Ας πούμε πως σε προσλαμβάνουν σε μια δουλειά. Ας υποθέσουμε τώρα, οτι εσύ τυγχάνεις άτομο φιλότιμο, φιλόδοξο, φιλόσοφο και φιλοθεάμον –άρα σκοπεύεις να ξηγηθείς «χάρακας» στην επικείμενη εργασιακή σου πορεία. Έχεις δηλαδή όλες αυτές τις καλές προθέσεις. Και πας να αναλάβεις τα εργασιακά σου καθήκοντα.
Παρουσιάζεσαι στον υπεύθυνο.
«Λεβέντη μου, άκου πως πάει η φτιάξη εδώ μέσα, καθότι σε κόβω για ωραίο άτομο και θα συνεργαστούμε πρίμα», σε καλοδέχεται ο υπεύθυνος. «Εδώ λοιπόν», αρχίζει την ξενάγηση, «πουλάμε ένα προϊόν το οποίο δεν ξέρουμε τι είναι. Μπορεί να είναι σερβιέτες, μπορεί να είναι κουμπιά, μπορεί και να είναι ταξίδια αναψυχής –δεν έχει σημασία. Επειδή όμως δεν ξέρουμε τι πουλάμε, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε πόσο κοστίζει το προϊόν –με πιάνεις; Από κάτω, στις υπόγες, έχουμε τις μάκινες που φτιάχνουν το προϊόν, ντούπου ντούπου, όλη μέρα. Ασταμάτητα! Και σε ερωτώ: τι βγαίνει στο τέρμα της γραμμής παραγωγής; Απαντώ επειδή εσύ είσαι ακόμα νέος: βγαίνει ένα πράμα που δεν μπορούμε να το δούμε, ούτε να το πιάσουμε, ούτε να το ζυγίσουμε, αλλά, παρ΄όλα αυτά ξέρουμε οτι είναι εκεί! Σκέτη μαγεία! Ονομάζουμε δε αυτό το πράγμα ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ! Με αντιλαμβάνεσαι;»
Ξεροκαταπίνεις εσύ καθότι δεν θες να φανείς βόιδι από την πρώτη μέρα στη δουλειά. Αλλά σε τρώει ο απαυτούλης σου και ρίχνεις την ερώτηση.
«Εντάξει, κατανοώ οτι το εργασιακό μας αντικείμενο κάπως ομιχλώδες, αλλά τότε ποιος κανονίζει πόσο προϊόν θα παραχθεί; Η πελατεία;»
«Ποια πελατεία βρε παιδί μου και μου φαινόσουν για έξυπνος! Αφού εμείς, που φτιάχνουμε το προϊόν δεν μπορούμε να το δούμε, πως θα το δουν οι πελάτες; Εμείς κανονίζουμε πόσο προϊόν θα παραχθεί!»
«Πάει καλά!» συμφωνείς για να μην ανοίγεις μέτωπα πριν ακόμα κάτσεις σε καρέκλα. «Αλλά αφού οι πελάτες δεν βλέπουν το προϊόν, πως το αγοράζουν;»
Ο υπεύθυνος αρχίζει να ψυλλιάζεται οτι είσαι ντιπ στούρνος, αλλά κάνει υπομονή.
«Αγορίνα μου, οι πελάτες αγοράζουν επειδή εμείς τους λέμε να το κάνουν. Και αγοράζουν τόσο πολύ, που όσο προϊόν κι αν βγάλουμε πάντα η ζήτηση είναι μεγαλύτερη της προσφοράς. Καθότι το συγκεκριμένο αόρατο προϊόν τούς είναι αναγκαίο!»
«Άρα κοροϊδεύουμε την πελατεία!» σου ξεφεύγει εσένα.
«Ε, ρε γαμώ τα συστήματα αξιολογήσεων –όλους τους βαρεμένους μου στέλνουνε!» φουρκίζεται ο υπεύθυνος. «Κοίτα να δεις λεβέντη μου και θα στο πω άπαξ! Οι πελάτες μας μπορούν να ζήσουν χωρίς όλα αυτά τα σκατολοϊδια που αγοράζουν στο εμπόριο και τ΄αλλάζουν πριν χαλάσουν επειδή απλώς βγήκε ένα σκατολοϊδι διαφορετικού χρώματος απ΄αυτό που έχουν ήδη. Αλλά χωρίς το δικό μας προϊόν οι πελάτες θα ψοφήσουν αβοήθητοι, ο κόσμος θα μετατραπεί αυτομάτως σε απέραντο Ιουράσιο Πάρκο, με εννοείς;»
«Τζουράσικ Παρκ!» αναφωνείς εσύ έκπληκτος.
«Ιουράσιο Πάρκο, εγώ τι είπα δηλαδή; Είπα κάτι διαφορετικό; Πανάθεμα τους νέους που μας στέλνουμε, θα ξεχάσουμε και τα ελληνικά μας!» σιχτιρίζει ο υπεύθυνος. «Κάτσε λοιπόν στο γραφείο σου τώρα και κάνε δουλειά –απορίες;»
Έχεις αλλά δεν τις λες για να μην τον νευριάσεις ακόμα περισσότερο.
Κάθεσαι τουτέστιν στο γραφείο σου ξέροντας οτι θα πουλήσεις ένα προϊόν αόρατο σε τιμή απροσδιόριστη που όμως είναι εξίσου σημαντικό με τον αέρα που αναπνέουμε.
Καλά;
Έρχεται τώρα ο πρώτος πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα σε σας επειδή σε σας με στείλανε, είμαι ο Έτσι Γιουβέτσι, η κατάστασή μου είναι μούμπλε μούμπλε... Πόσο προϊόν πρέπει να αγοράσω, πόσα θα πληρώσω και που θα τα πληρώσω;»
Σε κοιτάει ο πελάτης, τον κοιτάς κι εσύ.
«Μισό να πάω μέχρι τον ψύκτη», του λες.
Πας στο διπλανό γραφείο. Βρίσκεις έμπειρο συνάδελφο.
«Βοήθεια συνάδελφε, είμαι καινούργιος εδώ! Ήρθε εκείνος εκεί πέρα και μου ζήτησε να του πω πόσο να πάρει, πόσα να πληρώσει και που να τα πληρώσει! Τι να κάνω;»
Ο έμπειρος ούτε που γυρνάει να κοιτάξει τον πελάτη.
«Δέκα και ήμισυ κιλά, κόστος τριάκοντα τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσει...» κόβει λίγο την κουβέντα ο έμπειρος, σκανάρει τον χώρο, «στον συνάδελφο έξω δεξιά με το δερμάτινο σακάκι, αν και να ξέρεις, μεταξύ μας –δεν είναι δερμάτινο, δερματίνη είναι –τέλος πάντων.... ας μην επεκταθώ».
Φεύγεις, τα λες στον πελάτη –γίνεται η δουλειά, ανασαίνεις.
Πριν προλάβεις να πεις «ντοσιέ», σκάει ο επόμενος πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα να μ΄εξυπηρετήσετε, είμαι ο Κοτέτσι Κοκορέτσι, η κατάστασή μου είναι σούξου μούξου... Πόσο προϊόν πρέπει να αγοράσω, πόσα θα πληρώσω και που θα τα πληρώσω».
Τρέχεις πάλι αγχωμένος στον έμπειρο.
«Επτά κιλά και διακόσα γραμμάρια, κόστος εκατό τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσει...» στάση πάλι για να κόψει κίνηση, «στη συνάδελφο μέσα αριστερά δίπλα στο παράθυρο, πολύ γκομενάρα έτσι; Αλλά δε μου κάθεται η καργιόλα –μάλλον λεσβία θα είναι, τέλος πάντων... ας μην τα θυμάμαι κι εκνευρίζομαι».
Έτσι πάει το κορδόνι μέχρι την ώρα του Σχόλασμα, πλευρίζεις λοιπόν τον έμπειρο επειδή είσαι τύπος της απορίας.
«Για πες μου ρε συνάδελφε –από πού τα κατέχεις όλα αυτά;» τον ρωτάς. «Ούτε καν την υπόθεση του κάθε πελάτη δεν θέλησες να μάθεις πριν βγάλεις απόφαση, άσε που στον ένα πούλησες ακριβότερα απ΄ότι στον άλλο –δε μου λες κι εμένα το κόλπο να μη σε πρήζω συνέχεια;»
Σε κοιτάει ο έμπειρος με οίκτο, όπως τον είχε κοιτάξει κι αυτόν ο προηγούμενος έμπειρος όταν τύγχανε ακόμα γκάβακας.
«Τι να ξέρω ρε ποντικαρά!» χαμογελάει. «Στο τυχαίο τα λέω, ότι μου κατέβει, απλώς πριν βγάλω απόφαση ψάχνω ποιος συνάδελφος είναι εύκαιρος για να μη δημιουργείται συνωστισμός!»
Εδώ κάπου εκνευρίζεσαι.
«Τι πράγματα είναι αυτά; Ενδροπή σου κι αίσχος παλιο-άνθρωπε! Που κοροϊδεύεις την αξιότιμο πελατεία αντί να την εξυπηρετείς!»
Μαζεύεται ο έμπειρος καθότι σε κόβει για μεγάλο βλήμα και δεν έχει όρεξη να σκάσεις στα μούτρα του.
«Καλώς και μπράβο σου γιατί είσαι νέος με ιδανικά αισθήματα! Γι΄αυτό λοιπόν, σάλτα μέχρι παραδίπλα που έχουμε τη βιβλιοθήκη με τα μάνιουαλ και κάτσε ξεστραβώσου. Εκεί μέσα είναι γραμμένα τα πάντα, διάβασέ τα και μην έρθεις να με ξαναρωτήξεις, θα σε φλιτάρω!»
Κάνω εδώ ένα φαστ φόργουορντ για να μη γίνουμε Βιμ Αγγελόπουλος και φτάνω κατευθείαν στο αποτέλεσμα μετά από μερόνυχτα ανάγνωσης των μάνιουαλ. Τη στιγμή δηλαδή που έχεις ανεβάσει τη μυωπία σου δυο βαθμούς, έχεις αποκτήσει αλλεργικό άσθμα από τη σκόνη, κιρσούς από το κουβάλημα τόμων και ένα νευρικό τικ στο δεξί μάτι αλλά ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ κατέχεις την απόλυτη γνώση.
Να’σαι, πανέτοιμος –όταν σου σκάει ένας ακόμα πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα να μ΄εξυπηρετήσετε, είμαι ο ....»
Τον κόβεις με μια μεγαλοπρεπή κίνηση, όσο τον κοιτάζεις αφ υψηλού.
«Περιττό αγαπητέ μου, μην αναλωνόμεθα σε λεπτομέρειες! Είμαι εκ των προτέρων ενήμερος! Θα αγοράσετε δεκατρία κιλά προϊόν, κόστος είκοσι τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσετε...» ψάχνεις τον χώρο, «στον συνάδελφο ακριβώς δίπλα μου, που πολύ τον έξυπνο μας παριστάνει τώρα τελευταίως –αλλά δεν σας αφορά!»
Ανασαίνεις μερικώς ξαλαφρωμένος, επειδή είσαι μεν σίγουρος οτι κατέχεις την υπάρχουσα γνώση αλλά έχει πάρει το ματάκι σου τη βιβλιοθήκη των μάνιουαλ που συνεχώς εμπλουτίζεται. Έχεις δει οτι κανένας δεν ξεσκαρτάρει τα παλιά όταν έρχονται τα καινούργια και κανένας δεν αρχειοθετεί σύμφωνα με το θέμα ενός εκάστου μάνιουαλ. Τουτέστιν, δεν είσαι σίγουρος αν έπραξες σωστά και μανιουαλικά –κοιτάς τριγύρω, ο έμπειρος συνάδελφος από δίπλα σου κάνει κωλοδάχτυλο.
Τέλος σαχλαμάρας –παράθεση πρόχειρων διευκρινήσεων:
Κατά πρώτον θα κατάλαβες οτι η παραπάνω παραβολή αναφέρεται στις δημόσιες υπηρεσίες. Λίγο ο ζαμανφουτισμός, κάτι η παράνοια –δεν μπορεί! Κάπου θα το έχεις δει να παίζεται το σενάριο! Γι΄αυτό άλλωστε έχεις την άποψη:
1. Οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να εκτελεστούν στην πλατεία Συντάγματος.
2. Οτι ο Δημόσιος τομέας πρέπει να καταπολεμηθεί μέχρι ολοσχερούς εξαφανίσεως σαν σύγχρονη βουβωνική πανώλη.
3. Οτι πρέπει οπωσδήποτε να βρεις μια θεσούλα στο Δημόσιο για να κάθεσαι και να τα ξύνεις.
Σημείωση: άπαξ και πραγματοποιηθεί η επιδίωξη στην οποία βασίζεται η τρίτη σου άποψη, αυτομάτως οι προηγούμενες δύο μετατρέπονται σε: Εγώ δουλεύω και οι υπόλοιποι κάθονται και μάλιστα χωρίς να πληρώνομαι καλά και γι΄αυτό θα τα γράψω όλα στ΄αρχίδια μου –πολύ δούλεψα, ας δουλέψουν τώρα και οι επόμενοι.
Περνάω τώρα στις πιο σύνθετες διευκρινήσεις, προκαταβάλλοντας τυχόν ερωτήσεις:
-«Και δια τι ας πούμε το προϊόν των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι αόρατο; Να μου πεις οτι είναι ανύπαρκτο να το δεχτώ –αλλά αόρατο;»
Απαντώ και ίσα ρε έξυπνε που κάνεις και χιουμοράκι, από πάνω! Ένα προϊόν παραγωγής ορίζεται μέσα από τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες παράγεται, μέσα από την κοστολόγησή του και σε σχέση με το αγοραστικό του κοινό αλλά και τις ανάγκες που καλύπτει. Δεκτό; Πες μου τώρα εσύ, μια οικοδομική άδεια για παράδειγμα –τι διαδικασία χρειάζεται για να παραχθεί, πόσο κοστίζει, ποιοι πρέπει να την αγοράσουν και τι ανάγκες καλύπτει; Δεν ξέρεις ούτε εσύ, ούτε ο υπάλληλος που την εκδίδει, ούτε ο υπουργός που την υπογράφει νομοθετικά.
-«Αλλά αν είναι έτσι πως υποστηρίζεις οτι το προϊόν των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι εξίσου αναγκαίο με τον αέρα που αναπνέουμε;»
Εξηγούμαι. Από τη στιγμή που γεννιέσαι δεν θα πρέπει να αποκτήσεις συγκεκριμένα κωδικοποιημένα γνωρίσματα ώστε να είσαι αναγνωρίσιμος (άρα υπολογίσιμος) από το κράτος; Στην μετέπειτα πορεία σου εντός της συγκεκριμένης κοινωνίας δεν θα πρέπει να έχεις συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις –και κάποιος να τα ορίζει, κάποιος άλλος να τα εξυπηρετεί παύλα ελέγχει; Όταν χτίζεις σπίτι, ανοίγεις δουλειά, παθαίνεις ατύχημα καταμεσής του δρόμου, δεν θα πρέπει κάποιος να είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να εφαρμόσει συγκεκριμένους (κοινούς για όλους) κανόνες διαχείρισης; Μη μου πεις οτι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισομερώς –το είπα πρώτος εγώ άλλωστε. Μη μου πεις οτι αυτή η κοινωνία είναι σκατένια –δεν είναι της ώρας να μιλήσουμε για μια άλλη κοινωνία, τώρα ασχολούμαστε με την υπάρχουσα.
-«Εντάξει, ωραία όλα αυτά –όμως κάποιος φταίει; Ποιος;»
Θα μπορούσα να απαντήσω «όλοι» και να καθαρίσω. Αλλά προτιμώ να ξεφλουδίσω το πορτοκάλι επειδή έτσι γίνεται πιο ευκολοχώνευτο. Και γι΄αυτό θα πιάσω όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες –στο τέλος μάλιστα θα σου αποκαλύψω και τον πραγματικό δολοφόνο.
Παράγοντας 1 –οι Πολίτες: Φταίνε βεβαίως που ανέχονται, λαδώνουν, υπομένουν έναν αρρωστημένο Δημόσιο τομέα. Αλλά ποιες οι επιλογές τους; Να αδιαφορήσουν; Αυτό τους κάνει αμέσως παράνομους. Να καταγγείλουν; Το κάνουν –ε, και λοιπόν; Να αγωνιστούν για ανατροπή του υπάρχοντος αρρωστημένου συστήματος; Αυτό όντως θα αποτελούσε μια λύση, αν ήταν μαζικό φαινόμενο. Όταν όμως πάει ο καημένος να πάρει ένα πιστοποιητικό κι ο υπάλληλος τον ρημάζει, μην περιμένεις να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης ο μοναχικός καημένος! Τουτέστιν, τι απομένει; Ξαναδιάβασε την πρώτη πρόταση και θα δεις.
Παράγοντας 2 –οι Δημόσιοι Υπάλληλοι: Φταίνε για πολλά και διάφορα, μην τα ξαναλέμε. Αλλά τι να κάνουν; Πρέπει να διαχειριστούν ένα προϊόν αόρατο και να χρησιμοποιήσουν στη διαχείριση κανόνες τόσο ομιχλώδεις, αλληλοαναιρούμενους και μη καταγεγραμμένους που θα έκαναν ακόμα και μελετητές της Γραμμικής Β΄ να σκίσουν τα πτυχία τους και να λακίσουν για την πλησιέστερη βουνοπλαγιά ψάχνοντας πρόβατα εύκαιρα για βοσκή. Εκεί λοιπόν που κωλώνει ο Ιντιάνα Τζόουνς πως θα τα καταφέρει ο μέσος Δημόσιος Υπάλληλος;
Παράγοντας 3 –η Πολιτική Ηγεσία: Εδώ επιβάλλεται κάποιο γέλιο! Εφόσον, γενιές ολόκληρες Δημόσιων Υπάλληλων δεν βγάλανε άκρη –πως περιμένεις να βγάλουν άκρη οι, παντελώς άσχετοι με το θέμα, πολιτικοί; Και για να μην επεκταθούμε, πήγαινε σ΄ένα βίντεο κλαμπ, νοίκιασε εκείνη την αγγλική σειρά ονόματι «Μάλιστα κύριε Υπουργέ» για να δεις τι εννοώ.
Άρα, τι μένει; Ο δολοφόνος –αυτό μένει!
Ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη Δημόσια Υπηρεσία. Μα, η Δημόσια Υπηρεσία δεν είναι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι που την απαρτίζουν και οι πολιτικοί που τη διευθύνουν; Ουχί και μην επιμένεις! Η Δημόσια Υπηρεσία είναι, πάνω και πέρα απ΄όλα αυτά, ένας ΘΕΣΜΟΣ. Ένα πράγμα φανταστικό δηλαδή (ακόμα καλύτερα: φαντασιακό), που το έφτιαξαν οι άνθρωποι για να εξυπηρετούν κάποιες ανάγκες τους και ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΗΘΗΚΕ. Πάει να πει, άρχισε να λειτουργεί από μόνο του και για πάρτη του αδιαφορώντας για τις ανάγκες που θα ήθελαν οι άνθρωποι να εξυπηρετεί. Δώσε βάση στη μετάβαση:
Ο θεσμός «Δημόσια Υπηρεσία» έχει έναν σκοπό (όπως κάθε ζωντανός οργανισμός) -να αυτοαναπαράγεται και να μεγαλώνει διαχρονικά. Πως γίνονται αυτά; Με την ύπαρξη όλο και περισσότερων ανθρώπων που εξαρτούνται από τον θεσμό. Άρα, με τη γιγάντωση της Δημόσιας Υπηρεσίας μέσω συνεχών προσλήψεων υπαλλήλων και με την μη επίλυση των υποθέσεων των πολιτών, προκειμένου να διογκώνεται συνεχώς το εργασιακό αντικείμενο του θεσμού. Αν το δεις έτσι το θέμα, δεν σου φαίνονται λογικά όλα τα παραπάνω; Δεν μοιάζει πλέον να κινούνται οι Δημόσιες Υπηρεσίες στη βάση κάποιου μελετημένου και αυστηρά στοχοθετημένου σχεδίου;
Να στο κάνω παραμυθένιο; Ο δράκος που φυλάει τη βασιλοπούλα δεν έχει κανένα απολύτως εμφανή λόγο να τρώει τους περαστικούς ιππότες, αρκεί μόνο να τους φοβίζει με τα οπτικά του εφέ. Όμως ο δράκος τους χλαπακιάζει, παρ΄όλα αυτά! Γιατί; Επειδή ο δράκος πρέπει να φάει για να ζήσει –έτσι δεν είναι;
Αν ακόμα έχεις αντιρρήσεις, ψάξε να δεις τι έγιναν όλες αυτές οι μελέτες περί δημόσιου μάνατζμεντ, περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας, περί αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, περί καταγραφής των εργασιακών αντικειμένων της δημόσιας διοίκησης, περί μέτρησης αποτελεσματικότητας -αποδοτικότητας...
Μην ψάξεις για υπεύθυνους εκεί πέρα, δεν υπάρχει λόγος. Όλα αυτά πήγαν στο βρόντο επειδή ο δράκος χλαπάκιασε τα παλικαράκια κι έριξε και έναν στην βασιλοπούλα άμα λάχει!
Προς γνώση και συμμόρφωση.
Παρουσιάζεσαι στον υπεύθυνο.
«Λεβέντη μου, άκου πως πάει η φτιάξη εδώ μέσα, καθότι σε κόβω για ωραίο άτομο και θα συνεργαστούμε πρίμα», σε καλοδέχεται ο υπεύθυνος. «Εδώ λοιπόν», αρχίζει την ξενάγηση, «πουλάμε ένα προϊόν το οποίο δεν ξέρουμε τι είναι. Μπορεί να είναι σερβιέτες, μπορεί να είναι κουμπιά, μπορεί και να είναι ταξίδια αναψυχής –δεν έχει σημασία. Επειδή όμως δεν ξέρουμε τι πουλάμε, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε πόσο κοστίζει το προϊόν –με πιάνεις; Από κάτω, στις υπόγες, έχουμε τις μάκινες που φτιάχνουν το προϊόν, ντούπου ντούπου, όλη μέρα. Ασταμάτητα! Και σε ερωτώ: τι βγαίνει στο τέρμα της γραμμής παραγωγής; Απαντώ επειδή εσύ είσαι ακόμα νέος: βγαίνει ένα πράμα που δεν μπορούμε να το δούμε, ούτε να το πιάσουμε, ούτε να το ζυγίσουμε, αλλά, παρ΄όλα αυτά ξέρουμε οτι είναι εκεί! Σκέτη μαγεία! Ονομάζουμε δε αυτό το πράγμα ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ! Με αντιλαμβάνεσαι;»
Ξεροκαταπίνεις εσύ καθότι δεν θες να φανείς βόιδι από την πρώτη μέρα στη δουλειά. Αλλά σε τρώει ο απαυτούλης σου και ρίχνεις την ερώτηση.
«Εντάξει, κατανοώ οτι το εργασιακό μας αντικείμενο κάπως ομιχλώδες, αλλά τότε ποιος κανονίζει πόσο προϊόν θα παραχθεί; Η πελατεία;»
«Ποια πελατεία βρε παιδί μου και μου φαινόσουν για έξυπνος! Αφού εμείς, που φτιάχνουμε το προϊόν δεν μπορούμε να το δούμε, πως θα το δουν οι πελάτες; Εμείς κανονίζουμε πόσο προϊόν θα παραχθεί!»
«Πάει καλά!» συμφωνείς για να μην ανοίγεις μέτωπα πριν ακόμα κάτσεις σε καρέκλα. «Αλλά αφού οι πελάτες δεν βλέπουν το προϊόν, πως το αγοράζουν;»
Ο υπεύθυνος αρχίζει να ψυλλιάζεται οτι είσαι ντιπ στούρνος, αλλά κάνει υπομονή.
«Αγορίνα μου, οι πελάτες αγοράζουν επειδή εμείς τους λέμε να το κάνουν. Και αγοράζουν τόσο πολύ, που όσο προϊόν κι αν βγάλουμε πάντα η ζήτηση είναι μεγαλύτερη της προσφοράς. Καθότι το συγκεκριμένο αόρατο προϊόν τούς είναι αναγκαίο!»
«Άρα κοροϊδεύουμε την πελατεία!» σου ξεφεύγει εσένα.
«Ε, ρε γαμώ τα συστήματα αξιολογήσεων –όλους τους βαρεμένους μου στέλνουνε!» φουρκίζεται ο υπεύθυνος. «Κοίτα να δεις λεβέντη μου και θα στο πω άπαξ! Οι πελάτες μας μπορούν να ζήσουν χωρίς όλα αυτά τα σκατολοϊδια που αγοράζουν στο εμπόριο και τ΄αλλάζουν πριν χαλάσουν επειδή απλώς βγήκε ένα σκατολοϊδι διαφορετικού χρώματος απ΄αυτό που έχουν ήδη. Αλλά χωρίς το δικό μας προϊόν οι πελάτες θα ψοφήσουν αβοήθητοι, ο κόσμος θα μετατραπεί αυτομάτως σε απέραντο Ιουράσιο Πάρκο, με εννοείς;»
«Τζουράσικ Παρκ!» αναφωνείς εσύ έκπληκτος.
«Ιουράσιο Πάρκο, εγώ τι είπα δηλαδή; Είπα κάτι διαφορετικό; Πανάθεμα τους νέους που μας στέλνουμε, θα ξεχάσουμε και τα ελληνικά μας!» σιχτιρίζει ο υπεύθυνος. «Κάτσε λοιπόν στο γραφείο σου τώρα και κάνε δουλειά –απορίες;»
Έχεις αλλά δεν τις λες για να μην τον νευριάσεις ακόμα περισσότερο.
Κάθεσαι τουτέστιν στο γραφείο σου ξέροντας οτι θα πουλήσεις ένα προϊόν αόρατο σε τιμή απροσδιόριστη που όμως είναι εξίσου σημαντικό με τον αέρα που αναπνέουμε.
Καλά;
Έρχεται τώρα ο πρώτος πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα σε σας επειδή σε σας με στείλανε, είμαι ο Έτσι Γιουβέτσι, η κατάστασή μου είναι μούμπλε μούμπλε... Πόσο προϊόν πρέπει να αγοράσω, πόσα θα πληρώσω και που θα τα πληρώσω;»
Σε κοιτάει ο πελάτης, τον κοιτάς κι εσύ.
«Μισό να πάω μέχρι τον ψύκτη», του λες.
Πας στο διπλανό γραφείο. Βρίσκεις έμπειρο συνάδελφο.
«Βοήθεια συνάδελφε, είμαι καινούργιος εδώ! Ήρθε εκείνος εκεί πέρα και μου ζήτησε να του πω πόσο να πάρει, πόσα να πληρώσει και που να τα πληρώσει! Τι να κάνω;»
Ο έμπειρος ούτε που γυρνάει να κοιτάξει τον πελάτη.
«Δέκα και ήμισυ κιλά, κόστος τριάκοντα τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσει...» κόβει λίγο την κουβέντα ο έμπειρος, σκανάρει τον χώρο, «στον συνάδελφο έξω δεξιά με το δερμάτινο σακάκι, αν και να ξέρεις, μεταξύ μας –δεν είναι δερμάτινο, δερματίνη είναι –τέλος πάντων.... ας μην επεκταθώ».
Φεύγεις, τα λες στον πελάτη –γίνεται η δουλειά, ανασαίνεις.
Πριν προλάβεις να πεις «ντοσιέ», σκάει ο επόμενος πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα να μ΄εξυπηρετήσετε, είμαι ο Κοτέτσι Κοκορέτσι, η κατάστασή μου είναι σούξου μούξου... Πόσο προϊόν πρέπει να αγοράσω, πόσα θα πληρώσω και που θα τα πληρώσω».
Τρέχεις πάλι αγχωμένος στον έμπειρο.
«Επτά κιλά και διακόσα γραμμάρια, κόστος εκατό τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσει...» στάση πάλι για να κόψει κίνηση, «στη συνάδελφο μέσα αριστερά δίπλα στο παράθυρο, πολύ γκομενάρα έτσι; Αλλά δε μου κάθεται η καργιόλα –μάλλον λεσβία θα είναι, τέλος πάντων... ας μην τα θυμάμαι κι εκνευρίζομαι».
Έτσι πάει το κορδόνι μέχρι την ώρα του Σχόλασμα, πλευρίζεις λοιπόν τον έμπειρο επειδή είσαι τύπος της απορίας.
«Για πες μου ρε συνάδελφε –από πού τα κατέχεις όλα αυτά;» τον ρωτάς. «Ούτε καν την υπόθεση του κάθε πελάτη δεν θέλησες να μάθεις πριν βγάλεις απόφαση, άσε που στον ένα πούλησες ακριβότερα απ΄ότι στον άλλο –δε μου λες κι εμένα το κόλπο να μη σε πρήζω συνέχεια;»
Σε κοιτάει ο έμπειρος με οίκτο, όπως τον είχε κοιτάξει κι αυτόν ο προηγούμενος έμπειρος όταν τύγχανε ακόμα γκάβακας.
«Τι να ξέρω ρε ποντικαρά!» χαμογελάει. «Στο τυχαίο τα λέω, ότι μου κατέβει, απλώς πριν βγάλω απόφαση ψάχνω ποιος συνάδελφος είναι εύκαιρος για να μη δημιουργείται συνωστισμός!»
Εδώ κάπου εκνευρίζεσαι.
«Τι πράγματα είναι αυτά; Ενδροπή σου κι αίσχος παλιο-άνθρωπε! Που κοροϊδεύεις την αξιότιμο πελατεία αντί να την εξυπηρετείς!»
Μαζεύεται ο έμπειρος καθότι σε κόβει για μεγάλο βλήμα και δεν έχει όρεξη να σκάσεις στα μούτρα του.
«Καλώς και μπράβο σου γιατί είσαι νέος με ιδανικά αισθήματα! Γι΄αυτό λοιπόν, σάλτα μέχρι παραδίπλα που έχουμε τη βιβλιοθήκη με τα μάνιουαλ και κάτσε ξεστραβώσου. Εκεί μέσα είναι γραμμένα τα πάντα, διάβασέ τα και μην έρθεις να με ξαναρωτήξεις, θα σε φλιτάρω!»
Κάνω εδώ ένα φαστ φόργουορντ για να μη γίνουμε Βιμ Αγγελόπουλος και φτάνω κατευθείαν στο αποτέλεσμα μετά από μερόνυχτα ανάγνωσης των μάνιουαλ. Τη στιγμή δηλαδή που έχεις ανεβάσει τη μυωπία σου δυο βαθμούς, έχεις αποκτήσει αλλεργικό άσθμα από τη σκόνη, κιρσούς από το κουβάλημα τόμων και ένα νευρικό τικ στο δεξί μάτι αλλά ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ κατέχεις την απόλυτη γνώση.
Να’σαι, πανέτοιμος –όταν σου σκάει ένας ακόμα πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα να μ΄εξυπηρετήσετε, είμαι ο ....»
Τον κόβεις με μια μεγαλοπρεπή κίνηση, όσο τον κοιτάζεις αφ υψηλού.
«Περιττό αγαπητέ μου, μην αναλωνόμεθα σε λεπτομέρειες! Είμαι εκ των προτέρων ενήμερος! Θα αγοράσετε δεκατρία κιλά προϊόν, κόστος είκοσι τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσετε...» ψάχνεις τον χώρο, «στον συνάδελφο ακριβώς δίπλα μου, που πολύ τον έξυπνο μας παριστάνει τώρα τελευταίως –αλλά δεν σας αφορά!»
Ανασαίνεις μερικώς ξαλαφρωμένος, επειδή είσαι μεν σίγουρος οτι κατέχεις την υπάρχουσα γνώση αλλά έχει πάρει το ματάκι σου τη βιβλιοθήκη των μάνιουαλ που συνεχώς εμπλουτίζεται. Έχεις δει οτι κανένας δεν ξεσκαρτάρει τα παλιά όταν έρχονται τα καινούργια και κανένας δεν αρχειοθετεί σύμφωνα με το θέμα ενός εκάστου μάνιουαλ. Τουτέστιν, δεν είσαι σίγουρος αν έπραξες σωστά και μανιουαλικά –κοιτάς τριγύρω, ο έμπειρος συνάδελφος από δίπλα σου κάνει κωλοδάχτυλο.
Τέλος σαχλαμάρας –παράθεση πρόχειρων διευκρινήσεων:
Κατά πρώτον θα κατάλαβες οτι η παραπάνω παραβολή αναφέρεται στις δημόσιες υπηρεσίες. Λίγο ο ζαμανφουτισμός, κάτι η παράνοια –δεν μπορεί! Κάπου θα το έχεις δει να παίζεται το σενάριο! Γι΄αυτό άλλωστε έχεις την άποψη:
1. Οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να εκτελεστούν στην πλατεία Συντάγματος.
2. Οτι ο Δημόσιος τομέας πρέπει να καταπολεμηθεί μέχρι ολοσχερούς εξαφανίσεως σαν σύγχρονη βουβωνική πανώλη.
3. Οτι πρέπει οπωσδήποτε να βρεις μια θεσούλα στο Δημόσιο για να κάθεσαι και να τα ξύνεις.
Σημείωση: άπαξ και πραγματοποιηθεί η επιδίωξη στην οποία βασίζεται η τρίτη σου άποψη, αυτομάτως οι προηγούμενες δύο μετατρέπονται σε: Εγώ δουλεύω και οι υπόλοιποι κάθονται και μάλιστα χωρίς να πληρώνομαι καλά και γι΄αυτό θα τα γράψω όλα στ΄αρχίδια μου –πολύ δούλεψα, ας δουλέψουν τώρα και οι επόμενοι.
Περνάω τώρα στις πιο σύνθετες διευκρινήσεις, προκαταβάλλοντας τυχόν ερωτήσεις:
-«Και δια τι ας πούμε το προϊόν των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι αόρατο; Να μου πεις οτι είναι ανύπαρκτο να το δεχτώ –αλλά αόρατο;»
Απαντώ και ίσα ρε έξυπνε που κάνεις και χιουμοράκι, από πάνω! Ένα προϊόν παραγωγής ορίζεται μέσα από τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες παράγεται, μέσα από την κοστολόγησή του και σε σχέση με το αγοραστικό του κοινό αλλά και τις ανάγκες που καλύπτει. Δεκτό; Πες μου τώρα εσύ, μια οικοδομική άδεια για παράδειγμα –τι διαδικασία χρειάζεται για να παραχθεί, πόσο κοστίζει, ποιοι πρέπει να την αγοράσουν και τι ανάγκες καλύπτει; Δεν ξέρεις ούτε εσύ, ούτε ο υπάλληλος που την εκδίδει, ούτε ο υπουργός που την υπογράφει νομοθετικά.
-«Αλλά αν είναι έτσι πως υποστηρίζεις οτι το προϊόν των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι εξίσου αναγκαίο με τον αέρα που αναπνέουμε;»
Εξηγούμαι. Από τη στιγμή που γεννιέσαι δεν θα πρέπει να αποκτήσεις συγκεκριμένα κωδικοποιημένα γνωρίσματα ώστε να είσαι αναγνωρίσιμος (άρα υπολογίσιμος) από το κράτος; Στην μετέπειτα πορεία σου εντός της συγκεκριμένης κοινωνίας δεν θα πρέπει να έχεις συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις –και κάποιος να τα ορίζει, κάποιος άλλος να τα εξυπηρετεί παύλα ελέγχει; Όταν χτίζεις σπίτι, ανοίγεις δουλειά, παθαίνεις ατύχημα καταμεσής του δρόμου, δεν θα πρέπει κάποιος να είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να εφαρμόσει συγκεκριμένους (κοινούς για όλους) κανόνες διαχείρισης; Μη μου πεις οτι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισομερώς –το είπα πρώτος εγώ άλλωστε. Μη μου πεις οτι αυτή η κοινωνία είναι σκατένια –δεν είναι της ώρας να μιλήσουμε για μια άλλη κοινωνία, τώρα ασχολούμαστε με την υπάρχουσα.
-«Εντάξει, ωραία όλα αυτά –όμως κάποιος φταίει; Ποιος;»
Θα μπορούσα να απαντήσω «όλοι» και να καθαρίσω. Αλλά προτιμώ να ξεφλουδίσω το πορτοκάλι επειδή έτσι γίνεται πιο ευκολοχώνευτο. Και γι΄αυτό θα πιάσω όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες –στο τέλος μάλιστα θα σου αποκαλύψω και τον πραγματικό δολοφόνο.
Παράγοντας 1 –οι Πολίτες: Φταίνε βεβαίως που ανέχονται, λαδώνουν, υπομένουν έναν αρρωστημένο Δημόσιο τομέα. Αλλά ποιες οι επιλογές τους; Να αδιαφορήσουν; Αυτό τους κάνει αμέσως παράνομους. Να καταγγείλουν; Το κάνουν –ε, και λοιπόν; Να αγωνιστούν για ανατροπή του υπάρχοντος αρρωστημένου συστήματος; Αυτό όντως θα αποτελούσε μια λύση, αν ήταν μαζικό φαινόμενο. Όταν όμως πάει ο καημένος να πάρει ένα πιστοποιητικό κι ο υπάλληλος τον ρημάζει, μην περιμένεις να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης ο μοναχικός καημένος! Τουτέστιν, τι απομένει; Ξαναδιάβασε την πρώτη πρόταση και θα δεις.
Παράγοντας 2 –οι Δημόσιοι Υπάλληλοι: Φταίνε για πολλά και διάφορα, μην τα ξαναλέμε. Αλλά τι να κάνουν; Πρέπει να διαχειριστούν ένα προϊόν αόρατο και να χρησιμοποιήσουν στη διαχείριση κανόνες τόσο ομιχλώδεις, αλληλοαναιρούμενους και μη καταγεγραμμένους που θα έκαναν ακόμα και μελετητές της Γραμμικής Β΄ να σκίσουν τα πτυχία τους και να λακίσουν για την πλησιέστερη βουνοπλαγιά ψάχνοντας πρόβατα εύκαιρα για βοσκή. Εκεί λοιπόν που κωλώνει ο Ιντιάνα Τζόουνς πως θα τα καταφέρει ο μέσος Δημόσιος Υπάλληλος;
Παράγοντας 3 –η Πολιτική Ηγεσία: Εδώ επιβάλλεται κάποιο γέλιο! Εφόσον, γενιές ολόκληρες Δημόσιων Υπάλληλων δεν βγάλανε άκρη –πως περιμένεις να βγάλουν άκρη οι, παντελώς άσχετοι με το θέμα, πολιτικοί; Και για να μην επεκταθούμε, πήγαινε σ΄ένα βίντεο κλαμπ, νοίκιασε εκείνη την αγγλική σειρά ονόματι «Μάλιστα κύριε Υπουργέ» για να δεις τι εννοώ.
Άρα, τι μένει; Ο δολοφόνος –αυτό μένει!
Ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη Δημόσια Υπηρεσία. Μα, η Δημόσια Υπηρεσία δεν είναι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι που την απαρτίζουν και οι πολιτικοί που τη διευθύνουν; Ουχί και μην επιμένεις! Η Δημόσια Υπηρεσία είναι, πάνω και πέρα απ΄όλα αυτά, ένας ΘΕΣΜΟΣ. Ένα πράγμα φανταστικό δηλαδή (ακόμα καλύτερα: φαντασιακό), που το έφτιαξαν οι άνθρωποι για να εξυπηρετούν κάποιες ανάγκες τους και ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΗΘΗΚΕ. Πάει να πει, άρχισε να λειτουργεί από μόνο του και για πάρτη του αδιαφορώντας για τις ανάγκες που θα ήθελαν οι άνθρωποι να εξυπηρετεί. Δώσε βάση στη μετάβαση:
Ο θεσμός «Δημόσια Υπηρεσία» έχει έναν σκοπό (όπως κάθε ζωντανός οργανισμός) -να αυτοαναπαράγεται και να μεγαλώνει διαχρονικά. Πως γίνονται αυτά; Με την ύπαρξη όλο και περισσότερων ανθρώπων που εξαρτούνται από τον θεσμό. Άρα, με τη γιγάντωση της Δημόσιας Υπηρεσίας μέσω συνεχών προσλήψεων υπαλλήλων και με την μη επίλυση των υποθέσεων των πολιτών, προκειμένου να διογκώνεται συνεχώς το εργασιακό αντικείμενο του θεσμού. Αν το δεις έτσι το θέμα, δεν σου φαίνονται λογικά όλα τα παραπάνω; Δεν μοιάζει πλέον να κινούνται οι Δημόσιες Υπηρεσίες στη βάση κάποιου μελετημένου και αυστηρά στοχοθετημένου σχεδίου;
Να στο κάνω παραμυθένιο; Ο δράκος που φυλάει τη βασιλοπούλα δεν έχει κανένα απολύτως εμφανή λόγο να τρώει τους περαστικούς ιππότες, αρκεί μόνο να τους φοβίζει με τα οπτικά του εφέ. Όμως ο δράκος τους χλαπακιάζει, παρ΄όλα αυτά! Γιατί; Επειδή ο δράκος πρέπει να φάει για να ζήσει –έτσι δεν είναι;
Αν ακόμα έχεις αντιρρήσεις, ψάξε να δεις τι έγιναν όλες αυτές οι μελέτες περί δημόσιου μάνατζμεντ, περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας, περί αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, περί καταγραφής των εργασιακών αντικειμένων της δημόσιας διοίκησης, περί μέτρησης αποτελεσματικότητας -αποδοτικότητας...
Μην ψάξεις για υπεύθυνους εκεί πέρα, δεν υπάρχει λόγος. Όλα αυτά πήγαν στο βρόντο επειδή ο δράκος χλαπάκιασε τα παλικαράκια κι έριξε και έναν στην βασιλοπούλα άμα λάχει!
Προς γνώση και συμμόρφωση.







