Παρασκευή, Ιούλιος 30, 2010

7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος

Έκοβε βόλτες γύρω μου σαν τη μύγα που κοντοζυγώνει τα σκατά κι απότομα απομακρύνεται μη πιστεύοντας στην τύχη της. Συνέχεια και συνέχεια, μπρος-πίσω. Το όλο πράγμα είχε καταντήσει εκνευριστικό.
«Δεν κάθεσαι καμιά στιγμή να τελειώνουμε;» νευρίασα.
«Βιάζεσαι;» μου χώθηκε.
«Ε, όσο να πεις...» έκανα.
«Γιατί;» απόρησε. «Δεν έχεις να πας πουθενά».
«Αυτό θα το αποφασίσω εγώ», του είπα.
Γέλασε.
Είχαν περάσει ώρες, πολλές, λίγες –ποιος ξέρει; Ώρες πάντως. Περισσότερες από μία, γι΄αυτό λέω οτι είχαν περάσει ώρες. Κόσμος μπαινόβγαινε στο γραφείο του, μιλούσαν μεταξύ τους στην απέναντι γωνία κάτω από το οργανικό ολόγραμμα της Υπηρεσίας και μετά έρχονταν προς το μέρος μου για να με ρωτήσουν. Ότι ήξερα τους το είχα πει, ότι θυμόμουν, ότι πίστευα.... Απλά ήταν τα πράγματα, ας ξεμπερδεύαμε επιτέλους.
«Ας δούμε μια ακόμα φορά το θέμα του πυροβολισμού...» πρότεινε ο Α77.
«Τι να δούμε; Έβγαλα το πιστόλι μου και πυροβόλησα, αυτό ήταν όλο», αγανάκτησα.
«Ξέρεις σε τι μπελάδες θα σε βάλει αυτό....» μουρμούρισε με φτιαχτά πατρική φωνή.
Κόντεψε να μου έρθει αναγούλα, δεν έφτανε που ο Α77 ήθελε εμφανώς να με θάψει και να χορέψει ημίγυμνος πάνω απ’ τον τάφο μου ήταν και κάμποσα χρόνια μικρότερός μου, σε ποιον προσπαθούσε λοιπόν να πουλήσει αυτό το πατρικό στυλάκι;
«Οι μπελάδες κολλάνε πιο εύκολα κι από τις ψείρες», του απάντησα.
«Τι εννοείς;» έσκυψε πάνω μου.
Τα πρόσωπά μας πλησίασαν, μύριζε όμορφα, μάλλον κάπου στον γιακά του έκρυβε κάψουλα αρώματος.
«Ακόμα δεν μου είπες τίποτα για τη γραμματέα μου και τον Γ που βρέθηκαν νεκροί στο γραφείο μου», του θύμισα.
«Δεν είμαι εδώ για να σου λέω και δεν εγκρίνω καθόλου τη χρήση ενικού από τους κατωτέρους μου», είπε ξεχωρίζοντας τις λέξεις μια-μια, σα να έβαζε μαχαιροπήρουνα σε στρωμένο τραπέζι.
«Σωστά», επικρότησα.
Και μετά σώπασα.
«Πες μου λοιπόν για τον πυροβολισμό», είπε πάλι εκείνος.
«Τράβηξα το πιστόλι και πυροβόλησα, δεν είχα χρόνο να στοχεύσω κι έτσι έκανα χάλια το πίσω μέρος του ελικοφόρου εκεί που ακουμπούσαν, ξέρεις, μυαλά, αίματα, κόκαλα», σταμάτησα λίγο, τον κοίταξα, «μάτια...» συμπλήρωσα.
Δεν φάνηκε να αγριεύεται.
«Άρα δεν έριξες μόνο μια φορά», συμπέρανε.
«Όχι, δεν έριξα μόνο μια φορά», επιβεβαίωσα.
«Γιατί αυτό;»
«Επειδή ήμουν κάπως συγχυσμένος και υπήρχε ο κίνδυνος.... Υπήρχε ακόμα ένα όπλο έτοιμο να....»
Ένα όπλο, αυτόματο για την ακρίβεια, άκουσα το κλείστρο να τραβιέται. Αλλά δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τη γυναίκα. Άσχημη γυναίκα, έσφιγγε τα δυο παιδιά στην αγκαλιά της. Αλήθεια, τι ήταν αυτά τα παιδιά; Αγόρια; Κορίτσια; Ένα κι ένα; Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω με τα στρογγυλά κουρέματα που ήταν της μόδας και με τις φαρδιές φόρμες...
«Σκοτώθηκαν όλοι εκεί πέρα;» με είχε ρωτήσει ο Β715.
«Οι περισσότεροι...» είπα.
«Δεν δέχτηκε να διαπραγματευτεί;»
«Δεν προλάβαμε».
«Κι όμως.... θα έπρεπε να κρατάνε απλώς τις θέσεις τους στην περίμετρο των γραφείων...»
«Θα έπρεπε».
«Και τώρα;»
Τον κοίταξα. Ήταν ένας άντρας που δεν ήθελε μπελάδες αλλά οι μπελάδες είχαν έρθει να τον βρουν έτσι κι αλλιώς.
«Τώρα επιστρέφουμε», του είπα το αυτονόητο.
«Έτσι απλά;» απόρησε.
Σήκωσα τους ώμους αμήχανα.
«Σε άκουσα στο τηλέφωνο», μου είπε.
«Δηλαδή;»
«Σε άκουσα να λες στο κάθαρμα για το παιδί του».
«Τι εννοείς;»
«Είπες οτι θα του σκότωνες το ένα παιδί....»
Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου τη γυναίκα που δεν άλλαξε στάση, παρέμεινε παγωμένη.
«Έτσι το είπα, για να τον τρομάξω», εξήγησα στον Β715.
«Δεν το πιστεύω», μουρμούρισε.
«Έτσι το είπα», επανέλαβα.
«Ναι... για να τον τρομάξεις...» επανέλαβε κι εκείνος αφηρημένα.
Μετά σήκωσε το όπλο του προς τη μεριά της γυναίκας και των παιδιών. Μετακινήθηκε λίγο στον πάγκο για να έχει καλύτερη θέση, μισοσηκώθηκε.
«Μην κάνεις καμιά βλακεία, η γυναίκα με τα παιδιά μας χρειάζονται για να σωθούμε», φώναξα.
Η γυναίκα σκλήρισε.
«Αυτό το ξανάπες, αλλά κοίτα πού καταλήξαμε», κλαψούρισε ο Β715 χωρίς να με κοιτάζει.
Άκουσα το κλείστρο να τραβιέται οπλίζοντας, ο Β715 στήριξε την πλάτη του στο πίσω μέρος του ελικοφόρου για να μη χάσει τον έλεγχο του αυτόματου. Τράβηξα το πιστόλι και πυροβόλησα, δεν είχα χρόνο να στοχεύσω κι έτσι....
«Παρακάτω», φώναξε ανυπόμονα ο Α77.
«Τι παρακάτω;» πετάχτηκα.
«Υπήρχε ένα όπλο έτοιμο να κάνει τι;» ρώτησε.
«Υπήρχε ένα όπλο έτοιμο να κάνει τίποτα», απάντησα. Τα χέρια μου κρεμάστηκαν απότομα στα πλάγια, ένιωσα κούραση. Χρειαζόμουν χάπια και χρειαζόμουν τα φάρμακά μου και έπρεπε οπωσδήποτε να μείνω για λίγο μόνος. Να συνέλθω. Να συμμαζευτώ.
«Δεν νομίζω οτι καταλαβαίνεις τι γίνεται εδώ πέρα», μούγκρισε αγανακτισμένα ο Α77.
«Αυτό που γίνεται είναι διοικητική έρευνα για να βρεθούν τα αίτια θανάτου του Β715 τον οποίο εμφανώς πυροβόλησα στο πρόσωπο», είπα εγώ. «Κι αυτό που περιμένω είναι ν΄αφήσεις τις σαχλαμάρες και να δώσεις την υπόθεση στο Τμήμα Εσωτερικών Ελέγχων».
«Πράγμα που θα σημάνει απόταξη από την Υπηρεσία και ισόβια κάθειρξη στις μεσογειακές φυλακές...» ξεκίνησε να μου υπενθυμίζει.
«Στην καλύτερη περίπτωση», τον έκοψα πριν προλάβει να ολοκληρώσει.
Σκοτείνιασε για λίγο. Ήταν άνθρωπος που ήθελε να έχει πάντα την τελευταία κουβέντα. Χαμογέλασα.
«Όταν σε παραδώσουμε στον Εσωτερικό Έλεγχο θα έχουμε ξεμπερδέψει μαζί σου», ψιθύρισε.
«Θα μου έχετε απαντήσει κιόλας σχετικά με το πώς έγινε και βρέθηκαν νεκροί η γραμματέας μου κι ο Γ;» ξαναρώτησα.
«Πώς προτιμάς να έγινε;» σφύριξε ξαναχώνοντας τα μούτρα του μπροστά στα δικά μου. «Προτιμάς να τη σκότωσε ο Γ και μετά να αυτοκτόνησε; Μήπως θα σου φαινόταν πιο ενδιαφέρουσα η προοπτική να τους έχεις σκοτώσει και τους δύο εσύ επιστρέφοντας από την αποστολή;»
«Δεν υπάρχει δηλαδή πιθανότητα να μπήκατε εσείς και να τους σκοτώσατε;» απόρησα ψεύτικα.
«Εμείς; Ποιοι εμείς; Και γιατί να το κάνουμε;» με μιμήθηκε ο Α77.
«Η πόρτα του γραφείου ήταν παραβιασμένη...» του θύμισα.
«Αναγκαστήκαμε να την παραβιάσουμε όταν ακούσαμε τους πυροβολισμούς. Και τότε βρήκαμε...» το σκέφτηκε λίγο. «Τι βρήκαμε αλήθεια;» με ρώτησε.
Έσκυψα το κεφάλι, δεν απάντησα. Την είχα πολύ άσχημα.
Ο Α77 πήγε λίγο πιο πέρα αφήνοντάς με να χωνέψω τα δεδομένα, έβγαλε ένα μεταλλικό κουτί από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το άνοιξε και ξεχώρισε ένα μακρόστενο πορτοκαλί επίθεμα όχι μεγαλύτερο από 5 εκατοστά. Το κόλλησε στο πλάι του λαιμού του και με κοίταξε.
«Πολυβιταμίνες», μου εξήγησε.
«Καταλαβαίνω», κούνησα το κεφάλι μου.
«Τις έχουμε ανάγκη με τέτοια ωράρια εργασίας...»
«Ναι, πώς αλλιώς;» συμφώνησα.
Χάζευα το επίθεμα στο λαιμό του να χάνει την πορτοκαλί λάμψη του, να ξεθωριάζει καθώς απορροφιόταν από το δέρμα.
«Λοιπόν νομίζω οτι θα τη βρούμε την άκρη...» χαμογέλασε αρπάζοντας μια καρέκλα και στήνοντάς την απέναντί μου.
Κάθισε.
Δεν είπα τίποτα.
«Ίσως πιστεύεις οτι θέλαμε να σε παγιδεύσουμε, οτι σε στείλαμε σε μια αποστολή αυτοκτονίας...» ξεκίνησε να λέει.
«Ενώ δεν ήταν έτσι τα πράγματα», υπέθεσα φωναχτά.
«Έχει σημασία;» με ρώτησε. «Αν το πιστεύεις, κανένας δεν πρόκειται να σου αλλάξει τη γνώμη».
«Γιατί δεν προσπαθείς;» απόρησα.
«Να προσπαθήσω», γέλασε. «Αν πρέπει να προσπαθήσω για να σε πείσω οτι η Υπηρεσία δεν κάνει τέτοια πράγματα και για το ότι σκοπός όλων μας είναι η εξυπηρέτηση του Δημόσιου Συμφέροντος και η ασφάλεια των υπαλλήλων μας...»
«Ναι;» έκανα βλέποντας πως είχε σταματήσει.
«Αν πρέπει να προσπαθήσω για όλα αυτά, μάλλον δεν έχεις καμιά θέση πλέον ανάμεσά μας. Οι υπάλληλοι της Φορολογικής Δικαιοσύνης δεν αμφισβητούν τα αυτονόητα. Άρα έχεις θέσει τον εαυτό σου...»
«Έτσι ε;» απόρησα όταν σταμάτησε πάλι.
Δεν μίλησε, δεν χρειαζόταν.
«Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς», είπε μετά από λίγο. «Πέρασες πολλά...»
Πιέστηκα να μην χοροπηδήσω από τη χαρά μου. Λίγο χρόνο, ανασύνταξη. Χρειαζόμουν. Να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά.
Ο Α77 κάλεσε έναν Γ για να με συνοδεύσει, σηκώθηκα χαμογελαστός, πρότεινα τα χέρια μου για χειροπέδες.
«Μα τι πράγματα είναι αυτά αγαπητέ μου», εξεπλάγη υπερβολικά ο Α77. «Απλά ο συνάδελφος θα σας δείξει το μέρος στο οποίο θα ξεκουραστείτε για λίγο».
Με χτύπησε και στην πλάτη καθώς με συνόδευε έξω από το γραφείο του. Έμεινα με τον Γ.
«Που πάμε;» τον ρώτησα.
Δε μίλησε. Μονάχα με έσπρωξε με τον ώμο του για να προχωρήσω στον διάδρομο. Όσοι περιφέρονταν εκεί έξω έκαναν στην άκρη λες και είχαμε πανούκλα, μάλλον η φήμη μου είχε κυκλοφορήσει για μια ακόμα φορά πριν από μένα. Έστησα αυτί καθώς περπατούσαμε αλλά κανένας δεν ψιθύριζε. Ο Γ με σκούντηξε να στρίψω αριστερά μπροστά σε μια μεταλλική πόρτα η οποία άνοιξε αμέσως όταν την πλησιάσαμε. Κρύος, κίτρινος διάδρομος. Κλειστές πόρτες δεξιά κι αριστερά. Βαδίζαμε μόνοι μας.
«Εδώ», μου έδειξε ο Γ.
Φυσικά –που αλλού; Ήταν η μοναδική ανοιχτή πόρτα. Μπήκα. Εκείνος κλείδωσε πίσω μου αλλά δεν άκουσα τα βήματά του ν΄απομακρύνονται. Ηχομόνωση.
Άσπρο φως από σωλήνες φθορισμού στο ταβάνι, δυο κάμερες περιμετρικά, ένας ξύλινος πάγκος χωρίς πλάτη. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν οτι δεν υπήρχε τουαλέτα. Κι αμέσως μετά συνειδητοποίησα οτι δεν υπήρχε δυνατότητα επικοινωνίας με τους απέξω. Πανικοβλήθηκα. Μετά γέλασα. Είναι εντυπωσιακό να σε στήνουν κάτω από τις κάμερες και ταυτόχρονα να σου δημιουργούν την βεβαιότητα οτι δεν έχεις δυνατότητα επικοινωνίας -η Υπηρεσία στα καλύτερά της. Ξάπλωσα στον πάγκο, τα πόδια μου περίσσευαν στο ύψος που έδεναν οι αρβύλες, στριφογύρισα, μετά έβγαλα την καμπαρτίνα και τη δίπλωσα κάτω από το κεφάλι μου. Χρειαζόμουν μαξιλάρι.
Μου είχαν πάρει το όπλο αλλά είχαν αφήσει τα χάπια μου, έβαλα το χέρι στην εσωτερική τσέπη, έπιασα το φιαλίδιο, ένιωσα καλύτερα.
Χρειαζόμουν ένα ηρεμιστικό.
Τότε σκέφτηκα τις κάμερες.
Αν με έβλεπαν να παίρνω χάπι... Τράβηξα το χέρι μου, το έβαλα κάτω από την καμπαρτίνα-μαξιλάρι. Έκλεισα τα μάτια.

Σχεδόν αμέσως ανακάλυψα οτι το δωμάτιο βογκούσε. Όχι δυνατά, ένας αργός παρατεταμένος ρόγχος, μειωνόταν σταδιακά μέχρι που σταμάταγες εντελώς να τον ακούς και τότε ξαφνικά δυνάμωνε. Δηλαδή όχι αμέσως τότε. Το βογκητό μειωνόταν, ή ίσως και να το συνήθιζες, κάποια στιγμή πάντως έστηνες αυτί και δεν ακουγόταν τίποτα. Ή ίσως και να ακουγόταν αλλά εσύ δεν μπορούσες πλέον να το εντοπίσεις. Και μετά από λίγο, ή μετά από πολύ, ή αμέσως μετά –δυνάμωνε. Πριν αρχίσει πάλι να μειώνεται η έντασή του. Σαν κάποιος να βογκούσε μέσα στον ύπνο του ή να αργοπέθαινε ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
Αποφάσισα να βάλω σε σειρά τα βότσαλα πάνω στο τραπέζι. Τα βότσαλα ήταν λιασμένα από το γλείψιμο της θάλασσας, μαύρα, άσπρα, γκρι, καφέ και κόκκινα. Το τραπέζι ήταν ξύλινο, από παλιό, κανονικό ξύλο, όχι πλαστικό και τέτοιες αηδίες. Γι΄αυτό ήταν ροζιασμένο, σκαμμένο από μαχαιροπήρουνα που σύρθηκαν πάνω του, έπρεπε να προσέξεις αν δεν ήθελες να πληγώσεις τα δάχτυλά σου με κάποια αγκίδα. Τα βότσαλα και το τραπέζι ήταν εκεί, πίσω από τα βλέφαρά μου και εγώ σκόπευα να βάλω τα βότσαλα στη σειρά, πάνω στο τραπέζι. Να σχηματοποιήσω...
Πρώτα ένα καφέ βότσαλο, μια εντολή:Υπάρχουν υπόνοιες οτι ομάδα φοροφυγάδων κρύβεται σε αγροικία, διερευνείστε άμεσα και προβείτε σε συλλήψεις.
Μετά μερικά γκρι βότσαλα, μικρά βότσαλα: Εμείς στην αγροικία.
Τέλος ένα μαύρο βότσαλο, λείο και λεπτό: Η κατάληξη της αποστολής μας.
Πάμε παρακάτω.
Πρώτα ένα μαύρο βότσαλο: Η θέση μου στην Υπηρεσία.
Μετά ένα κόκκινο βότσαλο για όσα έγιναν όταν επέστρεψα σπίτι μου. Τι έγινε; Γιατί κόκκινο;
Ένα καφέ βότσαλο στη συνέχεια, μια εντολή:....
Ποια ήταν η εντολή; Ποιος μας διέταξε; Ο Α77, αυτός σίγουρα. Εμένα μόνο όμως. Τους υπόλοιπους ποιος;
Οι βολβοί στριφογύρισαν παρασύροντας τα βλέφαρα, το ξύλινο τραπέζι εξαφανίστηκε όπως και τα βότσαλα. Είδα γυμνό άσπρο τοίχο.
Έστησα αυτί, το βογκητό συνεχιζόταν. Ή έτσι μου φάνηκε δεν ήμουν σίγουρος. Βέβαια, με το που σκέφτηκα γι΄αυτό άρχισα να το ακούω ίδια ενοχλητικά όπως προηγουμένως, πιέστηκα να συγκεντρωθώ ξανά σε όσα σκεφτόμουν πριν. Τι σκεφτόμουν; Βότσαλα. Κόκκινο για τη μέρα μου εκτός δουλειάς, γιατί κόκκινο; Ποιοι πήραμε εντολές και από ποιους τις πήραμε; Ταχυπαλμία. Χωρίς να το συνειδητοποιώ έβγαλα το φιαλίδιο με τα χάπια, ξεχώρισα ένα μπλε. Το κατάπια χωρίς νερό, πού νερό εδώ μέσα; Σήκωσα το κεφάλι μου απότομα, περίμενα να μπουκάρουν από στιγμή σε στιγμή, να μου πάρουν τα χάπια, να με αναγκάσουν να ξεράσω αυτό που είχα ήδη καταπιεί, το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει, βογκούσε κιόλας, εκκωφαντικά τώρα, το κεφάλι μου, δεν μπορούσα να εστιάσω, τα μάτια μου δεν συνεργάζονταν, πρέπει να ηρεμήσω, πρέπει –ηρέμησα. Το μπλε χάπι άρχισε να επιδρά. Κοίταξα τριγύρω, ήμουν ακόμα μόνος. Κανένας δεν είχε έρθει, κανένας δεν επιχείρησε να με βάλει να ξεράσω το χάπι –ηρέμησε. Ηρέμησα.
Τα μάτια μου έκλειναν από μόνα τους τώρα, η εξάντληση, το χάπι, όλα έμοιαζαν καλύτερα, ο σκληρός πάγκος είχε, φαίνεται, κρυμμένα πούπουλα χήνας ή κάτι άλλο –φτιαγμένο από πλαστικό φυσικά -βυθίστηκα. Ένα άσπρο φωτεινό που άρχισε να ξεθωριάζει....
Τινάχτηκα, το κεφάλι μου χτύπησε στον τοίχο, εκεί που τελείωνε ο ξύλινος πάγκος. Πόνεσα μέσα σε χαύνωση.
«Γαμώ τη ζωή μου», είπα.
Ο άνθρωπος που ήταν υπεύθυνος για όλη αυτή την αναστάτωση καθόταν ακριβώς από πάνω μου κι έτσι δεν είχα πια θέα τον απέναντι άσπρο τοίχο. Ο άνθρωπος φορούσε μια καμπαρτίνα σαν τη δική μου, ήταν καλοξυρισμένος (όχι όπως εγώ) και μπορούσα να δω οτι είχε πρόσφατα γυαλίσει τις αρβύλες του. Με κοίταζε έχοντας μόλις τραβήξει το χέρι του από τον ώμο μου.
«Ποιος πούστης είσαι εσύ;» μούγκρισα.
Χαμογέλασε.
«Η χρησιμοποίηση προσδιορισμών σεξουαλικών προτιμήσεων με σκοπό την εξύβριση κάποιου είναι ποινικά κολάσιμη», είπε.
Έκλεισα τα μάτια απαρηγόρητος από τα νεύρα, αυτό μας έλειπε τώρα. Ένας εξυπνάκιας.
«Εντάξει, όμως επειδή κοιμόμουν, μήπως έχεις την καλοσύνη;» του ζήτησα.
«Κοιμόσουν; Συγνώμη», είπε.
Αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
«Τι θέλεις;» δυσανασχέτησα.
«Τίποτα», είπε. «Κοιμήσου, μη μου δίνεις σημασία».
Τον κοίταξα. Έβλεπα το κεφάλι του από κάτω προς τα πάνω, από το σαγόνι προς το μέτωπο, τα μαλλιά του ήταν στρωμένα κατά πίσω οπότε δεν μπορούσα να τα διακρίνω από τη θέση που βρισκόμουν.
Έκλεισα τα μάτια. Ησυχία, προσπάθησα ν΄ακούσω την ανάσα του, ήξερα τι σκόπευε να κάνει, κοντρολάρισα λοιπόν τη δική μου ανάσα, άρχισα να την κάνω όλο και πιο αργή, πιέστηκα να μείνω στον ρυθμό, να επιβραδύνω κι άλλο, τον άκουσα να εισπνέει λίγο πιο βαθιά απ΄ότι προηγουμένως, τίναξα το χέρι μου απότομα.
Πρόλαβα το δικό του λίγο πριν ακουμπήσει τον ώμο μου, έσφιξα τα δάχτυλά μου γύρω από τον καρπό του, μετά έστριψα τα δάχτυλα αργά.
Ο άντρας ούρλιαξε και προσπάθησε να με σπρώξει, θα τα κατάφερνε αν δεν συνέχιζα να στρίβω τον καρπό του ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Άνοιξα τα μάτια.
«Θα το συνεχίσω μέχρι να γονατίσεις και να μου πάρεις πίπα, εντάξει παλιοπούστη;» μούγκρισα.
Ο άντρας ούρλιαξε πιο δυνατά στρέφοντας το κεφάλι του προς τις κάμερες. Απορούσα κι εγώ μαζί τους –τι περίμεναν για να επέμβουν;
«Άσε με», κλαψούρισε.
Χαλάρωσα λίγο τη λαβή μου στον καρπό του.
«Αναφέρσου», του ζήτησα.
«Άσε με», επανέλαβε.
Έστριψα πιο δυνατά.
«Β760», τσίριξε.
Τράβηξα τα δάχτυλά μου από τον καρπό του με απέχθεια.
«Ένας Β. Στείλανε έναν Β για να με πιέσει», μουρμούρισα.
Σηκώθηκα από τον πάγκο, τα πόδια μου είχαν μουδιάσει αλλά δεν θα άφηνα έναν Β να με δει να παραπατάω.
«Για ποιον με περάσατε;» ρώτησα κοιτάζοντας προς τις κάμερες.
Φυσικά δεν βρήκαν τίποτα να μου απαντήσουν, αυτό μας έλειπε.
Ένιωσα εξαντλημένος, περισσότερο από πριν.
«Φύγε από δω μέσα», του είπα.
Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο χωρίς να κάνει τίποτα άλλο. Μονάχα με κοίταζε και περίμενε. Γι΄αυτό λοιπόν. Με άφησαν να πάρω το χάπι και μετά στείλανε το αρχίδι να μου σπάσει τα νεύρα. Θέλανε να με τσακίσουν μια ώρα αρχύτερα.
Εντάξει.
Δοκίμασα τα πόδια μου κάνοντας μερικά βήματα μπρος –πίσω, του είχα γυρισμένη την πλάτη κι όταν σιγουρεύτηκα οτι ήμουνα μια χαρά του όρμησα.
Ξαφνικά και χωρίς προκαθορισμένη τακτική, άρχισα να τον χτυπάω στο στομάχι και μετά στο ηλιακό πλέγμα, στην αρχή ούρλιαζε αλλά μετά ησύχασε, μάλλον του είχε κοπεί η ανάσα. Τον άφησα να σωριαστεί μπροστά στα πόδια μου κι όταν βρέθηκε κάτω τον κλώτσησα στα πλευρά.
«Εγώ τώρα θα πάω να ξαπλώσω. Αν τολμήσεις να με ξαναγγίξεις θα σου βγάλω τα μάτια πριν προλάβουν να έρθουν εδώ μέσα», είπα.
Μετά ξάπλωσα έχοντας γυρισμένη την πλάτη, δε φοβόμουν μη μου επιτεθεί. Όχι επειδή τον είχα τρομάξει τόσο, αλλά γιατί δεν είχε τέτοιες εντολές.
Δεν κατάφερα φυσικά να ξανακοιμηθώ, μπόρεσα όμως να χαλαρώσω λίγο. Λίγο. Το κεφάλι μου άρχισε να πονάει, η ανάσα του πίσω από την πλάτη μου κάλυπτε το βογκητό που ακουγόταν στο δωμάτιο (ή μήπως από το δωμάτιο;) ζαλιζόμουν. Ξανάπιασα να βάζω σε σειρά τα βότσαλα πάνω στο τραπέζι. Το ξύλινο τραπέζι.
Δυο μαύρα βότσαλα: Οι δυο τελευταίες μου αποτυχημένες αποστολές. Ήταν όμως δύο; Μήπως έπρεπε ν΄αντικαταστήσω το ένα μαύρο βότσαλο με ένα άσπρο, εφόσον δεν είχα ακριβώς αποτύχει στην τελευταία μου αποστολή, είχα κυρίως παρανομήσει. Είχα παραβεί τις εντολές του προϊστάμενου μου και μ΄αυτό θα ασχολιόταν το Τμήμα Εσωτερικών Ελέγχων αλλά είχα κιόλας σκοτώσει έναν συνάδελφο. Με ποιο σκοπό;
Έβαλα ένα γκρι βότσαλο μπροστά από τα υπόλοιπα. Ο σκοπός ήταν να προστατεύσω τη γυναίκα και τα παιδιά. Ξανακοίταξα το βότσαλο και είχε γίνει μαύρο –η δικαιολογία περί προστασίας δεν έστεκε. Αν ήθελα να τους προστατεύσω δεν θα τους έπαιρνα όμηρους. Κάτι άλλο, κάπου αλλού σκόπευα....
Έφερα ένα καφέ βότσαλο και το τοποθέτησα δίπλα στο πρώην γκρι και τώρα άσπρο: Σκόπευα να εξευμενίσω τον Γουίλιαμ Δράκο όταν θα τον έβρισκα στα κεντρικά της Υπηρεσίας, να του δείξω οτι δεν είχαμε σκοπό να κάνουμε κακό στους δικούς του ανθρώπους, προσπαθούσαμε απλώς....
Η πόρτα άνοιξε πίσω μου και μετά έκλεισε, τα βότσαλα χάθηκαν. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξω για να καταλάβω οτι ήμουν πλέον μόνος. Για πόσο; Μέχρι να το συνηθίσω και τότε ακριβώς (ή λίγο μετά) θα ξανάνοιγε η πόρτα για να μπει ο επόμενος φρουρός μου.
Κοίταξα τον τοίχο που με είχε πλέον πλησιάσει αμείλικτα.
Σκόπευα να εξευμενίσω τον Γουίλιαμ Δράκο κι έτσι μπήκα στην Υπηρεσία μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Προχωρήσαμε μαζί στους διαδρόμους που οδηγούσαν κι εγώ δεν ξέρω πού, οι Γ είχαν μείνει πίσω στο ελικοφόρο, οι Β μου είχαν τελειώσει. Ο Γουίλιαμ Δράκος έπεσε πάνω στη γυναίκα του και στα παιδιά, αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί, ένα κουβάρι, εμένα με απομάκρυναν κάτι Γ οπλισμένοι μέχρι τα δόντια. Ο Γουίλιαμ Δράκος δεν καταδέχτηκε ούτε καν να με κοιτάξει. Πήρε τη γυναίκα και τα παιδιά του, εγώ γύρισα να τους δω καθώς έφευγαν, δεν κοντοστάθηκαν όμως, δεν στράφηκε κανένας προς το μέρος μου –ούτε απειλές, ούτε ευγνωμοσύνη, τίποτα.
Η πόρτα του δωματίου άνοιξε πάλι -τόσο γρήγορα; Πρωτάρηδες ή ίσως εφάρμοζαν κάποια καινούργια τακτική.
«Αν με αγγίξεις θα σου πετάξω τα μάτια έξω», είπα χωρίς να γυρίσω προς το μέρος του νεοφερμένου.
Είχα αρχίσει να τα βαριέμαι όλα αυτά.
«Κι αν δεν σε αγγίξω;» ρώτησε ο νεοφερμένος.
Τινάχτηκα, γνωστή φωνή –γνωστή φωνή... Γύρισα απότομα, κατρακύλησα από τον στενό πάγκο, βρέθηκα στο πάτωμα.
Ένα ζευγάρι ψηλές καλογυαλισμένες μπότες ξεκινούσαν ακριβώς μπροστά στα μάτια μου δεν χρειαζόταν να κοιτάξω ψηλότερα, ήμουν σίγουρος οτι παραπάνω θα υπήρχε το ρετρό μοτοσικλετιστικό μπουφάν.
«Είχα απόλυτο δίκιο λοιπόν όταν έλεγα οτι είσαι αστείος», χαχάνισε ο ψηλόλιγνος άντρας.
Μετά μου έδωσε το χέρι του για να σηκωθώ.
Σηκώθηκα αγνοώντας το απλωμένο χέρι, κάθισα ξανά στον πάγκο μου. Κι όσο τον κοίταζα μου ήρθε στο μυαλό το κόκκινο βότσαλο που επέμενε να εμφανίζεται στο τραπέζι όταν σκεφτόμουν τη μέρα που πέρασα εκτός Υπηρεσίας.
Κάθισε απέναντί μου ανακούρκουδα για να είναι τα μάτια μας στο ίδιο ύψους –μου χαμογέλασε.
«Πώς από ΄δω;» ρώτησα.
Ξεκαρδίστηκε.
«Είσαι μορφή τελικά», συμπέρανε.
«Παρακάτω», είπα.
«Θα σου ζητήσω να κάνεις μια εκτίμηση –βλέπεις τις κάμερες πάνω από τα κεφάλια μας, έτσι;» δεν νοιάστηκε να δείξει.
Κούνησα το κεφάλι –τις είχα δει.
«Νομίζεις οτι μας καταγράφουν;» ρώτησε.
«Νομίζω οτι δεν έχει καμιά σημασία», είπα.
«Έτσι ακριβώς», επικρότησε. «Θα τα πάμε πολύ καλά οι δυο μας».
«Μην επαναλαμβάνεσαι, δεν έχω ξεμωραθεί ακόμα», του ζήτησα.
«Σωστά», είπε. «Λοιπόν θα μπω κατευθείαν στο θέμα επειδή δεν έχω πολύ χρόνο. Η κατάσταση είναι μπερδεμένη, φρόντισες βέβαια κι εσύ γι΄αυτό....» σταμάτησε, με κοίταξε μάλλον επιτιμητικά. «Παράβαση εντολών, σύλληψη ομήρων», έκανε τονίζοντας τις λέξεις του.
«Έχεις κάποιο πρόβλημα με όλα αυτά;» ζήτησα να μάθω.
«Κανένα –άλλωστε, για κάτι τέτοια σε θέλουμε μαζί μας», είπε.
«Πάω στοίχημα οτι αν ρωτήσω ποιοι με θέλετε μαζί σας, δεν θα πάρω απάντηση», υπολόγισα.
«Μάγος είσαι;» έκανε κοροϊδευτικά.
«Παρακάτω», είπα
«Κι επειδή η κατάσταση είναι μπερδεμένη θα μας χρειαστούν μερικές μέρες μέχρι να σε βγάλουμε από δω πέρα. Μερικές ή ίσως και πολλές... Εν πάση περιπτώσει, για όσο διάστημα μας χρειαστεί θα φροντίσουμε να μη ζοριστείς ιδιαίτερα», μου χαμογέλασε δείχνοντας τα ασημένια δόντια του.
«Τώρα δηλαδή, εγώ θέλω να βγω από δω μέσα κι εσείς πρόκειται να με βοηθήσετε –κάτι τέτοιο μου λες;» απόρησα.
«Τώρα δεν θέλεις τίποτα γιατί δεν έχεις πλήρη γνώση της κατάστασης. Όταν πάρεις είδηση οτι συμμετείχες σε απόπειρα αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης μέσα από μια επιχείρηση δημιουργίας πολεμικού κλίματος μεταξύ επίσημου κράτους και Διηπειρωτικής Α.Ε. με σκοπούς ακόμα αδιευκρίνιστους αλλά εικάζεται...» σταμάτησε. «Να προχωρήσω;» με ρώτησε.
«Ναι, νανούρισέ με», του ζήτησα.
Γέλασε.
«Είσαι απίθανος», είπε.
«Πιθανώς», παρατήρησα. «Λοιπόν θεωρείς οτι θα φορτώσουν τα πάντα σε μένα...»
«Έχεις καμιά αμφιβολία;» εξεπλάγη. «Θα το έκαναν ακόμα κι αν εφάρμοζες τις εντολές με θρησκευτική ευλάβεια, όχι τώρα πού... Αλλού όμως είναι το πρόβλημα. Βλέπεις, θα ισχυριστούν οτι εξυπηρετούσες κάποια σκοτεινά συμφέροντα, θα εμφανίσουν συνωμοσίες... Εν ολίγοις θα σε ρημάξουν μέχρι να παραδεχτείς κάποιο φτηνό σενάριο το οποίο, υποθέτω ότι, θα σε αφήσουν να το βρεις από μόνος σου –δεν θα στο δώσουν καν γραμμένο».
Τον κοίταζα όσο μιλούσε, αυτός ο άνθρωπος ήταν αόρατος. Δηλαδή, θέλω να πω... Εντάξει, ήταν εκεί μπροστά μου και τον έβλεπα μια χαρά, αλλά αν ήθελα να τον περιγράψω θα έπρεπε να αρκεστώ στα ρούχα που φορούσε, σε μια γενική εντύπωση σχετικά με τον σωματότυπό του (ψηλός, αδύνατος) και στην επισήμανση των ασημένιων δοντιών του που εμφανίζονταν όταν χαμογελούσε. Όμως όλα αυτά δεν είναι στοιχεία περιγραφής, είναι (και το ξέρω πολύ καλά) χαρακτηριστικά παραπλάνησης, αρκετά έντονα για να τα προσέξεις και να περιοριστείς εκεί. Αν προσπαθούσες να περιγράψεις τη φωνή αυτού του ανθρώπου ενώ είχε σταματήσει να μιλάει, αν προσπαθούσες να θυμηθείς τι χρώμα είχαν τα μάτια του ή κάτι σχετικό με το σχήμα του προσώπου του, ένα χαρακτηριστικό του γνώρισμα....
Αυτός ο άνθρωπος ήταν αόρατος. Όπως σ΄εκείνο το παλιό βιβλίο, ο Αόρατος Άνθρωπος, πού φορούσε ρούχα, τραγιάσκα κι ένα φουλάρι γύρω από το πρόσωπό του κι όταν τα έβγαζε δεν έμενε τίποτα από κάτω για να δεις.
«Δεν είμαι σίγουρος πώς θα γίνουν έτσι τα πράγματα, αλλά ας υποθέσουμε...» υπολόγισα. «Τι προτείνεις;»
«Δεν προτείνω, δεν είμαστε κάποια παρέα που σχεδιάζει την εικονική της εκδρομή εδώ πέρα», μου επεσήμανε. «Απλά σου εξηγώ οτι η μοναδική σου επιλογή είναι να παραμείνεις αόρατος για κάποιο διάστημα εδώ μέσα, μέχρι να μπορέσουμε να σε βγάλουμε. Όταν γίνει αυτό θα δεις τι πρέπει να κάνεις».
«Θα δω ή θα μου δείξετε;»
Μου γύρισε την πλάτη, άγγιξε την πόρτα.
«Το ίδιο είναι», είπε.
«Κι αν δεν θέλω να κάνω αυτό που θα μου δείξετε;» απόρησα.
«Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση», είπε.
«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» ζήτησα να μάθω.
«Επειδή δεν θα έχεις άλλες επιλογές», μου απάντησε.
Μετά άνοιξε την πόρτα του δωματίου και βγήκε έξω. Άφησε την πόρτα ανοιχτή. Περίμενα λίγο για να δω τι θα συμβεί κι όταν τίποτα δεν έγινε βγήκα για να τον ψάξω στον διάδρομο. Κίτρινο φως και τίποτα. Πόρτες δεξιά κι αριστερά, κλειστές πόρτες –κίτρινο φως από ακαθόριστη πηγή. Επέστρεψα στην πόρτα του δικού μου δωματίου, έλεγξα την κλειδαριά της. Ασφαλείας. Άνοιγε μόνο απέξω. Θέλησα να δοκιμάσω αλλά μετάνιωσα. Ή φοβήθηκα. Κι αν έκλεινα την πόρτα και μετά δεν μπορούσα ν’ ανοίξω; Ή αν έφευγα στον διάδρομο αλλά μετά δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποια απ΄όλες ήταν η δική μου πόρτα;
Ξαναμπήκα στο δωμάτιό μου, πήρα την καμπαρτίνα μου και μ΄αυτή μπλόκαρα το κλείσιμο της πόρτας. Έπειτα, ήσυχος που είχα αφήσει ένα σημάδι προσανατολισμού, ξεκίνησα την περιπλάνηση.
Πρώτος στόχος, να δω αν η μεταλλική πόρτα από την οποία είχα μπει ήταν ανοιχτή ή κλειδωμένη. Προχώρησα διστακτικά κατά τη μια πλευρά του διαδρόμου, περνώντας μπροστά από κλειστές πόρτες είχα μια επιθυμία να δοκιμάσω, να δω αν ανοίγουν αλλά συγκρατήθηκα. Όχι ακόμα. Ο διάδρομος έδειχνε περίεργα μακρύς απ΄αυτή την πλευρά, μάλλον λοιπόν είχα κάνει λάθος. Μάλλον είχαμε έρθει από την άλλη πλευρά, παρ΄όλα αυτά συνέχισα να προχωράω. Είχα όλον τον χρόνο του κόσμου ή έτσι έδειχναν τα πράγματα. Και μπροστά φαινόταν μια πόρτα, μια μεταλλική πόρτα, ίσως όχι η πόρτα από την οποία μπήκα, μια κάποια πόρτα....
Την έφτασα σχεδόν τρέχοντας.
Τη δοκίμασα.
Δηλαδή έστριψα την ασημένια θολή λαβή κι η λαβή έστριψε αλλά δεν έγινε τίποτα απολύτως. Άφησα τη λαβή στην ησυχία της, ξεκίνησα για την άλλη πλευρά του διαδρόμου. Για την άλλη πόρτα.
Ο δρόμος τώρα έμοιασε πιο σύντομος, έφταιγε μάλλον οτι είχα συνηθίσει την απόσταση. Πόρτες, πόρτες, πόρτες, δεξιά κι αριστερά, κίτρινο, τέρμα διαδρόμου. Μια μεταλλική πόρτα.
Τη δοκίμασα.
Η λαβή γύριζε με δυσκολία, έβαλα περισσότερη δύναμη, το χέρι μου γλίστρησε πάνω στο μέταλλο, ιδρώτας ίσως. Αλλά η πόρτα άνοιξε. Συγκρατήθηκα, δεν έπρεπε να κάνω απότομες κινήσεις. Σιγά. Σιγά. Έσπρωξα την μεταλλική πόρτα με το ένα χέρι στη λαβή και το άλλο στο κάσωμα. Μια χαραμάδα και μετά η χαραμάδα μεγάλωσε μέχρι που μπορούσα να χωρέσω στο άνοιγμα και να βγω. Πέρασα το κορμί μου μέσα από το άνοιγμα, γλίστρησα... Σκοτάδι και τοίχος. Η πόρτα άνοιγε μέσα σε σκοτάδι και τοίχο αδιαπέραστο. Η πόρτα χανόταν μέσα στον αδιαπέραστο τοίχο, άλλαζε το σχήμα της κι όταν την τράβαγα πάλι πίσω ξαναγινόταν πόρτα. Πίεσα. Σκοτάδι και τοίχος και τίποτα. Ξανά και ξανά.
Έκανα δυο βήματα πίσω και άφησα την πόρτα να κλείσει. Αμέσως μετά την ξανάνοιξα, ψηλάφισα με το χέρι μου αυτό που υπήρχε πέρα από την πόρτα.
Και άφησα την πόρτα να κλείσει για μια ακόμα φορά, κάθισα στο πάτωμα, σ΄αυτό το πάτωμα από πλαστικό πλακάκι απομίμηση λευκού μάρμαρου που όμως έδειχνε κίτρινο κάτω από το φως. Ακούμπησα την πλάτη μου στην κλειστή μεταλλική πόρτα κι έβαλα τα γέλια.
Γελούσα με τις δικές μου ηλίθιες ελπίδες και την προσδοκία μου να βγω από δω μέσα, ακουμπούσα στην πόρτα και γελούσα.
Μετά σηκώθηκα και ξεκίνησα να πάω στο δωμάτιό μου, δε νοιάστηκα να ψάξω, όποια πόρτα κι αν άνοιγα, όποια πόρτα ήθελα θα την άνοιγα. Και στο κάτω μέρος της, εκεί που η πόρτα ακουμπούσε στο κούφωμα θα έβρισκα την καμπαρτίνα μου, όποια πόρτα κι αν άνοιγα, δεν είχε σημασία.
Επειδή ο χώρος είναι εικονικός μέσα στις ΑΔΙ, έχεις την αίσθηση οτι προχωράς πολύ ή λίγο αλλά είσαι συνέχεια στο ίδιο μέρος, οι ΑΔΙ σού δημιουργούν αυτή την αίσθηση κι εγώ τώρα ανοίγω μια πόρτα χωρίς να νοιαστώ καν να κοιτάξω και σκύβω για να σηκώσω την καμπαρτίνα μου ή οποία φυσικά βρίσκεται ανάμεσα στην πόρτα και το κούρφωμα, μετά πηγαίνω στον ξύλινο πάγκο.
Ανεβαίνω όρθιος στον ξύλινο πάγκο, τεντώνομαι, πατάω με τις αρβύλες μου στον ξύλινο πάγκο και ακουμπάω στον τοίχο, ακουμπάω ολόκληρος στον τοίχο. Το πρόσωπό μου είναι πλέον στο ύψος της μιας κάμερας, χαμογελάω, πιάνω την κάμερα, θέλει λίγο τράβηγμα αλλά στο τέλος βγαίνει από τη θέση της και παρατάω την κάμερα ακουμπισμένη ακριβώς δίπλα στο κεφάλι μου, γέρνω το κεφάλι, αποφασίζω να κοιμηθώ επί τόπου, δεν υπάρχουν διαστάσεις μέσα σε μια ΑΔΙ, αρκεί να το ξέρεις, ύψος –πλάτος –μήκος, είσαι μέσα στην ΑΔΙ και όλα γίνονται ότι θέλεις εσύ. Θα μπορούσα να θεωρήσω τον τοίχο υπέρδιπλο κρεβάτι με πουπουλένιο πάπλωμα και ισοθερμικό μαξιλάρι κι αυτό ακριβώς θα ήταν. Αλλά είμαι εκπαιδευμένος να απεχθάνομαι την πολυτέλεια.
Γι΄αυτό βυθίζομαι μέσα στην ΑΔΙ και κοιμάμαι ακαριαία.
Αύριο δεν θα υπάρχει.

Τετάρτη, Ιούλιος 28, 2010

Το μέσα είναι το μήνυμα

Πριν κάμποσα χρόνια ήταν της μόδας αυτή η ατάκα του McLuhan: «το μέσο είναι το μήνυμα». Ωραία κουβέντα, ψαγμένη –ολόκληρη επιστήμη τράβηξε στον αέρα, σαν κουνέλι από καπέλο ταχυδακτυλουργού ή σαν μέσο μαζικής ενημέρωσης από κατασκευαστική εταιρεία.

Ήθελε να πει (και το είπε δηλαδή) ο συχωρεμένος, ότι κάθε πομπός μηνύματος αποκαλύπτει τμήματα της ταυτότητάς του στο μήνυμα και (πολλές φορές) το ίδιο το μήνυμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ταυτότητα του πομπού. Το έγραψα μπερδεμένα; Ας το κάνω παράδειγμα:

Ο πομπός είμαι εγώ (που μιλάω, ή γράφω, ή δηλώνω –σε ατομικό ή/και κοινωνικό επίπεδο). Το μήνυμα είναι αυτό που στέλνω εγώ προς τα έξω. Λέω δηλαδή: «άμα ξαναπάω σινεμά να με χέσεις!» Εντελώς αποκομμένο, το μήνυμα εκφράζει απλώς μια θέση –δεν σκοπεύω να ξαναπάω σινεμά. Όμως, για να διατυπωθεί το συγκεκριμένο μήνυμα, χρειάστηκε να προϋπάρξει αγανάκτηση εκ μέρους μου, είτε λόγω της κακής ποιότητας των πρόσφατων ταινιών που παίζονται στους σινεμάδες, είτε λόγω του ακριβού εισιτηρίου, είτε λόγω των κακών συνθηκών πρόσβασης στο σινεμά και παρακολούθησης της ταινίας... Εσύ τώρα, ο αποδέκτης του μηνύματος, μπορείς με απλές ερωτήσεις –παρατηρήσεις να διευκρινήσεις την αιτία της αγανάκτησής μου και να βγάλεις συμπέρασμα περί του ατόμου μου. Αν, για παράδειγμα, μανούριασα επειδή οι σινεμάδες παίζουν μόνο εμπορικές ταινίες είμαι (ή θέλω να δείχνω –αλλά αυτό θα πρέπει να μελετηθεί σε δεύτερο επίπεδο) οπαδός της «ποιοτικής 7ης τέχνης». Αν εκνευρίστηκα επειδή το εισιτήριο κάνει 8 ευρώ είμαι είτε φτωχός είτε τσιγκούνης. Και πάει λέγοντας.... Στο τέλος, το αρχικό μήνυμα «δεν σκοπεύω να ξαναπάω σινεμά», έχει τόσο υποχωρήσει σημασιολογικά που μπορούμε κάλλιστα να το ξεχάσουμε –το μέσο έχει υποκαταστήσει το μήνυμα, εγώ είμαι πλέον το μήνυμα.

Εντάξει μη βαράς, ο McLuhan δεν ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τα άτομα-πομπούς μηνυμάτων, ενδιαφερόταν περισσότερο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τους κυρίαρχους πομπούς μηνυμάτων δηλαδή. Γι΄αυτό κι εγώ θα συνεχίσω κοιτάζοντας προς την μεριά των Μέσων. Μαζικής. Οτιδήποτε.

Αλλά δεν σκοπεύω να ασχοληθώ με τις ειδήσεις στις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες. Όλοι ξέρουμε, ή όλοι λέμε πώς ξέρουμε αν και επιμένουμε να ξεχνάμε –τέλος πάντων -ας αφήσουμε στην άκρη τις επίσημες πηγές εξημέρωσης. Θα προτιμήσω να ασχοληθώ με την οπτική των δεκτών της μαζικής ενημέρωσης, ειδικά όταν έρθει η ώρα να μετατραπούν σε πομπούς.

Είναι γνωστό οτι στην τηλεοπτική ειδησεογραφία κυριαρχεί η κοπρολαγνεία. Δεν λέω τίποτα καινοφανές, όποιον κι αν ρωτήσεις θα σου πει οτι τα κανάλια παίζουν το βρακί της Τζούλιας, το διαζύγιο της Ελένης, τη σκατολογία του Λαζόπουλου και άλλες αθάνατες επιτυχίες του βλαχογκλάμουρ ελληνικού τζετ σετ. Σε αυτό το οικολογικό περιβάλλον όπου η τηλεόραση ανακυκλώνει τα δικά της σκουπίδια και τα ξανασερβίρει μισομασημένα έρχεται η δολοφονία του Γκιόλια και μαζί της η άμεση ταυτοποίηση του δολοφονικού πιστολιού με τη Σέχτα Επαναστατών. Στη συνέχεια σκάει και η σχετική προκηρυξούλα, επειδή, τι να σου κάνουν κι οι μπάτσοι; Όλον τον κόσμο μόνοι τους δεν μπορούν να τον πείσουν!
Δε με ενδιαφέρει καθόλου αν πρόκειται περί ηλιθίων οι οποίοι νομίζουν οτι κάνουν επανάσταση ή περί συμμορίας που χρησιμοποιεί κάποιες ψευτοεπαναστατικές παπαριές για να μην καρφωθεί οτι πρόκειται περί ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Με απασχολεί όμως το σκεπτικό της συγγραφής της συγκεκριμένης προκήρυξης, το μήνυμα δηλαδή που εκπέμπεται από το μέσο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την αντίληψη: η μάχη δίνεται πλέον σε επίπεδο βρακιού.

Αυτά έδειχνε ο Γκιόλιας στο Τρωκτικό, βρακιά που φαίνονταν από σηκωμένα μίνι, αξύριστες μασχάλες ή κώλους με κυτταρίτιδα. Κι όποιος πιστεύει οτι ο Γκιόλιας ήταν σημαντικός παράγοντας στα θέματα ντόπινγκ του αθλητισμού ή στην υπόθεση του Βατοπεδίου, μάλλον βλέπει όνειρα ξεσκέπαστος. Κι αν κάποιος θεωρεί οτι ο Γκιόλιας ήταν συνεργάτης της αστυνομίας και λοιδορούσε τον αντιεξουσιαστικό χώρο, τότε τι γνώμη έχει για το σάιτ της Χρυσής Αυγής, για παράδειγμα; Ή μήπως το όλο θέμα πάει ανάλογα με την κατάταξη δημοφιλίας; Αλλά τότε ο Γκιόλιας ήταν πιο ψηλά από τους Χρυσαυγίτες επειδή ακριβώς έδειχνε βρακί και κυτταρίτιδα. Άρα η μάχη δίνεται σε επίπεδο βρακιού. Άντε –και κυτταρίτιδας.

Κι αν η άποψη περί του πρόσφατα διαμορφωμένου πεδίου μάχης ανήκει στα «καθεστωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης», δεν εκπλήσσομαι –δουλειά τους είναι να μεταφέρουν τη σύγκρουση σε επίπεδο αξύριστης μασχάλης. Όταν όμως το συγκεκριμένο πεδίο μάχης γίνεται αποδεκτό και από την πλευρά των «εναλλακτικών» ή των «αντιεξουσιαστών», τότε μάλλον κάπου την έχουμε πατήσει πολύ άσχημα. Όλοι μας. Επειδή η τυχόν επικράτηση σε αυτού του είδους τη διαμάχη θα οδηγήσει απλώς στην αντικατάσταση της Πετρούλας στο δελτίο καιρού του Star από τον γιο του Καντερέ. Ε, δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο....

Να το πάω παραδίπλα. Έχουν γεμίσει οι οθόνες με τις φάτσες των κοτζαμπάσηδων φορτηγατζήδων οι οποίοι ορκίζονται οτι «θα αγωνιστούμε μέχρι θανάτου επειδής η κυβέρνηση μας εξαπάτησε». Άρα, υπήρχε μια συμφωνία η οποία δεν τηρήθηκε, υποθέτεις. Ποια ήταν αυτή η συμφωνία; Να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για το άνοιγμα του επαγγέλματός τους τον ερχόμενο Σεπτέμβρη! Οπότε αυτοί να κάνουν την απεργία τους, όπως είχαν συμφωνήσει με την κυβέρνηση, στα τέλη Αυγούστου! Τώρα, έφερε νωρίτερα το νομοσχέδιο η κυβέρνηση κι αναγκάστηκαν οι άνθρωποι να αφήσουν τον κόσμο χωρίς καύσιμα! Άρα φταίει η κυβέρνηση που έμεινε ο κόσμος χωρίς καύσιμα! Για ποιο ακριβώς πράγμα μιλάμε;
Προέκτεινα τον παραπάνω συλλογισμό για να δείξω οτι, στα περισσότερα μηνύματα, υπάρχει μια ελικοειδής κορδέλα που συγκρατεί το περιτύλιγμα και την οποία αν επιχειρήσεις να ξεδιπλώσεις δεν πρόκειται να μάθεις τίποτα για τον πομπό του μηνύματος –το πολύ να μπερδευτείς σαν το γατί που παίζει με το κουβάρι του πλεξίματος. Στην πρόκληση τέτοιου είδους μπερδεμάτων αποσκοπούν μηνύματα-φιοριτούρες σαν το παραπάνω και επιχειρήματα όπως αυτά που χρησιμοποιούν οι κοτζαμπάσηδες φορτηγατζήδες περί «πλήρους απαξιώσεως ενός περιουσιακού τους στοιχείου». Κάτσε να δούμε το πράγμα απλοϊκά, μπας και βγάλουμε άκρη:
Οι φορτηγατζήδες απεργούν –γιατί απεργούν; Κανένας δεν ξέρει εφόσον οι ίδιοι δεν αναφέρουν πουθενά τα αιτήματά τους. Το μόνο που αναφέρουν είναι ότι θέλουν να αποζημιωθούν για τις άδειές τους τώρα που το επάγγελμα παύει να είναι κλειστό. Ας υποθέσουμε λοιπόν οτι αυτό είναι το αίτημά τους. Για να κάνουμε μια χοντρική οικονομική αποτίμηση ας σκεφτούμε πότε βγήκαν αυτές οι άδειες. Στην πλειοψηφία τους το 1971! Τις έδινε χαριστικά ο Παπαδόπουλος στους «καλούς οικογενειάρχες» και μαζί τούς χάριζε κάτι δόσεις δανείων που είχαν πάρει για να αγοράσουν φορτηγά (το ξέρω επειδή έτσι βολεύτηκε κι ένας θείος μου χουντικός). Άρα, αρχικό κόστος άδειας: 0 δρχ. Με το πέρασμα των χρόνων διατηρήθηκε το κλειστό επάγγελμα με αποτέλεσμα να ανέβει τεχνητά η αξία των αδειών. Μέχρι εδώ έχουμε κάποιους αδικημένους; Βεβαίως –το κοινωνικό σύνολο το οποίο πλήρωνε νταβατζιλίκι στους κοτζαμπάσηδες, επειδή έτσι αποφάσισε ο Παπαδόπουλος. «Ναι, αλλά κάποιοι συνάδελφοι αγόρασαν πρόσφατα τις άδειές τους», επιχειρηματολογούν οι εκπρόσωποι των φορτηγατζήδων. Άρα δεν πρόλαβαν να κονομήσουν χοντρά, συμπληρώνω εγώ. Εντάξει! Όμως τι καθεστώς επικρατεί σε αυτή τη χώρα; Έχουμε οικονομία της ελεύθερης αγοράς ή κρατικό παρεμβατισμό; Αν έχουμε το πρώτο, αυτά συμβαίνουν στην αγορά –επενδύεις σε κάτι, αλλάζει η κατάσταση και παίρνεις τ΄αρχίδια σου. Όπως δεν είσαι υποχρεωμένος να δώσεις στην κοινωνία τα κέρδη σου έτσι και η κοινωνία δεν είναι υποχρεωμένη να πληρώσει τις ζημιές σου. Ελεύθερη αγορά ίσον ζούγκλα; Δεν σου αρέσει; Κι εγώ μαζί σου, να την καταργήσουμε να ησυχάσουμε. Μήπως όμως το καθεστώς της χώρας είναι κρατικός παρεμβατισμός; Μα, αν είναι έτσι δεν θα έπρεπε να έχεις στα χέρια σου την άδεια που δόθηκε για να βοηθήσει τον «καλό οικογενειάρχη» της χούντας! Όπως και οι άδειες περιπτέρων, έτσι κι εδώ έχουμε μια προσφορά του κράτους προς κάποιους συγκεκριμένους πολίτες η οποία δεν μεταβιβάζεται και δεν πωλείται, απλώς προστατεύεται μέσω μονοπωλίου. Άρα λοιπόν, παρανόμως αγόρασες μάγκα μου και άντε βρες αυτόν που σου πούλησε να του ρίξεις δυο οκάδες ξύλο. Εγώ δε σου φταίω σε κάτι για να σε πληρώσω.

Προφανή τα παραπάνω; Δε νομίζω. Επειδή, αν ήταν προφανή θα αποτελούσαν επιχειρήματα στον δημόσιο διάλογο και κάτι τέτοιο δεν το είδα μέχρι σήμερα. Επίσης, αν ήταν προφανή θα οριοθετούσαν την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης κάστας από το ευρύ κοινωνικό σύνολο. Δεν εννοώ οτι είναι πολλοί υπέρ τους, εννοώ οτι η βασική αντίρρηση του κοινωνικού συνόλου εντοπίζεται στο «και τι φταίω εγώ να χάνω τις διακοπές μου». Την ώρα που η θέση του «αριστερού» χώρου είναι «βασικά χέστηκα περί βενζίνης εγώ ο εναλλακτικός και ποδηλάτης, αλλά εφόσον κοντράρουν με την κυβέρνηση κάποιο δίκιο θα έχουν». Αν θέλεις, μπορείς να πιάσεις τις δυο παραπάνω δηλώσεις και να βρεις τα χαρακτηριστικά των εκφραστών τους, θα είναι διασκεδαστικό το παιχνίδι. Αλλά εγώ τα αναφέρω απλώς για να επισημάνω τον αποπροσανατολισμό πρόσληψης του μηνύματος. Αντί να απαιτούμε την άμεση κατάργηση των μικροαστικών συντεχνιών πού φυτοζωούν ληστεύοντάς μας καθημερινά, το γυρνάμε στο τσάμικο και το φιλοσοφικό. «Φταίει το σύστημα», που έλεγε κι εκείνη η διαφήμιση. Ή επιλέγουμε να βαυκαλιστούμε με το μάντρα «κοιτάω την πάρτη μου», λες κι αυτό είναι ποτέ δυνατό!

Και βέβαια, όταν η τρομοκρατία σου δίνει συντεταγμένη τη μάχη της κιλότας, όταν οι συνδικατιστές σου (δεν το έγραψα λάθος) αγωνίζονται προκειμένου να συνεχίσουν να πλουτίζουν σε βάρος των υπολοίπων πολιτών με σημαία το «έτσι τα βρήκαμε γιατί να τα αλλάξουμε;» τότε είναι προφανές οτι σε παρόμοιες τακτικές θα προσανατολίζεται και η εκάστοτε κυβέρνηση. Πάρε αυτή εδώ, για παράδειγμα.

«Θα απογράψουμε τους δημόσιους υπάλληλους κι αυτό είναι έργο πνοής», λένε. Εντάξει –μας απογράψανε, και λοιπόν; Το προφανές μήνυμα είναι: κουφάλες δημόσιοι, τέρμα τα μαύρα φράγκα πού κονομάγατε! Μόνο που το συγκεκριμένο μήνυμα δεν στέλνεται στους δημόσιους υπάλληλους! Επειδή αυτοί ξέρουν οτι η απογραφή υπήρξε μια σαχλαμάρα –βάλαμε τα στοιχεία μας σε μια βάση δεδομένων κι εξακολουθούμε να στέλνουμε τις μισθοδοσίες μας εκεί που τις στέλναμε και πρώτα! Σύνδεση ανάμεσα στο ένα και στο άλλο δεν υπάρχει! Διασταύρωση στοιχείων, επαληθεύσεις κ.λ.π. ξέχασέ τα. Άρα; Όλη η υπόθεση ήταν ένα μήνυμα προς τους απέξω, «κοίτα με πώς ελέγχω τους δημόσιους υπαλλήλους για να καταλάβεις πόσο σκληρό αγόρι είμαι». Μπαρούφες.

Βγαίνει μετά ο ειδήμονας στη μαοϊκή προπαγάνδα Πάγκαλος, ρίχνει την εξυπναδούλα περί «φον Φούφουτων» που έρχονται να μας ελέγξουν, ξαναξεκινάει το παραμυθάκι περί αδούλωτων Ελλήνων και Φράγκων κατακτητών που τα έχουνε βάλει μαζί μας. Ρίξε μια ματιά στο μήνυμα –ποιους εννοεί; Μα, αυτούς τους ταλαίπωρους που έρχονται κάθε τρεις και λίγο και τους δείχνουν στις ειδήσεις με τις γλώσσες έξω και τα σακάκια στα χέρια να τρέχουν από Υπουργείο σε Γραμματεία και πάλι πίσω. Τι είναι αυτοί; «Είναι μπαμπούλες που μας αναγκάζουν να πάρουμε μέτρα», λέει η κυβέρνηση. Ωραίο μήνυμα! Καταλαβαίνουμε βέβαια όλοι οτι οι συγκεκριμένοι κυριούληδες σχετίζεται με το δάνειο που μας το δίνουν σε δόσεις και μας ελέγχουν πριν την κάθε δόση –ρωτάω λοιπόν: ποιοι μας ελέγχουν; Οι καημένοι με τις τσαντούλες τους; Τι τον περάσαμε τον κρατικό μηχανισμό, για μπακάλικο με λογιστικά βιβλία πρώτης κατηγορίας; Να έρχεται ο εφοριακός με τη βρώμικη αναπνοή, να ξεψαχνίσει τα βιβλία κι έτσι, ας πούμε; Ο έλεγχος γίνεται στα κεντρικά της εταιρείας, όπου και παίρνονται οι αποφάσεις περί χορήγησης των δόσεων. Στέλνουμε, σαν κράτος, στοιχεία –τα ελέγχουν και αποφαίνονται. Μας ζητάνε να κάνουμε νόμους, τους στέλνουμε τις δημοσιεύεις στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, διαβάζουν και συσκέπτονται. Έτσι πάει το κορδόνι. Και σαν έξτρα μπόνους μας στέλνουν αυτά τα κλιμάκια για να μας βοηθήσουν σε τίποτα μελέτες, μπρέινταμιτζ και άλλα σχετικά. Πού ακούστηκε όμως να κάνει ο τοκογλύφος προσωπική επίσκεψη στο σπίτι του δαγκωμένου; Άντε –το πολύ να του στείλει τίποτα αγόρια για θελήματα, μην τρελαθούμε κιόλας!

Σταματάω εδώ το ψείρισμα των μηνυμάτων επειδή συνεχίζοντας θα πέσω πάνω στην φρέσκια αγωνία των δημοσιογράφων του διαδικτύου να ρυθμίσουν τη δεοντολογία των μπλογκς (από που κι ως που και τι δουλειά έχουν;) Σταματάω επειδή σ΄εκείνη την περίπτωση «το μέσο μήνυμα είναι η μήνυση» και δεν έχω όρεξη ν΄ασχοληθώ περισσότερο.

Είναι εκτός θέματος.

Παρασκευή, Ιούλιος 23, 2010

6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος

Ο θάνατος μοιάζει μακρινή προοπτική όταν τον αγναντεύεις από το φινιστρίνι ενός ελικοφόρου. Κοιτάζοντας έξω σκέφτομαι οτι μου είναι αδύνατο να καταλάβω όσους φοβούνται τα αεροπλάνα κι όλα τα σχετικά –εντάξει, κι εγώ πάσχω από υψοφοβία, όταν σκύψω πέρα από τα κάγκελα ενός μπαλκονιού νιώθω το τσιμέντο ή την άσφαλτο να με τραβάνε σα μαγνήτες, υψοφοβικός, κρατιέμαι τότε από τα κάγκελα, δίνω ώθηση να πέσω προς τα πίσω στην ασφάλεια, επειδή όταν σκύβω πέρα από τα κάγκελα ενός μπαλκονιού νιώθω ήδη πως είμαι στον αέρα με κατεύθυνση την πρόσκρουση. Έτσι νιώθω επειδή είμαι υψοφοβικός, αλλά δεν έχω κανένα τέτοιο πρόβλημα στα αεροπλάνα ή τα ελικοφόρα γιατί από δω πάνω όλα φαίνονται ψεύτικα, φτηνές προβολές, ούτε καν τρισδιάστατα ολογραφήματα. Πώς είναι δυνατό να φοβάσαι οτι θα πέσεις και θα τσακιστείς μέσα σε μια φτηνή προβολή; Είχα κάποτε συναντήσει έναν εικονικό προφήτη στις διαδρομές κοινωνικής δικτύωσης της ΑΔΙ μου, έλεγε εκείνος ο τύπος οτι οι πτήσεις είναι σκέτη οφθαλμαπάτη. Εδώ και αιώνες η ανθρωπότητα είχε ανακαλύψει την τηλεμεταφορά και τη χρησιμοποιούσε κατά το συμφέρον κάποιων λίγων. Οι οποίοι, για να μην δώσουν πλήρη πρόσβαση στους πολλούς έφτιαξαν αυτή τη φτηνιάρα προβολή που την ονόμασαν πτήση, για να νομίζεις οτι χρειάζεσαι ώρες ολόκληρες προκειμένου να καλύψεις μια απόσταση. Ενώ στην πραγματικότητα χρειαζόσουν κλάσματα δευτερολέπτου, όλο το υπόλοιπο διάστημα καθόσουν στο όχημα προσομοίωσης και χάζευες τις εικόνες που προβάλλονταν στα φινιστρίνια. Ασυναρτησίες το δίχως άλλο, βλακείες απ΄αυτές που στοιβάζονται στα πεζοδρόμια των διαδρομών κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό να σε εντυπωσιάσουν, ή να σε κοροϊδέψουν, ή κι εγώ δεν ξέρω τι... Αλλά τίποτα δεν στέκεται από μόνο του στον λεπτό αέρα, έτσι λοιπόν κι αυτή η σαχλαμάρα περί τηλεμεταφοράς και προσομοίωσης πτήσεων βασιζόταν στην εξόφθαλμα μη ρεαλιστική εικόνα που βλέπεις κάθε φορά από τα φινιστρίνια. Ποιος είναι τόσο αθεράπευτα φαντασιόπληκτος ώστε να καταφέρνει να συνδυάσει αυτό που βλέπει από το φινιστρίνι του με μια μοιραία πρόσκρουση;
Πήραμε μια βουτιά για να αποφύγουμε τον αέρα που στριφογύριζε την αραιή βροχή, τα κτίρια έγιναν ελάχιστα πιο αληθοφανή. Ήταν ώρα να αναλάβω δράση. Προσάρμοσα το κεφαλόφωνο δίπλα στο στόμα μου.
«Α777 προς όλους τους επικεφαλείς», είπα.
Μετά περίμενα να λάβω τις έξι επιβεβαιώσεις και μετά πήρα βαθιά ανάσα. Τώρα άρχιζε το παιχνίδι.
«Αλλαγή συντεταγμένων πτήσης», προσπάθησα να το προφέρω όσο πιο σταθερά γινόταν.
«Υπάρχει αλλαγή σχεδίου από τα Κεντρικά;» ρώτησε κάποιος από τους επικεφαλείς. Τσέκαρα την ταυτότητά του στις ενδείξεις του κεφαλόφωνου.
«Α754 εσείς θα εξακολουθήσετε την πτήση σας προς τα γραφεία της Διηπειρωτικής», τον πληροφόρησα.
Αν κάποιος είχε τέτοιου είδους μαλακισμένες απορίες ας πήγαινε να σκοτωθεί μια ώρα αρχύτερα.
«Θα μου αναφέρετε πριν κάνετε οτιδήποτε», συμπλήρωσα.
Διάλεξα άλλα τρία ελικοφόρα που θα πήγαιναν στα κεντρικά και έδωσα πληροφορίες στους υπόλοιπους για τις αλλαγές των συντεταγμένων. Όσο το έκανα αυτό κοίταζα κλεφτά την άκρη της καμπαρτίνας μου όπου είχα σημειώσει τις διευθύνσεις, οι άλλοι δυο θα πήγαιναν μαζί στο κτιριακό συγκρότημα όπου έμεναν στελέχη της εταιρείας στις παρυφές της πόλης και θα μου ανέφεραν όταν έφταναν.
«Θα πρέπει να σας πληροφορήσω ότι το κέντρο επικοινωνιών αλλάζει επίσης», έκανα βιαστικά στο κεφαλόφωνο. «Σημείωστε την καινούργια συχνότητα....»
Τους έδωσα τη συχνότητα του γραφείου μου.
«Καλή τύχη σε όλους και όλες», ευχήθηκα κλείνοντας.
Μετά συνδέθηκα με την Β732.
«Ετοιμάσου για συνωστισμό», την ειδοποίησα.
«Είμαι έτοιμη», είπε.
Κατέβασα το κεφαλόφωνο στη βάση του λαιμού μου και χώθηκα στην καμπίνα των πιλότων.
«Κύριοι έχουμε αλλαγή συντεταγμένων», είπα.
«Από πότε;» ρώτησε ο κυβερνήτης.
«Και ποιος το αποφάσισε;» ζήτησε να μάθει ο συγκυβερνήτης.
«Από τώρα και εγώ», τους ξέκοψα. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»
Απέφυγαν να με κοιτάξουν. Ήξεραν οτι το ελικοφόρο ήταν στις διαταγές μου, προτίμησαν να δείξουν αδιαφορία λοιπόν όσο τους εξηγούσα την καινούργια μας πορεία.
«Θα πρέπει να ενημερώσουμε τον πύργο ελέγχου», είπε ο κυβερνήτης.
«Εδώ μέσα, εγώ αποφασίσω τι πρέπει και τι δεν πρέπει», τους εξήγησα.
«Όμως, έτσι υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης», αντέτεινε.
«Σωστά», παραδέχτηκα. «Γι΄αυτό έχε τα μάτια σου στο δρόμο και μην ασχολείσαι με τα υπόλοιπα».
Του γύρισα την πλάτη και βγήκα από την καμπίνα, τι σύγκρουση και μαλακίες; Αφού όλα αυτά ήταν φτηνές προβολές στα φινιστρίνια.
Απομακρύνθηκα βιαστικά για να μη με δουν σκασμένο στα γέλια.
Έκανα νόημα στους δυο Β μου να αρχίσουν τη δουλειά τους, ο Β777 που είχα βάλει υπεύθυνο επικοινωνίας ξεκίνησε τις δοκιμές. Ο άλλος μάζεψε τους Γ κι έβαλε μπροστά τον συντονισμό ενεργειών. Μετά από λίγο με πλησίασε.
«Δεν μας έχετε ενημερώσει για την περιοχή επιδρομής», μου είπε ψιθυριστά.
«Δεν χρειάζεται», τον καθησύχασα. «Όταν φτάσουμε όλα θα είναι προφανή».
Σήκωσε το κεφάλι του, αρκετά διστακτικά.
«Πάμε για το νησί των Κέδρων», του ξεκαθάρισα.
«Στα σπίτια των αφεντικών δηλαδή», μουρμούρισε.
Κούνησα το κεφάλι.
Το νησί ήταν παλιότερα τόπος συγκέντρωσης εργατών, δηλαδή εκεί τους παράταγαν τα υδροπλάνα κι από εκεί τους μάζευαν τα πλοία των εταιρειών. Όμως με τον καιρό γινόταν όλο και πιο δύσκολο να βρεις κάποια άχτιστη περιοχή κοντά στην πόλη για να φτιάξεις ένα καινούργιο συγκρότημα κατοικιών, αναγκάστηκαν λοιπόν οι οικοδομικές εταιρείες να προβούν σε μαζικές εκκαθαρίσεις, το νησί των Κέδρων ήταν από τα πρώτα στον κατάλογο και δεν λεγόταν νησί των Κέδρων τότε. Λεγόταν Χελώνα, λόγω σχήματος. Οι κέδροι φυτεύτηκαν αργότερα, στη διάρκεια της ανοικοδόμησης και ήταν, φυσικά, όλοι τους από βιοπλαστικό. Θέλανε τρομερή φροντίδα, αλλά ακόμα κι έτσι δεν κρατούσαν πάνω από 5 χρόνια, μετά έπρεπε να φυτευτούν καινούργιοι.
«Και με την Ομπρέλα τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Β.
Έξυπνο παιδί. Είχε ήδη πάρει χαμπάρι οτι πηγαίναμε στο νησί απρόσκλητοι και αρκούντως ενοχλητικοί για την επιβίωση των κέδρων.
«Θα ζητήσουμε να την ανοίξουν», είπα.
«Κι αν δεν;» μουρμούρισε εκείνος.
«Τότε την πατήσαμε», αναστέναξα.
Τα νησιά που χρησιμοποιούνταν για την ανάπτυξη κατοικιών των εταιρικών μεγαλοστελεχών είχαν Ομπρέλα Προστασίας από αέρος, πλωτά περιπολίας τριγύρω και αποκλειστικά δική τους Σεκιούριτι στη στεριά. Επειδή δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ήθελαν να μπουν στα σπίτια αυτών των νησιών, ακόμα και χωρίς την συναίνεση των ιδιοκτητών τους, καταλαβαίνεις.
«Σε δυο λεπτά θα βρεθούμε στην περίμετρο του νησιού των Κέδρων», έκρωξε η μεταλλική φωνή του κυβερνήτη από το μεγάφωνο.
Ο Β με κοίταξε κι εγώ βιάστηκα να χωθώ στην καμπίνα τους.
«Όταν επικοινωνήσουν μαζί σας, δώστε μου τη συχνότητά τους», μούγκρισα.
«Αρχηγέ, είσαι κάπως παράξενος», δυσανασχέτησε ο κυβερνήτης.
«Κι εσύ θες να γυρίσεις σπίτι σου μετά το τέλος της αποστολής, γι΄αυτό θα κάνεις τα στραβά μάτια στις παραξενιές μου», του είπα.
«Πύργος ελέγχου νήσου Κέδρων, αναφέρατε», ακούστηκε από το καντράν πλοήγησης.
Ο κυβερνήτης έσκυψε δίπλα στο κλειστό μικρόφωνο του καντράν, ψαχούλεψε για λίγο και μετά μου ψιθύρισε το προσδιοριστικό της συχνότητας.
«Εντάξει, πες τους οτι έχουμε άδεια εισόδου από τα κεντρικά», είπα.
«Και που είναι η άδεια; Την έφαγε η γάτα;» μουρμούρισε ο συγκυβερνήτης.
«Είσαι πολύ αστείος, πρόσεξε μόνο μην καταντήσεις γελοίος», του απάντησα. «Κάνε ότι σου είπα», διέταξα τον κυβερνήτη.
Βγήκα λίγο παραέξω και επικοινώνησα με τη Β732. Της έδωσα τη συχνότητα.
«Ενημέρωσέ τους οτι θα προσγειωθούμε με εντολή Α7», της είπα.
«Ξέρεις τι μου ζητάς;» την άκουσα να λαχανιάζει.
«Ναι ξέρω», απάντησα.
«Αυτό θα με μπλέξει...»
«Όχι περισσότερο από όσο θα μπλέξεις αν σκοτωθώ», της θύμισα.
«Δώσμου δυο λεπτά, είναι κι αυτός εδώ μέσα που με κοιτάζει περίεργα....» παραπονέθηκε.
«Έχεις ένα λεπτό και τον Γ βάλτον να κοιτάζει την πόρτα», της είπα πριν κλείσω.
Μετά γύρισα προς την καμπίνα των πιλότων, ο κυβερνήτης έπαιζε μια χαρά τον εκνευρισμένο που η γραφειοκρατία τού δημιουργεί καθυστερήσεις.
«Ξαναψάξτε, δεν μπορεί...» είπε.
Και ύστερα από λίγο....
«Μα δεν σας το λέω τόση ώρα; Για σκουπιδιάρηδες μας περάσατε;»
Αναστέναξα ανακουφισμένος. Κοίταξα έξω από το φινιστρίνι, δεν είδα τίποτα, αλλά φαντάστηκα έναν μπλε ομιχλώδη θόλο να ανοίγει αφήνοντας το ελικοφόρο μας να περάσει, ποιος ξέρει; Ίσως όταν με σχολάσουν από τη Φορολογική Δικαιοσύνη να κάνω καριέρα σαν σεναριογράφος στις αεροπορικές εταιρείες... Ο κόσμος χρειάζεται πιο φανταχτερές ψευδαισθήσεις στις μέρες μας.
«Συνεχίζουμε απρόσκοπτα», έκρωξε πάλι η φωνή του κυβερνήτη από το μεγάφωνο.
Είχα λιγότερο από πέντε λεπτά στη διάθεσή μου.
Έκανα νόημα στον Β715.
«Ετοίμασέ τους για εισβολή», του ψιθύρισα.
«Όχι ρε γαμώτο», κλαψούρισε κι αμέσως μετά, «όπως διατάξετε».
Κοίταξα για τελευταία φορά έξω από το φινιστρίνι, το βρόχινο νερό έμοιαζε να περνάει από μηχανή φυγοκέντρισης πριν φτάσει στο έδαφος, η νύχτα έδειχνε πιο κρύα από δάχτυλα ετοιμοθάνατου. Μάζεψα την καμπαρτίνα μου και κοίταξα τους άντρες που περίμεναν όρθιοι.
«Όποιος πάρει πρωτοβουλία θα του ανοίξω το κεφάλι στα δύο», είπα.
Το ελικοφόρο άρχισε να κατεβαίνει στο ελικοδρόμιο της τεράστιας κατοικίας. Θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από 10 στρέμματα ο χώρος, υπολόγιζα οτι για να φτάσουμε στην έπαυλη θα μας έπαιρνε κάνα πεντάλεπτο. Όσο το ελικοφόρο πάταγε τα σημάδια προσγείωσης τόσο γέμιζε ο πέριξ χώρος από Σεκιούριτι.
Άνοιξα την πόρτα ενώ η σκάλα αποβίβασης ακόμα κατέβαινε, εκεί έξω υπήρχαν 10 με 12 Σεκιουριτάδες.
«Όταν σας κάνω νόημα πυροβολήστε ότι κινείται», είπα στους δυο Β. «Εκτός από μένα», συμπλήρωσα.
Δεν γύρισα να δω τις αντιδράσεις τους, κυρίως επειδή φοβόμουν.
«Ποιος είναι ο επικεφαλής εδώ πέρα;» φώναξα κατεβαίνοντας τη σκάλα.
Ένας μεγαλόσωμος άντρας ξεχώρισε από τους υπόλοιπους, τον χαιρέτησα και κατευθύνθηκα προς το μέρος του.
«Έχετε κάποια γραπτή άδεια για να βρίσκετε εδώ;» με ρώτησε ψυχρά.
«Βεβαίως», τον βεβαίωσα.
«Να τη δω», είπε.
Έβαλα το χέρι μέσα από την καμπαρτίνα και τράβηξα το πιστόλι μου. Τον πυροβόλησα πριν προλάβω να ξεμπλέξω εντελώς το όπλο από την καμπαρτίνα, ανησύχησα και λίγο μήπως την τρύπησα, αλλά ο επικεφαλής είχε πλέον έναν λεκέ στην κοιλιά που τον ανησυχούσε πολύ περισσότερο.
Από πίσω άκουσα τα οβιδοβόλα των Γ να ταρακουνάνε τον τόπο, στα ενδιάμεσα έβηχαν τα αυτόματα των Β. Βγήκα βιαστικά από τη γραμμή πυρός κι έψαξα για επικίνδυνους Σεκιούριτι. Σαχλαμάρες.
Υπήρχαν ήδη 5-6 με τα μούτρα στο χώμα και οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να την κοπανήσουν σα χαμένοι. Είχα δίκιο, τουλάχιστον ως εδώ. Κανένας δεν περίμενε επιδρομή στα σπίτια των στελεχών και γι΄αυτό η φύλαξη ήταν παραμελημένη.
Έριξα μια ματιά στον επικεφαλής της ομάδας που έκανε τον ψόφιο (μπορεί και να ήταν κιόλας) τον πυροβόλησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού για να σιγουρευτώ.
«Μην ξεφύγει κανένας», φώναξα.
Δεν υπήρχε λόγος.
Οι Γ αποτελείωναν όσους προσπαθούσαν να τρέξουν. Τους άφησα να καθαρίσουν, όσο κοίταζα την έπαυλη με τα κιάλια. Μας είχαν ακούσει, θα μας περίμεναν.
«Τρέχουμε», ούρλιαξα στην ομάδα κι άρχισα να σκουντουφλάω στα παρτέρια που μας χώριζαν από το σπίτι.
Σύντομα βρεθήκαμε σ΄έναν χαλικόδρομο, κέδροι δεξιά κι αριστερά μας, μια διαδρομή αναψυχής το δίχως άλλο, μόνο που τώρα οργωνόταν από τις αρβύλες μας. Όσο πλησιάζαμε, τόσο έχανα τη συνολική οπτική επαφή με την έπαυλη, τώρα δεν μπορούσα να διακρίνω τα πλαϊνά, μονάχα την κεντρική πόρτα, βαριά από κόκκινο πλαστικό με υφή τριανταφυλλόξυλου. Ασυναίσθητα σήκωσα το πιστόλι και σημάδεψα την πόρτα χωρίς να επιβραδύνω το τροχάδην μου και τότε σκέφτηκα οτι ήμασταν ήδη εντός πεδίου βολής για όσους μας περίμεναν μέσα στην έπαυλη. Γιατί δεν πυροβολούσαν λοιπόν;
Σταμάτησα απότομα λαχανιασμένος. Δυο Γ με προσπέρασαν πριν σταματήσουν κι εκείνοι. Έκανα νόημα σ΄αυτούς που είχαν μείνει πιο πίσω να βγουν από τον χαλικόδρομο και να καλυφθούν όσο καλύτερα μπορούσαν πίσω από τους κέδρους μετά έπιασα από το μπράτσο τον Β715.
«Θα ρίξετε μερικές προειδοποιητικές πριν πλησιάσετε προσεκτικά», του είπα.
Κούνησε το κεφάλι.
«Ξεκίνα», διέταξα.
Όσο έστηνε τους Γ αποτράβηξα τον Β777 εξηγώντας του οτι θα έπρεπε να με ακολουθήσει όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Οι πρώτες βολές των Γ διέλυσαν τα παρτέρια της έπαυλης αλλά δεν έκαναν μεγάλη ζημιά στην εξώπορτα. Από μέσα οι Σεκιούριτι δεν απάντησαν στα πυρά. Σιγουρεύτηκα. Ή σχεδόν, τέλος πάντων.
«Πάμε να βρούμε την οικογένεια», είπα στον Β777.
«Ποια οικογένεια;» ρώτησε.
«Του Γουίλιαμ Δράκου», απάντησα.
«Τι είναι αυτός;» ξαναρώτησε.
«Το εισιτήριό μας για τη γιορτή των ζωντανών», του εξήγησα.
«Εμένα πάντως μια χαρά ζωντανοί μου φαινόμαστε και χωρίς αυτόν», σχολίασε ο Β777.
«Αυτό να το πεις στα πληρώματα των υπόλοιπων ελικοφόρων που βρίσκονται τώρα έξω από τα κεντρικά της Διηπειρωτικής», μουρμούρισα.
Μα την αλήθεια δεν είχα χρόνο για περισσότερες εξηγήσεις. Επειδή ήδη είχαμε βρεθεί στα πλάγια της έπαυλης κι έπρεπε να βρω προς τα πού είχαν κρυφτεί τα μέλη της οικογένειας του Γουίλιαμ Δράκου. Μια φορά, μέσα στην έπαυλη δεν ήταν –γι΄αυτό άφηναν ανενόχλητους τους άντρες μου να πλησιάσουν οι Σεκιούριτι. Αν οι φυλασσόμενοι βρίσκονται σε έναν χώρο πρώτη σου φροντίδα είναι να κρατήσεις μακριά τους εισβολείς, για να μην τραυματιστούν οι φυλασσόμενοι από καμιά αδέσποτη. Αν όμως, κι αυτό μάλλον συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε αφήνουν να πλησιάσεις όσο πιο κοντά γίνεται –σημαίνει οτι θέλουν να σε αναγκάσουν να καθυστερήσεις, υποχρεώνοντάς σε να καταλαμβάνεις κάθε δωμάτιο ξεχωριστά. Να καθυστερήσεις ή να πεθάνεις προσπαθώντας. Την ώρα που οι φυλασσόμενοι θα αποχωρούν με την ησυχία τους.
Εκεί.
«Τι είναι αυτό; Βοηθητικό οίκημα;» ρώτησε ο Β777 δείχνοντας στα δεξιά της έπαυλης ένα οίκημα στο οποίο τρεμόπαιζε κάποιο φως.
«Είσαι υπέροχος», τον επιβράβευσα κι άρχισα να τρέχω προς το οίκημα.
Οι πυροβολισμοί από τη μεριά της έπαυλης ήταν ακόμα μονομερείς, καταλάβαινα οτι εκείνοι που κρύβονταν στο οίκημα μπροστά μας θα περίμεναν να ακούσουν τα όπλα των Σεκιούριτι πριν κάνουν την επόμενη κίνησή τους.
100 μέτρα από το οίκημα έκανα νόημα στον Β777 να σταματήσει..
«Θέλει ησυχία τώρα», του είπα.
Ακούμπησε σ΄ένα ξεραμένο δέντρο μισοκλείνοντας τα μάτια του. Το τρεμάμενο φως στο οίκημα είχε σβήσει.
«Θα μπω από την κύρια πόρτα κι εσύ θα πας από πίσω», του είπα. «Πρόσεξε μην πάθει τίποτα η γυναίκα και τα παιδιά του...»
Κούνησε το κεφάλι κι έμεινα να τον κοιτάζω όσο χανόταν κάνοντας τον γύρο του οικήματος. Σίγουρα υπήρχε πίσω πόρτα αλλά υπήρχαν και παράθυρα, κάποιοι θα μπορούσαν να φύγουν από εκεί. Γι΄αυτό ξεκίνησα να πατάω σε νοητό ριζόχαρτο πλησιάζοντας το οίκημα, οι σόλες από τις αρβύλες μου σηκώνονταν απαλά κι ακόμα πιο ανάλαφρα ακουμπούσαν, προχωρούσα –μια κίνηση που μου πήρε τριπλάσιο χρόνο από τον συνηθισμένο. Ήμουν 20 μέτρα από την πόρτα όταν έλαμψε στιγμιαία το γυμνό μέταλλο παραμερίζοντας την κουρτίνα στο παράθυρο ακριβώς από δίπλα, κρατήθηκα να μη γυρίσω το πιστόλι μου προς τα εκεί, είχα λίγο χρόνο μέχρι να βρει τη στόχευσή του ο κάτοχος του όπλου. Κοίταξα βιαστικά από την άλλη πλευρά της πόρτας, δεν υπήρχε παράθυρο και τότε σκόνταψα, ή έτσι ήθελα να φανεί, πυροβόλησα κι εκείνος που κρυβόταν στο παράθυρο δίπλα στην πόρτα πυροβόλησε επίσης, πήρα όση φόρα μπορούσα να μαζέψω, έτρεξα, έπεσα πάνω στο παράθυρο με τα χέρια να προστατεύουν το πρόσωπό μου από τα τζάμια.
Ο θόρυβος συριστικός και μια πρόσκαιρη χαλαζόπτωση κρυστάλλων, άραγε είχε σταματήσει να ψιχαλίζει έξω; Δεν θυμόμουν, δεν είχα προσέξει, χτύπησα πάνω σ΄ένα σώμα και πόνεσα καθώς προσγειωνόμουν μέσα στο οίκημα. Το σώμα με τίναξε παραπέρα και προσπάθησε να βρεθεί σε πλεονεκτική θέση απέναντί μου, αυτά είναι μεγάλες βλακείες αν θες να ξέρεις. Τον πυροβόλησα χωρίς στόχευση, βόγκηξε πρώτα από έκπληξη και μετά από πόνο, παραιτήθηκε. Γδούπος. Τον πυροβόλησα ακόμα μια φορά πηδώντας από πάνω του για να τον προσπεράσω.
Άκουσα τον δαιμονισμένο θόρυβο μιας πόρτας που διαλυόταν κάτω από τις ριπές του αυτόματου όπλου του Β777, δεν του είχα δώσει εντολή σχετικά με το πώς να ενεργήσει σεβόμενος το δικαίωμά του να καθορίσει τις προοπτικές θανάτου του. Αφού λοιπόν διάλεγε να επιτεθεί εγώ θα έπρεπε να υποχωρήσω. Αυτή είναι η πιο αποτελεσματική τακτική όταν κυνηγάς –ένας μέσα ο άλλος έξω, ένας επιτίθεται ο άλλος υποχωρεί και στη μέση το θήραμα.
Γύρισα πίσω, άνοιξα την πόρτα, βγήκα στο ξέφωτο. Μέσα στο οίκημα είχαν ανοίξει οι καταπακτές της κόλασης. Σύντομα....
Ένας άντρας με στολή Σεκιούριτι τραβούσε από το χέρι κάποιο παιδάκι, ακριβώς δίπλα του μια γυναίκα έκανε το ίδιο. Σήκωσα το πιστόλι, περίμενα κρατώντας την αναπνοή μου, όταν τράβηξα τη σκανδάλη δεν χρειαζόταν καν να ρίξω δεύτερη ματιά. Ο άντρας με τη στολή Σεκιούριτι παρέσυρε το παιδάκι στο έδαφος καθώς έπεφτε με το κεφάλι ανοιγμένο στα δυο, η γυναίκα ούρλιαξε –είχα δημιουργήσει αίσθηση.
«Πάρε τα παιδιά και έλα κοντά», της είπα.
Ήταν μια άσχημη γυναίκα, ντυμένη με την τελευταία λέξη της μόδας στον τομέα της αθλητικής περιήγησης, όταν με είδε έστριψε ασυναίσθητα από την άλλη μεριά για να με αποφύγει αλλά στο τέλος συμμορφώθηκε. Τα παιδάκια άρχισαν να κλαίνε γοερά.
«Κάτσε εδώ και ηρέμησέ τα», της ζήτησα.
Μετά ενεργοποίησα το κεφαλόφωνο.
«Β777;» ζήτησα.
Δεν πήρα απάντηση.
«Στόχος επετεύχθη. Άμεση επιστροφή στο ελικοδρόμιο», διέταξα.
Όταν άνοιγε το σήμα του θα έβρισκε το μήνυμά μου, ή μπορεί και όχι. Δεν είχα χρόνο να κάνω περισσότερα γι΄αυτόν.
«Β715;» ζήτησα στο κεφαλόφωνο.
«Διατάξτε», άκουσα.
«Φροντίστε για την ασφαλή αποχώρηση της ομάδος σας και την επιστροφή τους στο ελικοφόρο», είπα.
«Ελήφθη», μου απάντησε.
Γύρισα προς τη γυναίκα που κρατούσε τα δυο παιδιά στην αγκαλιά της.
«Πάμε», μουρμούρισα. «Μην ανησυχείς, δεν θα υπάρξει κανένα πρόβλημα».
«Για μένα όχι, για σένα όμως θα φροντίσω να υπάρξουν πολλά», σκλήρισε. «Πολλά και άλυτα. Πού ακούστηκε να κάνετε εισβολή στο σπίτι μας βρομιάρηδες;»
«Μη με καθυστερείς και μη με εκνευρίζεις», της είπα. «Σκοπεύω να σας χρησιμοποιήσω για να συζητήσω με τον άντρα σου, αλλά δε θα μου χαλάσει η διαπραγμάτευση αν έχω στα χέρια μου ένα παιδί αντί για δυο –με εννοείς;»
Τα παιδάκια τσίριξαν κι εκείνη με κοίταξε χαμένα. Τρόμος τώρα πια.
«Πιο γρήγορα», είπα.
Συμμορφώθηκαν.
Καλύψαμε την απόσταση μέχρι το ελικοφόρο με συνεχείς αλλαγές ρυθμού στον βηματισμό μας, η γυναίκα χρησιμοποιούσε τα παιδιά σαν βαρίδια, σαν μπάλες κατάδικου, απ΄αυτές που έδειχναν οι αρχαίες ταινίες.
«Βιάσου», της φώναξα. «Αν μας πάρει χαμπάρι η Σεκιούριτι θα μας κάνει κόσκινο».
«Η δικιά μας Σεκιούριτι;» απόρησε.
«Νομίζεις οτι φωσφορίζεις στο σκοτάδι;» αγανάκτησα.
Αυτό μάλλον τη συνέτισε κάπως, τράβηξε τα παιδιά της πιο αποφασιστικά και έτρεξαν πίσω μου. Έφτανα ήδη στο ελικοφόρο.
Πριν ανέβω τη σκάλα κοντοστάθηκα, κοίταξα πίσω τους, έκανα νόημα.
«Ανεβείτε».
Η γυναίκα σταμάτησε λαχανιασμένη, τα παιδιά αποβλακωμένα. Οι σπαρμένοι νεκροί Σεκιούριτι τους έφερναν στα πρόθυρα πανικού.
«Που πάμε;» ρώτησε.
«Στη δουλειά του μπαμπά», είπα.
Έδειξε να το σκέφτεται, άρχισα να ιδρώνω.
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή φωτίστηκε ο ορίζοντας πίσω μας από κάποια έκρηξη, κοίταξα με τα κιάλια, μάλλον από την πλευρά της έπαυλης είχε έρθει. Η γυναίκα τσακίστηκε ν΄ανέβει τη σκάλα σέρνοντας τα παιδιά της.
Κι εγώ στάθηκα με το χέρι ακουμπισμένο στην κουπαστή, με το πιστόλι να κρέμεται –προέκταση του άλλου μου χεριού– στάθηκα και μύρισα τον αέρα περιμένοντας τους δικούς μου να επιστρέψουν. Μπαρούτι και η μεταλλική μυρωδιά του αίματος ανακατεμένη με τη στυφή γεύση των κέδρων που είχαν συρθεί στον λασπωμένο αέρα από τη βροχή. Η αίσθηση της ήττας.
«Β777 προς άπαντες. Έχω εγκλωβιστεί», άκουσα την αγωνιώδη φωνή του να βγαίνει από το κεφαλόφωνο.
Αυτό ακριβώς εννοούσα, αλλά συνήθως μπορείς ν΄αφήσεις την ήττα να περιμένει λίγο –έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να φύγει.
Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες.
Στο εσωτερικό του ελικοφόρου η γυναίκα είχε τακτοποιήσει τα παιδιά της και περίμενε.
«Θα σε βγάλω στα μεγάφωνα», της είπα. «Θα διατάξεις τη Σεκιούριτι να σταματήσει τους πυροβολισμούς».
«Να πας να γαμηθείς Φίδι», μου απάντησε.
Εκείνη τη στιγμή βγήκε ο συγκυβερνήτης από την καμπίνα του.
«Ήρθαν σε επαφή μαζί μας τα Κεντρικά από την συχνότητα έκτακτης ανάγκης. Έχουμε αυστηρές διαταγές να κατευθυνθούμε προς τον αρχικό στόχο ακυρώνοντας τα αποτελέσματα κάθε άλλης ενέργειας», ανακοίνωσε χωρίς να με κοιτάζει.
Χαμογέλασα κοιτάζοντας το τίποτα, μπορείς ν΄αφήσεις την ήττα να περιμένει αλλά δεν μπορείς να την κάνεις να φύγει.
Άνοιξα το κεφαλόφωνο.
«Α777, προς Β715» ζήτησα. «Αναφέρατε την κατάστασή σας».
«Διατηρούμε τις θέσεις μας», απάντησε ο Β715.
«Ισοπεδώστε τον πολιορκούμενο στόχο και κατευθυνθείτε άμεσα προς παρακείμενο οίκημα για απεγκλωβισμό του Β777», διέταξα.
Παγωμένη σιγή από την άλλη άκρη.
«Ελήφθη», τελικά.
Κοίταξα τη γυναίκα που περίμενε μαζεμένη στο βάθος.
«Ελπίζω να μην είχες κάτι που χρειαζόσουν μέσα στην έπαυλη», σχολίασα.
Χαμογέλασε στραβά όσο με χάζευε υπολογίζοντας το τι ακριβώς θα ζητούσε από τον άντρα της να μου συμβεί όταν θα τελείωνε αυτή τους η περιπέτεια. Προσπάθησα να την αγνοήσω και στα πλαίσια αυτά....
«Β777», ζήτησα.
Σιωπή από την άλλη άκρη.
Μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε εκρήξεις –το έδαφος σείστηκε.
Πέντε λεπτά απόκοσμης παύσης, κοίταξα από το φινιστρίνι για να σιγουρευτώ οτι ακόμα και οι ψιχάλες είχαν ακινητοποιηθεί στον αέρα.
«Σας επαναλαμβάνω....» επανέλαβε ο συγκυβερνήτης πλησιάζοντάς με.
«Βγάλε το σκασμό αν δε θες να σε μετρήσω για απώλεια», σφύριξα δίπλα στο μάγουλό του.
Μαζεύτηκε.
«Β777;» αναρωτήθηκα στο κεφαλόφωνο.
Μερικοί ξαφνικοί πυροβολισμοί, οι Γ σε περιμετρικές βολές, ο Β λίγες προσεκτικές ριπές, οι Σεκιούριτι κατά βούληση.... Κι άλλοι πυροβολισμοί, δεν μπορούσα πλέον να ξεχωρίσω. Κι άλλοι.... Και μετά εκρήξεις. Δυο. Τρεις. Ακόμα μία μετά από μισό λεπτό –για επιβεβαίωση μάλλον. Κοίταζα από το φινιστρίνι αδηφάγα.
«Αν δε θες να μπλέξεις απογείωσε το ελικοφόρο τώρα αμέσως», άκουσα πίσω μου.
Γύρισα. Η γυναίκα μίλαγε στον συγκυβερνήτη κι εκείνος με κοίταζε κλεφτά.
«Ακούστε πώς έχει η κατάσταση», είπα ήρεμα. «Αν το ελικοφόρο σηκωθεί χωρίς να έχω δώσει εντολή θα αρχίσω να πυροβολώ. Θα ξεκινήσω από τα γόνατα. Αν η κυρία από εδώ δεν με φέρει σε επαφή με τον σύζυγό της θα συνεχίσω τους πυροβολισμούς. Θα αρχίσω από το μικρότερο παιδί. Καταλάβατε;»
Ο συγκυβερνήτης τρεμούλιασε ανεπαίσθητα αλλά εγώ πρόλαβα και το είδα. Η γυναίκα προσπάθησε να με κοιτάξει υπεροπτικά. Ήξερε να το κάνει πολύ αποτελεσματικά, εκπαιδευμένη καθώς ήταν να αποφεύγει τους φτωχοδιάβολους που μπλέκονταν στις μεγαλειώδεις εκδηλώσεις σπατάλης της τάξης της και τους κακομοίρηδες που ξεγλιστρούσαν από τη ζελατίνα ασφαλείας η οποία την περιέβαλε και κατόρθωναν να την προσεγγίσουν. Είσαι μια μύγα, η ενόχληση που μου προκαλείς είναι προσωρινή, σύντομα θα σε ξεφορτωθώ, ετοιμάσου. Αυτό το βλέμμα.
Είδα τις σκιές τους να αγγίζουν τους νεκρούς Σεκιούριτι κι από εκεί να ξεπετάγονται μεγαλώνοντας καθώς πλησίαζαν τη σκάλα του ελικοφόρου. Μέτρησα. Μου έλειπαν δύο.
«Ζητώ άδεια επιβίβασης», φώναξε ο Β715 χώνοντας το κεφάλι του μέσα.
«Την έχεις», ψιθύρισα. Απορούσα κιόλας, πώς ένας λουφαδόρος Β πήγε και θυμήθηκε αυτό το απαρχαιωμένο τελετουργικό. Παραμέρισα καθώς έμπαιναν, κρυφοκοίταξα τη γυναίκα που άρχισε να φοβάται βλέποντας αυτούς τους άντρες να μισοκλείνουν τα μάτια προσπαθώντας να κοντρολάρουν τον θάνατο.
«Πηγαίνετε καθίστε πίσω», είπα στους Γ δείχνοντας τους πάγκους τριγύρω από τη γυναίκα.
Την είδα να σφίγγει τα παιδιά της στο στήθος.
«Αυτοί είμαστε όλοι;» ρώτησα τον Β715.
«Ναι», επιβεβαίωσε.
Μέτρησα ξανά.
«Χάσαμε έναν άντρα στην έπαυλη... Κι ο Β777 ήταν νεκρός όταν φτάσαμε....» μουρμούρισε εκείνος.
«Εντάξει», τον καθησύχασα.
Τι έφταιγε κι αυτός; Ήθελε να έχει μια σταθερή πηγή προμήθειας Σφαρού κι έτσι βρέθηκε στη Φορολογική Δικαιοσύνη να περιμένει πότε θα κλείσει την κάθε βάρδια για να ζήσει. Κι επειδή θέλησε να ζήσει βρέθηκε βουτηγμένος μέχρι τα γόνατα στον θάνατο.
Τους γύρισα την πλάτη και μπήκα στην καμπίνα του κυβερνήτη. Εκείνος, όταν με είδε, κάλυψε το μικρόφωνο με την παλάμη του.
«Την έχεις πολύ άσχημα», μου ψιθύρισε.
«Πες μου γι΄αυτό», κορόιδεψα.
Άνοιξε το μικρόφωνο.
«Σας συνδέω», είπε.
«Α777;» άκουσα από τον άλλο κόσμο.
«Εδώ είμαι», απάντησα.
«Χαίρομαι. Και θα χαρώ ακόμα περισσότερο όταν έρθεις εδώ», τόνισε την τελευταία του λέξη ο Α77. «Θα χαρώ επειδή τότε θα έχω όλον το χρόνο να σε κόψω κομματάκια και να σε πετάξω στα σκυλιά».
«Σκέτη ποίηση», θαύμασα.
«Ποιος σου είπε να πας στο νησί;» ούρλιαξε ο Α77. «Με ποιο δικαίωμα αδιαφόρησες για τις εντολές που είχες πάρει; Με ποιο δικαίωμα αυτενέργησες;»
Είδα τον κυβερνήτη να παρακολουθεί τη διαμάχη όλος προσμονή κι αποφάσισα να μην τον απογοητεύσω.
«Άκου προϊστάμενε», έβηξα θυμωμένα στο μικρόφωνο, «μας έστειλες σε μια επιδρομή πιο καρφωμένη κι από πινακίδα σε διασταύρωση, μας έστειλες να σκοτωθούμε. Κι αν τύχαινε κάποιος από μας να γυρίσει ζωντανός θα του φόρτωνες την αποτυχία της επιχείρησης και θα τον έθαβες κάτω από τα βελάκια των ολογραφημάτων για να μη σηκώσει κεφάλι ποτέ ξανά. Όλα αυτά θεωρώ οτι θα ενδιέφεραν το Τμήμα Εσωτερικών Ελέγχων, αλλά δεν είναι της ώρας. Επειδή τώρα πρέπει να αρκεστείς στο οτι έχουμε ελάχιστες απώλειες και πολύ σύντομα θα αποκτήσουμε αναίμακτη πρόσβαση στη Διηπειρωτική. Άρχισε λοιπόν να πανηγυρίζεις για την επιτυχία σου κι άσε τα υπόλοιπα σε μας, εντάξει προϊστάμενε;» έκανα πίσω ξαναμμένος.
«Δεν ξέρεις τι λες Α777, αλλά να ξέρεις οτι θα υποφέρεις όταν επιστρέψεις. Γι΄αυτό φρόντισε να επιστρέψεις σύντομα», ακούστηκε η φωνή του πριν διακοπεί η σύνδεση.
Ο κυβερνήτης με κοίταζε χαμογελώντας.
«Έχω τον τρόπο μου», περηφανεύτηκα.
«Όσο γι΄αυτό...» μουρμούρισε.
«Ξεκίνα να φύγουμε από αυτόν τον κωλότοπο», του είπα.
«Προορισμός;» ζήτησε να μάθει.
«Τα Κεντρικά της Διηπειρωτικής και με το πάσο σου», τον πληροφόρησα.
Βγήκα φουριόζος, έσπρωξα απότομα τον συγκυβερνήτη να γυρίσει στη θέση του και πλησίασα τη γυναίκα που δεν ένιωθε καθόλου όμορφα στριμωγμένη, αυτή και τα παιδιά της, ανάμεσα σε βρωμερούς και απειλητικούς άντρες.
«Έλα μαζί μου», της είπα.
«Δεν πάω πουθενά», τσίριξε.
«Έλα να τελειώνουμε. Μην κάνεις τα πράγματα χειρότερα», εκνευρίστηκα.
Σηκώθηκε ενώ τα παιδιά της γατζώθηκαν από τις άκρες του φωσφορούχου βιοενεργού μπουφάν γυμναστικής περιήγησης που φορούσε. Την περίμενα να τα ησυχάσει.
Μετά πήγαμε στη μέση του ελικοφόρου, όρθιοι, αντιμέτωποι, αβέβαιοι. Της έδωσα το κεφαλόφωνο.
«Κάλεσέ τον», διέταξα.
Το έκανε. Περιμέναμε.
«Γουίλιαμ.... εγώ είμαι. Με κρατάνε αυτοί οι άνθρωποι μαζί με τα παιδιά.....»
Της τράβηξα το κεφαλόφωνο κάνοντάς της νόημα να γυρίσει στη θέση της. Βιάστηκε να υπακούσει, ανησυχούσε για τα παιδιά της.
«Είσαι ο Γουίλιαμ Δράκος;» είπα όταν ξαναφόρεσα το κεφαλόφωνο.
«Εσύ ποιος καργιόλης είσαι;» μούγκρισε η φωνή από την άλλη μεριά.
«Φορολογική Δικαιοσύνη, Α777. Με βάση το νόμο περί παράνομου ενδοεταιρικού πλουτισμού συνέλαβα τη γυναίκα και τα παιδιά σας. Σας καλώ τώρα να παραδοθείτε οικειοθελώς....»
«Τι λες ρε Φίδι; Το μόνο πράγμα που θα σου παραδώσω είναι δυο μέτρα σίδερο, θα τα παραδώσω στο παχύ σου έντερο και θα φροντίσω να σου βγουν από το στόμα», φώναξε ο Γουίλιαμ Δράκος.
Γέλασα άθελά μου. Η απειλή φανέρωνε άνθρωπο που είχε χρόνια να απειλήσει.
«Ναι, εσείς μπορεί να είστε φανατικός των παλιών ταινιών περιπέτειας αλλά εγώ είμαι υποχρεωμένος να σας ενημερώσω οτι μεταβαίνουμε προς τα Κεντρικά της Υπηρεσίας όπου η γυναίκα και τα παιδιά σας θα τεθούν υπό κράτηση. Όπως ξέρετε, με τις διαδικασίες της συλλογικής ευθύνης μάς είναι δυνατό να προβούμε σε καταδικαστική απόφαση μη αντιστρεπτή για διάστημα ενός έτους κατ΄ελάχιστο».
«Είσαι πολύ άσχημα νεκρός, μόνο που δεν το ξέρεις ακόμα», ούρλιαξε ο Γουίλιαμ Δράκος.
«Εντάξει», είπα.
Και απενεργοποίησα το κεφαλόφωνο.
Έσκυψα το κεφάλι, μέτρησα τα σιδερένια πλακάκια που δένονταν στο πάτωμα του ελικοφόρου, το δέκατο πλακάκι είχε λασκάρει κάπως.
Μετά ενεργοποίησα το κεφαλόφωνό μου και προσπάθησα να επικοινωνήσω με τους Α των υπόλοιπων ελικοφόρων. Οι δυο που βρίσκονταν έξω από το συγκρότημα κατοικιών στις παρυφές της πόλης περίμεναν άπραγοι έχοντας εντοπίσει τα υποκείμενα εντός των διαμερισμάτων τους.
«Προχωρήστε σε συλλήψεις», διέταξα.
Οι Α των ελικοφόρων που είχαν αναλάβει να προσεγγίσουν τα κεντρικά της Διηπειρωτικής δεν ήταν εύκολο να βρεθούν. Προσπάθησα ξανά και ξανά. Έχοντας χάσει τον Β777 είχα κενό στις επικοινωνίες, πήρα την Β732.
«Β732», φώναξα τρομαγμένος.
Ξανά και ξανά.
Ένα σιγανό βουητό αέρα, λες κι ακούμπαγα το αυτί μου στη χαραμάδα.
«Β732;»
«Αν ενδιαφέρεσαι να συμμετάσχεις στη συγκέντρωση κόσμος για την κηδεία της πρέπει να επικοινωνήσεις με τον Σύλλογο Γραμματέων», απάντησε τελικά μια χαιρέκακη φωνή.
«Τι πράγμα;» απόρησα.
«Να σου υπενθυμίσω επίσης οτι οι Γ αποτεφρώνονται δημοσία δαπάνη», συνέχισε η φωνή.
«Ποιος είσαι;» ρώτησα.
«Ένας φίλος», είπε η φωνή.
«Φίλος τίνος;» ξαναρώτησα.
«Έχει σημασία;» απόρησε πριν απενεργοποιήσει τη γραμμή.
Προσπάθησα πάλι να επικοινωνήσω με τους επικεφαλείς των ελικοφόρων στη Διηπειρωτική. Τίποτα.
Η γυναίκα με πλησίασε χωρίς να την πάρω είδηση, ξαφνιάστηκα.
«Θέλει να σου μιλήσει», είπε προτείνοντάς μου μια φορητή ΑΔΙ.
Πήρα τη συσκευή στα χέρια μου μπερδεμένος, δεν είχα όρεξη για τέτοια.
Ακούμπησα το κεφάλι μου δίπλα στο κοντινότερο φινιστρίνι, το μέταλλο μου προκάλεσε στιγμιαίο πόνο. Έφερα διστακτικά την ΑΔΙ μπροστά στο πρόσωπό μου.
Ο Γουίλιαμ Δράκος με κοίταζε μέσα από ένα πανάκριβο κοστούμι. Το οτι ο Επικεφαλής Ασφαλείας της Διηπειρωτικής δεν είχε καταδεχτεί να φορέσει έστω μια φόρμα επιχειρήσεων έδειχνε πόσο λίγο υπολόγιζε την επιδρομή μας.
«Εσύ λοιπόν...» είπε ο Γουίλιαμ Δράκος.
«Τι έχει γίνει με τους δικούς μου;» ρώτησα.
Χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω μου τράβηξε ένα παράθυρο που υπήρχε πίσω του και το έφερε στο ύψος του στήθους του. Από εκεί μπορούσα να δω ελικοφόρα ξεκοιλιασμένα σε ένα γκρίζο προαύλιο. Μπορεί να ήταν και μπλόφα.
«Θες να το τρέξω προς τα πίσω;» με ρώτησε.
«Δεν υπάρχει λόγος», είπα.
«Σε λίγο θα έχουμε εντοπίσει το σκάφος σας...» χαμογέλασε ο Γουίλιαμ Δράκος.
«Δεν υπάρχει λόγος», επανέλαβα. «Πηγαίνουμε στα κεντρικά της Φορολογικής Δικαιοσύνης, αν θες τη γυναίκα και τα παιδιά σου έλα εκεί να τους πάρεις».
«Δεν θα πάτε πουθενά. Θα σας εντοπίσουμε και θα σας οδηγήσουμε....» ξεκίνησε να λέει.
«Άκου ρε γελοίε, μόλις τώρα μου έδειξες ότι σκοτώσατε ένα σωρό ανθρώπους εκεί κάτω. Κι εγώ, εδώ που τα λέμε, δε με βλέπω να φτάνω μέχρι το τέλος της βάρδιας ζωντανός –γι΄αυτό έλα στα Κεντρικά της Υπηρεσίας μου αν θες να πάρεις πίσω τη γυναίκα και το παιδί σου», φώναξα.
«Τα παιδιά μου», με διόρθωσε.
«Το παιδί σου», επανέλαβα. «Κάποιος πρέπει να πληρώσει για όσους σκοτώσατε εκεί κάτω, δε νομίζεις;»
Βγήκα από την φορητή ΑΔΙ μετά την ακούμπησα ευλαβικά πάνω στα μεταλλικά πλακάκια που δένονταν στο πάτωμα του ελικοφόρου. Η ΑΔΙ άρχισε να βγάζει κόκκινο φως και βουητό. Κατέβασα με δύναμη το τακούνι της αριστερής μου αρβύλας, το μεταλλικό πλακάκι ταρακουνήθηκε όσο η ΑΔΙ έσπαγε. Ακόμα κι έτσι όμως το κόκκινο φως συνέχισε να βγαίνει, μαζί με το βουητό. Γι΄αυτό μάζεψα τα κομμάτια και τα πέταξα στο δοχείο απορριμμάτων.
Μπήκα στην καμπίνα των πιλότων.
«Επιστρέφουμε στην Υπηρεσία», διέταξα.
«Πώς κι έτσι;» ειρωνεύτηκε ο συγκυβερνήτης.
«Έχουμε τέσσερα ελικοφόρα εκτός λειτουργίας», είπα κοιτάζοντας τον κυβερνήτη. «Γι΄αυτό καλύτερα θα ήταν να τον μαζέψεις λίγο».
Τους γύρισα την πλάτη κι έφυγα αφήνοντας νεκρική σιγή.
Τα βλέμματα όλων πάνω μου, ο Β κρατούσε το κεφάλι του, οι Γ με στόματα μισάνοιχτα, η γυναίκα θυμωμένη, τα παιδιά τρέμοντας.
Τους πλησίασα.
«Γυρνάμε πίσω», τους είπα.
«Που πίσω;» ρώτησε η γυναίκα.
«Πολύ πίσω», της εξήγησα.
Δεν είχα όρεξη για άλλα λόγια.

Τρίτη, Ιούλιος 20, 2010

Η τρομοκρατία των τρομοκρατηθέντων

Τώρα που κοιτάζω πίσω, έχουν περάσει 20 μέρες από το τελευταίο μου ποστ της κατηγορίας «Συμβαίνουν κι αυτά» -εκεί βάζω τα κείμενα κοινωνικού σχολιασμού, ας πούμε. Και ήταν εκείνο το κείμενο μια απορία με αφορμή μια τρομοκρατική ενέργεια (τη βόμβα στο γραφείο του Χρυσοχοϊδη) –η απορία αναφερόταν στο ζόρι που τραβάει το Συγκρότημα Λαμπράκη και τρομοϋστεριάζει προβλέποντας κατάλυση του κράτους διαχρονικά. Δεν πρόλαβε να κλείσει μήνας κι έσκασε αυτή η δολοφονία του Γκιόλια. «Σικάγο γίναμε», που θα έλεγε κι ο συχωρεμένος ο παππούς μου (αν δεν ήταν συχωρεμένος). A propos, «Η Σέχτα Επαναστατών κήρυξε πόλεμο στα ΜΜΕ», γράφει το σημερινό ΒΗΜΑ –λείπει ο Μάρτης απ΄την Σαρακοστή;

Θα πρέπει, πρώτα απ΄όλα, να παραδεχτώ κάτι –δεν είμαι επαναστάτης. Εννοώ μ΄αυτό οτι νοιάζομαι πρώτα και κύρια για τα δικά μου και μετά, δευτερευόντως, για τα κοινά. Γι΄αυτό οι δυο δολοφονίες δεν μου προκάλεσαν κανένα ιδιαίτερο συναίσθημα, ούτε λυπήθηκα για τους μακαρίτες, ούτε και χάρηκα για τον θάνατό τους. Από την άλλη, ο Παναγιώτης ο Παπαδόπουλος (Κάιν) είναι συνειδητά επαναστατημένος άνθρωπος. Γι΄αυτό είχε διαμαρτυρηθεί έντονα σχετικά με την κανιβαλιστική διάθεση του Τρωκτικού, στην περίπτωση της σύλληψης του Μαζιώτη και των υπολοίπων, κι έτσι είχε γίνει στόχος του συγκεκριμένου μπλογκ. Και, παρ’ όλα αυτά, έβγαλε χτες ένα κείμενο σχετικά με τη δολοφονία του Γκιόλια –μπορείς να το διαβάσεις εδώ.

Αναφέρθηκα στην στοχοποίηση του Κάιν από το Τρωκτικό, λοιπόν είχαν έναν τρόπο σ΄εκείνο το πράγμα που ήθελε να ονομάζεται μπλογκ, τσιρίζανε κάθε λίγο, σαν τους ξεδοντιάρηδες που στήνονται στις πλατείες και περιμένουν πότε θα σκάσουν οι κάμερες του Αυτιά να τους κάνουν διάσημους. Γιατί ξεδοντιάρηδες; Επειδή γέμιζε ο τόπος σάλια στα περισσότερα ποστ του συγκεκριμένου μπλογκ. Δεν ήμουνα φανατικός του Τρωκτικού, αλλά δε νομίζω οτι κάνω μεγάλο λάθος στην εκτίμησή μου αυτή. Άλλωστε έχω και αποδείξεις: «Εκπρόσωπο της ερευνητικής δημοσιογραφίας», χαρακτήρισαν τον Γκιόλια τα κανάλια! «Διακεκριμένο μέλος της δημοσιογραφικής οικογένειας!» τον αποκάλεσε ο Πάνος Προφιτερόπουλος της ΝΔ! «Ενοχλήθηκαν από το αποκαλυπτικό του ρεπορτάζ», είπε ο Καρατζαφέρης (και, μεταξύ μας, αν εννοεί οτι κάποιους εκβίαζε ο μακαρίτης κι αυτοί τον σκότωσαν, θα πω οτι συνήθως εκτιμώ τις απόψεις των έμπειρων ανθρώπων). Αμφιβάλλει κανείς περί του τι πρέσβευε ο εκλιπών;

Για να μην παιδεύουμε πολύ το ζήτημα θα σου θυμίσω οτι τα μπλογκ τύπου press-gr, Τρωκτικό, no-news και το άλλο που είχε ανοίξει ο Παπαγιάννης, αυτές λοιπόν οι διαδικτυακές χλαπάτσες ευθύνονταν για την δημοσιότητα που απέκτησε το άθλημα του μπλόγκινγκ. Ευθύνονταν για το γεγονός οτι ο χαρακτηρισμός μπλόγκερ κόντεψε να γίνει συνώνυμος του εκβιαστή, ευθύνονταν για το ότι η χρήση ψευδώνυμου κατάντησε να ερμηνεύεται σαν προσπάθεια συγκάλυψης συκοφαντών και υβριστών.... Με λίγα λόγια, η μεταπήδηση των δημοσιογράφων στο χώρο του μπλόγκινγκ υπήρξε τόσο ευεργετική όσο η επιδημία πανούκλας στην Κρήτη του 1592. Κόντεψε να προκαλέσει βίαιο θάνατο με σπασμούς και ίσως να τον προκάλεσε κιόλας. Επειδή, θυμάμαι όταν ξεκίνησα, τα ενεργά μπλογκ ήταν αξιοθαύμαστα και τώρα πλέον έχουμε καταντήσει αξιοθρήνητοι. Ποιοτικά μιλάω.

Παρ΄όλα αυτά....

Παρ΄όλο που θεωρώ τους δημοσιογράφους του τύπου Γκιόλια, Τριανταφυλλόπουλου κ.λ.π. σκέτα σιχάματα. Παρ’όλο που θεωρώ τους τηλεδικαστές δημοσιογράφους επικίνδυνους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Είμαι αντίθετος με τη μεθοδολογία ενός δήθεν αντάρτικου πόλεων η οποία προβλέπει την εκτέλεσή τους.

Να εξηγηθώ.

Δεν με ενδιαφέρει στο ελάχιστο (είναι λίγο απάνθρωπο -παραδέχομαι) το κάθε είδους ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ αποκτηνωμένων κοινωνικών νταβατζήδων. Δεν με στεναχωρεί (ούτε και με χαροποιεί βέβαια) ο σκοτωμός μεταξύ γαλονάδων, δεν με απασχόλησε η δολοφονία Φιλόπουλου (σκοτωμός μεταξύ χούλιγκαν), δεν με απασχολούν οι μπράβοι που αλληπυροβολούνται στην παραλιακή... Αρκεί να μην φάει καμιά αδέσποτη κάποιος αθώος –εντάξει; Γι΄αυτό και ήμουνα παλιότερα της άποψης «Κάνονμπολ» κι έτσι. Βάλε όλους τους μαλακοκάβληδες που φτιάχνονται με βία και αίματα σε έναν απομονωμένο στίβο κι άστους να σφαχτούν (το παρόν μήνυμα ήταν μια ακόμα κοινωνική προσφορά του παρόντος ιστολογίου, για όποιον δεν το κατάλαβε!)

Αλλά, όταν το θέμα πηγαίνει σε ένοπλη οργάνωση η οποία ασχολείται με την βελτίωση των ζωών μας (έγραψα ζωών, όχι ζώων) έχω κι εγώ άποψη. Επειδή εμπλέκεται και η δική μου ζωή και δεν έχω καμιά όρεξη να καταλήξω ζωώδης. Αναρωτιέμαι λοιπόν.

Είμαστε υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής, σε όποια κράτη αυτή ισχύει ακόμα; Νομίζω πως ναι. Οι ένοπλοι ανησυχούντες για τις άθλιες συνθήκες ζωής μας στον καπιταλισμό, δεν είναι κι αυτοί υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής; Ξανανομίζω πως ξαναναί. Ποιο είναι το βασικό επιχείρημα το οποίο προτάσσουμε όλοι εμείς οι κατά της θανατικής ποινής; Φυσικά, όχι το γεγονός ότι «η δικαιοσύνη μπορεί να παραπλανηθεί και να καταδικάσει κάποιον αθώο», αυτό είναι στρατήγημα και όχι επιχείρημα. Είμαστε κατά της θανατικής ποινής υποστηρίζοντας πώς, όποια κι αν είναι η πράξη του υπόδικου, όσο απάνθρωπη κι αν είναι η πράξη αυτή, δεν θα πρέπει να είναι ικανή να οδηγήσει εμάς σε κάτι εξίσου απάνθρωπο, όσο η αφαίρεση μιας ζωής. Συμφωνούμε;

Αν ναι, με ποιο δικαίωμα αυτοί εφαρμόζουν τη θανατική ποινή σε κάποιους άλλους; Με ποιο δικαίωμα εκτελούν; Πώς αμφισβητείται το δικαίωμα μιας χώρας να δολοφονεί (τη στιγμή που το συγκεκριμένο δικαίωμα απολαμβάνει μέχρι και της κοινωνικής νομιμοποίησης των δημοψηφισμάτων στις περισσότερες περιπτώσεις) την ώρα που κάποιοι άλλοι αντλούν το ίδιο δικαίωμα από κάτι τόσο αχανές και απροσδιόριστο όσο η «επαναστατική αναγκαιότητα», ή ο «κοινωνικός αγώνας»;

Δεν είμαι απόλυτος. Έχω διαβάσει για συνθήκες κοινωνικής εξέγερσης κι έχω διαβάσει για τα όσα συμβαίνουν υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων συνθηκών. Έχω διαβάσει για επαναστάσεις που βάφτηκαν στο αίμα –και ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους αποτυχίας τους, ίσως λέω... Τέλος πάντων, θα ήμουν πρόθυμος να συζητήσω την κοινωνική αναγκαιότητα των θανάτων σε τέτοιες συνθήκες –είπα, να συζητήσω, όχι να αποδεχθώ a priori. Όμως, υπάρχουν τέτοιες συνθήκες, ΣΗΜΕΡΑ στην Ελλάδα; Υπάρχει γενικευμένη εξέγερση; Υπάρχει προοπτική ΑΜΕΣΗΣ ανατροπής του καθεστώτος; Αν ναι –ας μου το δείξει κάποιος επειδή εγώ βλέπω άλλο κανάλι.

Δεν είμαι απόλυτος, γι΄αυτό θα το πάρω και αλλιώς. Όταν η 17Ν σκότωνε τον Μάλλιο, θα μπορούσα να φανταστώ οτι με την πράξη της εξέφρασε ένα κοινωνικό αίσθημα αγανάκτησης. Αν η 17Ν σκότωνε τον Μελίστα, ή κάποιος άλλος σκότωνε τον Κορκονέα, θα μπορούσα να συζητήσω κάτι ανάλογο. Θα μπορούσα δηλαδή να κατανοήσω την αγανάκτηση που έσπρωξε κάποιους, θα μπορούσα να βάλω από δίπλα και την θεσμοποίηση της βίας που συνεπάγονται οι απανταχού Αστυνομίες –θα μπορούσα τελικά να συμπεράνω σχετικά με το τι ήθελαν να δείξουν, συμβολικά, οι Χ εκτελεστές και θα μπορούσα να εντοπίσω την προσπάθειά τους να εκφράσουν το κοινό αίσθημα –ΚΑΠΟΙΟ ΚΟΙΝΟ ΑΙΣΘΗΜΑ, τέλος πάντων.

Αλλά εδώ πέρα; Τη μια με το Χρυσοχοϊδη, την άλλη με τον Γκιόλια, σε λίγο θα πυροβολήσουν και τον Λεβέντη έτσι όπως το πάνε και θα μας πουν οτι έτσι χτύπησαν τον σάπιο κοινοβουλευτισμό! Διότι, τι σκατά κοινωνικός αγώνας είναι αυτός στον οποίο προσπαθείς να σκοτώσεις ένα πρόσωπο που διαθέτει ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΣΥΜΠΑΘΕΙΕΣ ΠΑΡΑ ΑΝΤΙΠΑΘΕΙΕΣ μέσα στη λαϊκή μάζα; Κι αν δε με πιστεύεις, ψάξε στα γκάλοπ να δεις πόσοι γουστάρουν Χρυσοχοϊδη, ψάξε να μάθεις την επισκεψιμότητα του Τρωκτικού, ψάξε σε παλιότερες εφημερίδες να βρεις πόσο δημοφιλής ήταν ο Μπακογιάννης.... Έγινα αντιληπτός νομίζω.

Και ανακεφαλαιώνω: τις δυο τελευταίες τρομοκρατικές ενέργειες τις θεωρώ ξεκαθαρίσματα λογαριασμών μεταξύ συμμοριών και σαν τέτοιες με αφήνουν αδιάφορο.

Αλλά η εκστρατεία των ΜΜΕ κατά της τρομοκρατίας (πιο σωστά: η τρομοκρατία των ΜΜΕ) λόγω των συγκεκριμένων γεγονότων δεν με αφήνει καθόλου αδιάφορο, εφόσον θα έχει συνέπειες στη δική μου ζωή.

Αν τα ΜΜΕ είναι διατεθειμένα να ξεκινήσουν έναν πόλεμο συμμοριών με τις Σέχτες και τους λοιπούς Πεοπαίχτες –δεν με νοιάζει. Αν θέλουν οι δημοσιογράφοι να βρίζουν τους πιστολάδες και μετά να κυκλοφορούν με άλλους πιστολάδες (τους οποίους ΟΜΩΣ θα πληρώνουν από τις τσέπες τους) ψιλοχέστηκα.

Αν όμως οι δημοσιογράφοι το παίζουν σκληρά αντράκια σε στυλ «κανένας άνανδρος τρομοκράτης δεν θα μας φιμώσει –κανένας δεν θα μας στερήσει το δικαίωμα να κάνουμε αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τη συμπεριφορά της Μαντόνας σε ψαροταβέρνα της Μυκόνου» και παράλληλα ΑΠΑΙΤΟΥΝ από εμένα να πληρώνω μπάτσους να τους φυλάνε –δηλώνω κατά. Επειδή δε νομίζω οτι κάποιος δημοσιογράφος που ασχολείται με την αποκάλυψη κρατικών αυθαιρεσιών, ή με την καταγγελία παρανομίων των οικονομικά ισχυρών έχει κάτι να φοβάται από τους «αριστερούς τρομοκράτες».

Αν οι δημοσιογράφοι με αφορμή τα παραπάνω αρχίσουν πάλι τη μίρλα για την Αθήνα που είναι κωλοχανείο λόγω έλλειψης μπάτσων, επίσης θα δηλώσω κατά. Έχει πήξει το μάτι μου να βλέπω μηχανόμπατσους από τότε που βγάλανε την Ομάδα Δ ή όπως αλλιώς τους λένε. Ο μοτοσυκλετιστικός πληθυσμός της πρωτεύουσας έχει αυξηθεί περίπου κατά 30% με την εμφάνισή τους –μπάτσοι σε V Strom, μπάτσοι σε παπιά, πάνε και δυο-δυο σαν τους Χιώτες.... Και τι έγινε; Στήνουν κάτι μπλόκα εκεί πέρα και σταματάνε άλλα μηχανάκια που δεν φοράνε κράνος (οι οδηγοί, όχι τα μηχανάκια), κάνουν τίποτα ελέγχους σε ΙΧ άμα δουν οτι τα οδηγεί καμιά μπάνικη γκομενίτσα.... Α ναι, και έχουν τσακίσει τους Βενέτηδες της κάθε συνοικίας. Δεκάδες παρκαρισμένα μηχανάκια στη σειρά, εικοσάδες οι μπάτσοι να χλαπακιάζουν τυρόπιτες και κρουασάν στη σκιά! Κι αν κάνεις να περάσεις από Αχαρνών, Ηπείρου, Φυλής κάνα βράδυ –γάμησέ τα (αν δε σε γαμήσουν!) Ούτε Δ, ούτε εθνοσωτήρες του καραγκιόζη του Παπίκιου –μόνο ο Σκορτσέζε λείπει για να γυρίσει σίκουελ τους «Κακόφημους Δρόμους». Τουτέστιν, όχι άλλοι μπάτσοι –πόσους πλέον θα μου χρεώσουν του μαλάκα φορολογούμενου; Μου φτάνουν αυτοί που ΔΕΝ κάνουν τη δουλειά τους, δεν έχω ανάγκη από άλλους, εξίσου αναποτελεσματικούς.

Άκουγα χτες τον Χατζηνικολάου να επιτίθεται στο πανεπιστημιακό άσυλο στοχοποιώντας το Ιντυμήντια, το οποίο, και καλά «έχει δημοσιεύσει φωτογραφίες του Γκιόλια και άλλων δημοσιογράφων (του Χατζηπαπάρα συμπεριλαμβανομένου) και τους έχει στοχοποιήσει!» Βασικά χέστηκα (κι η βάρκα έγυρε) για το αν θα κλείσουν το Ιντυμήντια, η λογοκρισία που πέφτει εκεί μέσα έχει φτάσει σε ζηλευτά επίπεδα –ας το κλείσουν λοιπόν κι ας πάρουν τους διαχειριστές τους σε οποιοδήποτε άλλο «καθεστωτικό μέσο» -να βγάλουν και κάνα φράγκο τα παιδιά τα πολυτάλαντα. Αλλά όταν λες οτι μια ιστοσελίδα δημοσίευσε τη φωτογραφία σου ΚΑΙ ΕΝΝΟΕΙΣ οτι χρειαζόταν να δημοσιευτεί η φωτογραφία σου εκεί για να στοχοποιηθείς ή για να γίνεις γνωστός στον κόσμο –ε, μάλλον ψάχνεις για μαλάκες κύριε Χατζητέτοιε μου! Δηλαδή οι «στυγεροί τρομοκράται» παίρνουν γραμμή από το Ιντυμήντια, δεν ανοίγουν μια τηλεόραση ν’ ακούσουν τις βλακείες σου και να ενοχληθούν από το βρισίδι που τους ρίχνεις! Και ματαδηλαδή, φταίει το Ιντυμήντια που έγινε γνωστή η μάπα του Γκιόλια –όχι ο Τριανταφυλλόπουλος που δημοσίευε αβέρτα τις φωτογραφίες του (τώρα στο τέλος μάλιστα, τον είχε ντυμένο Κολλητήρι του Καραγκιόζη!) πριν τον αναγορεύσει σε μετά θάνατον "δικό του". Το ξανάπα –αδιαφορώ για το Ιντυμήντια αλλά το πανεπιστημιακό άσυλο είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση και κάτω τα ξερά σας –είπαμε στη γρια να χέσει, έκατσε αυτή και ξεκωλιάστηκε, έτσι την είδατε δηλαδή;

Άκουγα χτες οτι η συγκεκριμένη δολοφονία θα επηρεάσει τον τουρισμό –επίσης αδιαφορώ για το πως πηγαίνουν οι δουλειές των κάθε λογής εμπόρων του τόπου. Ψέματα –θα με βόλευε να πάει κατά διαόλου ο τουρισμός φέτος, μπας και βρω κάνα φτηνό δωμάτιο τέλη Αυγούστου και πάω την κόρη μου για τίποτα μπάνια. Άρα λοιπόν ΚΑΙ ΕΦΟΣΟΝ η πτώση του τουριστικού τζίρου δεν συνεπάγεται τίποτα έξτρα φόρους για την καμπούρα μου, καλοδεχούμενη.

Επειδή τώρα η ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα δεν διακρίνεται από την αναπτυγμένη φαντασία της βλέπω να ξαναδέχονται με θριαμβευτικές ιαχές την επόμενη σύλληψη ανθρώπων που απλώς κινούνται στον αντιεξουσιαστικό χώρο και λόγω αυτού τους του κουσουριού να τους φορτώνουν ένα σωρό δολοφονίες και βόμβες! Όπως τα παιδιά με τις κατσαρόλες, όπως ο Μαζιώτης.... Κι αυτό με ενοχλεί, δεν έχω πειστεί ακόμα οτι το να ασπάζεσαι τον αναρχισμό είναι, από μόνο του, επαρκής λόγος για να σου φορτώσουν την ανατίναξη των Δίδυμων Πύργων –κάνω λάθος;

Εν κατακλείδι, αν η όποια Σέχτα θέλει να πάει στα σπίτια των δημοσιογράφων ας τους πάρει κάνα τηλέφωνο να τα κανονίσουν εκεί πέρα. Εμάς μη μας απασχολούν με τα δικά τους –έχουμε κι άλλες έγνοιες, παίζουμε και με τη Μπέσα την Πέμπτη κεκλεισμένων των θυρών, έχουμε μετά να παίξουμε με τη Μακάμπι, δεν έχει υπογράψει κι ο Ριέρα....

Έχουμε τα δικά μας ρε παιδί μου, πηδηχτείτε μόνοι σας, πώς το λένε;

Πέμπτη, Ιούλιος 15, 2010

5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι


Οι ώρες πριν από μια επιχείρηση είναι ότι χειρότερο, αφού τότε προετοιμάζεις τη νομική τεκμηρίωση. Δηλαδή, εντάξει, όλοι ξέρουμε γιατί επιχειρούμε. Η κυβέρνηση χρειάζεται χρήματα κι εμείς πάμε να τα πάρουμε. Από ποιους; Από αυτούς που τα έχουν και μπορούμε να εισπράξουμε. Όμως υπάρχουν και κάποιοι κανόνες, τυπικοί, αλλά πάντως κανόνες. Θα πρέπει να τους τηρούμε, ακόμα περισσότερο, θα πρέπει να τους εφαρμόζουμε –καταλαβαίνεις;
Η νομική τεκμηρίωση συνεπάγεται πολύωρο ψάξιμο σε βάσεις δεδομένων, συρραφή στοιχείων κάτω από άρθρα εγκυκλίων κι όλα αυτά να συνδέονται (πολλά προς ένα ή ένα προς ένα) με νόμους, καταγραφή περιπτώσεων, μελέτες, επισκοπήσεις, ολογραφήματα... Ένα φαντασμαγορικό δημιούργημα χτισμένο πυραμιδοειδώς, ατέλειωτες εργατοώρες για μια παρουσίαση που θα διαρκέσει γύρω στα 10 λεπτά και μετά θα αρχειοθετηθεί όμοια μ΄ένα μπουκάλι στον ωκεανό της κεντρικής βάσης δεδομένων της Υπηρεσίας. Γιατί γίνονται όλα αυτά; Μη νομίσεις οτι δεν διακρίνω κάποιο χαμόγελο ειρωνείας μαζί με σκέψεις περί σχολαστικότητας, υπηρεσιακής αρτηριοσκλήρωσης, γραφειοκρατίας –σωστά; Βλέποντάς σε να χαμογελάς, ο Δημόσιος Υπάλληλος πείθεται για την ανωτερότητά του, αν θες να ξέρεις. Όπως ο διαλογιστής διακρίνει την κυριαρχία του θυμικού που κάνει τους υπόλοιπους ανθρώπους αδύναμους, έτσι ακριβώς. Κι ο Δημόσιος Υπάλληλος νιώθει τη δύναμη που ξεπηδάει από την υποταγή στον Κανόνα. Κι όσο πιο επίπονη η προεργασία για τη νομική τεκμηρίωση τόσο δυνατότερο το κύμα δύναμης που ξεκινάει από τα νεφρά του και απλώνεται σ΄όλο το υπόλοιπο σώμα. Του ατόμου. Άρα, της Υπηρεσίας.
Αλλά σήμερα δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.
Επειδή οι ώρες που απέμεναν μέχρι την επιδρομή μάλλον θα ήταν οι τελευταίες για τους περισσότερους από εμάς κι επειδή, όσο συμπαγή κι αν φτιάχναμε τη νομική τεκμηρίωση, δεν θα μπορούσε να μας γλιτώσει από τις σφαίρες.
Οι συνάδελφοί μου δούλευαν με ηρεμία θανατοποινίτη.
Είμαι βουτηγμένος στον σταθμό εργασίας μου και τριγύρω οι υπόλοιποι τριψήφιοι Α, ολογραφικά χέρια να πλατσουρίζουν στη λίμνη στοιχείων που έχουμε συλλέξει, φωνές διακοπτόμενες από στιγμιαίες υπερφορτώσεις κυκλώματος.
«Τι έχεις;»
«Λίγα πράγματα, η νομοπαρασκευαστική μάς στέλνει συνεχώς ανεφάρμοστα προσχέδια».
«Ναι, εκεί είναι η ουσία. Να το εφαρμόσεις μόνο μια φορά, κανένας μετά από σένα να μην μπορεί...»
«Τι σημασία έχει; Έτσι κι αλλιώς ότι κι αν παρουσιαστεί σήμερα θα καταργηθεί αύριο από τις τροπολογίες».
«Αύριο; Μέχρι αύριο θα έχουν περάσει καμιά σαρανταριά καταγγελίες στηριγμένες στον νόμο, αν η νομοπαρασκευαστική τού αφήσει κάποια εμφανή εφαρμοσιμότητα, δεν τα ξέρεις αυτά;»
«Τα ξέρει, δεν τα ξέρει, τι σημασία έχει; Εμείς αύριο...»
«Βγάλε το σκασμό και πες μου τι έχεις».
«Σύμφωνα με τους τελευταίους εταιρικούς ισολογισμούς...»
«Είσαι εντελώς βλάκας ή απλώς χτεσινός; Γάμησε τους ισολογισμούς, ότι μας δίνει η νομοπαρασκευαστική αφορά άτομα, όχι εταιρείες».
«Μα...»
«Διαφωνείς; Είμαι ή όχι ο υπεύθυνος της επιχείρησης; Μήπως θέλεις να την μετατρέψουμε σε στρογγυλό τραπέζι την υπόθεση;»
«Όχι εντάξει, αλλά...»
«Η επιδρομή θα γίνει στα κεντρικά της εταιρείας. Τι να τα κάνουμε τα στοιχεία των ατόμων λοιπόν;»
«Ο χορός των ηλιθίων. Για την εταιρεία δεν θα χρειαστούμε τίποτα, θα πάμε για έλεγχο βιβλίων-στοιχείων, θα μας απαγορεύσουν την είσοδο κι έτσι θα έχουμε άμεση παραβίαση νόμου. Αλλά θα χρειαστούμε στοιχεία για τα στελέχη της εταιρείας, σε περίπτωση που υπάρξουν νεκροί... Αφήστε λοιπόν τους ισολογισμούς και πιάστε τα στελέχη, σε δυο ώρες θέλω να έχετε στοιχεία δικαστηρίου για όσο περισσότερους γίνεται».
Τράβηξα το κεφάλι έξω από τον σταθμό εργασίας, δεν είχα καμιά όρεξη ν’ακούσω τις διαμαρτυρίες τους. Η δύναμη της υποταγής (πες το καλύτερα της αφομοίωσης) στον Κανόνα, μπορεί να σε μεταφέρει σε ψηλότερο νοητικό επίπεδο ή μπορεί να σε διαλύσει αν το μυαλό δεν αντέχει στη θέα από ψηλά. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει σε πολλούς συναδέλφους μου, κάθονται λοιπόν και γκρινιάζουν για τον φόρτο εργασίας προτάσσοντας ηλίθιες δικαιολογίες, για την ακρίβεια η αγωνία τους να τη γλιτώσουν κάνοντας τον λιγότερο κόπο έχει αντικατασταθεί από την αδράνεια του επικείμενου θανάτου. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην κατανοούν οτι η μοναδική πιθανότητα να σώσουν τις ζωές τους είναι να ακολουθήσουν την δική μου τακτική.
Ο Κανόνας είναι για πάντα, αλλά δεν είναι τα πάντα.
Κλείνω τα μάτια. Δεν κρυώνω πλέον. Ο κόσμος έχει αποκτήσει κάποια ομοιογένεια και μαζί της έρχεται η θαλπωρή. Ο κόσμος έχει αποκτήσει πινακίδες και φώτα που τις κάνουν ευανάγνωστες, δεν φοβάμαι πια οτι θα σκοντάψω στο σκοτάδι. Δεν φοβάμαι να ακουμπήσω τα χέρια στην άσφαλτο κι έτσι δε φοβάμαι να πέσω. Έχω ένα σχέδιο κι από αυτό απορρέει η τακτική μου, αν πετύχει, οι πιθανότητες επιβίωσης θα είναι σημαντικές. 30% μπορεί και περισσότερες. Όσες δηλαδή πιθανότητες έχεις να επιβιώσεις επιστρέφοντας σπίτι σου, μετά από κάθε σχόλασμα, με τον Μητροπολιτικό. Δεν είναι κι άσχημα.
Ο σταθμός εργασίας βγάζει επαναλαμβανόμενη ειδοποίηση, για μια στιγμή ταράζομαι. Δεν μου χρειάζεται αυτό, όσο λιγότερες επαφές μαζί του, τόσο καλύτερα.
«Διατάξτε, Α77».
«Αναφέρατε πρόοδο, Α777».
«Συλλέγονται στοιχεία προκειμένου να οριοθετηθούν οι κατηγορίες...»
«Αληθεύει οτι επικεντρώνεστε σε στοιχεία των στελεχών;»
«Μάλιστα, προκειμένου...»
«Αδιαφορώ για την αιτιολόγησή σας Α777. Να επικεντρωθείτε στην εταιρεία, τα στελέχη θα μείνουν ανέγγιχτα».
«Όμως...»
«Έχετε αντίρρηση;»
«Όχι, συγνώμη».
«Θα επικοινωνήσουμε αργότερα λοιπόν».
«Μια ερώτηση...»
«Μόνο εφόσον είναι αναγκαία».
«Που βρίσκεται ο Α365;»
«Όχι μαζί μας πάντως απ΄οτι φαίνεται».
«Ναι αλλά...»
«Συνεχίστε τη δουλειά σας».
Νεκρό κύκλωμα. Με πήραν είδηση, με κάρφωσαν, μας παρακολουθούν... Τι σημασία έχει; Δεν έχει. Ο χρόνος απόκρισης, το θέμα είναι ο χρόνος.
Γέρνω πίσω, κλείνω τα μάτια. Όταν παίζεται το κεφάλι σου έχεις κάθε δικαίωμα να πάρεις έναν υπνάκο. Ή έστω να προσπαθήσεις.
Έψαξα στις μέσα τσέπες, βρήκα ένα φιαλίδιο, μπλε και κόκκινα χάπια ανακατεμένα, ξεχώρισα δυο μπλε, τα ακούμπησα στην άκρη της γλώσσας μου και κατάφερα να τα καταπιώ χωρίς νερό. Λίγος ύπνος για να καθαρίσουν οι νευρικές μου απολήξεις, μπας και ξαναποκτήσουν την παλιά τους εντοπιστική ικανότητα ή έστω ψήγματά της. Οι μύες βιάζονται να χαλαρώσουν, το στόμα κρεμάει από τη μια πλευρά, σάλια αρχίζουν να τρέχουν. Οι συνέπειες των ηρεμιστικών.
Άδειασα σταδιακά τον αέρα από τα πνευμόνια μου, αναστεναγμός.
Κι άρχισα να πέφτω, τα πόδια ακουμπισμένα στο γραφείο, να πέφτω, έβλεπα τις στραπατσαρισμένες αρβύλες μου να σηκώνονται στον αέρα όσο το κεφάλι μου βυθιζόταν κι έπεφτα, συνέχισα να πέφτω εφόσον το είχα αρχίσει.
Μ’έσωσε ένα κουδούνισμα. Για την ακρίβεια, θα πρέπει να ήταν περισσότερα από ένα, αλλά εγώ δεν τα άκουγα. Κι αν θέλουμε να είμαστε κυριολεκτικοί δεν ήταν κουδούνισμα, περισσότερο έμοιαζε με κατρακύλισμα κουταλιού σε κατσαρόλα, αυτός ο κατσαρός ήχος που αυξάνει τη συχνότητά του όσο πλησιάζει στον πάτο της κατσαρόλας και μετά σταματάει απότομα. Αλλά ξαναρχίζει –όχι το κουτάλι που κατρακυλάει στην κατσαρόλα -ο ήχος ειδοποίησης από τα κεντρικά μεγάφωνα της Υπηρεσίας. Και τελικά θα το παραδεχτώ, δεν με έσωσε το κουδούνισμα –ο ύπνος θα με έσωζε. Το κουδούνισμα (αυτά που προμήνυε) με τσάκισε. Αλλάζω λοιπόν την αρχική φράση. Με τσάκισε ένα κουτάλι που κατρακύλαγε αδιάκοπα σε μια κατσαρόλα. Βγαίνει νόημα; Τώρα ναι –πριν...
«Ενημερωτική συνάντηση» και στη συνέχεια το κουδούνισμα που δεν ήταν, πάλι απ΄την αρχή. «Ενημερωτική συνάντηση».
Έψαξα να βρω πόση ώρα κοιμόμουν αλλά δεν έβγαλα άκρη.
Στην μεγάλη αίθουσα του Τμήματός μου όλοι μαζεμένοι. Με περίμεναν. Ευτυχώς οι διψήφιοι Α δεν είχαν έρθει ακόμα.
«Πάω μέχρι τις τουαλέτες...» μουρμούρισα.
Εκείνη τη στιγμή μπήκαν οι διψήφιοι Α, έμεινα στη θέση μου.
«Αναφέρατε», είπε πρώτα ο διψήφιος από τη Γενική Διεύθυνση 3.
«Συλλέξαμε πληροφορίες για τα κάτωθι στελέχη της Διηπειρωτικής....» ξεκίνησε ένας τριψήφιος Α προβάλλοντας με το σήμα του στον απέναντι τοίχο.
«Για στελέχη;» τον διέκοψε ο Α77.
Με κοίταξε. Έσκυψα να δω τα κορδόνια από τις αρβύλες μου.
«Δεν σας ενημέρωσε ο Α777;» ρώτησε.
Τώρα όλοι με κοίταζαν. Χαμογέλασα αθώα, για να δείχνω ωραίος στις κάμερες.
«Δεν πρόλαβα να ενημερώσω...» ψιθύρισα.
«Ο λόγος;» ξαναρώτησε ο Α77.
«Μάλλον με πήρε ο ύπνος...» παραδέχτηκα όλο ταπεινοφροσύνη.
«Ηλίθιε», ξεφύσησε ο Α77. Αλλά μετά χαμογέλασε, φάνηκε αυτό κι ας προσπάθησε να το κρύψει.
Φοβόμουν να κατανοήσω τον λόγο του χαμόγελού του, έσκυψα το κεφάλι ξανά μπας και παρανοήσω.
«Να καταστραφούν τα συγκεντρωθέντα αρχεία και να προχωρήσετε άμεσα σε συλλογή φορολογικών παραβάσεων της εταιρείας», διέταξε ο Α77. «Φοβάμαι οτι δεν υπάρχει χρόνος για ακόμα μια ενημερωτική συνάντηση, δυστυχώς ο επικεφαλής της συγκεκριμένης επιχείρησης φρόντισε ώστε να καταλήξει άνευ ουσίας η παρούσα».
Δεν καταδέχτηκε καν να γυρίσει προς το μέρος μου. Καλά έκανε, δεν είχα καμιά διάθεσή να τρακάρουν τα χαμόγελά μας.
Οι διψήφιοι Α αποχώρησαν. Οι τριψήφιοι παρέμεναν αβέβαιοι. Απέξω οι Β που δούλευαν στα γραφεία της μεγάλης αίθουσας στρίμωχναν τα μούτρα τους στις τζαμένιες αδιαφανείς πόρτες περιμένοντας. Να μπουν ή να κρυφακούσουν.
«Όσα στοιχεία συγκεντρώθηκαν μέχρι τώρα να σταλούν στον σταθμό εργασίας μου», είπα κάπως φωναχτά. «Ο Α341 ορίζεται υπεύθυνος οπλισμού και πυρομαχικών...» τον έψαξα μέσα στην αίθουσα, δεν τον βρήκα. «Eίσαι εδώ;» ρώτησα.
«Εδώ είμαι», απάντησε.
Χαμένος πίσω από κάτι ψηλότερους Α που φορούσαν μαύρα γυαλιά.
«Στο γραφείο μου τώρα αμέσως», του φώναξα.
Γύρισα την πλάτη να φύγω.
«Και τι θα γίνει με τα στοιχεία για την εταιρεία;» άκουσα μια φωνή πίσω μου.
Χαμογέλασα.
«Κάντε ότι σας κατέβει, δεν έχει σημασία», μουρμούρισα.
Μπήκα και κάθισα βιαστικά στην θέση μου πίσω από το γραφείο. Σχεδόν αμέσως μπήκε κι ο Α341. Μέσα σε λίγες ώρες είχε καταντήσει ράκος, καμιά σχέση με τον ηλίθιο που μοστράριζε τη μοδάτη γραβάτα στη Συνάντηση των 13:00. Τον προτιμούσα έτσι. Επειδή ο πανικός είναι ο προάγγελος της τυφλής υπακοής, αρκεί το υποκείμενο του πανικού να πιστεύει οτι κάνοντας όσα του λες θα σωθεί.
«Κάτσε», του είπα.
Κάθισε.
«Να σε κεράσω κάτι;»
Κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
Ψάρεψα το φιαλίδιο από την μέσα τσέπη μου και άπλωσα λίγα χάπια στο γραφείο, ακριβώς μπροστά στη μούρη του. Εκείνος κοίταξε κάπως προσεκτικότερα πριν διαλέξει ένα μπλε.
Πήρα κι εγώ ένα κόκκινο και ξανάριξα τα υπόλοιπα μέσα στο φιαλίδιο.
«Θέλω λίγο να ανέβω, είμαι από τον ύπνο», του δικαιολογήθηκα.
«Αφού μπορείς ακόμα και κοιμάσαι....» ψέλλισε.
«Μη φοβάσαι, θα τη βγάλουμε καθαρή», είπα καθησυχαστικά.
Με κοίταξε χωρίς να με πιστεύει.
«Αρκεί να δουλέψουμε με σχέδιο...» συνέχισα.
Θυμήθηκε το επεισόδιο ανάμεσα σε μένα και τον Α77 προηγουμένως, γι’αυτό με κοίταξε με οίκτο.
«Νομίζεις οτι είχε δίκιο;» τον ρώτησα.
«Ποιος;» προσποιήθηκε τον απορημένο.
«Δεν είχε δίκιο», είπα εγώ. «Τα στοιχεία των στελεχών θα μας χρειαστούν –ακόμα καλύτερα, τα στοιχεία των στελεχών θα μας σώσουν τη ζωή».
Αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα στο να δείξει ψεύτικο ενδιαφέρον όπως κάνουμε με όσους δεν στέκουν καλά στα μυαλά τους και στο να δείξει ψεύτικα οτι δεν ενδιαφέρεται όπως κάνουμε με όσους υποψιαζόμαστε οτι μας κοροϊδεύουν.
«Μην κουράζεσαι», χαμογέλασα. «Το βλέπεις και μόνος σου οτι δεν έχουμε ελπίδα να τη βγάλουμε ζωντανοί, αν όμως κάνεις οτι σου πω, στη λήξη της βάρδιας θα επιστρέψεις σπίτι σου σώος».
«Δεν έχω σπίτι, μένω ακόμα στις εγκαταστάσεις της Υπηρεσίας», μουρμούρισε.
«Καλύτερα στις εγκαταστάσεις παρά στο νεκροτομείο», του υπενθύμισα.
«Τι έχεις κατά νου;» ρώτησε. Στριφογύριζε στην καρέκλα του, το χάπι άρχιζε να τον πιάνει.
«Όσο λιγότερα ξέρεις, τόσο το καλύτερο», του σφύριξα.
Σκέφτηκε. Συμφώνησε.
«Κι εγώ τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε.
«Θα κατέβεις να πάρεις όπλα και πυρομαχικά, σωστά;» δεν τον άφησα να απαντήσει, συνέχισα. «Δυο λίστες, η μια επίσημη, η άλλη κρυφή. Θα κοιτάξεις να τα βολέψεις».
«Εύκολο», είπε.
«Μην το λες πριν δεις τι έχει η κρυφή λίστα», γέλασα.
Τρόμαξε.
«Τίποτα φοβερό», τον καθησύχασα. «Απλά πρόκειται για διαφορετικό στυλ προσέγγισης....»
Με παρακολουθούσε μπερδεμένος.
«Της όλης επιχείρησης», κατέληξα.
Ένευσε λες και είχε καταλάβει. Ήταν κάμποσα χρόνια μικρότερός μου, από εκείνους που δεν θέλουν να φαίνεται η έλλειψη εμπειρίας, μαλάκες, φιγουρατζήδες, μονίμως υποψήφια θύματα. Αν είχα να διαλέξω θα τον έστελνα πρώτο να σκοτωθεί. Αλλά μου χρειαζόταν.
Τράβηξα μια λίστα από τον σταθμό εργασίας κι εκείνος βιάστηκε να την περάσει στο σήμα του. Μετά έστειλα τη δεύτερη λίστα από το σήμα μου κατευθείαν στο ενεργοποιημένο του σήμα.
«Έφυγες», τον πληροφόρησα.
Κοντοστάθηκε πριν πάει προς την πόρτα.
«Θα τα καταφέρουμε;» ρώτησε.
«Μονάχα αν εκτελέσεις κατά γράμμα», απάντησα.
Έφυγε.
Κι εγώ έμεινα μόνος να χαζεύω τους άδειους τοίχους του γραφείου μου, ψάχνοντας να βρω κουράγιο. Επειδή αν κοίταζα στον σταθμό εργασίας και τα προσωπικά στοιχεία των στελεχών της Διηπειρωτικής είχαν αποσυρθεί τότε θα έπρεπε να παραδεχτώ τη βεβαιότητα του θανάτου όλων μας. Έκλεισα τα μάτια, έσκυψα, μπήκα στον ολογραφικό χώρο του σταθμού εργασίας, κοίταξα τριγύρω. Με πλησίασαν οι φάκελοι των εισερχομένων εγγράφων, τράβηξα τον πρώτο που μου φάνηκε γεμάτος. Και ήταν γεμάτος. Υποφάκελος νο.1, όνομα Τζόναθαν Κρουκ, παντρεμένος, χωρίς παιδιά. Υποφάκελος νο.2, Λίλιαν Τραβιάνι, ανύπαντρη. Υποφάκελος νο.3, νο.4, νο.17 –σταμάτα εδώ. Όνομα Γουίλιαμ Δράκος, παντρεμένος, δυο παιδιά, ηλικίες 10 και 12 ετών. Αυτός λοιπόν. Διάβασα τη διεύθυνση του σπιτιού του, φοβήθηκα όμως να την ψάξω στον χάρτη επειδή τέτοιες ενέργειες παρακολουθούνται. Η οικογένεια ζούσε σε ένα από τα ιδιόκτητα νησιά της εταιρείας, ο Γουίλιαμ Δράκος ήταν Επικεφαλής της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού. Μόνο που δεν πετάχτηκα στον αέρα από τη χαρά μου. Επικεφαλής, τρομερή κατάσταση. Ήθελα όμως κι άλλους. Ξαναχώθηκα στους φακέλους εισερχομένων. Ταχυπαλμία, εφίδρωση, ελεγχόμενο τρέμουλο χεριών, αλλά η όρασή μου ήταν πεντακάθαρη. Ψάχτηκα ασυναίσθητα για χάπια, άλλαξα γνώμη όταν το συνειδητοποίησα. Έπρεπε να βρω τους υπόλοιπους που χρειαζόμουν.
Μια Νομική Σύμβουλος κι ένας Διευθυντής Κοστολόγησης. Ζούσαν στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα στις παρυφές της πόλης. Καλά ήταν.
Έβγαλα το σήμα μου για να τραβήξω τα στοιχεία που χρειαζόμουν, αλλά γρήγορα το μετάνιωσα. Όσο είμαστε μέσα στο κτίριο της Υπηρεσίας ότι κυκλοφορεί στον αέρα αντιγράφεται. Όμως χρειαζόμουν τα στοιχεία, ονόματα, διευθύνσεις. Έψαξα στις τσέπες μου, δεν βρήκα τίποτα χρήσιμο. Ονόματα, τρία ονόματα και διευθύνσεις. Έψαξα στην πλαϊνή ραφή της θήκης του πιστολιού, τράβηξα μια σφαίρα, την στριφογύρισα στα δάχτυλά μου. Μετά έπιασα το κάτω αριστερό μέρος της καμπαρτίνας μου, το εσωτερικό κάτω μέρος εννοώ, το ακούμπησα στο τραπέζι, εξέτασα χαμηλά το τμήμα που δεν είχε φόδρα. Έφτανε. Ξεκίνησα να τρίβω μανιασμένα την μύτη της σφαίρας πάνω στο μουσαμαδένιο ύφασμα, με τα πολλά το μολύβι άρχισε ν΄αφήνει τα σημάδια του. Αρχικά ονομάτων και διακεκομμένες διευθύνσεις, αρκούσαν αυτά. Έλπιζα.
Στη συνέχεια ζήτησα ανανέωση των φακέλων στη βάση δεδομένων μου, η διαδικασία κόλλησε δυο-τρεις φορές μέχρι να ολοκληρωθεί, σημάδι οτι γίνονταν ανακατατάξεις στο επίπεδο των υποφακέλων. Χαμογέλασα κοροϊδευτικά.
«Πάρτε τ΄αρχίδια μου», ψιθύρισα.
Κοίταξα την ώρα, τώρα θα έπρεπε κανονικά να ξεκινάμε την επιδρομή, αλλά εφαρμόζοντας την παγκόσμια πρωτοτυπία του καθυστερημένου αιφνιδιασμού θα ξεκινούσαμε δυο ώρες αργότερα. Χασμουρήθηκα.
Ήταν ώρα να διαλέξω το πλήρωμά μου.
Βγήκα στην αίθουσα απέξω, ένιωθα οτι πατούσα στα τριαντάφυλλα καθώς διέσχιζα τον διάδρομο ανάμεσα στα γραφεία. Γύρισα το κεφάλι μου απότομα και είδα εκείνη την πιτσιρίκα τη γραμματέα με το περίεργο χτένισμα να με κοιτάζει. Της χαμογέλασα, έσκυψε και χώθηκε στον σταθμό εργασίας της.
Έκανα επιτόπου μεταβολή, την πλησίασα.
«Β732;» ρώτησα.
«Μάλιστα», επιβεβαίωσε βγάζοντας το κεφάλι της έξω από το σταθμό.
«Θα χρειαστώ τη βοήθειά σου», συνέχισα.
«Γι΄αυτό είμαι εδώ», μου υπενθύμισε.
Της γύρισα την πλάτη κι άρχισα να περπατάω αργά. Αν είχε λίγο μυαλό θα με ακολουθούσε, αν όχι....
Ένιωσα το άρωμά της βαρύ και υπνωτικό να τυραννάει το κεφάλι μου, δεν χρειαζόταν λοιπόν να γυρίσω για να τη δω.
«Θέλω να μου δείξεις τους Β με τις χειρότερες επιδόσεις», της ζήτησα.
Ένας υδρατμός φόβου κατέφερε να διαπεράσει το άρωμά της και να φτάσει μέχρι τα ρουθούνια μου.
«Δεν έχω κακό σκοπό», της ξεκαθάρισα.
Χρειαζόταν όμως λίγο περισσότερη ενθάρρυνση. Κοντοστάθηκα, με έφτασε.
«Σκοπεύω να διαλέξω το πλήρωμα για την επιδρομή και θέλω να φτιάξω ένα επιμέρους Κέντρο Επικοινωνίας εδώ μέσα. Υπεύθυνη στο Κέντρο θα βάλω εσένα, χρειάζομαι όμως όσους βαριούνται περισσότερο από τους άλλους για να φτιάξω το πλήρωμά μου».
Με κοίταζε απορημένη.
«Επειδή θέλω άτομα έτοιμα να ενθουσιαστούν», της εξήγησα.
Δεν το’πιασε, δεν την κατηγορούσα. Κοίταζε τριγύρω αφηρημένα.
«Σε δυο ώρες επιχειρούμε...» της θύμισα.
«Ναι...» είπε.
«Άρα βιαζόμαστε λιγάκι», χαμογέλασα.
«Εκεί», έδειξε.
Ένας Β εμφανώς κοιμόταν όσο ο σταθμός εργασίας του έκανε αναβάθμιση λογισμικού, πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι;
«Άλλος;» ρώτησα.
«Ο αριστερά μου», απάντησε εκείνη αποφεύγοντας να κοιτάξει προς το γραφείο της.
Δυο ήταν αρκετοί.
«Όταν φύγω θα πάρεις τον σταθμό εργασίας του γραφείου μου, από εκεί θα οργανώνεις τις επικοινωνίες, θα σου δώσω κι έναν Γ...» είπα.
«Τι να τον κάνω;» αναρωτήθηκε.
«Εσύ τίποτα. Αυτός θα σε κάνει κομματάκια αν προσπαθήσεις να βγεις από το γραφείο πριν την ώρα σου και θα πυροβολήσει όποιον προσπαθήσει να μπει μέσα», της εξήγησα.
Κοντοστάθηκε, πνίγηκε με το σάλιο της, μετά έπαθε λόξυγκα.
Της χαμογέλασα.
«Έμπλεξες άσχημα», είπα. «Αλλά μπορεί και να γλιτώσεις. Φτάνει να κάνεις ότι σου πω κι εγώ μετά θα αναφέρω ότι εκτελούσες εντολές μου τις οποίες δεν γνώριζες πλήρως».
Συνέχισε να με κοιτάζει αβέβαια. Έπρεπε λοιπόν να αναφέρω και τη δεύτερη επιλογή.
«Από την άλλη, αν πας να μου γαμήσεις το πλάνο, ίσως ξεφύγεις από τον Γ αλλά θα σου φορτώσω ότι παρατυπία γίνει στην επιχείρηση, πώς σου φαίνεται αυτό;» είπα.
«Μου φαίνεται σαν η χειρότερη δυνατή μέθοδος για να πετύχεις τον σκοπό σου», απάντησε. «Θα μπορούσες να διρευνήσεις λίγο την περίπτωση να συμφωνήσω οικειοθελώς».
«Θα μπορούσα, αν είχα χρόνο...» μουρμούρισα.
«Τέλος πάντων...» έκανε εκείνη διφορούμενα.
«Σε 5 λεπτά μου στέλνεις τους δυο Β και όταν βγουν έρχεσαι να πάρεις τη θέση μου», έκανα άχρωμα. «Κουβέντα σε κανέναν –εντάξει;»
Υπήρχαν τόσο πολλές πιθανότητες να πάνε όλα στραβά που δεν άντεχα ούτε καν να τις υπολογίσω. Μπήκα στο γραφείο μου, ακούμπησα με την πλάτη στην πόρτα, ενεργοποίησα το σήμα μου.
«Α341;» ρώτησα.
«Εδώ είμαι», απάντησε.
«Έτοιμος;»
«Φορτώνω στα ελικοφόρα».
«Τόσο σύντομα;»
«Είμαι σε επιδρομή που έχει καθυστερήσει, έχω λευκή προτεραιότητα».
Τον άκουσα να καγχάζει. Έκανε πολύ καλά που εκμεταλλευόταν αυτή την ιστορία με την αλλαγή της ώρας στην επιδρομή, αλλά ο καγχασμός του με ανατρίχιαζε. Δεν είχα καμιά όρεξη να μου πάθει νευρική κρίση την ώρα που θα τον χρειαζόμουν.
«Δεν σε λαμβάνω καλώς, θα επικοινωνήσουμε αργότερα», είπα και διέκοψα την επαφή.
Η πόρτα χτύπησε, τραβήχτηκα πέρα και άνοιξα. Μπήκαν οι δυο Β. Τους έκανα νόημα να βολευτούν και τους γύρισα την πλάτη, είχα μια ακόμα δουλειά να κάνω.
«Διοικητικό», είπε η άφυλη φωνή μέσα από το σήμα μου.
«Θέλω 6 Γ, για επιδρομή», εξήγησα.
«Επιδρομή», επανέλαβε η φωνή.
«Η αίτηση πρέπει να έχει ήδη υποβληθεί», συνέχισα.
«Η αίτηση έχει υποβληθεί αλλά υπάρχει φόρτος και έλλειψη προσωπικού...»
«Εντάξει, στείλε μου ότι τιμωρημένους έχεις», μούγκρισα.
«Τιμωρημένους...» επανέλαβε η φωνή.
«Σε 15 λεπτά στο γραφείο μου», διέταξα.
Μετά γύρισα στους δυο Β που με περίμεναν απορημένοι.
«Είναι ωραίο να είσαι ωραίος», τους είπα.
Κοιτάχτηκαν.
«Σαν κι εσάς τους δυο, τόσο ωραίος εννοώ. Να κοροϊδεύεις την Υπηρεσία, να λουφάρεις, να κοιτάζεις πώς θα τη βγάλεις καθαρή με μηδενικό κόπο... Ωραίος, δε νομίζεις;» έστρεψα το δάχτυλό μου στον έναν απ΄αυτούς.
Έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω.
«Αλλά τίποτα δεν είναι δωρεάν κι ότι φαίνεται σαν τέτοιο έχει απλώς μεγαλύτερο τόκο», του εξήγησα. «Σαν τώρα... υπάρχει αυτή η επιχείρηση και σίγουρα θα συμμετάσχετε, η επιχείρηση είναι κρεμάλα, πολλοί από μας θα σκοτωθούν. Τώρα σας ρωτάω –ποιους νομίζετε οτι θα στέλνανε οι επικεφαλείς πρώτους για σκότωμα;» μιλώντας άνοιξα το πεδίο αναφοράς μου, από τον έναν και στους δυο τους, ήταν μια τεχνική που είχα αναπτύξει μόνος μου. Ξεκινάς καρφώνοντας τον ένα μαλάκα κι όταν ο άλλος πάει να ηρεμήσει τον βάζεις απότομα στο παιχνίδι.
Οι δυο Β με παρακολουθούσαν αμίλητοι.
«Μα, φυσικά εσάς τους δύο και άλλους σαν κι εσάς. Άτομα που δεν θυμούνται να έχουν συνεργαστεί μαζί τους, άρα άτομα με τα οποία δεν έχουν εκκρεμότητες.... Αυτό θα συνέβαινε αν δεν ήσασταν σκανδαλωδώς τυχεροί, ώστε να σας προσέξω. Τώρα θέλω μια απάντηση –είσαστε πρόθυμοι να δουλέψετε στα όρια του νόμου για να σώσετε τις ζωές σας;»
Ήταν ερώτηση-παγίδα φυσικά. Ποιος θα απαντούσε αρνητικά;
«Δηλαδή, τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο ένας Β.
Έπαιξα τον σαστισμένο.
«Τίποτα, ένα αστείο έκανα... Μπορείς να πηγαίνεις», του είπα.
Έκανε να φύγει αλλά το μετάνιωσε.
«Όμως...» μουρμούρισε.
«Άκουσε παιδί μου», πήρα το πατρικό μου ύφος. «Στην υποθετική εκείνη περίπτωση όπου οι επιλογές σου ήταν να ζήσεις ερμηνεύοντας ελαστικά τον νόμο ή να πεθάνεις χωρίς κανένας να νοιαστεί για τη γνώμη σου, σ΄αυτή λοιπόν την υποθετική περίπτωση πώς θα ενεργούσες; Θα έψαχνες σχετικά με το τι σημαίνει το κάθε αυτό ή απλώς θα συμφωνούσες και θα περίμενες να μάθεις πώς να ενεργήσεις για να σωθείς;»
Τον κοίταξα.
«Είμαι έτοιμος, Α», είπε ο Β που μέχρι τώρα παρέμενε σιωπηλός.
«Εντάξει –μισό λεπτό να ξεπροβοδίσω τον άνθρωπο με τις χίλιες απορίες», είπα εγώ.
«Όχι, θα μείνω», πετάχτηκε ο άλλος Β.
«Δε νομίζω», είπα.
«Παρακαλώ, Α», ψέλλισε.
«Καλά, μην καταντήσουμε γελοίοι εδώ μέσα...» μουρμούρισα.
Τους πλησίασα, άνοιξα τα χέρια μου για να επικεντρώσω την προσοχή τους.
«Πριν φτάσουμε στο πεδίο της επιχείρησης θα αλλάξουμε πορεία. Ο ένας από εσάς...» σταμάτησα, τους μέτρησα με τα μάτια, «εσύ...» έδειξα.
«Β715», συστήθηκε.
«Β715 θα αναλάβεις να επιτηρείς τους Γ ώστε να εκτελούν τις δικές μου εντολές κι όχι εκείνες του Κέντρου», του εξήγησα.
«Μάλιστα», απάντησε απλά.
«Κι εσύ...»
«Β777», συστήθηκε.
Μισόκλεισα τα μάτια να τον δω καλύτερα. Ήταν ο μαλάκας με τις απορίες.
«Αλήθεια;» έκανα. «Ενδιαφέρον. Λοιπόν, εσύ θα αναλάβεις την επικοινωνία με το Κέντρο που θα στήσω εδώ μέσα».
«Κατανοείτε φυσικά ότι τέτοιες ενέργειες συνεπάγονται απόταξη μέχρι και φυλάκιση....» ψιθύρισε ο Β715.
«Σαφώς. Αν πρόκειται για αυτόβουλες ενέργειες. Αν όμως πρόκειται για εντολές....» είπα.
«Τιμωρείται ο εντολέας», συμπλήρωσε ο Β777.
«Αρκεί να παραδεχτεί οτι είναι τέτοιος. Επειδή μπορεί να επικαλεστεί παρερμηνεία των εντολών του και να μπλέξουν τα πράγματα....» εξήγησα.
«Κι εσείς, Α....»
«Εγώ είμαι τελειωμένος εδώ πέρα. Ακόμα κι αν βγω ζωντανός από την επιχείρηση δεν θα μπορέσω να αποτρέψω το φιάσκο. Και θα πρόκειται για τη δεύτερη συνεχόμενη αποτυχία μου...»
Κούνησαν τα κεφάλια.
Η πόρτα χτύπησε υπηρεσιακά.
«Ήρθαν οι Γ», είπα. Και μετά έδωσα άδεια σε αυτούς που χτυπούσαν να μπουν στο γραφείο μου.
Από το άνοιγμα της πόρτας πέρασαν 6 αργόστροφοι άντρες. Στήθηκαν απέναντί μου προσέχοντας να μην ακουμπήσουν τον τοίχο πίσω τους. Απέφυγα να τους κοιτάξω για να μη δουν την εντύπωσή μου. Όχι οτι υπήρχε τέτοια πιθανότητα –οι άντρες αυτοί βγήκαν από τα σκουπίδια της Υπηρεσίας.
«Θα επιχειρήσετε μαζί μου, υπό τις εντολές των Β», έδειξα τους δυο Β που προσπαθούσαν να κρατήσουν υπηρεσιακό ύφος. «Η επιδρομή έχει αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας γι΄αυτό είναι κρίσιμος ο χρόνος απόκρισης και εκτέλεσης των εντολών», σταμάτησα, τους κοίταξα. «Πάει να πει, θ’ αρχίζετε να εκτελείτε όσο ακόμα δίνεται η εντολή αν θέλετε να βγείτε ζωντανοί από όλο αυτό», τους εξήγησα.
Κατέβασαν τα κεφάλια, άλλαξαν πόδι στήριξης, κάποια αναταραχή. Έκανα νόημα στον Β715.
«Κράτα τους συγκεντρωμένους και φρόντισε να γίνει έλεγχος του οπλισμού τους», είπα.
Πήγε προς το μέρους τους και έδωσε εντολή αποχώρησης. Διέκρινα την απειρία του στη διοίκηση, σύντομα θα το καταλάβαιναν και οι Γ. Και τότε θα έπρεπε να έχουμε ήδη μπλεχτεί στις φασαρίες, αλλιώς ο φόβος της επιβίωσης δεν θα μας συνέδεε κι αν δεν υπήρχε ο φόβος δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν συνεκτικός κρίκος σ΄αυτή την ομάδα αχρήστων υπαλλήλων.
Κράτησα τον δεύτερο Β.
«Έχε το νου σου. Αν υποπτευθείς οτι κάτι πάει στραβά....» του είπα.
Κούνησε το κεφάλι καθησυχαστικά. Και βγήκε ακολουθώντας τους υπόλοιπους.
Πήγα μέχρι το γραφείο μου και κάθισα στην άκρη του τραπεζιού. Πέρασα το χέρι από τα μαλλιά μου προσπαθώντας να τα στρώσω προς τα πίσω. Μετά άγγιξα το μάγουλό μου, γένια πολλών ημερών, έψαξα για την ξυριστική μηχανή, θυμήθηκα οτι ήταν αφόρτιστη...
Μπήκε η Β732 χωρίς να χτυπήσει την πόρτα.
«Έλα πιο κοντά», της είπα.
Με πλησίασε.
Έχωσα τα μούτρα μου στον σταθμό εργασίας κι εκείνη έκανε το ίδιο, μπήκαμε μαζί στα πιστοποιητικά, τη δήλωσα με δικαιώματα αναπλήρωσής μου. Μετά την άφησα να μπει στον σταθμό εργασίας από μόνη της για να σιγουρευτούμε οτι όλα πήγαν καλά και το περιβάλλον θα την αναγνώριζε.
Καθόμουν πίσω από την πλάτη της και την παρακολουθούσα όσο καμπούριαζε για να χωθεί ανάμεσα στις αρχειοθήκες μου. Μου άρεσε η θέα των ώμων της που συστρέφονταν. Σε κάποια στιγμή βγήκε.
«Όλα εντάξει αν και είναι πολύ ακατάστατα εκεί μέσα....» μουρμούρισε.
«Μην πειράξεις τίποτα», της ξεκαθάρισα.
Μετά έκανα να φύγω προς την πόρτα. Κοντοστάθηκα όμως.
«Πολλοί άνθρωποι θα πεθάνουν αν δεν πάνε όλα όπως τα υπολογίζω», είπα.
«Κι αν όλα πάνε όπως τα υπολογίζεις;» ρώτησε.
«Και πάλι θα πεθάνουν πολλοί άνθρωποι. Αλλά εμείς θα γυρίσουμε ζωντανοί», απάντησα.
«Φρόντισε να γυρίσεις εσύ τουλάχιστον ζωντανός», μου είπε.
Αυτό με μπέρδεψε κάπως.
«Για να πάρεις την ευθύνη όλης αυτής της μαλακίας πάνω σου», μου ξεκαθάρισε.
Χαμογέλασα κι έφυγα βιαστικά χωρίς να πω τίποτα άλλο.
Απέξω βρήκα τους Β και τους Γ. Πλησίασα έναν Γ που έμοιαζε λιγότερο αργόστροφος από τους υπόλοιπους.
«Θα μπεις στο γραφείο μου και θα προσέχεις την πόρτα. Είναι μια Β εκεί μέσα, αυτή μόνο θα σου δίνει εντολές. Πάντως να ξέρεις οτι κανένας δεν μπαίνει εκεί μέσα εκτός αν σου δώσει τέτοια εντολή η Β».
«Κανένας δεν μπαίνει, κανένας δεν βγαίνει;» ρώτησε ο Γ.
«Η Β είναι ελεύθερη να κάνει ότι θέλει», του ξεκαθάρισα.
Τον παρακολούθησα να μπαίνει στο γραφείο μου χωρίς να έχει χτυπήσει την πόρτα προηγουμένως, άκουσα μετά τη μαγνητική κλειδαριά να κουμπώνει.
Όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν καλά. Κι εγώ μέχρι τώρα παρέμενα καλυμμένος, δεν θα μπορούσε να εξακριβωθεί καμιά παρατυπία στις εντολές μου. Γι΄αυτό άλλωστε.... Γι΄αυτό δεν είχα δώσει εντολή στον Γ να την πυροβολήσει αν προσπαθούσε να φύγει από το γραφείο μου; Για λόγους κάλυψης είχα μειώσει τις πιθανότητες επιτυχίας του σχεδίου μου; Σίγουρα. Μάλλον. Ή κάπως έτσι....
Βγήκαμε στο πίσω προαύλιο εκεί που ο δαιμονισμένος θόρυβος των ελικοφόρων σκέπαζε τους φόβους μας. Ήταν νύχτα εκεί έξω και έριχνε μια ψιλή βροχή, ελπίζαμε να έχουμε φτάσει πριν μας προλάβει καμιά καταιγίδα. Σήκωσα τους γιακάδες της καμπαρτίνας μου, έφερα το χέρι μου στη θήκη του πιστολιού.
Οι υπόλοιποι Α με πλησίασαν όσο έδειχνα στους Β και τους Γ πιο θα ήταν το ελικοφόρο που θα επιβιβαζόμασταν.
Ορίσαμε συχνότητα επικοινωνίας, κοίταζα τους υπόλοιπους Α που βρέχονταν ρυθμίζοντας τα κεφαλόφωνά τους σχεδόν αμίλητοι. Σκυθρωπά πρόσωπα, λίγα λόγια.
«Όλα θα πάνε καλά», είπα.
Σχεδόν κανένας τους δεν με πίστεψε.
«Πηγαίνετε στα ελικοφόρα σας και να είστε έτοιμοι. Μη μου κάνετε τη ζωή δύσκολη», ζήτησα.
«Ποια ζωή;» ρώτησε ένας Α.
«Σωστά», είπα χωρίς να τον κοιτάξω. «Δεν μπορούν να σου πάρουν αυτό που δεν έχεις».
Μερικοί Α με κοίταξαν παραξενεμένοι.
«Στις θέσεις σας», φώναξα.
Κι έφυγα χωρίς να χάσω χρόνο, λίγο ακόμα και θα άρχιζα να τους βλέπω σαν δικούς μου ανθρώπους όλους αυτούς τους συναδέλφους που συνωστίζονταν στο πίσω προαύλιο της Υπηρεσίας. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τα πράγματα θα γίνονταν επικίνδυνα, επειδή είναι εύκολο να δίνεις εντολές αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να στείλεις δικούς σου ανθρώπους σε σίγουρο θάνατο.
Δρασκελίζοντας τη σκάλα του ελικοφόρου μέτρησα τα υπόλοιπα σκάφη που περίμεναν με αναμμένες τις μηχανές στο προαύλιο. Έξι και με το δικό μου εφτά. Αν επέστρεφαν τέσσερα σκάφη μετά το πέρας της επιδρομής θα το θεωρούσα μεγάλη επιτυχία. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα έπρεπε να είναι και το δικό μου σκάφος ανάμεσα στα διασωθέντα.
Μπήκα στον θάλαμο επιβατών, οι Β και οι Γ είχαν ήδη πάρει θέσεις. Άνοιξα την πόρτα του πιλοτηρίου, ο κυβερνήτης και ο συγκυβερνήτης με χαιρέτησαν, δεν τους γνώριζα αλλά έκανα το ίδιο.
«Μπορούμε να φύγουμε», είπα. «Συντονιστείτε στο κοινό κανάλι επικοινωνίας».
Μετά δοκίμασα το κεφαλόφωνό μου.
«Α777 προς Β732», ζήτησα.
«Β732 σε λαμβάνω Α777», άκουσα.
«Ξεκινάμε», της είπα.
«Καλή επιστροφή», ευχήθηκε.
«Ευχαριστώ. Είναι όλα εντάξει εκεί πέρα;» ρώτησα.
«Θα είναι όταν γυρίσετε», μου είπε.
Διέκοψα την επαφή, αυτή η κοπέλα μάλλον με κορόιδευε. Βγήκα βιαστικά από το πιλοτήριο.
«Κύριοι», είπα στους καθισμένους υφισταμένους μου, «αν θέλετε να βγείτε ζωντανοί από αυτή την υπόθεση θα με κοιτάζετε στα μάτια».
«Κι αν δεν θέλουμε;» μουρμούρισε κάποιος, μάλλον Γ, από το βάθος.
«Τότε μπορείτε να με κοιτάζετε και στ΄αρχίδια», απάντησα.
Μετά κάθισα στην μπροστινή μονή θέση, βρήκα ένα μπουκάλι νερό και κατέβασα 2 κόκκινα χάπια.
Σε λίγο θα χρειαζόμουν όση αντιληπτική ικανότητα διέθετα κι ακόμα περισσότερη. Έκλεισα τα μάτια, προσευχήθηκα.
«Ας είναι όλα σύντομα, να μην πονέσω, να μην ξεφτιλιστώ», προσευχήθηκα.
Και τότε θυμήθηκα ότι δεν είχα τίποτα και κανέναν για να προσευχηθώ, χαμογέλασα λοιπόν και άφησα την προσευχή μου στα πόδια σου. Να την πατήσεις, να διαλυθεί σε φολίδες.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι