Τετάρτη, Δεκέμβριος 30, 2009

4. "Δουλεύει καλά η Γουόρνερ Μπράδερς;"

Προηγούμενα:
1. "Ένα κωλάμαξο με κάτι κερατάδες"
2. "Η καλή νεράιδα ονόματι Δαβίδ"
3. Τρέχεις, τρέχεις -κυνηγάω"

Β’ ΠΡΑΞΗ

Πρόσωπα:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ
ΤΑΚΗΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ (Κοντά στα 60)
ΑΝΘΥΠΑΣΤΥΝΟΜΟΣ (Κοντά στα 30)

(Γυμνό δωμάτιο ανάκρισης, ένα τραπέζι με καρέκλες τριγύρω, μια συσκευή τηλεφώνου, μια πόρτα στον κεντρικό τοίχο δίπλα σε μεγάλο μαύρο τζάμι, άλλη μια πόρτα στην αριστερή πλευρά του δωματίου)

Υπ.: (στο τηλέφωνο) Μάλιστα κύριε Διοικητά. Είμαστε γνώστες της υπόθεσης –διεξοδικά... Δεν θα υπάρξει πρόβλημα... Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο... Βεβαίως... Όπως διατάξετε κύριε Διοικητά... Μην ανησυχείτε κύριε Διοικητά... Θα επιταχύνουμε κύριε Διοικητά... Κατανοούμε την κρισιμότητα της περιόδου κύριε Διοικητά.... (μένει λίγο με το ακουστικό στ΄αυτί αμίλητος, μετά το κατεβάζει στη συσκευή). Άντε και γαμηθείτε κύριε Διοικητά...
Ανθ.: (πίσω από το μαύρο τζάμι) Σεμνά –ακούγεσαι!
Υπ.: Και τι έγινε; Μόνος σου δεν είσαι εκεί πίσω;
Ανθ.: (Ανοίγει την πόρτα και κοιτάζει προς το δωμάτιο) Μόνος, αλλά η κάμερα γράφει!
Υπ.: Γιατί την άνοιξες από τώρα; Βλέπεις κανέναν ανακρινόμενο;
Ανθ.: Για να τη δοκιμάσω Υπαστυνόμε!
Υπ.: Μπράβο το αγόρι μου! Σάλτα κλείστη τώρα και γύρνα την ταινία από την αρχή.
Ανθ.: Πριν δω τι τράβηξε;
Υπ.: (ξεφυσάει) Όταν την έθεσες σε λειτουργία άναψε το κόκκινο φωτάκι στα δεξιά;
Ανθ.: Βεβαίως.
Υπ.: Από την πλευρική οθόνη φαινόταν το τραπέζι;
Ανθ.: Μια χαρά!
Υπ.: Tότε τι άλλο να δεις Ανθυπαστυνόμε!
Ανθ.: Ε, πως! Να μη δω τη λήψη; Αν τα παίρνει όλα, αν είναι εντάξει τα πλάνα...
Υπ.: Σκοπεύεις να στείλεις την ταινία σε κανένα φεστιβάλ;
Ανθ: Όχι αλλά...
Υπ.: Άντε λοιπόν γιε μου –κλείστη τη ρημάδα και την ανοίγεις στην ώρα της, άντε και με γκάζωσε άσχημα ο αποπάνω... Να τελειώνουμε γρήγορα λέει...
Ανθ.: Σε πρέσαρε ε;
Υπ.: (ψάχνει το σακάκι του νευρικά, βγάζει ένα μεταλλικό κουτί καραμέλες –τρώει μία) Μαλακίες! Κι ο Διοικητής στην πρέσα είναι από τον Αρχηγό κι εκείνος στην πρέσα από τον Υπουργό... Φταίνε οι σκατοεκλογές, καταλαβαίνεις; Τα ποσοστά της κυβέρνησης πέφτουν, οι εκλογές πλησιάζουν –τρεχάτε μαλάκες να συλλάβετε τρομοκράτες... Και πάλι καλά να λέμε. Στις προηγούμενες εκλογές τούς είχε κατσικωθεί να συλλάβουμε κατασκόπους –που να τους βρω κύριέ μου τους κατασκόπους; Είχαν πέραση βλέπεις τα εθνικά θέματα τότε –άντε εσύ μαλάκα να βρεις μελαψούς που φωτογραφίζουν στρατόπεδα... Πιάσαμε κάτι κακομοίρηδες ψωμόλυσσες, δεν είχαν δει φωτογραφική μηχανή στη ζωή τους –δυο ώρες η ανάκριση, πέντε μέρες τα ιδιαίτερα μαθήματα.... Κι όλα αυτά λόγω εκλογών, με νιώθεις;
Ανθ.: Εντάξει, εκλογές είναι θα περάσουν...
Υπ.: Είσαι ηλίθιος Ανθυπαστυνόμε;
Ανθ.: Γιατί βρίζεις τώρα;
Υπ.: Επειδή δεν μπορώ ν΄ακούω μαλακίες –γι΄αυτό. Χριστιανέ μου, άμα χάσει τις εκλογές η κυβέρνηση πάει η προαγωγή μου! Ποιος ξέρει που θα με στείλουν οι άλλοι...
Ανθ.: Έτσι που το θέτεις...
Υπ.: Πόσα χρόνια έχεις στο Σώμα, Ανθυπαστυνόμε;
Ανθ.: (κομπιάζει) Μαζί με τη Σχολή εννοείς;
Υπ.: (ξεφυσάει) Ποια Σχολή βρε παιδί μου; Πού μετράει η Σχολή;
Ανθ.: Μετράει στα συντάξιμα!
Υπ.: Ανθυπαστυνόμε, έχεις όρεξη να μου σπάσεις τα νεύρα πρωινιάτικα; Πόσα χρόνια είσαι εδώ ρε;
Ανθ.: Αααα, πέντε!
Υπ.: Εγώ στην ηλικία σου βάραγα δεκάωρα κάθε μέρα στη ρύθμιση κυκλοφορίας. Να βρέχει και να είμαστε με το κοντομάνικο επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η διαταγή για αλλαγή της θερινής στολής από τα Κεντρικά, να καίει η άσφαλτος, 40 βαθμούς και να λιώνουμε με το μπουφάν, επειδή δεν είχε έρθει ακόμα η διαταγή για αλλαγή της χειμερινής στολής... 10 χρόνια στους δρόμους -πρώτα τροχαία, μετά πεζές περιπολίες... Μέχρι να μπω σε γραφείο σκέβρωσα. Μ’έβλεπε η γυναίκα μου κι ασπρίζανε τα μαλλιά της –αλλά εσείς δεν τα ξέρετε αυτά, εσείς είσαστε της Σχολής! Κι αναρωτήθηκα ο ηλίθιος, πού μετράει η σχολή! Να πού μετράει –στο οτι μας έχει γεμίσει με εξυπνάκηδες και φλούφληδες! Κι αν αύριο αλλάξει η κυβέρνηση, θα έρθει κάποιος φλούφλης σαν του λόγου σου να μου φάει την προαγωγή – 30τόσα χρόνια στο Σώμα και θα αποστρατευτώ με το βαθμό του Αστυνόμου! Ξέρεις πόση σύνταξη παίρνει ο Αστυνόμος;
Ανθ.: Πού να ξέρω;
Υπ.: Ε βέβαια, πού να ξέρεις; Και γιατί να σε νοιάζει δηλαδή! Τα βουτυρόπαιδα της Σχολής αποστρατεύονται με το βαθμό του Ταξίαρχου στη χειρότερη! Γιατί να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους με τις μαλακίες των ανωτέρων εν όψει εκλογών; Αλίμονο σε μας τους μαύρους...
Ανθ.: Ας έμπαινες κι εσύ στη Σχολή!
Υπ.: Ας έμπαινα λέει! Ναι ρε έξυπνε –μου το ζητήσανε κι αρνήθηκα, γούσταρα βλέπεις να ρυθμίζω την κίνηση στα φανάρια! Πως να μπω αγόρι μου; Αφού ήθελε βύσμα...
Ανθ.: Εγώ μπήκα με εξετάσεις πάντως...
Υπ.: Κι εμείς εξετάσεις δίναμε. Πήγα στη Σχολή, έγραψα τα κωλοτέστ, έκανα τα αγωνίσματα... Με στέλνουν μετά για συνέντευξη, κάθονταν εφτά γαλονάδες απέναντί μου κι εγώ κοίταγα. Περιμένανε –περίμενα. Τι περιμένανε;
Ανθ.: Τι περιμένανε;
Υπ.: Να τους δώσω το μπιλιετάκι από το βύσμα μου, τι να περιμένουν ρε παιδί μου; Κοιταχτήκαμε εκεί πέρα κάνα πεντάλεπτο, μπιλιετάκι δεν είχα, με στείλανε στο γερο-διάολο... Εξετάσεις λέει!
Ανθ.: Πάνε αυτές οι εποχές, αλλάξανε τα πράγματα...
Υπ.: Αλλάξανε, πώς δεν αλλάξανε! Εγώ θα βγω στη σύνταξη, με το ζόρι Αστυνόμος κι εσύ θα βγεις στην ξεφτίλα Ταξίαρχος –να χαρώ εγώ αλλαγές! Άντε τώρα φέρε μου τον πρώτο, όσο είμαι ακόμα επικεφαλής. Επειδή τη βλέπω τη δουλειά, σε λίγο θα με στέλνεις εσύ για τα θελήματα –αλλάξανε τα πράγματα.
Ανθ.: Ποιον να φέρω πρώτο;
Υπ.: Εκείνον το νευρικό...
Ανθ.: Έγινε! Θα το παίξουμε καλός-κακός;
Υπ.: Να το παίξουμε αν και δε νομίζω οτι θα βγάλουμε κάτι...
Ανθ.: Εσύ καλός ως συνήθως;
Υπ.: Ε πως αλλιώς βρε παιδί μου! Αφού εγώ είμαι ο ανώτερος! Πως θα γίνει δηλαδή; Εγώ θα γαβγίζω κι εσύ θα του προτείνεις διακανονισμό;
Ανθ.: Και που το ξέρει αυτός ποιος είναι ο ανώτερος;
Υπ.: Αυτό να μου πεις! Τι σημασία έχει που είμαι ο μεγαλύτερος; Σε λίγο, κάποιο τσουτσέκι σαν εσένα θα με διατάζει –αλλάξανε τα πράγματα... Αλλά μέχρι τότε, ας το παίξουμε τυπικά –αν δεν σε πειράζει...
Ανθ.: Όχι –εντάξει...
Υπ.: Δόξα τω Θεώ!
(Ο Ανθυπαστυνόμος κάνει να φύγει, αλλά στη μέση του δωματίου φρενάρει).
Υπ.: Τι έγινε πάλι;
Ανθ.: Η κάμερα...
Υπ.: Ε, τι;
Ανθ.: Να την κλείσω και να τη ρυθμίσω πάλι απ΄την αρχή...
Υπ.: Δηλαδή τόση ώρα γράφει;
Ανθ.: Κάτι λίγο...
Υπ.: Ανθυπαστυνόμε –βαλτός είσαι ή ηλίθιος;
Ανθ.: Γιατί βρίζεις τώρα;
Υπ.: Καλά, συγνώμη, τελείωνε.
(Μένει σκεπτικός να τον παρακολουθεί όσο εκείνος χάνεται στο δωμάτιο πίσω από το μαύρο τζάμι –μετά τον βλέπει να βγαίνει φουριόζος).
Ανθ.: Πάω να τον φέρω!
Υπ.: Κοίτα να μη χαθείς –ακολούθα τις ταμπέλες αν δυσκολεύεσαι!
(Ο Ανθυπαστυνόμος βγαίνει).
Υπ.: Ταξίαρχος το λιγότερο! Γιατί μπορεί να φτάσει μέχρι και Υπαρχηγός! Τα ύστερα του κόσμου! (Σηκώνει το ακουστικό, σχηματίζει ένα νούμερο). Έλα... μπορεί ν΄αργήσω... ναι, όχι πολύ... έπεσε δουλειά... Τι;... Και τι να κάνω εγώ;... Και που να το ξέρω οτι θα φτιάξεις παστίτσιο;... Όχι δεν το θυμάμαι να μου το είπες το πρωί! Και να το θυμόμουν δηλαδή... Και τι να γίνει;... Φάτο μόνη σου, ξέρω ΄γω; ...Ναι.... Ναι... Συγνώμη, δεν ήθελα να σου μιλήσω έτσι, αλλά είμαι πιεσμένος... Συγνώμη, εντάξει;... Θα τα πούμε το βράδυ... Ναι –γεια.... (κλείνει το τηλέφωνο, το κοιτάζει). Άντε γαμηθείτε κι εσείς και οι εκλογές σας! (Κοιτάζει μετά προς το μαύρο τζάμι). Λες να την έχει αφήσει ακόμα ανοιχτή ο μαλάκας;
(Εκείνη τη στιγμή ανοίγει η πόρτα, μπαίνει ο Ανθυπαστυνόμος φέρνοντας μαζί του τον Τάκη –με χειροπέδες).
Ανθ.: Προχώρα!
(Ο Τάκης προχωράει).
Ανθ.: Κάτσε!
(Ο Τάκης κάθεται).
Υπ.: Καλημέρα παιδί μου.
(Ο Τάκης κοιτάει τα παπούτσια του αμίλητος).
Ανθ.: (τον σκουντάει) Σου μιλάει ο προϊστάμενος ρε πούστη! Κουφός είσαι;
(Ο Τάκης τον κοιτάζει κάπως χαμένος και κουνάει το κεφάλι του).
Υπ.: Άστον, τάχει χαμένα –θα συνέλθει... (Κάθεται στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού, ακουμπάει στους αγκώνες κοιτάζει τον Τάκη). Λοιπόν παιδί μου;
Τ.: Τι λοιπόν;
Ανθ.: (τον χτυπάει πίσω από το κεφάλι) Μόνο ο προϊστάμενος ρωτάει εδώ μέσα! Κατάλαβες;
Τ.: (Γυρίζοντας προς τη μεριά του Ανθυπαστυνόμου, ψιθυριστά)... ‘σου γαμήσω...
Ανθ.: (Τον αρπάζει από τη μπλούζα) Τι είπες ρε; Θα πεθάνεις εδώ μέσα! Θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της πουτάνας της μάνας σου ρε!
(Ο Τάκης τον κοιτάζει αμίλητος).
Υπ.: Ηρέμησε Ανθυπαστυνόμε! Το παιδί είναι μπερδεμένο, γι΄αυτό αντιδρά έτσι –θα συνέλθει και θα τα βρούμε. Έτσι δεν είναι παιδί μου;
Τ.: Σ΄ακούω από την ώρα που μπήκα μ΄αυτά τα «παιδί μου» και «παιδί μου», τι συμβαίνει ρε μίστερ; Έχεις πηδήξει τη μάνα μου και πάτε να μου το φέρετε με το μαλακό;
(Ο Ανθυπαστυνόμος τον ξαναχτυπάει από πίσω).
Τ.: Και πες σ’ αυτόν να κόψει τις μελάτες –τόσα χρόνια το ίδιο ρεπερτόριο δεν βαρεθήκατε πια;
(Ο Ανθυπαστυνόμος παίρνει φόρα αλλά ο Υπαστυνόμος τον σταματάει).
Υπ.: Χαίρομαι πάντως που βλέπω οτι είσαι λογικό άτομο. Θα συνεννοηθούμε...
Τ.: Δεν το πιστεύω αλλά προχώρα στο παρασύνθημα...
Ανθ.: (Τον ξαναχτυπάει) Θα μιλάς στον πληθυντικό στον κύριο προϊστάμενο!
Υπ.: Αρκετά! (Γυρίζει προς τον Τάκη). Είδα το φάκελό σου, έχεις απασχολήσει κι άλλες φορές την Υπηρεσία...
Τ.: Το οτι ξεχρέωσα με το νόμο δεν το λέει ο φάκελός μου;
Υπ.: (Ψάχνει τις τσέπες του μανιασμένα, βγάζει το κουτάκι με τις καραμέλες, τρώει ακόμα μία) Ποτέ δεν ξεχρεώνεις με τον νόμο παιδί μου... Άπαξ κι ανοίξεις παρτίδες... Αλλά τι σου τα λέω; Εσύ τα ξέρεις καλύτερα και από μένα...
Τ.: Εντάξει είσαι και φιλόσοφος να πούμε! Εγώ όμως έχω κι άλλες δουλειές, τουτέστιν –πες μου γιατί μας τραβολογάτε, να σου δείξω οτι κάνετε λάθος και να πηγαίνουμε....
Υπ.: Τόσο εύκολα ε;
Τ.: Ρε με κάτι πούστηδες.... (κοιτάζει νευρικά πίσω του αλλά ο Ανθυπαστυνόμος έχει πάει στην άλλη άκρη του δωματίου και χαζεύει το μαύρο τζάμι). Τσεκάρει αν δουλεύει καλά η Γουόρνερ Μπράδερς –έτσι; (τον δείχνει με τον ώμο όσο μιλάει στον Υπαστυνόμο).
Υπ.: Τέλος πάντων –κοίτα πως έχουν τα πράγματα –επειδή θέλουμε να πάμε και σπίτια μας σήμερα, δημόσιοι υπάλληλοι είμαστε κι εμείς...
(Ο Τάκης ακουμπάει τα χέρια στο τραπέζι, οι χειροπέδες τον ενοχλούν αλλά βολεύεται τελικά).
Υπ.: Δυο δολοφονίες και πέντε βομβιστικές ενέργειες...
Τ.: Ποιος ήρθε;
Υπ.: Κανένας δεν ήρθε παιδάκι μου –απλά σου εξηγώ για τι κατηγορείσαι....
Τ.: Εγώ;
Υπ.: Ε, ποιος; Λες να κατηγορούμε άλλον και να σε φέραμε εδώ πέρα για κουτσομπολιό;
Τ.: Ξέρω ΄γω; Όλα παίζουν! Εκτός από το να έχω κάνει αυτά που λες.
(Ο Ανθυπαστυνόμος φεύγει από την πόρτα δίπλα στο μαύρο τζάμι, ο Υπαστυνόμος σκύβει συνωμοτικά πάνω από το τραπέζι).
Υπ.: Στο είπα οτι θέλω να ξεμπερδεύουμε μια ώρα αρχύτερα –δε στο είπα; Λοιπόν, για να μην καθυστερούμε –αν δεν τα έκανες εσύ όλα αυτά, πες μου ποιος τα έκανε και είσαι ελεύθερος να πας σπιτάκι σου.
Τ.: Όρεξη γι΄αστεία έχεις; Που να ξέρω εγώ ποιος τα έκανε; Ούτε καν για τι πράγμα μιλάς δεν έχω καταλάβει!
Υπ.: Ανθυπαστυνόμε! Φέρτου τον φάκελο!
(Ο Ανθυπαστυνόμος τσακίζεται να βγει από το διπλανό δωμάτιο).
Ανθ.: Τα δείχνει όλα φλου το ρημάδι!
Τ.: Φλου αρτιστίκ ή φλου ακαδράριστο;
Ανθ.: Σκάσε ρε αλήτη!
Τ.: Εγώ να βοηθήσω προσπαθώ!
Υπ.: Το φάκελο Ανθυπαστυνόμε!
(Ο Ανθυπαστυνόμος ξαναμπαίνει και επιστρέφει με ένα μπλε φάκελο. Τον δίνει στον Υπαστυνόμο).
Υπ.: (Ανοίγει και διαβάζει) Στις 27 του παρελθόντος μηνός εξερράγη βόμβα σε υποκατάστημα πολυεθνικής τραπέζης... Οι βομβιστές, δυο άντρες ηλικίας 30 με 35 ετών, άφησαν ίχνη γενετικού υλικού στο ΑΤΜ της τράπεζας κατά την διάρκεια της τοποθέτησης του εκρηκτικού μηχανισμού...
Τ.: Δηλαδή οι βομβιστές τον έπαιζαν όσο έβαζαν τη βόμβα;
Υπ.: Ποιον έπαιζαν;
Τ.: Τον αποτέτοιο τους, τον γεννητικό τους όργανο...
Υπ.: Μα τι είναι αυτά που λες;
Τ.: Εγώ τα λέω; Εσύ διάβασες περί γενετικό υλικό στα κιτάπια σου!
Υπ.: Γενετικό υλικό ρε παιδί μου –τρίχες, δέρμα, τέτοια πράγματα!
Τ.: Εντάξει αντελήφθην –αμόλα καλούμπα...
Υπ.: (κλείνει τον φάκελο) Αργότερα τα υπόλοιπα. Ας ασχοληθούμε τώρα μ΄αυτό το γενετικό υλικό το οποίο ταιριάζει απόλυτα με το δικό σου!
Τ.: Ποιο δικό μου; Πλάκα μου κάνεις; Που το βρήκατε εσείς το γενετικό μου υλικό;
Υπ.: Δεν έκανες εξετάσεις στη φυλακή;
Τ.: Έκανα –και λοιπόν;
(Ο Υπαστυνόμος του χαμογελάει).
Τ.: Δηλαδή θες να μου πεις οτι ανακαλύψατε το γενετικό μου υλικό σε βομβιστική ενέργεια;
(Ο Υπαστυνόμος γνέφει).
Τ.: Και είσαστε σίγουροι οτι δε μιλάμε για το άλλο; Αυτό που βγαίνει από το γεννητικό όργανο; Επειδή πιο πιθανό μου φαίνεται να έχω πηδήξει δίπλα σε καμιά τράπεζα, παρά να την έχω ανατινάξει...
(Ο Υπαστυνόμος ξεφυσάει ο Ανθυπαστυνόμος πλησιάζει απειλητικά).
Ανθ.: Μας κάνεις τον έξυπνο τώρα ρε αρχίδι;
Τ.: Εγώ δεν κάνω τίποτα –εσείς έχετε βαλθεί να με τρελάνετε εδώ μέσα! Μας παρακολουθούσατε ένα μερόνυχτο, μας μπουζουριάζετε, μας αφήνετε άλλες δυο μέρες στην απομόνωση κι ερχόσαστε τώρα να μου φορτώσετε ανατινάξεις, δολοφονίες κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο!
Υπ.: Δηλαδή δεν έχεις σχέση;
Τ: (κοιτάζει τον Ανθυπαστυνόμο) Τι να του πεις τώρα;
(Ο Ανθυπαστυνόμος μπερδεύεται και σηκώνει τους ώμους).
Υπ.: Άλλα λένε τα στοιχεία μας εδώ πέρα.
Τ.: Και τι με νοιάζει εμένα κύριε μπάτσε μου; Εσείς τα φτιάχνετε τα στοιχεία, καθίστε και βρείτε τι γράψατε λάθος...
Ανθ.: Άσε με να τον χώσω μέσα και να τον λιανίσω –δε βγάζουμε άκρη μαζί του!
Τ.: (σκύβει προς τον Υπαστυνόμο) Πες του οτι δεν τον παίζει ωραία τον κακό μπάτσο –μου ΄χει γανώσει το κεφάλι με τις φωνές του και βλέπει οτι δεν κατουρήθηκα πάνω μου –δεν το γυρνάμε στο πολιτισμένο μπας και βγάλουμε άκρη;
Υπ.: (χαμογελάει) Πολιτισμένοι είμαστε και προσπαθούμε να το κρατήσουμε αυτό αλλά εσύ μας δυσκολεύεις...
Τ.: Και τι να κάνω δηλαδή; Να παραδεχτώ μέχρι και τη δολοφονία του Καποδίστρια για να ησυχάσετε;
Ανθ.: Είτε παραδεχτείς είτε όχι –την έχεις πολύ άσχημα. Από τη στιγμή που συμφώνησε το γενετικό υλικό...
Τ.: Αυτό το λέτε εσείς!
Υπ.: Εμείς το λέμε κι ο λόγος μας μετράει περισσότερο από τον δικό σου. Σκέψου, ας πούμε, να σε στείλουμε πεσκέσι στον εισαγγελέα... Από τη μια η έκθεση του εργαστηρίου, από την άλλη εσύ... Ποιον θα πιστέψουν;
Τ.: Ποιον θα πιστέψουν είναι το θέμα ή ποιος λέει την αλήθεια;
(Ο Υπαστυνόμος ρίχνει ένα νευρικό γέλιο).
Τ.: Σωστά.
Υπ.: Γι΄αυτό σου λέω –πέστα να ξεμπερδεύουμε.
Τ.: Τι να πω ρε θείο; Αφού δεν ξέρω τίποτα! Και δεν διαβάζω κι εφημερίδες –ούτε καν για ποιες τρομοκρατικές ενέργειες μιλάς δεν κατέχω!
Ανθ.: Μας κοροϊδεύεις ρε αλήτη;
Τ.: Άντε πάλι! Πες του να ηρεμήσει γιατί αλλιώς, ξαπλώνω στο πάτωμα κι αρχίζω να βγάζω αφρούς... Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι, ΟΚέικ;
Υπ.: (ξεφυσάει) Δεν θα ξεμπερδέψουμε σήμερα –κι έχει και παστίτσιο στο σπίτι!
Τ.: Που άμα κρυώσει γίνεται σόλα –άστα να πάνε...
Υπ.: Ρε παιδί μου, πες μας με ποιους βάζεις βόμβες να τελειώνουμε!
Τ.: Καλά -μόνος μου λιάω εδώ μέσα;
Υπ.: Κοίτα –μπορούμε να σε καθαρίσουμε από τις δολοφονίες –οι βόμβες δεν έχουν πολλά. Δέκα χρονάκια με τη μεταμέλεια, στα πέντε θα είσαι έξω...
Τ.: Στις δολοφονίες δηλαδή δεν έχετε βρει δικό μου γενετικό υλικό;
Υπ.: Τι σημασία έχει αυτό τώρα;
Τ.: Αυτό λέω κι εγώ!
Υπ.: (ρίχνει μια κλωτσιά στο πόδι του τραπεζιού) Ρε παιδί μου, τυλιγμένο σε μια κόλα χαρτί σε έχουμε... Γιατί μας παιδεύεις;
Τ.: Ε, μα θα είμαι κακός άνθρωπος –δεν εξηγείται αλλιώς! Ή μπορεί και να μη μου αρέσει το παστίτσιο... τι σου λέει το γενετικό μου υλικό περί αυτού;
Υπ.: (πετάγεται όρθιος) Πάρτον, χώστον μέσα –θα μου ξαναφουντώσει το έλκος αν συνεχιστεί αυτό το πράγμα!
(Ο Ανθυπαστυνόμος σηκώνει τον Τάκη, τον στήνει στα πόδια του και τον βγάζει από το δωμάτιο σπρώχνοντας).
Υπ.: Πάλι στουρνάρια μου φέρανε κι άντε βγάλε άκρη μαζί τους! Είναι κι οι εκλογές πανάθεμα τον πατέρα αυτουνού που τις ανακάλυψε! (Κοιτάζει προς το μαύρο τζάμι). Γράφει από πάνω κι αυτή η μαλακία... (Φεύγει προς το μέσα δωμάτιο. Ακούγονται θόρυβοι. Ξαναβγαίνει).
Υπ.: Έτσι κι αλλιώς δεν ήτανε για δημοσιοποίηση αυτή η ανάκριση...

Δευτέρα, Δεκέμβριος 28, 2009

3. "Τρέχεις, τρέχεις -κυνηγάω"

Προηγούμενα:
1. "Ένα κωλάμαξο με κάτι κερατάδες"
2. "Η καλή νεράιδα ονόματι Δαβίδ"

Πρόσωπα:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ
ΤΑΚΗΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(Τριαντάρηδες όλοι τους)

Κ.: Ακόμα απέξω είναι αυτοί;
Τ.: Λες να κατάλαβαν οτι κάνουν λάθος και να ΄φυγαν;
Μ.: Κάποια πιθανότητα... Την παίζουμε στοίχημα;
Τ.: Μέσα –10 προς 1 οτι είναι ακόμα απέξω!
Μ.: Έγινε! 12 προς 1 οτι είναι απέξω! Άλλη προσφορά;
(Πηγαίνουν οι δυο τους μέχρι την κουρτίνα, κοιτάζουν προσεκτικά –ξανακλείνουν).
Τ.: Κουβά κι οι δυο μας!
Μ.: Και ποιος τα παίρνει;
Γ.: Τι δηλαδή; Να ποντάρω στην κόντρα σας;
Τ.: Έχεις άντερα;
Γ.: Με μαγειρίτσα θα ποντάρουμε ή με φράγκα;
Μ.: Ρε, σου βαστάει; 12 προς 1 –τα πας;
Γ.: (τους κοιτάζει εξεταστικά) Ψάχνετε για μαλάκα;
Τ.: Ψάχνουμε, βρίσκουμε.... δεν είναι εκεί το θέμα. Εσύ το πας το στοίχημα;
Γ.: Όχι ρε –δεν το πάω!
Μ.: Κρίμα –θα κονόμαγες...
Γ.: Εννοείς...
Τ.: Δες και μόνος σου.
(Ο Γρηγόρης τους περνάει και κοιτάζει έξω).
Γ.: Άλλο και τούτο πάλι!
Κ.: Έφυγαν;
Γ.: Ναι.
Κ.: Εντάξει. Τι κάνουμε τώρα;
Τ.: Τα μαζεύουμε και εξαφανιζόμαστε.
Γ.: Περίμενε.
Τ.: Τι τρέχει;
Γ.: Μη βιάζεσαι.
Τ.: ‘σου γαμήσω...
Μ.: Μήπως να σας αφήναμε μόνους να τα βρείτε, όσο εμείς θα αποχωρούσαμε πετώντας;
Γ.: Άμα είσαι τόσο ηλίθιος προσπάθησε να βγεις έξω!
Κ.: Τι εννοείς;
Γ.: Όσο είμαστε μέσα δεν πρόκειται να μας πειράξουν. Μπορεί να κάνουν ντου, να μας συλλάβουν αν είναι μπάτσοι...
Τ.: Να μας ξεσκίσουν αν είναι μπράβοι ή να μας βάλουν φωτιά αν είναι πρεζέμποροι.... Αλλά στα σίγουρα δεν θα μας πειράξουν!
Γ.: Γιατί πάντα πρέπει να λες μαλακίες;
Τ.: Για να φαίνεσαι πιο έξυπνος –τι νόμισες;
Γ.: Εξηγώ και σκάσε. Το οτι φύγανε έξω από το παράθυρό μας δε σημαίνει οτι φύγανε γενικώς. Εγώ ψυλλιάζομαι οτι μας την έχουν στημένη, θα περιμένουν να ξεμυτίσουμε για να μας την πέσουν. Κι άντε μετά να αποδείξεις οτι σε φάγανε εδώ απέξω κι όχι την ώρα που λήστευες το κλειστό σουβλατζίδικο απέναντι....
Μ.: Εννοείς δηλαδή οτι αυτοί που μας την έχουνε στημένη είναι μπράβοι του σουβλατζή;
Κ.: Εννοεί οτι είναι πιο εύκολο να σε φάνε έξω στο δρόμο παρά μέσα στο σπίτι σου..
(Ο Γρηγόρης κι ο Τάκης την κοιτάζουν με εμφανώς ψεύτικο θαυμασμό).
Γ.: Επειδή εδώ είμαστε στην έδρα μας –εντάξει; Είσαι μαχαιροβγάλτης κύριε απέξω μου; Πρέπει να έρθεις κρυφά, να σπάσεις την πόρτα και να κάνεις ένα σωρό κομαντιλίκια για να μου την πέσεις εδώ μέσα. Είσαι μπάτσος; Πρέπει να μου δείξεις ένταλμα, ταυτότητα, να έχεις επικολλήσει τα ανάλογα χαρτόσημα.... Αλλιώς, κάτσε έξω και ξύσου.
Τ.: (στον Μιχάλη) Μην του δίνεις σημασία –βλέπει κάτι αμερικάνικα σήριαλ τώρα τελευταία...
Μ.: Α, γι΄αυτό!
Τ.: Δεν ξέρω τι λέτε εσείς και ούτε έχω όρεξη να μάθω δηλαδή! Εγώ τα μαζεύω και φεύγω.
Γ.: Ότι γουστάρεις...
Τ.: Έτσι λέω κι εγώ!
(Φεύγει βιαστικός προς τις σκάλες, ανεβαίνει, ακούγονται θόρυβοι από τον πάνω όροφο).
Μ.: Θα τον αφήσεις;
Γ.: Δε σε πιάνω!
Μ.: Αν νομίζεις οτι μας την έχουνε στημένη απέξω, θα τον αφήσεις να φύγει έτσι απλά;
Γ.: Και τι να κάνω δηλαδή; Να τον δέσω;
Κ.: Δεν μου φάνηκε πάντως οτι προσπάθησες ιδιαίτερα να του αλλάξεις γνώμη.
Γ.: (στο Μιχάλη) Αυτή τι γουστάρει τώρα;
Μ.: Βρες το και πάρτο.
Γ.: (στην Κατερίνα) Για πες μου κάτι ρε φιλενάδα –σου φαίνομαι για κοντός;
(Η Κατερίνα τον κοιτάζει απορημένη).
Γ.: Μήπως σου μοιάζω να έχω μουστάκι; Με κόβεις να φοράω τίποτα περιβραχιόνιο στο μπράτσο, ας πούμε;
Μ.: (στην Κατερίνα συνωμοτικά) Θέλει να σου πει οτι δεν την έχει δει δικτάτορας.
Κ.: (στο Μιχάλη στο ίδιο στυλ) Αλήθεια; Και γιατί δεν το λέει στα ίσα; Ντρέπεται;
Γ.: Πες το κι έτσι...Μπορεί να ντρέπομαι, μπορεί να βαριέμαι, μπορεί και να μην είμαι σίγουρος οτι έχω δίκιο. Το θέμα είναι πως ο καθένας κάνει οτι γουστάρει, ξέρεις γιατί;
Μ.: Επειδή ακόμα και οι δίδυμοι, μόνοι τους γεννιούνται και μόνοι πεθαίνουν.
Γ.: Σωστός.
Κ.: Και τώρα αυτό εσείς το λέτε παρέα;
Γ.: Με την πλάτη στον τοίχο –έτσι το λέμε. Έχεις αντίρρηση;
Μ.: Με την πλάτη στον τοίχο και τα πόδια ανοιχτά ρε αλήτη! Μη με κοιτάς ρε –κάτω κοίτα!
(Η Κατερίνα τον κοιτάζει παραξενεμένη).
Γ.: (τον δείχνει) Κάπως περιγραφικός.
(Ο Τάκης κατεβαίνει μ΄ένα σακ βουαγιάζ μισάνοιχτο).
Τ.: Λοιπόν κορίτσια, χάρηκα που σας γνώρισα –δώστε τα χαιρετίσματά μου στη μαντάμ.
(Τους περνάει από δίπλα, ο Γρηγόρης τον πιάνει από το μπράτσο).
Γ.: Θα σε ξαναβρώ ρε μαλάκα.
Τ.: Όχι αν σε βρω πρώτος εγώ!
(Προχωράει προς την πόρτα).
Κ.: Περίμενε.
(Ο Τάκης σταματάει. Η Κατερίνα πάει μέχρι την κουρτίνα –κοιτάζει έξω).
Κ.: Πάλι απέξω είναι οι κουφάλες.
(Ο Τάκης αφήνει το σακ βουαγιάζ να πέσει στο πάτωμα. Πηγαίνει στην κουρτίνα, κοιτάζει έξω).
Τ.: Γρηγόρη;
Γ.: Πέστο.
Τ.: Την πεταλούδα.
Γ.: Κόψε τη σαχλαμάρα.
Τ.: Δώσμου την πεταλούδα ρε πούστη!
Γ.: Ηρέμησε λέω!
Τ.: Θα τους πετάξω τα συκώτια γαμώ το Χριστό τους! Θα πάω εκεί πέρα και θα τους ξεσκίσω, δώσμου την πεταλούδα!
Γ.: Κάτσε κάτω!
Τ.: Άντε γαμήσου, δε σ΄έχω ανάγκη! Τους καταφέρνω κι έτσι!
(Φεύγει για την πόρτα, ο Γρηγόρης βουτάει πίσω του και τον αρπάζει, τον κρατάει με μια λαβή μπλοκάροντας τα χέρια του).
Τ.: Άσε με! Άσε με γαμώτο!
Γ.: Ησύχασε!
Τ.: Δε θα μου πεις εσύ ρε! Άμα δεν έχεις αρχίδια κάτσε στην άκρη –κατάλαβες; Ποιοι είναι αυτοί –το κέρατό μου; Τι κάνουν εκεί έξω; Τι θέλουν από μας; Γιατί δεν έρχονται να τελειώνουμε; Γιατί δεν έρχονται; Και σταμάτα να με κρατάς σα γκόμενα –εκτός αν θέλεις να μου τον φορέσεις, εντάξει;
(Ο Γρηγόρης τον αφήνει).
Κ.: Να μας σπάσουν τα νεύρα, αυτό θέλουν.
Τ.: Αυτά μας τα ΄παν κι άλλοι –κι είδαμε που καταλήξανε! Να μην τσιμπάμε στις προκλήσεις τους, να μην παίξουμε το παιχνίδι τους, να μην πέφτουμε στην παγίδα! Αρχίδια με τη ρίγανη! Στο τέλος τούς βρήκανε με κατεβασμένα τα στόρια, άλλον κρεμασμένο από το καλώδιο της λάμπας κι άλλον κόσκινο στις σφαίρες μ΄ένα περίστροφο αγκαλιά. Μανιοκατάθλιψη ή αντίσταση κατά της αρχής –σκάγανε και τίποτα σακουλάκια φυτεμένα για να δέσει το γλυκό... Και τι βγήκε στην τελική; Σε ρωτάω –τι βγήκε;
Μ.: Ότι μπήκε –βγήκε...
Τ.: Άντε ρε σαχλαμάρα!
(Βηματίζουν αμήχανα στο δωμάτιο, κάποιοι κάθονται στον καναπέ αλλά σηκώνονται αμέσως, κάποιος ανάβει τσιγάρο).
Τ.: Τι έγινε με κείνο το φαΐ;
Γ.: Ξέρω ΄γω; Ή θα το φάμε ή θα μας φάει.
Μ.: Άρα...
Κ.: Υπάρχει τίποτα στο ψυγείο να φτιάξω καμιά σαλάτα;
(Ο Τάκης με τον Γρηγόρη κοιτάζονται παραξενεμένοι).
Τ.: Σαλάτα;
Μ.: Συμβολικά μιλάει –περί της κατάστασης γενικότερα...
Γ.: Αλληγορικά κι έτσι να πούμε;
Τ.: Κάποιος Τζίζους Κράιστ μετά την αποτρίχωση...
Κ.: Ξεκαρδιστήκαμε πάλι –σε καλό σου!
Μ.: Περί φαγητό που λέγαμε....
Γ.: Κάτσε, θα παραγγείλω απέξω (πηγαίνει προς το τηλέφωνο, ψάχνει σε μια στοίβα καταλόγων, ξεχωρίζει έναν, σχηματίζει το νούμερο στη συσκευή) Πως; (κοιτάζει απορημένος το ακουστικό).
Μ.: Τι έγινε;
Γ.: Μας το κόψανε!
Τ.: Δεν γλιτώνουμε με τίποτα! Θα βγω έξω να...
Γ.: Να κάτσεις στ΄αυγά σου.
Κ.: Μας παίζουν οι πούστηδες, μας γλεντάνε....
Γ.: Μιχάλη, πάρτον και πηγαίνετε στην κουζίνα. Όλο και κάτι θα βρεθεί στα ντουλάπια, στο ψυγείο...
(Ο Τάκης στέκει μετέωρος. Ο Μιχάλης τον αρπάζει από το μπράτσο και τον τραβάει κατά την κουζίνα).
Κ.: (δείχνοντας προς τα κει) Έχει φρικάρει –έτσι;
Γ.: Όλοι μας, λίγο –πολύ...
Κ.: Έχω πάντως μια απορία...
Γ.: Μπράβο. Κράτα την.
Κ.: Γιατί δεν φεύγουμε από την πόρτα της κουζίνας;
Γ.: (την κοιτάζει σκεφτικά) Πως μας διέφυγε αυτό;
Κ.: Εσύ να μου πεις.
Γ.: Να σου πω... τι να σου πω; Οτι το πιο πιθανό είναι να μας την έχουν στημένη κι από πίσω;
Κ.: Το τσέκαρες;
Γ.: Οτι αν φύγουμε θα μας κυνηγήσουν σα σκυλιά;
Κ.: Και είναι σίγουρο οτι θα μας πιάσουν;
(Ο Γρηγόρης σταυρώνει τα χέρια, την κοιτάζει ήρεμα).
Γ.: Εντάξει, είσαι πονηρή και γκελάρεις μια χαρά τις δικαιολογίες -οπότε θα περάσω στο ζουμί. Δε φεύγω, δεν έχω καμιά διάθεση να φύγω. Ακόμα κι αν από πίσω μας περιμένει ένα ελικόπτερο έτοιμο να μας βγάλει από τη χώρα δεν πρόκειται να την κοπανήσω από δω μέσα –που να πάω δηλαδή; Και ποιος ο λόγος; Δεν ξέρεις πως είναι αυτά; «Τρέχεις, τρέχεις –κυνηγάω. Αν σε πιάσω, σε γαμάω»...
Κ.: «Καμπανάκια, μαλακίες –ξέχασέ τα»...
Γ.: Έτσι ακριβώς.
Κ.: Τους άλλους τους ρώτησες;
Γ.: Τι να τους ρωτήσω;
Κ.: Αν έχουν διάθεση να το παίξουν Φορτ Άλαμο.
Γ.: Και τι με κόφτει εμένα ρε φιλενάδα; Ανοιχτές είναι οι πόρτες, μπρος-πίσω-πάνω-κάτω, ανοιχτά και τα παράθυρα. Δεν κρατάω κανέναν με το ζόρι....
Κ.: Δε σε καταλαβαίνω πάντως... Και οι δυο τους σε σέβονται, περιμένουν από σένα να τους κουμαντάρεις. Αλλά εσύ κάθεσαι εδώ πέρα σε στυλ Βούδας της Σαμπέρμπια.
Γ.: Να τους κουμαντάρω; Καλό κι αυτό! Για ποιον με πέρασες; Για το Στρατάρχη φον Χούφτωστον;
Κ.: Δεν σε πέρασα για κανέναν –φαίνεσαι από μακριά πόσο χέστης είσαι, σαν όλους αυτούς που κωλώνουν να πιάσουν το τιμόνι όταν το αμάξι πηγαίνει για το γκρεμό...
Γ.: Χέστης –καλά το είπες! Άρα, ξεφορτώσου με κι αν ψάχνεις για ήρωες έχω ένα γκρέιτεστ χιτς της Μπόνι Τάιλερ να βγάλεις το άχτι σου.
Κ.: Δε μ΄αρέσει η Μπόνι Τάιλερ –δεν είμαι τόσο κραγμένη σαν εσένα...
Γ.: Ποτέ δεν είναι αργά....
Κ.: Επειδή ποτέ δεν ήταν νωρίς –μας τα ‘παν κι άλλοι!
(Κάθονται αντικριστά σε καναπέ και πολυθρόνα. Αμέσως ο Γρηγόρης σηκώνεται, πηγαίνει μέχρι το πικάπ, ψάχνει, βάζει το Paper Sun των Traffic. Ανάβει τσιγάρο, ξανακάθεται).
Γ.: Εντάξει;
Κ.: Εντάξει τι;
Γ.: Η μουσική λέω... Εντάξει;
Κ.: Κάνε δουλειά σου...
Γ.: Τη δουλειά μου κάνω, χρόνια τώρα, μόνο που δεν την κοιτάω –ξέρεις γιατί; Επειδή η δουλειά είναι σαν τα σκατά, άμα κάθεσαι και τα κοιτάς σε παίρνει η μπόχα.
Κ.: Απορώ ρε πούστη μου –εκτός από το να λέτε γυμνασιακές μαλακίες, είσαστε ικανοί για τίποτα άλλο;
Γ.: Ικανοί; Για τίποτα άλλο.
Κ.: Δώσε τσιγάρο.
(Της ανάβει ένα και σκύβει να της το δώσει. Όταν πλησιάζουν την πιάνει από τον καρπό).
Γ.: Άκου. Δεν ξέρω ποιος θα μείνει τελευταίος, αλλά φρόντισε να τον γλιτώσεις απ΄όλα αυτά –εντάξει μαλακισμένη;
Κ.: (τραβιέται πίσω) Και που ξέρεις οτι θα είμαι εγώ εκεί;
Γ.: Επειδή έτσι πάει –ότι κι αν γίνει η γκόμενα γλιτώνει.
Κ.: Δίκιο είχε ο Τάκης, πολλές αμερικάνικες ταινίες βλέπεις!
Γ.: Σήριαλ!
Κ.: Πες το κι έτσι.
(Μπαίνουν οι άλλοι δυο με πιατέλες γεμάτες κλειστές κονσέρβες και δυο μπουκάλια κρασί).
Μ.: Ζωγράφισα πάλι στην κουζίνα ο πούστης!
Τ.: Μόνο που υπάρχει κάποιο θέμα με τις ημερομηνίες λήξης...
Μ.: Μη γίνεσαι σπαστικός –αφού το γράφει καθαρά, «ανάλωση ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ»...
Κ.: Και η δηλητηρίαση κατά προτίμηση θα είναι;
Μ.: Δηλητηρίαση; Ποια δηλητηρίαση; Εδώ μας έχουν ζώσει οι καργιόληδες απέξω, σε λίγο θα μας στρώσουν στο σημάδι με τίποτα σφαίρες ντουμ-ντουμ, τι δηλητηρίαση μου λες τώρα;
(Ο Γρηγόρης τους βοηθάει να βάλουν τα πιάτα στο τραπέζι, τραβάνε καρέκλες, κάθονται. Ο Τάκης αρχίζει να ανοίγει τις κονσέρβες φιλότιμα).
Μ.: Μισό! Προσευχή δεν θα κάνουμε;
(Κοιτάζονται οι τρεις τους και η Κατερίνα δείχνει απηυδισμένη).
Γ.: Άγιε Σάιμον Τέμπλαρ...
Μ.: Παπάρα παπάρα, μεγαλοδύναμε...
Τ: (απρόθυμα) Ρεμάλι άπλυτο, σιχαμερό...
Γ.: Δώσε και σε μας καμιά γκόμενα...
Μ.: Αν σου περισσεύει...
Τ.: (λίγο πιο πρόθυμα) Που να μην έχει αφροδίσια...
Γ.: Και φρόντισε οι κουφάλες απέξω...
Μ.: Να την έχουν στημένη στους κακούργους του πάνω ορόφου...
Τ.: (σχεδόν ενθουσιώδης) Αμήν.
Κ.: Συγνώμη, σε μονοκατοικία δεν είμαστε;
Μ.: Ε, μα γι΄αυτό χρειαζόμαστε τον Άγιο! Αν μέναμε σε διώροφο τα καταφέρναμε και μόνοι μας.
Γ.: Σκάτε και φάτε τώρα.
(Σκύβουν όλοι στα πιάτα τους ενώ ο Γρηγόρης τους γεμίζει τα ποτήρια με κρασί. Όταν βάζουν την πρώτη μπουκιά στο στόμα τους αηδιάζουν, η Κατερίνα ψάχνει χαρτοπετσέτα να τη φτύσει, οι υπόλοιποι καταπίνουν με κόπο).
Μ.: Νόστιμο ε;
Γ.: Έδεσμα!
(Εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κουδούνι. Σταματάνε όλοι και κοιτάζονται, ο Τάκης αλαφιάζει κάπως).
Μ.: Να μην αφήνουν έναν άνθρωπο να φάει με την ησυχία του!
Γ.: Αγενέστατοι φίλε μου! Χοντρόπετσοι και χωριάταροι!
(Τα χτυπήματα γίνονται πιο δυνατά, κάποιοι χτυπάνε με τις γροθιές τους την πόρτα).
Φωνή απέξω: Ανοίξτε γιατί θα σπάσουμε την πόρτα!
Μ.: Τι είπε;
Κ.: Θα σπάσουνε την πόρτα...
Μ.: Νοικιασμένο δεν το έχετε το σπίτι;
Γ.: Όσο να πεις όμως... μια πόρτα τη χρειαζόμαστε!
Μ.: Άρα;
Γ.: (σηκώνεται) Πάω να τους διώξω, τίποτα πλασιέ θα είναι...
(Ο Τάκης έχει μισοσηκωθεί από την καρέκλα του αναστατωμένος, παρακολουθεί τον Γρηγόρη που πηγαίνει προς την πόρτα –τα δυνατά χτυπήματα συνεχίζονται).

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Πέμπτη, Δεκέμβριος 24, 2009

"Το ροκ πέθανε, λένε. Ζήτω το ροκ!"

Διάβασα αυτό το άρθρο στο tvxs και μου έκανε εντύπωση. Σκέφτηκα λοιπόν να εξασκήσω το αγαπημένο μου χόμπι του σχολιασμού, παράγραφο-παράγραφο, αλλά (έτσι για σασπένς, ρε παιδί μου) αποφάσισα να βάλω τον τίτλο του άρθρου στο τέλος του σχολιασμού και όχι στην αρχή. Μην πας λοιπόν κατευθείαν στο λινκ –κάτσε να μάθεις τον δολοφόνο στο τέλος της ιστορίας.
Το όνομα του συντάκτη του άρθρου δεν το δημοσιεύω, ούτε στην αρχή, ούτε στη μέση, ούτε στο τέλος –για τον απλούστατο λόγο οτι δεν υπάρχει! Γράφει βέβαια, «ομάδα tvxs» στην αρχή –αλλά, τα ομαδικά άρθρα εγώ δεν τα καταλαβαίνω. Δεν μιλάμε για διπλωματική εδώ πέρα –μιλάμε για αντιγραφή ειδήσεων (χωρίς καν να αναφέρεται η αρχική πηγή) και για παρουσίαση προσωπικών παύλα ατεκμηρίωτων απόψεων –τι κέρατο ομάδα χρειάζεσαι για να τα κάνεις όλα αυτά;

Αλλά, ας πάρω το άρθρο από την αρχή:

«Ακόμα και σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά την Επανάσταση, η σχέση της Κούβας με το ροκ ακούγεται «ασύμφωνη» για πολλούς. Ωστόσο, η σχέση αυτή υφίσταται στα κρυφά – και συχνά ακόμα και παρανόμως – εδώ και αρκετές δεκαετίες, γνωρίζοντας την οριστική της «επισημοποίηση» το 2007, με τη δημιουργία της «Κουβανικής Υπηρεσίας του Ροκ».
Η σχέση της Κούβας με το ροκ είναι πλέον επίσημη και έγινε αποδεκτή με «δάφνες» από τους υπαλλήλους του κουβανικού Υπουργείου Πολιτισμού ως «η μουσική του μέλλοντος της νεολαίας τους». Ωστόσο, δεν ήταν πάντα έτσι. Ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς ότι το ροκ συνδυαζόταν πάντα στο μυαλό των νέων με την αντίδραση και η αντίδραση αυτή συχνά δεν ήταν καλοδεχούμενη στην Κούβα.»

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με κάποιον συντάκτη (ας αφήσουμε στην άκρη τις κρυάδες περί ομάδας!) που διάβασε μια είδηση τριών γραμμών και αποφάσισε να την ξεχειλώσει φτιάχνοντας ολόκληρο άρθρο. Ωραίος και μπράβο του –αλλά είναι κομματάκι τεμπέλης ο άτιμος! Αντί λοιπόν να ψάξει σχετικά με το θέμα, έριξε στο σωρό ότι κοινοτυπίες έχει ακούσει περί ροκ και ανατολικών χωρών, τους τράβηξε μια τηλεμεταφορά και (χρατς ο άτιμος!) τις φόρεσε στην Κούβα! Όμως μ΄αυτά θα ασχοληθώ αργότερα –εδώ απλώς θέλω να σχολιάσω την είδηση: Η ροκ μουσική «επισημοποιήθηκε» στην Κούβα το 2007 με τη δημιουργία «Κουβανικής Υπηρεσίας του Ροκ» και σήμερα η ροκ μουσική χαρακτηρίζεται από το Υπουργείο Πολιτισμού της χώρας ως «η μουσική του μέλλοντος της νεολαίας ΜΑΣ» (είτε μεταφέρουμε αυτούσια κάποια δήλωση –οπότε δηλώνεται σε πρώτο πληθυντικό η νεολαία, είτε γράφουμε το συμπέρασμα κάποιας δήλωσης –οπότε δεν βάζουμε εισαγωγικά και αναφερόμαστε στη νεολαία ΤΟΥΣ, αλλά αυτά μοιάζουν ψιλά γράμματα για τον συντάκτη!) Περί της είδησης λοιπόν σκέφτομαι εγώ –σιγά τ΄αυγά! Η (μια και μοναδική) εταιρεία παραγωγής δίσκων στην Κούβα είναι δημόσια (άρα κρατική) και έχει διάφορους τομείς δραστηριοποίησης. Ένας απ΄αυτούς θα πρέπει να είναι και ο σχετικός με τη ροκ μουσική! Αν πιάσεις τώρα και ρωτήσεις τον υπεύθυνο του συγκεκριμένου τμήματος θα σου πει οτι η ροκ είναι η μουσική του μέλλοντος –αν ρωτήσεις βέβαια τον υπεύθυνο του τμήματος σάλσα, ή του τμήματος σον, ή του τμήματος χιπ χοπ, ή τζαζ –τα ίδια ακριβώς θα σου απαντήσουν για τα είδη στα οποία δουλεύουν! Λογικό μου μοιάζει... Και εντελώς ασήμαντο λόγω του προφανούς του πράγματος. Παρ΄όλα αυτά, ο συντάκτης πετάει τις τσαχπινιές του –περί «αντιδραστικού ροκ» που το έτρεμαν τόσα χρόνια οι Κουβανοί γραφειοκράτες!

«Στα πρώτα χρόνια της επανάστασης, η ροκ μουσική δεν είχε καμία επίσημη υποστήριξη. Για την ακρίβεια τα περισσότερα από τα όργανα ροκ μουσικής που χρησιμοποιούσε η κουβανική νεολαία ήταν χειροποίητα, ενώ ακόμα και τα μικρόφωνα ήταν «κλεμμένα» από παλιές τηλεφωνικές συσκευές.»

Κοίτα να δεις ρε παιδί μου! Ο παλιο-Τσε με τον βρωμο-Φιδέλ κυνηγάγανε τη ροκ! Εντάξει, να μην γίνομαι υπερβολικός –ο συντάκτης αναφέρει οτι «δεν την υποστήριζε το επίσημο κράτος». Τη ροκ! Πότε; «Στα πρώτα χρόνια της επανάστασης»! Δηλαδή; Οι επαναστάτες ανέβηκαν στην εξουσία τον Γενάρη του 1959 –άρα, να υποθέσω οτι ο συντάκτης αναφέρεται στην 5ετία 1959 έως 1964; Να υπενθυμίσω οτι το 1959 στις ΗΠΑ μεσουρανούσε το «Chipmunk song» με τον Ντέιβιντ Σεβίλ και τους Τσιπμάνκς (για σκίουρους μιλάμε –έτσι;), οι Πλάτερνς, ο Φράνκι Άβαλον και ο Πολ Άνκα. Το 1960 και το 1961 γαμούσε κι έδερνε ο Έλβις αφήνοντας λίγο χώρο στη Μπρέντα Λι και τους Έβερλις, το 1962 η Αμερική χόρευε α λα Μοτάουν με Φορ Σίζονς κ.λ.π., το 1963 ήταν σκατά (από μουσικής απόψεως) και μόλις το 1964 έκαναν το ντου στα τσαρτς οι Μπιτλς... Περί αυτής της ροκ γίνεται λόγος –κράτα το, για να μη νομίζεις οτι υπήρχε τίποτα επαναστατικό ή «αντιδραστικό» (από όρους σκίζει ο συντάκτης!) στις ΗΠΑ που το φοβόντουσαν οι Κουβανοί. Ανώδυνα ροκενρολάκια, σόουλ, κάντρι κ.λ.π. Για στάσου όμως! Τα όργανα, λέει, που χρησιμοποιούσαν οι «κυνηγήμενοι ροκάδες Κουβανοί» ήταν «χειροποίητα»! Λες και στην Κούβα υπήρχε κανένα εργοστάσιο της Γιαμάχα, αλλά δεν δίνανε όργανα στους ροκάδες! Ή λες και τα πιάνα, οι κιθάρες και οι ντραμς έβγαιναν ΚΥΡΙΩΣ από μαζικές γραμμές παραγωγής τότε! Ή ματαξαναλές και υπήρχε διαφοροποίηση στις κιθάρες, τα ντραμς και τα πιάνα ανάλογα με το είδος μουσικής που προορίζονταν να παίξουν! Και τα μικρόφωνα «κλεμμένα» ε; Τα εισαγωγικά με υποψιάζουν οτι ο συντάκτης εννοεί πατενταρισμένα ή τροποποιημένα (από τηλεφωνικά κέντρα προφανώς –όχι από τηλεφωνικές συσκευές!) Να προσθέσω όμως οτι στα πρώτα χρόνια της επανάστασης οι Χάρλεϊ της αστυνομίας λειτουργούσαν με «κλεμμένους» κύλινδρους από Σεβρολέτ, οι Σεβρολέτ με «κλεμμένα» μοτέρ από φορτηγά και γενικώς γινόταν της Αγίας Πατέντας τότε στο νησί. Φαίνεται λοιπόν οτι η Κουβανέζικη κυβέρνηση δεν υποστήριζε και την αστυνομία της, αφού τα οχήματα και οι μοτοσυκλέτες χρησιμοποιούσαν «κλεμμένα» εξαρτήματα –ε;

«Οι πολιτικές αντιμαχίες και η εχθρότητα ανάμεσα στην Κούβα και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ παρείχαν την απαραίτητη «δικαιολογία» για αρκετούς υπαλλήλους του υπουργείου πολιτισμού να απορρίψουν το ροκ ως μουσική, δείχνοντας έτσι έναν κακώς εννοούμενο «πατριωτισμό», με σκοπό να «προστατεύσουν την εθνική κουλτούρα» από «ξένους σκανδαλώδεις ρυθμούς». Παράλληλα η επίσημη αιτιολογία ήταν ότι έτσι προστατεύονταν τα «ανυπεράσπιστα νιάτα» από την «ιδεολογική αλλοτρίωση» που προερχόταν από την «επικίνδυνη μουσική του εχθρού».

Αρκετοί υπάλληλοι του υπουργείου πολιτισμού –σύμφωνα με τον συντάκτη, λειτουργούσαν σαν ανατολικοί Σταζίτες (ή σαν Έλληνες Κνίτες). Ατράνταχτο επιχείρημα –λόγω αοριστίας! Πόσοι ήταν οι «αρκετοί;» 10, 100, 1.000, 10.000; Επειδή εγώ είδα με τα ματάκια μου ολόκληρο άγαλμα του Τζον Λένον σε πάρκο της Αβάνας –δε μου φάνηκε να νιώθουν απειλούμενοι οι γραφειοκράτες του εκεί Υπουργείου Πολιτισμού! Θα μου πεις, για «ξένους σκανδαλώδεις ρυθμούς» μιλάει ο συντάκτης, όχι για στίχους! Και θα σου απαντήσω οτι, αν υπάρχει άνθρωπος που πιστεύει στα σοβαρά πως οι Κουβανοί της οργιώδους σάλσα θα σκανδαλίζονταν από τα ροκενρολάκια ή τη σόουλ –τότε ο άνθρωπος αυτός είναι ή ψυχοπαθής ή ηλίθιος! Αν ο συντάκτης εννοεί οτι «αρκετοί» δηλαδή 5-10 υπάλληλοι του Κουβανικού Υπουργείου ήταν σχιζοφρενείς –κι εγώ μαζί του. Συμβαίνουν αυτά! Αλλά αν εννοεί οτι η γραμμή του Κουβανικού Κόμματος ήταν «όχι στη μουσική του διαβόλου» (όπως ίσχυε για το Ρωσικό ή το Πολωνικό ΚΚ –ξέρω ΄γω –κι όπως ισχύει ακόμα και σήμερα για την χριστιανική δεξιά των ΗΠΑ, ας μην ξεχνάμε), τότε ο συντάκτης είναι τουλάχιστον εξωγήινος.

«Άλλωστε, για να μην κατηγορηθούν για δογματισμό, οι υπάλληλοι αυτοί φρόντιζαν να προσθέσουν ότι δεν είχαν τίποτα εναντίον του ίδιου του ροκ, αρκεί η γλώσσα των στίχων να ήταν η ισπανική. Παράλληλα, υπήρχε και αρκετή λογοκρισία στου δρόμους. Οι αστυνομικοί καθώς και τα μέλη του κόμματος συχνά έκαναν «επιδρομές» στο πάρκο της Coppelia όπου Κουβανοί χίπηδες συγκεντρώνονταν για να τραγουδήσουν, με αποτέλεσμα να κατηγορούνται για «αντιπατριωτική» συμπεριφορά και να αναγκάζονται με τη βία να κόψουν τα μαλλιά τους! Παράλληλα, συχνά σταματούσαν τους χίπηδες στο δρόμο και έκαναν έρευνα στους... δίσκους που είχαν στις τσάντες τους. Αν για παράδειγμα μαζί με έναν ισπανικό ροκ δίσκο ανακάλυπταν και ένα βινύλιο των Rolling Stones, ο δίσκος σύντομα γινόταν... χίλια κομμάτια.»

Τελικά το ξεκαθαρίζει ο συντάκτης σε αυτή την παράγραφο –ψυχάκηδες ήταν οι εν λόγω υπάλληλοι! Δεν εξηγείται αλλιώς η ανησυχία τους να μην θεωρηθούν δογματικοί σε μια χώρα με ΕΝΑ ΕΠΙΣΗΜΟ κόμμα! Δηλαδή, μιλάμε για δημόσιους υπάλληλους που φοβόντουσαν μην τους κατηγορήσουν οτι τηρούν κατά γράμμα την επίσημη κομματική γραμμή! Γι΄ αυτό λοιπόν έλεγαν «εντάξει –παίξτε ροκ, αρκεί να είναι στα ισπανικά»! Τουτέστιν, δεν τους ενοχλούσαν οι «ξένοι σκανδαλώδεις ρυθμοί» πλέον –αλλά απέκτησαν πρόβλημα με τους στίχους! Λογικό! Ξέρεις πόσες επαναστάσεις έχουν γίνει λόγω των στίχων του «Κυνηγόσκυλου» του Έλβις ή του «Θέλω να σου κρατάω το χέρι» των Μπιτλς; Για να το προλάβουν αυτό οι ψυχάκηδες υπάλληλοι εφάρμοζαν λογοκρισία στους δρόμους! Πως; Μα, σπάζοντας τους δίσκους των Στόουνς! Βέβαια, αυτό δεν το γνώριζαν οι Αμερικάνοι γίππις (τους έχετε υπόψη κύριε συντάκτα;) που αποθέωναν τον Τσε Γκεβάρα και είχαν αναγάγει τον Κάστρο σε ροκ σταρ! Ούτε οι Αμερικάνοι χίπηδες το ξέρανε οτι κάνανε «επιδρομές» (εδώ σηκώνω τα χέρια αδυνατώντας να ερμηνεύσω τα εισαγωγικά) οι Κουβανοί στους χίπηδες του Κοπέλια (το οποίο δεν είναι πάρκο κύριε συντάκτα –παγωτατζίδικο είναι ΔΙΠΛΑ σε πάρκο, αλλά τέλος πάντων). Κι επειδή δεν το γνώριζαν -γέμιζαν οι Αμερικάνοι ακτιβιστές τα δωμάτιά τους με αφίσες του Τσε, φοράγανε μπερέδες... Ρε τα κορόιδα! Καλά που βγήκε ο ιστορικός ερευνητής συντάκτης του tvxs για να τους αποκαλύψει την άγνοιά τους! Ρε, κουρεύανε μαλλιάδες στην Κούβα! Που; Στην Κούβα –τη χώρα που κόντεψε να γίνει εξέγερση του στρατού όταν ο Ραούλ Κάστρο έβγαλε εντολή να κουρευτούν και να ξυριστούν οι φαντάροι! Στην Κούβα που οι μπαρμπούδος ήταν σύμβολο της επανάστασης! Κατέχουμε τίποτα σχετικό με τους μπαρμπούδος κύριε συντάκτα; Και το καλύτερο: αφήνανε λέει μόνο δίσκους ισπανόφωνου ροκ! Για πότε μιλάει; Επειδή δεν θυμάμαι ισπανόφωνο συγκρότημα να παίζει ροκ πριν τη δεκαετία του ΄80!

«Παράλληλα, τα επίσημα ΜΜΕ «κορόιδευαν» με σατιρικό τρόπο τους φαν της ροκ και αυτοί που τολμούσαν να ακούν τη μουσική που επιθυμούσαν ήταν μόνο αυτοί που είχαν φίλους διπλωμάτες, πιλότους ή ναύτες στο εμπορικό ναυτικό – τα μόνα επαγγέλματα που επέτρεπαν ταξίδι στο εξωτερικό, όπου μπορούσαν να αγοραστούν οι πολυπόθητοι ροκ δίσκοι».

Τι ωραίο κοκορέτσι! Δεν έφταιγε το εμπάργκο που δεν εισάγονταν ροκ δίσκοι στην Κούβα (όπως δεν εισάγονταν και φάρμακα –μην ξεχνάς), έφταιγε η κυβέρνηση που δεν άφηνε τον κόσμο να ταξιδέψει! Λες κι ο κόσμος είχε λεφτά για ταξίδια! Λες και οι Κουβανοί δεν προμηθεύονταν ακόμα και τα τρόφιμα με το δελτίο! Λες και οι Κουβανοί είχαν το ίδιο κατά κεφαλήν εισόδημα με τους κατοίκους του Λουξεμβούργου ή της Ελβετίας –ρε το κωλοκράτος που δεν τους άφηνε να κάνουν τουρισμό! Και τι να πει κανείς για τα ΜΜΕ που «κορόιδευαν» (εντάξει –εδώ το χέσαμε στα εισαγωγικά) τους φαν της ροκ; Αναρωτιέμαι εγώ –ξέρει ο συντάκτης πόσοι ακούνε (ή ακούγανε) φανατικά ροκ στην Κούβα; Έχει συναίσθηση της μουσικής κουλτούρας της χώρας; Έχει καμιά επαφή με τη λατινοαμερικάνικη μουσική; Επειδή εγώ έχω την εντύπωση πως αν βάλεις ένα ροκ κομμάτι σε κάποιον πιτσιρικά Κουβανό μουσικό θα ξεκαρδιστεί στα γέλια λόγω απλοϊκότητας της μουσικής φόρμας. Οι μουσικοί εκεί πέρα παίζουν παπάδες και είναι (πλέον –στην πλειοψηφία τους) απόφοιτοι κρατικών ωδείων, το ροκ είναι μουσική της πλάκας γι΄αυτούς. Κι από στίχους δεν το συζητάμε. Όποιος έχει περάσει από τα Σπίτια της Μουσικής στην Αβάνα θα έχει παρατηρήσει οτι οι μπαλάντες με κοφτερούς στίχους, όχι μόνο ανθούσαν για χρόνια στο νησί, αλλά απολάμβαναν και κρατικής επιδότησης!

«Σήμερα, το ροκ είναι πλέον «επίσημο» στοιχείο του κουβανικού κράτους, της κουλτούρας της νεολαίας και εν τέλει του τρόπου ζωής της χώρας. Αναμένεται πλέον να δούμε το πώς θα εξελιχθεί αυτή η νέα σχέση ανάμεσα στη ροκ μουσική και το κουβανικό κράτος, και να ανακαλύψουμε τις νέες μορφές έκφρασης που θα βρει η κουβανική νεολαία, στο φως πλέον της «νομιμότητας».

Αλληλούια! Το ροκ έφτασε «επίσημα» στην Κούβα σήμερα! Πως θα το αντέξει το δυσκοίλιο κουβανέζικο καθεστώς; Θα το μάθετε στο επόμενο επεισόδιο του σήριαλ «Άσχετοι Παντογνώστες» (πέφτει μουσική υπόκρουση σε στυλ Πόλεμος των Άστρων)! Τώρα βέβαια...

Εδώ και κάτι χρόνια (το 2005 για την ακρίβεια –δυο χρόνια δηλαδή πριν την «επισημοποίηση του ροκ», κατά τον συντάκτη) οι Audioslave κάνανε μια πολύ ενθουσιώδη συναυλία στην Αβάνα, αψηφώντας το εμπάργκο των ΗΠΑ. Φέτος νομίζω, πήγαν και οι Kool and the Gang για συναυλία στο νησί (αλλά, αν τους θεωρείς ροκ –μάλλον χρειάζεσαι ΩΡΥΛΑ).

Και φέτος τον Μάιο, η «Cuban Rock Agency» (αυτή μάλλον εννοεί ο συντάκτης στην αρχή του άρθρου του) διοργάνωσε την πρώτη της περιοδεία η οποία υποστηρίχτηκε (μεταξύ των άλλων) κι από την Κομμουνιστική Νεολαία. Εντάξει –και πολύ άργησαν, κατά τη γνώμη μου. Εδώ η ΚΝΕ φέρνει Ιαν Γκίλαν και Άλβιν Λι από τις αρχές του ’90 στα φεστιβάλ της...

Δυο συμπεράσματα και μια υπόθεση για κλείσιμο:

1. Πως καταφέρνει κάποιος (σαν τον συντάκτη του tvxs) να γράψει ένα άρθρο το οποίο είναι, κατά 95% ανακριβές; Απλούστατα –μεταφέροντας στο χαρτί (στην οθόνη) τις βλακωδώς αστήρικτες απόψεις του περί της παγκόσμιας πολιτικο-κοινωνικής κατάστασης. Οι Κουβανοί (λένε οτι) έχουν κομμουνισμό, ο κομμουνισμός ισούται με δικτατορία, οι Ρώσοι κυνηγούσαν τη τζαζ επειδή έτσι έχουμε δει σε ταινίες (αμερικάνικες), το ροκ ισούται με τη τζαζ (γιατί όχι;), οι Γερμανοί ναζί κυνηγούσαν το σουίνγκ (από ταινία είναι κι αυτό), άρα, οι κομμουνιστές είναι φασίστες και οι φασίστες κυνηγάνε τη ροκ! Δεν θα μείνω στην πολιτική αγυρτεία της παραπάνω εξομοίωσης, απλά θα υπενθυμίσω το φαινόμενο των Oi skinheads, που παίζουν καθαρόαιμο πανκ και είναι εξίσου καθαρόαιμοι νεοναζί. Θα υπενθυμίσω επίσης το χριστιανικό μέταλ που εκφράζει τις φανατικότερες χριστιανικές συμμορίες (συγνώμη, ομάδες) των ΗΠΑ.

2. Στην Κούβα (όπως και στις περισσότερες λατινοαμερικάνικες χώρες) δεν υπάρχει πλέον κοινό για τη ροκ μουσική. Οι μαύροι καλλιτέχνες (που κυριαρχούν στις μουσικές εξελίξεις) πήραν το αμερικάνικο χιπ χοπ και το απογείωσαν, μπολιάζοντάς το με τοπικούς ρυθμούς –κι αν έχεις ακούσει Orishas καταλαβαίνεις τι εννοώ. Οι στίχοι του χιπ χοπ είναι αρκετά σκληροί –αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον «στυγερό δικτάτορα Φιδέλ Κάστρο, που δεν ανέχεται την κριτική» να δεχτεί τους Orishas στο Προεδρικό Μέγαρο και να αναρωτηθεί, «εσείς είσαστε που κάνετε όλη αυτή τη βαβούρα;» Πλέον, το συγκεκριμένο συγκρότημα έχει μετακομίσει μόνιμα στη Γαλλία, επειδή η Κούβα προσφέρει μηδενικές προοπτικές προώθησης σε διεθνές επίπεδο αγορών –και, φυσικά, δεν δείχνουν ιδιαίτερο ζήλο να διαψεύσουν τις φήμες οτι πρόκειται περί «κυνηγημένων μουσικών» -κάτι τέτοια άλλωστε πουλάνε σε κορόιδα, σαν τον συντάκτη του παραπάνω άρθρου. Έχω πάει δυο φορές στην Κούβα και έψαξα πολύ να βρω cd με ροκ μουσική –το μόνο που ανακάλυψα ήταν ένα γκρουπάκι ονόματι Extrema Casualidad, οι οποίοι παίζανε χαρντ ροκ σε στυλ «τύφλα να΄χει ο Κοβερντέιλ» και είχανε φωτογραφήσει στο ένθετο τα πόδια τους με σαγιονάρες! Η Κούβα, όταν την είχα επισκεφτεί, άκουγε μανιωδώς Reggaeton (όπως και η υπόλοιπη Λατινική Αμερική), στα τουριστικά μέρη παίζανε σάλσες, στα μπαράκια παίζανε και κάμποση τζαζ –άκουσα μέχρι ένα ντουέτο (βιολί, κοντραμπάσο) να κάνει κάποια διαστημική διασκευή του Μπίλι Τζιν! Αλλά ροκ... Ξέχασέ το! Η ροκ μουσική είναι ήδη νεκρή στις χώρες που τη δημιούργησαν –μην περιμένεις λοιπόν να τη βρεις, αναγεννημένη, στην Κούβα.

Περνάω τώρα και από την υπόθεση, πηγαίνοντας προς την έξοδο:

Ο τίτλος του παραπάνω άρθρου είναι: «Το ροκ και η Κούβα: μια απαγορευμένη σχέση βγαίνει στο φως» (μπρρρ, σαν τίτλος κουτσομπολίστικου άρθρου για τα νταραβέρια του Κάρολου με τη (γ)Καμίλα μου μοιάζει –αλήθεια, σου είπα οτι στην Αβάνα έχουν και άγαλμα της πριγκίπισσας Νταϊάνας;) Ο συντάκτης έχει βάλει και δυο βιντεάκια από "Κουβανούς ρόκερς" –στο πρώτο βλέπουμε έναν χοντρό μουσάτο μεσήλικα να τραγουδάει α λα Λούτσιο Ντάλα (ή Λαυρέντη Μαχαιρίτσα –αν προτιμάς) και το δεύτερο είναι βιντεοκλίπ κάποιου τραγουδιού χιπ χοπ με περάσματα ροκ κιθάρας. Αν αυτά τα θεωρεί ο συντάκτης ροκ μουσική –πάω πάσο και υποκλίνομαι στον «μεγαλύτερο Έλληνα ρόκερ» Βασιλάκη Παπακωνσταντίνου! Αλήθεια, έχει κάνει και συναυλία ο Νταλάρας στην Κούβα –τι μας διδάσκει αυτό;

Δεν έχω όρεξη να κάτσω να σκεφτώ περί των προθέσεων του συντάκτη του παραπάνω άρθρου, γι΄αυτό θα κάνω μια νεφελώδη υπόθεση περί της πρόσφατης προώθησης του ροκ στην Κούβα. Εκεί λοιπόν οι κυβερνητικοί είναι πονηρά παιδιά –δίνω αμέσως παράδειγμα: αντί να απαγορέψουν τη θρησκεία, όπως πολλές άλλες χώρες του «υπαρκτού», φρόντισαν να την αποδυναμώσουν παρέχοντας ίσα δικαιώματα ΣΕ ΟΛΕΣ τις θρησκείες και τις θρησκευτικές δοξασίες, ΑΣΧΕΤΑ με τον αριθμό πιστών που διέθετε η καθεμιά τους. Υποστήριξαν την άσκηση λατρείας της Σαντερία (η βασική θρησκευτική δοξασία των μαύρων) σαν αντιστάθμισμα του Καθολικισμού (η βασική θρησκεία των λευκών) και, σα να μην έφτανε αυτό, στήριξαν τη δημιουργία Ορθόδοξης θρησκευτικής κοινότητας στην Αβάνα! Ο Κάστρο υποδέχτηκε με τις ίδιες τιμές τον Πάπα και τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής! Μήπως λοιπόν τώρα προσπαθούν να εφαρμόσουν την ίδια τακτική στα μουσικά ρεύματα; Επειδή οι Κουβανοί δεν τα πάνε (διαχρονικά) καλά με τις απαγορεύσεις –μήπως προμοτάρουν τη ροκ σαν αντιστάθμισμα στο κυρίαρχο χιπ χοπ; Μπορεί να είναι κι έτσι –μπορεί και όχι. Ο καιρός θα δείξει...

Όπως, ο καιρός έχει δείξει ότι, τρέχουμε ασθμαίνοντας να καταπιούμε αμάσητη την Αμερικάνικη προπαγάνδα περί Κούβας. Κάνουμε «την τρίχα –τριχιά» και σκίζουμε τις κυλόττες μας υπερασπιζόμενοι άκριτα τους, οποιουσδήποτε, Κουβανούς αντιφρονούντες, την ίδια στιγμή που γράφουμε στ΄αρχίδια μας τους 5 Κουβανούς φυλακισμένους στις ΗΠΑ και τους εκατοντάδες Αμερικάνους πολιτικούς κρατούμενους... Είπα Αμερικάνους; Μα, τι ηλίθιος που είμαι! Εδώ σκιζόμαστε για τους Κουβανούς πολιτικούς κρατούμενους και αδιαφορούμε για τους Έλληνες τέτοιους! Περί Αμερικάνων θα ενδιαφερθούμε;

Κοίτα τι σκέφτηκα ο ηλίθιος!

Τετάρτη, Δεκέμβριος 23, 2009

2. "Η καλή νεράιδα ονόματι Δαβίδ"

Προηγούμενα:
1. "Ένα κωλάμαξο με κάτι κερατάδες"

Πρόσωπα:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ
ΤΑΚΗΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(Τριαντάρηδες όλοι τους)

(Η Κατερίνα μένει μόνη στο σαλόνι. Στην αρχή κοιτάζει προς τη σκάλα, μετά σηκώνεται επιφυλακτικά και πηγαίνει προς το παράθυρο. Σκάει λίγο την κουρτίνα, κοιτάζει το αυτοκίνητο απέξω. Αφήνει την κουρτίνα, κόβει βόλτες σκεφτική μέσα στο δωμάτιο. Βρίσκει ένα πικάπ και δίπλα ταξινομημένους δίσκους, για λίγο ξεχνιέται χαζεύοντας τα ονόματα στις ράχες των δίσκων. Τελικά κουνάει το κεφάλι εκνευρισμένη, τραβάει κάποιον στην τύχη και τον βάζει να παίξει. Μουσική Iggy Pop –The Idiot. Η Κατερίνα αφήνει το Sister Midnight να ξεκινήσει και μετά σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο. Περιμένει μέχρι να απαντήσουν).
Κ: Εγώ είμαι.... Ναι, όλα εντάξει, αλλά υπάρχει πρόβλημα... Δεν μπορώ να σου μιλήσω πολύ... Ναι, ναι εντάξει... Άκου, υπάρχει ένα αμάξι με δυο τύπους και νομίζω οτι μας παρακολουθούν... Δεν ξέρω αν είναι για μένα ή για άλλον... Περίμενε... Και που θες να ξέρω εγώ; Αυτό σε πήρα να ρωτήσω... Καλά, καλά... Τα ξαναλέμε, δεν έχω χρόνο τώρα...
(Κλείνει το τηλέφωνο και κάθεται πάλι στη θέση της. Ανάβει τσιγάρο, μασουλάει τα νύχια της, πίνει καφέ. Σε λίγο κατεβαίνει ο Γρηγόρης ντυμένος κανονικά).
Γ.: Δεν κατέβηκαν ακόμα οι άλλοι;
Κ: Όχι. Ακόμα.
(Ο Γρηγόρης κάθεται απέναντί της).
Γ: Ήταν λοιπόν τέλη του ’70 και ο Ίγκυ εντελώς χώμα, με προσέχεις; Το τρίο Στούτζες χαμένο στον κόσμο των παραισθήσεων κι ο Ίγκυ... άρρωστος, πρεζάκιας, κοιμότανε σε χαρτόκουτα. Όπου, σκάει η καλή νεράιδα ονόματι Δαβίδ, τον περιμαζεύει, τον σενιάρει και τον ξαναβάζει στα στούντιο. Βγάλανε αυτόν το δίσκο για Αδελφές του Μεσονυκτίου, για Μπαρότσαρκες και για ένα Κορίτσι από την Κίνα –οι φανατίλες του Ίγκυ στραβώνουν άσχημα, επειδή πολύ μπλιμπλίκι ο δίσκος, αλλά αυτοί ήτανε λίγοι και λογιστικώς ασήμαντοι. Το ευρύ κοινό αγόρασε...
(Σταματάει, κροταλίζει τα δάχτυλά του ψάχνοντας τη σωστή λέξη).
Κ: Ευρέως!
Γ: Σωστή -Εβραίος πρέπει να ήταν η καλή νεράιδα Δαβίδ! Από πού το συμπεραίνουμε; Επειδή χρησιμοποίησε τον Ίγκυ σαν πειραματόζωο, ήθελε να δοκιμάσει κάτι καινούργιες μουσικές φόρμες αλλά βαριόταν να γράψει τραγούδια... Γιατί στα λέω όλα αυτά;
Κ: Δεν έχω ιδέα! Ούτε γιατί μου τα λες, ούτε καν τι είναι αυτά που μου λες!
Γ: (δείχνει το πικάπ) Για το δίσκο μιλάμε... τέλος πάντων, δεν είναι εκεί το θέμα. Η ιστορία αυτή έχει ένα ηθικό δίδαγμα –με παρακολουθείς; Και το δίδαγμα είναι;
(Κοιτάζει πάλι την Κατερίνα, περιμένει).
Κ: Οτι όποιος εκμεταλλεύεται τους φίλους του κονομάει χοντρά;
Γ: Αυτό ακριβώς! Συν το οτι αν θέλουμε να πάρουμε κρυφά τηλέφωνο, φροντίζουμε να βάλουμε κάποιο ζουγκλώδες ψυχομπίλι και όχι μουσική παιγμένη από μπλιμπλίκια.
(Η Κατερίνα μαζεύεται).
Κ: Δεν σε πιάνω!
Γ: Κι εγώ το αποφεύγω, καθότι γκόμενα του Μιχάλη. Αλλά το τηλεφωνάκι το’ριξες για να μάθεις ποιοι είναι οι απέξω!
Κ: Ότι θες λες μου φαίνεται!
Γ: Ότι θέλω λέω κι ότι θέλω κάνω, γνωστά πράγματα είναι αυτά! Κι αν θέλω σηκώνομαι και πατάω το ριντάιαλ. Πες μου τώρα εσύ, αν το κάνω αυτό, ποιος θα μου απαντήσει;
Κ: Και που θες να ξέρω εγώ;
Γ: Δεν ξέρεις... να μάθουμε τότε!
(Σηκώνεται και πλησιάζει το τηλέφωνο).
Κ: Εντάξει!
(Ο Γρηγόρης σταματάει).
Γ: Εντάξει; Τι εντάξει δηλαδή;
Κ: Εντάξει πήρα ένα τηλέφωνο. Ευχαριστήθηκες τώρα;
(Ο Γρηγόρης σηκώνει τα χέρια ψηλά)
Γ: Ευχαριστήθηκα; Ξέρω ‘γω αν ευχαριστήθηκα; Ο κολλητός μου έρχεται να μας δει μετά από μισό σκασμό χρόνια, φέρνει μαζί του μια μυστήρια γκόμενα, δυο πούστηδες στήνονται έξω από το παράθυρό μας και η μυστήρια γκόμενα περιμένει να φύγουμε για να κάνει περίεργα τηλεφωνήματα! Ε, λοιπόν ναι –ευχαριστήθηκα. Ευχαριστήθηκα που το πήρα χαμπάρι πρώτος εγώ, γιατί αν ήταν ο Τάκης στη θέση μου θα είχε γίνει κόλαση εδώ μέσα!
Κ: Μάλλον δεν έχω καμιά σχέση με τους απέξω, πάντως.
Γ: Μάλλον;
Κ: Μάλλον.
(Γονατίζει μπροστά της).
Γ: Κοίτα, δεν ξέρω τι σκατοπουτάνα είσαι, αλλά εδώ μέσα σ’ έφερε ο Μιχάλης κι αυτό το σεβόμαστε. Ακόμα περισσότερο -αν κάποιος σε πειράξει θα του μουντάρουμε, αν σε κοιτάξει στραβά θα του μουντάρουμε, αν βρωμάει η ανάσα του και σταθεί δίπλα σου...
Κ: Θα του μουντάρετε, το καταλάβαμε αυτό!
Γ: Όχι βρε παιδί μου, θα του δώσουμε κάποια αρωματική καραμέλα –τι μας πέρασες δηλαδή, για κανίβαλους; Αλλά γενικώς θα σε στηρίξουμε. Ότι κι αν είσαι, ότι κι αν έχεις κάνει. Δεν είναι καλύτερα λοιπόν να ξέρουμε; Να είμαστε προετοιμασμένοι –νομίζω;
Κ: Εντάξει -έτσι όπως έγιναν τα πράγματα...
Γ: Έτσι όπως έγιναν τα πράγματα –μια χαρά είναι τα πράγματα. Αυτοί απέξω στο λιοπύρι, εμείς από μέσα στη δροσιά, έχουμε και καφέ άπλετο. Αλλά το θέμα είναι, τι γίνεται παρακάτω. Να ετοιμάζουμε τα μπαγκάζια μας για Απόδραση από το Αλκατράζ ή να δούμε τίποτα ταινίες μέχρι να περάσει η ώρα;
Κ: Αυτό δεν το ξέρω, σου είπα, δεν είναι για μένα οι απέξω.
Γ: Εσύ το είπες, κάτσε να δούμε τώρα τι θα αποφασίσει το Συμβούλιο των Δημογερόντων.
(Η Κατερίνα δείχνει απορημένη).
Γ(κάνει τις παλάμες χωνί και φωνάζει): Για ντυθείτε και τσακιστείτε κάτω ρε όρνια!
(Ο Γρηγόρης πηγαίνει μέχρι το πικάπ, δεν του παίρνει πολλή ώρα να αποφασίσει –βάζει Moody Blues -Days of future passed, γυρίζει προς την Κατερίνα, της κλείνει το μάτι).
Γ: Για να φτιάξουμε ατμόσφαιρα κι έτσι!
(Η Κατερίνα ανασηκώνει τους ώμους αμήχανα. Ο Γρηγόρης κάθεται ανάβοντας τσιγάρο. Ο Μιχάλης με τον Τάκη κατεβαίνουν τη σκάλα αργά, κουβεντιάζοντας).
Μ.: Έκοψα κανονικά, με άσσο μπαστούνι, σου λέω!
Τ: Άσε ρε τα σάπια! Δεν κόβονται με τίποτα τέτοιες παρτίδες.
Μ: Τι δηλαδή; Δε με πιστεύεις; Αφού την έκοψα σου λέω!
Τ: Δεν παίζει αυτό που λες.
Μ: Ρώτα και την Κατερίνα. Ήταν εκεί και με έβλεπε!
(Όση ώρα μιλάνε έχουν κατέβει στο σαλόνι).
Κ: Λες για τότε που έβαλες την κόκα στην κάλτσα σου και την πέταξες μέσα στο καζανάκι;
Μ: Ναι, γι΄αυτό ακριβώς λέω. Δεν το πιστεύει ο μαλάκας οτι μπόρεσα να την κόψω μετά την έφοδο των μπάτσων και να τη στεγνώσω!
Τ: Μα με άσσο μπαστούνι;
Μ: Αφού άσσο μπαστούνι κουβαλάω μαζί μου, με τι να την έκοβα; Με ντάμα κούπα;
Γ: Εντάξει, κόψτε τώρα γενικώς και καθίστε που θέλει να μας πει κάτι η Κατερίνα.
Μ.: Σκέτο σαπούνι είχε γίνει η άτιμη –άλλο να στο λέω κι άλλο να το βλέπεις!
Τ.: (στην Κατερίνα) Και την έκοψε το τραπουλόχαρτο;
Γ.: Ε, μα σκάστε πια!
(Σταματάνε την κουβέντα, κάθονται, τους παίρνει ώρα μέχρι να βολευτούν).
Κ.: Ήθελα να πω κάτι αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα –τώρα που είναι ακόμα νωρίς...
Μ.: Νωρίς;
Τ.: (κοιτάζει το ρολόι του) Ε, ούτε 5 δεν έχει πάει ακόμα!
(Ο Γρηγόρης τους κοιτάζει άγρια, σωπαίνουν).
Κ.: (γυρίζει προς τον Μιχάλη) Πριν σε γνωρίσω τραβιόμουνα με κάτι τύπους του παλουκιού, κουβάλαγα σκονάκια για πάρτη τους, πολλά δρομολόγια –εντάξει; Τέλος πάντων, κάποια στιγμή με σταμπάρανε οι τελωνειακοί, κόπηκαν τα ταξίδια, έπρεπε να βγω στην απέξω. Αλλά εκείνοι δεν ήταν ποτέ ζεστοί για χρήμα, μου δώσανε λοιπόν ένα καλό κομμάτι να το πουλήσω κι ότι βγάλω δικό μου. Κανόνισα τη δουλειά πριν γυρίσουμε Ελλάδα, κοψοχρονιά το σκότωσα -δεν πειράζει. Κάτι έβγαλα... (σταματάει και οι υπόλοιποι περιμένουν).
Γ: Παρακάτω.
Κ.: Δεν έχει παρακάτω. Απλά σκέφτηκα μήπως αυτοί εκεί έξω με παρακολούθησαν μετά την αγοραπωλησία, πήρα τηλέφωνο τον άνθρωπο που αγόρασε αλλά με διαβεβαίωσε...
Τ.: Σε διαβεβαίωσε; Τι λες ρε αδερφούλα!
Κ.: Με διαβεβαίωσε, σταμάτα να μου χέζεις την κουβέντα. Και μόνο οτι σήκωσε το τηλέφωνο ήταν αρκετό –θα αφήνανε αυτόν που φορτώθηκε το πράμα και θα παρακολουθούσαν εμένα που ξεφόρτωσα; Ξεκόλλα!
Γ.: Τώρα δηλαδή, αυτό που λες, να το δέσουμε;
Κ.: Κόμπο.
Γ.: Και δεν υπάρχει τίποτα άλλο; Μιλάμε σπαθί τώρα. Στο είπα κι όσο ήμασταν μόνοι –οτι και να είναι θα σε στηρίξουμε. Αρκεί να μας το πεις.
Τ.: Θα την στηρίξουμε ε; Τι ωραίος που είσαι ρε πούστη! Αν με ρώταγες κιόλας τη γνώμη μου...
Γ.: Τι γνώμη σου -ποια γνώμη σου; Δεν υπάρχουν γνώμες εδώ. Η Κατερίνα είναι δικιά μας...
Τ.: Ναι, αλλά εγώ βαρέθηκα μαλάκα! Δεν σκοπεύω να μπω πάλι μέσα, για κανένα πούστη (γυρίζει το κεφάλι προς την Κατερίνα) και καμιά πουτάνα. Ξηγηθήκαμε;
Γ.: Ξηγηθήκαμε κι ώρα σου καλή.
Τ.: Τι θα πει αυτό;
Γ.: Μάζεψτα και δίνε του θα πει. Άντε στους καργιόληδες απέξω, κάρφωσέ τους οτι έχουμε μια γκόμενα που μόλις πούλησε παραμύθα και στείλτους μέσα να πάρουν μερτικό. Άντε, τελείωνε.
Τ.: (ανάβει τσιγάρο χαμογελαστός) Σιγά ρε βλάκα μη σκίσεις κάνα καλσόν!
Γ.: Ακούς τι σου λέω;
Μ.: Έλα κόφτε το! Βρήκατε ώρα να σας βγει το καμποϊλίκι γαμώτο.
Κ.: Μπορώ να φύγω κι εγώ ξέρετε...
Γ.: Όχι, δεν ξέρουμε.
Κ.: Κι όμως...
Τ.: Άστο κοπέλα μου –αρκετά μας γάμησες, μην το συνεχίζεις.
Κ.: Δε γαμάω δευτεράτζες ρε γύφτο. Τι με πέρασες;
Μ.: Μιλάω εγώ τώρα!
Κ.: Όχι δηλαδή αν θέλει να πει τίποτα ακόμα... (δείχνει τον Τάκη).
Μ.: Μιλάω εγώ και οι υπόλοιποι μόκο. (σηκώνεται κι αρχίσει να κόβει βόλτες).
Τ.: Άντε θα μιλήσεις ή θα μας τα ζαλίσεις πρώτα;
Μ.: (κοιτάζει την Κατερίνα) Προχτές το απόγευμα που μου είπες οτι βγήκες με την ξαδέρφη σου ήταν για να σπρώξεις ε; (Η Κατερίνα πάει να μιλήσει, αλλά ο Μιχάλης την κόβει). Δηλαδή, το μεταξύ μας πάει σε στυλ «τα καλά και συμφέροντα» -αυτό να καταλάβω; Κι εγώ -ο ηλίθιος που περιμένει με τις πυτζάμες;
(Ένα πνιχτό γέλιο ξεφεύγει από την Κατερίνα, ο Γρηγόρης την κοιτάζει όσο προσπαθεί να δείξει σοβαρή).
Κ.: Συγνώμη...
Γ.: Αυτό για τις πυτζάμες ε;
Τ.: Να υποθέσω με αρκουδάκια;
Μ.: Κομμένη –συνεχίζω. Καλά ξηγήθηκες αγαπούλα, από τη στιγμή που σκόπευες να φας τα φράγκα μαζί μου, όλα περνάνε με την καλοπέραση. Αλήθεια, σκόπευες να μου το πεις οτι ματσώθηκες, έτσι; Επειδή μέχρι τώρα, μοιράζαμε το σουσάμι στα δύο...
Κ.: Είμαι μαζί σου, τι σημαίνει αυτό;
Τ.: Τι σημαίνει; Αυτό ρωτάω κι εγώ. Θα τρώγαμε το παραδάκι παρέα ή περίμενες να καθαρίσει η ομίχλη και μετά να κόψεις ρόδα μυρωμένα;
Κ.: Αυτό νομίζεις;
Τ.: Αυτό νομίζω, το άλλο νομίζω –λεφτά ακόμα δεν είδαμε, το αυτό επιθυμούμε και δη ημάς... Δεν αλλάζει κανένας την κλαψομούνικη μουσική;
Γ.: Με πληγώνεις τώρα!
Τ.: Τέλειωνε κι άσε τις μουσικές.
Μ.: Επειδή σήμερα θα γίνουμε αδελφές ψυχές κατά πως φαίνεται κι επειδή (πάει μέχρι το παράθυρο) οι μαλάκες απέξω δε λένε να ξεκουμπιστούν... Η Κατερίνα μας είπε τη θλιμμένη της ιστορία, θα πω κι εγώ τη δική μου –κοιτάξτε μετά να πάρετε σειρά γιατί δεν ψήνομαι οτι υπάρχει παρθένα ανάμεσά μας. 10% αγαπούλες μου.
(Τον κοιτάζουν στην αρχή αμήχανα, μετά ο Γρηγόρης μπαίνει στο νόημα).
Γ.: Γεγονός;
Μ.: Όπου εγώ αρκετά σακατεμένος από τις καταχρήσεις, χλωμός και άφραγκος στις αποβάθρες του Άμστερνταμ, που λέει κι ο Δαβίδ, να κοιτάζω τις φελούκες και να ψάχνω σέντσι μπας και συμπληρώσω για πατάτες με μαγιονέζα. Έρχεται εκείνο το παιδάκι το μαυριδερό με την αφάνα, Μολούκος, Μαμελούκος κάτι τέτοιο –γνωστή προσωπικότητα, έτσι Κατερίνα;
(Εκείνη τον κοιτάζει κάπως νευρική).
Μ.: Και με κερνάει γεύμα γκράντε σε ρεστοράν, μου στάζει αποπάνω δυο κατοστάρικα μπροστάντζα. Το ερώτημα είναι «τι γυρεύει από μένα το παιδάκι;»
Γ.: Να συνοδεύσεις την Κατερίνα μέχρι Ελλάδα και να βεβαιωθείς οτι θα πουλήσει στον σωστό άνθρωπο.
Μ.: Μπροστά ήσουνα!
Κ.: Κι αν δεν πούλαγα στον σωστό;
Μ.: Δεν είμαστε και πρωτάρες μωρό μου! Ο χοντρομαλάκας πήρε το εμπόρευμα μισή μέρα πριν πας εσύ στο μαγαζί του –αυτό που κουβάλαγες ήτανε σκέτη λουκουμόσκονη.
Κ.: Έτσι ε;
Μ.: Πως αλλιώς;
Κ.: Και τα λεφτά;
Μ.: Είδες εσύ ποτέ σου κανέναν να πληρώνει χωρίς δοκιμή;
Κ.: Δε είδα...
Μ.: Γι΄αυτό λοιπόν...
Τ.: Ωραίο ζευγαράκι είσαστε –να ρωτήσω κάτι; Το βράδυ κοιμόσαστε με βάρδιες ή αμολάτε τίποτα σκυλιά ανάμεσά σας;
Μ.: Το βράδυ έχουμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε.
Γ.: Όπως το να βουτάτε ο ένας από την άλλη.
Κ.: Εντάξει, στην τελική με κέρδος είμαστε. Πόσα έβγαλες;
Μ.: Δυο. Και είκοσι τα δικά σου;
Κ.: Κι ο χοντρός;
Μ.: Θα στείλει άλλα τόσα στον πρώην σου.
Κ.: Γνωριστήκατε ε;
Μ.: Ναι και απόρησα περί του γούστου σου!
Τ.: Καλά, αφήστε το λαβ στόρι για μετά τις διαφημίσεις. Ποιος έχει σειρά;
Γ.: (σηκώνεται, χτυπάει τον Μιχάλη στην πλάτη, του δείχνει τον καναπέ να καθίσει) Εγώ δεν έχω τέτοια ωραία ιστορία -υπερπαραγωγή με εξωτικές χώρες και ιθαγενείς. Μια απλή ταμειακή ατασθαλία...
Τ.: Σήμερα θα την πάθουμε την ψυχοσύνθεση, δεν γλιτώνουμε! Τι ατασθαλία ρε γαμώτο; Και ταμειακή κιόλας! Που ξέρεις εσύ πώς είναι το ταμείο;
Γ.: Κάτσε να εξηγήσω –μην πετάγεσαι συνέχεια. Λοιπόν, κάθε απόγευμα έρχεται ο κυρ Λάμπρος από το μπαρ να εισπράξει την προηγούμενη βραδιά –καλώς;
Τ.: Τρίκαλως. Και του τα ακουμπάω μέχρι μπαταρίας, μόνο κάτι ψιλά κρατάω για να δίνουμε ρέστα. Δε γίνεται να έβαλες χέρι!
Γ.: Μόνο τον κυρ Λάμπρο πληρώνεις;
Τ.: Ε, ποιον άλλο να πληρώσω;
Γ.: Την κάβα για παράδειγμα.
Τ.: Βάση τιμολογίου!
Γ.: Είδες που είσαι βλάκας;
Τ.: Μίλα καλά!
Γ.: Το τιμολόγιο ποιος στο φέρνει; Εγώ δεν το φέρνω;
Τ.: Ε, και λοιπόν;
Γ.: Ένα κατοσταρικάκι το μήνα για να γράφει διπλά ο Φάνης από την κάβα. Άλλο νούμερο στο στέλεχος, διαφορετικό στο καρμποναρισμένο...
Τ.: Τι λες ρε καργιόλη!
Γ.: Προστασία.
Τ.: Κι εκεί βάζεις χέρι;
Γ.: Αφού σε μένα δίνεις τα λεφτά να πληρώσω...
Τ.: Και μετά χώνουν εμένα στη φυλακή κι εσένα σε αφήνουν λυτό! Γαμώ την κοινωνία μου μέσα δηλαδή!
Γ.: Καλά, δεν θα σε άφηνα ξεβράκωτο ρε φίλε!
Τ.: Τώρα μου το λες;
Γ.: Τώρα σου το λέω, πότε να σου το πω δηλαδή; Αφού είσαι χάπατο, αν το ήξερες πιο πριν θα καρφωνόσουν...
Τ: Κοίτα να δεις που είχα νταβατζή τόσο καιρό και δεν το είχα πάρει είδηση!
Γ.: Έλα τώρα –μια χαρά πέρναγες, μην παραπονιέσαι...
Τ.: Και δηλαδή αυτό το λες φιλία; Να κλέβεις πίσω από την πλάτη μου ρε πούστη;
Γ.: Εδώ ο άλλος έκλεβε τη γκόμενά του, τι τα σκαλίζεις τώρα;
(Κοιτάζονται μεταξύ τους ανά ζεύγος, κάποια τσιγάρα ανάβουν).
Μ.: Καταλήγουμε λοιπόν οτι οι απέξω είναι μπράβοι του αφεντικού σας, του μπάρμπα....
Τ.: Λάμπρου
Μ.: Αυτού. Ή παράρτημα γνωστής Ολλανδικής φίρμας εισαγωγών-εξαγωγών...
Τ.: Ή μπάτσοι.
(Γυρίζουν όλοι να τον κοιτάξουν).
Γ.: Γιατί μπάτσοι; Η Κατερίνα με τον Μιχάλη έχουν ήδη σπρώξει κι ο κυρ Λάμπρος στην αστυνομία θα πήγαινε μόνο δεμένος...
Τ.: (σηκώνεται) Αποπλάνηση ανηλίκου...
Γ.: Τι αστείο είναι αυτό πάλι;
Τ.: Με βλέπεις να γελάω;
(Βηματίζει)
Τ.: Έβελιν.
Μ.: Ποιος ήρθε;
Γ.: Η Ρουφήχτρα;
Τ.: Με όλα τα φουλ έξτρα.
Γ.: Μη μου πεις!
Τ.: 16 και κάτι μήνες.
Γ.: Πόσοι δηλαδή;
Τ.: Πες 16 ακριβώς για να ΄σαι μέσα.
Γ.: Τι λες ρε ηλίθιε!
Τ.: Δεν τελείωσα.
Γ.: Έχει κι άλλα;
Τ.: Ο μπαμπάς.
Γ.: Ο μπαμπάς;
Τ.: Της Έβελιν.
Γ.: Ε, τι τρέχει μ΄αυτόν;
Τ.: Τι να τρέχει; Τίποτα δεν τρέχει. Εκτός από το οτι είναι Ταξίαρχος...
Γ.: Κανονικός;
Τ.: Εν αποστρατεία!
Γ.: Α, ευτυχώς –τώρα ησύχασα!
T.: Χαίρομαι!
Γ.: Χαίρεται ο καραγκιόζης, τον ακούς;
(Ο Μιχάλης σηκώνει τους ώμους απορημένα).
Γ.: Και τι έχει γίνει μεταξύ σας;
Τ.: Λεπτομέρειες κι έτσι να πούμε;
Κ.: Πάω να φέρω τα αντιεμετικά.
Τ.: Ναι καλά μωρή κουφάλα, πες μας κιόλας οτι αηδιάζεις με τα τέτοια! Λες και δεν έχουμε καταλάβει οτι το πνίγεις το φίδι στον ανήφορο!
Μ.: Τς, τς –τι γλώσσα είναι αυτή;
Γ.: Καλά, πλυθείτε γιατί ξημέρωσε. Ρε γελοίε, σε ρωτάω αν σε κρατάει από πουθενά η γκόμενα... Αν σε βάζει μέσα, να πούμε.
Τ.: Εεεε, όσο να πεις!
Γ.: Μάλιστα. Μετά λοιπόν από τον ειλικρινή διάλογο που προηγήθηκε φτάσαμε στο συμπέρασμα...
Τ.: Ότι όλοι έχουμε κάνει τη μαλακία μας, τουτέστιν οι απέξω μπορεί να είναι οποιοιδήποτε.
Μ.: Δηλαδή, είμαστε ακριβώς εκεί που ξεκινήσαμε –ρε, τι ωραίος ο ειλικρινής διάλογος!
Γ.: Παρέχει λύσεις –δεν μπορείς να πεις!
Μ.: Γι΄αυτό δεν το είπα, επειδή δεν μπορώ!
Τ.: Πάμε να ψωφοφάμε τίποτα τώρα; Πείνασα.
Μ.: Καθότι χωνευτική η ειλικρίνεια!

Τρίτη, Δεκέμβριος 22, 2009

1. "Ένα κωλάμαξο με κάτι κερατάδες"

Ίσως σε αυτό να χρειαστώ κάποια βοήθεια. Επειδή δεν το κατέχω το άθλημα, δεν έχω ξαναφτιάξει κάτι παρόμοιο –κι έτσι...
Βέβαια, το αρχικό φταίξιμο ανήκει στον Άσωτο –πάνε 2 χρόνια τώρα (ίσως και περισσότερο) που μου ζήτησε να του κάνω ένα σενάριο για ταινία μικρού μήκους καθότι άτομο με καλλιτεχνικές ανησυχίες... Εγώ δεν τα ξέρω αυτά τα πράγματα, αλλά του έφτιαξα 3 σελίδες, του τις έστειλα –το κείμενο έμοιαζε περισσότερο με θεατρικό παρά με σενάριο. Δεν του άρεσαν, θέλω να πιστεύω, επειδή είχε διαφορετικό κόνσεπτ στο μυαλό του κι όχι λόγω του οτι η υπόθεση ήταν χάλια μαύρα. Τέλος πάντων, μετά από κάποιες διορθώσεις και συνεννοήσεις αποφασίσαμε οτι δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο να βγει σενάριο κι έτσι το κείμενο έμεινε στις αράχνες. Πολλές φορές το άνοιγα, το κοίταζα, έγραφα 2-3 σειρές και το παράταγα. Είχα σιγουρευτεί οτι πρόκειται περί θεατρικού –αλλά το μόνο που ξέρω από θεατρικά κείμενα είναι οτι παίζονται στο θέατρο. Έχω διαβάσει και κάποια, π.χ. τα Άπαντα του Σαίξπηρ (ψιλομάπα), Ντάριο Φο (ωραίος) και το «Θεριό του Ταύρου» (καταπληκτικό). Αλλά πώς στήνεις το κείμενο, πώς μετράς το χρόνο των διαλόγων, πώς χωρίζεις τις πράξεις... Πλήρης άγνοια.

Το κείμενο που ακολουθεί κοπιάρει ξεδιάντροπα στυλάκια από τη «Γλυκιά Συμμορία» και δανείζεται κλίμα από το «Θεριό του Ταύρου» -υπενθυμίζω πως η διακριτικότητα και η λεπτότητα δεν συγκαταλέγονται στα χαρακτηριστικά μου γνωρίσματα.

Δεν έχω τη δυνατότητα να το χωρίσω σε κεφάλαια, αναγκαστικά λοιπόν θα κόψω τις πράξεις κάπως άτσαλα –πάει να πει, αν δεν έχεις διαβάσει το προηγούμενο θα δυσκολευτείς να βγάλεις άκρη με το επόμενο. Τέλος πάντων...

Τα πολλά λόγια είναι φτώχια και τα λίγα αμηχανία –περνάω λοιπόν κατευθείαν στο πρώτο μέρος του κειμένου. Τυχόν παρατηρήσεις σας θα είναι κρίσιμες (αφού με τη χρησιμότητα είμαι τσακωμένος χρόνια τώρα).



Α΄ ΠΡΑΞΗ

Πρόσωπα:
ΓΡΗΓΟΡΗΣ
ΤΑΚΗΣ
ΜΙΧΑΛΗΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(Τριαντάρηδες όλοι τους)



(Εσωτερικό σπιτιού, σαλόνι με σκάλα που οδηγεί στα υπνοδωμάτια, μεσημέρι. Ο Γρηγόρης με τον Τάκη κοιτάζουν κρυφά πίσω από την κουρτίνα. Φοράνε μπλουζάκια και μπόξερ)
Γ: Εκεί είναι ακόμα ρε συ!
Τ: Κολλημένο το κωλάμαξο...
Γ: Μην κοιτάς έτσι!
Τ: Γιατί -θα με δουν;
Γ: Έλα πιο μέσα –γάμησέ τους.
(Ο Γρηγόρης φεύγει από το παράθυρο και βηματίζει νευρικά)
Γ: Έλα πιο μέσα ρε μαλάκα!
Τ: Χέσε μας –κι ας με δουν στην τελική. Θα τους φοβηθούμε;
(Φεύγει κι ο Τάκης από το παράθυρο. Κάθεται στον καναπέ, ενώ ο άλλος βηματίζει).
Τ: Κάτσε κάτω, το στανιό μου. Ζαλίστηκα.
(Ο Γρηγόρης κάθεται απέναντί του. Αμέσως ξανασηκώνεται).
Τ: Που πας τώρα;
Γ: Να βάλω καφέ. Χαλάρωσε –γαμώτο!
Τ: Α, καλά. Βάλε και σε μένα.
(Ο Γρηγόρης επιστρέφει με 2 κούπες καφέ. Του δίνει τη μία, ανάβουν τσιγάρα. Κοιτάζουν και οι δύο προς το παράθυρο –αλλά δεν σηκώνονται).
Τ: Ποιοι νάναι αυτοί τώρα;
Γ: Που να ξέρω;
Τ: Ώπα. Μη ρωτάς στο καπάκι. Δε θα βγάλουμε άκρη. Σωστά;
Γ: Ξέρω ‘γω; Εσύ τι λες;
Τ: Άντε γαμήσου!
Γ: Σαφώς.
(Ο Τάκης κάνει να σηκωθεί, αλλά το μετανιώνει).
Τ: Ο Μιχάλης φταίει –με την μαλακισμένη που μας κουβάλησε. Τρέχα γύρευε τι τραβήγματα έχει η γκόμενα.
Γ: Χαλάρωσε. Ας μη βιαζόμαστε.
Τ: Ε, τι άλλο;
Γ: Που να ξέρω; Πιες τον καφέ σου εκεί πέρα. Μ΄έπρηξες!
Τ: Ο Μιχάλης φταίει.
Γ: Ε, άντε γαμήσου!
Τ: Προφανώς.
(Κατεβαίνει η Κατερίνα από την εσωτερική σκάλα. Εμφανώς αγουροξυπνημένη).
Κ: Τι γίνεται; Κανένας καφές παίζει;
Τ και Γ μαζί: Παίζει, παίζει.
(Η Κατερίνα πάει προς την κουζίνα. Ο Τάκης την κοιτάζει και στραβώνει τα μούτρα. Ο Γρηγόρης του κάνει νόημα να ηρεμήσει. Ο Τάκης πετάγεται πάνω. Ο Γρηγόρης σηκώνεται και τον σπρώχνει να ξανακαθίσει. Μπαίνει η Κατερίνα και κάθεται δίπλα στον Τάκη).
Κ: Γιατί σηκωθήκατε τόσο νωρίς;
Τ: Έτσι είμαστε εμείς στην επαρχία. Έχουμε ν΄αρμέξουμε τα γελάδια.
Κ: Αστειάκι; Να γελάσω τώρα;
Τ: Ναι γέλα. Κι εμείς από το πρωί δεν κάνουμε τίποτα άλλο.
Γ: Ήρεμα ρε!
Τ: Τι ήρεμα γαμώ το στανιό μου;
Γ: ΗΡΕΜΑ.
Κ: Τι έγινε παιδιά; Έχασα κάτι;
Τ: Α, μπα. Μονάχα ένα κωλάμαξο με κάτι κερατάδες που έχει στηθεί απέναντι, από χτες το βράδυ. Κατά τ’ άλλα –καλά.
Κ: Που;
Τ: τσα
Γ: Κόφτο μαλάκα!
Κ: Άστον. Είναι πλακατζής ο Τάκης. Δεν παρεξηγώ.
Τ: Ναι, είδες τι πλάκα που έχω;
(Ο Μιχάλης κατεβαίνει από τη σκάλα. Με τα εσώρουχα και γυαλιά ηλίου).
Τ: Α, τώρα μάλιστα! Ξύπνησε ο Τομ Κρουζ!
Μ: ‘αφέ
(Κοιτάζονται μεταξύ τους απορημένοι).
Γ: Τι;
Μ: ‘φέ
Τ: ‘ζίνα
Μ: Ατρόμητη αμαζόνα με τέσσερα γράμματα.
Τ: Μιχάλης.
Μ: Δεν έχει τέσσερα γράμματα.
Τ: Κι ούτε ξέρει που παν’ τα τέσσερα.
Μ: Ναι αλλά τα τρία; Ε, αγαπούλα; (γελάει σαν καθυστερημένο –οι υπόλοιποι μορφάζουν).
Γ: Για πάρε καφέ αγορίνα μου κι έλα, που έχω κάτι να σου πω.
(Ο Μιχάλης βάζει καφέ και κάθεται δίπλα στην Κατερίνα. Αρχίζει να την πειράζει κι αυτή κολλάει πάνω στον Τάκη. Ο Τάκης μαζεύεται ενοχλημένος και στο τέλος σηκώνεται).
Τ: Δεν αφήνετε τα καργιολίκια πρωινιάτικα;
Μ (στην Κατερίνα): Τι ν΄αφήσουμε;
Κ (στον Μιχάλη): Δεν κατάλαβα. Κρατάμε κάτι;
(Ο Γρηγόρης σηκώνεται όρθιος απότομα. Σταματούν και τον κοιτάζουν).
Γ: Σκάτε όλοι και μιλάω εγώ. ΤΩΡΑ.
(Σωπαίνουν).
Γ: Από χτες το βράδυ κάποιοι μας παρακολουθούν. Όταν γυρίσαμε από το μπαρ, υπήρχε ένα αυτοκίνητο εκεί απέναντι. Με δυο τύπους μέσα. Δεν δώσαμε σημασία. Μέχρι να κοιμηθούμε δεν είχαν φύγει. Πρόβλημα; Κανένα! Αλλά είναι εδώ απέξω και σήμερα το πρωί. Μήπως τρέχει κάτι; Για να το σκεφτούμε καλύτερα λέιντις εντ τσέτλεμεν.
(Ο Μιχάλης σηκώνεται και πηγαίνει προς το παράθυρο. Ανοίγει την κουρτίνα διάπλατα, αλλά τον στραβώνει ο ήλιος και την ξανακλείνει αμέσως. Οι άλλοι δυο τον κοιτάζουν).
Τ: Εντάξει μαλάκα; Το είδαν το μποξεράκι σου οι απέναντι;
(Ξανακάθονται όλοι στις θέσεις τους).
Μ: Λοιπόν; Τι γίνεται; Ποιοι είναι οι τύποι;
Τ: Εσένα περιμένουμε να μας πεις.
Μ: Και γιατί να ξέρω εγώ;
Τ (στον Γρηγόρη): Αν συνεχιστεί η κολοκυθιά με τις ερωτήσεις θ΄αρχίσω τα μπουνίδια.
Γ: Κι εγώ τι να κάνω περί αυτού;
Τ: Να πα’ να γαμηθείς.
Γ: Ανυπερθέτως.
Μ: Ρε μάγκες για σιγά. Γιατί να ξέρω εγώ για τους μυστήριους απέξω; Γράφει πουθενά στο αμάξι τους «Φίλοι Μιχάλη»; Όχι αν γράφει δείξτε το μου να το δω!
Γ: Ρε Μάικλ, το γεγονός ότι μένουμε εδώ 2 χρόνια τώρα και δεν μας ενόχλησε κανείς δε σου λέει κάτι; Και με το που φτάσατε αποκτήσαμε κολαούζους …
Μ: Γιατί εμείς ρε;
Γ: Γιατί όχι εσείς;
Τ: Μέτρησα 5 ερωτήσεις μετά που δήλωσα περί μπουνίδια. Στις 7 καίγεστε.
(Πίνουν καφέ και ανάβουν τσιγάρα. Κάποια αμηχανία).
Γ: Δηλαδή θες να μου πεις πως είσαστε καθαροί;
Μ: Σαν τραπεζομάντιλα διαφήμισης.
Τ (δείχνει την Κατερίνα): Κι αυτή;
Μ: Αυτήν να μην την ανακατεύεις.
Κ: Όχι ρε, άστον να με ανακατέψει. Τρία χρόνια έκανε μέσα ο μαλάκας κι έρχεται να μας ρωτήσει αν είμαστε εντάξει. Τι μας λες ρε φίλε; Εμείς εντάξει είμαστε –εσύ; Που έχεις κάνεις το Μεταγωγών δεύτερο σπίτι σου –κακομοίρη!
Γ: Μαζευτείτε!
Τ (Σκύβει προς το μέρος της ζορισμένος): Εγώ μωρή παντόφλα ότι χρώσταγα το πλήρωσα με τόκο. Καθάρισα και είμαι σένιος. Εσείς τι κάνατε –εκεί είναι το θέμα.
Γ (Πετάγεται όρθιος): Εντάξει τέρμα! Τα παιδιά δεν ξέρουν τίποτα. Οι καργιόληδες είναι ακόμα απέξω. Απλά ρωτήσαμε μπας και βγάλουμε άκρη. Τι είναι αυτοί δηλαδή; Μπάτσοι; Νυχτόβιοι; Τραμπούκοι; Παπάδες; Πυροσβέστες; Αν υπάρχει καμιά ιδέα να την ακούσουμε. Το θέμα είναι να δούμε πως θα ξεμπερδέψουμε.
(Σκέφτονται).
Μ: Εγώ λέω να τους μουντάρουμε στα ίσα.
Τ: Καλώς το μαλάκα! Και είχες αργήσει κι έλεγα …
Μ: Γιατί; Κωλώνουμε;
Τ: Ναι ρε κωλώνουμε –τρέχει τίποτα;
Κ: Είδες που το έλεγα από την αρχή; Κωλώνει επειδή έχει βρώμικη τη φωλιά του ο μαλάκας!
Τ (απαξιωτικά): Άντε από δω μωρή...
Γ: Ήσυχα! Κωλώνουμε ρε Μιχαλάκη γιατί δεν ξέρουμε τι μας περιμένει εκεί έξω. Φαντάσου να είναι μπασκίνες. Θα πάμε, θα τους την πέσουμε και μετά θα έχουν λόγο να μας μπουζουριάσουν. Αντίσταση κατά της αρχής, στάση, σύσταση συμμορίας, τα ξέρουμε αυτά... Αν πάλι είναι τίποτα νυχτόβιοι θα χυθεί αίμα. Άρα;
Τ και Μ: Άρα;
Γ: μάρα, κουκουνάρα! Συνεχίζουμε τη ζωή μας κανονικά και τους γράφουμε κανονικότερα. Μέχρι να κάνουν κίνηση –μπας και ψυλλιαστούμε τι παίζεται.
Κ: Μήπως να τηλεφωνούσαμε στην Αστυνομία;
(Την κοιτάζουν και οι τρεις. Μετά σηκώνονται και ανεβαίνουν τη σκάλα μουρμουρίζοντας).
Τ (από μακριά): Κατερινάκι, αν τους πάρεις τηλέφωνο, μην ξεχάσεις να τους ρωτήσεις μπας και βρήκαν έναν αναπτήρα που είχα χάσει παλιά.
Μ (από μακριά): Που; Εδώ κοντά;
Τ(από μακριά): Όχι. Πριν 10 χρόνια –στο Τροκαντερό.

(συνεχίζεται)

Τετάρτη, Δεκέμβριος 16, 2009

Οικογενειακές υποθέσεις

Αυτό είναι ένα κομμάτι για μελλοντική χρήση –μια σημείωση παρατημένη σε κάποιο μυστηριώδη σέρβερ της Καλιφόρνια. Επειδή κάποτε εγώ θα την κάνω από τα πέριξ, αλλά αυτή η σημείωση ελπίζω να μείνει και ίσως κάποτε να πέσει πάνω της η κόρη μου, να τη διαβάσει... Μπορεί βέβαια να πρόκειται για υπεραισιόδοξη εκτίμηση, μπορεί ο μυστηριώδης σέρβερ να έχει εξαφανίσει μέχρι τότε όλα τα κείμενα αυτού του μπλογκ, αλλά –δε γαμιέται; Άλλοι στέλνανε μηνύματα σε μπουκάλια πονταρισμένα μεσοπέλαγα –εμείς θα κωλώσουμε;

Έξη μήνες περίμενε το ταξίδι, έξη μήνες μέτραγε τις μέρες, έξη μέρες μέτραγε τις ώρες αγωνιώντας μην κολλήσει καμιά γρίπη, μην πάθει τίποτα και δεν μπορέσει να ταξιδέψει τελικά. Και στη μέση του ταξιδιού, σε μια στοά του Κάμντεν, εκεί καθόταν με το καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα μάτια, εξουθενωμένη, μισοκοιμισμένη. Έπιασα το κεφάλι της, ήταν λίγο ζεστό, η Tomboy με ρώτησε, «λες να έχει πυρετό;» Και τότε η κόρη μου έβαλε τα κλάματα, επειδή έξη μήνες περίμενε αυτό το ταξίδι –όχι μόνο για να δει το Λονδίνο –αλλά για να πάει στη συναυλία της Miley Cyrus... Της είπα, «μην κλαις τζάμπα –ακόμα και με ασθενοφόρο, εγώ θα σε πάω στη συναυλία». Κι εκείνη χαμογέλασε.

Σταματάω εδώ και πάω πίσω, για να πιάσω την αρχή του παραμυθιού.

Η κόρη μου ανήκει στην κατηγορία των παιδιών που κόβουν φλέβες περί Miley Cyrus –μιλάμε για παγκόσμιο φαινόμενο με μικρή ακόμα απήχηση στην Ελλάδα. Φταίει αυτή η σειρά της Disney, η Hannah Montana –που παίζεται κάνα δυο χρόνια στην Ελλάδα και κοντά μια τετραετία στην αλλοδαπή. Περί τίνος πρόκειται; Η ιστορία μιας έφηβης που κάνει διπλή ζωή (να λείπουν οι κρυάδες του τύπου «το πρωί μαθήτρια, τα βράδυ πόρνη»). Αυτή λοιπόν η Miley είναι μια Νότια επαρχιώτισσα που ήρθε στην κοσμοπολίτικη Καλιφόρνια μαζί με τον πρώην τραγουδιστή πατέρα της και τον μονίμως ρεμάλη αδερφό της. Πηγαίνει σχολείο σαν κανονικό κορίτσι και, σε τακτά χρονικά διαστήματα, φοράει μια ξανθιά περούκα, μεταμφιέζεται (μην το γελάς, για κάποιο λόγο η περούκα την κάνει πραγματικά αγνώριστη) και δίνει συναυλίες μονίμως sold out. Απλοϊκή υπόθεση; Εντάξει, για παιδικό σήριαλ μιλάμε –τι περίμενες; Να γράψει σενάριο ο Λαρς φον Τρίερ

Επειδή με απασχόλησε το κόλλημα της μικρής φρόντισα να ψάξω λίγο την υπόθεση, είδα και κάποια επεισόδια του σήριαλ. Έμαθα λοιπόν οτι ο μπαμπάς της Miley (στη ζωή και στο σήριαλ) είναι ο Billy Ray Cyrus, αυτός ο παλιός διάττοντας αστέρας της κάντρι –ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Μετά ήρθαν τα ανησυχητικά, επειδή κάπου διάβασα οτι πολύ χριστιανοί οικογενειακώς οι Cyrus, πολύτεκνοι και θιασώτες της άποψης Love can wait (ελέγχεις, έτσι;) Κάθισα μαζί με τη μικρή να δω το σήριαλ, έχοντας έτοιμα τα επιχειρήματα περί του πόσο σαχλαμάρα είναι. Έκανα λάθος.

Εντάξει, το σήριαλ έκανε τρελή επιτυχία επειδή πατάει στο όνειρο κάθε παιδιού που καταπίνει προσβολές κάθε μέρα στο σχολείο του και φαντασιώνεται οτι θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος, κάποιος διάσημος... Εντάξει, το σήριαλ έχει μερικά ηθικοπλαστικά μηνύματα, αλλά...

Η Miley είναι η κόρη όλων των πατεράδων. Τρώει χυλόπιτες με το σωρό στο σχολείο της, κάνει ένα κάρο κωλοπαιδισμούς για να ρίξει τα αγόρια που γουστάρει και μονίμως την πατάει στο τέλος. Ζηλεύει όταν δεν είναι επίκεντρο της προσοχής, καταπιέζει τον ρεμάλη αδερφό της με την περσόνα τής Hannah Montana –κοντολογίς, είναι ένα κανονικό κορίτσι. Που έχει μονάχα μια αρχή: «οι κολλητοί πάνω απ΄όλα!»

Ο πατέρας Billy Ray είναι ανάλογη περίπτωση! Περνάει τις μέρες του τρώγοντας σαβουροφαγητά, γράφει μουσική για την κόρη του (σαν παρακμασμένος μουσικός που είναι), βλέπει πρωινάδικα και σαπουνόπερες –αλλά και διαχειρίζεται τα χρήματα της μικρής χωρίς να έχει αποβάλει τον βλαχαδερό Νότιο που δεν κρύβει καθόλου άλλωστε. Βεβαίως, κάνει ανταύγειες στα μαλλιά του και έχει κάποιες δυνατές ατάκες, του τύπου:

«Ένας καλός πατέρας θα πήγαινε τώρα αμέσως να δει γιατί είναι τόσο αναστατωμένα τα παιδιά του, αλλά ένας έξυπνος πατέρας θα έτρωγε πρώτα αυτή τη ζεστή πίτσα!»

«Λοιπόν, νομίζω οτι έχω την ικανότητα να λέω το λάθος πράγμα ακόμα κι όταν δεν ανοίγω το στόμα μου!»

Φυσικά λατρεύει την κόρη του, ψιλοαγνοώντας τον γιο του (τι σκατά πατέρας θα ήταν άλλωστε;)
Άντε –να δώσω και μια χριστιανική αναφορά από το συγκεκριμένο σήριαλ –ακολουθεί διάλογος κόρης με πατέρα:
«Μπαμπά σ΄αγαπάω και σου υπόσχομαι να μην τα φτιάξω με αγόρι μέχρι να κλείσω τα 16!»
«Χμμμ!»
«18;»
«Χμμμ!»
«25;»
«Χμμ!»
«37, 42, 85; Μπαμπά θέλω να πάω στην εκκλησία με τα πόδια κι όχι με αναπηρικό καροτσάκι!»
Αυτά.

Να κάνω μια παρατήρηση εδώ –περί της αντιμετώπισης του συγκεκριμένου σήριαλ από τα ελληνικά ΜΜΕ. Η οποία συνοψίζεται στην απορία –πόσο μαλάκες είσαστε τελικά;
Όλος ο κόσμος θησαυρίζει από τη μπίζνα Hannah Montana και στο Ελλαδιστάν, τα κρατικά κανάλια, κόβουν το σήριαλ τις περιόδους των γιορτών! Τα μαγαζιά παιχνιδιών μονίμως ξεμένουν από μπιχλιμπίδια Hannah τις ίδιες ακριβώς περιόδους! Μάλλον δεν θέλουν να κονομήσουν –τι άλλο να υποθέσω; Κατά τα άλλα βγαίνουν στις τηλεοράσεις να κλαφτούν για πρώτη της αγοράς και κακούς διαδηλωτές που δεν αφήνουν τον κόσμο να ψωνίσει! Τι να ψωνίσουμε κύριε; Αφού δεν έχεις τίποτα!
Έβγαλε και μια ταινία η συγκεκριμένη σειρά, φυσικά πήγα να τη δω με την κόρη μου. Ήταν μια απλοϊκή ταινία με θέμα το καβάλημα του καλαμιού από την σούπερσταρ και την παρέμβαση του πατέρα της που την πήγε με το ζόρι στο χωριό για να ξαναγίνει άνθρωπος φτυαρίζοντας κοπριά κι αρμέγοντας γελάδια. Στο σινεμά έγινε κόλαση! Τα πιτσιρίκια χοροπηδάγανε, τραγουδούσαν, κουνούσαν χέρια, κάνανε χαβαλέ, κανιβαλίζανε το αγόρι που ερωτεύεται η Miley –πολύ όμορφη κατάσταση. Διάβασα τις κριτικές την επόμενη μέρα και ήταν όλες σε στυλ: «μην πάτε τα παιδιά σας σ΄αυτή την αηδία, σε ποιον απευθύνεται η ξενόφερτη με τις συντηρητικές απόψεις, που, ευτυχώς, δεν έχει καμιά απήχηση στην Ελλάδα!» Υποθέτω οτι αυτοί οι κριτικοί θεωρούν πως η Αννούλα η Βίσση για παράδειγμα, όταν τραγουδάει τις φιλοσοφημένες απόψεις της Κοντοβά («Μπορείς απόψε να βγεις μ' όλες τις τσούλες της γης/ Βγες μπροστά δυνατά για νέους έρωτες/ Να βρεις κορίτσια σωστά για να χαρεί κι η μαμά/ Στην πυρά, στην πυρά με τις ξενέρωτες») αναφέρεται ακριβώς στα προβλήματα των δεκάχρονων παιδιών του σήμερα!

Μερικές επισημάνσεις, απαραίτητες για πληρέστερη κατανόηση:

-Το σήριαλ απέχει πολύ από το να θεωρηθεί «μια ακόμα παιδαγωγική προσφορά της Disney», για την ακρίβεια απορώ πως το προβάλλει αυτή η αρτηριοσκληρωτική εταιρεία.
-Η Miley Cyrus παίζει αυτό που είναι και είναι αυτό που παίζει. Η κόρη μου λέει «η Miley ψάχνει για αγόρι, εδώ και δυο χρόνια» κι έτσι ακριβώς συμβαίνει. Πρόκειται για ένα κορίτσι 17 χρονών που κράταγε (μέχρι πρόσφατα) κανάλι στο you tube, μέσα από το οποίο κανιβάλισε άσχημα τον πρώην γκόμενό της, μαϊμουδίζοντας το γεγονός οτι είναι διαβητικός! Και μετά από μια ακόμα χυλόπιτα δήλωσε: «ο μόνος άντρας που υπάρχει στη ζωή μου είναι ο Ιησούς Χριστός», αλλά το ανασκεύασε ένα μήνα αργότερα όταν χτύπησε καινούργιο γκόμενο! Πανηγύρι κανονικό η κοπέλα!
-Η Αμερική έχει μια τάση να την κόψει φέτες –φταίει υποθέτω και η τρομακτική επιτυχία που γνωρίζει. Κινήθηκε ολόκληρη σταυροφορία εναντίον της επειδή τόλμησε να φωτογραφηθεί φορώντας μια πετσέτα και δείχνοντας γυμνούς ώμους! Μετά πλακώθηκαν να καυτηριάζουν το γεγονός οτι είπε τη λέξη gay σε κάποια συναυλία, δείχνανε και σχετικό βίντεο όπου η πιτσιρίκα τραγουδάει κι όταν ξεκινάει να πει game χάνει ανάσα και μασάει τη μισή λέξη! Μιλάμε για τέτοιες υστερίες!

Συγνώμη αν σε κούρασα, επιστρέφω τώρα στο κρύο πρωινό του Λονδίνου. Και στον αποπνικτικά ζεστό υπόγειο που μας πήγε μέχρι το Κάμντεν, για τον καθιερωμένο φόρο τιμής. Η Tomboy καρφωμένη για κούρεμα στον ηρωικό Eric τον Hair Master, εγώ είχα βάλει στο μάτι κάτι καουμπόικες μπότες μοτοσυκλέτας από το προηγούμενό μας ταξίδι, η κόρη μας να χαζεύει τους πάνκηδες με τα πολύχρωμα μαλλιά. Και το Electric Ballroom να μην έχει το συνηθισμένο του παζάρι, επειδή κάνανε αφιέρωμα σε είδη κινηματογράφου –κάποιο σπάσιμο!
Χρειάζομαι απεγνωσμένα κάλτσες και κοντομάνικες μπλούζες για να φοράω μέσα από το πουλόβερ, επειδή φεύγοντας από την Αθήνα ξεχάσαμε να πάρουμε –ως εκ τούτου ζέχνω. Παίρνω τη μικρή και ξεκινάμε οι δυο μας, την κοιτάζω κιόλας, να δω πότε θα σκυλοβαρεθεί αυτόν τον πανκ-γκοθ παράδεισο. Στο πρώτο μαγαζί που σταματάμε, η μικρή αγοράζει μια μαύρη μπλούζα με μπόλικα φερμουάρ κι ένα αρκουδάκι που κραδαίνει χαιρέκακα ένα Μπλακ εντ Ντέκερ! Στο δεύτερο μαγαζί αγοράζει ένα καπέλο με πούλιες α λα Pauline Black! Στο τρίτο μαγαζί αγοράζει κάτι κομμένα γάντια με μαύρες δαντέλες και κέλτικους σταυρούς! Στο τέταρτο μαγαζί αγοράζει ένα μπουφάν με νεκροκεφαλές, σταυρωτά κόκαλα και καρδούλες! Στο πέμπτο μαγαζί αγοράζει ένα ζευγάρι ροζ Doc Martens (οι τελευταίες που υπήρχαν στο νούμερό της –δεν θα ξαναβγάλει το εργοστάσιο)! Σκέφτομαι δυο πράγματα: α) από που διάολο της ήρθαν όλα αυτά της μικρής και β) πόσο γρήγορα στεγνώνουν οι κάλτσες και οι φανέλες αν τις κρεμάσεις στο αιρ κοντίσιον.
Η μικρή λατρεύει το Κάμντεν και το περπατάει μέχρι τελικής κατάρρευσης –όπως έγραψα παραπάνω. Κι εγώ είμαι χαρούμενος γι΄αυτήν.

Φυσικά, όταν ξημερώνει η μέρα της συναυλίας, η μικρή είναι κεφάτη και φρέσκια σαν τριαντάφυλλο. Περνάμε τη μέρα χαλαρά και ξεκινάμε στις 4 το απόγευμα για το Ο2. Το πρόγραμμα που μας έχουν στείλει, γράφει οτι οι πόρτες θα ανοίξουν στις 6, το πρώτο συγκρότημα θα ξεκινήσει στις 7:30 και η Miley θα βγει στις 8:30. Είμαι μέσα στο άγχος, επειδή η μικρή έχει ντυθεί Κάμντεν και φοβάμαι οτι θα ψοφήσει στο κρύο, φοβάμαι οτι θα κουραστεί υπερβολικά, φοβάμαι οτι θα τσαλαπατηθούμε εκεί πέρα –είναι και η συναυλία είναι sold out... Είναι η πρώτη συναυλία της ζωής της κι εγώ κάθομαι σε καρφιά!

Βγαίνουμε από τον υπόγειο μαζί με άλλες οικογένειες, περνάμε έναν διάδρομο κοντά στα 100 μέτρα όπου το κρύο ξυρίζει και πλησιάζουμε το μεγαθήριο. Στην είσοδο, πύργοι με τη Μiley και τα πιτσιρίκια αλαλάζουν! Παίρνω μια πρώτη ιδέα του κλίματος –χαμογελάω. Μετά συναντάμε ένα λούνα παρκ κανονικό και στεγασμένο –δεν κάνει κρύο εκεί πέρα κι όλα φαίνονται φαντασμαγορικά. Τρώμε χοτ ντογκ και βάφλες –ο κόσμος όλος βολτάρει χαλαρά. Ανασαίνω –μέχρι εδώ καλά.

Έξω από τις θύρες του Ο2 οι πάγκοι πουλάνε μπλουζάκια της συναυλίας, προγράμματα κι εκείνα τα καβλιτζέκια που μοιάζουν με στυλό αλλά βγάζουν πολύχρωμα φώτα. Φυσικά η μικρή τα θέλει όλα και είναι η μέρα της. Ανακαλύπτω, όσο περιμένουμε τη σειρά μας, οτι ΟΛΑ τα κοριτσάκια 9-12 χρονών αγοράζουν το ίδιο σχέδιο μπλούζας (από τα 8 διαφορετικά που υπάρχουν) και ΟΛΑ τα κοριτσάκια 14-16 χρονών αγοράζουν ένα άλλο σχέδιο! Και θυμάμαι οτι έχω χρόνια να δω «στολή συναυλίας» -από τότε που βάφαμε στη ζούλα τα μάτια μας έξω από το Σπόρτινγκ.

Κόβουμε βόλτες μέχρι ν΄ανοίξουν οι θύρες –πολύς κόσμος, πολλά κοριτσάκια, ντυμένα στο ίδιο στυλ με την κόρη μου, κοιτάζονται καθώς διασταυρώνονται, ανταλλάσσουν συνωμοτικά βλέμματα, «σήμερα είναι η μέρα μας», «από που το πήρες αυτό;», «σήμερα ο κόσμος είναι δικός μας» -δε μιλάνε, αλλά τα νιώθω κι ανατριχιάζω.

Οι θύρες ανοίγουν 6 ακριβώς, φυσικά! Και κανένας δεν στριμώχνεται, κάνουμε πλάκα με την Tomboy και λέμε πως αν φωνάζαμε τώρα «ντου ρε, ντου!» θα μας κοιτάγανε όλοι σαν εξωγήινους.

Φτάνουμε έξω από τις πόρτες της Αρένας, ο καθένας στήνεται έξω από την δική του κερκίδα –περιμένουμε υπομονετικά στην ουρά. Από τα μεγάφωνα λένε, «μην κάνετε ουρές, οι θέσεις σας είναι αριθμημένες, πηγαίνετε στα μπαρ μέχρι ν΄ανοίξουν οι πόρτες». Κανείς δε δίνει σημασία –περιμένουμε στην ουρά, Άγγλοι, Ισπανοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Ρώσοι κι εμείς. Από τα μεγάφωνα λένε, «προσοχή παιδιά –για τη δική σας ασφάλεια απαγορεύεται να πατάτε πάνω στα καθίσματα» κι ένα κοριτσάκι πίσω μας απαντάει, «μα δεν θα πατάω πάνω στο κάθισμα –ΘΑ ΧΟΡΟΠΗΔΑΩ πάνω στο κάθισμα». Οι πόρτες ανοίγουν, πηγαίνουμε στις θέσεις μας. Η Αρένα είναι απλώς ένα συναυλιακό όνειρο κι όλες οι εγκαταστάσεις δηλαδή είναι ο καλύτερος συναυλιακός χώρος που έχω δει στη ζωή μου.

Στις 7:30 ακριβώς βγαίνουν οι Metro Station. Δεν ξέρω αν το επεσήμανα παραπάνω, αλλά η οικογένεια Cyrus δείχνει πολύ δεμένη –έτσι λοιπόν, αυτό είναι το συγκρότημα που παίζει ο αδερφός της Maily, ο Tracey, κι ο αδελφός του συμπρωταγωνιστή της στη Hannah Montana. Οικογενειακά κόλπα και κάμποσο παρεϊκά! Ο άλλος αδερφός της Mailey (είναι κι 8 παιδιά πανάθεμά τα!) παίζει κιθάρα στο συγκρότημα της αδερφής του!
Αυτός λοιπόν ο Tracey μου κλόνισε κάπως την αντίληψη περί της βαθιάς χριστιανικότητας της οικογενείας Cyrus επειδή είναι κάπως τρομακτικό παλικάρι -με τόσα τατουάζ που μόνο σε ναό σατανιστών θα γινόταν ευχαρίστως δεκτός! Μπορεί και να κάνω λάθος... Πάντως, από φωνή είναι εντελώς γιούχα (τη δουλειά την κάνει όλη ο άλλος, ο αδερφός του κολλητού). Κι από κιθάρα δεν έχει ελπίδα να γίνει ο επόμενος Randy Rhodes, αλλά από σκηνική παρουσία γαμούσε το άτομο! Ζογκλέρ!



Οι Metro Station πρέπει να κοιμούνται αγκαλιά με τα βινύλια των ποπ πανκ Εγγλέζικων συγκροτημάτων –δείχνουν μάλιστα ένα περίεργο κόλλημα στο γράμμα V. Vibrators, Vapors για την ακρίβεια –πολύ ωραία πράγματα για γέρους σαν εμένα!
Ο Tracey πετάγεται στην άκρη της σκηνής, φωνάζει «ουρλιάξτε!» και τα πιτσιρίκια ουρλιάζουν αφιονισμένα. Μετά φωνάζει, «χοροπηδήξτε!» και τα πιτσιρίκια τινάζονται σαν ελατήρια. «Σου αρέσει;» ρωτάω την κόρη μου όταν σταματάει για λίγο να χτυπιέται. «Τον τιμάω επειδή είναι αδερφός της Miley», μου απαντάει και τότε καταλαβαίνω. Τα πιτσιρίκια ήρθαν εδώ για να το διασκεδάσουν –δεν καταλαβαίνουν από κούραση, δεν κρατάνε τις τσιρίδες τους από το φόβο μη βραχνιάσουν πριν παίξει η Miley, δεν γκρινιάζουν σε στυλ «άντε τελείωνε να βγει η δικιά μας». Τα πιτσιρίκια είναι καταπληκτικό κοινό συναυλίας –ήρθαν να τα χώσουν και θα το κάνουν, ότι κι αν γίνει.
«Είσαστε καταπληκτικοί, είσαστε πολύ καλύτεροι από τους Αμερικάνους, δεν ξέρω τι σας ταΐζουν, δεν ξέρω τι σας ποτίζουν –και δεν θέλω να μάθω –αλλά είσαστε θεότρελοι», τους λέει ο Tracey. «Ε, ρε γλείψιμο!» λέω στην Tomboy. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Επειδή οι πιτσιρικάδες των Metro Station παίζουν εντελώς ακομπλεξάριστα στη σκηνή και χαίρονται όλη τη φάση –δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Έχει τύχει να δω support πριν από μεγάλα ονόματα κι έχω δει το τρακ τους, καμιά σχέση με το θράσος αυτών των παιδιών που παίζουν λες κι όλος ο κόσμος ήρθε αποκλειστικά για χάρη τους.

Στις 8:30 ακριβώς σβήνουν τα φώτα και οι τεράστιες οθόνες της σκηνής αρχίζουν να στροβιλίζονται. Τα πιτσιρίκια μόνο που δεν σπάνε τα καθίσματα από τον ενθουσιασμό. Η πολυαναμενόμενη Miley Cyrus εμφανίζεται μέσα σ΄ένα παγόβουνο, η σκηνή λούζεται στο κρύο μπλε φως, οι γιγαντοοθόνες προβάλλουν την καταστροφή του πλανήτη από χιονοθύελλες, τα πιτσιρίκια μασάνε σίδερα ανεμίζοντας τα πολύχρωμα στυλοφωτάκια τους. Στη μέση του τραγουδιού το παγόβουνο σπάει και η σκηνή λούζεται σε εκρηκτικά κόκκινα-πορτοκαλί φώτα. Κοιτάζω την κόρη μου που είναι ανάμεσά μας –όρθια, χαμένη στο δικό της όνειρο. Δεν την ενοχλώ και δεν εντυπωσιάζομαι από το σόου.

Η Miley ρίχνει 3-4 τραγούδια στη σειρά χωρίς καν να χαιρετήσει τον κόσμο, τρέχει πέρα δώθε εμφανώς αγχωμένη. Λόγω της μικρής έχω δει και την προηγούμενη τουρνέ της σε ταινία –εκεί φαινόταν οτι η Miley διασκέδαζε όλο αυτό το πράγμα –τα γεμάτα στάδια, τη λατρεία, την απογείωση. Τώρα δεν δείχνει να διασκεδάζει καθόλου. Μάλλον επειδή στη συγκεκριμένη περιοδεία δεν είναι πια η Hannah Montana, δεν έχει τις πλάτες της Disney, δεν είναι πλέον το αγαπημένο παιδί-θαύμα της Αμερικής. Είναι μια τραγουδίστρια ποπ που πρέπει να κοντραριστεί με Σακίρες, Μπρίτνεϊ και όλα τα σχετικά –θα τα καταφέρει ή θα πάει άπατη;

«Είναι η πρώτη φορά που παίζω εδώ και είσαστε πολλοί καλύτεροι από τους Αμερικάνους», λέει λαχανιασμένη κι εγώ καταλαβαίνω οτι έχει πρόβλημα με την Αμερική η οικογένεια. Πρόσθεσε και το γνωστό απωθημένο των Αμερικάνων καλλιτεχνών να γίνουν αποδεκτοί από το Αγγλικό ιντελεκτουέλ κοινό... Ιντελεκτουέλ δωδεκάχρονα; Ακόμα κι έτσι!

Η συναυλία συνεχίζεται κι εγώ αρχίζω να ψιλογουστάρω, γιατί σε κάθε τραγούδι ξαναστήνεται από την αρχή όλη η σκηνή. Έχω δει οτι βρίσκονται τεχνικοί μέχρι και στην οροφή της Αρένας, 10 μέτρα ύψος, καθισμένοι στους προβολείς! Χορευτές που βουτάνε σε καταπακτές, κοστούμια που αλλάζουν πριν ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου –υπερθέαμα. Στο «Fly on the wall» η σκηνή γίνεται κανονικός ιστός αράχνης, η Miley φτάνει στην άκρη και μια τροχαλία τη βουτάει –σηκώνεται στον αέρα τραγουδώντας, σβουρίζει τριγύρω, κατεβαίνει. «Αυτά τα έχει κάνει κι ο Ρουβάς!» παρατηρεί η Tomboy.

Στις θέσεις από κάτω μας κάθεται μια οικογένεια -πατέρας, μητέρα, αγοράκι, κοριτσάκι. Μας ρωτάνε από που πήρε την μπλούζα η κόρη μου, τους εξηγούμε οτι τις πουλάνε στο μπροστά μέρος της Αρένας, η μητέρα ετοιμάζεται να πάει κατά κει, να φέρει μια και στην κόρη της που δεν μπορεί να τα δώσει όλα άνευ μπλούζας με τη Miley! Γουστάρω.
Μας ρωτάνε από που είμαστε κι όταν τους λέμε οτι η μικρή ήρθε από Ελλάδα για να δει τη συναυλία ενθουσιάζονται. Της λένε οτι είναι πολύ μεγάλη θαυμάστρια της Miley, η κόρη μου κοκκινίζει και δε βγάζει άχνα.

Στη σκηνή η Miley κάνει διάφορα –έχει χαλαρώσει, κοροϊδεύει έναν φανατίλα (μεγάλο άνθρωπο για όνομα του Θεού!) που στέκεται όρθιος στο πλάι. Ο φανατίλας της πετάει ένα τριαντάφυλλο (ή κάτι τέτοιο), εκείνη ρίχνει ένα περιποιημένο πλασεδάκι και το λουλούδι εκσφεντονίζεται μακριά από τη σκηνή, μετά κάνει νόημα στον φανατίλα ν΄ανέβει πάνω –εκείνος κωλώνει (που πας ρε Καραμήτρο;) Η φωνή της κάνει κάμποσα κοκοράκια επειδή είναι 17 χρονών γαμώτο –σ΄αυτή την ηλικία στρώνουν οι φωνές κι αν δεν καπνίζεις, χέσε μέσα, πως να βγάλεις γρέζι; Αλλά τότε ανακαλύπτω οτι η κοπέλα δεν κωλώνει, δεν τη νοιάζουν όλα αυτά –βουτάει το κάθε τραγούδι από τα μαλλιά και το σκίζει. Όπως μπορεί, όσο μπορεί και σ΄όποιον αρέσει! Τα παιδιά πάντως παραμένουν σε κατάσταση υστερίας.

Ρίχνει και μια διασκευή του "I love Rock ‘n’ Roll", ο πατέρας από κάτω μου πωρώνεται. Εντάξει –δεν εντυπωσιάζομαι. Αλλά όταν σκάει μια τσοπεριά στη σκηνή κι εκείνη ανεβαίνει πάνω και μετά η τσοπεριά με τη Miley απογειώνονται δεμένες σε τροχαλίες μου πέφτει το σαγόνι. Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται τα Καρουζέλ, αλλά σκέψου όλη αυτή την κατάσταση στα 7-8 μέτρα από το τσιμέντο! Ακόμα μου σηκώνονται οι τρίχες στο σβέρκο!

Η Miley Cyrus έχει μια διαφορά από τις υπόλοιπες ποπ σταρ που έτυχε ν΄ακούσω πρόσφατα. Αντίθετα με αυτές, εκείνη πατάει γερά στο southern hard rock. Ναι, έχει χιπ χοπ τραγούδια, ναι έχει γλυκανάλατα –αλλά έχει και κάτι ζόρικα για να κοπανάς τη μαλλούρα στα ηχεία! Όπως τότε που τα έριχνε η Pat Benatar, αν θυμάσαι. Κι αυτό μου αρέσει.

Κάποιοι άρχισαν να φεύγουν πριν τελειώσει η συναυλία για να γλιτώσουν το πήξιμο, ρωτήσαμε την κόρη μας. «Ούτε να το σκέφτεστε, αν χάσω τραγούδι της Miley θα αυτοκτονήσω!» μας ξεκαθάρισε. Δεν επιμείναμε.

Κι εμένα με πιάσανε πάλι οι φόβοι –από που θα βγει όλος αυτός ο κόσμος;

Όταν τελείωσε η συναυλία ξεκινήσαμε το γρήγορο βήμα, μπλεχτήκαμε με άλλους που έφευγαν –δεν υπήρχε στρίμωγμα. Σε όλη τη διαδρομή είχαν ανάψει ταμπέλες που έγραψαν «έχουν μπει σε εφαρμογή οι διαδικασίες ασφαλούς αποχώρησης πλήθους» -γέλασα απαξιωτικά. Μετά από λίγο όμως είδα δεκάδες υπαλλήλους με κίτρινα αδιάβροχα να μας δίνουν οδηγίες, μας πήγαν έτσι συντεταγμένους μέχρι το σταθμό του υπόγειου όπου τα μεγάφωνα φώναζαν τα δρομολόγια. Κάναμε να μπούμε, ένας κίτρινος μας φώναζε «μη μπείτε σ΄αυτό το βαγόνι, προχωρήστε μπροστά που έχει χώρο». Τον ακολουθήσαμε κι έτσι βρήκαμε θέση να καταρρεύσει η μικρή!

Εξουθενωμένη, με κατακόκκινα μάγουλα και τον ιδρώτα να τρέχει με ρώταγε: «μα γιατί να τελειώσει η συναυλία; γιατί να μη μείνουμε για πάντα εδώ; στην Αθήνα είναι όλα τόσο βαρετά! πότε θα ξανάρθουμε;»

Δίπλα μας δυο κοριτσάκια είχαν αγκαλιάσει έναν συνομήλικό μου. «Ευχαριστώ μπαμπά», έλεγε το ένα. «Ευχαριστώ κύριε Τάδε», έλεγε το άλλο. «Καλά Χριστούγεννα κορίτσια», χαμογελούσε εκείνος γαλήνια. Τον ένιωθα απόλυτα.

Θέλω να πω κάτι τελευταίο –θέλω να πω οτι είμαι υπερήφανος για την κόρη μου. Γουστάρω τον φανατισμό της, γουστάρω που έχει κόλλημα με τη Miley Cyrus κι όχι με τον Μαρτάκη, τη Βανδή ή εκείνο το αρκούδι που είναι της μόδας τώρα τελευταία.

Κι αν ποτέ διαβάσει αυτό το κείμενο, ελπίζω να μην απογοητευτεί από τα όσα ξέχασα κι όσα δεν πήρα χαμπάρι από εκείνο το βράδυ–ξέρεις, δικό σου ήταν το ταξίδι μικρούλα, εμείς απλά συνοδεύαμε.

Κι αυτό είναι το αγαπημένο μας τραγούδι από τη Miley Cyrus, ευχαριστώ ρε πιτσιρίκα που μου το έμαθες!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι