Δευτέρα, Απριλίου 12, 2010

5. «Αγιασθήτω τ’ όνομά του»

Το γόνατά του ήταν τσιμεντένια από την ορθοστασία –ήρθε και το σφάξιμο από τα παντοφλέ παπούτσια να τον χτυπήσει κάτω από το στομάχι, αναστέναξε στα κρυφά. Κι ο αναστεναγμός τού γύρισε σε χασμουρητό, κατάφερε να το πνίξει, τα μάτια του δάκρυσαν. Άλλαξε πόδι στήριξης σαν φαντάρος σε σκοπιά, η μυρωδιά των κεριών τον αναγούλιασε και η ζέστη της εκκλησίας θα πρέπει να ήταν ήδη αποτυπωμένη με μπαλώματα στις μασχάλες του πουκαμίσου του. Έπρεπε να ξαναφορέσει το σακάκι για να μη φαίνεται ο ιδρώτας, αλλά αυτό θα σήμαινε ακόμα μεγαλύτερη ζέστη. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στον παπά αλλά αμέσως μόλις το κατάφερε εκείνος τους γύρισε την πλάτη και χώθηκε στο Ιερό αφήνοντας τον δεξιό ψάλτη να συνεχίσει τη λειτουργία.
«Τι το ήθελα το ξενύχτι χτες;» δυσανασχέτησε.

Βέβαια, το να καθίσεις σε μια ταβέρνα μέχρι τις 11:30 δεν είναι ακριβώς ξενύχτι, όπως και το να πάει στη συγκέντρωση παλιών συμμαθητών αποτελούσε υποχρεωτική υποχρέωση –οι πελάτες στο ιατρείο συνεχώς λιγόστευαν και η συγκέντρωση ήταν καλή ευκαιρία για νέες επαφές.

«Οι πελάτες στο ιατρείο!» Για την ακρίβεια επρόκειτο για κτηνιατρείο, ας όψεται ο παλιάνθρωπος ο Παπαντρέας που άλλαξε το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια την εποχή που εκείνος ήταν στη Δευτέρα Λυκείου! Τρία χρόνια φροντιστήρια στον «Ηράκλειτο», τρία χρόνια προετοιμασίας για τις διπλές εξετάσεις κι ήρθε ο παπατζής να τις καταργήσει. Έφερε τις παλιοδέσμες του, μείνανε μόνο στην Τρίτη Λυκείου οι εξετάσεις, βρέθηκε στη Βήτα Δέσμη εκείνος με άλλους τρεις ηλίθιους. Ούτε μάθημα, ούτε τίποτα –κόντεψε να μείνει από απουσίες για να διαβάζει στο σπίτι και να πηγαίνει εντατικά στο φροντιστήριο. Όταν φτάσανε οι μέρες των Πανελληνίων (τις είχε μετονομάσει σε Πανελλαδικές ο παπατζής!) κρατιότανε με τα χάπια για να μην καταρρεύσει. Μαθηματικά: 14. Βιολογία: 19. Φυσική: 18. Έκθεση: 12. Άκου εκεί!
«12, γαμώ τον παπατζή μου μέσα –με κάνει να βρίζω κι είμαι και σε εκκλησία! Ένα παλιοθέμα –η συμμετοχή των νέων στα κοινά, που να τα ξέρω εγώ αυτά; Στα SOS ο ηλίθιος ο εκθεσάς δεν το είχε πιάσει ούτε κατά διάνοια, ποια συμμετοχή; Σε ποια κοινά; Να κολλάς αφίσες για το Πασόκ για να σε βολέψουν στο Δημόσιο;»

Μετακινήθηκε, ένα βήμα μπρος –μετά γύρισε πάλι πίσω πατώντας στα τακούνια των παντοφλέ του, τι τα θυμήθηκε αυτά τώρα και φούντωσε; Η ζέστη πήγαινε για αφόρητη, ίδρωνε σαν το γουρούνι.
«Τέλειωνε πάτερ Νεκτάριε –μας λες τα υπόλοιπα την άλλη Κυριακή, δεν πάμε πουθενά! Εδώ θα ξανάρθουμε».

Άκουσε κάποιο σούσουρο στ΄αριστερά του, στην πλευρά που κάθονταν οι γυναίκες, κοίταξε με την άκρη του ματιού. Η βλαμμένη η φαρμακοποιός με την κόρη της και την εγγονή –το κοριτσάκι είχε πέσει στο πάτωμα και πάλευε να ξεκολλήσει τη μοκέτα του ναού. «Κοίτα κάτι γονείς που δεν είναι ικανοί να κάνουν ζάφτι ούτε τα παιδιά τους! Κοίτα την κατσίκα τη μάνα της –ατάραχη. Και η φαρμακοτρίφτρα χαμογελάει για το κατόρθωμα –ρε ας ήταν εδώ ο πατέρας μου και θα βλέπατε! Μια φορά άκουσε ένα παιδί να βρίζει στην πλατεία και το πήγε από τ΄αυτί σπίτι του, ήτανε άντρας κανονικός ο πατέρας μου, όχι σαν τον αμφιλεγόμενο το γαμπρό της φαρμακοποιού... Ας όψεται το ζάχαρο που τον έχει καθηλώσει...»
Έφτασε τότε η στιγμή του «δι΄ευχών» ανάσανε εκείνος με ένοχη ανακούφιση. Ο εκκλησιασμός είναι καθήκον, η πνευματικότητα είναι αναγκαιότητα –απλά δεν ένιωθε πολύ καλά σήμερα. Έφταιγε το ξενύχτι...

Κάτι γαϊδουρογάιδαροι πιτσιρικάδες τον σκούντηξαν προσπαθώντας να βγουν μπροστά, να πιάσουν θέση για τη δεύτερη κοινωνία, στραβομουτσούνιασε και ενοχλήθηκε. Δυσφορούσε στις στενές επαφές, πόσο μάλλον σήμερα που βρώμαγε ιδρώτα. Σταυροκοπήθηκε γυρίζοντας την πλάτη, έξω τον περίμενε ένας χειμωνιάτικος ήλιος σκέτο μαρτύριο.

Οι χασομέρηδες είχαν ήδη μετακομίσει από τα στασίδια της εκκλησίας στις πλαστικές καρέκλες (τύπου μπαμπού) του καφενείου απέναντι. Τους μέτρησε όσο περπατούσε, δεν άξιζαν τον κόπο να χαραμίσει το δίφραγκο για καφέ. Κανένας τους δεν τα πήγαινε καλά με τα ζώα άλλωστε –γέροι, βρομιάρηδες, συνταξιούχοι. Προτίμησε ν΄ακολουθήσει τα βήματα των κυριών που κροτάλιζαν με τα τακούνια τους την άσφαλτο επιστρέφοντας στα σπίτια τους. Η Κυριακή ήταν ανέκαθεν πολυάσχολη μέρα, αφού προετοίμαζε την επόμενη βδομάδα.
«Καλημέρα Παντελή», του φώναξε μια λαχανιασμένη από τα δεξιά του.
«Καλημέρα Νότα», απάντησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του. Έπρεπε βλέπεις να κοιτάζει το τσιμέντο μπροστά του, αν δεν ήθελε να πατήσει τίποτα σκυλόσκατα.
«Πήγες χτες στη συνάντηση;» άνοιξε το βήμα για να τον προλάβει η γυναίκα δίπλα του.
«Ναι, ωραία ήταν», μουρμούρισε άκεφα εκείνος. Νευρίαζε με κάτι τέτοια, τι ήθελε η ευλογημένη πρωινιάτικα; Τη θυμόταν από το σχολείο, μικρότερή του τρία μπορεί και τέσσερα χρόνια. Εξ όλης και προώλης... Δεν είχε αφήσει κανέναν άπαρτο από την τάξη της και πάνω! Στάθηκε τυχερή γιατί στραβώθηκε εκείνος ο βλάκας ο Μίμης και την παντρεύτηκε, ήταν ερωτευμένος μαζί της από το νηπιαγωγείο ήταν κι ο μόνος που δεν είχε πάει μαζί της. Ηλίθιος με πατέντα. Και τους τη μόστραρε για πιστή χριστιανή –κάτι τέτοιες γυναίκες δεν πρέπει να πατάνε στις εκκλησίες, τις μαγαρίζουν...
«Τι ωραία καλέ; Δεν τα ΄μαθες;» σκλήρισε η Νότα.
Τι να μάθει;
«Όχι –έγινε κάτι;»
«Ο Πέτρος καλέ! Τον βρήκαμε σκοτωμένο όταν γύριζε σπίτι του...»
«Τι λες; Πώς δηλαδή;»
«Κόπηκε το συρματόσχοινο του ασανσέρ και τσακίστηκε στο υπόγειο της πολυκατοικίας του...»
Κοντοστάθηκε. Ο Πέτρος... Καλό παιδί αλλά έμπλεξε με κακές παρέες... Τι είχε γίνει αυτός; Θυμόταν οτι τον είδε στην ταβέρνα, μαζεμένο ως συνήθως... Μια χαρά τακτοποιημένος επαγγελματικά, το είχε ακούσει αυτό, ήταν μέσα στους υποψήφιους για κουβέντα αλλά δεν τους δόθηκε η ευκαιρία... Βρε το φουκαρά τον Πέτρο!
«Τι κρίμα βρε παιδί μου! Είχε οικογένεια;»
«Ναι, γυναίκα και δυο παιδιά...» τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες η Νότα.
«Άγνωσται αι βουλαί ..» σχολίασε εκείνος μουρμουριστά. Αλλά μάλλον ήθελε να πει, «οι αμαρτίες εδώ πληρώνονται».
«Μα πως έγινε; Δεν τον είδες χτες;» επέμεινε η Νότα.
«Τον είδα –δεν μιλήσαμε πολύ... Αλλά και τι θα πει αυτό; Λες να το ΄ξερε οτι θα πάθει ατύχημα;» νευρίασε ο Παντελής.
«Όχι αλλά.... Μόνος του έφυγε από τη συνάντηση;» ρώτησε δήθεν τσαχπίνικα η Νότα.
«Δεν ξέρω –εγώ έφυγα νωρίτερα», της το ξέκοψε εκείνος. Τι διάβολος την τριβέλιζε;
«Ρωτάω επειδή ακούστηκε....»
«Τι ακούστηκε;»
«Τίποτα καλέ –κακοήθειες!»
«Δηλαδή;»
Η γυναίκα τον πλησίασε ακόμα περισσότερο, το άρωμά της τον ανατρίχιασε.
«Ακούστηκε οτι τον βρήκαν με τα παντελόνια κατεβασμένα....»
«Που; Στο ασανσέρ;»
«Ναι καλέ!»
«Ποιος να ξέρει....» ανασήκωσε τους ώμους δείχνοντας αδιαφορία. «Οι αμαρτίες εδώ πληρώνονται Πετράκη!» ξανασκέφτηκε σκάζοντας μισό χαμόγελο.
«Ο Θεός να συχωρέσει την ψυχή του –ότι κι αν έγινε», αποφάνθηκε η Νότα μεγαλόψυχα.
«Ε βέβαια!» συμπλήρωσε εκείνος. «Άμα αρχίσει τις αφέσεις ο Κύριος μπορεί να πάρεις κι εσύ σειρά παλιογύναιο!» αυτό βέβαια το σκέφτηκε –δεν το είπε.
Η γυναίκα συνέχισε να περπατάει δίπλα του, καταντούσε πλέον ενοχλητικό.
«Τι κάνει ο Μίμης;» τη ρώτησε, έτσι για να πει κάτι.
«Ο Μίμης...Μια χαρά –στο νοσοκομείο τον έχω... Πολύποδας στο έντερο...» απάντησε εκείνη κάπως διφορούμενα.
«Περαστικά του», ευχήθηκε ο Παντελής.
«Να περάσεις να τον δεις όταν γυρίσει σπίτι. Κι αν θέλεις δηλαδή, πέρνα και νωρίτερα....» του χαμογέλασε η Νότα.
«Ύπαγε οπίσω μου!» σκέφτηκε εκείνος. «Ναι, ναι –κάποια μέρα....» της υποσχέθηκε στο φωναχτό και το κούφιο.
Και έστριψε βιαστικά στο στενό για το σπίτι του.

Έψησε έναν ελληνικό με ολίγη και κάθισε στο σαλόνι να τον φχαριστηθεί –το καναρίνι αλαφιάστηκε με το που τον είδε, φτερούγισε κοπανώντας τα κάγκελα του κλουβιού, άφησε λίγα πούπουλα στον αέρα και ξαναφώλιασε μέσα στην κελαϊδίνη του.
«Σκατόπουλο!» το στραβοκοίταξε εκείνος. Έπρεπε να το βγάλει στο μπαλκόνι, να του καθαρίσει το κλουβί –αργότερα.
Πάει λοιπόν κι ο Πέτρος! Με κάποια ήταν ερωτοχτυπημένος στο Λύκειο, αλλά δεν θυμόταν με ποια, δε θυμόταν καν να είχε αναφερθεί κάτι σχετικό. Κλειστό παιδί. Είχε όλα τα φόντα να περάσει στο Πανεπιστήμιο (και τελικά πέρασε με την πρώτη), αλλά έδειχνε να ντρέπεται γι΄αυτό. Όλη την ώρα καθόταν στο «καπνιστήριο» παρέα με τα ρεμάλια, λες και τον έκαιγε να εξασφαλίσει την έγκρισή τους –έτσι χαραμιζόταν. Ρούφηξε μια γερή γουλιά από τον καφέ του –ξαναθυμήθηκε γιατί τον είχε άχτι τον Πέτρο. Τότε στο Ναύπλιο, του είχε χαλάσει όλο το πλάνο ο ηλίθιος! Άπλωσε τα πόδια του, είδε οτι φορούσε ακόμα τα παπούτσια του, σηκώθηκε, έβαλε παντόφλες –ξανακάθισε.

Ήταν εκείνη η κοπέλα, η Μαρίνα... Ήταν σε διαφορετικό τμήμα από τον Παντελή, αλλά βρέθηκαν να κάθονται στο ίδιο θρανίο στη Δέσμη. Εκείνη η κοπέλα. Η Μαρίνα.... Πηγαίνανε και στο ίδιο φροντιστήριο στο κέντρο....

Κάθονταν μαζί στο λεωφορείο –μιλούσαν. Του άρεσε, έξυπνη κοπέλα και όμορφη. Με τα μυαλά στο κεφάλι της, όχι σκόρπια σε καφετέριες και μπαλαμουτιάσματα. Είχε κι άλλους φίλους και φίλες –όμως η Μαρίνα δεν έκανε παρέα μαζί του από υπολογισμό. Για να αντιγράφει στα διαγωνίσματα, για να τον συναγωνίζεται στους βαθμούς –δεν ασχολιόταν με αυτά η Μαρίνα. Έκανε παρέα μαζί του ... γιατί έκανε παρέα μαζί του; Επειδή της άρεσε. Τι πράγμα; Αυτός; Η παρέα του; Και τα δυο –έτσι δεν πάει; Ο Παντελής έβλεπε ήδη τα «Προσεχώς», θα περνάγανε ιατρική κι αυτός και η Μαρίνα. Αυτός θα γινόταν χειρούργος, εκείνη παιδίατρος. Θα παντρεύονταν μετά την ειδικότητα. Θα κάνανε δυο παιδιά –ένα αγόρι, ένα κορίτσι. Θα έφευγαν από την βρωμογειτονία, θα μετακόμιζαν βόρεια σε αξιοπρεπές προάστιο... Θα οδηγούσαν Μπεμβέ (αυτός) και Όπελ (εκείνη). Θα ήταν συνεταίρος σε ιδιωτική κλινική κι εκείνη θα κρατούσε ιατρείο κοντά στο σπίτι τους, εκείνη θα δούλευε λιγότερο βέβαια, για να περιμένει τα παιδιά όταν γύριζαν από το ιδιωτικό σχολείο. Θα πήγαιναν μαζί σε εκδηλώσεις –εγκαίνια, δεξιώσεις, φιλανθρωπίες...
«Πόσα χρόνια είσαστε παντρεμένοι βρε Παντελή; Δείχνετε ακόμα τόσο ερωτευμένοι!»
Κι εκείνος θα χαμογελούσε.
«Η Μαρίνα είναι ξεχωριστή γυναίκα....» θα περηφανευόταν.

«Θα στο πω αλλά μη σου ξεφύγει κουβέντα κακομοίρη μου!» του ψιθύρισε η Μαρίνα σκύβοντας δίπλα του.
Το λεωφορείο κούναγε, αυτός πετάχτηκε λίγο από το κάθισμα, ακούμπησε το μάγουλό του στα χείλια της, ανατρίχιασε.
«Εγώ είμαι τάφος –δε με ξέρεις;» διαμαρτυρήθηκε.
«Επειδή σε ξέρω, γι΄αυτό... Λοιπόν, νομίζω οτι έχω τσιμπηθεί με κάποιον», κοκκίνισε η Μαρίνα.
Δεν του άρεσε καθόλου ο πρόλογος –εντάξει, είχε ακούσει οτι τα κορίτσια λένε κάτι τέτοιες σαχλαμάρες σε στυλ «είμαι τσιμπημένη με κάποιον έτσι κι αλλιώς –βρέστον αν μπορείς» κι ο κάποιος είσαι εσύ και στο φέρνουν μέσω Λαμίας... Αλλά τα περί εχεμύθειας δεν είχαν θέση στο όλο θέμα. Τι τον πέρναγε δηλαδή; Κανένα κοκοράκι που θα κουνιόταν στους υπόλοιπους –«δείτε τι γκόμενα έριξα»; Μήπως δηλαδή δεν θα τη βλέπανε; Πόσο να μείνουν κρυφές οι σχέσεις στο σχολείο;
«Με ποιον;» ρώτησε παγωμένα ο Παντελής.
«Με το Στάθη», απάντησε σιγά η Μαρίνα.
Η βίλα στα βόρεια προάστια έγινε στάχτη από βραχυκύκλωμα του ηλεκτρολογικού πίνακα, το διοικητικό συμβούλιο της κλινικής τού κοινοποίησε την απόλυσή του, ένα κοπάδι αδέσποτων λυκόσκυλων κομμάτιασε τα δυο τους παιδιά μπροστά στα μάτια του, το παιδιατρείο της...
«Μ΄αυτόν;» βόγκηξε ο Παντελής.
«Ναι –είδες;» χαχάνισε η Μαρίνα.
Ξαφνικά του είχε φανεί εντελώς χαζοβιόλα, ένα ακόμα από τα ηλίθια κορίτσια με τη στάμπα στην αριστερή γάμπα από την εξάτμιση της μηχανής κάποιου αληταρά, μια κοινή.
«Ο Στάθης είναι εντελώς χαμένο κορμί», διαμαρτυρήθηκε.
«Εντάξει –τα παραλές! Απλώς δεν είναι καλός μαθητής!» ξεκίνησε να τον υπερασπίζεται ήδη η Μαρίνα.
Απλώς δεν είναι καλός μαθητής! Και έχει ήδη δυο μονοήμερες αποβολές φέτος, και σε κάθε τάξη είναι στο όριο να μείνει από απουσίες, τις προάλλες τον πιάσανε οι αστυνομικοί να σπάει τη βιτρίνα μιας αντιπροσωπείας αυτοκινήτων... Άκου «απλώς δεν είναι καλός μαθητής!» Και οι εγκληματίες πως είναι δηλαδή;
«Ο Στάθης βρε παιδί μου τις κοροϊδεύει τις κοπέλες δεν το ξέρεις; Πόσος καιρός πάει που η άλλη έπαθε κρίση επειδή τα χαλάσανε; Δεν το θυμάσαι;» προσπάθησε ακόμα περισσότερο ο Παντελής.
«Ναι το ξέρω, αλλά τι να κάνω; Μήπως ελέγχονται αυτά;» αποφάνθηκε η Μαρίνα.
«Ελέγχονται –όλα ελέγχονται! Εσύ έχεις μέλλον μπροστά σου, έχεις προοπτικές! Τι πας να μπλέξεις με τον αλήτη; Άλλωστε....» κόμπιασε ο Παντελής.
«Άλλωστε;» αρπάχτηκε από την κουβέντα του η Μαρίνα.
«Νόμιζα οτι υπήρχε κάτι μεταξύ μας...» ψιθύρισε ο Παντελής.
Ένα νευρικό γελάκι ξέφυγε από τη Μαρίνα, βιάστηκε να το μαζέψει αλλά η ζημιά είχε γίνει. Ο Παντελής κοίταξε έξω από το τζάμι τα μαγαζιά που πουλάγανε φωτιστικά. Τόσα σπαταλημένα φώτα στο σκοτάδι...
«Μωρέ Παντελή μου, εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος! Πως να σε δω διαφορετικά;» είπε μαλακά η Μαρίνα.
«Εντάξει, δεν πειράζει», απάντησε εκείνος.
«Σίγουρα;»
«Σίγουρα».
«Ωραία! Τι λες να κάνω με τον Στάθη λοιπόν;»
Ξαναγύρισε το κεφάλι του προς το παράθυρο, τα φωτιστικά έδωσαν τη θέση τους σε μαγαζιά με μοτοσυκλέτες –κάτι εκνευριστικές μοτοσυκλέτες με φανταχτερά αυτοκόλλητα και πεντακάθαρα απάτητα λάστιχα, αυτά βλέπανε οι χαζοί και ξερογλείφονταν, μέχρι που αγοράζανε μια σκοτώστρα και γίνονταν θρύψαλα. Η Μαρίνα ήταν μια παλιοπουτάνα –δεν είχε πλέον καμιά αμφιβολία περί αυτού.

Κι έτσι αποφάσισε να της φέρεται από δω και πέρα –έτσι όπως της άξιζε.

Καταστροφικές συμβουλές, να πουλάει η Μαρίνα μούρη στον Στάθη, να του το παίζει αδιάφορη επειδή έτσι θα του κινούσε το ενδιαφέρον κι ο Παντελής χαμογελαστός όσο έβλεπε οτι η Μαρίνα για τον Στάθη παρέμενε αόρατη. Κι εκείνη χαζεμένη από την καψούρα (έτσι όπως καταντάνε όλες οι ανεγκέφαλες γκόμενες) να ακούει τις συμβουλές του.
«Άντρας είσαι –κάτι παραπάνω θα ξέρεις!»
Ήξερε.

Τον τρόπο να της χαλάσει όλη την υπόθεση με τον Στάθη –τι θα έκανε μετά δηλαδή; Σ΄αυτόν δεν θα επέστρεφε η Μαρίνα; Κάποια παρηγοριά –και τότε θα εκτιμούσε τι άτομο ήταν ο Παντελής που βρισκόταν δίπλα της, ο Παντελής που είχε σκοπό να την παντρευτεί –όχι πια! Αυτά είχαν περάσει, η Μαρίνα ήταν απλώς ακόμα μια παλιοπουτάνα. Σιγά μην την παντρευόταν, θα την πήδαγε, θα την ξεφτέλιζε....

Είδε την ευκαιρία στην εκδρομή στο Ναύπλιο και δεν την άφησε να πάει χαμένη. Καθόταν στην καφετέρια μόνος του, δεν έκανε όρεξη να πάει με τους υπόλοιπους που πίνανε ούζα στη ζούλα.... Ούζα, πονοκέφαλος και οι παλιοπουτάνες ακόμα πιο εύκολες. Πρώτη και καλύτερη η Μαρίνα φυσικά! Δυο κοντοκουρεμένοι κάθισαν στο διπλανό του τραπέζι.
«Τι να προλάβεις σε μια δίωρη;» παραπονέθηκε ο ένας.
«Κι ο επιλόχας περιμένει να του φέρουμε φαγητό από ταβέρνα....» γκρίνιαξε ο άλλος.
«Να πρέπει να τους γλείψεις τα παπάρια για μια δίωρη...» σιγοντάρισε ο πρώτος.
Παράγγειλαν φραπέδες, τεντώθηκαν στον ήλιο, μετά ο Παντελής τους άκουσε να κουβεντιάζουν για ακατανόητες ρουτίνες –Τζι 3, επανατατικά ελατήρια, κατά ριπάς, στίβους μάχης, οπλοβαστούς...

Είδε τον Στάθη να περνάει από μπροστά του αγκαζέ μ΄εκείνη την καινούργια με τα μεγάλα βυζιά. Το ανοιχτό βαριεστημένο βήμα του Στάθη, η γκόμενα που κουνιόταν σα φρεγάδα...
«Την πάει για χερούκωμα σε τίποτα ερημιές....» σκέφτηκε.
Ήπιε λίγη ακόμα πορτοκαλάδα παρακολουθώντας τους να απομακρύνονται.
«Αδερφέ μου τι τορπίλες είναι αυτές!» μούγκρισε ο ένας από τους κοντοκουρεμένους βλέποντας την κοπέλα δίπλα στον Στάθη.
«Αγοράκι! Άσε και για μας τίποτα!» φώναξε ο άλλος σκάζοντας στα γέλια.
Τότε του ήρθε η ιδέα. Έκανε πως ξεκαρδίστηκε με τα αστεία των κοντοκουρεμένων. Αυτοί τον κοίταξαν ξαφνιασμένοι.
«Σχολείο είσαστε φίλε;»
«Ναι –Λύκειο», απάντησε ευγενικά.
«Τέτοιους κόμματους έχετε κι άλλους στο Λύκειό σας;»
«Ε, όσο να πεις....» το έπαιξε μυστήριος.
«Δηλαδή τρώτε καλά παλιοκουφάλες!»
«Το κατά δύναμη...»
«Και πως θα γίνει να μας γνωρίσεις κι εμάς καμιά κοπελίτσα; Τώρα που γίναμε φίλοι!» αλληθώρισε ο ένας κοντοκουρεμένος.
«Ενδιαφέρεστε;» έκανε δήθεν διστακτικά ο Παντελής.
«Άκου λέει! Μαγαζί –κέρνα το παιδί ότι πίνει!» φώναξε ο κοντοκουρεμένος. Μετά είδε την πορτοκαλάδα. «Φέρτου και μια βανίλια να στρώσει ο λαιμός του!» κρυφογέλασε.
Ο Παντελής έκανε πως δεν κατάλαβε την καζούρα, τι σημασία είχε άλλωστε; Οι ηλίθιοι μόνο να προσβάλουν τους άλλους μπορούν, τίποτα περισσότερο.
«Εντάξει –κάτι μπορεί να γίνει... Αλλά δεν την ξέρω την πόλη... Αν, ας πούμε, ήθελα να σας κλείσω ένα ραντεβού με κοπέλα, πού θα την έστελνα;» έκανε σκεπτικός.
Οι κοντοκουρεμένοι πετάχτηκαν από τις καρέκλες τους, ένας φραπέ αναποδογύρισε, κάθισαν στο τραπέζι του Παντελή.
«Πίσω από την εκκλησία υπάρχει ένα αδιέξοδο...» είπε ο ένας.
«Την ξέρεις την εκκλησία –έτσι;» ρώτησε ο άλλος.
Ο Παντελής ένευσε θετικά.
«Κάνεις το γύρο, πας όλο δεξιά και πέφτεις μέσα...»
«Εντάξει», είπε ο Παντελής.
Οι κοντοκουρεμένοι έσκυψαν ταυτόχρονα προς το μέρος του.
«Δεν πιστεύω να μας δουλεύεις φιλαράκι!»
«Όχι βέβαια!» διαμαρτυρήθηκε ο Παντελής.
«Λοιπόν, εμείς θα πάμε εκεί και θα περιμένουμε. Αν δεν εμφανιστεί κανένας θα σε ψάξουμε...»
«Θα σε βρούμε....»
«Χίλια τα εκατό!»
«Και θα σε γαμήσουμε...»
«Κάτι πρέπει να γαμήσουμε κι εμείς επιτέλους, την πατρίδα φυλάμε στο κάτω-κάτω!»
«Έτσι δεν είναι;»
Ζαλίστηκε από τις εναλλασσόμενες κουβέντες τους, κουδούνισε το μυαλό του.
«Μην ανησυχείτε», ψέλλισε. «Θα έρθει η κοπέλα...»
«Σειρούλα, μας έφεξε!» φώναξε ο ένας κοντοκουρεμένος.
«Πάμε –φύγαμε!» είπε ο άλλος.
Ο Παντελής βιάστηκε να φύγει κι αυτός –έπρεπε να κινηθεί γρήγορα.

Τους βρήκε απλωμένους πίσω από τα πούλμαν, τζιν μπουφάν στρωμένα στο γρασίδι, κασετόφωνα, άδεια πακέτα τσιγάρων... Τα καραφάκια εμφανίζονταν μέσα από μπλούζες κι εξαφανίζονταν πριν εντοπιστούν. Εμφανίζονταν πάντα σε διαφορετικό χέρι, άδειαζαν, κρύβονταν –και πάλι απ΄την αρχή. Η Μαρίνα μόνη της, κάπνιζε. Στη μέση μιας παρέας που γέλαγε ακανόνιστα -μόνη της. Την πλησίασε από πίσω. Έσκυψε πάνω της.
«Τι γίνεται;»
«Βράζει και χύνεται».
Χαμογέλασε βεβιασμένα ο Παντελής.
«Πάμε λίγο πιο κει να σου πω...»
«Είναι ανάγκη τώρα; Έχω βολευτεί εδώ πέρα...» διαμαρτυρήθηκε η Μαρίνα.
«Για να σου λέω!» σήκωσε εκείνος αγανακτισμένα τους ώμους και πήγε 5-6 μέτρα παραδίπλα.
Η Μαρίνα σηκώθηκε απρόθυμα και τον πλησίασε.
«Τι θες ρε βάσανο;»
«Τίποτα... Έτυχε να δω τον Στάθη...»
«Κι εγώ τον είδα που έφευγε με τη...»
«Πάει αυτό, πάλιωσε! Καθόμουνα στο καφενείο και τους είδα που τσακώθηκαν χοντρά. Τώρα ο Στάθης την έχει πέσει πίσω από την εκκλησία, εδώ παρακάτω... Πίνει ένα καραφάκι μόνος του, ανησύχησα, αλλά ξέρεις οτι δε με πολυχωνεύει... Σκέφτηκα μήπως πήγαινες εσύ να του μιλήσεις....»
«Δηλαδή τώρα σε κόφτει για τον Στάθη;» απόρησε η Μαρίνα.
«Χέστηκα για τον ηλίθιο –για σένα με νοιάζει. Δεν μου είχες πει ότι...»
Η Μαρίνα τον κοίταξε περνώντας από τη δυσπιστία στην αβεβαιότητα.
«Λες;»
«Έχεις να χάσεις τίποτα;» της χαμογέλασε.
«Και είναι....»
«Από δω ευθεία, βρίσκεις την εκκλησία, κάνεις το γύρο, πας δεξιά....»
«Θα σου πω τα νέα στην επιστροφή», τον έκοψε η Μαρίνα φεύγοντας βιαστικά.
«Ναι, θα μου τα πεις...» χαμογέλασε ο Παντελής ύπουλα.

Την ακολούθησε από μακριά και δε νοιάστηκε ν΄αποφασίσει αν περπατούσε πίσω από της από εκδικητική μανία ή ψάχνοντας προοπτική να βρεθεί δίπλα της όταν θα ήταν ταραγμένη. Εκείνου του άρεσε να πιστεύει το δεύτερο –αλλά οι προθέσεις είναι οι σκιές που περνάνε τρέχοντας, μπροστά από τα μυωπικά μάτια της αλήθειας.

Η Μαρίνα προχωρούσε ακατάστατα, σχεδόν έτρεχε, μετά έκοβε βήμα και πάλι απ΄την αρχή. Μια ηλίθια ξεμυαλισμένη –μια παλιοπουτάνα. Έπιασε τοίχο και την άφησε να προπορευτεί. Τι θα γινόταν αν χόντραινε ανεξέλεγκτα η κατάσταση; Βλακείες! Τίποτα δεν μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτο, μέρα μεσημέρι, στο κέντρο μιας κωμόπολης. Η Μαρίνα χάθηκε στο μπάσιμο του αδιέξοδου στενού κι εκείνος αποφάσισε να δώσει λίγο χρόνο στην υπόθεση μέχρι να πλησιάσει κοντύτερα. Ανάσανε προσπαθώντας να συγκρατήσει την έξαψή του. Άδικα. Ξεκίνησε επιφυλακτικά να ζυγώνει στο στενό, ένα αυτοκίνητο τον εμπόδισε να περάσει γρήγορα απέναντι, δυο βήματα πίσω και πάλι απ΄την αρχή.

Τότε τον είδε.

Σαν κάτι να ακολουθούσε, κάτι που είχε αφήσει το άρωμά του στον βαρύ αέρα της κωμόπολης, κάτι που είχε αφήσει τα ίχνη του στις βιτρίνες των μίζερων μαγαζιών της πλατείας –στριφογύριζε ο Πέτρος. Αλλάζοντας πεζοδρόμια, αγγίζοντας τις βρώμικες βιτρίνες, κοιτάζοντας τα καχεκτικά κλαδιά των δέντρων...
«Τι γυρεύει εδώ πέρα ο ηλίθιος;» δυσανασχέτησε ο Παντελής.
Έμεινε για λίγο μετέωρος –να παρακολουθήσει τον Πέτρο ή να πάει προς το στενό; Σε λίγο δεν υπήρχε καν δίλημμα, ο Πέτρος πέρασε την πλατεία χαζεύοντας τα χαραγμένα ξύλινα παγκάκια, ήταν έτοιμος να συνεχίσει την αλλοπρόσαλλη βόλτα του όταν κοντοστάθηκε. Ο Παντελής τάχυνε το βήμα του. Ο Πέτρος έριξε ένα ξαφνικό σπριντ και μπήκε στο αδιέξοδο στενό.
«Σκατά!» μούγκρισε ο Παντελής.
Μετά διέσχισε γρήγορα την πλατεία αλλά σταμάτησε στα σκαλιά της εκκλησίας. Αν γινόταν φασαρία δεν ήθελε να μπλεχτεί. Άλλωστε όλα τελείωσαν πολύ γρήγορα –είδε τον Πέτρο να βγαίνει αγκαλιά με τη Μαρίνα, εκείνη φαινόταν αναστατωμένη, ίσως να έκλαιγε κιόλας.
Ο Παντελής ξεκίνησε να τους πλησιάζει αλλά μετά θυμήθηκε τους φαντάρους –δεν είχαν βγει ακόμα από το στενό. Έβαλε τα πόδια στις πλάτες και την κοπάνησε, χώθηκε μέσα στο πούλμαν που τους είχε φέρει, λαχανιασμένος. Απέξω τα παιδιά γκάριζαν μεθυσμένα. Κι εκείνος έβγαζε κάθε λίγο το κεφάλι από το φιμέ τζάμι, κοιτούσε, ξανακρυβόταν. Όλα πήγαν σκατά.

Το καναρίνι φτερούγισε αλαφιασμένο, αποσπώντας του την προσοχή.
«Τι θέλεις πια; Δε σου φταίω που έχυσες το φαγητό σου, άντε παράτα με!» μούγκρισε κοιτάζοντας το κλουβί.
Το καναρίνι έβγαλε μια στριγκλιά –καμιά σχέση με κελάηδισμα.
«Καθαρισμός κλουβιού και καινούργιο φαγητό το απόγευμα!» του είπε με σταθερή φωνή.
Έγινε κτηνίατρος κι ας σιχαινόταν τα ζώα, άλλωστε και γιατρός να γινόταν το ίδιο θα ήταν. Σιχαινόταν τους ανθρώπους περισσότερο από τα ζώα. «Αηδιαστικά βλέμματα καρφωμένα πάνω σου περιμένοντας να τους σώσεις...» στράγγιξε το φλιτζάνι, κατακάθια μπλέχτηκαν με τον καφέ στο στόμα του, κατάπιε μασουλώντας. Ένιωσε ξαφνική νύστα. Το καναρίνι λούφαξε στον πάτο του κλουβιού.
«Ίσως αυτή να είναι μια ευκαιρία...» μουρμούρισε ο Παντελής.

Πετάχτηκε ψάχνοντας τη χοντρή ατζέντα του, αυτή που κρατούσε στο σπίτι. Ξεφύλλισε. Βρήκε το επώνυμό της και δίπλα προσεκτικά γραμμένο ένα σταθερό τηλέφωνο, φρέσκο μελάνι, χτεσινοβραδινό. Δεν είχε εκδηλώσει πρόθεση να του δώσει το κινητό της κι εκείνος δεν επέμεινε. Σχημάτισε τον αριθμό, άκουσε το σήμα κλίσης για ένα ατέλειωτο λεπτό. Μετά η σύνδεση διακόπηκε. Πάτησε την επανάκληση. Περίμενε.
«Εμπρός;» ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής. Η φωνή της βαριά κι απρόθυμη.
«Μαρίνα;»
«Ποιος είναι;»
«Ο Παντελής...»
«Α, γεια σου, καλημέρα...»
«Καλημέρα. Έμαθες τα νέα;»
Ένα πνιχτό γέλιο από την άλλη άκρη.
«Αν τα έμαθα λέει...»
Μπερδεύτηκε.
«Για τον Πέτρο εννοώ...»
«Ναι, τα έμαθα...»
Σιωπή.
«Λοιπόν;» είπε αγχωμένα.
«Δεν έχει ‘λοιπόν’. Έμαθα τα νέα, αυτό είναι όλο», του απάντησε εκείνη απότομα.
«Έλεγα για την κηδεία...»
«Τι πράγμα;»
«Θα πας;»
«Δεν ξέρω».
Σιωπή.
«Τι κάνεις τώρα;»
«Κοιμόμουν μέχρι να με ξυπνήσεις...»
«Συγνώμη....»
«Δεν πειράζει. Θες κάτι άλλο;»
«Χτες βράδυ δεν προλάβαμε να τα πούμε σχεδόν καθόλου....»
Άκουσε την ανάσα της να βγαίνει σφυριχτή.
«Κάποια άλλη φορά....»
«Γιατί όχι σήμερα;»
«Παντελή δεν είμαι σε καλή διάθεση. Το κεφάλι μου πονάει, μάλλον αρρώστησα... Τέλος πάντων, θα τα πούμε κάποια άλλη φορά.».
«Τι έχεις; Γιατρός είμαι....»
Το γέλιο της κουδούνισε στ΄αυτί του.
«Κτηνίατρος –για τι με πέρασες; Για λαμπραντόρ;»
«Μην το λες! Μαθαίνουμε και τα βασικά της παθολογίας....»
«Δε με νοιάζει βρε Παντελή μου. Ύπνο χρειάζομαι, τίποτ΄άλλο...»
«Εντάξει, είπα να βοηθήσω...»
«Ευχαριστώ, το εκτιμώ».
«Εσύ μίλησες καθόλου χτες με τον Πέτρο;»
Σιωπή.
Σιωπή.
Σιωπή.
«Θα τα πούμε κάποια άλλη μέρα», η φωνή της έσβησε από το κλείσιμο της γραμμής.
Εκείνος έμεινε με το ακουστικό στ΄αυτί.

Αναστέναξε.

Το καναρίνι φτερούγισε κοπανώντας τα κάγκελα του κλουβιού του. Εκείνος το κοίταξε θυμωμένος.
«Μέχρι εδώ ήταν. Τα ΄φαγες τα ψωμιά σου βρωμόπουλο!» φώναξε.
Πήγε μετά φουριόζος, ξεκρέμασε το κλουβί και άνοιξε τη μπαλκονόπορτα. Ακούμπησε το κλουβί στο τραπεζάκι της βεράντας, ελευθέρωσε την πόρτα του.
«Φύγε, εξαφανίσου!» τσίριξε.
Το καναρίνι κούρνιασε σε μια γωνιά.

Ο Παντελής έβαλε το χέρι μέσα στο κλουβί, το καναρίνι πήγε να ξεφύγει, αλλά εκείνος το άρπαξε απαλά. Το έβγαλε έξω και το ακούμπησε στο στηθαίο του μπαλκονιού. Το καναρίνι σκλήριζε απεγνωσμένα. Όσο ο Παντελής τράβαγε το κλουβί μέσα στο σπίτι σφαλίζοντας την μπαλκονόπορτα.

Έμεινε μετά να κοιτάζει προς τα έξω. Περίμενε. Παρατηρούσε. Το καναρίνι περπάτησε άτσαλα, δοκίμασε τα φτερά του. Μετά, εντελώς άξαφνα, βούτηξε με το κεφάλι προς το κενό. Χάθηκε από το οπτικό του πεδίο.
«Δε σου δίνω πάνω από μισή μέρα μέχρι να σε ξεκοκαλίσει κάποια γάτα», υπολόγισε φεύγοντας από τη μπαλκονόπορτα.

Κοίταξε το άδειο σαλόνι του, άκουσε το άδειο σπίτι του.
«Όλοι σας κάποια μέρα θα πληρώσετε κι αυτή θα είναι η ανταμοιβή μου!» φώναξε.

Αισθάνθηκε αμέσως καλύτερα.

13 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

La koumbara είπε...

Αυτή η περιγραφή της ιδέας του για τον έγγαμο βίο είναι τρομακτικά πραγματική!

The Motorcycle boy είπε...

Γιατί καλέ; Δε σ΄αρέσουν τα Όπελ; Χαχαχα

Υ.Γ.: Βασικά, το σημερινό κομμάτι είναι για μένα εντελώς τρομακτικό επειδή τυγχάνει να είναι σχεδόν αληθινή ιστορία.

sjors είπε...

η ατμόσφαιρα μυρίζει κάργα επαρχία.
αλλά δεν είναι επαρχία ε;
πως το καταφέρνει αυτό;

Manuel είπε...

Πολύ καλό και θα το χαρακτήριζα αριστουργηματικό, αν ο τύπος δεν παρουσιαζόταν τόσο ακραία πουριτανός. Θυμίζει κάτι βαρεμένους προτεστάντες στην Αμερική ή τουλάχιστον στις αμερικάνικες ταινίες. Στο τέλος τους τη βαράει τελείως και τους κόβουν όλους φέτες. Ως γνωστόν το φως της ορθοδοξίας δεν είναι συμβατό με τέτοια ενοχικά σύνδρομα (Μπουχαχα!). Από την άλλη μπορεί να υπάρχουν και τέτοιοι τύποι και να μην το ξέρω, οπότε πάω πάσο! Περιμένω το επόμενο!

The Motorcycle boy είπε...

sjors επειδή κάποιες συνοικίες της Αθήνας ήταν το '80 κανονικά χωριά και οι εναπομείναντες εκείνης της εποχής σκέφτονται ακόμα επαρχιώτικα, ας πούμε. Έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα εδώ που ζω.

Manuel αριστουργηματικό δεν είναι με την καμμία! Πάντως έχει ενδιαφέρον αυτό που λες οτι βρίσκεις πως ο τύπος παρουσιάζεται σαν ακραίος πουριτανός. Και έχει ενδιαφέρον επειδή (λόγω βαρεμάρας και μειωμένης περιγραφικής ικανότητας) έκοψα τα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ πουριτανικά στοιχεία του τύπου!

xouxouxou είπε...

"τα φωτιστικά έδωσαν τη θέση τους σε μαγαζιά με μοτοσυκλέτες –κάτι εκνευριστικές μοτοσυκλέτες με φανταχτερά αυτοκόλλητα και πεντακάθαρα απάτητα λάστιχα, αυτά βλέπανε οι χαζοί και ξερογλείφονταν, μέχρι που αγοράζανε μια σκοτώστρα και γίνονταν θρύψαλα."
φωτιά στον κονδυλοφόρο σου ματοσακέ!

πουριτανός, ναι.
ότι και να κοψες, έχει όλη τη μιζέρια των ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ πουριτανών [γνώρισα πολλούς στον τόπο μου (ή στην πατρίδα μας, πες το όπως θες, χαχα) και μερικούς ακόμη στην καθολικήν πολωνίαν...]

Manuel είπε...

"τα φωτιστικά έδωσαν τη θέση τους σε μαγαζιά με μοτοσυκλέτες –κάτι εκνευριστικές μοτοσυκλέτες με φανταχτερά αυτοκόλλητα και πεντακάθαρα απάτητα λάστιχα..."
Βουλιαγμένης; Έχω την εικόνα αυτή από δεκαετόα 80, όταν κατέβαινα Αθήνα από Αργυρούπολη. Έπεσα μέσα;

GIORGOS είπε...

Motorboy,
είναι ανατριχιαστικά χειροπιαστό και δε χρειάζεται να το στενέψουμε στους καθολικούς-αυτό το τελευταίο είναι και το πιο ανατριχιαστικό.

The Motorcycle boy είπε...

Ξουξου, καλά το πουριτανός είναι σχήμα λόγου -δεν εννοούμε φυσικά το ατόφιο πράγμα των καθολικοπροτεσταντοδιαμαρτυρόμενων. ("Είμαι χριστιανός ορθόδοξος καθολικώς διαμαρτυρόμενος" που έλεγε κι ο Χάρρυ Κλυν). Η ύπαρξη τέτοιων τύπων παγκοσμίως μας κάνει πολίτες του κόσμου νομίζω, με τη λογική οτι "όπου κι αν πάω τους ίδιους μαλάκες πετυχαίνω".

Manuel μέσα 100%.

Γιώργο, όχι δεν χρειάζεται -άλλωστε ο φιλαράκος δεν είναι καθολικός, είναι μάλλον ολοκληρωτικός θα έλεγα.

Ανώνυμος είπε...

Λοιπόοοοννν...
Αν δεν στηρίζεται σε κάποια πραγματική (χοντρικά λέω) ιστορία, είσαι και γαμώ τις διεστραμένες φαντασίες ρε συ...


mbiker

The Motorcycle boy είπε...

Χαχαχαχα -φημίζομαι για την ομορφία μου αλλά όχι για τη φαντασία μου φίλε!

Ανώνυμος είπε...

Άσχετο, μα το βρήκα στο Ροίδη Εμμονές κι είπα να σε κάνω να χαρείς...

"Θυμάμαι τότε, Απρίλης ήτανε του 2005, διστακτικά και με φανερή αμηχανία ξεκίνησα στον Blogger (blogspot) το ecclesias.blogspot.com με τίτλο «ο Ροΐδης και οι Εμμονές του», μια αρχικά αστεία υπόθεση –για το κέφι, πως το λένε. Έσπειρα ορισμένα θεόμουρλα κι ασυνάρτητα ποστ και το άφησα ανοιχτό να χάσκει τότε που το μάτι μου πήρε την κοινότητα του blogs.gr…Εκεί είχαν στήσει τσαρδί πολλοί bloggers, ανάμεσά τους ο –ακόμη αξιόλογος- Motorcycle Boy,..."

mbiker

The Motorcycle boy είπε...

Χεχεχε, "ο ακόμα αξιόλογος" σα να λέμε "παρ'όλα τα χρόνια που έχουν περάσει και παρ΄όλη την πρεσβυωπία που τον έχει βαρέσει ακόμα καταφέρνει να γράψει ο Μ.Β."! Πλάκα κάνω -ο Ροϊδης είναι καλός φίλος από την εποχή του μπλογκς.τζιάρ, κάτι κρασιά που ήπιαμε προ αμνημονεύτων με έκαναν να πιστεύω οτι τελικά τα μπλογκς δεν είναι ΜΟΝΟ μαλάκες και μαλακίες.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι