως άνοιξε το κουτί χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες (άλλωστε, όλες οι Πανδώρες προσελκύονται από τις φανταχτερές συσκευασίες και ξεχνάνε να σκεφτούν τους κινδύνους). Οι υπόλοιποι προσπαθούν απλώς να κλείσουν το κουτί, αποπροσανατολίζοντας την κουβέντα.

Αλλά η κουβέντα είναι εδώ.

Και η κουβέντα είναι σαφώς προσβλητική για τους ψηφοφόρους των υποστηρικτών του συστήματος, η κουβέντα λέει οτι θα πρέπει να είσαι ηλίθιος για να ψηφίζεις την καταστροφή σου. Είτε αυτή λέγεται «παραδοσιακή δεξιά», είτε λέγεται «κέντρο με σοσιαλιστικές γιρλάντες», είτε λέγεται «κοινοβουλευτική αριστερά». Άρα, τι μένει; Να πάμε για μπάνιο στις εκλογές;

Βεβαίως, αν έτσι πιστεύουμε οτι θα επιφέρουμε κάποιο πλήγμα στο υπάρχον σύστημα. Ισχύει αυτό; Έλα τώρα –ακόμα και οι κρυάδες έχουν τα όριά τους!

Άρα λοιπόν; Αδιέξοδο; Λευκό;

Οι απαντήσεις αφορούν τον καθένα προσωπικά κι εγώ δεν είμαι "ο Φράνσις το σοφό γαϊδούρι που όλα τα ξέρει και όλα τα γνωρίζει". Μπορώ μόνο να κάνω κάποιες υποθέσεις που δεν δεσμεύουν κανέναν (εκτός από μένα):

1. Ψήφος στα Δεξιά είναι απάνθρωπη ψήφος.
2. Ψήφος στα Αριστερά ή στο Κέντρο είναι ψήφος υπό προϋποθέσεις. Αν σε βολεύουν γι΄αυτά που σκοπεύεις να κάνεις, ψήφισέ τους –αλλιώς, άστο να πάει.
3. Ψήφος στους Πράσινους είναι κοροϊδιλίκι ψήφος.
4. Ψήφος στα υπόλοιπα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα είναι επίσης ψήφος υπό προϋποθέσεις. Τι θέλεις να προτάξεις; Τι λέει το τάδε κόμμα;

Κάνε λοιπόν οτι γουστάρεις στις ευρωεκλογές –άλλωστε η ευθύνη της απόφασης βαρύνει αποκλειστικά εσένα. Αλλά τώρα που άνοιξε την κουβέντα ο Γιωργάκης περί «Σοσιαλισμού ή Βαρβαρότητας», μην την αφήσεις να κλείσει. Μην τους αφήσεις να σε μπερδέψουν πάλι, μην τους αφήσεις να σε εξαντλήσουν. Κι αυτό φιλαράκο είναι σοβαρότερο από την ίδια σου τη ζωή. Επειδή ο κατακλυσμός δεν έχει έρθει ακόμα και δεν έχουμε καμιά διάθεση να τον αφήσουμε να μας πνίξει. Ούτε εμάς, ούτε τα παιδιά μας –σύμφωνοι;

Τετάρτη, Μάϊος 20, 2009

"Μπυ όπως Μπύρα" καλά μου παιδιά!

Δεν ξέρω αν στο έχω ξαναπεί, αλλά έχω μια κόρη. Πηγαίνει δημοτικό και της αρέσουν οι ταινίες, τα βιβλία... τέτοια πράγματα. Της αρέσουν και οι κούκλες και οι παιχνιδομηχανές αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα. Ας αρκεστούμε στα βιβλία.

Στη μικρή αρέσει ο Τριβιζάς -εμένα πάλι, όχι και τόσο. Υπάρχουν διάφοροι συγγραφείς παιδικών βιβλίων κι εγώ δεν έχω ιδιαίτερη εμπειρία σε όλα αυτά, αν λοιπόν κάποιος από τους δικούς μου αγαπημένους συγγραφείς βγάλει παιδικό βιβλίο τρέχω να το αγοράσω στη μικρή. Έτσι την πάτησα με το βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου "Ο Σίσυφος στο μπαλκόνι".

Θέλω να σου πω οτι το παιδικό βιβλίο είναι τεχνική, πολύ δύσκολη τεχνική, μπροστά της η μανιέρα της επιστημονικής φαντασίας, για παράδειγμα, μοιάζει με σκέτη προθέρμανση. Υπερβολικός;

Έχω διαβάσει συνεντεύξεις συγγραφέων παιδικών βιβλίων που λένε οτι προσπαθούν να μπουν στην παιδική οπτική αντιμετώπισης της πραγματικότητας, διάβασα κάπου και την συνέντευξη του Τατσόπουλου ο οποίος έλεγε οτι προσπάθησε να παρουσιάσει την δική του οπτική στα παιδιά (και καλά έκανε). Κατά την ταπεινή μου γνώμη, όλα αυτά είναι χάντρες για τους ιθαγενείς (γονείς). Κανένας ενήλικας δεν μπορεί να πλησιάσει την παιδική οπτική (ή ακόμα και την οπτική ενός άλλου ενήλικα) και δεν υπάρχει και λόγος να το κάνει. Αν θέλαμε βιβλία σύμφωνα με την οπτική των παιδιών ας αφήναμε τα παιδιά να τα γράψουν.

Για μένα, το θέμα βρίσκεται αλλού και εξηγούμαι:
Τα παιδιά βαριούνται να διαβάζουν (ή να τους διαβάζουν) κατεβατά χιλίων σελίδων μέσα στα οποία περιγράφεται η ΜΙΑ μέρα, ΕΝΟΣ ανθρώπου -ακόμα κι αν ο άνθρωπος λέγεται Λεοπόλδος Μπλουμ. Συνταρακτική αποκάλυψη; Δε νομίζω. Σκέψου το διαφορετικά, σκέψου οτι παίρνεις το παιδί σου και το βάζεις να παρακολουθήσει μια παρτίδα σκάκι ανάμεσα σε δυο μετρ του είδους -ενώ αυτό γνωρίζει μόνο τα βασικά από σκάκι. Όσο λοιπόν εσύ θαυμάζεις τη μαεστρία και το βάθος σκέψης των μετρ, το παιδί θα αγανακτήσει -"μα γιατί δεν του τρώει τη βασίλισσα να τελειώνουμε;"
Το ίδιο ακριβώς ισχύει για τους λογοτέχνες που επιχειρούν να γράψουν παιδικό βιβλίο.

Δεν έχει σημασία αν κατέχουν άριστα την τέχνη του συμβολισμού, δεν μετράνε τα γλωσσικά τεχνάσματα που μπορούν να χειρίζονται με απίστευτη ευκολία -το παιδί θέλει να μάθει την ιστορία και θέλει το τέλος να είναι ευτυχισμένο. Γι΄αυτό και θέλει να ανησυχήσει κάπου στη μέση -όχι πολύ, όσο ακριβώς χρειάζεται, προκειμένου να απολαύσει το τέλος. Πες του λοιπόν τη ρημάδα την ιστορία και μην κάνεις επίδειξη! Πες την απλά, επειδή το παιδί δεν πρόκειται να κάνει διαλογισμό προκειμένου να αντιληφθεί τα νοήματα που πήγες κι έκρυψες εσύ. "Φάε τη βασίλισσα" να τελειώνουμε!

Έμαθα οτι ο Τομ Ρόμπινς έβγαλε το καινούργιο του βιβλίο -έψαξα σχετικά με αυτό. Και ανακάλυψα οτι πρόκειται για παιδικό βιβλίο! Ή αλλιώς, "ένα παιδικό βιβλίο για μεγάλους κι ένα μεγαλίστικο βιβλίο για παιδιά", όπως λέει στο εξώφυλλο. Ο Τομ Ρόμπινς είναι ο αγαπημένος μου παραμυθάς -λάθος -ο Τομ Ρόμπινς είναι ο μεγαλύτερος παραμυθάς που υπάρχει. Μέχρι σήμερα φρόντιζε να μας πείθει οτι η ανάγκη μας για παραμύθια είναι το ίδιο μεγάλη με αυτή των παιδιών, τώρα αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του απευθυνόμενος ΚΑΙ στα παιδιά. Κι αν νομίζεις οτι αυτό είναι εύκολο, διάλεξε το αγαπημένο σου βιβλίο και προσπάθησε να το διαβάσεις σε ένα παιδί. Σου δίνω δυο σελίδες μέχρι το παιδί να σου γυρίσει την πλάτη αμετάκλητα!

Δεν ξέρω αν πράγματι υπάρχει ο Τομ Ρόμπινς (θα ήμουν πρόθυμος να πιστέψω οτι πρόκειται για αστρική άυλη προβολή από το απέραντο διάστημα που υπαγορεύει τα βιβλία του σε μια έμψυχη γραφομηχανή) αλλά ΑΝ υπάρχει θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για την προσπάθεια που κάνει προκειμένου να γνωριστεί με την κόρη μου. Και να του ευχηθώ να τα καταφέρει.

Τι άλλο; Α, ναι! Έχω το κείμενο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου καθώς και την εισαγωγή του που την βρήκα εδώ. Ρίχτα Μεγάλε Τομ:


Μια φορά κι έναν καιρό (δηλαδή τώρα) υπήρχε ένας πλανήτης (τι λες γι΄αυτόν εδώ;) του οποίου οι κάτοικοι κατανάλωναν 36 δισεκατομμύρια γαλόνια μπύρας κάθε χρόνο (είναι γεγονός, μπορείς να το βρεις και στο Google). Ανάμεσα σ΄αυτούς που επηρεάστηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, από τις φυσαλίδες, τα ρεψίματα και τους αφρούς, υπήρχε ένα έξυπνο, ανοιχτομάτικο νήπιο που της άρεσε η περιπέτεια και την έλεγαν Γκρέισι, η αφηρημένη μητέρα της, ο αδιάφορος πατέρας της, ο ρέμπελος θείος της και ένας μαγικός, ανακατωσούρας εισβολέας που ερχόταν από έναν κόσμο κρυμμένο μέσα στον δικό μας κόσμο.




Έχεις ποτέ αναρωτηθεί γιατί αρέσει τόσο πολύ η μπύρα στον μπαμπά σου; Έχεις ποτέ αναρωτηθεί, πριν σε πάρει ο ύπνος, γιατί μερικές φορές φέρεται κάπως «περίεργα» αφού έχει πιει μπύρες; Ίσως κιόλας να έχεις αναρωτηθεί από που έρχεται η μπύρα, επειδή είναι σίγουρο πως δεν την φτιάχνουν οι αγελάδες. Λοιπόν, η Γκρέισι Περκλ αναρωτιόταν συχνά για αυτά ακριβώς τα πράγματα.

«Μαμά», ρώτησε η Γκρέισι ένα απόγευμα, «τι είναι αυτό που πίνει ο μπαμπάς;»
«Τον καφέ εννοείς γλυκιά μου;»
«Όχι τον καφέ. Ιικ! Το άλλο πράγμα που είναι κίτρινο και μοιάζει με τσίσα».
«Γκρέισι!»
«Κι εσύ λες ‘τσίσα’!»
«Ναι εντάξει, όταν μιλάω για αυτά που κάνουμε στην τουαλέτα μπορεί να το πω. Αλλά δεν το λέω ποτέ όταν μιλάω για το ποτό κάποιου».
Η Γκρέισι χαχάνισε. Η μητέρα της, ιδιαίτερα απασχολημένη με το σιδέρωμα, μουρμούρισε χωρίς καν να την κοιτάξει, «νομίζω αγάπη μου οτι εννοείς την μπύρα».

«Ω!» τσίριξε η Γκρέισι. «Αυτό είναι. Μπύρα. Αυτό το πράγμα που το δείχνουν συνέχεια στην τηλεόραση». Έκανε τη φωνή της πιο βαριά. «’Καλύτερη γεύση!’ ‘Μικρότερη συσκευασία!’ ’Καλύτερη γεύση!’ ‘Μικρότερη συσκευασία!’». Χαχάνισε για μια ακόμα φορά. «Είναι κάτι σαν Πέπσι για χαζούς γέρους;»

Η κυρία Περκλ χαμογέλασε, αλλά ήταν ένα τόσο αδύναμο και σπαστικό χαμόγελο που ακόμα κι ένα γατάκι θα μπορούσε να του δώσει μια και να το πετάξει από δω μέχρι τα μισά του δρόμου για το Μιλγουόκι. Σταμάτησε για λίγο το σιδέρωμα και κοίταξε έξω από το παράθυρο που βρισκόταν πάνω από το πλυντήριο. Μέχρι και τα σύννεφα έμοιαζαν σαν ένας τεράστιος μπόγος από άπλυτα ρούχα. Αυτό βέβαια δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο, επειδή βλέπεις, η οικογένεια Περκλ ζούσε στο Σιάτλ.

Έχεις ακούσει για την λασπο-ψιχάλα, αυτή τη λεπτή, απαλή βροχή που μπορεί να πέσει πάνω σου και να νομίζεις οτι κόλλησες ιλαρά; Το Σιάτλ είναι το παγκόσμιο αρχηγείο της λασπο-ψιχάλας και το φθινόπωρο τα πάντα γεμίζουν με υγρά γκρι σημάδια λες κι ολόκληρη η πόλη είναι ένα μωρό που το άφησαν πολλή ώρα με βρεγμένη πάνα και μετά πήγε και κυλίστηκε πάνω σε εφημερίδα. Αν μάλιστα υπάρχει και αέρας, όπως υπήρχε εκείνη τη μέρα, ο άνθρωποι στο Σιάτλ νιώθουν σαν να έχουν παγιδευτεί σε φτηνιάρικο Κινέζικο εστιατόριο –σε κάποιο από εκείνα τα κακόγουστα, κακοφωτισμένα μαγαζιά, όπου οι σερβιτόροι είναι αγενείς, τα νουντλς είναι νερουλά, οι τοίχοι είναι λίγο περισσότερο πράσινοι απ΄όσο πρέπει -άσε που, ακόμα κι αν υπάρχει ένα μυστηριώδες ποίημα μέσα σε κάθε τυχερό μπισκότο, αυτό δεν πρόκειται να εμποδίσει το τσάι να χυθεί λερώνοντας το καλύτερό σου πουλόβερ. Η κυρία Περκλ θα έπρεπε να νιώθει κάπως έτσι, επειδή αναστέναξε κοιτάζοντας τα χοιρινά φιλετάκια (ή μήπως ήταν χρησιμοποιημένα Πάμπερς;) που ταξίδευαν στον ουρανό και είπε στην Γκρέισι, «αν θέλεις να μάθεις για τη μπύρα καλύτερα να ρωτήσεις τον πατέρα σου».

Χωρίς να νοιαστεί για τη φασαρία που έκαναν οι φαρδιές, γούνινες, με αυτιά λαγού, παντόφλες της, η Γκρέισι ξεκίνησε να περπατάει στις μύτες των ποδιών της διασχίζοντας τον διάδρομο. Ο μπαμπάς της έβλεπε ποδόσφαιρο στην καινούργια τηλεόρασή του με την οθόνη πλάσμα κι αν το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον έχανε για μια ακόμα φορά θα τον έπιαναν τα νεύρα του. Ωχ, ωχ. Η Γκρέισι άκουσε μια κακιά λέξη. Το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον πάλι έχανε. Αλλά η Γκρέισι ένιωσε πολύ πιο άνετα όταν είδε οτι ο θείος Μο είχε έρθει κι αυτός για να παρακολουθήσει τον αγώνα και, φυσικά, για να πιει μερικές μπύρες με τον μπαμπά της.

Ο θείος Μο δεν έπαιρνε τα σπορ στα σοβαρά. Αποκαλούσε τον εαυτό του φιλόσοφο, αν ξέρεις τι είναι αυτό. Είχε αποφοιτήσει από μια ντουζίνα κολέγια, δούλευε σπάνια και είχε ταξιδέψει σχεδόν σε κάθε μέρος που μπορεί να πάει κάποιος χωρίς να του κόψουν το κεφάλι. Η κυρία Περκλ έλεγε οτι ήταν «τρελάρας», αλλά η Γκρέισι τον συμπαθούσε. Δεν την ένοιαζε που ο θείος Μο είχε ένα πρόσωπο σα νεροχύτη γεμάτο άπλυτα πιάτα, ούτε που το μουστάκι του έμοιαζε με ψόφιο σπουργίτι.

Η Γκρέισι σκούντηξε ντροπαλά τον κύριο Περκλ. Η φωνή της ήταν διακριτική όταν ρώτησε, «μπαμπά μπορώ να δοκιμάσω τη μπύρα σου;»
«Με τίποτα», μούγκρισε ο πατέρας της χωρίς να πάρει τα μάτια του από την οθόνη. «Η μπύρα είναι για μεγάλους».

Η Γκρέισι γύρισε προς τον θείο Μο, ο οποίος της έκανε νόημα να πλησιάσει, όπως ακριβώς το περίμενε. Ο θείος Μο άπλωσε το χέρι του με το κουτάκι της μπύρας –κι έτσι ακριβώς, πίσω από την πλάτη του μπαμπά της, η μικρή Γκρέις Περκλ, ήπιε την πρώτη της γουλιά μπύρας.

«Ιιικ!», έκανε μια γκριμάτσα. «Είναι πικρή».
«Για να σε ξεδιψάει αγαπητή μου».
«Τι την κάνει τόσο πικρή θείε Μο;»
«Επειδή είναι φτιαγμένη από λυκίσκο».
Η Γκρέισι έκανε άλλη μια γκριμάτσα. «Εννοείς τα άγρια ζώα που...;»
«Όχι κουνελάκι, η μπύρα δεν φτιάχνεται από λύκους. Ο λυκίσκος είναι ένα περίεργο φυτό που ούτε τα φυτοφάγα ζώα δεν το τρώνε. Οι αγρότες ξεραίνουν τα λουλούδια απ΄αυτό το φυτό και τα λένε ‘λυκίσκους’. Θα πρέπει να σου πω οτι μόνο τα θηλυκά φυτά χρησιμοποιούνται για να φτιαχτεί η μπύρα κι αυτό είναι ίσως ο λόγος που προσελκύει τους άντρες. Είναι το ένστικτο του ζευγαρώματος».
«Μο!»
Ο θείος αγνόησε τον πατέρα της Γκρέσι. «Τέλος πάντων», συνέχισε, «όταν οι ζυθοποιοί ανακατεύουν λυκίσκο με ζύμη, κριθάρι και νερό κι αφήνουν το μείγμα να ζυμωθεί –να ωριμάσει –με κάποιο μαγικό τρόπο βγαίνει ένα ελιξίριο τόσο πανηγυρικά αεριώδες, τόσο βασιλικά μεγαλοπρεπές, τόσο γαργαλιστικά ξεσηκωτικό, τόσο θριαμβευτικά αναζωογονητικό, που κυριεύει την ψυχή σου και την οδηγεί σ΄εκείνο τον ουράνιο τόπο όπου, για να παραφράσω τον Μποντλέρ, όλες οι ανθρώπινες επιθυμίες επιπλέουν και μεγενθύνονται».
«Μην της λες τέτοιες βλακείες. Είναι ακόμα πέντε χρονών».
«Σχεδόν έξι», υπενθύμισε η Γκρέισι.
«Στην Ιταλία και στη Γαλλία, ένα παιδί στην ηλικία της Γκρέισι μπορεί να μπει σ΄ένα μαγαζί, να παραγγείλει μπύρα και να του τη σερβίρουν μια χαρά».
«Ναι, εντάξει –αυτοί οι άνθρωποι είναι τρελοί».
«Ίσως –αλλά έχουν πολύ λιγότερα προβλήματα αλκοολισμού σε αυτές τις χώρες από ότι έχουμε εδώ στην ασφαλή και συνετή Αμερική μας».

Ο κύριος Περκλ μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του πριν αφοσιωθεί ξανά στην οθόνη όπου το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον έκανε ένα ακόμα χαζό λάθος στο παιχνίδι του. Ο θείος Μο πήρε ακόμα μια μπύρα από το ψυγείο και την κράτησε μπροστά στην Γκρέισι για να τη θαυμάσει. «Η μπύρα ανακαλύφθηκε από τους αρχαίους Αιγύπτιους», είπε.
«Αυτούς που έφτιαξαν τις μούμιες;»
«Ακριβώς αν και δεν πιστεύω να έχει κάποια σχέση το ένα με το άλλο. Έτσι ελπίζω, τουλάχιστον. Το θέμα είναι οτι οι Αιγύπτιοι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν τη λεμονάδα –αλλά διάλεξαν να ανακαλύψουν τη μπύρα αντί γι’ αυτό».

Όσο η Γκρέισι τα σκεφτόταν όλα αυτά, ο θείος Μο τράβηξε το μεταλλικό έλασμα του τσίγκινου κουτιού μπύρας. Ακούστηκε ένας θόρυβος κι ακολούθησε ένα σιντριβάνι αφρού που απελευθερώθηκε σφυρίζοντας θριαμβευτικά. Ο θείος Μο ήπιε μια μεγάλη γουλιά, σκούπισε τον αφρό από το τραγικό του μουστάκι και είπε, «μιλώντας για ανακαλύψεις, ξέρεις οτι οι τσίγκινες συσκευασίες ανακαλύφθηκαν το 1811, αλλά τα ανοιχτήρια ανακαλύφθηκαν το 1855; Είναι γεγονός. Σ΄αυτά τα 44 χρόνια οι πεινασμένοι άνθρωποι έπρεπε να ανοίγουν τις κονσέρβες τους με το χοιρινό και τα φασόλια χρησιμοποιώντας σφυρί και καλέμι. Ήταν πολύ τυχεροί που εκείνες τις εποχές δεν έβαζαν τις μπύρες σε τενεκεδένια κουτάκια, δε νομίζεις;»

Εκείνη τη στιγμή έκαναν διάλειμμα στο γήπεδο κι ο κύριος Περκλ σηκώθηκε για να πάει στην τουαλέτα. Όπως κι εσύ μπορει να έχεις παρατηρήσει, η μπύρα κάνει τους μεγάλους δυνατούς άντρες να κατουριούνται σαν κουταβάκια.

«Έχεις ακούσει για τη Τζούλια Τσάιλντ, τη διάσημη μαγείρισσα; Όταν πήγε στο Παρίσι, το 1948, κουβάλησε μαζί της ένα κιβώτιο με αμερικάνικες μπύρες. Η γαλλίδα υπηρέτριά της δεν είχε ξαναδεί μπύρες σε τσίγκινα κουτάκια κι έτσι, προσπάθησε να ξεφορτωθεί τα άδεια κουτάκια ρίχνοντάς τα στην τουαλέτα. Φυσικά, η τουαλέτα βούλωσε. Χρειάστηκαν σχεδόν τρεις μέρες στον υδραυλικό για να ξεβουλώσει τις σωλήνες».
Η Γκρέισι γέλασε. Κοίταξε τα άδεια κουτάκια που ήταν πεταμένα στο τραπέζι και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κάνει μια καλή πλάκα στον πατέρα της πετώντας τα στην τουαλέτα. Ή μήπως όχι; Θα έπρεπε να το σκεφτεί περισσότερο αυτό.

Για μια ακόμα φορά, ο θείος Μο έδωσε τη μπύρα του στη Γκρέισι. Εκείνη δίστασε, αλλά, επειδή ήταν ένα μικρό κορίτσι που της άρεσε η περιπέτεια, αποφάσισε να πιει ακόμα μια γουλιά. Αν και δεν είπε πάλι «ιικ», η μπύρα δεν της φάνηκε να έχει καλύτερη γεύση από την πρώτη φορά.

«Ο παιδίατρός σου μάλλον δεν θα στο έχει πει –εκτός φυσικά αν είναι Ιρλανδός –αλλά η μπύρα έχει θρεπτική αξία. Η Κινέζικη ονομασία της μπύρας είναι ‘υγρό ψωμί’», ο θείος Μο σταμάτησε για να πιει μια ακόμα γουλιά. «Ακόμα και η φτηνότερη μπύρα περιέχει ένα πακέτο έξι βιταμινών: θειαμίνη, ριβοφλαβίνη, παντοθενικό οξύ, πυριδοξίνη, βιοτίνη και... α ναι, κυανοκοβαλαμίνη. Μπορεί να πεις κυανοκοβαλαμίνη;»
«Κυνο... κυβο... κυοβαλυμαν... κυ...»
«Εντάξει, κοντά έπεσες. Στο περίπου, όλα τα παραπάνω ανήκουν στην οικογένεια της βιταμίνης Β, αλλά για την ακρίβεια, δεν έχω την παραμικρή ιδέα σχετικά με το γιατί κάνουν καλό στην υγεία κάτι τέτοια πραγματάκια».

Η Γκρέισι αδιαφορούσε για το καλό που κάνουν στην υγεία όλα αυτά. Απ΄όσο ήξερε, οι βιταμίνες ήταν ακόμα πιο ιικ κι από τη μπύρα.

«Θα σου πω τι θα γίνει», είπε σχεδόν ψιθυριστά ο θείος Μο. «Τη Δευτέρα θα πούμε στη μητέρα σου οτι θα σε πάω βόλτα στο Πάρκο Γούντλαντ. Αλλά αντί γι΄αυτό, θα πάρουμε κρυφά το λεωφορείο και θα πάμε στη ζυθοποιεία της Ρεντ Χουκ. Θα πάμε στην ξενάγηση που κάνουν εκεί κι έτσι θα δεις από μόνη σου πως ακριβώς φτιάχνεται η μπύρα. Πολύ εκπαιδευτικό αγαπητή μου, πολύ εκπαιδευτικό. Μετά την ξενάγηση θα τρυπώσουμε στο μπαρ και θα δούμε τον μπάρμαν να ποτίζει τις μαϊμούδες. Θα είναι καλύτερα κι από ζωολογικό κήπο».

Η Γκρέισι έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο, ενώ ρευόταν από συγκίνηση (ή μήπως έφταιγε η μπύρα;) . Τώρα είχε επιτέλους κάτι να περιμένει.

Υ.Γ.: Εντάξει, μην περιμένεις και πολλά από τη μετάφρασή μου -απλά για να πάρεις μια ιδέα έγινε.

Τρίτη, Μάϊος 19, 2009

Η Μαριορή κι ο Αγγουράκης πάνε Ευρώπη

Έρχονται αδερφάκι αυτές οι Ευρωεκλογές και είμαι σε περισυλλογή περί του τι, αν, πόσο και κατά πόσο θα ψηφίσω. Δεν είδα μέχρι πρότινος καμιά ειδοποίηση για εφορευτική επιτροπή –τουτέστιν δεν ανέλαβε αυτή τη φορά το Κράτος να με βγάλει από το δίλημμα και ταυτοχρόνως να με βγάλει στην παρανομία. Επειδή, καλή η δημοκρατία τους, ωραίες και οι εορταστικές εκδηλώσεις των γκαλοπατζήδων στην τηλεόραση αλλά εγώ δεν ψήνομαι να χάσω ολόκληρη Κυριακή για να μετράω ψήφους και την άλλη μέρα να πάω στη δουλειά άυπνος. Θες να σου μετράνε ψήφους; Βάλε τους κομματικούς που έχουν συμφέρον και τους δικαστικούς που πληρώνονται. Εγώ τι σου φταίω δηλαδή;

Θυμήθηκα τώρα τι είχε πάθει στις προηγούμενες εκλογές ένα φιλαράκι, ελληνοαμερικάνος, που, από ελληνικά, σκαμπάζει μόνο το «καλημέρα», το «καλησπέρα» και το «τάι κάινεις;» -τον βάλανε λοιπόν εφορευτική επιτροπή και φρίκαρε ο άνθρωπος. Κάθισε ευσυνείδητα μέχρι το ξημέρωμα για να μετρήσει, τον βρήκανε αγαθό οι δικοί μας και τον φορτώσανε –τρομοκρατήθηκε κιόλας όταν του εξηγήσανε τις ποινές αν δεν παρουσιαζόταν. Με ρώταγε μετά, όλο απορία: «τρελοί είναι οι άνθρωποι; γιατί δεν κάνουν ηλεκτρονική την ψήφο με τίποτα τατς σκριν και έχουν μείνει σε προπολεμική μέθοδο;» Του εξήγησα οτι εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία και έτσι, ως έθνος, κρατάμε τας παραδόσεις –να μη μιλάει καθόλου που τον βάλανε και μέτραγε χαρτιά γιατί θα μπορούσαν να τον βάλουν να μετράει βότσαλα ή κεφάλια σε τίποτα «δια βοής». Τον κάλυψα νομίζω.

Αλλά το θέμα παραμένει –τι να ψηφίσω; Εντάξει, μπορώ και να κάτσω σπίτι μου αλλά σε μαλακία μου κάνει –δεν θέλω να καταγραφώ στους «συμπολίτες μας που προτίμησαν τις παραλίες», επειδή βασικά απεχθάνομαι τα θαλάσσια μπάνια. Θα πάω λοιπόν. Και συνεχίζω...

Άκυρο δεν έχω ψηφίσει ποτέ –επειδή δεν θέλω να με μετράνε μαζί με τους ηλίθιους που σταυρώνουν 4 φορές στη σειρά τον βουλευτή τους για να δείξουν πόσο τον εκτιμάνε. Και μορταδέλα δεν έχω ρίξει ποτέ επίσης –μαλάκας είμαι να χαραμίσω τη μορταδέλα; Δεν την τρώω καλύτερα;

Υπάρχει βέβαια το Λευκό –σιωπηλή διαμαρτυρία πεταμένη στο σκουπιδοτενεκέ, το έχω κάνει αυτό. Ειδικά όταν δεν σου δίνουν λευκά ψηφοδέλτια κι έχει χαβαλέ να ρίχνεις τον σχετικό τσακωμό με τους δικαστικούς αντιπροσώπους.

Πάω παρακάτω και σκέφτομαι την επώνυμη ψήφο. Κι εδώ αρχίζουν τα ζόρια, επειδή, ψηφίζουμε για Ευρωβουλή αδερφάκι, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να πούμε! Άρα, ψηφίζουμε για κόμματα στα οποία είναι παραρτήματα οι δικοί μας –με εννοείς; Κάτσε να στο κάνω ψιλά –για να μη νομίζεις οτι ψηφίζεις Γιωργάκη, Κωστάκη, Αλέξηδες ή Παπαρήγα.

Η σύνθεση της προηγούμενης Ευρωβουλής ήταν η εξής:

ΛΑΪΚΟ ΚΟΜΜΑ: 285 ΕΔΡΕΣ
ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ : 215 ΕΔΡΕΣ
ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΩΝ: 102 ΕΔΡΕΣ
ΕΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ: 44 ΕΔΡΕΣ
ΠΡΑΣΙΝΟΙ: 42 ΕΔΡΕΣ
ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ/ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΩΝ ΧΩΡΩΝ (ανάθεμα τον πατέρα αυτού του σκέφτηκε το όνομα της παράταξης) : 41 ΕΔΡΕΣ
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ .: 32 ΕΔΡΕΣ

Ανάμεσα στους παραπάνω θα ψηφίσεις φιλαράκι για τις Ευρωεκλογές –κατανοητό;

Εντάξει, δεν τους έχουμε ΟΛΟΥΣ αυτούς σε ελληνική συσκευασία –άσε που έχουμε και ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ αυτούς, σε ελληνική πατέντα, αλλά βαριέμαι τώρα να ασχοληθώ. Θα πιάσω μόνο τους μεγάλους –με τις προοπτικές εισόδου στην ευρωβουλή –επειδή οι υπόλοιποι πάνε στον ίδιο σκουπιδοτενεκέ με τα Άκυρα/Λευκά (λόγω αυξημένης δημοκρατικής ευαισθησίας του πολιτεύματος).

Η Ν.Δ. του Κωστάκη είναι το ελληνικό παράρτημα του Λαϊκού Κόμματος. Στο ίδιο κόμμα είναι και η Μέρκελ, ο Σαρκοζί, ο Γιούνγκερ, ο Μπερλουσκόνι, ο Μπερίσα, ο Γκρούεσκι και άλλα παιδιά. Μια ωραία παρέα γενικώς –αφού ο Σαρκοζί βρίζει τον Μπερλουσκόνι και τη Μέρκελ, ο Κωστάκης το παίζει οτι δε μιλιέται με τον Γκρούεσκι- αυτά όλα δημοσίως. Ιδιωτικώς, δεν έχω άποψη. Αλλά μπορώ να διαβεβαιώσω οτι η Ν.Δ. βρήκε την πιο ταιριαστή της παράταξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το ΠΑΣΟΚ του Γιωργάκη ανήκει στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές. Εκεί είναι κι ο Γόρδονας ο Μπράουν, η Σεγκολέν Ρουαγιάλ και η Πασταφλώρα ξέρω ΄γω... Δεν είναι και πολύ εύκολοι στην πληροφόρηση οι Σοσιαλιστές –αυτά μόνο μπόρεσα να βρω για πάρτη τους.

Εντάξει, στις ιστοσελίδες των δυο μεγάλων ευρωπαϊκών κομμάτων υπάρχει μπόλικη πολυλογία –άρθρα, δηλώσεις, επερωτήσεις, εικονικές περιηγήσεις –αλλά δεν έκατσα να τα ψάξω όλα αυτά επειδή η συνέπεια δηλώσεων και πρακτικής εφαρμογής δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο σε κανένα μεγάλο κόμμα.

Το τιμημένο ΚΚΕ ανήκει στη Συνομοσπονδιακή Ομάδα της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς/ Αριστερά των Πρασίνων των Βορείων Χωρών (γάμησέ τα όνομα όπως προείπα). Από οτι είδα στη σελίδα τους, δεν είναι αντιευρωπαϊστές, ούτε αντι-ενωσιακοί, ενδιαφέρονται για τη συμμετοχή όλων των Ευρωπαίων πολιτών στις λήψεις αποφάσεων και άλλα τέτοια. Δηλώνουν βεβαίως έτοιμοι να δεχτούν τις διαφοροποιήσεις των κομμάτων από τα κράτη-μέλη που συμμετέχουν στην ομάδα τους και τους κόβω για πολύ χαλαρούς. Γιατί το λέω αυτό; Επειδή έχουν κάνει μπόλικη δουλειά περί ομοφοβίας και περί δικαιωμάτων κοινής συμβίωσης των ομοφυλοφίλων την ώρα που η Αλέκα δεν δεχόταν το Σύμφωνο Συμβίωσης των ομοφυλοφίλων στην Ελλάδα. Τι να πεις; Ευτυχώς που δεν είναι επικεφαλής τους κανένας σύντροφος από το Κόμμα –γιατί θα είχανε μείνει τρεις κι ο Μάντακας.

Ο ΣΥΝ ανήκει στην παράταξη της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και μάλιστα είναι από τα ιδρυτικά μέλη της παράταξης (αλλά όπως με πληροφόρησε ο φιλαράκος από κάτω συμμετέχει κι αυτός στο από πάνω κόμμα-γλωσσοδέτη). Βρήκα με κάποια δυσκολία τη σελίδα τους (επειδή δε συμμετείχαν στην προηγούμενη Ευρωβουλή) –ίδια αισθητική με τον ΣΥΡΙΖΑ και παρόμοιες θέσεις. Χασμουρήθηκα από το πολύ γκράφιτι.

Ο ΛΑΟΣ συντάσσεται με την Ομάδα Ανεξαρτησία/ Δημοκρατία, κοινώς, τους Ευρωπαίους εθνικιστές ή όπως λένε στη σελίδα τους, «ευρωσκεπτικιστές, ευρωκριτικούς και ευρωρεαλιστές». Επίσης λένε οτι κάποια μέλη τους (ειδικά το Ανεξάρτητο Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας) πρεσβεύουν την αποχώρηση της χώρας τους από την Ε.Ε. Αντιγράφω τις βασικές θέσεις της συγκεκριμένης Ομάδας:

1. Απόρριψη του Ευρωπαϊκού Συντάγματος.
2. Όχι σε ένα Ευρωπαϊκό Υπερκράτος.
3. Σεβασμός στις παραδοσιακές και πολιτιστικές αξίες των κρατών.
4. Δημοκρατία, ελευθερία και συνεργασία μεταξύ των κρατών και όχι μέσω Ε.Ε.
5. Σεβασμός στις εθνικές διαφοροποιήσεις και στα εθνικά συμφέροντα μέσω της ελευθερίας της (εθνικής) ψήφου.

Εν ολίγοις, απορώ γιατί η Αλέκα δεν είναι στη συγκεκριμένη Ομάδα και γιατί ο Καρατζαφέρης δεν μας το λέει ξεκάθαρα οτι θέλει να βγούμε από την Ε.Ε.!

Υπάρχουν τέλος οι Οικολόγοι που ανήκουν στην ομάδα των Ευρωπαίων Πράσινων και μοιάζει να στέλνουν άτομο από την Ελλάδα στην Ευρωβουλή. Επειδή αυτούς δεν τους είχαμε στην προηγούμενη, την κανονική μας τη Βουλή (αυτή που έκλεισε), κοίταξα λίγο στη σελίδα τους περί του τι καπνό φουμάρουν. «Επιδιώκουμε την δημιουργία ενός οικονομικού συστήματος με κριτήρια την περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αποκέντρωση. Προτείνουμε νέα πρότυπα ευημερίας που υπερβαίνουν τον καταναλωτισμό και την πάση θυσία μεγέθυνση των οικονομικών δεικτών». Αυτά λένε στη σελίδα τους, ενώ οι Ευρωπαίοι Πράσινοι αναφέρουν σαν σκοπούς τους:
-Να φτιάξουν μια κοινωνία η οποία θα σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και την περιβαλλοντική δικαιοσύνη.
-Να επεκτείνουν την εργασιακή ελευθερία με το άνοιγμα των επαγγελματικών επιλογών.
-Να επεκτείνουν τη δημοκρατία μέσω της αποκέντρωσης και της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
-Να φτιάξουν μια Ε.Ε. ελευθέρων ανθρώπων μέσα από την αλληλεγγύη και την άρση των αποκλεισμών.
-Να αλλάξουν τον προσανατολισμό της Ε.Ε. αντικαθιστώντας τον μονεταρισμό με κοινωνικές, πολιτιστικές και οικολογικές αξίες.

Αυτά είναι τα κόμματα από τα οποία καλείσαι να επιλέξεις προκειμένου να σε εκπροσωπήσουν (πως τα λέω ο πούστης!) στην Ευρωβουλή. Επαναλαμβάνω –ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ κι όχι τα ελληνικά τους παραρτήματα (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, κ.λ.π.)

Πάμε τώρα και στους ανθρώπους που, με ταπεινοφροσύνη, αναλαμβάνουν να εκπροσωπήσουν τη χώρας μας στο Ευρωκοινοβούλιο εισπράττοντας έναν από τους καλύτερους μισθούς σε παγκόσμια κλίμακα:

Από τη Ν.Δ. έχουμε την κυρία Γιαννάκου Μαριορή (δεν κάνω πλάκα!) η οποία τυγχάνει επικεφαλής. Πρόκειται περί απολύτως επιτυχημένου ατόμου εφόσον διαθέτει, εκτός των άλλων, το ανώτατο παράσημο «Bernando O ’ Higgins» της Δημοκρατίας της Χιλής. Η επιτυχία της στον πολιτικό στίβο υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε κατάφερε να βγάλει με έναν απλό «Νόμο –Πλαίσιο» ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα στους δρόμους για ένα εξάμηνο επί υπουργίας της. Δυστυχώς όμως, δεν κατάφερε να ξαναβγεί βουλευτής στις τελευταίες εκλογές. Δυστυχέστερα, η συγκεκριμένη αποτυχία της αποδώθηκε στην εμμονή της να υποστηρίξει ένα βιβλίο Ιστορίας κι όχι στον αισχρό «Νόμο -Πλαίσιο». Η ανάκαμψή της οφείλεται σε ένα θέμα υγείας (γιατί είμαστε πολιτικώς μεγαλόψυχοι με τους αναξιοπαθούντες)!
Ακόμα ένα παράσημο στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου και συγκεκριμένα το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής με το οποίο έχει τιμηθεί η κυρία Ρόδη Κράτσα. Μέχρι την όγδοη (εκλέξιμη) θέση το ψηφοδέλτιο της Ν.Δ. περιλαμβάνει έναν νυν Ευρωβουλευτή, δυο συνδικαλιστές, έναν εκπρόσωπο Τύπου του ΥΠΕΞ κι έναν πρώην Γενικό Γραμματέα με μνημειωδώς καταστροφική δράση. Α ναι, έχει και τον πρώην πρόεδρο της ΟΝΝΕΔ –ο οποίος είναι παιδί πολύτεκνης οικογένειας και θέλει να βγει «για την έρμη τη μανούλα του».

Το ΠΑΣΟΚ ξεκινάει από τον τσαχπίνη Γιώργο Παπακωνσταντίνου ο οποίος βρίσκεται επικεφαλής (σε στυλ παρτ σίζον μεταγραφή) απλώς για να βοηθήσει την ομάδα να πάρει αποτέλεσμα, μετά θα επιστρέψει για να παίξει στο επαγγελματικό πρωτάθλημα. Από κάτω του μια γνωστή δημοσιογράφος, τρεις ευρωβουλευτές, μια αρχαιολόγος (για όνομα του Θεού!), ένας σεισμολόγος (ποιος είπε οτι στο ΠΑΣΟΚ δεν είναι χιουμορίστες;), ένας θεογκόμενος με οικολογική συνείδηση κι ένας δήμαρχος πρώην Συνασπισμένος. Αν το ΠΑΣΟΚ πάρει κάτι ακόμα από ψήφους, θα εκλέξει κι έναν στενό συνεργάτη του Γιωργάκη.

Το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ ξεκινάει από τον Θανάση τον Παφίλη (το λες και γεμίζει ο στόμας σου!) Ευρωβουλευτής και μέλος της ΑΝΤΙ-ΕΦΕΕ στα νιάτα του (ξέρεις τώρα, απ΄αυτούς που λέγανε για μια χούφτα προβοκάτορες που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο...) Ακολουθεί ένας ναυτικός (από εκείνους που στο ΚΚΕ βάφτισαν «ναυτεργάτες» για λόγους αγωνιστικού πρεστίζ) κι ο Μπάμπης ο Αγγουράκης (μη γελάς ρε!), γόνος πολιτικών προσφύγων.

Πάμε τώρα σε κάτι πιο εκλεπτυσμένο –τουτέστιν στον ΣΥΡΙΖΑ. Κι αυτός που, σχεδόν σίγουρα, πάει στην Ευρωβουλή είναι ο Γραμματέας της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ. Αν τα πράγματα είναι καλά, θα έχει μαζί του μια συνδικαλίστρια κι έναν, ήδη, ευρωβουλευτή. Όμως τα ωραία στο συγκεκριμένο ψηφοδέλτιο αρχίζουν αμέσως μετά –στις μη εκλόγιμες θέσεις. Έχουμε λοιπόν δυο ηθοποιούς –τη Μάνια Παπαδημητρίου του ποιοτικού και τον Γιώργο Πάντζα της επιθεώρησης (πλούσιο μουσικοχορευτικό πρόγραμμα για όλα τα γούστα!), τον πατέρα του Κάρλος Τζουλιάνι (καθότι και εκμετάλλευση νεκρών κάνουμε!), έναν κούριερ (μπας και πεινάσει η παρέα), έναν συγγραφέα κάτοικο Γαλλίας, έναν πανεπιστημιακό και άλλες πολλές ατραξιόν. Δυστυχώς, ένα πρόβλημα ιθαγένειας στοίχισε τη συμμετοχή στη θεά Καντίτζα Σάνκο από τη Σιέρρα Λεόνε –αλλά τι να κάνεις; Δεν μπορούμε να τα έχουμε και όλα!

Ο ΛΑΟΣ συνεχίζοντας την τακτική «θέλω να γίνω Ν.Δ. στη θέση της Ν.Δ.» βάζει επικεφαλής του ψηφοδελτίου τη Φερονίκη Τζαβέλλα, γνωστή οικονομολόγο την οποία χρησιμοποιούσαν οι Δεξιοί σε στυλ «έχουμε κι εμείς τεχνοκράτες» στις εποχές Σημίτη και με την άνοδο στην εξουσία πρόλαβαν να την κάψουν νωρίς, εμπλέκοντάς την με τη διοίκηση του ΙΚΑ. Ακολουθεί ο Θανασάκης ο Πλεύρης κι ένα μέγα ερώτημα. Αν ο Συναγερμός (ουουουουου) βγάλει περισσότερους του ενός βουλευτές θα ξενιτευτεί ο Θανασάκης; Θα αναγκαστούμε να παρακολουθούμε το κανάλι της Ευρωβουλής για να θαυμάζουμε τις ρητορικές του ικανότητες; Δεν θα πηγαίνει πια στην Τατιάνα να τσακωθεί με ομοφυλόφιλους; Και ποιον θα βάζουν για κορόιδο όταν θέλουν να κάνουν λαθροχειρία στην ψηφοφορία της Βουλής; Θα ξεχάσω εγώ το Θανασάκη που ξυνόταν όσο οι βουλευτές της Ν.Δ. αλλάζανε ψηφοδέλτια δίπλα του; Πως θα ζήσουμε χωρίς τρην οξύνοια του Θανασάκη που ξετρυπώνει ΟΛΑ τα σκάνδαλα στις εξεταστικές επιτροπές; Τέλος πάντων, το ψηφοδέλτιο του ΛΑΟΣ είναι τίγκα στους ανθρώπους του μόχθου, της εργασίας και των επιχειρήσεων –γι΄αυτό μάλλον έβαλαν και μια φυσιοθεραπεύτρια εκεί μέσα, μην πάθεις κανείς τους τίποτα λουμπάγκα –να τον ισιώσει πάραυτα.

Οι Οικολόγοι ακούγεται οτι θα συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσοστό προκειμένου να στείλουν τον Shakin’ Michael Τρεμόπουλο στην Ευρώπη. Από εκεί και κάτω, διαθέτουν (όπως κάθε κόμμα που σέβεται το Κολωνακιώτικο κοινό του) ηθοποιούς και μουσικούς –εντάξει, δεν πιάνουν τη γκάμα του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ένα χάπενινγκ το στήνουν άνετα.

Θέλω να πω μερικά πράγματα, μετά από όλα αυτά:

1. Είχα πάντα την απορία πως διάολο επιλέγουν τα κόμματα με ποιες ευρωπαϊκές ομάδες θα συνεργαστούν. Στέλνουν αίτηση κι όπου γίνουν δεκτοί; Το ρίχνουν στον κλήρο; Γιατί, ας πούμε, δεν είναι κανένας δικός μας με τη Συμμαχία Φιλελεύθερων Δημοκρατών που βγάζει ένα σκασμό έδρες;

2. Γιατί βάζουν τα κόμματα κάποιους διάσημους ή/και συμβολικούς τύπους σε μη εκλόγιμες θέσεις; Έτσι, για να δείξουν οτι θα τους ψηφίσει ο Καφετζόπουλος ή ο Πάντζας ας πούμε; Και τι μας ενδιαφέρει εμάς; Είναι οι συγκεκριμένοι κάποιες πολιτικές αυθεντίες και δεν το ξέρουμε; Σημαίνει τίποτα ιδιαίτερο η γνώμη τους; Κι αν ναι –ποιος είναι πιο έγκυρος; Ο Νότης Μαυρουδής η Μάνια Παπαδημητρίου ή ο Κάτμαν; Σοβαρά το ρωτάω αυτό. Άκουγα χτες οτι οι συγκεκριμένες θέσεις είναι τιμητικές –αλλά δεν κατάλαβα για ποιον. Είναι τιμητικές για τα κόμματα; Αν ναι, θα έπρεπε να έρχεται ο Ρος Ντέιλι με τις μουστάκες του και να λέει στους Πράσινους «βάλτε με, θέλω να σας τιμήσω σαν αλληλέγγυος». Αλλά δεν γίνεται έτσι. Τα κόμματα πάνε και προτείνουν στους επώνυμους -άρα οι θέσεις αυτές είναι τιμητικές για τους επώνυμους; Εντάξει τότε, να πάω κι εγώ στη Βίκυ την Καγιά, να της προτείνω την τιμητική θέση δίπλα μου για μια βόλτα στα πιασοκωλάδικα της παραλίας και μετά να την παρατήσω λόγω του ότι θα έχει πήξει το Μάτριξ στις γκόμενες! Σωστά;

3. Από που θα ενημερωθώ για τη δράση των κομμάτων στο Ευρωκοινοβούλιο, προκειμένου να αποφασίσω ποιον να ψηφίσω; Εντάξει, το Λαϊκό κόμμα και οι Σοσιαλιστές έχουν γνωστές και απεχθέστατες θέσεις. Αλλά οι υπόλοιποι; Άκουσα την Αλέκα να κατηγορεί τους Πράσινους οτι ψήφισαν υπέρ των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία, θυμάμαι και κάτι σχετικά άρθρα –από που θα το μάθω; Γιατί στις σελίδες τους και στα πρακτικά του Ευρωκοινοβουλίου υπάρχει τέτοια πληθώρα υλικού που αποκλείεται να βγάλεις άκρη.

4. Οι Πράσινοι μας περνάνε για μαλάκες ή για πολύ μαλάκες; Παίρνουν τις απόψεις των αριστερών κομμάτων, βγάζουν έξω τις αναφορές στον καπιταλισμό, κοτσάρουν μια οικολογία και κάτι από περιβάλλον και νάτο το παστίτσιο! «Περιβαλλοντική και κοινωνική βιωσιμότητα», λένε οι δικοί μας. Ρε παλικάρια –κι αν η κοινωνική βιωσιμότητα έρχεται κόντρα με την περιβαλλοντική όπως συνέβη σε όλα τα σοσιαλιστικογενή κεντροαριστερά κυβερνητικά σχήματα της Ευρώπης; Τι προέχει; Το περιβάλλον κι άσε τους ανθρώπους να πεθαίνουν; «Η κοινωνία να σέβεται την περιβαλλοντική δικαιοσύνη», λένε οι Ευρωπαίοι Πράσινοι. Τι θα πει τώρα αυτό; Η δικαιοσύνη είναι ανθρώπινο εφεύρημα –πού κολλάει το περιβάλλον; Γιατί δεν λέτε οτι η πρότασή σας αφορά τη λελογισμένη χρήση των φυσικών πόρων προκειμένου να κρατήσουν περισσότερο για τους ανθρώπους; Γιατί δεν λέτε οτι δεν σας νοιάζει η μορφή του κοινωνικού καθεστώτος, αρκεί να μην υπάρχει κατασπατάληση πόρων; Μήπως νομίζετε οτι, στην περίπτωση που θα στερέψουν π.χ. οι υδάτινοι πόροι θα καταστραφεί η γη; Ρε πονηροί, αφού το ξέρετε –αν στερέψει το νερό απλώς θα ψοφήσουν οι άνθρωποι. Τίποτα περισσότερο. Και η γη θα συνεχίσει να υπάρχει –άρα το κύριο μέλημά σας δεν είναι η φροντίδα της γης, αλλά η επέκταση της δυνατότητας εκμετάλλευσής της από το ανθρώπινο είδος. Προσωπικά τυγχάνω ανθρωπιστής, πάει να πει οτι ενδιαφέρομαι για μια καλύτερη ζωή όλων των ανθρώπων. Και υπάρχουν δυο κεντρικά συστήματα κοινωνικής διαχείρισης, αυτό που λέει οτι μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού επιβιώνουν οι καλύτεροι (κοινωνικός Δαρβινισμός του κώλου) και το άλλο που λέει «από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Το πρώτο σύστημα γαμάει τη φύση για λόγους μεγιστοποίησης του κέρδους, το δεύτερο σύστημα είναι αναγκασμένο να διαχειρίζεται σωστά τους φυσικούς πόρους για λόγους κοινωνικής ευημερίας. Οι οικολόγοι που ακριβώς είναι σε αυτό το δίπολο; Πουθενά δεν είναι –αρκούνται σε διατύπωση απόψεων για την καλύτερη διαχείριση της φύσης λες και οι κοινωνίες είναι ελαιώνας που έπεσε δάκος, βέλιουρας ή μουχρίτσα κι όλα θα λυθούν με τη χρήση φυτοφαρμάκων. Βιολογικών και βιοδιασπώμενων βεβαίως, αλλά πάντως φυτοφαρμάκων.

Μετά από όλα αυτά δεν έβγαλα άκρη περί του τι να ψηφίσω. Κι αυτό είναι φρικιαστικό, είναι καταπιεστικό αν λάβεις υπόψη οτι η Ευρωβουλή λαμβάνει τις σημαντικότερες αποφάσεις για την διακυβέρνηση των χωρών της Ευρώπης, όσο οι τοπικές κυβερνήσεις αναλώνονται σε σκάνδαλα και προεδρικά διαζύγια.

Θυμάμαι τότε εκείνο το παλιό σκιτσάκι του Αλτάν (ή μήπως ήταν του Ρεϊζέ όπως λέει ο φίλος στο σχόλιό του;), με το αντρόγυνο μπροστά στην τηλεόραση –η γυναίκα δηλώνει «θα ψηφίσω τον πιο ωραίο» κι ο άντρας απαντάει «θα ψηφίσω τον πιο μαλάκα».

Είναι κι αυτό μια άποψη.

Δευτέρα, Μάϊος 18, 2009

6. Η αδρανής εξουσία

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

Ένιωθα κάτι να σέρνεται στο στήθος μου όλη νύχτα, δεν τόλμησα να ανοίξω τα μάτια επειδή σιχαίνομαι τα ποντίκια. Κάποια στιγμή γλίστρησα στον ανήσυχο ύπνο, μαλλιαρά πλάσματα ροκάνιζαν τα πόδια μου κι εγώ δεν μπορούσα να ξεφύγω –πως να ξεφύγω; Αφού ροκάνιζαν τα πόδια μου. Κοιμόμουν μόνος κι αυτό ήταν καλό επειδή δεν είχα να ανησυχώ για εκείνη ή το παιδί. Ξύπνησα πιασμένος παντού, ο ήλιος με κοίταζε από το σπασμένο παράθυρο του στάβλου.

Φτάσαμε νύχτα στο χωριό, τα πάντα ήταν σκοτεινά στην κεντρική πλατεία ή σ΄αυτό που οι συνοδοί μας ονόμαζαν «πλατεία». Τα πόδια μου πλατσούριζαν μέσα στα παπούτσια, ιδρώτας, αίμα -δεν ήμουν σίγουρος. Επειδή ήρθαμε από δρόμους πέτρινους, χωθήκαμε σε μονοπάτια με αγκάθια, ούρλιαζε η φύση όσο την πατούσαμε κι εμείς λαχανιάζαμε τον τρόμο –εγώ κι ο Πάνος δηλαδή. Οι χωρικοί κινούνταν γύρω μας σα χνούδια παρασυρμένα από τον αέρα, τίποτα δεν φαινόταν ικανό να τους εμποδίσει, τίποτα δεν αλλοίωνε το ρυθμό τους. Ζηλεύαμε, διψάγαμε και φοβόμασταν. Επειδή ανακαλύψαμε οτι ο δρόμος προς την κόλαση δεν είναι ούτε ανηφορικός, ούτε κατηφορικός. Ο δρόμος προς την κόλαση είναι το μονοπάτι που χαράζεις μόνος σου ανάμεσα σε μυτερές πέτρες.

Μας έβαλαν να κοιμηθούμε στον ερειπωμένο στάβλο –κάποιοι απ΄αυτούς έμειναν απέξω να μας φυλάνε.

Όσο προσπαθούσα να συνεφέρω τα μουδιασμένα μου μέλη ανακάλυψα οτι τα δυο, μεσαία, δάχτυλα του δεξιού μου χεριού ήταν σκισμένα στις ρόγες –τελικά υπήρχαν ποντίκια, δεν ήταν απλώς όνειρο. Σιχάθηκα να γλύψω το πετρωμένο αίμα, αλλά σύντομα θα χρειαζόμουν κάποιο μέρος να πλυθώ. Σηκώθηκα.

Στην απέναντι γωνιά ο Πάνος έκλαιγε διπλωμένος σαν έμβρυο. Πήγα κοντά του, τον κλώτσησα στα πλευρά.
«Σήκω, ξημέρωσε», είπα.
Μετά απομακρύνθηκα χωρίς να ασχοληθώ περισσότερο. Ο στάβλος μύριζε ακαθαρσίες ζώων και σάπια φρούτα. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο βράδυ εδώ μέσα –τα ποντίκια θα πολλαπλασιάζονταν τραβηγμένα από το αίμα μας, ένα βράδυ ακόμα και θα ξυπνούσαμε διαμελισμένοι.

Βγήκα στην ξεχαρβαλωμένη πόρτα, δυο άνθρωποι στηρίζοντας στις τσουγκράνες τους και κάπνιζαν –δίπλα τους είχαν δυο φλιτζάνια καφέ σ΄ένα πρόχειρα στημένο τραπέζι.
«Που μπορώ να πλυθώ;» ρώτησα.
Οι άνθρωποι με κοίταξαν, γέλασαν και συνέχισαν να καπνίζουν. Παραδίπλα υπήρχαν σπίτια χωρίς αυλές, τσιμεντένια σπίτια με λαμαρίνες στη θέση της σκεπής –το χωριό ακουγόταν στο βάθος να βουίζει. Ένιωσα τον Πάνο πίσω μου.
«Τι θα κάνουμε τώρα;» με ρώτησε.
«Εγώ θα ψάξω την κόρη μου, εσύ κάνε ότι θέλεις», είπα.
Μεταχειρίστηκα τότε το κόλπο οτι οι άνθρωποι είναι αόρατοι κι εγώ προχωράω σε σεληνιακό τοπίο αντιμετωπίζοντας τα πάντα σαν εκλάμψεις κάποιου αμφίβολου παρελθόντος, δηλαδή άρχισα να βαδίζω με σταθερό ρυθμό, αδιαφορώντας για τις φωνές των χωρικών. Αδιαφορώντας επίσης για τα βήματα του Πάνου στο καλντερίμι. Ένας άνθρωπος με έπιασε από τον ώμο, γύρισα, τον είδα να φωνάζει αλλά επέλεξα να μην τον ακούω. Χαμογέλασα –όπως ακριβώς πρέπει να κάνουμε στους αντικατοπτρισμούς του παρελθόντος. Και γύρισα να συνεχίσω το δρόμο μου.
«Δεν έχεις να πας πουθενά!» ούρλιαξε ο άνθρωπος μπροστά στα μούτρα μου.
Σάλια με πιτσίλισαν.
«Ήρθα εδώ για να βρω την κόρη μου κι αυτό θα κάνω. Φύγε από το δρόμο μου αλλιώς θα σου ξεριζώσω την καρδιά και θα τη φάω», είπα βαριεστημένα.
Ήξερα οτι όλα αυτά είναι απλές παραισθήσεις. Ο άνθρωπος το σκέφτηκε καλύτερα και προτίμησε να με ακολουθήσει από απόσταση, μαζί με τον φίλο του.

Έτσι έφτασα στην πλατεία, εγώ μπροστά, η συνοδεία μου 10 μέτρα παραπίσω και οι θολές αναμνήσεις γύρω μας –ιστός αράχνης. Επειδή είχα ξανάρθει σ΄αυτή την πλατεία, είχα ιδρώσει εδώ πέρα, κάποιο καλοκαίρι το ίδιο ζεστό με το φετινό –πονούσαν τότε τα γόνατά μου από τον πλίθινο φράχτη που σκαρφαλώσαμε για να φάμε φραγκόσυκα, ακόμα ένιωθα τις παλάμες μου στιγματισμένες, χαλίκι και αγκάθια, ο λαιμός μου γδαρμένος από την σαρκώδη υφή των φρούτων. Κοντοστάθηκα, η ανάμνηση έφυγε –πήγε να βρει εκείνο το ζεστό καλοκαίρι που ήμασταν εδώ, εγώ και η υπόλοιπη παρέα, παιδιά χωρίς ονόματα, επικεντρώσου στα πρόσωπα, παιδιά χωρίς μάτια, θυμήσου τις φωνές τους, παιδικές φωνές που δεν μου θύμιζαν απολύτως τίποτα.

Κάτι γριές με τα τσεμπέρια κατεβασμένα κόντρα στον ήλιο ξεδιάλεγαν φακές στις προσόψεις εγκαταλειμμένων μαγαζιών, με εντόπισαν αμέσως, σήκωσαν τα κεφάλια επιφυλακτικά. Άνθρωποι που κουβαλούσαν εργαλεία και κοφίνια κοντοστάθηκαν, μερικοί έβγαλαν τις τραγιάσκες τους, σκούπισαν τον ιδρώτα από τα χαρακωμένα μέτωπα πριν αποφασίσουν να συνεχίσουν το δρόμο τους. Τα είχα ξαναπεράσει αυτά.
«Λοιπόν; Τώρα τι γίνεται;» με ρώτησε ο Πάνος.
Ξεκίνησα πάλι για να αποφύγω την ερώτηση. Πλησίασα τις γριές.
«Ψάχνω για μια γυναίκα κι ένα παιδί», είπα σταθερά στο σκυμμένο κεφάλι. «Ήρθαν εδώ πριν λίγο καιρό, ήρθαν από την πόλη...»
Το σκυμμένο κεφάλι μετατράπηκε σε αποκρουστικό πρόσωπο.
«Δεν ξέρω», έκρωξε.
«Ποιον να ρωτήσω;» επέμεινα.
«Πάνε παραδίπλα, μου κόβεις τον ήλιο», είπε η γριά.
Έκανα δυο βήματα πίσω, σκέφτηκα για λίγο.
«Που είναι ο αστυνόμος;» ρώτησα μετά.
«Δυο δρόμους κάτω», έδειξε πίσω της η γριά.
Είχε βγει κάποια άκρη –λογικό ήταν. Ο κόσμος απαντάει όταν τον ρωτάς για την εξουσία, από φόβο κυρίως.

Έστριψα στην πρώτη γωνία κι άρχισα να ψάχνω το αστυνομικό τμήμα, κάτι πιτσιρικάδες έπαιζαν μπάλα, μαζεύτηκαν όταν με είδαν, άνοιξαν να περάσω. Κοίταξα φευγαλέα ανάμεσά τους αλλά δεν υπήρχε κανένα κορίτσι. Η συνοδεία με ακολουθούσε σταθερά.

Το αστυνομικό τμήμα ήταν σε μια μονοκατοικία με αυλή, δεν υπήρχε φρουρός απέξω, μόνο μια ξεχαρβαλωμένη τσίγκινη πινακίδα που κρεμόταν στην καγκελόπορτα. Ανέβηκα τα σκαλιά, πέρασα την ορθάνοιχτη πόρτα –οι χωρικοί δεν με ακολούθησαν και, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, ο Πάνος προτίμησε να μείνει μαζί τους. Βρέθηκα στο μισοσκότεινο χωλ, πέρασα δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα μιας τουαλέτας, προχώρησα πιο μέσα. Ο χώρος μύριζε μελάνι και υπνηλία. Διάλεξα μια κλειστή πόρτα στην τύχη –άνοιξα, αλλά κανένας δεν ήταν πίσω της. Διάλεξα δεύτερη πόρτα –τα ίδια. Στην τρίτη προσπάθεια έπεσα πάλι σε άδειο γραφείο, όμως στο βάθος του υπήρχε ακόμα μια μισάνοιχτη πόρτα, πήγα προς τα κει. Άνοιξα χωρίς να το πολυσκεφτώ, ένας άντρας γύρω στα 50 καθόταν με τις αρίδες απλωμένες στο γραφείο, το πουκάμισο της στολής ξεκούμπωτο κι ένα σωρό πορτοκαλόφλουδες γύρω του.
«Νωρίς μας ήρθες!» γέλασε χωρίς να με κοιτάξει.
«Γιατί; Είχαμε ραντεβού και δεν το΄ξερα;» μου ξέφυγε.
Ο αστυνόμος γέλασε δυνατότερα, μετά έπιασε να ξεφλουδίζει ακόμα ένα πορτοκάλι.
«Από τον κήπο εδώ πίσω», μου έδειξε τείνοντας ένα χοντρό δάχτυλο.
«Είναι καλό πράγμα να έχεις μια πορτοκαλιά για ώρα ανάγκης», μουρμούρισα.
«Μία μόνο; Κοίτα καλύτερα, όλη η πίσω αυλή έχει δέντρα, πορτοκαλιές, λεμονιές.... έχει και μια βερικοκιά –τη βλέπεις;» έγειρε μπροστά όλο προθυμία να με ξεναγήσει.
Δεν κουνήθηκα από τη θέση μου.
«Θα δίνουν καρπό για τα επόμενα δυο χρόνια, μετά θα χρειαστούν μπόλι», είπε ο αστυνόμος σκεφτικός.
«Συμβαίνουν αυτά», υπέθεσα.
«Ελπίζω μέχρι τότε να μου έχουν στείλει κανέναν που να πιάνουν τα χέρια του, επειδή εγώ είμαι θαλασσινός –δεν τα καταφέρνω», συνέχισε εκείνος.
«Θα σε βοηθήσουν οι χωρικοί», τον καθησύχασα.
«Αυτοί;» πετάχτηκε οργισμένος ο αστυνόμος. «Σιχάματα του κερατά, ζωντόβολα! Αν πάρεις κανέναν τους να σου κάνει δουλειά μετά θα πρέπει να κάνεις τα στραβά μάτια δια βίου! Άσε με χάμω με τους κοπρίτες!»
Γέλασα όλο κατανόηση.
«Εσύ ξέρεις από κήπους;» με ρώτησε όλο ελπίδα.
«Μπα –καμιά σχέση», είπα χαμηλόφωνα.
«Κρίμα ρε γαμώτο, γιατί φαίνεσαι καλός άνθρωπος! Όχι μπαταξής σαν και του λόγου τους...»
Αποφάσισα τελικά να πάρω μια καρέκλα και να καθίσω με θέα το παράθυρο στον κήπο. Νόμισα οτι του το χρωστούσα, μετά από τέτοια παρουσίαση. Ο κήπος εκεί έξω ήταν μέσα στα παράσιτα -ζωολογικός κήπος. Είδα κάτι κάμπιες να ξεμυτίζουν από τα βερίκοκα, έστριψα βιαστικά το βλέμμα μου αλλού.
«Ήθελα μια πληροφορία...» είπα τελικά.
Ο αστυνόμος κούμπωσε δυο κουμπιά του πουκαμίσου πάνω από την κοιλιά του και με κοίταξε περιμένοντας.
«Ήρθε εδώ πριν λίγο καιρό μια γυναίκα μ΄ένα κοριτσάκι, από την πόλη...» μουρμούρισα.
Ο αστυνόμος πετάχτηκε αρκετά εντυπωσιακά, για τον όγκο του, σήκωσε τη στρατιωτική ζώνη που κρατούσε το παντελόνι του και πήγε στη μεταλλική ντουλάπα που κάλυπτε τον τοίχο δίπλα στο παράθυρο. Έσυρε τα φύλλα της με δυσκολία, χώθηκε σχεδόν ολόκληρος μέσα πριν εμφανιστεί με ένα θόλο μπουκάλι και δυο ποτήρια.
«Λίγο λικέρ; Είναι τοπικό προϊόν...» είπε συνεσταλμένα.
«Όχι δεν είναι ανάγκη...» απάντησα.
«Να φτιάξω καφεδάκι τότε;» πρότεινε ο αστυνόμος.
Είχα ανάγκη τον καφέ και χρειαζόμουν λίγο τρεχούμενο νερό να πλυθώ.
«Εντάξει για τον καφέ», είπα. «Νερό έχει στην τουαλέτα να ρίξω λίγο στο πρόσωπό μου;»
«Βεβαίως! Ακολούθησέ με», έκανε πρόθυμα ο αστυνόμος ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου. «Τουαλέτα έχει απέξω, δίπλα στο χωλ. Μέχρι να σενιαριστείς θα τα ΄χω έτοιμα τα καφεδάκια».
Μου έκανε νόημα να περάσω πρώτος, ξεκίνησα λοιπόν για την πόρτα του δωματίου, αλλά πριν φτάσω εκεί πάγωσα. Δεξιά από την πόρτα είχε ένα γραφείο, πάνω από το γραφείο ήταν στερεωμένες σε φελλοπίνακα οι φωτογραφίες διάφορων καταζητούμενων. Ανάμεσα σε αξύριστους, τρομοκρατημένους ανθρώπους είδα και τη δική μου φάτσα. Δυο φωτογραφίες παρακάτω ήταν ο Στέφανος, με το πρόσωπο αρκετά πρησμένο. Έμεινα εκεί πέρα και κοίταζα αναποφάσιστος.
«Το είδες ε;» έκανε στεναχωρημένα ο αστυνόμος. «Καλά, μη δίνεις σημασία... συμβαίνουν αυτά. Πήγαινε να πλυθείς και τα λέμε με την ησυχία μας».
Μετά πέρασε μπροστά μου, άνοιξε την πόρτα και χάθηκε προς την κουζίνα. Τον ακολούθησα μπερδεμένος, αλλά θυμήθηκα οτι έπρεπε να πάω στην τουαλέτα και αυτό ακριβώς έκανα.

Όταν ξαναμπήκα στο γραφείο του ένιωθα ήδη πολύ ανθρώπινα, το νερό είχε διώξει την περισσότερη εφιαλτική νύχτα από πάνω μου, μόνο τα δάχτυλά μου αιμορραγούσαν –καθώς το τρίψιμο με σαπούνι είχε καθαρίσει το ξεραμένο αίμα. Ο αστυνόμος το πρόσεξε αμέσως, χώθηκε πάλι στην τεράστια ντουλάπα του γραφείου του και έφερε ιώδιο, βαμβάκι, γάζες.
«Που το έπαθες αυτό;» ρώτησε όλο ενδιαφέρον.
«Το ξενοδοχείο του χωριού έχει ποντίκια», μουρμούρισα.
«Κερατάδες, αγριάνθρωποι!» βλαστήμησε. «Έπρεπε να σας φέρουν κατευθείαν εδώ, είμαι ο υπεύθυνος σύμφωνα με το νόμο που να πάρει ο διάβολος! Μερικές φορές σκέφτομαι οτι θα έπρεπε να τους σκοτώσω όλους, έναν-έναν, όταν περνάνε απ΄έξω, αλλά μετά θυμάμαι οτι δε θα μου φτάσουν οι σφαίρες...»
«Κι οτι ο νόμος θέλει υπηκόους για να εφαρμοστεί», πρόσθεσα.
«Πολίτες! Ο νόμος θέλει πολίτες για να λειτουργήσει προς όφελός τους!» με διόρθωσε.
«Όπως και να’χει...» μουρμούρισα επειδή η μυρωδιά του καφέ με είχε ήδη μαγέψει.
Περιποιήθηκα στοιχειωδώς τα δάχτυλά μου πριν καθίσω απέναντί του. Έβγαλα τα τσιγάρα, του πρόσφερα, δέχτηκε.
«Πως έρχονται λοιπόν τα πράγματα!» θαύμασε, κάνοντας δαχτυλίδια καπνού. «Αν μου έλεγαν πριν –πόσο; Να πούμε έξι μήνες; Αν μου έλεγαν λοιπόν οτι θα καθόμασταν εδώ και θα κουβεντιάζαμε σα φίλοι θα τους έκλεινα επιτόπου στο κρατητήριο!»
«Δεν είμαστε φίλοι και δεν είμαι αυτός που νομίζεις», διαμαρτυρήθηκα ήρεμα.
«Δε νομίζω τίποτα –η δουλειά μου απαιτεί σιγουριά. Πάρα για παράδειγμα εσένα, να πούμε. Έρχεσαι πρωινιάτικα και μου ζητάς να μάθεις για μια γυναίκα κι ένα παιδί. Εγώ τώρα, ξέρω –προσέχεις τι λέω; ξέρω –οτι έρχεσαι από το ξενοδοχείο της παραλίας, όπου κάποιοι κρέμασαν τον Ραφαήλ –ποιος είναι αυτός θα αναρωτιέσαι. Ο Ραφαήλ ήταν ο τρελός του χωριού –τι συμπέρασμα βγάζεις για τους ανθρώπους που τον κρέμασαν; Δεν με απασχολεί, επειδή δεν είναι δουλειά μου να βγάζω συμπεράσματα. Έρχεσαι λοιπόν από εκεί και με το που σε βλέπω ανακαλύπτω οτι είσαι καταζητούμενος! Τι πρέπει να κάνω; Εμπλεκόμενος σε δολοφονία και καταζητούμενος –ποιος θα με κατηγορούσε αν σε πυροβολούσα επιτόπου όταν άνοιξες την πόρτα;» με κοίταξε χαμογελώντας, περίμενε να πω κάτι.
«Αλλά δεν πυροβόλησες...» είπα τελικά.
«Δεν πυροβόλησα βέβαια! Επειδή δεν ξέρω αν έχω πλέον τέτοια εντολή –όταν μου στείλανε τη φωτογραφία σου ήσουν καταζητούμενος, τώρα τι είσαι; Επικίνδυνος τρομοκράτης ή εθνικός ήρωας; Ποιος κάνει κουμάντο στην πρωτεύουσα; Η παλιά κυβέρνηση; Οι τρομοκράτες; Μια καινούργια κυβέρνηση; Που να το ξέρω εγώ; Γι΄αυτό κάθομαι και περιμένω, πίνω το καφεδάκι μου μαζί σου φιλικά –μην το αρνηθείς πάλι! Μέχρι να πάρω εντολές από την πρωτεύουσα έχεις αμνηστία –κατάλαβες; Μετά...»
Έσβησε το τσιγάρο του, ρούφηξε τον μισό καφέ με τη μία και άραξε πίσω στην καρέκλα του.
«Κατάλαβα. Τι θα γίνει τώρα με αυτό που σε ρώτησα;» είπα εγώ με ελεγχόμενη αγωνία.
«Για τη γυναίκα και το παιδί;» έξυσε το κεφάλι του. «Αυτό φίλε μου εμπίπτει σε άλλη κατηγορία ενεργειών –μέχρι τώρα μιλούσαμε για πολιτική».
«Τι θα πει αυτό;» απόρησα.
«Θα πει οτι μπορεί εσύ να είσαι και μέλλων υπουργός αλλά αυτό δε σημαίνει οτι θα σου δώσω την πληροφορία που ζητάς. Επειδή υπάρχει η πιθανότητα να βρεις αυτούς τους ανθρώπους και να τους σκοτώσεις –δεν υπάρχει; Γιατί εγώ να σε βοηθήσω σε αυτό;»
«Το παιδί είναι κόρη μου», είπα.
«Και η γυναίκα;»
«Γυναίκα μου», απάντησα προσπαθώντας να μην αφήσω υπόνοιες.
«Πάει καλά...» μουρμούρισε ο αστυνόμος.
«Λοιπόν;» έκανα ανυπόμονα.
Κούμπωσε και τα υπόλοιπα κουμπιά του πουκαμίσου του πριν απαντήσει.
«Με τα γεγονότα στην πρωτεύουσα... τα ξέρεις τι να στα λέω; Τέλος πάντων, ήρθε πολύς κόσμος στο χωριό, κυρίως γυναικόπαιδα, για να προφυλαχτούν. Όσοι είχαν συγγενείς εδώ πέρα έστειλαν τους δικούς τους ανθρώπους... Έχεις φωτογραφία της γυναίκας σου και του παιδιού;»
«Όχι», παραδέχτηκα.
«Τα ονόματά τους; Περιγραφή;»
Έσκυψα το κεφάλι.
«Δεν έχω τίποτα», είπα. «Ερχόμουν εδώ να τους βρω, μόνο αυτό θυμάμαι. Κάτι έγινε στον κεντρικό δρόμο, κάτι άσχημο μάλλον, βρέθηκα στο ξενοδοχείο της παραλίας μαζί με καμιά δεκαριά άλλους –κανένας μας δεν θυμάται. Ίσως πάθαμε σοκ, δεν ξέρω... Δεν θυμόμαστε τίποτα...»
«Κατάλαβα», ένευσε όλο κατανόηση. «Δηλαδή, το είχα φανταστεί –ποιος κανονικός άνθρωπος θα σκότωνε τον Ραφαήλ; Μόνο ψυχικά διαταραγμένοι –έτσι δεν το λένε;»
«Τον Ραφαήλ τον κρέμασαν δυο κυνηγοί που έμεναν στο ξενοδοχείο. Όταν ήρθαν οι χωρικοί, τους δώσαμε τους κυνηγούς κι αυτοί τους κρέμασαν στο ίδιο δέντρο», είπα.
«Σοφή κίνηση!» θαύμασε ο αστυνόμος. «Γλιτώσατε από πολλές φασαρίες και με γλιτώσατε από μπελάδες».
Δεν είπα τίποτα, περίμενα να συνεχίσει.
«Και τι είναι αυτό που είδατε στον κεντρικό δρόμο;» ρώτησε εκείνος.
Δυσανασχέτησα φανερά.
«Δεν θυμόμαστε τι είδαμε, δεν θυμόμαστε καν αν ήμασταν εκεί... στα είπα ήδη αυτά», φώναξα.
«Δεν θυμάστε –πάει καλά! Ας ασχοληθούμε με τη γυναίκα σου και το παιδί σου...»
Κοιταχτήκαμε.
«Μήπως θα μπορούσες να έρθεις μαζί μου; Θα ξέρεις ποια σπίτια φιλοξενούν αυτούς που ήρθαν από την πόλη, αν πάω μόνος μου μάλλον θα με πλακώσουν με τα στειλιάρια...» είπα εγώ.
«Ζώα, υπάνθρωποι!» ξεκαρδίστηκε στα γέλια ο αστυνόμος.
Περίμενα την απόφασή του όσο εκείνος κοίταζε με χαμόγελο ικανοποίησης τον κήπο έξω από το παράθυρο.
«Εντάξει, θα έρθω μαζί σου», είπε μετά από ατέλειωτη αναμονή. «Άσε όμως τα πράγματά σου σε κάποιο γραφείο –επιμένω οτι σήμερα το βράδυ θα κοιμηθείς εδώ πέρα», σταμάτησε, με κοίταξε ανήσυχος, «δεν πιστεύω να το θεωρήσεις φυλάκιση, κράτηση ή κάτι τέτοιο;»
«Όχι, μην ανησυχείς...» μουρμούρισα.

Ο ήλιος μας ξέσκισε ανελέητα όταν βγήκαμε από την εξώπορτα –εκεί περίμεναν οι δυο χωρικοί με τον Πάνο. Αμήχανοι, ακροβολισμένοι στο δρόμο.
«Τι στ΄ανάθεμα κάνετε εσείς εδώ;» νευρίασε ο αστυνόμος.
«Προσέχουμε», απάντησε σιγά ο ένας χωρικός.
«Τι προσέχετε ρε ζωντόβολα; Εδώ είναι αστυνομία, εμείς προσέχουμε για να τεμπελιάζετε εσείς με ασφάλεια! Βαλθήκατε να μας αντικαταστήσετε;» ο αστυνόμος πλησίασε τον χωρικό που είχε μιλήσει με άγριο ύφος.
Ο χωρικός κοίταξε τα σκονισμένα του παπούτσια αμίλητος.
«Μίλα ρε! Θες να γίνεις αστυνομία;» εξορίστηκε ο αστυνόμος.
«Όχι αλλά...» έκανε εκείνος.
«Άντε μου στο γερο-διάολο τότε. Κι εσύ κι ο άλλος –γαμώ το φελέκι σας!» τσίριξε ο αστυνόμος.
Οι χωρικοί βιάστηκαν να απομακρυνθούν. Ο αστυνόμος γύρισε προς το μέρος μου.
«Στο τσακ τον είχα!» διαμαρτυρήθηκε. «Λίγο ήθελα να τον βάλω να μου μπολιάσει τα δέντρα αλλά μου ξέφυγε ο κερατάς! Άχρηστα κορμιά, τι να πεις;»
Έγνεψα με κατανόηση, αλλά τότε ο αστυνόμος είδε τον Πάνο που ακουμπούσε στα κάγκελα.
«Αυτός, ποιος πούστης είναι;» με ρώτησε.
«Από το ξενοδοχείο. Ρίχτηκε σε μια κοπέλα και θέλανε να τον σκοτώσουν...» είπα εγώ.
«Κι εσύ τον πήρες μαζί σου για να τον σώσεις, έτσι; Από ανθρωπισμό να υποθέσω; Ρε, από τότε που βγήκε ο ανθρωπισμός χάθηκε η δικαιοσύνη!» μούγκρισε ο αστυνόμος.
Δεν είπα τίποτα περί αυτού.
«Λεβεντόπαιδο! Τσακίσου μπες μέσα, βάθος αριστερά είναι το κρατητήριο. Τρύπωσε εκεί και κλείδωσε, το καλό που σου θέλω! Δε με απασχολεί μήπως δραπετεύσεις, για το καλό σου το λέω να κλειδώσεις –οι χωριάτες είναι αγριάνθρωποι. Κατάλαβες λεβεντιά μου;» φώναξε στον Πάνο.
Εκείνος ένευσε συγκαταβατικά και με πλησίασε.
«Άρη;» ψέλλισε.
«Κάνε οτι σου είπε –μάλλον είναι το καλύτερο για σένα», του απάντησα.
Ο Πάνος έφυγε με αργά βήματα.
«Έχεις τον τρόπο σου να καθοδηγείς ανθρώπους!» θαύμασε ο αστυνόμος.
«Προσπαθώ να βοηθήσω», ψιθύρισα.
«Ποιον;» γέλασε ο αστυνόμος.
«Τον εαυτό μου –ποιον άλλο;» απόρησα.
Ξεκινήσαμε δίπλα –δίπλα.

Αλλά, φτάνοντας στην πλατεία, λοξοδρομήσαμε –ο αστυνόμος πλησίασε μια μισάνοιχτη τζαμένια πόρτα και μου έκανε νόημα.
«Τι είναι εδώ;» αναρωτήθηκα.
«Το καφενείο. Πριν τραβηχτούμε πόρτα-πόρτα, καλύτερα να ρωτήσουμε», μου εξήγησε.
Μπήκαμε. Κόντευε απόγευμα, σε λίγο θα έρχονταν οι άνθρωποι, μετά το μεσημεριανό φαγητό, μετά τον μεσημεριανό ύπνο –ήταν καλή ιδέα. Για την ώρα, μόνο κάτι γέροι υπήρχαν μέσα στο καφενείο. Καθίσαμε κοντά στην είσοδο. Μας κοίταξαν και έδειξαν να μας ξεχνάνε αμέσως μετά.
«Δυο ούζα», παράγγειλε ο αστυνόμος.
Μετά κοίταξε τριγύρω, μέχρι να εντοπίσει αυτόν που ήθελε.
«Μπαρμπα-Θύμιο έλα να κάτσεις μαζί μας. Κατάστημα φέρτου άλλο ένα –ότι πίνει», διέταξε ο αστυνόμος.
Έκανα χώρο στον γέρο που πλησίασε επιφυλακτικά.
«Τι γίνεται Θύμιο; Πως πάνε οι ντομάτες;» ρώτησε ο αστυνόμος.
«Δόξα να ‘χει...» μουρμούρισε ο γέρος.
«Για πες μου κάτι. Το παλικάρι από δω, τι σου θυμίζει;» ρώτησε ξανά ο αστυνόμος.
Ο γέρος με κοίταξε, στην αρχή επιφυλακτικά, μετά μισόκλεισε τα μάτια για να δει καλύτερα.
«Ξέρω ΄γω; Από ΄δω είναι;» αναρωτήθηκε.
«Έστειλε τη γυναίκα του και την κόρη του στο χωριό μας. Άρα, πρέπει να έχει συγγενείς εδώ πέρα...»
«Δεν θυμάται τους συγγενείς του;» απόρησε ο γέρος.
«Άμα τους θυμότανε θα σε ρώταγα ρε Θύμιο;» νευρίασε ο αστυνόμος.
«Και πως δηλαδή; Γιατί δεν τους θυμάται;» επέμεινε ο γέρος.
«Ρε τι σε νοιάζει; Κουτσομπόληδες –χειρότεροι από τις γυναίκες σας είστε! Μπορείς να μου πεις αν σου θυμίζει κάτι ο άνθρωπος –ναι ή όχι;»
Ο γέρος πήρε να με κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω και πάλι απ΄την αρχή, μισόκλεινε τα μάτια, έξυνε το μάγουλό του.
«Να ΄ναι ο γιος της χήρας;» είπε τελικά. «Αυτός που λείπει 30 χρόνια στην πρωτεύουσα;»
«Πως τον λέγανε το γιο της χήρας;» πετάχτηκε ο αστυνόμος.
«Βασίλη θαρρώ...»
«Δεν είναι αυτός», είπε ο αστυνόμος.
«Ε τότε ποιος είναι;» αναρωτήθηκε ο γέρος.
«Άντε χάσου ρε από δω πέρα! Ντιπ τσουτσέκι είναι ο άνθρωπος!» αγανάκτησε ο αστυνόμος σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. «Που ‘σαι κατάστημα! Να μένει το κέρασμα στο μπαρμπα-Θύμιο!» φώναξε προς τον καφετζή πίσω από το σκουριασμένο ψυγείο.
Ο γέρος σηκώθηκε ήσυχα και ξαναγύρισε στη θέση του.
«Υπάρχει περίπτωση να σε λένε Βασίλη;» με ρώτησε ο αστυνόμος.
«Μπα –δε μου λέει κάτι το όνομα», είπα εγώ.
«Μπαρμπα-Θύμιο», φώναξε προς την άλλη μεριά ο αστυνόμος, «έχουν έρθει τίποτα συγγενείς της χήρας από την πρωτεύουσα;»
«Όχι, δεν έχω δει τίποτα», απάντησε ο γέρος αδιάφορα.
Ο αστυνόμος γύρισε σε μένα μέσα στη ζοχάδα.
«Κατάλαβες γιατί θέλουν όλοι τους σκότωμα;» μου ψιθύρισε.
Το μόνο που καταλάβαινα ήταν οτι δεν έβγαινε άκρη, αλλά προτίμησα να μην το θίξω.

Περάσαμε ακόμα δυο ώρες εκεί μέσα, ο κόσμος έμπαινε και μας κοίταζε σαν άγρια θηρία, μετά καθόταν παράμερα. Ο καφετζής έβαλε πέντε φορές μια εφεδρική γεννήτρια σε λειτουργία, άνοιξε την τηλεόραση, περίμενε λίγο μπας και δείξει τίποτα άλλο εκτός από παράσιτα πριν την ξανακλείσει. Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Ο αστυνόμος ρωτούσε, έψαχνε, αλλά κι αυτός δεν έβγαζε άκρη. Υπήρχαν 10 με 12 οικογένειες που είχαν δεχτεί συγγενείς από τις πόλεις, θα έπρεπε μάλλον να τις επισκεφτούμε. Μέχρι να βρεθεί η κόρη μου και η...
«Το πρόβλημα είναι αλλού», είπε ο αστυνόμος συνεχίζοντας μια κουβέντα με τον εαυτό του. «Πολλές απ΄αυτές τις οικογένειες μένουν έξω από το χωριό ... δύσκολα τα πράγματα... Έχουν κάτι σπίτια μέσα στα χωράφια, με τις φασαρίες του τελευταίου καιρού είναι όλοι τους αγριεμένοι...»
«Τι θα πει αυτό;» ρώτησα.
«Θα πει οτι πρώτα θα πέσουμε πάνω σε τσοπανόσκυλα, μετά σε καραμπίνες κι αν καταφέρουμε να βγούμε ζωντανοί απ΄όλα αυτά, τότε ΙΣΩΣ μπορέσουμε να μιλήσουμε με κάποιον άνθρωπο», είπε ο αστυνόμος σκεπτικά.
«Κι όλα αυτά που μου έλεγες για την εξουσία; Θα έπρεπε να σε φοβούνται...»
«Με φοβούνται και σέβονται την εξουσία, τους νόμους, τους κανόνες... όλα αυτά τέλος πάντων», έκανε ο αστυνόμος. «Αλλά αν με ξαπλώσουν σε κάνα ξέφωτο επειδή, δήθεν, με πέρασαν για τρομοκράτη, δε θα κλάψουν κιόλας στην κηδεία μου! Μη σου πω οτι θα με ταΐσουν στα γουρούνια τους για πρωινό –ούτε κηδεία δε θα μου κάνουν!»
Απόρησα κάπως.
«Γιατί να σε σκοτώσουν; Εσύ δεν είπες οτι τους προστατεύεις;»
Ξεκαρδίστηκε.
«Μάτια μου, είσαι μεγάλος καλαμπουρτζής!» φώναξε. «Δεν τα είδες; Μόνος μου έχω απομείνει, χωρίς αστυφύλακες, χωρίς τίποτα. Μόνο η εντύπωση οτι κάποτε θα έρθουν από τα κεντρικά να με ψάξουν, αυτό τους εμποδίζει και δε με έχουν σφάξει σαν τραγί...»
Τον κοίταξα και μου φάνηκε για μια στιγμή απροστάτευτος, σαν την εξουσία στο αποχωρητήριο. Μπορεί κιόλας να τον λυπήθηκα –δεν ξέρω.
«Πάμε να ξεραθούμε, μια τρύπα στο νερό κάναμε», είπε προσπαθώντας να πνίξει το χασμουρητό του.
Τον ακολούθησα με το κεφάλι βαρύ από τα ούζα, έξω είχε νυχτώσει και δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος. Το σκοτάδι ούρλιαζε σκυλίσια, φώτα τρεμόπαιζαν πίσω από κλειστά παντζούρια, ένιωσα σφίξιμο στο στομάχι.

«Εγώ κοιμάμαι στο βάθος, εσύ μπορείς να διαλέξεις όποιο δωμάτιο θέλεις», είπε ο αστυνόμος.
«Δεν έχει σημασία...» ψιθύρισα.
«Καλή σου νύχτα», μου ευχήθηκε.
«Με τον άλλον τι θα γίνει;» ρώτησα εγώ.
«Ποιον άλλο;» απόρησε ο αστυνόμος. Μετά θυμήθηκε. «Αυτόν στο κρατητήριο λες; Άστον να πήξει το μυαλό του, καλό θα του κάνει», είπε αδιάφορα.
Όταν χάθηκε στο διάδρομο έψαξα τις κλειστές πόρτες. Σε λίγο είχα μια αξιοπρεπή άποψη για τον χώρο, θα κοιμόμουν στο δωμάτιο αριστερά από την εξώπορτα –με βόλευε επειδή το παράθυρο έβλεπε στο δρόμο. Άκουσα τα βήματά του κι έτσι ανακάλυψα που ήταν το κρατητήριο. Άνοιξα την πόρτα, διέκρινα τη σκιά του κομμένη από το συννεφιασμένο φεγγάρι.
«Ποιος είναι;» φώναξε ανήσυχος ο Πάνος.
Γέλασα σιγά.
«Εσύ είσαι Άρη;» ρώτησε ο Πάνος.
«Ναι, εγώ είμαι», μούγκρισα. «Κοιμήσου».
«Έλα να σου πω!» παρακάλεσε ο Πάνος.
Πλησίασα προς την καγκελόπορτα που μας χώριζε.
«Ήμουνα θολωμένος, δεν το ‘θελα...» κλαψούρισε εκείνος. «Ήταν η κακιά στιγμή...»
Αν και ήταν μισοσκότεινα προτίμησα να γυρίσω την πλάτη πριν του απαντήσω.
«Η κακιά στιγμή σου τώρα αρχίζει γι΄αυτό κοίτα να κρατήσεις τα μυαλά σου», προειδοποίησα.
«Τι εννοείς;» τσίριξε όλο αγωνία.
«Θα καταλάβεις», είπα και έκλεισα με θόρυβο την πόρτα πίσω μου για να σιγουρευτεί οτι έφυγα.

Μπήκα στο γραφείο που είχα διαλέξει για υπνοδωμάτιο, κάθισα στο πάτωμα, δίπλα στο παράθυρο κι άναψα τσιγάρο για να συνηθίσω τον χώρο. Παιδικά πλαστικά παπούτσια χαστούκισαν το τσιμέντο, κουρεμένα κεφάλια στριφογύριζαν με έξαψη φωνάζοντας, «πόλεμος, πόλεμος!» Το τέρας του μεσημεριού είχε βουτήξει στο πηγάδι της Παπαδιάς για να δροσιστεί, το τέρας του μεσονυκτίου δεν είχε ξυπνήσει ακόμα –ήμασταν ασφαλείς. Μπορούσαμε να παίξουμε πόλεμο κι αυτό μας πλημμύριζε ευτυχία. «Πόλεμος, πόλεμος!» ουρλιάζαμε τρομάζοντας τα αδέσποτα σκυλιά. Μέχρι που περάσαμε και χαθήκαμε στη σκόνη, έστησα αυτί αλλά δεν μπορούσα πλέον να ξεχωρίσω τις φωνές μας. Μόνο τα διστακτικά βήματα κάποιου παιδιού που είχε ξεμείνει τελευταίο, αργά βήματα και αναφιλητά που ακούγονταν σαν «μπαμπά, μπαμπά». Πετάχτηκα ανατριχιάζοντας, αλλά δεν υπήρχε τίποτα έξω από το παράθυρο.

Δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο ο πόλεμος.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι