Πέμπτη, Οκτώβριος 29, 2009

Ο δράκος που έφτιαχνε παραμύθια

Ας πούμε πως σε προσλαμβάνουν σε μια δουλειά. Ας υποθέσουμε τώρα, οτι εσύ τυγχάνεις άτομο φιλότιμο, φιλόδοξο, φιλόσοφο και φιλοθεάμον –άρα σκοπεύεις να ξηγηθείς «χάρακας» στην επικείμενη εργασιακή σου πορεία. Έχεις δηλαδή όλες αυτές τις καλές προθέσεις. Και πας να αναλάβεις τα εργασιακά σου καθήκοντα.

Παρουσιάζεσαι στον υπεύθυνο.

«Λεβέντη μου, άκου πως πάει η φτιάξη εδώ μέσα, καθότι σε κόβω για ωραίο άτομο και θα συνεργαστούμε πρίμα», σε καλοδέχεται ο υπεύθυνος. «Εδώ λοιπόν», αρχίζει την ξενάγηση, «πουλάμε ένα προϊόν το οποίο δεν ξέρουμε τι είναι. Μπορεί να είναι σερβιέτες, μπορεί να είναι κουμπιά, μπορεί και να είναι ταξίδια αναψυχής –δεν έχει σημασία. Επειδή όμως δεν ξέρουμε τι πουλάμε, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε πόσο κοστίζει το προϊόν –με πιάνεις; Από κάτω, στις υπόγες, έχουμε τις μάκινες που φτιάχνουν το προϊόν, ντούπου ντούπου, όλη μέρα. Ασταμάτητα! Και σε ερωτώ: τι βγαίνει στο τέρμα της γραμμής παραγωγής; Απαντώ επειδή εσύ είσαι ακόμα νέος: βγαίνει ένα πράμα που δεν μπορούμε να το δούμε, ούτε να το πιάσουμε, ούτε να το ζυγίσουμε, αλλά, παρ΄όλα αυτά ξέρουμε οτι είναι εκεί! Σκέτη μαγεία! Ονομάζουμε δε αυτό το πράγμα ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ! Με αντιλαμβάνεσαι;»
Ξεροκαταπίνεις εσύ καθότι δεν θες να φανείς βόιδι από την πρώτη μέρα στη δουλειά. Αλλά σε τρώει ο απαυτούλης σου και ρίχνεις την ερώτηση.
«Εντάξει, κατανοώ οτι το εργασιακό μας αντικείμενο κάπως ομιχλώδες, αλλά τότε ποιος κανονίζει πόσο προϊόν θα παραχθεί; Η πελατεία;»
«Ποια πελατεία βρε παιδί μου και μου φαινόσουν για έξυπνος! Αφού εμείς, που φτιάχνουμε το προϊόν δεν μπορούμε να το δούμε, πως θα το δουν οι πελάτες; Εμείς κανονίζουμε πόσο προϊόν θα παραχθεί!»
«Πάει καλά!» συμφωνείς για να μην ανοίγεις μέτωπα πριν ακόμα κάτσεις σε καρέκλα. «Αλλά αφού οι πελάτες δεν βλέπουν το προϊόν, πως το αγοράζουν;»
Ο υπεύθυνος αρχίζει να ψυλλιάζεται οτι είσαι ντιπ στούρνος, αλλά κάνει υπομονή.
«Αγορίνα μου, οι πελάτες αγοράζουν επειδή εμείς τους λέμε να το κάνουν. Και αγοράζουν τόσο πολύ, που όσο προϊόν κι αν βγάλουμε πάντα η ζήτηση είναι μεγαλύτερη της προσφοράς. Καθότι το συγκεκριμένο αόρατο προϊόν τούς είναι αναγκαίο!»
«Άρα κοροϊδεύουμε την πελατεία!» σου ξεφεύγει εσένα.
«Ε, ρε γαμώ τα συστήματα αξιολογήσεων –όλους τους βαρεμένους μου στέλνουνε!» φουρκίζεται ο υπεύθυνος. «Κοίτα να δεις λεβέντη μου και θα στο πω άπαξ! Οι πελάτες μας μπορούν να ζήσουν χωρίς όλα αυτά τα σκατολοϊδια που αγοράζουν στο εμπόριο και τ΄αλλάζουν πριν χαλάσουν επειδή απλώς βγήκε ένα σκατολοϊδι διαφορετικού χρώματος απ΄αυτό που έχουν ήδη. Αλλά χωρίς το δικό μας προϊόν οι πελάτες θα ψοφήσουν αβοήθητοι, ο κόσμος θα μετατραπεί αυτομάτως σε απέραντο Ιουράσιο Πάρκο, με εννοείς;»
«Τζουράσικ Παρκ!» αναφωνείς εσύ έκπληκτος.
«Ιουράσιο Πάρκο, εγώ τι είπα δηλαδή; Είπα κάτι διαφορετικό; Πανάθεμα τους νέους που μας στέλνουμε, θα ξεχάσουμε και τα ελληνικά μας!» σιχτιρίζει ο υπεύθυνος. «Κάτσε λοιπόν στο γραφείο σου τώρα και κάνε δουλειά –απορίες;»
Έχεις αλλά δεν τις λες για να μην τον νευριάσεις ακόμα περισσότερο.

Κάθεσαι τουτέστιν στο γραφείο σου ξέροντας οτι θα πουλήσεις ένα προϊόν αόρατο σε τιμή απροσδιόριστη που όμως είναι εξίσου σημαντικό με τον αέρα που αναπνέουμε.

Καλά;

Έρχεται τώρα ο πρώτος πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα σε σας επειδή σε σας με στείλανε, είμαι ο Έτσι Γιουβέτσι, η κατάστασή μου είναι μούμπλε μούμπλε... Πόσο προϊόν πρέπει να αγοράσω, πόσα θα πληρώσω και που θα τα πληρώσω;»
Σε κοιτάει ο πελάτης, τον κοιτάς κι εσύ.
«Μισό να πάω μέχρι τον ψύκτη», του λες.
Πας στο διπλανό γραφείο. Βρίσκεις έμπειρο συνάδελφο.
«Βοήθεια συνάδελφε, είμαι καινούργιος εδώ! Ήρθε εκείνος εκεί πέρα και μου ζήτησε να του πω πόσο να πάρει, πόσα να πληρώσει και που να τα πληρώσει! Τι να κάνω;»
Ο έμπειρος ούτε που γυρνάει να κοιτάξει τον πελάτη.
«Δέκα και ήμισυ κιλά, κόστος τριάκοντα τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσει...» κόβει λίγο την κουβέντα ο έμπειρος, σκανάρει τον χώρο, «στον συνάδελφο έξω δεξιά με το δερμάτινο σακάκι, αν και να ξέρεις, μεταξύ μας –δεν είναι δερμάτινο, δερματίνη είναι –τέλος πάντων.... ας μην επεκταθώ».
Φεύγεις, τα λες στον πελάτη –γίνεται η δουλειά, ανασαίνεις.

Πριν προλάβεις να πεις «ντοσιέ», σκάει ο επόμενος πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα να μ΄εξυπηρετήσετε, είμαι ο Κοτέτσι Κοκορέτσι, η κατάστασή μου είναι σούξου μούξου... Πόσο προϊόν πρέπει να αγοράσω, πόσα θα πληρώσω και που θα τα πληρώσω».
Τρέχεις πάλι αγχωμένος στον έμπειρο.
«Επτά κιλά και διακόσα γραμμάρια, κόστος εκατό τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσει...» στάση πάλι για να κόψει κίνηση, «στη συνάδελφο μέσα αριστερά δίπλα στο παράθυρο, πολύ γκομενάρα έτσι; Αλλά δε μου κάθεται η καργιόλα –μάλλον λεσβία θα είναι, τέλος πάντων... ας μην τα θυμάμαι κι εκνευρίζομαι».

Έτσι πάει το κορδόνι μέχρι την ώρα του Σχόλασμα, πλευρίζεις λοιπόν τον έμπειρο επειδή είσαι τύπος της απορίας.
«Για πες μου ρε συνάδελφε –από πού τα κατέχεις όλα αυτά;» τον ρωτάς. «Ούτε καν την υπόθεση του κάθε πελάτη δεν θέλησες να μάθεις πριν βγάλεις απόφαση, άσε που στον ένα πούλησες ακριβότερα απ΄ότι στον άλλο –δε μου λες κι εμένα το κόλπο να μη σε πρήζω συνέχεια;»
Σε κοιτάει ο έμπειρος με οίκτο, όπως τον είχε κοιτάξει κι αυτόν ο προηγούμενος έμπειρος όταν τύγχανε ακόμα γκάβακας.
«Τι να ξέρω ρε ποντικαρά!» χαμογελάει. «Στο τυχαίο τα λέω, ότι μου κατέβει, απλώς πριν βγάλω απόφαση ψάχνω ποιος συνάδελφος είναι εύκαιρος για να μη δημιουργείται συνωστισμός!»
Εδώ κάπου εκνευρίζεσαι.
«Τι πράγματα είναι αυτά; Ενδροπή σου κι αίσχος παλιο-άνθρωπε! Που κοροϊδεύεις την αξιότιμο πελατεία αντί να την εξυπηρετείς!»
Μαζεύεται ο έμπειρος καθότι σε κόβει για μεγάλο βλήμα και δεν έχει όρεξη να σκάσεις στα μούτρα του.
«Καλώς και μπράβο σου γιατί είσαι νέος με ιδανικά αισθήματα! Γι΄αυτό λοιπόν, σάλτα μέχρι παραδίπλα που έχουμε τη βιβλιοθήκη με τα μάνιουαλ και κάτσε ξεστραβώσου. Εκεί μέσα είναι γραμμένα τα πάντα, διάβασέ τα και μην έρθεις να με ξαναρωτήξεις, θα σε φλιτάρω!»

Κάνω εδώ ένα φαστ φόργουορντ για να μη γίνουμε Βιμ Αγγελόπουλος και φτάνω κατευθείαν στο αποτέλεσμα μετά από μερόνυχτα ανάγνωσης των μάνιουαλ. Τη στιγμή δηλαδή που έχεις ανεβάσει τη μυωπία σου δυο βαθμούς, έχεις αποκτήσει αλλεργικό άσθμα από τη σκόνη, κιρσούς από το κουβάλημα τόμων και ένα νευρικό τικ στο δεξί μάτι αλλά ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ κατέχεις την απόλυτη γνώση.

Να’σαι, πανέτοιμος –όταν σου σκάει ένας ακόμα πελάτης.
«Καλημέρα σας κύριε υπάλληλε. Ήρθα να μ΄εξυπηρετήσετε, είμαι ο ....»
Τον κόβεις με μια μεγαλοπρεπή κίνηση, όσο τον κοιτάζεις αφ υψηλού.
«Περιττό αγαπητέ μου, μην αναλωνόμεθα σε λεπτομέρειες! Είμαι εκ των προτέρων ενήμερος! Θα αγοράσετε δεκατρία κιλά προϊόν, κόστος είκοσι τραπεζογραμμάτια και θα πληρώσετε...» ψάχνεις τον χώρο, «στον συνάδελφο ακριβώς δίπλα μου, που πολύ τον έξυπνο μας παριστάνει τώρα τελευταίως –αλλά δεν σας αφορά!»
Ανασαίνεις μερικώς ξαλαφρωμένος, επειδή είσαι μεν σίγουρος οτι κατέχεις την υπάρχουσα γνώση αλλά έχει πάρει το ματάκι σου τη βιβλιοθήκη των μάνιουαλ που συνεχώς εμπλουτίζεται. Έχεις δει οτι κανένας δεν ξεσκαρτάρει τα παλιά όταν έρχονται τα καινούργια και κανένας δεν αρχειοθετεί σύμφωνα με το θέμα ενός εκάστου μάνιουαλ. Τουτέστιν, δεν είσαι σίγουρος αν έπραξες σωστά και μανιουαλικά –κοιτάς τριγύρω, ο έμπειρος συνάδελφος από δίπλα σου κάνει κωλοδάχτυλο.

Τέλος σαχλαμάρας –παράθεση πρόχειρων διευκρινήσεων:

Κατά πρώτον θα κατάλαβες οτι η παραπάνω παραβολή αναφέρεται στις δημόσιες υπηρεσίες. Λίγο ο ζαμανφουτισμός, κάτι η παράνοια –δεν μπορεί! Κάπου θα το έχεις δει να παίζεται το σενάριο! Γι΄αυτό άλλωστε έχεις την άποψη:

1. Οτι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να εκτελεστούν στην πλατεία Συντάγματος.
2. Οτι ο Δημόσιος τομέας πρέπει να καταπολεμηθεί μέχρι ολοσχερούς εξαφανίσεως σαν σύγχρονη βουβωνική πανώλη.
3. Οτι πρέπει οπωσδήποτε να βρεις μια θεσούλα στο Δημόσιο για να κάθεσαι και να τα ξύνεις.
Σημείωση: άπαξ και πραγματοποιηθεί η επιδίωξη στην οποία βασίζεται η τρίτη σου άποψη, αυτομάτως οι προηγούμενες δύο μετατρέπονται σε: Εγώ δουλεύω και οι υπόλοιποι κάθονται και μάλιστα χωρίς να πληρώνομαι καλά και γι΄αυτό θα τα γράψω όλα στ΄αρχίδια μου –πολύ δούλεψα, ας δουλέψουν τώρα και οι επόμενοι.

Περνάω τώρα στις πιο σύνθετες διευκρινήσεις, προκαταβάλλοντας τυχόν ερωτήσεις:

-«Και δια τι ας πούμε το προϊόν των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι αόρατο; Να μου πεις οτι είναι ανύπαρκτο να το δεχτώ –αλλά αόρατο;»

Απαντώ και ίσα ρε έξυπνε που κάνεις και χιουμοράκι, από πάνω! Ένα προϊόν παραγωγής ορίζεται μέσα από τις διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες παράγεται, μέσα από την κοστολόγησή του και σε σχέση με το αγοραστικό του κοινό αλλά και τις ανάγκες που καλύπτει. Δεκτό; Πες μου τώρα εσύ, μια οικοδομική άδεια για παράδειγμα –τι διαδικασία χρειάζεται για να παραχθεί, πόσο κοστίζει, ποιοι πρέπει να την αγοράσουν και τι ανάγκες καλύπτει; Δεν ξέρεις ούτε εσύ, ούτε ο υπάλληλος που την εκδίδει, ούτε ο υπουργός που την υπογράφει νομοθετικά.

-«Αλλά αν είναι έτσι πως υποστηρίζεις οτι το προϊόν των Δημοσίων Υπηρεσιών είναι εξίσου αναγκαίο με τον αέρα που αναπνέουμε;»

Εξηγούμαι. Από τη στιγμή που γεννιέσαι δεν θα πρέπει να αποκτήσεις συγκεκριμένα κωδικοποιημένα γνωρίσματα ώστε να είσαι αναγνωρίσιμος (άρα υπολογίσιμος) από το κράτος; Στην μετέπειτα πορεία σου εντός της συγκεκριμένης κοινωνίας δεν θα πρέπει να έχεις συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις –και κάποιος να τα ορίζει, κάποιος άλλος να τα εξυπηρετεί παύλα ελέγχει; Όταν χτίζεις σπίτι, ανοίγεις δουλειά, παθαίνεις ατύχημα καταμεσής του δρόμου, δεν θα πρέπει κάποιος να είναι επιφορτισμένος με το καθήκον να εφαρμόσει συγκεκριμένους (κοινούς για όλους) κανόνες διαχείρισης; Μη μου πεις οτι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισομερώς –το είπα πρώτος εγώ άλλωστε. Μη μου πεις οτι αυτή η κοινωνία είναι σκατένια –δεν είναι της ώρας να μιλήσουμε για μια άλλη κοινωνία, τώρα ασχολούμαστε με την υπάρχουσα.

-«Εντάξει, ωραία όλα αυτά –όμως κάποιος φταίει; Ποιος;»

Θα μπορούσα να απαντήσω «όλοι» και να καθαρίσω. Αλλά προτιμώ να ξεφλουδίσω το πορτοκάλι επειδή έτσι γίνεται πιο ευκολοχώνευτο. Και γι΄αυτό θα πιάσω όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες –στο τέλος μάλιστα θα σου αποκαλύψω και τον πραγματικό δολοφόνο.

Παράγοντας 1 –οι Πολίτες: Φταίνε βεβαίως που ανέχονται, λαδώνουν, υπομένουν έναν αρρωστημένο Δημόσιο τομέα. Αλλά ποιες οι επιλογές τους; Να αδιαφορήσουν; Αυτό τους κάνει αμέσως παράνομους. Να καταγγείλουν; Το κάνουν –ε, και λοιπόν; Να αγωνιστούν για ανατροπή του υπάρχοντος αρρωστημένου συστήματος; Αυτό όντως θα αποτελούσε μια λύση, αν ήταν μαζικό φαινόμενο. Όταν όμως πάει ο καημένος να πάρει ένα πιστοποιητικό κι ο υπάλληλος τον ρημάζει, μην περιμένεις να σηκώσει τη σημαία της επανάστασης ο μοναχικός καημένος! Τουτέστιν, τι απομένει; Ξαναδιάβασε την πρώτη πρόταση και θα δεις.

Παράγοντας 2 –οι Δημόσιοι Υπάλληλοι: Φταίνε για πολλά και διάφορα, μην τα ξαναλέμε. Αλλά τι να κάνουν; Πρέπει να διαχειριστούν ένα προϊόν αόρατο και να χρησιμοποιήσουν στη διαχείριση κανόνες τόσο ομιχλώδεις, αλληλοαναιρούμενους και μη καταγεγραμμένους που θα έκαναν ακόμα και μελετητές της Γραμμικής Β΄ να σκίσουν τα πτυχία τους και να λακίσουν για την πλησιέστερη βουνοπλαγιά ψάχνοντας πρόβατα εύκαιρα για βοσκή. Εκεί λοιπόν που κωλώνει ο Ιντιάνα Τζόουνς πως θα τα καταφέρει ο μέσος Δημόσιος Υπάλληλος;

Παράγοντας 3 –η Πολιτική Ηγεσία: Εδώ επιβάλλεται κάποιο γέλιο! Εφόσον, γενιές ολόκληρες Δημόσιων Υπάλληλων δεν βγάλανε άκρη –πως περιμένεις να βγάλουν άκρη οι, παντελώς άσχετοι με το θέμα, πολιτικοί; Και για να μην επεκταθούμε, πήγαινε σ΄ένα βίντεο κλαμπ, νοίκιασε εκείνη την αγγλική σειρά ονόματι «Μάλιστα κύριε Υπουργέ» για να δεις τι εννοώ.

Άρα, τι μένει; Ο δολοφόνος –αυτό μένει!

Ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδια τη Δημόσια Υπηρεσία. Μα, η Δημόσια Υπηρεσία δεν είναι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι που την απαρτίζουν και οι πολιτικοί που τη διευθύνουν; Ουχί και μην επιμένεις! Η Δημόσια Υπηρεσία είναι, πάνω και πέρα απ΄όλα αυτά, ένας ΘΕΣΜΟΣ. Ένα πράγμα φανταστικό δηλαδή (ακόμα καλύτερα: φαντασιακό), που το έφτιαξαν οι άνθρωποι για να εξυπηρετούν κάποιες ανάγκες τους και ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΑΥΤΟΝΟΜΗΘΗΚΕ. Πάει να πει, άρχισε να λειτουργεί από μόνο του και για πάρτη του αδιαφορώντας για τις ανάγκες που θα ήθελαν οι άνθρωποι να εξυπηρετεί. Δώσε βάση στη μετάβαση:

Ο θεσμός «Δημόσια Υπηρεσία» έχει έναν σκοπό (όπως κάθε ζωντανός οργανισμός) -να αυτοαναπαράγεται και να μεγαλώνει διαχρονικά. Πως γίνονται αυτά; Με την ύπαρξη όλο και περισσότερων ανθρώπων που εξαρτούνται από τον θεσμό. Άρα, με τη γιγάντωση της Δημόσιας Υπηρεσίας μέσω συνεχών προσλήψεων υπαλλήλων και με την μη επίλυση των υποθέσεων των πολιτών, προκειμένου να διογκώνεται συνεχώς το εργασιακό αντικείμενο του θεσμού. Αν το δεις έτσι το θέμα, δεν σου φαίνονται λογικά όλα τα παραπάνω; Δεν μοιάζει πλέον να κινούνται οι Δημόσιες Υπηρεσίες στη βάση κάποιου μελετημένου και αυστηρά στοχοθετημένου σχεδίου;
Να στο κάνω παραμυθένιο; Ο δράκος που φυλάει τη βασιλοπούλα δεν έχει κανένα απολύτως εμφανή λόγο να τρώει τους περαστικούς ιππότες, αρκεί μόνο να τους φοβίζει με τα οπτικά του εφέ. Όμως ο δράκος τους χλαπακιάζει, παρ΄όλα αυτά! Γιατί; Επειδή ο δράκος πρέπει να φάει για να ζήσει –έτσι δεν είναι;

Αν ακόμα έχεις αντιρρήσεις, ψάξε να δεις τι έγιναν όλες αυτές οι μελέτες περί δημόσιου μάνατζμεντ, περί κωδικοποίησης της νομοθεσίας, περί αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, περί καταγραφής των εργασιακών αντικειμένων της δημόσιας διοίκησης, περί μέτρησης αποτελεσματικότητας -αποδοτικότητας...
Μην ψάξεις για υπεύθυνους εκεί πέρα, δεν υπάρχει λόγος. Όλα αυτά πήγαν στο βρόντο επειδή ο δράκος χλαπάκιασε τα παλικαράκια κι έριξε και έναν στην βασιλοπούλα άμα λάχει!

Προς γνώση και συμμόρφωση.

Δευτέρα, Οκτώβριος 26, 2009

10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»

Κάτι κόκκινο ανέπνεε στο βάθος του ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα γινόταν ουρανός, έστριψα το κλειδί -η Άλφα Τζουλιέτα ούρλιαξε. Άρχισα μετά να δίνω γκάζι με το σταγονόμετρο, πέτρες τινάχτηκαν από το χώμα και κοπάνισαν τις πόρτες χαμηλά. Ρολάραμε προσεκτικά στον χωματόδρομο, βγήκαμε μετά στην άσφαλτο –η Άλφα αναστέναξε, η Βέρα τραντάχτηκε ελαφρά στη θέση του συνοδηγού κι εγώ κάρφωσα τα φώτα της παραλιακής με πρησμένα μάτια. Σήμερα κάποιοι δεν θα πηγαίνανε τη μέρα μέχρι το τέλος της –πολλοί, λίγοι, το ίδιο μου έκανε –κι αν ήμουνα κι εγώ ανάμεσά τους τόσο το καλύτερο. Αν υπάρχει κάποιος άλλος κόσμος πέρα από δω, τότε θα ξανασυναντήσω Εκείνη –κι αν δεν υπάρχει θα τον φτιάξω από μόνος μου. Για να την ξαναβρώ.

Η πόλη ακόμα κοιμόταν, οι νυχτερινοί επέστρεφαν κατάκοποι.

Άνοιξα το παράθυρο, άναψα τσιγάρο μπαίνοντας στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες της πόλης, ήξερα από που θα ξεκινήσω αλλά δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Ευτυχώς οι άνθρωποι σε βοηθάνε όταν νιώθεις αναποφάσιστος –φροντίζουν να κάνουν κάποια μαλακία και να δικαιολογήσουν προκαταβολικά το χτύπημά σου. Σωροί σκουπιδιών έξω από τα τραγουδάδικα, μελαψοί με την κιτρινίλα της αποκτήνωσης σέρνανε τις σακούλες. Πέρασα τα χάι κλας μαγαζιά, πέρασα τις δευτεράτζες, έκοψα ταχύτητα όταν πλησίασα τα κακόφημα. Έψαχνα γνωστά αυτοκίνητα και δεν άργησα να βρω το πρώτο –παρκαρισμένο κάθετα στο πεζοδρόμιο. Πήγα λίγο πιο κάτω κι άφησα την Άλφα δίπλα σε μια καμένη λάμπα του Δήμου.
«Κάτσε εδώ και πρόσεχε», είπα στη Βέρα φεύγοντας.

Μύριζε μουσκεμένες γόπες τσιγάρων ο αέρας και η βροχή έπεφτε διακριτικά σα ντεκοράκι μελοδράματος. Έβαλα ασυναίσθητα το χέρι στη μέσα τσέπη του μπουφάν, χούφτωσα το Βάλτερ, αποφάσισα να το μεταφέρω σε εξωτερική τσέπη για μεγαλύτερη άνεση. Η πόρτα του κωλόμπαρου ήταν κλειστή αλλά όχι κλειδωμένη. Ήξερα οτι τέτοια ώρα μετράγανε την είσπραξη κι αυτός που έψαχνα καθόταν πάνω απ΄το κεφάλι τους υπομονετικά –μη χάσει κάνα σέντσι. Μπήκα λοιπόν χωρίς να πάρω καμιά προφύλαξη –δεν υπήρχε λόγος.
Στο τραπέζι δίπλα στην είσοδο μισοκοιμόταν ένας σφίχτης, τινάχτηκε με το που εμφανίστηκα αλλά δεν ήταν και πολύ γατόνι. Έφαγε μια εύστοχη ακριβώς στο λακκάκι του σαγονιού κι όταν κάτσανε οι καπνοί είδα οτι του είχα γαμήσει το λαιμό κανονικά. Πολύ αίμα, τον λυπήθηκα τον μπάσταρδο αλλά δε γινόταν διαφορετικά. Έπρεπε οι καργιόληδες που μέτραγαν φράγκα στη μπάρα να με πάρουν στα σοβαρά –δεν είχα χρόνο για τσιριμόνιες. Πετάχτηκαν, κανονικά έπρεπε να μ΄έχουν ήδη πυροβολήσει αλλά κόλλησαν με τη στραπατσαρισμένη πρόσοψη του σφίχτη –έτσι κέρδισα το χρόνο μου.
«Μη χαλάσω κι άλλη μούρη –κρίμα είναι!» τους γείωσα.

Ο μαγαζάτορας, μια σκουληκαντέρα με λαδωμένο μαλλί και χρυσή καδένα, σήκωσε πρώτος τα χέρια ψηλά. Ο μπάρμαν δίπλα του κοίταζε κοκαλωμένος. Έτσι έπρεπε να κάνουν, θα περίμεναν υπομονετικά να ξεκαθαρίσει η υπόθεση –άλλωστε γι΄αυτό πλήρωναν τους νταβατζήδες για να μην έχουν τέτοιου είδους σκοτούρες. Ο άνθρωπος που με ενδιέφερε έσπρωξε νευρικά ένα πάκο χαρτονομίσματα ελευθερώνοντας τις παλάμες του.
«Για έλα πιο κοντά ρε μαλάκα», του φώναξα. Μετά γύρισα να κοιτάξω τους άλλους δύο. «Κι εσείς, πάρτε τον κεφτέ από το τραπέζι –τι γουστάρετε δηλαδή; Να πλακώσουν οι μπάτσοι και να μας πάνε δεμένους;» νευρίασα.
Ο άνθρωπός μου ξεκίνησε να πλησιάζει μετά από μισό λεπτό αναποφασιστικότητας, οι άλλοι δύο ακόμα έχασκαν. Αλλά δεν έδινα μισό πούτσο για πάρτη τους, επικεντρώθηκα στον δικό μου.
«Κάτσε εδώ στο τραπέζι κι άδειασε», τον διέταξα.
Έκανε όπως του είπα, έβγαλε κι ένα κουμπούρι φρεσκότατο από τη ζώνη του. Το μάζεψα και το τακτοποίησα στη δική μου τσέπη, αμέσως μετά τον χτύπησα με το Βάλτερ στα χείλη. Μάτωσε αλλά δε μίλησε. Κάθισα απέναντί του.
«Ποιοι ήτανε τις προάλλες έξω από την κλινική;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε αμίλητος, χαμογέλασα.
«Κοίτα –είμαι κάπως βιαστικός σήμερα, ρώτα και τον σοφέρ σου αν δε με πιστεύεις», ξηγήθηκα δείχνοντας τον πεθαμένο παραδίπλα. «Κι επειδή εσύ θα είσαι ο επόμενος φρόντισε να ζήσεις λίγο παραπάνω λέγοντάς μου όσα θέλω να μάθω», τον κοίταξα ήρεμα.
«Ήταν κάτι νησιώτες –καινούργιοι», μουρμούρισε.
«Κάτι νησιώτες –καινούργιοι... Γιατί αυτό; Χάθηκαν οι κανονικοί;» απόρησα.
«Το Αφεντικό δεν ήθελε να βρωμίσει κι άλλο η υπόθεση...»
«Επειδή...»
Πέρασε το χέρι απ΄τα μαλλιά του.
«Τα δοσίματα δε συμφέρει ν΄ακούγονται πολύ στην πιάτσα», μου απάντησε.
«Τι ξέρεις γι΄αυτό; Γιατί με δώσατε;»
«Δεν ξέρω τίποτα...» ξεκίνησε να λέει όμως του έκανα νόημα με το Βάλτερ και μαζεύτηκε. «Ότι έχω ακούσει... η δουλειά ήτανε καρφωμένη στους μπάτσους από την αρχή...»
«Και στείλατε το μαλάκα να φάει το κεφάλι του, έτσι;»
«Όχι εγώ –το Αφεντικό...» με κοίταξε σα δαρμένο σκυλί.
«Το Αφεντικό έτσι;» στράβωσα μισό χαμόγελο. «Κι εσύ τι είσαι ρε πούστη που δουλεύεις γι΄αυτόν; Πως τους λένε όσους δουλεύουν για τους χαφιέδες των μπάτσων –ξέρεις;»
Με κοίταγε σαν ηλίθιος –δε μίλαγε, ούτε κι εγώ είπα τίποτα. Επειδή ούτε εγώ ήξερα πως τους λένε όσους δουλεύουν για χαφιέδες των μπάτσων –κάτι σχετικό θα υπήρχε αλλά δεν μου ΄ρχόταν εκείνη τη στιγμή.

Οι του μαγαζιού είχαν ζυγώσει τον σκοτωμένο και έψαχναν από που να τον πιάσουν. Τους άφησα, επειδή το δύσκολο δεν ήταν πώς να τον πιάσουν αλλά πού να τον πετάξουν –αδιαφόρησα λοιπόν.
«Κανονικά έπρεπε να σε καθαρίσω αλλά με πετυχαίνεις σε περίοδο εκπτώσεων», ψιθύρισα στον δικό μου. «Μάζεψέ τα και κοπάνα τη!»
Έκανε να σηκωθεί, τον άρπαξα απ΄τον καρπό.
«Πες στ΄Αφεντικό οτι τον ψάχνω κι όταν τον βρω θα φροντίσω να δει τα μέσα έξω πριν πεθάνει –ξηγηθήκαμε;»
Ο μαλάκας κούνησε το κεφάλι πειθήνια –ότι κι αν του ΄λεγα θα συμφωνούσε προκειμένου να ξεμπερδέψει. Έκανε πάλι να φύγει, τον ξανακράτησα.
«Κάτι τελευταίο... Που μένουν οι νησιώτες πού μου ρίξανε;»
Κοντοστάθηκε. Σήκωσα το Βάλτερ.
«Στο ξενοδοχείο του Καμπούρη!» τσίριξε.
«Πάει καλά», έκανα αφήνοντάς τον. «Αυτό μην το πεις στ΄Αφεντικό, οτι τους έδωσες –για το καλό σου το λέω», έκανα αδιάφορα. Αν ψυλλιάζονταν οτι μου κάρφωσε άτομα θα τον γαμούσαν, έλπιζα να το καταλάβει αυτό για να μου δώσει τον χρόνο που χρειαζόμουν.

Τον κοίταζα καθώς έφευγε τροχάδην, μετά σηκώθηκα κι άδειασα μισή γεμιστήρα στην κάβα του μπαρ. Μπουκάλια άστραψαν, υγρά τινάχτηκαν γυάλινα, το μαγαζί βούιξε. Όταν κάθισε λίγο ο κουρνιαχτός μάζεψα άτσαλα το παρατημένο χρήμα -για μια ώρα ανάγκης.
«Έτσι για να με θυμόσαστε», τους είπα και βιάστηκα να φύγω. Ήθελα να πιστέψουν οτι ήμουν απλώς ο άνθρωπος κάποιου καινούργιου νταβατζή, επειδή ήξερα οτι ο ιδιοκτήτης έδινε καθημερινή αναφορά στη μπατσαρία.

Ο δρόμος βρώμαγε κάτουρο και η βροχή εξατμιζόταν πριν αγγίξει την άσφαλτο, ήμουν στο στοιχείο μου. Μέσα σ΄αυτή τη βρωμιά γεννήθηκα κι εδώ μέσα κολύμπαγα –κρόουλ, ανάποδο, πεταλούδα –οτιδήποτε αρκεί να μη βούλιαζε η μύτη μου βαθειά στους υπονόμους.

Χώθηκα στην Άλφα, έκλεισα το μάτι στη Βέρα και ξεκινήσαμε. Ένας λογικός άνθρωπος θα υπολόγιζε οτι είχε να διαλέξει ανάμεσα στους δυο στόχους, αλλά, αν το σκεφτείς καλύτερα, ένας λογικός άνθρωπος θα είχε πάρει τη βαλίτσα με τα φράγκα και θα έκανε ήδη για διακοπές στο πιο παομακρυσμένο θέρετρο. Μπορούσα να ακολουθήσω το μαλάκα που μόλις είχα αφήσει και να με πάει καρφί στ΄Αφεντικό, εγώ όμως προτίμησα ν΄ακολουθήσω το θυμό μου -αυτοί οι άνθρωποι είχαν πυροβολήσει τη Βέρα! Τι τους έφταιξε; Έβαλα δευτέρα καρφωτή κι εκτοξευτήκαμε στη λεωφόρο.

Η πόλη ανάσαινε βαριά όσο βουτάγαμε στα έγκατά της, να το ξέρεις αυτό, η κάθε πόλη έχει μια μακιγιαρισμένη μόστρα στις κεντρικές πλατείες και τους ολόφωτους δρόμους, η κάθε πόλη έχει αρτηρίες που οδηγούν στην καρδιά της, στα πολυώροφα κτίρια γραφείων και τα εμπορικά κέντρα, αλλά τα σπλάχνα της πόλης, το συκώτι, η χολή, το παχύ έντερο –όλα αυτά –λιμνάζουν στις κακόφημες συνοικίες. Στραπατσάρισε τη μόστρα της πόλης και θα δεις την πραγματική ασχήμια της. Κόψε τις αρτηρίες και η πόλη θα πεθάνει. Αλλά άμα μπλοκάρεις τα σπλάχνα της, η πόλη θα πνιγεί στα ίδια της τα σκατά.

Ένα μπατσικό εμφανίστηκε πίσω μου με αναμμένο φάρο. Έκοψα λίγο ταχύτητα. Οι μπάτσοι με πλεύρισαν.
«Κάνε στην άκρη», μου φώναξε ο συνοδηγός μ΄ένα μικρό τηλεβόα.
Τους κοίταξα. Μάλλον δεν ήξεραν με ποιον είχαν μπλέξει, αλλιώς θα πυροβολούσαν κατευθείαν. Υπέθεσα οτι απλώς κάτι τους είχε ξινίσει στην Άλφα, ίσως οι τρύπες στο πορτ μπαγκάζ. Έκανα στην άκρη χωρίς να σβήσω τη μηχανή, σφήνωσα το Βάλτερ ανάμεσα στο γόνατό μου και την πόρτα. Περίμενα. Ο ένας μπάτσος πλησίασε όσο ο άλλος ξυνόταν στο τιμόνι του περιπολικού. Χαλαροί.
«Δώσμου τα χαρτιά σου», ζήτησε ο μπάτσος.
Έκανα ν΄ανοίξω το ντουλαπάκι της Άλφα όσο χούφτωνα το Βάλτερ. Τον κοίταξα χαμογελαστός –δεν του μένανε πάνω από 10 δευτερόλεπτα ζωής. Αλλά εκείνη τη στιγμή ο ασύρματος του μπατσικού άρχισε να μικροφωνίζει, ο άλλος πετάχτηκε. Ο κοντινός μου μπάτσος γύρισε να δει τι συνέβαινε.
«Πάμε μαλάκα, έγινε της πουτάνας στα κωλάδικα!» του φώναξε ο οδηγός του περιπολικού.
Ο μπάτσος με κοίταξε ανασηκώνοντας τους ώμους –κάποιο μπέρδεμα.
«Κωλάδικα είναι, της πουτάνας θα γινόταν –τι δηλαδή;» απόρησα στο δήθεν.
Ψευτοχαμογέλασε.
«Κοπάνα τη στα γρήγορα να μην εμποδίζεις», μου φώναξε.
Βιάστηκα να υπακούσω σαν νομοταγής πολίτης. Η Άλφα πέταξε σπίθες από την εξάτμιση, τα έγκατα της πόλης με πήραν απ΄τη μύτη.

Άφησα την Άλφα σύρριζα στο γλιστερό πεζοδρόμιο, δέκα μέτρα παρακάτω μια γριά πουτάνα ξεπάγιαζε. Τα αυτοκίνητα την κατάβρεχαν κανονικά όσο την προσπερνούσαν κι αυτή ήταν η μόνη σχέση που ήθελαν να αποκτήσουν μαζί της οι περαστικοί. Την πλησίασα, με κοίταξε, σιχάθηκα. Αλλά έβγαλα ένα πενηντάρικο.
«Τσίμπα το», της πρότεινα.
«Για τι φάση! Δεν κάνω ανωμαλίες», μου διευκρίνισε.
«Βλέπεις το αμάξι μου; Το κόκκινο;» της έδειξα.
Ένευσε.
«Πας άλλα δέκα μέτρα πιο μακριά και το προσέχεις. Όταν γυρίσω θέλω να το βρω όπως το άφησα και θέλω να μου πεις αν κάποιος το τριγύρισε περίεργα. Εύκολο;» τη ρώτησα.
«Μαλακίες», μουρμούρισε. «Μπορεί να’χω φύγει με κάναν πελάτη μέχρι να γυρίσεις...»
«Ναι, κι εγώ μπορεί να γίνω αστροναύτης κάποια μέρα, αλλά εδώ μιλάμε για σήμερα!» της ξέκοψα.
«Μαλακίες», ξανάπε άκεφα.
«Να το πάρω πίσω το πενηντάρικο;» τη ρώτησα.
«Κάνε δουλειά σου», μου ξέκοψε.
Πήρα λοιπόν το δρόμο για το ξενοδοχείο του Καμπούρη –ήμουνα σίγουρος οτι θα την έβρισκα στη θέση της την πουτάνα όταν θα επέστρεφα. Για την ακρίβεια, αυτό που παιζόταν ήταν το αν θα επιστρέψω εγώ κι όχι το που θα είναι η πουτάνα –εντάξει;

Πλησίασα τη μισάνοιχτη ξύλινη πόρτα με το τζαμένιο παράθυρο, η πόρτα ήταν σκεβρωμένη από την υγρασία και πίσω της δυο μαυρούκες ζεσταίνονταν στη σόμπα υγραερίου. Έσπρωξα με τον ώμο και μπήκα μέσα, οι μαύρες σήκωσαν ταυτόχρονα τα κεφάλια.
«Δεν είμαι πελάτης κορίτσια –του μαγαζιού είμαι», τους ξέκοψα.
Ο Καμπούρης με πήρε χαμπάρι κι ας ήμουνα ακόμα μακριά του, έκανε μια στροφή γύρω από τη μπόχα του κι ετοιμάστηκε να φύγει.
«Κάτσε εκεί που είσαι!» του φώναξα.
Έκαστε. Οι μαύρες γίνανε ολόκληρες μάτια και αυτιά. Ανέβηκα τα σκαλιά δυο-δυο, έφτασα μπροστά στο γκισέ του. Ο Καμπούρης με κοίταξε πάνω από τα χοντρά γυαλιά του, δυο φούσκες σάλιου στις άκρες των χειλιών του.
«Χρόνια και ζαμάνια!» ψέλλισε.
«Ρε άσε τα σάπια! Που είναι;» ρώτησα στα ίσα.
«Εγώ δε μπλέκομαι, απλά ένα ξενοδοχείο έχω, επιχειρηματίας είμαι, δε θέλω φασαρίες...» πολυλόγησε ο Καμπούρης.
«Επιχειρηματίας –σωστά! Ας μιλήσουμε λοιπόν για μπίζνες!» τον βοήθησα. «Θέλω να νοικιάσω ένα δωμάτιο δίπλα σ΄εκείνο που έχουν πιάσει κάτι φίλοι μου –τι λες;»
«Μη με μπλέκεις!» παρακάλεσε ο Καμπούρης.
«Σκοπεύω να νοικιάσω το δωμάτιο για δυο μήνες και να μη μείνω σ΄αυτό περισσότερο από μισή ώρα...» του εξήγησα.
«Εγώ...» ξεκίνησε για νέα μίρλα ο Καμπούρης.
«Εσύ θα βγάλεις πέντε κατοσταρικάκια και θα κάνεις μόκο σε όποιο σε ρωτήσει, όταν μπήκα ήσουνα απασχολημένος, δεν με πρόσεξες...» συνέχισα το ψηστήρι.
«Δεν γίνονται αυτά!» διαμαρτυρήθηκε δείχνοντάς μου τις μαύρες.
«Μη σ΄απασχολεί», υποστήριξα. Μετά γύρισα προς το μέρος τους.
«Κορίτσια!» τους έκανα ένα πρόσχαρο.
Βιάστηκαν να πλησιάσουν.
«Πόσα παίρνετε για περίεργα κόλπα; Λεσβιακά κι έτσι;» τις ρώτησα.
Έριξαν κάτι χαζόγελα πριν ξαναπαγώσουν.
«Δεν κάνουμε τέτοια!» μου ξέκοψε η μια τους.
«Με το μπαρδόν και δεν ήθελα να σας προσβάλω!» αλληθώρισα. «Αλλά ακούστε το βίτσιο μου –είμαι τύπος καθαρά της φαντασίας... Γι΄αυτό σκέφτηκα να σας δώσω ένα τριαράκι και να πάτε σε όποιο δωμάτιο γουστάρετε, μόνες σας. Κι εγώ θα φαντάζομαι οτι λεσβιάζεστε –καλή φάση;»
«Δεν θα είσαι εκεί να βλέπεις;» με ρώτησε η μια.
«Εντάξει –έγινε!» βιάστηκε να προθυμοποιηθεί η άλλη –η πιο ξύπνια.
Έβγαλα τα φράγκα, τους τα μοίρασα. Ο Καμπούρης τους έσπρωξε ένα κλειδί και ξεκίνησαν για τις σκάλες.
«Κορίτσια, μισό λεπτό!» τις έκοψα.
Γύρισαν.
«Ας πούμε οτι περνάει κάποιος περίεργος και σας ρωτάει –που ήσαστε τώρα;»
«Με πελάτες!» υποστήριξαν πρίμο-σεκόντο.
«Κι εγώ; Ποιος είμαι;» ξαναρώτησα.
«Εσύ;» κοιτάχτηκαν μεταξύ τους αμήχανες. «Ποιος εσύ; Δε σε βλέπουμε!»
«Σωστές!» επικρότησα.
«Είσαι φανταστικός, δεν υπάρχεις!» γέλασε προς το μέρος μου η ξύπνια.
Ξεκαρδίστηκα.
«Κοιτάτε να κάνετε ζόρικα λεσβιακά!» τις προειδοποίησα.
«Μείνε ήσυχος!» κελάηδησαν.
Ήσυχος δεν έμεινα, με τον Καμπούρη έμεινα κι αυτό δεν ήταν καθόλου το ίδιο.
«Λοιπόν εντάξει οι μαυρούκες», του επεσήμανα.
«Εντάξει λες εσύ...» πήγε πάλι να πιάσει το κορδόνι.
«Τώρα μη με κουράζεις επειδή την έχω δει ‘Ο σκοτώνω’ κανονικά αυτές τις μέρες –ρίξε λοιπόν το νουμεράκι να τσακώσεις το μαλλί και πάμε παρακάτω...» άρχισα να φορτώνω.
«Τρίτος όροφος, 8», μουρμούρισε.
Μέτρησα τα φράγκα, τα ακούμπησα στο γκισέ και πάτησα το κουμπί του ασανσέρ.
«Καμπούρη δε με είδες, δε με ξέρεις –για το καλό σου!» του εξήγησα.
Ο θάλαμος έσκασε μπροστά μου σα φέρετρο σε ανοιγμένο λάκκο, τα συρματόσκοινα τσίριξαν. Έπιασα το ξεφτισμένο πόμολο προσεκτικά, το άνοιξα με κίνδυνο να μου μείνει στο χέρι. Σκεφτόμουν όσο ανέβαινα οτι ο Καμπούρης θα μπορούσε να τους ειδοποιήσει για την πάρτη μου αν δεν φοβόταν οτι θα πέρνανε νουμεράδα αμέσως μετά από μένα. Χαμογελούσα –το μοναδικό ανθρώπινο συναίσθημα στο οποίο μπορείς να βασιστείς είναι ο τρόμος, όταν πλέον δεν έχεις να κάνεις με ανθρώπους. Βγήκα από το ασανσέρ, στο διάδρομο μια λάμπα τρεμόπαιζε. Κοίταξα τριγύρω, βρήκα μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα δίχως πλάτη, ανέβηκα κι έβγαλα τη λάμπα. Έκαιγε η πουτάνα! Άφησα πάντως την καρέκλα στη μέση του διαδρόμου, προχώρησα στα σκοτεινά.

Μέτρησα τα δωμάτια, ψηλάφισα τα πλαστικά νούμερα στις πόρτες τους, 14, 12, 10, 8. Έστησα αυτί. Από μέσα τρίζανε οι σομιέδες, πνιχτές κραυγές –πόσοι γαμούσαν; Ο ένας ή και οι δυο τους; Βλαστήμησα που δεν είχα ζητήσει το πασπαρτού από τον Καμπούρη, τώρα θα έπρεπε να μπω φασαριόζικα, περίμενα λοιπόν εκεί κολλημένος –μια απόγνωση θανατερή στην ξύλινη επιφάνεια της πόρτας. Τα βογκητά κόψανε λίγο, οι σομιέδες τρίξανε δυνατότερα, κάποια ησυχία κι εγώ στημένος να αναπνέω τον ιδρώτα μου. Έπρεπε να ξεμπερδέψω με την πόρτα στον πρώτο πυροβολισμό αλλιώς οι μάγκες θα με περίμεναν φορτωμένοι, ακούμπησα λοιπόν το Βάλτερ στην κλειδαριά, πήρα βαθιά ανάσα. Το να πυροβολείς ανθρώπους είναι ασυναίσθητο, πριν το καταλάβεις έχεις διώξει τη σφαίρα –τα πάντα είναι θέμα στόχευσης. Όμως όταν κάθεσαι έξω απ΄την πόρτα λογαριάζοντας τι πας να κάνεις, εκεί νιώθεις γόνατα λειψά και φόβο φυτεμένο –δεν έχεις χρόνο να το παλέψεις, πυροβόλησα λοιπόν όσο ήμουνα ακόμα απροετοίμαστος. Η πόρτα έσκασε πετώντας κομμάτια κόντρα πλακέ, μετά άνοιξε από το βάρος μου, μπήκα σημαδεύοντας τα πάντα.

Οι τύποι ήταν για τα πανηγύρια, πηδάγανε κάτι ξανθές με αναμμένα όλα τα φώτα –κανονικό οδοντιατρείο το δωμάτιο! Πετάχτηκαν όλοι μαζί στον αέρα, οι γυναίκες ούρλιαξαν ντούμπλεξ.
«Ήσυχα!» φώναξα.
Οι δυο άντρες προσπάθησαν να καλύψουν τα τσουτσούνια τους κρατώντας μπροστά τους τις κοπέλες, έβλεπα ρούχα πεταμένα δίπλα στα κρεβάτια αλλά πουθενά όπλα.
«Δεν έχει να κάνει με τις γκόμενες –αφήστε τες!» τους είπα.
Οι δυο άντρες με γράψανε κανονικά. Ξεκίνησαν να σπρώχνουν τις κοπέλες προς το μέρος μου, όλο και πλησιάζανε οι καργιόληδες, σε λίγο θα βρίσκονταν μπροστά από τα κρεβάτια έτοιμοι να πάρουν τα όπλα τους. Σημάδεψα προσεκτικά, δεν ήθελα να κάνω ζημιά, η σφαίρα έγδαρε τη γάμπα της κοντινότερης ξανθιάς πριν καρφωθεί στο κουντεπιέ του καργιόλη που την είχε για ασπίδα. Η κοπέλα τσίριξε, γύρισε προς τα πίσω και έπεσε, παρασέρνοντας μαζί της τον γυμνό άντρα. Μαλλιά κουβάρια, δεν μπορούσα να σημαδέψω –σκέφτηκα να τους γαμήσω και τους δυο τους αλλά η κοπέλα δεν έφταιγε τίποτα. Γύρισα προς τον άλλο.
«Άσε τη γκόμενα γιατί θα σου κόψω τ΄αρχίδια», τον προειδοποίησα.
Πέταξε την κοπέλα μακριά του και σήκωσε τα χέρια ψηλά.
«Ξεμπέρδεψε και τους άλλους εκεί κάτω, δεν ήρθα να πάρω μάτι», τον πληροφόρησα.
Σε λίγο τους είχα τακτοποιημένους, οι δυο κοπέλες καθισμένες απέναντι από τους άντρες –ο ένας τους έκλαιγε χάνοντας αβέρτα αίμα.
«Πόσο πάει;» ρώτησα τις κοπέλες.
Κοιτάχτηκαν σα χαμένες.
«Πόσο πάει ρε γαμώτο; Με την ώρα σας είχαν ή με το βράδυ;»
«Με το βράδυ...» κλαψούρισε η μια κοπέλα κατεβάζοντας το κεφάλι.
«Μη μασάς, δεν είμαι της εκκλησίας», την καθησύχασα. «Λοιπόν θα πληρωθείτε κανονικά κι όταν φύγετε θα φροντίσετε να πείτε σε όλους τι έγινε εδώ μέσα...»
Με κοίταξαν έτοιμες να πάθουν υστερία.
«Αλλά μέχρι να φύγετε –η πρώτη που θ’ακούσω την ανάσα της –πέθανε! Ξηγηθήκαμε;» μούγκρισα. Δεν ήθελα σκοτούρες από δαύτες.
Κούνησαν τα κεφάλια σαν διακοσμητικά τιγράκια σε ταμπλό αυτοκινήτου.

Γύρισε και κοίταξα τους δυο άντρες, ο χτυπημένος ήταν αξιολύπητος, ο άλλος έδειχνε πιο ψύχραιμος.
«Λοιπόν λεβέντες;» αναρωτήθηκα. «Έτσι το ΄χουμε; Στηνόμαστε στις πολυκατοικίες κι όποιον πάρει ο Χάρος;»
«Μας πλήρωσαν γι΄αυτό –δε σε ξέρουμε, δεν έχουμε τίποτα μαζί σου...» είπε ο ψύχραιμος.
«Πόσα;» ρώτησα.
«Χίλια ο ένας», απάντησε ο ψύχραιμος.
«Και δε ρωτήσατε γιατί;» απόρησα.
«Δεν είναι δουλειά μας».
Τους κοίταξα. Δυο κακομοίρηδες μέσα στη γύμνια τους, δεν έδειχναν και τόσο σίγουροι χωρίς τα σιδερικά τους. Ο χτυπημένος σήκωσε το κεφάλι, ο πόνος τον έφερνε πιο κοντά στον πανικό.
«Άσε μας –θα εξαφανιστούμε από την πόλη!» παρακάλεσε.
«Θα εξαφανιστείτε από την πόλη κι όλα εντάξει –έτσι πάει;» αναρωτήθηκα.
«Δεν έχουμε τίποτα μαζί σου...» υπενθύμισε ο ψύχραιμος.
Τον πυροβόλησα στο στήθος, δεν μ΄έπαιρνε να το αργήσω για πολύ ακόμα. Άμα καταλάβαιναν οτι ήταν καταδικασμένοι μπορεί να κάνανε τίποτα μαλακίες. Έπεσε πίσω φτύνοντας αίμα. Ο διπλανός του άρχισε να τρέμει ακατάσχετα.
«Θα πεθάνεις κι εσύ», του εξήγησα. «Βλέπεις, οι καταστάσεις είναι δύσκολες κι εγώ ξέμεινα από περιθώρια. Το μόνο που ήθελα ήταν να κάνω τη δουλειά μου και να πληρωθώ, μετά βρήκα Εκείνη τη γυναίκα κι άλλαξα προοπτικές –ήθελα να την πάω νότια, σ΄ένα βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε... Αλλά τελικά Εκείνη πέθανε....»
«Δεν έχουμε σχέση με όλα αυτά....» κλαψούρισε.
«Είπα εγώ οτι έχετε σχέση;» θύμωσα. «Αλλά μου τη στήσατε να μ΄εμποδίσετε...»
«Δεν το ξέραμε!» ούρλιαξε.
«Σωστά! Έπρεπε να σας πω οτι είμαι με γυναίκα –και τότε θα μ΄αφήνατε ανενόχλητο...» σχολίασα.
«Δεν φταίμε εμείς!» δοκίμασε ν΄αλλάξει το ποίημα ο χτυπημένος.
«Αλήθεια –δεν φταίτε. Αλλά χτυπήσατε τη Βέρα, κατά λάθος βέβαια...»
«Δεν χτυπήσαμε καμιά! Δεν ξέρουμε καμιά Βέρα!» αντέδρασε έντρομος.
«Δεν ξέρετε καμιά Βέρα; Κακό αυτό –λοιπόν, θα σου πω τώρα ποια είναι η Βέρα, δώσε βάση. Η Βέρα είναι αυτή παίρνει τους άντρες στο λαιμό της, κρίμα που δεν τη γνώρισες, επειδή για χάρη της θα πεθάνεις», του εξήγησα.
Τότε εκείνος μου το έκανε πιο εύκολο, δηλαδή τινάχτηκε πανικόβλητος σαν ποντίκι στη φάκα κι όρμησε να πιαστεί από τον λαιμό μου –τον περίμενα όσο σκόνταφτε στο πόδι του κρεβατιού, τον άφησα να σωριαστεί και μετά τον πυροβόλησα ανοίγοντας το πίσω μέρος του κεφαλιού του σα χαλασμένο πεπόνι.
Οι κοπέλες παρακολουθούσαν ακίνητες, σε κατάσταση σοκ.
«Πάει κι αυτό», σχολίασα ήρεμα λες και μόλις είχα φτιάξει κάποιο χαλασμένο σιφόνι.
Δεν με κοίταζαν.
«Ντυθείτε, καιρός να πηγαίνουμε», τους είπα.

Σηκώθηκαν και πήραν να ντύνονται μηχανικά, ήταν άσχημες κοπέλες, ατσούμπαλες –σαν αυτές που φορτώνουν οι δουλέμποροι από τα βάθη της στέπας και τις αμολάνε στους υπονόμους με κερματομηχανές ανάμεσα στα μπούτια. Μακάρι να είχα χρόνο να τις λυπηθώ. Αντί γι΄αυτό έψαξα στα ρούχα των πεθαμένων, άδειασα τα πορτοφόλια τους και πλήρωσα τις κοπέλες.
«Έχετε κάνα δεκάλεπτο μέχρι να πλακώσουν οι μπάτσοι», τους εξήγησα.
Τότε η μια απ΄αυτές πήγε πάνω στους πεθαμένους και τους έφτυσε –πρώτα τον έναν, μετά τον άλλον. Περίμενα να ξεκουμπιστούν.
«Μας έκαναν πάσα μεταξύ τους», μου εξήγησε η άλλη κοπέλα.
«Συγνώμη που δεν ήρθα νωρίτερα», είπα ειλικρινά.
Οι κοπέλες άνοιξαν την πόρτα και σε λίγο τα τακούνια τους χάραζαν την σαρακοφαγωμένη ξύλινη σκάλα. Πάω στοίχημα οτι άκουσα υστερικά γέλια. Τα γύρω δωμάτια κρυφάκουγαν στα μουλωχτά, περίμενα μέχρι να ξεμυτίσει ο κόσμος. Περίμενα. Οι πεθαμένοι έπαιρναν να ξεραίνονται, δίπλα στα πεσμένα πορτοφόλια πέτυχα έναν σουγιά. Τον πήρα -μετά έψαξα για τα πιστόλια τους. Βρήκα ένα, άδειασα τις σφαίρες και βάλθηκα να σκαλίζω δυο απ΄αυτές –άνοιξα τα καπάκια, στράβωσα όσο λιγότερο γινόταν τα μέταλλα και τα έχωσα στην τσέπη μου. Τα δάχτυλά μου μαύρισαν από το μπαρούτι και μύρισαν πιπεράτα. Οι ώμοι μου τρεμούλιασαν, το στομάχι μου δέθηκε κόμπος, πάλεψα να μην ξεράσω.

Κι έφυγα βιαστικά, ανακατεμένος ανάμεσα στις κοπέλες, τους πελάτες και τα παλιοτόμαρα. Ο Καμπούρης μας κοίταζε καθώς κατεβαίναμε, στάλες ιδρώτα στο μέτωπό του.
«Καμπούρη την έχεις γαμήσει πολύ άσχημα!» φώναξα χαμογελαστός.
Δεν έδωσε μεγάλη σημασία –ήξερε οτι θα είχε προβλήματα από τη στιγμή που με είδε στην ξύλινη πόρτα.

Πιέστηκα να περπατήσω ήρεμα όσο οι άνθρωποι τρέχανε στο δρόμο, η γριά πουτάνα δεν φάνηκε παραξενεμένη –απλά χαμογέλασε με όσα δόντια της απέμεναν.
«Γρήγορα ήρθες!» σχολίασε.
«Να μη σε κρατάω και περιμένουν κι οι πελάτες...» απάντησα.
«Νομίζεις οτι λες αστεία;» απόρησε.
«Όχι –αλλά όποιος δεν γελάει τον πλακώνω επιτόπου λόγω που έχω ανάγκη την επιβεβαίωση», της εξήγησα.
«Βγάζεις κόκκινα χνώτα, αυτό θα πει οτι γρήγορα θα πεθάνεις», παρατήρησε η γριά.
«Γρήγορα, αλλά όχι εύκολα. Έχω να πάρω μερικούς ακόμα μαζί μου», της εξήγησα.
«Τι να τους κάνεις; Μόνος σου θα πας όπως και να’χει...»
Γέλασα.
«Μόνος μου θα πάω, αλλά μόνος δεν θα είμαι», της εξήγησα.
«Μαλακίες», αποφάνθηκε.
«Είδες κανέναν περίεργο;» τη ρώτησα δείχνοντας την Άλφα.
«Ναι –εσένα», μου είπε.
«Καληνύχτα λοιπόν», της ευχήθηκα.
«Κακό ψόφο», μου ανταπέδωσε.

Μπήκα στην Άλφα και το πρώτο που έκανα ήταν να δοκιμάσω τα καπάκια από τις σφαίρες –ταίριαζαν μια χαρά στις τρύπες της Βέρας οπότε εύκολα τις σφήνωσα εκεί μέσα.
«Κούκλα έγινες πάλι!» παρατήρησα.
Η Βέρα δεν καταδέχτηκε να πει τίποτα.

Ξεκινήσαμε όσο η μέρα αποκάλυπτε τη δυστυχία της νύχτας –ανατρίχιασα γιατί η μέρα ήταν ανελέητη για μια ακόμα φορά. Από μακριά έρχονταν οι σειρήνες. Κι εγώ έπρεπε να βουλιάξω στο βούρκο της υπομονής αν ήθελα να τσακίσω το Αφεντικό. Επειδή ο θάνατος είναι μια κάποια λύση αν κοιμάσαι σε στρώμα με καρφιά. Αναστέναξα, η υπομονή δεν περιλαμβανόταν στα ατού μου –αλλά καλύτερα έτσι. Θα απολάμβανα στο πετσί μου το μαρτύριο του Αφεντικού.

Άνοιξα το τζάμι -να ξεβρωμίσει ο χώρος από το μίσος.

Πέμπτη, Οκτώβριος 22, 2009

9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι

Πρώτο πράγμα που είδα ανοίγοντας τα μάτια μου ήταν τη σκοτεινή κάνη ενός Λούγκερ να με σημαδεύει ξεδιάντροπα. Έσπρωξα το χέρι της στο πλάι -έκανα να πιάσω το Βάλτερ από το μπουφάν μου...
«Μαλακία σου νομίζω», σχολίασε ο άντρας με το Λούγκερ.
Έμεινα ξεκρέμαστος να τον κοιτάζω, φαινόταν γερασμένος αλλά όχι γέρος –κάτι ακατάστατα γκρίζα μαλλιά μισόκρυβαν τα μάτια του. Χαμογέλασα αμήχανα –τι άλλο να ΄κανα;

Είχαμε φτάσει στο παραλιακό σπίτι όταν το μεσημέρι σκάντζαρε βάρδια με το απόγευμα κι εγώ ρήμαξα την Άλφα βγάζοντάς την από τον ασφαλτόδρομο. Επειδή έπρεπε να πάμε στην πίσω πλευρά του σπιτιού, μέσα από το κατσικίσιο μονοπάτι –εκεί πίσω ήταν ανοιγμένο κομμάτι στο συρματόπλεγμα απ΄ότι θυμόμουν. Η κοιλιά της Άλφα σερνόταν ουρλιάζοντας σε κροκάλες και γαϊδουράγκαθα –της ζήτησα να κάνει υπομονή, δεν γινόταν διαφορετικά. Ήταν ανάγκη να πλησιάσουμε όσο πιο κοντά γινόταν στο σπίτι, δεν έλεγε να πηγαίνω πέρα-δώθε με μια πεθαμένη γυναίκα στην αγκαλιά μου. Κι αυτό το σπίτι είχε ίσα με δυο στρέμματα βραχόκηπο γύρω του, αγκομαχήσαμε μέχρι να βγούμε στην πίσω πλευρά. Αλλά η τρύπα βρισκόταν εκεί, έχασκε αδρανοποιώντας το συρματόπλεγμα, κάτι βρωμόχορτα ανακατεμένα με ξεραμένες μαργαρίτες μπλόκαραν λίγο τη βάση της κι αυτό ήταν όλο. Την είχα περάσει μέσα από εκεί με μπόλικο ζόρι, την είχα ξαπλώσει μετά στο πεζούλι της εξώπορτας –η κλειδαριά ήταν επιπέδου νηπιαγωγείου.

Το σπίτι μούχλιαζε στην εγκατάλειψη, μπόλικη σκόνη στα πατώματα με καθησύχαζε οτι είχαν πολύ καιρό να το κατοικήσουν ιδιοκτήτες. Την είχα ακουμπήσει στον καναπέ με θέα μαύρα κύματα και αφρισμένα βράχια, δεν είπαμε πολλά, ήμουνα ψόφιος από την κούραση κι Εκείνη ήταν ψόφια γενικότερα –έπεσε λοιπόν ένας λήθαργος επάνω μας, βαρύς σαν σφάλμα.

«Πτώμα η κυρία!» σχολίασε περιπαικτικά ο άντρας με το Λούγκερ δείχνοντάς την.
«Δε λες τίποτα!» παραδέχτηκα.
Τότε εκείνος έκανε κάτι περίεργο –κοίταξε δηλαδή το Λούγκερ σα να το έβλεπε πρώτη φορά και στη συνέχεια το ακούμπησε πλάι του, σ΄ένα τραπεζάκι. Μπερδεύτηκα -κανονικά έπρεπε να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία, να τον καθαρίσω ή έστω να τον απειλήσω αλλά κάπου κόλλαγα.
«Αμφιβάλλω αν υπάρχει τίποτα σ΄αυτό το σπίτι που να μην έχει πολυκαιρίσει γι΄αυτό δε σε ρωτάω τι να σου προσφέρω...» δικαιολογήθηκε ο άντρας.
«Εντάξει, καταλαβαίνω...» είπα αμήχανα. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινα δηλαδή –αλλά δεν βρήκα τίποτα καλύτερο να πω.
«Καταλαβαίνεις ε; Τότε δεν μου εξηγείς κι εμένα μπας και βγάλω καμιά άκρη;» γέλασε ο άντρας.
Κοίταξα το παρατημένο Λούγκερ και σιγουρεύτηκα οτι αυτή η υπόθεση δεν θα λυνόταν με σφαίρες, άπλωσα λοιπόν το χέρι μου στο μπουφάν, έπιασα το Βάλτερ. Το ζύγισα στην παλάμη μου πριν το πετάξω στο τραπεζάκι –πήγε το γαμήδι και προσγειώθηκε κολλητά, με τον κόκορα κάτω από τη σκανδάλη του Λούγκερ. Χαμογέλασα σαν ηλίθιος. Ο άντρας σήκωσε το Βάλτερ, το περιεργάστηκε, μετά έβγαλε τη γεμιστήρα, τη μέτρησε και την ξανάβαλε.
«Ωραίο κομμάτι», είπε αφηρημένα. «Λοιπόν, για προχώρα τώρα στο παρασύνθημα...»
Άπλωσα τα πόδια, γέμισα όσο χώρο μου αναλογούσε, στριφογύρισα στη θέση μου για να κερδίσω χρόνο. Σκεφτόμουνα τα κάτωθι: άλφα, οτι τον έκοβα για δικό μας τον άντρα απέναντί μου και βήτα, οτι οι γνώσεις μου περί ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης έφταναν μόνο μέχρι τη διαπίστωση πως αν κοπανήσεις κάποιον στη μύτη θα δακρύσει στα σίγουρα.
«Δεν το πάμε ανάποδα και να μου εξηγήσεις τι γυρεύεις εσύ εδώ πέρα;» πρότεινα.
Γέλασε απότομα –το ίδιο απότομα σοβάρεψε.
«Κοίτα –μου κάνει κάπως περίεργο να μπουκάρεις στο σπίτι μου παραβιάζοντας την πόρτα και να με ρωτάς τι γυρεύω ΕΓΩ εδώ πέρα...»
«Αυτό είναι το σπίτι σου; Και πόσα χρόνια έχεις να το επισκεφτείς;» ρώτησα.
«Δεν έφυγα ποτέ από ΄δω, αλλά έχεις δίκιο... κατά κάποιον τρόπο. Αυτό είναι το σπίτι μου όμως έχω χρόνια να το νιώσω σαν τέτοιο. Προτιμάω το κιόσκι του κήπου, παραδίπλα... Αλήθεια, που το κατάλαβες οτι δε μένω εδώ;»
«Πολύ σκόνη στα πατώματα», χαμογέλασα.
«Σωστός», επικρότησε χαλαρά.
«Λοιπόν;» ρώτησα εγώ.
«Λοιπόν; Τι λοιπόν; Μένω καιρό στο κιόσκι, μη ρωτήσεις πόσον ούτε και γιατί. Κάποτε αυτό το σπίτι έβραζε, γίνονταν πράγματα εδώ μέσα –τώρα πια κυκλοφορούν μόνο σκιές και υπνοβάτες. Ενίοτε και διαρρήκτες...» το γύρισε στο καλαμπούρι. «Κι αυτό μας ξαναφέρνει στην αρχική ερώτηση...»
Αποφάσισα οτι δεν είχα τίποτα να χάσω, δηλαδή, ποτέ δεν είχα τίποτα να χάσω αν εξαιρέσεις τις μέρες μου μαζί της... Τέλος πάντων, αποφάσισα να παίξω με ανοιχτά τα φύλλα.
«Τη γνώρισα πριν λίγες μέρες, έγινε φασαρία όσο προσπαθούσα να την πάρω μαζί μου, πάνω στη φασαρία έφαγε μια αδέσποτη από τον αρραβωνιαστικό της...»
«Η οποία αδέσποτη...» με διέκοψε φτιάχνοντας μια γραμμή στον αέρα με το δάχτυλό του -η γραμμή ξεκινούσε να με συναντήσει αλλά στη μέση λοξοδρομούσε καταλήγοντας σε Εκείνη.
«Έτσι ακριβώς», παραδέχτηκα.
«Και μετά;» ρώτησε.
«Τι μετά;» έκανα το κορόιδο.
«Δεν την πιάνω την όλη υπόθεση –δηλαδή πως έγινε; Την είδες, τη γούσταρες, τη βούτηξες εν ψυχρώ κι ο άλλος άρχισε το πιστολίδι;»
«Όχι ακριβώς», παραδέχτηκα.
Περίμενε να συνεχίσω αλλά δεν είχα όρεξη για κάτι τέτοιο.
«Και τώρα ποιο είναι το σχέδιο;» ζήτησε να μάθει.
«Έχω κάτι δουλίτσες να τελειώσω –σκέφτηκα λοιπόν να την παρκάρω εδώ, για να μην την τραβολογάω μαζί μου...» δικαιολογήθηκα.
«Ναι, έτσι που κατάντησε δεν μπορείς να πεις οτι έχει σοβαρές προοπτικές να περάσει ως ‘η ψυχή του πάρτι’», παρατήρησε. «Αν και μερικά πάρτι είναι τόσο ψόφια που θα πέρναγε άνετα για ζωντανή –έχω πάει εκεί, πίστεψέ με!»
Γέλασα και όχι από υποχρέωση. Είχε μιλήσει για Εκείνη χωρίς να δείξει την παραμικρή ευγένεια, αν ήταν άλλος στη θέση του τώρα θα μέτραγε δόντια. Όμως μ΄αυτόν ήταν διαφορετικά.
«Εδώ μέσα το μόνο φαγώσιμο είναι οι κατσαρίδες όπως σου είπα και προηγουμένως –αλλά στο κιόσκι έχει κάποια στοιχειώδη... Θες να σου φέρω τίποτα;» με ρώτησε.
«Θα πάμε μαζί», του απάντησα –επειδή μερικές προφυλάξεις παίρνονται αυτόματα.
«Όπως θέλεις –την κυρία θα την αφήσουμε μόνη;» χαμογέλασε όσο σηκωνόταν.
«Μ΄ένα Βάλτερ κι ένα Λούγκερ...» υπολόγισα.
«Θα έχει καλή παρέα», συμπέρανε.

Βγήκαμε στον κήπο, περάσαμε δίπλα σε μια πισίνα με βρώμικο ξυλιασμένο νερό, κοντοστάθηκα.
«Έχω κάτι πράγματα στην Άλφα», είπα.
«Πάμε να τα πάρουμε», προθυμοποιήθηκε.
Ξεκινήσαμε λοιπόν για την πίσω πλευρά του σπιτιού, πολλές φορές αναγκαστήκαμε να λοξοδρομήσουμε επειδή ξεραμένα δέντρα μας εμπόδιζαν.
«Φιστικιές», μου εξήγησε.
«Ότι πεις...» μουρμούρισα.
Σκαρφαλώσαμε μέχρι την τρύπα του φράχτη, τον άκουγα ν΄αγκομαχάει με τα παπούτσια μπερδεμένα στα αγριόχορτα. Φαινόταν οτι έχει περάσει πολλά και οι αντοχές του εξαντλημένες, γύρισα να του μιλήσω.
«Μη δίνεις σημασία», ψιθύρισε εκνευρισμένος.
Φτάσαμε στην Άλφα. Ακούμπησε στο καπό να ξελαχανιάσει.
«Ωραίο κουρσάκι», παρατήρησε άκεφα.
«Εξ ου και το κλαίει αυτός που το ΄χασε», σχολίασα.
Γέλασε όσο πήγαινε προς το πίσω μέρος της Άλφα. Εκεί κοντοστάθηκε, έφτασα δίπλα του να δω τι κοίταζε.
«Κάποιες τρύπες...» έδειξε το πορτ μπαγκάζ της Άλφα με περιέργεια.
Είχε δίκιο. Οι μαλάκες έξω από την κλινική είχαν κάνει το πορτ μπαγκάζ ελβετικό τυρί. Κατσούφιασα ανοίγοντάς το. Η βαλίτσα με τα χρήματα ήταν άθικτη αλλά η θήκη της Βέρας είχε δυο περιποιημένα σκασίματα. Πέρασα τα δάχτυλά μου πάνω της, μετά την τράβηξα έξω. Με το άλλο χέρι έπιασα τη βαλίτσα.
«Κάτσε να σε βοηθήσω», μου πρότεινε.
Του έδωσα τη θήκη.
«Όπου υποτίθεται οτι μέσα κρύβεται ένα φοβερό τόμιγκαν!» ψευτοθαύμασε.
«Καμιά σχέση!» διαμαρτυρήθηκα. «Να σου συστήσω τη Βέρα».
Ζύγισε τη θήκη στριφογυρίζοντας τον καρπό του.
«Και η Βέρα είναι...» αναρωτήθηκε.
«Εκείνη που πάντα φεύγει», έκανα ξεκάρφωτα.
«Πες μου γι΄αυτό!» ξεκαρδίστηκε.
Μετά πήρε το δρόμο για το σπίτι πατώντας προσεκτικά τις πέτρες. Κι εγώ κατάλαβα οτι γνώριζε ήδη τη Βέρα –ίσως καλύτερα απ΄οτι τη γνώριζα ακόμα κι εγώ. Περισσότερο, διαφορετικά, πιο δυνατά από μένα είχε γνωρίσει τη Βέρα αυτός ο άντρας.

Φτάνοντας έξω από το κιόσκι κοντοστάθηκε ψάχνοντας τα κλειδιά του, τράβηξε μια αρμαθιά και άνοιξε κάνοντάς μου νόημα να περάσω. Οι κουρτίνες ήταν μισόκλειστες εκεί μέσα, μισοσκόταδο. Άναψε το φως, έδειχνε βιαστικός –άφησε τη θήκη της Βέρας στην είσοδο του δωματίου και χάθηκε στο βάθος ενός θεοσκότεινου διαδρόμου. Τον περίμενα να επιστρέψει.
«Φαίνεται οτι χάνω εύκολα την ανάσα μου αυτή την εποχή...» μουρμούρισε. «Δεν ξέρω αν φταίει η υγρασία ή κάτι χειρότερο...»
Δε μίλησα, δεν κατάλαβα πολλά. Το πήρε είδηση και μου έδειξε προς τα μέσα.
«Συσκευή οξυγόνου, μπουκάλες, μάσκες –τέτοια πράγματα...» με πληροφόρησε.
Ένευσα. Έβγαλα τσιγάρο αλλά θυμήθηκα όσα μόλις μου είχε πει, βιάστηκα να το μαζέψω.
«Κάνε παιχνίδι –δε μας έχουν αφήσει και πολλά πράγματα ν’αναπνέουμε», με καθησύχασε βγάζοντας το δικό του πακέτο.
Ανάψαμε τσιγάρα σχεδόν ταυτόχρονα, μετά πέταξε το πακέτο και τον αναπτήρα στο μεγάλο τραπέζι με τα σκαλισμένα πόδια που στήριζαν το δωμάτιο.
«Έλα στην κουζίνα», μου ζήτησε.

Τον έβλεπα ν΄ανοιγοκλείνει το ψυγείο, έβγαζε κλειστές συσκευασίες αλλαντικών, κουτιά με περίεργα τυριά, με πήραν οι μυρωδιές.
«Άσπρο ή κόκκινο;» με ρώτησε.
«Παρταόλα θα παίξουμε;» απόρησα.
Μου έδειξε το ντουλάπι με τα κρασιά.
«Ότι γουστάρεις», είπα τελικά.
Μου έκανε νόημα να μεταφέρουμε τα φαγώσιμα στο μεγάλο τραπέζι, περάσαμε τον διάδρομο και τα στρώσαμε πάνω του όσο καλύτερα μπορούσαμε. Ήμουν κάπως αφηρημένος, υπήρχε αυτό το θέμα που με απασχολούσε. Έτσι, όταν ξεφορτώθηκα τα πιάτα, πήγα εκεί που ακούμπαγε η θήκη της Βέρας. Την ξάπλωσα στο πάτωμα και την άνοιξα. Σε πρώτη φάση όλα έδειχναν καλά. Έπιασα το μπράτσο της Βέρας, την τράβηξα έξω από τη θήκη, μετά τη στριφογύρισα για να δω καλύτερα. Όχι οτι χρειαζόταν δηλαδή. Επειδή πάνω στην κίνηση ακούστηκαν τα κομμάτια ξύλου να κουδουνάνε μέσα στο σκάφος –έψαχνα πλέον να βρω τη ζημιά. Στη βάση της είχε ανοίξει μια τρύπα και στην πλάτη άλλη μία –γέλασα όσο σκεφτόμουν οτι τουλάχιστον η Βέρα δεν είχε κρατήσει μέσα της τη σφαίρα.
«Στην ξεσκίσανε λίγο –ε;» μουρμούρισε ανοίγοντας το μπουκάλι του κρασιού.
«Όλα κάποτε πεθαίνουν», απάντησα.
«Χωρίς αυτό να σημαίνει οτι ζούσαν προηγουμένως», σχολίασε.
Τον κοίταξα σκεφτικός –λοιπόν, ήμουν εδώ πέρα έχοντας χάσει κάθε λόγο για να περιμένω το επόμενο ξημέρωμα, Εκείνη είχε πεθάνει και η Βέρα δεν έδειχνε στα καλύτερά της. Κι εγώ ετοιμαζόμουν για δείπνο με έναν άνθρωπο για τον οποίο δεν ήξερα τίποτα συγκεκριμένο –ενώ εκείνος φαινόταν να γνωρίζει τα πάντα για τα πάντα. Κρατώντας ακόμα τη Βέρα κάθισα στην καρέκλα απέναντί του και τράβηξα κοντά μου το γεμάτο ποτήρι.
«Οι καλύτερες μέρες έχουν φύγει μακριά, ας ευχηθούμε λοιπόν σύντομα να πάμε να τις συναντήσουμε», είπε εκείνος σηκώνοντας το δικό του ποτήρι.
Ήπια σ΄αυτό νιώθοντας περίεργη ανακούφιση.
«Μένεις μόνος σου εδώ;» ρώτησα έτσι για να πω κάτι.
«Εδώ; Τι εννοείς ‘εδώ’; Εδώ στη γη ας πούμε;» γέλασε απότομα.
Δε μίλησα. Απλώς πάρκαρα τη Βέρα δίπλα μου –να τη νιώθω, να μην αγριεύομαι.
«Ναι μόνος μου –δεν αντέχω πλέον τους πολλούς ανθρώπους...» μουρμούρισε.
«Δεν μίλησα για πολλούς ανθρώπους, για τους δικούς σου ρωτάω, την οικογένειά σου πουχού», διαμαρτυρήθηκα.
«Ξέρεις πως πάει; Ένας ή πολλοί –έτσι πάει!» μου είπε γέρνοντας λίγο προς το μέρος μου. «Δεν είμαι πια τόσο δυνατός όσο παλιότερα και το πρώτο που σε αφήνει είναι η κατανόηση... Πες μου όμως, είμαι περίεργος –εσύ τι ρόλο βαράς;»
«Διαρρήκτης -τι άλλο;» γέλασα χαζά.
«Ένας διαρρήκτης που κουβαλάει το πτώμα κάποιας γυναίκας –φοβερή κατάσταση!» σχολίασε.
«Εντάξει, υπήρξα και μποξέρ ένα φεγγάρι», συμπλήρωσα.
«Μποξέρ! Είχα κάποτε ένα φίλο μποξέρ...» μουρμούρισε και μετά φάνηκε να βουλιάζει σε αναμνήσεις.
«Και τι απέγινε;» ρώτησα.
«Τι απέγινε ποιος;» αναρωτήθηκε.
«Ο φίλος σου ο μποξέρ...»
«Ε, ξέρω ΄γω; Τι γίνονται συνήθως οι μποξέρ;»
«Θυρωροί σε πολυκατοικίες», γέλασα κι εκείνος με μιμήθηκε.
«Μποξέρ λοιπόν! Είχες συγκεκριμένο στυλ αγώνα; Α λα Κάσιους Κλέι ας πούμε;» ρώτησε.
«Μπα, δε νομίζω. Συνήθως έπαιζα την παρέλαση...» απάντησα προσεκτικά.
Με κοίταξε απορημένος, άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και περίμενε.
«Παρέλαση βρε παιδί μου, πως το λένε;» αναρωτήθηκα. «Ξεκινούσα από τη γωνιά μου με σκοπό να φτάσω στην απέναντι γωνιά –στο σκαμνί του αντιπάλου. Ήταν μια βιαστική βόλτα κι ότι βρισκόταν εμπόδιο στο δρόμο μου το κοπάναγα. Αντίπαλος, διαιτητής... χεστήκαμε στην τελική!»
Ξεκαρδίστηκε.
«Κι ο άλλος τι έκανε δηλαδή; Σε άφηνε να βολτάρεις;» ρώτησε όταν σταμάτησε να γελάει.
«Κοίτα –αν ήταν βλάκας καθόταν μπροστά μου και τις έτρωγε. Αν είχε λίγο μυαλό έκανε στο πλάι και μου ΄ριχνε στ΄αυτιά... Κάποιες φορές πάντως έφτασα μέχρι το απέναντι σκαμνί και τότε δεν ήξερα τι άλλο να κάνω...»
«Και η Βέρα τι ρόλο παίζει σε όλα αυτά;» ρώτησε ξαφνιάζοντάς με.
«Η Βέρα... Την είδα στο σπίτι μιας κοπέλα και την πήρα. Μετά άρχισα να χάνω αγώνες σωρηδόν... Βλέπεις, η Βέρα ήθελε αποκλειστικότητα...»
«Αποκλειστικότητα! Απ΄αυτή που ποτέ δεν ζητάει η Βέρα αλλά εσύ της τη χαρίζεις όπως και να’χει, βέβαια είναι τζάμπα κόπος... Ένα πρωί βρίσκεις την αποκλειστικότητά σου στα σκουπίδια και τη Βέρα φευγάτη», αναπόλησε.
«Που την ξέρεις εσύ τη Βέρα;» νευρίασα.
«Ποιος σου είπε οτι την ξέρω; Γιατί; Μήπως την ξέρεις εσύ;» απόρησε.
Σήκωσα το ποτήρι και το άδειασα μονομιάς.
«Η γυναίκα... Εκείνη που αφήσαμε στο σπίτι... δεν πέθανε από τη σφαίρα του αρραβωνιαστικού της. Αυτοκτόνησε –ήθελα να την αφήσω σε ένα εφημερεύον νοσοκομείο αλλά εκείνη προτίμησε να μου πάρει το Βάλτερ και να ξεμπερδεύει», του εξήγησα στο άσχετο.
«Και μετά;» με προέτρεψε.
«Μετά την πήγα σ΄ένα Γραφείο Τελετών, τη βαλσάμωσα για να μην τουμπανιάσει –έχω βλέπεις να την πάω σ΄ένα βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε, της το είχα υποσχεθεί αυτό. Την πρώτη μέρα που τη γνώρισα...»
«Πες μου και τα ενδιάμεσα σκηνικά», μου ζήτησε.
«Ενδιάμεσα... οι μπάτσοι μας πήραν στο κατόπι κι εγώ αναγκάστηκα να καθαρίσω μερικούς ενοχλητικούς τύπους, αυτά πάνω-κάτω».
«Και πρέπει να πας -που;»
«Πρέπει να κάνω μια επίσκεψη στο Αφεντικό, να τον ρωτήσω για ποιο λόγο με έστησε έτσι άσχημα –έχω αυτή τη βαλίτσα τίγκα στα χρήματα, αλλά είναι σημαδεμένα κι έτσι δεν μπορώ να τα ξοδέψω», ολοκλήρωσα τη διήγησή μου κι έμοιαζε αυτό σα μονόλογος αυτιστικού.
«Όμορφα!» συμπέρανε. «Από κάτι τέτοιους σαν εσένα ήθελα να ξεμπλέξω, γι΄αυτό ήρθα εδώ πέρα...»
«Είχες προβλήματα με τον υπόκοσμο;» ρώτησα χαζά.
«Προβλήματα... κοίτα –υπήρχαν πολλοί εκεί πέρα που με πέρναγαν για δικό τους, υπήρχαν κι άλλοι, η αφάν γκατέ της κοινωνίας ας πούμε... Αυτοί με κατηγορούσαν οτι ήμουνα υπόκοσμος και μετά με κατηγορούσαν οτι δεν ήμουνα αρκετά υπόκοσμος... τρέχα γύρευε. Στο τέλος είδαν όλοι μαζί οτι τους βόλευε να με φύγουν, είπα λοιπόν να την κάνω από μόνος μου για να τους βγάλω από τον κόπο...»
«Και γιατί όλα αυτά;» ρώτησα.
«Επειδή δεν αντέχω τους ανθρώπους –από την εποχή που εξαφανίστηκαν οι δικοί μου περνάω κάπως μοναχικά, βγαίνω τις νύχτες με πανσέληνο και ουρλιάζω στο φεγγάρι, κυκλοφορώ με την πλάτη στον τοίχο, μπαίνω στα μπαρ μόνο όταν κλείνουν... τέτοια κατάσταση», ψιθύρισε.
«Κι έτσι νομίζεις οτι θα ξεφύγεις;» αναρωτήθηκα.
«Να ξεφύγω;» απόρησε. «Λοιπόν υπήρχε κάποτε ένα νησί χωρίς μπάτσους, πολύ μακριά από δω κι εμείς θέλαμε να φτάσουμε εκεί –έπρεπε όμως πρώτα να κάνουμε τη μεγάλη δουλειά, να ματσωθούμε... Σκατά, στο τέλος βαρέθηκε το νησί να μας περιμένει και σηκώθηκε κι έφυγε!»
«Πως το λέγανε το νησί;»
«Πως το λέγανε; Νήσος Πάιτα –αν έχεις ακουστά».
«Ναι, κάτι έχω ακούσει...» είπα αφηρημένα.
«Αλήθεια;» ρώτησε με ντούμπλεξ φωτάκια ελπίδας στα μάτια.
«Δεν είμαι σίγουρος... Ίσως...» είπα μετανιωμένος. Επειδή το ήξερα το νησί, και την ήξερα την ιστορία –αλλά ποτέ μου δεν τα πίστεψα όλα αυτά. Ένα νησί στον χάρτη είναι οτι θέλεις εσύ να είναι, όμως τελικά Εκείνη ποτέ δεν έρχεται όσο κι αν περιμένεις. Στο τέλος καταλήγεις αλκοολικός από τα πολλά κοκτέιλ και σέρνεσαι στις προβλήτες, τότε σε μαζεύουν οι μπάτσοι –μην ακούς αυτούς που λένε αλλιώτικα, υπάρχουν μπάτσοι παντού.
«Κουράστηκα», είπε ξέπνοα.
«Να πηγαίνω τότε –μάλλον παρατράβηξε η βίζιτα...» έκανα να σηκωθώ.
«Όχι, κάτσε –δεν τρέχει τίποτα. Απλά θα την πέσω να δω καμιά φρικτή ταινία, εσύ κάνε ότι γουστάρεις...»
Με παράτησε σύξυλο και απλώθηκε στον καναπέ παραπέρα –είχε μια διακριτική γωνιά το δωμάτιο με μεγάλη οθόνη τηλεόρασης και γκράντε ηχοσύστημα καλωδιωμένο πέριξ. Εγώ έβλεπα την πλάτη της οθόνης, άτακτα καλώδια κι αυτό ήταν όλο.

Έφερα τη Βέρα στην αγκαλιά μου, έσκυψα το κεφάλι πάνω της κι άρχισα να δοκιμάζω πως ακούγεται. Χάιδεψα τις χορδές και η Βέρα έβγαλε κάτι ήχους παραπονιάρικους, σα σκυλί με κομμένο πόδι. Έπιασα τότε να παίζω εκείνο το τραγούδι που λέει για το Φονικό στους «Δρόμους του Λαρέντο» αλλά κάπου στη μέση θύμωσα με τις στριγκές κραυγές της, το γύρισα στο «Με λένε Σαμ Χολ και θα σας πετάξω τα μάτια έξω», είχα γείρει πάνω της αφοσιωμένος, δεν τον είδα που με πλησίασε.
«Αν δεν το καβαλήσεις, θα σε καβαλήσει αυτό», σχολίασε.
«Δεν καταλαβαίνω...» έκανα.
«Παίξε κάνα ‘Θα ξανασυναντηθούμε’ και θα καταλάβεις», μου έκλεισε πονηρά το μάτι.
«Δεν παίζω μπροστά σε άλλους», έκανα νευριασμένα.
«Άλλους; Που τους είδες τους άλλους;» αναρωτήθηκε θεατρικά.
Σηκώθηκα, έβαλα βιαστικά τη Βέρα στη θήκη της.
«Πάω να την πέσω δίπλα στη γυναίκα μου», τον πληροφόρησα.
«Καθότι πολύ δεμένο ζευγάρι κι έτσι...» γέλασε. «Να σου πω –την πηδάς;»
Ανασήκωσα τους ώμους.
«Είναι σε άσχημη κατάσταση μ΄αυτή τη ραφή στην κοιλιά...» δικαιολογήθηκα.
«Κι εσύ ιδιαίτερα εκλεκτικός παρ΄όλο το χάλι σου», συμπέρανε.
«Ότι έχουμε το κρατάμε...» σχολίασα.
«Κι ότι θέλουμε το παίρνουμε», συμπλήρωσε.
«Μέσα είσαι», συμφώνησα.
Έκανα ν΄ανοίξω την εξώπορτα.
«’σου πω...» με σταμάτησε. «Όταν ξανάρθεις θα λείπω...»
«Σου έχω αφήσει τη βαλίτσα με τα φράγκα», του θύμισα.
«Ναι –θα την κρύψω πάνω απ΄το κουβούκλιο του ασανσέρ...» ξεκαρδίστηκε. «Σούγκαρ θρι, αν με εννοείς...»
«Και τα ρέστα δικά σου», συμφώνησα.
«Εδώ λοιπόν πέφτει ο σχετικός αποχαιρετισμός», διαπίστωσε.
«Κρίμα που έχω τη Βέρα στη θήκη...» είπα εγώ.
«Άκου κάτι ρε ηλίθιε...» μου είπε ήρεμα, «τα πράγματα έχουν ξεφύγει εντελώς κι εσύ θα τελειώσεις άσχημα -φρόντισε μόνο να μην ξεφτιλιστείς», έσκυψε το κεφάλι, γύρισε να φύγει από την πόρτα.
«Περισσότερο;» απόρησα.
Τον άκουσα να γελάει μέσα απ΄το σπίτι, νομίζω οτι τον άκουσα να λέει «δεν έχεις δει τίποτα ακόμα» ή κάτι τέτοιο. Τα φώτα σβήσανε.

Πήρα το δρόμο για το σπίτι με τη θήκη της Βέρας να κοπανάει δίπλα στο γόνατό μου. Η βροχή έπεφτε πάλι με το τουλούμι κι έτσι δεν μπόρεσα να διακρίνω αν είχε βγει απόψε το φεγγάρι. Άνοιξα την πόρτα, τινάχτηκα σα σκυλί, να φύγουν τα νερά.
«Αγάπη μου γύρισα!» φώναξα.
Κι αν μου απάντησε εγώ πάντως δεν την άκουσα –η βροχή έκανε δαιμονικό θόρυβο πέφτοντας κόντρα στα τζάμια του σπιτιού. Πήγα δίπλα της, ήταν ήσυχη. Υπολόγισα οτι είχα χρόνο για λίγο ύπνο –όταν η νύχτα πλησίαζε το τελείωμά της, τότε θα ΄ρχονταν η δική μου ώρα.

Έκλεισα. Τα μάτια.

Τρίτη, Οκτώβριος 20, 2009

"Δεν θα σε παντρευτώ, γιατί είσαι δογματικός..."

Πριν τις εκλογές είχα φτιάξει ένα ρημαδοπόστ, όπου έγραφα τις εντυπώσεις μου από τα προεκλογικά ντιμπέιτ και άλλα τέτοια. Κατέληγα οτι σε επίπεδο προγραμματικών δηλώσεων των δυο υποψήφιων πρωθυπουργών προτιμούσα σαφώς τον Πανανδρέου που υποσχόταν, μεταξύ άλλων, αλλαγές στο Σύμφωνο Συμβίωσης και επανεξέταση της γονικής επιμέλειας, από τον Καραμανλή που υποσχόταν κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και αλλαγή σύστασης των υπηρεσιακών συμβουλίων στο Δημόσιο με τη συμμετοχή εξωυπηρεσιακών (διάβαζε συνταξιούχων δεξιών) παραγόντων.

Είχα από καιρό την άποψη οτι οι Δεξιοί του Καραμανλή ήταν ότι απεχθέστερο έχει εμφανιστεί στην ελληνική μεταχουντική κοινωνία, με εξαίρεση (ίσως) τις βιντεοκασέτες του Στάθη Ψάλτη.

Έτσι τα σκέφτηκα και ψήφισα Πασόκ –είμαι σαφής ή πρέπει να επεξηγήσω περαιτέρω;

Μάλλον όχι –γι΄αυτό ας ξεκαθαρίσω τις θέσεις μου σχετικά με την ψήφο γενικότερα και την ψήφο μου ειδικότερα. Έχω τις παρακάτω απόψεις:

-Όποιος νομίζει οτι ψηφίζοντας ένα κόμμα μετατρέπεσαι αυτομάτως σε κυβερνητικό του εκπρόσωπο ή σε απολογητή του, ας πάει να συζητήσει με τους χούλιγκανς της Θύρας 7 που δεν σηκώνουν κουβέντα κατά του Κόκαλη. Επειδή εκεί θα βρει πρόθυμους ηλίθιους για να θεμελιώσει τη στερεοτυπική του στραβωμάρα.

-Όποιος νομίζει οτι ρίχνοντας Άκυρο ή Λευκό στην κάλπη εκφράζει κάποια θέση είναι, το λιγότερο, αστείος.

-Όποιος δεν καταδέχεται καν να συμμετάσχει στην «εκλογική απάτη», αλλά πληρώνει απρόσκοπτα τους φόρους που του επιβάλλουν οι «εκλεγμένοι απατεώνες», είναι άξιος της κακομοιριάς του –ΕΦΟΣΟΝ η στάση του εξαντλείται αποκλειστικά στην εκλογική αποχή.

-Όποιος έχει την άποψη οτι οι εκλογές είναι απλώς ένα πρόσχημα νομιμοποίησης προαποφασισμένων πολιτικών –αλλά εξακολουθεί να υπερεκτιμά τη σημασία της ατομικής του ψήφου είναι απλώς σαλεμένος.

-Όποιος έχει την (καθεστωτική πλέον) άποψη οτι «όλοι ίδιοι είναι, τίποτα δεν πρόκειται ν΄αλλάξει», το μόνο που καταφέρνει είναι να παραιτείται της δυνατότητας που του παρέχει το σύστημα για την επίτευξη διορθωτικών κινήσεων (περιορισμένης κλίμακας) προς όφελός του (τόσο σε ατομικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο).

Εντάξει λοιπόν, έχω αυτές τις απόψεις περί εκλογών (στη συγκεκριμένη κοινωνική συγκυρία) –κι απ΄αυτές καθορίστηκε η πρακτική μου. Αλλά τι γίνεται τώρα που η ψήφος μου μετρήθηκε σε αυτές που έβγαλαν κυβέρνηση; Σύμφωνα με τον marquee σταμάτησαν να με ενοχλούν όσα θα με ενοχλούσαν αν τα έκαναν οι προηγούμενοι! Είναι έτσι;

Ας δούμε τι έχει κάνει μέχρι σήμερα αυτή η καινούργια κυβέρνηση:

Αναβίωσε την Επιχείρηση «Αρετή» στα Εξάρχεια. Είναι, φαίνεται, μόδα τα ρημέικ επιτυχιών της δεκαετίας του ’80, γι΄αυτό! Ξεκαθαρίζω οτι δεν έχω προσωπική εμπειρία της «Αρετής ‘09», επειδή δεν έτυχε να περάσω από τα Εξάρχεια το τελευταίο 10ήμερο –ξέρω μόνο ότι έχω διαβάσει στα ιντυμίντια και σε άλλες ειδησεογραφικές σελίδες. Κι απ΄αυτά που διάβασα μπορώ να συμπεράνω οτι πρόκειται για εντατικοποίηση της κατοχής που υφίσταται εδώ και 5-6 χρόνια η συγκεκριμένη περιοχή. Είχα κάνει ένα ποστ παλιότερα σχετικά με το δήθεν «άβατο» των Εξαρχείων –υποστήριζα τότε οτι η περιοχή μπατσοκρατείται και η έννοια του «άβατου» δημιουργήθηκε καθαρά για πολιτική εκμετάλλευση. Μια γειτονιά σε πλήρη έλεγχο κηρύσσεται "ανεξέλεγκτη" προκειμένου να την παρουσιάσουμε αργότερα πλήρως ελεγχόμενη και να εισπράξουμε τα συγχαρητήρια. Απ΄ότι φαίνεται ο Χρυσοχοϊδης κεφαλαιοποίησε (που λένε και οι μορφωμένοι) την σχετική απραξία της προηγούμενης κυβέρνησης και βιάστηκε να κατακτήσει την πιο αστυνομοκρατούμενη περιοχή της Αθήνας –παίζοντάς το Μέγας Πορθητής. Κι έτσι εξασφάλισε μπόλικα φτηνά συγχαρητήρια από τους νοικοκυραίους (αυτή τη φαντασιακή ταξική οντότητα που όλοι επικαλούνται αλλά ελάχιστοι έχουν γνωρίσει). Αυτά μόνο; Δυστυχώς όχι! Υπάρχουν δυο ακόμα πραγματάκια –το ένα ενοχλητικότερο του άλλου.

Υπάρχει η σιχαμένη κατασταλτική τακτική σπασίματος αρχιδιών που εφαρμόζει τόσα χρόνια το Πασόκ. Σε πιάνουν εκεί που πίνεις το ποτό σου, σε βγάζουν έξω απ΄το μαγαζί, σε ξεφτιλίζουν, μετά σε τραβάνε για εξακρίβωση –το πρωί σε αφήνουν να πας σπίτι σου. Το κάνουν συνέχεια, μέχρι να την αδειάσουν την περιοχή, επειδή –μια, δυο, τρεις φορές –στο τέλος σιχτιρίζεις. Πόσο ν΄αντέξεις την κατάσταση να κατεβαίνεις για καμιά γκόμενα και να καταλήγεις στη ΓΑΔΑ; Δεν ξαναπατάς λοιπόν και ζητωκραυγάζει ο Γκόλντεν Ριτρίβερ που καθάρισε τα Εξάρχεια! Τώρα, τι σκατά θα κάνουν οι μαγαζάτορες στα καθαρά και έρημα Εξάρχεια... Κανέναν δεν ενδιαφέρει, επειδή αυτοί οι μαγαζάτορες δεν προσμετρώνται στους ανησυχούντες επισκέπτες των τηλεοπτικών παραθύρων.

Το δεύτερο ενοχλητικό της υπόθεσης σχετίζεται με κάποιες ακατανόητες για το, υποτυπώδες μυαλό μου, τακτικές των παιδιών εκεί έξω. Διευκρινίζω εκ των προτέρων: δεν είμαι εκεί, δεν συμμετέχω, δεν μπορώ να κρίνω. Απλά απορώ:

-Είναι ωφέλιμη τακτική το σπάσιμο βιτρινών και κυριλέ αυτοκινήτων με αίτημα την απελευθέρωση των πιτσιρικάδων που πιάσανε για τρομοκράτες οι προηγούμενοι; Η λαϊκή αποδοχή του αιτήματος σίγουρα δεν εξασφαλίζεται με αυτόν τον τρόπο. Μήπως το σκεπτικό σχετίζεται με την άποψη «οι μικροαστοί είναι εχθροί μας και θα πρέπει να μας φοβούνται»; Αν ναι –αντίο σας κι «ευχαριστώ για τα ψάρια», που έλεγε και ο Ντάγκλας Άνταμς.

-Αυτοί οι «φίλοι του Χρυσοχοϊδη», (οι αντιεξουσιαστές των Εξαρχείων ντε!) είναι οι ίδιοι μ΄εκείνους που μπαίνουν στα ιντυμίντια και επικροτούν τα μπάχαλα και μετά προτρέπουν τον κόσμο να κατέβει στην πλατεία ΑΤΟΜΙΚΑ και χωρίς ταυτότητα, για να αντισταθεί περνώντας το βράδυ του στη ΓΑΔΑ;

-Έγινε προχτές μια διαδήλωση διαμαρτυρίας για τον μετανάστη που πέθανε από τα βασανιστήρια των μπάτσων. Η υπόθεση κατέληξε σε συλλήψεις, κατάληψη δημαρχείου, ξύλο από τα ΜΑΤ... γενικώς πήρε έκταση. Ο Γκόλντεν αναγκάστηκε να δηλώσει οτι θα ερευνήσει την υπόθεση του θανάτου του μετανάστη, τα κόμματα βγάλανε ανακοινώσεις συμπαράστασης (εντάξει –μόνο ο Σύριζα έβγαλε, αλλά τέλος πάντων), έγινε ντόρος δηλαδή! Αυτή δεν είναι πιο πρόσφορη τακτική διεκδίκησης;

-Διάβασα οτι οι μπάτσοι εξακολουθούν να την πέφτουν άσχημα στους μετανάστες –πότε θα γίνει σχετική πορεία διαμαρτυρίας;

Το επόμενο πράγμα που με εξόργισε με την καινούργια κυβέρνηση έχει να κάνει με τη μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας στο Υπουργείο Παιδείας. Υπενθυμίζω οτι πριν τις εκλογές του ’07 ο Γιωργάκης έλεγε οτι θα κάνει Υπουργείο Έρευνας και Τεχνολογίας. Τώρα φαίνεται οτι η θέση του τροποποιήθηκε λιγάκι –κι από το αυτόνομο Υπουργείο κατέληξε στο πάκτωμα της Έρευνας και της Τεχνολογίας κάτω από την ταμπέλα του Παιδείας (μάλιστα, δεν καταδέχτηκαν να αναφέρουν ούτε καν στον τίτλο του καινούργιου Υπουργείου την Ε&Τ –φαίνεται οτι η «Δια βίου μάθηση» είναι σημαντικότερη!) Η προσωπική μου άποψη είναι πως η Ε&Τ θα έπρεπε να ενταχθεί στο Υπουργείο παραγωγικών φορέων με το μακρινάρι όνομα στο οποίο προΐσταται η Κατσέλη. Επειδή πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός και φυσικά ξεχωριστή χρηματοδότηση για την πρωτοβάθμια έρευνα (δηλαδή τα μεταπτυχιακά των πανεπιστημιών) και την δευτεροβάθμια (ή αλλιώς εφαρμοσμένη) έρευνα.

Κατά τα λοιπά, δεν έχω όρεξη ν΄ασχοληθώ με τα παιχνιδάκια του ΚΚΕ στο λιμάνι του Πειραιά ή με το ξύλο έξω από το Υπουργείο Εργασίας –όλα αυτά τα θεωρώ ξεκαθαρίσματα λογαριασμών μεταξύ πολιτικών (κομματικών) συμμοριών, ας βγάλουν λοιπόν τα μάτια τους μόνοι τους και να προσέξουν μη μας λερώσουν.

Θέλω όμως, κλείνοντας, να σημειώσω μερικά ξεκαρδιστικά ανέκδοτα που αφορούν τις πρώτες μέρες της καινούργιας διακυβέρνησης:

-Βγάλανε ηλεκτρονικές αιτήσεις για την στελέχωση των θέσεων των Γενικών Γραμματέων και έγινε του καφενόβιου –κανονικά! Τριάντα χιλιάρικα αιτήσεις μαζεύτηκαν! Όλοι θέλουν να σώσουν την πατρίδα! Βγήκε μετά το προσχέδιο της υπουργικής απόφασης περί κρατικών αυτοκινήτων κι έγινε του μπλόγκερ το τεμπλέιτ! Έτρεξε κόσμος και ντουνιάς να αφήσει το βαρύγδουπό του σχόλιο. Ανοιχτή διακυβέρνηση μαδερφάκιορες! Γουστάρω –καλά κάνουν όσοι ασχολούνται. Αλλά γιατί έχω την εντύπωση οτι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ανήκουν στην κατηγορία «όλοι ίδιοι είναι –τίποτα δεν αλλάζει»; Αποφασίστε ρε γευσιγνώστες –θα συγκυβερνήσετε μαζί με την κυβέρνηση του Γιωργάκη ή θα απαξιώσετε; Γιατί κάπως σε σχιζοφρένεια μου κάνει η στάση σας.

-Παρουσίασε αυτή η Μπιρμπίλη την πρόταση νομοσχεδίου για τους ημιυπαίθριους, είπε ο Μπένι οτι θα καταργηθεί η θητεία σε αεροπορία-ναυτικό, άνοιξα κι εγώ τηλεόραση να ενημερωθώ περί των γεγονότων. Ανακάλυψα λοιπόν οτι οι ρεπόρτερς λειτουργούν ακόμα επηρεασμένοι από το σύνδρομο Βατοπεδίου –τουτέστιν ψάχνουν σκάνδαλα παντού, ψάχνουν αυτούς που ευνοούνται φωτογραφικά από τον κάθε νόμο... Έλεγε ο βλάκας σχολιάζοντας την κατάργηση της θητείας «τώρα αυτοί που βολεύονται είναι οι μόνιμοι, επειδή θα στελεχώσουν τις λουφαδόρικες θέσεις που θα απελευθερωθούν»!! Και δεν σκέφτηκε οτι οι λουφαδόρικες θέσεις έγιναν για να βολευτούν τα βύσματα που υπηρετούσαν σε αεροπορία-ναυτικό κι εφόσον πλέον δεν θα υπηρετούν βύσματα δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης και οι θέσεις! Ούτε σκέφτηκε οτι ακόμα και μια λουφαδερή θητεία είναι χαμένος χρόνος από τη ζωή των ανθρώπων, άρα καλώς καταργείται! Παρουσίαζε ο άλλος την πρόταση της Μπιρμπίλη κι απ΄ότι κατάλαβα θα πληρώνουν οι ιδιοκτήτες ημιυπαίθριων ένα ποσό που θα αντιστοιχεί στην αγορά ίσης έκτασης γης για τη δημιουργία χώρου πρασίνου στην πόλη. Ποιος θα αγοράζει την έκταση; Το κράτος. Από ποιον θα την αγοράζει; Ενίοτε από τον εαυτό του! Άρα, το τίμημα νομιμοποίησης των ημιυπαίθριων θα είναι συμβολικό, όχι ως προς το καταβαλλόμενο ποσό, αλλά ως προς την αιτιολογία πληρωμής του. Αναρωτιέται λοιπόν ο εμπειρογνώμονας δημοσιοβλάκας: «και τι θα γίνει όταν δεν θα υπάρχουν άλλοι χώροι πρασίνου να αγοραστούν;» Φοβερός! Είδε τη ρύθμιση σαν υιοθεσία παιδιού από την Αφρική ο τύπος, όπως εκεί σου δίνουν μια φωτογραφία για να βλέπεις το παιδί που του πληρώνεις τα έξοδα –έτσι κι εδώ θεώρησε οτι θα σου δίνουν μια φωτογραφία με γκαζόν και θα σου λένε «να το πράσινο που υιοθέτησες για το καλό της κοινωνίας»! Σκάσανε και κάτι πονηρότεροι των πονηρών που διερωτήθηκαν: «Πόσες εταιρείες φέρνουν στην Ελλάδα υβριδικά 1.400 κυβικών; Μήπως τα φέρνει μόνο μία και άρα ο Παπανδρέου τ΄αρπάζει απ΄αυτούς;» Τ΄αρπάζει για να αγοράσει πόσα; 300 αμάξια; 350; Τόσο τσίπης ο Γιωργάκης; Εντάξει, εγώ το έχω χεσμένο το περιβάλλον και θεωρώ τα υβριδικά μαλακισμένο τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος –αλλά όλοι αυτοί οι ευαίσθητοι, τι προτείνουν; Να καίνε ένα σκασμό βενζίνη στο χιλιόμετρο τα θηριώδη τζιπ επειδή υπάρχει μόνο μια μάρκα υβριδικών στην αγορά;

-Ανακοίνωσε αυτός ο αντιαισθητικός Λοβέρδος οτι καταργούνται τα δημόσια stage (τουτέστιν καταργείται η παρανοϊκή κατάρτιση σε δημόσιους φορείς -η κατάρτιση έχει σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας για να βγεις στην αγορά εργασίας -τι δουλειά έχει σε όλα αυτά το Δημόσιο; πότε ζήτησαν υπαλλήλους με εργασιακή εμπειρία οι δημόσιοι φορείς;). Βγήκαν που λες οι μοιρολογίστρες των καναλιών να τσιρίξουν περί των ατόμων που απολύονται και οδηγούνται στην ανεργία! Ρε μάγκες, τα stage είναι κατάρτιση ανέργων -ποιοι οδηγούνται στην ανεργία; "Δούλευαν", λέει "στο Δημόσιο για 3,4,5 χρόνια και τώρα τους διώχνουν!" Κούκλες μου, τα stage είναι ΑΥΣΤΗΡΑ περιορισμένης διάρκειας, συνήθως 18 μηνών. Αν κάποιος κράτησε τον ίδιο καταρτιζόμενο όταν τέλειωσε το 18μηνο αντί να φέρει άλλον στη θέση του -τότε αυτός ο κάποιος πρέπει να μπει φυλακή. Επειδή άλφα έχει παραβεί τον νόμο Παυλόπουλου και βήτα έχει προξενήσει βλάβη σε άλλους πολίτες. Έχει φάει και τα λεφτά της Ε.Ε. που ούτε τα δημόσια stage εγκρίνουν, ούτε και τις παρατάσεις τους -εντάξει;

Άφησα για το τέλος μια πραγματικά καλή εξαγγελία της κυβέρνησης –κι αυτή είναι οτι θα πάρουν υπηκοότητα τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και θα βγουν από τις φυλακές όσοι κρατούνται μόνο λόγω ληγμένης βίζας. Βάλε σ΄ αυτά και την πρόθεσή τους να δώσουν δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στους αλλοδαπούς στις επόμενες νομαρχιακές εκλογές –θετικά μου ακούγονται τέτοια πράγματα. Και μακάρι να τα κάνουν.

Αυτά λοιπόν και -πως με βλέπεις; Είμαι καλός για απολογητής της κυβέρνησης; Αν ναι, μην ξεχάσεις να με λινκάρεις στη σελίδα της «Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» μπας και με προσέξει ο Γιωργάκης και με κάνει τίποτα βοηθό του Πεταλωτή ξέρω ΄γω... ΄Νταξει;

Παρασκευή, Οκτώβριος 16, 2009

8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"

Ξύπνησα από μια βαριά ανάσα που δεν μπορούσε παρά να είναι η δική μου. Πιασμένος, κράμπες στην πλάτη και στα μπράτσα –ξύπνησα μέσα στα αίματα. Τα δικά της αίματα. Που είχαν κάνει κρούστα στο πλάι του λαιμού μου, που είχαν κοκκαλώσει το πουκάμισό μου –ξύπνησα στην αγκαλιά της με δυο λόγια.

Έξω είχε ξημερώσει αραιή βροχή –κάποιος ήλιος μαλακιζόταν μπαινοβγαίνοντας πίσω απ΄ τα σύννεφα.
«Καλημέρα», της είπα.
Δεν απάντησε.

Την ακούμπησα μαλακά στο κρεβάτι και στριφογύρισα στο δωμάτιο, η μέρα ξεκινούσε κι είχα πολλά να κάνω. Έπρεπε να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου, έτρεξα στο μπάνιο, άνοιξα τις βρύσες, άρχισα να καθαρίζομαι. Νερό ζεστό, νερό χλιαρό, νερό κρύο –Εκείνη ήταν νεκρή κι εγώ πάλι μόνος. Σαπούνι σε ανοιχτά μάτια, αρωματικό σαπούνι –ποιος θα με υποχρέωνε να την παρατήσω πίσω; Νερό ζεστό, νερό κρύο - σ΄ένα βουνίσιο σπίτι με θέα τη θάλασσα κι αγριοτριανταφυλλιές που στεφανώνουν τα παράθυρα, από κει θα χαζεύαμε τα χρόνια να περνάνε. Σκουπίστηκα προσεκτικά και ξαναντύθηκα. Εκείνη φοβόμουν να την πλύνω μην τη χαλάσω.

Άνοιξα την πόρτα μια χαραμάδα, κοίταξα στο διάδρομο –ησυχία. Το ασανσέρ ήταν στην άλλη άκρη του διαδρόμου, περίπου 10 δωμάτια απόσταση. Δεν θα δυσκολευόμουν να το φτάσω, έλπιζα μόνο να μην έχει κανέναν άλλο μέσα. Έκλεισα πάλι την πόρτα, άναψα τσιγάρο και την κοίταξα. Αναπαυόταν.

Μάζεψα τα ρούχα μου, τη φόρτωσα στην πλάτη κι αφού κρυφοκοίταξα από τη χαραμάδα ξεχυθήκαμε στον διάδρομο. Δεν ήταν βαριά, ακόμα και πεθαμένη παρέμενε πουπουλένια. Πίεσα νευρικά το κουμπί του ασανσέρ, χτύπαγα το πόδι στη μοκέτα μέχρι να ακινητοποιηθεί μπροστά μας η καμπίνα –αν δεν ήμουνα τόσο ηλίθιος θα είχα φροντίσει να καλέσω πρώτα το ασανσέρ και να ξεμπουκάρουμε αμέσως μετά. Ευτυχώς οι περιστάσεις βοηθάνε τους ηλίθιους –γι΄αυτό άλλωστε είναι τόσο πολλοί στη γύρα, σε διαφορετική περίπτωση θα είχαμε πνιγεί με το σάλιο μας την ώρα που κοιμόμαστε. Το ασανσέρ ήταν άδειο, μπήκαμε, έκλεισα, πάτησα το κουμπί για κάτω. Υπόγειο πάρκινγκ. Κατεβήκαμε έναν όροφο απαλά. Έναν ακόμα. Πλησιάζοντας στον επόμενο η καμπίνα πήρε να φρενάρει –οι συρταρωτές πόρτες ετοιμάζονταν ν’ ανοίξουν. Τράβηξα τον μοχλό της αναγκαστικής στάσης, ακινητοποιηθήκαμε και το φωτάκι ορόφου αναβόσβησε –περίμενα λίγο. Μετά ξεμπλόκαρα το ασανσέρ και συνεχίσαμε την κάθοδο χωρίς άλλα εμπόδια. Η καμπίνα μας ξέβρασε στο υπόγειο, βρώμαγε σα φουγάρο καθαριστηρίου εκεί μέσα. Κοίταξα τριγύρω, δεν είχα όρεξη να πέσω σε κόσμο. Και μετά στάμπαρα την Άλφα – μας περίμενε υπομονετικά, δίπλα σε μια τσιμεντοκολώνα.

Την έβαλα στη θέση του συνοδηγού και βιάστηκα να χωθώ πίσω απ΄το τιμόνι, ξεκινήσαμε. Φυσικά, όπως σε κάθε πάρκινγκ χλιδάτου ξενοδοχείου, υπήρχε κι εδώ μια μπάρα που έκλεινε την έξοδο. Βλαστήμησα αλλά δε ήθελα να τη σπάσω, δεν μου πήγαινε καρδιά να χαράξω την Άλφα, οπότε περίμενα να έρθει πιο κοντά ο μπεχλιβάνης παρκαδόρος. Που ήταν διαφορετικός από τον χτεσινοβραδινό.
«Ο κύριος;» με ρώτησε χαμογελαστός χώνοντας την κεφάλα του στο ανοιχτό μου παράθυρο.
«Ποιος κύριος; Α, αυτός ο κύριος!» έκανα δήθεν μπερδεμένος όσο τράβαγα το Βάλτερ και το έφερνα κολλητά στη μύτη του. «Αυτός ο κύριος μπορεί να σου κάνει τα μούτρα κιμά αν δεν ανοίξεις επιτόπου τη μπάρα. Κατάλαβες;»
Δεν χρειαζόταν να προσθέσω τίποτα περισσότερο, ο παρκαδόρος φαινόταν έξυπνο παιδί. Τσακίστηκε να πατήσει το κουμπί, τα σιρίτια του ανέμιζαν όσο η μπάρα σηκωνόταν και μετά γίναμε καπνός.

Η πόλη ήταν ασχημότερη από κάθε άλλη μέρα, βιαστικά αυτοκίνητα άλλαζαν λωρίδες στη λεωφόρο, νευρικοί άνθρωποι πετάγονταν πίσω από σκουπιδοτενεκέδες. Βρώμαγε σάπιο λάχανο εκεί έξω κι αυτό θα έμοιαζε ασήμαντο αν δεν είχα μια νεκρή γυναίκα δίπλα μου. Νεκρή ε; Την κοίταξα βιαστικά –είχε το αριστερό χέρι ακουμπισμένο στα γόνατά της, η παλάμη μισόκλειστη, τα μαλλιά έπεφταν στο πρόσωπό της. Ήταν ομορφότερη από όλες τις γυναίκες που έτυχε να γνωρίσω κι ο θάνατος δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να τη χαλάσει. Πιέστηκα να μην την ξανακοιτάξω, είχα κάτι να κάνω και δε μ΄έπαιρνε για σαλιαρίσματα. Έβλεπα στον καθρέφτη τα αυτοκίνητα πίσω μου, μετρούσα, κανένα δεν κάθισε εκεί για περισσότερο από δυο λεπτά –κανένας δεν φαινόταν να με ακολουθεί. Οι μπάτσοι ομοίως άφαντοι. Είχα ρέντα, για την ώρα.

Άφησα τη λεωφόρο και μπήκα σ΄ένα δρόμο διπλής κατεύθυνσης, η συνοικία πήρε να φτωχαίνει απότομα. Χρειαζόμουν μια τέτοια συνοικία, με πλατεία, περίπτερα και έρημα μαγαζιά. Δεν άργησα να τα βρω όλα αυτά. Ούτε μου πήρε πολύ χρόνο να σταμπάρω το Γραφείο Τελετών που έχασκε μισοκοιμισμένο δίπλα σε ένα λουλουδάδικο, έκοψα ταχύτητα, το προσπέρασα κοιτάζοντας μέσα. Ένας υπάλληλος χάζευε τηλεόραση, έκανα γύρο το τετράγωνο και ξαναβρέθηκα μπροστά του. Πάρκαρα, τη σκέπασα με το μπουφάν μου και βγήκα έξω. Με το Βάλτερ στη ζώνη, κρυμμένο κάτω απ’ το πουκάμισο.
«Καλημέρα», ευχήθηκα στον υπάλληλο.
Σήκωσε το κεφάλι βαριεστημένα. Ήταν περίπου στην ηλικία μου -πεθαμένα μάτια και σκαμμένο πρόσωπο, έδειχνε αποκαμωμένος.
«Καλημέρα σας», είπε. «Καθίστε!»
Κάθισα.
«Λοιπόν; Τι μπορούμε να κάνουμε για σας;» αναρωτήθηκε μεγαλόφωνα.
«Για μένα τίποτα –απ΄ότι φαίνεται», σχολίασα.
«Σωστά!» χαμογέλασε.
«Θέλω να ρωτήσω κάποια πράγματα...»
«Σας ακούω», αναστέναξε γέρνοντας προς το μέρος μου.
«Ήθελα να μάθω αν εσύ είσαι ο κουμανταδόρος εδώ μέσα...»
Απόρησε.
«Δικό σου είναι το μαγαζί ή είσαι υπάλληλος;» ρώτησα.
«Τι σχέση έχει αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Όλα έχουν σχέση όταν έχουμε να κάνουμε με θάνατο», έκανα δήθεν θυμόσοφα.
«Σωστά!» παραδέχτηκε. «Λοιπόν, το μαγαζί είναι δικό μου...»
«Και το κρατάς μόνος σου;»
«Όχι –έχω κι ένα βοηθό για τα βράδια...»
«Εντάξει. Την περιποίηση ποιος την κάνει;»
«Περιποίηση;»
«Στον πεθαμένο βρε παιδί μου! Πλύσιμο, χτένισμα, ράψιμο, σενιάρισμα...»
«Ααα! Εγώ!»
«Μπράβο, θα βρούμε άκρη!» τον καθησύχασα.
«Δηλαδή;»
«Κάτι τελευταίο. Από βαλσάμωμα πως πάμε;» ρώτησα σιγά.
«Δεν καταλαβαίνω! Για άνθρωπο μιλάμε ή για παπαγάλο;» ξίνισε κάπως.
«Τι παπαγάλους λες τώρα βρε παιδί μου! Σου μοιάζω για Κάπτεν Χουκ;» πετάχτηκα.
«Όχι αλλά...»
«Εντάξει, μην το κουράζουμε. Κατέχεις τίποτα από βαλσάμωμα; Για να διατηρηθεί το σώμα κάποιον καιρό, με εννοείς;»
«Σας εννοώ...»
«Ναι, αλλά ακόμα να μου απαντήσεις!»
«Το Γραφείο μας έχει τη δυνατότητα...»
«Καλά –κόψε τη λεζάντα. Μπορείς να την κάνεις τη δουλειά;»
«Μπορώ», είπε σιγά.
«Όμορφα! Σήκω τώρα κι έλα να με βοηθήσεις να τη μεταφέρουμε».
Πάγωσε στην καρέκλα του.
«Ποια να μεταφέρουμε;» ρώτησε.
«Αυτή που χρειάζεται βαλσάμωμα ρε παιδί μου –ποια άλλη;» αγανάκτησα.
«Μα...»
Δε θα βγάζαμε άκρη έτσι όπως το πήγαινε ο λεχρίτης. Τράβηξα λοιπόν το Βάλτερ και το ακούμπησα στο τραπέζι μπροστά του. Το κοίταξε και κόλλησε.
«Δεν θέλω να γίνω κακότροπος, μη με αναγκάσεις», τον συμβούλεψα. «Ακολούθα με».
Μάζεψα το Βάλτερ και ξεκίνησα για την πόρτα, ο νεκροθάφτης ήρθε πίσω μου. Φτάσαμε στο αυτοκίνητο, έκοψα κίνηση –λίγα πράγματα –άνοιξα την πόρτα και την έπιασα από τους ώμους.
«Πιάσε από τα πόδια», του ζήτησα κι έτσι ακριβώς έκανε.
Ξαναμπήκαμε μέσα.
«Κλείδωσε και γύρνα ταμπέλα», απαίτησα.
Εντάξει κι αυτό.

Την πήγαμε στο πίσω δωμάτιο του Γραφείου, μύριζε εμετικά -πολυκαιρισμένους κρίνους -εκεί μέσα. Αναγούλιασα λίγο, αλλά κρατήθηκα. Την ακουμπήσαμε σε ένα μαρμάρινο λεκιασμένο πρώην λευκό πάγκο, έκανα πίσω νιώθοντας πάγο στα κόκαλά μου. Άραγε να ένιωθε κι Εκείνη το κρύο; Ανατριχιάζουν οι πεθαμένοι;
«Λοιπόν, ξεκίνα το βαλσάμωμα», του είπα.
«Θα προτιμούσα να το λέμε ΄ταρίχευση’ αν δε σε πειράζει», μουρμούρισε.
«Πες το όπως θες αλλά κάντο όσο καλύτερα μπορείς», του ξέκοψα.
Ακούμπησα την πλάτη στον τοίχο, τράβηξα το πακέτο από την τσέπη μου όσο ο νεκροθάφτης την έγδυνε.
«Μην καπνίσεις εδώ μέσα», μου ζήτησε.
«Όσο ζούσε δεν την πείραζε», απάντησα.
«Δεν είναι αυτή το θέμα πλέον», μου εξήγησε.
«Πάντα Αυτή θα είναι το θέμα –μην το ξαναπείς αυτό», τσαντίστηκα.
Αλλά δεν μπορούσα να βλέπω, δεν άντεχα –το κορμί της...
«Πάω έξω», του είπα αφού πρώτα σιγουρεύτηκα οτι το δωμάτιο δεν είχε άλλες πόρτες. Δεν ήθελα να μου την κοπανήσει από πουθενά ο μάστορας.

Ακούμπησα στην κλειστή πόρτα, άναψα το κωλοτσίγαρο με το αυτί κολλημένο στο ξύλο. Ήξερα τι της έκανε εκεί μέσα -βγάζουν τα σπλάχνα, ρίχνουν χημικά παντού, αδειάζουν το σώμα από τα εσωτερικά όργανα, το ξεραίνουν για να μην τουμπανιάσει –ήξερα τι της έκανε κι άκουγα τα εργαλεία να δουλεύουν στο κορμί της, άκουγα χωρίς να θέλω. Δάκρυα πολλά κι ένας πόνος ερπετό –ξεκίνησε από το στήθος, νέκρωσε την καρδιά μου, μπλόκαρε το λαιμό μου, έφτασε μέχρι τα μηνίγγια κι εκεί πέρα τυλίχτηκε σφίγγοντάς με σαν στεφάνι από ηλεκτροφόρο σύρμα. Έψαξα να βρω την αναπνοή μου μέσα από μύξες που τρέχανε στα μάγουλά μου –δάγκωσα την κάνη του Βάλτερ, αφού δε μου απέμενε ανάσα καλύτερα να πήγαινα να τη βρω... Σταμάτησα απότομα, άκουγα κάτι παράταιρο εκεί μέσα, σταμάτησα με την κάνη ακόμα σκαλωμένη στα δόντια –ένιωσα πολύ γελοίος. Από εκεί πίσω ακούγονταν διαδοχικά φλας και ένα κλείστρο φωτογραφικής μηχανής ν΄ανοιγοκλείνει. Έσκασα την πόρτα μια χαραμάδα, κοίταξα μέσα, ο πούστης τη φωτογράφιζε! Ξανάκλεισα την πόρτα, αποτελείωσα το τσιγάρο.

Πέταξα μετά τη γόπα στο πάτωμα κι έμεινα ακίνητος, όλος αυτιά, να περιμένω. Εργαλεία, ησυχία, κλείστρο φωτογραφικής και πάλι απ΄την αρχή. Πήρε κοντά μια ώρα η όλη υπόθεση κι εγώ προσπάθησα να υπολογίσω τις επόμενες κινήσεις μου μπας και ξεχάσω τι γινόταν στο μέσα δωμάτιο. Το μυαλό μου δούλευε με κομματιασμένες εικόνες, σκηνές από τα «προσεχώς» -οδήγηση με χαμηλωμένα φώτα σε δρόμους διαμπερείς, αναμονή σε σκοτεινές γωνιές μέχρι να ξεμπερδέψω με τα χρωστούμενα... Μετά θα την πήγαινα σ΄εκείνο το βουνίσιο σπίτι με θέα....

Η πόρτα άνοιξε πίσω μου, πετάχτηκα από το σπρώξιμο.
«Εντάξει, τελειώσαμε», είπε ο νεκροθάφτης.
Δεν τον άφησα να βγει από το δωμάτιο, μπήκα δίπλα του, έκλεισα την πόρτα και ακούμπησα πάνω της. Εκείνη ήταν ξαπλωμένη ακόμα στον μαρμάρινο πάγκο, φορούσε ένα ριχτό μαύρο φόρεμα που της έφτανε μέχρι τα γόνατα.
«Είπα να τη ντύσω κιόλας, επειδή τα ρούχα της ήταν χάλια...» μουρμούρισε ο νεκροθάφτης.
«Καλά έκανες», απάντησα άκεφα.
«Θες να τη βάψω;» με ρώτησε.
«Να τη βάψεις;»
«Ναι –ξέρεις –ρουζ, κραγιόν, τέτοια...»
«Άστο για την ώρα, δε μας έχουν καλέσει πουθενά επίσημα...» είπα αφηρημένα.
«Όπως θες...» απάντησε. Είδα την κούραση να ξεπηδάει από τους πόρους του δέρματός του, αλλά μπορεί και να ‘ταν φόβος.
«Τι σου οφείλω;» τον ρώτησα.
«Για το...» έδειξε να υπολογίζει από μέσα του. «Άστο, δεν κάνει τίποτα», είπε στο τέλος.
«Ε πως! Τζάμπα το βαλσάμωμα, τζάμπα και η φωτογράφηση! Θα μπεις μέσα, θα το κλείσεις το μαγαζί έτσι όπως πας!» σχολίασα.
Με κοίταξε τρομοκρατημένος.
«Οι φωτογραφίες...» ξεκίνησε να λέει.
«Ναι –πες μου γι΄αυτές. Γιατί τις έβγαλες; Για να τραβάς μαλακία τα βράδια ή για να τις πουλήσεις στους μπασκίνες;» ρώτησα ήρεμα.
«Όχι δεν είναι έτσι...» διαμαρτυρήθηκε.
«Τίποτα δεν είναι έτσι, αλλά δεν έχω χρόνο για σκάλισμα», του εξήγησα σηκώνοντας το Βάλτερ.
«Σε παρακαλώ!» τσίριξε με σπασμένη φωνή.
Κατέβασα το Βάλτερ, δεν άντεχα τα κλαψουρίσματα.
«Κάτσε», του ζήτησα.
Σωριάστηκε σε μια πλαστική καρέκλα δίπλα στον πάγκο –δίπλα της.
«Μη με σκοτώσεις δε θα πω κουβέντα!» μουρμούρισε.
«Σκάσε», φώναξα. Η κατάσταση άρχιζε να μου τσιτώνει τα νεύρα. «Που είναι η φωτογραφική μηχανή;»
Μου έδειξε ένα συρτάρι αριστερά του, πήγα εκεί, το άνοιξα, βρήκα τη μηχανή. Την πέταξα στο πάτωμα και την έλιωσα κάτω απ’ τη μπότα μου .
«Θα σου πω μια ιστορία», ψιθύρισα ανάβοντας καινούργιο τσιγάρο. «Γνώρισα αυτή τη γυναίκα πριν λίγες μέρες κι όμως η ζωή μου κόπηκε στα δύο. Πριν και μετά –καταλαβαίνεις τι λέω; Αυτή άρπαξε μια σφαίρα που προοριζόταν για μένα, ο τύπος που την έριξε δήλωνε αρραβωνιαστικός της –περίεργη κατάσταση, δε νομίζεις;»
Τον κοίταξα αμίλητος, βιάστηκε να κουνήσει το κεφάλι δείχνοντας κατανόηση.
«Μια τέτοια γυναίκα εσύ την έβαλες στον πάγκο και τη φωτογράφιζες σαν αξιοθέατο –πάω στοίχημα οτι αν στην άφηνα για κάνα δυο ώρες θα την πήδαγες κιόλας!» μούγκρισα.
«Όχι, όχι...» ξεκίνησε να λέει αλλά τον έκοψα.
«Ή θα μας κάρφωνες στους μπάτσους, επειδή σου ζήτησα να με βοηθήσεις μαζί της, να την φτιάξουμε κάπως, να μην καταντήσει τουμπανιασμένο πτώμα με πύων που θα τρέχει από τα μάτια της, να μη γίνει σιχαμένη... Αυτός είναι για σένα λόγος να με τσιμπήσουν οι μπάτσοι;»
«Όχι, όχι –δεν...» άρχισε πάλι το κλαψούρισμα, σε λίγο θα τρέχανε οι μύξες μέχρι το σαγόνι του.
Δεν το άντεχα αυτό, δεν μπορούσα να βλέπω ανθρώπους να ξεφτιλίζονται –κι έτσι τον πυροβόλησα βιαστικά, τον πέτυχα στο στήθος, εκείνος έπεσε πίσω, παρασέρνοντας την καρέκλα. Πήγα πάνω του και τον αποτελείωσα –να μη βασανίζεται.

Είχε γίνει ένα αποκρουστικό πατσαβούρι η μούρη του, σταμάτησα λοιπόν να τον κοιτάζω, γύρισα προς τον πάγκο –Εκείνη ήταν τόσο όμορφη!
«Δεν τελειώσαμε ακόμα μωρό μου», της είπα απαλά. «Θυμάσαι; Στο ΄χα πει –δεν θα σ΄αφήσω ακόμα κι αν το θελήσεις».
Τη σήκωσα στα χέρια μου, κλώτσησα το κορμί του νεκροθάφτη που μου έκλεινε το δρόμο βγήκαμε από το πνιγηρό δωμάτιο.

Ξεκλείδωσα την κεντρική πόρτα, πήγαμε προς την Άλφα, στο δρόμο διασταυρωθήκαμε με μια παρέα πιτσιρικάδων που έχασκαν χαζεύοντάς μας.
«Είναι να μη μπλέξεις με ψόφια γκόμενα...» τους είπα κλείνοντας το μάτι.
Γέλασαν απορημένα όσο την έβαζα πάλι στη θέση του συνοδηγού. Μετά γύρισα πίσω, κλείδωσα την πόρτα του Γραφείου Τελετών και πέταξα τα κλειδιά στον κοντινότερο υπόνομο. Αν ήταν τυχερός ο νεκροθάφτης θα του κάνανε παρέα οι βρικόλακες εκεί μέσα, αλλιώς θα σάπιζε μοναχός του μέχρι να τον ανακαλύψουν από τη βρώμα.

Πάτησα το γκάζι και η Άλφα Τζουλιέτα ξεκόλλησε από την άσφαλτο έτοιμη να μασήσει χιλιόμετρα. Έπρεπε να βρω κάποιο μέρος για να ξεκουράζεται Εκείνη, δεν μπορούσα να την τραβάω μαζί μου όσο θα κυκλοφορούσα στην πόλη. Και τα ξενοδοχεία αποκλείονταν –πως να την πέρναγα κουβαλητή στην πλάτη μπροστά από τους ρεσεψιονίστ; Έπρεπε να βρω κάποιο πρόσκαιρο σπίτι, ένα μέρος με ανεξάρτητη είσοδο –καταφύγιο για λίγες μέρες. Κοίταξα ασυναίσθητα τριγύρω, περνούσα τους δρόμους σαν πλάνα βαρετής ταινίας, δεν ήξερα ούτε καν που βρισκόμουν.
«Έχεις καμιά προτίμηση; Κήπο ας πούμε, ή μεγάλη οθόνη τηλεόρασης, λίβινγκ ρουμ ανατολικό ή μεσημβρινό;» τη ρώτησα.
Δεν περίμενα απάντηση, λογικό ήταν αφού δεν ήξερε τόσο καλά την πόλη. Όσο οδηγούσα μου πέρναγαν τα τσιμπήματα στους ώμους από τον προηγούμενο σκοτωμό, άνοιξα το παράθυρο, νιώσαμε άνετα. Σκέφτηκα τότε οτι της άξιζε ένα όμορφο σπίτι για όσο θα μένανε στην πόλη, κάτι παραθαλάσσιο ίσως, πέρα απ΄τις νότιες συνοικίες –εκεί που οι πλούσιοι αφήνουν τα εξοχικά τους έρημα όσο διαρκούν οι βροχερές μέρες. Βέβαια η βροχή είχε κόψει ώρα τώρα, αλλά ο ουρανός παρέμενε δέκα καντάρια μολυβένιος. Θυμήθηκα λοιπόν αυτό το σπίτι που χρησιμοποιούσαμε παλιά –πιτσιρικάδες, όταν χρειαζόμασταν καβάτζα για να πηδήξουμε. Ο Ματάκιας το είχε σταμπάρει το σπίτι, απομονωμένο, μ΄ένα μαύρο λυκόσκυλο για φύλακα, χτισμένο στα βράχια πάνω απ΄τη θάλασσα. Το παρακολουθούσε πάνω από μήνα κι έπιανε φιλίες με το ψοφόσκυλο όσο ήταν μέσα οι ιδιοκτήτες –κάποιοι περίεργοι τύποι που γυρίζανε ταινίες ή κάτι τέτοιο. Εκείνον το χειμώνα φύγανε οι ιδιοκτήτες, ο Ματάκιας μας πήγε πρώτα στο σπίτι για εξερεύνηση, ταΐσαμε κάτι κόκαλα κλεμμένα από ταβέρνα το σκυλί και πηδήξαμε τα κάγκελα. Σπιταρόνα! Εγώ τότε τραβιόμουνα με κάτι διάφορες, τελείωνα το γυμνάσιο και ήμουνα στην ομάδα στίβου, δεν είχα ξεκινήσει ακόμα το μποξ. Τελευταία φορά πέρασα απ΄το σπίτι πριν κάτι αιώνες κι ο Ματάκιας ήτανε πάνω από 10 χρόνια πεθαμένος –«έμφραγμα» είπαν στην αρχή. Μετά έμαθα από κάτι άκρες οτι τα πράγματα έγιναν κάπως αλλιώτικα, δηλαδή όντως πήγε από έμφραγμα ο Ματάκιας, αλλά τον είχαν με το κεφάλι χωμένο σε μια ξεχειλισμένη μπανιέρα όταν το έπαθε –κάτι φράγκα λείπανε από τα συνοικιακά ντηλέρια και νόμιζαν οτι τα πήρε αυτός, κάπως έτσι γίνανε τα πράγματα. Στην κηδεία του δεν πήγα, αλλά τη μέρα που τον θάψανε έλιωσα τα μούτρα ενός μπάρμαν που μου ζήτησε να του αδειάσω τη γωνιά για να κλείσει το μαγαζί του. Μου έλειπε πολύ ο Ματάκιας, ήταν εντελώς αρχίδι αλλά πολύ μεγάλος χαβαλές.
«Ομορφούλα, ετοιμάσου να ζήσεις τη μεγάλη ζωή», της είπα αλλάζοντας λωρίδα στη λεωφόρο και ξεκινώντας για τις νότιες συνοικίες.
Την ένιωσα να κουνιέται λίγο στο στρίψιμο του τιμονιού –ευτυχώς που δεν ήταν σε φάση να μου απαντήσει, θα με τρέλαινε στην καζούρα!

Αλλά έτσι είναι η ζωή, τα καλύτερα στα δίνει όταν δεν μπορείς πια να τα πάρεις.

Τετάρτη, Οκτώβριος 14, 2009

"Και πριν σε πουν Ροτβάιλερ πως σε έλεγαν; Τσιουάουα;"

Τα τελευταία λεπτά της παράστασης έχουν παιχτεί πίσω από την κλειστή κουρτίνα –ουρλιαχτά, ήχοι πάλης, ωμή βία –εμείς απέξω μπορούμε να δούμε μόνο τις προβολές κάποιας κάμερας στην κλειστή κουρτίνα. Η κάμερα κινείται πίσω από την κουρτίνα, τρεμοπαίζει, αναβοσβήνει, παραπαίει, βλέπουμε αποσπασματικές σκηνές και αζουμάριστα πλάνα του χώρου –αυτά τα πλάνα μας τρομάζουν περισσότερο. Η παράσταση τελειώνει μέσα στην ωμή βία. Οι ηθοποιοί βγαίνουν μπροστά από την κλειστή κουρτίνα και υποκλίνονται. Παγωμάρα! Κανένας από τους θεατές δεν χειροκροτεί! Ο Δημήτρης Λάλος είναι ο παλιότερος από τους ηθοποιούς της ομάδας, που μας κοιτάζουν σαστισμένοι από τη σκηνή. Μουρμουρίζει, «δύσκολο, ήταν πολύ δύσκολο τελικά!» Τότε συνειδητοποιούμε οτι οι τέσσερις ηθοποιοί πάνω στη σκηνή είναι κυριολεκτικά χωρίς ανάσα –ασθμαίνουν προσπαθώντας ακόμα να συνέλθουν. Χειροκροτούμε. Μουδιασμένα πολύ. Οι ηθοποιοί αποχωρούν και δεν ξαναβγαίνουν για δεύτερο μπιζάρισμα.


Η παράσταση είναι το «Ροτβάιλερ», το θέατρο είναι το «επί Κολωνώ» κι εγώ δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα άλλη φορά στη ζωή μου!

Αμέσως μετά βγαίνουμε στην αυλή του θεάτρου, έχουν εκεί κάτι τραπέζια, καθόμαστε να καπνίσουμε μπας και συνέλθουμε. Αποφασίζουμε να παραγγείλουμε ποτά, η Όλγα μας ξεκαθαρίζει, «συγνώμη παιδιά αλλά εγώ δεν πρόκειται να ξανάρθω εδώ πέρα!» η Tomboy σηκώνεται να παραγγείλει στο μπαρ –πέφτει πάνω στον Λάλο. «Μας ρημάξατε σήμερα», του λέει. Ο Λάλος είναι ακόμα αμήχανος –προσπαθεί να χαμογελάσει, παίρνει ένα ποτό, μιλάει με τον μπάρμαν, «δεν χειροκροτούσε κανείς, φρικάραμε κανονικά», σχολιάζει. Έχουμε έρθει στο θέατρο με αυτοκίνητο, έχω παρκάρει μπροστά από απαγορευτικό για γκαράζ –σηκώνομαι να δω αν έχω ακόμα πινακίδες. Περνάω από το μπαρ, ο Λάλος είναι ακόμα σοκαρισμένος, τον χτυπάω στην πλάτη, «μπράβο, ήσασταν πολύ καλοί», του λέω. Κάποια αμηχανία με μισά χαμόγελα. «Που πάτε; Τώρα δεν παραγγείλατε ποτά;» με ρωτάει. Του εξηγώ περί παράνομου παρκαρίσματος, ανάθεμα κι αν καταλαβαίνει τίποτα απ΄όλα αυτά, βγαίνω έξω, το αμάξι ακέραιο στη θέση του, επιστρέφω, «όλα εντάξει;» με ρωτάει. «Όλα εντάξει», απαντάω. Κουβέντες αβροφροσύνης.

Έχουμε μείνει τελευταίοι, πίνουμε τα ποτά μας –εγώ, η Tomboy, ο Νίκος ο Χ, η Όλγα.. Βγαίνουν και οι υπόλοιποι ηθοποιοί -χαιρετιόμαστε. Όλα γίνονται πιο ήρεμα πλέον. Πάει –πέρασε κι αυτό. Μάλλον.


Πηγαίνουμε τέσσερα χρόνια στη σειρά στο «επί Κολωνώ». Ξεκινήσαμε από το «Πέναλτι», το μακράν καλύτερο θεατρικό που έχω δει την τελευταία 10ετία. Και φυσικά κολλήσαμε. «Bug», «Penetrator» και τώρα «Rottweiler». Κανένα από τα τρία έργα δεν έφτασε την πληρότητα του «Πέναλτι» -μάλλον πρέπει να κάνουμε μια δέηση στον Γιώργο τον Παλούμπη να ξαναγράψει κάτι! Αλλά τελικά δεν έχει και τόση σημασία. Εμείς πηγαίνουμε κάθε χρόνο για να δούμε την «Ομάδα ΝΑΜΑ». Αυτοί οι τύποι είναι απλώς, ΑΠΑΙΧΤΟΙ.


Μέχρι πέρσι, η Ομάδα είχε βάση τον Λάλο και τον Στάθη Σταμουλακάτο –ο Σταμουλακάτος έφυγε φέτος για να κάνει ταινία με τον Οικονομίδη. Γύρω απ΄αυτούς κινήθηκαν κάποιοι καινούργιοι ηθοποιοί, κάθε χρόνο διαφορετικοί, κάθε χρόνο συγκλονιστικοί. Σε πρώτους και δεύτερους ρόλους. Προσωπική πώρωση η Βάσω Καμαράτου –είχε δεύτερο ρόλο στο «Bug» πριν δυο χρόνια κι ακόμα ανατριχιάζω όταν θυμάμαι την ερμηνεία της, έπαιζε μια τσαμπουκαλού λεσβία με τόσο απλό και άμεσο τρόπο που δάκρυσα στην κυριολεξία! Την πέτυχα να δουλεύει στο μπαρ του θεάτρου την επόμενη χρονιά αλλά ντράπηκα να της μιλήσω – τι να της πω δηλαδή;
Κάτι ακόμα για το "Bug", παρενθετικό. Μετά το θεατρικό είδα την σχετική ταινία στην οποία πρωταγωνιστούσε και καλά η αφρόκρεμα του αμερικάνικου ανεξάρτητου κινηματογράφου. Καμία σύγκριση! Η "Ομάδα ΝΑΜΑ" τους πήρε τα σώβρακα -για να καταλάβεις, ο Σταμουλακάτος ήταν πιο νότιος βλάχος από τον ανάλογο ηθοποιό της ταινίας (ένα φλώρο με φραντζούλα). Και στο ρόλο της αγριεμένης λεσβίας είχαν βάλει κάποιο μοντελοειδές κορίτσι -αν δεν είχα δει την θεατρική παράσταση δεν θα καταλάβαινα οτι πρόκειται περί λεσβίας!


Έγραψα για τον Λάλο και τον Σταμουλακάτο, θέλω να αναλύσω λίγο παραπάνω γι΄αυτούς τους δύο.


Ο Στάθης Σταμουλακάτος είναι ότι πιο απειλητικό έχω συναντήσει σε θεατρική σκηνή! Έχει βλέμμα λίγο πιο άγριο από κλωτσομπουνίδι σε ετοιμοθάνατο, είναι και τεράστιος –όταν κοντοστέκεται στη σκηνή έχω δει κοπέλες να κλείνουν τα μάτια όπως κάνουν στις ταινίες σπλάτερ. Συνηθίζει να επαναλαμβάνει τη φράση του συνομιλητή του κολλώντας της απλά είναι «έτσι ε;» για κλείσιμο κι εσύ μένεις να υπολογίζεις πόση ώρα απομένει στον άλλο μέχρι να τον βάλει κάτω ο Σταμουλακάτος και να τον πατήσει στο λαιμό. Φυσικά δεν υπάρχουν τέτοιες σκηνές στο «επί Κολωνώ». Η βία στριφογυρίζει στον αέρα, περιμένεις να ξεσπάσει φτάνοντας τους 180 παλμούς το λεπτό, βγάζεις όλη την παράσταση στην τσίτα κι εκεί προς το τέλος όλα γίνονται ανελέητα βίαια, αλλά εσύ δεν βλέπεις τίποτα απ΄όλα αυτά –η βία είναι κάπου πιο μέσα, κρυμμένη, εσύ μόνο φαντάζεσαι και τρομάζεις.


Ο Δημήτρης Λάλος είναι δυο πράγματα: ο μακράν καλύτερος θεατρικός ηθοποιός της γενιάς του και το μεγαλύτερο φίδι που έχει κυκλοφορήσει στο σανίδι. Υπερβολικός; Εξηγούμαι. Έχω δει τον Λάλο σε ρόλο ξεπουλημένου και απόλυτα κενού γιάπη. Τον έχω δει σε ρόλο παρανοημένου στρατιώτη που γύρισε εμμονικά κυνηγημένος από τον πόλεμο. Τον έχω δει σε ρόλο χαβαλεδιάρη τρέντυ κωλόπαιδου. Τον είδα τώρα σε ρόλο αρχι-σκίνχεντ. Απλώς η γκάμα του συγκεκριμένου ανθρώπου δείχνει να είναι απεριόριστη. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο ρόλο που δεν θα τον έβγαζε. Βάλε σ΄αυτό και την προσωπική του μανιέρα (θυμάσαι τη διαφήμιση με τον κούκο που στ(ο)ιχίζει τα αηδόνια;) -φοβερή περίπτωση!
Και μιλάμε για πολύ φίδι –έτσι; Στο «Ροτβάιλερ» ξεκινάει την ερμηνεία του με την ηλίθια έπαρση βουλευτή του ΛΑΟΣ, στην πορεία χάνεται μέσα στα τερτίπια του δημοσιοκάφρου που του παίρνει συνέντευξη, προσπαθεί να επιβιώσει από τον φτηνό συναισθηματισμό στον οποίο τον υποβάλλει ο δημοσιοκάφρος, ακροβατεί ανάμεσα στο φόρτωμα του κολλημένου σκίνχεντ και στην προσπάθειά του να προβληθεί μέσα από τη συνέντευξη, αντέχει κάτι πούστικα χτυπήματα μέσω της χρησιμοποίησης αγαπημένων του προσώπων, μέχρι να φάει το οριστικό κόλλημα... Εσύ, από απέναντι, βλέπεις τη διαδικασία σαν κανονικό καρδιογράφημα –ηρεμία, οργή, ηρεμία και η γραμμή όλο να πλησιάζει το κόκκινο, σε κάποια στιγμή η γραμμή περνάει το κόκκινο και ΚΟΛΛΑΕΙ εκεί –τότε ξεσπάει η ωμή βία. Καθόμασταν δεύτερη σειρά, ο Νίκος μου έλεγε οτι σε κάποια φάση κοιτάζονταν με τον Λάλο, την πρώτη φορά έγινε τυχαία, τη δεύτερη επί τούτου, την τρίτη φορά ο Νίκος απέφυγε το βλέμμα του. «Σέβομαι τον ηθοποιό, δεν θέλω να τον αποσυντονίσω με τέτοιες μαλακίες όσο ερμηνεύει», μου είπε ο Νίκος. «Μάγκα μου, αν το συνεχίζατε το παιχνιδάκι, μάλλον θα πήδαγε τη σειρά των καθισμάτων και θα σε πλάκωνε στο ξύλο, έτσι δοσμένος που ήταν!» του απάντησα. «Παίζει να γινόταν κι έτσι», συμφωνήσαμε. Καταλαβαίνεις για τι είδους ερμηνεία μιλάμε; Ο Λάλος στη σκηνή να πλησιάζει από πίσω τον δημοσιογράφο, να ακουμπάει χαμογελαστός το χέρι στον ώμο του και η Tomboy να κλείνει τα μάτια της για να μη δει το ξεκοίλιασμα –αντιλαμβάνεσαι;



Εντάξει, αλλά γιατί ο κόσμος δεν χειροκρότησε στο τέλος; Μήπως ήταν φόλα το έργο, ας πούμε; Παίζει κι αυτό –δεν παίζει; Να ξεκαθαρίσω μερικά πράγματα, να εξηγηθώ κιόλας σχετικά με τον λόγο ύπαρξης αυτού του κειμένου:

1. Το έργο είναι απλό έως και απλοϊκό. Με χαρακτήρες μονοδιάστατους και υπόθεση προβλέψιμη. Μην περιμένεις συμβολισμούς και σεναριακές εκπλήξεις, το έργο είναι «πάρτα στα μούτρα μαλάκα!» «Και ξύπνα!» να προσθέσω εγώ.

2. Αν και το έργο είναι βίαιο (ειδικά επειδή το έργο είναι βίαιο!) θα πρότεινα να βουτήξουν οι καθηγητές όλους τους μαθητές Λυκείων και να τους πάνε σχολική εκδρομή για να το δουν.

3. Αν και το έργο λέει τα αυτονόητα (ειδικά επειδή το έργο λέει τα αυτονόητα!) θα πρότεινα να το δουν ΟΛΟΙ οι θιασώτες των απόψεων τύπου «οι μετανάστες ήρθαν να μας πάρουν τις δουλειές», «να πάνε στη χώρα τους να λύσουν τα προβλήματά τους και να μας αφήσουν εμάς να λύσουμε τα δικά μας», «δεν είναι δυνατό να έχουν γεμίσει τα σχολεία με ξένους –τα παιδιά μας φοβούνται να πάνε, τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν ούτε καν τη γλώσσα μας», «οι ξένοι πουλάνε τα ναρκωτικά», «οι ξένοι σκοτώνουν, βιάζουν, εκπορνεύουν», "είμαστε εδώ για να προστετεύουμε τους πολίτες", «θέλουμε πίσω την πατρίδα μας –αυτό μόνο», «το κράτος δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά του γι΄αυτό αναλάβαμε εμείς να την κάνουμε». Όλοι αυτοί οι «πατριώτες», οι λάτρεις της φυλετικής καθαρότητας, οι «οπαδοί της πατριωτικής αριστεράς που συμπλέει με την ορθοδοξία», όλοι αυτοί να πάνε να το δουν! Να δουν το πρόσωπό τους στον παραμορφωτικό καθρέφτη της θεατρικής σκηνής κι εκεί προς το τέλος να δουν τους ηθοποιούς όταν διαλύουν στα ίσα την ψευδαίσθηση –επειδή φιλαράκο, δεν είναι παραμορφωτικός ο καθρέφτης, κανονικός είναι –σ΄αρέσει αυτό που βλέπεις εκεί μέσα;

4. Διάβασα κάτι γελοίες κριτικές του τύπου «δεν υπάρχουν πλέον σκίνχεντς, αυτά που δείχνει το έργο είναι απαρχαιωμένα». Λες και το θέμα είναι αν οι φορείς τέτοιων απόψεων είναι ξυρισμένοι με αρβύλες, ή γραβατομένοι βουλευτές! Λες και το θέμα είναι «ποιοι λένε τι» και όχι «τι λένε»! Διάβασα κάτι τέτοιες γελοίες κριτικές και θυμήθηκα οτι ο στρουθοκαμηλισμός παραμένει κυρίαρχη κοινωνική θέση. Κι όποιος πιστεύει οτι όσα περιγράφονται στο έργο υπήρχαν παλιά, αλλά όχι πλέον –ας συνεχίσει να κοιμάται τον ύπνο του μαλάκα.


Ναι, εντάξει –αλλά γιατί κανένας δεν χειροκρότησε στο τέλος του έργου;

-Επειδή απλούστατα, μετά το τέλος, εμφανίστηκαν στη σκηνή τρία ΚΤΗΝΗ κι ένας ανθρωπάκος, ο θίασος του έργου δηλαδή! Μα, θα αναρωτηθείς, τι είναι όλα αυτά; Τέσσερις ηθοποιοί εμφανίστηκαν μπροστά από την πεσμένη αυλαία –τι κτήνη και ανθρωπάκια μου λες; Υποστηρίζω οτι οι ηθοποιοί έπαιξαν ΤΟΣΟ ΕΝΤΟΝΑ, που ακόμα και στο τέλος του έργου δεν μπορούσαμε καν να τους ξεχωρίσουμε από τους ρόλους τους! Μα, γίνονται αυτά τα πράγματα; Γίνονται, έγιναν και ήμουνα μπροστά και το είδα!

-Επειδή μετά την ένταση της καταληκτικής σκηνής, οι θεατές ήμασταν όλοι με υπογλώσσια –ταχυπαλμία, εφίδρωση, ελαφρύ ή βαρύ τρέμουλο –πως διάολο να χειροκροτήσουμε; Μείναμε λοιπόν να τους κοιτάζουμε σα μαλάκες –έχεις τύχει μπροστά σε τρακάρισμα όπου το αυτοκίνητο ανατινάζεται αλλά ο οδηγός βγαίνει ζωντανός; Ε, υπάρχει περίπτωση να χειροκροτήσεις μετά;

-Επειδή το έργο μας ρούφηξε κάθε ίχνος ζωτικότητας όσο παιζόταν –κι εμείς νιώθαμε τη βία έτοιμη να μπουκάρει... Έχεις δει εκείνο το όνειρο που κάποιοι προσπαθούν να μπουν στο σπίτι σου κι εσύ κρατάς την πόρτα για να τους εμποδίσεις; Αυτό ακριβώς κάναμε σε ολόκληρη την παράσταση –στο τέλος μας έσπρωξαν πίσω και μας ποδοπάτησαν. Πως διάβολο να χειροκροτήσουμε μετά απ΄αυτό;

Δεν ξέρω αν αυτό που νιώσαμε την Κυριακή το βράδυ στο «επί Κολωνώ» θα επαναληφθεί και στις υπόλοιπες παραστάσεις. Δεν ξέρω πόσοι αντέχουν αυτό το ανελέητο σφυροκόπημα που γίνεται ακόμα πιο έντονο λόγω της ιδιομορφίας του συγκεκριμένου θεατρικού χώρου που σε φέρνει μόλις δυο βήματα απόσταση από τη σκηνή και στο ίδιο ύψος με τους ηθοποιούς. Δεν ξέρω καν αν θα πρότεινα το έργο σε πολλούς φίλους (και κυρίως φίλες) που θεωρώ οτι διαθέτουν ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία. Ακόμα κι εγώ που είμαι μεγάλο βόδι (σε κάποια ταινία σπλάτερ έδειχνε έναν τύπο και κόβει το χέρι μιας κοπέλας με πριόνι κι εγώ είχα κολλήσει να βρω τι μάρκα ήταν το ρολόι που φορούσε η κοπέλα –επειδή έψαχνα να κάνω δώρο στη γυναίκα μου –για τόσο βόδι μιλάμε!) ακόμα κι εγώ λοιπόν αναστατώθηκα χοντρά.

Αυτό που ξέρω όμως είναι οτι στο «επί Κολωνώ» γίνονται εγγυημένα ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ παραστάσεις, οι ηθοποιοί πιάνουν πολύ ψηλά επίπεδα ερμηνείας, οι σκηνοθεσίες είναι λιτές και ξεκάθαρες όπως ακριβώς τις γουστάρω, οι μουσικές είναι ζόρικες.... Ήμασταν καμιά 15αριά άτομα που είδαμε την παράσταση της Κυριακής, δεν ξέρω πως πάνε από κίνηση κι όλα τα σχετικά, αλλά στην εποχή που η «Χαρτοπαίχτρα» με τον εμετικό Ζαχαράτο γίνεται sold out, όταν το «Σεσουάρ για Δολοφόνους» συνεχίζει για 11η χρονιά με τον Μουτσινά στον πρώτο ρόλο –είναι ξεφτίλα να παίζονται τα έργα του «επί Κολωνώ» σε άδειες αίθουσες! Ξεφτίλα για όλους όσους έχουν βγάλει τουλάχιστον το Δημοτικό σ΄αυτή την πόλη!

Ο Νίκος μου έλεγε: «Γενικά το απεχθάνομαι το θέατρο –δεν πάω σε παραστάσεις, δεν τους αντέχω όλους αυτούς, ακόμα και μια γνωστή μου, ηθοποιός, που με κάλεσε στην παράστασή της –ακόμα κι εκεί ΔΕΝ πήγα! Ήρθα όμως πέρσι στο ‘επί Κολωνώ’ και από τότε αποφάσισα να έρχομαι κάθε χρόνο, ότι κι αν ανεβάζουν, στ΄ αρχίδια μου ποιο είναι το έργο και τι υπόθεση έχει! Εγώ θα έρχομαι κάθε χρόνο εδώ –πάει και τελείωσε!»

Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα -πάει και τελείωσε.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι