Τρίτη, Σεπτέμβριος 29, 2009

"Ο Άντζελο έχει πεθάνει. Το όνομά μου είναι Τέτρο"

Εντάξει, εντάξει –το παραδέχομαι. Αφορμή έψαχνα να γράψω κάτι σχετικό με την καινούργια ταινία του Κόπολα. Επειδή ήθελα ένα κείμενο –δικαιολογία που θα μου επέτρεπε να χρησιμοποιήσω τις φωτογραφίες (λάθος το΄γραψα) ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (κάπως καλύτερα έτσι) της ταινίας.


Και η, μια χαρά, αφορμή βρέθηκε στο παρακάτω άρθρο της Καθημερινής. Κοίτα να δεις πως πάει το κομπολόι:

«Tetro, η αξιοπρεπής αποτυχία Κόπολα
Προβλήθηκε στο 15ημερο Σκηνοθετών αλλά δεν κέρδισε το ενδιαφέρον των θεατών για τους χαρακτήρες

Του απεσταλμένου μας στις Καννες Παναγιωτη Παναγοπουλου



"ΦΕΣΤΙΒΑΛ. Ηταν δικαιολογημένη τελικά η απόφαση του καλλιτεχνικού διευθυντή του διαγωνιστικού προγράμματος των Καννών, Τιερί Φρεμό, να μη συμπεριλάβει στο πρόγραμμα το «Tetro» του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης, πολύ μακριά πια από τις ημέρες της καλλιτεχνικής του ακμής, δεν έμεινε ικανοποιημένος με την εκτός συναγωνισμού προβολή που τού προσφερόταν και πήγε την ταινία στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών, το οποίο άνοιξε χθες.»

Μάλιστα! Πήγε λοιπόν ο Φράνσις Φορντ και ζήτησε να διαγωνιστεί η ταινία του με τις υπόλοιπες αλλά έφαγε πόρτα. Υποθέτω, επειδή δεν έπιανε κάποια ποιοτικά στάνταρ η ταινία, ίσως να υποβάθμιζε το υψηλό επίπεδο του φεστιβάλ! Και δικαίως έφαγε πόρτα σύμφωνα με τον συντάκτη του άρθρου –επειδή ο Κόπολα «είναι μακριά από τις μέρες της καλλιτεχνικής του ακμής»! Δηλαδή, η προηγούμενη ταινία του, το «Νεότητα χωρίς νιότη» ήταν κακή ταινία, μπας κλας να πούμε, σκουπιδοσινεμάς ή κάτι τέτοιο; Ρωτάω αφήνοντας απέξω την προσωπική μου άποψη οτι δηλαδή το «Νεότητα χωρίς νιότη» ήταν μια από τις δυνατότερες ταινίες της δεκαετίας –ρωτάω όμως: πόσο σκουπίδι μπορεί να είναι μια ταινία που έχει καταπληκτική σκηνοθεσία, τρομακτικές ερμηνείες, υπέροχη μουσική επένδυση, υποδειγματική φωτογραφία και ενδιαφέρουσα υπόθεση; Θεωρείς τους συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς υποκειμενικούς; Δες την ταινία και τα ξαναλέμε.
Να υπενθυμίσω κιόλας τα επιχειρήματα με τα οποία θάφτηκε η "Νεότητα χωρίς νιότη" -η ταινία κατηγορήθηκε επειδή λόγω χαμηλού προϋπολογισμού γυρίστηκαν στη Ρουμανία οι σκηνές που διαδραματίζονταν σεναριακά στην Ελβετία, άκου επιχείρημα! Υποθέτω λοιπόν οτι και η "Αβάνα" του Σίντεϊ Πόλακ που γυρίστηκε στον Άγιο Δομίνικο ήταν φόλα ταινία -για τον ίδιο ακριβώς λόγο!
Το άλλο επιχείρημα κατά της ταινίας ήταν οτι είχε αχανή και μπερδεμένη υπόθεση -άκου τώρα! Ένας γέρος καθηγητής γλωσσολογίας αποφασίζει ν΄αυτοκτονήσει επειδή δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει το έργο της ζωής του, που αφορά την αρχική καταγωγή της ανθρώπινης γλώσσας -για χάρη του οποίου έχει απαρνηθεί και τη μοναδική γυναίκα που ερωτεύτηκε. Μετά το χτύπημα κεραυνού κερδίζει μια ακόμα ευκαιρία, ξανασυναντάει τη γυναίκα της ζωής του σε μετενσάρκωση αλλά τελικά προτιμάει να μην ολοκληρώσει το έργο του περί καταγωγής της γλώσσας για να μην σκοτώσει τη γυναίκα της ζωής του. Αυτή είναι η υπόθεση -πόσο αχανής ή μπερδεμένη σου φαίνεται; το Τερμινέιτορ το 2 έχει πιο πολύπλοκη υπόθεση -γαμώ τα μυαλά σας τα λοβοτομημένα!

Τέλος πάντων, ο Κόπολα αποφάσισε (και πολύ σωστά έπραξε) να μην προβληθεί η καινούργια ταινία του σαν μουσειακό έκθεμα κάποιου, από καιρό πεθαμένου, μεγάλου σκηνοθέτη (δηλαδή εκτός συναγωνισμού). Επειδή, όταν συμμετέχεις σε διαγωνισμό θα πρέπει κάποιος, κάπως, να ΣΥΓΚΡΙΝΕΙ την ταινία σου με τις υπόλοιπες.


«Ενα οικογενειακό δράμα, με περίπλοκες σχέσεις και αναφορές στην τέχνη και την ατμόσφαιρα θεατρικών έργων του Τενεσί Γουίλιαμς και του Ευγένιου Ο' Νιλ, το «Tetro» είναι η ιστορία δύο αδελφών που ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια στο Μπουένος Αϊρες, όπου ζει ο ένας. Κάποτε φιλόδοξος συγγραφέας, ο Τέτρο ζει παραιτημένος, ενώ ο νεαρός Μπένι προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη σχέση τους και να ανακαλύψει οικογενειακά μυστικά. Την ίδια στιγμή και οι δύο έχουν αναμνήσεις σε φλασμπάκ από τον αυταρχικό πατέρα τους. Ωραία γυρισμένη και φωτογραφημένη, η ταινία χάνεται προσπαθώντας να γίνει κάτι ανάμεσα σε πορτρέτο ενός καλλιτέχνη χαμένου στο μυαλό του και σε ένα οικογενειακό μυστήριο. Ομως, ποτέ δεν κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή για τους χαρακτήρες και μπορεί να χαρακτηριστεί ως αξιοπρεπής αποτυχία.»


Ο αγαπητός συντάκτης του άρθρου ξεπετάει το ταινιάκι (το «Τέτρο» ντε!) σε μια παράγραφο με στυλάκι "απαξίωση νο.10,5". Αναφορές στην τέχνη, θεατρικές αναφορές, οικογενειακό δράμα -΄νταξει μωρέ, τι να μας πουν εμάς όλα αυτά; Είναι και «ωραία γυρισμένη και φωτογραφημένη» η ταινία, αλλά σιγά μη μας απασχολήσει η φωτογραφία και η σκηνοθεσία! Τι διάολο! Ταινία είναι –δεν τα χρειάζεται όλα αυτά! Από τη στιγμή κιόλας που «χάνεται»! Λες και η «Αποκάλυψη Τώρα» ήταν τίποτα διαφορετικό από αναφορές στη λογοτεχνία και την ποίηση, φιλοσοφικές αναφορές, εκπληκτική σκηνοθεσία και φωτογραφία! Λες και δεν «χανόταν» εκείνη η ταινία αλλά είχε υπόθεση μασίφ και πλοκή σφιχτοδεμένη σαν ταινία του Τζέημς Μποντ!

Αποφαίνεται μάλιστα ο φωστήρας αρθρογράφος οτι η ταινία δεν κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή (πρόσεξε: δεν γράφει οτι κοιμήθηκαν οι θεατές στην προβολή, ούτε οτι γιουχάισαν ή/και αποχώρησαν). Που το ξέρει αυτό ο αρθρογράφος; Έκανε γκάλοπ έξω από την αίθουσα; Δε νομίζω. Άλλωστε, αρθρογράφος είναι και η δουλειά του σχετίζεται με το να προαποφασίζει πριν από σένα (μαλάκα θεατή) για σένα! Ακόμα κι αν αποφασίζει οτι μια ταινία που στηρίζεται σε παρουσίαση χαρακτήρων και τους σκηνοθετεί άψογα –έχει τελικά αδιάφορους χαρακτήρες! Είναι δηλαδή σα να λέμε οτι μια ταινία καράτε με τον Τσάκι Τσαν έχει κακοπαιγμένες σκηνές καράτε! Μα τότε Παναγιώτη μου η ταινία δεν είναι «αξιοπρεπής αποτυχία» είναι φόλα περιοπής!


«Οπως δήλωσε ο Κόπολα, «η ιδέα για το σενάριο είναι παλιά, από την εποχή της «Συνομιλίας». Οταν άρχισα την τελευταία φάση της καριέρας μου, στην οποία κάνω πιο προσωπικές ταινίες, η «Νεότητα χωρίς νιότη» ήταν μια εμπειρία που μου απέδειξε ότι μπορούσα να κάνω ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού, τις οποίες να αυτοχρηματοδοτώ». Ο ίδιος δεν τη χαρακτηρίζει σε καμία περίπτωση την ταινία αυτοβιογραφική. «Είναι καθαρή μυθοπλασία. Ο πατέρας στην ταινία είναι ένα τέρας, όπως στη «Λυσσασμένη γάτα» . Είναι σαν ένας πατέρας της ελληνικής μυθολογίας, που συναγωνίζεται τους γιους του, και ο πατέρας μου δεν είχε καμία σχέση μ' αυτό. Οταν γράφεις πολύ προσωπικά, παίζεις και από λίγο όλους τους χαρακτήρες. Είναι όλοι διαφορετικές πλευρές του εαυτού μου».


Εντάξει, εδώ ο Κόπολα εξηγεί συνοπτικά τον σκελετό της ταινίας και δεν είμαι καθόλου σίγουρος οτι πρόκειται περί καταπληκτικού σεναρίου. Θυμάμαι και τη «Συνομιλία», κρέμαγε σε πολλές φάσεις το σενάριο –αλλά η ταινία σαν σύνολο ήταν καταπληκτική. Επειδή τις σεναριακές αδυναμίες κάλυπτε μια φοβερή σκηνοθεσία η οποία σου δημιουργούσε κλειστοφοβία επιπέδου σταματημένου ασανσέρ μεταξύ 15ου και 16ου ορόφου. Λοιπόν, έχω την άποψη οτι ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να γράψουν καλά σενάρια και ελάχιστοι σεναρίστες μπορούν να σκηνοθετήσουν. Πολύ πρόχειρα μπορώ να σκεφτώ μόνο έναν σκηνοθέτη που ήταν και λογοτέχνης –άρα τα κατάφερνε εξίσου καλά και στους δυο τομείς. Από την άλλη όμως δεν με χάλασαν ποτέ οι ταινίες του Νιλ Σάιμον, ούτε τα σενάρια του Τζιμ Τζάρμους, για παράδειγμα. Δεν βλέπω λοιπόν το λόγο να με χαλάσει το σενάριο του Κόπολα. Ειδικά αν πατάει στις επιρροές που αναφέρει παραπάνω.

«Από τις ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος, αυτό που ξεχώρισε χθες ήταν η τάση των ασιατικών χωρών, και κυρίως της Κίνας, να δείξουν ότι μπορούν να γίνουν τολμηρότερες. Το «Spring fever» του Κινέζου Λου Γιε, είναι η σύνθετη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν θηλυπρεπή γκέι, έναν παντρεμένο άντρα, τη γυναίκα του, έναν ερασιτέχνη ντετέκτιβ και μια εργάτρια. Ομως, η ταινία πέρα από την ενδιαφέρουσα κινηματογράφηση κινείται σε κύκλους που δεν καταλήγουν πουθενά. Πολλές σκηνές σεξ και βίας έχει και η «Δίψα» του Κορεάτη Παρκ Τσαν Γουκ. Ο δεξιοτέχνης σκηνοθέτης γύρισε ένα βαμπιρικό ερωτικό δράμα με τη γνωστή και εντυπωσιακή του αισθητική προσέγγιση. Τέλος, το «Fish Tank» της Βρετανίδας Αντρεα Αρνολντ -ανακάλυψης των Καννών- άφησε ανικανοποίητες τις ψηλές προσδοκίες, καθώς εξαντλείται στην περιγραφή της ζωής μιας λούμπεν μονογονεϊκής οικογένειας, όπου η έφηβη κόρη ερωτεύεται τον -παντρεμένο- εραστή της μητέρας της.»

Εδώ λοιπόν παρουσιάζονται συνοπτικά οι ταινίες που συμμετείχαν στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ και μπορούμε να δικαιολογήσουμε πλήρως την απόφαση του καλλιτεχνικού διευθυντή να μην συμπεριληφθεί το «Τέτρο». Άμα παίζονται ταινιάρες με «θηλυπρεπείς γκέι» (κάποιος πλεονασμός εδώ, επειδή η θηλυπρέπεια είναι αναμενόμενη από τον γκέι –αν παρουσιαζόταν ένας βαρβατίλας γκέι αυτό θα έχριζε αναφοράς, όχι το ανάποδο), με παντρεμένους άντρες και (εξίσου παντρεμένες υποθέτω) γυναίκες με ντετέκτιβ και εργάτριες, αν παίζονται «βαμπιρικά ερωτικά δράματα» και συγκλονιστικές ταινίες όπου η κόρη ερωτεύεται τον παντρεμένο γκόμενο της μάνας της (τι ψάξιμο αδερφέ μου! μήπως τελικά ο παντρεμένος μάς βγει μη θηλυπρεπής γκέι;) πού πας ρε Φράνσις Φορντ με το «Τέτρο;» Εδώ μιλάμε οτι έσκασε από ποιότητα το φεστιβάλ –πού πας εσύ να υποβαθμίσεις το επίπεδο με αναφορές στην τέχνη και στον Τενεσί Γουίλιαμς;
Πού θα πας ρε καημένε Κόπολα, που επιμένεις να κάνεις κινηματογράφο κι όχι κολάζ σοκαριστικών σκηνών για άψυχους θεατές; Πού πας ρε Φρανσις Φορντ στην σύγχρονη Κρετινολάνδη;



Να κλείσω με δυο απορίες:
1. Αφού ο φωτισμένος αρθρογράφος Παναγιώτης ομολογεί οτι οι υπόλοιπες ταινίες του διαγωνιστικού ήταν για τα μπάζα, πως δικαιώνει τον αποκλεισμό του Κόπολα από το διαγωνιστικό; Τόσο χειρότερη ήταν η ταινία του Κόπολα από τις υπόλοιπες;

2. Την ταινία (το Τέτρο ντε!) την είδε ο αρθρογράφος ή απλά έγραψε ότι διάβασε στο φυλλαδιάκι του προγράμματος κι ότι είπε ο Κόπολα στη συνέντευξη;


Δεν ξέρω τι κέρατο είναι η καινούργια ταινία του Κόπολα, από τα λίγα που έχω δει, μοιάζει με αριστούργημα, αλλά πριν τη δω κανονικά σε σινεμά δεν μπορώ να έχω άποψη. Μέχρι τότε, ας μείνουμε στο τρέιλερ και στις φωτογραφίες που αποτέλεσαν και τον κύριο λόγο ύπαρξης αυτού του κειμένου. Και φυσικά τις έβαλα εδώ πέρα, για χάρη της Tomboy.




Δευτέρα, Σεπτέμβριος 28, 2009

4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής

Τη χάζευα όπως κοιμόταν μπρούμυτα με το πρόσωπο ιδρωμένο –έμοιαζε με κουρασμένο κοριτσάκι. Η αναπνοή της ακατάστατη, με ξύπναγε κάθε φορά που έπαιρναν να κλείνουν τα βλέφαρά μου. Πεταγόμουν τότε ανήσυχος, κάτι είχα ξεχάσει, κάτι είχα παραβλέψει κι απ’ αυτή μου τη βλακεία θα μας έπαιρναν χαμπάρι, θα μας έβρισκαν. Που ήταν ο γιατρός; Ο γιατρός κοιμόταν κι αυτός, κοινή θέα, στην ορθάνοιχτη κρεβατοκάμαρά του. Που ήταν η Άλφα; Κρυμμένη στην πίσω αυλή του σπιτιού. Που ήταν το Βάλτερ; Σφηνωμένο στα γόνατά μου. Που ήταν η Βέρα; Ακουμπισμένη στον τοίχο δίπλα στην καρέκλα μου –απέναντι από Εκείνη που κοιμόταν. Να την έβλεπε άραγε σαν ένα ακόμα μέλος της παρέας ή σαν ανταγωνίστρια; Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω τη Βέρα!

Άνοιξα τη θήκη, έφερα το χέρι μου μαλακά κάτω από το μπράτσο της, ξεμπλόκαρα τα κλειδιά της από το σατινένιο μαξιλαράκι, την άφησα μετά να καθίσει στα πόδια μου. Στόμωσα τις χορδές με το αριστερό χέρι για να μην ξυπνήσει Εκείνη, όσο το δεξί μου χέρι γρατζούνιζε πάνω απ΄την κοιλιά της. Μου είχε λείψει η Βέρα, πόσες μέρες πήγαιναν από την τελευταία φορά που την άγγιξα; Τρεις, τέσσερις; Άνθρωποι σαν κι εμένα, που δουλεύουν μόνο όταν βρεθούν στην ανάγκη, ή έχουν όλο το χρόνο τους ελεύθερο ή δεν έχουν καθόλου χρόνο.
«Δυο χιλιάρικα για σκάρτες δυο μέρες δουλειά», είχε πει το Αφεντικό κι αυτό ήταν νομίζω σημαντικός λόγος να αμελήσω τη Βέρα.
Επειδή είχα αψιλίες, κάτι υπόλοιπα από το ξαλάφρωμα των κοντέινερ στο λιμάνι μαζί με τα στάνταρ από προστατιλίκια δε φτάνανε ούτε να τελειώσω τη βδομάδα, τα δυο χιλιάρικα μου έρχονταν κουτί.
«Πληρώνομαι προκαταβολικά», είχα υπενθυμίσει στο Αφεντικό.
«Εντάξει, υπάρχει εμπιστοσύνη», με είχε καθησυχάσει.

Το Αφεντικό διατηρεί αντιπροσωπεία με πλακάκια στο κέντρο της πρωτεύουσας, ένα μαγαζί διακόσα τετραγωνικά τίγκα στις βιτρίνες. Αν κάνεις τη μαλακία και πας να του ζητήσεις πλακάκια θα χαμογελάσει ευγενικά πριν σου απαντήσει οτι το συγκεκριμένο μοντέλο που ψάχνεις το περιμένει να’ρθει με το καράβι όπου να’ ναι. Όποιο μοντέλο κι αν ζητήσεις. Επειδή το καράβι έρχεται μεν, αλλά από πλακάκια νιξ. Δυο-τρία για μόστρα πάνω στο κουτί κι από κάτω σκόνες, ή κουμπούρια, ή οτι άλλο βάλει ο νους σου. Μέχρι γυναίκες από μακρινές λιμασμένες χώρες, τις λεγόμενες και εξωτικές. Και το καράβι είναι σπανίως καράβι, για να λέμε την αλήθεια. Τέλος πάντων η δουλειά μου ήταν να κουβαλήσω τα ναύλα για ένα τέτοιο καράβι, τουτέστιν να μεταφέρω τα χρήματα για να κινηθεί το εμπόρευμα προς τις αποθήκες της «Αντιπροσωπείας Πλακιδίων».

Το Αφεντικό είχε κάνει τρομερή προσπάθεια για να σηκωθεί από το γραφείο του καθότι αιώνες φυτρωμένος εκεί πίσω, έσερνε τα σκαρπίνια του όσο τον ακολουθούσα βαριεστημένα. Μαύρα χάλια. Στον χώρο πίσω από το μαγαζί που ξεφορτώνανε τα φορτηγά δεν υπήρχε ψυχή, ήταν κι αυτή η βροχή που μούλιαζε τα τσιμέντα.
«Το βλέπεις το αμάξι;» μου έδειξε σηκώνοντας ένα σκελετωμένο από ρευματισμούς δάχτυλο.
«Στραβός είμαι;» απόρησα.
«Στο πορτ μπαγκάζ έχει τη βαλίτσα, πρόσεχε κωλόπαιδο –ένα εκατομμύριο κουβαλάς!»
«Πολλά λεφτά! Τι θ΄αγοράσεις Αφεντικό; Κανένα εξωτικό νησί;» ρώτησα.
«Να μη σε νοιάζει ρε μούλε!» τσιτώθηκε το Αφεντικό. «Στο ντουλαπάκι του ταμπλό θα βρεις ένα σημείωμα. Ώρα, μέρος του ραντεβού, τα πάντα. Τηλέφωνα και μαλακίες δεν παίζουν –κοίτα λοιπόν να είσαι στην ώρα σου γιατί τα παιδιά εκεί πάνω, πολύ ανάγωγα. Αν τους στήσεις θα σε στήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους. Στα τρία μέτρα!»
Κούνησα το κεφάλι. Περιττές ήταν οι προειδοποιήσεις –όποιος περίμενε να παραλάβει ένα εκατομμύριο θα ήτανε σίγουρα μέσα στη νευρικότητα.
«Εγώ στην ώρα μου θα πάω, ελπίζω όμως να μη μου την ανάψουν έτσι για πλάκα οι μάγκες», μουρμούρισα.
«Μην είσαι ηλίθιος –θέλουν τα λεφτά, τους δίνεις τα λεφτά –γιατί να κάνουν φασαρία;» είχε αγανακτήσει το Αφεντικό.
Επειδή τα λεφτά είναι σημαδεμένα, γι΄ αυτό ρε καργιόλη! Αλλά δεν το ήξερα τότε κι έτσι δεν του είχα πει τίποτα. Μόνο που, πριν ξεκινήσω, είχα περάσει από το σπίτι μου για να πάρω μαζί μου τη Βέρα και το Βάλτερ.

Αν συνηθίσεις ν΄ακούς ακατάστατη κάποια ανάσα ξαφνιάζεσαι μόλις η ανάσα γυρίσει στο ρυθμικό. Έτσι κι εγώ, σήκωσα το κεφάλι απότομα και την είδα όχι πια με τα μάτια καρφωμένα στο κενό, αλλά να με κοιτάζει προσεκτικά. Δεν σκέφτηκα τίποτα της προκοπής να πω.
«Σε βλέπω να παίζεις, αλλά δεν ακούω τίποτα –λες να κουφάθηκα από την πληγή στον ώμο;» ρώτησε μισοσοβαρά.
Της έδειξα με το κεφάλι το αριστερό μου χέρι που στόμωνε τις χορδές, χαμογέλασε.
«Παίξε κάτι κανονικά», μου ζήτησε.
«Δεν παίζω ποτέ σε όσους μπορούν να μ΄ακούσουν», της εξήγησα.
«Καμιά εξαίρεση;» αναρωτήθηκε.
«Μέχρι τώρα καμιά», της το ξέκοψα.
«Μέχρι τώρα...» έκανε σκεφτικά.
«Πως νιώθεις;» ρώτησα εγώ.
«Σα να με πέρασε τρένο», απάντησε.
«Πρέπει να σε πάω νοσοκομείο», της θύμισα. «Ο γιατρουδάκος δεν κατάφερε να σου βγάλει όλη τη σφαίρα».
«Έχουμε καιρό γι΄αυτό», είπε καθησυχαστικά.
Άφησα τη Βέρα δίπλα στην καρέκλα μου.
«Τι διάβολο συμβαίνει με σένα;» απόρησα. «Εντάξει, σε κοζάρω την πρώτη φορά στο εστιατόριο –γουστάρεις ίσως, γουστάρω στα σίγουρα, μέχρι εδώ καλά. Να δεχτώ κιόλας οτι είσαι ζόρικια και δεν κωλώνεις να με ακολουθήσεις αφήνοντας πίσω τον αρραβωνιάρη σου. Αλλά μετά αρχίζουν τα περίεργα. Εννοώ οτι έχεις τσιμπήσει μια σφαίρα στον ώμο κι εσύ, αντί να ψάχνεις εφημερεύον νοσοκομείο έρχεσαι μαζί μου να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους. Τι τρέχει με σένα μπορείς να μου πεις;»
«Το αυτοκίνητο τρέχει κι εγώ είμαι μέσα –αυτό δεν σου αρκεί;» έκανε σχεδόν ψιθυριστά.
«Ξέρω ΄γω; Μάλλον όχι», απάντησα ξύνοντας το κεφάλι μου.
«Βοήθησέ με να σηκωθώ λίγο», μου ζήτησε.
Τσακίστηκα να πάω κοντά της, στηρίχτηκε στο χέρι μου, ανακάθισε στο παγωμένο ιατρικό κρεβάτι. Με είδε να χαζεύω το στήθος της, γέλασε.
«Φέρε μου και τίποτα να φορέσω, δεν γίνεται κουβέντα έτσι», παρατήρησε.
Πήγα μέχρι τη θήκη της Βέρας, εκεί στις άκρες είχα πατικωμένα κάτι μπλουζάκια και άλλα εσώρουχα για ώρα ανάγκης –διάλεξα μια μαύρη κοντομάνικη, της την πέταξα.
«Ε, μα τώρα είσαι γάιδαρος!» αγανάκτησε. «Βόηθα να την φορέσω, τι περιμένεις;»
Την πλησίασα, δίπλωσα τη μπλούζα και πέρασα πρώτα το κεφάλι της, μετά το δεξί χέρι, τέλος το αριστερό προσεκτικά.
«Κάπως καλύτερα τώρα», διαπίστωσε. «Κάτι μυρίζει αυτή η μπλούζα.... Το ξέρω αυτό το άρωμα, να δεις τι είναι...»
Σκέφτηκα λίγο, θυμήθηκα οτι τελευταία φορά τη μπλούζα δεν την είχα φορέσει εγώ.
«Τίποτα δε μυρίζει, η ιδέα σου είναι», έκοψα την κουβέντα.
«Τέλος πάντων...» μουρμούρισε. «Ήσουνα ποτέ σκυλί με λαστιχένιο λουρί;»
Έμεινα μαλάκας να την κοιτάζω με το πακέτο των τσιγάρων στην παλάμη.
«Άναψε ένα και για μένα», μου ζήτησε.
Άναψα δυο τσιγάρα, της έδωσα το ένα πριν καθίσω απέναντί της.
«Πρόσεξε τώρα, επειδή σε κόβω για κάπως αργό...» γέλασε κάνοντας δαχτυλίδια με τον καπνό του τσιγάρου, «έχουμε εδώ πέρα ένα σκυλί, δεμένο με λαστιχένιο λουρί, εντάξει;»
Ένευσα μπερδεμένος –τι άλλο να ΄κανα;
«Όταν το σκυλί θυμώνει, παίρνει φόρα και τσιτώνει το λουρί, πνίγεται, τραβιέται πάλι πίσω, πονάει, ουρλιάζει. Αλλά....»
«Αλλά;» έκανα όλος ενδιαφέρον.
«Αλλά το λουρί έχει ξεχειλώσει λίγο, τώρα το σκυλί μπορεί να πάει κάπως μακρύτερα. Το σκυλί αλυχτάει χαρούμενο μέχρι να τρελαθεί πάλι και να ξανατσιτώσει το λουρί, κατάλαβες πως πάει η ιστορία;»
Έξυσα το κεφάλι.
«Έχεις βγάλει πανεπιστήμιο;» τη ρώτησα.
Κατουρήθηκε στα γέλια.
«Τι σημασία έχει ρε άνθρωπε! Το νόημα το ‘πιασες;»
«Και το κρατάω γερά. Προχώρα παρακάτω».
«Παρακάτω έχει μπόλικη μελούρα, γι΄αυτό ρίξε τα βιολιά», χαμογέλασε.
Σκέφτηκα να πιάσω τη Βέρα και να ρίξω μια τοκάτα στα κάρβουνα, αλλά προτίμησα να μην το καταντήσουμε μιούζικαλ, κοιμόταν κι ο ντόκτορ...
«Όπου λοιπόν πεθαίνει η μάνα μου νωρίς, αλλά προφανώς έχει προλάβει να γεννήσει εμένα και την αδερφή μου –ξεμένουμε μ΄έναν πατέρα που μας επισκέπτεται σπανίως στο ίδιο μας το σπίτι. Μας πετάει εσώκλειστες σε κάτι σχολεία με αγάμητες γεροντοκόρες, αντέχω εξασκώντας τη μέθοδο του σκυλιού με το λαστιχένιο λουρί. Περνάω πέντε χρόνια στο εξωτερικό, τα τρώω χοντρά του μπαμπά και όλοι υποκρινόμαστε οτι σπουδάζω. Αλλά κάποτε τελειώνει το παραμύθι, επιστρέφω στην κωλόπολη –ο μπαμπάς σημαίνον στέλεχος της τοπικής κοινωνίας, οι κόρες πορσελάνινα ντεκόρ για βιτρίνα... Ο μπαμπάς λόγω επαγγέλματος έχει ξεχάσει να μιλάει – απαγγέλλει μονίμως ποινές. Η πόλη τον πληρώνει, ειδικά όταν βγαίνει στη σύνταξη, επειδή ο μπαμπάς ήξερε πάντα να αθωώνει τους σωστούς ανθρώπους. Εγώ ψάχνω γκόμενο, τι άλλο να κάνω; Τον πρώτο που βρήκα, έμαθα οτι τον λιώσανε στο ξύλο κι αναγκάστηκε να μετακομίσει σε άλλη πόλη. Ο δεύτερος ήταν ο Άλφα Τζουλιέτα, κόντευε τα 50 και δε μάσαγε Χριστό. Τον απείλησαν οι γνωστοί του μπαμπά, πλήρωσε κάτι Ρουμάνους περιφερόμενους να κανονίσουν τους γνωστούς του μπαμπά. Τέλος πάντων, δεν την κοπάνησε, δεν φοβήθηκε.... Αλλά εγώ σύντομα τον βαρέθηκα. Συμβαίνουν αυτά».
«Κι ο μπάτσος;» ρώτησα.
«Εντάξει, λύση ανάγκης, μου τον έφερε πεσκέσι ο μπαμπάς –ξενέρωτος αλλά τουλάχιστον ήταν καλός στο κρεβάτι...»
«Για δες! Κι εγώ που νόμιζα οτι οι μπασκίνες γαμάνε μόνο με το πιστόλι τους!» θαύμασα.
«Δες το κι έτσι...» απάντησε διφορούμενα. «Κανένας δεν έχει βγάλει ακόμα συμπέρασμα περί του ποιο είναι προέκταση του άλλου».
Μου πήρε κοντά δίλεπτο να το πιάσω, αλλά τελικά ήταν έξυπνο αυτό που είχε πει. Την κοίταζα και υπολόγιζα πόσον καιρό είχα να πάω με έξυπνη γκόμενα –μάλλον από τότε που τραβιόμουν με τη φοιτήτρια –πολύς καιρός.
«Δε ρίχνεις τώρα και το χάπι εντ;» της ζήτησα.
«Τι εννοείς; Να σου πω οτι με το που σε είδα μαγεύτηκα, άνοιξε η γη κάτω απ΄τα πόδια μου και βρέθηκα να πετάω στα σύννεφα;»
«Καλά το πας», χαμογέλασα.
«Με το που σε είδα σκέφτηκα οτι μπορεί να ήσουνα καλή ριξιά, αλλά τότε πέσανε πάνω σου οι γορίλες... Ο μπαμπάς μας πήρε άρον –άρον, ήμουνα σίγουρη οτι το παραμύθι έλαβε τέλος. Όταν βγήκαμε από το σπίτι κι εσύ περίμενες απέξω...»
Την κοίταξα περιμένοντας όσο εκείνη έπαιζε κομπολόι το στρίφωμα της φούστας της.
«Με το που σε είδα εκεί πέρα άνοιξε η γη κάτω απ΄τα πόδια μου και βρέθηκα να πετάω στα σύννεφα», είπε τελικά.
«Εντάξει. Αλλά μαγεύτηκες κιόλας;» επέμεινα.
Γέλασε.
«Είσαι πολύ μαλάκας, να ξέρεις!» διαπίστωσε. «Αλλά ωραίος μαλάκας», συμπλήρωσε.
Ίσως να ένιωσα τόσο όμορφα που ούτε να το παραδεχτώ δεν ήθελα.
«Πες μου για σένα», μου ζήτησε.
«Τι να σου πω; Είμαι απλώς ένας ωραίος μαλάκας που γουστάρει κόρες δικαστών, ειδικά αν έχουν μπασκίνα αρραβωνιαστικό», απάντησα.
«Ωραίο στυλάκι!» ψευτοθαύμασε. «Παρακάτω;»
«Παρακάτω δεν υπάρχει τίποτα», της ξεκαθάρισα.
Δεν γούσταρα να μιλάω για μένα, ειδικά σε γυναίκες. Δε γούσταρα να μπαινοβγαίνουν διάφοροι στο κεφάλι μου, εκεί μέσα ήταν πολύ στριμόκωλα έτσι κι αλλιώς.
Ο γιατρός στριφογύρισε απότομα στο κρεβάτι του, πεταχτήκαμε κι οι δυο μας ανήσυχοι.
«Πρέπει να την κάνουμε από δω μέσα», είπα.
«Με τον γιατρό τι θα γίνει;» ρώτησε.
«10 χιλιαρικάκια».
«Τόσα πολλά;»
«Είναι καλός επιστήμονας, γι΄αυτό...»
«Κι εσύ φοβερά ματσωμένος, έτσι;»
«Τα λεφτά είναι μια ιδέα –μην τα παίρνεις στα σοβαρά», μουρμούρισα.

Τον σκούντησα με την κάνη του Βάλτερ, στριφογύρισε ξυπνώντας αλλά δε φάνηκε ν΄ανησυχεί. Ή πολύ μεγάλο κάθαρμα ή πολύ αθώος.
«Ντόκτορ λέμε να την κάνουμε από λίγο-λίγο», του ψιθύρισα.
«Να την πας νοσοκομείο!» μούγκρισε.
«Πόσο χρόνο έχω;»
Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι.
«Καθόλου χρόνο δεν έχεις, έπρεπε ήδη να είναι εκεί».
«Εντάξει –σωστός. Πες μου τώρα και πόσος χρόνος της μένει».
Ξύστηκε, περίμενα.
«Υποθέτω οτι θ΄αντέξει 3-4 μέρες, αλλά μετά....» έκανε μια δραματική παύση πριν συνεχίσει. «Δεν ξέρω πόσα θραύσματα υπάρχουν ακόμα μέσα της, δεν μπορώ να υπολογίσω αν θα της αφήσουν μόνιμη βλάβη ή θα την σκοτώσουν τελικά....»
«Μας έκανες την καρδιά γαρίφαλο», παρατήρησα.
«Ναι, εντάξει. Πρέπει να βιαστείς πάντως», είπε ο γιατρός.
Έκανα δυο βήματα πίσω, ακούμπησα τις δεσμίδες στο κομοδίνο του.
«10 χιλιάρικα όπως συμφωνήσαμε», του είπα. «Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα –δεν μπορείς να τα ξοδέψεις αμέσως. Είναι καρφωμένοι οι αριθμοί τους και θα σε μαγκώσουν. Καλύτερα κρύψτα κάπου για λίγο καιρό, όταν ησυχάσουν τα πράγματα...»
«Πόσον καιρό;» με ρώτησε.
«Κάνα δυο μήνες...»
«Εντάξει».
«Περιττό να σου πω οτι αν μας καρφώσεις θα σου πάρουν τα λεφτά», τον προειδοποίησα. «Άσε που μπορεί να μη μας πιάσουν στην τελική, οπότε θα επιστρέψω και θα σε λιανίσω».
Χαμογέλασε.
«Έχεις μεγάλο πρόβλημα με τους ανθρώπους», είπε τελικά.
«Όχι μεγαλύτερο απ΄οτι έχουν αυτοί μαζί μου», απάντησα.

Βγήκαμε έτοιμοι για τα χειρότερα, κολλημένοι στον τοίχο περπατήσαμε, εγώ με τη βαλίτσα και τη θήκη της Βέρας, Εκείνη με το Βάλτερ στο χέρι. Η βροχή έπεφτε στους τσίγκους δυσκολεύοντας την εντοπιστική μας. Τότε ήρθε και κόλλησε δίπλα μου, κάτω από το υπόστεγο, είχε ξημερώσει για καλά ο δρόμος κι όλα φαίνονταν χειρότερα.
«Κάτσε εδώ, πάω να φέρω την Άλφα», της είπα.
Ξεκόλλησα από δίπλα της και ετοιμάστηκα να τρέξω.
«Περίμενε», μου ζήτησε.
Φρέναρα. Με φίλησε απαλά στα χείλη.
«Έχω μια ανασφάλεια όταν κάποιος φεύγει από δίπλα μου», είπε.
«Καλό αυτό», σχολίασα.
Μετά έτρεξα ανάμεσα στις αραιές κουρτίνες της βροχής, κοίταζα έξω, μπας και μας περιμένανε αλλά δεν είδα πουθενά παρκαρισμένα αμάξια. Μπήκα στην Άλφα, αφού φόρτωσα την πραμάτεια στο πορτ μπαγκάζ, και πήγα μέχρι το υπόστεγο. Εκείνη γλίστρησε στη θέση δίπλα μου, ξεκινήσαμε μαλακά. Το χωριό δεν έλεγε να ξυπνήσει, κάτι αγροτικά μονάχα μουγκρίζανε προσπαθώντας να πάρουν μπροστά.
«Που πάμε;» ρώτησε.
«Νότια -σ΄ένα βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε», χαμογέλασα.
«Μου το ξανάπες αυτό», παρατήρησε.
«Κοινότυπος αλλά με σταθερές απόψεις», της εξήγησα. «Όμως πρώτα θα κάνουμε μια στάση για ρεκτιφιέ».
«Πόσος χρόνος μου μένει;» ζήτησε να μάθει.
«Βδομάδα και», της είπα ψέματα. Πολλά ψέματα –για το χρόνο που της απέμενε, για τις στάσεις που έπρεπε να κάνουμε. Επειδή είχα να πω και δυο κουβέντες στο Αφεντικό, δεν θα το άφηνα έτσι το στήσιμο.
«Να με κοιτάς όταν μου μιλάς», ζήτησε.
«Εντάξει –και μετά θα βρεθούμε καρφωμένοι σε τίποτα δέντρα», διαμαρτυρήθηκα.
«Μην κάνεις το κορόιδο –καταλαβαίνεις τι εννοώ», δυσανασχέτησε.
Γύρισα και την κοίταξα κάπως νευριασμένος.
«Σαν πολλές διαταγές δε δίνεις;» παρατήρησα.
«Ότι δίνει –παίρνει ο καθένας», απάντησε σοβαρή.
Ήμουνα στο τσακ να το χοντρύνω και να γίνουμε μπίλιες εκεί μέσα αλλά με σταμάτησαν οι τζαμοκαθαριστήρες. Που κόβανε σα βούτυρο τους καταρράχτες πάνω στο τζάμι της Άλφα και τότε εμφανίζονταν τα τζιπάκια, δίπλα στα περιπολικά.
«Μπλόκο!» φώναξε Εκείνη.
Έστριψα το τιμόνι ψάχνοντας από που να φύγουμε, χώθηκα σε κάτι σοκάκια, βρώμαγε παγίδα εκεί μέσα –οι τρίχες στο σβέρκο μου σηκώθηκαν κάγκελο. Κοίταξα πίσω μας, τίποτα δε φαινόταν να μας ακολουθεί.

Ευτυχώς εκείνη την ώρα άρχισαν να μαρσάρουν ξεκινώντας τα αγροτικά, σείστηκε το αγουροξυπνημένο χωριό και βρήκα το δρόμο προς τα χωράφια.
«Λες να μας έχει καρφώσει ο δικός σου οτι του πήραμε την Άλφα;» ρώτησα.
«Όχι ακόμα, ξυπνάει πολύ αργά συνήθως», απάντησε.
«Άρα έχουμε χρόνο», υπολόγισα.
Ο χωματόδρομος μας έφερε στην πλάτη των μπάτσων, κρατήθηκα να μη σανιδώσω το γκάζι όσο περνάγαμε 100 μέτρα πίσω τους. Τους μέτραγα με την άκρη του ματιού μου από το πλαϊνό παράθυρο.
«Μην κοιτάς», της είπα, όταν είδα οτι είχε γυρίσει προς το μέρος τους.
Έστρεψε το κεφάλι μπροστά, ήμουν υπερβολικός αλλά με τα μάτια που κουβάλαγε αυτή η γυναίκα φοβόμουν μη λαμπαδιάσει καμιά στολή. Συνέχισα να ρολάρω αργά την Άλφα Τζουλιέτα, λίγο θέλαμε να ξεφύγουμε.
Τότε γύρισε ένας μπάτσος προς το μέρος μας, σκούντησε κάποιον διπλανό του, βλαστήμησα μέσα απ΄τα δόντια μου. Αλλά κατάφερα να διατηρήσω σταθερή ταχύτητα, αν γκάζωνα την είχαμε άσχημα. Οι δυο μπάτσοι άρχισαν τα νοήματα, φρέναρα, κατέβασα το τζάμι και έβγαλα κεφάλι έξω.
«Τι τρέχει;» φώναξα.
Δεν με άκουσαν, ξαναρώτησα και οι μπάτσοι μού κάνανε νόημα να φύγω. Γύρισα την Άλφα, βάλθηκα να τους πλησιάζω αργά. Στα 50 μέτρα ένας με κουμπούρι άρχισε να χειρονομεί αγριεμένος να φύγω αμέσως. Σήκωσα τους ώμους και υπάκουσα ευσυνείδητα.
«Φτηνά τη γλιτώσαμε!» παρατήρησε. «Τρόμαξα κάπως όταν σε είδα να πηγαίνεις προς το μέρος τους».
Γέλασα.
«Οι μπάτσοι κοιτάνε μόνο μπροστά όταν στήνουν μπλόκα λες κι έχουν υπογράψει συμβόλαιο οτι από κει θα τους έρθουν. Αν τους βγεις από πίσω είσαι σίγουρα άσχετος με το όλο θέμα –δεν καταδέχονται να σκεφτούν οτι στήσανε λάθος το μπλόκο, με πιάνεις;»
«Όλα αυτά τα πιστεύεις ή έτσι τα λες για να με καθησυχάσεις;» γέλασε με τη σειρά της.
«Ξέρω ΄γω;» απόρησα με τη σειρά μου.

Βγήκαμε πάλι στην εθνική, είχα το νου μου για τον επόμενο παράδρομο επειδή είναι ανθυγιεινό να κυκλοφορείς στα ξέφωτα με το φως της μέρας. Δίπλα μου Εκείνη τεντώθηκε, είδα οτι η πληγή την τράβαγε κάπως. Αν όλα πήγαιναν καλά, σήμερα το βράδυ θα την έβαζα σε ιδιωτική κλινική. Όμως εδώ και πολλά χρόνια δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα, από τότε που σταμάτησα τους αγώνες όλο και πιο δύσκολες έρχονταν οι μέρες. Ο Χαρακωμένος μ΄έφτυσε όταν έπαψα να του κερδίζω φράγκα, ευτυχώς που βρέθηκε ένας παλιοχαμούρης πρόθυμος να με πληρώνει για πορτιέρη στο μαγαζί του. Κάθε βράδυ μέχρι το πρωί να περιμένω στο ψωφόκρυο, εκτεθειμένος στον πρώτο τυχόντα σουρωμένο που κυκλοφορούσε με σπασμένα μπουκάλια μπύρας ή στομωμένες λάμες. Ράμματα στο στομάχι, ράμματα στο μέτωπο, δύσκολα λεφτά. Έχασα την ψυχραιμία μου ένα βράδυ και τσάκισα κάποιο παιδί επειδή πήγε κάτι να βγάλει από την τσέπη του μπουφάν του. Ήρθε ο παλιοχαμούρης, έψαξε το παιδί, πορτοφόλι πήγαινε να βγάλει για να με λαδώσει. Απολύθηκα, κρύφτηκα στο σπίτι για να γλιτώσω τις φασαρίες. Τότε αγόρασα το Βάλτερ, με τα τελευταία μου λεφτά. Από την υπόγα του Χλεμπονιάρη, πίσω απ΄τη Λαχαναγορά. Ο Χλεμπονιάρης ήτανε πρώην Ανατολικός μπάτσος, όταν αλλάξανε τα κόζια γέμισε μια βαλίτσα όπλα και σφαίρες, ήρθε στην πρωτεύουσα κι άνοιξε σαράφικο. Με τον καιρό έφτιαξε όνομα, όσοι είχαν όπλα σ΄αυτόν τα πούλαγαν κι όσοι ήθελαν όπλο απ΄αυτόν αγόραζαν.
«Θέλω κάτι φτηνό, αυτόματο και να μη μπλοκάρει», του είχα ζητήσει.
Έτσι αγόρασα το Βάλτερ επειδή το είχα πάρει απόφαση, κανένας καργιόλης δε θα μου πέρναγε βραχιόλια –καλύτερα να δάγκωνα την κάνη. Μόνος μου ή με παρέα, απεχθανόμουν τους καγκελένιους χώρους.
«Έχεις περάσει ήδη μια παρακαμπτήρια», μου είπε ήρεμα.
«Μάλλον αποκοιμήθηκα με ανοιχτά μάτια», δικαιολογήθηκα.
«Καλύτερα τότε να σταματήσουμε, να βρούμε κάποιο ξενοδοχείο...» πρότεινε.
«Δεν έχουμε χρόνο», απάντησα.
«Έχουμε όλον το χρόνο του κόσμου, εκτός αν στουκάρεις την Άλφα σε καμιά κολώνα», γέλασε.
«Θες να οδηγήσεις εσύ;» προσφέρθηκα.
«Δύσκολο το κόβω με τέτοιον ώμο», είπε.
«Τότε μη με ζαλίζεις», μούγκρισα αλλάζοντας καρφωτή την ταχύτητα.
«Ρε αγάπη μου, πάμε πουθενά να κοιμηθούμε μέχρι να βραδιάσει! Για πόσο θα κυκλοφορούμε ντάλα ο ήλιος με τους μπάτσους τριγύρω;»
Είχε δίκιο, αλλά που να το βρει μαζί μου; Βιαζόμουν να την πάω νοσοκομείο, δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου. Αλλά είχε δίκιο...
«Εφόσον το θέτεις έτσι...» ξεκίνησα.
«Πως έτσι;» γέλασε.
«Έριξες κάποιο ‘αγάπη μου’ στην πρόταση, τουτέστιν πάμε για χάνιμουν ομορφούλα!» χαμογέλασα.
«‘σε ρωτήσω... ανώμαλος είσαι ή ηλίθιος;» με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια.
«Ξέρω ΄γω; Βρέστο και πάρτο», απάντησα.

Μπροστά μας ξεκίναγε ένας δρόμος παράλληλος με την εθνική, μπήκα επειδή πίσω από κάτι πλατάνια μισοφαινόταν η ταμπέλα «ΜΟΤΕΛ ΓΑΛΗΝΗ 3 χλμ.» Γαλήνη λέγανε μια θεούσα συμμαθήτρια μου στο Γυμνάσιο, τερατώδες πλάσμα, έλπιζα να μην την πετύχω εκεί πέρα. Επειδή ήμουνα χρόνια τώρα μαλωμένος με τη γαλήνη.

Πέμπτη, Σεπτέμβριος 24, 2009

3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα

Το ελικόπτερο βαρέθηκε να κωλοβαράει από πάνω μας, δεν άναψε τα προβόλια μέχρι που έφυγε, ίσως και να μη χρειαζόταν. Μπορεί αυτή τη στιγμή να ξεκινάγανε φορτσάτα τα περιπολικά, τα τζιπάκια και οι κλούβες, μπορεί σε λιγότερο από μια ώρα να μας ζώνανε τα φίδια. Κοίταξα ψηλά στον άδειο ουρανό, κοίταξα μπροστά στο χορταριασμένο σκοτάδι, κοίταξα πίσω στον έρημο δρόμο –παντού απελπισία. Αλλά είχα μια αναπάντεχη ιδέα –δεν μπορεί αυτά τα χωράφια να μη συνδέονταν με χωριό. Κάποιος χωματόδρομος σίγουρα, για να πηγαινοέρχονται οι άνθρωποι στα σπαρτά τους, κάπου, κάτι θα υπήρχε. Κόλλησα στο παρμπρίζ σα σκοτωμένη μύγα, προσπάθησα να δω εκεί έξω, βαρέθηκα μετά από λίγο και το παράτησα στην τύχη. Άνοιξα φώτα, τα επόμενα 10 μέτρα έμοιαζαν βατός χωματόδρομος, ξεκίνησα. Μετά τα μέτρα έγιναν 20, 30 –άρχισα να ελπίζω. Όταν σιγουρεύτηκα οτι ο δρόμος κάπου έβγαζε έσβησα πάλι τα φώτα, έκοψα ταχύτητα κι έβαλα την Άλφα Τζουλιέτα στο σούρσιμο. Πρέπει να πέρασε κάνα τέταρτο πριν αρχίσω να διακρίνω τις κωλοφωτιές του χωριού. Μου έδωσα συγχαρητήρια, ήμουν Ινδιάνος Κομάντσι –άσσος στις ανιχνεύσεις –βιάστηκα να γκαζώσω κι η μπροστινή ρόδα σφηνώθηκε σε μια λακκούβα. Ακινητοποιηθήκαμε. Μάρσαρα νευριασμένα χειροτερεύοντας την κατάσταση. Αν πηγαίναμε έτσι θα έβγαινε όλο το χωριό στους δρόμους με σημαιάκια να μας υποδεχτεί.
«Με όπισθεν θα βγεις», ψιθύρισε εκείνη από δίπλα μου.
Είχε δίκιο φυσικά. Ακόμα κι ένας ηλίθιος σαν εμένα θα το σκεφτόταν αν δεν είχε κυριευτεί από πανικό. Ήμουν πανικόβλητος όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Επειδή εδώ δεν παιζόταν μονάχα το δικό μου κεφάλι, εδώ παιζόταν η ζωή της –έβλεπα τον πρόχειρο επίδεσμο να μουλιάζει στο αίμα κι έτρεμα καταλαβαίνεις;
Έκανα λοιπόν όπισθεν.

Κι είχα μείνει να την περιμένω εκεί πίσω, μισοκρυμμένος δίπλα στον τηλεφωνικό θάλαμο, δεν υπήρχε καμιά ένδειξη αλλά ήμουνα σίγουρος –κάποια στιγμή θα έβγαινε από το νεοκλασσικό. Μόνη ή με παρέα λίγο μ΄ένοιαζε. Άναψα καινούργιο τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου, νυχτερινό κρύο, υγρασία από τη βροχή που είχε κόψει πρόσκαιρα, καθάριζε το πονεμένο μου κεφάλι αν και είχα ακόμα ζαλάδες, χασίματα, αστάθειες, μικροπράγματα. Μάλλον διάσειση, ήμουνα μαθημένος από τα ρινγκ, θα περνούσε με τον καιρό. Απλά έπρεπε να προσέξω μην την ξαναφάω στο ίδιο σημείο για κάνα μήνα μέχρι να έρθουν στα ίσα τους τα εγκεφαλικά μου φλούδια. Κάπως έτσι μου τα είχε εξηγήσει ο Γιατρός, ένας γεράκος που πέρναγε συχνά-πυκνά από τ’ αποδυτήρια, μάλλον κωλόμπος που φτιαχνόταν να μας παίρνει μάτι στα ντους. Αυτός μου είχε πει οτι τα χτυπήματα στο κεφάλι δεν είναι επικίνδυνα αν δεν είναι κοντινά μεταξύ τους, αν προλάβει ο εγκέφαλος να δημιουργήσει φρέσκια φλούδα δεν τρέχει κάστανο. Μετά είχε καθίσει στον πάγκο δίπλα μου κι εγώ του ντρέσαρα ένα μαλακό δεξί ντιρέκτ στο μηνίγγι και καλά για να δοκιμάσω τη θεωρία του αλλά στην πραγματικότητα επειδή φοβόμουνα μη μου πιάσει τον κώλο. Παρ’ όλες τις θεωρίες του Γιατρού το κεφάλι μου εξακολουθούσε να βουίζει και το τσιγάρο έκανε τα πράγματα χειρότερα –έψαξα κάπου πρόχειρα να κάτσω, βρήκα ένα παρτέρι. Κοίταξα το ρολόι μου από συνήθεια. 10 και τέταρτο μονίμως. Ένα φως έσβησε στον πάνω όροφο του νεοκλασσικού. Ρε λες; Έγινα όλος μάτια. Στη μέσα τσέπη του μπουφάν βάραινε το Βάλτερ, σκέφτηκα να πάω μέχρι το πορτ μπαγκάζ να πάρω τη Βέρα για συντροφιά αλλά με φρέναρε η ξεφτίλα. Φαντάσου να έσκαγε μύτη η γκόμενα και να μ’ έβλεπε σε στυλ περιπλανώμενος τροβαδούρος. Πολύ γέλιο!

Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα -τινάχτηκα. Πρώτα βγήκε ο μαλάκας της ο κουστουμάτος μπάτσος και μετά Εκείνη. Φαινόταν συννεφιασμένη, φαινόταν νευριασμένος. Σηκώθηκα καθαρίζοντας τη σκόνη από το τζιν μου, έσβησα το τσιγάρο στη χούφτα μου για να συνέλθω. Έσυρα τις μπότες μου προκλητικά, όσο νωρίτερα με βλέπανε τόσο καλύτερα. Παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε να διασχίσω τη μισή πλατεία, ήμουνα λιγότερο από 20 μέτρα απόσταση όταν με κατάλαβαν. Ο μπάτσος έκανε δυο βήματα πίσω, μάλλον σκέφτηκε να ξαναμπεί στο σπίτι και να φέρει τον φουσκωτό του δικαστή αλλά κατάλαβε γρήγορα το ρεζιλίκι και σταμάτησε. Εκείνη μου χαμογέλασε σαν ξημέρωμα στην ακροθαλασσιά.
«Αφήσαμε μια κουβέντα στη μέση», της είπα χαμογελαστός επίσης. Το σκίσιμο στο μάγουλο με γάμησε κανονικά έτσι όπως τραβήχτηκε.
«Τι θες εσύ εδώ;» ρώτησε ο μπάτσος αρραβωνιάρης.
«Εεε, πως! Ολόκληρη μπύρα μου πληρώσατε, θα ήταν αγένεια να μην την πιούμε παρέα!» διαμαρτυρήθηκα.
«Πήγαινε μέσα εσύ», της είπε τότε ο μαλάκας.
Πολύ ωραίος! Να πάει μέσα η γκόμενα, να τη ρωτήσει ο μπαμπάκας τι τρέχει και να ξαμολήσει τα λυκόσκυλα!
«Δεν πάω πουθενά», του απάντησε καρφώνοντας τα τακούνια της στο πλακόστρωτο.
Εκείνη τη στιγμή βεβαιώθηκα –ότι κι αν πάθαινα για χάρη της, το άξιζε. Και θα έμενα να τη χαζεύω σαν ηλίθιος αν ο μπάτσος δεν την έσπρωχνε άγρια προς τα πίσω.
«Ακούς τι σου λέω; Τσακίσου μέσα!» τσίριξε μπαρουτιασμένος.
Δεν κατάλαβα για πότε βρέθηκε το Βάλτερ στο χέρι μου, πάντως το κούνησα απειλητικά προς το μέρος τους.
«Κάτσε φρόνιμα ρε αντρακλά μη σου ξυρίσω τ΄αρχίδια», μούγκρισα.
Ο μπάτσος σούφρωσε κάπως. Εκείνη σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κοιτάζοντάς με.
«Για πλησιάστε και οι δυο σας», διέταξα.
Ο μπάτσος ξεκίνησε να έρχεται προς το μέρος μου, Εκείνη έμεινε ακίνητη χαμογελώντας. Καταπληκτική γυναίκα.
«Έλα κι εσύ ομορφούλα –δεν ήρθα μέχρι εδώ για να κάνω κόρτε στο τζιτζιφιόγκο σου», της είπα.
Πήγε να γελάσει αλλά το κράτησε.
«Πρόσεχε τα λόγια σου», ψιθύρισε ο μπάτσος.
«Μπα δε νομίζω –ο φιλαράκος από ‘δω μου δίνει το ακαταλόγιστο», απάντησα κουνώντας το Βάλτερ.
Εκείνη ξεκίνησε να πλησιάζει, σε λίγο έφτασε τον μπάτσο κι εγώ τους πήγα να καθίσουμε στο παρτεράκι ρομαντικά –ένα ζευγαράκι κι ο παρείσακτος, υπολόγιζα οτι θα είχα λιγότερο από 10 λεπτά για να γυρίσω την κατάσταση.
Κάτσαμε.
«Είσαι η δεύτερη σημαντικότερη γνωριμία της ζωής μου», της είπα νέτα-σκέτα.
Ο μπάτσος πήγε να μιλήσει αλλά τον αγριοκοίταξα.
«Και η πρώτη ποια ήταν;» ρώτησε Εκείνη.
«Καμιά σχέση», της εξήγησα. «Η Βέρα είναι εκτός συναγωνισμού, ρίχνει τις τούφες της στο πορτ μπαγκάζ, θα τη γνωρίσεις αργότερα».
«Δε μ’ αρέσει να έρχομαι πουθενά δεύτερη», διαπίστωσε.
«Σε κανέναν δεν αρέσει», παραδέχτηκα.
«Λοιπόν;» αναρωτήθηκε.
«Λοιπόν είναι δύσκολο να τα βάλεις με τη Βέρα αλλά σου εύχομαι καλή τύχη όπως και να ‘χει», γέλασα.
«Τι μαλακίες είναι αυτές;» γκρίνιαξε ο μπάτσος.
«Σκάσε ρε μη στην ανάψω!» θύμωσα. «Θα πάω μια βόλτα με την κοπέλα, έχουμε να πούμε τα δικά μας και δε γουστάρω αδιάκριτους», του εξήγησα αμέσως μετά. «Εσύ σαν καλό παιδί κάνε λίγο ποδήλατο μέχρι να γυρίσουμε, παίξε τίποτα βόλους, βολέψου όπως γουστάρεις».
Σηκώθηκα. Αν δεν ερχόταν μαζί μου θα την πυροβολούσα επιτόπου. Μετά θα σκότωνα το μαλάκα της και μετά μπορεί ν’ αυτοκτονούσα. Δεν υπήρχε περίπτωση να τη χάσω τώρα που την είχα βρει.
Εκείνη σηκώθηκε, ευτυχώς. Με πλησίασε. Ευτυχώς.
«Γιατί πιστεύεις οτι θα έρθω μαζί σου;» με ρώτησε.
«Επειδή είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις και πολύ μεγάλη για να συμβιβαστείς», απάντησα.
«Που πάμε;» χαμογέλασε.
Την κοίταξα κι ήμουν έτοιμος να βάλω τα κλάματα γονατιστός σα χαζογκόμενα σε ζαχαρένια ταινία, αλλά κατάφερα να το σκάσω μόνο με μισό χαμόγελο. Πέρασα το χέρι μου κάτω από το δικό της, την τράβηξα κοντά μου –φάνηκα τόσο μαλάκας! Εντάξει, ήμουνα σίγουρος οτι δεν υπήρχε άλλη σαν αυτή, μόνο κάτι αρχαίες θεές του ασπρόμαυρου χρόνια τώρα πεθαμένες –αυτό όμως δεν ήταν λόγος να γυρίσω την πλάτη μου στον μπάτσο, ποτέ δεν γυρνάς την πλάτη σου σ΄έναν ρεζιλεμένο μπάτσο. Την τράβηξα κοντά μου, με το χέρι περασμένο κάτω από το δικό της, οι ώμοι μας τρίφτηκαν κι ένιωσα το άρωμά της, σαπούνι ανακατεμένο με άσπρα λουλούδια –τότε Εκείνη συσπάστηκε απότομα κι εγώ άκουσα τον κρότο. Την έσπρωξα δίπλα και στριφογύρισα σαν αλογάκι του Καρουζέλ, ο καργιόλης κρατούσε ακόμα το όπλο του αλλά έδειχνε να τα έχει κάπως χαμένα. Τον πυροβόλησα χωρίς δεύτερη σκέψη, ήθελα να του κόψω το χέρι κανονικά, αλλά το Βάλτερ κλώτσησε κι εγώ ένιωσα απότομα πολύ κουρασμένος. Το χέρι του κρέμασε σαν κατάρτι ναυαγίου, διαπίστωσα οτι δεν είχαν απομείνει πολλά πράγματα απ’ τη δεξιά πλευρά του λαιμού του. Έγειρε πλάγια σαν αποτυχημένος αρλεκίνος αλλά δεν είχα χρόνο ν’ ασχοληθώ, έτρεξα κοντά της, την αγκάλιασα.
«Είσαι καλά;» ούρλιαξα.
«Όχι και τόσο», ψιθύρισε.
Την γύρισα λίγο στο πλάι, είχε μια τρύπα το πουκάμισό της πίσω, στον αριστερό ώμο, δεν έτρεχε ακόμα αίμα. Τρέμοντας την έστησα απέναντί μου, η μπροστινή μεριά του πουκαμίσου έδειχνε άθικτη. Κοίταξα παραδίπλα ελπίζοντας μάταια, γιατί το ήξερα από την πρώτη ματιά. Η σφαίρα είχε μείνει μέσα -βλαστήμησα τη γκαντεμιά μας.
«Δεν είναι τίποτα», της είπα.
Ταυτόχρονα άγγιζα απαλά τις κλειδώσεις στον ώμο της ψάχνοντας για σπασίματα, δεν έδειχνε να πονάει.
«Πρέπει να φύγουμε από ‘δω», παρατήρησε.
Τη στήριξα πάνω μου, άρχισα να την τραβάω βιαστικά –πίσω μας άρχιζε το πανηγύρι, πόρτες άνοιγαν, κόσμος τσίριζε. Φτάσαμε στο νοικιασμένο μου αυτοκίνητο με τα χίλια ζόρια, την έβαλα μέσα, ξεκινήσαμε.
«Δεν το βλέπω να πηγαίνουμε πολύ μακριά», μουρμούρισε.
«Τώρα που σε βρήκα δε σε χάνω», είπα εγώ αλλά μετά είδα οτι κάπου αλλού είχε καρφωμένο το βλέμμα της και το ακολούθησα.
Το γαμημένο κόκκινο φωτάκι της βενζίνης ήταν αναμμένο – φάρος ολόφωτος στο καντράν. Βλαστήμησα μέσα από τα δόντια μου, πόσο μαλάκας τελικά;
«Πρέπει να βρούμε άλλο αμάξι», είπα.
«Στρίψε δεξιά και στο πρώτο αριστερά», ψιθύρισε.
Έκανα έτσι ακριβώς, πέσαμε σε μια ταμπέλα για αδιέξοδο. Μήπως τελικά η γκόμενα ήθελε να με δώσει στους μπάτσους μια ώρα αρχύτερα;
«Τι σταμάτησες ρε κορόιδο;» γέλασε εκείνη.
Αποφάσισα να περάσω την ταμπέλα, αν με δούλευε θα πέθαινε σε λίγα λεπτά.
«Πάρκαρε πίσω από το κόκκινο», μου εξήγησε.
Έτσι έκανα. Μετά Εκείνη άνοιξε την πόρτα και βγήκε, εγώ περίμενα.
«Εκεί θα κάτσεις;» ξεκαρδίστηκε.
Ήταν ακόμα ζεστή, όταν πάγωνε το τραύμα θα έχανε το χιούμορ της.
Βγήκα.
«Έχεις κατσαβίδι;» με ρώτησε.
Βρήκα ένα πρόχειρο στο συρτάρι του συνοδηγού.
«Άνοιξε το πίσω φως το αριστερό».
Δεν ξεκινήσαμε καλά, όλο διαταγές ήταν η γκόμενα! Αλλά ξεβίδωσα βιαστικά το πίσω φως κι ένα φρεσκότατο κλειδί έπεσε ανάμεσα στα πόδια μου. Βίδωσα πάλι το φως παίρνοντας το κλειδί.
«Είναι ενός παλιού γκόμενου, είχε κόλλημα μ΄αυτή τη Τζουλιέτα», μου εξήγησε. «Του τη φύλαγα του καργιόλη, πολύ σπαστικός με το αυτοκίνητό του», μουρμούρισε μάλλον στον εαυτό της αλλά εγώ το άκουσα.
Άνοιξα το πορτ μπαγκάζ της Άλφα Τζουλιέτα, μετά άνοιξα το πορτ μπαγκάζ του νοικιασμένου κι άρχισα να μεταφέρω την πραμάτεια μου.
Με περίμενε με τα χέρια δεμένα κόμπο.
«Ωραία βαλιτσούλα! Τα εσώρουχά σου έχεις μέσα;» ρώτησε.
«Κάτι καλύτερο», απάντησα.
«Κι αυτό τι είναι;» πετάχτηκε όταν με είδε να κουβαλάω τη θήκη της κιθάρας.
«Αυτή είναι η Βέρα», είπα θριαμβευτικά.
«Α, τόσο καλά!» ξεκαρδίστηκε.
Μετά μπήκαμε μέσα, η Άλφα Τζουλιέτα είχε τιγκαρισμένο το ρεζερβουάρ και πήρε μπροστά με την πρώτη σηκώνοντας τα πλακάκια απ’ τα πεζοδρόμια.
«Προχώρα ευθεία δεν είναι αδιέξοδο –έτσι τη βάλανε την πινακίδα», μου εξήγησε.
Κι εγώ γκάζωσα πέφτοντας με τα μούτρα στο τραυματισμένο όνειρο.

Η Άλφα Τζουλιέτα χαράκωνε τους δρόμους του χωριού με τα φώτα ορθωμένα, ψάχνοντας αμείλικτα στις κλειστές πόρτες, στις τζαμένιες προθήκες των μαγαζιών, ταράζοντας τον ύπνο των κακομοιραίων. Είχα βρει την κεντρική πλατεία, είχα βρει το κλειστό καφενείο, ήταν ζήτημα χρόνου να πέσω σ’ ένα ανοιχτό φαρμακείο. Πάρκαρα το αυτοκίνητο απέξω, της είπα να περιμένει κι άρχισα να τραντάζω την κλειδωμένη πόρτα. Στα δυο λεπτά ένας τσιμπλής εμφανίστηκε, έσκασε λίγο την κουρτίνα, με είδε, ξεκλείδωσε.
«Σώσε με πατριώτη, γεννάει η γυναίκα μου!» έκανα ξέπνοος, το έπαιξα μια χαρά επειδή είχα στ’ αλήθεια λόγο ν΄αγωνιώ.
«Η μαμή...» έκανε να μιλήσει.
«Ποια μαμή; Γιατρός υπάρχει;» τον έκοψα.
«Τέτοια ώρα...» μουρμούρισε.
«Πες το στο μπόμπιρα που αποφάσισε να μας βγει ξενύχτης!» τον διέκοψα και πάλι
«Στον πίσω δρόμο, στο 25 νούμερο», απάντησε τελικά.
«Δώσμου και τα σχετικά, γάζες -ιώδια, ψαλίδια, πάνες, ξέρω ‘γω...»
Τσακίστηκε να μ’ εξυπηρετήσει, είχα καταφέρει να τον αγχώσω τελικά.
«Μόνο επιδέσμους θα χρειαστείς και αντισηπτικό, αν και θα ΄χει ο γιατρός...» είπε.
Του πέταξα ένα εικοσάρι και την έκανα τρέχοντας.
«Πάμε στο γιατρό ομορφούλα», της εξήγησα.
«Δε φοβάσαι μη μας καρφώσει;» ρώτησε.
«Όχι, δεν υπάρχει περίπτωση», τη διαβεβαίωσα. Και ήμουνα σίγουρος δηλαδή.

Το σπίτι του γιατρού ήταν συμπαθητικό για μπουρδέλο, μάλλον αγροτικός και πολύ φτωχό το χωριό –αυτό με βόλευε. Βγήκα, της άνοιξα την πόρτα, την πήρα αγκαλιά, φτάσαμε μέχρι το κουδούνι, κόλλησα το χέρι μου, κόντεψα να το τρυπήσω το σκατόπραμα. Κάτι καμπάνες ακούστηκαν ν΄αντηχούν μέσα στο σπίτι, συνέχισα να πιέζω το μπουτόν μέχρι ν’ απελευθερώσω όλα τα σκυλιά της κόλασης. Άκουσα βήματα, μετά κάτι που έσπαγε ανακατεμένο με βογκητό, μάλλον ο γιατρός είχε τρακάρει στο λαβομάνο. Περίμενα. Η πόρτα άνοιξε κι ένα ανθρωπάκι πατημένα 40 εμφανίστηκε. Καθάρισε τα στρογγυλά γυαλιά του κοιτάζοντάς μας.
«Κάνε πιο μέσα, είναι χτυπημένη», τον διέταξα.
Βιάστηκε να μεριάσει –κυρίως επειδή τον σημάδευα με το Βάλτερ όσο συγκρατούσα Εκείνη. Μπήκαμε, σαλόνι σκοροφαγωμένο –αλληθώρισα για να ελέγξω όλες τις πόρτες με μιας.
«Ζω μόνος μου», ψέλλισε το γιατρουδάκι.
Ήταν έξυπνο παιδί τελικά, θα βγάζαμε άκρη.
«Που να την πάω;» ρώτησα.
«Από δω», έδειξε.
Ξεκινήσαμε όλη η χαρούμενη παρέα, το γιατρουδάκι άναψε μια λάμπα γυμνή, ασφαλίτικη, στραβωθήκαμε στο άξεστο φως. Την ξάπλωσα στο ιατρικό κρεβάτι ο γιατρός πήγε να διαμαρτυρηθεί που δεν πρόλαβε να στρώσει χαρτί από κάτω, αδιαφόρησα.
«Εξέτασέ την», είπα.
Ο γιατρός της έκανε νόημα να γδυθεί από τη μέση και πάνω, εγώ χάζευα σα μαλάκας το δαντελένιο μαύρο σουτιέν κι όταν το ‘βγαλε μου κρέμασε το σαγόνι μέχρι πάτωμα.
«Θα την εξετάσεις ή θα πάρεις μάτι;» χώθηκα στον γιατρό.
Εκείνος βιάστηκε να τη βάλει μπρούμυτα, μετά άρχισε να λύνει τις γάζες, πλησίασα να δω. Μια πληγή σκέτη παπαρούνα με κοίταζε ορθάνοιχτα, το αίμα δεν είχε ακόμα ξεραθεί εκεί πέρα. Ο γιατρός πλακώθηκε μπας και του κόψει τη ροή. Καινούργιες γάζες, τσιμπίδες, άσπρη σκόνη... Έκανα παραπίσω, σταύρωσα τα χέρια, άφησα το Βάλτερ στο τραπέζι. Ο γιατρός άρπαξε μια σύριγγα και άρχισε να τη γεμίζει νερό, μετά τρύπησε κάποιο γυάλινο φιαλίδιο, ανακάτεψε το νερό με τη σκόνη και το ξαναρούφηξε.
«Θα της κάνω ένα παυσίπονο να ηρεμήσει», μου είπε.
«Κάνε οτι πρέπει, μόνο να ξέρεις οτι αν πάθει κάτι πέθανες», του εξήγησα.
Έδειξε να αδιαφορεί.

Μετά την ένεση με πλησίασε.
«Έχει σφαίρα μέσα της», είπε.
«Σώπα! Κι εγώ που νόμιζα οτι το έπαθε απ’ τη χαλάουα!» στράβωσα το στόμα.
«Καλά, εντάξει. Η σφαίρα όμως έχει μείνει μέσα και πρέπει να βγει. Να την πας σε νοσοκομείο αμέσως».
«Έλεγα πως θα την έβγαζες εσύ...» μουρμούρισα.
«Είσαι τρελός;» πετάχτηκε ο γιατρός.
«Ξέρω ‘γω; Μπορεί και να είμαι –θες να το ψάξουμε τώρα αυτό;» τον κάρφωσα κατάματα.
«Δεν γίνεται να της βγάλω εγώ τη σφαίρα, δεν είμαι χειρούργος», διαμαρτυρήθηκε.
«Κοίτα δόκτορα», είπα μετρώντας τα λόγια μου. «Έχω απέξω στο αμάξι μια βαλίτσα. Η βαλίτσα έχει μέσα πολλά λεφτά. Τι θα έλεγες να την ελαφραίναμε κατά 10 χιλιαρικάκια ας πούμε;»
«Μα δεν γίνεται...»
«Δώσε βάση επειδή μάλλον δεν με κατάλαβες», τον έκοψα. «Η μια περίπτωση είναι να της βγάλεις τη σφαίρα και να πάρεις 10 χιλιάρικα για τον κόπο σου. Η άλλη περίπτωση είναι να σου φτιάξω τρίτο μάτι στο κούτελο. Τι διαλέγεις;»
Άσπρισε, κόμπιασε, ένα μπαλάκι σάλιου εμφανίστηκε στην άκρη των χειλιών του.
«Θα κάνω οτι μπορώ», είπε παγωμένα.
«Λάθος. Θα την κάνεις καλά!» του εξήγησα.
«Ναι, εντάξει», είπε αφηρημένα.
Ή πολύ καλός επιστήμονας ήταν ή πολύ μαλάκας. Δεν είχα βγάλει ακόμα πόρισμα.

Χοροπήδαγε από πάνω της σαν καγκουρό -χοντρές στάλες ιδρώτα από το πρόσωπό του έπεφταν στην πλάτη της- σιχάθηκα κάπως αλλά έκανα υπομονή για χάρη της επιστήμης.
«Θα της κάνω τοπική αναισθησία, δεν έχω δυνατότητα για ολική», μου εξήγησε.
«Δεν πα’ να της κάνεις και περμανάντ; Το θέμα είναι να βγάλεις τη σφαίρα», μούγκρισα.
Κοίταξα στα πλάγια αριστερά του, όσο χώρο μου άφηνε η ξεκούμπωτη πυτζάμα του. Είδα το πρόσωπό της κάτασπρο, την είδα να κοιτάζει κάπου μακριά, πέρα από τον απέναντι τοίχο. Τρόμαξα επειδή έτσι κοιτάζουν οι ετοιμοθάνατοι. Πλησίασα.
«Πως είσαι;» τη ρώτησα.
«Μια χαρά –ούτε στο Σαλόν Κίττυ να ήμασταν!» χαμογέλασε ραγίζοντας το παγωμένο της πρόσωπο.
Μορφωμένο κορίτσι!
«Θα περιμένουμε λίγο για να δουλέψει η αναισθησία», μας ανακοίνωσε ο γιατρός κι έκανε μερικά βήματα πίσω.
Γύρισα προς το μέρος του, ακουμπούσε αφηρημένα το χέρι στο τραπέζι, δέκα πόντους παραδίπλα ήταν το Βάλτερ μου. Ανατρίχιασα, ξεκίνησα να τον πλησιάζω ύπουλα. Δεν χρειάστηκε όμως επειδή ο γιατρός έσπρωξε το όπλο απρόσεκτα, σα χρησιμοποιημένη χαρτοπετσέτα. Παρ΄όλα αυτά εγώ το άρπαξα όσο πιο γρήγορα γινόταν.
«Είσαι περίεργη μούρη ντόκτορ», σχολίασα.
Χαμογέλασε ντροπαλά σαν κοριτσάκι.
«Απλά απεχθάνομαι τη βία», μου εξήγησε.
«Ναι κι εγώ τα μελάτα αυγά, αλλά αν ήταν να σώσω το κεφάλι μου όλο και θα σβούριζα κανένα από δαύτα», απάντησα.
«Θεωρείς δηλαδή οτι το δικό μου κεφάλι κινδυνεύει σ΄αυτή την υπόθεση;» γέλασε ο γιατρός.
«Αν πάθει τίποτα...» ξεκίνησα να λέω.
«Τώρα που λέμε για κεφάλια –θα με διευκόλυνε ιδιαίτερα να κρατάς το δικό της όσο δουλεύω. Δεν θέλουμε να κουνηθεί απότομα!» με διέκοψε ο γιατρός.
«Όχι δεν θέλουμε», επανέλαβα σα χαζός.
«Έχεις τσιγάρο;» με ρώτησε αμέσως μετά. «Το ‘χω κόψει εδώ και δυο χρόνια, αλλά για κάτι τέτοιες στιγμές χρειάζεται το άτιμο!»
Πέταξα το πακέτο και τον αναπτήρα μου στο τραπέζι, τον άφησα να κεραστεί πρώτος και μετά τράβηξα ένα για μένα. Βρεθήκαμε να καπνίζουμε εκεί πέρα σαν φιλαράκια.
«Λοιπόν; Τι άλλα νέα;» ρώτησα αδιάφορα.
«Όπως τα ‘ξερες», απάντησε ο γιατρός.
«Τι λέει η ζωή σ΄αυτό το κωλοχώρι;» ξαναπροσπάθησα.
«Τι λέει η ζωή γενικώς;» αναρωτήθηκε ο γιατρός.
«Βαθειά φιλοσοφημένος», παρατήρησα.
«Πάμε να κάνουμε τη δουλειά μας τώρα», μουρμούρισε ο γιατρός.

Η αλογοουρά της είχε λυθεί αφήνοντας γυαλιστερά μαύρα ρυάκια να γαργαλάνε τους καρπούς των χεριών μου, το μέτωπό της έκαιγε αλλά τα μάγουλά της ήταν πιο παγωμένα από τον θάνατο –κρατούσα το πρόσωπό της σα να ‘ταν φτιαγμένο από κινέζικο ριζόχαρτο –μέτραγα την ανάσα της με τη δική μου, άφηνα τις αναπνοές της να κυλήσουν με τις φλέβες μου. Δεν είχα ονειρευτεί έτσι την πρώτη φορά που θα την άγγιζα και το περίεργο ήταν πως μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα οτι είχα τη δυνατότητα να ονειρεύομαι. Δεν είχα καταλάβει πως υπήρχε κάτι περισσότερο πίσω από τον λήθαργο. Που να είχε πάει όλη αυτή η κρυμμένη ζωή;
«Πονάς;»
«Εντάξει είμαι».
«Λίγο ακόμα θέλει».
«Μην τρέμεις, μη φοβάσαι –αντέχω».
Τα δάχτυλά μου φίδιασαν σε κάτι σαν χάδι, ένιωσα αμήχανα.
«Όχι ρε γαμώτο!» βόγκηξε ο γιατρός.
«Τι τρέχει;» αναστατώθηκα.
«Η σφαίρα...»
«Βγάλτην».
«Δε γίνεται!»
«Μη μου λες μαλακίες!»
«Είναι απ΄αυτές που σκάνε μέσα σου, έχει γίνει κομματάκια...» κλαψούρισε ο γιατρός.
«Σκατά», σκέφτηκα φωναχτά.
«Θα βγάλω ότι μπορώ αλλά...» ξεκίνησε να λέει ο γιατρός.
«Βγάλε ότι μπορείς», τον έκοψα απότομα.
Μετά την κοίταξα. Είχε στραβώσει το κεφάλι και μου χαμογελούσε.
«Παλιοκατάσταση ε;» με ρώτησε.
«Εντάξει –όλα διορθώνονται», προσπάθησα να την καθησυχάσω.
«Έτσι ακριβώς, όλα διορθώνονται κάποια στιγμή...» μουρμούρισε ονειροπόλα.
Δεν καταλάβαινα.

Ο γιατρός της έβαλε φρέσκο επίδεσμο που έμεινε ολόστεγνος, ένιωσα καλύτερα. Έσκυψε πάνω της.
«Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο», της πρότεινε.
«Κι άλλο;» γέλασε βραχνά Εκείνη.
Πάλι δεν καταλάβαινα.

Ο γιατρός με πλησίασε.
«Έχω μια πόρτα στην αυλή, βγάζει στο πίσω μέρος του σπιτιού. Θες να βάλεις το αυτοκίνητό σου εκεί μέσα;» πρότεινε.
Μου φάνηκε καλή ιδέα.
«Θα έρθεις κι εσύ μαζί μου», απάντησα.
«Ναι, εντάξει», είπε ο γιατρός αφηρημένα.

Βγήκαμε από το δωμάτιο του ιατρείου χωρίς να σβήσουμε το φως, κοντοστάθηκα για λίγο κοιτάζοντάς την. Έμοιαζε χαμένη σ’ ένα δικό της αλισβερίσι. Έπρεπε λοιπόν να την αφήσω μόνη.

Όταν θα ξανάμπαινα απ΄αυτή την πόρτα όλα θα είχαν ξεκαθαρίσει. Η μπίλια που τώρα ξεκίναγε να στριφογυρίζει θα είχε κατασταλάξει –μαύρο, μια γυναίκα που τρόμαξε από τις συνέπειες της αποκοτιάς της ή κόκκινο, μια γυναίκα αποφασισμένη να πάει μακρύτερα από μένα. Όσο κι αν ήξερα που θα κάτσει η μπίλια –είχα αγωνία.

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 23, 2009

Καλύτερα να περιμένεις αυτό που σε περιμένει

Είναι πολλοί αυτοί που δεν παρακολούθησαν (ή έτσι ισχυρίζονται) τα δυο debate των κοινοβουλευτικών αρχηγών –δικαίωμά τους να μη γουστάρουν να μάθουν πως θα τους τη φορέσουν την επαύριον. Εγώ πάλι τα παρακολουθώ όλα αυτά, επειδή (παρά την ουτοπική μου επιθυμία) εξακολουθώ να ζω σ΄ αυτή την κωλοχώρα και δεν το βλέπω να μετακομίζω πριν περάσει καμιά τριανταετία –οπότε θα την κάνω κατά χλοερούς μεριά, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις. Πάντως, την τετραετία της επόμενης κυβέρνησης μάλλον εδώ θα είμαι για να την λουστώ.

Θα μου πεις –πιστεύεις αυτά που λένε οι συγκεκριμένοι τύποι; Δεν ξέρεις οτι όλα τα κάνουν για να τσιμπήσουν ψήφους; Εντάξει, γι΄αυτό τα κάνουν ρε μεγάλε αναλυτή! Γι΄αυτό τάζει αυξήσεις ο Ζορζ, γι΄αυτό ΔΕΝ τάζει αυξήσεις ο Χονδρός (πως να τάξει; αφού πριν λίγο καιρό σκεφτόταν να πάρει μισό μισθό από κάθε δημόσιο υπάλληλο για να πληρώσει συντάξεις!) Γι’ αυτό οι υπόλοιποι απαιτούν τέρατα –αφού ξέρουν οτι καμιά κυβέρνηση δεν θα τους ακούσει γιατί να κάνουν εκπτώσεις;

Εγώ λοιπόν παρακολουθώ όλες τις σχετικές ιστορίες, διαβάζω και τα προγράμματα των κομμάτων (ειδικά των εναλλασσόμενων στην εξουσία) για να δω κατά που κινούνται, τι θεωρούν σημαντικό ρε παιδί μου! Ας πούμε, ο Χονδρός δείχνει να θεωρεί σημαντική την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, το πάγωμα των μισθών στο δημόσιο και την αλλαγή σύστασης των υπηρεσιακών συμβουλίων. Ο Ζορζ πάλι, δείχνει να θεωρεί σημαντικό το χώσιμο χρημάτων (μέσω αυξήσεων) ώστε να μασουλήσουν οι μαγαζάτορες, την πράσινη ανάπτυξη και την παιδεία. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πως όποιος κι αν βγει (ακόμα και η Ν.Δ.) θα δηλώσει οτι παρέλαβε «καμένη γη» από τους προηγούμενους και θα βάλει φόρους! Σωστό μεν, απλοϊκό και βλακώδες δε.

Θα εξηγηθώ περαιτέρω –αλλά θέλω να πω μερικά ανέκδοτα πριν ξεκινήσω:

-Λέγεται οτι η μητρική γλώσσα του Ζορζ ΔΕΝ είναι η ελληνική –ειλικρινά το ελπίζω. Επειδή αυτό σημαίνει οτι ΚΑΠΟΙΑ άλλη γλώσσα ξέρει να την μιλάει καλά ο άνθρωπος! Κι αυτό είναι, όσο να πεις, καθησυχαστικό –γιατί, από την άλλη, ο Χονδρός δεν ξέρει να μιλάει ούτε καν τη μητρική του γλώσσα! Ο μεν Ζορζ είχε πρόβλημα σύνταξης φτιάχνοντας μεγάλες προτάσεις και ξεχνώντας από που ξεκίνησε ο δε Χονδρός είχε πρόβλημα γραμματικής εμφανίζοντας δικής του εμπνεύσεως κλίσεις ρημάτων και άσχετους επιρρηματικούς προσδιορισμούς ή περιττολογικά εκτρώματα του στυλ «εσάς σας εξαιρώ προσωπικά» (λες και μπορούσε να εξαιρέσει τον Ζορζ απρόσωπα ή συνολικά, ας πούμε). Ρεζουμέ –αν θέλει κανένας επικοινωνιακό πρωθυπουργό, ας ζητήσει να κατέβει στις εκλογές ο Χάρι Κλυν κι αν γουστάρει άριστο χειριστή της γλώσσας ας απαιτήσει την δια βοής πρωθυπουργοποίηση του Εμμανουήλ Κριαρά. Παρενθετικά –η καθιέρωση του όρου «μητρική γλώσσα», υποθέτω πως υπονοεί οτι οι άντρες και οι γυναίκες συνεισφέρουν ισομερώς στην διατροφή των παιδιών, ή κάνω λάθος ρε αιδοιοκρατικά παγόνια;

-Οι δημοσιογράφοι που πήραν μέρος στο debate των 6 ήταν επιεικώς για σφαλιάρες. Όπως και οι παρουσιαστές ειδήσεων που τους αβαντάριζαν. Δεν φτάνει που ρωτούσαν μαλακίες, δε φτάνει που ήταν ανίκανοι να μείνουν στο εκάστοτε θέμα των ενοτήτων, αλλά φάνηκε (τουλάχιστον στην περίπτωση του Σρόιτερ, ο οποίος έχοντας έτοιμη τη συμπληρωματική ερώτηση στον Καρατζαφύρερ, δεν άκουσε καν την απάντησή του με αποτέλεσμα να διαπιστώσει τα ακριβώς αντίθετα απ΄αυτά που του είχε απαντήσει ο ερωτώμενος) οτι περισσότερο καίγονταν να δηλώσουν παρά να ρωτήσουν. Άσε που διαμαρτύρονταν επειδή τους περιόριζαν οι θεματικές ενότητες και δεν μπορούσαν να ρωτήσουν για ζωτικά θέματα, όπως το αν θα παραμείνει ο Χονδρός στην ηγεσία της Ν.Δ. αν χάσει τις εκλογές! Πράγμα που σημαίνει οτι τα ατομάκια ζουν στον πλανήτη της κουτσομπολίστικης αποκλειστικότητας –πιο πολύ τους ενδιαφέρει να αποκαλύψουν οτι ο Χ πολιτικός έφαγε σουβλάκια ας πούμε, παρά να παρουσιάσουν ένα νομοσχέδιο. Και το κακό είναι οτι οι μαστούρηδες τηλεθεατές δείχνουν να μην ενοχλούνται!

-Κάποιος πρέπει να πει στον Καρατζαφύρερ (με προσοχή όμως, μην πάθει και κάνα έμφραγμα) οτι μετά τις επόμενες εκλογές ΔΕΝ θα είναι πρωθυπουργός. Πρέπει επίσης να του επισημάνει οτι το να έχεις ανθρώπους στη δούλεψή σου όντας 18χρονος δεν είναι και πολύ τιμητικό και καλύτερα να μην αναφέρεται επειδή μάλλον δείχνει ο μπαμπάς σου σε έβαλε γκιουλέκα στα χωράφια του. Τέλος, θα πρέπει να του υπενθυμίσουν οτι το επιτυχημένο συγκρότημα τύπου που διευθύνει αποτελείται από μια φυλλάδα την οποία διαβάζουν μόνο τα μέλη του κόμματος (και όχι όλα) κι ένα κανάλι που δείχνει μόνο τα μούτρα τους και διαφημίσεις τηλεμάρκετινγκ. Ε, όλα αυτά δεν είναι και να τα πολυδιαφημίζεις σαν παραδείγματα αποτελεσματικής διοίκησης!

-Μάλλον η Αλέκα έχει αμελήσει (λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων φυσικά) να φρεσκάρει τις γνώσεις της περί μαρξισμού. Ας της πει λοιπόν κανένας σύντροφος γραμματιζούμενος οτι η λύση δεν είναι η 40% φορολόγηση των πλουσίων (επειδή τότε οι πλούσιοι που δεν υπάρχουν, θα πάρουν τα πλούτη τους που δεν τα έχουν έτσι κι αλλιώς στην Ελλάδα και θα τα πάνε παραδίπλα). Η λύση θα μπορούσε να είναι η κρατικοποίηση των ιδιωτικών μέσων παραγωγής. Αν αυτό δεν προσελκύει τους ψηφοφόρους, ας βγάλουν τον Μαρξ και τον Λένιν από τα κάδρα κι ας βάλουν τη Λιάνα Κανέλη και το Ζουράρι –πως αλλιώς;

-Ο Γκόλντεν τύπος των Οικολόγων έχασε μια καταπληκτική ευκαιρία να ρουμπώσει τον αμόρφωτο δημοσιοκάφρο, προκειμένου να μη χάσει κάτι ελάχιστες ψήφους από εθνικιστές φίλους της φώκιας και της χελώνας. Επειδή το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού κάθε έθνους υπάρχει στη Χάρτα Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (δεν το ανακάλυψαν οι πρώην Γιουγκοσλάβοι Μακεδόνες, ούτε και ο Τρεμόπουλος) και το γεγονός οτι η Θεσσαλονίκη είχε ΜΟΛΙΣ 20% ελληνικό στοιχείο όταν προσαρτήθηκε στην Ελλάδα αναφέρεται σε ΟΛΕΣ ΣΧΕΔΟΝ τις σοβαρές ιστορικές μελέτες (π.χ. Douglas Dakin, Η Ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923). Αντί λοιπόν ο Γκόλντεν να τα χώσει σ΄ένα εκπαιδευτικό σύστημα που παραχαράσσει την ιστορία, αποκρύπτοντας τις πηγές της από τα παιδιά των σχολείων, το γύρισε στο τσάμικο, του στυλ «εδώ ήρθαμε να μιλήσουμε για πολιτική (εννοούσε «άξονες διακυβέρνησης») και όχι για ιστορία».

-Ο Αλέξης θα είναι πάντα ο Αλέξης! Αυτός που «κρύβεται πίσω από τις λέξεις» όπως έλεγε προ αμνημονεύτων κι ο φιλόσοφος Πασχάλης Αρβανιτίδης. Τελεία εδώ.

Για να περάσω στη χτεσινή Μονομαχία στο Ελ Σπάσο και μερικές υποθέσεις για την επόμενη των εκλογών. Απαγγέλλω:

-Ρε Χονδρέ, ποιος σου είπε οτι στα νοσοκομεία έχει μπει το διπλογραφικό σύστημα; Μπας και το μπέρδεψες με τους αξονικούς τομογράφους που δεν δουλεύουν για να πηγαίνουν οι ασθενείς παραδίπλα στα ιδιωτικά κέντρα; Το διπλογραφικό είναι ΕΝΙΑΙΟ λογιστικό σύστημα –αν υπάρχει τέτοιο πράγμα στο Δημόσιο, πάμε να μου το δείξεις κι εγώ θα σε ψηφίσω οικογενειακώς.

-Ρε Ζορζ, που να χέσω τους σύμβουλούς σου, δεν βρέθηκε ΕΝΑΣ να σου πει οτι το καθεστώς stage είναι ΠΑΡΑΝΟΜΟ απ΄όλες τις πάντες; Παράνομο αν χρηματοδοτείται με χρήματα του ΕΣΠΑ (τι σκατά επιμόρφωση ανέργων είναι αυτή που επιμορφώνει δημοσίους υπαλλήλους;) Παράνομο και λόγω διάρκειας –επειδή η επιμόρφωση είναι αυστηρά 18μηνη μάγκα μου, όταν εσύ επιμορφώνεις το ΙΔΙΟ άτομο για 4, 5 ή 6 χρόνια παραβαίνεις τον νόμο Παυλόπουλου για τους συμβασιούχους –παραβαίνεις τον νόμο που ΕΣΥ ψήφισες ρε κεφτέ! Και φυσικά, με τον τρόπο αυτό βάζεις άτομα στο Δημόσιο από το παράθυρο, επειδή όποιος δουλεύει τόσα χρόνια στην ίδια θέση, δικαιούται να ισχυριστεί οτι καλύπτει πάγιες ανάγκες και άρα να θεμελιώσει δικαίωμα διορισμού.

-Ρε Ζορζ, έχουν ξεσκιστεί οι δημοσιοκάφροι ν΄αναρωτιούνται πως γίνεται να μειώθηκε η ανεργία σε σχέση με την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων. Το είπε χτες κι ο Χονδρός! Εσύ δεν είχες διαμαρτυρηθεί στη Βουλή για τη λουμπινιά που έκανε η Φάνη και Πάλι, βαφτίζοντας το «επίδομα ανεργίας» σε «επίδομα απασχόλησης»; Άρα οι άνεργοι δεν είναι πια άνεργοι –είναι απασχολούμενοι και δεν προσμετρώνται! Εσύ το έλεγες πουλάκι μου, τώρα γιατί το σταμάτησες; Δεν τον λυπάσαι τον Χατζηνικολάου που ασπρίσανε τα μαλλιά του προσπαθώντας να βρει την εξήγηση;

-Ρε Χονδρέ, σου έδειξε κάποιο ΦΕΚ ο Ζορζ, που έλεγε για αυξήσεις μισθών στο Υπουργείο Γεωργίας, δεν το κατέχω το θέμα –αυτά είπε, αυτά λέω. Κι απάντησες οτι μπορεί να πρόκειται για «ανειλημμένες υποχρεώσεις»! Αγορίνα μου, πως το δουλεύεις έτσι το παραμύθι; Βγήκε καινούργιο μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων και δεν το΄μαθα; Ή μήπως πρόκειται για αύξηση μισθών σε κάποιο ειδικό κλάδο; Εντάξει, να το δεχτώ. Αλλά δεν ξέρεις οτι απαγορεύεται ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ μεταβολή του εργασιακού ή/και μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων σε προεκλογική περίοδο; Αλήθεια –το σχετικό ΦΕΚ το συνυπέγραψε κι ο Πάκης; Ρωτάω, επειδή δεν είναι πια Υπουργός –κατάλαβες;

-Ρε Χονδρέ, για πόσο κορόιδα μας περνάς μιλώντας για το Δημόσιο Χρέος που έκρυβε η κυβέρνηση Σημίτη; Δηλαδή ήταν τόσο γατόνια που κοροϊδέψανε την Ε.Ε. και μπήκανε μουλωχτά στην ΟΝΕ; Εντάξει –να πω οτι ήταν κι εσύ ο μαγκίτης τους τσάκωσες! Τι βρήκες με την απογραφή; Οτι εξοπλιστικές δαπάνες τις χρέωναν στους επόμενους προϋπολογισμούς –δεν τις ενέγραφαν όταν κλεινόταν η συμφωνία, αλλά όταν θα εμφανιζόταν η πραγματική υποχρέωση πληρωμής. Το ίδιο έκανε και η Ιταλία και ήταν σε γνώση της Ε.Ε., το ίδιο έκανες κι εσύ ρε μπούρδα! Γιατί δεν λες οτι το Χρέος πήρε τα βουνά με τις δαπάνες των Ολυμπιακών Αγώνων; Επειδή παρακάλαγαν να τους πάρουν κι ο δικός σας ο «εθνάρχης» ο Καραμανλής κι ο άλλος ο «εθνάρχης» ο Αντρέας; Επειδή, και ο Σημίτης κι εσύ, τον ήπιατε λόγω μεγαλοϊδεατισμού των «εθναρχών» σας;

-Ρε Ζορζ, γιατί δεν ξηγιέσαι περί σκανδάλου του Χρηματιστηρίου που έχει γίνει καραμέλα στον κάθε Άσχετο Ασχετόπουλο; Δεν ξέρω αν τα άρπαξαν κάποιοι Υπουργοί παίζοντας με τις μετοχές –κι αν κάποιος το ξέρει ας το πει. Αλλά τι σόι σκάνδαλο είναι αυτό του οποίου το μοναδικό στοιχείο είναι οι δηλώσεις στήριξης του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας στη χρηματαγορά; Δηλαδή, περίμενε κανείς να βγει ο εκάστοτε Πρώθυ και να πει «προσοχή στο Χρηματιστήριο, κυκλοφορούν φούσκες»; Μα θα τον κρεμάγανε Σοφοκλέους και Ερμού γωνία (κι αν δεν κάνουν γωνία αυτοί οι δρόμοι θα την φτιάχνανε μόνο και μόνο για να τον κρεμάσουν). Είπε ρε εξυπνάκηδες σε κανέναν ο Σημίτης να παίξει φούσκες; Επειδή θυμάμαι οτι τότε οι μετοχές των ΔΕΚΟ και των τραπεζών μια χαρά πηγαίνανε –αλλά δεν είχαν τρελά κέρδη και γι΄αυτό κανένας δεν τις έπαιζε! Τέλος πάντων, έχω και μια άλλη απορία σχετικά με το θέμα: Πόσοι ψήθηκαν από τις δηλώσεις Σημίτη –Χριστοδουλάκη για να τζογάρουν στο Χρηματιστήριο και πόσοι έβαλαν μέχρι και σώβρακο μετά την μνημειώδη δήλωση Κόκαλη οτι «ο δείκτης θα φτάσει στις 6.000 μονάδες»; Επειδή έχουμε συνηθίσει να μην πιστεύουμε όσα λένε οι πολιτικοί, αλλά να κατουργιόμαστε πάνω μας με τις δηλώσεις των επιχειρηματιών –γι΄αυτό απορώ.

-Ρε Ζορζ, η βιομηχανία ανήκει στον δευτερογενή τομέα παραγωγής και οι υπηρεσίες στον τριτογενή (η γεωργία ανήκει στον πρωτογενή, αλλά αυτό είναι άσχετο). Η βιομηχανία παράγει υλικά προϊόντα ενώ οι υπηρεσίες είναι άυλες. Κόφτη λοιπόν αυτή την πατάτα με την «τουριστική βιομηχανία» και το «τουριστικό προϊόν»! Εκτός αν έχεις κατά νου να φτιάχνεις τσολιαδάκια μέσα στα ξενοδοχεία και να τα χαρίζεις στους τουρίστες, τι να πω;

-Ρε Χονδρέ, ο νόμος για το πανεπιστημιακό άσυλο λέει καθαρά οτι οι μπάτσοι μπορούν να μπουκάρουν αν δουν οτι εντός του ασύλου διαπράττεται έγκλημα. Τι σκατά γουστάρεις παραπέρα; Αν βλέπουν παρανομίες και δεν μπαίνουν οι μπάτσοι, τι σχέση έχει αυτό με το άσυλο; Θα μας βάλεις δηλαδή κλούβες μέσα στα Πανεπιστήμια α λα Πινοτσέτ για να προλαμβάνονται οι εγκληματικές δραστηριότητες; Επειδή το πανεπιστημιακό άσυλο αντλεί τη θεσμική του ισχύ από το οικιακό άσυλο κι, όσο να πεις, γίνονται εγκληματικές πράξεις και μέσα στα σπίτια –πως τη βλέπεις για μετά; Ν' αρχίσω να χτίζω έξτρα δωμάτιο για να στεγάσω τον προσωπικό μου μπάτσο –έτσι τη βλέπεις;

-Ρε Χονδρέ, ποιος θέλεις να μετέχει στα υπηρεσιακά συμβούλια του Δημοσίου; Είπες οτι αποτελούνται από εκπροσώπους των εργαζομένων κατά τα 2/3 –αυτό βέβαια μου κάνει για φούσκα, επειδή μετράς τους εκπροσώπους του συλλόγου των εργαζομένων ΜΑΖΙ με τους διευθυντές! Αλλά, τέλος πάντων. Ποιος θέλεις να μετέχει στα υπηρεσιακά συμβούλια ρε λεβέντη; Δικαστικοί; Πολιτικοί προϊστάμενοι; Ο Μάγος Σανκάρα; Τα τρία γουρουνάκια; Γιατί δεν πας να πεις τα ίδια και στον Ιατρικό Σύλλογο που κρίνει από μόνος του τις ιατρικές πράξεις των μελών του ΑΚΟΜΑ κι όταν πρόκειται για κακουργηματικές πράξεις; Τα λέω αυτά γιατί κάτι μουρμούρισε κι ο Ζορζ περί υπηρεσιακών συμβουλίων, αλλά δεν το ανέπτυξε ώστε να μπορώ να πάρω θέση.

Περνάω τώρα στο επιμύθιο, επειδή πολλά έγραψα για ένα εκνευριστικό θέμα:

Όλοι έχουμε αντιληφθεί οτι τις εκλογές θα τις κερδίσει το Πασόκ. Υπάρχουν εδώ πέρα δυο πιθανότητες: ή να πάρει αυτοδυναμία το Πασόκ από την πρώτη φορά ή να πάμε σε άλλες εκλογές. Το χιουμοράκι της κυβέρνησης συνεργασίας πολύ κρύο, εφόσον αυτά τα κόμματα χρειάστηκαν 10 μέρες μέχρι να βγάλουν άκρη περί ενός απλού debate, αλλά και στη βάση της προηγούμενης εμπειρίας συγκυβέρνησης ΝΔ-ΕΑΡ που κόντεψε να στοιχίσει την εξαφάνιση Ενιαίας της "Αριστεράς" από το κοινοβούλιο. Αν πάμε σε άλλες εκλογές το Πασόκ θα καβατζάρει τους φοβικούς πολίτες και τους λάτρεις της εμπορικής ομαλότητας (συν το μπόνους εκλογοΠάκη) –άρα θα χτυπήσει παντοδυναμία. Νομίζω λοιπόν οτι καλύτερα είναι να βγει ένα Πασόκ των 152 εδρών τώρα, παρά ένα Πασόκ των 160-170 εδρών αύριο.

Ο Ζορζ θα προσπαθήσει να εφαρμόσει αυτή την εκνευριστική «πράσινη ανάπτυξη» που εξαγγέλλει. Γι΄αυτό άλλωστε οι μεγαλοεκδότες –κατασκευαστές τον στηρίζουν, επειδή σκοπεύει να ρίξει όλο το ΕΣΠΑ σε «πράσινες δράσεις», τουτέστιν να αντικαταστήσει μέχρι και σωβρακολάστιχο (αν κριθεί ενεργοβόρο) με κάποιο καινούργιο, ενεργειακά εναλλακτικό, σωβρακολάστιχο. Άρα, θα φάνε καλά οι έχοντες τα μέσα παραγωγής και θα ρίξουν κάποιο ξεροκόμματο στους εργαζόμενους, οι οποίοι θα το υποθηκεύσουν άμεσα στους ληστεμπόρους. Αυτό λέγεται ανάπτυξη.

Μιας και ήρθε η κουβέντα στην ανάπτυξη, θέλω να πω οτι «η αύξηση των αναπτυξιακών δεικτών είναι δυνατή μονάχα όταν οι δείκτες ανεργίας είναι υψηλοί». Νόμος αυτό, δεν είναι δική μου ανακάλυψη. Όταν η Ισπανία ήταν αναπτυξιακό πρότυπο, ο δείκτης ανεργίας τους ήταν στο 20%. Το ίδιο συνέβη και στην ελληνική περίπτωση επί Σημίτη –απλά εκεί πέρα υπήρχε και η τεράστια μη μετρήσιμη ανεργία των μεταναστών.

Τι άλλο θα κάνει ο Ζορζ; Προφανώς θα αντικαταστήσει τους ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ ΑΝΙΚΑΝΟΥΣ δεξιούς με Πασόκους που, αποδεδειγμένα, ήξεραν τα κόλπα. Ελπίζω να καταργήσει κι όλες αυτές τις επιτροπές που έχουν φτιάξει οι Δεξιοί κι έχουν αρμέξει κανονικά το Δημόσιο, ή να τις αντικαταστήσει με λιγότερες επιτροπές.

Διάβαζα στο πρόγραμμα του Πασόκ οτι θα επεκτείνουν το Σύμφωνο Συμβίωσης και θα εξετάσουν από την αρχή τη γονική επιμέλεια (έχω κάποιο προσωπικό θέμα εδώ πέρα). Γράφουν λοιπόν οτι: «Στηρίζουµε τη γονεϊκότητα (µητρότητα και πατρότητα) ως κοινωνικό αγαθό και επιτυγχάνουµε την εφαρµογή της αρχής της ισότητας των δύο φύλων». Δεν ξέρω αν θα το κάνουν, αλλά χαίρομαι που, τουλάχιστον, το γράφουν. Γράφουν και για τα ολοήμερα σχολεία που θα τα αναβαθμίσουν –πράγμα που επίσης με ενδιαφέρει. Α ναι, γράφουν οτι θα επιδοτούν πλήρως την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή -κάτι είναι κι αυτό, σε σύγκριση με τους τωρινούς καραγκιόζηδες που κόψανε ακόμα και τα 300 ευρώ που έδινε το ΙΚΑ για εξωσωματικές.

Μπορεί τα παραπάνω να είναι ευχολόγια –όμως προτιμώ να έχω απέναντί μου κάποιους που λένε αυτά τα πράγματα, αντί για τους άλλους που ασχολούνται με το πως να βάλουν μπάτσους στα πανεπιστήμια και στο υπηρεσιακό μου συμβούλιο.

Αυτά τα πολλά εν ολίγοις.

Παρασκευή, Σεπτέμβριος 18, 2009

2. Μαθαίνοντας τη Βέρα

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"

Η ζωή μου γαμήθηκε από τότε που συνάντησα τη Βέρα. Την πρωτοείδα στο σπίτι εκείνης της φοιτήτριας, ξεχνάω τ΄όνομά της, πάνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια από τότε. Ήμουνα 18 πατημένα κι ο Χαρακωμένος στο Μίλωνα έσκιζε τα ρούχα του οτι στην αφεντομουτσουνάρα μου έβλεπε τη μεγαλύτερη λευκή ελπίδα της ευρωπαϊκής πυγμαχίας μεσαίων βαρών. Εντάξει, ο Χαρακωμένος ήταν υπερβολικός επειδή έστηνε παιχνίδια και τον ενδιέφεραν τα σίγουρα πονταρίσματα. Κι εγώ, 5 νοκ άουτ, 3 νίκες στα σημεία –σε 12 επίσημους αγώνες –ήμουνα καλή περίπτωση. Εντάξει, όχι και η μεγαλύτερη λευκή ελπίδα μετά τον Ρόκι Μαρτσιάνο ας πούμε, αλλά καλός. Και ζερβοκουτάλας. Αυτό δυσκόλευε πολλούς, είχα κι ένα αποτελεσματικό άπερκατ... Να μην τα πολυλογώ, ο Χαρακωμένος με έβλεπε και έστρωνε χαλιά στην υπόγα του Μίλωνα. Θυμάμαι εκείνη τη μέρα είχαμε πάει σε κάποιο σκατοκυριλέ μπαρ, έκανε πάρτι για προβολή ένας τυρέμπορας χορηγός του συλλόγου, έπινα πορτοκαλάδες φυσικό χυμό και βαριόμουν του θανατά. Δυο τραπέζια παρακάτω κάτι γκομενίτσες που μας κρυφοκοίταζαν, ήταν όλοι οι πυγμάχοι του συλλόγου στα πέριξ. Με τράβηξε ένας Μύγας που το έπαιζε Δον Ζουάν Ντε Βάλτον Μέσα, εγώ ψιλοκώλωνα, πήγαμε στο τραπέζι με τις γκομενίτσες, αποδείχτηκαν φοιτήτριες. Κάποια φιλολογία. Τελικά κατέληξα με μια απ΄αυτές στο διαμέρισμά της –φτιαχνόταν να χαϊδεύει τα σκισίματα στα μούτρα μου, είχα ράμματα πάνω απ΄το δεξί μάτι κι ένα μάγουλο πρησμένο, φτιαχνόταν με τέτοιες αηδίες. Όταν μάλιστα είδε τα χέρια μου μόνο που δεν κατουρήθηκε πάνω της. Αλλόκοτη κοπέλα, έκανε όμως καλό κρεβάτι. Στο τσιγάρο μετά το πήδημα είδα τη Βέρα να μας παρακολουθεί απ΄την απέναντι γωνιά του δωματίου. Μόνο που τότε δεν τη λέγανε Βέρα, στεκόταν εκεί πέρα αβάφτιστη ακουμπώντας στην μελαμινένια βιβλιοθήκη, εντελώς ξεβράκωτη και απροστάτευτη.
«Θα σου σκεβρώσει η κιθάρα, έτσι που την έχεις παρατήσει», είχα πει στην κοπέλα που χασμουριόταν δίπλα μου.
Δεν είχε δείξει να συγκινείται από την παρατήρησή μου.

Όταν αποκοιμήθηκε εγώ έμεινα μόνος, κοιτάζοντας τη Βέρα. Δεν ήταν τίποτα φοβερό –μια ακουστική, κόκκινη στο χρώμα του τριανταφυλλόξυλου, είχε κι ένα ζωγραφιστό κολυμπρί στο σκάφος της, το κολυμπρί τσίμπαγε το μίσχο ενός λευκού κρίνου, σκέτο ξέρασμα. Είχα σκεφτεί τότε οτι θα την άλλαζα τη ζωγραφιά όταν έπαιρνα την κιθάρα στα χέρια μου κι ήταν περίεργο αυτό επειδή ούτε κιθάρα ήξερα ούτε είχα καμιά ένδειξη οτι θα μου χάριζε η γκόμενα την κιθάρα της. Αλλά τελικά, έτσι έγινε. Ακριβώς.

Τραβηχτήκαμε γύρω στο εξάμηνο με τη φοιτήτρια –πήγαινα σπίτι της μετά τους αγώνες ή μετά τις προπονήσεις και ξεσκιζόμασταν. Περίεργη γκόμενα. Τότε έσκασε εκείνο το τουρνουά στις Σκανδιναβικές χώρες, θα περιοδεύαμε για κάνα τρίμηνο –της το είπα.
«Δεν πιστεύω να έχεις την απαίτηση να σε περιμένω!» είχε ξεκαρδιστεί.
Κοίταζα μουγκός την ανοιχτή τηλεόραση επειδή ποτέ δεν ήμουν καλός στο να διατυπώνω απαιτήσεις –προτιμούσα να τις επιβάλλω. Έβαζε εκείνη την ταινία, εκείνη την τρομερή ταινία... Σηκώθηκα να φύγω, τι άλλο να λέγαμε;
«Περίμενε», με είχε πιάσει από το μανίκι. «Πάρτη –σε βλέπω όλον αυτόν τον καιρό πως την κοιτάζεις».
Ήξερα για ποια μίλαγε αλλά έκανα το βλάκα.
«Πάρτη ρε άγριε –εγώ, έτσι κι αλλιώς έχω χρόνια να παίξω. Πάρτη να με θυμάσαι...»
Είχα μείνει κάπως μαλάκας, γι΄αυτό μάλλον είχα ρωτήσει το ποιο άσχετο πράγμα.
«Πως τη λένε;»
Η κοπέλα με κοίταξε σα να΄μουν κανταΐφι με χωρίστρα.
«Πως τη λένε;» αναρωτήθηκε.
«Ναι –πως τη λένε, το όνομά της ρε παιδί μου!»
«Τελικά νομίζω οτι Βέρα είναι το όνομα μιας ολόκληρης γενιάς», είχε πει εκείνη ακριβώς τη στιγμή η γυναίκα-φάντασμα από τον ανοιχτό δέκτη της τηλεόρασης.
Γυρίσαμε ταυτόχρονα προς το μέρος της.
«Βέρα. Βέρα τη λένε», είπε τελικά η κοπέλα έτοιμη να ξεκαρδιστεί στα γέλια.
Είχα αρπάξει την κιθάρα και κατρακύλησα τις σκάλες βιαστικά, έφυγα από το σπίτι της. Αν έμενα λίγο περισσότερο μπορεί να την πλάκωνα. Έτσι μπήκε στη ζωή μου η Βέρα.

Τις επόμενες μέρες είχα αγοράσει μια σκληρή μαύρη θήκη, με εσωτερική επένδυση αφρολέξ και κόκκινο σατέν, για να ξαπλάρει εκεί μέσα η Βέρα. Την είχα πάει κιόλας σ΄ένα μάστορα να τη σενιάρει, της άλλαξε χορδές, έσφιξε τα τάστα, ρεγουλάρισε τους καβαλάρηδες, ζύγιασε το μπράτσο... Το γαμωκολυμπρί με τον κρίνο δεν μου έκανε καρδιά να τα αλλάξω –δεν ξέρω γιατί. Αγόρασα πάντως μια μέθοδο άνευ διδασκάλου, έτσι να μου βρίσκεται αφού είχα κιθάρα.

Σε ένα λαγούμι της Στοκχόλμης ξεκίνησα να τη γρατζουνάω μπας και ζεσταθούν τα δάχτυλά μου. Έβγαζε κάτι ήχους άγριους στην αρχή, σα δέρμα που γδέρνεται. Κι εγώ εκεί –δώστου να την παλεύω μέχρι που πόνεσαν τα δάχτυλά μου και πάγωσαν χειρότερα από πριν. Είχα κοιμηθεί ξέπνοος εκείνο το βράδυ, η Βέρα μου ρούφηξε την ψυχή. Και το επόμενο βράδυ, μετά τον αγώνα (κέρδισα στα σημεία), για να ξεντώσουν τα δάχτυλά μου από τα χτυπήματα, η Βέρα γκρίνιαξε λίγο. Με τον καιρό, Όσλο, Ελσίνκι, Ρέγκιαβικ, η Βέρα άρχισε να μαλακώνει, γλύκανε ο ήχος της κι ήταν φορές που με παίρνανε τα ζουμιά όσο τη σκάλιζα κοιμόμασταν τότε δίπλα-δίπλα κι έχασκε ανοιχτή η άδεια θήκη της.

Στον προτελευταίο αγώνα με σακάτεψαν. Ένας ξανθός με μάτια κροκόδειλου και βαριοπούλες αντί για χέρια, έτρεχα αίμα από παντού, ο Χαρακωμένος δούλευε πάνω μου το συραπτικό σα ραπτομηχανή ο διαιτητής απειλούσε να σταματήσει τον αγώνα κι ο ξανθός ξεκίνησε τις πουστιές. Κατάφερε ένα νοκ ντάουν και δήθεν μπερδεύτηκε στα πόδια μου, δήθεν έπεσε, με κάρφωσε στο ηλιακό πλέγμα με το αριστερό γόνατο. Εντάξει, μου έκοψε την ανάσα για να μη σηκωθώ στο μέτρημα αλλά ήταν ατσούμπαλος ο καργιόλης κι έτσι όπως το έπαιζε το δήθεν πέσιμο στραβοπάτησε το δεξί παπούτσι πάνω στο δικό μου δεξί γόνατο άκουσα εκεί πέρα ένα πεντακάθαρο κρακ. Έχασα τον αγώνα με νοκ άουτ, σηκώθηκα αλλά η ζημιά είχε γίνει. Όταν κρύωσα είδα το γόνατό μου να πρήζεται, μέσα στην επόμενη ώρα έγινε τούμπανο –μηνίσκος κατά πως φαινόταν. Με πήγαν νοσοκομείο για να μου τραβήξουν το υγρό και μετά τσιφ στο ξενοδοχείο με παράτησαν σε μουχλιασμένο δωμάτιο κι έφυγαν. Πέρασα δυο μέρες με μοναδική παρέα τη Βέρα.

Όταν γυρίσαμε πίσω έκανα αρθροσκόπηση, έπρεπε να μείνω τουλάχιστον ένα μήνα εκτός προπονήσεων. Είχα ένα δωμάτιο πάνω από τους γέρους μου εκείνα τα χρόνια, ζούσα αποφεύγοντας τις μοιραίες συναντήσεις, υπήρχε κι ένα πιάτο φαΐ σε καθημερινή βάση, δε ζορίστηκα ιδιαίτερα από την κατάσταση. Όχι δηλαδή οτι όσο έδινα αγώνες πληρωνόμουν τίποτα της προκοπής, μόνο όταν φιλοτιμούνταν ο Χαρακωμένος να μου στάξει τίποτα ρεγάλο από τα κέρδη του στα στοιχήματα.... Τέλος πάντων, άραξα στο κλουβί μου και πλακώθηκα να μαθαίνω πως να κουλαντρίσω τη Βέρα. Έκανα προόδους σημαντικές εκείνο το μήνα επειδή τίποτα άλλο δεν είχα να κάνω έτσι κρεβατωμένος. Εντάξει, δεν έγινα κανένας Πάκο ντε Σεγκόβια αλλά κάποια τραγουδάκια που γούσταρα έμαθα να τα γρατζουνάω. Τη «Σκάλα στον Ουρανό» και τον «Άγριο Κόσμο», τον «Ήχο της Σιωπής» και το «Μια φορά ήμουν» -τέτοια πράγματα. Για την παρέα. Όχι την παρέα των ανθρώπων, για την παρέα της Βέρας.

Πάνω στο μήνα συνήλθα εντελώς, άρχισα μαλακές προπονήσεις, μετά πλακώθηκα στο ανέβα-κατέβα τα τσιμεντένια διαζώματα του προπονητηρίου, ήμουνα γερό σκαρί, τα κατάφερνα. Αλλά όταν ξεκίνησα τον σάκο, σκούρυναν τα πράγματα. Τσιγκουνευόμουν να χτυπήσω δυνατά, φύλαγα τις κλειδώσεις μου για τη Βέρα. Κι εντάξει, στις προπονήσεις το κάλυψα. Αλλά μετά αρχίσανε πάλι οι αγώνες.

Πρώτος αγώνας, ήττα στα σημεία. Πήδαγα σαν τη μαϊμού περιμένοντας τον άλλο να πέσει από μόνος του λόγω κούρασης.

Δεύτερος αγώνας, νίκη στα σημεία. Ο αντίπαλός μου ήταν ένας πεθαμένος 35άρης που δεν άντεξε, στους τελευταίους γύρους του έριξα πάνω από 10 καλές. Σκατά καλές! Με βούτηξε ο Χαρακωμένος μετά τον αγώνα, «ρε πούστη», μου είπε, «γιατί δεν τον τελείωσες τσάκα-τσάκα; Τι χοροπήδαγες σα μπαλαρίνα;» Μούγκα εγώ.

Τρίτος, τέταρτος, πέμπτος αγώνας –όλοι χαμένοι. Δύο στα σημεία, ένας νοκ άουτ. Ο Χαρακωμένος είχε αφρίσει. «Αν δεν κερδίσεις τον επόμενο έσβησες!» προειδοποίησε.

Ο επόμενος αγώνας ήταν με κάποιον χοντροκέφαλο. Στην αρχή στριφογύριζα σαν τη σκατόμυγα μέχρι τον τρίτο γύρο. Εκεί αποφάσισα να επιτεθώ αλλά οι γροθιές μου δεν του κάνανε τίποτα. Κι ο καργιόλης καθότανε να τον κοπανάω, την είχε ψυλλιαστεί οτι ήμουνα τζούφιος. Σκέφτηκα λοιπόν να του τη στήσω, να φάω ένα δήθεν νοκ ντάουν και να το παίξω κάπως ζαλισμένο κοτόπουλο. Μετά, θα τον πετύχαινα αφύλαχτο –δυο γερές υπόθεση θα ήταν. Δεν θα έκανα και μεγάλη ζημιά στους καρπούς μου... Είχα πάρει θέση να βουτήξω στο καναβάτσο, είχα ανοίξει επίτηδες την αριστερή μου πλευρά και τον περίμενα –αλλά ο πούστης αποδείχτηκε μέγας βλάκας. Με κοπάνησε ξαφνικά από δεξιά, έχασα τα βήματά μου, δίπλωσα πέφτοντας, δεύτερο κρακ στο δεξί γόνατο.

Χιαστός. Χρειαζόταν εγχείριση. Ο σύλλογος δεν είχε τα φράγκα. Οι γέροι μου ούτε συζήτηση. Τον αγώνα τον έχασα κι αυτόν στα σημεία. Ο Χαρακωμένος κονόμησε δυο τούβλα επειδή είχε στοιχηματίσει εναντίον μου. Η ομοσπονδία το έμαθε και μου κρέμασαν το δελτίο επειδή θεώρησαν οτι εγώ τον είχα στήσει τον αγώνα. Ο Χαρακωμένος πλήρωσε δυο καφετιά και απαλλάχτηκε λόγω αμφιβολιών.

Έμεινα μόνος με τη Βέρα να κλαίμε αγκαλιά.

Ο μερικός χιλιομετρητής πλησίαζε τα 70, βλαστήμησα που είχα ξεχαστεί κι έκοψα απότομα το τιμόνι. Η Άλφα Τζουλιέτα ντεραπάρισε αλλά επανήλθε, όλο αυτό την ταρακούνησε στο διπλανό κάθισμα την έκανε να πεταχτεί αναμαλλιασμένη.
Κοίταξε έξω από το παρμπρίζ. Εγώ κοίταζα τη γάζα στον ώμο της, τα πράγματα χειροτέρευαν εκεί πέρα.
«Τι έπαθες;» με ρώτησε.
«Ξεχάστηκα», απάντησα.
«Τι σκεφτόσουν;»
«Εσένα κι εμένα σε μια αιώρα ανάμεσα στα δέντρα», είπα ψέματα.
«Καλύτερα να βαράς παρά να μιλάς ψεύτικα», διαπίστωσε.
«Πρέπει μάλλον να βρούμε γιατρό», της είπα.
«Θ’αντέξω», μουρμούρισε.
«Όπως και να’χει...» είπα εγώ.

Βρήκα μια έξοδο από την εθνική και χώθηκα βιαστικά, έλπιζα να μην ήταν μαλακία απ΄αυτές που σε οδηγούν πίσω στον κεντρικό δρόμο. Η Άλφα Τζουλιέτα χοροπήδησε περνώντας κατσαρωμένη άσφαλτο. Αυτό ήταν καλό σημάδι.
«Φοβάμαι για μπλόκα», της εξήγησα.
Άνοιξε το παράθυρό της και έβγαλε το κεφάλι έξω. Έδειχνε να μυρίζεται τον αέρα. Μετά έβαλε πάλι μέσα το κεφάλι, αλλά το ξανάβγαλε βιαστικά.
«Σβήσε τα φώτα!» φώναξε.
Το έκανα –βουτήξαμε σε πηχτό σκοτάδι.
«Τι έγινε;» ρώτησα.
«Ελικόπτερο», είπε.
Τη γαμήσαμε! Έκοψα ταχύτητα και συνέχισα να οδηγώ, δεν έβλεπα Χριστό εκεί έξω, αλλά δεν θα καθόμουν στο ίδιο σημείο που να με αλυσοδένανε.
«Πόσο μπορούμε να πάμε χωρίς φώτα;» ρώτησε.
«Μέχρι να τρακάρουμε», απάντησα.
Τώρα το άκουγα κι εγώ, ένα σκατοελικόπτερο έκανε γύρους ακριβώς από πάνω μας.
«Αν μας είδαν θα ρίξουν προβολείς», είπα.
Περιμέναμε, οδηγούσα με 10 χιλιόμετρα σα σαλιγκάρι. Τίποτα δεν έγινε.
«Δεν μας είδαν φαίνεται», υπέθεσε εκείνη.
«Ή μας είδαν και περιμένουν να σιγουρευτούν. Μπορεί ήδη να έχουν στείλει σήμα στα περιπολικά», είπα. «Αλήθεια, που τα βρήκαν νυχτιάτικα τα ελικόπτερα οι μπάτσοι;»
«Είναι στρατιωτικό, από τη βάση έξω απ΄την πόλη», μου εξήγησε.
Στριφογύρισε στη θέση της, δεν την έβλεπα αλλά πήγαινα στοίχημα οτι πόναγε και πάλευε να μην το δείξει.
«Τι σκατά γυρεύεις μαζί μου;» νευρίασα.
«Ποιος ξέρει;» μουρμούρισε. «Μήπως ξέρεις εσύ;»
Δεν είπα τίποτα.
«Μάλλον είχα βαρεθεί την βρωμόπολη που τίποτα δεν γινόταν. Σκέφτηκα λοιπόν οτι είμαι πολύ μικρή για να πεθάνω και πολύ μεγάλη για να συμβιβαστώ...»
«Έτσι ξαφνικά το σκέφτηκες με το που με είδες;»
Γέλασε σιγανά.
«Εσύ μου το είπες ρε βλάκα. Το ξέχασες;»

Θυμόμουν μια χαρά.

Το ραντεβού των 12 ήταν κανονική καταστροφή. Είχα οδηγήσει μέχρι το προκαθορισμένο σημείο, όχι πάνω από 10 λεπτά αργοπορημένος, είχα δει το αστραφτερό τζιπ και είχα αναβοσβήσει τα φώτα μου. Μια, δυο, τρεις φορές. Μου είχαν απαντήσει, δυο συνεχόμενες, τρεις διακεκομμένες. Μετά ξεκίνησαν αργά κι εγώ τους ακολούθησα. Περάσαμε από την πλατεία, πρόλαβα να σταμπάρω το σπίτι της και πιέστηκα να τη βγάλω από το μυαλό μου έστω για λίγο. Δύσκολα πράγματα. Γι΄αυτό και κόντεψα να τους χάσω, ευτυχώς που ήταν ξέφωτο εκεί που σταμάτησαν. Πάρκαρα πίσω τους. Βγήκα με τα χέρια ανοιχτά λες κι είχαν συγκαεί οι μασχάλες μου. Από το τζιπ κατέβηκε μια λούγκρα με λαμέ πουκάμισο. Αν δεν με πέθαινε το κεφάλι θα είχα ξεσκιστεί στα γέλια.
«Εσύ είσαι;» με ρώτησε.
«Έχω τα λεφτά», απάντησα.
Μέσα στο τζιπ έβλεπα άλλους τρεις τσιτωμένους. Όπλα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω.
«Βγάλτα να πάρουν αέρα», διέταξε ο λαμέ.
«Τα έχω πίσω στο πορτ μπαγκάζ, πες το στους δικούς σου μη με κάνουν σουρωτήρι», προειδοποίησα.
Ο άλλος γέλασε.
«Μη φοβάσαι –όταν έρθει η ώρα σου θα το μάθεις πρώτος απ΄όλους», είπε.
Πήγα αργά μέχρι το προτ μπαγκάζ, πάτησα το κουμπί και το καπό τινάχτηκε μέχρι τα μισά της διαδρομής του. Χάιδεψα τη θήκη της Βέρας πριν αρπάξω τη δερμάτινη βαλίτσα ακριβώς από δίπλα. Σκέφτηκα να πάρω μαζί μου και το Βάλτερ αλλά δεν βρήκα κάποιο σοβαρό λόγο. Θέλανε τα φράγκα και θα τους τα’δινα. Το εμπόρευμα θα έφτανε στο αφεντικό με κανονική φορτωτική, καμουφλαρισμένο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να χαλάσει η δουλειά με τσαμπουκάδες. Έκανα τον γύρο του αυτοκινήτου κουβαλώντας τη βαλίτσα. Και την παράτησα στα πόδια του μαλάκα. Εκείνος τη σήκωσε, τη ζύγισε.
«Περίμενε λίγο εδώ», μου είπε.
Περίμενα. Ο τύπος ξαναχώθηκε στο τζιπ, άκουσα το φερμουάρ της βαλίτσας ν’ανοίγει και μετά κάτι ψουψουμού. Άναψα τσιγάρο αγναντεύοντας την ξαστεριά στον παγωμένο ουρανό.
Τότε ακριβώς πετάχτηκαν δυο γομάρια με κοντόκανες, για την ακρίβεια άνοιξαν απότομα τις πίσω πόρτες του τζιπ και προσγειώθηκαν σα σιδερόμπαλες μέσα στις λάσπες.
«Ψηλά τα χέρια ρε πούστη!» φώναξαν ταυτόχρονα.
Σήκωσα τα χέρια ψηλά.
«Μην κουνιέσαι ρε!» φώναξαν μετά.
«Και πούστης και να μην κουνιέμαι; Μήπως με μπερδεύετε με κανέναν δικό σας;» ρώτησα.
«Σκάσε!» φώναξε ένας απ΄αυτούς όσο με πλησίαζε. Μυρίστηκα ξύλο και μαζεύτηκα.
Ο τύπος σταμάτησε λίγο πριν τσουγκρίσουν οι μύτες μας, γύρισε το κοντάκι της κοντόκανης στα χέρια του σημαδεύοντάς με, τον άφησα να πάρει φόρα και μετά τον άρπαξα από τους καρπούς. Άλλαξα λίγο τη φορά του κι έτσι έσκασε στο χώμα δίπλα μου σα σακί πατάτες -ο άλλος με σημάδεψε αγριεμένος.
«Χαλάρωσε παιχταρά μου, απλά δε γουστάρω να με βαράνε άνευ λόγου», του χαμογέλασα.
Ο πεσμένος σηκωνόταν απειλητικά δίπλα μου. Ευτυχώς, εκείνη τη στιγμή άνοιξε η μπροστινή πόρτα του τζιπ και βγήκε έξω ένας σιχαμερός κωλόγερος.
«Είπες οτι δε γουστάρεις να σε βαράνε άνευ λόγου;» μου φώναξε.
«Αυτό ακριβώς είπα», παραδέχτηκα σεμνά.
«Κι αν σου έλεγα οτι κανονικά θα έπρεπε να σε φυτέψουμε επί τόπου επειδή πήγες να μας στήσεις; Πως θα σου φαινόταν;» ρώτησε ο γέρος.
«Θα μου φαινόταν μια χαρά λόγος, μόνο που δεν έκανα κάτι τέτοιο», δικαιολογήθηκα.
Ο γέρος γέλασε κάνοντας νόημα στη λούγκρα που κρυφοκοίταζε πίσω του. Εκείνη τη στιγμή με άρπαξε ο πρώην πεσμένος και μου έστριψε τα χέρια πίσω από την πλάτη. Σκέφτηκα να τον κλωτσήσω στ’ αρχίδια αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ πέρα, προτίμησα λοιπόν να περιμένω.
Ο γέρος με τον λαμέ έρχονταν προς το μέρος μου κουβαλώντας τη βαλίτσα. Όταν με φτάσανε, ο γέρος περίμενε τον άλλο ν’ ανοίξει τη βαλίτσα και μετά μου χαμογέλασε.
«Άστον», είπε στο γομάρι πίσω μου.
Εκείνος με άφησε.
«Γονάτισε», διέταξε ο γέρος.
Το έκανα προσέχοντας να μη γεμίσω λάσπες.
«Πάρε μια δεσμίδα από τη βαλίτσα –όποια γουστάρεις», φώναξε ο γέρος.
Έκανα όπως μου είπε.
«Σου φαίνεται εντάξει;» με ρώτησε.
Περιεργάστηκα τη δεσμίδα, μια χαρά φρεσκότατα χαρτονομίσματα. Τράβηξα ένα, το έτριψα ανάμεσα στα δάχτυλά μου, δεν έμοιαζε για πλαστό.
«Κοίτα τους αριθμούς τους», έκανε ανυπόμονα ο γέρος.
Κοίταξα. Την είχα πολύ άσχημα εδώ πέρα. Άφησα τη δεσμίδα, έπιασα μια άλλη, κοίταξα πάλι τους αριθμούς. Συνεχόμενοι –και μέσα στις δεσμίδες κι από δεσμίδα σε δεσμίδα. Μάλλον έπρεπε να κάνω την προσευχή μου, αν δηλαδή ήξερα καμιά από δαύτες.
«Δεν ξέρω τίποτα για όλο αυτό», είπα. «Τη βαλίτσα μου τη δώσανε κλειστή κι έτσι την έφερα».
«Ποιος στην έδωσε;» ρώτησε ο γέρος.
«Το αφεντικό», είπα εγώ.
«Πούτσες σου λέει. Αποκλείεται να μας στήσανε από κει, αυτός ο μούλος πρέπει να πήγε στους μπάτσους και ν΄άλλαξε τη βαλίτσα!» φώναξε ο λαμέ.
«Ίσα μωρή Αφρούλα!» βλαστήμησα εγώ.
Αμέσως μετά έφαγα μια ζόρικη, το λουστρινέ σκαρπίνι του μάλλον μου’σκισε το μάγουλο. Τι τους είχε πιάσει σ΄αυτή την πόλη και ψάχνανε πως να με λιανίσουν; Έπεσα ανάσκελα. Η παρέα απομακρύνθηκε κυκλώνοντάς με. Μετάνιωσα που δεν είχα το Βάλτερ μαζί μου κι αποφάσισα να μην το ξαναφήσω άλλη φορά. Αν δηλαδή υπήρχε άλλη φορά...
«Τώρα τι καταλαβαίνεις; Να σε καθαρίσουμε επιτόπου; Θα έχουμε άδικο;» μούγκρισε ο γέρος.
«Τι να σας πω –όλα τα δίκια με το μέρος σας...» προσπάθησα να φανώ συγκαταβατικός.
«Κι αν είναι βαλτός;» αναρωτήθηκε η λούγκρα.
Αισθάνθηκα αμέσως καλύτερα.
«Λες να ήρθε με συνοδεία;» μουρμούρισε ο γέρος. Άρχισε να κοιτάζει τριγύρω –οι άλλοι τον μιμήθηκαν. Μέχρι κι εγώ το’χαψα και πήρα να ψάχνω για μπασκίνες μέσα στη νύχτα.
«Πάμε να φύγουμε», είπε ο γέρος.
Τα γομάρια άρχισαν να περπατάνε ανάποδα πηγαίνοντας προς το τζιπ.
«Δεν τη γλίτωσες ακόμα», με προειδοποίησε ο γέρος. «Θα σε βρούμε όπου κι αν πας».
Δε μίλησα. Η λούγκρα μου έκλεισε το μάτι μπαίνοντας στο τζιπ. Καλό παιδί ήταν τελικά –μόνο στα ενδυματολογικά το χάλαγε λιγάκι. Ζεστό αίμα κύλαγε στο μάγουλό μου.
«Γαμιέται η μάνα αυτουνού που ξανάφερε στη μόδα τα μυτερά λουστρίνια», μούγκρισα φτύνοντας σάλιο ανακατεμένο με αίμα.

Μετά μάζεψα τη βαλίτσα, την ξανάβαλα στη θέση της, κοντοστάθηκα. Ξεκούμπωσα της θήκη, χάιδεψα τα καπούλια της Βέρας και πήρα το Βάλτερ –τσέκαρα τη γεμιστήρα του πριν το βάλω στη μέσα τσέπη του μπουφάν μου. Το τζιπ είχε χαθεί αφήνοντάς με στο σκοτάδι, πήρα λοιπόν το νοικιασμένο μου αυτοκίνητο και ξεκίνησα πάλι για την πόλη. Χρειάστηκα 10 λεπτά για να φτάσω στην πλατεία, πάρκαρα απόμερα και επέστρεψα περπατώντας. Χρειαζόμουν έναν τηλεφωνικό θάλαμο και τον βρήκα γρήγορα.

Μπήκα, έκλεισα, σχημάτισα το νούμερο. Περίμενα.
«Εμπρός;» είπε βαρύθυμος.
«Αφεντικό εγώ είμαι».
Σιωπή.
«Έλα, τι έγινε;» ρώτησε κάπως ζορισμένα η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Τίποτα δεν έγινε –τι περίμενες;» αναρωτήθηκα.
«Έδωσες τα λεφτά;»
Δε μίλησα για λίγο, προσπαθώντας να ελέγξω τα νεύρα μου.
«Αφεντικό με έστειλες κατευθείαν στην κρεμάλα», του εξήγησα.
«Τι μαλακίες μου τσαμπουνάς;» φόρτωσε ο άλλος.
«Δεν έχω χρόνο τώρα να σου εξηγήσω. Απλά πήρα να σου πω οτι θα πεθάνεις αφεντικό. Θα σε βρω και θα σε λιώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Όχι όπλα και μαλακίες –με τα χέρια μου αφεντικό. Για να το απολαύσω».
Κατέβασα το τηλέφωνο πριν πει άλλη κουβέντα, βιάστηκα κιόλας να το κάνω επειδή αν μίλαγε περισσότερο θα έχανα τον έλεγχο. Και πως να σκοτώσεις έναν άνθρωπο 350 χιλιόμετρα μακριά σου;

Βγήκα από τον θάλαμο, ακούμπησα στη μισάνοιχτη πόρτα και άναψα τσιγάρο. Η πόλη μισοκοιμόταν, κάτι λιγούρια σούρνονταν κρυφά στο δρόμο με τα κωλόμπαρα. Η βροχή είχε κόψει από ώρα. Σήκωσα το κεφάλι, κοίταξα το σπίτι της. Δυο παράθυρα φωτισμένα. Χαμογέλασα.

Όλος ο χρόνος ήταν δικός της από δω και πέρα.

Τετάρτη, Σεπτέμβριος 16, 2009

"Τίποτα δεν είναι αληθινό"

Δεν παίρνεις τίποτα πίσω, απ΄όσα μάζευες ολόκληρη ζωή/ Μόνο την αιωνιότητα σ΄έναν ευρύχωρο τάφο/ Εκείνη είπε, Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται.

Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο/ Ότι αρχίζει σαν φιλί τελειώνει σαν κατάρα/ Αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό, εκείνη είπε οτι όλα επιτρέπονται.

Είχε διαμάντια στη γλώσσα της για να μετράει τον χρόνο των αστεριών/ οδηγούσε όλο το πρωί ξεκάρφωτα αμάξια/ Αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό, τα πάντα επιτρέπονται.



Είχε όλα τα ειδικά εργαλεία για να κρατάει τα πράγματα στη θέση τους/ Λήστεψαν το φως από τα μάτια της εδώ και πολύ καιρό/ Αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό, εκείνη μου είπε οτι όλα επιτρέπονται.

Εκείνη παίρνει αδιερεύνητες πόζες με νιχιλιστική γοητεία/ παίρνει τον ύπνο της από ενδοφλέβια σύριγγα/ Εκείνη είπε οτι τίποτα δεν είναι αληθινό, εκείνη είπε οτι όλα επιτρέπονται.

Εκείνη γνέφει στους τάφους, το μάρμαρο είναι κρύο και λευκό/ Τα όνειρά της κυκλώνουν τον ήλιο σαν κομήτες/ Εκείνη είπε οτι τίποτα δεν είναι αληθινό, εκείνη μου είπε οτι όλα επιτρέπονται.

Οι αράχνες (γαλακτώνουν;) τον μηρό της αλλά δεν την σημαδεύουν/ Καθαρίζει το δέρμα της με λέιζερ κρυπτονίου/ Τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται

Φοράει τόσο ψηλά τακούνια, φοράει τόσο λεπτό φόρεμα/ Τα μάτια της σταματάνε να θρηνούν πριν χαραχτεί το δέρμα της/ Μου λέει οτι τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται.

Μέχρι να τελειοποιήσουν τις τεχνικές κλωνοποίησης/ Καλά θα κάνετε όλοι σας να θυμάστε οτι είσαστε ολομόναχοι/ Επειδή τίποτα δεν είναι αληθινό, εκείνη είπε οτι όλα επιτρέπονται.



Υ.Γ.: Πριν πέντε μέρες, στις 11 Σεπτεμβρίου, βρήκαν τον Jim Caroll νεκρό, τον βρήκαν πεσμένο ανάμεσα στα χαρτιά του γραφείου του, "ανακοπή καρδιάς μάλλον", είπαν. Δεν κατάφερα να βρω βιντεάκι του Nothing is True κι έτσι έβαλα το Wicked Gravity -αλλά ξέρω πολύ καλά οτι έτσι είναι τα πράγματα. Αυτή η Αμαρτωλή Βαρύτητα τον τράβηξε προς τα κάτω και "μέχρι να τελειοποιήσουν τις τεχνικές κλωνοποίησης/ καλά θα κάνετε όλοι σας να θυμάστε οτι είσαστε ολομόναχοι". Κάνε παιχνίδι ρε ποιητή!

Τρίτη, Σεπτέμβριος 15, 2009

"... και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους"

Υπάρχουν λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι και πρέπει να υπήρχαν από πάντα –απλά αλλάζουν το στυλάκι τους ανάλογα με την κυρίαρχη άποψη της εποχής. Παλιά τους θυμάμαι να τριγυρνάνε αξύριστοι με αφάνες στα κεφάλια, καπνίζανε πίπες ή βρωμερά ελληνικά τσιγάρα, φοράγανε κασκόλ και ήταν μονίμως έτοιμοι να σου γαμήσουν την ψυχολογία. Να σου αποδείξουν οτι τελικά δεν είσαι τίποτα περισσότερο από μια αμόρφωτη μαϊμού, χωρίς πνευματικές ανησυχίες, που χοροπηδάς στους ήχους των αρκουδιάρηδων κατασκόπων της Αμερικάνικης προπαγάνδας –ποιος θα στο ΄λεγε ρε καημένε Τζιμάκο Χέντριξ οτι τελικά ήσουνα κατάσκοπος με αποστολή να αποδυναμώσεις την τιμημένη ελληνική κοινοβουλευτική Αριστερά;

Παλιά ήταν αυτά.

Μετά κοπήκανε τα δωρεάν ταξιδάκια στις χώρες του «υπαρκτού», αποφασίσανε οι Αγωνίτισσες να συμμορφωθούν λιγάκι, μπας και πιάσουν δουλειά στην ιδιωτική τηλεόραση, οι Πασόκοι βαρέθηκαν την πολλή επανάσταση και το ρίξανε στην τεχνοκρατία (ήτανε τότε και της μόδας οι Technotronics όσο να πεις!), μείνανε μόνο κάτι Κνίτες να γεμίζουν τις μπουζουκλερί (πρώην ρεμπετάδικα) και στο τσακίρ κέφι να γαβγίζουν «πάρτο απόφαση ρε Στράτο/ να γραφτείς στο συνδικάτο», ή «στην Αθήνα μεσ’ στο κέντρο/ φύτρωσε καινούργιο δέντρο».

Διαδικασίες μετάβασης "και άλλα συναφή".

Τώρα στα στερνά κυκλοφορούν τα αναβαθμισμένα μοντέλα –το ίδιο σκατόψυχοι με τους προηγούμενους, το ίδιο εξαπλωμένοι ηλικιακά.

Υπάρχουν δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι που ασχολούνται με τα "κεφαλαιώδη εθνικά ζητήματα" –Μακεδονικό, παραβιάσεις του εναέριου χώρου, βραχονησίδες –οι ίδιοι καραγκιόζηδες που τραβάγανε πριν κάτι χρόνια τα βυζιά τους για την εθνική ντροπή των Ιμίων και για τους προδότες του Οτσαλάν. Κι όσο λυσσάνε περί τιμημένου Ελληνισμού, κοιτάζουν πως να λουφάρουν φόρους, πως να κλέψουν ΦΠΑ και πως να πάρουν ρεύμα για το αυθαίρετό τους. Επειδή μάλιστα η πλειοψηφία των σκατοκέφαλων της συγκεκριμένης κατηγορίας έχει καβαλήσει τα 40 –παίζουν μονίμως εκ του ασφαλούς. Μέχρι και πόλεμο είναι έτοιμοι να φτάσουν για την προάσπιση των εθνικών μας συνόρων –τι νόμισες; Και γιατί να μη φτάσουν; Ένα σκασμό λεφτά στοιχίζει μια απλή βόλτα (μετ’ επιστροφής) του στόλου μέχρι τις βραχονησίδες, αλλά τι τους νοιάζει; Μήπως αυτοί θα τα πληρώσουν; Ο μαλάκας ο υπάλληλος που δεν μπορεί να φοροκλέψει σαν την πάρτη τους θα τα σκάσει –γιατί όχι πόλεμος λοιπόν; Μήπως θα τους επιστρατεύσουν; Καβαλημένα 40 και με ενσωματωμένες σαμπρέλες; Σε καμιά περίπτωση! Πάμε για πόλεμο λοιπόν, επειδή το έθνος μας δεν πρέπει να χάσει ούτε σπιθαμή εδάφους (μη σου πω οτι πρέπει να πάρει κιόλας)! Βέβαια, το αυθαιρετάκι που κλέβουν από τα κρατικά δάση, είτε δεν υπολογίζεται στην ελληνική εδαφική επικράτεια, είτε δεν θεωρείται κλεμμένο έδαφος –αφού έχει περάσει στα δικά τους, εθνικώς καθαρά, χέρια.

Υπάρχουν κι άλλοι, οι άνθρωποι της αγοράς, του μόχθου, του κόπου, του κόλπου, του κώλου... Ο παραγωγικός ιστός της χώρας! Μεταπράτες της συμφοράς που αγοράζουν κοψοχρονιά και πουλάνε βάσει ενοικίου σε κεντρική αθηναϊκή οδό. Παίρνουν τα κινέζικα και τα πουλάνε για παρφουμέ γαλλικά, δαγκώνουν τον καημένο που θα ξεπέσει στο μαγαζί τους με τιμές «επειδή σε συμπάθησα», τουτέστιν τόσο ακριβά που θα σου ερχόταν φτηνότερα να το αγοράσεις το κέρατο κατευθείαν από την Αμέρικα και να πληρώσεις καπάκι μια στριπτιτζού κούριερ, να στο φέρει φερστ κλας. Αυτοί τώρα ανησυχούν για τους μετανάστες και την υποβάθμιση της γραφικής Αθήνας και τη μόλυνση της φυλετικής μας καθαρότητας από τους μαυριδερούς. Ανησυχούν και για τους διαδηλωτές, για τους καταληψίες, για τους αναρχικούς, για τους γκραφιτάδες –για όλα ανησυχούν. Μόνο για το οτι τίποτα δεν παράγουν, απλά διακινούν, από πουθενά δεν έχουν προοπτική να γίνουν ανταγωνιστικοί των πολυεθνικών –μόνο για τα δικά τους χάλια δεν ανησυχούν κατά πως φαίνεται. Άκουγα έναν Μπόζο χτες στις ειδήσεις να λέει οτι ένας σκασμός επιχειρήσεις και καταστήματα είναι μέσα στην υπερχρέωση και ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο –γι΄αυτό δεν μπορεί κανείς να τους ζητάει ΦΠΑ! Και κάτι ξόανα τριγύρω κουνάγανε τις φαλακρές τους κούτρες –μπερδεύτηκα λίγο. Δηλαδή, έρχομαι εγώ στο μαγαζί σου και ξηγιέμαι «κράτα φιλαράκι αυτά τα χρήματα, είναι ο φόρος που πρέπει να πληρώσω στο κράτος». Εσύ λες «ναι» και τα κρατάς. Αλλά επειδή έχεις σφίξεις, βάζεις χέρι στο μάτσο και το χρησιμοποιείς για τις δικές σου ανάγκες. Έρχεται μετά ο Κράτος, σε ρωτάει –«μπας κι άφησε κείνος ο μαλάκας ο καταναλωτής κάτι φράγκα για μένα;» «Άφησε αγά μου», λες εσύ, «αλλά τα χρειάστηκα και τα παντελόνιασμα για ίδιον όφελος! Και ένεκα η κρίση, πάνε άκλαυτα τα λεφτουδάκια, τι να σου λέω!» «Αλλα τι θα γίνει που θέλω κι εγώ το νταβατζιλίκι μου;» ρωτάει ο Κράτος. «Από μένα μην περιμένεις φως –άντε στο μαλάκα τον καταναλωτή και ξαναζήτα τα», λες εσύ. Τώρα, εγώ που είμαι ο παραπάνω μαλάκας καταναλωτής δεν δικαιούμαι να απορήσω περί του τι φταίω να πληρώνω διπλά και τρίδιπλα κι εσύ να τα παντελονιάζεις; Δε βγαίνεις κύριε; Κλείστο το ρημάδι! Ή κάνε επανάσταση στην πλατεία Συντάγματος και φέρε κρατισμό πρώην «υπαρκτού» τύπου, να γίνουμε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι, να έχουμε το τσερβέλο μας ήσυχο. Δεν μπορεί όμως να μου το παίζεις ελευθεραγορίτης (ετυμολογείται όπως ακριβώς το «μαυραγορίτης») στα κέρδη και κρατικά προστατευόμενος στις ζημιές! Ή θα ψωνίζω από το μαγαζί σου με δελτίο ή φάε τα σκατά της ελεύθερης αγοράς –έτσι πάει.

Υπάρχει επίσης αυτό το καρκίνωμα της ελληνικής οικογένειας (ξέρω –πολλοί το ονομάζουν «ελληνική ιδιαιτερότητα» ή «σύμπνοια», ή «αδιάρρηκτους οικογενειακούς δεσμούς» -αν και γίνοταν κι αλλού αυτά) που επιτάσσει οι εν Χριστώ συνταξιούχοι γονείς να πληρώνουν τα βλαστάρια τους εις τους αιώνας των αιώνων, για να κάθονται, τα βλαστάρια, και να ξύνουν τ΄αρχίδια τους μέχρι ν΄ανοίξει εκείνη η θέση Διευθύνοντος Συμβούλου σε κομματική ΔΕΚΟ. Επειδή αυτή είναι η μοναδική θέση που αρμόζει στα προσόντα των βλασταριών (τουτέστιν πτυχίο δι΄αλληλογραφίας από το Πανεπιστήμιο της Αλμπουκέρκης και μάστερ στη Διαχείριση Σεληνιακών Αποβλήτων). Βέβαια, όταν θα την πιάσουν τη θέση τα βλαστάρια, θα πετάξουν σε κάνα κρατικό Νταχάου τα γερόντια (που βλακωδώς δεν κράταγαν τη σύνταξή τους για ένα γηροκομείο της προκοπής), αλλά αυτό είναι δικό τους θέμα. Εδώ κουβεντιάζω για την συμβολή των ξυστών βλασταριών στην κοινωνική ζωή του τόπου. Δώσε βάση.

Καθότι διανοούμενα τα βλαστάρια (ολόκληρη Αλμπουκέρκη βγάλανε!) έχουν απόψεις περί παντός του επιστητού. Θες, πουχού, για την πολιτική κατάσταση; Μέσα είσαι! «Όλοι αυτοί που είναι στη βουλή έχουν από 10 σκάφη ο καθένας, το ξέρεις αυτό;» άκουγα έναν τέτοιον να εξηγεί στην ηλίθια ρεπόρτερ τηλεοπτικού σταθμού. Τώρα, εγώ δεν λέω οτι οι βουλευτές έχουν τρελά λεφτά, δεν λέω ούτε οτι οι βουλευτές παίζουν στα διαλείμματα των συνεδριάσεων ακορντεόν έξω από το Κοινοβούλιο για να πάρουν μια φρατζόλα ψωμί στα παιδάκια τους. Λέω απλώς οτι δεν ξέρω. Δεν έχω ασχοληθεί με τα περιουσιακά τους, δεν κατέχω από τιμές κοστουμιών για να τους κόψω επί τη εμφανίσει, χέστηκα στην τελική αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Εγώ ξέρω οτι οι βουλευτές είναι εκεί πέρα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα κάποιων λίγων εταιρειών (σε καμιά από τις οποίες δεν έχω μετοχές ή μερίσματα) και, κατά δεύτερο λόγο, να φροντίζουν ώστε να μην ψοφήσουν εντελώς οι πολίτες –επειδή αν ψοφήσουν οι πολίτες ποιοι θα δουλέψουν και ποιοι θα αγοράσουν από τις εταιρείες; Μέχρι εκεί πάει το μυαλό μου, έχω κι αποδείξεις αν θες, αλλά δε χρειάζεται. Αλλά αναρωτιέμαι –ο χλιμίτζουρας που έλεγε περί σκαφών, που το ήξερε; Λες να έπεσε η ρεπόρτερ στον τρισέγγονο του μάγου Μέρλιν; Στον «Φράνσις το σοφό γαϊδούρι»; Στον «κροταλία των λεωφόρων, το θάνατο τς Αμερικής»; Μπα –δε νομίζω. Απλώς ένας μαλάκας ήταν που βρήκε μικρόφωνο και είπε την παπαριά του. Όμως, ακόμα κι έτσι! Δε γουστάρεις φιλαράκι να τρώνε με χρυσά κουτάλια οι βουλευτές κι εσύ ριζόγαλο τις Κυριακές; Τι κάνεις περί αυτού; Κλέβεις το κράτος εκεί που σε παίρνει, το πληρώνεις εκεί που δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς και μετά ξύνεσαι κάτω απ΄τον ήλιο παιανίζοντας, «τίποτα δεν αλλάζει, όλοι ίδιοι είναι, και τι να κάνω εγώ;» Αυτό δηλαδή που καταλαβαίνω είναι οτι γκρινιάζεις όσο είσαι έξω από τη φτιάξη, αλλά αν δεις φως (αν ανοίξει η θεσούλα του Διευθύνοντος Συμβούλου που λέγαμε) θα τρουπώσεις, να μασήσεις κι εσύ «στην υγεία των κορόιδων». Κι επειδή το κορόιδο μονίμως εγώ θα είμαι –δε γουστάρω μάγκα μου. Έχω αρκετούς χαραμοφάηδες χρεωμένους στην κεφάλα μου για να βλέπω με συμπάθεια και τους υποψήφιους χαραμοφάηδες –δεν ξέρω αν με κατανοείς.

Ίσως απορήσεις τι με νοιάζουν όλα αυτά, τι κάθομαι και ασχολούμαι...

‘Σου πω...

Τα πουστριλίκια των συνειδητοποιημένων «αγανακτισμένων πολιτών» τα έφαγα με τον εκσκαφέα στα νιάτα μου –χόρτασα.

Τα εθνικιλίκια των μικροαστών που οραματίζονται συνεχιστές του Μεταξά και του Παπαδόπουλου συνήθισα να τα αντιμετωπίζω με ελεγχόμενα νεύρα.

Τους κλεφταράδες που πλασάρονται σαν «παραγωγική τάξη» τους κάνω κέφι περιμένοντας να φαλιρίσουν.

Τους βουτυρομπεμπέδες που ζουν μαζί με τη μανούλα τούς αντέχω –έτσι κι αλλιώς πάντα βρίσκεται κάποια γυναίκα με μητρικές ανησυχίες ή κάποιος στερημένος άντρας να τους φορτωθεί.

Εκείνο που με τρελάνει όμως αδερφάκι είναι να διατυπώνουν τη βαρύγδουπη αποψάρα τους. Τόσα χρόνια στο γκεζί, πάντα απροετοίμαστο με πιάνουν! Τους ακούω, ή τους διαβάζω και παθαίνω σκοτοδίνες!

Συγνώμη που θα βρεθώ εντελώς εκτός θέματος ευθύς αμέσως, αλλά θέλω να δείξω τον λόγο για τον οποίο σκέφτηκα όλα τα παραπάνω. Ο οποίος (λόγος) είναι άσχετος, αλλά ταυτόχρονα και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του κλασσικού κακομούτσουνου. Αντιγράφω από άρθρο του Αντώνη Καρπετόπουλου, περί της τελευταίας ταινίας (διάβαζε: πανμέγιστης φόλας) του Κουεντίν Ταραντίνο:

«Φυσικά η ταινία αξίζει τον κόπο. Το πρώτο κεφάλαιο είναι από μόνο του μια αριστουργηματική ταινία μικρού μήκους. Οι ερμηνείες είναι άψογες και το κάστινγκ εκπληκτικό: όλοι έχουν τις κατάλληλες φάτσες. Η μυθοπλασία της ίδιας της ιστορίας και η καταστρατήγηση της ιστορικής πραγματικότητας δεν με χάλασε καθόλου. Τελικά πρόκειται για μια μάλλον αδύναμη ταινία με κάποιες δυνατές σκηνές ανθολογίας, που όμως κάπου παραπέμπουν. Το καλύτερο; Αποκαταστάθηκε επιτέλους η δύναμη του «Gasoline»: το θρυλικό τραγούδι του Μπόουι απέκτησε επιτέλους εικόνα…»

Ωραία γραφή, στρωτή, διανοουμενίστικη αλλά ταυτόχρονα απλοϊκή για να το μισοκαταλάβει ο κάθε πικραμένος! Μόνο που το απόσπασμα αυθαιρετεί λιγάκι!

Π.χ. στο «πρώτο κεφάλαιο» επικρέμεται μια βαριά απειλή από την άφιξη των κακών Γερμανών, λες, «θα γίνει της κόφας εντός ολίγου» και τελικά σκοτώνονται κάτι κομπάρσοι αλλά κανένας από τους συμμετέχοντες στην ιστορία. Τουτέστιν, τζάμπα πήγε το περίμενε. Α, ναι! Έχει κι έναν μονόλογο του κακού Γερμανού (κάποιοι ηλίθιοι τον ονόμασαν «διάλογο» -διάλογος στον οποίο ο ένας μιλάει συνέχεια για ένα δεκάλεπτο κι ο άλλος λέει μόνο «ναι, όχι, εδώ από κάτω είναι» δεν υφίσταται, αλλιώς να κάνω κι εγώ διάλογο με το Μωρουλίνι-Κατρουλίνι το κουκλάκι που μιλάει σαν κανονικός άνθρωπος). Αυτός λοιπόν ο μονόλογος για τον οποίο οι σοβαροί κριτικοί έσκισαν κυλόττες είναι η χιλιοπαιγμένη σκηνή του «μπαίνω στο μυαλό του φυγά για να τον πιάσω». Αν την έχεις δει σε λιγότερες από 10 ταινίες, είσαι όντως πολύ αγνός κινηματογραφικά –για να μην το πω χειρότερα.

Π.χ. Οι ερμηνείες της ταινίας είναι καταφανώς αμήχανες –δεν χρειάζεται πτυχίο για να καταλάβεις οτι οι ηθοποιοί γυρνοβολάνε στον χώρο επειδή ο σκηνοθέτης δεν τους έχει δώσει οδηγίες.

Π.χ. Η μυθοπλασία έχει κάτι τρούπες ναααα (με το συμπάθιο!), εγώ νόμιζα οτι το είχε κάνει το φιλμ πεντάωρο ο Ταραντίνος και του κόψανε τις 3 ώρες γι΄αυτό είχε τόσα κενά.

Π.χ. Το χειρότερο στην ταινία ήταν η χρήση του παλιού εκείνου τραγουδιού του Μπάουι από το σάουντρακ του «Κατ Πιπλ». Επειδή, μπορεί στην ωραία εκείνη ταινία του Σρέντερ να έπαιζε μόνο στους τίτλους τέλους, αλλά είχες ακόμα την εικόνα της ΘΕΑΣ Ναστάζια Κίνσκυ και του τρομακτικού Μάλκομ ΜακΝτάουελ να κινούνται σαν τίγρεις στο πλατό (κι όποιος έχει δει την ταινία ξέρει οτι λέω λίγα). Τώρα πήρε το τραγούδι ο Ταραντίνος και το έβαλε την ώρα που μια συνηθισμένη κοπελίτσα, με μηδενική πλαστικότητα σώματος και εκφραστικότητα επιπέδου πιατέλας, φόραγε τις ζαρτιέρες της όσο προετοιμαζόταν να μακελέψει το σύμπαν! Δηλαδή, πάρε το «In dreams» που ακούγεται στην τρομακτική σκηνή του «Μπλε Βελούδου», όταν ο Χόπερ ρουφάει αιθέρα από τη μάσκα κι ετοιμάζεται να μαχαιρώσει τον πρωταγωνιστή και βάλτο να παίζει όσο κάνει σπαγκάτο ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ πριν δείρει τους κακούς –για τέτοιο πράγμα μιλάμε!

Ε, κάτι τέτοια είναι που δεν μπορώ, μαζί με το γεγονός οτι σε λίγο θα μας τα στρετσάρουν κατάφατσα σαν απόλυτες αλήθειες –εκνευρίζομαι, ρε παιδί μου!

Και μου βγαίνει αυθόρμητα, δεν το θέλω, δεν το επιδιώκω αλλά είχε δίκιο ο μπαρμπα Βιάν –«να τους καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους» βρε παιδάκι μου! Όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι