Τρίτη, Ιούλιος 14, 2009

11. Σκιές στην ανηφορική νύχτα

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

10. Μετά από ένα βράδυ στο ξενοδοχείο ο Άρης ξεκινάει για το βουνό περνώντας από τον κατεστραμμένο δρόμο


Κόντραρα στα ίσα τον ήλιο εκείνη τη μέρα, έσβησα τα ίχνη του κάτω από τις μπότες μου -κάηκαν οι μπότες, ζάρωσε το δέρμα μας αλλά δεν σταμάτησα. Τον πήγα σπρώχνοντας στο βασίλεμα, ξεραμένα χείλη, μάτια θαμπωμένα –λίγο ακόμα και θα τον πυροβολούσα με το πιστόλι που έκρυβα στη ζώνη μου. Κι όταν ο ήλιος παραιτήθηκε –βούτηξε στη θάλασσα πίσω από την πλάτη μου –ούρλιαξα για τα αόρατα αστέρια. Είχα φτάσει ήδη στα ριζά του βουνού, όσο πλησίαζα κοντά τους τόσο δυνάμωνα.

Πρέπει να περπάτησα, γρήγορο βήμα, περισσότερο από τη μισή μέρα –μια σαύρα με κορόιδεψε ενώ κρυβόταν στα φυλλώματα, σταμάτησα απότομα να την κοιτάξω. Και τότε κατάλαβα οτι δεν με κρατούσαν τα πόδια μου, γονάτισα λιγόθυμος ήδη. Πρόλαβα να φέρω το παγούρι στα χείλια –σιγά, σιγά, αν το πιεις όλο θα πρηστείς –κατόρθωσα να ελέγξω την ανάγκη καπακώνοντάς την με μια μεγαλύτερη. Που είσαστε; Ήθελα να ουρλιάξω αλλά δεν είχα ανάσα.

Το βουνό τεντώθηκε μαχμουρλίδικα –δεν ένιωσε κίνδυνο από μένα –αδιαφορούσε. Γέλασα μέσα από τα πνευμόνια μου αλλά ο ήχος πνίγηκε κάπου πριν τον λάρυγγα, ήξερα οτι μπορούσα να φάω το βουνό και ήξερα οτι ίσως χρειαζόταν να το κάνω. Σύντομα.

Όπως ήμουνα καθισμένος στο ξερό χώμα άρχισα να κάνω σχέδια, επειδή το μονοπάτι σε λίγο θα σκιζόταν μπροστά μου –έτσι είναι τα μονοπάτια. Ξεκινάνε μοναδικά και σίγουρα, όσο τα περπατάς διακλαδώνονται σα φίδια που ψάχνουν να καταπιούν την ουρά τους, χάνεις την κατεύθυνσή σου –χάνεσαι. Εμείς.

Ξεκινήσαμε τόσο λίγοι, τόσο απελπισμένοι κι αυθάδεις –η απόγνωση ήταν η πανοπλία μας. Στην αρχή ζητήσαμε να μας σβήσουν από τα αρχεία τους, θέλαμε να κόψουμε κάθε παρτίδα μαζί τους, δεν βρήκαμε τρύπα να ξεμυτίσουμε γι΄αυτό σκάβαμε –νύχια γεμάτα χώμα. Ήταν όλα ένα αστείο στην αρχή. Να ακυρώσουμε τους αριθμούς των φορολογικών μας μητρώων, να διαγράψουμε τα προσωπικά μας στοιχεία –οι ταυτότητες μάς δυσκόλεψαν περισσότερο. Τότε ανέλαβαν οι δικηγόροι. Δυο –τρεις, δικοί μας. Χάνανε τις δίκες αβέρτα κι αρνούνταν να τα παρατήσουν, αρνούνταν ακόμα και να πληρώσουν τα έξοδα. Το δικονομικό σύστημα ήταν γεμάτο καρκίνους, τους είχαν απλωμένους εκεί μέσα για να τρώνε τις σάρκες των ανήμπορων –οι δικοί μας όμως οι δικηγόροι ήταν βαριά άρρωστοι. Γι΄αυτό απελπίστηκαν, γι΄αυτό αυθαδίασαν –η απόγνωση τους έσπρωξε. Αγκάλιασαν στοργικά τους καρκίνους του δικαστικού συστήματος, τους επώασαν κι έπειτα τους άφησαν να δουλεύουν ανενόχλητα. Δίκες μετά από δίκες και δίκες για δίκες... Λίγο πριν σβήσουμε τις ταυτότητές μας πλάκωσαν κι άλλοι –πολλοί. Ήθελαν να μας βοηθήσουν, ήθελαν να έρθουν μαζί μας –εντυπωσιασμένοι έδειχναν. «Τραβηχτείτε μόνοι σας», ποιος από μας το είχε πει αυτό; Όχι εγώ, μάλλον όχι εγώ. Ποιος;

«ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΣ ΤΟ ΚΑΝΕΙ –ΔΕΝ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΜΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙ», με μαύρη μπογιά έξω από τον τοίχο του ερειπίου που διαλέξαμε για καταφύγιο.

«ΑΝ ΨΑΧΝΕΤΕ ΓΙΑ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ –ΛΑΘΟΣ ΟΡΟΦΟΣ!» με μαρκαδόρο στο βγάλσιμο της σκάλας κάθε ορόφου.

«ΑΙΘΟΥΣΑ ΚΑΤΑΤΑΞΗΣ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ», με μαρκαδόρο στις πόρτες όλων μας.

«ΑΙΘΟΥΣΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ», με μαρκαδόρο στις κοινές τουαλέτες.

«ΑΡΧΗΓΕΙΟ», με μαρκαδόρο στην σιδερένια πόρτα του τρίτου ορόφου, το «ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ» προσεκτικά σβησμένο. Πίσω από τη σιδερένια πόρτα υπήρχε μια εξίσου σιδερένια ανεμόσκαλα –όταν μπήκαμε στο κτίριο ξηλώσαμε την ανεμόσκαλα, το πρώτο πράγμα που κάναμε. Δεν είχαμε σκοπό να φύγουμε, ούτε να κινδυνέψουμε. Ήταν όλα ένα αστείο στην αρχή.

Μετά ήρθαν καταπάνω μας.

Κι εκείνη φρόντισε να πάρει ένα χαρτί που έλεγε οτι απαγορεύεται να ξαναδώ την κόρη μου –τα δικαστήρια έψαχναν ρεβάνς. Δεν ήμουν ο μόνος. Κι άλλοι το πάθανε. Μας έκοψαν το ηλεκτρικό, μας έκοψαν το νερό, βάλανε φονιάδες με πολιτικά στα απέναντι παράθυρα να μας σημαδεύουν. Εξακολουθούσαμε να βλέπουμε την αστεία πλευρά της υπόθεσης, δεν μπορείς να σκοτώσεις ανθρώπους που αρνούνται να υπάρχουν πλέον.

Μας έδεσαν ένα απόγευμα όταν οι σακούλες γυρνάγανε στα σπίτια τους κουβαλώντας στραγγιγμένους ανθρώπους. Δεν αντισταθήκαμε αλλά στις φυλακές τους γελάσαμε πολύ –ήταν, βλέπεις, αμήχανοι. Δεν ήξεραν τι να μας κάνουν, τους χρειαζόταν χρόνος να προσαρμόσουν τις τακτικές τους πάνω μας. Και τότε εμείς αλλάξαμε για μια ακόμα φορά. Αλλάξαμε για μια ακόμα φορά και θα αλλάζαμε πολλές φορές στη συνέχεια....

Κάτι πετάχτηκε από τη συστάδα θάμνων στα δεξιά μου. Μια ζωή κατσιασμένη, όλο μάτια και δόντια γυμνά. Σύρθηκε στα ανοιχτά, στρίγκλισε και μετά χάθηκε τρέχοντας. Ήταν καλύτερα να μην με πάρει ο ύπνος εδώ πέρα, αλλιώς το πρωί θα με έβρισκε ξεσκισμένο από τους αρουραίους του βουνού. Σηκώθηκα –κι αν άναβα φωτιά; Έσφιξα στην παλάμη τον αναπτήρα μου, προτίμησα ν’ ανάψω τσιγάρο.
Όταν όλα πήγαιναν χαμένα ανακαλύψαμε οτι τίποτα δεν πάει χαμένο. Ήμασταν ήσυχοι σαν μαθητές που μόλις εξέτισαν την τιμωρία τους, σκεφτόμασταν. Η επόμενη κίνησή μας θα έπρεπε να είναι μια διαφορετικού τύπου αντίδραση, είχαμε ηττηθεί προσωρινά αλλά δεν έπαιζε κανένα ρόλο αυτό. Ξεκινήσαμε ηττημένοι, γι΄αυτό αντιδράσαμε άλλωστε. Δεν μας είχαν αφήσει τίποτα, κομμάτια ξέσκιζαν από πάνω μας την ανθρωπιά, την αγάπη, τη φιλία, την αξιοπρέπεια... Γι΄αυτό αντιδράσαμε, επειδή δεν είχε μείνει άλλη ήττα να υποστούμε, δεν μας είχε μείνει τίποτα άλλο να χάσουμε. Ήμασταν λοιπόν ελεύθεροι. Κι όσο σκεφτόμασταν την επόμενη κίνηση άρχισε η αλυσίδα των συνοικιών. Όλο και περισσότεροι αποφάσιζαν να κάψουν τις ταυτότητές τους και να διαγράψουν τη νομική τους υπόσταση. Τα γεγονότα μας βρήκαν απροετοίμαστους οπότε κάναμε στην άκρη για να τα απολαύσουμε.

Βράδυ στον ακάλυπτο πίσω από το ερείπιο που μας φιλοξενούσε εκείνη την εποχή. Παίζουμε μπάσκετ, για την ακρίβεια απλώς βαράμε σουτ σε μια ετοιμόρροπη μπασκέτα. Είμαστε προσηλωμένοι επειδή παίζουμε για σοβαρό σκοπό –αν και κανένας δεν μας τον έχει ξεκαθαρίσει. Ποιος κερδίζει τελικά; Ο κερδισμένος ή ο χαμένος; Χάνω πανηγυρικά κι ας προσπάθησα να μη βγω τελευταίος. Κοιτάζω τους κριτές που μετράνε ακόμα πόντους.
«Εγώ πάντως είμαι τελευταίος», λέω.
«Αυτό είναι ολοφάνερο», γελάνε.
«Ποιος πάει τελικά; Ο πρώτος ή ο τελευταίος;» ρωτάω όλο νεύρα. Ήθελα να ήμουν στη μέση, προσπάθησα γι΄αυτό.
Γελάνε φεύγοντας από τον ακάλυπτο, ένας-ένας, φίλοι και φίλοι φίλων. Με χτυπάνε στην πλάτη. «Καλό κουράγιο Άρη».

Κάθομαι στην ηλεκτρική καρέκλα του τηλεοπτικού πλατό. Αρνούμαι να με πλησιάσουν οι παράφρονες με τα φωτόμετρα και τα πινέλα. Αρνούμαι να κοιτάξω εκεί που μου λένε, αρνούμαι να δώσω το χέρι μου στους υπόλοιπους. Ξαφνικά ανάβουν προβολείς πάνω στα πρόσωπά μας, πέφτει ησυχία, αρχίζει το θέαμα. Ακούω τους υπόλοιπους με κατεβασμένο το κεφάλι, σκέφτομαι οτι πρέπει να φύγω από εκεί όσο πιο γρήγορα γίνεται, σκέφτομαι οτι υπάρχουν 100 άλλα μέρη που θα προτιμούσα να βρίσκομαι. Ξεκινάω να τα ταξινομώ στο κεφάλι μου όταν ο τηλεπαρουσιαστής μου απευθύνει τον λόγο. Τον κοιτάζω και βλέπω ιστογράμματα να χοροπηδάνε στις κόρες των ματιών του.
«Με λένε Άρη και αρνούμαι να γίνω αριθμός», μουρμουρίζω.
Ο τηλεπαρουσιαστής επιμείνει, ζητάει διευκρινήσεις.
«Με λένε Άρη και αρνούμαι να γίνω αριθμός», επαναλαμβάνω.
Θα το λέω μέχρι να βαρεθεί ο ηλίθιος.

Αυτή η καταραμένη προβολή μάς βγήκε σε κακό. Επειδή εμφανίστηκαν πολλοί εκεί έξω που αποφάσισαν να στρατευτούν κάτω από τις σημαίες μας –εγώ έμοιαζα να είμαι ο αρχηγός, ήταν τόσο φρικιαστικά όλα αυτά. Δεν μπορούσαμε να συνέλθουμε εύκολα από αυτό το χτύπημα, αποφασίσαμε να κρυφτούμε και να ξαναλλάξουμε. Ήταν θέμα επιβίωσης.

Μέχρι που οι δρόμοι πλημμύρισαν μπερδεμένους ανθρώπους κι άρχισε να χύνεται αίμα, τότε χωρίσαμε για να προφυλαχτούμε. Χωρίσαμε κι έτσι χαθήκαμε –γίναμε μεταξύ μας αγνώριστοι. Άκουγα για κάποιους από μας, οτι αντιστάθηκαν μόνοι σα λυσσασμένα σκυλιά και τους χτυπούσαν απ΄όλες τις πάντες. Άλλοι προτίμησαν να ηγηθούν της αντίδρασης, ήταν θέμα επιβίωσης. Εγώ πάλι....

Ένα κλαδί τσάκισε κάπου πίσω μου, όχι πολύ μακριά. Ζώο ή άνθρωπος –χούφτωσα το πιστόλι. Μετά γύρισα αργά, κοίταξα την ησυχία, περίμενα την επόμενη κίνηση. Τίποτα. Σκέφτηκα να χαραμίσω μια σφαίρα αλλά δεν υπήρχε λόγος. Ήξερα οτι τα ζώα θα παραμόνευαν να κοιμηθώ και μετά θα έφευγαν απογοητευμένα. Ήξερα οτι από τους ανθρώπους δεν είχα τίποτα να φοβηθώ –αυτοί σε χτυπάνε μόνο αν δεν τους πάρεις είδηση. Ξεκίνησα λοιπόν πάλι να περπατάω –είχα ακόμα κουράγιο, ίσως να έβρισκα και δυνάμεις.

Λοιπόν υπήρχαν τελικά πάρα πολλοί εκεί έξω που πνίγονταν στην απελπισία κι εμείς δεν το είχαμε καταλάβει –μάλλον αδιαφορούσαμε. Επειδή, βλέπεις, τα ξέραμε όλα. Ένας καλύτερος κόσμος είναι ένας καλύτερος κόσμος για μένα –φτιάξε εσύ τον δικό σου καλύτερο κόσμο. Δεν θα σου πω εγώ τι θα κάνεις, όλα είναι φανερά αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου. Βλακείες! Κάποιοι αποφάσισαν να παίξουν στις πλάτες μας και κάποιοι αποφάσισαν οτι είμαστε καθοδηγητές όσο κάποιοι άλλοι πάλευαν να μας στιγματίσουν σαν τέτοιους. Το μονοπάτι, μετά τη διακλάδωση έφαγε την ουρά του και πέθανε δηλητηριασμένο. Κοίταξα καλύτερα –πέτρες έτοιμες να κατρακυλίσουν κάτω από τα πόδια των ανύποπτων, εγώ ήμουν υποψιασμένος. Και τι μ΄αυτό; Ξεκαρδίστηκα παίρνοντας φόρα –μετά άρχισα να σκαρφαλώνω.

Αν θέλεις να φτάσεις κάπου φρόντισε να μην κοιτάζεις ούτε την κορυφή ούτε τον πάτο. Κοίτα κοντά σου, βάλε στόχο να πας μέχρι εκεί. Όταν φτάσεις, το σημείο που στόχευες θα μετακινηθεί μόνο του προς τα πάνω. Ανέβαινα λοιπόν προσπαθώντας να αγνοήσω τις μυτερές πέτρες στα γόνατά μου, είχα σχεδόν φτάσει όταν μια πέτρα έφυγε από τη θέση της. Προσπάθησα να κρατηθώ από άλλη πέτρα για ν΄ανακαλύψω οτι οι πέτρες δεν έχουν ρίζες –αυτές οι πέτρες τουλάχιστον. Δεν είχαν. Έπεσα πίσω κρατώντας το κεφάλι μου, δεν είχα καμιά διάθεση να μείνω σακάτης εκεί κάτω. Όταν η πτώση σταμάτησε κοίταξα ψηλά, δεν μπορούσα να διακρίνω, ήταν σκοτάδι –αλλά δεν χρειαζόταν και πολύ μυαλό για να καταλάβω οτι οι πέτρες είχαν ριχτεί εκεί για να κρύψουν το μονοπάτι. Πανηγύρισα ανεβαίνοντας για μια ακόμα φορά.

Είναι συνηθισμένο να ψάχνουν οι άνθρωποι για την κορυφή, να μοχθούν τόσο πολύ για να φτάσουν εκεί –από τη λαχτάρα τους ονομάζουν «κορυφή» οτιδήποτε μοιάζει σαν τέτοιο. Και ξεχνάνε. Κοίταξα πίσω μου, είχα ανέβει αρκετά, ο δρόμος που περπάτησα δεν φαινόταν καν –τα είχα άραγε καταφέρει; Είχα φτάσει μακριά –λοιπόν τι λες κι εσύ; Κοίταξα γύρω μου και δεν είδα πουθενά τη γυναίκα μου, ούτε την κόρη μου. Συνέχισα τότε τον δρόμο μου, δεν υπάρχει λόγος να σταματήσεις όσο μπορείς έστω και να συρθείς –αυτό λέω εγώ. Η χώρα είχε κοπεί σε ασύμμετρα κομμάτια, από τη μια Εκείνοι κι απέναντι όλοι οι Άλλοι. Βαριεστημένοι καταναλωτές που δεν τους άφηναν πλέον να καταναλώσουν, οικογενειάρχες που έψαχναν τα παιδιά τους κάτω από τις ξηλωμένες πλάκες των πεζοδρομίων, γυναίκες που τις αμφισβήτησαν, δειλοί που αγωνίζονταν υστερικά να μην πεθάνουν, επαναστάτες της ανάγκης κι επαναστάτες της θεωρίας που τρόμαζαν μπροστά στη φρίκη της συνειδητοποίησης οτι «έφτασε επιτέλους η ώρα». Αν Εκείνοι δεν ήταν τόσο απάνθρωποι, αν δεν άφηναν τον πανικό να τους οδηγήσει ίσως όλα να τελείωναν πριν καν αρχίσουν. Αλλά Εκείνοι τρόμαξαν με τον αηδιαστικό τρόμο των ηλιθίων. Και άρχισαν να χτυπάνε στο ψαχνό. Δεν μπορούσα να περπατήσω άλλο και ίσως να κατάφερνα να κάνω μερικά βήματα ακόμα, σίγουρα όμως δεν άντεχα άλλο να σκέφτομαι. Να θυμάμαι.

Οι αναμνήσεις είναι η εμπειρία που σε παραλύει.

Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδα τη σκιά να ξεκολλάει από μια συστάδα δέντρων –χαμογέλασα. Η σκιά προσπάθησε να φύγει αλλά δίστασε όταν κατάλαβε οτι την είχα δει. Κοντοστάθηκε. Δεν μπορούσα να διακρίνω λεπτομέρειες και η σκιά έβλεπε απλώς μια άλλη σκιά απέναντί της, παρ΄όλα αυτά κοιταχτήκαμε. Δυο άνθρωποι σ΄ένα σκοτεινό βουνό, μονάχα το φάντασμα του θεού μάς έλειπε για να ξαναδημιουργήσουμε τον κόσμο. Και, παρ΄όλο που οι συνθήκες ήταν περίεργες, παρ΄όλο που αυτή την εποχή δεν ήξερες αν είχες απέναντί σου φίλο ή εχθρό, σήκωσα το χέρι μου να χαιρετήσω τη σκιά και η σκιά έκανε το ίδιο. Μείναμε για λίγο ασάλευτοι ψάχνοντας την επόμενη κίνηση.

Όταν πήραμε τους δρόμους, κυνηγημένοι πρώτα από τους εαυτούς μας και μετά από το σκυλολόι του κράτους, γεμάτοι συντροφικότητα –είχαμε, βλέπεις, ήδη φορτώσει τις οικογένειές μας σε τρένα για ασφαλέστερους προορισμούς –ήρθαν πολλοί ορφανεμένοι μαζί μας. Τους βρίσκαμε σε ερείπια που κάπνιζαν καταστροφή ή στις άκρες της εθνικής οδού, φοβισμένους κι επικίνδυνους. Τους παίρναμε μαζί μας, ένα καραβάνι που ταξίδευε μακριά από τη Γη της Επαγγελίας. Μαθαίναμε απ΄αυτούς τα καθέκαστα, οτι ο στρατός τα έβρισκε δύσκολα προσπαθώντας να ελέγξει τις περιοχές που είχαν ξεσηκωθεί, μαθαίναμε για τρομοκρατία στην ύπαιθρο και για ομάδες που κυκλοφορούσαν –ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τους δολοφόνους από τους αθώους. Κυρίως επειδή δεν υπήρξε ποτέ η Εποχή της Αθωότητας. Λέγαμε –νύχτωσε και είμαστε ακόμα ζωντανοί, είμαστε ανίκητοι. Μετά μας πήρε χαμπάρι ο στρατός και άρχισε το κυνήγι.

Η σκιά έκανε μερικά δειλά βήματα στο ξέφωτο πλησιάζοντάς με, έκανα κι εγώ το ίδιο. Στο κάτω-κάτω ήταν ένας άνθρωπος, μπορούσαμε να τα βρούμε μεταξύ μας. Περπάτησα προς το μέρος του με τα χέρια ανοιχτά για να δείξω οτι δεν ήμουν απειλή. Σταματήσαμε ταυτόχρονα όταν η απόσταση μεταξύ μας μειώθηκε. Μπορούσαμε τώρα να δούμε ο ένας τα χαρακτηριστικά του άλλου. Κι εγώ είδα απέναντί μου έναν άντρα, μάλλον συνομήλικό μου. Έδειχνε να έχει περάσει πολύ καιρό στο βουνό, αξύριστος με κουρελιασμένη στρατιωτική φόρμα παραλλαγής. Χαμογέλασα καθησυχαστικά κι εκείνος έκανε το ίδιο.
«Σου βρίσκεται κανένα τσιγάρο;» ρώτησε με σπασμένη φωνή –σα να είχε καιρό να μιλήσει με άνθρωπο.
«Ναι, βέβαια», βιάστηκα να απαντήσω και έψαξα τις τσέπες μου.
Αυτό φάνηκε να τον αναστατώνει, ίσως και να είδε το πιστόλι στη ζώνη μου, έβαλε απότομα το χέρι στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του. Κι εγώ έβγαλα γρήγορα το πακέτο. Ανάψαμε πριν καθίσουμε στο χώμα.
«Ευχαριστώ», είπε. «Δεν θυμάμαι από πότε έχω να καπνίσω».
«Η φυγή κάνει καλό στην υγεία», παρατήρησα χαμογελώντας.
Με κοίταξε κρατώντας τον καπνό μέσα του.
«Η φυγή; Δεν φεύγω από πουθενά!» μουρμούρισε.
«Και τότε τι κάνεις στο βουνό;»
«Τι να κάνω; Εδώ είναι το σπίτι μου», είπε κοιτάζοντας τριγύρω.
«Όπως θέλεις...» έκανα εγώ αδιάφορα.
«Εσύ δηλαδή τι κάνεις στο βουνό;» με ρώτησε.
«Ψάχνω να βρω την οικογένειά μου...» είπα.
Ανασήκωσε τους ώμους και αφοσιώθηκε στο τσιγάρο του.
«Λοιπόν;» έκανα ανυπόμονα.
Με κοίταξε μπερδεμένος.
«Έχεις δει ανθρώπους εδώ πάνω; Ξέρεις τίποτα;»
«Το βουνό ήταν πάντα γεμάτο ανθρώπους, στις σπηλιές και κάτω από τα δέντρα... Πάντα υπήρχαν άνθρωποι εδώ... Ζωντανοί ή πεθαμένοι...» μουρμούρισε.
«Δεν με ενδιαφέρουν οι πεθάμενοι, πες μου για τους ζωντανούς», παρακάλεσα.
«Εσείς οι άνθρωποι της πόλης!» αγανάκτησε. «Ασχολείστε μόνο με τους ζωντανούς και δεν είσαστε ικανοί ούτε να πεθάνετε της προκοπής!»
Έσβησα το τσιγάρο και τον κοίταξα.
«Είναι η κόρη μου και η γυναίκα μου...» δικαιολογήθηκα.
«Μόνο;» αναρωτήθηκε. «Δεν έχεις πεθαμένους εσύ;»
«Έχω αλλά...»
«Αλλά θέλεις να σώσεις τους ζωντανούς. Κι έτσι θα τρέχεις μέχρι να τους βρεις και μετά θα τρέχετε όλοι μαζί μέχρι... Μέχρι πού;»
Τον κοίταξα περιμένοντας.
«Μέχρι να πεθάνετε και τότε κανένας δεν θα ψάξει για σας», κατέληξε.
«Έστω κι έτσι...» είπα εγώ.
«Τις προάλλες μίλησα με ένα παιδί, για την ακρίβεια το παιδί μού μίλαγε κι εγώ άκουγα. Είπε οτι οι πεθαμένοι κατέβηκαν πιο χαμηλά τώρα τελευταία, μοιάζει σα να φεύγουν από το βουνό», κοίταζε κάπου προς το σκοτάδι όσο τα έλεγε αυτά.
«Δεν είναι οι πεθαμένοι που κατεβαίνουν, είναι οι καινούργιοι που έρχονται», απάντησα εγώ.
Με κοίταξε με κάποια έκπληξη.
«Δεν το είχα σκεφτεί!» θαύμασε.
«Γίνονται πολλά εκεί κάτω...» μουρμούρισα.
«Τίποτα δε γίνεται, απλά οι άνθρωποι έχουν μπερδευτεί. Νομίζουν οτι βρήκαν συντροφιά... πάντα οι άνθρωποι σκοτώνουν για να βρουν συντροφιά....»
«Πες μου για όσους κρύβονται στο βουνό», παρακάλεσα για μια ακόμα φορά.
«Κανένας δεν κρύβεται στο βουνό, οι άνθρωποι δεν μπορούν να ανακατευτούν με την πέτρα και το χώμα... Αν κοιτάξεις προσεκτικά θα τους δεις σαν...»
«Σαν τη μύγα μέσα στο γάλα», γέλασα.
«Είσαι κάπως αφελής!» παρατήρησε. «Υπάρχει καλύτερη κρυψώνα για τις μύγες από το γάλα; Εξαφανίζονται κολυμπώντας στην ευτυχία».
Γέλασα με τη σειρά μου.
«Πρέπει όμως να προχωρήσω», του είπα.
«Πάντα έτσι ήταν», φιλοσόφησε αόριστα.

Και τότε υπήρχε αυτή η περίεργη κατάσταση επειδή δεν ένιωθα τα πόδια μου, καταλάβαινα οτι ήμουνα σε κίνηση από τα δέντρα που άλλαζαν σχήμα τριγύρω μου. Κι όταν έμπαινα σε καμιά συστάδα όλα σκοτείνιαζαν –μόνο ο αέρας υπήρχε και αυτός ήταν που με κινούσε. Επειδή τα πόδια μου και το σώμα μου είχαν νεκρώσει εντελώς, σκέφτηκα μάλιστα να πυροβολήσω το μπούτι μου μπας και ξαναβρώ τις αισθήσεις μου. Ανηφόριζα όπου υπήρχε ανηφόρα κι αυτό ήταν όλο.

Μετά μύρισα σκουπίδια και ανθρώπινα περιτώματα στριφογύρισα προσπαθώντας να προσανατολιστώ. Αλλά η νύχτα ήταν γεμάτη μυρωδιές κι εγώ...
«Στάσου λίγο», άκουσα τη φωνή του πίσω μου.
Δεν είχα καταλάβει οτι με ακολουθούσε. Γύρισα.
«Μην πας τώρα, είναι νύχτα. Θα σου ρίξουν πριν φτάσεις κοντά τους, κάτσε να ξημερώσει...» είπε.
«Να ξημερώσει...» επανέλαβα.
«Τότε θα είναι όλα πιο εύκολα», ψιθύρισε.
«Το ξημέρωμα μας έβγαινε πάντα σε κακό», σκέφτηκα φωναχτά.
«Όπως ακριβώς και η συναναστροφή με ανθρώπους –μαζί πάνε αυτά», μου θύμισε.
«Ποιος διάολος είσαι;» θύμωσα.
«Θα πρέπει να γίνω συγκεκριμένος; Πως το λένε; Απτός!»
«Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;» φώναξα.
«Ξέρεις Άρη... δεν αναγνωρίζουμε τους άλλους επειδή δεν αναγνωρίζουμε και τον εαυτό μας, το θέμα λοιπόν δεν είναι ποιος είμαι εγώ. Εσύ ποιος είσαι; Και τι θέλεις από σένα;» γέλασε.
«Δεν θέλω να ξέρω –όσοι μάθανε είναι καταραμένοι», κλαψούρισα.
Γέλασε τότε δυνατά, τόσο πολύ που κοίταξα προς τον καταυλισμό μπροστά μου ανήσυχος μήπως ξύπνησαν οι άνθρωποι. Αλλά οι άνθρωποι δεν ξυπνάνε τόσο εύκολα, δεν αφυπνίζονται με τέτοιου είδους απειλές. Επειδή αυτές είναι οι μοιραίες απειλές, ποιος ο λόγος να τις παλέψεις;
«Σκάσε πια», είπα στο τέλος.

Αλλά μιλούσα στον εαυτό μου και πάλευα μόνος μου να σωπάσω το αναπόφευκτο. Επειδή ήμουνα μόνος εκεί πέρα και οι άνθρωποι απέναντι μου. Κοιμόντουσαν ήσυχοι.

«Ή κάνε ότι νομίζεις –κουράστηκα», μουρμούρισα καθώς βούλιαζα κρατημένος στον κορμό ενός δέντρου περιμένοντας το ξημέρωμα.

Παρασκευή, Ιούλιος 10, 2009

"Βαθειά στο δάσος"

Το δάσος καταπίνει τη γυναίκα και μετά φτύνει το γλυκό κορμί της στις λάσπες
Το φόρεμά της βυθίζεται στο πηγάδι θυμίζοντας το σχήμα του κορμιού ενός μικρού κοριτσιού.

Ναι, το θυμάμαι αυτό το κορίτσι
Που σκόνταψε μέσα στο πηγάδι σε μια στιγμή μοναξιάς
Αλλά δεν αντέχω να την αγγίξω τώρα
Τη μια και μοναδική μου.

Βαθειά στο δάσος
Βαθειά στο δάσος
Μια κηδεία αργοσέρνεται.

Τα σκουλίκια φτιάχνουν τα απάνθρωπα σχέδιά τους
Λένε Π-Ε-Θ-Α-Ν-Ε πάνω στο δέρμα της
Λένε ΝΕΚΡΗ στην κοιλιά της και ΘΑΝΑΤΟΣ στους ώμους της
Χτες βράδυ με φίλησε αλλά ο ΘΑΝΑΤΟΣ ήταν πάνω της.

Βαθειά στο δάσος
Βαθειά στο δάσος
Μια κηδεία αργοσέρνεται.

Τώρα το θύμα περιμένει τον δολοφόνο
Και τα δέντρα γνέφουν οτι συμφωνούν
Το μαχαίρι νιώθει σα μαχαίρι νιώθει σα μαχαίρι που νιώθει πεινασμένο
Ναι, το θυμάμαι αυτό το κορίτσι
Την πήρα από τα κουρέλια και την έφτασα στις βελόνες (προσευχήσου για μένα τώρα)
Μωρό μου, σήμερα θα κοιμηθούμε σε χωριστούς τάφους.

Βαθειά στο δάσος
Βαθειά στο δάσος
Μια κηδεία αργοσέρνεται.

Ο έρωτας είναι για τους ηλίθιους και όλοι οι ηλίθιοι είναι ερωτευμένοι
Βρέχει μόνο στο σπίτι μου και πουθενά αλλού
Ο έρωτας είναι για τους ηλίθιους κι ο Θεός ξέρει οτι είμαι ένας απ΄αυτούς
Τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα από μοναχικά παιδιά του έρωτα
Το πεζοδρόμιο λυπάται, επειδή πρέπει να τα σκοτώσουμε.





Λοιπόν σήμερα το πρωί μου είπε η Tomboy οτι ο Αρχηγός ετοίμασε καινούργιο βιβλίο, θα κυκλοφορήσει 1η Σεπτέμβρη και λέγεται The Death of Bunny Munro (πληροφορίες εντός). "Ο Μπάνυ είναι ένας πωλητής που ψάχνει να βρει την ψυχή του. Σύντομα θα ανακαλύψει οτι οι μέρες του είναι μετρημένες..." Ε, ρε γλέντια!

Τρίτη, Ιούλιος 07, 2009

"Οι Φύλακες της Πανούκλας"

Έχω να κάνω μια σοβαρή (αλλά όχι πρωτότυπη) πρόταση παύλα καταγγελία. Προτείνω λοιπόν να απαγορευτούν τα τραγούδια των Beatles. Αιτιολογώ –ο Τσάρλυ Μάνσον με την ομάδα του που σφάξανε τη Σάρον Τέιτ και τους υπόλοιπους, τότε στα 1969, είχαν γράψει με αίμα στους τοίχους Helter Skelter, άρα κάποια επιρροή από το σχετικό τραγούδι των Beatles. Και να μην ξεχάσω να απαγορεύσω τα τραγούδια των Rolling Stones επίσης –όλοι θυμόμαστε οτι στο Άλταμοντ, την ώρα που ο Τζάγκερ τραγούδαγε το Sympathy for the Devil, από κάτω οι Άγγελοι της Κόλασης σκότωναν τον Μέρεντιθ Χάντερ –ποιος τους καθοδηγούσε στη συγκεκριμένη δολοφονία; Προφανώς ο Τζάγκερ με τους στίχους του –φερμπότεν το λοιπόν κι αυτοί. Είπα παραπάνω για τους Beatles και θυμήθηκα –να απαγορευτεί επίσης και ο «Φύλακας της Σίκαλης» του Σάλιντζερ. Ο Τσάπμαν που έφαγε τον Λένον δήλωσε οτι ήταν επηρεασμένος από το συγκεκριμένο βιβλίο.

Δυστυχώς η πρότασή μου για τις παραπάνω απαγορεύσεις μόνο πρωτότυπη δεν είναι –την έχουν εισηγηθεί πριν από μένα αρκετές Πατριωτικοχριστιανικές Οργανώσεις των ΗΠΑ, την έχουν εφαρμόσει στην πράξη μπόλικες χούντες... Ακόμα πιο δυστυχώς η ανθρωπότητα σκέφτεται πλέον χοντρικά –δεν συγκινείται από μεμονωμένους θανάτους όσο διάσημα κι αν είναι τα θύματα, της χρειάζεται (το λιγότερο) μια γενοκτονία για να ξυπνήσει.

Εντάξει, επειδή σήμερα θέλω να απαγορεύσω κάτι, θα περάσω στις γενοκτονίες και τις μαζικές σφαγές.

Απαγορεύω λοιπόν τη Χριστιανική θρησκεία και στηρίζω την απαγόρευση αυτή στις σταυροφορίες, στις σφαγές των ιθαγενών της Αφρικής, στις γενοκτονίες των Ινδιάνων της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής, πλας σ' ένα τσούρμο αιρετικούς λαμπαδιασμένους τον Μεσαίωνα –αφού σήμερα είπαμε να ψωνίσουμε χοντρικά.

Απαγορεύω επίσης τον Ισλαμισμό, γιατί όλο και κάποιους έχουν γενοκτονίσει κι αυτοί.

Απαγορεύω τέλος την ιδεολογία της «Ελεύθερης Αγοράς» η οποία είναι υπεύθυνη για την πείνα στον Τρίτο Κόσμο, για γενοκτονίες ιθαγενών, για την καταστροφή του πλανήτη και για τα κουκλάκια με το παραπλανητικό όνομα «Τυχερούλης».

Γουστάρεις αίμα και βία δικέ μου; Γουστάρεις βουνά πτωμάτων; Τα παραπάνω τρία, ενδεικτικά και κυρίαρχα ρεύματα σκέψης είναι υπεύθυνα για το ξεκλήρισμα της μισής ανθρωπότητας –διαχρονικά μιλάμε πάντα, έτσι;

Τώρα εγώ, επειδή είμαι εμπεριστατωμένο άτομο, σκέφτηκα να ψάξω στις παραπάνω θεωρίες προκειμένου να εντοπίσω τα ψήγματα, έστω πρόκλησης βίας που εμπεριέχονται σε αυτές. Ε, λοιπόν μάγκα μου, όσο κι αν έψαξα δε βρήκα πουθενά καταγεγραμμένη ρήση του Χριστού ή του Μωάμεθ που να προτείνουν την εξολόθρευση των απίστων. Όσο κι αν το ήθελα δεν βρήκα ούτε έναν θεωρητικό «ελευθεραγορίτη» να υπερασπίζεται τα μονοπώλια και την αύξηση των κερδών ανεξαρτήτως κόστους. Όπως ακριβώς ο Λένον, ο Τζάγκερ και ο Σάλιντζερ δεν είχαν ούτε μισή φράση που να προτρέπει σε πράξεις βίας –έτσι και οι παραπάνω θεωρίες.

Ναι, εντάξει –οι θεωρίες ήταν μια χαρά, αλλά κάποιοι τις πήραν, τις διαστρέβλωσαν ή τις επέκτειναν ή όπως θες πέστο. Και κατέληξε το θέμα σε μακελειό. Φταίνε οι θεωρίες γι΄αυτό; Θα πρέπει δηλαδή να κάψουμε τον τσελεμεντέ επειδή μια νοικοκυρά έβαλε ποντικοφάρμακο στα ντολμαδάκια και δηλητηρίασε την ομήγυρη;

Αν απάντησες «βεβαίως και θα πρέπει να τον κάψουμε», πάρε θέση κι εγώ ακολουθώ. Ξεκίνα να καις βιβλία, δίσκους, ναούς, εμπορικά κέντρα –τα πάντα. Αν όμως το σκέφτηκες αλλιώς το πράγμα, αν θεωρείς οτι δεν φταίει η συνταγή για τη δολοφονική εφαρμογή της, διάβασε παρακάτω.

Ήταν το 2005 όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έβγαλε ένα ωραίο ψηφισματάκι στο οποίο ταύτιζε τον φασισμό με τον κομμουνισμό και ακολούθως ταύτιζε τα φασιστικά καθεστώτα με τα πολιτεύματα που επικρατούσαν στις χώρες του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού». Το Ψήφισμα είχε προταθεί από κοινού από Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, Φιλελεύθερους, Ένωση για την Ευρώπη των Εθνών και Πράσινους και κατά την ψηφοφορία, εκτός από τους παραπάνω, το υπερψήφισαν και οι σοσιαλιστές. Ψήφοι, 553 υπέρ, 44 κατά και 33 αποχές. Ποιοι ψήφισαν κατά; Οι Ευρωπαίοι Αριστεροί (για όσους θεωρούν οτι οι Ευρωεκλογές δεν έχουν καμιά σημασία). Ποιοι απείχαν; Μπόλικοι –μέσα σ΄αυτούς και οι δικοί μας Δεξιοί και το Λάος (αυτοί μάλλον είχαν πρόβλημα επειδή έγινε προσπάθεια εξομοίωσης των φωτισμένων φασιστικών καθεστώτων με τους εγκληματίες μπολσεβίκους).

Πρόσφατα ο ΟΑΣΕ έβγαλε ένα καινούργιο ψηφισματάκι όπου εξισώσει τον ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης με αυτόν της Γερμανίας σχετικά με την έναρξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Ζητάει μάλιστα το Ψήφισμα να καθιερωθεί η 23η Αυγούστου (τέτοια μέρα υπογράφτηκε το Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη επίθεσης, Μολότωφ-Ρίμπεντροπ) σαν ημέρα μνήμης των θυμάτων του σταλινισμού και του ναζισμού.

Τι βλέπουμε στα δυο παραπάνω Ψηφίσματα; Ωραίες ντρίπλες βλέπουμε, μαγευτική μπάλα, ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο! Ξεκινάνε τη φράση με «κομμουνιστικό» και την κλείνουν με «σταλινικό» -ωραία πράγματα! Απορώ εγώ τώρα -ο αδαής:

-Έλεγε πουθενά ο Μαρξ για «Πατερούληδες»; Έγραφε πουθενά οτι «δικτατορία του προλεταριάτου» σημαίνει «παντοκρατορία ενός ανθρώπου»; Επειδή δηλαδή κάποιος Στάλιν (Τσαουσέσκου κ.λ.π.) πήρε το «οι πολλοί θα καταλάβουν νομοτελειακά την εξουσία με σκοπό να την καταργήσουν» και το μετέτρεψε στο Λουδοβίκειο «το κράτος είμαι εγώ» -πάει να πει οτι η κομμουνιστική θεωρία (ή ιδεολογία) οδηγεί σε ολοκληρωτικά καθεστώτα; Αν ναι, η Ελεύθερη Αγορά οδηγεί σε εκατόμβες νεκρών, το ίδιο και τα λόγια του Χριστού ή του Μωάμεθ.

-Πότε θα βγει το σίκουελ της «Μαύρης βίβλου του Κομμουνισμού»; Πότε θα βγει η «Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού», η «Μαύρη Βίβλος του Χριστιανισμού» κ.λ.π.; Μας έχουν ζαλίσει τον έρωτα τα τελευταία χρόνια με τα εγκλήματα του κομμουνισμού και των «κομμουνιστικών καθεστώτων» -για στάκα ρε μάγκες! Στον Ελληνικό Εμφύλιο ΜΟΝΟ οι αριστεροί σφάζανε; Οι δεξιοί δεν κάνανε τίποτα; Ρωτάω ρε γίγαντες Πάγκαλοι που βγήκατε να φρίξετε εκ των υστέρων για τα «κομμουνιστικά εγκλήματα» του Εμφυλίου. Οι αριστεροί άνοιξαν τα ξερονήσια; Οι αριστεροί εκτελούσαν σωρηδόν κομμουνιστές; Οι αριστεροί έφτιαξαν το «ιδιώνυμο» (θυμήσου το αυτό για παρακάτω); Οι αριστεροί τσολιάδες συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς; Δε λέω ρε γαμώτο οτι οι αριστεροί ήταν άγγελοι σε ένα κόσμο διαβόλων –αλλά μη μου λέτε κι εσείς οτι οι δεξιοί ήταν Αη Γιώργηδες που πάλευαν να σκοτώσουν το δράκο και να σώσουν το κορίτσι! Και κάτι ακόμα, σχετικά με τα εγκλήματα του κομμουνισμού. Τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία δεν τις έριξαν σταλινικοί –απ΄οτι θυμάμαι. Εκείνοι που τις έριξαν το έκαναν κατά παράβαση ΚΑΘΕ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ αλλά ποτέ δεν δικάστηκαν σαν εγκληματίες πολέμου. Μιας και μιλάμε για εγκλήματα –ο βομβαρδισμός αμάχων απαγορεύεται. Στάλιν λεγόταν λοιπόν αυτός που έδωσε εντολή να βομβαρδιστεί η Γιουγκοσλαβία; Μήπως λεγόταν Μάο αυτός που βομβάρδισε τη Βαγδάτη; Ρωτάω –επειδή αρχίζουμε να ξεχνάμε τη ΜΙΣΗ ιστορία και να θυμόμαστε την υπόλοιπη παραποιημένη.

-Πως είναι δυνατό να ευθύνεται μια χώρα για την έναρξη ενός πολέμου όταν υπογράφει Σύμφωνο μη Επίθεσης; Δηλαδή για τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο φταίει και η Ελβετία που δεν συμμετείχε; Εντάξει –αστειεύομαι. Η ΕΣΣΔ ήταν μεγάλη χώρα και έπρεπε να τρέξει στο πλευρό των Συμμάχων για να αντιμετωπίσει τον φασισμό –σωστά φωστήρες; Δηλαδή ο Στάλιν έπρεπε να αδιαφορήσει για τις εξωτερικές επιθέσεις που δεχόταν η χώρα του (συμμετείχε και η Ελλάδα τιμητικά στους επιτιθέμενους) και να τρέξει να συνδράμει αυτούς που του επιτίθονταν μέχρι πριν λίγους μήνες! Έστω, να δεχτώ οτι υπήρχαν κάτι ψιλοτσακωμοί αλλά έπρεπε να ενωθούν όλοι απέναντι στον «κοινό εχθρό». Οι ΗΠΑ πότε μπήκαν στον Πόλεμο κατά του «κοινού εχθρού»; Μήπως μπήκαν μετά τους Ρώσους; Κι αν ναι, γιατί κατηγορείται η ΕΣΣΔ για συνυπαιτιότητα στην έναρξη του Β’ΠΠ και δεν κατηγορούνται ΚΑΙ οι ΗΠΑ;

Υπάρχει αυτό το παλιό τσιτάτο που λέει οτι «η ιστορία γράφεται από τους νικητές», προσωπικά το θεωρώ σκέτη σαχλαμάρα. Προφανώς και η ιστορία γράφεται από τους νικητές –οι νικημένοι συνήθως εξολοθρεύονται, που να τους βρεις για να γράψουν; Εγώ νομίζω οτι η ιστορία γράφεται από τους ιστορικούς και οι ιστορικοί είναι άνθρωποι που διαμορφώνονται από τις κοινωνικές συνθήκες. Τελικά λοιπόν το θέμα δεν είναι πως γράφεται η ιστορία, αλλά πως διαβάζεται. Θυμήσου το σχολείο! Κάναμε Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας αλλά ποτέ δεν φτάναμε μέχρι τον Εμφύλιο. Όχι οτι δεν υπήρχε στο βιβλίο ο Εμφύλιος –απλά εμείς δεν προλαβαίναμε να καλύψουμε την ύλη! Κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα γενικότερα –αν με πιάνεις.

Να υποθέσω τώρα μερικά πράγματα; Να υποθέσω ας πούμε γιατί έπιασε τόση καΐλα τους Δυτικοευρωπαίους και τους ΗΠΑνάπτυκτους να δαιμονοποιήσουν τον κομμουνισμό;

Μια πρώτη εξήγηση θα μπορούσε να είναι η ανάγκη επαναπροσδιορισμού του δίπολου. Εκεί που υπήρχαν πριν «κακοί Ρώσοι» και «ήρωες Δυτικοί», τώρα υπάρχουν «κακοί Ισλαμιστές». Οι «ήρωες Δυτικοί» παραμένουν. Και μάλιστα με αντιπάλους πολύ πιο εύκολους –στη θέση της υπερδύναμης ΕΣΣΔ έχουν μπει κάτι κουρελήδες της Ανατολής. Γιατί όμως να υπάρχει το δίπολο; Επειδή, αν δεν υπάρχουν «οι άλλοι» δεν υπάρχεις κι εσύ. Επειδή αν δεν υπάρχει ο «κοινός εχθρός» δεν υπάρχει και λόγος να ενωθείς εναντίον του, αφήνοντας για αργότερα την δημιουργία καλύτερων συνθηκών στην προσωπική σου ζωή. «Τώρα μας απειλούν οι μουλάδες, (οι κόκκινοι, οι μαύροι, οι μυρμηγκοφάγοι, βάλε ότι θες), δεν έχουμε ώρα να ασχοληθούμε με την υγεία σου, τον μισθό σου, τη ζωή σου γενικότερα ρε παιδί μου!»

Επειδή όμως το δίπολο είναι βολικό, αλλά το τρίπολο φέρνει σε παρτούζα –γι΄αυτό είπαν οι εγκέφαλοι να τα χώσουν στον κομμουνισμό. Εξηγώ –το να συνασπίζονται οι μάζες κατά του κοινού εχθρού έρχεται λουκούμι, όσο η ύπαρξη τρίτης εναλλακτικής πρότασης μπερδεύει τα πράγματα. Δε συμφέρει να υπάρχει αυτή η γαμημένη πιθανότητα να σκεφτούν οι άνθρωποι των δύο αντίπαλων στρατοπέδων: «ρε δε γαμεί κι εσύ κι ο γρύλος σου; γιατί να σφάζομαι με τον απέναντι όταν πεινάμε το ίδιο ακριβώς;»

Τι κάνουμε λοιπόν για να αντιμετωπίσουμε αυτή την όχι και τόσο βολική πιθανότητα; Μήπως κάτι τέτοιο;
«Όστις επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος, ή την απόσπασιν μέρους ή όλου της Επικρατείας, ή ενεργεί υπέρ αυτών προσηλυτισμόν, τιμωρείται με φυλάκισιν τουλάχιστον εξ μηνών. Προς τούτοις επιβάλλεται δια της αποφάσεως και εκτοπισμός ενός μηνός μέχρι δύο ετών εις τόπον εν αυτή οριζόμενον».
Μήπως το Βενιζελικό Ιδιώνυμο αρχίζει να ακούγεται σαν λογική πρόταση πλέον;

Μια δεύτερη εξήγηση θα μπορούσε να είναι η ανάγκη υποβάθμισης (διάβαζε, κατάργησης) των εργασιακών δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών που είχαν εξασφαλίσει οι αγώνες, κυρίως, των αριστερών κομμάτων και οργανώσεων στις Δυτικές κοινωνίες. Με την καθιέρωση της τερατώδους εξίσωσης «ότι προέρχεται από τον κομμουνισμό είναι κακό και οδηγεί σε φασισμό» μπορούμε πιο εύκολα να καταλήξουμε στην μη αντίδραση μπροστά στην ανατροπή των κοινωνικών κεκτημένων.
«Ποιος φωνάζει για οχτάωρο; Οι κομμουνιστές. Άρα το οχτάωρο είναι κακό, επειδή οι κομμουνιστές είναι κακοί».
«Ποιος διαδηλώνει; Οι κομμουνιστές. Άρα οι διαδηλώσεις είναι κακό πράγμα».
«Ποιος θέλει κοινωνικές ελευθερίες; Οι κομμουνιστές. Άρα οι κοινωνικές ελευθερίες είναι κακές».

Θα μου πεις οτι δεν φωνάζουν μόνο οι κομμουνιστές για τα παραπάνω. Σωστά! Ούτε και ο μοναδικός αναγνώστης του «Φύλακα της Σίκαλης» ήταν ο Τσάπμαν, αλλά το βιβλίο χαρακτηρίστηκε από αυτόν τον μοναδικό κακό αναγνώστη.

Κοντολογίς, αρκεί να δαιμονοποιήσουμε μια ομάδα πολιτών (αν η ομάδα είναι υποθετική, ακόμα καλύτερα) για να αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό του βδελυρού σε οτιδήποτε «αγγίζει» αυτή η ομάδα. Η θεωρία της πανούκλας –πρώτα φορτώνουμε την αρρώστια σε κάποιους και μετά τους κατηγορούμε οτι μολύνουν κάθε τι που αγγίζουν. Στη συνέχεια βέβαια τους απομονώνουμε, μπας και σωθούμε. Όχι από αυτό που πραγματικά έχουν, αλλά από εκείνο που εμείς αποφασίσαμε να τους φορτώσουμε.

Και τελικά –για να ξεμπερδεύουμε. Σιχαίνομαι κάθε –ισμο του οποίου το πρώτο συνθετικό αναφέρεται σε πρόσωπο. Σιχαίνομαι τον Μαρξισμό, τον Λενινισμό, τον Σταλινισμό, τον Μαοϊσμό, αλλά και τον Μακαρθισμό, τον Ρηγκανισμό, τον Θατσερισμό, τον Χριστιανισμό, τον Μωαμεθανισμό, τον Βουδισμό και τον Παπισμό. Δώσμου τέτοιους –ισμους, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να μεγιστοποιήσεις την απέχθειά μου.

Είμαι φιλικά διατεθειμένος απέναντι στους κάθε λογής -ισμους που αναφέρονται σε ιδέες. Σοσιαλισμός (δηλαδή κοινωνισμός), Κομμουνισμός (πάει να πει –κοινοκτημοσυνισμός), Αναρχισμός (σα να λέμε αντιαρχηγισμός) και πάει λέγοντας. Όχι δεν είμαι υπέρ του Καπιταλισμού (δηλαδή της Κεφαλαιοκρατίας), ούτε υπέρ του Ιμπεριαλισμού (της Αυτοκρατοροκρατίας σα να λέμε).

Διατηρώ πάντα την υποψία οτι οι λέξεις μπορούν και να λένε την αλήθεια. Δεν θέλω λοιπόν να δεχτώ καμιά θεωρία παύλα ιδεολογία που διεκδικεί το αλάθητο του ονόματος. Και έχω την απαίτηση, η ιδεολογία που απευθύνεται στους ανθρώπους να γράφει, τουλάχιστον στην ούγια, τον ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα. Ζητάω πολλά;

Γιατί τελικά είναι πολύ ωραία αυτή η εξίσωση του Στάλιν με τον Χίτλερ, κάνατε ένα λάθος όμως αγαπητοί αναλυτές της ιστορίας. Ξεχάσατε να πείτε οτι ο Χίτλερ δεν προέκυψε με επανάσταση σοβιετικού τύπου –με δημοκρατικότατες, δυτικού τύπου, εκλογές ανέβηκε στην εξουσία. Κι ο Μπους το ίδιο. Και η Θάτσερ, ο Ρήγκαν, ο Μπερλουσκόνι ....

Μήπως λοιπόν πριν καταγγείλετε (τιγκαρισμένοι στην ιερή οργή) ένα πολιτικό σύστημα που ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ, μήπως θα ήταν καλύτερα να κοιτάξετε τι πάει στραβά με το «δημοκρατικό» σας σύστημα και φέρνει στην εξουσία τόσους πολλούς απίθανους και επικίνδυνους τύπους;

«Είναι αστείο! Το μόνο που χρειάζεται είναι να πεις κάτι που κανένας δεν θα καταλάβει και μετά όλοι θα κάνουν ότι τους πεις», σκεφτόταν κάποτε ο Χόλντεν Κόλφιλντ.

Παρασκευή, Ιούλιος 03, 2009

Η ιστορία της χαμένης ταυτότητας

«Ένα αριστερό εξτρέμ μας λείπει και δεν θα παιζόμαστε φέτος», είπε ο Γυαλάκιας τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του πέρα από τα κάγκελα του μπαλκονιού.
«Τι να το κάνετε το εξτρέμ; Έχετε τον επόπτη γραμμών σε κάθε αγώνα», κορόιδεψε ο Σίλβερ.
«Οι επόπτες δεν σεντράρουν», απάντησε ο Γυαλάκιας.
«Εντάξει, πάρτε και τον διαιτητή να σας δίνει πέτσινα πέναλτι και καθαρίσατε», είπε ο Σίλβερ.

Ο Γυαλάκιας φόλα γαύρος κι ο Σίλβερ βάζελος, η κουβέντα περί ποδοσφαίρου λοιπόν ήταν μια κάποια λύση για τη βαρεμάρα του απογευματινού καφέ στο μπαλκόνι του Σίλβερ. Τουλάχιστον μέχρι να ξαναβγεί η γκόμενα της απέναντι πολυκατοικίας για άπλωμα εσωρούχων. Τον Σίλβερ βασικά τον λέγανε Ασημάκη και ήταν κατίμαυρος σα Βεδουίνος, αλλά η παρέα τού είχε κολλήσει το σχετικό παρατσούκλι μάλλον λόγω συνδυασμού βαφτιστικού ονόματος και χρώματος οφθαλμών –γαλαζοπράσινο. Ήταν και φιλότιμο παιδί ο Σίλβερ, έβαζε πάντα πλάτη στις δύσκολες δουλειές και φώναζε τότε η παρέα «χάι γιό Σίλβερ!» σε στυλ Λόουν Ρέιντζερ. Τον Γυαλάκια τον λέγανε έτσι επειδή ήταν γυαλάκιας –προφανώς.

«Έχει πάντως καταντήσει αηδία η κουβέντα περί διαιτησίας», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Ε, σταματήστε να στήνετε διαιτητές τότε», πρότεινε ο Σίλβερ.
«Κάτσε ρε φίλε –θες να πεις οτι δεν είμαστε καλύτερη ομάδα από σας; Αυτό θες να πεις δηλαδή;» εκνευρίστηκε ο Γυαλάκιας.
«Γιατί είσαστε καλύτεροι; Επειδή παίρνετε τα σικέ πρωταθλήματα στην Ελλάδα; Στην Ευρώπη εμάς μας βγάζουν το καπέλο κι εσάς σας έχουν για να γελάνε», είπε με σοβαρό ύφος ο Σίλβερ.
«Ε, τώρα είσαι μαλάκας! Γέλαγε μαζί μας η Βέρντερ που τη γαμήσαμε μέσα-έξω;» κόρωσε ο Γυαλάκιας.
«Σιγά τ΄αυγά!» ξεφύσησε ο Σίλβερ, βγάζοντας καπνό μέχρι κι απ΄τα αυτιά του. «Τη Βέρντερ κι εμείς για πλάκα την είχαμε».
«Ναι, αλλά τη Ρεάλ;» επέμεινε ο Γυαλάκιας.
«Τι τη Ρεάλ;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Δεν την ξεσκίσαμε μέσα στο Μπερναμπέου;»
«Εσείς;» κορόιδεψε ο Σίλβερ.
«Εμείς!» ζούληξε νευρικά το τσιγάρο του στο τασάκι ο Γυαλάκιας.
«4-2 δε χάσατε;» ρώτησε δήθεν αθώα ο Σίλβερ.
«Χάσαμε ναι. Αλλά τους ξεσκίσαμε –με 10 παίκτες παίζαμε και τους είχαμε ισοπαλία μέχρι το 80φεύγα!»
«Αλλά στο τέλος χάσατε 4-2!» επέμεινε ο Σίλβερ.
«Ε, τι σημασία έχει αυτό;» αγανάκτησε ο Γυαλάκιας.
«Έλα ντε!» γέλασε ο Σίλβερ. «Τι σημασία έχει μια ακόμα τεσσάρα για σας! Συνηθισμένοι είσαστε άλλωστε!»
«Κάτσε ρε φίλε, να το πάμε αλλιώς επειδή θα τρελαθούμε εδώ πέρα!» άναψε κολλητά το τσιγάρο του από τη γόπα του προηγούμενου ο φουντωμένος Γυαλάκιας. «Ας πάρουμε την Ελληνική Ιστορία».
«Τι δουλειά έχει η Ελληνική Ιστορία με τις τεσσάρες σας στην Ευρώπη;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Έχει –όλα έχουν», είπε ο Γυαλάκιας. «Πάρε ας πούμε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο».
«Ωχ Παναγία μου!» αναστέναξε ο Σίλβερ.
«Λοιπόν, σε ρωτάω. Γιατί γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;» απαίτησε να μάθει ο Γυαλάκιας.
«Επειδή ξεκωλιάσαμε τους Ιταλούς και κρατήσαμε στα οχυρά τους Γερμανούς», απάντησε ο Σίλβερ.
«Ναι αλλά χάσαμε!» πανηγύρισε ο Γυαλάκιας.

«Τι μαλακίες μου λες τώρα;» απηύδησε ο Σίλβερ.
«Λέω οτι όσο ξεσκίσαμε τις Δυνάμεις του Άξονα στον Βου Παγκόσμιο, άλλο τόσο ξέσκισε κι ο Θρύλος τη Ρεάλ. Διάλεξε λοιπόν. Ή ο Θρύλος έχει ξεφτιλίσει τις μισές ποδοσφαιρικές υπερδυνάμεις στην Ευρώπη ή έχουμε, σαν έθνος, πάνω από 2000 χρόνια να ρεφάρουμε σε πόλεμο», είπε ο Γυαλάκιας.
«Καλά τώρα! Συγκρίνεις ανόμοια και βγάζεις ότι θες!» αγανάκτησε ο Σίλβερ.

«Γιατί;» του χώθηκε ο Γυαλάκιας. «Δεν μας πήραν τα σώβρακα οι Γερμανοί στα οχυρά;»
«Όχι ρε φίλε δεν μας τα πήραν! Γι΄αυτό άλλωστε όταν βγήκαν οι δικοί μας στάθηκε προσοχή και τους χαιρέτησε ο επικεφαλής των Γερμανών!» άρχισε να τα παίρνει με τη σειρά του ο Σίλβερ.
«Ναι ε;» ειρωνεύτηκε ο Γυαλάκιας. «Κι ο Ραούλ έτρεξε να σφίξει το χέρι του Νικοπολίδη, αλλά το γκολάκι του το είχε κολλήσει πριν. Τι να το κάνω λοιπόν; Ας μην μας έβαζε γκολ το κωλόπαιδο κι ας έβριζε μετά τις μανάδες και τις αδερφές ακόμα και των αναπληρωματικών!»
«Α, μάλιστα! Τώρα δηλαδή σε καίει το αποτέλεσμα!» ψευτοθαύμασε ο Σίλβερ.
«Εμένα δε με καίει τίποτα. Εσύ είπες προηγουμένως οτι το σκορ μετράει και όχι το αν παίξαμε καλά. Αν μετράει λοιπόν το σκορ, μας πηδάνε κανονικά από Μετά Χριστόν και δώθε επειδή δεν έχουμε κερδίσει ούτε παρτίδα τάβλι σε διεθνές επίπεδο!»
«Μαλακίες μου λες. Δεν απελευθερωθήκαμε μετά την επανάσταση του ’21; Δεν κερδίσαμε στους Βαλκανικούς; Μέχρι και στους Βου Παγκόσμιο με τους νικητές ήμασταν!» ρώτησε παύλα διαπίστωσε ο Σίλβερ.
«Κάτσε λίγο να τα δούμε», είπε ο Γυαλάκιας. «Να το πάρουμε το κορδόνι από το ’21 ή να πάμε παραπίσω;»
«Ξεκίνα από το ’21 επειδή δουλεύω αύριο το πρωί και πρέπει να κοιμηθώ κιόλας», απάντησε ο Σίλβερ.
«Πότε πρέπει να κοιμηθείς;»
«Σε κάνα εξάωρο από τώρα, οπότε ας ξεκινήσουμε από το ’21 για να μη μας βρει το ξημέρωμα», εξήγησε ο Σίλβερ.

«Το θρυλικό ’21 λοιπόν –που εορτάζεται με παρελάσεις. Τι έγινε τότε;»
«Τι έγινε; Διώξαμε τους Τούρκους!» απόρησε ο Σίλβερ.
«Εμείς;» επέμεινε ο Γυαλάκιας.
«Εννοείς εγώ κι εσύ;» χαζορώτησε ο Σίλβερ.
«Εννοώ οτι οι ηρωικοί αγωνιστές μας είχανε φάει ήττα μεγάλη κι αν δεν ήταν οι Ξένες Δυνάμεις να βομβαρδίσουν τον τουρκικό στόλο ακόμα θα είχαμε κανένα Τουρκαλβανό Σουλτάνο με γραφικό όνομα, του τύπου Καραμάν Αλής, πάνω απ΄τα κεφάλια μας».
«Μα Καραμανλή λένε τον πρωθυπουργό εδώ και χρόνια!» παρατήρησε ο Σίλβερ.
«Άσχετο», είπε ο Γυαλάκιας. «Το γεγονός είναι οτι χάναμε χοντρά και μας σώσανε οι Μεγάλες Δυνάμεις, για δικούς τους σκοπούς υποθέτω και όχι λόγω φιλελληνισμού».
«Εντάξει, ακόμα κι έτσι –πριν δε μου έλεγες οτι το αποτέλεσμα μόνο μετράει;» πετάχτηκε ο Σίλβερ.
«Εγώ δεν έλεγα τίποτα, εσύ το έλεγες αυτό. Αλλά αν μετράει μόνο το αποτέλεσμα τότε, λόγω αποτελέσματος, δικαιώνεται η Θρυλάρα που παίρνει τόσα χρόνια το πρωτάθλημα. Σ’ έσκισα Μουστάκια!» πανηγύρισε ο Γυαλάκιας –όχι δηλαδή οτι είχε τίποτα μουστάκι ο Σίλβερ, ατάκα από τα «Κίτρινα γάντια» ήταν το «Μουστάκιας».
«Όχι ρε φίλε! Πάλι συγκρίνεις ανόμοια!» διαμαρυρήθηκε ο Σίλβερ.

«Εγώ δεν συγκρίνω ανόμοια. Λέω απλώς οτι σ΄αυτή εδώ την κωλοχώρα το παίζουμε μια Αμερικάνοι, μια Ευρωπαίοι επειδή ντρεπόμαστε να πούμε οτι δεν έχουμε δική μας ταυτότητα», είπε ο Γυαλάκιας.
«Πως δεν έχουμε; Εγώ έχω και μάλιστα καινούργια –Ευρωπαϊκή πλενόμενη», γέλασε ο Σίλβερ.
«Ρε παιδί μου, εννοώ οτι είμαστε κολαούζοι. Τη μια λέμε ‘ο πρώτος είναι τα πάντα, ο δεύτερος τίποτα’ σαν κακέκτυπα του Χόλυγουντ. Την άλλη λέμε ‘η προσπάθεια μετράει, το αποτέλεσμα είναι στο χέρι του Θεού΄ σαν στραβοχυμένοι Καλβινιστές...»
«Τι είναι οι Καλβινιστές;» διέκοψε ο Σίλβερ.
«Αυτοί που φοράνε Κάλβιν Κλάιν και μη με διακόπτεις», συνέχισε ο Γυαλάκιας. «Το θέμα είναι οτι δεν έχουμε αυτό που λέγεται ‘πολιτιστική κληρονομιά’ και ψάχνουμε να πάρουμε δανεική από τους άλλους».
«Ε, τώρα το έχεσες εντελώς!» διαμαρτυρήθηκε ο Σίλβερ. «Αν δεν έχουμε εμείς πολιτιστική κληρονομιά, εμείς που χτίζαμε Παρθενώνες όταν οι άλλοι ήταν ακόμα στα δέντρα...»
«Ώπα, φρένο!» τον φρέναρε ο Γυαλάκιας. «Λες δηλαδή οτι έχουμε επιρροές από την Αρχαία Ελλάδα και είμαστε οι συνεχιστές της, ας πούμε;»
«Άμα δεν είμαστε εμείς, ποιος είναι; Οι ιθαγενείς του Αμαζονίου;»
«Κοντά έπεσες», υποστήριξε ο Γυαλάκιας. «Για πες μου τώρα –οι Αιγύπτιοι είχαν έναν μεγάλο πολιτισμό;»
«Είχαν –και τι μ΄αυτό;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Οι Κινέζοι πάλι, τι σου λένε;»
«Τι να μου πουν;» αναρωτήθηκε ο Σίλβερ.
«Πολιτισμικώς εννοώ. Είχαν;»
«Είχαν».
«Οι ιθαγενείς του Περού;»
«Τι κάνανε πάλι αυτοί;» αγανάκτησε ο Σίλβερ.
«Είχαν βαρβάτο πολιτισμό! Απόγονοι των Ίνκας!»
«Που θες να καταλήξεις;» απόρησε ειλικρινά ο Σίλβερ.
«Στο ότι όλοι οι προαναφερθέντες είναι, ας πούμε, απόγονοι μεγάλων πολιτισμών και τη σήμερον ημέρα τυγχάνουν γλίτσηδες που ούτε να τους φτύσεις», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Ε και;» έκανε ο Σίλβερ.
«Πάει να πει οτι τα έθνη με αρχαία ιστορία καταλήγουν συνήθως έσχατοι των εσχάτων, γαλαρία, δίπλα στις τουαλέτες», είπε ο Γυαλάκιας. «Ενώ τα έθνη με μεταγενέστερη ιστορία –αυτοί που κατέβηκαν αργότερα απ΄τα δέντρα, να πούμε –καταλήγουν πολιτισμικά κυρίαρχα. Όπως Αμερική!»

«Αφού ρε βλάκα, όλος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίχτηκε στους Αρχαίους Έλληνες και οι Αμερικάνοι στηρίχτηκαν στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, άρα, συνεπάγεται και αντιστρόφως, ο αριθμητής δια του παρονομαστή, η υποτείνουσα επί της μεσοκαθέτου και παρ’ τ΄αρχίδια μου!» συμπέρανε οργισμένος ο Σίλβερ.
«Ναι, μάλιστα!» κορόιδεψε ο Γυαλάκιας. «Σε ποιον Αρχαίο Πολιτισμό στηρίχτηκε η Ευρώπη;»
«Τι ‘σε ποιον’; Υπήρχαν πολλοί;» ρώτησε ο Σίλβερ.
«Αμέ! Υπήρχε αυτός που ‘άνθισε στη φιλόξενη ελληνική γη’ που λέγανε και στην ΥΕΝΕΔ, ο άλλος ο Μικρασιατικός ο εισαγόμενος και οι γραπτές πηγές όλων αυτών που σώθηκαν μετά την κατραπακιά του κοντού με το Βουκεφάλα. Από όσα σώθηκαν, κάποια διάλεξαν οι Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα και δώθε, τα μετάφρασαν όπως γούσταραν και μας τα πλάσαραν για ελληνικούρες. Αυτό φίλε μου είναι Ευρωπαϊκός Πολιτισμός που στηρίχτηκε σε επιλεγμένα αρχαία κείμενα. Αν αύριο, ας πούμε, τα εγγόνια μας ξεθάψουν το αρχείο του Πρωταθλητή ο κόσμος θα νομίζει οτι το ποδόσφαιρο γνώρισε στιγμές άφταστης δόξας στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Αν πάλι βρουν το αρχείο της Πράσινης, τότε θα αποφανθούν οτι ο 20ος αιώνας ήταν ο μεσαίωνας του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα. Αν τώρα υποθέσουμε οτι τα εγγόνια μας είναι βάζελοι και θέλουν να αποδείξουν οτι όσο δεν έπαιρνε πρωτάθλημα η ομάδα τους υπήρχε μεσαίωνας –πες μου εσύ ποιο από τα δυο αρχεία θα αναδείξουν!»
Εκείνη τη στιγμή βγήκε η γειτόνισσα στο απέναντι μπαλκόνι, οπότε ο Γυαλάκιας σώπασε απότομα κι ο Σίλβερ άναψε τσιγάρο όσο έπαιρνε βολικότερη θέση παρατήρησης. Η γειτόνισσα άρπαξε μια σφουγγαρίστρα χωρίς, δυστυχώς, να σκύψει και ξαναμπήκε μέσα.

«Τζίφος!» είπε ο Σίλβερ. «Λοιπόν τι λέγαμε;»
«Για τους μαλάκες τους Έλληνες λέγαμε», απάντησε ο Γυαλάκιας. «Ξέρεις οτι μου ζητήσανε χαρτιά κάτι φασιστόμουτρα τις προάλλες που πέρναγα από τον Άγιο Παντελεήμονα;»
«Τι δουλειά έχει αυτό τώρα;» μπερδεύτηκε ο Σίλβερ.
«Έχει και παραέχει. Επειδή φίλε, οι συμπατριώτες μας είναι αποδεδειγμένοι καρπαζοεισπράκτορες 2000 χρόνια τώρα. Μέχρι που αναγκάστηκαν να πουν οτι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι συνέχεια της Αρχαίας Ελλάδας επειδή κάποιος Ρωμαίος Φλάβιος Βαλέριος Μούσμουλους την είδε διασπαστής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας...»
«Στάκα, ποιος είναι αυτός ο Φλάβιος;» κόλλησε ο Σίλβερ.
«Ο Κωνσταντίνος ο Μέγας αδερφάκι μου. Ρωμαίος απ΄αυτούς που μόλις είχαν κατέβει από τα δέντρα που τον πήραμε μεταγραφή οι Ελληνοχριστιανοί μπας και δούμε κάνα πρωτάθλημα. Κλασσική περίπτωση Ρότσα-Μπουμπλή δηλαδή!» διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Τέλος πάντων –φτάσε στο προκείμενο!» αγανάκτησε ο Σίλβερ.

«2000 χρόνια χωρίς πρωτάθλημα είναι πολλά –νομίζω; Ειδικά αν τα προηγούμενά σου πρωταθλήματα ήταν στο περιφερειακό, Αθήνα –Σπάρτη σημειώσατε Χι. Και το μόνο που είχες να επιδείξεις ήταν κάτι σκονισμένες νίκες με τους Πέρσες σαν τον ‘Θρύλε των γηπέδων Ολυμπιακέ –που νίκησες τη Σάντος, ομάδα του Πελέ’, με εννοείς; Γι΄αυτό λοιπόν ήταν στην τσίλια οι ιθαγενείς του Ελλαδιστάν, περιμένανε ποιον να βρούνε να του τα ρίξουν. Είχανε κάτι γύφτους, βολεύονταν, αλλά τι να σου κάνουν και οι γύφτοι; Δεν μπορούσες να τους πάρεις υπηρετικό προσωπικό, να τους επιδείξεις, να κάνεις το κομμάτι σου σαν πολιτισμένο άτομο ρε παιδί μου! Είχανε και κάτι Τούρκους στη Θράκη...»
«Έλληνες μουσουλμάνους», πετάχτηκε ο Σίλβερ.
«’σου πω ρε λεβέντη μου! Η παροικία στην Κωνσταντινούπολη τι είναι; Έλληνες; Ή μήπως Τούρκοι χριστιανοί;»
«Χέσε μας τώρα –Έλληνες είναι!»
«Ε, τότε και οι άλλοι στη Θράκη είναι Τούρκοι και άσε με να ολοκληρώσω!» κόρωσε ο Γυαλάκιας. «Όταν ήρθαν οι πρώτοι μετανάστες ανυψώθηκε το ηθικό των Ελληναράδων. Πλέον θα είχαμε κι εμείς δούλους, όπως οι πολιτισμένοι Γερμανοί είχαν δούλους τους θείους μας. Θα μπορούσαμε να τους κοροϊδέψουμε, να τους κλέψουμε, να τους πιούμε το αίμα –ε, ρε γλέντια! Η Ελλάδα έγινε επιτέλους Ευρώπη! Αλλά το κόλπο ξέρεις ποιο είναι;» ο Γυαλάκιας κοίταξε τον Σίλβερ περιμένοντας.
«Αφού θα μου την πεις την παπαριά σου –τι περιμένεις;» απόρησε ο Σίλβερ.
«Το κόλπο είναι η εθνική ταυτότητα. Σου λέει ας πούμε ο Ινδός ‘εγώ φοράω το σαρίκι μου και χαζεύω αγελάδες στον Γάγγη΄ -σωστός ο Ινδός. Σου λέει ο Γάλλος ‘εγώ τρώω το σκόρδο μου και γυρίζω τον κόσμο με πέδιλο και κάλτσα από μέσα’ –σωστός ο Γάλλος. Φτάνει και η σειρά του Έλληνα –τι να σου πει; ‘Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγονται παίδες δύο’ τι διάολο σημαίνει αυτό; Ούτε κι ίδιος δεν γνωρίζει. Όταν πήγαινε σχολείο την κοπάναγε στα Αρχαία και τώρα σκίζεται για την Αρχαία μας Κληρονομιά. Θεωρεί οτι οι πιο σέξυ γκόμενες είναι οι Σλάβες και σκίζεται για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής. Αγοράζει τζιπ Τσερόκι και βρίζει τους Αμερικάνους. Κοινωνική σχιζοφρένεια! Μέχρι που εφευρέθηκαν οι μετανάστες!»
«Τι ‘εφευρέθηκαν’; Θα μας τρελάνεις ρε!» θύμωσε ο Σίλβερ.

«Εφευρέθηκαν φίλε μου. Διότι μια ζωή στο Ελλαδιστάν έρχεται κόσμος απέξω. Μην στο πιάσω από Αρχαιοτάτων, να το πάμε από τη Μικρασία και δώθε. Ήρθαν οι Μικρασιάτες και ο ντόπιος τους είχε για χασικλήδες κι αποβράσματα. Ήρθαν μετά οι Ρωσοπόντιοι –μια από τα ίδια. Ήρθαν οι Βορειοηπειρώτες –ξου παραδίπλα βρομιάρηδες! Αλλά ήταν «Έλληνες αδελφοί!» Λες και σε Τουρκία, Ρωσία, Αλβανία είχανε το ελληνικό φύλο σε γυάλα –να διατηρηθεί καθαρό μέχρι να μας το στείλουν πίσω! Τώρα όμως αυτοί που έρχονται δεν έχουν ελληνική ρίζα άρα βολεύουν. Διότι αυτοί είναι ‘οι Άλλοι’ κι εμείς είμαστε ‘οι Καθαροί’. Βρήκαμε επιτέλους κάτι για να ξεχωρίζουμε, εμείς είμαστε οτι δεν είναι οι μετανάστες!» ολοκλήρωσε ο Γυαλάκιας.
«Μάλιστα –αλλά ακόμα δεν κατάλαβα που θες να καταλήξεις», είπε ο Σίλβερ.
«Στο οτι Ολυμπιακός και Ελλάδα είναι ένα και το αυτό για την κοινή γνώμη. Τι είναι ο Ολυμπιακός; Ρωτάω εσένα τον βάζελο».
«Η ομάδα που αδικεί τις μικρότερες και τρώει σφαλιάρες σε ευρωπαϊκό επίπεδο», είπε αβίαστα ο Σίλβερ.
«Το ίδιο είναι και η Ελλάδα», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας ανάβοντας τσιγάρο.
«Τόσες παπαριές είχα χρόνια ν΄ακούσω!» θαύμασε ο Σίλβερ.

Κι ο Γυαλάκιας θα του απαντούσε, αλλά χτύπησε το κινητό του και θυμήθηκε οτι έπρεπε να προλάβει τα μαγαζιά ανοιχτά, επειδή αλλιώς θα τρώγανε πατούσες για βραδινό στο σπίτι του. Σηκώθηκε λοιπόν βιαστικός.
«Αν τύχει να απλώσει τίποτα εσώρουχα η απέναντι, βγάλτη στο κινητό και στείλτη μου», ζήτησε από τον Σίλβερ.
«Άκουσα πάντως οτι είναι Ρουμάνα», είπε εκείνος.
«Ακόμα καλύτερα –εγώ σαν ανοιχτόμυαλο άτομο δεν έχω κολλήματα με το μεταναστευτικό ζήτημα», διαπίστωσε ο Γυαλάκιας.
«Το μεταναστευτικό αφορά τους βρομιάρηδες της Ομόνοιας, όχι τις γκομενάρες των Νοτίων Προαστίων ρε ηλίθιε!» φώναξε ο Σίλβερ.
«Σωστό κι αυτό», παραδέχτηκε ο Γυαλάκιας και έφυγε τρέχοντας.

Πέμπτη, Ιούλιος 02, 2009

10. Ο τρόμος προς το βουνό

Προηγουμένως:
1.Ο Άρης είναι καθηλωμένος σε παραθαλάσσιο ξενοδοχείο αντιμετωπίζοντας σημαντικά κενά μνήμης. Μαζί με μια ακόμα ένοικο, την Κατερίνα, βρίσκουν έναν κρεμασμένο άντρα κοντά στο ξενοδοχείο.

2. Οι χωρικοί εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις λόγω του κρεμασμένου, αλλά η κατάσταση διορθώνεται μετά την παρέμβαση του θείου Χάρη και την παράδοση των ενόχων κυνηγών.

3. Κατανομή αρμοδιοτήτων μέσα στο ξενοδοχείο, όσο τα όπλα παραμένουν στον θείο Χάρη και μια φωτογραφία εφημερίδας που ισχυρίζεται οτι ο Άρης είναι καταζητούμενος τρομοκράτης.

4. Ψάρεμα με αμφίβολα αποτελέσματα και κάποιες αψιμαχίες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων.

5. Μια απόπειρα βιασμού έχει συνέπεια την κοινή πορεία του Άρη με τον Πάνο εκτός ξενοδοχείου.

6. Ο Άρης φτάνει στο χωριό και, με τη βοήθεια του αστυνόμου, ψάχνει να βρει την κόρη του.

7. Ο Άρης συναντάει τους δικούς του συντρόφους για να ανακαλύψει οτι δεν είναι ούτε δικός τους, ούτε σύντροφός τους.

8. Ο Άρης ανακαλύπτει διάφορα πράγματα, μεταξύ αυτών και το πτώμα του πατέρα του.


9. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο -η αντοχή των ορίων μεταξύ "δικού" και "ξένου"

Εκείνο το πρωί δεν ήθελα να ξυπνήσω όπως ακριβώς το προηγούμενο βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Πνιγόμουν σε μια ζελατίνα γεμάτη ασύνδετες εικόνες, είδα κάποια στιγμή τα πρόσωπά τους –το χαμόγελο της κόρης μου και την ανησυχία της γυναίκας μου. Δεν ήταν το τρένο που τις πήρε μακριά μου, δεν ήταν αυτό. Και μετά μια κοφτή εντολή ενεργοποίησης των εκρηκτικών μηχανισμών, ταυτόχρονα, και μετά;

Τινάχτηκα σα δύτης που ψάχνει οξυγόνο, έτοιμος να αντιμετωπίσω οτι υπήρχε στον αφρό της μέρας –επειδή ήμουν σίγουρος πως κάποιος είχε μπει στο δωμάτιό μου. Ασυναίσθητα έσφιξα το σεντόνι για να καλύψω το στόμα μου.
«Ήθελα να σε ρωτήσω κάποια πράγματα», είπε ο Μάρκος. Καθόταν στη μοναδική καρέκλα του δωματίου και με κοίταζε επίμονα.
«Και δεν μπορούσες να περιμένεις μέχρι να ξυπνήσω;» απόρησα.
«Όχι», είπε ξερά.

Σηκώθηκα να πλύνω τα μούτρα μου και τον άφησα να περιμένει εκεί. Χρειαζόμουν ένα καλό μπάνιο αλλά μάλλον έπρεπε να το αναβάλλω για την ώρα.
«Σ΄ακούω», μουρμούρισα όσο ξανακαθόμουν στο κρεβάτι.
«Τι κάνει ο Πάνος;» ρώτησε.
«Μια χαρά. Ήρθε μαζί μου μέχρι το χωριό κι εκεί τον ανέλαβε ο αστυνόμος –ακόμα θα πρέπει να είναι κλειδαμπαρωμένος στο κρατητήριο», του εξήγησα.
«Γιατί;»
«Για δική του ασφάλεια. Οι χωρικοί δεν έχουν και τις καλύτερες διαθέσεις απέναντί μας».
«Και που θα πάει αυτό δηλαδή; Με τον Πάνο εννοώ...»
«Υποθέτω οτι με το πέρασμα των ημερών οι χωρικοί θα αδιαφορήσουν. Ή θα έρθουν στο χωριό...»
«Ποιοι;»
«Αυτοί. Οποιοιδήποτε κι αν είναι Αυτοί...»
Έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν πιστεύω οτι θα έρθει ποτέ κανένας. Μπορεί οι πόλεις να είναι σημαντικές αλλά εμείς εδώ πέρα... Λίγοι άνθρωποι κλεισμένοι σ΄ένα ξενοδοχείο κι ένα κωλοχώρι παραδίπλα –ποιος θα νοιαστεί;» είπε ο Μάρκος.
«Μπορεί ν΄αργήσουν αλλά θα έρθουν. Πάντα έρχονται», του εξήγησα.
«Έχεις δίκιο –αλλά μέχρι να ΄ρθουν δεν ξέρω πόσοι από μας θα είμαστε ακόμα ζωντανοί...»
«Πηγαίνετε στο χωριό τότε. Τι περιμένετε;» απόρησα.
«Δηλαδή οι επιλογές είναι ή να πεθάνουμε από την πείνα ή να πεθάνουμε από τα δίκαννα των χωρικών», διαπίστωσε.
«Μπορείς πάντα να μιλήσεις μ΄έναν άνθρωπο πριν σε πυροβολήσει, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για την πείνα ή το κρύο...» υποστήριξα.
«Ίσως τότε να το καθυστερήσουμε, μέχρι να βρεθούμε στην ανάγκη», υπολόγισε.
«Δικός σας λογαριασμός», είπα.
«Δεν πρόλαβα να σ΄ευχαριστήσω που έσωσες τον Πάνο», θυμήθηκε ξαφνικά.
«Δεν έσωσα τον Πάνο –αυτόν ευχαρίστως θα τον πυροβολούσα. Εσάς τους υπόλοιπους προσπάθησα να βοηθήσω», του απάντησα.
«Έστω κι έτσι...» ψιθύρισε.
«Λάθος», τον έκοψα. «Αν συνεχίσετε έτσι σε λίγο θα γεμίσει πτώματα το ξενοδοχείο. Ακόμα και οι αναλώσιμες Βανέσες σας τελείωσαν –έτσι νομίζω».
«Ο θείος Χάρης είναι μια εξασφάλιση...» παραδέχτηκε.
«Όσο η ύπαρξή σας δεν τον επιβαρύνει», του είπα.
«Αλλά γιατί...» απόρησε.
«Αν έρθουν Εκείνοι που απεχθάνονται τους νταβατζήδες, ο θείος Χάρης την έχει άσχημα», έδειξα αόριστα έξω από το παράθυρο. «Νομίζεις λοιπόν οτι θα σας αφήσει να τον καρφώσετε;»
«Και γιατί θα το κάναμε αυτό;»
«Για να δείξετε οτι κι εσείς απεχθάνεστε τους νταβατζήδες, ή επειδή ο θείος Χάρης σας κάθεται στραβά...»
«Ναι, υπάρχουν αυτές οι πιθανότητες», παραδέχτηκε.
«Ο θείος Χάρης σάς είναι άχρηστος –λάθος –ο θείος Χάρης είναι επιζήμιος. Μπορείτε να τα καταφέρετε μια χαρά και μόνοι σας, βοήθα την Ελβίρα κι όποιον άλλον θέλει, να τον ξεφορτωθείτε», του πρότεινα.
«Ποιο το όφελος; Όλοι ίδιοι είναι στην τελική. Όλοι είναι εντάξει όσο δεν κάνουν κουμάντο κι όλοι μετατρέπονται σε νταβατζήδες όταν γίνουν αρχηγοί», είπε ο Μάρκος.
«Καλά τα λες», ένευσα χαμογελώντας. «Όλοι ίδιοι είσαστε στην τελική. Το μόνο που σας νοιάζει είναι να κάνει κάποιος άλλος κουμάντο στις ζωές σας, οποιοσδήποτε, αρκεί να μην είσαστε εσείς που θα παίρνετε τις αποφάσεις».

Σηκώθηκα κι άρχισα να ντύνομαι για να κρύψω τον εκνευρισμό μου. Οι άνθρωποι είχαν από καιρό μετατραπεί σε άψυχους δέκτες τηλεόρασης, το θυμόμουν αυτό –αλλά ποτέ δεν τα πήγα καλά με την υπομονή, έτσι και τώρα δεν μπορούσα να περιμένω τους ανθρώπους ν΄αλλάξουν. Εφόσον ο φλεγόμενος κόσμος δεν τους ήταν αρκετός για να κόψουν τη σύνδεση με τους πομπούς -όταν το γκρέμισμα των πομπών δεν απελευθερώνει τους δέκτες -ανάθεμά με κι αν ήξερα τι άλλο θα έπρεπε να γίνει δηλαδή! Ίσως τίποτα άλλο. Ίσως οτι έγινε να ήταν περισσότερο κι από αρκετό, ίσως πάλι να μην υπήρχε καμιά ελπίδα. Άλλωστε οτι κάνουμε, έχει σκοπό αποκλειστικά τους εαυτούς μας –ποτέ κανένας δεν θέλησε να σώσει τον κόσμο, κι όσοι το πίστεψαν απλά κορόιδευαν. Τους εαυτούς τους ή τους άλλους –τι σημασία έχει; Είμαστε σ΄ένα παγωμένο ναρκοπέδιο, παλεύουμε να βγούμε ζωντανοί κι ολόκληροι από εκεί μέσα, αν στην πορεία βρεθούμε με κάποιους συντρόφους –καλύτερα για μας. Αν πάλι χρειαστούμε να τους σπρώξουμε ανυποψίαστους για να πέσουν πρώτοι αυτοί τις νάρκες –κανένα πρόβλημα. Θέλουμε να βγούμε ζωντανοί κι ολόκληροι.

«Είμαι κάπως βιαστικός», είπα στον Μάρκο που καθόταν ακόμα αμήχανος και άνοιξα την πόρτα του δωματίου.
Είχα μπροστά μου μια μεγάλη μέρα.

Στο χωλ του ξενοδοχείου με περίμενε η Θάλεια, ή έτσι μου φάνηκε –επειδή ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να έχει ξυπνήσει ο κόσμος. Υποθετικά τουλάχιστον, γιατί με το Μάρκο να περιμένει πάνω από το κεφάλι μου, με τη Θάλεια να βολοδέρνει στο χωλ -δεν θα μου φαινόταν περίεργο να μου έχουν κανονίσει κάποια επιτροπή αποχαιρετισμού και μια μπάντα να παιανίζει.
«Λίγο νωρίς δεν είναι για να κυκλοφορείς ξύπνια;» ρώτησα τη Θάλεια.
«Σε περίμενα», μου είπε.
«Μα φυσικά –τι άλλο;» γέλασα.
«Δεν θέλω να μας αφήσεις», ψιθύρισε η Θάλεια.
«Μακάρι να γινόταν διαφορετικά», μουρμούρισα βαριεστημένα και χωρίς να το εννοώ.
«Φοβόμαστε τον θείο Χάρη», συνέχισε η Θάλεια.
«Έχετε δίκιο, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι΄αυτό», είπα εγώ.
«Σκότωσέ τον!» με εκλιπάρησε.
Την κοίταξα προσπαθώντας να κρύψω το χαμόγελό μου.
«Δώσε μου έναν καλό λόγο για να το κάνω», της ζήτησα.
«Επειδή είναι απειλή για όλους μας», είπε διστακτικά.
«Ποιοι είναι οι όλοι; Εσύ, η Ελβίρα και ίσως η Κατερίνα –ξεχνάω κάποιον;» ρώτησα.
Δε μίλησε.
«Και γιατί εγώ; Γράφει πουθενά στο κούτελό μου ‘εκτελούνται δολοφονίες’;» μόρφασα επειδή το τελευταίο μου φάνηκε πλεονασμός.
«Για να μας βοηθήσεις...» είπε η Θάλεια αβέβαια.
«Ναι. Να σας βοηθήσω σε τι;» απαίτησα να μάθω.
Έμεινε ξανά βουβή.
«Κοίτα –είμαι πολύ βιαστικός», της εξήγησα και ξεκίνησα να φύγω.
«Πάρε μας μαζί σου τότε!» παρακάλεσε η Θάλεια.
«Δεν έχω ούτε χώρο να σας κουβαλήσω, ούτε και όρεξη να κρεμάσω τον θάνατό σας στο λαιμό μου –φτάνουν όσοι θάνατοι έχω ήδη», είπα αφηρημένα.
Η Θάλεια δε μίλησε, ήξερα όμως οτι αν πάθαιναν κακό θα το φορτωνόμουν. Δεν έχει σημασία τι έκανες, όσα δεν έκανες μετράνε περισσότερο τη Μέρα της Κρίσης κι αυτή έρχεται στο τέλος της κάθε μέρας για πολλούς από μάς.

Αγνόησα τον ήλιο που με κρυφοκοίταξε απειλητικά, όσο προσπαθούσε να πηδήσει πάνω από το βουνό –αγνόησα τις πιθανότητες που είχαν στήσει ολόκληρη διαδήλωση εναντίον μου –προχώρησα. Στην πλάτη σφιγμένο το σακίδιο με λίγα ρούχα κι ακόμα λιγότερες κονσέρβες, στη μέση το παγούρι που με έφτανε μόλις για μιας μέρας δρόμο –προχώρησα.

«-Πήγαινε γιε μου, πήγαινε στο ποτάμι/ δες τις γυναίκες να θρηνούν εκεί πέρα/ μετά ανέβα στο βουνό/ δες τους άντρες να θρηνούν κι αυτοί».

Αν περνούσα τον κατεστραμμένο δρόμο είχα ελπίδες. Όχι πολλές –όταν όμως είσαι στο μηδέν ακόμα και το 1 αποτελεί πρόοδο. Αν περνούσα τον κατεστραμμένο δρόμο θα άγγιζα το 2 ή το 3 στην εκατοστιαία κλίμακα. Κάτι ήταν κι αυτό.

Τα παπούτσια μου γέμισαν κοφτερά χαλίκια όσο απομακρυνόμουν από τη θάλασσα, η άμμος γινόταν πιο συμπαγής, ένα λασπώδες σεληνιακό τοπίο, πριν μεταμορφωθεί σε κοτρόνες. Είχα καιρό γι΄αυτό, είχα καιρό μέχρι το βουνό. Καχεκτικοί θάμνοι, καρτερικά αγκάθια, μικρά σκισίματα στην επιφάνεια του εδάφους –κάτι τέτοια δεν θα μπορούσαν να με καθυστερήσουν πολύ.

Όταν ο ήλιος έφτασε λίγο πιο κάτω από τον γιακά του πουκαμίσου μου άρχισα να διακρίνω τον κεντρικό δρόμο. Δεν ήταν ανάγκη να τον δω βέβαια –αρκούσε η αλλαγή της ησυχίας, αρκούσε πως ο μακρινός ήχος των κυμάτων έδωσε τη θέση του στην αναμονή του παλμού μιας σαραβαλιασμένης καρδιάς που λειτουργούσε ακόμα λόγω αδράνειας. Αυτό ήταν ο κεντρικός δρόμος.

Το βήμα μου έγινε αστροναυτικό.

Υπολόγισα οτι χρειάστηκαν περισσότερα από 10 λεπτά μέχρι να πατήσω τα πρώτα μυτερά κομμάτια μαύρης ασφάλτου, δεν μπόρεσα ν΄αντισταθώ –έπιασα το κοντινότερο τριγωνικό θραύσμα, το ζύγισα στην παλάμη μου πριν το πετάξω όσο μακρύτερα μπορούσα για να κόψω την ησυχία. Θρυμματίστηκε βγάζοντας έναν κούφιο ήχο. Σε λίγο θα συναντούσα τους νεκρούς.

«-Πατέρα γιατί θρηνούν οι γυναίκες;/ -Θρηνούν για τους άντρες τους./ -Αλλά τότε γιατί θρηνούν και οι άντρες;/ -Για ν΄απαντήσουν στις γυναίκες τους».

Ήταν εκεί με σπαραγμένα σπλάχνα από αδέσποτα σκυλιά που πέθαναν χορτάτα. Κάποιων τα κόκαλα άρχιζαν ήδη να ασπρίζουν στον ανελέητο ήλιο. Και ήταν πολλοί οι νεκροί –περισσότεροι απ΄όσους άντεχε το μυαλό του ανθρώπου. Το δικό μου μυαλό –σίγουρα. Η αποφορά της σήψης ήταν το λιγότερο που με ενόχλησε. Περπάτησα γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Στην αρχή έβλεπα μόνο στρατιώτες.

Νέοι ή λιγότερο νέοι, πιο πίσω οι βαθμοφόροι εντελώς απροετοίμαστοι για οτι τους συνέβη. Σκέφτηκα να σκύψω πάνω στις στολές τους, να ψάξω μήπως είχε ξεμείνει κανένα πιστόλι ή τίποτα σφαίρες –σκέφτηκα μετά πως δεν υπήρχε λόγος. Είχαμε μάθει τους δικούς μας να ενεργούν μεθοδικά. Δεν θα άφηναν τίποτα χρήσιμο στον πεθαμένο εχθρό, άλλωστε ο θάνατός τους ο ίδιος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια χρήσιμη εξέλιξη. Εκμεταλλεύσου τους εχθρούς –αντιμετώπισε την εκμετάλλευση. Λέγαμε. Τι σήμαινε αυτό; Οτι ο ξανθός στρατιώτης που δεν είχε περισσότερα από τα μισά μου χρόνια έπρεπε να κυλιέται σ΄αυτό τον έρημο δρόμο με το πρόσωπο μισοφαγωμένο και την κοιλιά ανοιχτή; Ιστορική αναγκαιότητα για έναν καλύτερο κόσμο –ποιος τον θέλει πλέον αυτόν τον κόσμο; Ποιος θα μείνει ζωντανός να τον απολαύσει; Όχι ποιος θα ζήσει –ποιος θα μείνει ζωντανός, αυτό ρωτάω. Εγώ πάντως όχι.

Είχα λιγότερα από 20 μέτρα να με χωρίζουν από την τελεσίδικη διαπίστωση του θανάτου μου. Τα κάλυψα γρήγορα –το είχα ξανακάνει άλλωστε, τώρα θυμόμουν καλύτερα. Μια γυναίκα που κρατούσε σφιχτά το μωρό της στην αγκαλιά με υποδέχτηκε. Δεν τη θυμόμουν βέβαια αυτή τη γυναίκα, μάλλον δεν την είχα προσέξει την προηγούμενη φορά. Η γυναίκα είχε τα μάτια στραμμένα προς την απέναντι άκρη του δρόμου, κάτι κοίταζε εκεί πέρα –εμένα δεν καταδέχτηκε να μου ρίξει ούτε μια ματιά, γιατί να το κάνει άλλωστε; Εγώ απλώς είχα προκαλέσει τον θάνατό της και τον θάνατο του παιδιού της –ήμουν λιγότερο σημαντικός από την απέναντι άκρη του δρόμου. Τώρα πια.

Προχώρησα ανάμεσα στα πτώματα προσεκτικά, οι στρατιώτες δεν με απασχολούσαν πλέον, έπρεπε όμως να ψάξω παραπέρα. Να ψάξω, να σιγουρευτώ. Ήξερα οτι το είχα ξανακάνει, αλλά δεν είχε σημασία. Έπρεπε πάλι να ψάξω, από την αρχή –επειδή δεν θυμόμουν αν μεταξύ των πτωμάτων είχα βρει τη γυναίκα και την κόρη μου. Τότε, αμέσως μετά την έκρηξη. Ήταν δυσκολότερες οι συνθήκες. Πολλοί ούρλιαζαν ακόμα, δεν είχαν πεθάνει ακόμα. Τότε. Τώρα όλα ήταν πιο εύκολα. Μόνο πτώματα φαγωμένα από αδέσποτα σκυλιά που...

Ένα ζευγάρι γέρων, στην ηλικία του πατέρα μου του συχωρεμένου. Τους κοίταξα με τα μάτια του κτήνους.

«Πατέρα γιατί θρηνείς;/ Νιώθω υγρό το πρόσωπό σου στα δάχτυλά μου/ Λυπάμαι, αλήθεια λυπάμαι πατέρα/ Δεν είχα καταλάβει οτι σε πλήγωσα τόσο!»

Διέσχισα τα πεσμένα κορμιά κι όσο βαθύτερα έμπαινα σ΄αυτό το ποτάμι διαμελισμένων ανθρώπων τόσο περισσότερο έμοιαζε με ένα ταξίδι στο παρελθόν –επειδή εκείνοι θα μπορούσαν να είναι οι γονείς μου κι αυτοί θα μπορούσαν να είναι φίλοι μου κι εδώ παρακάτω θα μπορούσε να βρίσκεται η γυναίκα και το παιδί μου. Αλλά δεν ήταν. Ούτε γονείς, ούτε φίλοι, ούτε η γυναίκα και το παιδί μου. Ήταν άνθρωποι που ποτέ δεν γνώρισα κι αυτό μάλλον με διευκόλυνε στο να αποφασίσω τον θάνατό τους. Όταν το σκέφτηκα, αποστασιοποιήθηκα –ένιωσα αμέσως παρατηρητής, δεν είχαν σημασία οι νεκροί, σημαντικοί έγιναν μόνο οι δικοί μου άνθρωποι. Κι αυτοί δεν βρίσκονταν ανάμεσα στους νεκρούς, άρα ήταν ακόμα ζωντανοί, άρα δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα –κανένα πρόβλημα, κανένα πρόβλημα –νομίζω οτι περπατούσα εκεί πέρα ουρλιάζοντας. Κανένα πρόβλημα! Για να μη χάσω πάλι το μυαλό μου, όχι τώρα που έπρεπε να ψάξω τη γυναίκα και το παιδί μου.

Ένας άντρας, όχι πάνω από 30 χρονών, ήταν πεσμένος στην τελευταία σειρά των νεκρών, ένας άντρας χωρίς πόδια που είχε πεθάνει με τη γροθιά υψωμένη. Κάτι κρατούσε εκεί μέσα, σφιχτά, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό, ξεκλείδωσα τη γροθιά του και βρήκα ένα χαρτί τσαλακωμένο. Ξεδίπλωσα το χαρτί, διάβασα τα τυπωμένα γράμματα.


ΩΡΑ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕΙΣ

Νομίζω λοιπόν οτι έφτασε ο καιρός της βεβαιότητας. Νομίζω οτι αρκετά αναρωτηθήκαμε, αμφισβητήσαμε, αδρανοποιηθήκαμε. Έφτασε η ώρα να κοιτάξουμε στα μάτια το κτήνος και να το πυροβολήσουμε με ένα χαμόγελο. Μοιραίο, ειρωνικό, αδίστακτο χαμόγελο.

Και το όνομα του κτήνους -ΕΑΥΤΟΣ.

Εαυτός. Αυτός που τρέφεται με τα σκουπίδια του τρόμου μας, αυτός που είναι πολυμήχανα φυγόπονος, αυτός ο βρικόλακας που απεχθάνεται τους καθρέφτες, επειδή αν δει την όψη του θα γίνει σκόνη. Εαυτός.

Όταν τον ξαπλώσουμε στο χώμα (μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια ή ένα μαχαίρι στην καρδιά, το ίδιο κάνει) τότε θα δούμε ακριβώς πίσω του (μα πως ήταν δυνατό να μην το είχαμε διακρίνει ως τώρα;) το φάντασμα. Και το φάντασμα θα μοιάζει με αυτά που ξεχάσαμε οτι θέλουμε να είμαστε (πως είναι δυνατό να ξεχάσαμε;)

Και το φάντασμα θα πει...

Πως είναι δυνατό να ξέχασες τον δικό σου κόσμο; Από εκεί που ήρθες –πως είναι δυνατό να ξέχασες; Πως είναι δυνατό να πίστεψες οτι εδώ. Που έφτασες. Υπάρχει κάτι άλλο από ένα σωρό προσανάμματα για να φωτίσεις τον δικό σου κόσμο;

Και το φάντασμα θα πει...

Μη σταματάς, η μέρα θα περάσει από πάνω σου αν δεν καβαλήσεις τη μέρα, μη σταματάς να απαιτείς. Όλα να γίνουν όπως τα θέλεις. Όπως τα ξέρεις από τον κόσμο σου. Μα πως είναι δυνατό να ξέχασες;

Και τα φάντασμα θα πει...

Σήκω, βλαστήμα τον πατέρα και τη μητέρα σου, φτύσε στα μούτρα τους καθοδηγητές σου, άναψε το τσιγάρο σου με την φλόγα της κακίας τους και σήκω.

Τότε λοιπόν εσύ δεν θα είσαι πια εσύ –τότε θα είσαι τα πάντα. Και τα πάντα είναι ο ταπεινότερος αυτοπροσδιορισμός, τα πάντα είναι το λιγότερο που θέλησες –δεν υπάρχει παρακάτω.

Θα τρέξεις τότε στη δουλειά σου, στη ζωή σου, στην οικογένειά σου, στους φίλους σου, στους πολιτικούς σου, στα αφεντικά σου, στις εμμονές και τους φόβους σου –θα τρέξεις κατά κει...

Και θα χαμογελάσεις. Μοιραία, ειρωνικά, αδίστακτα.

Και θα πεις...

Ή αλλάζετε ή πεθαίνετε.

Και θα εννοείς....

Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνετε.

Επειδή εσύ είσαι τα πάντα και το σύμπαν είναι αυτό που έφτιαξες, αν δεν σου αρέσει το σπας επιτόπου το γαμημένο.

Επειδή δε υπάρχει λόγος να ανέχεσαι όσα δεν σου ταιριάζουν –γιατί; Βαριέσαι; Φοβάσαι; Νιώθεις οτι αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσες;

Το καλύτερο που μπορείς ποτέ δεν θα το κάνεις –δεν είσαι τόσο ηλίθιος ώστε να παγιδευτείς στην παντοδυναμία σου, θυμάσαι άλλωστε οτι οι θεοί παρασύρθηκαν από την παλίρροια πριν καν έρθει το τέλος της μέρας.

Θα κοιτάξεις λοιπόν, μπορεί κιόλας να αγανακτήσεις από τα χάλια τους –πως είναι έτσι η ζωή σου, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου, το αφεντικό σου, οι πολιτικοί σου; Τι είδους εμμονές είναι αυτές; Πόσο ασήμαντοι οι φόβοι σου!

Και θα πεις...

Καθίστε τώρα να σας ξαναφτιάξω από την αρχή.

Και θα εννοείς ακριβώς αυτό.

Μέχρι το τέλος της μέρας όταν θα ξαναδείς το φάντασμα και το φάντασμα θα σου πει....

Καιρός να φύγουμε, βραδιάζει.

Και θα εννοεί ακριβώς αυτό.

Κι εσύ θα πεις...

Δεν πάω πουθενά, έχω δουλειά ακόμα.

Και θα εννοείς...

Δεν σκοπεύω να τα παρατήσω, θέλω να αποτύχω και να συνεχίσω και να πετύχω και να συνεχίσω και τελικά δεν έχει σημασία –είμαι εδώ επειδή το επέλεξα, κανένας δεν θα μου πει πότε θα φύγω.

Και το φάντασμα θα σε κοιτάξει εχθρικά, καχύποπτα, θα προσπαθήσει να μη δει την εικόνα του στα μάτια σου.

Δεν υπάρχει περίπτωση. Επειδή έφτασε ο καιρός της βεβαιότητας. Αρκετά αναρωτήθηκες, αμφισβήτησες, αδρανοποιήθηκες. Αυτή την ώρα κοιτάζεις στα μάτια το κτήνος πριν το πυροβολήσεις με ένα χαμόγελο. Λυπημένο, συμπονετικό, αθώο χαμόγελο.

Και το όνομα του κτήνους -....

Θυμήθηκα τότε τη νύχτα που είχα γράψει αυτή την προκήρυξη, πονούσαν τα μάτια μου από το έντονο φως της οθόνης, κρύωνα, είχα πυρετό. Αλλά έπρεπε να ουρλιάξω –όχι για να υποσχεθώ έναν καλύτερο κόσμο, όχι για να δικαιολογήσω τις πράξεις μας –είχα ανάγκη να ουρλιάξω. Γι΄αυτό και η προκήρυξη δεν είχε τέλος ή υπογραφή. Δεν έχει ταυτότητα το ουρλιαχτό και κόβεται απότομα. Το ουρλιαχτό.

Μετά πήραν το κείμενο -το πολυγράφησαν, το μοίραζαν κρυφά έξω από τα μαγαζιά και τα εργοστάσια, το μοίραζαν μέσα στα πανεπιστήμια –επειδή αυτοί ήμασταν. Απεγνωσμένοι.

Δεν σηκωθήκαμε για έναν καλύτερο κόσμο, δεν θέλαμε να μπούμε μπροστά, ούτε να υψώσουμε καμιά σημαία της επανάστασης. Θέλαμε μόνο να ζήσουμε κι Εκείνοι δεν μας αφήνανε, θέλαμε να αμυνθούμε, επειδή μας σκότωναν κάθε μέρα με διαφορετικό τρόπο.

Και είχαμε βαρεθεί να τρέχουμε, πόσο πια να τρέξεις; Κάποτε βρισκόσουν με την πλάτη στον τοίχο κι εκεί αποφάσιζες να πουλήσεις ακριβά το τομάρι σου –αυτό ήταν όλο. Δεν ζητούσαμε από κανένα να μας ακολουθήσει, αυτή η προκήρυξη δεν ήταν κάλεσμα για κανενός είδους αγώνα, αυτή η προκήρυξη ήταν η κραυγή μας. «Δεν θα μας πιάσετε τόσο εύκολα κουφάλες!» Αυτό ήταν όλο.

Και μετά βρέθηκαν πολλοί που έκαναν ακριβώς το ίδιο με μας, επειδή ήταν το ίδιο απελπισμένοι ή επειδή οι άνθρωποι έχουν μάθει να ακολουθούν –δεν είχαμε χρόνο να το ψάξουμε, ήμασταν με την πλάτη στον τοίχο και ουρλιάζαμε, καταλαβαίνεις;

Και μετά φάνηκε οτι Εκείνοι υποχωρούσαν, ξεκολλήσαμε τις πλάτες από τον τοίχο αλλά αφήσαμε τα μυαλά μας κολλημένα εκεί. Όλα έγιναν πιο δύσκολα, όλα μπερδεύτηκαν...

Όμως αυτό είναι ένα άλλο τραγούδι –ξέρεις...

«Είναι ένας θρήνος/ ένα τραγούδι για να θρηνούμε/ όταν νανουρίζουμε τα μωρά μας στις κούνιες/ ένα τραγούδι για να θρηνούμε/ αλλά δεν θα θρηνούμε για πολύ ακόμα».

«Κουφάλες», σφύριξα μέσα από τα δόντια μου, έφτυσα κάτω με σιχασιά και τάχυνα το βήμα μου.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι