Δευτέρα, Νοέμβριος 30, 2009

"Για ποια επανάσταση μιλάμε;"

Μεγάλωσα σ΄ένα περιβάλλον βασιλοχουντικό –γονείς, παππούδες, θείοι –ένα περιβάλλον όπου ο τρόμος όριζε την ιδεολογία. Τον αδερφό της γιαγιάς μου τον είχαν πιάσει οι γερμανοτσολιάδες στην κατοχή να γράφει συνθήματα σε τοίχους, τον έβαλαν λοιπόν να σκάψει ένα λάκκο, μετά τον εκτέλεσαν και τον έθαψαν επιτόπου –«έσκαψε το λάκκο του», για να το πω απλά –ήτανε 16 χρονών όταν τον σκότωσαν. Από τότε βασίλευε ο τρόμος, παρέα με τους Βασιλιάδες και τους Συνταγματάρχες. Μόνο που ο τρόμος είναι τυφλός, έτσι το σόι μου κατηγορούσε τους κομμουνιστές για τα δεινά του κι όχι τους πραγματικούς δολοφόνους. Ο αντικομμουνισμός τους αυτός μπολιάστηκε και σε μένα.

Πέμπτη Δημοτικού, η ανία με οδήγησε στο να αγοράσω την «Αναφορά στο Γκρέκο» του Καζαντζάκη. Εκεί μέσα σκόνταψα στο εικονοστάσι του συγγραφέα –«Οδυσσέας, Χριστός, Λένιν». Κάποια έκρηξη στο κεφάλι μου, κάτι κακό μου είχε κάνει αυτός ο Καζαντζάκης –παγίδα, παγίδα.... Πριν τελειώσω το Δημοτικό είχα φροντίσει να διαβάσω όλα τα βιβλία του –θυμάμαι οτι αποφάσισα τότε, πως δεν χρειαζόταν να διαβάσω τίποτα άλλο στη ζωή μου. Ο αντικομμουνισμός μου ψυχορραγούσε, αλλά δεν έλεγε να ψοφήσει.

Στην Πρώτη Γυμνασίου έπεσε στα χέρια μου εκείνο το βιβλίο του Τζέιμς Τζολ για τους Αναρχικούς. Λύτρωση! Επειδή ανακάλυπτα οτι υπήρχαν κι άλλοι που τα λέγανε πολύ ωραία και δεν ήταν κομμουνιστές! Λάτρεψα τους Αναρχικούς, έψαξα τα βήματά τους από τις απαρχές της κυνικής και της στωικής φιλοσοφίας μέχρι τον Ισπανικό Εμφύλιο –έμοιαζαν πολύ όμορφα όλα αυτά.

Έτσι έφτασα στην Πάντειο, προσπαθώντας να δείχνω σίγουρος και ιδεολογικά αλεξίσφαιρος. Δεν ήμουν! Επειδή ο ολοκληρωτισμός της Πανσπουδαστικής δικαιολογούσε μεν τον υφέρποντα αντικομμουνισμό μου, αλλά εκεί μέσα ανακάλυψα πως τίποτα δεν είναι στεγανό, τίποτα δεν είναι αμιγές.

Πρώτη φορά άκουσα γι΄αυτόν από τον Δημήτρη τον Τσαούση –εκείνο τον καταπληκτικό καθηγητή κοινωνιολογίας που ήξερε πως ν΄αφήνει τη συντηρητική ιδεολογία του έξω από τα αμφιθέατρα. Μιλούσε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη με την ευλάβεια χριστιανού που είδε τον Βούδα να αιωρείται μπροστά του!
Στο Δεύτερο έτος είχαμε τον Βέλτσο. Μας κούναγε τη «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» τσιρίζοντας: «Αυτό το βιβλίο πάρτε το με οποιονδήποτε τρόπο. Δανειστείτε το, αγοράστε το, κλέψτε το!» Έτσι ακριβώς έκανα. Όταν κάτι φύτουλες στρίμωξαν το Βέλτσο, μετά το τέλος του μαθήματος, σούφρωσα τη «Φαντασιακή θέσμιση» -εκείνη την εποχή ήμουνα κάπως στενάχωρος, από πλευράς χρημάτων.


Το κλεμμένο αντίτυπο της «Φαντασιακής θέσμισης», κάποιος το έκλεψε κι από μένα –έτσι πάνε αυτά. Αναγκάστηκα λοιπόν να το αγοράσω –τι άλλο να ‘κανα; Διαβάζοντάς το δεν ανακάλυψα την απάντηση για «Τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα». Έμαθα όμως να κοιτάζω. Όχι να βλέπω –να κοιτάζω! Και το κεφάλαιο του βιβλίου που ακολουθεί παρακάτω είναι αυτό που καθάρισε τα μάτια μου από τις χρόνιες παθήσεις –μετά την ανάγνωσή του όλα έδειχναν διαφορετικά τριγύρω. Αν πρόκειται να συνεχίσεις το διάβασμα –κάντο αργά, άσε την κάθε φράση να αναπνεύσει μέσα σου –σκέψου το καλά. Επειδή, μετά απ΄ αυτό, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο:

Οι υποκειμενικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος

Ακούμε καμιά φορά να λένε: Αυτή η ιδέα μιας άλλης κοινωνίας παρουσιάζεται μεν σαν ένα πρόταγμα δεν είναι όμως στην πραγματικότητα παρά προβολή πόθων ανομολόγητων, αμφίεση κινήτρων που παραμένουν κρυμμένα γι΄αυτούς που εμφορούνται από αυτά. Δεν χρησιμεύει παρά σαν όχημα που μεταφέρει τη θέληση εξουσίας των μεν, την άρνηση της αρχής της πραγματικότητας των δε, το φάντασμά τους ενός κόσμου χωρίς συγκρούσεις, όπου όλοι θα είναι συμφιλιωμένοι με όλους και καθένας με τον εαυτό του, μια παιδική ονειροπόληση που θάθελε να καταργήσει την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, μια φυγή που επιτρέπει να ζει κανείς ταυτόχρονα σε δυο κόσμους, μια φανταστική αντιστάθμιση.

Όταν η συζήτηση παίρνει τέτοια μορφή, πρέπει πρώτα να υπενθυμίσει κανείς οτι όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει πως ότι λέει δεν έχει σχέση με ασυνείδητους πόθους ή με κίνητρα που ούτε ο ίδιος ομολογεί στον εαυτό του. Κι όταν ακούμε «ψυχαναλυτές» μιας ορισμένης τάσης να χαρακτηρίζουν νευρωτικούς χοντρικά όλους τους επαναστάτες, δεν μπορούμε παρά να χαρούμε που δεν έχουμε την «υγεία» τους των Σουπερμάρκετ. Και δεν θα ήταν πολύ δύσκολο να ξεσκεπάσουμε τον ασυνείδητο μηχανισμό του κομφορμισμού τους. Γενικότερα, αυτός που πιστεύει οτι ανακαλύπτει σαν ρίζα του επαναστατικού προτάγματος τον ένα ή τον άλλο ασυνείδητο πόθο, πρέπει ταυτόχρονα ν΄αναρωτηθεί ποιο είναι το κίνητρο της δικής του κριτικής και σε ποιο βαθμό δεν αποτελεί εκλογίκευση.

Για μας πάντως αυτή η αναστροφή πολύ λίγο ενδιαφέρον παρουσιάζει. Το ζήτημα πράγματι υπάρχει και, ακόμα και κανείς άλλος να μην το έθετε, αυτός που μιλάει για επανάσταση πρέπει να το θέσει ο ίδιος στον εαυτό του. Ας αποφασίσουν οι άλλοι σε πόσο βαθμό διαύγειας οι θέσεις τους τούς δεσμεύουν για λογαριασμό τους. Ένας επαναστάτης δεν μπορεί να θέτει όρια στη δική του επιθυμία διαύγειας. Ούτε μπορεί να αρνείται το πρόβλημα λέγοντας: αυτό που μετράει δεν είναι τα ασυνείδητα κίνητρα, αλλά η σημασία και η αντικειμενική αξία των ιδεών και των πράξεων. Η νεύρωση του Ροβεσπιέρου ή του Μπωντλαίρ υπήρξαν πιο γόνιμες για την ανθρωπότητα απ΄την «υγεία» του τάδε μαγαζάτορα της εποχής. Διότι η επανάσταση, έτσι που τη συλλαμβάνουμε, αρνείται ακριβώς αυτή την απλή παραδοχή του διχασμού ανάμεσα σε κίνητρο και αποτέλεσμα. Θα ήταν τότε αδύνατη στην πραγματικότητα και ασυνάρτητη στο νόημά της, εάν στηριζόταν σε ασυνείδητες προθέσεις χωρίς σχέση με το διαρθρωμένο περιεχόμενό της –το μόνο που θα μπορούσε σ΄αυτή την περίπτωση να κάνει, θα ήταν μια επανέκδοση για μια ακόμη φορά της προηγούμενης ιστορίας, αιχμάλωτη καθώς θα ήταν από κίνητρα σκοτεινά που με τον καιρό θα επέβαλλαν το δικό τους τέλος και τη δική τους λογική.

Η γέννηση καινούργιων κινήτρων και καινούργιων συμπεριφορών, που είναι απαραίτητες για να οδηγηθεί το επαναστατικό πρόταγμα στο τέρμα του, πρέπει να εξεταστούν στην κλίμακα των μαζών, γιατί μόνο αυτές μπορούν να πραγματοποιήσουν μια καινούργια κοινωνία. Όμως αυτή η έρευνα μπορεί να γίνει πιο εύκολη, αν προσπαθήσουμε πρώτα να δούμε τι μπορεί να είναι η επιθυμία και τα κίνητρα ενός επαναστάτη.
Ότι μπορούμε να πούμε πάνω σ΄αυτό είναι, εξ΄ορισμού, κατ΄εξοχήν υποκειμενικό. Είναι, επίσης εξ΄ορισμού, εκτεθειμένο σε όλες τις ερμηνείες που θάθελε κανείς. Αν μπορούσε να βοηθήσει κάποιον να δει καθαρότερα μέσα σ΄ένα άλλο ανθρώπινο ον (έστω και μέσα στις αυταπάτες και στις πλάνες του) και μ΄αυτό τον τρόπο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, δεν θα ήταν ανώφελο να ειπωθεί.


Έχω την επιθυμία, και αισθάνομαι την ανάγκη, για να ζήσω, μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, μπορώ να ζήσω μέσα σ΄αυτήν και να τα βγάζω πέρα –εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σ΄αυτή την κοινωνία. Όσο κριτικά κι αν προσπαθήσω να κοιτάξω τον εαυτό μου, ούτε η ικανότητα προσαρμογής μου, ούτε η αφομοίωση της πραγματικότητας από μέρους μου, δεν μου φαίνονται κατώτερες από τον κοινωνιολογικό μέσο όρο. Δεν ζητώ την αθανασία, την πανταχού παρουσία, την παντογνωσία. Δεν ζητώ η κοινωνία να «μου δώσει την ευτυχία» -ξέρω οτι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο στη Δημαρχεία ή στο εργατικό Συμβούλιο της γειτονιάς, και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως, κατά πάσα πιθανότητα, θα μου συμβεί και πάλι. Αλλά μέσα στη ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη για μένα και τους άλλους, σκοντάφτω πάνω σε πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας. Επιθυμώ πρώτα κι ζητώ, η δουλειά μου να έχει νόημα, να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητές μου και ταυτόχρονα να εμπλουτίζομαι και να αναπτύσσομαι. Και λέω οτι αυτό το πράγμα είναι δυνατό, με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας, για μένα και για τους άλλους. Λέω οτι ήδη θα ήταν μια βασική αλλαγή σ΄αυτή την κατεύθυνση αν μ΄άφηναν ν΄αποφασίζω, μαζί με τους άλλους, τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά, πώς να το κάνω.

Επιθυμώ να μπορώ, μαζί με τους άλλους να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία, να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφόρησης που μου δίνεται. Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξή μου ή τη γενική πορεία του κόσμου όπου ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου ν’αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε, εγώ και όλοι οι άλλοι, παρά νούμερα σ΄ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα, και τελικά η ζωή μου και ο θάνατός μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί.

Ξέρω πάρα πολύ καλά πως η πραγματοποίηση μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, και η ζωή της, δεν θα είναι καθόλου απλές, πως σε κάθε βήμα τους θα συναντήσουν δύσκολα προβλήματα. Αλλά προτιμώ να καταπιάνομαι με πραγματικά προβλήματα, παρά με τις συνέπειες του παραληρήματος του Ντε Γκωλ, τις κομπίνες του Τζόνσον ή τις μηχανορραφίες του Κρούτσεφ. Κι αν έστω, εγώ και οι άλλοι, συναντούσαμε την αποτυχία σ΄αυτό τον δρόμο, προτιμώ την αποτυχία σε μια προσπάθεια που έχει ένα νόημα, παρά μια κατάσταση που μένει πριν ακόμα κι απ΄την αποτυχία ή τη μη αποτυχία, που μένει γελοία.

Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλον σαν ένα ον όμοιο με μένα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν ένα νούμερο, ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σ΄ένα άλλο σκαλοπάτι (αδιάφορο αν κατώτερο ή ανώτερο) της ιεραρχίας των εισοδημάτων και των εξουσιών. Επιθυμώ να μπορώ να τον βλέπω, και να μπορεί να με δει, σαν ένα άλλο ανθρώπινο ον, οι σχέσεις μας να μην αποτελούν πεδίο που να εκφράζεται η επιθετικότητα, ο συναγωνισμός μας να παραμένει μέσα στα όρια του παιχνιδιού, οι συγκρούσεις μας στο μέτρο που δεν μπορούν να λυθούν ή να ξεπεραστούν, ν΄αφορούν πραγματικά προβλήματα και εκβάσεις, να σέρνουν μαζί τους όσο το δυνατό λιγότερο ασυνείδητο, να είναι φορτισμένες όσο το δυνατό λιγότερο από φανταστικά στοιχεία. Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία μου αρχίζει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί, μόνος μου, δεν μπορώ να είμαι, στην καλύτερη περίπτωση, παρά «ενάρετος εν δυστυχία». Δεν υπολογίζω οτι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους, ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθάριες σαν τις βουνίσιες λίμνες –που άλλωστε ανέκαθεν μου προξενούσαν βαθιά πλήξη. Ξέρω όμως πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν, και να συνυπάρχουν με τους άλλους, και βλέπω πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους.

Ξέρω, βέβαια, πως αυτός μου ο πόθος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σήμερα –κι ούτε θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ενόσω ζω, ακόμη κι αν η επανάσταση γινόταν αύριο. Ξέρω οτι θα ζήσουν μια μέρα άνθρωποι που γι΄αυτούς ούτε η ανάμνηση των προβλημάτων που μπορεί σήμερα να μας προξενούν το μεγαλύτερο άγχος δεν θα υπάρχει. Αυτή είναι η μοίρα μου που πρέπει να επωμισθώ, και που επωμίζομαι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να με οδηγήσει ούτε στην απελπισία ούτε στον κατατονικό μηρυκασμό. Έχοντας αυτό τον πόθο, που είναι δικός μου, δεν μπορεί παρά να εργάζομαι για την πραγματοποίησή του. Και ήδη με την εκλογή που κάνω του κυρίου ενδιαφέροντος της ζωής μου, μέσα στη δουλειά που του αφιερώνω, για μένα γεμάτη νόημα (ακόμα κι αν συναντώ, και αποδέχομαι, τη μερική αποτυχία, τις αναβολές, τις παρακαμπτήριες, τα καθήκοντα που δεν έχουν νόημα από μόνα τους), με τη συμμετοχή σε μια κοινότητα επαναστατών που επιχειρεί να ξεπεράσει τις αντικειμενοποιημένες και ξενωμένες σχέσεις της κοινωνίας όπου ζούμε –είμαι σε θέση να πραγματοποιώ μερικά αυτό τον πόθο. Αν είχα γεννηθεί σε μια κομμουνιστική κοινωνία, ίσως η ευτυχία να μου ήταν πιο εύκολη –δεν το ξέρω κι ούτε μπορώ να κάνω τίποτα σχετικά μ΄αυτό. Δεν θα καθίσω μ΄αυτό το πρόσχημα να περνώ τον ελεύθερο χρόνο μου παρακολουθώντας τηλεόραση, ή διαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα.


Μήπως αυτή μου η στάση σημαίνει άρνηση της αρχής της πραγματικότητας; Αλλά ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αρχής; Είναι οτι πρέπει να εργαζόμαστε –ή μήπως οτι πρέπει αναγκαία η εργασία να μην έχει νόημα, να γίνεται κάτω από συνθήκες εκμετάλλευσης, ν΄αντιφάσκει με τους στόχους για τους οποίους υποτίθεται οτι γίνεται; Αυτή η αρχή ισχύει μ΄αυτή τη μορφή για ένα εισοδηματία; Ισχύει μήπως, μ΄αυτή τη μορφή, για τους ιθαγενείς των νησιών Τρομπριάντ ή Σαμόα; Ισχύει, ακόμα και σήμερα, για τους ψαράδες ενός μεσογειακού χωριού; Ως ποιο σημείο η αρχή της πραγματικότητας εκφράζει τη φύση και που αρχίζει να εκφράζει την κοινωνία; Ως ποιο σημείο εκφράζει την κοινωνία ως κοινωνία και από ποιο σημείο μια τάδε ιστορική μορφή της κοινωνίας; Γιατί όχι τη δουλοπαροικία, τις γαλέρες, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως; Πού μια φιλοσοφία θα έπαιρνε το δικαίωμα να μου πει: σ΄αυτό το συγκεκριμένο χιλιοστόμετρο των υπαρχόντων θεσμών, θα σας δείξω το σύνορο μεταξύ του φαινομένου και της ουσίας, μεταξύ των παροδικών ιστορικών μορφών και του αιωνίου είναι του κοινωνικού;
Αποδέχομαι την αρχή της πραγματικότητας, γιατί αποδέχομαι την ανάγκη της εργασίας (καθόσον άλλωστε είναι πραγματική, γιατί ολοένα γίνεται λιγότερο προφανής) και την ανάγκη της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Δεν αποδέχομαι όμως την επίκληση μιας ψεύτικης ψυχανάλυσης και μιας ψεύτικης μεταφυσικής, που εισάγει στη συγκεκριμένη συζήτηση των ιστορικών δυνατοτήτων αυθαίρετες βεβαιώσεις πάνω σε αδυνατότητες για τις οποίες δεν ξέρει τίποτα.

Είναι τάχα η επιθυμία μου παιδική; Μα ακριβώς η παιδική κατάσταση είναι οτι η ζωή μάς είναι δοσμένη, και οτι ο Νόμος μάς είναι δοσμένος. Στην παιδική κατάσταση η ζωή μάς δίνεται για τίποτα –και ο Νόμος μάς δίνεται χωρίς τίποτα άλλο, και χωρίς δυνατότητα συζήτησης. Αυτό που θέλω είναι εντελώς το αντίθετο: να φτιάχνω εγώ τη ζωή μου και να δίνω ζωή, ει δυνατόν, εν πάση περιπτώσει να δίνω για τη ζωή μου. Ο Νόμος να μη μου δίνεται απλώς αλλά να τον δίνω κι εγώ συγχρόνως στον εαυτό μου. Αυτός που διαρκώς βρίσκεται σε παιδική κατάσταση είναι ο κομφορμιστής ή ο απολιτικός: γιατί αποδέχεται τον Νόμο ασυζητητί και δεν επιθυμεί να συμμετέχει στη διαμόρφωσή του. Εκείνος που ζει μέσα στην κοινωνία χωρίς καμιά θέληση που ν΄αφορά τον Νόμο, χωρίς πολιτική θέληση, απλώς αντικαθιστά τον ιδιωτικό πατέρα με τον ανώνυμο πατέρα. Η παιδική κατάσταση είναι, πρώτα, να δέχεσαι χωρίς να δίνεις και, μετά, να κάνεις ή να υπάρχεις για να δέχεσαι. Αυτό που θέλω είναι, αρχινώντας, μια δίκαιη ανταλλαγή, και στη συνέχεια το ξεπέρασμα της ανταλλαγής. Η παιδική κατάσταση είναι η δυϊκή σχέση, το φάντασμα της συγχώνευσης –και μ΄αυτή την έννοια, η σημερινή κοινωνία παιδικοποιεί διαρκώς τους πάντες με τη συγχώνευση που πραγματοποιεί στο φαντασιακό με απραγματικές οντότητες: τους αρχηγούς, τα έθνη, τους κοσμοναύτες ή τις βεντέτες. Αυτό που θέλω είναι η κοινωνία να πάψει πια να είναι μια οικογένεια, ψεύτικη επί πλέον μέχρι γελοίου, για ν΄αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας, ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτονόμων ενηλίκων.

Νάναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι η κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια, είναι η εξουσία όλων. Η σημερινή εξουσία σημαίνει οτι οι άλλοι είναι πράγματα, κι αυτό που θέλω είναι τελείως το αντίθετο. Αυτός που οι άλλοι τού είναι πράγματα είναι ο ίδιος πράγμα, και δεν θέλω να είμαι πράγμα ούτε για μένα ούτε για τους άλλους. Δεν θέλω οι άλλοι να είναι πράγματα, δεν θάξερα τι να τους κάνω. Αν μπορώ να υπάρχω για τους άλλους, και οι άλλοι να μ΄αναγνωρίζουν, δεν θέλω αυτό να γίνεται σε συνάρτηση με την κατοχή ενός πράγματος που είναι έξω από μένα –της εξουσίας, ούτε να υπάρχω γι΄αυτούς μέσα στο φαντασιακό. Η αναγνώριση που απορρέει από τον άλλο δεν ισχύει για μένα παρά στον βαθμό που τον αναγνωρίζω εγώ ο ίδιος. Υπάρχει ο κίνδυνος να τα ξεχάσω όλα αυτά αν κάποτε τα γεγονότα με οδηγούσαν κοντά στην «εξουσία»; Μου φαίνεται περισσότερο κι από απίθανο: αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήταν παρά μια χαμένη μάχη, και όχι το τέλος του πολέμου –και θάπρεπε να ρυθμίζω τη ζωή μου πάνω στην υπόθεση οτι μπορεί μια μέρα να ξαναμωραθώ;

Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ΄αυτήν το μελόδραμα, την ψεύτικη τραγωδία –αυτήν όπου η καταστροφή επέρχεται χωρίς αναγκαιότητα, όπου όλα θα συνέβαιναν διαφορετικά, αν μονάχα τα πρόσωπα ήξεραν ή έκαναν αυτό ή εκείνο. Το να πεθαίνουν της πείνας οι άνθρωποι στις Ινδίες, ενώ στην Αμερική και στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις βάζουν πρόστιμα στους γεωργούς που παράγουν «υπερβολικά» -είναι μια μακάβρια φάρσα, είναι ένα γκραν γκινιόλ, όπου τα πτώματα και ο πόνος είναι πραγματικά. Δεν είναι τραγωδία, δεν υπάρχει σ΄αυτό τίποτα το αναπόφευκτο. Και αν η ανθρωπότητα εξαφανισθεί μια μέρα κάτω από τις υδρογονοβόμβες, αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία, το ονομάζω μαλακία. Θέλω την κατάργηση του Παλιάτσου και της μεταμόρφωσης των ανθρώπων σε νευρόσπαστα από άλλα νευρόσπαστα που τους «κυβερνούν». Όταν ένας νευρωτικός επαναλαμβάνει για εικοστή φορά την ίδια συμπεριφορά αποτυχίας, αναπαράγοντας για τον εαυτό του και για τους δικούς του τον ίδιο τύπο δυστυχίας, το να τον βοηθήσεις να το ξεπεράσει αυτό, σημαίνει να εξαλείψεις από τη ζωή του τη χονδροειδή φάρσα, όχι την τραγωδία: σημαίνει να του επιτρέψεις ν’αντικρίσει επί τέλους τα πραγματικά προβλήματα της ζωής του και ότι τραγικό μπορεί να περιέχουν, που η νεύρωσή του είχε για λειτουργία εν μέρει να εκφράζει και κυρίως να καλύπτει.

Όταν, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στη Δύση, ένας μαθητής του Βούδα ήλθε να τον πληροφορήσει πώς θαυμαστά πράγματα, όργανα, φάρμακα, μέθοδοι σκέψης, θεσμοί, είχαν μεταμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων από την εποχή που ο Δάσκαλος αποσύρθηκε στα υψηλά οροπέδια, αυτόν τον σταμάτησε μετά τις πρώτες λέξεις. Εξαφάνισαν μήπως τη θλίψη, την αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο; ρώτησε. Όχι, απάντησε ο μαθητής. Ε, λοιπόν, τότε θα μπορούσαν να καθίσουν ήσυχα στ΄αυγά τους, σκέφτηκε ο Δάσκαλος. Και ξαναβυθίστηκε στην περισυλλογή του, χωρίς καν να κάνει τον κόπο να δείξει στον μαθητή του οτι είχε πάψει να τον ακούει.

Παρασκευή, Νοέμβριος 27, 2009

14. Αιχμάλωτοι σε σπασμένα πεζοδρόμια

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό
13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο

Δεξί, αριστερό κροσέ, δεξί, αριστερό ντιρέκτ και πάλι από την αρχή. Κορ α κορ. Δεξί, αριστερό, δεξί, αριστερό, αριστερό –περιμένοντας το άπερκατ. Με πήγαινε βόλτες ο πούστης. Κορ α κορ. Λίγο ακόμα και θα ξεχνούσα οτι τον πρόσεχα να μη χτυπήσει, λίγο ακόμα και θα απαντούσα αναλόγως –έτσι ήθελα να πιστεύω. Επειδή στην πραγματικότητα δεν ήμουνα καθόλου σίγουρος οτι είχα απάντηση στα χτυπήματά του. Ο μικρός ήταν σκέτος δυναμίτης.
«Δώθμου κάτι –δεν έχειθ τίποτα;» μούγκριζε μπουκωμένος από το μασελάκι και δεν ακουγόταν ούτε τόσο δα λαχανιασμένος!
«Τ΄αρχίθια μου!» απαντούσα όταν κατάφερνα να πιάσω την αναπνοή μου.
Δεν καταδεχόταν να με χτυπήσει στα πλευρά, έβλεπε κιόλας οτι δεν χρειαζόταν να μου κόψει την ανάσα. Εγώ πάλι, προσπάθησα. Κάτι ύπουλες στην κοιλιά, κάτι πλάγιες, αλλά ο μικρός δεν καταλάβαινε Χριστό. Ένιωθα αμετάκλητα κωλόγερος.
Και όταν είδα το χτύπημά του βαρέθηκα να σκύψω, την έφαγα γεμάτη στην κάσκα και σκοτείνιασα. Γύρισα τα χέρια πίσω, να κρατηθώ από τα σκοινιά. Ο μικρός σταμάτησε.
«Τέλοθ;» ρώτησε.
«Παίκθε ρε!» βόγκηξα και στήθηκα απέναντί του.
Μπλόκαρα το δεξί της προειδοποίησης με το αριστερό μου και του στρέτσαρα ένα κροσέ φερμένο από το τίποτα. Έκανε μισό βήμα πίσω, ξαναχτύπησα. Πονούσα από αγκώνα μέχρι ώμο, αλλά πάντως το προσπάθησα. Ο μικρός καθόταν και τις έτρωγε, όταν κατάλαβα οτι χαμογελούσε μέσα από την κάσκα του ήταν ήδη αργά. Με σφυροκόπησε, στριφογύρισα ανισόρροπα, έπεσα. Έμεινα κάτω.

Με είχε βρει να ροχαλίζω σα γατί ετοιμόγεννο στη γωνιά των αποδυτηρίων, ξύπνησα από το σπρώξιμο του αθλητικού του παπουτσιού στον ώμο μου.
«Το΄ξερα οτι εδώ θα καταλήξεις», είχε πει.
«Ναι, σε είχα κόψει για έξυπνο αγόρι», είχα μουγκρίσει.
Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει γιατί με κυνηγάνε οι μπάτσοι –κυρίως επειδή ήδη το ήξερε. Ο προπονητής του με είχε θυμηθεί τελικά, η πιάτσα είναι μικρή και οι ιστορίες κυκλοφορούν πριν ακόμα γίνουν, ο μικρός είχε ακούσει τον προπονητή του να μιλάει στο τηλέφωνο και να δίνει ραπόρτο κανονικό.
«Δεν μπορείς να μείνεις για πολύ εδώ μέσα», μου είχε πει.
«Προλαβαίνουμε όμως εκείνον τον αγώνα που λέγαμε....» είχα υποθέσει.
Κι έτσι ήταν, μας χρειάστηκε κάποιο κρυφτούλι μέχρι να περάσει η μέρα –αλλά όταν άδειασε το γυμναστήριο ήταν ότι έπρεπε για αγώνα. Μου δάνεισε κάσκα, γάντια κι ένα ξεχειλωμένο σορτσάκι σκέτη καζούρα –όλα εντάξει. Μόνο που για να παίξεις αγώνα έπρεπε πρώτα να έχεις καταβροχθίσει καμιά πρωτεΐνη κι εγώ είχα να δω κρέας από την εποχή που οι ασπιρίνες γιάτρευαν ακόμα τον πονοκέφαλο.

«Τι τον ήθελες τον αγώνα αφού είσαι κομμάτια;» χαζογέλασε ο μικρός.
Έβγαλα αργά την κάσκα, έφτυσα το μασελάκι κατακόκκινο.
«Αν ήμουνα καλά ο αγώνας δεν θα είχε ενδιαφέρον κι εσύ δεν θα είχες ελπίδα», απάντησα.
«Δηλώσεις που θα μείνουν για πάντα δηλώσεις!» κορόιδεψε ο μικρός.
«Πάμε άλλη μία τώρα που ξελαχάνιασα;» τον κάρφωσα.
«Άστο –προτιμώ να βαράω τον σάκο, είναι πιο ευκίνητος», συνέχισε την καζούρα ο μικρός.
Το κατάπια μαζί με σκοτωμένο αίμα.

Μετά πηδήσαμε τα σχοινιά του ρινγκ και κατεβήκαμε στα πλάγια, είχε βάλει ψοφόκρυο στο γυμναστήριο και χρειαζόμουν επειγόντως το δερμάτινο μπουφάν μου. Φορούσα ακόμα τα πανιά στα χέρια και πονούσα. Ακόμα και παντού.
«Πάντως θα πρέπει να σου πω οτι πηγαίνεις σαν τη μύγα στα σκατά, αν παίξεις με κάνα γερό παιδί, θα σε λιανίσει», παρατήρησα.
«Δεν έχω ανάγκη, το πάω 3-1 συνήθως. Για κάθε μια που αρπάζω...»
«Ρίχνεις τρεις –γνωστά είναι αυτά», τον έκοψα. «Δουλεύει επειδή εσύ είσαι ζερβοκουτάλας, αν όμως πέσεις σε μάγκα δεξιόχειρα, θα κλείνει με το χέρι που σε χτύπησε κι άντε μετά να τον βρεις...» τράβηξα ένα τσιγάρο από το πακέτο στη μέσα τσέπη του μπουφάν και κάθισα στον πρώτο τυχόντα πάγκο για να ξεράνω κάπως το στόμα μου.
«Κοίτα –μη με περνάς για άσχετο, εικοσάρης είμαι όχι μαλάκας! Νομίζεις οτι δε σε είδα εκεί πάνω; Αφού κι εσύ τα ίδια με μένα πήγες να παίξεις», γέλασε στραβά ο μικρός.
Σήκωσα το κεφάλι βγάζοντας καπνό απ΄τα ρουθούνια.
«Δίκιο έχεις σ΄αυτό, πες μου τώρα –αφού παίζουμε το ίδιο στυλ, θα έχουμε και την ίδια κατάληξη, έτσι δεν πάει;» είπα σταθερά.
Έξυσε το κεφάλι αμίλητος.
«Οπότε κοίτα ν΄αλλάξεις μπας και τη βγάλεις καθαρή στα ρινγκ, αλλιώς σε βλέπω να σκουπίζεις πατατοσακούλες σαν και του λόγου μου...»
«Έτσι όπως το θέτεις...» είπε σκεφτικά.
«Έτσι όπως το θέτω, έτσι ακριβώς είναι», τον διαβεβαίωσα.
«Εντάξει! Τι σκορ είχες;» ρώτησε τότε με ιλουστρασιόν γκριμάτσα.
«Μικρέ, δεν τρώγεσαι!» απηύδησα.
«Αυτό λέω κι εγώ!» χαμογέλασε αυθάδικα.
Τον γούσταρα το μικρό –θα πήγαινε με τα χίλια καταπάνω στον τοίχο κι όταν έσπαγε τα μούτρα του θα έπεφτε χαμογελαστός. Τι να πεις σε τέτοιους ανθρώπους;

Τον ακολούθησα στα ντους, πετάξαμε τα ρούχα μας και χτυπηθήκαμε από χείμαρρους υγρού πάγου που δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να μοιάσει με νερό. Ένιωσα τους πόνους μου να χύνονται στο σιφόνι, έσφιξα τα δόντια για να μην κόψω τη γλώσσα μου από το τρέμουλο και κάθισα κάτω από το βασανιστικό νερό όσο περισσότερο γινόταν. Μετά πήρα να ντύνομαι, ο μικρός είχε ήδη ξεμπερδέψει και χοροπήδαγε για να ζεσταθεί. Εγώ ντύθηκα με κινήσεις ρομπότ, δεν ήθελα να κυκλοφορήσει ακόμα το αίμα γρήγορα μέσα μου, δεν ήθελα να ζεσταθώ τόσο νωρίς. Είχα καιρό μπροστά μου μέχρι να βγει αυτή η νύχτα.
«Τι σκοπεύεις να κάνεις τώρα;» ρώτησε ο μικρός.
«Εξαρτάται από σένα», του είπα.
«Δηλαδή;»
«Θα βοηθήσεις;»
«Σε τι;»
«Έχω κάποιο σχέδιο...»
«Ελπίζω καλύτερο απ΄αυτό που εφάρμοσες στον αγώνα...»
Τον περίμενα να ξεκαρδιστεί με την ησυχία του.
«Θέλω να βγεις σε στυλ αλλόφρονας μπροστά από κάποιο αμάξι...»
«Και πως είναι ο αλλόφρονας δηλαδή;»
«Όπως ο προπονητής σου όταν σου μαθαίνει τακτική».
«Το ΄πιασα... Και τι αμάξι θα είναι αυτό;»
«Ένα αμάξι....»
«Πότε θα το κάνουμε;»
«Όταν είσαι έτοιμος».
«Φύγαμε».
Ωραίος μαλάκας ο μικρός!

Έξω η βροχή έπεφτε μαρς –κι αυτό με βόλευε. Όσο λιγότερα βλέπανε, τόσο καλύτερα. Ο μικρός σήκωσε την κουκούλα της φόρμας του κι εγώ χώθηκα μέσα στο δερμάτινό μου για προφύλαξη, περπατήσαμε δίπλα-δίπλα, αμίλητοι. Όταν βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο τα αμάξια πήραν να πυκνώνουν, δεν τα κοίταζα καν. Ακούμπησα πλάτη στον τοίχο, να μη βρέχομαι, άφησα τη Βέρα στο απάγκιο, ο μικρός με περίμενε.
«Ποιο απ΄όλα;» ρώτησε.
«Κανένα απ’αυτά», απάντησα.
«Δηλαδή τι ψάχνουμε;»
«Σκεφτόμουν κάτι σε άσπρο-μπλε με σειρήνα...»
«Περιπολικό;»
«Τώρα που το λες, δεν θα ήταν καθόλου κακή ιδέα!» έκανα δήθεν ξαφνιασμένος.
«Τελικά τα σχέδιά σου είναι μια απ΄τα ίδια –και πάνω και κάτω από το ρινγκ...» μουρμούρισε.
«Νωρίς το κατάλαβες!» κορόιδεψα.
«Και τι σου λέει πως εγώ γουστάρω να καρφωθώ σταματώντας περιπολικό;» απόρησε.
«Εσύ μου το λες, ή μάλλον, πρόκειται να μου το πεις εντός ολίγου –κάνω λάθος;» χαμογέλασα.
Έφτυσε στο πεζοδρόμιο.
«Που να σταθώ;» ρώτησε.
«Δώσμου 50-60 μέτρα», ζήτησα.
Έκανε να ξεκινήσει, τον σταμάτησα.
«Ευχαριστώ μικρέ», του είπα σιγά.
«Άντε γαμήσου», μου απάντησε στην ίδια ένταση.

Έμεινα να τον κοιτάζω όσο απομακρυνόταν, άναψα κι ένα τσιγάρο, σκεφτόμουν. Γιατί τα κάνει όλα αυτά ο μικρός; Για ποιο λόγο μπλέκεται; Από συμπάθεια, συναδελφική αλληλεγγύη... Μαλακίες –ήξερα τον πραγματικό λόγο. Άνθρωποι σαν κι αυτόν ότι έκαναν, ήταν από υποχρέωση. Είσαι εκεί έξω, συνήθως μόνος, και είσαι εντάξει -επειδή ο κόσμος που σε πλησιάζει, διψάει για το αίμα σου. Εκεί έξω έχεις μόνο τη σιχαμάρα να σε κρατάει ζωντανό, αιχμάλωτος σε σπασμένα πεζοδρόμια κι αν δείξεις λίγος θα σε κομματιάσουν οι αρουραίοι. Γι΄αυτό στέκεται εκεί πέρα, 50 μέτρα πιο μπροστά μου ο μικρός –γι΄αυτό περιμένει με τα χέρια κρεμασμένα, ετοιμάζεται να τρομάξει τους αρουραίους.

Είδα το μπατσικό να εμφανίζεται νωχελικό κι απρόθυμο στο μπάσιμο του κεντρικού δρόμου, έβγαλα το Βάλτερ ευλαβικά και κοίταξα τον μικρό. Τους είχε δει κι αυτός, κούνησε το κεφάλι καθησυχαστικά. Περιμέναμε.
Το μπατσικό πλησίαζε σα βαρυστομαχιασμένη σαύρα, λίγο ακόμα και θα πέρναγε από μπροστά μου. Κόλλησα στον τοίχο ασυναίσθητα. Κράτησα ανάσα.

Τότε ο μικρός πετάχτηκε στη μέση του δρόμου, κανονικός μπεχλιβάνης –κούναγε τα χέρια, χοροπήδαγε τσαλαβουτώντας στις λακκούβες. Το μπατσικό πήρε να φρενάρει κι εγώ ξεκόλλησα επιτέλους από τον τοίχο. Έτρεξα σκυφτός, προσευχήθηκα στον Άγιο Πούστη αυτοπροσώπως να μην έχουν βάλει την κεντρική ασφάλεια στις πόρτες όσο άρπαζα την παγωμένη λαβή. Τράβηξα, η πόρτα άνοιξε –ευχαρίστησα βιαστικά τον προστάτη Άγιό μου. Το μπατσικό δεν είχε σταματήσει, οπότε βούτηξα αγκαλιά με τη Βέρα στο πίσω κάθισμα κάπως άτσαλα, ο μπάτσος που οδηγούσε τα χρειάστηκε. Γύρισε να δει τι γινόταν και μαζί του γύρισε το τιμόνι, κοντέψαμε να ντεραπάρουμε.
«Πρόσεχε ρε φίλε –θα σκοτωθούμε!» διαμαρτυρήθηκα, σηκώνοντας το Βάλτερ.
«Ποιος... τι....» μουρμούρισαν ταυτόχρονα ο οδηγός με τον συνοδηγό.
«Ας μην το κάνουμε θέμα τώρα –ένας πολίτης που θέλει να εξυπηρετηθεί, αυτό είμαι», χαμογέλασα.
«Ρε καργιόλη....» έκανε ο συνοδηγός και στριφογύρισε, αλλά ήμουνα λίγο πιο γρήγορος.
Τον χτύπησα με την κάνη του Βάλτερ ακριβώς πάνω στη μύτη, ο μπάτσος δάκρυσε.
«Τώρα τι καταλαβαίνεις; Να σου τραβήξω καμιά μήνυση για εξύβριση;» φόρτωσα. «Συνέχισε να οδηγείς κανονικά», είπα στον άλλο, «δεν έχω καμιά διάθεση να τρακάρουμε».
Γύρισαν σχεδόν αυτόματα και οι δυο τους, τώρα κοίταζαν τον δρόμο έξω από το παρμπρίζ. Μείναμε για λίγο έτσι, απολαμβάνοντας τη σιωπή.
«Δεν θυμάμαι αν σας το είπα, αλλά θέλω να με πάτε στη μάντρα με τα κατασχεμένα», σφύριξα σκύβοντας το κεφάλι ανάμεσά τους.
«Σε ποια μάντρα;» ρώτησε ο οδηγός.
«Μη μου δυσκολεύεις τη ζωή –να χαρείς!» παρακάλεσα. «Πήραν οι δικοί σας προχτές μια Άλφα από τη γειτονιά εδώ παρακάτω. Που την πήγαν;»
«Κι εμείς που να ξέρουμε;» αναρωτήθηκε ο οδηγός.
«Άμα δεν ξέρει η αστυνομία, ποιος ξέρει δηλαδή; Οι παλιοκλεφταράδες;» αναρωτήθηκα κι όταν ολοκλήρωσα, κοπάνησα μια γερή με τη λαβή του Βάλτερ στα χείλη του συνοδηγού.
Ούρλιαξε και μαζεύτηκε.
«Μη νομίζεις οτι θα τη γλιτώνεις για πολύ ακόμα –όταν σταματήσεις το οδήγημα θα σε περιλάβω κι εσένα», προειδοποίησα τον οδηγό.
Συνέχισε να κοιτάζει έξω σαν υπνωτισμένος.
«Λοιπόν;» ρώτησα ευγενικά.
«Πήγαινέ τον...» μούγκρισε ο συνοδηγός.
«Σωστή απόφαση!» επικρότησα. «Να εξυπηρετείτε και κάνα πολίτη στη χάση και στη φέξη, έτσι για αλλαγή ρε παιδί μου!»
Εκείνη την ώρα έκρωξε ο ασύρματος, κάποιος απαιτητικός από τα Κεντρικά ζητούσε ενημέρωση.
«102 –αναφέρατε θέση και πρόοδο ερευνών».
Ο συνοδηγός γύρισε να με κοιτάξει.
«Μην απαντήσεις. Θα νομίζουν οτι λουφάρετε σε κάνα σαντουιτσάδικο –η πρώτη φορά θα είναι;» είπα.
Σήκωσε τους ώμους αμίλητος.
«102 –αναφέρατε!» ούρλιαξε ο ασύρματος.
«Επιμονή που σου την έχουν κάποιοι άνθρωποι!» θαύμασα.
«102!» συνέχισε ακούραστος ο ασύρματος.
«Έλα άνθρωπέ μου, να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα! Να με ξεφορτωθείτε κι εμένα, επειδή την έχουν δει να σας ξηλώσουν όσο δεν απαντάτε», του είπα καθησυχαστικά.
Άλλαξε ταχύτητα βιαστικά και όρμησε στη μισοάδεια λεωφόρο.
«102 –αναφέρατε!» τσίριξε ο ασύρματος.

Μας πήρε γύρω στο τέταρτο μέχρι να φτάσουμε στη μάντρα, ο οδηγός έκοψε ταχύτητα και μου έκανε νόημα.
«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησα.
«Εδώ τα φέρνουν», μου απάντησε.
«Για προχώρα μέχρι τον πορτιέρη –με βάζετε μέσα και μετά φεύγετε», του είπα.
Το μπατσικό έφτασε μέχρι τη μπάρα στη δεξιά πλευρά της μάντρας, εκεί σταμάτησε και περιμέναμε. Τίποτα δεν έγινε.
«Κόρναρε μπας και ξυπνήσει ο μαλάκας», του ζήτησα.
Ο οδηγός κόρναρε, στην αρχή κοφτά, μετά παρατεταμένα.
Ένας βρωμόγερος πετάχτηκε από το κουβούκλιο στην άκρη της μπάρας, κοίταξε προς το μέρος μας, μετά ξαναμπήκε μέσα. Σε λίγο εμφανίστηκε φορώντας κατακίτρινο αδιάβροχο. Μας πλησίασε.
«Τι συμβαίνει γαμώ το φελέκι μου;» βλαστήμησε.
Οι μπάτσοι τον κοιτάζανε σα χάχες.
«Μίλα!» σκούντηξα τον οδηγό.
«Μια κόκκινη Άλφα, εδώ τη φέρανε;» ρώτησε εκείνος απότομα.
«Ε, που θα την πηγαίνανε; Τσάρκα στα μπιφτεκάδικα;» μούγκρισε ο γέρος.
Ήξερα πλέον όσα χρειαζόμουν.
«Ευχαριστώ και τους δυο σας για τη συνεργασία και σας διαβεβαιώνω οτι δεν έχω τίποτα προσωπικό μαζί σας», είπα σταθερά.
Μετά πυροβόλησα τον οδηγό στο σβέρκο και έριξα άλλες δυο στα μούτρα του συνοδηγού την ώρα που στριφογύριζε σα δαιμονισμένος. Πέθαναν ακαριαία έκπληκτοι.
«Τίποτα προσωπικό...» επανέλαβα βιαστικά όσο άνοιγα την πόρτα.
Αλλά δεν ήταν ανάγκη να τρέξω, ο γέρος είχε κοκαλώσει εκεί δίπλα, κανονικός υποψήφιος για έμφραγμα.
«Που είναι η Άλφα;» τον ρώτησα ακουμπώντας το Βάλτερ στο στήθος του.
«Μη με σκοτώσεις...» κλαψούρισε.
«Δεν έχω κανένα λόγο να το κάνω», τον διαβεβαίωσα. «Που είναι η Άλφα;»
«Στο βάθος, δεύτερη σειρά...» τραύλισε.
Τον πυροβόλησα εκεί ακριβώς, στο στήθος –τελικά, έλεγα ψέματα σε όλους τους. Αν δεν τους σκότωνα θα με κάρφωναν κι αυτό ήταν εντελώς άδικο, άμα θες να ξέρεις. Γιατί να μην υπάρχει κάποιος σεβασμός μεταξύ μας; Θα σε αφήσω να ζήσεις, δώσε μου απλώς δυο ώρες –κάτι τέτοιο. Σε όποιον απ΄αυτούς κι αν το ζήταγα, θα συμφωνούσε με μεγάλη προθυμία. Με την ίδια προθυμία που θα ειδοποιούσε τους μπάτσους αμέσως μόλις γύριζα την πλάτη μου. Έτσι ακριβώς –κανένας σεβασμός! Άσε που, κανείς τους δεν θα έκανε δεύτερη σκέψη πάνω από το κουφάρι μου αν τύχαινε να με πυροβολήσει πρώτος. Ίσως να σκεφτόταν πόσα θα κονομήσει, ίσως να υπολόγιζε αν ο θάνατός μου θα του εξασφάλιζε προαγωγή... Έφτυσα τη βροχή και βιάστηκα να ψάξω την Άλφα Τζουλιέτα.

Με περίμενε κατσουφιασμένη, και με το δίκιο της, επειδή την είχα παρατήσει εντελώς άκομψα. Ξάπλωσα τη Βέρα στα πίσω καθίσματα, δεν είχα χρόνο για θηλυκές γκρίνιες. Υπολόγιζα οτι θα βρίσκανε τους πεθαμένους μετά το ξημέρωμα, κοίταξα το ρολόι μου για να υπολογίσω πόσες ώρες μου μένανε και φυσικά δεν είδα τίποτα –αφού δεν είχα ρολόι. Μετά χτύπησα τα δάχτυλα στο τιμόνι και ξεκινήσαμε, περάσαμε δίπλα στο σταματημένο μπατσικό, γύρισα το πρόσωπό μου αλλού. Δεν είχα καμιά όρεξη να δω τους σκοτωμένους –ένα τρέμουλο ζελέδιασε τους ώμους μου, μια κούραση ζεστή σα σπιτικό φαγητό... Ήθελα να κοιμηθώ και να ξεχάσω, αλλά αυτό δεν ήταν δυνατό.

Μας πήρε μισή ώρα μέχρι να φτάσουμε στη νεκροζώντανη πλευρά της πόλης, εκεί που οι πουτάνες ξεγελούσαν την παγωνιά με εφήμερα όνειρα. Ποτέ στη ζωή μου δεν τα κατάφερα να σκεφτώ πολύπλοκα κι αυτό ήταν χρήσιμο, επειδή όλα είναι απλοϊκά εδώ κάτω και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια γεμιστήρα σφαίρες. Ήθελα το Αφεντικό και είχα ακόμα μπόλικες γεμιστήρες για το Βάλτερ, θα τον περίμενα λοιπόν, όσο χρειαζόταν. Αλλά όχι στο επίσημο σπίτι του, εκεί πέρα ο φόβος θα είχε ήδη σηκώσει συρματοπλέγματα –άσε που δεν είχα καμιά διάθεση να μπλέκονται σύζυγοι και παιδιά στα πόδια μας. Θα τον περίμενα εκεί που κι αυτός θα με περίμενε –με μια διαφορά. Το Αφεντικό προετοιμαζόταν για συνάντηση στο δρόμο, εγώ υπολόγιζα να βρεθώ ένα βήμα πιο μπροστά. Ή πιο μέσα –αν θες.

Έκοψα ταχύτητα, το διαμέρισμα του Αφεντικού ήταν σκοτεινό –κανένα αμάξι δεν διακρινόταν να φυλάει από κάτω. Άρα, το Αφεντικό έλειπε –απόψε έπαιζε τον οικογενειάρχη. Καλό αυτό.

Έκανα δυο γύρους για να σιγουρευτώ, τα παρκαρισμένα αμάξια ήταν άδεια. Και τότε τους είδα να ξεκολλάνε από τα λούκια που έσταζαν σκουριά, ανατρίχιασα –σκέτα φαντάσματα οι πούστηδες! Έρχονταν προς την Άλφα με αργό βήμα, έβγαλα το Βάλτερ –ετοιμάστηκα. Αν έγραφε οτι θα πεθάνει κάποιος απόψε, αυτός δεν θα ήμουνα εγώ.

Ήταν δύο, ο πρώτος στήθηκε μπροστά στην Άλφα με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ο δεύτερος πλησίασε το παράθυρό μου. Η βροχή δε φαινόταν να τους ενοχλεί, ούτε το γεγονός οτι μπορούσα να τους πατήσω με την Άλφα ή να τους πυροβολήσω –δυο γρανιτένιοι άνθρωποι. Άκουσα το χτύπημα στο τζάμι, κατέβασα αργά το παράθυρο της Άλφα.
«Πολύ πρωτότυπο σχέδιο ρε μάγκα!» γέλασε ο άντρας χώνοντας το κεφάλι του μέσα στην Άλφα.
Ένα ξυρισμένο κεφάλι που έσταζε βρόχινο νερό ανακατεμένο με κακία.
«Αυτό μου προέκυψε –μαζί μ’ένα Βάλτερ που σε σημαδεύει σχετικά εγκάρδια», τον πληροφόρησα.
«Μάζεψέ το λοιπόν μην έχουμε κανένα ατύχημα», μου είπε ο φαλακρός. «Δεν κινδυνεύεις από μας....»
«Μόνο οι πεθαμένοι δεν είναι επικίνδυνοι», του απάντησα.
«Κοίτα –δεν έχω όρεξη ν΄αρπάξω καμιά γρίπη, γι΄αυτό θα έρθω να καθίσω στο διπλανό κάθισμα. Εντάξει;» ρώτησε ο φαλακρός.
«Να κάτσεις εκεί που είσαι, το καλό που σου θέλω», τον πάγωσα όσο αλληθώριζα προς τον άλλο άντρα που έμοιαζε να έχει κοκαλώσει μπροστά από την Άλφα με τα χέρια σταυρωμένα. «Και πες στο μαλάκα να κάνει παραδίπλα –με αγχώνει έτσι που στέκεται», ζήτησα από τον φαλακρό.
«Μην παίζεις με την τύχη σου», με συμβούλεψε ο φαλακρός.
«Καλά, προχώρα τώρα στο παρασύνθημα –επειδή έχω και δουλειές», έκανα εγώ.
«Σε ζητάνε στο τηλέφωνο», μου εξήγησε ο φαλακρός.
«Δεν άκουσα να χτυπάει...» παρατήρησα.
«Κάνεις λάθος», μου είπε και έβγαλε ένα τηλέφωνο από την τσέπη του. Ήταν γρήγορος σα φίδι ο καργιόλης, αν είχε τραβήξει πιστόλι τώρα θα τσέκαρα δωμάτιο στην κόλαση.
Ο φαλακρός πέταξε το τηλέφωνο ακριβώς δίπλα μου.
«Τίποτα άλλο;» ρώτησα.
«Πρέπει να είμαι...» ξεκίνησε να λέει όμως δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του επειδή εγώ ανέβασα γρήγορα το τζάμι του παραθύρου κάνοντας όπισθεν.
Τον είδα να παραπατάει αποφεύγοντας την τούμπα όσο ο φίλος του ο αγαλμάτινος κατέβαζε αργά τα χέρια. Μετά χάθηκαν στις σκιές των πεζοδρομιών για μια ακόμα φορά. Σήκωσα χειρόφρενο και περίμενα. Το τηλέφωνο χτύπησε.
«Πες το», μούγκρισα.
«Τελικά θα την κάνεις τη μαλακία!» ψευτοθαύμασε ο Γλύκας.
«Είχες καμιά αμφιβολία;» απόρησα.
«Πάντα υποθέτω οτι οι αυτόχειρες το ξανασκέφτονται πριν προχωρήσουν...» γέλασε εκείνος.
«Πες το στους αυτόχειρες», τον προέτρεψα.
«Τέλος πάντων –ήθελα να σου μιλήσω για να δεις τι φίλος είμαι!»
«Ο τελευταίος που σε πέρασε για φίλο του κατέληξε με μια σύριγγα να μετράει τ΄αστέρια», του θύμισα.
«Βλακείες!» νευρίασε. «Κι επειδή δεν έχω χρόνο για χάσιμο –άκου προσεκτικά. Αν ξεμπερδέψεις με το Αφεντικό θα φροντίσουμε να ξεμπερδέψεις και γενικότερα».
«Θα φροντίσετε; Ποιοι θα φροντίσετε;»
«Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Κοίτα να τελειώσεις λοιπόν τη δική σου δουλειά κι αμέσως μετά πάρε με τηλέφωνο –κράτα αυτή τη συσκευή και πάρε με. Θα φροντίσουμε να σε ξεμπλέξουμε....»
«Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, είσαστε μια παρέα από καλούς Σαμαρείτες που έχετε βάλει σκοπό να βοηθάτε φονιάδες....»
«Τα παραλές!»
«Δεν τελείωσα!» τον έκοψα. «Θέλω να μάθω κάτι ακόμα –τα χωράφια του Αφεντικού θα τα μοιραστείτε ή θα τα βγάλετε σε κλήρο;»
«Κι εσένα τι σε νοιάζει ρε μαλάκα;»
«Δίκιο έχεις –δε με νοιάζει», διαπίστωσα.
Έκλεισα το τηλέφωνο, ξεκίνησα την Άλφα, ρολάραμε παραλιακά στο πεζοδρόμιο, μέχρι να δω τις σκιές που περιμένανε μισοκρυμμένες. Τότε άνοιξα το παράθυρο και πέταξα το τηλέφωνο στα πόδια του φαλακρού. Ξεκίνησα να φύγω όσο η συσκευή γινόταν κομμάτια στις πλάκες του πεζοδρομίου.

Χρειαζόμουν ένα καλό μέρος να κρύψω την Άλφα πριν ανέβω στο διαμέρισμα του Αφεντικού και χρειαζόμουν φαγητό, ύπνο, συντροφιά –ίσως κι ένα γυναικείο χέρι να μου χαϊδέψει το μέτωπο.

Το μόνο που δεν χρειαζόμουν ήταν η καλοσύνη των αφεντικών. Επειδή τα αφεντικά είναι, από χρόνια, τσακωμένα με την καλοσύνη.

Τρίτη, Νοέμβριος 24, 2009

"Μαυροντυμμένοι περπατούν οι γιοι του Τζον Γουέιν"

Υπάρχει λοιπόν το (ας πούμε) «παράδοξο του Σίντλερ» -εντάξει, δεν υπάρχει –εγώ το εφευρίσκω επειδή με βολεύει. Όπου Σίντλερ ο γνωστός συντάκτης λιστών στην ταινία του Σπίλμπεργκ.
Την ταινία δεν έχω αντέξει ακόμα να τη δω ολόκληρη, επειδή τον βαριέμαι το Σπήλμπεργκ –όμως το θέμα της έχει να κάνει με κάποιο Γερμανό, ο οποίος παίρνει Εβραίους από τα ναζιστικά στρατόπεδα και τους σώζει από βέβαιο θάνατο χρησιμοποιώντας τους σαν εργάτες στο εργοστάσιό του. Προκύπτει εδώ το ερώτημα: τι άνθρωπος ήταν τελικά αυτός ο Σίντλερ; Αν πεις «καλός και άγιος» θα σου απαντήσουν «ναι, αλλά ο τύπος κονόμαγε εκμεταλλευόμενος τη φτηνή εργατική δύναμη των φυλακισμένων», αν πεις «αιμορουφήχτρας καπιτάλας» θα σου αντιτείνουν πως «ναι, αλλά ο άνθρωπος έσωσε ένα κάρο κόσμο από βέβαιο θάνατο».

Τι σκατά ήταν τελικά ο Σίντλερ;

Κάτσε τώρα και παιδέψου με το παραπάνω ερώτημα -κάθε επιχείρημα που θα βρίσκεις υπέρ της μιας άποψης θα γεννάει αυτόματα το σχετικό αντεπιχείρημα -και μπορούμε να ξοδέψουμε άπειρα βράδια καπνίζοντας ή άπειρο χώρο σχολιάζοντας, μέχρι να αποδειχτεί οτι το παραπάνω ερώτημα δεν έχει μία, αλλά δυο, αντίθετες απαντήσεις –εξίσου ορθές –εξ ου και «παράδοξο».

Αυτό συμβαίνει επειδή το αρχικό μας ερώτημα είναι μια μαλακία και μισή (τουτέστιν 1,5 μαλακία) –αν θες να ξέρεις. Επειδή τελικά δεν έχει καμιά σημασία τι είδους άνθρωπος ήταν ο Σίντλερ. Επειδή η προσωποποίηση μιας ενέργειας είναι αισχρή τακτική αποπροσανατολισμού σε σχέση με την ίδια την ενέργεια. Κι αυτή η τακτική ξεδιπλώνει το γαϊτανάκι του μάγματος Σέρλοκ Χολμς –Σίγμουντ Φρόιντ που κάποιοι έκρυψαν μέσα μας. Αρχίζουμε τότε να ψάχνουμε τις μύχιες προθέσεις του ενεργούντος, ξαμολάμε και τα στερεότυπά μας σε σχέση με τον ρόλο που αυτός κατέχει, ρίχνουμε και μισό κιλό απωθημένα στο μπλέντερ – έτοιμη η φρουτοσαλάτα. Μόνο που στον ρόλο των φρούτων είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Γιατί το κάνουμε αυτό; Λοιπόν, αν θέλουμε να διακρίνουμε κάποιες αιτίες θα πρέπει να πάμε λίγο πίσω, θα πρέπει να κοιτάξουμε κατάματα τα «φαντάσματα της νεκρής πολιτικής» -που λέει κι ο καλλιτέχνης. Και η βόλτα προς τα πίσω θα φτάσει αναγκαστικά μέχρι την εποχή των Μεγάλων Ιδεολογιών –εκεί κάπου στο τέλος του τελευταίου Μεγάλου Πολέμου. Τότε εμφανίστηκε με τη μορφή ευφυολογήματος το ψευδοσυμπέρασματα «ο Τζο ο Αμερικάνος νίκησε τον Ιάπωνα Τακαχίρο επειδή ο πρώτος έπαιρνε πρωτοβουλίες όσο ο δεύτερος απλώς εκτελούσε διαταγές». Αθώο, απλοϊκό και αστειούτσικο συμπέρασμα, που φρόντιζε να κρύβει επιμελώς την πραγματικότητα των δυο ατομικών βομβών.

Το μοντελάκι της κυριαρχίας της προσωπικότητας επί των ιστορικών γεγονότων (δανεισμένο από τα ρομαντικά μυθιστορήματα του 18ου αιώνα) ήρθε κι έκατσε στην προσπάθεια αντίκρουσης των αριστερών ιδεολογιών, εφόσον, στη θέση του Τακαχίρο τοποθετήθηκε σταδιακά ο Γερμανός Φριτς και μετά (εντελώς ξεδιάντροπα) ο, πρώην σύμμαχος, Ρώσος Ιβάν.

Σε τι εξυπηρετούσε το συγκεκριμένο μοντελάκι; Σε τι εξυπηρετούσε δηλαδή ο Τζον Γουέιν που έτρωγε Ινδιάνους για μπρέκφαστ, ή ο Μπρους Γουίλις που μάσαγε τρομοκράτες, ή ο Μάικλ Ντάγκλας που κατάπινε μετοχές (τα σχηματοποιώ όλα αυτά προκειμένου να γλιτώσουμε χρόνο), σε τι εξυπηρετούσε τελικά ο V ο Βεντέτας, ή ο καινούργιος, μπουσταρισμένος, Σκοτεινός Ιππότης Batman που αναγκαζόταν να γίνει τα ίδια σκατά με τους κακούς προκειμένου να τους νικήσει; Λοιπόν νομίζω οτι από την ίδια την ερώτηση προκύπτει η απάντηση.

Κι αφού το κάναμε σινεφίλ εδώ μέσα, ας υπενθυμίσω και την ακραία εκδοχή της αντίθετης άποψης: «Μη μου λες οτι η ομάδα έκανε λάθος –αν έγιναν λάθη αυτά οφείλονται στα άτομα, ποτέ στην ομάδα!» ούρλιαζε ο εκνευρισμένος Αντρέας Μπάαντερ στη σχετική ταινία.

Και μετά τα γενικά, περνάω στις εξειδικεύσεις.

-Έκανα τις προάλλες ένα, ας το πω, πείραμα. Παρέθεσα κάποια άποψη των Πυρήνων της Φωτιάς, την οποία θεώρησα σωστή, σημειώνοντας από κάτω τη διαφωνία μου με την εν γένει πρακτική της συγκεκριμένης ομάδας. Στη συνέχεια πήρα δυο εκπροσώπους στερεοτυπικά προσημασμένων απόψεων –από τη μια έβαλα κάποια δήλωση του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως (ε, όχι και Προστασίας του Πολίτη!) και την συνέκρινα με το σχόλιο κάποιου ριζοσπάστη χιουμορίστα, όπως θεωρούνται οτι είναι αυτοί οι τύποι της Ελληνοφρένειας. Παρατήρησα ότι:
1. Κάποιος σχολιαστής θεώρησε εντελώς φυσιολογικό το γεγονός της συμφωνίας μου με μια άποψη των Πυρήνων, αλλά ενοχλήθηκε από την κριτική μου στην πρακτική τους.
2. Κάποιοι άλλοι σχολιαστές μου επεσήμαναν ότι ο Χρυσοχοϊδης είναι υπεύθυνος για τις κτηνώδεις επιχειρήσεις της Αστυνομίας, άρα «δεν έχει δικαίωμα να ομιλεί», άσε που χρησιμοποιεί μικροαστική ορολογία και τελικά το κάνει όλο αυτό με «κακό σκοπό».

-Είχα κάνει παλιότερα ένα κείμενο όπου σχολίαζα τις, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτες απόψεις της Σώτης Τριανταφύλλου σχετικά με τις απολύσεις δυο υπαλλήλων βιβλιοπωλείου-εκδοτικού οίκου. Αυτό το κείμενο, είδα να χρησιμοποιείται, εκ των υστέρων, από φίλους σαν επιχείρημα στη διαμάχη σχετικά με το αν, καλώς ή κακώς γιαουρτώθηκε η κυρία Σώτη.

-Πάει καιρός από τότε που ανακάλυψα τη δράση της Αφροδίτης Αλ Σάλεχ σχετικά με τους μετανάστες. Επειδή θεώρησα το έργο της σημαντικό, της πρότεινα να αναδημοσιεύει οτι θεωρεί χρήσιμο σε μια σελίδα «κοινόβιο» που διατηρούμε –τους «Ανθρώπους από Καλαμπόκι». Θυμάμαι οτι τότε είχα τον εξής διάλογο με καλό μου φίλο:
«Η Αφροδίτη; Καλή είναι ρε παιδί μου αλλά να.... Δείχνει πως έχει κάτι στο πίσω μέρος του μυαλού της, δείχνει πως έχει κάποιο σκοπό για οτιδήποτε κάνει...Έχει υποστηρίξει και τον Βενιζέλο σε κάποια κείμενά της...»
«Εννοείς δηλαδή πως ότι κάνει το κάνει για να βγει βουλευτής ή να βολευτεί στην κυβέρνηση του Πασόκ;»
«Εεεεε, κάπως έτσι!»
«Εντάξει –και λοιπόν; Αν κατέβει για βουλευτής εγώ θα την ψηφίσω με τα χίλια, επειδή, τουλάχιστον, έχει γνώση του θέματος περί μετανάστες».
Τώρα που η Αφροδίτη έγινε σύμβουλος του Βούγια δεν έχω προλάβει να συναντήσω τον καλό μου φίλο, άρα, δεν ξέρω αν θα μου πει: «στα ΄λεγα εγώ!» Πρόλαβαν όμως και πλακώσανε τα όρνια.
  • Οι σιχαμεροί δημοσιογράφοι που βρήκαν ημίγυμνες φωτογραφίες της Αφροδίτης και φτιάξανε κάποιον εμετό με πολλά υποσχόμενο τίτλο «Ποια είναι η Αφροδίτη του Βούγια»!!!!
  • Οι σεξουαλικά στερημένοι νεοφασίστες που γέμισαν το ιστολόγιό της με βρισίδια.
  • Οι μαλακοτσαχπίνηδες που διατύπωσαν μαλακοτσαχπίνικα ερωτήματα του τύπου: «γιατί δεν το έγραψε στο ιστολόγιό της για τη θέση στο Βούγια, παρά μόνο όταν αναγκάστηκε από τo αποκαλύψει;» (λες και είναι κανένας αναγκασμένος να γράφει ΤΑ ΠΑΝΤΑ και όχι ΟΤΙ ΘΕΛΕΙ στο ιστολόγιό του!), «πέρασε από ΑΣΕΠ για τη θέση συμβούλου;» (σα να ήταν δυνατό οι σύμβουλοι –δηλαδή οι ειδικοί επί συγκεκριμένων θεμάτων –να περνάνε από το ΑΣΕΠ, δηλαδή πως θα γινόταν; θα έκανε την αίτησή της η Αφροδίτη μαζί με τον Παπίκιο τον «πανταχού παρόντα αγανακτισμένο κάτοικο»,ας πούμε;)
  • Και οι πούροι αντιεξουσιαστές έτρεξαν να της τα χώσουν που «πουλήθηκε στους προσκυνημένους»!!

-Διάβασα κάπου οτι υπήρξε τηλεφωνική ανάληψη για το τελευταίο πέσιμο σε πεζή περιπολία. Και τι είπε ο αναλαμβάνων; «Χθες το απόγευμα, ομάδα συντρόφων επιτέθηκε σε πεζό περίπολο της ΕΛ.ΑΣ. στην οδό Καλλιδρομίου. Θαυμάσαμε τους λεβέντες του Χρυσοχοΐδη στο ταχύτατο σπριντ τους, στο οποίο πετούσαν ακόμα και τα κλομπ τους, για να τρέξουν πιο γρήγορα. Θαυμάσαμε, επίσης, την επίδειξη συναδελφικής αλληλεγγύης, όταν παράτησαν πίσω τους τη νεαρή συνάδελφό τους. Σε ένδειξη μεγαλοψυχίας μας, τη φιλοδωρήσαμε μόνο με κάνα δυο κλωτσιές. Επιφυλασσόμαστε για τους λεβέντες συναδέλφους της. Επιστρέφουμε, τέλος, στο Χρυσοχοΐδη, ένα κλομπ, που «έπεσε» από τους λεβέντες του. Ο Δεκέμβρης έρχεται.»

Νομίζω οτι οι παραπάνω αναφορές είναι επαρκείς. Και αποδεικνύουν οτι ο Τζον Γουέιν δεν πέθανε άδικα –δεκάδες (εκατοντάδες;) μικροί Τζον Γουέιν ξεπετάχτηκαν για να συνεχίσουν το έργο του. Αποδεικνύουν επίσης οτι ο Batman δεν κάνει ποτέ λάθος, ακόμα κι όταν σκοτώνει κατά λάθος!

Επειδή εδώ πέρα το στερεότυπο εξαφανίζει τον άνθρωπο –αν φας καμιά τούμπα κι ένας περαστικός σου δώσει το χέρι να σηκωθείς θα πρέπει πριν το πιάσεις να κοιτάξεις προσεκτικά τον φάκελό του. Μήπως είναι ασφαλίτης; Μήπως είναι κρατικός υπάλληλος; Μήπως (ακόμα χειρότερα!) είναι πολιτικός; Αν ναι, έχει σίγουρα σκοπό να σου πιάσει τον κώλο –οπότε κάτσε με τα μούτρα στην άσφαλτο μέχρι να βρεθεί κάποιος δικός σου.
Οι στερεοτυπικοί δικοί μας, που έχουν πάντα δίκιο (ή άδικο, αλλά πασπαλισμένο με καλές προθέσεις) και οι στερεοτυπικοί άλλοι που έχουν άδικο πριν καν ανοίξουν το στόμα τους κι αν τύχει να πουν κάτι που μας βολεύει το κάνουν για να μας γαμήσουν στην τελική!

Επειδή Εμείς μπορεί να μην έχουμε θέσεις –αλλά έχουμε δίκιο! «Έχουμε δίκιο να επαναστατούμε», όπως ισχυριζόταν ο λαοφιλής ανθρωποφοβικός φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ!

Και Εμείς έχουμε εχθρούς–ανθρώπους, όχι εχθρούς-θεσμούς. Θέλουμε μια κοινωνία δίχως μπάτσους κι αυτό θα γίνει όχι αποδεικνύοντας στην πράξη την αχρηστία του θεσμού του μπάτσου αλλά τρομοκρατώντας τους ήδη υπάρχοντες μπάτσους! Θέλουμε να καταργηθεί το κράτος και για να γίνει αυτό αρκεί να στραβώνουμε τη μυτούλα κάθε φορά που πλησιάζουμε τους φορείς της «κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» -που θα πάει; Θα το πάρει απόφαση η παλιο-«κοινοβουλευτική» και θα φύγει από μόνη της!

Και Εμείς μπορούμε (κατέχοντας το αλάθητο του επαναστάτη, φυσικά) να την πέφτουμε σε τίποτα ξεμοναχιασμένους μπάτσους, αδιαφορώντας για το προφανές –οτι δηλαδή οι αστυνομικές συμμορίες θα ξεσπάσουν μετά σε ανυποψίαστους δικούς μας. Επειδή το επαναστατικό μας καθήκον είναι τόσο σημαντικό που δε μας αφήνει χρόνο ούτε καν να ρίξουμε κάποια προειδοποίηση –ένα «κάντε την μαλάκες, σε λίγο θα πλακώσουν»!

Βεβαίως, Εμείς έχουμε όλο το δικαίωμα να γιαουρτώνουμε αδύναμες Σώτες και να κλωτσάμε πεσμένες μπατσίνες! Αλλά ακόμα πιο βεβαίως, οι φασίστες είναι ζώα όταν διακόπτουν παρουσιάσεις ενοχλητικών (τους) βιβλίων και οι μπάτσοι είναι γουρούνια όταν κλωτσάνε πεσμένες κοπέλες! Είπαμε –Εμείς κατέχουμε το επαναστατικό αλάθητο και αυτό μας νομιμοποιεί!

Κι αυτό το ρημάδι το επαναστατικό αλάθητο μας δίνει το δικαίωμα να τρώμε τζάμπα σε ταβέρνες των Εξαρχείων ή να τραμπουκίζουμε γκέι μπαρ της περιοχής –επειδή, πως να γίνει; Η επανάσταση θέλει τη μπριζόλα της και οι πούστηδες δεν ταιριάζουν με το αγριεμένο μας στυλάκι. (Εδώ θέλω να ζητήσω μια ταπεινή συγνώμη, επειδή παλιότερα, όταν ακόμα πήγαινα στις διαδηλώσεις, είχα μπροστά μου την Πάολα –έπρεπε να την τσακίσω κι εγώ στο ξύλο μαζί με τους μπάτσους, την παλιοτραβέλω που ξεφτίλιζε το επαναστατικό μας αντριλίκι!)

Και τελικά, αν κάποιος απομακρυνθεί από Εμάς, αν κάποιος προσπαθήσει να περάσει τις θέσεις του μέσα από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, θα πρέπει να τον κράξουμε ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙ.

Επειδή ξέρουμε πως είναι τα πράγματα, κατέχουμε την απόλυτη γνώση, τη μοναδική αλήθεια! Εμείς! Οι απόγονοι του Τζον Γουέιν, οι λάτρεις του V του Βεντέτα, οι εκφραστές της καμίας πρότασης!

Οι εκτρωματικοί ήρωες φτηνής αμερικάνικης ταινίας που γουστάρουμε να πιστεύουμε οτι αυτοπροσδιοριζόμαστε.

Κατάλαβες;

Παρασκευή, Νοέμβριος 20, 2009

13. Μπλουζ με την πλάτη στον τοίχο

Προηγουμένως:
1. "Που θα πας ρε ηλίθιε;"
2. Μαθαίνοντας τη Βέρα
3. Οι σφαίρες δεν πληρώνουν εισιτήριο μετ΄επιστροφής
4. Σκυλί με λαστιχένιο λουρί
5. Η πραγματική γαλήνη
6. Σημαδεύοντας τη βροχή
7. "Όχι πια εδώ"
8. Ένα παγωμένο χέρι για να κρατιέσαι
9. «Εξωτικό νησί είναι αυτό που δεν έχει μπάτσους»
10. Για κάποιους οι μέρες τελειώνουν νωρίς
11. "Καταζητούμενος"
12. Και τ΄αηδόνια θα βγάλουν το σκασμό

Ένας κολοβός ήλιος ξεμύτισε στο διάλειμμα της βροχής, το κεφάλι μου κουδούνιζε από φως, ήμουνα κουρασμένος και φοβόμουν πολύ. Έτσι συμβαίνει αν τύχει να ξημερωθείς στην άκρη της πόλης, κρυμμένος σ΄ένα σταματημένο αυτοκίνητο, μόνος κι ο κόσμος όλος εναντίον σου. Κοίταξα τη Βέρα που ξεκουραζόταν στο πίσω κάθισμα, δεν έμοιαζε να βρίσκεται κι αυτή στα καλύτερά της. Ξεφτίζαμε παρέα λουσμένοι στο καχεκτικό φως.

Όσο μελετούσα την καταληκτική φάση του σχεδίου.

Δυο παιδιά πέρασαν απ΄έξω, φορτωμένα σχολικές τσάντες –το ένα κοίταξε στο εσωτερικό της Άλφα και βιάστηκε να γυρίσει το κεφάλι του αλλού. Ήμουν, μάλλον, αποτρόπαιος.

Βγήκα έξω και άναψα τσιγάρο, για να καθαρίσω το μυαλό μου. Έπρεπε να περιμένω κι αυτό ήταν το δύσκολο, έπρεπε να μείνω κρυμμένος όσο το Αφεντικό θα κολύμπαγε στην αγωνία –πόσες μέρες άραγε; Και με τα σκυλιά ξαμολημένα στο κατόπι μου... Αργοπορημένοι εργαζόμενοι ξεπετάγονταν από τα σπίτια για να προλάβουν τις δουλειές τους, χαμογέλασα σε όσους δεν είχαν χρόνο να με κοιτάξουν. Και περπάτησα σαν σε ναρκοπέδιο, για να περάσει η ώρα.

Τότε ακριβώς κατάλαβα οτι από κάπου την ήξερα αυτή τη γειτονιά. Τις εργατικές πολυκατοικίες, τους ακάλυπτους γεμάτους σωριασμένα μπάζα, τη μυρωδιά άκαυτου μαζούτ, τις τσιρίδες απελπισμένων μανάδων... Την ήξερα αυτή τη γειτονιά.

Προχώρησα στον πρώτο δρόμο που βρήκα, έστριψα αριστερά, μετά δεξιά...
«Δεν έχεις δίκιο –είναι από τα πιο διάσημα γυμναστήρια της πόλης», έλεγε ο Χαρακωμένος.
«Διάσημο γιατί; Επειδή όσοι έψαξαν να το βρουν, πέθαναν στο δρόμο;» γκρίνιαζα εγώ.
Διάσημο επειδή εκεί πέρα στήνονταν όλοι οι αγώνες –το κατάλαβα όταν έχασα από κάποιον μύξα και διέλυσα με δυο μπουνιές ένα ντερέκι δίμετρο. Είχαμε βγάλει μπόλικα εκείνο το βράδυ, ο Χαρακωμένος δηλαδή –εγώ τα μόνα που κέρδισα ήταν ένα πιάτο φαΐ και κάποιο ξεγυρισμένο διάστρεμμα. Αλλά θυμώνουν ακόμα πως να βρω το γυμναστήριο.

Έσπρωξα τη σκουριασμένη πόρτα, όλοι οι δαίμονες τις κόλασης ήταν εκεί –κρυμμένοι στις ράγες της, έτοιμοι για κονσέρτο. Πέρασα την πρώτη αίθουσα, ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ με το παρκέ πλημμυρισμένο απ΄τη βροχή, βγήκα στην πίσω πλευρά. Εκεί πίσω από τον κίτρινο τοίχο με περίμενε το ρινγκ, οι σάκοι, τα μπαλονάκια –οι προσωπικοί μου εφιάλτες σε απαρτία. Το γυμναστήριο ήταν άδειο, στις προθήκες μερικά ζευγάρια γάντια, δεν τα χρειαζόμουν. Δοκίμασα τον κοντινότερο σάκο, καλά κρατιόταν. Κι έτσι έβγαλα το μπουφάν και ξεκίνησα το ζέσταμα -πρώτα με διερευνητικά κροσέ, μετά κάποια ξεγυρισμένα ντιρέκτ, στο τέλος τα γεμάτα άπερκατ. Και πάλι απ΄την αρχή, πιο γρήγορα, πιο δυνατά, το λαχάνιασμα μ΄έπνιξε αλλά συνέχισα φουρκισμένος. Χτυπάς μέχρι να πέσεις κάτω και τότε ξανασηκώνεσαι και ξαναρχίζεις, χτυπάς...
«Ποιος πούστης είσαι εσύ πάλι;» έσκασε μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου.
Δεν έκοψα το ρυθμό μου, δε γύρισα να κοιτάξω.
«Ο αρχιπούστης των 5 ηπείρων», μούγκρισα.
«Το γυμναστήριο είναι ιδιωτικό», συνέχισε η φωνή.
«Το ίδιο και τ΄αρχίδια μου», απάντησα.
Μετά σταμάτησα απότομα για να κοιτάξω –ιδρώτας έτρεχε και η φωνή μου σύντομα θα χανόταν. Στην πόρτα ένας πιτσιρικάς με αθλητική φόρμα και οργωμένη φάτσα, κρατούσε επιφυλακτικά την τσάντα του.
«Πρέπει να φύγεις, σε λίγο έχουμε προπόνηση», μου εξήγησε.
«Θες να προσπαθήσεις να με διώξεις;» χαμογέλασα.
Δεν είπε τίποτα, μόνο που συννέφιασε απότομα –ήταν ένας αθλητής και σ΄αυτούς απαγορευόταν να αγριέψουν.
«Μην τρελαίνεσαι, θα φύγω όταν έρθουν οι υπόλοιποι –μπήκα μόνο για να ξεσκουριάσω», είπα καθησυχαστικά.
«Είσαι μποξέρ;» με ρώτησε.
«Ήμουν», απάντησα.
«Και τώρα;» θέλησε να μάθει.
«Τώρα δεν είμαι», τον γείωσα.
Ξεκίνησα πάλι να τσακώνομαι με τον σάκο, πρώτα αργά, επιφυλακτικά –κι όσο ανέβαιναν οι παλμοί πιο γρήγορα, πιο δυνατά.
«Και τι κάνεις τώρα που τα παράτησες; Ρωτάω επειδή σε 5-6 χρόνια....» μουρμούρισε ο αθλητής πλησιάζοντάς με.
Έκοψα, τον κοίταξα.
«Σε 5-6 χρόνια ε;» αναρωτήθηκα.
«Άμα ανέβω κατηγορία...»
«Να πας στα βαρέα δηλαδή; Κι εκεί πέρα θα σε περιμένει κάποιος οδοστρωτήρας, 5 χρόνια μικρότερός σου που θα παίζει στη φυσική του κατηγορία, ενώ εσύ θα είσαι ένας μεσαίος που χόντρυνε....»
«Δεν θα γίνει έτσι....» ψιθύρισε.
«Ότι πεις», χαμογέλασα.
«Και μετά; Τι παίζει από δουλειά;» με ρώτησε.
«Εσύ τι περιμένεις δηλαδή; Να σε κάνουν γυμναστή σε κάνα σύλλογο;»
Το σκέφτηκε λίγο, ντράπηκε ίσως.
«Όχι αλλά....» κόμπιασε.
«Έτσι ακριβώς», τον διαβεβαίωσα.
«Πάω να ντυθώ –θες γάντια να κάνουμε μια προθέρμανση;» με ρώτησε.
Δεν απάντησα κι εκείνος εξαφανίστηκε προς τ΄αποδυτήρια. Ήθελα. Και γάντια και την αίσθηση του ρινγκ στις πατούσες μου κι όλα αυτά τα σκατά, ήθελα...
Εκείνη την ώρα έσκασε μύτη ο προπονητής.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» φώναξε.
Τι να του πεις τώρα; Προτίμησα να μη μιλήσω.

Κάθισα ξέπνοος στον ξύλινο πάγκο στο βάθος της αίθουσας όταν οι κλειδώσεις μου ξεκίνησαν να σκίζονται, τις χάζεψα με απορία. Είχα καταντήσει σκέτος φλώρος από την απροπονησιά τελικά! Από την άλλη μεριά εμφανίστηκε ο αθλητής, φουριόζος.
«Θα ανέβεις να παίξουμε;» με ρώτησε.
«Άσε τις μαλακίες!» θύμωσε ο προπονητής.
«Καλά σου λέει», του απάντησα. «Δε με ξέρεις, μπορεί να είμαι βαλτός για να σε σακατέψω».
«Δε μασάω τίποτα –θα σε λιώσω όπως και να’χει», μου χαμογέλασε εκείνος.
Κοιτάχτηκα με τον προπονητή, εκείνος χαμογέλασε όλο κατανόηση.
«Μην του δίνεις σημασία», μου ζήτησε.
Κι αυτό αποφάσισα να κάνω, επειδή το γυμναστήριο άρχισε να πολυκοσμίζει –φόρεσα το μπουφάν μου.
«Παλιός;» με ρώτησε ο προπονητής.
«Κάτι τέτοιο», έκανα απρόθυμα.
«Ποιος σε είχε;» ξαναρώτησε.
«Τι τα σκαλίζεις τώρα;» τον ξέκοψα.
«Κατέβα αμέσως ρε κωλόπαιδο και τροχάδην στις κερκίδες!» ούρλιαξε ο προπονητής στον αθλητή του.
Γέλασα. Κάποτε ήμουνα κι εγώ σαν αυτόν –ίσως περισσότερο ξεροκέφαλος, αλλά πάντως σαν αυτόν.
«Δεν είσαι ο...» ξεκίνησε να λέει ο προπονητής πίσω απ΄την πλάτη μου.
«Όχι δεν είμαι», του απάντησα.
Βιάστηκα να βγω πάλι στο μπροστινό κλειστό γήπεδο μπάσκετ, δυο πιτσιρίκια ρίχνανε σουτάκια τραντάζοντας το ταμπλό. Με κοίταξαν και βιάστηκαν να γυρίσουν το βλέμμα τους αλλού.
Αδιαφόρησα -βγήκα έξω.

Ο δρόμος είχε γίνει ήσυχος σαν Κυριακάτικο πρωινό, μέχρι και οι μυρωδιές εξαφανίστηκαν. Δεν έδωσα σημασία. Προχώρησα με σταθερό βήμα, οι κλειδώσεις μου πονούσαν, ήθελα να πάρω την Άλφα και να βρούμε κάποια απόμερη παραλία. Να κοιμηθώ λιγάκι. Αλλά η αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω σου βγάζει τσιφ στον κατηφορικό δρόμο της παγίδας –το κατάλαβα όταν έφτασα 200 μέτρα μακριά από την Άλφα. Ούτε γατί δεν κυκλοφορούσε τριγύρω, ανατρίχιασα. Η Άλφα καθόταν δίπλα στο πεζοδρόμιο αδιάφορη για τα προβλήματά μου, αλλά κάπου πίσω της στη γωνία.... Κόλλησα στον τοίχο, πισωπάτησα αθόρυβα, περίμενα. Από την απέναντι γωνία ακούστηκε μια πνιχτή σιγανή κραυγή έκπληξης, κοίταξα καλύτερα –οι καργιόληδες μου την είχανε στημένη. Γύρισα να φύγω προς το γυμναστήριο αλλά ο κινητήρας κάποιου αυτοκινήτου με φρέναρε. Τότε ακριβώς άκουσα τις σειρήνες στριφογύρισα νευρικά –από που να πάω; Στην πλάτη μου κλειστές πόρτες, σκέφτηκα να χτυπήσω κάποιο κουδούνι αλλά αμέσως μετά υπολόγισα οτι κάποιος απ΄αυτούς είχε καλέσει τους μπάτσους. Ποτέ μην έχεις εμπιστοσύνη σε ανθρώπους πίσω από κλειστές πόρτες –μονάχα όταν βρεθείς κι εσύ μέσα μπορείς να τους εξηγήσεις την κατάσταση, ειδικά αν έχεις το Βάλτερ για παρέα. Έφτασα τοίχο –τοίχο, πάλι μέχρι το γυμναστήριο. Ένα μπατσικό σταματημένο απέξω, άδειο –μάλλον είχαν πάει να ρωτήσουν μέσα. Βλαστήμησα τη μαλακία μου που δεν πήρα έξτρα γεμιστήρες μαζί μου και γι΄αυτό τσιγκουνεύτηκα κάπως. Αλλά το μπατσικό έφαγε δυο καλές στα λάστιχα, άλλη μια στο καπό, η γειτονιά βρόντηξε κι εγώ έβαλα τα πόδια στην πλάτη.

Μπήκα στο επόμενο στενό, ευτυχώς που δεν ήταν αδιέξοδο, ένα μπατσικό μόλις έφευγε, τους άφησα στην ησυχία τους. Τώρα όλοι θα έτρεχαν προς το γυμναστήριο –με λίγη τύχη θα έφτανα στην Άλφα. Διέσχισα τρέχοντας το στενό, ετοιμαζόμουν να βγω στο επόμενο όταν μια γυναικεία φωνή ούρλιαξε: «Νάτος, εδώ είναι!»
Σήκωσα το Βάλτερ ενστικτώδικα, αλλά λυπήθηκα τη σφαίρα.
«Άντε γαμήσου μωρή παντόφλα!» φώναξα και η γυναίκα βιάστηκε να κρυφτεί.
Συνέχισα να τρέχω χαμογελώντας, κάποτε θα έπρεπε να σκεφτώ αν ο αυθορμητιζέ διάλογος είναι το ίδιο αποτελεσματικός με μια σφαίρα. Κάποτε...

Στο επόμενο στενό έπεσα πάνω σε μπατσικό –έτσι όπως πετάχτηκα από το πουθενά παραλίγο να με πατήσουν οι μαλάκες. Πυροβόλησα μόνο μια φορά και συνέχισα να τρέχω, το μπατσικό δεν με κυνήγησε. Τώρα ήμουνα και πάλι κοντά στην Άλφα χωρίς να έχω χρόνο για προφυλάξεις. Έτρεξα με το Βάλτερ έτοιμο, λίγο πριν φτάσω δίπλα της αρχίσανε να βουίζουν οι σφαίρες σαν κακόγουστες απορίες. Πυροβόλησα στα τυφλά.
«Πάει να φύγει!» φώναξε κάποιος.
Σταμάτησα, υπολόγισα την κατεύθυνση της φωνής και πυροβόλησα –αυτό θα τους κρατούσε για λίγο ήσυχους. Μετά μπήκα στην Άλφα κι εκείνη ξεκίνησε κυριολεκτικά με τη σκέψη. Πίσω μου άναβαν οι σειρήνες, κινητήρες ξέρναγαν πετρέλαιο, πίσω μου ήταν η κόλαση και χρειάστηκε να οδηγήσω καμιά εκατοστή μέτρα για να καταλάβω οτι και μπροστά μου ήταν μια απ΄τα ίδια. Θέλανε να με μπλοκάρουν στα στενά κι έτσι να με τελειώσουν αλλά εγώ δεν συμφωνούσα. Γι΄αυτό έκανα αναστροφή στο πρώτο πλάτωμα, κοιτάχτηκα με τα μπατσικά που φρενάρανε αφηνιασμένα και πέρασα ξυστά δίπλα τους. Πέσανε εκεί πολλές σφαίρες, απορούσα πώς πήγαινε ακόμα η Άλφα, όμως τελικά τα καταφέραμε. Βγήκα στη λεωφόρο με χίλιους διαβόλους ξαμολημένους πίσω μου. Ήξερα κιόλας οτι ο δρόμος μου ήταν λίγος, μέχρι να φτάσει το ελικόπτερο και να με αποκόψουν από παντού. Οδηγούσα σφυρίζοντας, τι άλλο να ‘κανα; Οι μπάτσοι από πίσω ακολουθούσαν.

Γρήγορα κατάλαβα οτι δεν μπορούσε να πάει πολύ ακόμα όλο αυτό, επειδή η κίνηση των αυτοκινήτων μειώθηκε απότομα, κάποιοι εμπόδιζαν τους οδηγούς και στο δικό μου ρεύμα και στο αντίθετο. Μπλόκο μπροστά, σα να λέμε –έκοψα βιαστικά το τιμόνι και η Άλφα γύρισε μούρη κατά τους παράδρομους. Άκουσα τα φρεναρίσματα των μπατσικών στη λεωφόρο, ένιωσα κάπως αλεπού στη μέση της κυνηγετικής περιόδου, με το δεξί μου χέρι άνοιξα το ντουλαπάκι στο καντράν κι έχωσα τις γεμιστήρες στις τσέπες –δεν σκόπευα να τελειώσουμε χωρίς πυροτεχνήματα.
Στροφή απότομη στο πρώτο εύκαιρο στενό, δευτέρα κολλημένη κι ακόμα μια στροφή –κατάφερα να τους ρίξω κάποια μέτρα και να χαθεί η οπτική επαφή. Βγήκα σ΄έναν κάπως μεγαλύτερο δρόμο αρχίζοντας να ελπίζω. Πάτησα γκάζι απολαμβάνοντας τους άδειους καθρέφτες μου, τελικά μπορεί και να τη γλίτωνα.

Αλλά μπορεί και όχι. Επειδή, εντελώς από το πουθενά, εμφανίστηκαν μπροστά μου πάγκοι με φρούτα και ιδρωμένοι πωλητές, ημιφορτηγά γεμάτα καφάσια, ο δρόμος μπλοκαρισμένος από τη λαϊκή αγορά της συνοικίας. Φρέναρα ξεκαρδισμένος στα γέλια –άμα είναι της μοίρας σου να γαμηθείς...

Έστριψα την Άλφα και την παράτησα απρόθυμα, πήρα όμως τη Βέρα μαζί μου. Και βγήκα έξω τρεχάτος. Οι γριές έμπλεκαν τα καρότσια τους στα γόνατά μου, έβριζα επειδή ούτε να τρέξω δεν μπορούσα πλέον. Δίπλα σε έναν πάγκο με μπανάνες κοντοστάθηκα –σκέφτηκα να πάρω ένα τσαμπί, αλλά τότε είδα κάτι απίθανο. Ένας άντρας όρθιος στο πεζοδρόμιο 50 μέτρα παρακάτω, μπροστά του η ανοιχτή θήκη μιας κιθάρας κι ελάχιστα κέρματα, εκείνος έπαιζε κάτι που έμοιαζε με ισπανική μαλακία. Τον πλησίασα πριν προλάβω να σκεφτώ περισσότερα.
«Θες ακομπανιάρισμα;» τον ρώτησα χαμογελαστός.
«Δουλεύω μόνος», είπε χωρίς να με κοιτάξει.
«Μην ξηγιέσαι –ότι βγάλουμε δικό σου», ψιθύρισα.
«Κι εσύ τι θα κερδίσεις;» σήκωσε το κεφάλι να με δει.
«Δεν είμαι εγώ το θέμα, αλλά εσύ κι αυτός...» του έκανα νόημα αφήνοντάς τον να δει τη λαβή του Βάλτερ μέσα απ΄την τσέπη μου.
«Τότε αλλάζει το πράγμα...» ανασήκωσε τους ώμους.
Πήρα λοιπόν θέση δίπλα του, ζύγιασα τη Βέρα, έσκυψα το κεφάλι σε στυλ «σκεπτόμενος βιρτουόζος»...
«Τι παίζουμε;» τον ρώτησα.
«Φλαμέγκο –έχεις αντίρρηση;» ζήτησε να μάθει.
«Φλαμέγκο, Γκαλαπάγκος και μαλακίες!» ξεφύσηξα. «Πιάσε κάνα Δέλτα του Μισισιπή να γουστάρουμε».
Έριξε έναν αρπισμό για να ξεμουδιάσει τη βιρτουοζιτέ του.
«Αυτά θέλουν και σπρέχεν εκτός από τη μουσική», παρατήρησε.
«Μη φοβάσαι –εγώ είμαι εδώ», τον καθησύχασα.
«Δηλαδή θα τραγουδήσεις;» αναρωτήθηκε.
«Όχι βέβαια! Αλλά θα σε ακομπανιάρω», τον διαβεβαίωσα.
Ξερόβηξε καθαρίζοντας τον λαιμό του κι έπιασε να γρατζουνάει, με κοίταξε να δει αν ξέρω το κομμάτι, δε μου πήρε πολύ να καταλάβω.
«Λοιπόν μια χάρη θέλω να σου ζητήσω/ μια μόνο χάρη κι αυτό είναι όλο/ μια χάρη μόνο/ Φρόντισε να καθαρίζεις τον τάφο μου»
Χαμογέλασα –ωραία πήγαινε η φτιάξη. Κι εκείνος σε λίγο το πήρε προσωπικά το ζήτημα –από φωνή ήταν χέσε μέσα, αλλά είχε γρέζια να ρίξει στην ερμηνεία.
Μια μεσόκοπη πέρασε μπροστά μας, πέταξε μερικά κέρματα στη θήκη της κιθάρας. Του έκλεισα το μάτι κι εκείνος χαμογέλασε περνώντας στη δεύτερη στροφή.
«Άκουσες τις καμπάνες που χτυπούσαν;/ Πήρες χαμπάρι τις καμπάνες;/ Αυτό σημαίνει οτι ακόμα ένα φτωχό αγόρι είναι νεκρό και φευγάτο».
Τότε σκάσανε οι μπάτσοι παραμερίζοντας βάναυσα τον κόσμο, κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν αλλά οι περισσότεροι σκύψανε κεφάλια. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά –από παντού έρχονταν. Μάλλον είχαν ήδη βρει την Άλφα. Ο άντρας δίπλα μου, φαινόταν ανήσυχος.
«Δυο άσπρα άλογα μ΄ακολουθούν/ άσε με μόνο όταν φτάσω στο νεκροταφείο», γκάριξα προειδοποιώντας τον με αλλαγμένα τα λόγια του τραγουδιού.
Χαμογέλασε κι έκανε ένα ψευτοσόλο.
«Αν ξανατραγουδήσεις θα σ΄αφήσω πολύ πιο πριν», μου ψιθύρισε.
Τότε πέρασαν από μπροστά οι μπάτσοι, δεν μας κοίταξαν καν. Σπρώχνανε τον κόσμο, βούτηξαν κάνα δυο από τους ακριβοθώρητους άντρες που είχε η λαϊκή, τους τράβηξαν πίσω για να τους τσεκάρουν. Χαμογέλασα -ο άντρας δίπλα μου έκανε το ίδιο. Κι επειδή μάλλον ανακάλυψε οτι παίζαμε εδώ και 10 λεπτά το «Φρόντισε να καθαρίζεις τον τάφο μου», έφτιαξε μια συρμάτινη γέφυρα με την κιθάρα του και πέρασε σε άλλο θέμα.
«Μιλάνε για το σκυλί μου και μιλάνε για τη γάτα μου/ λένε οτι το σκυλί μου δεν γαβγίζει κι η γάτα μου δε γρατζουνάει/ οι άνθρωποι μιλάνε για μένα και για σένα/ κουράστηκα μ΄όλα αυτά, θ΄αρχίσω κι εγώ να μιλάω».
Κοίταξα προς τη μεριά που μου έδειχνε, οι μπάτσοι είχαν αρχίσει να ρωτάνε τις νοικοκυρές αν είδαν οτιδήποτε περίεργο. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα –συνέχισα λοιπόν να τον συνοδεύω με τη Βέρα ενώ όλο και λιγότεροι σκέφτονταν να μας αφήσουν κάνα ψιλό. Ο άντρας είδε τον εκνευρισμό μου.
«Δεν είναι κανενός δουλειά αν γαβγίζω σα σκυλί/ κι αν κυνηγάω ποντίκια πάνω-κάτω στο διάδρομο/ οι άνθρωποι μιλάνε για μένα και σένα/ κουράστηκα μ΄όλα αυτά, δεν έχω όρεξη να πω τίποτα περισσότερο», με καθησύχασε.

Δίπλα μας άρχισαν να βρωμάνε οι ντομάτες και τα ροδάκινα πήραν να σαπίζουν, ένιωσα τα γόνατά μου να λύνονται αλλά συνέχισα να γρατζουνάω τη Βέρα. Σκεφτόμουν πόσο σε ξεφτιλίζει η ζωή –να μην έχεις παίξει για Εκείνη και ν΄αναγκάζεσαι να κάνεις τον καραγκιόζη στις περαστικές νοικοκυρές, λοιπόν είναι αστείο το πως έρχονται τα πράγματα.... Οι μανάβηδες τριγύρω είχαν αρχίσει να μας κοιτάζουν περίεργα, ο δικός μου, ο καλλιτέχνης, φάλτσαρε του σκοτωμού κι όλα έδειχναν χοντροκομμένα μέχρι γελοιότητας. Αλλά οι μπάτσοι δε λέγανε να ξεκουμπιστούν –ρωτούσαν, έψαχναν, γυρνοβολούσαν. Έβλεπα ένα ντουετάκι στα δεξιά μου, γυρισμένες πλάτες –δεν θα ήταν δύσκολο να τους ξεσκίσω με το Βάλτερ πριν προλάβουν να πάρουν χαμπάρι από που τους ήρθε. Δεν θα ήταν δύσκολο –απλώς ηλίθιο θα ήταν.

Ο άντρας από δίπλα με σκούντηξε, φαίνεται πως είχα αρχίσει να χάνω το ρυθμό. Τα μπουρδούκλωσα ρίχνοντας μερικά θολά ακόρντα, μπας και το σώσω.
«Δεν πάτε παραδίπλα; Μας πήρατε το κεφάλι!» τσίριξε κάποιος που πούλαγε φασόλια.
«Πως δηλαδή; Νοικιασμένο το΄χεις το μέρος;» στράβωσε ο δικός μου.
«Ρε, φεύγετε ή θα σας πλακώσω με τη σέσουλα;» αγρίεψε ο φασολάς.
Εγώ είχα βρει την ευκαιρία να κουρδίσω λίγο τη Βέρα όσο αυτοί οι δυο σαχλαμάριζαν –ο δικός μου ο κιθαρίστας έριχνε απελπισμένες ματιές προς το μέρος μου περιμένοντας στήριξη.
«Δηλαδή...» έκανε, έτσι για να πει κάτι.
«Τι δηλαδή και ξεδηλαδή –άιντε, μάζεψε το βρομιάρη σου κι αδειάστε μας τη γωνιά!» μούγκρισε ο φασολάς.
Σήκωσα τότε το κεφάλι, είδα οτι μερικοί ακόμα είχαν πλησιάσει από τους τριγύρω πάγκους, επειδή μυρίστηκαν βαβούρα.
«Τι τρέχει εδώ πέρα;» έσκασε κι ένας ουρανοκατέβατος μπάτσος.
«Αυτοί εδώ κύριε αστυνόμε! Μας έχουνε σπάσει τα νεύρα με τις παλιοκιθάρες τους, μας διώχνουν και την πελατεία!» διαμαρτυρήθηκε ο φασολάς.
Ο μπάτσος μας κοίταξε και μετά γύρισε προς το μέρος του.
«Έχεις άδεια;» τον ρώτησε.
«Τι άδεια; Ναι, βέβαια...» ψέλλισε ο φασολάς.
«Και γιατί δεν την έχεις αναρτημένη σε ταμπελάκι;» ζήτησε να μάθει ο μπάτσος.
«Εεε, επειδή....»
«Όταν ξαναπεράσω φρόντισε να την έχεις σε εμφανές σημείο αλλιώς μάζεψέ τα και φύγε», τον γείωσε ο μπάτσος.
Μετά ήρθε προς το μέρος μας κι εγώ τα χρειάστηκα.
«Δεν θέλουμε φασαρίες –πάρτε τα όργανά σας κι εξαφανιστείτε αμέσως!» μας διέταξε.
«Μα γιατί; Επειδή δηλαδή...» ξεκίνησε να λέει ο διπλανός μου.
«Ρε, άκουσες τι σου είπα;» φόρτωσε ο μπάτσος.
Εγώ έκανα τον ψόφιο κοριό. Οι μπάτσοι άρχισαν να πλησιάζουν. Βιάστηκα λοιπόν να καβατζάρω τη Βέρα, έκανα νόημα στον δικό μου –βαλθήκαμε να την πουλεύουμε από σιγά-σιγά.
«Μισό λεπτό!» φώναξε κάποιος από τους μπάτσους.
Σταματήσαμε.
«Μήπως είδατε κανέναν να περνάει τρέχοντας από δω;» ρώτησαν τον κιθαρίστα.
«Ξέρω ΄γω... δεν πρόσεξα...» μουρμούρισε αυτός.
«Εντάξει, φύγετε!» μας είπαν.
Κι αυτό κάναμε, αν θες να ξέρεις –με τα αυτιά κατεβασμένα και διστακτικό περπάτημα αφήσαμε πίσω μας τους πάγκους της λαϊκής αγοράς.

Έκανα νόημα στον δικό μου να μην πάμε από τη μεριά που είχα παρατήσει την Άλφα, χωθήκαμε λοιπόν σ΄ένα στενό και βρεθήκαμε στις πλάτες των μπάτσων. Συνεχίσαμε το περπάτημα μέχρι που φτάσαμε σε μια πλατεία, υπήρχε κάποια γενικότερη αναστάτωση αλλά ήταν φανερό οτι δεν έψαχναν εμάς. Ποιος ασχολείται με δυο ψωραλέους κιθαρίστες όταν κυκλοφορεί ελεύθερος ένας επικίνδυνος κακοποιός;
«Κερνάω καφέ», του είπα.
«Άστο καλύτερα –να μένει», απάντησε αλλά μετά είδε οτι δεν είχα διάθεση για αντιρρήσεις και με ακολούθησε απρόθυμα.

Μπήκαμε σε μια καφετέρια της πλαστικής συφοράς. Παραγγείλαμε καφέδες, τοστ, πορτοκαλάδες. Όταν απομακρύνθηκε το γκαρσόνι, έβγαλα μια χούφτα χαρτονομίσματα και του τα έδωσα. Με κοίταξε απορημένος.
«Για τη σημερινή χασούρα», του εξήγησα.
«Καλά –μη νομίζεις οτι χέζομαι στο τάλιρο τις υπόλοιπες φορές...» γέλασε.
«Εντάξει –τότε η σημερινή ήταν η τυχερή σου μέρα», αποφάσισα.
«Αυτό σίγουρα! Αν σου μοστράρουν ένα πιστόλι και κινδυνεύεις να σε μαζέψουν οι μπάτσοι για υπόθαλψη, δεν μπορεί παρά να είναι η τυχερή σου μέρα!» ξεκαρδίστηκε.
«Ακόμα κι έτσι –ποτέ δεν ξέρεις που θα καταλήξει...» του είπα.
«Ούτε ποιος είσαι ξέρω, ούτε τι έκανες και σε κυνηγάνε», διαπίστωσε.
«Καλύτερα», τον διαβεβαίωσα.
Εκείνη τη στιγμή ήρθαν τα φαγώσιμα, ξεχαστήκαμε όσο μασουλάγαμε, ο τύπος μάλλον δεν είχε σταθερά ωράρια φαγητού –ούτε καν σταθερές μέρες, αν έκρινα από την ταχύτητα που άδειαζε τα πιάτα. Τον περίμενα για να καπνίσουμε παρέα –επειδή, όταν είσαι μόνος, μερικά πράγματα σου λείπουν αφόρητα.
«Τσιγαράκι;» πρότεινα.
«Να μη σε προσβάλω!» αποφάνθηκε.
Στις πρώτες τζούρες πνίγηκε, αλλά μετά πήρε να ισιώνει –βοήθησε ο καφές σ΄αυτό.
«Δηλαδή εσύ με το κιθαρόνι βιοπορίζεσαι;» τον ρώτησα.
«Πότε έτσι, πότε αλλιώς...» αναπόλησε.
«Όπου ‘αλλιώς’ σημαίνει;» αναρωτήθηκα.
«Ελαφρύνσεις, διευκολύνσεις και άλλα τινά...»
«Λεωφορεία;»
«Δεν έχω προκαταλήψεις –κάθε μέσο συγκοινωνίας είναι καλό, αρκεί να τιγκάρει στον κόσμο. Εσύ;»
«Εγώ δεν παίρνω συγκοινωνίες –δεν αντέχω το στρίμωγμα», απάντησα.
«Καλά –αυτό το καταλάβαμε!» γέλασε εκείνος.
«Θέλω μια τελευταία χάρη», ψιθύρισα σκύβοντας προς το μέρος του.
Με κοίταξε περιμένοντας.
«Έχω αφήσει μια Άλφα Τζουλιέτα –κόκκινη -εδώ παρακάτω. Θέλω να πας να δεις αν την πήραν οι μπάτσοι».
Έγειρε στο πλάι σκεφτικός, τον περίμενα.
«Εντάξει», είπε στο τέλος.
Του εξήγησα που ακριβώς είχα παρκάρει την Άλφα.
«Θα σε περιμένω εδώ να γυρίσεις», είπα στο τέλος.
«Να πάω τώρα αμέσως δηλαδή;» αναρωτήθηκε.
«Καλό θα ήταν», ομολόγησα.
Σηκώθηκε διστακτικά. Κοίταξε τριγύρω, αλλά δεν υπήρχε κανείς στην καφετέρια εκτός από μας. Τράβηξε τη θήκη της κιθάρας του, πέρασε το λουρί σταυρωτά στην πλάτη.
«Έχω συναισθηματικό δέσιμο –δεν μου πάει να την αφήνω μόνη της», δικαιολογήθηκε.
«Σε καταλαβαίνω», τον καθησύχασα.
«Λοιπόν... πάω κι έρχομαι», μου είπε.
Χαμογέλασα.
Τον κοίταζα μέχρι να βγει έξω από την πόρτα, μετά πέταξα δυο χάρτινα στο τραπέζι και βγήκα στο δρόμο. Υπολόγιζα οτι ήμουνα 500 μέτρα απόσταση από το γυμναστήριο, άρχισα λοιπόν το τρέξιμο. Επειδή ήμουνα σίγουρος οτι ο δικός μου θα με έδινε στους πρώτους μπάτσους που θα πετύχαινε μπροστά του. Κι εκείνοι θα έρχονταν να με μαζέψουν –μόνο που θα τους έπαιρνε ώρα να μαζευτούν, μετά θα περικύκλωναν την καφετέρια....

Έτρεχα λαχανιάζοντας.

Οι γειτονιές είχαν πάλι κόσμο –γύριζαν από τις δουλειές τους, γύριζαν από τα σχολεία, γύριζαν αποκαμωμένοι –κανένας δεν είχε όρεξη να με δει. Δυο δρόμους πριν το γυμναστήριο έκοψα ταχύτητα, το γύρισα στο βιαστικό περπάτημα.

Εκεί απέξω δεν υπήρχε ούτε λέπι από μπάτσο. Όπως ακριβώς το υπολόγιζα. Σκεφτόμουν τον δικό μου, τον κιθαρίστα, και πως τώρα θα με είχε ήδη καρφώσει. Αλλά δεν ένιωθα θυμό, κι εγώ στη θέση του το ίδιο θα ‘κανα. Αν είχα διάθεση να φτιάξω τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους δηλαδή....

Έκανα το γύρο του γυμναστηρίου αφού είδα οτι η μπροστινή του πόρτα ήταν κλειδωμένη. Έφτασα στο πίσω μέρος, σακούλες με σκουπίδια και γάτες που ψάχνανε την τύχη τους, ένα σκουριασμένο λουκέτο κράταγε κλειστή την πίσω πόρτα. Δεν μου πήρε πάνω από δυο κλωτσιές για να το ανοίξω.

Και μετά το ξανάβαλα πρόχειρα στη θέση του όσο έκλεινα την πόρτα μπαίνοντας –ο χώρος ήταν σκοτεινός και βρώμαγε θερμαντική αλοιφή. Πέρασα τις ντουζιέρες σημειώνοντας να κάνω ένα καλό μπάνιο όταν ξυπνήσω επειδή, για την ώρα, δεν με πολυκρατάγανε τα πόδια μου. Έτσι βρήκα μια γωνιά προστατευμένη, έστρωσα κάτι μουχλιασμένες πετσέτες και την έπεσα εξουθενωμένος. Με την ελπίδα να μη με πάρουν χαμπάρι σύντομα οι ποντικοί.

Αποκοιμήθηκα έχοντας την εντύπωση οτι αύριο θα ήταν μια άλλη μέρα.

Τετάρτη, Νοέμβριος 18, 2009

"Και για επάγγελμά τους δηλώνουν 'ο σώζων λαούς'"

Στο παρόν κατάστημα εκτελούνται και παραγγελιές –όπως το κείμενο που ακολουθεί, ας πούμε. Επειδή, πρόσεξε τι συμβαίνει: η Ελλάδα μαστίζεται από τη γρίπη! Την καινούργια, των χοίρων που λέμε; Δεν είμαι ειδικός γριπολόγος –αλλά έχω κάποια εμπειρία σχετικά με χοίρους και χειρότερους, πάντως η Ελλάδα μαστίζεται από τη γρίπη, όπως κάθε χειμώνα, αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο.

Μια καλή μας φίλη κόλλησε γρίπη και αναγκάστηκε να μείνει σπίτι της, όπου ακολούθως αναγκάστηκε να κουκουλωθεί με μια κουβέρτα στον καναπέ (υποθέτω) και να χαζέψει ότι παιζόταν στην τηλεόραση (αυτό δεν το υποθέτω –μου το είπε η ίδια).

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση στο άσχετο -έβλεπα χτες στην Ελληνοφρένεια ένα απόσπασμα συνέντευξης του Χρυσοχοϊδη που έλεγε οτι «οι αναρχικοί είναι φιλειρηνιστές, διαφωνούν με τους νόμους και το κράτος και θέλουν να ζουν στις δικές τους κοινότητες, με τον δικό τους τρόπο ζωής» κι από κάτω αναρωτιόταν ο φωστήρας Ελληνοφρενικός «ΓΙΑ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥΣ ΜΙΛΑΕΙ Ή ΓΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΟΥΣ;» κι εγώ αναρωτήθηκα με τη σειρά μου, ποιος είναι ο σιχαμερός συκοφάντης μιας ολόκληρης ιδεολογίας; Ο υπουργός ή ο εξυπνάκιας τηλεοπτικός σχολιαστής; Κλείνω την παρένθεση νιώθοντας πολύ πιο σχετικός!

Έχουμε τώρα αυτή τη φίλη, μη διαθέτουσα αντισώματα απέναντι στην ελληνική τηλεόραση (κακό αυτό!) που κάθεται και χαζεύει. Βλέπει μοντέλες, βλέπει μπουγέλες, βλέπει της Παναγιάς τα μάτια –αντέχει γενικώς. Μέχρι που φτάνει η εκπομπή του Λάκη του Λαζούλη και με παίρνει τηλέφωνο η φίλη με τα μαλλιά όρθια (το υποθέτω κι αυτό, από τα συμφραζόμενα).
«Καλά -απίστευτο, δεν μπορείς να φανταστείς τι βλέπω στο Λαζόπουλο!» μου λέει.
Εγώ φυσικά, σαν παλιός τηλεορασόβιος, έχω προνοήσει εδώ και καιρό να κάνω το σχετικό εμβόλιο –πάει να πει, πληρώνω κάτι παραπάνω αλλά έχω βάλει Νόβα -οπότε εκείνη την ώρα χαζεύω για 10η φορά το «Σύνδρομο Μπάαντερ Μάινχοφ» (ωραία ταινία, αλλά πολύ προβοκατόρικη αν θες τη γνώμη μου -δεν τη θες; εντάξει φάε μόνο τις πατάτες).
«Ο Λαζόπουλος διάβασε την επιστολή του Θεοδωράκη που τα χώνει στους Πυρήνες της Φωτιάς και του την έστειλε, λέει, ο ίδιος ο Μίκης επειδή την εκπομπή του (του Λάκη, όχι του Μίκη) τη βλέπει πολύς κόσμος!» συνεχίζει η φίλη.
«Ε, καλά –σπουδαία τα λάχανα!» απαντάω ο κουλ εγώ.
«Μα δεν είναι μόνο αυτό!» διαμαρτύρεται η αθώα φίλη. «Μετά την επιστολή πήρανε αμπάριζα και τραγουδήσανε τραγούδια του Θεοδωράκη, ήταν στο κοινό και η Καλομοίρα που τραγούδαγε κι αυτή! Μάλιστα, όταν τη δείχνανε οι κάμερες έκανε τα γνωστά της ‘νιάου, γκρρρρ’ με τα νυχάκια, δηλαδή ‘Ετούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας, νιάααου!’ Και μετά ανέβηκε στη σκηνή ο Βαλτινός και διάβασε βαρύγδουπα ποίηματα με τη βαρύγδουπη φωνή του και τη ανάλογη υφολογική βαρυγδουπότητα που όλοι θυμόμαστε από την εποχή της ‘Ανατομίας ενός εγκλήματος’ –σε στυλ ‘η κυρα Ευθαλεία ήταν μια ήσυχη, καλοσυνάτη, γυναίκα, κανένας δεν περίμενε οτι θα δηλητηρίαζε τους μπατζανάκηδές της με ξεροτήγανα, αλλά ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για τα σκοτεινά βάθη του ανθρώπινου υποσυνείδητου;’ Κι όλοι μαζί χορεύουν και τραγουδάνε τώρα! Έχω τρομάξει, γράψε κάτι εσύ που τα καταφέρνεις σ΄αυτά!»
Να διευκρινίσω εδώ οτι η φίλη μας αυτή, δεν διαβάζει φανατικά το μπλογκ μου –εγώ (αφ΄εαυτού μου δηλαδή) την έχω πείσει οτι γράφω καυστικά και συγκλονιστικά, επειδή, αν γράφεις 10σέλιδα κείμενα είναι εύκολο να πουλήσεις μούρη (κανείς δεν τα διαβάζει, άρα κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει!)

Κι αφού άρχισα με τις διευκρινήσεις λέω να το συνεχίσω...

-Έχω διαβάσει την σχετική προκήρυξη των Πυρήνων της Φωτιάς κι αυτό που κατάλαβα είναι οτι βάζουν μπόμπες επειδή έτσι γουστάρουν. Δεν ασχολούνται με την πιθανότητα διεκδίκησης ενός καλύτερου κόσμου, υπερηφανεύονται μάλιστα για την αμορφωσιά τους, μέχρι και πρακτικές συμβουλές δίνουν –«Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει να μην περιεργάζεται ή να μετακινεί "ύποπτα" αντικείμενα που πιθανόν να "βρίσκονται" εκεί για κάποιο σκοπό». Εντάξει λοιπόν, αφού γουστάρουν –περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, όμως όλα τα σχετικά αφορούν τη συγκεκριμένη οργάνωση και όσους κατατάσσει στους εχθρούς της, εγώ δεν ανήκω ούτε στους μεν, ούτε στους δε (ή μήπως ανήκω στους εχθρούς;) Απλά σκέφτομαι οτι αν θες να αναπτύξεις επαναστατική δράση θα πρέπει να έχεις έναν μπούσουλα περί του που θες να πας το πράγμα. Ή θα τον διαβάσεις στα βιβλία τον μπούσουλα, ή θα τον δημιουργήσεις από μόνος σου –επειδή λοιπόν οι Πυρήνες δεν διαβάζουν, μάλλον έχουν ανακαλύψει κάποια καινούργια κοινωνική θεωρία! Τέτοια είναι η γενικότερη άποψή μου –αλλά ειδικότερα, οι Πυρήνες έχουν κάποιο δίκιο σε όσα καταλογίζουν στον Θεοδωράκη, τον Ανδρουλάκη και τον Βασιλικό: «Θα έπρεπε τουλάχιστον να ντρέπονται απέναντι στους χιλιάδες ανώνυμους αριστερούς, που ξυλοκοπήθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, και εκτελέστηκαν...» Θα αναρωτηθείς βέβαια –μήπως και οι Πυρήνες θα έπρεπε να ντρέπονται απέναντι στους χιλιάδες διαδηλωτές των δρόμων που υφίστανται άμβλυνση της καταστολής με το δικαιολογητικό των τρομοκρατικών επιθέσεων; Αλλά, αυτή είναι μια μεγάλη κουβέντα –άστη για άλλη φορά.

-Την εκπομπή του Λαζόπουλου δεν την είδα, στηρίζομαι στις περιγραφές της φίλης μου κι αν κάνω λάθος, ας με διορθώσει κάποιος καλός άνθρωπος. Μπορώ όμως να εικονοποιήσω το υγρό βλεμματάκι σε στυλ «περισσεύει κοκαλάκι για τον Αζόρ αφεντικό;» που παίρνει ο Λάκης κάθε φορά που αποφασίζει να μιλήσει για «μεγάλους Έλληνες σαν τον Μίκη (ή τον Ντόναλντ)». Με προβληματίζει λίγο κι εκείνη η παράκληση του Μίκη προς τον Λάκη να διαβάσει την ανοιχτή επιστολή του –αλλά μπορεί να έκανε λάθος η φίλη μου, ή κάτι τέτοιο.

-Οι Πυρήνες αναφέρθηκαν, στην προκήρυξή τους, σε τρία άτομα. Ο μεν Βασίλης Βασιλικός μου είναι αδιάφορος –τον θεωρώ μέτριο (και βγάλε) συγγραφέα ρεπορταζοειδών βιβλίων. Άσε που είναι και υπεύθυνος για την ηρωοποίηση του Σαρτζετάκη, με το «Ζ» μας έκανε να πιστέψουμε οτι ο εισαγγελέας ήταν τολμηρός και ασυμβίβαστος ενώ, όπως φάνηκε κι αργότερα, επρόκειτο απλώς για έναν τεφάλ κολλημένο γραφειοκράτη. Ο δε Μίμης Ανδρουλάκης μου είναι απεχθής κι όποιος θυμάται τη δήλωσή του σχετικά με το οτι έκλεισαν, με εντολή του, τους αναρχικούς στα υπόγεια του Πολυτεχνείου το ’73 και τους κράτησαν μαντρωμένους εκεί μέσα για να μην αποπροσανατολίσουν την εξέγερση (και για να τους μαγκώσουν πιο εύκολα οι αστυνομικοί υποθέτω), θα δικαιολογήσει την απέχθειά μου.

-Μένει ο Mikis Theodorakis. Ο οποίος, αν κρίνω από τα λατινικά στοιχεία με τα οποία αποφάσισε να υπογράψει την ανοιχτή επιστολή του θα πρέπει να την έχει δει εσχάτως Άγγλος ευπατρίδης ή λαϊκή φίρμα σε σκυλάδικο της Βοστόνης. Για τον Μάικης λοιπόν, θυμάμαι δυο –τρία πράγματα... Όπως, ας πούμε, οτι σαν γραμματέας της νεολαίας Λαμπράκη, κατάφερε να διαλύσει το πρώτο ειρηνιστικό κίνημα της χώρας και να το ενσωματώσει στο τιμημένο ΚΚΕ. Σα να πήγαινε π.χ. ο Τρεμόπουλος σούμπιτους τους οικολόγους του στον Συνασπισμό –κάπως έτσι ξηγήθηκε ο Μάικης, μόνο που οι τότε πολιτικές συνθήκες ήταν πολύ πιο άγριες. Το άλλο που θυμάμαι περί Μάικης, είναι πως όταν έκανε απεργία πείνας στις φυλακές, είχε πλακωθεί στις ζάχαρες για ν΄αντέξει –αλλά το ψιλοξεφτίλισε, με αποτέλεσμα να πάθει ζάχαρο! Αυτά είναι αρχαία ιστορία, περνάω τώρα στη νεώτερη, πάει να πει, στην εποχή που ήμουνα εγώ πιτσιρικάς. Αρχές ’80. Όταν ο Μάικης κάνει τη φοβερή δήλωση στην οποία χαρακτηρίζει όσους παίζουν ροκ στην Ελλάδα ως «γενίτσαρους»! Σιγά τα ωά, μπορεί να σκεφτείς. Αλλά μην το κάνεις! Επειδή στις αρχές του ’80, με το φρέσκο Πασόκ στην κυβέρνηση (και το λαό στην εξουσία, βεβαίως!) η ροκ μουσική τρώει διωγμό επιπέδου «πάρτι στις κατακόμβες». Ο Ριζοσπάστης λυσσάει με το «ξενόφερτο ροκ, που είναι όργανο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και σκοπεύει στην αποκτήνωση της νεολαίας», οι μετέπειτα «Έλληνες ρόκερς», τύπου Βασιλάκη Παπακωνσταντίνου τραγουδάνε για τον Πέτρο, τον Γιόχαν και το Φρανς που «ποτέ τους δεν διάβασαν Μαρξ», ο ξεκούτης Καμπανέλης κόβει στη μέση την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στο κρατικό ραδιόφωνο, στις συναυλίες των ξένων συγκροτημάτων το ξύλο πέφτει ανελέητο από την αστυνομία (και οι νοικοκυραίοι αναστενάζουν –«καλά να πάθουν τα κωλόπαιδα που βάφονται σαν πούστηδες»)... Φυσικά, η ελληνική ροκ σκηνή ξεσκίζεται μανιωδώς, με το σφράγισμα των κλαμπ της Πλάκας, με την απαγόρευση συναυλιών και τη λογοκρισία που θερίζει όποιον δίσκο δεν έχει μπουζούκι μέσα. Η μπάλα της εθνοκάθαρσης από το βέβηλο ροκ παίρνει και τις ταινίες του Νικολαϊδη, που λογοκρίνονται και στη συνέχεια υβρίζονται χυδαία από τις στήλες των δεξιών και πασοκικών εφημερίδων –χειρότερος απ΄όλους τους λασπολόγους παραμένει διαχρονικά ο Δανίκας που αρθρογραφεί, εκείνη την εποχή, στον Ριζοσπάστη. Κι εφόσον ο Μάικης είναι σημαίνον στέλεχος του ΚΚΕ (δεν είχε ακόμα ερωτευτεί τον Μητσοτάκη), πετάει τα περί «γενίτσαρων» για να δέσει το γλυκό. Παρενθετικά (και για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας) να αναφέρω οτι μπορεί όντως ο Πούλικας να υπήρξε κάποτε γενίτσαρος επειδή θυμάμαι οτι ήταν συνομήλικος του Κόμη Δράκουλα στη δεκαετία του ’80, αλλά ο Σπάθας π.χ. δεν ήταν κάτι τέτοιο. Μάλλον προάγγελο της παγκοσμιοποίησης θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει (άρα τσιράκι του Σόρος, πριν ακόμα εμφανιστεί ο Σόρος) επειδή είχε εκείνη την εμμονή να παίζει Ηπειρώτικα δημοτικά με την Στρατοκάστερ –ντροπή σου Γιάννη που πήγες να πειράξεις τα δημοτικά τραγούδια! Ρε τα δημοτικά μόνο με κλαρίνο παίζονται, πως έρχεσαι εσύ να υπονομεύσεις το κλαρίνο! Ελλάδα ίσον κλαρίνο βρωμομαλλιά! Τέλος πάντων, παρασύρθηκα, ας επιστρέψω στον Μάικης... Κι επειδή οι μετέπειτα πολιτικές του περιπέτειες είναι γνωστές, θα αρκεστώ να αναφέρω μονάχα την προ 15ετίας δήλωσή του πως «παρακολουθεί ανελλιπώς την ΛΑΜΨΗ»! Όχι, οτι έχω πρόβλημα –ο καθένας κάνει οτι γουστάρει, εντάξει; Απλά υποψιάζομαι οτι ο πολύς Φώσκολος όλο και κάποιο κουσούρι μπορεί ν΄αφήσει στον άνθρωπο. Καμιά μαλάκυνση, τίποτα προβλήματα στην ομιλία τύπου «Σελήνη αγαπάει Χόχο»... Ξέρω ΄γω;

Ξεκίνησα αυτό το κείμενο από μια παραγγελιά και τελικά το γύρισα στη μουρμούρα –δεν ξέρω αν αυτό ήταν που θα ήθελε η φίλη μας. Αλλά επειδή δεν πρόκειται να το διαβάσει, μπορώ να ισχυριστώ ότι θέλω –σωστά;

Ξανακοιτάζοντας πάντως την επιστολή του Mikis Theodorakis, δεν μπορώ παρά να τον συμπονέσω που ολόκληρος μουσικοσυνθέτης και πνευματικό κεφάλαιο της χώρας, έχει καταντήσει να μένει σ΄ένα χαμόσπιτο εκεί πέρα, με θέα τον λόφο του Φιλοπάππου. Αναρωτιέμαι –τι κάνει το ανάλγητο κράτος περί αυτού; Ως πότε θα αδιαφορεί επιδεικτικά;

Και μια τελευταία παράκληση: κύριε Theodorakis κλείστε επιτέλους το παράθυρό σας! Δεν είναι τώρα καιρός να μας πάθετε καμιά γρίπη –εσείς μπορεί να είστε άφοβος, αλλά λυπηθείτε όσους συμπάσχοντες αναγκαστούν να φάνε στη μάπα ένα ακόμα αφιέρωμα του Λαζόπουλου στην εμβληματική προσωπικότητά σας!

Υ.Γ.: Και προειδοποιούσε τότε ο Παυλάκης, καλή του ώρα, «Βρε πρόσεχε μ΄αυτούς τους τρελούς/ που τ’ όνειρό τους είναι να μη ζουν/ και για επάγγελμά τους δηλώνουν ‘ο σώζων λαούς’» -θυμάσαι έτσι;

Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009

Ψάχνοντας το "Κορίτσι του Ποτέ"

«Μπορείς να κάψεις το σπίτι μου/ να κλέψεις το αμάξι μου/ να πιεις το ποτό μου μέσα από την παλιά φρουτιέρα μου/ Μπορείς να κάνεις ότι γουστάρεις αλλά/ μωρό μου, κατέβα από τα παπούτσια μου/ μην πατάς τα μπλε σουέτ παπούτσια μου», έλεγε παλιότερα ο τεράστιος Carl Perkins –θυμάσαι;

Το 1990, ένας μυστήριος τύπος ονόματι Tom DiCillo, αποφάσισε να στήσει ολόκληρη ταινία ξεκινώντας από αυτούς ακριβώς τους στίχους, μόνο που τα παπούτσια ήταν τώρα μαύρα, κι όχι μπλε σουέτ. Και η ταινία ξεκινούσε ως εξής:

«Κάποτε, στα τέλη του 20ου αιώνα, στα βάθη κάποιας Αμερικάνικης πόλης, ζούσε ένας άντρας με το όνομα Τζον Μπίμαν. Κανένας δεν ήξερε από πού είχε έρθει στ΄αλήθεια... ή για πού πήγαινε. Αλλά ήταν φανερό, τουλάχιστον σ΄αυτόν, οτι κάπου πήγαινε.
Ο Τζον τα είχε σχεδόν όλα: εμφάνιση, μαλλί, ρούχα... όλα, εκτός από κάτι... Παπούτσια. Κι αυτό τον έκανε να νιώθει ημιτελής. Σα να του έλειπε το μικρότερο, αλλά σημαντικότερο, κομμάτι. Σαν αυτοκίνητο χωρίς ρόδες, σαν πύραυλος χωρίς καύσιμα.... σαν άνθρωπος χωρίς παπούτσια. Όλοι οι άλλοι φαίνονταν να τα έχουν, όλοι έμοιαζαν ολοκληρωμένοι. Όλοι εκτός από εκείνον. Έτσι εξακολουθούσε να ψάχνει για αυτό το ένα πράγμα. Κάθε νύχτα... αναρωτιόταν... έψαχνε...
Αυτή η ιστορία ξεκινάει τη στιγμή που βρήκε ότι έψαχνε.»



Εκείνη την εποχή ο Nick Cave είχε βγάλει τη δισκάρα με τίτλο «Good Son» ενώ παράλληλα ολοκλήρωνε ένα βίντεο καταγραφής περιοδείας που λεγόταν «Ο δρόμος για, ένας Θεός ξέρει, πού». Κι ο Brad Pitt ήταν ακόμα, απλώς μια όμορφη φάτσα που έπαιζε σε σήριαλ (το Glory Days), τηλεταινίες (το Image) και έκανε τη γνωστή διαφήμιση των Levis 501. Ποια η σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο; Μα η ταινία του DiCillo –το Johnny Suede!



Στον ομώνυμο ρόλο ο Brad Pitt με ένα γιγαντιαίο τσουλούφι (τύφλα νάχουν οι Leningrad Cowboys) σε καταλυτικό ρόλο διάσημου σταρ της περιοχής με το όνομα (Jeremiah) Freak Storm (και αναλόγων διαστάσεων λευκό τσουλούφι) ο Nick Βασιλιάς Μελάνι Cave αυτοπροσώπως! Υλικό για φανατίλες –με λίγα λόγια.



Αλλά η ταινία δεν ήταν μόνο αυτό. Επειδή ο DiCillo δεν ήταν κάποιος τυχαίος και οι σχέσεις του με τον Jim Jarmusch (συνεργάστηκαν το Permanent Vacation) το επιβεβαιώνουν. Έτσι προέκυψαν πλάνα πολύ κοντινά σ΄αυτά του Mystery train, κινηματογράφηση σε έρημους βρώμικους δρόμους, μαύρα σουέτ παπούτσια που έπεφταν από τον ουρανό και ένα γύψινο χέρι που βρέθηκε ξεκάρφωτο καταμεσής της ασφάλτου –μαγικά πράγματα με μουσική υπόκρουση ροκαμπίλι. Σαν αυτή που τραγουδάει ο Brad Pitt, με ξέφτιλη φωνή και θανατερά στιχάκια.

Το παρακάτω κείμενο το πήρα από το μπλογκ του σκηνοθέτη, καταπληκτικό κείμενο και γαμάτο μπλογκ:

"Μαντέψτε! Μόλις έμαθα οτι η πρώτη μου ταινία, το Johnny Suede, κυκλοφόρησε σε DVD από την Anchor Bay. Ο λόγος που το έμαθα μόλις τώρα θα χρειαζόταν ένα τεράστιο ποστ για να αναλυθεί και ίσως να το γράψω αυτό το ποστ κάποιο πρωί, αν έχω προηγουμένως καταναλώσει αρκετές χημείες και ρουφήξει μπόλικο ουίσκι.

Μόλις θυμήθηκα οτι ο Sam Jackson είχε έρθει να κάνει οντισιόν για την ταινία....

Άλλες αναμνήσεις ξεπετάγονται, σαν αγριεμένα ζόμπι έξω από το Kwikee Mart. Θυμάμαι λοιπόν οτι μου είχε πάρει μήνες να ψάχνω τον κατάλληλο ηθοποιό για το ρόλο του Τζόνι. Πρέπει να πέρασα πάνω από 300 άτομα από οντισιόν. Οι περισσότεροι έρχονταν με την εντύπωση οτι ο ρόλος ήταν κάποια ηλίθια παραλλαγή του Φόνζι από το «Happy Days». Τον Αύγουστο του ’89 και αφού είχαμε εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες στη Νέα Υόρκη, η Marcia Shulman κι εγώ πήγαμε στο Λος Άντζελες για να συνεχίσουμε το ψάξιμο.

Σε εκείνη τη φάση, η παραγωγή ξέμεινε από χρήματα. Οι παραγωγοί κανόνισαν να μείνουμε εγώ και η Marcia στο Highland Gardens μοτέλ –γνωστό κυρίως επειδή εκεί είχε πεθάνει η Janis Joplin. Υπήρχε και κάποια πισίνα εκεί πέρα αλλά κανένας δεν κολυμπούσε επειδή ήταν γεμάτη κιτρινισμένα φύλλα.

Το μοτέλ μας άφησε να χρησιμοποιήσουμε τη «σουίτα» του για το κάστινγκ. Κάποιο απόγευμα είδα έξω απ΄το παράθυρο μια ψηλή γυναίκα που φόραγε ένα κοντό, μαύρο φόρεμα, μαύρο καλσόν και μπότες λεοπάρ. Καθώς περνούσε δίπλα από την πισίνα άνοιξε μια λεοπάρ ομπρέλα για να προστατευτεί από τον ήλιο. Μου πήρε λίγο για να αναγνωρίσω την Tina Louise που την είχα δει στο “Gilligan’s Island.” Όταν ήρθε μέσα την έκλεισα αμέσως για να παίξει τη μητέρα της φιλενάδας του Τζόνι.

Αργότερα εκείνη τη μέρα, η Marcia μου είπε οτι ο επόμενος ηθοποιός δεν είχε τίποτα της προκοπής στο βιογραφικό του. Για την ακρίβεια, είχε κάνει μόνο δυο πράγματα, μια συμμετοχή σε καναδέζικο σήριαλ ενώ μόλις ολοκλήρωνε τη συμμετοχή του στα γυρίσματα της πρώτης πραγματικής του ταινίας –επρόκειτο για κάτι που είχε τίτλο «Θέλμα και Λουίζ» για το οποίο κανένας δεν είχε ακούσει τίποτα, επειδή δεν παιζόταν ακόμα.
Ξανακοίταξα λοιπόν τη φωτογραφία του ηθοποιού και είπα στη Marcia, «Τι διάολο, φέρτον μέσα!». Το όνομα του ηθοποιού ήταν Brad Pitt. Πες με ηλίθιο αν θες, αλλά ήμουνα σίγουρος για δυο πράγματα με το που μπήκε στο δωμάτιο: 1. Αυτός ήταν ο Τζόνι, 2. Αυτός ο ηθοποιός θα γινόταν μεγάλος σταρ.

Έκανε οντισιόν χωρίς να του πω την παραμικρή κουβέντα. Και χωρίς να του πω την παραμικρή κουβέντα κατάλαβε ότι πίσω από το εντυπωσιακό στυλάκι του, ο Τζόνι ήταν στην πραγματικότητα μια χαμένη ψυχή –κάποιος που κυριολεκτικά δεν είχε ιδέα για το ποιος ήταν. Αυτό οδήγησε τον Brad σε μια πολύ γενναία επιλογή προσέγγισης του ρόλου, έβαλε λοιπόν από μόνος του κάποια στοιχεία διακριτικά πληγωμένης ευαισθησίας κι αυτό ήταν κάτι που κανένας άλλος δεν είχε καταφέρει να το κάνει –ακόμα κι όταν τους το ζητούσα.
Όταν έφυγε ήμουνα σίγουρος οτι είχα βρει τον πρωταγωνιστή μου. Αλλά οι παραγωγοί είχαν άλλη γνώμη. Έλεγαν «Ο πιτσιρίκος είναι κυριολεκτικά ο κανένας. Δεν πρόκειται να σ’ αφήσουμε να τον βάλεις στην ταινία». Η γελοιότητα της συγκεκριμένης άποψης μπορεί να γίνει ευκολότερα κατανοητή αν σκεφτείς οτι ο συνολικός προϋπολογισμός της ταινίας ήταν κάτω από 500.000 δολάρια.

Οι παραγωγοί με έβαλαν να συναντήσω κάποιον άλλο ηθοποιό, ένα πραγματικό «αστέρι». Ο Αστέρας μου ξεκαθάρισε οτι δεν επρόκειτο να περάσει από οντισιόν αλλά συμφώνησε να συναντηθούμε για να μου περιγράψει τον χαρακτήρα που θα έπαιζε. Δευτερόλεπτα μετά τη συνάντησή μας ήμουν σίγουρος οτι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας δεν είχε καμιά θέση στην ταινία μου.
Οι παραγωγοί δεν ήταν πολύ χαρούμενοι με τη στάση μου. Έτσι, την Παρασκευή, το διαλύσαμε. Τη Δευτέρα είχα μια καινούργια συμφωνία με μια Ελβετίδα παραγωγό, τη Ruth Waldburger, η οποία, αφού είδε την ταινία με την οντισιόν του Brad, συμφώνησε μαζί μου οτι ο νεαρός είχε δυνατότητες. Επίσης δέχτηκε να κανονίσει σχετικά με τη μήνυση που μας έκαναν, ταχύτατα και γενναιόδωρα οφείλω να πω, οι παραγωγοί της Παρασκευής.

Όσο ήμασταν ακόμα στο Highland Gardens, υπήρξε άλλη μια ηθοποιός που με εντυπωσίασε. Η Catherine Keener, που είχε έρθει για τον ρόλο της Υβόν, της φιλενάδας του Τζόνι. Μερικές φορές παρομοιάζω την οντισιόν της με την προσπάθεια κάποιου να παίξει γκολφ μέσα σε ένα στενό δωμάτιο χτισμένο από τσιμεντόλιθους. Οι αλλεπάλληλοι εξοστρακισμοί, τα συνεχόμενα γκελ, με εκνεύρισαν τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να συνειδητοποιήσω οτι αυτό ακριβώς το, σχεδόν ανεξέλεγκτο, χάος ήταν ότι χρειαζόταν ο ρόλος. Αλλά, στη μέση της νύχτας, πετάχτηκα από το κρεβάτι μου, κοπάνησα τον ενδιάμεσο τοίχο και φώναξα στη Marcia, «Θα πάρουμε Catherine Keener για το ρόλο της Υβόν!»

Γυρίσαμε την ταινία μέσα σε 30 μέρες στη Νέα Υόρκη, ανάμεσα στον Νοέμβρη και τον Δεκέμβρη του 1990. Το θυμάμαι γιατί προς το τέλος ο Brad και η Catherine ήταν στο διαμέρισμά μου για το Δείπνο των Ευχαριστιών. Τα γυρίσματα ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, εφιαλτικά. Φυσικά, έγιναν και κάποια σπουδαία πράγματα. Αλλά για πρώτη ταινία, μου φάνηκε οτι είχαμε περισσότερες καταστροφές παρά διασκέδαση.

Τη δεύτερη βδομάδα των γυρισμάτων ήρθε η πυροσβεστική και μας είπε οτι δεν μπορούσαμε πλέον να χρησιμοποιούμε το κτίριο που είχαμε φτιάξει για να είναι το διαμέρισμα του Τζόνι. Μέσα σ΄ένα Σαββατοκύριακο εκείνο το κτίριο (που ήταν ήδη ετοιμόρροπο) είχε μετακινηθεί περίπου 1,5 μέτρο προς τ'αριστερά κι έτσι ήταν επικίνδυνο να γίνουν γυρίσματα εκεί μέσα. Θα έπρεπε να αλλάξουμε λοιπόν μέρος για να συνεχίσουμε τα γυρίσματα και τότε μου είχε κάνει εντύπωση που κανείς δεν μας είχε προειδοποιήσει γι΄αυτό στην αρχή των γυρισμάτων.

Πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα είχαμε κάποιες δυσκολίες με την ενδυματολόγο, σχετικά με την γκαρνταρόμπα του Τζόνι. Ο ρόλος ερχόταν από τα τέλη του ’50, αλλά δεν ήθελα τα ρούχα του να βγάζουν νοσταλγία, ήθελα ο χαρακτήρας να μοιάζει ξεχωριστός από τον περίγυρό του αλλά όχι παράταιρος.
Όμως δεν έβαινε άκρη. Οπότε, μια μέρα πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα πήρα τον Brad και τον πήγα για μια επίσκεψη στη ντουλάπα μου. Βγάλαμε έξω κάθε κομμάτι που είχα αγοράσει από το Thrift Store, μιλάμε για ατόφιο χρυσάφι –μάζευα αυτά τα ρούχα 10 χρόνια! Ευτυχώς, όλα μου τα ρούχα του έκαναν. Όλα τα αγαπημένα μου, μοναδικά, αυστηρά προσωπικά, ανεκτίμητα ρούχα.
Γυρίζαμε την ταινία στο Williamsburg του Brooklyn, μια περιοχή στην οποία, τότε στα 1990, κανένας δεν θα σκεφτόταν να ανοίξει Starbucks (για να το θέσω κομψά). Δυο βδομάδες μετά την έναρξη των γυρισμάτων ήρθε ο βοηθός σκηνοθέτη ουρλιάζοντας, «Κάποιος άφησε ανοιχτό το βαν με την γκαρνταρόμπα και όλα τα ρούχα έκαναν φτερά!»
Την επόμενη μέρα, βρήκαν τους τύπους που μας έκλεψαν τα ρούχα. Αλλά η ανακούφισή μου δεν κράτησε πολύ –για την ακρίβεια δεν κράτησε πάνω από 30 δευτερόλεπτα. Η αστυνομία μας πληροφόρησε οτι τα ρούχα του Τζόνι άρεσαν πάρα πολύ στους κλέφτες και δεν ήταν διατεθειμένοι να τα επιστρέψουν. Οι μπάτσοι μας συμβούλευσαν οτι, αν θέλαμε να συνεχίσουμε τα γυρίσματα στο Williamsburg, καλύτερα να δεχόμασταν τους «όρους» των κλεφτών.

Οπότε όλη η γκαρνταρόμπα του Τζόνι έπρεπε να αντιγραφεί. Έγιναν λοιπόν γρήγορα αντίγραφα από ότι ρούχο είχε φορέσει μέχρι τότε ο Brad στα γυρίσματα. Αν και δεν είχαμε λεφτά για να χρησιμοποιήσουμε τα αυθεντικά υλικά, τα ρούχα έγιναν σχεδόν ίδια με τα κανονικά. Στο τέλος των γυρισμάτων, μου έδωσαν τα αντίγραφα αυτά σαν δώρο. Τα πήγα σπίτι μου και τα έβαλα στην ντουλάπα μου. Μια μέρα προσπάθησα να φορέσω κάποιο απ΄αυτά τα πουκάμισα. Μια βδομάδα αργότερα τα πέταξα όλα στα σκουπίδια.



Όταν τελείωσε η ταινία, ένας από τους ανθρώπους της Miramax έπεισε τον Harvey Weinstein να κάνει κάτι πρωτοφανές γι΄αυτόν. Να αγοράσει ταινία χωρίς να την έχει δει. Ο άνθρωπος εκείνος ήταν σίγουρος οτι ο Brad θα γινόταν σύντομα μεγάλο αστέρι. Ήρθε και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από το Φεστιβάλ και η συμφωνία έκλεισε.
Ένα μήνα αργότερα ο Harvey καθόταν δίπλα μου στο φεστιβάλ του Τορόντο και τότε είδα άλλον ένα διανομέα, οπότε γύρισα προς τον Harvey και του είπα «Ελπίζω να σου αρέσει η ταινία».
Και νομίζω οτι όντως του άρεσε. Κάναμε μια δοκιμαστική προβολή στη Νέα Υόρκη μια βδομάδα αργότερα. Καθόταν πίσω μου και χαμογελούσε ευχαριστημένος όσο το κοινό γελούσε και επευφημούσε. Στο τέλος μου έκανε ένα ενθαρρυντικό νόημα.

Και μετά ήρθαν τα αποτελέσματα από το κοινό. Και τα αποτελέσματα δεν του άρεσαν. Οπότε αποφάσισε να διορθώσει το πρόβλημα. Αποφάσισε να κόψει 15 λεπτά από την ταινία και να βάλει voice over αφήγηση –κι εγώ του είπα οτι αν μου έδειχνε ποια 15 λεπτά θα έκοβε χωρίς να διασπάσει την ενότητα της ταινίας θα το σκεφτόμουν.
Η ιδέα με την αφήγηση προχώρησε πάντως κι εγώ δεν ήμουνα πολύ ευτυχισμένος μ΄αυτό. Η ταινία είχε κερδίσει ήδη κάμποσες διακρίσεις σε μεγάλα Ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Δεν καταλάβαινα λοιπόν για ποιο λόγο η δική μου βερσιόν δεν μπορούσε να προβληθεί στο Αμερικάνικο κοινό.

Αλλά αυτή ήταν η πρώτη μου ταινία. Και αυτό ήταν το πρώτο μάθημα που πήρα σχετικά με το πόσο θολά μπορούν να γίνουν τα νερά μέσα από τις παράπλευρες «διαπραγματεύσεις». Η αφήγηση έμεινε στην ταινία. Εκνευρίζομαι κάθε φορά που το θυμάμαι, ειδικά επειδή ξέρω, οτι όλα αυτά δεν έκαναν καλύτερο το τελικό αποτέλεσμα.

Κάποιοι άνθρωποι είδαν την ταινία. Σε κάποιους ανθρώπους άρεσε. Κάποιοι γούσταραν τόσο πολύ το όνομα της ταινίας που ξεκίνησαν ολόκληρη φίρμα ρούχων με αυτό το όνομα χωρίς καν να σκεφτούν να μου δώσουν ένα 10%. Εγώ πρώτος θα παραδεχτώ οτι η ταινία έχει όλες τις αδυναμίες της πρώτης δουλειάς ενός σκηνοθέτη. Αλλά παραμένει το πρώτο παιδί μου κι ακόμα τη λατρεύω. Εξακολουθώ να πιστεύω οτι η ερμηνεία του Brad ήταν γενναία και διεισδυτική. Εξακολουθώ να θεωρώ την ερμηνεία της Catherine Keener μαγική –όπως και κάθε ερμηνεία της άλλωστε. Αν νοικιάσετε την ταινία θυμηθείτε να προσέξετε τη σκηνή όπου η Υβόν μαθαίνει στον Τζόνι για το «κουκούτσι του καρπουζιού».

Ακόμα πιστεύω οτι η ιστορία ενός νεαρού άντρα που συνειδητοποιεί οτι δεν έχει καμιά ιδέα σχετικά με το ποιος είναι –ισχύει μέχρι και σήμερα. Γι΄αυτό ενθουσιάστηκα όταν έμαθα οτι η ταινία κυκλοφόρησε σε DVD στην κανονική της κόπια –όπως δεν έχει παιχτεί ποτέ πριν στη χώρα.

Χωρίς τη γαμημένη αφήγηση δηλαδή."

Αυτή είναι η ιστορία ενός μουσικού που έχει όλες τις προϋποθέσεις για να πετύχει (δηλαδή είναι απλώς όμορφος και ντύνεται τυπάδικα), αλλά δεν έχει συγκρότημα, ούτε τραγούδια –λεπτομέρειες! Η ιστορία ενός άντρα που ερωτεύεται και προσπαθεί να μάθει τις γυναίκες, καθότι πολύ αθώος και κάμποσο χαζός. Αλλά μονίμως στυλάτος –εντάξει; Ο Johnny μιλάει με τον κολλητό του για γκόμενες:

Deke: Πάρτο ή άστο –σωστά;
Johnny Suede: Σωστά κι έτσι το χειρίζομαι με τη γκόμενα τώρα, φίλε!
Deke: Δηλαδή δεν κάνετε έρωτα;
Johnny Suede: Φυσικά και κάνουμε έρωτα! Έπρεπε να με δεις χτες βράδυ φίλε, ήμουνα σκέτος αγριάνθρωπος, της έκανα τα πάντα!
Deke: Όπως, ας πούμε;
Johnny Suede: Όπως... λοιπόν, μου έδειξε που βρίσκεται το κουμπί της, εκεί μέσα, εκεί κάτω... καταλαβαίνεις τι εννοώ...
Deke: Δηλαδή, μέχρι τώρα δεν ήξερες που βρισκόταν;
Johnny Suede: Ναι, εντάξει... φυσικά ήξερα! Αλλά τώρα μπορώ να το βρω και στο σκοτάδι αν χρειαστεί! Κι αυτό... αυτό είναι σημαντικό πράγμα να το γνωρίζει ένας άντρας!
Deke (γελώντας): Ξέρεις κάτι Johnny; Πολύ χάρηκα που τα κουβεντιάσαμε όλα αυτά!
Johnny Suede: Ναι, πάντα στη διάθεσή σου φίλε.



Κι ο Johnny προσπαθεί να βγάλει άκρη με την περίπλοκη γυναικεία ψυχοσύνθεση:

Johnny Suede: Δεν θα βάλεις εκείνο το μαύρο πράγμα γύρω απ΄τα μάτια;
Yvonne: Το Άι-λάινερ εννοείς;
Johnny Suede: Ναι, το φοράνε όλα τα κορίτσια στο μπαρ. Πολύ σέξι!
Yvonne: Εμένα δε μου αρέσει.
Johnny Suede: Θα έχεις τους λόγους σου....
Yvonne: Ποια παπούτσια να φορέσω;
Johnny Suede: Αυτά που γουστάρεις.
Yvonne: Σου αρέσουν αυτά εδώ;
Johnny Suede: Ναι, μια χαρά είναι.
Yvonne: Ή μήπως προτιμάς εκείνα καλύτερα;
Johnny Suede: Μωρό μου, ντυνόσουν από μόνη σου πολύ πριν γνωριστούμε –δεν υπάρχει λόγος να το σταματήσεις τώρα.
Yvonne: Απλά ρωτάω ποια σου αρέσουν!
Johnny Suede: Κι εγώ απλά λέω –φόρα όποια σου αρέσουν εσένα περισσότερο –εντάξει;
Yvonne: Γιατί δεν μπορείς να μου πεις ποια παπούτσια σου αρέσουν περισσότερο;
Johnny Suede: Υποθέτω, επειδή δε μου αρέσει κανένα απ΄όσα μου έδειξες.
Yvonne: Αυτά είναι τα γαμωπαπούτσια που έχω, εντάξει; Κι έτσι ντύνομαι εγώ και ξέρεις κάτι; Τι σημασία έχει το πως ντύνομαι στην τελική ρε γαμώτο;



Και τελικά; Τίποτα λιγότερο από μια μυθική ταινία (μάλλον άγνωστη στο ευρύ κοινό) τιγκαρισμένη στις αιώνιες αλήθειες που μας ρημάζουν από αρχαιοτάτων χρόνων –με τον Brad Pitt να δίνει ρέστα και φυσικά τον Αρχηγό σε μεγάλα κέφια!

Θες κι άλλα; Πάρε ένα βιντεάκι:



Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι