Τετάρτη, Ιουνίου 30, 2010

"Αθάνατες επιτυχίες"

Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είναι όσα μάς κάνουν όλους να αισθανόμαστε ήρεμοι, ήσυχοι, ασφαλείς, εύμεροι, ευαγείς, ευάεροι, ευήλιοι... Ένα από αυτά τα πράγματα είναι η τρομοψύχωση του συγκροτήματος Λαμπράκη (εννοώ το εκδοτικό συγκρότημα –μην έρθεις και με ρωτήσεις τι μουσική παίζουν, εντάξει;) Το συγκρότημα αυτό, υπενθυμίζω, είχε κάνει το 1978 την αλησμόνητη επιτυχία (περισσότερο από μήνα φιγουράριζε στα τσαρτ) με τίτλο: «Υπάρχει κράτος;» Και τώρα που το ξαναβλέπω, με το δίκιο σου θα με ρωτούσες τι είδους μουσική παίζει το συγκρότημα. Επειδή μουσική δεν μπορώ να σου βάλω, θα σου ρίξω μερικούς στίχους από το «Υπάρχει κράτος;»:
«Υπάρχουν φορές που στον απλό πολίτη δημιουργείται ένα απλό ερώτημα: από το σημερινό ελληνικό Κράτος λείπει η σοβαρότητα ή το αίσθημα ευθύνης;… Ο περιβόητος «γιατρός» του Παλαιού Φαλήρου δεν αρκείται στο ότι ίδρυσε κάποιο «κράτος» και μένει εκεί (δηλαδή στο διαμέρισμά του) παρά το γεγονός ότι εκκρεμούν σε βάρος του εντάλματα».
«αυτό που δεν κάνει η αστυνομία, κάποια στιγμή μπορεί να το κάνουν κάποιοι κάτοικοι της πολυκατοικίας όπου εδρεύει ο «γιατρός Τσιρώνης». Να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στους αδρανούντες…»
«Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους».

Πήρες μια ιδέα; Για να σε βοηθήσω, θα προσθέσω οτι ο τότε Υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο περιβόητος Μπάλκος έλεγε πως, για να γίνει επιδρομή στο σπίτι του Τσιρώνη χρειαζόταν «η πίεση της κοινής γνώμης». Όπου «κοινή γνώμη» διάβαζε ΒΗΜΑ και χιτάκι με τίτλο: «Υπάρχει κράτος;»

Άσε τώρα το ΒΗΜΑ και το 1978, πιάσε τα ΝΕΑ του 2010 και συγκεκριμένα το φύλλο της 28ης Ιουνίου. Τίτλος αρθρακίου (και πολλά υποσχόμενου σουξέ): «Η συνδεσμολογία δείχνει Ευρώπη». Αναφέρεται φυσικά στη βόμβα που έσκασε έξω από το γραφείο του Χρυσοχοϊδη και σκότωσε τον υπασπιστή του. Το θέμα έπαιζε από το προηγούμενο βράδυ στις ειδήσεις του MEGA. Αντιγράφω κάποια κομμάτια του άρθρου και τα αναλύω φιλοσοφικά:

«Ανώτεροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. έλεγαν στα «ΝΕΑ» πως «από τα γεγονότα της Γένοβας το 2001 και ύστερα έχουν δημιουργηθεί ισχυροί δεσμοί μεταξύ αναρχικών σε Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Γαλλία και σε πολλές περιπτώσεις έχει υπάρξει κοινή δράση τους».

Εδώ ο ποιητής δεν εννοεί την Πρωτοβουλία Γένοβα 2001 που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα μετά τα γεγονότα και δραστηριοποιείται διοργανώνοντας πορείες, καλέσματα κ.λ.π. –δραστηριοποιείται πάντως ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ. Οι δεσμοί που υπονοούνται στο άρθρο συνάφθηκαν μεταξύ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝ (άλλωστε είναι γνωστό πώς όταν γράφεται ο προσδιορισμός «αναρχικός» υπονοείται το «βομβιστής»). Δηλαδή μέσα στον πανικό των δακρυγόνων και του ξύλου που έπεφτε στη Γένοβα, πήγαν οι εγχώριοι τρομοκράτες, βρήκαν Ιταλούς και Ισπανούς τρομοκράτες και κλείσανε συνεργασία! Συνεργασία σε στυλ ΑΕΚ-Πόρτο να υποθέσω, που είχε κανονίσει ο Σάντος μια εποχή να έρχονται οι παροπλισμένοι ποδοσφαριστές της Πόρτο στην ΑΕΚ για να παίρνουν παιχνίδια στα πόδια τους! Μην το γελάς –θα δεις, αν διαβάσεις το άρθρο, οτι ΤΕΤΟΙΟΥ ΤΥΠΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΥΠΟΝΟΕΙΤΑΙ! Και φυσικά, αυτή η συνεργασία στήθηκε στις διαδηλώσεις της Γένοβα μεταξύ τρομοκρατών (ατόμων δηλαδή που έχουν αλλεργία στις μαζικές κινητοποιήσεις) και μάλιστα σε συνθήκες σύγκρουσης (όταν δηλαδή ο τόπος λογικά θα βρώμαγε από χαφιέδες και ασφαλίτες). Αν αυτά τα ισχυρίστηκαν «ανώτεροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ.» κατανοώ πλήρως γιατί πιάνουν πιτσιρικάδες που συμμετέχουν σε διαδηλώσεις και τους φορτώνουν μέχρι και τους Δίδυμους Πύργους.

«Η συνδεσμολογία της βόμβας- πακέτο από την πρώτη στιγμή σήμανε συναγερμό στην Αντιτρομοκρατική, καθώς είναι η ίδια που χρησιμοποιήθηκε σε τουλάχιστον 8 επιθέσεις της FΑΙ (Federazione Αnarcista Ιnformale) και σε άλλες 5 από την οργάνωση Διεθνής Αλληλεγγύη σε Ισπανία και Ιταλία. Άλλωστε, την πρώτη φορά που η Διεθνής Αλληλεγγύη έστειλε παγιδευμένη επιστολή ήταν τον Οκτώβριο του 1999 σε συμπαράσταση του φυλακισμένου Νίκου Μαζιώτη, ο οποίος είχε συλληφθεί για την ανεπιτυχή βομβιστική επίθεση στο υπουργείο Βιομηχανίας. Τότε είχαν σταλεί 3 παγιδευμένες επιστολές στην Ισπανία και άλλες 2 στην Ιταλία. Στην ελληνική πρεσβεία στη Μαδρίτη, στο εμπορικό επιμελητήριο της ισπανικής πρωτεύουσας, σε υποκατάστημα της τράπεζας CitiΒank στη Βαρκελώνη, στο ελληνικό γραφείο τουρισμού στο Μιλάνο και σε στρατόπεδο εκπαίδευσης των καραμπινιέρων».

Η συνδεσμολογία της βόμβας πακέτο-πακέτο λέει, είναι η ίδια με τη συνδεσμολογία άλλων βομβών πακέτο-πακέτο! Όχι ρε πούστη μου! Καρφωθήκανε για τα καλά οι μαλάκες! Τώρα την έχουν άσχημα, η αστυνομία τους ακουμπάει! Κι όχι μόνο τους ακουμπάει –αλλά τους έχει συλλάβει ήδη! Πράγματι, οι τύποι που στείλανε τις βόμβες για συμπαράσταση στον Μαζιώτη έχουν συλληφθεί στην αλλοδαπή. Και τότε, πώς γίνεται η συνδεσμολογία να είναι ίδια; Καλή ερώτηση –να σου κάνω κι εγώ άλλη μία: ένα παγιδευμένο με εκρηκτικά αυτοκίνητο το πιάσανε πριν σκάσει μπροστά από μια τράπεζα πριν κάνα χρόνο -η συνδεσμολογία του δεν ήταν ίδια ή παρόμοια με τη συνδεσμολογία των αυτοκινήτων που σκάγανε μπροστά από τράπεζες στον ισπανικό εμφύλιο ή στην Κούβα κατά τη διάρκεια της επανάστασης ας πούμε; Αυτό σημαίνει οτι ο ΕΛΑ (ήρθα) ή όποιος άλλος θα αναλάμβανε την ευθύνη της έκρηξης συνεργαζόταν με τον Ντουρούτι και τον Φρανκ Παϊς ξέρω ‘γω;

«Η Αντιτρομοκρατική περιμένει σήμερα από την αντίστοιχη ισπανική Υπηρεσία την ακριβή περιγραφή της συνδεσμολογίας που χρησιμοποιήθηκε στις παγιδευμένες αυτές επιστολές. Η προφορική ωστόσο ενημέρωση από Ισπανία και Ιταλία δείχνει πως πρόκειται για την ίδια βόμβα- θηλιά που σκότωσε και τον υπασπιστή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, Γιώργο Βασιλάκη».

Εδώ μας τα χαλάει λίγο ο συντάκτης. Πάνω που το είχαμε δέσει (θηλιά) ότι η συνδεσμολογία είναι ίδια, έρχεται και κάνει τούμπα, ότι περιμένει η Αντιτρομοκρατική να της πει η ισπανική Αντιτρομοκρατική –αλλά για να μην τον πάρουν με τις λεμονόκουπες, πετάει κι ένα «περιμένουν για τυπικούς λόγους, επειδή προφορικά έχει λήξει το θέμα, βόμβα-θηλιά». Βόμβα-θηλιά να καταλάβω εγώ δηλαδή οτι εννοεί μια βόμβα που όταν τραβάς το κορδόνι σκάει. Σπάνια βόμβα όντως! Εγώ δεν έχω ξανακούσει κάτι τέτοιο. Αν εξαιρέσεις τον Ουναμπόμπερ και καμιά χιλιάδα βομβιστές μέσω ταχυδρομείου ανά τον κόσμο!

«Σημείο- κλειδί για τις δύο υπηρεσίες οι πολλές και τακτικές επισκέψεις ενός εκ των 6 συλληφθέντων για την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα στη γειτονική χώρα, αλλά και η σύλληψη γνωστού ιταλού αναρχικού σε ένοπλη ληστεία στη Θεσσαλία. Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, ο κατηγορούμενος για τη συμμετοχή του στον Επαναστατικό Αγώνα είχε αρχίσει να δημιουργεί στενές σχέσεις με ιταλούς αναρχικούς από τα γεγονότα της Γένοβας το καλοκαίρι του 2001, όπου και είχε παραβρεθεί. Εκτοτε διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με ιταλικούς αναρχικούς κύκλους».

Δεν ξέρω γιατί πήγαινε ο συλληφθείς του Ε.Α. στην Ιταλία –αλλά αυτή «η σύλληψη του γνωστού ιταλού αναρχικού σε ένοπλη ληστεία στην Θεσσαλία» με τσάκισε! Θα μπορούσα να γράψω δυο πράγματα γι΄αυτόν τον αιμοβόρο Ιταλό αναρχικό, αλλά θα προτιμήσω να δανειστώ ένα κομμάτι από παλιότερο άρθρο των ΝΕΩΝ:

«Στις φυλακές των Τρικάλων οδηγήθηκαν αργά χθες το βράδυ ο Ιταλός συγγραφέας και θεωρητικός του «εξεγερτικού αναρχισμού» Αλφρέντο Μαρία Μπονάνο και ο 46χρονος Χρήστος Στρατηγόπουλος, που κατηγορούνται για την ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα τράπεζας στα Τρίκαλα.

O 72χρονος Αλφρέντο Μαρία Μπονάνο, σύμφωνα με την Αστυνομία, παρέλαβε τα χρήματα από τη ληστεία- περίπου 46.000 ευρώ - από τον Χρήστο Στρατηγόπουλο, ο οποίος κατά το κατηγορητήριο, εισέβαλε ένοπλος και μεταμφιεσμένος στην τράπεζα το πρωί της περασμένης Παρασκευής. Ο Μπονάνο είναι εμβληματική φυσιογνωμία στον αντιεξουσιαστικό- αναρχικό χώρο, ενώ ο Στρατηγόπουλος έχει συλληφθεί κατά το παρελθόν στην Ιταλία όπου είχε αναπτύξει δράση στον ίδιο χώρο. Ο Μπονάνο από τις αρχές του 1990 επισκέφτηκε αρκετές φορές την Ελλάδα και μετείχε σε εκδηλώσεις, ενώ πριν από περίπου δέκα χρόνια είχε καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του αντιεξουσιαστή Νίκου Μαζιώτη. Πρόσφατα τον περασμένο Μάρτιο είχε έρθει στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου του «Κυριαρχία και εξέγερση στη μεταβιομηχανική κοινωνία».


Τουτέστιν, ο αιμοδιψής αναρχικός Αλφέντο Μπονάνο ήταν 72 χρονών όταν τον πιάσανε (και είχε σοβαρά προβλήματα υγείας, μερικά από τα οποία επηρέαζαν την κινητική του ικανότητα) και η «σύλληψή του σε ένοπλη ληστεία» ήταν σύλληψη ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΗΣΤΕΙΑ, με την κατηγορία οτι ο «ληστής» ΤΟΥ ΕΔΩΣΕ ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ. Εδώ νομίζω ο καλοπροαίρετος αναγνώστης του άρθρου (εγώ δηλαδή) νιώθει μια θλίψη που ο συντάκτης χαραμίζεται στην παλιοφυλλάδα και δεν πάει στο Χόλυγουντ, να γράφει σενάρια για τον Μπρους Γουίλις και να χεστεί στο (ν)τάλαρ!

«Η βόμβα αυτή είναι αρκετά εύκολη στην κατασκευή της και είχε χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από διάφορα αυτονομιστικά κινήματα, τον ΙRΑ, λατινοαμερικάνους μαφιόζους, αλλά και αναρχικές ομάδες σε Ιταλία, Ισπανία, Ρωσία. Η μεγάλη διαφορά που έχουν οι βόμβες των ιταλών αναρχικών με αυτή που έσκασε στα χέρια του υπασπιστή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, όπως εξηγούν στα «ΝΕΑ» ανώτεροι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ., «είναι πως η μεγαλύτερη περιείχε 60 γραμμάρια εκρηκτικής ύλης και όχι 1 5 κιλό εκρηκτικής ύλης όπως έγινε εδώ».
Όσον αφορά την προέλευση της εκρηκτικής ύλης, όπως επισημαίνουν αξιωματικοί της Αντιτρομοκρατικής «είναι πολύ κοινή εκρηκτική ύλη, που χρησιμοποιείται κατά κόρον ακόμη και σε αυτοσχέδιους μηχανισμούς το Πάσχα».

Κι εδώ, στο τελευταίο κομμάτι που δανείζομαι από το άρθρο συναντάμε για πολλοστή φορά το φαινόμενο: «θέλει ο συντάκτης να κρυφτεί κι η χαρά δεν τον αφήνει». Η βόμβα λοιπόν, αυτή η τόσο εξειδικευμένη βόμβα η οποία οδηγεί τις έρευνες προς την υπόθεση (τι υπόθεση; βεβαιότητα πες καλύτερα!) οτι υπάρχει διακρατική συνεργασία τρομοκρατών, η βόμβα λοιπόν η οποία ήταν το μέγα λάθος της διεθνούς αυτής συνεργασίας, εφόσον την αποκάλυψε, η βόμβα αυτή είναι «αρκετά εύκολη στην κατασκευή της και είχε (έχει;) χρησιμοποιηθεί κατά κόρον»! Αναρωτιέμαι τώρα αγώ, αφού είναι έτσι, γιατί δεν πήγε το μυαλό ολονών σε μαφιόζους (για παράδειγμα) και πήγε σε αναρχικούς; Τέλος πάντων.

Δεν θα έμπαινα στον κόπο να ασχοληθώ με αυτό το καταπληκτικό άρθρο που ΑΥΤΟΑΝΑΙΡΕΙΤΑΙ (Θεός ο συντάκτης! σου λέει: «γιατί να με διαψεύσουν οι άλλοι; θα διαψευστώ από μόνος μου!») αν δεν ήταν αυτή η πάγια τακτική του Συγκροτήματος Λαμπράκη, η οποία, τα τελευταία χρόνια ακολουθείται ευλαβικά από τα ΝΕΑ. Θες κι άλλο ένα γρήγορο παραδειγματάκι;

«Απόβαση στην Αθήνα. Αντιεξουσιαστές από όλη την Ευρώπη έρχονται για την επέτειο του φόνου του Αλ .Γρηγορόπουλου». Του ιδίου λαγωνικού παύλα συντάκτη που ανακάλυψε την συνδεσμολογία-ναβιγκέιτορ, τη «Συνδεσμολογία που δείχνει Ευρώπη» δηλαδή. Στέλιος Βραδέλης ονομάζεται και τον θεωρώ μάγο του σασπένς, άρχοντα της ίντριγκας, δούκα της συνωμοσιολογίας –αν υπήρχε βραβείο Μάλκο Λίνγκε νομίζω οτι θα έπρεπε να του απονεμηθεί ιδιοχείρως από τον ίδιο τον Ζεράρ Ντε (και) Βιγιέ.
Βέβαια, έχω την εντύπωση ότι όσο επαληθεύτηκε η απόβαση των αντιεξουσιαστών στην Αθήνα, άλλο τόσο θα του βγει η διεθνής των Αναρχικών τρομοκρατών -αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες για το Χόλυγουντ και το Λαμπακιστάν.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω κάτι για τη βόμβα αυτή που σκότωσε τον υπασπιστή του Χρυσοχοϊδη. Λέω λοιπόν οτι το κτήνος που έστειλε ένα δέμα έτοιμο να εκραγεί όταν κάποιος πήγαινε να το ανοίξει δεν είναι δυνατό να έχει καμιά σχέση με αναρχία, αριστερά, ή ανθρωπισμό γενικότερα. Εκτός αν υπάρχει κάποια καινούργια τάση στο αναρχικό κίνημα η οποία δικαιολογεί τους νεκρούς από αδέσποτες σφαίρες, τους διαμελισμένους ταχυδρόμους από γράμματα-βόμβες, τους νεκρούς πεζούς της παραλιακής από μπουζουκομεθυσμένους Πόρσε και γενικά τις «παράπλευρες απώλειες». Με σκοπό βεβαίως να πληγεί το κράτος ακαριαία –πώς; Σκοτώνοντας έναν μπατσάκο φρουρό ο οποίος θα έπρεπε κανονικά να ανοίξει το δέμα; Σκοτώνοντας τον υπασπιστή του Χρυσοχοϊδη; Σκοτώνοντας ΕΣΤΩ τον Χρυσοχοϊδη τον ίδιο;
Αλήθεια ρε αδούλωτοι αγωνιστές –γιατί τέτοια μανία με τον Χρυσοχοϊδη; Δε θυμάμαι να στέλνατε δέματα βόμβες στον Μαρκογιαννάκη ή στον Πολύδωρα –ήταν περισσότερο αποδεκτοί από «τον χώρο» αυτοί; Για πείτε να μαθαίνω –ο Χρυσοχοϊδης είναι το πήλινο ποδάρι του καπιταλισμού στην Ελλάδα κι αρκεί να σκοτωθεί για να καταρρεύσει το όλο σύστημα;

Για πείτε να μάθω κι εγώ. Μαλάκες.

Πέμπτη, Ιουνίου 24, 2010

3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου

Η θερμοκρασία είναι ρυθμισμένη στους 27 βαθμούς, όση ακριβώς χρειάζεται ένας άνθρωπος για να κοιμηθεί υγιεινά, όμως εγώ ιδρώνω. Πρώτα νιώθω τις σταγόνες στο μέτωπο, δεν τρέχουν, δεν πάνε πουθενά, παραμένουν ακίνητες στο μέτωπό μου. Μετά κάτω από τις μασχάλες, ο ιδρώτας μαζεύεται. Κοιτάζω τριγύρω πριν ακόμα συνειδητοποιήσω οτι έχω ανοίξει τα μάτια. Η ΑΔΙ μου έχει μετατραπεί σε παραδοσιακό αχυρώνα, πρόκειται βέβαια για μια ακόμα προφύλαξη Διάστασης που λαμβάνεται προκειμένου να κοιμηθεί πιο ήρεμα ο χρήστης, ακόμα και οι φτηνές ΑΔΙ διαθέτουν τέτοια δυνατότητα. Γυρνάνε σε προφύλαξη όταν διαγνώσουν πως η αναπνοή και οι καρδιακοί παλμοί του χρήστη είναι σταθεροί για περισσότερο από μισή ώρα. Στριφογυρίζω σκεπασμένος από εικονικά άχυρα. Αποκοιμήθηκα βλέποντας τις ειδήσεις, γι΄αυτό τώρα βλέπω την πλάτη του Ρόμπερτ Μίτσαμ να τραμπαλίζεται σπασμωδικά λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου τα δάχτυλα των ποδιών μου τεντώνουν το σεντόνι. Φοράει ακόμα το κοστούμι του ιεροκήρυκα από τη «Νύχτα του Κυνηγού», οι βάτες του μαύρου σακακιού ανεβαίνουν κατεβαίνουν ρυθμικά, στην άκρη του σεντονιού μου παρατημένο το μαύρο στέτσον του.
«Μπορείς να το πάρεις από κει; Λένε οτι ένα καπέλο πάνω στο κρεβάτι φέρνει κακοτυχία», μουρμουρίζω.
Ενεργοποιείται απότομα μ΄εκείνη την ανατριχιαστική ζωντάνια των ολογραμμάτων, ποτέ δεν θα καταφέρουν να πετύχουν προσομοίωση της ανθρώπινης κίνησης σε ποσοστό μεγαλύτερο του 85% κι όσο να πεις 15% μηχανιστικής κίνησης είναι πολύ. Ειδικά όταν μισοκοιμάσαι ακόμα, ιδρωμένος κι απορημένος πού τα χάπια δε σε κράτησαν ολόκληρο 12ωρο. Τι ώρα είναι;
«Τι ώρα είναι;» ρωτάω.
Ο Μίτσαμ στρέφεται προς το μέρος μου, χαμογελάει με τον φιδίσιο τρόπο του, με κοιτάζει όλο ψεύτικο ενδιαφέρον.
«Η ώρα του Κυρίου είναι 6 και 45...» λέει μακρόσυρτα.
«Γαμώ την καταδίκη μου», μουγκρίζω.
Γυρίζω το κεφάλι από την άλλη πλευρά, ο αχυρώνας έχει δώσει τη θέση του σ΄ένα παραθαλάσσιο μπαλκόνι, η ΑΔΙ έχει μπει σε διαδικασία ξυπνήματος του χρήστη. Σκατά, πρέπει να τα κλείσω όλα αυτά, να βγω από την ΑΔΙ και να πάρω τίποτα υπνωτικά, δεν γίνεται αλλιώς. Δεν θα τα καταφέρω στην επόμενη 48ωρη βάρδια με σκάρτες 7 ώρες ύπνο.
«Που είχα μείνει;» αναπολεί ο Ρόμπερτ Μίτσαμ. «Α ναι! Η καινούργια συνθήκη συνεργασίας ανάμεσα στην Έξ Ον και την Τι Εφ...»
Κουνάω το κεφάλι απεγνωσμένα.
«Δεν είναι ώρα τώρα για τέτοια...» διαμαρτύρομαι.
Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ ανασηκώνει τους ώμους για ακόμα μια φορά και χάνεται κατά τη μεριά της θάλασσας.
«Ήθελα όμως κάποιες πληροφορίες...» φωνάζω απεγνωσμένα προς το μέρος του.
«Όλοι θέλουμε αλλά μόνο οι εκλεκτοί του Κυρίου μπορούν να αποκτήσουν αγόρι μου», η φωνή του γεμίζει τον χώρο.
«Κόφτο πια αυτό το στυλ, με κούρασε», γκρινιάζω.
Τώρα ακούγεται μόνο το γέλιο του.
Σηκώνομαι, το σεντόνι πέφτει, τελευταία στιγμή θυμάμαι ότι πρέπει να αποσυνδεθώ με αργές κινήσεις αν δεν θέλω να ξαναβραχυκυκλώσω την ΑΔΙ μου, δεν είναι και τίποτα υπερεξελιγμένο μοντέλο όπως βλέπεις.
Βγαίνω.
Το υπόλοιπο σπίτι κρύο σκοτεινό. Ακόμα δεν έχει ξημερώσει για τα καλά. Ο θάλαμος της ΑΔΙ ακούγεται σαν εργαστηριακός βραστήρας όσο επιχειρεί ανάταξη δεδομένων. Πατάω με γυμνές πατούσες στα πλακάκια και κρυώνω. Θα έπρεπε να έχω στρώσει τα πατώματα με πλαστικό ξύλο αλλά το θεώρησα περιττή σπατάλη. Επειδή το πλαστικό ξύλο δημιουργεί σαράκι και γεμίζει τρύπες σε λιγότερο από μια πενταετία και μετά πρέπει να το αλλάξεις, περιττή σπατάλη, θα μου χάλαγε και την ησυχία. Συνεργεία, συμφωνίες, όλα αυτά. Αν υπήρχε ακόμα καμιά εταιρεία που να έφτιαχνε πλαστικό ξύλο όπως παλιά, να μην δημιουργεί σαράκι.... Υπήρχε μια τέτοια αλλά έκλεισε, κανένας δεν αγόραζε. Κανένας δεν ήθελε πλαστικό ξύλο που ν΄αντέχει για μια ζωή, αυτά είναι για τους άπορους.
Μπήκα στην κουζίνα γυμνός ξεπαγιασμένος. Άνοιξα το φαρμακείο. Δυο χάπια θα με βγάζανε για 10 ώρες ύπνο σίγουρα, αλλά αν με ζητούσαν από την Υπηρεσία θα ήταν αδύνατο να μετακινηθώ. Για το πρώτο τετράωρο τουλάχιστον. Ένα χάπι ήταν προτιμότερο, μισοκοιμισμένος έστω, καλύτερα από άυπνος, καλύτερα κι από ναρκωμένος. Άνοιξα το μεταλλικό κουτί, ξεχώρισα τη χρωματιστή διαφάνεια του χαπιού και την τοποθέτησα κάτω από τη γλώσσα μου. Άφησα το αίσθημα του πιπιλίσματος ζελατίνης να με κυριέψει, γεύση βατόμουρο όσο η διαφάνεια του χαπιού έλιωνε. Ξεκίνησα να επιστρέφω στην ΑΔΙ μου.
Και τότε κουδούνισε το σήμα μου.
Ένιωσα τις φλέβες να φουσκώνουν στο κεφάλι μου, ξαφνικός πόνος. Η χειρότερη ώρα να επικοινωνήσουν μαζί μου από την Υπηρεσία.
Έτρεξα.
Βρήκα το σήμα μου στη ζώνη του όπλου, το άνοιξα, παιδεύτηκα με τον κωδικό αλλά το ενεργοποίησα τελικά. Ένα ηχητικό. Χωρίς εικόνα, γιατί χωρίς εικόνα; Το άνοιξα.
«Το αίτημά σας εγκρίθηκε». Κλικ. Μεταλλική φωνή από μηχάνημα. Κακή απομίμηση γυναικείας φωνής.
Κοίταξα το σήμα. Έλεγξα αν υπήρχε κάποιο άλλο μήνυμα, από την Υπηρεσία ή κάτι τέτοιο, η συσκευή ήταν άδεια. Σκέφτηκα να συνδεθώ με τη βάση της Υπηρεσίας αλλά το χάπι άρχισε ήδη να ενεργεί. Βιάστηκα να γυρίσω πίσω στην ΑΔΙ μου.
Μπήκα, σφράγισα την πόρτα πίσω μου.
«Καλωσόρισες ξανά στην Άλλη Διάσταση, Α777», είπε η ΑΔΙ.
«Που είναι ο οδηγός μου;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
«Ακριβώς δίπλα σου παλικάρι μου, έχεις αρχίσει να γερνάς μου φαίνεται», γέλασε ο Ρόμπερτ Μίτσαμ στα δεξιά μου.
Ήταν ακόμα ντυμένος ιεροκήρυκας.
«Κάτι εντελώς ανούσιο, για ν’αποκοιμηθώ», παρακάλεσα.
«Να μην τελειώσω για τη συνεργασία μεταξύ Εξ Ον και Τι Εφ;» απόρησε.
«Αυτή η συνεργασία σημαίνει οτι θ΄ανέβει ακόμα περισσότερο η τιμή του νερού», μονολόγησα.
Αλήθεια, μονολογείς όταν είσαι μόνος σου με ένα ολόγραμμα;
«Σύμφωνα με τη μελέτη που εξέδωσε...» ξεκίνησε επίσημα να απαγγέλλει ο Ρόμπερτ Μίτσαμ.
«Δε μου αρέσει αυτό», γκρίνιαξα. «Οι μελέτες τους είναι σκατά κι ένα έξτρα άγχος την ώρα που θα προσπαθώ να κοιμηθώ θα με ρημάξει».
Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ φύσηξε με περιφρόνηση τον καπνό του λεπτού πούρου του προς τη μεριά μου και κοίταξε πέρα μακριά όπως συνήθιζε να κάνει όταν ο συνομιλητής του ήταν εντελώς μαλάκας.
«Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες η σύναψη συνθήκης μεταξύ Εξ Ον και Τι Εφ είναι ένα ακόμα τέχνασμα της Τι Εφ προκειμένου να αποσυρθούν οι στρατιώτες της Εξ Ον από τις περιαμαζόνιες περιοχές», είπε.
Κούνησα το κεφάλι.
«Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες;» διαμαρτυρήθηκα. «Δεν έχεις κάτι καλύτερο;»
«Μαίνονται οι εχθροπραξίες μεταξύ Εξ Ον και Τι Εφ σε όλη την περίμετρο του Αμαζονίου», μάσησε τα λόγια του νευριασμένα ο Ρόμπερτ Μίτσαμ.
Ανάσανα ανακουφισμένος, αυτή θα ήταν η πληροφορία που θα περνούσε στη βάση δεδομένων της ΑΔΙ μου.
Η Εξ Ον και η Τι Εφ δεν θα υπέγραφαν ποτέ συνθήκη. Οι καργιόληδες θα συνέχιζαν ν’αλληλοσφάζονται.
Σκεπάστηκα, ο Ρόμπερτ Μίτσαμ τράβηξε μια κουνιστή καρέκλα και κάθισε δίπλα μου δένοντας τα χέρια πίσω από τον σβέρκο του κι ακουμπώντας τις μπότες του στο σεντόνι μου.
Έκλεισα τα μάτια.
«Και τώρα παλικάρι μου θα πρέπει να σου ζητήσω συγνώμη, αλλά οι κυρίες με περιμένουν στη σάλα του μαγαζιού», είπε όταν κατάλαβε ότι δεν σκόπευα ν΄ανοίξω σύντομα τα μάτια μου.
Κι έτσι έκανα δηλαδή, ενώ όλα τριγύρω μου μετατρέπονταν σε δωμάτιο πάνω από σαλούν, άκουγα γέλια γυναικών, ψίθυρους αντρών, ποτήρια να τσουγκρίσουν, εντάξει.
Το αίτημά μου εγκρίθηκε, αλλά γιατί με ειδοποίησαν με φωνητικό μήνυμα; Γιατί δεν μου έστειλαν κάτι γραπτό, να μπορώ να το χρησιμοποιήσω; Μήπως είχε σχέση με την κατάσταση στην Υπηρεσία;
Θυμήθηκα την αναφορά μου στον καινούργιο Α77 και η υπνηλία εξαφανίστηκε με μιας. Στριφογύρισα, ταχυπαλμία, τα χάπια δεν κάνανε τίποτα πλέον. Σήκωσα το κεφάλι, δωμάτιο από κλασσική ταινία γουέστερν. Επιχρωματισμένο.
«Έι», φώναξα.
«Παλικάρι μου είσαι μεγάλος μπελάς ώρες-ώρες», γέλασε δίπλα μου ο Ρόμπερτ Μίτσαμ.
«Πες μου τίποτα νέα», παρακάλεσα.
«Ο πρόεδρος Οδυσσέας Ωμέγα....» ξεκίνησε εκείνος.
«Αλκιβιάδης Ράιτ», είπα.
Γύρισε απορημένος και με κοίταξε.
«Πώς σου ήρθε αυτό;» έκανε.
«Αλκιβιάδης Ράιτ, έτσι ήταν το όνομά του τόσον καιρό», είπα.
«Ο πρόεδρος ονομαζόταν Οδυσσέας Ωμέγα από την πρώτη μέρα....»
«Κι εγώ σου λέω Αλκιβιάδης Ράιτ», φώναξα.
Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ με κοίταξε μορφάζοντας από οίκτο.
«Ο πρόεδρος Οδυσσέας Ωμέγα εγκαινίασε σήμερα....» ξεκίνησε να λέει.
«Ρε άντε γαμηθείτε όλοι σας», βλαστήμησα καθώς πεταγόμουν στον αέρα.
Δεν υπήρχε περίπτωση να ξανακοιμηθώ, ταχυπαλμία, νευρικότητα, ξηροστομία.... Τι κατάσταση ήταν κι αυτή; Να μη μπορείς να επιλέξεις το όνομα του προέδρου ούτε στον ολογραφικό οδηγό ειδήσεών σου, διάβολε. Μέχρι την έκβαση ενός πολέμου, ακόμα και τον καιρό της κάθε μέρας, όλα τα καθορίζεις εσύ -εσύ που φτιάχνεις τις ειδήσεις όπως τις θέλεις, αυτό είναι το νόημα των ολογραφικών οδηγών ειδήσεων. Γι΄αυτό τους πληρώνεις και τους σχηματοποιείς. Αλλά το όνομα του προέδρου –όχι. Δεν μπορείς να το αλλάξεις. Τι άλλο άραγε; Εκτός απ΄αυτό.
Το ολόγραμμα του Ρόμπερτ Μίτσαμ τρεμόπαιζε στην άκρη του δωματίου, έχανε και ξανάβρισκε συνεχώς την τρίτη του διάσταση, άστα να πάνε.
«Ο πρόεδρος Ρόμπερτ Μίτσαμ», φώναξα.
«Ο πρόεδρος Οδυσσέας Ωμέγα παρέστη...» ξεκίνησε να λέει πάλι εκείνος.
Βγήκα από την ΑΔΙ μου βιαστικά και άτσαλα.
Ντύθηκα.
Φόρεσα και το όπλο μου επειδή ποτέ δεν ξέρεις....
Το διαμέρισμά μου είναι ενδιάμεσο στο μπλοκ των 47 πολυκατοικιών που ονομάζεται «47 πολυκατοικίες». Αυτό σημαίνει οτι για να κατέβω στον δρόμο θα πρέπει να επιλέξω κατεύθυνση του ασανσέρ, κάθετη ή πρώτα οριζόντια και μετά κάθετη. Συνήθως, όταν έχω χρόνο για χάσιμο, επιλέγω οριζόντια, κάθετη, οριζόντια, κάθετη. Πηγαίνω δηλαδή μια βόλτα στην ευθεία, μέσα στο μπλοκ, πριν γυρίσω πίσω και κατέβω, μερικές φορές ακόμα και κατευθείαν κάτω για την είσοδο της δικής μου πολυκατοικίας. Μου αρέσει να σκέφτομαι οτι όλο αυτό το κάνω προκειμένου να αναμιχθώ με τους υπόλοιπους ενοίκους, ο λόγος όμως είναι διαφορετικός. Δεν χρειάζεται να τον μάθεις ακόμα.
«25 αριστερά, 4 κάτω, 28 δεξιά, έξοδος». Κάθισα στον καναπέ στο βάθος του ασανσέρ κι ετοιμάστηκα να απολαύσω τη διαδρομή. Η καμπίνα ξεκίνησε. Ήμουν μόνος στην αρχή.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο καμπουριασμένος αδύνατος άντρας, αραιά κάτασπρα μαλλιά, αργό βήμα.
«Καλημέρα σας», μου ευχήθηκε.
Μόνο κάτι τέτοιοι ψοφόγεροι κυκλοφορούν τέτοια ώρα το πρωί. Πάνε –κανένας δεν ξέρει που διάβολο πάνε –στριφογυρίζουν σαν τα ποντίκια στα παιδικά κλουβιά και νομίζουν ότι αν δείχνουν απασχολημένοι θα καθυστερήσουν την ημερομηνία θανάτου τους. Γύρισα αλλού το κεφάλι αγνοώντας τον.
«Έχει κρύο σήμερα», συνέχισε ο γέρος.
Τον κοίταξα αλαφιασμένος λίγο, επειδή εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα οτι μπορεί να του έμπαινε καμιά ιδέα να καθίσει στον καναπέ δίπλα μου.
«Που είναι το διαμέρισμα 8-37-13;» τον ρώτησα απότομα.
Μαζεύτηκε.
«Είναι... γιατί ρωτάτε;» έκανε.
«Φορολογική Δικαιοσύνη», του είπα.
«Μα.... νόμισα ότι σας έχω ξαναδεί στο ασανσέρ, ότι είστε ένοικος....» ψέλλισε ο γέρος.
«Το ένα δεν αποκλείει το άλλο», απάντησα. «Λοιπόν;»
«10 κτίρια αριστερά», μουρμούρισε ο γέρος.
Και επιτόπου θυμήθηκε....
«Α, εδώ κατεβαίνω. Χάρηκα που τα είπαμε, καλημέρα σας», βιάστηκε να πατήσει το κουμπί της στάσης.
Τον παρακολουθούσα καθώς εξαφανιζόταν πίσω από τις αυτόματες πόρτες.
Αν έκανα αυτή τη διαδρομή δεν σκόπευα πάντως να χάσω τον χρόνο μου με τον κάθε ετοιμοθάνατο.
Μπήκε μια κοπέλα με πεινασμένα μάτια και ζαρωμένα ρούχα, με κοίταξε καχύποπτα και στριμώχτηκε δίπλα στον πίνακα του ασανσέρ. Αδιαφόρησα.
Λίγο παραπέρα μπήκε κι ένας συνομήλικός της, όρμησε στο ασανσέρ αλλά όταν με είδε τού κόπηκε η φόρα. Βιάστηκε ν΄αλλάξει κατεύθυνση, πήγε απέναντι από την κοπέλα με τα πεινασμένα μάτια και προσποιήθηκε τον αδιάφορο.
Εραστές ή ταραξίες; Είχαν αυξηθεί τα κρούσματα τώρα τελευταία, δεν ξέρω για ποιο λόγο...
Χαμογέλασα για να τους δείξω οτι δεν κινδύνευαν από μένα –δεν ήμουν άλλωστε ούτε καθηγητής σχολείου, ούτε Σεκιούριτι. Με κοίταξαν και δεν πείστηκαν. Δίκιο είχαν. Ακόμα και να ήμουν κάτι από αυτά δεν θα κυκλοφορούσα έχοντάς το γραμμένο στο μέτωπό μου.
Το ασανσέρ σταμάτησε πάλι και μπήκε άλλο ένα αγόρι, η σκηνή της ξαφνιασμένης προσπάθειας ξεκαρφώματος λόγω της παρουσίας μου επαναλήφθηκε.
Τα παιδιά με κοίταζαν αγανακτισμένα, αλλά ίσως και να έφταιγε η διαδρομή που είχα επιλέξει στο ασανσέρ. Χαμογέλασα ξανά και σηκώθηκα.
Η κοπέλα κάθισε στον καναπέ. Τα δυο αγόρια μού γύρισαν την πλάτη.
«Μένεις εδώ;» άκουσα τη φωνή της πίσω μου.
Ήταν κάπως ξαφνικό. Γύρισα να την κοιτάξω, αλλά όχι πολύ. Ήθελα να κρατήσω την οπτική επαφή με τα δυο αγόρια, καταλάβαινα τώρα οτι με είχαν βάλει στη μέση.
«Και τι σε νοιάζει εσένα;» έκανα.
«Είσαι Σέκας;» ρώτησε πάλι το κορίτσι.
«Μίλα καλύτερα», της είπα.
Τα δυο αγόρια στράφηκαν προς το μέρος μου.
«Και πες στους μαλάκες σου ότι οπλοφορώ», πληροφόρησα την κοπέλα.
«Οπλοφορεί ο μαλάκας», έκρωξε απαξιωτικά η κοπέλα.
Τα αγόρια γέλασαν. Εγώ όχι.
Σήκωσα τους γιακάδες της καμπαρτίνας μου, όπως θυμόμουν οτι έκαναν οι ντετέκτιβ στις κλασσικές ασπρόμαυρες. Κοίταξα τα αγόρια διαπεραστικά. Σταμάτησαν να γελάνε.
Πήγα τότε και κάθισα δίπλα στο κορίτσι.
«Θέλεις να σε πηδήξω μ΄αυτούς εδώ να παίρνουν μάτι;» τη ρώτησα.
«Τι λες ρε ανώμαλε», φώναξε το κορίτσι.
Τα δυο αγόρια σφίχτηκαν αλλά δεν πλησίασαν.
«Θα μπορούσα να το κάνω», ψιθύρισα στο κορίτσι. «Θα μπορούσα επίσης να πυροβολήσω αυτούς τους δυο και μετά να σε πηδήξω, αν δε γουστάρεις να σε παίρνουν μάτι. Αλλά....»
Τα αγόρια κινήθηκαν προς το μέρος μου. Άνοιξα την καμπαρτίνα και ακούμπησα το χέρι μου στη λαβή του όπλου.
«Δεν κάναμε τίποτα παράνομο, δεν μπορείς να μας πυροβολήσεις», ψέλλισε το ένα αγόρι.
«Σωστά. Αν ήμουνα Σεκιούριτι θα είχες απόλυτο δίκιο», του χαμογέλασα.
Ένιωσα το σώμα της κοπέλας δίπλα μου να ξυλιάζει.
«Αλλά δεν είμαι Σεκιούριτι και δεν είμαι καθηγητής στο σχολείο σας όπως καταλαβαίνετε. Παρ΄όλα αυτά έχω όπλο», είπα.
Τα δυο αγόρια με κοίταζαν.
«Πατήστε το κουμπί, κατεβαίνετε στον επόμενο όροφο», συνέχισα.
Κοίταξαν την κοπέλα δίπλα μου. Δεν πάτησαν το κουμπί. Έβγαλα το όπλο. Το κοντινότερο αγόρι στον πίνακα του ασανσέρ πάτησε το κουμπί της στάσης.
«Μη....» είπε ο διπλανός του.
Δεν κατάλαβα σε ποιον το έλεγε.
Η καμπίνα του ασανσέρ σταμάτησε, η αυτόματη πόρτα άνοιξε.
Τα αγόρια μετεωρίστηκαν στο άνοιγμά της. Στράφηκα στην κοπέλα δίπλα μου.
«Δεν θα πας με τους φίλους σου;» τη ρώτησα.
Τσακίστηκε να σηκωθεί για να προλάβει τους άλλους, οι τρεις τους εξαφανίστηκαν σα σκιές στον διάδρομο του ορόφου. Αλήθεια σε ποιον όροφο είμαστε; Δεν έχει σημασία. Μου αρέσει να ταξιδεύω μόνος ή με την κατάλληλη παρέα. Ποτέ με άσχετους. Το ασανσέρ ξεκίνησε πάλι.
Όταν κατέβηκα πηγαίνοντας προς την είσοδο της πολυκατοικίας ήμουν κάπως λυπημένος. Τόση διαδρομή με το ασανσέρ είχε πάει χαμένη. Έξω έκανε κρύο αλλά δεν έβρεχε.
Μένω στην πλευρά της πόλης με τα τεράστια οικιστικά συγκροτήματα, τα είχαν χτίσει οι εταιρείες για να στεγάζουν τους υπαλλήλους τους, κάποια διαμερίσματα –τα χειρότερα –τα έδωσαν στην Υπηρεσία για να βολέψει τους δικούς της. Τέτοια ώρα οι υπάλληλοι κοιμούνται ασφαλισμένοι στις ΑΔΙ τους, προσπαθούν να επαναφέρουν τις αντοχές τους για τις επόμενες βάρδιες. Το να πετύχεις υπάλληλο με αϋπνίες είναι το ίδιο απίθανο με το να δεις φυσικό ηλιοβασίλεμα σε αυτή την πλευρά της πόλης.
Περπάτησα κρυώνοντας.
Δεν είχα που να πάω, είχα ακούσει όμως οτι δυο τετράγωνα παρακάτω λειτουργούσε ένα μαγαζί 24 ώρες, πρωινό, μεσημεριανό, ποτά, τα πάντα. Που το είχα ακούσει; Άνευ σημασίας. Επειδή τώρα άκουγα έναν κτηνώδη κινητήρα να απειλεί τον πρωινό αέρα. Δεν χρειαζόταν να σκεφτώ πολύ, ήταν όχημα της Σεκιούριτι, αυτοί γουστάρουν να κάνουν επιδεικτική φασαρία. Σε λίγο το είδα, μαύρο, πανύψηλο, φρέναρε μπροστά μου.
Οι πόρτες άνοιξαν, τέσσερις άντρες πετάχτηκαν, κάλυψαν την περίμετρο γαβγίζοντας εντολές. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το κάνουν αυτό, δηλαδή το να δίνει εντολές ο επικεφαλής είναι εντάξει, αλλά να δίνουν όλοι εντολές.... Σε ποιον;
«Άνοιξε αριστερά».
«Κάλυψε».
«Προωθήσου».
«Περίμετρος».
«Προχωρώ».
«Ελεύθερα».
Στεκόμουν εκεί με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τους περίμενα. Όσο αναπτύσσονταν προσπαθώντας να κάνουν εντύπωση αρκούσε μια απότομη κίνηση για να σε πυροβολήσουν.
«Ακίνητος κύριε».
«Τα χέρια σας ψηλά για να τα βλέπουμε».
Υπάκουσα.
Ο επικεφαλής κατέβηκε τελευταίος από το όχημα και είπε κάτι στον κοντινότερό του. Εκείνος βιάστηκε να με πλησιάσει.
«Θέλω να δω τα χαρτιά σας», μου ζήτησε.
«Αυτό σημαίνει οτι πρέπει να κατεβάσω τα χέρια», του εξήγησα.
Έκανε ενστικτωδώς δυο βήματα πίσω. Ηλίθιος.
«Πρέπει πρώτα να σας ψάξω», είπε.
«Δεν χρειάζεται. Έχω όπλο, είμαι της Φορολογικής Δικαιοσύνης», παραδέχτηκα.
«Ακίνητος», ούρλιαξε ο Σεκιουριτάς.
Σήκωσα τα χέρια πιο ψηλά, χαμογέλασα κοιτάζοντας το αχνό φως πάνω από το κεφάλι του.
«Έλα να με ψάξεις, τέλειωνε», του πρότεινα.
«Κάλυψη για σωματικό έλεγχο», τσίριξε ο Σεκιουριτάς.
Αμέσως έτρεξαν δίπλα του άλλοι δυο Σεκιουριτάδες, πήραν θέσεις με τα όπλα να με σημαδεύουν. Τότε εκείνος με πλησίασε επιφυλακτικά, άνοιξε τη καμπαρτίνα μου.
«Έτσι όπως στέκονται πίσω σου, αν γίνει τίποτα θα ρίξουν πρώτα σε σένα και μετά σε μένα», του είπα.
Ήταν ένα κεφάλι κοντότερός μου, αδύνατος, μυώδης σαν όλους τους κοντούς που προσπαθούν να καλύψουν την έλλειψη ύψους με την αύξηση μυών, σήκωσε τα μάτια να με δει.
«Τι;» ρώτησε.
«Τίποτα», είπα. «Πιάσε το σήμα από τη ζώνη μου και δώστο στον επικεφαλής σου».
Πίεσε την κάνη του όπλου στο στομάχι μου καθώς ψαχούλευε για το σήμα. Παιδεύτηκε να το βγάλει από τη ζώνη, περίμενα υπομονετικά. Μετά άπλωσε το χέρι του προς τη θήκη του όπλου μου.
«Καλύτερα να αποφασίσεις», του είπα σιγά.
«Ε;» απόρησε.
Αν δεν ήταν τα χέρια του απασχολημένα θα έξυνε την κεφάλα του σα μαϊμού. Αν ήταν τα χέρια του ελεύθερα κι αν δεν φορούσε το κράνος με τη δερμάτινη επένδυση, έτσι;
«Ή το όπλο θα πάρεις ή το σήμα», του εξήγησα υπομονετικά. Ήταν η πάγια τακτική της Υπηρεσίας μας, όταν μπλέκαμε σε ελέγχους. Δεν δίνεις ποτέ και τα δυο, επειδή τότε, το πιο πιθανό είναι ν’αρπάξεις καμιά σφαίρα ανάμεσα στα δόντια όσο οι Σεκιουριτάδες θ΄αναρωτιούνται πώς θα κονομήσουν περισσότερα, πουλώντας αυτά που σου πήραν.
Ο Σεκιουριτάς ξανάφερε το χέρι του πάνω από το όπλο μου, το ίδιο χέρι που κράταγε το σήμα -σταμάτησε λίγο προσπαθώντας να σκεφτεί τρόπο να μου αρπάξει και το όπλο. Περίμενα. Οι άλλοι πίσω του εξακολουθούσαν να μας σημαδεύουν. Ο Σεκιουριτάς μετακίνησε το αυτόματό του μπας και καταφέρει να τα βολέψει κάπως, ξεκούμπωσε τη θήκη του πιστολιού μου, κόλλησε σχεδόν ολόκληρος πάνω μου αγκομαχώντας –αποφάσισα ότι αρκετά τον είχα ανεχτεί. Κοίταξα προς τη μεριά τού επικεφαλής όσο άρπαζα τον Σεκιουριτά από το μπράτσο και τον στριφογύριζα μπροστά μου.
Έβγαλε μια κραυγή, οι δυο που μας σημάδευαν ξαφνιάστηκαν, έπρεπε να επωφεληθώ.
Έστησα τον Σεκιουριτά μπροστά μου σαν ασπίδα, στρίβοντάς του το δεξί χέρι.
«Είμαι της Φορολογικής Δικαιοσύνης κι αυτός ο άνθρωπος πήγε να μου πάρει το όπλο και το σήμα. Αυτό αποτελεί παράβαση σύμβασης», φώναξα.
«Άστον».
«Πέτα το όπλο».
«Ψηλά τα χέρια».
Φωνές από τη μεριά τους κι ένας τεράστιος προβολέας από το όχημα. Άναψε, γύρισε, με τύφλωσε.
Βλαστήμησα.
Πήρα το σήμα από τον ηλίθιο που έτρεμε στη λαβή μου και το σήκωσα στον αέρα. Ενεργοποίησα την έκτακτη ανάγκη, έπρεπε να ενημερωθεί η Υπηρεσία.
«Μην προβείτε σε καμιά ενέργεια, η Φορολογική Δικαιοσύνη ειδοποιήθηκε», μούγκρισε κάπως ξεχαρβαλωμένα το σήμα μου.
«Σβήστε τον κωλοπροβολέα», φώναξα.
«Πέτα το όπλο», άκουσα.
Έσκυψα στον Σεκιουριτά που κρατούσα.
«Θα σου δώσω το όπλο μου», είπα.
Κάτι ψέλλισε.
Του έδωσα το όπλο μου.
Το πήρε και γύρισε απότομα καρφώνοντάς το στο στομάχι μου. Βόγκηξα στην πίεση της κάνης. Διπλώθηκα κρατώντας ακόμα το σήμα στον αέρα.
Ο προβολέας έσβησε.
«Θα πρέπει να δικαιολογήσετε τους άντρες μου και να παραδεχτείτε οτι η συμπεριφορά σας ήταν κάπως ανάρμοστη», άκουσα τη φωνή πριν δω το πρόσωπο.
Ο επικεφαλής στεκόταν ακριβώς από πάνω μου.
Ξεδιπλώθηκα, έκανα μια προσπάθεια να σταθώ στα πόδια μου. Τότε ακριβώς ένιωσα το κάψιμο από το σπαστό κοντάκι του αυτομάτου που σύρθηκε στο μάγουλό μου και με κοπάνησε πάνω από το δεξί αυτί. Μετά το κάψιμο ήρθε ο πόνος. Κι ήταν σα να ενεργοποιήθηκε ξαφνικά το υπνωτικό χάπι που είχα πάρει προηγουμένως, έπεσα στα γόνατα με μια διάθεση να κουλουριαστώ στην άσφαλτο και να κοιμηθώ αμέσως. Κρατούσα ακόμα το σήμα ψηλά, αλλά σύντομα άρχισα να βαριέμαι. Κι άρχισα να το κατεβάζω αργά. Το κοντάκι με χτύπησε ακόμα μια φορά στη βάση του σβέρκου.
«Νομίζω οτι πρόκειται για κάποια παρεξήγηση πάντως. Το καλύτερο θα ήταν να τα ξεχάσουμε όλα αυτά», άκουσα τη φωνή του επικεφαλής από πάνω μου.
Αργόσυρτη φωνή, ζεστή σα μητρικό χάδι.
Έκλεισα τα μάτια, είχε δίκιο, ας τα ξεχάσουμε, ας κάνουμε οτι τίποτα δεν έγινε.
Τότε ακριβώς έφαγα την κλωτσιά στην κοιλιά και έπεσα με τα μούτρα στην άσφαλτο.
«Πάμε να φύγουμε», ακούστηκε η εντολή.
Σφίχτηκα.
Μια ακόμα κλωτσιά στο αριστερό πλευρό.
Πόνεσα.
Αλλά έμεινα με το κεφάλι καρφωμένο στην άσφαλτο μέχρι ν΄απομακρυνθεί το όχημά τους. Όσο ο ήχος του κινητήρα έσβηνε τόσο δυνάμωνε ο πόνος.
Επιχείρησα να σηκωθώ, όχι πολύ εύκολα. Το σήμα μού είχε πέσει εκεί στο πλάι, φώτιζε ακόμα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το έφερα μπροστά στα μούτρα μου, ενεργοποίησα την οθόνη.
«Α777», βόγκηξα.
Η οθόνη παρέμεινε σε κατάσταση προφύλαξης. Περίεργο. Είχα επικαλεστεί έκτακτη ανάγκη, θα έπρεπε τώρα να μιλάω ήδη με το επιχειρησιακό τμήμα, θα έπρεπε να βλέπω τον Α που θα έμπαινε επικεφαλής τής ομάδας προσέγγισής μου.
«Έκτακτη ανάγκη», φώναξα.
«Αναμείνατε, είστε σε δρομολογημένη γραμμή», απάντησε η μηχανική φωνή από το σήμα.
«Τι σκατά είναι αυτά;» απόρησα.
«Το αίτημά σας διαβιβάστηκε, αναμείνατε».
Έκλεισα το σήμα και το πέταξα νευριασμένα στην εξωτερική θέση της καμπαρτίνας. Κάτι πήγαινε πολύ λάθος.
Σηκώθηκα, τα γόνατά μου έτρεμαν.
Δυο τετράγωνα παρακάτω, ένα μαγαζί ανοιχτό όλη τη μέρα. Πρωινό, μεσημεριανό, ποτό...
Κρύο, πολύ κρύο, το πρόσωπό μου έτσουζε. Άγγιξα τα χτυπήματα, δεν έτρεχε αίμα αλλά υπήρχε πρήξιμο.
Και η Υπηρεσία είχε δρομολογήσει το αίτημά μου, πάει να πει, μπορεί εκείνη τη στιγμή εγώ να ήμουνα κόσκινο από τις σφαίρες αλλά θα με είχαν ακόμα στην αναμονή. Ξεφτιλισμένοι. Ανεγκέφαλοι. Προχώρησα κουτσαίνοντας. Ίσως βέβαια να σήμαινε κάτι όλο αυτό. Ίσως απλώς θέλανε να με προειδοποιήσουν. Οτι έχω τελειώσει για την Υπηρεσία, οτι ένας ατυχής θάνατος θα ήταν η καλύτερη τύχη που θα μπορούσα να διεκδικήσω. Τάχυνα το βήμα μου, αλλά σκόνταψα, γύρισε το γόνατό μου σαν ξεβιδωμένο.
«Γαμώ τη ζωή μου μέσα», ούρλιαξα σηκώνοντας το κεφάλι.
Θα ήθελα να βλέπω ουρανό όσο ουρλιάζω, αλλά ο ουρανός είναι πολυτέλεια για αυτή την πλευρά της πόλης. Κτίρια, γραμμές συγκοινωνιών, γέφυρες, δεν υπήρχε κανένας λόγος για όλα αυτά. Αν η Υπηρεσία αποφάσιζε να με ξεφορτωθεί καλύτερα να έβαζα το πιστόλι στο στόμα και να ξεμπέρδευα από μόνος μου. Καλύτερα για όλους.
Που διάβολο ήταν αυτό το μαγαζί;
Ένιωσα αμέσως καλύτερα όταν διέκρινα την ταμπέλα, καλοδιατηρημένη, οι σωλήνες του νέον καθαροί άφηναν το φως να κυλήσει. Απομίμηση έκρηξης πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι. Έψαξα να διαβάσω το όνομα του μαγαζιού, όμως μερικές φορές η φαντασμαγορία λειτουργεί σε βάρος της ουσίας. Αν δεν πονούσα παντού θα γελούσα περιφρονητικά με αυτή την αχρείαστη επιτήδευση.
Άνοιξα την πόρτα, η ζέστη με άρπαξε από τα μούτρα, μια ζέστη αχνιστή που βρώμαγε καμένο λίπος. Μουσική, κάποια μουσική ακουγόταν απροσδιόριστα και οι γιγαντοοθόνες στους δυο αντικριστούς τοίχους έδειχναν το τελευταίο κοσμικό πάρτι.
Κάθισα σ΄ένα απομονωμένο τραπέζι, το μαγαζί ήταν, φυσικά, γεμάτο γέρους. Για λίγο προσηλώθηκα στην οθόνη, το πάρτι γινόταν σε κάποιο νησί, ιδιοκτησία ενός διοικητή της Διηπειρωτικής, δεν κατάλαβα καλά την αφορμή, αλλά μετά είδα οτι είχαν στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας έναν πίνακα. Τον θυμόμουν τον πίνακα, κυκλοφορούσε συχνά στις ειδήσεις των τελευταίων ημερών, «Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας», Ιερώνυμος Μπος. Είχε πρόσφατα πουληθεί από κάποιο διάσημο Μητροπολιτικό Μουσείο, προφανώς είχε αγοραστεί από τον συγκεκριμένο διοικητή. Ο πίνακας γέμισε την οθόνη, ένας ανατριχιαστικός πίνακας. Ένιωσα το κάψιμο στο πρόσωπό μου να απλώνεται. Άνθρωποι στήθηκαν μπροστά στον πίνακα, ο διοικητής, η γυναίκα του και δυο μικρά παιδιά. Κρατούσαν μαλακά μπουκάλια ελεγχόμενης ροής. Ήξερα τι περιείχαν τα μπουκάλια. Ο διοικητής σημάδεψε τον πίνακα με το δικό του μπουκάλι, πίεσε, το υγρό πετάχτηκε. Ο ταλαίπωρος που του ανοίγανε το κεφάλι (για να του βγάλουν την πέτρα της τρέλας) έφαγε την πρώτη ριπή κατάφατσα, τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν. Κυλούσαν χρωματιστά δάκρυα, αλλάζοντας το σχήμα των ματιών του, σε λίγο έμοιαζε πραγματικά με σχιζοφρενή. Η δεύτερη ριπή δεν πρόσεξα από ποιον ήρθε αλλά πέτυχε τον γιατρό. Το υπεροπτικό ύφος του διαλυόταν μαζί με τα χρώματα που το δημιούργησαν. Τώρα η οικογένεια του διοικητή άδειαζε τα μπουκάλια με τα διαλυτικά υγρά πάνω στον πίνακα χωρίς να σημαδεύει κάπου συγκεκριμένα. Όταν τελείωσαν, ο πίνακας έμοιαζε με σφαγμένο άνθρωπο. Και τότε ανέλαβαν οι καλεσμένοι, στην αρχή με μπουκάλια διαλυτικών, μετά με κοπίδια κι ότι άλλο έβρισκαν μπροστά τους. Όσο κατέστρεφαν τον πίνακα πέρναγε από την οθόνη ένα νούμερο, 1.895.348 κόσμος, με φωσφορίζοντα στοιχεία, συνέχεια και συνέχεια. Αυτό ήταν μάλλον το κόστος του πίνακα.
«Τι να σας φέρω;» με ρώτησε μια χοντρή σερβιτόρα.
Την κοίταξα κι ένιωσα ξαφνική κούραση.
«Ένα πλήρες πρωινό και μερικές παστίλιες αναζωογόνησης», είπα.
«Οι παστίλιες δεν καλύπτονται από κουπόνια Σφαρού», με πληροφόρησε η σερβιτόρα.
Παραξενεύτηκα.
«Από πότε;» ρώτησα.
«Από τότε που τα σκευάσματα κοκαΐνης σταμάτησαν να θεωρούνται συμπληρώματα διατροφής και πέρασαν στην κατηγορία των καρδιοτονωτικών», απάγγειλε η σερβιτόρα.
«Κι από πότε ισχύει αυτό;» επέμεινα.
Η σερβιτόρα με κοίταξε παραξενεμένη.
«Τέλος πάντων, φέρε μου τρεις παστίλιες, θα τις πληρώσω με κόσμος», της είπα.
Στην οθόνη ο πίνακας είχε καταστραφεί εντελώς και τώρα έπεφταν πυροτεχνήματα από παντού. Προσπάθησα να δω καλύτερα τον ξεσκισμένο καμβά, αλλά σύντομα άρχισε να με πιάνει κατάθλιψη.
Γι΄αυτό ίσως δεν ένιωσα να απειλούμαι ιδιαίτερα όταν είδα τον ψηλόλιγνο άντρα να πλησιάζει το τραπέζι μου. Φορούσε δερμάτινο μπουφάν, ρετρό μοτοσυκλετιστικό, και λουστραρισμένες μπότες που του έφταναν μέχρι λίγο πιο κάτω από τα γόνατα. Φορούσε κι ένα στρατιωτικό κασκέτο, με πλησίαζε χαμογελώντας.
Κοίταξα ενστικτωδώς πίσω μου.
Ο άντρας τράβηξε την καρέκλα και κάθισε απέναντί μου.
«Άσχημο θέαμα», σχολίασε δείχνοντας την γιγαντοοθόνη πάνω από τον ώμο του με τον αντίχειρα του αριστερού χεριού.
«Κι όσο πάει χειροτερεύει», απάντησα κοιτάζοντάς τον.
Γέλασε αποκαλύπτοντας μια σειρά από ασημένια δόντια.
«Είσαι αστείος;» ζήτησε να μάθει.
«Ναι, είμαι αστείος. Αλλά περνάω κρίση, κάποιοι δεν με εκτιμούν όσο παλιότερα και φροντίζουν να με κοπανάνε στα μούτρα για να μου το θυμίσουν. Άλλες φορές πάλι προλαβαίνω να πυροβολήσω πρώτος εγώ», του εξήγησα όσο έβγαζα το πιστόλι μου και το ακουμπούσα στο τραπέζι.
Δεν το κοίταξε καν.
«Όταν θα φέρει το πρωινό σου η σερβιτόρα θ΄αναγκαστείς να το μαζέψεις. Δεν είναι και τόσο μεγάλο το τραπέζι», σχολίασε.
«Δεν θυμάμαι να σου είπα οτι θέλω να καθίσεις στο τραπέζι μου», υπενθύμισα με τη σειρά μου.
«Σωστά. Δεν είπες κάτι τέτοιο», απάντησε ο άντρας.
Μετά έβγαλε μια μεταλλική ταμπακέρα, ίσως κασσίτερος, και την ακούμπησε δίπλα στο πιστόλι μου. Έβγαλε ένα Καουλούνγκ, το άναψε, μετά μου πρόσφερε κι εμένα.
«Δεν καπνίζω», του είπα.
«Ναι, είδα. Προτιμάς τα καρδιοτονωτικά πρώην συμπληρώματα διατροφής», γέλασε.
«Και λοιπόν;» απόρησα.
«Τίποτα», μουρμούρισε.
Εκείνη τη στιγμή ήρθε το πρωινό, αναγκάστηκα να μαζέψω το πιστόλι μου αν και η σερβιτόρα έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μην το προσέξει. Θύμωσα, λες και είχα κάνει λανθασμένο άνοιγμα σε παρτίδα σκάκι. Έβαλα την πρώτη παστίλια στο στόμα μου και συγκρατήθηκα για να μην τη μασήσω κατευθείαν.
«Θα κάτσεις εδώ να με κοιτάς όσο τρώω;» αναρωτήθηκα.
«Έχεις δίκιο, αυτό θα ήταν μεγάλη αγένεια», είπε εκείνος.
Μετά σώπασε.
Έσπρωξα την παστίλια ανάμεσα στους τραπεζίτες μου και την δάγκωσα με μανία, ένα υγρό πιο πικρό κι από το δηλητήριο σφυροκόπησε τους σιελογόνους αδένες μου. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην ξεράσω. Κατάπια πάντως, αλλά το υγρό έμοιαζε να ξεπηδάει ατέλειωτα από την παστίλια.
Περίμενα λίγο για να με πιάσει, μετά κατάπια τα υπολείμματα.
«Είσαι λοιπόν τόσο άρρωστος;» διαπίστωσε μελαγχολικά ο άντρας απέναντί μου.
«Άντε γαμήσου», του είπα.
«Έχεις βέβαια δίκιο», σχολίασε λες και είχαμε αφήσει κάποια κουβέντα στη μέση. «Έρχομαι εδώ και σε ενοχλώ την ώρα που πας να πάρεις το πρωινό σου.... Αλλά αν ακούσεις αυτά που έχω να σου πω, ίσως με δικαιολογήσεις».
Τον κοίταξα αμίλητος. Περίμενα.
«Ξέρουμε τα πάντα για σένα», είπε τελικά.
«Δεν καταλαβαίνω», είπα εγώ.
«Το αίτημά σου εγκρίθηκε», μουρμούρισε ο άντρας σκύβοντας προς το μέρος μου.
«Το αίτημά μου», έκανα εγώ.
«Ναι», είπε εκείνος.
«Ποιο αίτημά μου;» ρώτησα.
Ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
«Είσαι αστείος τελικά», συμπέρανε.
Προτίμησα να μη μιλήσω, καθόμουν λοιπόν εκεί, πίνοντας ένα χυμό πολυφρούτων και προσπαθούσα να βγάλω άκρη.
«Τέλος πάντων, δεν έδειξες να απορείς όταν έλαβες το μήνυμα, οπότε δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις τώρα», είπε.
Κατέβασα μονορούφι τον χυμό μου και ακούμπησα προσεκτικά το ποτήρι στη μέση του τραπεζιού, όσο γινόταν πιο κοντά του.
«Κοίτα, χάρηκα αφάνταστα με όσα μου είπες αλλά τώρα σκέφτομαι να ασχοληθώ με το πρωινό μου. Γι΄ αυτό ίσως θα ήταν καλύτερα....»
Τίναξε το χέρι μπροστά μου απότομα.
«Αρκετή ώρα φάγαμε σε σαχλαμάρες», είπε. «Σου εξήγησα ήδη οτι ξέρουμε τα πάντα για σένα, το αίτημά σου έχει διαβιβαστεί σε εμάς και έχει εγκριθεί. Ποιος ο λόγος να κοροϊδευόμαστε;»
«Ποιοι είστε;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Ποιοι είμαστε. Εσύ σε ποιους έστειλες το αίτημα;» γέλασε εκείνος.
«Δεν βγαίνει άκρη», μουρμούρισα.
«Ήταν άσχημο το θέαμα αλλά εξαφάνισε μια λανθασμένη εικόνα κι αυτό, ίσως.... μερικές φορές μπορεί να μοιάζει αρκετό σαν δικαιολογία», σχολίασε δείχνοντας πάλι πίσω από τον ώμο του με σηκωμένο τον αντίχειρα.
Έμεινα με την παστίλια ανάμεσα στα δάχτυλα, έχοντάς τα χαμένα.
«Για τον πίνακα λέω», μου εξήγησε. «Εντάξει, είναι κάπως άσχημο να καταστρέφονται τα έργα τέχνης, ακόμα κι αν αυτό εξυπηρετεί.... ότι εξυπηρετεί τέλος πάντων. Αλλά ο συγκεκριμένος πίνακας ήταν λάθος».
«Λάθος», επανέλαβα αφηρημένα.
Τελικά έχωσα τη δεύτερη παστίλια στο στόμα μου, τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί δηλαδή;
«Λάθος. Εννοώ οτι ο γιατρός προσπαθεί να βγάλει την πέτρα της τρέλας από το κεφάλι του λάθος ανθρώπου», μου εξήγησε.
«Και ο σωστός; Ο ασθενής ποιος είναι;» ρώτησα άθελά μου.
«Είναι εμφανώς η γυναίκα που ακουμπάει στο τραπέζι», πανηγύρισε.
«Η γυναίκα», επανέλαβα σιγά.
«Θέλει και ρώτημα; Δες το απλανές βλέμμα της, σαφές σημάδι τρέλας.... είναι και το βιβλίο που έχει στερεώσει στο κεφάλι της. Τι σου λέει πάλι αυτό;»
«Τι να μου πει;» απόρησα.
«Ω, μα έλα τέλος πάντων, είσαι έξυπνος άνθρωπος», φώναξε.
Κατάπια την παστίλια μου σχεδόν αμάσητη.
Έσκυψα προς το μέρος του νευρικά.
«Όχι –περίμενε», είπε εκείνος. «Δεν έχεις και πολλές εναλλακτικές, για την ακρίβεια εμείς είμαστε η μοναδική εναλλακτική σου. Ο προϊστάμενός σου στην Υπηρεσία θα φορτωθεί με κατηγορίες, αλλά είναι γνωστό ότι κανένας δεν παρανομεί από μόνος του. Ειδικά οι υψηλόβαθμοι. Πες μου λοιπόν ποιος, κατά τη γνώμη σου, ήταν ο πραγματικός τρελός στον πίνακα, για να σου πω κι εγώ ποιος έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες να συλληφθεί πολύ σύντομα».
«Ο γιατρός», είπα.
Με κοίταξε με μισάνοιχτο στόμα.
«Ποιος;» ρώτησε.
«Ο γιατρός», επανέλαβα.
Έσκυψε μπροστά κοιτάζοντάς με.
«Έτσι που κυκλοφορεί με το χωνί στο κεφάλι, είναι προφανές...» είπα.
Έπεσε πίσω στην καρέκλα του καθώς ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
«Θα τα πάμε πολύ καλά οι δυο μας....» κάγχασε.
«Για να το λες...» παρατήρησα.
Τίναξε την ανύπαρκτη σκόνη από το δερμάτινο μπουφάν του και σηκώθηκε απότομα.
«Λοιπόν, νομίζω οτι βγάλαμε κάποια άκρη», μου χαμογέλασε.
Δεν είπα τίποτα.
«Σύντομα θα έρθουμε σε επαφή μαζί σου», με διαβεβαίωσε.
«Κι αυτό σημαίνει ότι....» κόμπιασα.
Γέλασε για μια ακόμα φορά.
«Είσαι υπερβολικά αστείος», συμπέρανε.
«Για να το λες...» ξαναείπα.
Αλλά μιλούσα στον αέρα, ο άντρας είχε φροντίσει εξαφανιστεί δρασκελίζοντας βιαστικά το μαγαζί.
Κοίταξα πάλι την γιγαντοοθόνη μασουλώντας το πρωινό μου.
Μόνο η κορνίζα είχε μείνει απείραχτη από τον πίνακα. Μάλλον δεν ήταν τόσο ακριβή ώστε να αξίζει τον κόπο να καταστραφεί.
Η γιγαντοοθόνη μαύρισε για λίγο και μετά εμφανίστηκε ο πίνακας για ακόμα μια φορά, ανέπαφος, στημένος στη μέση της μεγάλης αίθουσας. Ο διοικητής μαζί με την οικογένειά του στήθηκαν μπροστά στον πίνακα. Κρατούσαν μαλακά μπουκάλια ελεγχόμενης ροής. Κοίταξα προσεκτικά τον πίνακα.
Που βρισκόταν τελικά η λίθος της τρέλας;

Τρίτη, Ιουνίου 22, 2010

"Το πορτραίτο του Βασίλη Χόλγουορντ"

Συνήθως αποφεύγω να παρακολουθήσω ημερίδες χρησιμοποιώντας την φτηνή δικαιολογία οτι προτιμώ τις νυχτερίδες –αλλά σήμερα αποφάσισα να κάνω μια εξαίρεση. Κι εσύ αν ήσουν στη θέση μου (εννοώ κοινωνιολόγος) και έπαιρνες την πρόσκληση για την παρουσίαση της έκδοσης «Το κοινωνικό πορτραίτο της Ελλάδας 2010» από το ΕΚΚΕ, μάλλον το ίδιο θα έκανες. Ήταν κι ένας παλιός καθηγητής μου από την Πάντειο, ο Ηλίας ο Κατσούλης, καλό ανθρωπάκι, είχα χρόνια να τον δω. Πολύ καλή εκδήλωση, παρατέθηκε και μπουφές. Αρκούν αυτά για πρόλογος;

Δεν πρόκειται να αναφερθώ στους συμμετέχοντες στο πάνελ, προτιμώ να μεταφέρω αυτά που άκουσα μακαρονοειδώς και άτακτα. Τουτέστιν:

Οι άμεσοι υποψήφιοι για να βρεθούν κάτω από το όριο της φτώχιας λόγω της οικονομικής κρίσης, είναι (σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας)
-Οι χαμηλόμισθοι
-Οι ελεύθεροι επαγγελματίες
-Οι οικογένειες στις οποίες δεν δουλεύουν όλα τα μέλη που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία.

Πως σου φαίνεται αυτό το αστείο; Αν το συνδυάσεις με όσα ακολουθούν παρακάτω, μάλλον θα τρομάξεις. Επειδή η συγκεκριμένη έρευνα ΚΑΤΕΓΡΑΨΕ ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ, την ανυπαρξία κοινωνικής πολιτικής από το κράτος το οποίο εξακολουθεί να βολεύεται στην αντικατάστασή του από τον θεσμό της οικογένειας. Δηλαδή πληρώνεις εσύ ο κόπανος για το λεγόμενο κοινωνικό κράτος κι εκείνοι βλέπουν πώς όταν αρρωσταίνεις σε φροντίζει η μάνα σου, όταν μένεις άνεργος σε χαρτζιλικώνει ο πατέρας σου και σου τρώνε τα λεφτά. Ωραίοι.

Κάτσε να σου πω και το χειρότερο. Μέτρησε η έρευνα τα ποσοστά κοινωνικών δαπανών των τελευταίων χρόνων και τα έβγαλε συνεχώς αυξανόμενα. Τι άλλο αυξήθηκε μαζί με την αύξηση των κοινωνικών δαπανών; Το ποσοστό ανθρώπων κάτω από το όριο της φτώχειας! Ψάξανε οι άνθρωποι να δουν πώς έγινε αυτό κι ανακάλυψαν ότι το κράτος προκηρύσσει δράσεις για την καταπολέμηση της φτώχειας χωρίς δικαιούχους! Προκηρύσσει δράσεις κοινωνικής ενσωμάτωσης οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τίποτα άλλο από την αποτίμηση και την προώθηση των εκάστοτε κυβερνητικών αντιλήψεων (κολοκύθια με τη ρίγανη δηλαδή) συν κάποιες επικοινωνιακές φιέστες.

Παρακάτω το πράγμα χειροτερεύει. Επειδή η έρευνα αναφέρει οτι το μεγάλο πρόβλημα των τελευταίων χρόνων, που θα συνεχίσει να αυξάνεται ραγδαία στην Ελλάδα, είναι αυτό των αστέγων. Γι΄αυτούς η κρατική κοινωνική πολιτική αδιαφορεί πλήρως –μόνο κάποιες ΜΚΟ ασχολούνται, αλλά κι εκείνες δρουν ανακουφιστικά, δεν έχουν τη δυνατότητα να εκτοπίσουν το πρόβλημα.

Κι αν δεν σου φτάνουν τα χειρότερα, θα σου πω το τελευταίο συμπέρασμα της έρευνας αναφορικά με την κοινωνική πολιτική και την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού: επειδή είναι γνωστό οτι οι οικονομικές κρίσεις συνδέονται ΚΑΙ με την αύξηση των ψυχικών/ψυχολογικών προβλημάτων η έρευνα διαπίστωσε ΑΘΡΟΕΣ προσελεύσεις στα ψυχιατρεία της χώρας -ΤΟ 50% ΑΠΟ ΑΥΤΕΣ διενεργούνται με ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΝΤΟΛΗ! Δηλαδή ένα κάρο κόσμος κλείνεται με το ζόρι (ή προσπαθώντας να αποφύγει την φυλάκιση) στα ψυχιατρεία κι όταν βγει θα προστεθεί στον στρατό των ανέργων εφόσον το στίγμα του ψυχιατρείου παραμένει ανεξίτηλο στη χώρα μας.

Να δούμε και λίγο αυτή την κουφάλα την αγορά εργασίας –κι εδώ οι ομιλητές άγγιξαν το παπαράκι που ονομάζεται «ασφαλιστικό νομοσχέδιο και ρυθμίσεις σχετικά με το εργασιακό καθεστώς». Έγραψα παραπάνω οτι δεν θα αναφέρω τα ονόματα των εισηγητών, κάνω μια εξαίρεση εδώ πέρα επειδή πρόκειται για τον Ηλία τον Κικίλια ο οποίος τυγχάνει διοικητής του ΟΑΕΔ (και πρώην ερευνητής του ΕΚΚΕ).

Λοιπόν ο τύπος έκανε κάποιες (προφανείς μάλλον) παρατηρήσεις:

-Οτι από το 1971 και δώθε ήταν φανερό (από τις σχετικές έρευνες) πώς λόγω του χαρακτήρα του ασφαλιστικού μας συστήματος (pay as you go ονομάζεται και διαβάζεται είτε μεταφρασμένο, είτε αμετάφραστο) και λόγω της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού, θα αντιμετωπίζαμε πρόβλημα αδυναμίας πληρωμών. Τι κάναμε από τότε μέχρι σήμερα; Μην πω τη λέξη, αφού δεν την είπε κι ο άνθρωπος!

-Η ανεργία, ΑΝΤΙΘΕΤΑ ΑΠ' ΟΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ, χτυπάει περισσότερο τους εξειδικευμένους από τους ανειδίκευτους και κυριολεκτικά τσακίζει τους πτυχιούχους. Γιατί αυτό; Επειδή την τελευταία 15ετία η χώρα έβγαλε 600.000 πτυχιούχους ενώ οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν (για να καλυφθούν από αυτούς) δεν ήταν περισσότερες από 250.000. Ακόμα χειρότερα, οι μισές απ΄αυτές τις θέσεις δημιουργήθηκαν στον Δημόσιο τομέα. Ωραία;

-Υπάρχει αυτή η κυρίαρχη άποψη πώς η αύξηση της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας συναρτάται άμεσα με την μείωση του κόστους εργασίας («αν γραψείς κάτι διαφορετικό κανένας δεν θα σε πάρει στα σοβαρά και το κείμενό σου δεν θα δημοσιευτεί σε περιοδικό με αξιοπρεπή κυκλοφορία», είπε ο ομιλητής). Όμως τι γίνεται στην Ελλάδα; Η προέκταση του μάνδρα «ανταγωνιστικότητα= μείωση κόστους» οδηγεί στο απολυτίκιο «σκληρό και άκαμπτο θεσμικό πλαίσιο = μείωση της ανταγωνιστικότητας». Ναι; Να!
Διότι ΤΙ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ αφορά αυτό το θεσμικό πλαίσιο (προστασίας των εργαζομένων, ελέγχου των απολύσεων, αποζημιώσεων κ.λ.π.); Σαφώς και δεν αφορά τους εργαζόμενους στον Δημόσιο τομέα. Δεν αφορά επίσης τους εργαζόμενους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους αυτοαπασχολούμενους. Τι μένει (και δουλεύει στις μεγάλες επιχειρήσεις); ΜΟΛΙΣ ΤΟ 10% του συνολικού αριθμού των εργαζομένων της χώρας σύμφωνα με την έρευνα! Αν λοιπόν η ελληνική οικονομία έχει τα χάλια της επειδή αυτό το 10% προστατεύεται από το θεσμικό πλαίσιο –τι να γίνει; Ας τους εκτελέσουμε στην πλατεία Συντάγματος να ξεμπερδεύουμε, για το κοινό καλό ρε παιδί μου! Αυτό το συμπέρανα εγώ δεν το είπε ο διοικητής του ΟΑΕΔ, έτσι;
Είπε όμως ότι αυτά τα παιδιά της Τρόικας (που φρίττουν στο άκουσμά τους οι τηλεσχολιαστές και οι λοιποί Ελληναράδες) δεν είναι τίποτα μυθικοί βρικόλακες –οικονομικοί ερευνητές και ακαδημαϊκοί είναι. Όμως, από τη μια δεν βρίσκουν άνθρωπο να κουβεντιάσουν στο Δημόσιο (και πώς να βρουν, όταν ο νεότερος Διευθυντής έχει αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο την εποχή του 1-1-4) κι από την άλλη, οι Τρόικες, κάνουν μερικά μικρολαθάκια. Ας πούμε, αναμειγνύουν (σε στυλ Ουμπέρτο Εκο –Εκκρεμές του Φουκώ) ένα αδιάψευστο στοιχείο με μια υπόθεση, προκειμένου να ισχύσει η υπόθεση. Δώσε βάση: «Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα έχει πέσει κατά 40% λόγω του υψηλού κόστους εργασίας». Το 40άρι είναι σωστό κι αναμφισβήτητο, αλλά τη σύνδεση με το κόστος πώς την έκαναν; Με τι στοιχεία; Μούγκα. Άλλη τσαχπινιά: «Σύμφωνα με στατιστικές είναι εμφανές οτι οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα δύσκολα προσλαμβάνουν καινούργια άτομα επειδή τους είναι πολύ δύσκολο να απολύσουν». Το ότι δύσκολα προσλαμβάνουν είναι σωστό, αλλά μήπως γι΄αυτό φταίει η πεσμένη παραγωγικότητα που είπαμε παραπάνω και για την οποία τώρα ξεχάσαμε να μιλήσουμε; Πήρες μια ιδέα.

Άφησα για το τέλος το αγαπημένο μου κομμάτι της ημερίδας –επειδή είμαι κάπως φανξιοναλιστής και τα πολλά στατιστικά τα βαριέμαι. Το αγαπημένο μου κομμάτι λέγεται:
Αποεμπορευματοποίηση και Επανεμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης. Δώσε βάση στην πενιά.

Από τη δεκαετία του ’60 και δώθε ξεκίνησε αυτή η υπόθεση με τον κοινωνικό χαρακτήρα του κράτους. Ξεκίνησε προφανώς με το ζόρι, μέσα από τους αγώνες των εργαζομένων και των φοιτητών –πάει στο διάλο, ξεκίνησε πάντως.

Σε πρώτη φάση λοιπόν άρχισε η αφαίρεση προϊόντων ή/και υπηρεσιών από την αγορά με την ταυτόχρονη παροχή τους από το κράτος. Υγεία, παιδεία, πρόνοια, ασφάλιση κ.λ.π. Αυτό οδήγησε στην αποεμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης επειδή πλέον το κόστος της δεν οριζόταν αποκλειστικά από την αγορά εργασίας. Στο κάνω λιανά –ο εργαζόμενος δεν κόστιζε μονάχα όσα συμφωνούσε στο νταραβέρι με το αφεντικό, κόστιζε αρκετά περισσότερα τα οποία τα πλήρωνε το κράτος. Άρα, έσπασε σε κάποιο βαθμό το δίπολο προσφοράς-ζήτησης αναφορικά με την εργατική δύναμη. Παράδειγμα; Στη Δανία σε συνέφερε περισσότερο να παίρνεις επίδομα ανεργίας παρά να δουλεύεις.

Ήρθε όμως η ανεργία (η οποία χτύπησε όπως έγραψα παραπάνω τους εξειδικευμένους περισσότερο από τους ανειδίκευτους), ήρθε η κρίση που απείλησε ΚΑΤΑ ΠΡΩΤΟ ΛΟΓΟ τις ανεπτυγμένες χώρες, ήρθε η διάψευση του ονείρου οτι βαδίζουμε προς την «κοινωνία της γνώσης», ήρθαν και οι Ινδοί με τους Κινέζους! Τουτέστιν, εμφανίστηκε το off shoring πρώτα στον τομέα της παραγωγής και μετά σ΄αυτόν των υπηρεσιών. Τώρα αν ήθελες φτηνό μεροκάματο άνοιγες παράρτημα στη Μανίλα ξέρω ΄γω κι έριχνες το κόστος παραγωγής στα Τάρταρα. Και το μανίκι έφτασε σε τέτοιο βαθμό αντικατάστασης παραγωγικών δομών που μέχρι και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές απειλούνται, επειδή όλο και περισσότερα πανεπιστήμια κάνουν τηλεμαθήματα χρησιμοποιώντας Ινδούς καθηγητές με άριστη γνώση της Αγγλικής! Αστείο; Δε νομίζω.

Το θέμα είναι λοιπόν οτι από την αποεμπορευματοποίηση περάσαμε στην επανεμπορευματοποίηση της εργασιακής δύναμης. Πλέον το κόστος της εργασίας ΟΧΙ ΜΟΝΟ καθορίζεται από την αγορά αλλά και ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ από μια παγκοσμιοποιημένη αγορά! Σ΄αυτή τη διελκυνστίδα, δεν υπάρχει περίπτωση να τραβήξουν οι ανεπτυγμένες χώρες τις υπόλοιπες προς την πλευρά τους, μάλλον το αντίθετο είναι προφανές οτι θα συμβεί. Κι ακόμα χειρότερα, η εργασιακή ανασφάλεια των προηγούμενων δεκαετιών έχει μετατραπεί σε εργασιακή επισφάλεια –τώρα δεν είναι υπεραγχωμένοι οι άνεργοι που ψάχνουν δουλειά, αλλά οι εργαζόμενοι που πασχίζουν να κρατήσουν τη δουλειά τους! Γιατί δεν είναι αγχωμένοι οι άνεργοι; Επειδή η ανεργία έχει πάρει μόνιμες διαστάσεις κι όλο και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν από άνεργους γονείς. Άρα, όλο και περισσότερα παιδιά ενηλικιώνονται χωρίς να τους είναι οικεία η εικόνα του γονιού που φέρνει μισθό στο σπίτι. Αυτό σημαίνει απλώς οτι η εργασιακή προοπτική φθίνει συνεχώς, σε απόλυτα νούμερα.

Άκουσα κάπου τους όρους: «δουλοπαροικία» και «εργασιακή αποκτήνωση»; Σίγουρα όχι από τους ομιλητές της ημερίδας επειδή οι άνθρωποι εκεί πέρα ήταν σοβαροί επιστήμονες και σαν τέτοιοι δε λένε τέτοια.... Κι επειδή πρόκειται περί σοβαρών ανθρώπων αναρωτήθηκαν 100 φορές: "γιατί δεν έρχεται κανένας, ποτέ, από το επίσημο κράτος να πάρει τις μελέτες που κάνουμε και να τις χρησιμοποιήσει;" Ο παλιός μου ο καθηγητής, ο Κατσούλης (καλό ανθρωπάκι) άφησε να του ξεφύγει η απάντηση στο ρητορικό ερώτημα των επιστημόνων: "επειδή οι μελέτες μπορεί να είναι σωστές αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι είναι και χρήσιμες για το κράτος", είπε. Και οι περισσότεροι κοίταξαν βιαστικά αλλού.

Κλείνοντας να πω οτι δεν έχει βγει ακόμα στο δίκτυο η μελέτη για το 2010, όποιος τη θέλει ας περάσει από το ΕΚΚΕ να την πάρει (μάλλον τζάμπα). Αν θες όμως να δεις τις παλιότερες μελέτες για να πάρεις μια τζούρα, υπάρχουν εδώ.

Καληνύχτα είπα; Δεν είπα.

Παρασκευή, Ιουνίου 18, 2010

Όταν το jogo γίνεται τζόγος

Έχει πλάκα να παρακολουθείς το χειρότερο Μουντιάλ της 35ετίας (τουλάχιστον απ’ όσα εγώ θυμάμαι να έχω δει). Έχει πλάκα να περιμένεις κάθε φορά το επόμενο ματς για να στρώσει κάπως η κατάσταση και να τρως τη μια σούπα μετά την άλλη. Σαν κυριλέ εστιατόριο που τους την κοπάνησε ο σεφ κι ανέλαβε ο αφεντικός να μαγειρεύει –ένα τέτοιο πράγμα. Εγώ πάντως τα πλακέ θεάματα τα παρακολουθώ φανατικά μέχρι να με πάρει ο ύπνος (για να με πάρει ο ύπνος).

Το βαρετό πράγμα φάνηκε από πέρσι που παίχτηκε το Κονφεντερέισονς. Η πρόβα τζενεράλε του Μουντιάλ έμοιαζε με μπάτσελορ πάρτι σε γηροκομείο: όλοι έδειχναν ενθουσιασμένοι από υποχρέωση, μόνο που στην τηλεόραση αντί για το «Μπρος βαθύ και πίσω χάος», έπαιζε βιντεοκασέτα «Το κορίτσι και το άλογο», και τα πουράκια που μοιράστηκαν στους παρευρισκόμενους δεν ήταν Κοχίμπα αλλά Καπρίς. Με λίγα λόγια, αν και είδα μέχρι ΚΑΙ τελικό, λόγω Βραζιλίας, έπρεπε να γκουγκλίσω σήμερα το πρωί για να θυμηθώ το σκορ.

Εκτός από το βαρετό, στο Κονφεντερέισονς φάνηκε και το σπαζαρχίδικο του όλου θέματος. Τουτέστιν οι βουβουζέλες. Είναι, λέει, παράδοση των Νοτιοαφρικανών. Και η ανθρωποφαγία παράδοση είναι, να προσθέσω, και μάλιστα το χλαπάκιασμα της καρδιάς του εχθρού σου αποτελεί τη μέγιστη τιμή που μπορείς να του αποδώσεις, αλλά δε νομίζω ότι θα επέτρεπε κάτι τέτοιο η ΦΙΦΑ στις κερκίδες των γηπέδων. Αφού λοιπόν δεν θα επέτρεπε σε παραδοσιακούς Ζουλού να στήνουν καζάνια στις κερκίδες, γιατί στο διάολο επιτρέπει τις βουβουζέλες; Σα να έχεις καπακώσει σφίγγα σε ποτήρι και να΄χεις στήσει αυτί απέξω –πόση ώρα μπορείς ν΄αντέξεις; Ένα λεπτό; Δυο; Εδώ μιλάμε για 90 λεπτά βουβουζέλας (χώρια τις καθυστερήσεις) -όταν φτάσουμε στα νοκ άουτ παιχνίδια με τις παρατάσεις και τα πέναλτι θα πάθουμε αλωπεκίαση από την πολλή βουβουζέλα.
Το μόνο καλό της υπόθεσης, βέβαια, είναι οτι χαμηλώνεις τον ήχο κι έτσι γλιτώνεις από τις μαλακίες των σχολιαστών της ΝΕΤ.

Είπα μαλακίες των σχολιαστών και θυμήθηκα: αγαπητοί κύριοι της ΝΕΤ, άμα δεν γουστάρετε μια ομάδα, ζητήστε να κάνετε τράμπα με έναν συνάδελφό σας και να μην επιφορτιστείτε με την περιγραφή του αγώνα της. Έκατσα να δω τη Βραζιλία με τη Βόρειο Κορέα και είχα από τη μια τις βουβουζέλες (ήθελα να νιώσω λίγο κλίμα γηπέδου ο μαλάκας), από την άλλη τους «Μαμουζέλους». «Η Βόρειος Κορέα έχει κερδίσει τον σεβασμό όλων μας, είναι άριστα στημένη στο γήπεδο, ξέρει τι θέλει!» θαύμαζαν οι εκφωνητές. Την ώρα που η Βόρειος Κορέα ήταν μπαστακωμένη κατά τα 10/11 (βγάλε έναν ξανθό κοντοκουρεμένο από κείνους που δέρνει ο Τσάκι Τσαν στις ταινίες του με το σωρό, τον επιλεγόμενο και «Κορεάτη Ρούνεϊ») πίσω από τη γραμμή της σέντρας. Έπαιρνε τη μπάλα ο Βραζιλιάνος, πέφτανε τρεις πάνω του. Την πάσαρε, φεύγανε οι δυο και πηγαίνανε να διπλοντουμπλάρουν τον άλλο Κορεάτη που μάρκαρε τον καινούργιο Βραζιλιάνο κάτοχο μπάλας. Και περιμένανε με μια ξαφνική αντεπίθεση να κάνει τσαφ ο Σέζαρ μπας και πάρουν το παιχνίδι –αλλιώς μια χαρά τους ήταν η ισοπαλία. Δεκτό, το έκανε και η Ελλάδα και πέτυχε να κοιμίσει τον κόσμο όλο και να σηκώσει το Euro κάποτε, αλλά δε νομίζω οτι το ποδόσφαιρο απέκτησε καινούργιους οπαδούς σαν σπορ λόγω της λαμπρής εκείνης πορείας των Ελλήνων. Εννοώ, αν υποστηρίζεις την ομάδα που παίζει «όλοι πίσω ταμπούρι και η μπάλα στο θεό» μπορεί να χαρείς, αν όμως θέλεις να δεις ποδόσφαιρο, παρακαλάς να τσιμπήσουν το γκολάκι μια ώρα αρχύτερα οι ταμπουρωμένοι μπας και παιχτεί κανονικά το άθλημα.
Το εκνευριστικό σύστημα των Κορεατών μόνο οι εκφωνητές της ΝΕΤ το έβρισκαν θαυμάσιο. Και «τι αλληλοκάλυψη!», «πόσος αλτρουισμός (στο κλάδεμα)!», «τι υψηλό ποσοστό συγκέντρωσης των αθλητών (στο να απομακρύνουν τη μπάλα με καμινάδες)»! Κι όσο περνούσε η ώρα τόσο οι εκφωνητές εκστασιάζονταν: «φτάσαμε στο 40 και τα κουλουράκια παραμένουν στον πίνακα!» (αλήθεια έχω την απορία: οι εκφωνητές και σχολιαστές της ΝΕΤ, στα πλαίσια της ανανέωσης, είναι άρτι αποφοιτήσαντες από το νηπιαγωγείο;) Κι όσο εκστασιάζονταν οι εκφωνητές, τόσο παίρνανε θάρρος αρχίζοντας το θάψιμο της Βραζιλιάνικης ομάδας. «Δεν έχουν προσανατολισμό μέσα στο γήπεδο, δυσκολεύονται ν΄αλλάξουν δυο πάσες, δεν δείχνουν διάθεση, οι φίλαθλοι της σελασάο πρέπει οπωσδήποτε να χειροκροτήσουν την προσπάθεια των παικτών της Κορέας (!)» Το μόνο που δεν πρόλαβαν να ξεφουρνίσουν ήταν οτι χάρη τους κάνανε οι Κορεάτες στους Βραζιλιάνους που δεν τους ρίξανε τρία μπαλάκια στο πρώτο μέρος.
Βέβαια, στο δεύτερο ημιχρόνιο (όπως λέγανε και οι συνάδελφοι των καλών αυτών εκφωνητών επί χούντας), βρήκε ο τεράστιος Ελάνο τον Μαϊκόν στην κατεβασιά, φρέναρε ένα κλικ από τη γραμμή του κόρνερ ο Μαϊκόν, τράβηξε ένα σουτάκι από εκείνα που οι Κορεάτες τερματοφύλακες τα θεωρούν σέντρες κι όσο έψαχνε ο καημένος ο Κορεάτης ποιον Βραζιλιάνο να κλείσει στην περιοχή του η μπάλα άραζε στο πλεκτό. Πολύ λυπήθηκαν οι εκφωνητές αλλά δεν το έδειξαν. Προτίμησαν να κάνουν μια κωλοτούμπα (βαθμός δυσκολίας 2,5) και να εκθειάσουν την εκτελεστική δεινότητα του Μαϊκόν –μέχρι να το πουν βέβαια είχε κολλήσει άλλο ένα ο Ελάνο και η σεμνή τελετή είχε λάβει τέλος. Νόμιζα. Αμ δε! Χαλαρώσανε οι Βραζιλιάνοι, έβαλε ένα γκολ ο Κορεάτης στο 80παρακάτι, αναπτερώθηκαν πάλι οι εκφωνητές! Τι για «παραλίγο μυθική ανατροπή» ακούσαμε, τι για «μια από τις καλύτερες ομάδες της διοργάνωσης (η Βόρειος Κορέα!)» -τέλος πάντων.

Θέλω να πω απλώς οτι εγώ δεν είμαι τόσο καταρτισμένος ποδοσφαιρικώς, άσε που ξεχνάω εύκολα λόγω αλτσχάιμερ, αλλά το ότι η Βραζιλία αρχίζει ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΘΕ Μουντιάλ πιο αγχωμένη κι από απουσιολόγο την ώρα της εκφώνησης των θεμάτων των πανελλαδικών –ε, αυτό το θυμάμαι πολύ καλά. Και τα πράγματα γίνονται χειρότερα για τους Βραζιλιάνους όταν η πρώτη ομάδα που αντιμετωπίζουν έχει χαρακτηριστεί παγκοσμίως ως καρπαζοεισπράκτορας, αλλά αποδεικνύεται ότι δεν είναι τέτοια (θυμήσου και την περίπτωση της Τουρκίας το 2002).

Επειδή τυγχάνω εδώ και μια 35ετία περίπου κολλημένος με την Εθνική Βραζιλίας θα σου πω μερικά πραγματάκια για την τωρινή της ομάδα, αυτή που κατέβηκε να διεκδικήσει το Μουντιάλ του 2010.

Κατά πρώτον, μπορεί να λατρεύεις να βρίσκεσαι μ΄έναν τύπο όταν γίνονται κραιπάλες στο μπαράκι της γειτονιάς, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι έχεις καμιά όρεξη να τον δεις να ξυπνάει στο κρεβάτι, δίπλα σου, το επόμενο πρωί. Έτσι ακριβώς συμβαίνει με τον Κάρλος Ντούνγκα. Δηλαδή, τον λάτρεψα στα μέσα και τέλη του ’90 σαν αρχηγό της Σελεσάο (από το «Εκλεκτή» νομίζω οτι βγαίνει αυτό), ήξερα οτι οι μισές μπαλιές που πηγαίνανε προς τη μικρή περιοχή της ομάδας θα κόβονταν από τον κοντό (οι άλλες μισές δεν θα γίνονταν όλες γκολ κυρίως λόγω τσαρουχίασης των αντίπαλων επιθετικών), αλλά δεν ήμουν και πολύ ζεστός να τον δω προπονητή της ομάδας. Σαν φιλοσοφημένος αμυντικός μέσος ο Ντούνγκα μοιάζει να ακολουθεί μια τακτική στησίματος του τύπου «τσιμεντώνουμε το κέντρο για να μη φύγει προς τα πίσω η μπάλα κι έτσι, που θα πάει; κατά μπροστά θα πάει!» Θα πεις –δίκιο έχει το παλικάρι, εφόσον οι μόνοι Βραζιλιάνοι που παίζουν (υποτυπώδη) άμυνα είναι οι δυο κεντρικοί αμυντικοί κι αυτό όταν δεν έχουν ανέβει στην αντίπαλη περιοχή για να ξεμουδιάσουν και να σκοράρουν. Δίκιο έχει, αλλά η Βραζιλία δεν είναι η Ίντερ του Μουρίνιο (βρισιά ήταν αυτό, αν δεν κατάλαβες). Η Βραζιλία είναι καταραμένη ομάδα, στοιχειωμένη από το 1982 και δώθε. Οι παίκτες της πρέπει και να βάζουν από 4 γκολ σε κάθε παιχνίδι, να παίρνουν το Μουντιάλ και να κάνουν ζογκλερικά από το 70ο λεπτό και μετά. Κάτι λιγότερο, για να γίνει αποδεκτό (με απροθυμία βέβαια) από τους απανταχού φανατικούς της ομάδας θα πρέπει να συνδυάζεται με την κατάκτηση του τροπαίου. Να μπορούμε να λέμε στους αλλόθρησκους: «όταν παίζαμε μπαλάρα το σήκωναν οι Ιταλοί οι κλωτσοπατινάδες, τώρα αποφασίσαμε να κάνουμε συλλογή από κούπες για να μη μας περνάνε και για μαλάκες».
Θα πάρει την κούπα ο Ντούνγκα; Από χλωμό έως «μην τρελαθούμε κιόλας!» το βλέπω.


Κατά δεύτερον, οι παίκτες που επιλέχτηκαν για την τωρινή Εθνική δε γεμίζουν το μάτι ούτε καν της δεκάχρονης κόρης μου. Εντάξει, υπάρχει ένας εκπληκτικός τερματοφύλακας (ίσως ο καλύτερος στον κόσμο αυτή την εποχή), υπάρχουν δυο φοβεροί πλάγιοι μπακ εξτρέμ (οι Βραζιλιάνοι έχουν ανακαλύψει αυτή τη θέση), ο Μαϊκόν κι ο Ντάνι Άλβες, όμως παραπέρα... Και παραδίπλα... Ο Ελάνο είναι τεράστια παιχτούρα, αλλά είναι και πιο άνευρος από ληξίαρχο σε ποιητική βραδιά. Ο Ρομπίνιο ξέρει όση μπάλα δεν ξέρουν οι Εθνικές όλων των ασιατικών χωρών (και η Εθνική Ελλάδος) μαζί, αλλά είναι πιο απρόβλεπτος από κρίση λόξυγκα σε βρέφος και πιο ατομιστής από οδηγό της Φόρμουλα 1. Ο Κακά (κα)κάπου έχει χάσει τη διάθεσή του να παίζει μπάλα. Θες σε αυτό το φημισμένο πλέον ησυχαστήριο βεντετών πού ονομάζεται Ρεάλ; Θες σε καμιά παραλία; Ο Κακά ποτέ δεν φημιζόταν για τον τσαμπουκά του, τώρα δεν βάζει και το μυαλό του να δουλέψει –αποτέλεσμα, βουτιά στη βουτιά μπας και πάρει κάνα μετάλλιο από τον Γκρεγκ Λουγκάνις. Βαρέθηκα να τον βλέπω να πέφτει στο ματς με τους Κορεάτες –μια φορά μάλιστα έκανε πάσα αριστερά ενώ ταυτοχρόνως βουτούσε δεξιά, τζαστ ιν κέις ρε παιδί μου! Νιλμάρ, Μέλο, Τιάγκο, Μπάστος (Μπάτσος, που λέει η κόρη μου) και άλλα παιδιά είναι πολύ βολικοί για να βγαίνουν σαπόρτ στα μεγάλα ονόματα της βραδιάς, άσε που πολλές φορές μπορούν να κλέψουν και την παράσταση. Με την προϋπόθεση οτι υπάρχουν μεγάλα ονόματα της βραδιάς –έτσι; Γιατί πέραν των προαναφερθέντων, στην τωρινή Βραζιλία υπάρχει ο «αόρατος τοίχος» Ζιλμπέρτο Σίλβα (που όλοι γνωρίσαμε και αγαπήσαμε στον βάζελο) κι εκείνος ο μαλάκας ο Λουίς Φαμπιάνο, ο άνθρωπος που δεν μπορεί να σπρώξει τη μπάλα στα δίχτυα όταν βρεθεί μόνος σε κενό τέρμα, αλλά μπορεί να σκοράρει πεσμένος, με το κεφάλι θαμμένο στο γκαζόν, το δεξί πόδι στον αέρα και το αριστερό στο γύψο. Συνυπολογίζοντας οτι ο Φαμπιάνο είναι περιφερειακός κυνηγός και όχι φουνταριστός, όπως επίσης περιφερειακός είναι κι ο Ραμίρεζ (τον οποίο, για κάποιο ανεξήγητο λόγο θεωρώ τον καλύτερο παίκτη της φετινής Εθνικής Βραζιλίας), ο Ρομπίνιο κι ο Νιλμάρ –βγαίνει το συμπέρασμα οτι ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΕΘΝΙΚΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΚΥΝΗΓΟ (τύπου Ρονάλντο ή Αντριάνο)! ‘Η μάλλον έχει –τον Γκραφίτε! Όσο καθησυχαστικό σού ακούγεται αυτό. Άρα, αβέβαιο το γκολ μπροστά, πιθανό το κουτούλημα μεταξύ Ζουάν και Λούσιο πίσω...

Εντάξει, πάντα η Βραζιλία έχει παίκτες με τους οποίους κολλάω (πρόκειται κυρίως για ποδοσφαιριστές που παίζουν ακόμα στη χώρα τους και όχι για «Ευρωπαίους»). Κι αυτή τη φορά, όσο και αν τίγκαρε την ομάδα με χορτασμένους, σκασμένους, μπλαζέ «Ευρωπαίους» ο Ντούνγκα, κατάφερε να κρατήσει λιγάκι τα προσχήματα παίρνοντας μαζί του τον Κλέμπερσον, τον Μπαπτίστα και τον Γκραφίτε. Όχι ακριβώς αυτό που θα λέγαμε «γηγενείς Βραζιλιάνους», αφού ο Κλέμπερσον ενηλικιώθηκε στην Ευρώπη, ο Μπαπτίστα έπαιξε χρόνια σε ευρωπαϊκούς συλλόγους και ο Γκραφίτε παίζει πλέον στη Μπουντεσλίγκα –αλλά τέλος πάντων. Ποδοσφαιριστές ατραξιόν με απλά λόγια. Ατραξιόν μεν, αλλά άντε να βασιστείς πάνω τους για να σου πάρουν κάποιο παιχνίδι, μιλάω σωστά;
Για να το πω αλλιώς: το 1994, κένταγε η τριπλέτα Μαζίνιο-Μπεμπέτο-Ρομάριο και η Βραζιλία το σήκωσε στις ΗΠΑ, το 2002 κανένας δεν κατάφερε να σταματήσει τα τρία Ρ (Ροναλντίνιο-Ριβάλντο-Ρονάλντο) και η Βραζιλία το σήκωσε στην Ασία. Φέτος, η τριπλέτα που θα οδηγήσει τη Σελεσάο είναι οι Κακά-Ρομπίνιο-Φαμπιάνο; Ανατριχιάζω και μόνο στη σκέψη.

Κατά τρίτον, υπάρχει σαφής ενίσχυση των δεξιών τάσεων στην ομάδα, σε βάρος της αριστερής ιδεολογίας που προσέφερε πάντα προοπτικές στους λαούς. Εννοώ -χάθηκαν οι αριστεροπόδαροι ρε γαμώτο; Πίσω, μονάχα ο Μαϊκόν έχει δυο πόδια -ενίοτε δε στα αριστερά παίζει ο Μπάστος (Μπάτσος είπαμε) που είναι μέσος και κόβει μονάχα με το θανατηφόρο του βλέμμα. Μπροστά αριστερά, παίζει ο Ρομπίνιο που είναι δεξιοπόδαρος. Ο Μπαπτίστα έχει δυο πόδια αλλά έχει και το χούι να μην τα κουνάει γρήγορα για να μην ιδρώσουν –τουτέστιν δεν κάνει για αριστερό εξτρέμ. Ο Νιλμάρ είναι νομίζω αριστεροπόδαρος αλλά δεν είμαι σε θέση να ξέρω πόσο νομίζει ο ίδιος ότι είναι εξτρέμ. Μόνο ο Ραμίρεζ φαντάζει σαν κάτι που μπορεί με λίγη καλή θέληση (και πολλή τύχη) να μοιάσει σε αριστερό εξτρέμ.
Και ας μην ξεχνάμε το δεκάρι. Εντάξει, δεν είπα να γίνουμε Αργεντινή που παίζει με 3 δεκάρια τη φορά και στη μέση του παιχνιδιού τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιος απ΄όλους θα είναι ο Μαραντόνας, ούτε είπα να γίνουμε η παλιά καλή Βραζιλία των 5 δεκαριών στην ενδεκάδα. Αλλά ένα δεκαράκι ρε άνθρωπε –έτσι για το γούρι, λόγω του έτους να πούμε! Ένα ρημάδι δεκαράκι, να κάθεται μπροστά από το κέντρο να μοιράζει μπάλες! Ο Κακά δεν είναι τέτοιος (υποθέτω οτι ο Κακά είναι αυτό που θα ήθελε να γίνει ο Ντιόγο, παίκτης του ημικυκλίου, που βγάζει μπαλιές γρήγορα σε μικρό χώρο και σκοράρει). Ο Ρομπίνιο έχει τόση σχέση με δεκάρι όση σχέση έχει ο Μουρίνιο με τη μετριοφροσύνη. Σε τόσο άσχημη κατάσταση δηλαδή ήταν ο Ντιέγκο και δεν ήρθε στο Μουντιάλ;
Θέλω να πω οτι για μια χώρα σαν τη Βραζιλία, όπου τα παιδιά χωρίζονται σε ομάδες και οι χαμένοι γίνονται αμυντικοί, είναι περίεργο να μην υπάρχουν στην μουντιαλική της ομάδα ποδοσφαιριστές στις πιο αβανταδόρικες θέσεις –αυτή του κυνηγού κι αυτή του δεκαριού.


Και σα να μην έφταναν όλα αυτά -το «κεντροβαρές» στήσιμο της ομάδας από τον Ντούνγκα, η εξάντληση των σημαντικότερων «Ευρωπαίων» Βραζιλιάνων, οι βουβουζέλες (γαμώ τη βουβουζέλα μου μέσα, μ΄έχουν κάνει να νοσταλγώ το απαρτχάιντ!), τα κλειστά αμυντικά συστήματα αντιπάλων που έχουν καταπιεί δεκαεξαβάλβιδους κινητήρες –σα να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθαν κι οι σκατόμπαλες. Τζαμπουλάνι, το οποίο σημαίνει στη γλώσσα των Ζουλού, «δίνω χαρά σε όλους». Ποιοι είναι αυτοί οι όλοι –αναρωτιέμαι! «Η ελαφρύτερη μπάλα που χρησιμοποιήθηκε ποτέ σε μεγάλη διοργάνωση», λέει. «Η πιο λεία». «Μ΄αυτή θα μπαίνουν πολλά γκολ», λέει. Τα παπάρια του Πλατινί, λέω εγώ. Όσο κλωτσοσκούφης ήταν σαν ποδοσφαιριστής, το ίδιο ανεμοδαρμένος παραμένει και τώρα σαν παράγοντας. Τον ακούει κι αυτός ο Μπλάτερ –μη χάσει τον φιλόσοφο του φούτμπολ! Αν θέλανε ελαφριές μπάλες ας βάζανε αυτές τις πλαστικές της θαλάσσης, τις μπλε που γράφουν επάνω Νιβέα ρε γαμώτο! Να τις παίρνει κι ο αέρας, εκεί να δεις γκολ!

Επειδή αυτές οι σκατόμπαλες που έχουν διαλέξει μπορεί να ξεφτιλίζουν τους τερματοφύλακες με τα γλιστρήματα στα γάντια τους, με τα αλλοπρόσαλλα σκασίματά τους στο χόρτο και τα εξωφρενικά γκελ τους .....–αλήθεια, γιατί θα πρέπει να ξεφτιλίζονται οι τερματοφύλακες; Δηλαδή να τη γαμήσουμε εντελώς τη θέση; Να βάζουμε πλέον εκεί πέρα έναν χοντρό και ψηλό σαν τον Μπιγκ Σόφο για να πιάνει πολύ χώρο και καθαρίσαμε; Επειδή έτσι όπως πάει, οι αποκρούσεις των τερματοφυλάκων θα γίνονται καθαρά από τύχη κι όχι από ικανότητα ή εμπειρία. Τέλος πάντων, μπορεί οι σκατόμπαλες να γκελάρουν και να φαλτσάρουν και να γλιστράνε αλλά το θέμα δεν αφορά μόνο τους τερματοφύλακες. Αφορά ΚΥΡΙΩΣ τους ποδοσφαιριστές με υψηλή τεχνική κατάρτιση. Αυτοί είναι που δεν μπορούν να κοντρολάρουν την ελαφριά και λεία μπάλα, αυτοί δεν μπορούν να υπολογίσουν τη δύναμη που πρέπει να βάλουν για να κάνουν ποδιές, για να χτυπήσουν φαλτσαριστά φάουλ, για βγάλουν σέντρες λουκούμι ή ξυράφι...
Οι ελαφριές μπάλες βολεύουν μονάχα τους ξυλοκόπους και τους τσαρουχέιρος. Όσους δηλαδή, λόγω ανικανότητας να σημαδέψουν, βαράνε στο γάμο του καραγκιόζη και που ξέρεις; Μπορεί και να μπει γκολ!

Με κάτι τέτοιες πατέντες νομίζω οτι προσπαθούν να μετατρέψουν το βραζιλιάνικο jogo σε σκέτο τζόγο. Να πηγαίνουν όπου νάναι οι μπάλες, να τρέχουν σαν καρτούν οι ποδοσφαιριστές, να ρουφάνε ότι πάει κατά μέσα οι τερματοφύλακες... Μόνο που, ακόμα και η δικαιολογία της ελαφριάς, λείας, μπάλας για περισσότερο θέαμα -δεν στέκει. Δυο παιχνίδια είχαν τεσσάρες μέχρι τώρα και δε νομίζω να μείνουν στην ιστορία σαν αξιομνημόνευτα. Κατά τα λοιπά, όσοι ποδοσφαιριστές την κατέχουν πραγματικά την τέχνη εκεί πέρα δεινοπαθούν μέχρι βαθμού νευρασθένειας με αποτέλεσμα να κερδίζουν, ας πούμε, οι Ελβετοί ξυλοκόποι τους Ισπανούς. Η απορημένη φάτσα του Πικέ στη φάση του γκολ, όταν ψάχνει να δει που στο διάολο έχει πάει η κωλόμπαλα κι αντί γι΄αυτό βλέπει τις τάπες του Ελβετού κωλοτουμπίστα να πλησιάζουν τη μούρη του επικίνδυνα, αυτή ακριβώς η απορημένη φάτσα νομίζω πώς θα είναι το σήμα κατατεθέν του φετινού Μουντιάλ. Η απορία του κανονικού ποδοσφαιριστή μπροστά στην ανατροπή οποιασδήποτε λογικής ή τεχνικής ίσχυε μέχρι σήμερα στο άθλημα.

Ευτυχώς τουλάχιστον που η σιχαμερή Αργεντινή έχει για προπονητή τον αστείο τον Μαραντόνα. Επειδή σαν γνήσιος οπαδός των Βραζιλιάνων θα πληγωνόμουν αν σήκωναν οι Αργεντίνοι την κούπα -κι ο Μαραντόνα είναι, θεωρώ, ο μακράν αγαπημένος προπονητής των οπαδών της Βραζιλίας, όπως κι ο Τεν Κάτε ήταν ο μακράν αγαπημένος προπονητής των οπαδών του Ολυμπιακού. Αρκεί βέβαια να κοουτσάρουν την αντίπαλη ομάδα.

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2010

2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη

Τον παρακολουθούσα όσο με κατακεραύνωνε δείχνοντας συνεπαρμένος, με την ελπίδα να γλιτώσω το πρόστιμο. Είχε διαβάσει πάνω από 5 φορές τον πίνακά μου με την ανάλυση Χρήσης Πόρων, κάθε φορά που τελείωνε έκανε αυτό το ενοχλητικό τσακ ξεχειλώνοντας το ολογράφημα με τα δάχτυλά του, μέχρι να το κάψει μ΄ένα πρόχειρο βραχυκύκλωμα. Συνέχεια και συνέχεια, 5 φορές, τσακ, τσακ, τσακ, τσακ....
«Ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός πυρομαχικών. Δικαιολογημένη ποσότητα καύσιμης ύλης. Μηδενικές εισροές στην Υπηρεσία. Ένα μέλος της ομάδας νεκρό. Κανένας συλληφθείς, καμιά είσπραξη, καμιά υποθήκη, καμιά κατάσχεση». Τσακ.
«Για πόσο θεωρείτε οτι θα μπορέσουμε να λειτουργούμε όταν έχουμε τέτοια πενιχρά αποτελέσματα; Είπα πενιχρά;» σταμάτησε, κατάπιε αηδιαστικά θορυβωδώς, με κοίταξε.
Σκέφτηκα οτι κάτι θα έπρεπε να κάνω, ένευσα λοιπόν με το κεφάλι.
«Κακώς χαρακτήρισα τα αποτελέσματά σας πενιχρά. Η σωστή λέξη είναι μηδαμινά. Μη αποτελέσματα για να είμαι σαφέστερος».
Κοίταξα έξω από το τζάμι του γραφείου του τον κεντρικό διάδρομο της Υπηρεσίας. Κάποιοι Α, τριψήφιοι σαν κι εμένα, πηγαινοέρχονταν βιαστικοί, έφτιαχναν ομάδες για εξωτερικές αποστολές. Β και Γ βιάζονταν να κολλήσουν στους τοίχους κάνοντάς τους χώρο, ο διάδρομος ήταν στενός για τόσον κόσμο. Οι Α έβριζαν χωρίς να κοιτάζουν τους κατώτερούς τους. Σκέφτηκα τότε οτι δεν είχα δει ποτέ διψήφιο Α να τριγυρίζει στον κεντρικό διάδρομο της Υπηρεσίας. Ούτε μονοψήφιο βέβαια. Μονοψήφιο Α δεν θυμόμουν να είχα δει ποτέ και πουθενά. Κάποιος μονοψήφιος Α μάς είχε καλωσορίσει όταν αναλάβαμε καθήκοντα στην Υπηρεσία, δηλαδή όχι ο ίδιος, το ολόγραμμά του. Όμως ήμασταν καμιά κατοσταριά καινούργιοι εκείνη τη μέρα, δεν είχα καταφέρει να τον διακρίνω.
«Λοιπόν;» έκανε απότομα ο Α77.
Τι λοιπόν; Ποτέ δεν χώνεψα αυτή την κακή συνήθεια των ανωτέρων να σου ζητάνε τη γνώμη σου, την οποία μάλιστα δεν πρόκειται να λάβουν υπόψη, «λοιπόν τι λες κι εσύ;» -τι σημασία έχει; Βέβαια, είχα χρησιμοποιήσει την ξαφνική ερώτηση πολλές φορές κι εγώ ο ίδιος, φέρνοντας έτσι σε δύσκολη θέση αρκετούς κατώτερούς μου. Χαμογέλασα απολαμβάνοντας την γραμμικότητα της Υπηρεσίας, την ομοιομορφία των μεθόδων ταπείνωσης άσχετα με τις υπηρεσιακές βαθμίδες, εγώ εξευτελίζομαι από τον Α διψήφιο ο οποίος εξευτελίζεται από τον Α μονοψήφιο και με τη σειρά μου θα εξευτελίσω τον Β ο οποίος θα εξευτελίσει τον Γ κι εκείνος τον Δ και όλοι μαζί θα σταθούμε ταπεινοί απέναντι στον πολίτη, ώριμοι μετά τον εξευτελισμό μας, ψύχραιμοι, ξεκάθαροι, αποτελεσματικοί.
«Έχετε δίκιο», ψέλλισα.
Ήταν η μοναδική απάντηση σε τέτοιου είδους ρητορικές ερωτήσεις που αποσκοπούσαν στον εξευτελισμό.
«Δεν περίμενα εσένα να μου το πεις», δήλωσε απαξιωτικά ο Α77.
«Θα τολμούσα όμως να προτείνω...» ψέλλισα.
Δεν φοβόμουν. Καθόλου δεν φοβόμουν τον Α77, κυρίως τον σιχαινόμουν και τον σεβόμουν. Αλλά υπάρχει μια πάγια τακτική υποβολής αιτημάτων. Στην περίπτωση των προφορικών αιτημάτων προς ανωτέρους, ένα ψέλλισμα πάντα βοηθάει.
«Θα τολμούσες ε; Άκου θράσος», μούγκρισε εκείνος.
Πάντα, ή σχεδόν πάντα.
«Αν μπορούσαμε να συμψηφίσουμε αυτή την αποστολή με την επόμενη. Να μην επιβαρυνθώ με πρόστιμο και να μην εισπράξω το ποσοστό μου στην αμέσως...»
«Αυτό βέβαια είναι αδύνατο όπως γνωρίζεις. Πέραν του ότι προϋποθέτει επιτυχία της επόμενης αποστολής σου, πράγμα καθόλου σίγουρο, συνεπάγεται κιόλας ότι θα ανταλλαγούν χρήματα με κουπόνια Δέλτα».
Σωστά. Τα πρόστιμα αφορούσαν πάντα κουπόνια Σφαρού (Σπίτι-Φαγητό-Ρούχα), μόνο οι ανώτεροι επέμεναν να χρησιμοποιούν ακόμα την επίσημη ονομασία αυτών των κουπονιών, κουπόνια Δέλτα (Διαβίωσης). Αλλά τα ποσοστά μας από τις επιχειρήσεις ήταν σε χρήματα, κοίταξα τον Α77.
«Αυτό σκέφτηκα, επειδή έχω κάποια έλλειψη στα Σφαρού....» μουρμούρισα.
«Α777 αν συνεχίσεις να χρησιμοποιείς τέτοια γλώσσα δεν θα εξελιχθείς ποτέ σου ιεραρχικά», με επέπληξε εκείνος.
Οι γνωστοί με φωνάζουν Άλφα Τρία Εφτάρια κι αυτό είναι υποφερτό επειδή το όνομά μου στην επίσημη εκφώνησή του μοιάζει με μάντρα, θεραπευτικό της αϋπνίας. Άλφα, Εφτά, Εφτά, Εφτά, στοίχημα 20 κόσμος ότι στο πρώτο εφτάρι θα χασμουρηθείς και στο δεύτερο θα γλαρώσεις.
Κούνησα το κεφάλι δείχνοντας μετανιωμένος, αν και δεν είχα καμιά διάθεση να εξελιχτώ ιεραρχικά. Οι διψήφιοι Α ενεργούσαν συνεχώς στα όρια των νόμων προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους μονοψήφιους Α οι οποίοι είχαν απευθείας επαφή με την κυβέρνηση. Υπάρχει μια μόνιμη διαμάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Διηπειρωτική Α.Ε., τον βασικό οικονομικό χορηγό της χώρας. Η κυβέρνηση έψαχνε διαρκώς για αύξηση της χορηγίας, η Διηπειρωτική απαιτούσε συνεχείς μετατροπές στους νόμους, το νομοθετικό σώμα διαπραγματευόταν ασταμάτητα προσπαθώντας να αυξήσει τα κέρδη του... Και η Υπηρεσία στη μέση του χάους, ενημερωνόμασταν για την ισχύ των νόμων με καθυστέρηση, παίρναμε χρήματα από κόσμο στηριγμένοι σε νόμους που είχαν ήδη καταργηθεί, ξεκινούσαμε τη διαδικασία της επιστροφής η οποία ποτέ δεν ολοκληρωνόταν (τουλάχιστον στα 15 χρόνια που δουλεύω στην Υπηρεσία ποτέ δεν είδα να πραγματοποιείται επιστροφή), άλλες φορές συλλαμβάναμε πολίτες στηριγμένοι σε ένα προσχέδιο που σύντομα θα γινόταν νόμος, κάναμε κατασχέσεις, όλα αυτά.... Στο τέλος το προσχέδιο δεν γινόταν νόμος και ο πολίτης δικαιούταν επιστροφής των περιουσιακών του στοιχείων, αλλά η επιστροφή....
Τέλος πάντων, προτιμούσα να μείνω στα τρία ψηφία παρά να προσπαθώ ν΄αποφύγω τα κοπίδια του μπλέντερ της πολιτικής. Στις μέρες μας τα μόνα πράγματα που δεν πρόκειται να χάσεις είναι όσα δεν έχεις.
«.... επειδή όμως διατηρώ ακόμα κάποιες ελπίδες για σένα, ας μην ξεχνάμε οτι υπήρξες εκπαιδευόμενός μου, και ένα ακόμα πρόστιμο θα βαρύνει αμετάκλητα τον υπηρεσιακό σου φάκελο...»
Γι΄αυτό λοιπόν θα δεχτείς να μου κάνεις θετική αξιολόγηση στην αναφορά σου και να τσεπώσεις το ποσοστό μου από την επόμενη αποστολή, αγαπητέ μου.
Χαμογέλασα.
«Μην παίρνεις θάρρος», κοκκίνισε ο Α77. «Είναι η τελευταία φορά που δείχνω επιείκεια».
«Έχετε δίκιο. Ευχαριστώ πολύ», επανήλθα στο ψέλλισμα καθώς σηκωνόμουν.
Θα περίμενα να μου στείλει αντίγραφο της δικής του αναφοράς πριν υπογράψω την δική μου, εκείνος θα αποφάσιζε αν η αποτυχία της αποστολής οφειλόταν σε αστάθμητους παράγοντες ή σε αβλεψίες των υπολοίπων της ομάδας. Ή και στα δύο.
Ξεκίνησα για το γραφείο μου.
Δυο Β κόλλησαν στον τοίχο για να μου κάνουν χώρο, κάτι είπαν μεταξύ τους. Δεν έδωσα σημασία. Κόντευα να ολοκληρώσω τον διάδρομο, άκουσα τότε έναν Α να μουρμουρίζει. Οι αποτυχίες κυκλοφορούν γρήγορα και κάνουν τους συναδέλφους σου χαρούμενους. Έφτασα στην αίθουσα έξω από το γραφείο μου, κάποια κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μου πριν ξαναβουτήξουν στις ολογραφικές τους αρχειοθήκες, προχώρησα με σταθερό βήμα.
Άνοιξα την πόρτα, το γραφείο μου μύριζε σκουριά.
Διαρροή νερού από ραγισμένο σωλήνα, σκουριά.
Κάθισα.
Σφάλισα για λίγο το μυαλό μου περιμένοντας ν΄ακούσω.
Τακ, τακ, τακ, οι σταγόνες από τον ραγισμένο σωλήνα.
Τίποτα. Μάλλον το φαντάστηκα.
Παράγγειλα ένα κοκτέιλ διεγερτικών με γεύση βερίκοκο, ένιωθα πολύ κουρασμένος για ν΄αντέξω μέχρι το τέλος της βάρδιας. Η Φορολογική Δικαιοσύνη δεν κοιμάται ποτέ, αυτό σημαίνει οτι οι βάρδιες μας είναι 48ωρες και εναλλάσσονται με 24ωρα ξεκούρασης κατά τα οποία παραμένουμε στη διάθεση της Υπηρεσίας με 45λεπτό περιθώριο επιτόπιας απόκρισης. Πολύ καλύτερα από τις βάρδιες στους σταθμούς παραγωγής ή στους οδικούς άξονες, εκεί νομίζω δουλεύουν 10ωρα κανονικά αλλά με απεριόριστη δυνατότητα υπερωριών. Έχω ακούσει για ανθρώπους που πεθάνανε πάνω στις μηχανές λόγω εξάντλησης, πολλές φορές οι εργοδηγοί ξεχνάνε να αλλάξουν κάποιους εργαζόμενους όταν τελειώσει η βάρδια τους κι αν τύχει οι εργαζόμενοι να βρίσκονται σε τμήμα με δυσχερή επικοινωνία.... Τέλος πάντων, μια χαρά είναι οι 48ωρες, δεν παραπονιέμαι.
Το κοκτέιλ ήρθε.
Έχω ακόμα 12 ώρες βάρδια.
Περιμένω την έκθεση του Α77.
Πίνω γρήγορα, έχει να κάνει με την διευκόλυνση πρόκλησης οργανισμικού σοκ.
Βγάζω το σήμα μου, χτυπάω τον κωδικό, σκανάρεται το αποτύπωμα, ενεργοποιείται. Μ΄αυτό ξεκλειδώνω τον ολογραφικό σταθμό εργασίας μου, διασχίζω τις αρχειοθήκες, ψαχουλεύω στα εισερχόμενα του ταχυδρομικού κουτιού, τίποτα σημαντικό δεν ήρθε όσο έλειπα.
Αρχίζει η επίδραση των διεγερτικών, το κεφάλι μου ξεκολλάει από το υπόλοιπο σώμα και τρέχει ανάμεσα στα ολογραφήματα, στην αρχή ανάμεσα, μετά σφηνώνεται στη μπροστινή πλευρά των αρχειοθηκών και βγαίνει από την πίσω, έχοντας, σκοτάδι, μπερδεμένα σύμβολα, πληροφορίες συγκεχυμένες, ίλιγγος, δεν νιώθω καλά, θα ξεράσω, σκοτάδι, μουσική, ειδησεογραφικός χώρος (ή χορός;) προσπαθώ να σταματήσω, δεν γίνεται, ευτυχώς εδώ ο χώρος αχανής.
Ένα ξεσκέπαστο αυτοκίνητο, μια ξανθιά στο τιμόνι, εγώ ακριβώς δίπλα της. Θαλασσινή αύρα, ελαφριά μυρωδιά, η αίσθηση του αέρα στο πρόσωπό μου.
«Η Διηπειρωτική Α.Ε. παρέδωσε σήμερα στην κυκλοφορία τον Μητροπολιτικό 15», λέει χαμογελώντας η ξανθιά χωρίς να πάρει τα μάτια της από το τιμόνι.
Για την ακρίβεια τα μάτια της είναι καρφωμένα στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Εκεί προβάλλεται η τελετή εγκαινίων, μπορώ να δω τον Πρόεδρο Αλκιβιάδη Ράιτ να χαμογελάει κοιτάζοντας τριγύρω με το γνωστό εκστασιασμένο του βλέμμα....
«Ο Πρόεδρος Οδυσσέας Ωμέγα ενώ περιηγείται στην αποβάθρα του Μητροπολιτικού 15», μου εξηγεί η ξανθιά.
«Άλλαξε πάλι όνομα ο Πρόεδρος;» αναρωτιέμαι φωναχτά.
«Ο Πρόεδρος ονομαζόταν Οδυσσέας Ωμέγα από την πρώτη στιγμή που διεκδίκησε την ψήφο των πολιτών αυτής της χώρας, ο Πρόεδρος ονομαζόταν πάντοτε Οδυσσέας Ωμέγα», απαντάει κάπως απότομα η ξανθιά.
Η οθόνη στο παρμπρίζ του ξεσκέπαστου αυτοκινήτου θολώνει για λίγο, σύντομα θα επανέλθει στα κανονικά.
Ένα δάχτυλο με άγγιξε στον ώμο, τινάχτηκα ξαφνιασμένος, κυρίως επειδή δεν είχα καταλάβει οτι το κεφάλι μου είχε ξανασυνδεθεί με το υπόλοιπο σώμα μου.
«Έχω ένα μωρό που θα σου κάνει όλα τα κέφια», είπε η φωνή πίσω από το αυτί μου.
Δεν γύρισα να κοιτάξω, η ξανθιά δίπλα μου δεν έδειχνε να έχει πάρει χαμπάρι.
«Δέχομαι Σφαρού, κόσμος, κάρτες, τα πάντα», είπε η φωνή.
«Παράτα μας», μουρμούρισα.
Η ξανθιά γύρισε να με κοιτάξει ξαφνιασμένη αλλά στράφηκε πάλι μπροστά της σα να μην έτρεχε τίποτα.
«Το κεντρικό Αμαζονιακό δάσος πέρασε σήμερα στην κατοχή της Εξ Ον Α.Ε. για τέταρτη φορά μέσα στην τελευταία εβδομάδα».
Στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου άρχισαν να προβάλλονται εικόνες εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, απ΄αυτές που διεξάγονται μετά την επικράτηση ενός ιδιωτικού στρατού. Ανακατεύτηκε το στομάχι μου.
«Μπορείς να σταματήσεις για να κατέβω;» ζήτησα από την ξανθιά.
«Τώρα; Πριν δεις τα καλλιτεχνικά νέα;» απόρησε εκείνη.
«Στάση εδώ», είπα.
«Θα έρθω μαζί σου», ψιθύρισε η φωνή από το πίσω κάθισμα.
Άνοιξα την πόρτα του ξεσκέπαστου αυτοκινήτου και ταυτόχρονα άνοιξα την καταπακτή στο πεζοδρόμιο από δίπλα, ξαναβρέθηκα αυτομάτως ανάμεσα στις αρχειοθήκες μου.
Τα διεγερτικά λειτουργούσαν πλέον ελεγχόμενα μέσα στο αίμα μου. Ελεγχόμενη ταχυπαλμία. Τράβηξα το κεφάλι έξω από τον σταθμό εργασίας, κοίταξα προς το ταβάνι του γραφείου για να ξεπιαστεί ο σβέρκος μου, κοίταξα μετά αριστερά προς την πόρτα, στη συνέχεια δεξιά προς την άκρη του γραφείου μου, ο Α365 μού χαμογελούσε επιδεικνύοντας τις αρβύλες του, πετάχτηκα.
«Πότε μπήκες;» μούγκρισα.
«Χτύπαγα μισή ώρα», είπε.
«Ήμουν...»
«Ξέρω. Είδα».
«Κατέβασε τα πόδια από το γραφείο μου γαμώτο», διαμαρτυρήθηκα.
Ο Α365 γέλασε. Αλλά δεν κατέβασε τα πόδια του.
«Τα σκάτωσες πάλι, έτσι;» μουρμούρισε.
«Κι εσένα τι σε νοιάζει;» νευρίασα.
«Λέω...» είπε.
«Να μη λες», είπα.
«Για άλλο ήρθα εγώ πάντως», τέντωσε τα πόδια του, η δεξιά του αρβύλα σκούντηξε το άδειο ποτήρι του κοκτέιλ.
Άρπαξα το άδειο ποτήρι πριν πέσει και με το άλλο χέρι το τακούνι του, το μπλόκαρα στη χούφτα μου και το σήκωσα απότομα, ο Α365 βρέθηκε μετέωρος, μετά σωριάστηκε με θόρυβο.
«Είσαι μαλάκας», βόγκηξε από το πάτωμα.
«Δεν μου αρέσει να βλέπω αρβύλες πάνω στο γραφείο μου», σχολίασα.
Σηκώθηκε τινάζοντας τα ρούχα του.
«Την επόμενη φορά....» μουρμούρισε καθώς στηριζόταν με τις γροθιές του πάνω στο γραφείο μου.
«Την επόμενη φορά θα σε ξεσκίσω κανονικά», του εξήγησα γέρνοντας προς το μέρος του.
Με κοίταξε.
Περίμενα.
«Νομίζεις οτι έτσι θ’αποκτήσεις καινούργιους φίλους;» με ρώτησε.
«Νομίζεις οτι με απασχολεί αυτό το θέμα;» ρώτησα με τη σειρά μου.
«Θα έπρεπε. Από τότε που σκοτώθηκε ο δικός σου, πας από το κακό στο χειρότερο. Χωρίς συνεργασία δεν γίνεται τίποτα», χαμογέλασε ο Α365.
«Θες να μου πεις γιατί είσαι εδώ;» βιάστηκα ν’αλλάξω θέμα. Είχε δίκιο. Από τότε που σκοτώθηκε ο Άλφα Τρία Εξάρια, αυτός που οι φίλοι τον φώναζαν Κτήνος, όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο.
«Θα συνεργαστούμε σε μια επιχείρηση», μου είπε ο Α365.
«Υποθέτω όχι στην επόμενη», παρατήρησα.
«Λάθος υποθέτεις», μου είπε.
Τι ακριβώς συνέβαινε εδώ πέρα; Δεν ήθελε πλέον τα ποσοστά μου ο Α77; Γιατί δεν μου έδινε αποκλειστικότητα στην υπόθεση; Γιατί να χάσει τα μισά, τουλάχιστον, χρήματα;
«Τι επιχείρηση είναι αυτή;» ρώτησα.
«Μεγάλη», είπε δήθεν συνωμοτικά ο Α365.
«Παρακάτω», είπα εγώ.
«Θα ενημερωθούμε σχετικά», απάντησε εκείνος διφορούμενα.
«Από τον δικό σου ή από τον δικό μου;» ρώτησα.
«Δεν υπάρχει ούτε δικός μου, ούτε δικός σου για την ώρα», μου είπε.
«Τι εννοείς;»
«Ζεις κάπου αλλού, έτσι; Δεν πήρες είδηση οτι ο Πρόεδρος άλλαξε όνομα;»
«Ναι, τώρα προ ολίγου...»
«Αυτό σημαίνει οτι άλλαξε ο χορηγός της κυβέρνησης, τον ηλίθιο παριστάνεις;»
«Και τι μας νοιάζει εμάς;»
Ο Α365 με κοίταξε με οίκτο.
«Τίποτα δεν μας νοιάζει. Αν εξαιρέσεις τις ανακατατάξεις στους Α μονοψήφιους που θα συμπαρασύρουν τους Α διψήφιους...»
«Εντάξει, δεν βλέπω πού με επηρεάζει....»
«Τώρα περνάς εμένα για ηλίθιο. Μόλις γύρισες από αποτυχημένη επιχείρηση, αυτό σημαίνει είτε πρόστιμο, είτε....»
«Και λοιπόν;»
«Τι από τα δύο; Πρόστιμο ή διακανονισμός;»
«Γιατί δεν πας να ρωτήσεις τον Α77, να σου πει;»
«Επειδή απλούστατα βρίσκεται σε απομόνωση. Έχει διαταχθεί έρευνα εναντίον του».
Ίσως εκείνη τη στιγμή να ίδρωσα λίγο. Μερικές σταγόνες στο πάνω χείλος, εκεί που τα γένια ξεδιπλώνονταν αξύριστα πέντε ημερών. Μπορεί και περισσότερο, δεν υπολόγιζα καλά τον χρόνο μου τελευταία. Ίσως πάλι και να κύλησε ιδρώτας στη ραχοκοκαλιά μου, καλά κρυμμένος κάτω από τη φανέλα και το πουκάμισο και την καμπαρτίνα που ακόμα δεν είχα βγάλει. Δεν ξέρω.
«Μιλούσα μαζί του πριν λίγο», είπα.
«Και λοιπόν; Τις προάλλες συνέλαβαν έναν διψήφιο την ώρα που κατέθετε εναντίον φορολογικού κρατούμενου στο δικαστήριο. Τελικά ο κρατούμενος αθωώθηκε κι ο διψήφιος καταδικάστηκε», γέλασε ο Α365.
Είχε δίκιο.
Αλλά τι θα γινόταν τώρα; Υπήρχε περίπτωση να μπλέξει κι εμένα ο Α77; Προφανώς όχι, κανένας δεν είναι τόσο βλάκας ώστε να καρφώσει παρανομία που δεν έχει ακόμα κάνει. Εγώ λοιπόν είμαι εντάξει. Όχι για πολύ. Η υπόθεσή μου είναι ανοιχτή, θα περάσει στον καινούργιο διψήφιο Α που θα πάρει τη θέση του προηγούμενου, άρα το πρόστιμο το έχω σίγουρο. Γιατί όμως με βάζουν σε επιχείρηση ενώ εκκρεμεί... Επειδή ακριβώς εκκρεμεί, δεν έχουν ακόμα απόφαση διψήφιου, δεν έχω φάει ακόμα το πρόστιμο, άρα είμαι εντάξει. Η αντικειμενικότητα των νόμων καθυστερεί την υποκειμενικότητα των ποινών μερικές φορές.
«Και ποιος θα μας ενημερώσει;» έκανα νευριασμένα, επειδή όλα αυτά με είχαν μπερδέψει.
«Γι΄αυτό ήρθα σε σένα, μπορούμε να ενεργήσουμε χωρίς να ενημερωθούμε, επικαλούμενοι το επείγον του ζητήματος...» μισόκλεισε τα μάτια ο Α365.
«Αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα με τα φάρμακά σου;» τον ρώτησα όλο ενδιαφέρον.
«Ε;» έκανε.
«Έρχεσαι εδώ μέσα και μου λες για κάποια επιχείρηση πολύ σημαντική αλλά όταν σε ρωτάω περισσότερα με παραπέμπεις σε επικείμενη ενημέρωσή μας από τους ανωτέρους μας οι οποίοι όμως δεν υπάρχουν πλέον και μετά προτείνεις, όσο διαρκούν οι διαδικασίες αντικατάστασής τους να ενεργήσουμε μόνοι μας στα πλαίσια της επιχείρησης την οποία εξακολουθείς να μου κρατάς μυστική κι όλο αυτό χωρίς να διαφαίνεται κάποια προοπτική οφέλους για μένα», σταμάτησα ψάχνοντας την ανάσα μου. «Λοιπόν ή φιγούρα ήρθες να κάνεις ή κάτι πάει στραβά με τη φαρμακευτική σου αγωγή», κατέληξα.
«Ή...» είπε εκείνος. Κάπως μακρόσυρτα.
Περίμενα.
«Ξέχασέ το», έκανε στο τέλος.
«Αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω αμέσως μόλις φύγεις από δω μέσα», τον διαβεβαίωσα.
Σηκώθηκε μετρώντας τα βήματά του, ένιωσα έναν απροειδοποίητο πόνο δεξιά ψηλά στο μέτωπό μου, σαν καυτή βελόνα ή κάτι τέτοιο, μετά απότομα ξεφούσκωσα σε σημείο ημιλιποθυμίας. Αναμενόμενη παρενέργεια των διεγερτικών ειδικά όταν πιέζεσαι να σκεφτείς. Τι πήγαινε στραβά με τον Α365; Γιατί φερόταν έτσι περίεργα; Έμοιαζε λες και τον είχα προσβάλει, πού αυτό ακριβώς είχα κάνει δηλαδή, αλλά ο Α365 είναι γνωστός χοντρόπετσος.
«Περίμενε λίγο», φώναξα. Ακούστηκα περισσότερο παρακλητικός απ΄όσο σκόπευα.
Με το ζόρι ανοιγόκλεινα το στόμα μου πάντως.
Εκείνος κοντοστάθηκε.
«Θες να μου πεις τι ακριβώς συμβαίνει; Με λίγα λόγια», του ζήτησα.
«Χαραμίζεις την ευκαιρία σου, αυτό συμβαίνει. Πώς σου φαίνεται; Μπορώ να χρησιμοποιήσω και λιγότερα λόγια αν θες», κάγχασε ανοίγοντας την πόρτα.
Άνοιξα το στόμα να πω κάτι αλλά αμέσως μετάνιωσα. Παρ΄όλα αυτά άφησα το στόμα ανοιχτό.
Για λίγο.
Μέχρι να βεβαιωθώ ότι είχε φύγει.
Μετά το έκλεισα.
Δεν είχα όμως όρεξη να ξαναβουτήξω στον σταθμό εργασίας μου. Ειδικά τώρα με τις ραγδαίες εξελίξεις, δεν είχα καμιά όρεξη να βγάλω το κεφάλι μου από το σταθμό και ν’ανακαλύψω οτι το γραφείο μου είχε μετατραπεί σε κελί 3Χ3. Ξέχασα και να ρωτήσω ποιος είναι ο καινούργιος χορηγός της κυβέρνησης...
Τότε έκανα κάτι ασυνήθιστο για την καθημερινότητά μου στην Υπηρεσία, πήγα δηλαδή μέχρι την πόρτα, την άνοιξα μισό, κι έβγαλα το κεφάλι μου έξω. Όπως κάνουν οι κλόουν στα παιδικά πάρτι. Αλλά κανένας δεν ζητωκραύγασε την εμφάνισή μου, για μια στιγμή μάλιστα βγήκα για λίγο απέναντί μου, βρέθηκα σε ένα από τα γραφεία δηλαδή και κοίταξα αυτό το κεφάλι με τα ανακατωμένα γκρίζα-μαύρα μαλλιά, το είδα λοιπόν να ξεπετάγεται σαν τα κεφάλια των κλόουν με το ελατήριο από κάτω που πετάγονταν από φανταχτερά κουτιά και τρομάζανε κάποτε τα παιδάκια, αυτό είδα, όχι οτι συνέβαινε στην πραγματικότητα φυσικά, και δεν ήταν καθόλου αστείο. Ή άξιο επευφημιών. Τράβηξα το κεφάλι μου πάλι προς τα μέσα, αλλά την ώρα που πήγαινα να κλείσω την πόρτα, την ξανάνοιξα και ξεπρόβαλλα το κεφάλι για μια ακόμα απότομη φορά. Ακούστηκε ένα νευρικό γελάκι. Κάτι σαν λόξυγκας όχι τίποτα αξιοσημείωτο.
Έβαλα πάλι το κεφάλι μου μέσα και έκλεισα την πόρτα του γραφείου.
Ανακουφισμένος που κάτι πέτυχα.
Πέρασα τις υπόλοιπες ώρες της βάρδιας μου κοιτάζοντας την κλειστή πόρτα, ψέματα, κάποια στιγμή με συνέλαβα να χαζεύω και το ταβάνι του γραφείου. Τίποτα δεν έγινε, κανένας δεν ήρθε. Έφτασα στο τέλος να πιστεύω οτι όλη αυτή η φημολογία που μου μετέφερε ο Α365 ήταν εντελώς ανυπόστατη, στηριγμένη σε κουβέντες των διαδρόμων απ’αυτές που διασπείρονται σε κάθε αλλαγή. Θυμήθηκα ότι κάποτε είχα ακούσει για ένα μυστικό εταιρικό πρόγραμμα ελέγχου, παραγωγής και διασποράς ψιθύρων, είχαν σκοπό να κατευθύνουν τον τρόπο σκέψης των πολιτών, κάτι τέτοιο. Φυσικά όλα αυτά τα είχα ακούσει επειδή κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους σαν ψίθυροι. Γελάς;
Ήμουν λοιπόν σίγουρος, ή μάλλον θα έπρεπε να πω, είχα σιγουρευτεί ότι η ιστορία περί απομόνωσης του Α77 δεν έστεκε περισσότερο από τους υπόλοιπους ψιθύρους των διαδρόμων κι έτσι παραξενεύτηκα που δεν πήρα αντίτυπο της αναφοράς του μέχρι μισή ώρα πριν το τέλος της βάρδιας μου. Σε λίγο θα έφευγα. Πότε θα προλάβαινα να διορθώσω τη δική μου αναφορά βασιζόμενος στη δική του και να την υποβάλλω; Τα διεγερτικά, αν και κόντευαν να πάρουν το δρόμο της εξόδου μέσω ουροδόχου κύστης, φρέναραν απότομα μέσα στο αίμα μου κι άρχισαν να σφυροκοπάνε. Οι φλέβες στα χέρια, οι παλάμες διάστικτες κόκκινες και μετά τα μηνίγγια. Που ήταν η αναφορά του Α77; Έφερα την άκρη του κεφαλόφωνου πιο κοντά στο στόμα μου, επέλεξα την υπηρεσιακή συχνότητα, συνδέθηκα με το επικοινωνιακό μας κέντρο.
«Μπορώ να συνδεθώ με το γραφείο του Α77 παρακαλώ;» ζήτησα.
«Αμέσως», είπε το κέντρο.
Περίμενα.
«Εμπρός», απάντησε μια σταθερή φωνή.
«Α777», συστήθηκα.
«Ναι και λοιπόν;» αναρωτήθηκε η φωνή.
«Ήθελα να σας ενημερώσω οτι η βάρδια μου ολοκληρώνεται σε 15 λεπτά περίπου.»
«Και τι με νοιάζει εμένα; Ο αντικαταστάτης σου ήρθε;»
«Θεωρώ ότι θα είναι στην ώρα του, δεν θα φύγω πριν έρθει».
«Αυτό ακριβώς να κάνεις. Και κάτι ακόμα....»
Περίμενα.
«Μην με ξαναπάρεις αν δεν έχεις να μου πεις κάτι σοβαρό. Έγινα αντιληπτός Α777;»
«Ναι, μάλιστα.... Αλλά η αναφορά μου...»
Σιωπή από την άλλη άκρη.
«Ποια αναφορά σου;»
«Αυτή που θα συμπλήρωνα σχετικά με την επιχείρηση....»
«Κοίτα, δεν μπορώ να σου διαθέσω όλη την ημέρα μου, έχω κι άλλες δουλειές, λυπάμαι Α...7...7...7. Απ΄όσα με δυσκολία μπορώ να καταλάβω ετοιμάζεσαι να αποχωρήσεις πριν συμπληρώσεις την επιχειρησιακή σου αναφορά, πράγμα ανεπίτρεπτο. Αντί λοιπόν να μιλάς μαζί μου μήπως θα ήταν καλύτερα να συμπληρώσεις την αναφορά αυτή; Τι λες;»
«Αλλά περίμενα...»
«Ναι;»
«Τη δική σας αναφορά».
«Κι από πότε η δική μου αναφορά προηγείται της δικής σου;»
Το στόμα μου ξερό, μισάνοιχτο.
«Έχετε απόλυτο δίκιο, θα συμπληρώσω την αναφορά μου πριν αποχωρήσω και θα σας τη στείλω».
Μικρή ησυχία.
«Α777;»
«Μάλιστα;»
«Μήπως αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα με τα φάρμακά σου;»
«Ορίστε;»
«Λέω. Μήπως πάει κάτι στραβά με τη φαρμακευτική σου αγωγή;»
Δεν κάθισε να περιμένει την απάντησή μου, η γραμμή έστελνε μόνο βουητό τώρα, ένα βουητό σαν αυτό που κάνει ο αέρας όταν βάζεις ένα κοχύλι δίπλα στο αυτί σου.
Ήμουν λοιπόν απερίγραπτα ηλίθιος.
Έλεγξα για τελευταία φορά την αναφορά μου πριν την περάσω στο ενδοδίκτυο με προορισμό το ταχυδρομείο του καινούργιου Α77. Η σχέση μου μαζί του δεν είχε αρχίσει πολύ ομαλά, αυτό σήμαινε αυξημένες μελλοντικές δυσκολίες.
Ο αντικαταστάτης μου ήρθε 2 λεπτά πριν λήξει η βάρδια μου κατά τα προβλεπόμενα, με ρώτησε αν ήθελα να τον ενημερώσω για τίποτα προβλήματα του γραφείου, σκέφτηκα να του πω για τη διαρροή του νερού από τον ραγισμένο σωλήνα και για τη σκουριά, αλλά το μετάνιωσα. Θα το καταλάβαινε από μόνος του. Ή δεν θα το καταλάβαινε.
Βγήκα κουμπώνοντας την καμπαρτίνα μου, ήμουν σίγουρος οτι το κρύο ξυράφιζε εκεί έξω, από τα μαρμάρινα σκαλοπάτια του κτιρίου της Δικαιοσύνης ακόμα, κι ας υπήρχε η τσιμεντένια οροφή, έφταιγαν τα αγάλματα στα πλαϊνά. Τα αγάλματα αφήνανε τον αέρα να περάσει ορμητικός. Όσο σε παρακολουθούσαν να κατεβαίνεις. Παχουλά αναγεννησιακά αγγελούδια, έρωτες ανακατεμένοι με αποβλακωμένες παρθένες και σάτυροι που τις παραφύλαγαν παγιδευμένοι στη μαρμάρινη ακινησία τους. Αυτό υποτίθεται ότι θα προδιέθετε τον επισκέπτη σχετικά με την τάξη του κόσμου. Ή έτσι πίστευε ο Πρόεδρος Αλκιβιάδης Ράιτ πριν γίνει Οδυσσέας Ωμέγα φυσικά. Για την ακρίβεια αυτά ανέφερε ο λόγος του Προέδρου τον οποίο είχε συντάξει κάποιος σύμβουλός του προκειμένου να εγκαινιάσει το κτίριο της Δικαιοσύνης, χορηγία της Διηπειρωτικής Α.Ε. Φυσικά.
Σήκωσα τους γιακάδες μου, η θήκη του όπλου κοπάνησε στο αριστερό μου μπούτι, είχα πάλι ξεχάσει να την ασφαλίσω εκεί πέρα ή είχε σπάσει το πλαστικό κλιπ που την κράταγε ασφαλισμένη, έπρεπε να το δω αυτό.
Σκοτείνιαζε στο δρόμο. Τι ώρα; 6; 7; Κάπου εκεί. Το πρώτο μισάωρο μετά την 48ωρη βάρδια περνάει συνήθως μέσα στη ζαλάδα της επανατοποθέτησής σου στον χώρο και τον χρόνο. Κάπου τα έχεις χάσει όλα αυτά, ο χρόνος της Υπηρεσίας δεν έχει καμιά σχέση με τον χρόνο του έξω κόσμου και ο χώρος... η Υπηρεσία διαστέλλει και συστέλλει τον χώρο προστατεύοντας το κοινό συμφέρον.
Πέρασα τον κεντρικό δρόμο χωρίς να κοιτάξω, έτσι κι αλλιώς τα αυτοκίνητα ήταν σπάνια στις μέρες μας. Μόνο τα μεγάλα εταιρικά ή τα υπηρεσιακά κυκλοφορούσαν στους κεντρικούς δρόμους, έφταιγαν οι τιμές των καυσίμων. Κι όσοι είχαν δυνατότητα να αγοράζουν καύσιμα για το κέφι τους δεν περνούσαν ποτέ από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, ειδικά τα απογεύματα πριν ακόμα ξεκινήσει το παζάρι των πεζοδρομιών.
Κατέβηκα στον Υπόγειο, προσεκτικά, τα σκαλιά γλιστρούσαν ή κόλλαγαν, σήμερα γλιστρούσαν πάντως. Χώθηκα ανάμεσα σε αυτούς που περίμεναν τον συρμό, έβγαλα τα χέρια μου από τις τσέπες αλλά είχε κρύο εκεί κάτω, βρήκα τα μάλλινα γάντια μου, ψάχτηκα για εισιτήριο, δεν είχα. Ψάχτηκα για κόσμος. Είχα.
Ο συρμός ήθελε ακόμα 10 λεπτά, πήγα στο μηχάνημα, έβγαλα ένα κόσμος, ετοιμάστηκα να πατήσω το κουμπί για να επιλέξω εισιτήριο, το μηχάνημα δεν δούλευε.
«Γαμώ την τύχη μου», έφτυσα.
Κοίταξα τριγύρω, οι επιβάτες κοίταζαν την άκρη του τούνελ, από την πλευρά που θα ερχόταν ο συρμός. Πλησίασα έναν άντρα με εργατική φόρμα.
«Έχεις να μου πουλήσεις ένα εισιτήριο;» τον ρώτησα.
«Ένα κόσμος», είπε.
«Κάνει μισό κόσμος», του υπενθύμισα.
Κοίταξε πάνω από τον δεξί μου ώμο το χαλασμένο μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων, μετά κοίταξε εμένα.
«Εντάξει, κάνει μισό κόσμος, άντε βρες το και πάρτο», γέλασε.
«Το μηχάνημα έχει χαλάσει», έκανα ηλίθια.
«Και τι με νοιάζει; Εγώ έχω εισιτήριο», χαμογέλασε ο άντρας με τη φόρμα.
«Καλά», του είπα με κατεβασμένο το κεφάλι. «Ένα κόσμος, δώστο να ξεμπερδεύουμε».
Έβγαλε από την τσέπη του ένα εισιτήριο, άνοιξα την παλάμη μου εμφανίζοντας το ένα κόσμος.
Το πήρε.
Πήρα το εισιτήριο.
Όσο το έβαζα στην τσέπη της καμπαρτίνας μου, έπιασα με το άλλο χέρι, τον καρπό του.
«Φορολογική Δικαιοσύνη. Συλλαμβάνεσαι για παράνομη συναλλαγή», του είπα.
Ο άντρας με την εργατική φόρμα τινάχτηκε, προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ήμουν έτοιμος. Συνέχισα να κρατάω τον καρπό του, άρχισα κιόλας να τον στρίβω, το δέρμα του τσαλακώθηκε κάτω από τα δυο μου δάχτυλα ο άντρας ούρλιαξε.
Συνέχισα να στρίβω.
Ο άντρας ούρλιαξε πιο δυνατά, κόσμος άρχισε να μαζεύεται.
«Γονάτισε», του είπα.
Ο άντρας ούρλιαζε. Έστριψα πιο δυνατά.
Ο άντρας γονάτισε.
Ο μαζεμένος κόσμος μάς κοίταζε βουβά.
Έβγαλα το σήμα μου.
«Θα σου δώσω πίσω το κόσμος σου», βόγκηξε ο άντρας.
«Πολύ αργά», είπα.
Έφερα το σήμα μπροστά στη φάτσα του για να τον σκανάρω και να τον στείλω στα κεντρικά. Θα έπρεπε βέβαια να περιμένω μέχρι να έρθουν οι συνάδελφοι, αυτό σήμαινε οτι θα έχανα το τρένο για το σπίτι μου.
«Εντάξει, σήκω πάνω», του είπα.
Σηκώθηκε. Δεν άνοιξα τη λαβή μου στον καρπό του.
«Το μόνο που ζήτησα ήταν ένα εισιτήριο επειδή το μηχάνημα είναι χαλασμένο. Κι εσύ βρήκες ευκαιρία να βγάλεις παράνομα χρήματα», του είπα.
«Συγνώμη», έκανε με κατεβασμένο κεφάλι. Δεν το πίστευε όμως.
Στ΄αρχίδια μου για την ώρα.
«Δώσμου μισό κόσμος πίσω και σήκω φύγε», του είπα.
Έψαξε τις τσέπες του.
«Δεν έχω», μουρμούρισε.
«Εντάξει. Δώσμου τότε ένα ακόμα εισιτήριο», πρότεινα.
«Μόνο ένα μού έχει μείνει», ψέλλισε.
Εκνευρίστηκα αρκετά.
«Και τι με νοιάζει εμένα;» φώναξα.
Όπως ακριβώς είχε κάνει κι αυτός προηγουμένως.
Έσφιξα τη λαβή μου ασυναίσθητα, ο άντρας ούρλιαξε πάλι.
Κοίταξα τον φωτεινό πίνακα, σε δυο λεπτά θα ερχόταν ο συρμός.
Ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του το εισιτήριο και μου το έδωσε, πρόσεξα ότι σάλια είχαν αρχίσει να τρέχουν από τις άκρες των χειλιών του. Ίσως ανακατεμένα με μύξες αλλά δεν ήθελα να το ψάξω τόσο πολύ.
Πήρα το εισιτήριο κι άνοιξα τη λαβή μου.
Είχα αρχίσει να το σιχαίνομαι όλο αυτό.
Ο άντρας έφυγε με αργά βήματα, απομακρύνθηκε. Το πλήθος τον ρούφηξε.
Κοίταξα.
Το πλήθος δεν είχε διαλυθεί ακόμα.
Με παρατηρούσαν.
Σήκωσα τους ώμους, τι στο διάβολο ήθελαν όλοι αυτοί; Είχα δίκιο και το ήξερα.
Κινήθηκα προς την αποβάθρα, ανοίγοντας τον δρόμο μου ανάμεσά τους. Με τους αγκώνες.
Ο συρμός μπήκε στον σταθμό, σφύριξε, έκοψε ταχύτητα, σταμάτησε.
Μπροστά μου το μεσαίο βαγόνι. Κάποτε ήμουν πολύ καλύτερος σε αυτό. Εννοώ οτι κατάφερνα να σταθώ στο σημείο που σταματούσαν τα τελευταία βαγόνια, αυτά που ήταν σχεδόν πάντα άδεια. Για να βρίσκω πιο εύκολα θέση. Κάποτε το κατάφερνα αυτό, πήγαινα τότε μέχρι το σπίτι μου καθιστός. Τώρα είχα αρχίσει να πέφτω. Σταματούσαν μπροστά μου τα μεσαία βαγόνια, σε λίγο θα κατέληγα στα μπροστινά. Όρθιος, στριμωγμένος ανάμεσα σε βρομερούς γέρους και ιδρωμένες μασχάλες.
Οι πόρτες άνοιξαν με θόρυβο και οι επιβάτες που κατέβαιναν έπεσαν πάνω μας. Ήμουν προετοιμασμένος αλλά κάποιοι δίπλα μου έχασαν την ισορροπία τους, έπεσαν χτυπώντας ανατριχιαστικά στα πλακάκια της αποβάθρας, παρασύροντας και μερικούς από όσους στέκονταν πιο πίσω, ήμουν σε ετοιμότητα. Αν κάποιος πήγαινε να πέσει προς τις γραμμές έπρεπε να τον βουτήξω, το ίδιο θα έκαναν και όσοι επιβάτες είχαν διατηρήσει την ισορροπία τους. Επειδή όποιος πέφτει στις γραμμές ή σκοτώνεται ή καθυστερεί την επανεκκίνηση του συρμού. Στην πρώτη περίπτωση μπλέκεις με την Σεκιούριτι του Σταθμού, στην δεύτερη περίπτωση φτάνεις σπίτι σου με καθυστέρηση.
Κανένας δεν έπεσε στις γραμμές.
Μπήκα, δεν υπήρχε άδεια θέση, πήγα προς τον ελεύθερο χώρο μπροστά από κάποιο παράθυρο. Ακούμπησα την πλάτη στο παράθυρο, μισάνοιξα τα πόδια για να μειώσω το μπαλαντζάρισμα της κίνησης του συρμού. Οι πόρτες έκλεισαν, φύγαμε.
Ξαφνικό τίναγμα, μετά αργή κίνηση.
Σταδιακή επιτάχυνση, ταλαντεύτηκα κοπανώντας ρυθμικά το κλειστό παράθυρο.
Πιο γρήγορα, η ταχύτητα σταθερή.
Ισορρόπησα.
Απότομο φρενάρισμα, μετά σταδιακή επιβράδυνση, έπεσα μπροστά, κρατήθηκα στα πόδια μου όμως.
Φτάναμε σε σταθμό.
Κοίταξα αυτούς που έμπαιναν κι έτσι τους είδα. Εννοώ οτι έμπαινε κάποιος καινούργιος κόσμος, αλλά το πρόβλημα υπήρχε σ΄αυτούς που ήταν ήδη μέσα στο βαγόνι. Και συγκεκριμένα σ’εκείνους που μπήκαν μαζί μου από τον ίδιο σταθμό. Με κοίταζαν.
Περίεργα. Άγρια.
Γαμώ τη ζωή μου την ξεφτιλισμένη.
Σκέφτηκα.
Μπορεί και να ίδρωσα μέσα από τα ρούχα μου, αλλά δεν φάνηκε.
Οι πόρτες ξανάκλεισαν και φύγαμε ακολουθώντας τις ίδιες ακριβώς διακυμάνσεις ταχύτητας. Όπως προηγουμένως.
Αυτοί που είχαν μπει μαζί μου πιέστηκαν από τους νεοεισερχόμενους κι έτσι με πλησίασαν. Αρκετά κοντά. Μια παρέα ντυμένων με φτηνά κοστούμια και βρώμικες ανάσες. Πίσω τους κάτι εργάτες με φόρμες. Στα πλάγια άσχημες γυναίκες με κολλητά ρούχα. Ήταν αποπνικτικό.
Πλησίασαν κι άλλο.
«Άφησες τον άνθρωπο χωρίς εισιτήριο Φίδι», φώναξε ένας εργάτης.
«Του έκλεψε το εισιτήριο», τσίριξε μια γυναίκα.
«Τον απείλησε και του έκλεψε το εισιτήριο», σιγοντάρισε η διπλανή της.
«Το Φίδι νομίζει οτι μπορεί να μπαίνει στον Υπόγειο χωρίς να πληρώνει εισιτήριο», διαπίστωσε μια απροσδιόριστη φωνή.
«Δεν έχει όμως τ΄αρχίδια να τα βάλει με τη Σεκιούριτι του Σταθμού γι΄αυτό τα βάζει με τους εργάτες».
«Το Φίδι έκλεψε».
«Κατάχρηση εξουσίας».
«Θάνατος στα Φίδια».
Οι φωνές τους ανακατεμένες με τη μπόχα από τα σώματά τους, σαν υδρατμοί αηδιαστικής σάουνας προσγειώνονταν στο πρόσωπό μου, κι έτσι δεν.
Δεν μπορούσα πλέον να ανασάνω.
Είχα μαζί μου τα φάρμακα; Όχι δεν τα είχα.
Δύσπνοια.
Σε λίγο ζαλάδα.
Σε λίγο θα ήταν όλα κυλιόμενα.
«Το Φίδι είναι κλέφτης».
«Όλα τα Φίδια είναι κλέφτες».
«Σκοτώστε τα Φίδια».
Αυτός ο χυλός από ανθρώπινα σώματα κινήθηκε άτσαλα στριμώχνοντάς με.
Τράβηξα το όπλο μου, τι άλλο να’κανα;
«Όποιος πλησιάσει....» ξεκίνησα να λέω.
Το βαγόνι τραντάχτηκε φρενάροντας, τραμπαλίστηκα πάνω στις αρβύλες μου. Ταρακουνήθηκα αλλά όχι για πολύ.
Το βαγόνι πήγαινε αργά τώρα.
Το στομάχι μου.
Ένα κύμα χολής κοπάνησε στα δόντια μου και γύρισε κατά πίσω. Πνίγηκα.
Άνοιξα το στόμα.
Έβηξα, άρχισα να ξερνάω επιτόπου.
Με το όπλο να τους σημαδεύει, σταθερό, κρατημένο και με τα δυο μου χέρια, και το κεφάλι ριγμένο στο πλάι. Αριστερά, έξω από το μπράτσο μου. Η καμπαρτίνα μου θα γινόταν χάλια, στα σίγουρα.
Δεν τολμούσα ακόμα να γυρίσω το κεφάλι για να τους δω, τότε το βαγόνι ξαναξεκίνησε, το περίμενα αυτό, πάτησα γερά, το δεξί μου γόνατο έστριψε χωρίς η γάμπα μου ν΄ακολουθήσει την κίνηση, πόνεσα, ήθελα να βάλω τα κλάματα.
Τότε ακριβώς κάτι σαν πέτρα με χτύπησε στο μέτωπο, πυροβόλησα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ουρλιαχτά.
Ένα στην αρχή, μετά πολλά και ο κόσμος έπεσε πάνω μου σαν πέτρινη βροχή. Έτρεμα, γρήγορα όμως....
Ήταν πανικόβλητοι, δεν μου επιτίθονταν πλέον.
Έμοιαζε λες κι έψαχναν πώς να βγουν έξω από το βαγόνι, από πού; Από το παράθυρο πίσω μου κι εγώ αόρατος ή ενοχλητικό εμπόδιο. Θα περνούσαν μέσα μου.
Σταμάτησα να προσπαθώ να αποφύγω να πατήσω στον εμετό δίπλα μου.
Το όπλο; Στο χέρι μου ακόμα, στο δεξί χέρι επειδή με το αριστερό προστάτευα το πρόσωπό μου.
Προσπάθησα να παραμερίσω, άφηνα τον κόσμο να με σπρώχνει στο πλάι, εκεί ήθελα να πάω κι εγώ. Στο πλάι τους.
Γαμώτο.
Άφησα το παράθυρο, τώρα η πλάτη μου δεν ήταν φυλαγμένη, κόσμος πίσω από την πλάτη μου.
Ουρλιαχτά.
Κοίταξα δεξιά μου.
Την είχε φάει κάπου στο στήθος, ένας με κοστούμι, τώρα κατακόκκινο, ακόμα έτρεχε αίμα. Τον έσπρωχναν πέρα δώθε προσπαθώντας να τον ξεμπερδέψουν από τα πόδια τους.
Εκεί που βρισκόμουν προηγουμένως, τώρα ένα μισοφαγωμένο μήλο, πρόλαβα να το δω για λίγο πριν λιώσει κάτω από τα παπούτσια τους, αυτό ήταν λοιπόν.
Το κοστούμι τινάχτηκε προς το μέρος μου, το βαγόνι ανέπτυξε ταχύτητα.
Στριφογύρισα τον καρπό μου, μια γυναίκα πίεζε το κορμί της στην αριστερή μου πλευρά, το στόμα της μου έκαιγε το τύμπανο. Δεν ήμουν και πολύ σίγουρος για τη γωνία στόχευσης αλλά πυροβόλησα παρ΄όλα αυτά. Η γυναίκα σταμάτησε να με σπρώχνει.
Σταμάτησε και να ουρλιάζει μέσα στ΄ αυτί μου.
Την προσπέρασα και βρέθηκα ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους.
Τους ίδιους αλλά διαφορετικούς.
Δεν με αναγνώριζαν.
Το πλήθος εξακολουθούσε να σπρώχνεται προς την πλευρά του παραθύρου αφήνοντάς μου χώρο για να φτάσω στην πόρτα του βαγονιού.
Δεν ήταν πολύ εύκολο, αλλά τα κατάφερα.
Ένιωσα την απότομη επιβράδυνση του βαγονιού, το στομάχι μου ξανάρθε στη θέση του, ηρέμησα.
Λίγο ακόμα.
Λίγο.
Το βαγόνι σταμάτησε στην αποβάθρα.
Οι πόρτες άνοιξαν. Πετάχτηκα έξω και χώθηκα ανάμεσα σ’αυτούς που περίμεναν. Δεν με πήραν χαμπάρι επειδή όλοι κοίταζαν την κόλαση μέσα στο βαγόνι, κόσμος κοπανιόταν σαν γκρίζα ρούχα σε δημόσιο πλυντήριο όμως αντί για τους αφρούς του απορρυπαντικού εκεί μέσα έτρεχε αίμα.
Είχα πυροβολήσει μόνο δύο, οι υπόλοιποι θα πέθαιναν λόγω συνωστισμού.
Ο συρμός ακινητοποιήθηκε, η Σεκιούριτι του Σταθμού πετάχτηκε από αόρατες πόρτες που άνοιξαν διάπλατα στους τοίχους της αποβάθρας.
Κράνη με δερμάτινη επένδυση, φόρμες και αλεξίσφαιρα, το χρώμα της συγκεκριμένης Σεκιούριτι ήταν το πορτοκαλί.
Αηδίες.
Μπλόκαραν το βαγόνι σημαδεύοντας τους επιβάτες με τα σπαστά τους αυτόματα.
Απομακρύνθηκα λίγο περισσότερο. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπλέξω.
Οι επιβάτες στο βαγόνι δείχνουν να τα έχουν κάπως μπερδέψει κι αυτό είναι καλό. Πάω στοίχημα, κανένας δεν πρόκειται να αναφέρει το Φίδι. Κοιτάζω με αληθινή περιέργεια, κάποιος δίπλα μου ρωτάει.
«Τι συμβαίνει;»
«Κάποια φασαρία στο βαγόνι, δεν ξέρω», λέω.
Κοιτάζουμε παρέα τώρα, είμαστε δυο επιβάτες που βρισκόμασταν από πάντα σε αυτή εδώ την αποβάθρα περιμένοντας τον συρμό κι όταν ήρθε ο συρμός ανακαλύψαμε με έκπληξη ότι δεν μπορούμε να επιβιβαστούμε. Κάτι έχει γίνει εκεί μέσα, δεν έχουμε ιδέα τι ακριβώς. Λίγο ακόμα και θα το πιστέψω.
Η Σεκιούριτι γαβγίζει εντολές.
Οι επιβάτες απαντάνε πανικό.
Ίσως και οργή.
Οι άντρες της Σεκιούριτι παρατάσσονται σε μια ευθεία γραμμή, δεν τους απασχολούν οι επιβάτες της αποβάθρας.
Μια εντολή, μάλλον ο επικεφαλής.
«Όποιος προσπαθήσει να αποβιβαστεί από το βαγόνι θα πυροβολείται».
Πάγος.
«Μα τι έγινε;» με ρωτάει μια γυναίκα.
Την κοιτάζω.
Όμορφη.
Την κοιτάζω προσεκτικότερα.
Καθόλου όμορφη.
«Πού να ξέρω;» ανασηκώνω τους ώμους.
Απ΄ότι φαίνεται οι άνθρωποι στο βαγόνι δεν είναι σε θέση να πειθαρχήσουν σε εντολές.
Νιώθω το κύμα που πάει να ξεβραστεί από το βαγόνι, αμέσως τα αυτόματα κρώζουν σαν έκπληκτα κοράκια. Δυο ή τρεις ριπές, μετά ησυχία.
Και μετά ένα συνεχόμενο κλάμα. Ενοχλητικό.
Πλησιάζω τον Σχετίστα της ομάδας Σεκιούριτι, είναι σε εμφανές σημείο όπως προβλέπεται.
«Θα αργήσουμε πολύ να επιβιβαστούμε;» τον ρωτάω.
«Έρχεται ήδη ο επόμενος συρμός», μου απαντάει.
Κάνω πάλι πίσω.
Ακούω τις πόρτες των βαγονιών να κλείνουν, ο συρμός ξεκινάει.
Αργά. Αργά.
Τα βαγόνια απομακρύνονται, κοιτάζω την ομάδα Σεκιούριτι που ανασυντάσσεται, ο επικεφαλής ελέγχει το σημείο της αποβάθρας όπου έγινε η συμπλοκή, πρέπει ν΄αποφασίσει αν θα στείλει συνεργείο καθαρισμού ή όχι.
Δύσκολη απόφαση.
Αν καλέσει συνεργείο και δεν βρεθεί τίποτα για καθαρισμό θα το χρεωθεί ο ίδιος.
Αν δεν καλέσει συνεργείο και ανακαλυφθούν αίματα ή τίποτα σχετικό θα φάει πρόστιμο.
Δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση του.
Και τώρα που το σκέφτομαι, δεν θα ήθελα να είμαι ούτε στη δική μου θέση.
Ο επόμενος συρμός φτάνει λίγο πιο γρήγορα απ΄ότι αναμενόταν.
Δεν κινούμαι από το σημείο που βρίσκομαι. Το κεφάλι μου δεν πονάει.
Το προτελευταίο βαγόνι σταματάει μπροστά μου.
Καλή επίδοση.
Το βαγόνι είναι σχεδόν άδειο, μπαίνω μέσα, κάθομαι στο πλησιέστερο άδειο κάθισμα.
Το βαγόνι ξεκινάει πάλι.
Στους τοίχους του Υπόγειου προβάλλονται διαφημίσεις που κανένας δεν προλαβαίνει να δει. Τις λένε Υποδιαφημίσεις.
Σε πέντε στάσεις κατεβαίνω.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι