Τρίτη, Ιούνιος 30, 2009

"Άσσος άφιλτρο -το σκαρτέψανε το χαρμάνι οι χαμούρες!"

«Ασφαλώς και καπνίζω –είναι υγιεινότερο από το να αναπνέω», έλεγε εκείνη η παλιά ατάκα, την πουλάγανε και τυπωμένη σε μπλουζάκι. Τη χρησιμοποιήσαμε πολλοί από τους καπνιστές αυτή τη φράση, κατά καιρούς, σα δικαιολογία –λες και χρειαζόταν να δικαιολογηθούμε!

Όπως και νάχει από αύριο λένε οτι θα απαγορεύσουν το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους –είναι ζήτημα υγείας των πολιτών. Όπως και νάχει ανεβάζουν για δεύτερη (ή τρίτη) φορά μέσα στο χρόνο, τον φόρο στα προϊόντα καπνού –είναι ζήτημα υγείας των κυβερνώντων.

Εγώ πάντως είναι 43 χρονών και καπνίζω από τα 13 μου –δε θα σου πω οτι το κάπνισμα έβλαψε την υγεία μου. Ούτε οτι την ωφέλησε θα σου πω –ο λόγος είναι απλός. Δεν κάνω εξετάσεις. Δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι τα πνευμόνια μου ή οποιοδήποτε άλλο όργανο επηρεάζεται από το κάπνισμα, ξέρω όμως αυτά που βλέπω. Ξέρω, για παράδειγμα, οτι δεν έχω την ίδια αντοχή με παλιότερα –αγκομαχάω για ν΄ανέβω μια σκάλα που κάποτε την ανέβαινα πετώντας. Κάποτε. Όταν ήμουνα 20 χρόνια νεώτερος και 10 κιλά ελαφρύτερος αλλά εξίσου καπνιστής. Κι αν έχεις την απορία, αντιμετωπίζω τις ίδιες στυτικές δυσλειτουργίες με τότε –ακριβώς όμως –αν πέσω δηλαδή σε γκόμενα βαρύγδουπη, με πνευματικές ανησυχίες για τα φεγγάρια και τα πεφταστέρια. Άρα, μάλλον γι΄αυτό δεν φταίει το τσιγάρο.

Θυμήθηκα κάτι -όταν ήμουνα πιτσιρικάς το κάπνισμα επιτρεπόταν παντού και πάντα. Ο κόσμος κάπνιζε ένα τσιγαράκι ακόμα και πριν ρίξει τις νυχτερινές του τούφες, άφηνε κιόλας το τασάκι γεμάτο –δίπλα του στο κομοδίνο. Οι ποδοσφαιριστές επιβαλλόταν να φουμάρουν, έβγαιναν και σχετικές φωτογραφίες. Πολύς καπνός γενικά, αλλά δεν φαινόταν κανείς να ενοχλείται. Τι άλλαξε σήμερα που, ακόμα κι εγώ, δεν αντέχω να καπνίσω τρία τσιγάρα χωρίς ν’ ανοίξω το παράθυρο για να ξεντουμανιάσει το δωμάτιο; Κατά πρώτον, άλλαξε το δωμάτιο.

Όταν ήμουνα πιτσιρικάς ζούσαμε σε κάτι ψιλοτάβανα, διαμπερή –με τις σόμπες να καπνίζουν περισσότερο από τους ανθρώπους, ψάχναμε τότε να βρούμε πως θα κλείσουμε τις τρύπες για να μη μπαίνει κρύο κι όχι πως θα αερίσουμε τα δωμάτια.

Όταν ήμουνα πιτσιρικάς ο κόσμος ανακάλυπτε το νέφος και την αιθαλομίχλη, τσούζανε τα μάτια, βούλωναν οι μύτες –αγανακτούσε ο κόσμος. Σήμερα δεν υπάρχουν όλα αυτά, οι ρύποι στην ατμόσφαιρα μετρούνται καθημερινά στις μεγάλες πόλεις, έχουν βγάλει και κάποια «όρια επιφυλακής» που τα ανεβάζουν κάθε φορά που αυξάνονται οι ρύποι και είμαστε όλοι μια χαρά. Αν το κράτος λέει οτι δεν υπάρχει αύξηση των ρύπων, τότε αυτό που νιώθουμε είναι, μάλλον, συνάχι. Ή δύσπνοια λόγω του καπνίσματος –τι άλλο;

Πήγα πριν λίγο καιρό στο Λονδίνο –εκεί το κάπνισμα απαγορεύεται σε όλους τους εσωτερικούς χώρους. Κάθε που γυρνάγαμε στο ξενοδοχείο πλέναμε τα μούτρα μας και βγάζαμε μισό κιλό φούμο έκαστος, φυσάγαμε τις μύτες μας και βγάζαμε στάχτες –αλλά υποθέτω οτι οι ρύποι της πόλης ήταν κάτω από τα «όρια επιφυλακής» οπότε δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα για την υγεία μας.

Θέλω να πω με όλα αυτά οτι μοιάζει σα να ζούμε σε πόλεις που βομβαρδίζονται καθημερινά με απεμπλουτισμένο ουράνιο (Σεράγεβο επί 365, για να στο κάνω πιο λιανά) κι ενώ κάθε μέρα αδειάζουν τα αεροπλάνα τις μπόμπες στα κεφάλια μας να βγαίνει ανακοίνωση «κατά την εκκένωση των κτιρίων σε περίπτωση βομβαρδισμού παρακαλείστε να μην χρησιμοποιείτε τους ανελκυστήρες –κίνδυνος εγκλωβισμού». Εντάξει, δίκιο έχουν αλλά μήπως πρέπει ΚΑΠΟΙΟΣ, ΚΑΠΟΤΕ να μιλήσει και για τους γαμημένους τους καθημερινούς βομβαρδισμούς;

Επειδή, εγώ να το σταματήσω το τσιγάρο σε κλειστούς χώρους –να προστατεύω το παιδί μου, τη γυναίκα μου και τον κόσμο όλο. Αλλά κι αυτοί δεν πρέπει κάποτε να μας πουν τι προβλήματα δημιουργούν οι άκαυστοι αρωματικοί υδρογονάνθρακες που αφήνουν πίσω τους τα καταλυτικά μας αυτοκίνητα; Δεν πρέπει να μας πουν τι προβλήματα δημιουργούν τα κινητά τηλέφωνα; Τα βιομηχανικά κατάλοιπα, τα φυτοφάρμακα, οι πλαστικές συσκευασίες κι όλα αυτά τα σκατολοϊδια της καθημερινότητας –δεν πρέπει να ξέρουμε ΑΝ, ΠΟΥ και ΠΟΣΟ μας βλάφτουν; Δεν προσπαθώ να κάνω συμψηφισμό εδώ πέρα, δεν είναι Νεοδημοκράτης εγώ. Απλά αναρωτιέμαι –έχουν ρίξει τόση δουλειά για να αποδείξουν οτι το τσιγάρο βλάπτει –μήπως λόγω αυτού έχουν ξεχάσει να μας ενημερώσουν για τα υπόλοιπα;

Η αιτιολόγηση της απόφασης απαγόρευσης του καπνίσματος σε εσωτερικούς χώρους έχει δύο σκέλη:
1. Την προστασία της υγείας των παθητικών καπνιστών.
2. Την προστασία της υγείας των ήδη καπνιστών μέσω της μείωσης του αριθμού των τσιγάρων που αυτοί καταναλώνουν.
Έχω να πω μερικά πράγματα εδώ πέρα. Κι αυτά είναι το εξής ένα: ρε, για μαλάκες μας περνάτε;

Μέσω της απαγόρευσης του καπνίσματος επιτυγχάνεται ο επαναχαρακτηρισμός της συγκεκριμένης πράξης ως παράνομης ή/και περιθωριακής. Θυμάσαι τα παλιά χρόνια όταν ήταν κοινωνικά κατακριτέο το κάπνισμα αναφορικά με τους μικρότερους σε ηλικία και τις γυναίκες; Θυμήσου τον πατέρα που σου έσκαγε ένα φούσκο βρίζοντας «κωλόπαιδο, ακόμα δε βγήκες απ΄τ’ αυγό, μου θες και τσιγάρο!» Μετά έσβηνε φουρκισμένος το δικό του τσιγάρο στο τασάκι (ή άναβε ένα καινούργιο τσιγάρο, εξίσου φουρκισμένος). Θυμήσου όσους στραβοκοιτάζανε τις γυναίκες καπνίστριες μουρμουρίζοντας, «για να φουμάρει έτσι, πουτάνα θα είναι!» Δεν θυμάσαι; Είναι επειδή οι συγκεκριμένες αντιλήψεις θεωρούνται πλέον παρωχημένες –έπεσαν από μόνες τους λόγω βαρεμάρας ή τις έσπρωξαν οι φεμινιστικές οργανώσεις και τα κινήματα ισότητας. Και οι πιτσιρικάδες που απαιτούσαν ίση μεταχείριση έγιναν κάποτε γονείς –βρέθηκαν τότε στη φάκα, δεν μπορούσαν να απαγορεύσουν στα παιδιά τους αυτό που επιτρεπόταν για τους ίδιους. Με λίγα λόγια, το τσιγάρο απενοχοποιήθηκε και χάρηκαν πολλοί γι΄ αυτό –μέσα στους πολλούς ήταν και οι καπνοβιομηχανίες. Όμως...

Όταν το τσιγάρο έχασε την αίγλη της «παρανομίας», άρχισε να χάνει κι ένα από τα βασικά του ερείσματα. Όταν μια επιλογή αποχαρακτηρίζεται κοινωνικά, το άτομο απελευθερώνεται σε σχέση με αυτή. Έτσι και η απόφαση για κάπνισμα (ή μη) εκλογικεύτηκε. Κι αν εκλογικεύσεις το κάπνισμα κλαίνε οι καπνοβιομήχανοι –επειδή, κακά τα ψέματα, στο τσιγάρο δεν απομένει τότε ούτε μια θετική πλευρά.

Καπνίζαμε για να γίνουμε αποδεκτοί στην παρέα του παράνομου καπνιστηρίου, πίσω από το σχολείο, με τσιλιαδόρους που εναλλάσσονταν –μη μας τσιμπήσουν οι καθηγητές και φάμε αποβολή. Καπνίζαμε επειδή έτσι έκαναν οι τυπάδες στις ταινίες του σινεμά. Καπνίζαμε επειδή ήταν μαγκιά να κουβαλάς πακέτο, ή να το σφηνώνεις στο διπλωμένο μανίκι του τι –σερτ, όπως ο Νίκολσον στη «Φωλιά του Κούκου». Καπνίζαμε επειδή στις καφετέριες δεν μας σέρβιραν καφέ, δεν μας έμπαζαν καν μέσα, αν δεν είχαμε πακέτο να πετάξουμε δήθεν ανέμελα στο τραπέζι. Και δεν το μετανιώσαμε που καπνίζαμε. Επειδή και στο παράνομο καπνιστήριο μας δέχτηκαν και στις καφετέριες και μαϊμουδίσαμε τους σελιλόντ τυπάδες –καλά περάσαμε γενικώς.

Όταν όμως οι μαθητές ήταν ελεύθεροι να αφήσουν το πακέτο στο θρανίο τους και να καπνίσουν μαζί με τον καθηγητή στο προαύλιο... Όταν στις ταινίες άρχισαν να καπνίζουν και οι χοντροί ασουλούπωτοι κομπάρσοι, εκτός από τους τυπάδες... Όταν τσούζανε τα μάτια μας επειδή μίκρυναν οι καφετέριες και ψάχναμε μέρος να καθίσουμε για να μη μας στραβώνει ο καπνός...

Τότε το τσιγάρο αποχαρακτηρίστηκε, χάνοντας ταυτόχρονα και την αίγλη του. Τότε οι καπνοβιομηχανίες έκλαψαν επειδή έχασαν τα ποσοστά διείσδυσης στους νέους. Όχι οτι πλέον οι νέοι δεν κάπνιζαν. Απλά το 2 στους 3 που ίσχυε σε παλιότερες εποχές, έπεσε στο 1 στους 3. Μείωση προσδοκούμενων εσόδων κι «αν συνεχίσουμε έτσι, σε λίγο θα ψοφήσουν οι παλιοί καπνιστές και θα μας κλαίνε οι ρέγκες». Τότε εμφανίστηκαν οι έρευνες περί βλαπτικότητας του καπνίσματος οι οποίες (ω μα τι σύμπτωση!) χρηματοδοτούνταν κυρίως από καπνοβιομηχανίες.

Αφού λοιπόν η βλαπτικότητα ανακαλύφθηκε (!) αποφασίστηκε να παρθούν μέτρα καταπολέμησης του καπνίσματος. Τα οποία ξεκίνησαν από τις τηλεοράσεις –απαγορεύτηκε δηλαδή η διαφήμιση προϊόντων καπνού. Για να μην παρασύρονται τα παιδιά, που ως γνωστόν μόνο τηλεόραση βλέπουν –όταν βγαίνουν στους δρόμους παθαίνουν προσωρινή τύφλωση και δεν μπορούν να διακρίνουν τις γιγαντοαφίσσες ή τα περίπτερα! Μειώθηκε έτσι ο αριθμός των καπνιστών; Κανείς δεν ξέρει! Επειδή το μέτρο δεν αφορούσε τους ήδη υπάρχοντες αλλά τους υποψήφιους καπνιστές (παιδιά). Μπορείς εσύ να μου πεις οτι η (όποια) μείωση του αριθμού παιδιού που ξεκίνησαν το τσιγάρο τότε οφειλόταν στην απαγόρευση των διαφημίσεων και όχι, ας πούμε, στην τάση εγγραφής παιδιών σε αθλητικούς συλλόγους; Το μόνο που μπορείς να πεις με σιγουριά είναι οτι μειώθηκαν τα έξοδα των καπνοβιομηχανιών, αφού δεν ήταν πλέον υποχρεωμένες να αγοράζουν πανάκριβο τηλεοπτικό χρόνο για την προώθηση των προϊόντων τους.

Μετά ήρθε η προσπάθεια απαξίωσης του καπνίσματος μέσω της «πολιτικής ορθότητας». Εγώ τώρα, όπου ακούω «πολιτική ορθότητα» ψυλλιάζομαι βρωμοδουλειά –άλλη κουβέντα αυτή, δεν είναι της ώρας. Βγήκανε οι δυσκοίλιοι των σχετικών οργανώσεων, απομεινάρια των πρώην αντικομμουνιστικών θεοκρατικών ομάδων του Μακάρθι, κι αρχίσανε τον λυσσαλέο αγώνα για να σβήσουν το τσιγάρο από τα χείλη του Λούκι Λουκ και να το αντικαταστήσουν με κλαρί σταριού! Ζητάγανε κιόλας να πέφτουν πρόστιμα σε όσους ηθοποιούς καπνίζανε στις ταινίες! Κοντολογίς, γελοία πράγματα. Με εγγυημένη επιτυχία όμως –μειώθηκαν οι νεοεισερχόμενοι καπνιστές στο Αμέρικα και εκτοξεύτηκαν οι νεοεισερχόμενοι χρήστες κρακ και λοιπών χημικών παραισθησιογόνων.

Ώσπου φτάσαμε στη σημερινή απαγόρευση του καπνίσματος –επειδή οι καπνοβιομηχανίες απελπίστηκαν που ακόμα δεν φάνηκαν στον ορίζοντα τα προσδοκούμενα κέρδη. Κοίτα τώρα πως πάει η φτιάξη:

-Απαγορεύεται συνολικά η διαφήμιση προϊόντων καπνού, άρα μειώνονται κι άλλο τα έξοδα των εταιρειών.
-Λοιδορείται το στερεότυπο του καπνιστή παρουσιάζοντας ένα άτομο αντικοινωνικό, αντιαθλητικό και λούπεν με αποτέλεσμα να ξαναγίνεται ελκυστικό το συγκεκριμένο στερεότυπο μεταξύ των παιδιών που, λόγω της ανάγκης αμφισβήτησης του status quo, θαυμάζουν τα περιθωριακά άτομα.
-Απαγορεύεται το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους με αποτέλεσμα να ξαναδημιουργηθούν τα (ας τα πούμε) παράνομα καπνιστήρια έξω από κάθε χώρο διασκέδασης και, μαζί μ΄αυτά, να αναβιώσουν οι ομάδες των «ψαγμένων». Απλό παράδειγμα: αν η γκόμενα σου (ή ο γκόμενός σου) πάει έξω από το μαγαζί για τσιγάρο, καλύτερα να ακολουθήσεις γιατί αλλιώς θα μείνεις μπουκάλα (επειδή τα τραπέζια των μπαρ είναι σαφώς περιχαρακωμένα, αλλά ο χώρος των καπνιστών έξω είναι «μπάτε σκύλοι αλέστε»), αν τώρα είσαι σόλο, ποιο είναι το καλύτερο μέρος να χτυπήσεις γκόμενο(α) από τον χώρο καπνίσματος;

Θέλεις και μερικές παράπλευρες ζημιές;
-Ο καπνιστής που θα του στερηθεί η δυνατότητα καπνίσματος στους δημόσιους χώρους θα ξεσκιστεί στα τσιγάρα όταν πάει σπίτι του, επιβαρύνοντας έναν, κατά πολύ, μικρότερο χώρο και ντουμανιάζοντας τα παιδιά του.
-Ο καπνιστής που δεν μπορεί να καπνίσει στο γραφείο του θα βγει έξω και θα χτυπήσει τρία τσιγάρα μαζεμένα λόγω χαρμάνας, σακατεύοντας εντελώς τα πνευμόνια του (αφού αυτά τα έρημα, ένα τσιγάρο το μισάωρο μπορούν να το επεξεργαστούν -ενώ τρία το δεκάλεπτο ισοδυναμούν με δακρυγόνο στη μάπα σε διαδήλωση).
-Ο καπνιστής που θα υποχρεωθεί να μπαινοβγαίνει για να καπνίσει, όλο και κάποια πνευμονία θα τσιμπήσει από τις συνεχείς εναλλαγές θερμοκρασίας.

Άρα –χαιρετίζουμε θριαμβευτικά την απαγόρευση καπνίσματος. Είναι ο μόνος σίγουρος τρόπος να αυξηθούν τα κέρδη των καπνοβιομηχανιών και να ψοφήσουμε όλοι μια ώρα αρχύτερα.

Χαιρετίζουμε επίσης την αιτιολόγηση της συγκεκριμένης ενέργειας από το κράτος: «το μέτρο λαμβάνεται με σκοπό την προστασία της υγείας των πολιτών». Και ποιος σου ζήτησε ρε κράτος να προστατεύεις την υγεία μου; θα αναρωτηθείς. Μήπως θα σε ξοδέψω σε περίπτωση ασθένειας; Έτσι κι αλλιώς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη πληρώνω αδρά –αλλιώς και έτσι, ακόμα κι αν πληρώνω, όταν αρρωσταίνω είμαι υποχρεωμένος να ξαναβάλω το χέρι στην τσέπη! Δεν ισχύουν αυτά φιλαράκο.

Διότι βεβαίως πληρώνεις διπλά τους γιατρούς σου, αλλά δικαίωμα να αρρωστήσεις δεν έχεις. Ούτε και δικαίωμα να πεθάνεις πριν την ώρα σου φυσικά! Το κράτος, βλέπεις, δεν φροντίζει για την υγεία και την αρτιμέλειά σου επειδή σ΄αγαπάει –φροντίζει επειδή σε έχει χρεωμένο με εργατοώρες. Αν δεν τις κάνεις, αν δεν δουλέψεις όσο σε έχουν υπολογίσει, ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να αρρωστήσεις ή να πεθάνεις μάγκα μου. Αντερ-στέν;

Για να πω κι ένα ανέκδοτο θα κλείσω με την περίπτωση της Ελλάδας, της χώρας που ακόμα και τρύπες στα δίφραγκα είναι ικανοί να βάλουν αρκεί να πάρουν μίζα οι πολιτευτές. Έχω δει την απαγόρευση καπνίσματος στο Λονδίνο και στην Αβάνα –πόλεις εντελώς άσχετες μεταξύ τους. Εκεί πέρα απαγόρευσαν το κάπνισμα και δατς ιτ. ΠΟΥΘΕΝΑ, ΚΑΝΕΝΑΣ δεν καπνίζει σε κλειστούς χώρους.

Εδώ θα δημιουργηθούν, λέει, μπαρ καπνιστών και χώροι καπνιστών μέσα στα υπόλοιπα μπαρ και τεκέδες με καταλυτικά φουγάρα, ξέρω ΄γω... Τουτέστιν, ο νόμος απαγόρευσης θα έχει παράθυρα και εξαιρέσεις που στο τέλος θα τον καταστήσουν ανενεργό. Ανενεργό; Όχι δα! Όταν ξεμένει από φράγκα ο Δήμος θα ξαμολάει τα καρακόλια του να κόβουν πρόστιμα σε καπνιστές. Όταν δεν είσαι του (όποιου κυβερνώντος) κόμματος στο Δημόσιο θα σου ρίχνει μια στέρηση μισθού ο προϊστάμενος επειδή σε τσίμπησε με τσιγαράκι («έλειψα μίαν ημέραν και διελήθησαν τα πάντα –τριάκοντα δραχμάς πρόστιμο δια το κάπνισμα», που έλεγε κι ο Τσαγανέας, καπνίζοντας την πουράκλα του, στον ταλαίπωρο υπαλληλάκο Χορν). Στον ιδιωτικό τομέα πάλι θα παίζουν το έργο «Εμείς οι βλάχοι όπως λάχει». Κι αν λαχαίνει μη καπνιστής προϊστάμενος θα γίνονται νευρωτικοί οι υπάλληλοι, αν λαχαίνει προϊστάμενος φουγάρο, άντε πέστου εσύ να το σβήσει γιατί κινδυνεύει η υγεία σου.

Αυτά τα πολλά ολίγα και να υπενθυμίσω οτι από αύριο απαγορεύεται το κάπνισμα σε (κάποιους) κλειστούς χώρους αλλά εγώ, ήδη, από σήμερα έχω κάνει καινούργιο πλεμόνι. Από το γέλιο.

Ρε, για μαλάκες μας περνάτε;

Δευτέρα, Ιούνιος 29, 2009

1984 ή λίγο αργότερα

Άκου
«Αρχίζεις να διακρίνεις τι είδους κόσμο δημιουργούμε; Είναι το ακριβώς αντίθετο κάθε ηλίθιας ηδονιστικής Ουτοπίας που οραματίστηκαν οι παλιοί αναμορφωτές της κοινωνίας. Ένας κόσμος φόβου, προδοσίας και αγωνίας, ένας κόσμος ανθρώπων που ποδοπατάνε και ποδοπατιούνται, ένας κόσμος που θα γίνεται όχι λιγότερο αλλά περισσότερο αμείλικτος όσο εξελίσσεται. Πρόοδος στον κόσμο μας θα σημαίνει προοδευτική αύξηση του πόνου».
Κοίτα



Άκου
«Φυσικά δεν υπήρχε κανένας τρόπος να διαπιστώσεις αν σε παρακολουθούσαν κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Ούτε καν να μαντέψεις δεν μπορούσες σχετικά με το πόσο συχνά ή με ποιο σύστημα η Αστυνομία Σκέψης ενεργοποιούσε τη συσκευή παρακολούθησης ενός συγκεκριμένου ατόμου. Υποθετικά όλοι παρακολουθούνταν συνέχεια. Επειδή στην πραγματικότητα θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν τη συσκευή παρακολούθησης όποτε ήθελαν. Κι εσύ έπρεπε να ζεις –και όντως ζούσες, επειδή η συγκεκριμένη συνήθεια γινόταν ένστικτο –με την πεποίθηση οτι κάθε ήχος που έκανες ακουγόταν και, εκτός από τις στιγμές που ήσουν στο απόλυτο σκοτάδι, κάθε κίνησή σου καταγραφόταν».
Κοίτα


Άκου
«Από εκεί που καθόταν ο Γουίνστον μπορούσε άνετα να διαβάσει τα τρία συνθήματα του Κόμματος, έτσι όπως ήταν χαραγμένα με λευκά γράμματα στην είσοδο του κτιρίου: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ, Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ».
Κοίτα


Άκου
«Ποτέ ξανά δεν θα είσαι ικανός να νιώσεις ανθρώπινα αισθήματα. Κάθε τι θα πεθάνει μέσα σου. Ποτέ ξανά δεν θα είσαι ικανός να αγαπήσεις, να νιώσεις φιλία, ή τη χαρά της ζωής, να γελάσεις, να νιώσεις περιέργεια, κουράγιο ή πληρότητα. Θα είσαι κενός εσωτερικά. Θα σε αδειάσουμε εντελώς και μετά θα σε γεμίσουμε με εμάς».
Κοίτα

Άκου
«Το Κόμμα αναζητά τη εξουσία, αποκλειστικά για χάρη της εξουσίας. Δεν μας νοιάζει το καλό των άλλων –ενδιαφερόμαστε αποκλειστικά για τη εξουσία. Ούτε πλούτη, ούτε πολυτέλειες, ούτε μια μακρά ευτυχισμένη ζωή –μόνο εξουσία, καθαρή εξουσία. Τι σημαίνει ‘καθαρή εξουσία’ θα το καταλάβεις σύντομα. Εμείς διαφέρουμε από κάθε ολιγαρχία τους παρελθόντος αναφορικά με το τι γνωρίζουμε και με το πως ενεργούμε. Όλοι οι άλλοι, ακόμα και όσοι μας έμοιαζαν, ήταν δειλοί και υποκριτές. Οι Γερμανοί Ναζί και οι Ρώσοι Κομμουνιστές ήταν πολύ κοντά μας, μεθοδολογικά, αλλά δεν είχαν ποτέ το κουράγιο να αναγνωρίσουν τα κίνητρά τους. Υποκρίνονταν, ίσως να το πίστευαν κιόλας, οτι χρησιμοποιούσαν τη εξουσία αναγκαστικά και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, κι ότι στην επόμενη γωνία υπήρχε ένας παράδεισος όπου όλοι οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι και ίσοι. Εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς. Γνωρίζουμε οτι κανένας δεν οικειοποιείται την εξουσία με σκοπό να την παραδώσει. Η εξουσία δεν είναι το μέσο, είναι ο σκοπός. Κανένας δεν εγκαθιστά μια δικτατορία για να υπερασπιστεί μια επανάσταση, όποιος κάνει μια επανάσταση το κάνει για να εγκαταστήσει μια δικτατορία. Ο σκοπός των διώξεων είναι οι διώξεις. Ο σκοπός των βασανιστηρίων είναι τα βασανιστήρια. Ο σκοπός της εξουσίας είναι η εξουσία».
Κοίτα


Άκου
«Δεν μας ικανοποιεί η παθητική υπακοή, ούτε καν η απόλυτη υποταγή. Όταν τελικά θα παραδοθείς σε εμάς, αυτό θα πρέπει να γίνει με τη δική σου ελεύθερη βούληση. Δεν καταστρέφουμε τους αντιρρησίες επειδή μας αντιστέκονται –όσο κάποιος μας αντιστέκονται δεν τον καταστρέφουμε. Τον μεταπείθουμε, ελέγχουμε τη σκέψη του, τον μετασχηματίζουμε. Καίμε κάθε κακό και κάθε ψευδαίσθηση που υπάρχει μέσα του, τον φέρνουμε στη δική μας πλευρά, όχι μόνο εμφανισιακά αλλά γενικότερα –σωματικά και ψυχικά. Τον κάνουμε έναν από μας πριν τον σκοτώσουμε. Είναι ανυπόφορη για μας η ύπαρξη έστω και μιας λανθασμένης σκέψης, οπουδήποτε στον κόσμο, όσο μυστική και αδύναμη αν είναι αυτή. Ακόμα και τη στιγμή του θανάτου δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την παραμικρή απόκλιση... κάνουμε το μυαλό να δουλεύει σωστά πριν το ανατινάξουμε».
Κοίτα


Άκου
«Ο ιδανικός κόσμος για το Κόμμα θα πρέπει να είναι τεράστιος, τρομερός και γυαλιστερός –ένας κόσμος από ατσάλι και μπετόν, από τερατώδεις μηχανές και τρομακτικά όπλα –ένα έθνος πολεμιστών και φανατικών που προελαύνουν σε πλήρη ενότητα, που σκέφτονται όλοι το ίδιο και φωνάζουν τα ίδια συνθήματα, δουλεύουν, παλεύουν, θριαμβεύουν, καταδιώκουν – 300 εκατομμύρια άνθρωποι, όλοι τους με το ίδιο πρόσωπο».
Κοίτα


«Θα εξαφανίσουμε τον οργασμό. Οι νευρολόγοι μας δουλεύουν πάνω σε αυτό, τώρα. Δεν θα υπάρχει άλλη πίστη πέρα από την πίστη στο Κόμμα. Δεν θα υπάρχει άλλη αγάπη πέρα από την αγάπη στον Μεγάλο Αδερφό. Δεν θα υπάρχει γέλιο πέρα από το γέλιο του θριάμβου πάνω από τον ηττημένο εχθρό. Δεν θα υπάρχει τέχνη, λογοτεχνία ή επιστήμη. Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι δεν θα έχουμε ανάγκη καμιά επιστήμη. Δεν θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο όμορφο και το αποκρουστικό. Δεν θα υπάρχει περιέργεια ούτε διασκέδαση στην καθημερινή ζωή. Κάθε είδους ηδονή θα καταστραφεί. Αλλά πάντα –μην το ξεχνάς αυτό Γουίνστον –θα υπάρχει η μέθη της εξουσίας που συνεχώς θα αυξάνεται και συνεχώς θα αναβαθμίζεται. Πάντα, κάθε λεπτό, θα υπάρχει η έξαψη της νίκης, η αίσθηση της ικανοποίησης που συνεπάγεται το ανελέητο ποδοπάτημα του νικημένου εχθρού. Αν θέλεις μια εικόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να συνθλίβει ένα ανθρώπινο πρόσωπο –για πάντα».


Άκου
«Κοίταξε προς το τεράστιο πρόσωπο. 40 χρόνια του είχαν χρειαστεί για να μάθει τι είδους χαμόγελο κρυβόταν πίσω από το σκοτεινό μουστάκι. Ω σκληρή και άχρηστη παρανόηση! Ω ξεροκέφαλη, εγωιστική άρνηση του στοργικού μητρικού στήθους! Δυο δάκρυα, σα σταγόνες τζιν, έτρεξαν στις δυο πλευρές του προσώπου του, δίπλα στη μύτη του. Αλλά ήταν εντάξει, όλα ήταν εντάξει, η πάλη είχε τελειώσει τώρα. Είχε καταφέρει επιτέλους να θριαμβεύσει απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Αγαπούσε τον Μεγάλο Αδερφό».
Υ.Γ.: Φυσικά, τα αποσπάσματα είναι παρμένα από το 1984 του Τζορτζ Όργουελ.

Πέμπτη, Ιούνιος 25, 2009

9. «Άγγελοι και καουμπόηδες»

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


Ο πατέρας μου. Κάθε πρωί να ξεκινάει με την καλοσιδερωμένη του στολή για τη δουλειά, μονίμως νευριασμένος. Είχα την εντύπωση οτι πέρναγε πολύ άσχημα στη δουλειά του γι΄αυτό έφευγε κάθε πρωί βλαστημώντας, τα μεσημέρια επέστρεφε αμίλητος λες και τον είχαν περάσει από λεμονοστύφτη. Ο πατέρας μου. Εφτά μεταθέσεις, από πόλη σε χωριό και μετά σε άλλη πόλη –πάντα ήμουν ο καινούργιος στο σχολείο, συνέχεια κάτι έπρεπε να αποδείξω. Οτι δεν είμαι χωριάτης κι οτι δεν είμαι πρωτευουσιάνος, οτι δεν είμαι αγροίκος κι οτι δεν είμαι βουτυρόπαιδο –έχασα τα σημάδια του εαυτού μου στο τέλος. Εφτά μεταθέσεις κι εγώ στη θέση του συνοδηγού σε ένα φορτηγό που έπαιζε λαϊκές κασέτες ολόκληρη τη διαδρομή –τότε έκοψα κάθε σχέση με πατρίδες, καταγωγές, συγγένειες. Ήμουν εγώ που έψαχνε σε κάθε καινούργιο μέρος για καινούργιο κολλητό φίλο να στηριχτώ και ήμουν εγώ που ήξερα οτι θα τον χάσω ένα μεσημέρι –όταν θα ξανανέβω στο φορτηγό, συνοδηγός δίπλα στις λαϊκές κασέτες. Ο πατέρας μου βγήκε στη σύνταξη πριν την ώρα του και κάθισε σε μια καρέκλα, με θέα το βουνό, περιμένοντας να πεθάνει. Πάλευα, από μικρό παιδί, να βγάλω τη ρετσινιά του από πάνω μου, στο τέλος ξεχνούσα να αναφερθώ σ΄αυτόν, ηθελημένα –δεν είχα γονείς, δεν γεννήθηκα ποτέ, φύτρωσα μια νύχτα πίσω από κάτι αναποδογυρισμένους κάδους σκουπιδιών που φώτιζαν τον ουρανό καθώς καιγόντουσαν –ένας τοίχος σπιτιού στα δεξιά μου, ένα σύνθημα με μαύρη μπογιά, «όταν ο τελευταίος μπάτσος κρεμαστεί από τα άντερα του τελευταίου παπά τότε ο κόσμος θα γίνει καλύτερος» -δίπλα σ΄αυτόν τον τοίχο γεννήθηκα. Ο πατέρας μου που κατατάχτηκε στην αστυνομία μετά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο επειδή ήθελε να γλιτώσει το στρατό, πέρασε, κλειδωμένος εκεί μέσα, τις επιστρατεύσεις και τους υπόλοιπους πολέμους που περιμένανε να κηρυχτούν –ήθελε να είναι κοντά στην οικογένειά του. Εγώ δεν ήθελα κανέναν. Δεν είχα οικογένεια. Μέχρι που έφτιαξα τη δικιά μου.

Περπατούσα ώρα πολλή σ΄αυτόν το δρόμο ακολουθώντας τα ίχνη της θάλασσας -αραιές, διαλυμένες σταγόνες υδρατμών στον αέρα αλλά μου ήταν αρκετό. Ποτέ μου δεν έχασα τη θάλασσα και ούτε τώρα υπήρχε περίπτωση να το πάθω –είχα ένα αόρατο σκοινί ποντισμένο σε κάποιο σάπιο βυθό κι αυτό με οδηγούσε προς τη θάλασσα, κάποια μέρα θα έκοβα αυτό το σκοινί, θα το ξέσκιζα με νύχια και με δόντια –δεν ήθελα να έχω κανένα δεσμό με τίποτα. Από πάνω μου έτρεχε να κρυφτεί ο ήλιος, το απόγευμα ξάπλωνε τεμπέλικα –δεν θα προλάβαινα να φτάσω στο ξενοδοχείο πριν νυχτώσει. Επειδή ήξερα που ήταν η θάλασσα αλλά δεν ήξερα τι υπάρχει ανάμεσα σ΄ εκείνη κι εμένα. Συστάδες δέντρων πυκνές που έπρεπε να αποφύγω –μέσα εκεί θα δυσκολευόμουν να ξεχωρίσω τη μυρωδιά της θάλασσας. Αγροικίες που απαγόρευαν τις ευθείες με συρματοπλέγματα. Μέτρησα δύο που παρέκαμψα, στην τρίτη αποφάσισα ν΄αλλάξω τακτική. Βρήκα μια τρύπα στο συρματόπλεγμα και συνέχισα το δρόμο μου, αγνόησα τα σκυλιά κι αυτά με αγνόησαν επίσης –ήξεραν οτι είμαι περαστικός. Μετά κάποιος πυροβόλησε στον αέρα, μια-δυο φορές, αναγκάστηκα να κάνω όλο το δρόμο προς τα πίσω για να βγω από την ιδιοκτησία του. Έπρεπε λοιπόν να παρακάμπτω τις αγροικίες αν δεν ήθελα να καταλήξω παραγεμισμένος με μολύβι.

Ήθελε να κάνουμε παιδί γι΄αυτό παντρευτήκαμε, εγώ δεν ήθελα τίποτα και δεν μπορούσα κιόλας. Η εποχή ήταν αλλόκοτη, μύριζαν καμένη βαλβολίνη τα τριαντάφυλλα και ξέραμε οτι κάτι θα συμβεί. Σήμερα, αύριο, χτες –μπορεί και να είχε ήδη συμβεί αλλά να μην το πήραμε χαμπάρι. Κι εκείνη ήθελε παιδί επειδή σε μια ηλικία πρέπει να κάνεις παιδί –έτσι κι έγινε. Μετά έφυγε ή εγώ έφυγα –φύγαμε γενικώς. Οι μέρες περνούσαν βιαστικά και οι γουρουνόφατσοι μας ζώνανε από παντού, δεν ήξερες πλέον τι θα σου ξημερώσει. Σκεφτόμουν τότε οτι δεν είχαμε χρόνο για πολυτέλειες κι αυτό το σκοινί που με έδενε με το παιδί μου έπρεπε να το κόψω γρήγορα –αλλά δε γίνεται να κόψεις τα σκοινιά. Λέγαμε, «θα το ξέσκιζα με νύχια και με δόντια», αλλά ποτέ δεν το πιστέψαμε. Πως να κόψεις ένα βελούδινο σκοινί που κάνει την ψυχή σου να μοιάζει ζωντανή; Και τότε βρέθηκα ευάλωτος –εννοώ οτι ο κόσμος μύριζε μπαρούτι αλλά εγώ τότε βρήκα να συναντήσω τη γυναίκα της ζωής μου σ΄ένα πολυσύχναστο δρόμο -θα μπορούσα να την ξεχωρίσω ακόμα κι αν κοίταζα τη γη από τη σελήνη. Έτσι βρέθηκα με μια κόρη και μια γυναίκα –η μάνα της κόρης μου εξαφανίστηκε τις πρώτες μέρες των ταραχών. Άκουσα οτι δεν κατάφερε να επιστρέψει από κάποιο ταξίδι στο εξωτερικό, άλλοι είπαν οτι ρίξανε το αεροπλάνο της πάνω από το μητροπολιτικό αεροδρόμιο –δεν μ΄ένοιαξε καθόλου. Έζησα τον παράδεισο όταν ο κόσμος γύρω μου καιγόταν χειρότερα από τα καζάνια της κόλασης –αλλά τίποτα δεν είναι για πάντα –έστειλα λοιπόν εκείνη και την κόρη μου εδώ, στο χωριό του πατέρα μου. Τα χωριά είναι ασφαλέστερα από τις πόλεις στις μέρες μας.

Δέκα βήματα πιο μπροστά μου μια άσπρη-γκρι μάζα κουνήθηκε, κοντοστάθηκα να δω καλύτερα. Ένα σμήνος από γλάρους περπάταγε άτσαλα σκαλίζοντας το χώμα, έβγαζαν κόκαλα από εκεί μέσα και κομμάτια σπασμένου γυαλιού, ανήσυχοι τσιμπολογούσαν κρώζοντας όσο πλησίαζα. Οι γλάροι άρχισαν να ψευτοτρέχουν, αλλά δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να πετάξουν –είχα δει οτι τίποτα δεν πέταγε όσο πλησίαζα προς τη θάλασσα. Αλλά πλησίαζα προς τη θάλασσα, αυτό μου ήταν αρκετό.

Τα πόδια μου βυθίστηκαν στην άμμο.

Φεύγοντας από το σταθμό του τρένου που τις έπαιρνε για πιο ασφαλή μέρη θέλησα να γίνω ένα με την ανθρώπινη άμμο –έτσι κι αλλιώς με είχαν πατήσει αρκετά οι εξελίξεις και είχα χάσει το σχήμα μου.

Τώρα το ξενοδοχείο έμοιαζε με αφιλόξενο βράχο στη μέση της ερήμου, δεν θα έπρεπε να είναι έτσι –εκεί είχα κάποτε ένα δωμάτιο, μαλακό κρεβάτι και τρεχούμενο νερό. Σταμάτησα, κάθισα στο χώμα και άναψα τσιγάρο. Ήθελα να καθυστερήσω την επιστροφή στο ξενοδοχείο και η νύχτα βοηθούσε ακόμα σ΄αυτό, επειδή δεν είχε προλάβει να παγώσει τα πάντα γύρω της. Ένα ζώο έκλαψε κάπου μακριά –καταλάβαινα την απόγνωσή του.

Φτάνοντας στην πόρτα του ξενοδοχείου σκέφτηκα να χτυπήσω το κουδούνι κι ας μην υπήρχε ρεύμα. Έτσι, απλά για να νιώσω οτι ειδοποίησα τους μέσα. Αλλά δεν πρόλαβα –όσο καθόμουν αναποφάσιστος έξω από την κλειστή πόρτα άκουσα μια άγρια φωνή από το παράθυρο του πάνω ορόφου.
«Ποιος είσαι; Κάνε πίσω».
Κατάλαβα οτι ήταν ο Μάρκος που φώναζε.
«Κατέβαζα να μου ανοίξεις, ο Άρης είμαι», είπα ήσυχα.
«Κάτσε πιο πέρα, στη μέση της αυλής να φαίνεσαι», ούρλιαξε ο Μάρκος.
Τι διάολο γινόταν εκεί μέσα; Άρχισα να περπατάω προς τα πίσω. Μετά από λίγο βαρέθηκα και κάθισα σ΄ένα κούτσουρο παρατημένο δίπλα στα πεζούλια της αυλής –μάλλον για ντεκόρ. Από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου πρόβαλαν κεφάλια, μισόκλεισα τα μάτια για να ξεχωρίσω. Πίσω από τα κεφάλια κάποια τρεμάμενα φώτα –κεριά ή φανάρια.
«Θα πάει πολύ ακόμα αυτή η κωμωδία;» φώναξα κάνοντας τα χέρια μου χωνί.
«Μην κουνηθείς από εκεί που είσαι», απάντησε ο Μάρκος.
Γέλασα σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. Η νύχτα άρχισε να παγώνει. Τα κεφάλια με κοίταζαν, χάνοντας στο εσωτερικό των δωματίων και μετά ξανάβγαιναν –δεν καταλάβαινα τι περίμεναν να δουν.
«Ας ξυπνήσει κάποιος την Ελβίρα», πρότεινα όταν βαρέθηκα να με αντιμετωπίζουν σαν αξιοθέατο.
«Ξύπνια είμαι και σε βλέπω», απάντησε ένα κεφάλι από εκεί ψηλά.
«Κατέβα λοιπόν κάτω –τι περιμένεις;» αναρωτήθηκα.
«Όχι ακόμα», είπε η Ελβίρα.
Τότε ένιωσα οτι το ξενοδοχείο είχε ορθώσει τα γαμψά νύχια του απέναντί μου –ανατρίχιασα. Κι αναρωτήθηκα πόσο χρειάζεται στους ανθρώπους για να σε απαρνηθούν, πόσο γρήγορα ή πόσο εύκολα μπορείς να γίνεις ξένος γι΄αυτούς. Αν σήμερα έβλεπα κάποιον παλιό συμμαθητή πως θα με αντιμετώπιζε; Σαν φίλο που μοιράστηκε μαζί του κάποιο θρανίο ή σαν απειλή; Σηκώθηκα τεντώνοντας τα πόδια μου να ξεμουδιάσουν.
«Αρκετά», φώναξα. «Κατεβάστε κάποιον εδώ έξω να μιλήσουμε αλλιώς μπαίνω μέσα».
Το ξενοδοχείο ρουθούνισε, ο αέρας ανάμεσά μας μύρισε ιδρώτα.
«Ο αιώνιος Άρης! Μονίμως καπετάν Φασαρίας!» γέλασε ο θείος Χάρης ξεπροβάλλοντας από ένα παράθυρο.
«Δεν έχω όρεξη για αποφθέγματα σήμερα –είμαι βιαστικός», του απάντησα.
«Κανένας άνθρωπος δεν είναι πιο γρήγορος από μια σφαίρα –σωστά Γιούρι;» μίλησε στη διπλανή του σκιά ο θείος Χάρης.
Γέλασα.
«Δεν θα με σκοτώσετε σα σκυλί στ΄αμπέλι», παρατήρησα. «Όχι μπροστά σε όλους αυτούς».
«Δεν θα είναι η πρώτη φορά», είπε ο θείος Χάρης.
Ασυναίσθητα προσπάθησα να μετρήσω κεφάλια εκεί πάνω στα παράθυρα. Άδικος κόπος, δεν μπορούσα να βρω από εδώ κάτω αν έλειπε κανένας. Ίσως ο θείος Χάρης να εννοούσε τους κυνηγούς –αλλά και πάλι, δεν τον είχα για τόσο παραβολικό τύπο.
«Ούτε και η τελευταία, υποθέτω», φώναξα καθώς ξεκινούσα πάλι για την πόρτα.
Σε λίγο θα έβλεπα αν είχα καταφέρει να τους δημιουργήσω κάποιες αμφιβολίες, περπατούσα λοιπόν προσεκτικά λες και βάδιζα πάνω σε ριζόχαρτο –τους έδινα χρόνο. Ένα κλείστρο σηκώθηκε –προσπάθησα να δείξω αδιαφορία. Έφτασα στην πόρτα και την ταρακούνησα με δύναμη, μια σφαίρα καρφώθηκε κάπου πίσω μου, ήθελαν απλώς να με τρομάξουν. Για αρχή.
«Θα κατέβει κανένας ν΄ανοίξει ή θα σπάσω την πόρτα;» αναρωτήθηκα.
Έλπιζα να κατέβει κάποιος επειδή τα πόδια μου έτρεμαν από την πεζοπορία κι ένιωθα τόσο αδύναμος όσο ένα κλωσόπουλο. Παρ΄όλα αυτά έπεσα με τον ώμο στην πόρτα, έσκασα εκεί και μετά έφυγα προς τα πίσω –εγώ το μπαλάκι και η πόρτα μια γιγάντια ρακέτα. Θυμήθηκα οτι είχα κάτι επείγον να κάνω και θύμωσα με όλους αυτούς που με καθυστερούσαν –πήρα πάλι φόρα και έπεσα πάνω στην πόρτα. Χωρίς αποτέλεσμα. Δάκρυα θυμού μου ξέφυγαν.
«Μπορούμε να σε αφήσουμε εκεί έξω, να κοπανιέσαι μέχρι αύριο το πρωί», κορόιδεψε ο θείος Χάρης.
Έκανα δυο βήματα πίσω για να τον κοιτάξω.
«Σίγουρα. Αλλά κάποια στιγμή θα μπω μέσα», του είπα.
«Και τότε τι σκοπεύεις να κάνεις;» ρώτησε η Ελβίρα.
«Χρειάζομαι λίγες ώρες ύπνο. Μετά θα πάρω ένα όπλο και θα ανέβω στο βουνό», της εξήγησα.
«Δεν είμαι σίγουρη οτι...» ξεκίνησε να λέει.
«Μην τον αφήσετε! Θα μπλέξουμε πάλι!» φώναξε η Αργυροπούλου.
Έκανα δυο βήματα πίσω, πήρα φόρα και ξανάπεσα στην πόρτα.
«Θα βγω εγώ έξω», είπε η Ελβίρα, περισσότερο στους άλλους παρά σε μένα.
«Όχι μόνη σου», ακούστηκε κοφτή η φωνή του θείου Χάρη.
Ακούμπησα στην πόρτα για να ξαναβρώ την ανάσα μου.
«Πήγαινε πιο πίσω να σε βλέπουμε», φώναξε ο Πάνος.
«Άντε γαμήσου», μούγκρισα –αλλά έκανα όπως μου είπε.

Η Ελβίρα με βρήκε καθισμένο στο κούτσουρο –είχε τα χάλια της, μαύροι κύκλοι και ρυτίδες, άσπρες τρίχες ξεχώριζαν ανάμεσα στις μπούκλες της. Πως γίνεται να τσακίσει έτσι ένας άνθρωπος σε τόσο λίγες μέρες; Στο άνοιγμα της πόρτας πίσω της ξεπρόβαλε ο Γιούρι.
«Δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες», είπε χαμογελώντας η Ελβίρα όσο με κοίταζε εξεταστικά.
«Και για πριγκίπισσες το ίδιο», παρατήρησα.
«Εντάξει, έχουμε και οι δυο τα χάλια μας –πάμε παρακάτω», έκανε αυτή εκνευρισμένη.
«Παρακάτω θα πάω μόνος μου, δεν έχει θέση για κανέναν από σας», της εξήγησα.
«Πάει να πει, δεν βρήκες ακόμα την κόρη σου», διευκρίνισε.
«Κάπως έτσι», είπα αόριστα.
«Τι γίνεται στο χωριό;» ρώτησε.
«Εντάξει, δεν μας περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες αλλά δεν είναι και ανθρωποφάγοι. Υπάρχει ένας αστυνόμος εκεί πέρα, συμπαθητικός τύπος. Θα σας βοηθήσει αν αποφασίσετε...»
«Σκότωσαν τη Βανέσα», είπε εκείνη με σπασμένη φωνή.
«Ποιος;» απόρησα.
«Ο Γιούρι, εννοώ ο θείος Χάρης του είπε. Για να μην έχουμε μπελάδες στο μέλλον, είπε σε μας τους υπόλοιπους... Την πήγε προς τη θάλασσα και...»
Κοίταξα τον Γιούρι που έξυνε νευρικά τις μασχάλες του. Με είδε κι έστρεψε το όπλο προς το μέρος μου.
«Δεν καταλαβαίνω», είπα.
«Ο θείος Χάρης θεώρησε οτι το πρόβλημα δεν θα λυνόταν μόνο με την απομάκρυνση του Πάνου. Είπε οτι η Βανέσα έτσι ήταν –ανάφτρα. Και αύριο κάποιος άλλος θα τη στρίμωχνε... δεν έχουμε την πολυτέλεια να τους διώξουμε όλους! Από την άλλη, η Βανέσα δεν...»
«Δεν προσέφερε τίποτα στην ομάδα –ήταν απλώς ανάφτρα», μουρμούρισα.
«Ναι, έτσι είπε...» ψιθύρισε η Ελβίρα.
«Κι εσύ τι έκανες;» ζήτησα να μάθω.
«Τι μπορούσα να κάνω;» απελπίστηκε εκείνη.
Την κοίταξα.
«Τίποτα δεν μπορούσα να κάνω, απλά μας το ανακοίνωσε ο θείος Χάρης», είπε στο τέλος αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
«Οι υπόλοιποι είναι εντάξει;» ρώτησα.
«Ναι... μια χαρά....»
«Τι σκέφτεστε να κάνετε; Θα μείνετε εδώ;»
«Τι άλλο;»
«Γιατί δεν πάτε στο χωριό;»
Γέλασε άθελά της.
«Εδώ έχουμε μόνο τον θείο Χάρη πάνω από τα κεφάλια μας –μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα... με κάποιες υποχωρήσεις. Στο χωριό...»
«Έχεις δίκιο», είπα. «Κι όταν έρθει χειμώνας;»
«Κανένας δεν ξέρει αν θα είναι ζωντανός μέχρι το χειμώνα», είπε η Ελβίρα.
«Κάτι ακόμα –νομίζεις οτι μπορείτε να τα καταφέρετε εδώ πέρα χωρίς τον θείο Χάρη;» ρώτησα ψιθυριστά.
«Δεν είμαι σίγουρη...»
«Κατάλαβα», έκανα ήρεμα και μετά ξεκίνησα για το ξενοδοχείο.
Η Ελβίρα με ακολούθησε και πριν μπούμε μέσα έβαλε το χέρι της στον ώμο μου.
«Βοήθησέ μας», ψιθύρισε.
«Δεν είναι δική μου δουλειά», απάντησα.

Ο Γιούρι μου μπλόκαρε την είσοδο, κοιταχτήκαμε.
«Δεν έχεις εντολή να μου ρίξεις –από την άλλη εγώ δεν παίρνω εντολές από κανέναν. Πως το βλέπεις;» τον ρώτησα.
Ανασήκωσε τους ώμους κι έκανε στο πλάι να περάσω.
Το ξενοδοχείο μύριζε στυφά, σάπια τρόφιμα και ανθρώπινος φόβος –ο θείος Χάρης έκανε αποτελεσματική δουλειά εκεί μέσα. Πριν φτάσω στις σκάλες η Κατερίνα έπεσε πάνω μου και με αγκάλιασε –αλλά μετά έκανε πίσω το ίδιο απότομα.
«Όλα θα πάνε καλά», της είπα –έτσι, για να πω κάτι.
Ανέβηκα χωρίς να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους που κρυφοκοίταζαν, έφτασα έξω από την πόρτα του θείου Χάρη και άνοιξα χωρίς να χτυπήσω. Καθόταν σε μια πολυθρόνα και κοίταζε έξω από το παράθυρο.
«Τώρα θα πρέπει να σου ευχηθώ το καλωσόρισες;» αναρωτήθηκε.
«Δεν έχουμε χρόνο γι΄αυτά», είπα εγώ.
«Σε ακούω λοιπόν», γύρισε απότομα προς το μέρος μου.
«Ένα όπλο και σφαίρες –αυτά χρειάζομαι», μουρμούρισα.
«Και σε ξεφορτωνόμαστε;» ζήτησε να μάθει.
«Ας υποθέσουμε», είπα εγώ.
Έσκυψε για να με δει από πιο κοντά.
«Κάτι άλλαξε», διαπίστωσε. «Θέλεις να μου πεις;»
«Μικροπράγματα», γέλασα. «Απλά βρήκα τον πατέρα μου σκοτωμένο και θυμήθηκα τι ψάχνω».
Ξεκαρδίστηκε.
«Μικροπράγματα –όντως!» έκανε.
«Τι θα γίνει μ΄αυτά που σου ζήτησα;» ρώτησα.
«Μη βιάζεσαι», είπε.
«Η κόρη μου και η γυναίκα μου είναι κάπου εκεί έξω –νομίζεις πως έχω χρόνο για κουβέντα;» αγανάκτησα.
«Νομίζω οτι η κουβέντα βοηθάει πάντα τους ανθρώπους», σχολίασε αόριστα.
«Όπως βοήθησε και τη Βανέσα να υποθέσω;» έκανα πικρόχολα.
Με κοίταξε όλο σιχασιά.
«Νομίζεις οτι τα ξέρεις όλα –έτσι; Νομίζεις οτι έχεις τις οδηγίες χρήσης κι ο κόσμος πρέπει είτε να δουλέψει σύμφωνα με αυτές, είτε να ξεχαρβαλωθεί...»
«Λόγια, λόγια!» τον έκοψα απότομα.
«Λάθος. Δεν ξέρεις τι ήταν για μένα η Βανέσα και δεν έχεις καμιά διάθεση να καταλάβεις τους λόγους της απόφασης –ούτε το κόστος».
«Η Βανέσα ήταν μια πουτάνα που σου τα έφερνε κι εδώ πέρα είδες οτι δεν έχει καμιά χρησιμότητα. Τι άλλο;» πετάχτηκα νευριασμένος.
«Άγγελοι και διάβολοι –μόνο αυτά υπάρχουν στο δικό σου κόσμο Άρη! Και οι άγγελοι είσαστε πάντα εσείς!» αγανάκτησε ο θείος Χάρης.
«Άγγελοι και καουμπόηδες», τον διόρθωσα καθώς θυμήθηκα ένα βιβλίο που είχα διαβάσει παλιά.
«Όπως και να ‘χει...» μουρμούρισε.
«Άγγελοι και καουμπόηδες», ξαναείπα.
«Κι εσύ; Είσαι σίγουρος με ποιους είσαι;»
«Σίγουρος. Επειδή είμαι μόνος μου γι΄αυτό», είπα εγώ.
«Σαχλαμάρες. Δεν ανατίναξες μόνος σου τον δρόμο εκεί έξω», συμπέρανε ο θείος Χάρης.
Όχι μόνος μου. Ήταν κι άλλοι τριγύρω –εγώ καθυστερούσα να δώσω την εντολή και οι υπόλοιποι έμεναν κρυμμένοι, ξαλαφρωμένοι επειδή δεν είχαν την ευθύνη. Τα πρώτα τζιπάκια φάνηκαν από μακριά, πίσω τους έρχονταν τα καμιόνια –αυτά τα καμιόνια έφτιαξαν τον χάρτη της μοναχικής μου καθόδου στην κόλαση –πόσα ήταν τα καμιόνια;
«Εντάξει», είπα. «Είμαστε ίδιοι και είμαστε ένοχοι. Δώσμου τώρα οτι ζήτησα επειδή ξέρεις οτι άνθρωποι σαν κι εμάς παίρνουν πάντα αυτό που θέλουν. Κι αν κάποιος τους εμποδίσει...»
«Αυτή την παράνοιά σου να σώσεις τον κόσμο –αυτή φοβάμαι», είπε ο θείος Χάρης. «Τι θα γίνει αν σου δώσω όπλο και το στρέψεις εναντίον μου;»
«Κάποια μέρα, έτσι κι αλλιώς θα σκοτωθούμε μεταξύ μας εμείς οι δύο», τον καθησύχασα.
«Και πρέπει να σε οπλίσω εγώ –για να έρθει αυτή η μέρα πιο σύντομα;» γέλασε ο θείος Χάρης.
«Το αντίθετο. Αν δεν μου δώσεις ότι θέλω, αυτή η μέρα θα είναι η σημερινή», είπα εγώ. «Δώσμου όπλο για να κερδίσεις χρόνο».
Ξάπλωσε πίσω στην πολυθρόνα του.
«Ο Γιούρι είναι απέξω. Μπορώ οποιαδήποτε στιγμή να του δώσω εντολή...»
«Κάντο», τον παρότρυνα.
Με κοίταξε σοβαρός κι αναποφάσιστος.
«Γιούρι!» φώναξε.
Η πόρτα τραντάχτηκε ανοίγοντας.
«Πάρτον μαζί σου και δώστου ότι θέλει», διέταξε ο θείος Χάρης.
Ο Γιούρι ένευσε.
«Και μη με ενοχλήσετε άλλο –είμαι ψόφιος στην κούραση», μούγκρισε ο θείος Χάρης.
«Την επόμενη φορά...» προειδοποίησα.
«Κάποιος από τους δυο μας θα πεθάνει και δε νομίζω οτι υπάρχει έστω κι ένας που θα στοιχηματίσει υπέρ σου», είπε ο θείος Χάρης ενώ σηκωνόταν. «Καλή αντάμωση λοιπόν», ευχήθηκε όσο βγαίναμε.

«Πάρε αυτό, μπορεί ν΄ανατινάξει ελέφαντα στα 100 μέτρα», θαύμασε ο Γιούρι ζυγίζοντας ένα εντυπωσιακό όπλο με τις χερούκλες του.
«Δεν σκοπεύω να κυνηγήσω ελέφαντες», απάντησα εγώ.
«Ναι, αλλά μπορεί να σε κυνηγήσουν αυτοί», σχολίασε ο Γιούρι.
Γέλασα.
«Έχετε πλούσια γκάμα εδώ μέσα», παρατήρησα χαζεύοντας τα όπλα που γέμιζαν το δωμάτιο.
«Γκάμα;» έξυσε το κεφάλι του ο Γιούρι.
«Δώσμου ένα αυτόματο που να χωράει στην τσέπη μου», είπα εγώ για να ξεμπερδεύουμε.
Ο Γιούρι έπιασε κάποιο όπλο, μαύρο σαν τη δυστυχία, και μου το έδωσε.
«Προχτές το γράσαρα», είπε.
Μετά μου έδειξε κάτι πακέτα με σφαίρες, πήρα τρία, τα άδειασα και γέμισα τις τσέπες μου με το περιεχόμενό τους.
«Αν πας να πυροβολήσεις το Αφεντικό...» μουρμούρισε.
«Μην ανησυχείς, θα σε ειδοποιήσω πρώτα», τον καθησύχασα.

Μετά ανέβηκα στο δωμάτιό μου, αν ήθελα να φτάσω στο βουνό χρειαζόμουν ύπνο προηγουμένως. Αλλιώς θα άφηνα τα κόκαλά μου να κάνουν παρέα στα υπόλοιπα ξασπρισμένα οστά με τα οποία φρόντισα να γεμίσω το δρόμο. Και να αποκλειστώ από το ανθρώπινο είδος για πάντα.

Τετάρτη, Ιούνιος 17, 2009

8. Συνάντηση σε χωμάτινο κήπο

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

Ήμουνα με τα μούτρα στο πάτωμα προσπαθώντας να καθυστερήσω την ανατολή του ήλιου. Επειδή το κεφάλι μου βούιζε και τα μάτια μου –τριμμένο γυαλί μέσα απ΄τα βλέφαρα, το ένιωθα σε κάθε πετάρισμα. Πήγαινε λιγότερο από μια ώρα που είχα επιστρέψει, ελαφρύς κι ενοχικός σαν έφηβος που ξεπόρτισε για ξενύχτι. Οι δικοί μου... αυτοί που έλεγαν οτι ήταν δικοί μου τέλος πάντων, αυτοί οι άντρες με είχαν αποχαιρετήσει, αγκαλιάζοντάς με σταυρωτά. Ο Στέφανος είχε μείνει μαζί τους. Θα έψαχναν και για την κόρη μου –έτσι είπαν. Έλπιζα μόνο να κοιμάται βαριά ο αστυνόμος.

Ένα αηδόνι πλακώθηκε να σκίσει το λαρύγγι του έξω από το ανοιχτό παράθυρο και έμοιαζε το κελάηδισμά του με απειλή –πάντα έτσι είναι το κελάηδισμα των αηδονιών. Με τη νύχτα στα τελευταία της, με το άστρο του Διαβόλου μεσούρανα, το αηδόνι σε προειδοποιεί οτι ακόμα μια μέρα στην κόλαση θα ξεκινήσει πολύ σύντομα. Μια φορά, εγώ ταμπουρωμένος σε κάτι χαλάσματα, από απέναντι ούρλιαξε το αηδόνι, ασυναίσθητα πρόβαλα με το όπλο σηκωμένο για να το κάνω να σωπάσει. Αντί για το αηδόνι πετάχτηκε ένα ανθρώπινο κεφάλι, το πυροβόλησα χωρίς δεύτερη σκέψη –δεν ξέρω αν πέτυχα τίποτα. Κάποτε έγιναν όλα αυτά, κάπου αλλού, μακριά από δω. Τι έγινε στη συνέχεια δεν θυμάμαι.

Πρόβαλα διστακτικά το κεφάλι από το ανοιχτό παράθυρο, έψαξα τριγύρω για το αηδόνι αλλά μόνο τον ήλιο είδα να σηκώνεται βαριεστημένα. Αν είχα όπλο θα τον πυροβολούσα κατάσαρκα. Από τα διπλανά δωμάτια ακούστηκε θόρυβος, κάποιος περπατούσε –μετά ακούστηκε το καζανάκι της τουαλέτας. Πίεσα το κεφάλι στον τοίχο και άναψα τσιγάρο –πόσο χειρότερος θα μπορούσε να γίνει ο πονοκέφαλος; Διστακτικά χτυπήματα στην πόρτα μου.
«Ποιος είναι;» μούγκρισα.
Το κεφάλι του Πάνου πρόβαλε στο άνοιγμα.
«Καλημέρα», είπε.
Κοίταζα έξω από το παράθυρο όσο αυτός μπήκε στο δωμάτιό μου και κάθισε πάνω σ΄ένα γραφείο.
«Με άφησε ο αστυνόμος...» ξεκίνησε να λέει.
«Και τι με νοιάζει εμένα;» αναρωτήθηκα.
Σώπασε.
«Πάω να πλυθώ και να φτιάξω καφέ», ανακοίνωσα.

Στην κουζίνα έπεσα πάνω στον αστυνόμο που ετοίμαζε τον δικό του καφέ.
«Καλημέρα, δεν κατάλαβα οτι ξύπνησες να βάλω δυο φλιτζάνια», μου είπε.
Του έκανα νόημα οτι δεν πειράζει.
«Ε, πως!» συνέχισε. «Να μη σε περιποιηθούμε όσο σε έχουμε μαζί μας!»
«Γιατί; Προβλέπεται να μεταφερθώ κάπου αλλού;» ρώτησα.
«Ξέρω ΄γω; Εσύ να μου πεις», έκανε ο αστυνόμος.
Έψαξα στα μάτια του να βρω αν είχε καταλάβει τη νυχτερινή μου έξοδο, αλλά μόνο κούραση βρήκα εκεί μέσα.
«Δεν κοιμήθηκα καλά», δικαιολογήθηκε.
«Τι θα γίνει με την κόρη μου;» άλλαξα θέμα.
«Σήμερα θα βγούμε έξω από το χωριό, θα ψάξουμε εκεί πέρα...»
«Πότε ξεκινάμε;»
«Όποτε είσαι έτοιμος».
«Και με τον άλλο;» έδειξα προς το δωμάτιό μου, εκεί που περίμενε ο Πάνος.
«Ας κάνει οτι τον φωτίσει... Του άνοιξα για να κάνει την ανάγκη του, αν έχει μυαλό θα ξανακλειδωθεί μέσα. Αν, πάλι, θέλει να βγει έξω...»
Σταμάτησε επειδή ο καφές του είχε βράσει.
«Θα έρθεις να τον πιούμε μαζί;» ρώτησε.
«Ναι, εντάξει», είπα.
«Κι ο άλλος;» έδειξε προς το δωμάτιό μου.
«Ούτε να τον βλέπω», μουρμούρισα.

Απολαμβάναμε ένα πλουσιοπάροχο, για την περίσταση, πρωινό στη βεράντα πίσω από το γραφείο του. Με θέα τον χορταριασμένο κήπο. Καπνίζοντας με μισόκλειστα μάτια –δήθεν εκστατικοί από τη θέα, μάλλον σκεπτικοί.
«Να δω πως διάολο θα τα καταφέρουμε εδώ πέρα όταν χειμωνιάσει....» είπε ο αστυνόμος.
«Τι εννοείς;» τον ρώτησα.
«Αν δεν ανοίξουν το δρόμο θα σαπίσουμε από την υγρασία. Εδώ όταν βρέχει ξεχνάει να σταματήσει».
«Ποιος ν΄ανοίξει το δρόμο;»
«Όποιος να ΄ναι... Οι δικοί σου, οι προηγούμενοι...»
«Οι δικοί μου ε;» χαμογέλασα.
«Ναι, οι κανονικοί. Όχι αυτά τα σούργελα που έχουμε στο χωριό», είπε υποτιμητικά ο αστυνόμος.
«Για ποιους λες;» έκανα ψευτοαδιάφορα.
«Γι΄αυτούς που συνάντησες χτες βράδυ –μπορεί να είμαστε επαρχιώτες αλλά δεν είμαστε και ηλίθιοι κύριε Άρη μας!»
Καθυστέρησα ανάβοντας ακόμα ένα τσιγάρο.
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», είπα στο τέλος.
«Εντάξει, δεν πειράζει –αρκεί που καταλαβαίνω εγώ...» ξεκαρδίστηκε ο αστυνόμος.
«Τέλος πάντων, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να φύγει κανείς από δω; Μόνο ο κλειστός δρόμος;» ρώτησα.
«Υπάρχει και η θάλασσα αλλά πρέπει να έχεις πλεούμενο. Υπάρχει και το βουνό πίσω μας», έδειξε προς τον τοίχο του σπιτιού, «αλλά κανένας δεν έχει γυρίσει από κει για να μας πει οτι βγάζει κάπου ο δρόμος...»
«Έχουν φύγει άνθρωποι για το βουνό;»
«Αρκετοί. Ειδικά στις αρχές, όταν πέφτανε οι μπόμπες... Τρομάξανε και πήρανε τα βουνά, που λένε», γέλασε πάλι με το αστείο του.
«Μπορεί να έφυγε προς τα κει και η...» δίστασα.
«Μπορεί –γιατί όχι;» είπε σκεφτικός. «Τίποτα δεν αποκλείεται».
Ένιωσα λες και κατάπια ολόκληρο πορτοκάλι αμάσητο –έσκυψα το κεφάλι.
«Έλα, μη σε παίρνει από κάτω. Γιατί να φύγανε οι δικοί σου άνθρωποι; Δεν ήξεραν οτι θα ‘ρθεις να τους βρεις;» με καθησύχασε ο αστυνόμος.
«Δεν θυμάμαι», παραδέχτηκα αποκαμωμένος. Ο πονοκέφαλος δυνάμωνε.
Μείναμε για λίγο αμίλητοι, μέχρι εκείνος να σηκωθεί ράθυμα.
«Όποτε είσαι έτοιμος ξεκινάμε», είπε.
«Να σε ρωτήσω....» έκανα εγώ.
Κοντοστάθηκε.
«Αν πιστεύεις οτι βρέθηκα με τους δικούς μου, δεν έχεις αγωνία να μάθεις τι κουβεντιάσαμε; Έστω για σένα...»
Χαμογέλασε.
«Να με ξεπαστρέψετε, τι άλλο!» απόρησε.
«Κι αυτό δε σε ενοχλεί;» αναρωτήθηκα.
Έσκυψε προς το μέρος μου, τραβήχτηκα ασυναίσθητα πίσω.
«Άρη, αν με σκοτώνανε κάθε φορά που το αποφασίζανε τώρα θα ήμουνα λίπασμα για τις μπιγκόνιες», είπε σιγά.
«Έχεις μπιγκόνιες;» ρώτησα χαζά.
«Όχι. Περιμένω να με σκοτώσουν και μετά θα βάλω», ξεκαρδίστηκε ο αστυνόμος.
Μπήκε μετά μέσα στο σπίτι και τον ακολούθησα. Με ενοχλούσε πολύ η συμπαθητική του συμπεριφορά. Δεν κάνεις ποτέ σχέσεις με τον εχθρό γιατί κινδυνεύεις να τον θεωρήσεις άνθρωπο, έλεγα πάντα στους καινούργιους. Έλεγα. Πότε το έλεγα;

Βαδίζαμε δίπλα-δίπλα, εκείνος κούτσαινε από το βάρος του όπλου που είχε κρεμασμένο στη ζώνη της μέσης του. Κοντοστεκόταν κιόλας να σηκώσει το παντελόνι που γλίστραγε συνέχεια κάτω από την κοιλιά του.
«Πουστόκαιρος!» μουρμούριζε κάθε φορά που σταματούσε λαχανιασμένος από την υγρασία.
Περάσαμε δίπλα από την πλατεία και ακολουθήσαμε τον κεντρικό δρόμο (αν αυτή η σκασμένη άσφαλτος, η σπαρμένη με κοτρόνες, μπορούσε να θεωρηθεί δρόμος) τα κεφάλια που ανοιγόκλειναν νευρικά πατζούρια παραθύρων λιγόστευαν όσο προχωρούσαμε. Σ΄ένα κούφωμα του δρόμου διέκρινα κάποιο σπίτι γνωστό, κοντοστάθηκα, έψαξα για τις διπλές κολώνες –τις ντούκες.
«Τι έγινε;» ρώτησε ο αστυνόμος.
«Υπήρχε κι άλλη κολώνα του ηλεκτρικού εδώ πέρα παλιότερα;» ρώτησα.
«Που να θυμάμαι; Πάντως κόψανε κολώνες και τις μεταφέρανε πριν κάτι χρόνια, για να περάσει ο δρόμος...» είπε ο αστυνόμος.
Κοίταξα τριγύρω, έψαξα τα σημάδια που χρειαζόμουν αλλά δεν βρήκα κάτι να με σιγουρέψει. Σπίτια, το ένα απέναντι στο άλλο, πατζούρια σφαλισμένα, χαραμάδες στις πόρτες –εγκατάλειψη.
«Δε υπάρχει κανένας εδώ πια», διάβασε τη σκέψη μου ο αστυνόμος. «Αλλά ξέρω που μπορούμε να βρούμε κάποιους απ΄αυτούς που μένανε».
Ξεκίνησε πάλι και τον ακολούθησα. Βγαίνοντας από το χωριό πέσαμε σ΄έναν άντρα με κάρο, κάποιο σκυφτό μουλάρι έσερνε την ξεχαρβαλωμένη σανιδένια καρότσα. Κοιτάζοντας καλύτερα διαπίστωσα οτι με τον οδηγό του κάρου αγκαλιαζόμασταν συντροφικά χτες βράδυ. Ο άντρας είδε τον αστυνόμο και γύρισε το κεφάλι του αλλού.
«Από που έρχεσαι ρε ζωντόβολο;» γκρίνιαξε ο αστυνόμος.
«Απ΄τα χωράφια τι σε κόφτει εσένα;» δυσανασχέτησε ο άντρας.
«Αν δεν κόφτει την εξουσία που γυρνοβολάνε οι ταραξίες –ποιον κόφτει;» απαίτησε να μάθει ο αστυνόμος.
Ο άντρας χαμογέλασε ρίχνοντάς μου μισή ματιά.
«Τέλος πάντων –μεταβολή και πίσω ολοταχώς», διέταξε ο αστυνόμος.
«Τι θα πει αυτό;» απόρησε ο άντρας.
«Θα μας πας μέχρι τα υποστατικά στα χωράφια, μ΄αυτόν τον κωλοήλιο θα λιώσουμε μέχρι να φτάσουμε με τα πόδια», απάντησε ο αστυνόμος.
«Έχω να κλαδέψω τις βερικοκιές», διαμαρτυρήθηκε χαλαρά ο άντρας.
«Γύρνα ρε το κάρο πίσω μην κλαδέψω εγώ εσένα!» φώναξε ο αστυνόμος.
Ανεβήκαμε και βολευτήκαμε δίπλα του όσο εκείνος καμτσίκιαζε το μουλάρι.
«Δεν σας σύστησα...» μου χαμογέλασε ο αστυνόμος, «αλλά δε νομίζω οτι χρειάζεται κιόλας», ψιθύρισε.
Άφησα το κάρο να με νανουρίσει στον χωματόδρομο. Μύριζε ο τόπος καμένα αγκάθια και χυμένο μούστο, τα θυμόμουν όλα αυτά.

«Σταμάτα εδώ», φώναξε ο αστυνόμος και τινάχτηκα ξαφνιασμένος. Μάλλον είχα αποκοιμηθεί. Μπροστά μας έχασκε μισάνοιχτη μια πόρτα φτιαγμένη από λαμαρίνα και μπαλωμένη με κοτετσόσυρμα. Ο αστυνόμος πήδηξε από το κάρο.
«Έχουν σκυλί», διαπίστωσε.
Κοιταχτήκαμε αμήχανα με τον άντρα που οδηγούσε το κάρο.
«Τους ξέρεις καθόλου;» τον ρώτησε ο αστυνόμος, δείχνοντας προς τη μεριά του αγροκτήματος.
«Λίγο, αλλά δεν έχουμε παρτίδες», απάντησε ο άντρας.
«Τότε δεν τη γλιτώνει το σκυλί –ελάτε μαζί μου», είπε ο αστυνόμος.
Κατεβήκαμε και τον ακολουθήσαμε όσο έσπρωχνε την πόρτα βγάζοντας το πιστόλι του.
«Δε νομίζω οτι θα βοηθήσει σε τίποτα», ψιθύρισα.
«Αν δεις τα βρωμόσκυλα που έχουν θ΄αλλάξεις γνώμη», είπε ο αστυνόμος. Μετά γύρισε προς τη μεριά της παράγκας –στο βάθος. «Νοικοκυραίοι!» φώναξε κάνοντας τα χέρια του χωνί.
Ένα σκυλί πετάχτηκε αφηνιασμένο προς το μέρος μας –έμοιαζε να έχει θυμώσει που δεν μας μυρίστηκε νωρίτερα. Το είδαμε να σηκώνει σκόνη τρέχοντας και κοιτάξαμε ασυναίσθητα τον αστυνόμο που σήκωνε το πιστόλι του.
«Στον τόπο!» ακούσαμε τότε μια επιτακτική φωνή.
Το σκυλί φρέναρε απότομα πέρνοντας μισή τούμπα. Μας κοίταξε γρυλίζοντας.
«Ευτυχώς!» αναστέναξε ο άντρας δίπλα μου.
Αλλά εγώ δεν ήμουνα σίγουρος οτι τα δύσκολα είχαν περάσει, επειδή ο ιδιοκτήτης του σκυλιού μας σημάδευε με μια κυνηγετική καραμπίνα.
«Κατέβασε το όπλο ρε μπάρμπα!» προειδοποίησε ο αστυνόμος.
Ο άνθρωπος από απέναντι έμεινε παγωμένος χωρίς διάθεση να συμμορφωθεί.
«Κουφός είσαι;» μούγκρισε ο αστυνόμος. «Που ακούστηκε να σηκώνουν όπλα στην εξουσία;»
«Δε σημαδεύω εσένα», είπε ο άνθρωπος από απέναντι.
Κοίταξα καλύτερα –τον άντρα που στεκόταν δίπλα μου σημάδευε. Ο αστυνόμος μας κούνησε το χέρι καθησυχαστικά και προχώρησε προς τον οπλισμένο άντρα. Μείναμε πίσω να τον κοιτάζουμε όσο έκανε τις συνεννοήσεις, ο ήλιος μας περόνιαζε και το σκυλί βλέποντας το αφεντικό του να μη δίνει σημασία μας πλησίαζε ύπουλα. Λίγο ακόμα και θα κρεμόταν από κάποιο μπατζάκι, αλλά μπερδεύτηκε ψάχνοντας σε ποιον από τους δυο μας να επιτεθεί πρώτα. Σταματήσαμε να προσέχουμε τους δυο άντρες που μιλούσαν απέναντι και επικεντρωθήκαμε στο σκυλί –ευτυχώς εκείνη τη στιγμή ακούσαμε τη φωνή του αστυνόμου.
«Μάζεψε τον κόπρο σου για να φύγουμε».
Και μετά ο άντρας με την κυνηγετική καραμπίνα φώναξε γυρίζοντάς μας την πλάτη.
«Εδώ!»
Το σκυλί τσακίστηκε να υπακούσει.
«Πάμε», είπε ο αστυνόμος.
«Τι -αυτό ήταν όλο;» ρώτησα.
«Δεν είναι εδώ η κόρη σου, ο γέρος ζει μόνος –η γριά του πέθανε πριν κάτι χρόνια. Μου είπε για δυο-τρία αγροκτήματα παρακάτω, που έχουν επισκέπτες...»
«Νομίζω οτι σκέφτηκα κάτι χρήσιμο.... αν έχει έρθει εδώ η κόρη μου, μάλλον ήρθε στους παππούδες της –σωστά; Μόνο που ο δικός μου ο πατέρας δεν ήταν ποτέ αγρότης –ίσως ήρθε εδώ πέρα για τα γεράματα, για να ησυχάσει ξέρω ΄γω....» σκέφτηκα φωναχτά.
«Τι ηλίθιος που είμαι! Βέβαια! Δεν γίνεται ένας πρωτευουσιάνος σαν εσένα να έχει γονείς αγρότες! Γι΄αυτό δεν θυμήθηκαν τίποτα στο καφενείο!»
Τον περίμενα να συνεχίσει, αλλά αυτός στράφηκε στον άντρα που μας ακολουθούσε.
«Τσακίσου φύγε από ‘δω πέρα. Θα γυρίσουμε μόνοι μας», του γάβγισε.
Ο άντρας ανέβηκε βιαστικά στο κάρο του και ξεκίνησε χωρίς να μας χαιρετήσει.
«Μπελάς ήταν στην τελική», μου είπε ο αστυνόμος. «Να ξεκουμπιστεί γιατί μπορεί να τρώγαμε καμιά αδέσποτη για πάρτη του».
«Τι εννοείς;» ρώτησα.
«Αυτοί με τα αγροκτήματα είναι σκέτοι μπαμπουίνοι. Φοβούνται οτι οι δικοί σου θα τους πάρουν τις περιουσίες και θα τους κρεμάσουν στην πλατεία αλειμμένους με κηροζίνη, να παριστάνουν τα φωτιστικά», μου εξήγησε.
«Δίκιο έχουν», είπα εγώ.
Με κοίταξε απορημένος.
«Τι μου λες τώρα;» ανησύχησε.
«Δεν θα είναι η πρώτη φορά που οι ξεσηκωμένοι θα βρουν ευκαιρία να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές», του απάντησα.
«Κι εσείς τι κάνετε για όλα αυτά;» ξαναρώτησε ο αστυνόμος.
«Βρήκες άνθρωπο να ρωτήσεις!» γέλασα κοροϊδευτικά.

Πήραμε ένα μονοπάτι χαραγμένο από ρόδες κάρων και τότε κατάλαβα οτι έπρεπε να πάρω ένα παγούρι νερό μαζί μου, επειδή τα χείλια μου έκαιγαν.
«Έχεις καθόλου νερό;» ρώτησα τον αστυνόμο.
Μου έδωσε ένα παγούρι που εμφάνισε από το πουθενά χωρίς να σταματήσει το περπάτημά του. Ήπια και του το επέστρεψα.
«Ελπίζω να μην είσαστε τελικά τόσο αδύναμοι όσο λέτε», ψιθύρισε ο αστυνόμος.
«Ή τόσο καιροσκόποι», τον συμπλήρωσα.
«Εδώ είναι το σπίτι –αν το σκεφτόμουν πιο νωρίς θα γλιτώναμε την ταλαιπωρία», άλλαξε θέμα εκείνος, δείχνοντάς μου ένα κτίσμα περιτριγυρισμένο από κληματαριές. Κοντοστάθηκα. Ένας γέρος με παχύ μουστάκι βγήκε στην εξώπορτα με ανοιχτή αγκαλιά, κοίταζε προς το μέρος μου και ήταν τεράστιος. Στράφηκα προς τη μητέρα μου αλλά αυτή δεν είπε τίποτα –εκείνη τη στιγμή ο πατέρας μου έδωσε μια φιλική σφαλιάρα στο σβέρκο. «Πήγαινε στον παππού σου», είπε κοφτά. Εγώ έμεινα μετέωρος.
«Τι περιμένεις;» με ρώτησε ο αστυνόμος.
«Δεν θα έρθεις μαζί μου;» είπα εγώ.
«Δεν υπάρχει λόγος. Το ξέρω το σπίτι, δεν έχει ούτε σκυλιά ούτε τίποτα. Πήγαινε να βρεις την οικογένειά σου».
Εξακολουθούσα να κοιτάζω το σπίτι αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω ανθρώπινες παρουσίες, τα παράθυρα κλειστά, ο κήπος απεριποίητος –μόνο κάτι πλαστικές καρέκλες μαύριζαν στον σκονισμένο αέρα. Δίστασα.
«Άντε καημένε! Τι περιμένεις;» απηύδησε ο αστυνόμος.
Προχώρησα για να μη γίνω ρεζίλι –γι΄αυτό μόνο. Έφτασα στην πόρτα και τη χτύπησα με τη γροθιά μου. Περίμενα. Τίποτα δεν ακουγόταν από μέσα. Ξαναχτύπησα. Αφουγκράστηκα. Μετά γύρισα προς τον αστυνόμο που καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα παραπίσω. Ανασήκωσα τους ώμους. Χτύπησα για τελευταία φορά. Και πάλι τίποτα. Γύρισα να φύγω αλλά το μετάνιωσα –είχα φτάσει πολύ κοντά για να τα παρατήσω τόσο εύκολα. Έκανα νόημα στον αστυνόμο οτι θα έφερνα ένα γύρο το σπίτι, μου έγνεψε καθησυχαστικά. Ξεκίνησα.

Τα στηρίγματα της κληματαριάς είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν από τον χρόνο, τσαμπιά σταφύλια κρέμονταν με τις άκρες τους μισοσαπισμένες. Κανονικά θα έπρεπε να χορεύουν γύρω τους οι μέλισσες αλλά τίποτα δεν πετούσε στον αέρα εδώ και πολύ καιρό. Ίσως ήταν που αεροβατούσαν οι άνθρωποι γι΄αυτό τα πετούμενα λούφαξαν. Σκόνταψα σε ένα παιδικό πατίνι, το σήκωσα –κοριτσίστικα σχέδια πάνω από μωβ ροδάκια, εδώ είμαστε. Έστησα προσεκτικά το πατίνι στον κοντινότερο τοίχο για να μην εμποδίζει. Μια αιώρα δεμένη στο δέντρο που ποτέ δεν έμαθα τι καρπούς κάνει, η άλλη άκρη της πιασμένη σ΄ένα τσιγκέλι –το είχε καρφώσει ο παππούς στον απέναντι τοίχο. «Για να ξεκουράζεται το παιδί τα μεσημέρια». Κι εγώ, κάτω από τα τζιτζίκια –δίπλα στα καρπούζια που έτριζαν ωριμάζοντας –εγώ κατάκοπος από τις βαρετές μέρες, νυσταγμένος από το φαγητό και δίπλα μου ο Ζαγκόρ, ο Μαύρος Γύπας, ο Μυστηριώδης Ίσκιος, ο Ιπτάμενος Θάνατος, δίπλα μου χάρτινη αγωνία αντίδοτο στην αποχαύνωση. Βρήκα το τσιγκέλι στον τοίχο, κοίταξα το δέντρο απέναντι –κάποιος είχε κάψει τις ρίζες του, καυστική ποτάσα, τα ίχνη της ακόμα άσπριζαν το κούτσουρο. Έσκυψα να μυρίσω το χώμα, αλλά εκεί κάτω οι αναμνήσεις είχαν ξεραθεί –καυστική ποτάσα ίσως.

Πήγα στην πίσω πλευρά του σπιτιού, εκεί που θυμόμουν οτι υπήρχε η πόρτα της κουζίνας –το κούφωμα ήταν ραγισμένο από τη ζέστη, έσπρωξα, πίεσα, στο τέλος έπεσα με τον ώμο και διέλυσα την ετοιμόρροπη κλειδαριά. Το σπίτι μύριζε βαριά κλεισούρα και χόρτο από τα μαξιλάρια των καναπέδων. Προχώρησα μετρώντας παιδικά βήματα για να προσανατολιστώ, άνοιξα την πόρτα του μπάνιου –το ποτήρι για τις οδοντόβουρτσες σπασμένο, άδειο. Σήκωσα το κεφάλι μου στον καθρέφτη, ένας άντρας με πρησμένα μάτια με κοίταζε. Αϋπνία ή κλάμα; Βγήκα στο διάδρομο, πέρασα τις κρεβατοκάμαρες –στρωμένα κρεβάτια, λεηλατημένες ντουλάπες.

Δεν υπήρχε ψυχή εδώ μέσα.

Μπήκα στο καθιστικό, σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα, έκλεισα τα μάτια. Διψούσα ακόμα αλλά δεν είχα κουράγιο να πάω μέχρι την κουζίνα. Άκουγα το σαράκι που μασούλαγε τα ξύλινα έπιπλα, έψαξα στις τσέπες μου, άναψα τσιγάρο. Η κακιά αρρώστια είχε φάει τον παππού, στο τέλος είχε μείνει μόνο ένα κεφάλι κρυμμένο σε άσπρα μαξιλάρια –αυτό και μια πλάτη στριμωγμένη κόντρα στον παγωμένο τοίχο, ντρεπόταν να βογκήξει όσο ήμασταν μπροστά. Τις νύχτες τον άκουγα να στριφογυρίζει στα σεντόνια του όταν τον πήραμε από το νοσοκομείο, ήθελε να πεθάνει στο χωριό του. Μετά δεν ξέρω τι έγινε –μόνο οτι ο πατέρας με άφησε σ΄ένα φιλικό σπίτι για να πάνε στην κηδεία. Θυμάμαι τον παππού με μισάνοιχτα μάτια να κοιτάζει τις γωνίες στο ταβάνι.

Έψαξα να βρω τασάκι, στράφηκα στο διπλανό τραπέζι –θυμήθηκα όμως οτι δεν κάπνιζε κανένας σε αυτό το σπίτι. Έριξα λοιπόν τη στάχτη μου στο πάτωμα και μέτρησα τις ακανόνιστες πέτρες του μωσαϊκού μέχρι εκεί που ξεκίναγε ο τοίχος. Ο τοίχος είχε ένα λεκέ μεγάλο σαν μπάλα ποδοσφαίρου. Σηκώθηκα, πήγα πιο κοντά για να δω. Ο λεκές μύριζε πολυκαιρισμένα σκουπίδια και κάτι όξινο –άγγιξα τον τοίχο εκεί πέρα, έπιασα κομμάτια σκληρά, σαν θρυμματισμένα χαλίκια, καλυμμένα με τρίχες. Κοίταξα καλύτερα. Έτριψα ένα κομμάτι ανάμεσα στα δάχτυλά μου, κοφτερό, κοκάλινο. Και τρίχες, ανθρώπινα μαλλιά. Κάποιον είχαν σκοτώσει εδώ μέσα, κάποιος είχε λερώσει τον τοίχο με κομμάτια από το κεφάλι του. Σηκώθηκα πετώντας το τσιγάρο κι άρχισα να τρέχω, βγήκα πάλι στην αυλή. Ο αστυνόμος ήταν πιο πέρα, έκοβε σάπια σταφύλια από την κληματαριά για να σκοτώσει την ώρα του. Γύρισε και με είδε όταν πετάχτηκα από την πόρτα της κουζίνας.
«Κάποιον σκοτώσανε εκεί μέσα», μούγκρισα.
«Βρήκες πτώμα;» ρώτησε χαλαρά.
«Μόνο μυαλά και κομμάτια κρανίου στον τοίχο», απάντησα.
«Αν δεν υπάρχει πτώμα σημαίνει οτι το θάψανε εδώ τριγύρω», είπε κι αμέσως ξεκίνησε να περπατάει προσεκτικά.
Τον άφησα να ψάξει μπροστά κι εγώ πήρα το πίσω μέρος, πέρασα το δέντρο –δεν κοίταζα κάτω, κοίταζα έξω. Οι άνθρωποι θάβουν τους ανθρώπους σε μέρη σκιερά, σε μέρη κρυμμένα από τα βλέμματα των περαστικών. Έτσι βρήκα το χωμάτινο βουναλάκι –δεν ήταν τίποτα, έμοιαζε με παιδική προσπάθεια, μόνο η σημαία στην κορυφή του έλειπε για να γίνει κάστρο. Άρχισα να κλωτσάω με τα πόδια, στη συνέχεια γονάτισα κι έχωσα τα νύχια στο ξεραμένο χώμα.
Ο αστυνόμος ήρθε από πάνω μου με μια τσουγκράνα.
«Σκέφτηκα οτι θα τη χρειαστείς», είπε ντροπαλά.

Έσκαψα και δεν χρειάστηκε να σκάψω πολύ, έσκαψα κατά μήκος, χτένισα το χώμα, τα χέρια μου που έτρεμαν ήταν η καλύτερη βοήθεια. Έπεσα πρώτα πάνω στα παπούτσια, στη συνέχεια ένα λεκιασμένο παντελόνι και παραπάνω κάποιο πουκάμισο –κάποτε γαλάζιο. Το κεφάλι του άντρα ήταν ακόμα κρυμμένο στα χώματα αλλά δεν υπήρχε λόγος να το αποκαλύψω. Σταμάτησα κοιτάζοντας.
«Τον αναγνωρίζεις;» είπε με επαγγελματικό ύφος ο αστυνόμος.
«Είναι ο πατέρας μου», απάντησα εγώ.
«Είσαι λοιπόν γιος του ταξίαρχου», μουρμούρισε εκείνος.
«Δεν ήταν ποτέ ταξίαρχος –μ΄αυτό το βαθμό αποστρατεύτηκε...» δικαιολογήθηκα.
«Ο πατέρας σου ήταν σπουδαίος άνθρωπος», είπε ο αστυνόμος.
«Ότι κι αν ήταν δεν του άξιζε να πεθάνει έτσι», είπα εγώ.
«Πες το αυτό στους δικούς σου», γρύλισε ο αστυνόμος.
«Βούλωστο», είπα εγώ.
Μετά έστρωσα πάλι το χώμα που είχα σκάψει, ξανάθαψα τον πατέρα μου. Σιγά, προσεκτικά –μου πήρε ώρα πολλή.

«Είναι όμως τραγική ειρωνεία...» μονολογούσε ο αστυνόμος. «Ο πατέρας σου με μας κι εσύ...»
Σταμάτησα το περπάτημά μου, σταμάτησε κι αυτός.
«Ο πατέρας μου δεν ήταν με κανέναν», είπα. «Το μόνο που ήθελε ήταν να τη βγάλει καθαρή».
«Είχα μιλήσει μαζί του τις λίγες φορές που κατέβηκε στο καφενείο. Ανησυχούσε...» θυμήθηκε ο αστυνόμος.
«Ανησυχούσε για την οικογένειά του μόνο –για τους υπόλοιπους δεν τον έκοφτε», του εξήγησα.
«Αυτό θα σε θύμωνε αρκετά –εσένα, έναν ιδεολόγο!» διαπίστωσε ο αστυνόμος.
«Ποιος σου είπε οτι είμαι ιδεολόγος;» νευρίασα.
«Δεν είσαι; Κι όλα αυτά γιατί τα έκανες;»
«Για τον ίδιο λόγο με τον πατέρα μου. Επειδή ανησυχούσα για την οικογένειά μου», είπα.
«Την κόρη σου;» ρώτησε ο αστυνόμος.
Την κόρη μου κι εκείνη. Επειδή τώρα θυμόμουν ποια ήταν εκείνη και το στομάχι μου σφίχτηκε στην ανάμνηση –πως μπόρεσα να ζήσω μακριά τους; Πόσον καιρό;
«Θα πάω να τις βρω», είπα στον εαυτό μου κυρίως.
«Θα φύγεις λοιπόν;» διαπίστωσε στενάχωρα ο αστυνόμος.
«Ναι –όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να εύχεσαι να μην ξαναγυρίσω. Επειδή τότε θα σκοτώσω κι εσένα και τους άλλους», είπα σκοτεινά με μια φωνή που φοβόμουν να θυμηθώ τόσον καιρό.
«Αλλά...» έκανε ο αστυνόμος.
«Στο τέλος κανείς δεν θα γλιτώσει», του είπα.

Μετά τον χτύπησα στην πλάτη κι έφυγα βιαστικά –έπρεπε να βρω τον δρόμο προς την παραλία πριν νυχτώσει. Το βράδυ θα έμενα στο ξενοδοχείο, μετά θα ανηφόριζα το βουνό. Από τον κατεστραμμένο δρόμο θα ήταν μάλλον πιο σύντομα. Οι κατεστραμμένοι δρόμοι είναι αυτοί που πρέπει να περπατήσουμε, η μόνη πιθανότητα να σωθούμε είναι να χαθούμε πρώτα.

Κοίταξα τον ήλιο με κοφτερά μάτια.

Δευτέρα, Ιούνιος 15, 2009

«Φύγε από δίπλα μου, βρωμάνε τα χνώτα σου».

Πάνε κοντά 10 χρόνια από τότε που ο Λάμπρος Χούτος (οε-οε-οε) χρησιμοποίησε την παραπάνω φράση για να δείξει στον Μαντζουράκη που τύγχανε προπονητής του οτι δεν είναι όλοι «ίσα κι όμοια». Δεν μπορεί δηλαδή ο πάσα ένας φτωχομπινές που βρωμάει ο στόμας του από την πείνα να κάνει παρατηρήσεις σε υψηλόμισθους (υπερόπτες) ποδοσφαιριστές.

Το θυμήθηκα χτες που έτυχε να διαβάσω στο ΒΗΜΑ το άρθρο του Δ. Γαλάνη περί του «(ύποπτου) ρόλου των blogs στις ευρωεκλογές». Επειδή η πρώτη, ενστικτώδης, αντίδρασή μου ήταν «κάνε πιο κει ρε λιγούρη, βρωμάνε τα χνώτα σου». Ο παππούς μου μάλλον θα έλεγε, «για να μας πιάσεις στο στόμα σου πρέπει πρώτα να το πλύνεις με σαπούνι». Στη συνέχεια, αποφάσισα να δω τα πράγματα πιο ψύχραιμα.

Το άρθρο του κ. Γαλάνη κατηγορεί κάποια συγκεκριμένα μπλογκ επειδή δημοσίευσαν ποστ σχετικά με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, διαμορφώνοντας κλίμα κι επειδή δημοσίευσαν αποτελέσματα των exit polls πριν τις 7 το απόγευμα. Και ο ιδιοφυής συντάκτης αναρωτιέται «που διάολο βρήκαν τα αποτελέσματα αυτά». Κάποιοι μπλόγκερς απάντησαν δημοσιεύοντας το πρωτοσέλιδο του Βήματος της Κυριακής των εκλογών το οποίο διαμόρφωνε επίσης κλίμα –αυτοί οι μπλόγκερς απάντησαν μόνο στη μισή ερώτηση. Επειδή, εντάξει, όποιος έβλεπε ειδήσεις ήξερε οτι οι δημοσκοπήσεις των προηγούμενων ημερών έδειχναν νίκη του ΠΑΣΟΚ και πτώση των ποσοστών των Οικολόγων –δεν έγραψαν τίποτα διαφορετικό οι μπλόγκερς και το ΒΗΜΑ.

Στο θέμα της δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων των exit polls, οι μπλόγκερς απάντησαν κάτι παπαριές του τύπου «δεν είναι ηλεκτρονικά ΜΜΕ τα μπλογκς και άρα δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του σχετικού νόμου». Εντελώς συμπτωματικά οι συγκεκριμένοι μπλόγκερς τσιρίζουν, καιρό τώρα, σχετικά με την «αδέσμευτη ενημέρωση» που προσφέρουν τα μπλογκ τους, διατυμπανίζουν την μεγάλη επισκεψιμότητά τους και παροτρύνουν τους διαφημιστές να δώσουν μερίδιο των διαφημίσεων σε αυτούς -κόβοντάς το από τις εφημερίδες που κανένας πλέον δεν διαβάζει.

Μένει η δικαιολογημένη (εκ πρώτης όψεως) απορία του κ. Γαλάνη σχετικά με το που βρήκαν τα στοιχεία τα μπλογκ. Δικαιολογημένη εκ πρώτης όψεως, το ξαναλέω –επειδή ο Πουαρό συντάκτης δεν αναφέρει το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης. Ποια μπλογκ κατηγορεί για δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων; Το troktiko, το pressmme και το nonews. Τα δύο πρώτα έχει τύχει να τα διαβάσω (το τρίτο ούτε που το ξέρω) κι όποιος άλλος έλαχε να περάσει από αυτά τα μαγαζιά θα πρέπει να είδε (εκτός αν είναι ηλίθιος ή εθελοτυφλεί) οτι το troktiko ανήκει στον Γκόλια και το pressmme στον Παπαγιάννη. Τι είναι αυτοί; Δημοσιογράφοι! Αν λοιπόν έχει πρόβλημα μαζί τους ο κ. Γαλάνης να πάει στην ΕΣΗΕΑ να τους καταγγείλει. Τι μας ενδιαφέρουν εμάς τα προβλήματα και τα συμφέροντα του κλάδου τους; Βγήκε ποτέ κανένας ντήλερ ναρκωτικών να καταγγείλει δημόσια κάποιον άλλο ντήλερ επειδή του πήρε την πελατεία; Κι ακόμα χειρότερα –βγήκε ποτέ κανένας ντήλερ να καταγγείλει συλλήβδην τους ξανθούς για παράδειγμα, επειδή ο ντήλερ που του χάλασε τη δουλειά ήταν ξανθός; Εδώ έχουμε δημοσιογράφους να τρώγονται μεταξύ τους και ο κ. Γαλάνης μιλάει για τον (ύποπτο) ρόλο των μπλογκ ΓΕΝΙΚΑ. Πριν κάνα χρόνο, τρωγόταν ο Χιώτης με τον Καψαμπέλη (πάλι δημοσιογράφοι) και λέγανε στις ειδήσεις οτι τα μπλογκ εκβιάζουν κόσμο, πάλι ΓΕΝΙΚΑ. Ρε «άντε φύγετε από δίπλα μας, βρωμάνε τα χνώτα σας».

Να ξεκαθαρίσω κάτι εδώ πέρα. Έχει τύχει να γνωρίσω (ή να «γνωρίσω») αρκετούς δημοσιογράφους που κρατάνε κάποιο μπλογκ –δικαίωμά τους είναι αυτό. Όσο μέσα από τα μπλογκ τους λένε τις απόψεις τους, βγάζουν τις προσωπικές τους ιστορίες –λειτουργούν σαν μπλόγκερς δηλαδή –καλά κάνουν. Εγώ δουλεύω στο Δημόσιο κι έχω μπλογκ, ο άλλος δουλεύει στον ιδιωτικό τομέα κι ο παράλλος είναι φοιτητής. Και έχουμε όλοι μπλογκ –το ίδιο μπορεί κάλλιστα να κάνουν και οι δημοσιογράφοι, κατά την προσωπική μου άποψη. Αν όμως εγώ προσπαθώ να υποκαταστήσω την Υπηρεσία μου βγάζοντας προκηρύξεις επιδοτήσεων μέσα από το μπλογκ μου (και ταυτόχρονα τσιρίζω πως οι επιδοτήσεις που δίνει η Υπηρεσία μου είναι μαϊμούδες –ενώ οι δικές μου επιδοτήσεις είναι καλές), αν ο άλλος βρίζει το μαγαζί που δουλεύει (ή δούλευε), διατυμπανίζοντας οτι αυτός (μέσω του μπλογκ του) κυκλοφορεί καλύτερο προϊόν... Και πάλι, δικαίωμα του καθενός είναι όλο αυτό –όμως ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΠΛΟΓΚ. Είναι εμπορική σελίδα και σαν τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Είναι πολλές οι φορές που έχω διαβάσει άρθρα των εφημερίδων σχετικά με τα μπλογκ. Κατηγορούν την ανωνυμία των συντακτών, κοροϊδεύουν τους μπλόγκερς χαρακτηρίζοντάς τους καβαλημένους και ψώνια, επισημαίνουν τα εκφραστικά και συντακτικά τους λάθη... Κανιβάλισμα κανονικό. Θυμάμαι μάλιστα δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα δημοσιογράφων της κατηγορίας «σκαμπρόζικη πένα» που έχουν ρίξει το χειρότερο βρισίδι στους μπλόγκερς: Πρετεντέρης και Πανούτσος.

Θυμάμαι οτι αναρωτιόταν κάποτε ο Αντώνης «Φωτεινός Παντογνώστης» Πανούτσος, αν όντως είναι οι μπλόγκερς τόσο καλοί και εμπνευσμένοι γιατί εκείνοι γράφουν στα μπλογκ τους τζάμπα ενώ αυτός αμείβεται παχυλά από εφημερίδες και τηλεοράσεις; Η προφανής απάντηση θα μπορούσε να είναι οτι «αμείβεται παχυλά λόγω του ότι είναι παχυλός –οι μπλόγκερς προσέχουν τη σιλουέτα τους». Αλλά το φοβερό είναι οτι δεν πέρασε καθόλου από το μυαλό του φωτισμένου Πανούτσου πως υπάρχει και η περίπτωση ΚΑΠΟΙΟΙ μπλόγκερς να μη γουστάρουν να δουλέψουν στα Μέσα. Επειδή μερικοί εκμεταλλεύτηκαν τη δημοσιότητα των μπλογκ τους για να πιάσουν μια δουλίτσα σε εφημερίδες, ραδιόφωνα και διαφημιστικές εταιρείες δεν πάει να πει οτι είμαστε όλοι έτσι! Πόσο παπαρολόγος πρέπει να είσαι όταν χαρακτηρίζεις μια τόσο ανομοιογενή (τύποις) ομάδα σαν τους μπλόγκερς από τις συμπεριφορές ΜΕΡΙΚΩΝ ΜΟΝΟ; Τόσο όσο ο αγαπητός Πανούτσος, ο άνθρωπος που διαστρέβλωσε ένα πραγματικό γεγονός (την κράτηση ενός μπασκετμπολίστα επειδή οι μπάτσοι τον πέρασαν για τον Παλαιοκώστα!) προκειμένου να βρίσει τα μπλογκ που δημοσιοποίησαν το θέμα. Διότι για τον Πανούτσο, το θέμα ήταν ΠΟΣΕΣ ώρες ήταν στο κρατητήριο ο μπασκετμπολίστας και όχι το ίδιο το γεγονός οτι υπάρχουν αστυνομικοί τόσο ηλίθιοι ώστε να χώσουν στο κρατητήριο έναν άνθρωπο κοντά στα 2 μέτρα μπερδεύοντάς τον με κάποιον (επιεικώς κοντοστούπη) σαν τον Παλαιοκώστα!

«Παράλληλα», που έλεγε κι ο Notis....

Η ηλεκτρονική σελίδα στην οποία δημοσιεύονται (εκτός της εφημερίδας) οι βαρύγδουπες (ίσαμε 130 κιλά) απόψεις του Πανούτσου ξεκίνησε κάποια στιγμή να δίνει δυνατότητα σχολιασμού ΜΟΝΟ ΤΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ στους αναγνώστες –αλλά σύντομα το έκοψε κι αυτό. Εγώ όταν γράφω κάτι για κάποιον έχω ανοιχτά τα σχόλιά μου για να απαντήσει ο «κάποιος» εφόσον το επιθυμεί –και η απάντησή του θα μείνει κάτω από το αρχικό μου κείμενο. Οι εφημερίδες (και οι ηλεκτρονικές τους σελίδες με ελάχιστες εξαιρέσεις) είναι θέσφατα. Μπορούν να σε βρίσουν, να σε εξευτελίσουν κι αν έχεις πρόβλημα μπορείς να απαντήσεις στέλνοντας ένα γράμμα το οποίο θα θαφτεί στη σχετική στήλη «Αλληλογραφίας» ή θα το συμπεριλάβει ο συντάκτης σε επόμενο άρθρο του. Και θα το διαβάσουν ΜΟΝΟ οι φανατικοί της εφημερίδας –αν εγώ πάρω τη φυλλάδα σήμερα και δω οτι ο Σαμσών Ρακάς π.χ. είναι πράκτορας της ΚΥΠ, θα μείνω με αυτή την εντύπωση –κι ας γράψει αύριο ο συντάκτης οτι έκανε λάθος, τελικά ο πράκτορας λεγόταν Σαμσών Βρακάς!

Επίσης, οι ίδιες εφημερίδες που βρίζουν τους μπλόγκερς, όταν τις βολεύει βουτάνε τις απόψεις τους και τις αναδημοσιεύουν! Κακό είναι αυτό; Κατακριτέο; Κάτσε να το δούμε:

1. Εφόσον μάγκα μου βρίζεις ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ τους μπλόγκερς, δεν δικαιούσαι να χρησιμοποιείς τις απόψεις τους υποστηρικτικά των δικών σου. Νομίζω;

2. Εφόσον εγώ γράφω (δημόσια μεν) στο μπλογκ μου αλλά ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΒΓΑΖΩ ΧΡΗΜΑΤΑ, είναι ανήθικο να χρησιμοποιείς τη δική μου άποψη για να πουλήσεις τη φυλλάδα σου και να κονομήσεις. Ανήθικο, όχι παράνομο –αλλά όταν ξηγιέσαι έτσι μην κατακρίνεις τον φιλόσοφο Βουλγαράκη που υποστήριζε οτι «το νόμιμο είναι το ίδιο με το ηθικό». Εντάξει κουφαλίτσα;

3. Όταν εγώ χρησιμοποιώ υλικό από άλλη σελίδα δίνω την ακριβή διεύθυνση βάζοντας λινκ. Εντελώς τυχαία (παράδειγμα φέρνω εδώ), δυο φορές που κάποια εφημερίδα χρησιμοποίησε υλικό από μπλογκ τα οποία γνωρίζω –οι διευθύνσεις ήταν λάθος!

Και τώρα ήρθε η ώρα να το παίξω μάγκας. Σωστός. Υψηλόμισθος (υπερόπτης) ποδοσφαιριστής που απευθύνεται σε φτωχομπινέ προπονητή –για να δικαιολογήσω και τον τίτλο του ποστ μου.

Εγώ λοιπόν φιλαράκι, έχει τύχει να δημοσιεύσω εδώ μέσα κάτι συνεντεύξεις ατόμων που γούσταρα και κάτι άρθρα αλλουνών. Πριν δημοσιεύσω, στέλνω ένα μέιλ στην πηγή, ενημερώνω, εκφράζω και την πνευματώδη στεναχώρια μου επειδή συνήθως έχω μεταφράσει ένα αγγλικό κείμενο στα ελληνικά κι ο συντάκτης δεν μπορεί να το ελέγξει. Κι εφόσον μου δώσουν έγκριση προχωράω. Φροντίζοντας πάντα να μην αλλοιώσω τις απόψεις που μεταφέρω.

Τις προάλλες κάποιος φίλος με ενημέρωσε οτι ένα κομμάτι από ποστ μου δημοσιεύτηκε στην Χ εφημερίδα. Ο φίλος το πέτυχε το κομμάτι και με ενημέρωσε γράφοντας ένα σχόλιο κάτω από το ποστ μου, ο συντάκτης της εφημερίδας δεν καταδέχτηκε να μου στείλει ένα ψωρομέιλ να μου το πει! Σιγά τώρα! Μπλόγκερ, ανώνυμος και μεγάλη τιμή μου έκανε που με έβαλε στη φυλλάδα –μη σου πω οτι ήταν και γαϊδουριά μου που δεν του έστειλα ένα πανέρι με κρασιά να τον ευχαριστήσω από πάνω!
Πήρα την εφημερίδα, διάβασα το σχετικό άρθρο –όντως υπήρχε ένα τμήμα του ποστ μου. Είχα χρησιμοποιήσει μια κοινότυπη παραβολή προκειμένου να παρουσιάσω απλουστευτικά κάποια κατάσταση και από κάτω έγραφα τα συμπεράσματά μου. Ο δημοσιογράφος είχε αναδημοσιεύσει την παραβολή αλλά όχι και τα συμπεράσματα! Δες το λίγο –είναι σα να παίρνεις τον πρόλογο του συγκεκριμένου ποστ που λέει για τον Χούτο και τον Μαντζουράκη και να το αναδημοσιεύεις –τι συμπέρασμα θα έβγαζε ο αναγνώστης από αυτό; Προφανώς οτι είμαι τρελαμένος με τον Λάμπρο Χούτο (οε-οε-οε) και έχω καθιερώσει ημέρα εορτασμού του κωλοπαιδισμού του! Σωστά;

Να κλείσω εδώ, υπενθυμίζοντας-διευκρινίζοντας τον τίτλο του ποστ.

-Δημοσιογραφάκο που έχεις στήλες ανώνυμων (ή ψευδώνυμων) συντακτών στη φυλλάδα σου, αλλά σε ενοχλούν οι ανώνυμοι (ή ψευδώνυμοι) μπλόγκερς, άντε να πεις τις σαχλαμάρες σου σε τίποτα κορόιδα που μασάνε.
-Δημοσιογραφάκο που κατηγορείς τα μπλογκ για εκβιασμούς και συμφέροντα, αποκρύπτοντας οτι αυτοί που κατηγορείς είναι ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ ΣΑΝ ΚΙ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΠΛΟΓΚΕΡΣ, πες μας πρώτα τι συμφέροντα ΕΣΥ εξυπηρετείς.
-Δημοσιογραφάκο που βγάζεις θέσφατα ξεκινώντας με φράσεις του στυλ «οι μπλόγκερς» ή «τα μπλογκ», άκου κάτι που δεν στο έμαθαν στη βοϊδοσχολή σου: αν κατηγορείς ΟΛΟΥΣ, αρκεί ΕΝΑΣ να μην εμπίπτει στην κατηγορία για να καταρρεύσει ο ισχυρισμός σου. Στο λέω για να μη ρεζιλεύεσαι τζάμπα.
-Δημοσιογραφάκο όταν δουλεύεις σε παράρτημα κατασκευαστικής εταιρείας, όταν πληρώνεσαι από τις διαφημίσεις, όταν φιλάς κατουρημένες ποδιές για να διατηρήσεις τη δουλίτσα σου –είναι κάπως ανόητο και άστοχο να μιλάς για τα συμφέροντα που εξυπηρετούν οι μπλόγκερς.

Επίσης...
-Δημοσιογραφάκο, όταν μεταφέρεις τις σιχαμερές μεθόδους της φυλλάδας σου στο ίντερνετ –αυτό πες το εφημερίδα, μην το λες μπλογκ.
-Δημοσιογραφάκο, όταν προσπαθείς να ικανοποιήσεις τη φιλοδοξία σου να γίνεις αρχισυντάκτης, το μέσο που δημιουργείς λέγεται «ηλεκτρονική εφημερίδα», όχι μπλογκ!
-Δημοσιογραφάκο όταν βάζεις βυζιά, συνταρακτικές αποκαλύψεις, «αίμα και σπέρμα» για να προσελκύσεις αναγνώστες φτιάχνεις ένα καλό βιογραφικό για να πιάσεις δουλειά σε φυλλάδα –αλλά μπλόγκερ δεν είσαι!

-Και, για να μην το ξεχάσω, μπλόγκερ που γράφεις τις εξυπναδούλες σου με σκοπό να σε προσέξουν οι φυλλάδες και να βρεις δουλειά εκεί πέρα –σου εύχομαι γρήγορα να τα καταφέρεις. Όσο πιο γρήγορα σε ξεφορτωθούμε τόσο πιο γρήγορα θα γλιτώσουμε από τη μπόχα σου.

Και όλοι εσείς, άντε φύγετε από δίπλα μας ρε –βρωμάνε τα χνώτα σας!

Οε-οε-οε.

Πέμπτη, Ιούνιος 11, 2009

"Όσο εσύ κοιμόσουν"

Η ανεκτικότητά μας σε όλα τα επίπεδα ευνοεί, κατά τον Γιαν Φαμπρ, και την άνοδο της άκρας δεξιάς. «Είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη», είπε. «Η ακροδεξιά είναι αντίπαλος της ομορφιάς και των ατομικών ελευθεριών». Σχολιάζοντας τη μεγάλη αποχή των Ελλήνων στις ευρωεκλογές ο Φλαμανδός εικαστικός είπε ότι αν μεγάλο ποσοστό Βέλγων απείχε από τις κάλπες η άκρα δεξιά, που ψηφίζει μαζικά, θα ήταν πρώτη δύναμη. «Η αποχή εκφράζει μια δυσαρέσκεια για το υπάρχον πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς, που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους. Αλλά μπορεί να επιτρέψει στους εξτρεμιστές και στους ακροδεξιούς να αυξήσουν τη δύναμή τους».
Τα παραπάνω τα διάβασα στην Ελευθεροτυπία και τα μεταφέρω –επειδή είναι μια απλή και περιεκτική σύνοψη και της προσωπικής μου άποψης σχετικά με την πρόσφατη εκλογική αποχή. Μετά το διάβασμα της συνέντευξης του Φαμπρ, σκέφτηκα να ψάξω λίγο, σχετικά με το τι λένε όλοι αυτοί οι ακροδεξιοί που αύξησαν τα ποσοστά τους στις τελευταίες ευρωεκλογές. Πήγα λοιπόν στο tvxs που έχουν ένα τέτοιο άρθρο και μετά γκούγκλισα τα ονόματα των τύπων που βρήκα εκεί μέσα. Πρόσεξε λοιπόν:

Ένας από τους νικητές των εκλογών είναι ο Geert Wilders, ήδη τιμημένος με το «Βραβείο Ήρωα Συνείδησης» από την Αμερικανική Συμμαχία Ελευθερίας (η απονομή έγινε στη βιβλιοθήκη "Ρόναλντ Ρήγκαν") και με το βραβείο «Ελεύθερου Λόγου» από το Συμβούλιο Ασφάλειας της Φλόριντα! Ο ηγέτης του ολλανδικού Αντι-Ισλαμικού Κόμματος και του ευρωσκεπτικιστικού Κόμματος της Ελευθερίας έχει καταφέρει να επιτεθεί επιτυχώς κατά του πολυπολιτισμικού μοντέλου της Ολλανδίας. Το κόμμα του κέρδισε το 17% του συνόλου των ψήφων και θα αποστείλει συνολικά 4 ευρωβουλευτές στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες.

Άλλος ένας ευρωσκεπτικιστής νικητής είναι ο Timo Soini, του Κόμματος των "Πραγματικών Φιλανδών". Ο συγκεκριμένος κύριος ήταν ο μοναδικός που δεν υπέγραψε την "Δήλωση κατά του Ρατσισμού", την οποία υπέγραψαν όλα τα υπόλοιπα Φινλανδικά κόμματα διακηρύσσοντας την πρόθεσή τους να αγωνιστούν κατά του ρατσισμού, από οπουδήποτε κι αν αυτός προέρχεται και επίσης να δείξουν μηδενική ανοχή στις ρατσιστικές συμπεριφορές.

Στο μεταξύ, το ακροδεξιό "Βρετανικό Εθνικό Κόμμα" κέρδισε τις πρώτες δύο θέσεις του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μία από αυτές θα καταλάβει ο ηγέτης του κόμματος, Nick Griffin. Το κόμμα υποστηρίζει ότι δεν είναι ρατσιστικό, αλλά αποδέχεται αποκλειστικά λευκά μέλη. Την Τρίτη, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου έξω από το βρετανικό κοινοβούλιο, διαδηλωτές επιτέθηκαν με αυγά κατά του Griffin. Ο συγκεκριμένος κύριος κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο στο οποίο χαρακτήριζε τους μουσουλμάνους «ψυχοπαθείς και παιδόφιλους» και τους κατηγορούσε οτι «σπρώχνουν τα κορίτσια –ακόμα και από την ηλικία των 12 ή 13 ετών –σε έναν εφιάλτη σεξουαλικής κακομεταχείρισης, βιασμών, ξυλοδαρμών, εξάρτησης από ναρκωτικά και πορνείας». Λέει επίσης: «Ξέρω πως η επικρατούσα άποψη είναι οτι 6 εκατομμύρια Εβραίων θανατώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά κάποτε η επικρατούσα άποψη ήταν οτι η γη είναι επίπεδη... Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα οτι το Ολοκαύτωμα είναι ένα μείγμα προπαγάνδας την οποία κατασκεύασαν οι Σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Πολέμου, μαζί με άλλα παρόμοια επικερδή ψέματα χρήσιμα για το επακόλουθο κυνήγι μαγισσών». Για να καταλήξει στην τελική ιδεολογική του πλατφόρμα: «Χωρίς το Λευκό Έθνος τίποτα δεν θα έχει σημασία. (Τα υπόλοιπα δεξιά κόμματα) πιστεύουν οτι η απάντηση στο φυλετικό ζήτημα είναι η ολοκλήρωση μιας ανώφελης προσπάθειας δημιουργίας Μαύρων Βρετανών, όσο εμείς διακηρύττουμε οτι κανένας μη Λευκός δεν έχει θέση εδώ πέρα, ούτε τώρα, ούτε ποτέ και δεν θα ησυχάσουμε μέχρι να φύγει κι ο τελευταίος τους από την πατρίδα μας».

Το "Βρετανικό Εθνικό Κόμμα" συνδέεται με το "Jobbik", το ακροδεξιό κόμμα της Ουγγαρίας. Η νεοεκλεγείσα ευρωβουλευτής Krisztina Morvai είναι ένα από τα τρία μέλη του που θα καταλάβουν μία θέση στην Ευρωβουλή. Η συγκεκριμένη κυρία έγραψε τις προάλλες σε σχετικό πολιτικό φόρουμ του διαδικτύου: «Θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν όλοι αυτοί που αποκαλούνται 'υπερήφανοι Ούγγροι Εβραίοι' πέρναγαν τον ελεύθερο χρόνο τους παίζοντας με τα μικροσκοπικά περιτομημένα πουλιά τους, αντί να με συκοφαντούν. Κάτι άνθρωποι σαν εσάς έχουν συνηθίσει να περιμένουν από τους ανθρώπους σαν εμένα να στέκονται προσοχή και να ρυθμίζουν ανάλογα τις ζωές τους κάθε φορά που κλάνετε. Θα ήθελα να σας ενημερώσω, με πολλή ευγένεια, οτι όλα αυτά πλέον ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ. Ξεσηκωθήκαμε και δεν θα ανεχτούμε πλέον την τρομοκρατία σας. Θα πάρουμε πίσω την πατρίδα μας»

Το "Jobbik" συνδέεται από την πλευρά του με την ακροδεξιά κοινοβουλευτική ομάδα των "Ούγγρων Φυλάκων". Τα μέλη του φορούσαν στολές, καθώς ψήφιζαν την περασμένη Κυριακή.

Στην Ανατολική Ευρώπη, το υπερεθνικιστικό κόμμα "Ataka" της Βουλγαρίας πρόκειται να στείλει δύο ευρωβουλευτές στις Βρυξέλλες. Η συνθηματολογία του συγκεκριμένου κόμματος είναι: «Καλός Τούρκος –νεκρός Τούρκος», «ο καλύτερος Γύφτος είναι αυτός που κάνει το καλύτερο σαπούνι», «οι Εβραίοι είναι επικίνδυνη φυλή που φέρνει μαζί της την πανούκλα και γι΄αυτό πρέπει να καταστρέφεται από τη γέννησή της», «η Βουλγαρία ανήκει στους Βούλγαρους». Ο ηγέτης του κόμματος Σιδέροφ, δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του κόμματος τα ονόματα 1.500 διάσημων Εβραίων που ζουν στη Βουλγαρία στοχοποιώντας τους σαν άτομα με φυσικές ανωμαλίες και διαστροφές.

Στη Ρουμανία, το "Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας" κέρδισε δύο θέσεις στην Ευρωβουλή. Ένα από τα νέα μέλη μπορεί, ωστόσο, να αντιμετωπίσει προβλήματα με την άσκηση των καθηκόντων του. Ο George Becali, ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικού ομίλου του Βουκουρεστίου, έχει λάβει τη διαταγή να μην εγκαταλείψει τη χώρα εξαιτίας μιας ανοιχτής υπόθεσης που περιλαμβάνει κατηγορίες ότι κράτησε παράνομα δύο άτομα που προσπάθησαν να κλέψουν το αυτοκίνητό του.

Στην Αυστρία, τα ακροδεξιά και ευρωσκεπτικιστικά κόμματα κέρδισαν το 36% του συνόλου των ψήφων. Ο Heinz-Christian Strache του ακροδεξιού "Αυστριακού Κόμματος της Ελευθερίας" εμφανίστηκε ιδιαίτερα ευδιάθετος κατά τη διάρκεια εκδήλωσης του κόμματος την περασμένη Κυριακή. Το Αυστριακό Κόμμα της Ελευθερίας χρησιμοποίησε την ξενοφοβία για να ενισχύσει την υποστήριξη υπέρ του, με αφίσες που καλούσαν για την «Την Ημέρα της Κρίσης των Δυτικών Χριστιανών». Ο συγκεκριμένος κύριος αρέσκεται στο να χαιρετάει ναζιστικά και να το δικαιολογεί λέγοντας οτι πρόκειται για μυστικό χαιρετισμό των πρώην Ανατολικογερμανών για να δείξουν την απέχθειά τους στον κομμουνισμό. Αρέσκεται επίσης να ντύνεται με στολές και να δηλώνει οτι: «Εμείς είμαστε οι ιδιοκτήτες της Αυστρίας κι εμείς θα αποφασίζουμε ποιος θα μπαίνει στη χώρα μας» ή οτι: «Δεν πρέπει να επιτρέψουμε οι γιοι μας να εξευτελίζονται χαρακτηριζόμενοι ως ‘γουρουνοφάγοι’ στα σχολεία μας και οι κόρες μας να εκτίθενται στα πεινασμένα βλέμματα και τις θωπείες των ορδών των μεταναστών».

Το έτερο ακροδεξιό αυστριακό κόμμα, η "Συμμαχία για το Μέλλον της Αυστρίας", τα πήγε εξίσου καλά. Το κόμμα του πρώην πολιτικού Jörg Haider στήριξε την εκστρατεία του στην ενίσχυση των φόβων για εγκληματικότητα από τους ξένους. Ο συγκεκριμένος, μακαρίτης πλέον, ήταν αυτός που δήλωνε θαυμαστής των μέτρων απασχόλησης που είχε υιοθετήσει το Τρίτο Ράιχ, τα οποία ήταν ανίκανη να συνεχίσει η κάθε Αυστριακή κυβέρνηση που ακολούθησε! Επίσης θαύμαζε τα Βάφεν Ες Ες για την προσήλωση στα ιδανικά τους και όταν κάποτε παρατηρήθηκε οτι οι συγκεκριμένες μονάδες είχαν χαρακτηριστεί εγκληματίες πολέμου απάντησε οτι αυτό δεν το γνώριζε!

Πηγές: tvxs και σχετικά άρθρα στο διαδίκτυο.

Πάμε παρακάτω, επειδή το σημερινό δελτίο ειδήσεων ξεκίνησε με εξωτερικές ειδήσεις πριν περάσει σε εσωτερικά θέματα. Κατέβασα το πρόγραμμα του ΛΑΟΣ και αντιγράφω κάποια σημεία του:

«Προτείνουμε τη δημιουργία ενός ανώτατου συνδικαλιστικού θεσμού, της «Σωματειακής Βουλής», στην οποία θα εκπροσωπούνται ευρύτερα όλες οι παραγωγικές και κοινωνικές τάξεις με τρόπο που θα εμποδίζει την εκδήλωση των προβλημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος.» Θεά ο πολιτευτής! Αφεντικά και εργαζόμενοι στο ίδιο τραπέζι για να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους (αν και αυτή η ιδέα είναι κλεμμένη από την «Κόρη μου τη σοσιαλίστρια» με τη Βουγιουκλάκη)!

«Την θεσμοθέτηση της υποχρέωσης των αλλοδαπών που επιθυμούν να γίνουν μόνιμοι κάτοικοι και πολίτες της χώρας μας να έχουν στρατιωτικές υποχρεώσεις αντίστοιχες με εκείνες που έχουν οι Έλληνες πολίτες της ηλικίας τους, ενδεικτικά να υπηρετούν σε ειδικές υπηρεσίες με τρόπο ανάλογο των όσων επιλέγουν, για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους, την άοπλη θητεία». Τουτέστιν, αγγαρεία, Γκατζολία, Καλλιόπη, πινέζα, πλοίο της Αγάπης και όλα τα σχετικά. Θυμάμαι οτι οι υποστηρικτές του ΛΑΟΣ (για σένα πάει αυτό Βαγγέλακα) σκίζανε τα ρούχα τους για τα «απαράδεκτα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ομοφυλοφίλων στην Καστρική Κούβα»!

«Τη θεσμοθέτηση 'ειδικού καθεστώτος εφεδρείας' για όλους τους εργαζόμενους του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης μέχρι το 35ο έτος της ηλικίας τους, με ρυθμούς κλήσεως και επανεκπαιδεύσεως που θα εξαρτώνται από την στρατιωτική ειδικότητά τους και την υπηρεσία τους, ενδεικτικά για διάστημα σαράντα ημερών ανά διετία». Ευτυχώς που καβατζάρισα τα 40 γιατί θα με έπαιρνε ξανά φαντάρο ο Καρατζαφέρης μάνα!

«Πιστεύουμε ότι η πολιτική των αμοιβών της εργασίας στον δημόσιο τομέα πρέπει να εκλογικευτεί συνδεόμενη με τον αντίστοιχο μισθό των εργαζομένων σε αντίστοιχες θέσεις του ιδιωτικού τομέα, και να εξατομικευτεί συνδεόμενη με την αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητά και την ακεραιότητά του κάθε δημόσιου υπαλλήλου. (στη συνέχεια των θέσεων αναφέρεται βέβαια ότι: ο Κατώτατος Εθνικός Μισθός του ιδιωτικού τομέα να εξισωθεί προς το μισθό του νεοεισερχόμενου Δημόσιου Υπαλλήλου με αντίστοιχα προσόντα!!!)». Τι καταλαβαίνω εγώ; Οτι όσο δεν κλέβω και κάνω κανονικά τη δουλειά μου θα πρέπει να παίρνω όσα κι ο υπάλληλος του Κόκαλη –πόσα παίρνει ο υπάλληλος του Κόκαλη;

«Πιστεύουμε ότι υπάρχουν ορισμένα αδικήματα με ιδιαίτερη κοινωνική σημασία όπως, ενδεικτικά, ο χρηματισμός των Δημοσίων Υπαλλήλων, η κλοπή και η κατάχρηση Δημοσίου χρήματος, η σύσταση δικαστικών κυκλωμάτων, η εμπορία ναρκωτικών ή η παιδεραστία και ο βιασμός ανηλίκων. Θεωρούμε ότι για τα αδικήματα αυτά θα πρέπει να δημιουργηθεί ειδική νομοθεσία που θα προβλέπει αυστηρές ποινές παραδειγματικού χαρακτήρα, ενδεικτικά η πραγματική ισόβια κάθειρξη ή η εσχάτη των ποινών, εφόσον καταστούν αποδεκτές ως ποινές από την ελληνική κοινωνία». Δηλαδή αν ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ δουλεύω στην Εφορεία και τσεπώσω κάνα κατοστάρι για να κλείσω κάποιο έλεγχο θα πρέπει να με στήσουν στον τοίχο! Εφόσον βεβαίως η ποινή του θανάτου καταστεί αποδεκτή από την ελληνική κοινωνία –έτσι;

«Σε αντίθεση με αυτή τη σύγχρονη τάση για την προβολή νέων, δυσκολότερων αλλά πιο λειτουργικών και περισσότερο αναπτυξιακών, προτύπων, στην Ελλάδα παρατηρείται ακόμα το φαινόμενο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να προτιμούν να εστιάσουν τα φώτα της δημοσιότητας που προσφέρουν σε θέματα που δημιουργούν την αίσθηση ότι το μόνο που χρειάζεται να κάνεις για να κερδίσεις προσωπική προβολή και κοινωνική αναγνώριση είναι να γελοιοποιηθείς δημόσια, να εκθέσεις την προσωπική σου ζωή ή να διαφημίσεις τα προσωπικά σου ψυχολογικά προβλήματα. Πιστεύουμε ότι η κατάσταση αυτή πρέπει να αλλάξει και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να αναλάβουν περισσότερα υπεύθυνα το ρόλο της παροχής 'ψυχαγωγίας', της παροχής 'αγωγής της ψυχής', στην Ελληνική κοινωνία». Η συγκεκριμένη θέση του ΛΑΟΣ θα μπορούσε να ονομάζεται συνοπτικά και «Ώρα της Αλήθειας» -προτείνω εγώ!

«Κλείνοντας το σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το θέμα της έκτασης της ανεργίας των συμπολιτών μας είναι ένα θέμα στο οποίοι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μερίδιο ευθύνης. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε φορά που κάνουμε επιλογές ανθρώπων στους οποίους αναθέτουμε τακτικές ή έκτακτες εργασίες, όπως πχ το βάψιμο του σπιτιού μας, ή επιλέγουμε ένα προϊόν για να το αγοράσουμε, όπως πχ ένα πουκάμισο, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε και το ότι ταυτόχρονα επιλέγουμε το εάν τα χρήματά μας δώσουν δουλειά σε έναν συμπολίτη μας, σε έναν οικονομικό μετανάστη στην Ελλάδα ή σε έναν άνθρωπο σε κάποια άλλη χώρα της γης». Ωραίος ο ξενόφοβος! Και τεκμηριωμένος! Μη φύγεις –έχει κι άλλο!

«Θεωρούμε, όμως, ότι η στρατηγική αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος με την μετανάστευση είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη για την Ελλάδα καθώς, λόγω του μικρού αριθμού των κατοίκων της, έχει ήδη αλλοιωθεί σημαντικά η αναλογία του πληθυσμού της. Επιπλέον θεωρούμε ότι η Ελληνική Κοινωνία θα πρέπει να ενημερωθεί πληρέστερα για τον βαθμό και τις συνέπειες της πληθυσμιακής της αλλοίωσής, ενδεικτικά ότι σύμφωνα με τις μελέτες του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι μεταναστευτικές εισροές που απαιτούνται για τη διατήρηση της σημερινής αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους προβλέπεται ότι μέχρι το 2050 θα έχουν καταστήσει τους κατοίκους Ελληνικής καταγωγής μειοψηφία στο σύνολο του πληθυσμού της Ελλάδας. Τέλος, προτείνουμε να διεξαχθεί δημοψήφισμα για να αποφασίσει ο ίδιος ο Ελληνικός λαός για το εάν επιθυμεί αυτή την εξέλιξη ή όχι, με τον ΛΑ.Ο’.Σ. να εκφράζει τη θέση πως θα πρέπει να ψηφίσουμε αναλογιζόμενοι το ότι οι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν και θυσίασαν τη ζωή τους για να γίνει και να μείνει η Ελλάδα Ελληνική και ελεύθερη. Και όχι για να διατηρήσουν υψηλές τις συντάξεις τους». Δηλαδή, ψηφίστε αν θέλετε ξένους ή όχι στη χώρα –ψηφίστε ελεύθερα και ανεπηρέαστα –αλλά μην ξεχνάτε τι έκανε στους ξένους ο Νικηταράς, ο Γκούρας και ο Κόγκας Δράκος!

«Μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο, πιστεύουμε πως θα πρέπει να υπάρξει απελευθέρωση του ωραρίου λειτουργίας των εμπορικών καταστημάτων, σε συνδυασμό με αυστηρό έλεγχο του ωραρίου των εργαζομένων σ’ αυτά, έτσι ώστε να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και να ευνοηθούν οι μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις που θα μπορούν να λειτουργούν με ευελιξία ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής τους, ακόμα και σε περιόδους που θα είναι ασύμφορη η λειτουργία των μεγάλων πολυκαταστημάτων». Ε ρε γέλια! «Αυστηρός έλεγχος του ωραρίου των εργαζομένων», κάτι ανέκδοτα που λένε τα άτομα! Και «μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις ακόμα και σε περιόδους που είναι ασύμφορη η λειτουργία των πολυκαταστημάτων», τουτέστιν, «τι να κάνετε στο σπίτι και στις καφετέριες; καθίστε οικογενειακά στο μαγαζάκι, ανασφάλιστοι να κοπανάτε μύγες 20 ώρες τη μέρα»!

«Για όσα μεγάλα δημόσια έργα υπόκεινται στον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απαιτείται διεθνής μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάθεσή τους σε κατασκευαστικές εταιρείες, προτείνουμε να διαχωριστεί η διαδικασία κατασκευής τους σε επιμέρους στάδια, της προμελέτης, της τεχνικής μελέτης και της κατασκευής του έργου, για κάθε ένα από τα οποία θα γίνεται ξεχωριστός διεθνής μειοδοτικός διαγωνισμός, με όρους συμμετοχής ‘την αποδοχή πως η εταιρεία που αναλαμβάνει ένα στάδιο στερείται του δικαιώματος να συμμετέχει η ίδια, ή μετοχικά συνδεδεμένες με αυτή εταιρείες, σε επόμενο στάδιο του ίδιου έργου’ και πως ‘η εταιρεία που αναλαμβάνει ένα στάδιο έχει την ευθύνη για την ανάθεση και την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών του επόμενου σταδίου’». Άμα είναι γάτα και γνώστης της πιάτσας ο άνθρωπος! Εγώ έχω κάνει μπόλικους μειοδοτικούς διαγωνισμούς κι έχω δει οτι η κατασκευαστική πιάτσα ήταν μονίμως στημένη –ανεβάζανε οι 3 τις τιμές και συμφωνούσαν να παίρνει ο τέταρτος π.χ. τη δουλειά, με τιμή λίγο μικρότερη –αλλά πάντα παραφουσκωμένη. Κι ο τέταρτος εναλλασσόταν κάθε φορά. Αυτό όμως δεν θα γίνεται με το σύστημα που προτείνει το Λάος –όχι βέβαια! Α πα πα!


«στ) Όλες οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων καταργούνται.
ζ) Οι εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές καταργούνται και αντικαθίστανται με ένα ποσοστιαίο Τέλος Ασφάλισης επί του κύκλου εργασιών του κάθε εργοδότη, με βάση την αρχή της προστιθέμενης αξίας από την ανθρώπινη εργασία που θα υπολογίζεται με βάση τα όσα αναφέρονται και στην παράγραφο 7.3.δ).
η) Οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι λοιποί αυτασφαλιζόμενοι υπάγονται και αυτοί στο σύστημα του ποσοστιαίου Τέλους Ασφάλισης.
θ) Ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικών Παροχών χρηματοδοτείται από τα έσοδα από το Τέλος Ασφάλισης και από τα κέρδη από τις δραστηριότητες του Ενιαίου Φορέα Περιουσίας Ασφαλισμένων. Σε περίπτωση που ο προϋπολογισμός του είναι ελλειμματικός, η διαφορά επιδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Σε περίπτωση που είναι πλεονασματικός, η διαφορά επενδύεται στον Ενιαίο Φορέα Περιουσίας Ασφαλισμένων». Εδώ δεν μπορώ να σχολιάσω γιατί κυλιέμαι στα πατώματα από τα γέλια! Λυπάμαι!

«Θεωρούμε ότι ο χαρακτήρας και η διεξαγωγή των Πανελληνίων Εξετάσεων πρέπει να αλλάξει, με την εφαρμογή τους στις τάξεις του Λυκείου και με πανελλήνια συγκριτική βαθμολογία που θα οδηγεί σε Εθνικό Απολυτήριο, με βάση το οποίο θα γίνεται η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση». Αυτό θα πει παιδεία στοχευμένη στη μάθηση και στην ανάπτυξη του χαρακτήρα των παιδιών –παιδεία αποσυνδεδεμένη από τον συνεχή ανταγωνισμό! Πως δεν το είχε σκεφτεί κανένας άλλος μέχρι τώρα;

«Θεωρούμε ότι η φροντιστηριακή εκπαίδευση αποτελεί ουσιαστικό μέρος της βασικής εκπαίδευσης και πιστεύουμε ότι πρέπει να παρέχεται από την Πολιτεία με ανάλογο τρόπο». Δηλαδή; Κρατικό επίδομα φροντιστηρίου; Φροντιστήρια με ασφαλιστική κάλυψη –όπως παίρνουμε τα φάρμακα που μας γράφουν στο βιβλιάριο; Κι αν, ας πούμε, έκαναν κανονικά τη δουλειά τους τα σχολεία; Α μπα! Δεν γίνονται τέτοια πράγματα -μη χάσουμε και τίποτα ψήφους από τους εργαζόμενους στην παραπαιδεία!

«Θεωρούμε ότι τα σχετιζόμενα με το Πανεπιστημιακό Άσυλο προβλήματα μπορούν να επιλυθούν άμεσα και αποτελεσματικά, με την ίδρυση ενός ειδικού Σώματος Φύλαξης Πανεπιστημιακών Χώρων που θα υπάγεται στον αποκλειστικό έλεγχο των Πρυτανικών Αρχών του κάθε Πανεπιστημίου». Να πληροφορήσω τον αγαπητό πολιτευτάρα, οτι αυτό υπήρχε παλιά –αρκεί ο πρύτανης να ήταν ΚΚΕ. Κατέβαζαν τα ΚΝΑΤ και το περιφρουρούσαν μια χαρά το άσυλο! Τώρα το «ειδικό σώμα» θα είναι εταιρεία σεκιούριτι, ας πούμε; Κι αν ο πρύτανης δεν γουστάρει κατάληψη θα γράφει στα τέτοια του τις φοιτητικές συνελεύσεις και θα βάζει τους σεκιουριτάδες να δέρνουν φοιτητές σε στυλ «μπράβοι συναυλιών»;

«Για την επίλυση των παραπάνω δυσλειτουργιών του πολιτικού μας συστήματος (την αρχή της δεδηλωμένης εννοεί ο ποιητής), οι οποίες έχουν εμφανιστεί ως επιπλοκές στην προσπάθεια της εκλογής Κυβερνήσεων που ενώ είναι μειοψηφία στον Ελληνικό λαό αποτελούν ισχυρή πλειοψηφία στην, υποτιθέμενη κατά το Σύνταγμα, αντιπροσωπευτική της θελήσεώς του σύνθεση της Βουλής, θεωρούμε αναγκαία και έχουμε ήδη προτείνει την αποσύνδεση των διαδικασιών εκλογής Κυβέρνησης από εκείνες της εκλογής Βουλής και Βουλευτών. Προτείνουμε την άμεση νομιμοποίηση των Κυβερνήσεων με την απευθείας εκλογή τους από τον λαό χωρίς να χρειάζονται την 'ψήφο εμπιστοσύνης' της Βουλής για να κυβερνήσουν.
Παράλληλα, επειδή αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε την ουσιαστική σημασία της ψήφου του Ελληνικού λαού, θεωρούμε ότι με βάση το ισχύον εκλογικό σύστημα οι Έλληνες πολίτες έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να αναθέσουν ελεύθερα με τη ψήφο τους τη διακυβέρνηση της Ελλάδας είτε σε μία Μονοκομματική Κυβέρνηση είτε σε μία Κυβέρνηση Συνεργασίας. Και δεσμευόμαστε ότι θα σεβαστούμε και ότι θα τιμήσουμε την όποια απόφαση των Ελλήνων πολιτών, είτε μας καλέσουν να τους υπηρετήσουμε από τη θέση ενός κόμματος της Αντιπολίτευσης, είτε μας αναθέσουν την ευθύνη να τους υπηρετήσουμε από τη θέση ενός κόμματος-εταίρου σε Κυβέρνηση Συνεργασίας». Το ΄πιασες το υπονοούμενο; Συνταγματική εκτροπή λέγεται αυτό! Ευθεία αντίθεση σε άρθρο του Συντάγματος, και μάλιστα σε "σκληρό" άθρο, απ' αυτά που δύσκολα αναθεωρούνται. Μοιάζει σα να έχεις βάλει στη Βουλή ένα κόμμα που στοχεύει στην ανατροπή του πολιτεύματος (θυμάσαι τι έκαναν παλιά στο ΚΚΕ με το ιδιώνυμο;) Δες το όμως και διαφορετικά –θυμάσαι καμιά κυβέρνηση που να ζήτησε την ψήφο του ελληνικού λαού χωρίς να υπάρχουν βουλευτές; Όχι βρε, δεν μιλάω για τη χούντα της Μιανμάρ –γιατί τη δικιά μας χούντα, των συνταγματαρχών, μιλάω!

Λοιπόν, για να ξεμπερδεύουμε με αυτή την υπόθεση:

1. Ακραία εθνικιστικά κόμματα ανεβάζουν τη δύναμή τους πανευρωπαϊκά.
2. Με την νομιμοποίηση (μέσω των εκλογικών αποτελεσμάτων) των θέσεων αυτών των κομμάτων έρχεται και η νομιμοποίηση του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και άλλων φασιστικών περικοκλάδων.
3. Οι δεξιές κυβερνήσεις των χωρών, στην προσπάθειά τους να πάρουν το κοινό των ακραίων κομμάτων θα προσπαθήσουν να ενστερνιστούν τις ακραίες τους θέσεις. Γιατί να ψηφίσεις τον φασίστα που δεν θα κυβερνήσει; Ας μετατρέψουμε τους κυβερνώντες σε φασίστες –είναι κι αυτό μια λύση!
4. Οι θέσεις των ακραίων κομμάτων, πέρα από την επικινδυνότητα, που τις διακρίνει –είναι και πρακτικά ανεφάρμοστες. Επειδή πρόκειται για θέσεις –παρωδία των επιθυμιών του καφενόβιου κοινού τους που βρίσκεται έξω από τη διαδικασία παραγωγής.
5. Η μείωση των ποσοστών των αριστερών και κεντρώων κομμάτων στην Ευρώπη θα οδηγήσει στην εξασθένηση της υποστήριξης θέσεων που άπτονται των πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών.
6. Με την επικράτηση των ακραίων εθνικιστικών απόψεων σε, συνεχώς αυξανόμενες, μερίδες πληθυσμού η περιστολή των ελευθεριών θα αντιμετωπίζεται πλέον σαν κάτι φυσικό, ή αναπόφευκτο, ή έστω ανεκτό.
7. Η αποχή που αιτιολογείται μέσω της απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, μοιραία θα οδηγήσει στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ απαξίωση του πολιτικού συστήματος –η οποία δεν θα είναι άλλη από τη μετατροπή της «τύποις» δημοκρατίας σε στυγνή δικτατορία.
8. Η οποιαδήποτε διαφορετική άποψη περί της αλλαγής του κοινωνικού καθεστώτος θα χάνει όλο και περισσότερο το λαϊκό της έρεισμα, όσο θα της αποστερούνται τα μέσα προβολής. Αν π.χ. στα εργοστάσια κυριαρχεί το ΚΚΕ, στις τηλεοράσεις κυριαρχεί το ΛΑΟΣ και στην «ανέμελη νεολαία» κυριαρχεί η απάθεια –που στο διάολο θα βρεις κοινό πρόθυμο να ακούσει την άποψή σου;

Τώρα μπορείς να συνεχίσεις ήσυχα τον ύπνο σου –όνειρα γλυκά –μέχρι να σε ξυπνήσουν οι φωνές έξω από την πόρτα σου.

Φιλαράκο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι