Παρασκευή, Αυγούστου 27, 2010

"My baby baby, balla balla"

Είναι γνωστό οτι μου αρέσει να βλέπω ποδόσφαιρο. Επίσης, υπάρχει η έντονη φημολογία οτι τα τελευταία 45 χρόνια της ζωής μου τα πέρασα (ξόδεψα) στην Ελλάδα, άρα μοιάζει προφανές να παρακολουθώ περισσότερο το ελληνικό ποδόσφαιρο και μ΄αυτό δεν θέλω να υπονοήσω τίποτα απολύτως για την ποιότητά του. Έτσι είναι, αυτό έχουμε, άμα δε σ΄αρέσει φάε μόνο τις πατάτες.

Παρ΄όλα αυτά και επειδή στο ποδόσφαιρο διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο οι ποδοσφαιριστές (τουλάχιστον μέχρι να βρει τον τρόπο ο Μουρίνιο να κλωνοποιήσει 11 εαυτούς του με σορτσάκια μέσα στο γήπεδο) υπάρχουν στο άθλημα κάτι μούρες που μου γυρνάνε τ΄άντερα. Δε βλέπονται οι άτιμοι ρε παιδί μου και είναι τόση η απέχθειά μου για τις φάτσες (και το στυλ) τους που δηλώνω τιμίως και ευθαρσώς οτι επηρεάζει μέχρι και την αδέκαστη κρίση μου για τις ποδοσφαιρικές τους δεξιότητες.

Σκέφτηκα λοιπόν να τους μαζέψω όλους (κανονικούς κι αναπληρωματικούς) σε μια ομάδα την οποία θα ονομάσω I TEAM -επειδή με το άκουσμα και μόνο των ονομάτων τους στην έναρξη κάθε αγώνα αρχίζω τα «Ι gamisou».


Βασικός τερματοφύλακας της ομάδας ο τρισάθλιος Κώστας Χαλκιάς. Ο άνθρωπος που καταχράστηκε ξεδιάντροπα το πάνκικο κοκόρι, ο τερματοφύλακας που τρομοκράτησε τους αντίπαλους επιθετικούς με την κοφτερή του όψη (κοκόρι σε ευθεία γραμμή με σουβλερή μύτη και μυτερό αξύριστο σαγόνι). Το γεγονός οτι έπαιξε στις ομάδες που σιχαίνομαι περισσότερο στο ελληνικό πρωτάθλημα (ΠΑΟ, ΠΑΟΚ) αλλά και στην ομάδα-υπνοστεντόν του χερ Όττο μετρίασε κάπως την απέχθειά μου για τον Χαλκιά. Επειδή, λόγω συνθηκών, όταν αυτός τρώει γκολ εγώ πανηγυρίζω. Ο Χαλκιάς είναι απόφοιτος της τερματοφυλακτικής σχολής Ατματζίδη –τουτέστιν, ακόμα κι αν αναγκάσει τον Βίγια και τον Μέσι να κόψουν το ποδόσφαιρο απογοητευμένοι που δεν μπορούν να του βάλουν γκολ, εμπιστοσύνη στους συμπαίκτες του αποκλείεται να εμπνεύσει. Ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός οτι μπορεί μεν να πιάσει τα άπιαστα αλλά είσαι σίγουρος (την ίδια ακριβώς στιγμή) πώς αν του γυρίσεις τη μπάλα από ελεύθερο, αποκλείεται να την συγκρατήσει (γνωστό και ως φαινόμενο «μαρούλια αντί για δάχτυλα»). Χωρίς να διαθέτει την κωλοπαιδίστικη παράνοια του Ελευθερόπουλου που έδινε κάποια αίγλη στην παροιμιώδη του αστάθεια, ο Χαλκιάς είναι απλώς ένας τερματοφύλακας που χαίρεσαι να έχεις αντίπαλο.

Αναπληρωματικός του Χαλκιά δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον ζεν πρεμιέ Άλεξ Τζόρβα. Τον γοητευτικό συλλέκτη σπορ αυτοκινήτων, τον δανδή του αθλήματος, τον πυροβολημένο (κατά δήλωσή του, στο Καραϊσκάκη). Ο Άλεξ κυριαρχεί στη μικρή του περιοχή με το αγανακτισμένο στυλάκι θαμώνα παραλιακού κλαμπ πού ξέχασε η γκαρσόνα να του ανανεώσει τα παγάκια. Φροντίζοντας να συντηρεί πάντα την επιμελώς ατημέλητη αξυρισιά του καθώς και το ton sur ton στην στολή με την οποία εμφανίζεται (και όχι αγωνίζεται, μη γίνεσαι μπανάλ!) περνάει τον περισσότερο χρόνο σκυλοβρίζοντας την αμυντική του γραμμή. Το γεγονός οτι κανένας από τους συμπαίκτες του δεν τον έχει πλακώσει ακόμα στις φάπες θα πρέπει να οφείλεται είτε στο ότι ο αμερικανοτραφής Αλεξ έχει βαριά προφορά στα ελληνικά κι έτσι δεν παίρνει χαμπάρι ο έρμος ο Βύδρας τι του σούρνει, ή στο ότι στη μακρινή χώρα των Βάσκων το είχαν σε κακό να μαθαίνουν αγγλικά τα παιδιά τους κι έτσι ο Σαριέγκι δεν προσβάλλεται εύκολα. Η πρόσφατη μεταγραφή του Αλεν Μπουμσόνγκ ο οποίος διαφημίστηκε σαν πράος χαρακτήρας και κουλτουριάρης δείχνει οτι το προπονητικό τιμ του Παναθηναϊκού έχει αντιληφθεί το τι βρομόστομος είναι ο Άλεξ και πασχίζει για την ηρεμία στην άμυνα. Βεβαίως, ο Άλεξ τρώει τα γκολ με το τσουβάλι αρκεί ο αντίπαλος επιθετικός να μη ρίξει πάνω του τη μπάλα (ή να μη τη βγάλει έξω). Αλλά, ακολουθώντας τη στάνταρ Παναθηναϊκή διαδικασία, οι ανύπαρκτες ικανότητες του Τζόρβα υμνούνται σε βαθμό Μπουφόν (ή μπούφων). Πράγμα το οποίο δεν είναι καθόλου κακό βεβαίως –η συγκεκριμένη τακτική εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη επιτυχία και παλιότερα στην περίπτωση Νικοπολίδη με αποτέλεσμα να εξασφαλίσει η Θρυλάρα ψημένο γκολκίπερ για μια εξαετία! Άλεξ γερά λοιπόν!

Σε θέματα άμυνας είναι άτεγκτος. Οι αμυντικοί της ομάδας θα πρέπει να είναι «σκυλιά ατάιγα» που έλεγε κι ένας φίλος, οπότε θα χρησιμοποιήσω μόνο δύο. Δεν υπάρχουν αναπληρωματικοί στους αμυντικούς αφού απλούστατα οι συγκεκριμένοι αμυντικοί δεν παθαίνουν τίποτα. Τσιμεντοκολώνες! Γκρο μπετό.

Πρώτη κολώνα ο Sotis (όχι ο Βολάνης) Κυριάκος. Ο γνωστός και ως «αλάνι». Ο σκληροτράχηλος βλάχος με την αλογοουρίτσα, η υπενθύμιση του γεγονότος οτι ο γκρικ λάβερ θα βρωμάει πάντα ποδαρίλα, ο χαμένος γιός του Καλιτζάκη. Ο ντόμπρος άντρας που δεν είχε κανένα πρόβλημα να κάνει πουστιά σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση για να κερδίσει την αποβολή του Ζιοβάνι, ο σκληροτράχηλος ποδοσφαιριστής που τρέλανε τον Σκωτσέζο διαιτητή («έτσι που τον είδα να πέφτει θεώρησα οτι έπαθε μεγάλη ζημιά και έδωσα το πέναλτι, αλλά αυτός, αμέσως μετά σηκώθηκε σα να μην έτρεχε τίποτα!»), ο αμυντικός ογκόλιθος που τρώει σαν χάνος την προσποίηση του Αντριάνο και τον παρακολουθεί με κρεμασμένο σαγόνι να σκοράρει. Ο άνθρωπος των ειδικών αποστολών, αυτός δηλαδή πού όταν ένας προπονητής βλέπει οτι το παιχνίδι είναι χαμένο τον εξουσιοδοτεί να το κάνει μπουρδέλο μπας και βγει τίποτα. Πέρσι πλασαρίστηκε σαν ο Σωτήρης (Σωτήρας) της Λίβερπουλ και όντως συντέλεσε στη χειρότερη χρονιά της συγκεκριμένης ομάδας. Φέτος παίζει μονάχα όταν οι κόκκινοι αντιμετωπίζουν μεγαθήρια τύπου Τραμπζονσπόρ (εντός έδρας βέβαια). Ο Sotis φυσικά έχει λαμπρή σταδιοδρομία και στην Εθνική.

Δίπλα στον Sotis, ο Μπρούνο. Ο Τσιρίλο, ο άνθρωπος που κόβει τους αντίπαλους επιθετικούς με τη σιχαμάρα που αποπνέει. Καθότι, όσο σκληροτράχηλος κι αν είναι ο φορ, όταν ζυγιάζει την περίπτωση ακούσιας ανταλλαγής υγρών με τον Μπρούνο και την πιθανότητα μολυσματικών ασθενειών που συνεπάγεται η συγκεκριμένη περίπτωση, ένα τσαφ θα το κάνει! Ένας στιγμιαίος δισταγμός που όμως είναι αρκετός για να έρθει ο παρτενέρ του Μπρούνο (επειδή ο ίδιος σπανίως κινείται, παίζοντας με προσήλωση τον ρόλο του σκιάχτρου) και να κόψει τη μπάλα. Θυμάμαι όταν ανακοινώθηκε η μεταγραφή του Τσιρίλο στην ΑΕΚ, οι τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι (αφού έφαγαν τον κόσμο ψάχνοντας για ένα εντυπωσιακό πλάνο, κάποιο γκολ ή κάτι παρόμοιο) έδειχναν τον Μπρούνο να σηκώνει στον αέρα με μια κλωτσιά έναν άμοιρο Ιταλό ποδοσφαιριστή. Όχι –ο Μπρούνο δεν παίζει στην Εθνική Ελλάδος, δυστυχώς.

Στον τομέα των πλάγιων μπακ θα κάνω κάποιες υποχωρήσεις. Δηλαδή, όχι μόνο θα βάλω με το ζόρι δύο αλλά ο ένας απ΄αυτούς δεν είναι και κλασσικός πλάγιος μπακ (άσε που αμφιβάλω αν παίζει ακόμα μπάλα σε καμιά δεύτερη κατηγορία).

Αριστερά λοιπόν ο πασπαρτού Σταύρος Λαμπριάκος. Το δεύτερο κοτσιδάκι της ομάδας και ο ιδανικός παρτενέρ του Sotis σε βλαχομεταλάδικη εμφάνιση. Ο άνθρωπος που ήταν ικανός να παίξει σε όλες τις θέσεις μιας ομάδας εξίσου άσχημα! Ο αμυντικός που έσπαγε πόδια όταν ήθελε να μαρκάρει, ο μέσος που έσπαγε πόδια όταν ήθελε να ντριπλάρει, ο επιθετικός που έσπαγε πόδια όταν ήθελε να σκοράρει! Ο Monk! Η ζωντανή απόδειξη οτι ένας πορτιέρης μπορεί να κάνει καριέρα στα γήπεδα.

Δεξιά στην άμυνα της ομάδας κυριαρχεί ο μέγας Βασίλης Τοροσίδης. Ο ταλαίπωρος οπωροπώλης της λαϊκής, ο πιτσιρικάς με το μπιφτέκι στο κεφάλι, ο αξύριστος με τα κόκκινα μάγουλα, ο κακός ανιψιός της παραδόπιστης θείας. Ο άνθρωπος που ντριπλάρει με τις χορευτικές κινήσεις καουμπόη που μόλις κατέβηκε από το άλογο, ο ποδοσφαιριστής ο οποίος εκτός γηπέδων είναι 10 εκατοστά ψηλότερος απ΄ότι εντός των αγωνιστικών χώρων επειδή κυκλοφορεί στα γκαζόν μονίμως καμπουριασμένος. Παρακολουθώ χρόνια τον Ολυμπιακό και σχεδόν ποτέ δεν απελπίζομαι. Δεν πάει να χάνει 3-0 στο 80; Πιστεύω οτι θα το γυρίσει. Δεν πάει να απέχει 10 πόντους από την κορυφή; Πιστεύω οτι θα πάρει πρωτάθλημα! Μια φορά μόνο απογοητεύτηκα για την κατάσταση της ομάδας –όταν, πέρσι, άκουσα τον προπονητή να λέει οτι περιμένει τον Τοροσίδη να αναρρώσει προκειμένου να επανέλθει η ομάδα στις επιτυχίες!

Επειδή είμαι οπαδός του επιθετικού ποδοσφαίρου, η ομάδα που σιχαίνομαι δεν θα μπορούσε παρά να έχει ενισχυμένο κέντρο.

Ξεκινάω από τον αμυντικό μέσο κι αυτός είναι ο Πάμπλο Γκαρσία. Ο άνθρωπος που διακτινίστηκε από τα σέβεντις, ο μακρυμάλλης με το κορδελάκι α λα Μπιοργκ Μποργκ, το ίνδαλμα των φανατικών Παοκτζήδων. Αυτό το τελευταίο θα αρκούσε για να στρογγυλοκαθίσει ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής στο βάθρο (βόθρο) του σιχαμερότερου. Άλλωστε είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που αποθεώθηκε σε αεροδρόμιο επιστρέφοντας από ήττα της ομάδας του επειδή είχε ρίξει μπουνιά στον Ντιόγο χωρίς να τον δει ο διαιτητής! Νομίζω πάντως οτι ο Γκαρσία έχει ποδοσφαιρικές ικανότητες. Απλώς δεν τις επιδεικνύει προκειμένου να διατηρεί αλώβητο τον θρύλο του. Επειδή είναι ένα πράγμα να λες οτι ο αμυντικός σου μέσος έκοψε 5 προωθήσεις των αντιπάλων αλλά τον πέρασαν και 3 φορές κι άλλο να λες οτι ο αμυντικός σου μέσος προκάλεσε μια διάσειση και δυο εξαρθρώσεις, όλα εκτός φάσεων και χωρίς να τον πάρει χαμπάρι ο ρέφερι!

Λίγο πιο μπροστά από τον Γκαρσία, σε επιτελικό ρόλο υπάρχει ο Παντελής Καφές. Ο ράστα που κουρεύτηκε και κανείς δεν το πήρε είδηση, ο άνθρωπος-πλεονέκτημα για κάθε ομάδα στην οποία αγωνίζεται, επειδή είναι τόσο άχρωμος κι αόρατος ώστε μπορείς να παίξεις με 12 παίκτες και να μην το πάρει κανένας είδηση. Αφού διέπρεψε στην Παοκάρα κατέβηκε στο Λιμάνι δημιουργώντας την ψευδαίσθηση οτι ήταν κανονικός ποδοσφαιριστής και κατέληξε στην ΑΕΚ όπου η ψευδαίσθηση μετατράπηκε σε πραγματικό όραμα κι ο Παντέλος φόρεσε μέχρι περιβραχιόνιο. Οι λόγοι που μέχρι σήμερα δεν υπήρξε βασικό και αναντικατάστατο στέλεχος της εθνικής Ελλάδας παραμένουν ανεξήγητοι.

Ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι δεκάρι στη συγκεκριμένη ομάδα από τον Γιώργο «τυπάρα» Καραγκούνη; Τον άνθρωπο -όνομα (ή μάλλον επώνυμο) και πράμα στην κυριολεξία! Δεν μπορώ να καταλήξω τι είναι πιο αξιοθαύμαστο στον Γιώργαρο. Η λίγδα των μαλλιών του; Η κατατομή του προσώπου του; Το απαράμιλλο ποδοσφαιρικό του στυλ να κυκλοφορεί τη μπάλα σαν συγκαμένος και να ντριπλάρει πέφτοντας ταυτοχρόνως από την άλλη πλευρά μπας και πάρει φάουλ; Το χιούμορ του το οποίο όλοι θαυμάσαμε στο αξέχαστο πανευρωπαϊκό του 2004 (ακόμα έχω εφιάλτες από τότε που τον είδα να φοράει το στέμμα της πριγκίπισσας); Το ασύγκριτο αρχηγικό του στυλ το οποίο συγκρίνεται μόνο με αυτό του μπασκετικού Παναγιώτη Γιαννάκη, σε επίπεδο κλάψας; Φυσικά αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της εθνικής Ελλάδος –αυτό δα έλειπε! Και η αμπαλοσύνη του αντί να είναι κατακριτέα τού έχει προσδώσει το παρατσούκλι «τυπάρας»! Τι να γίνει; Κάπως πρέπει να κονομήσουν και οι αθλητικογράφοι!

Περνάω τώρα στους εξτρέμ κι εδώ τα πράγματα είναι κυριολεκτικά «των άκρων».

Γι΄αυτό θα αρχίσω με τον Σέρχιο Κόκε. Τον άνθρωπο που αν δεν δείξει αθλητική ταυτότητα δεν τον βάζουν στο γήπεδο άνευ εισιτηρίου. Τον ποδοσφαιριστή του οποίου η ασχήμια με αποσυντονίζει εντελώς με αποτέλεσμα να μην μπορώ να διακρίνω αν ξέρει μπάλα. Οι Αρειανοί λένε οτι ξέρει καντάρια. Οι δημοσιογράφοι επίσης. Όταν λείπει από την ομάδα η απουσία του είναι επαρκής αιτία για να δικαιολογηθεί μια ήττα. Αλλά κι όταν παίζει πάλι χάνει ο Άρης, συχνά-πυκνά.

Άλλο εξτρέμι τρελό είναι ο Σεβαστιανός Λέτο. Πρόκειται για ένα ακόμα μοντελάκι των σέβεντις. Όταν ήρθε στην Ελλάδα πολλοί υποστήριζαν οτι είναι τρελή παιχτούρα και είχαν δίκιο. Και τρελή είναι και παιχτούρα. Μάλιστα σε αγώνες επίδειξης για κοινωφελή σκοπό δεν μπορώ να διανοηθώ τη μη συμμετοχή του Λέτο. Αλλά τώρα, αν έχεις τίποτα ποταπές φιλοδοξίες όπως π.χ. να κερδίσεις την Καβάλα μέσα στο γήπεδό σου, ο Σεμπάστιαν δεν είναι ο άνθρωπός σου. Καθότι, αν δεν του περάσουν οι πρώτες ντρίπλες θα εκνευριστεί (φυσικό για έναν καλλιτέχνη), θ΄αρχίσει τα κλωτσίδια, θα πάρει κάρτα, μετά θα προσπαθήσει να περάσει και τους 20 παίχτες και τους 2 τερματοφύλακες και τους διαιτητές και τον παρατηρητή και τον προπονητή της ομάδας μαζί με όσους κάθονται στον πάγκο κι όσο δεν τα καταφέρνει, αν τολμήσεις να τον αλλάξεις, θα σε πλακώσει στα κλωτσίδια. Αυτά έκανε στον Ολυμπιακό, αυτά είδε ο Παναθηναϊκός και, προφανώς, ζήλεψε τόσο ώστε να πληρώσει ένα καράβι λεφτά για να τον αποκτήσει. Το χειρότερο όλων βέβαια είναι οτι ο Σεμπάστιαν σκόραρε το μοναδικό γκολ του τελικού στο Κύπελλο οπότε, άντε τώρα να πεις στους βάζελους οτι είναι βλαμμένο το παιδί και να σε πιστέψουν!

Και ολοκληρώνω τις γραμμές των εξτρέμ με το ακατέργαστο διαμάντι που ακούει στο όνομα Ζαουάντ Ζαϊρί. Τον βεδουίνο που κινείται πιο αργά κι από καμήλα. Τον άνθρωπο με το ανέκφραστο πρόσωπο και το απορημένο βλέμμα. Κάνει ντρίπλα και του πιάνει; Κάνει ντρίπλα και δεν του πιάνει; Βάζει γκολ; Χάνει γκολ; Πάντα με την ίδια απορημένη έκφραση σε στυλ «εγώ τη στάση του λεωφορείου ψάχνω». Παλιότερα υπήρχαν κάποιοι ποδοσφαιριστές που έγιναν θρύλοι επειδή ήταν απρόβλεπτοι. Είχαν τη μπάλα στα πόδια τους κι εκεί που περίμενες να πασάρουν, σούταραν, ή ντρίπλαραν ή άφηναν τη μπάλα και πηγαίνανε στον πάγκο για πορτοκαλάδα ξέρω ΄γω... Ο Ζαϊρί δεν ανήκει σε αυτούς αν και έχει όλα τα προσόντα επειδή, δυστυχώς, είναι προβλέψιμος στις περισσότερες των περιπτώσεων. Τον βλέπεις ας πούμε με τη μπάλα στα πόδια και έχει τρεις επιλογές: α) πάσα, β) ντρίπλα, γ) μαλακία. Ε, είσαι σίγουρος οτι πάντα θα επιλέξει να κάνει τη μαλακία. Το μόνο που προσδίδει κάποιο σασπένς στην όλη υπόθεση είναι το είδος της μαλακίας που θα επιλέξει. Αποτυχημένη ποδιά όσο ο αντίπαλος στέκεται με κολλημένα τα μπούτια; Πέρασμα πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου όταν αυτός πατάει στη γραμμή του άουτ; Κατά μέτωπο μπάσιμο στη μικρή περιοχή όταν μπροστά του είναι τέσσερεις αμυντικοί κι ενώ από την άλλη πλευρά είναι μαζεμένοι όλοι οι επιθετικοί της ομάδας του και ξεροσταλιάζουν μονάχοι; Όσο καλή και να είναι μια προοπτική ο Ζαϊρί θα καταφέρει στο τέλος να την χαραμίσει. Κι όταν κάποτε κάνει κάτι καλό ή σκοράρει αυτό θα αποδειχτεί, μακροπρόθεσμα, χειρότερο από το να έχανε τη μπάλα. Υπάρχει ένα βιντεάκι που συγκρίνει τον Ζαϊρί με τον Κριστιάνο Ρονάλτο προσπαθώντας να αποδείξει κάτι το οποίο μου διαφεύγει. Αυτό που εγώ κατάλαβα παρακολουθώντας το είναι οτι οι χαζοχαρούμενοι ντιντήδες ποδοσφαιριστές εγγυημένα θα βγάζουν μια ομάδα εκτός στόχων στο διηνεκές.

Κι αφού γέμισα τα πλάγια της ομάδας με ζογκλέρ, μίμους και ταχυδακτυλουργούς δεν μένει παρά να βάλω δυο βαρβάτα σεντεφόρια, να μασάνε σίδερα και να φτύνουν καρφίτσες.

Δημήτρης Σαλπιγγίδης κυρίες και κύριοι! Ο μπαρμπα-Μπαμπάς. Ο άνθρωπος της διπλανής ανεμότρατας. Ακόμα μια μορφή, με λίγα λόγια, που σε με μια ποδοσφαιρικά προηγμένη χώρα δεν θα του επιτρεπόταν να πατήσει γκαζόν παρά μόνο για να το κουρέψει. Ντριπλάρει άτσαλα, σουτάρει άτσαλα, σκοράρει άτσαλα. Το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό του προσόν είναι η σπαζαρχιδίαση. Έχει τη μπάλα ο αμυντικός με τον τερματοφύλακα; Από κοντά ο Σάλπι να τους τσιγκλάει. Πάει η μπάλα να βγει έξω; Τρεχάλα ο Σάλπι μπας και την προλάβει. Βγαίνει μέχρι τις ταμπέλες ο τερματοφύλακας για να μαζέψει τη μπάλα; Μπάστακας ο Δημητράκης στη γραμμή για να μην τον αφήσει να την ξαναβάλει στο γήπεδο. Παίζει και φουνταριστός και περιφερειακός και εξτρέμ αποδεικνύοντας οτι τελικά ένα γκολ μπορεί να γίνει πραγματικά άσχημο θέαμα. Και έχει κερδίσει με τις αποκρουστικές του εμφανίσεις τη θέση του στην εθνική Ελλάδος.

Θα κλείσω την επάνδρωση αυτής της ομάδας με τον ποδοσφαιριστή-φετίχ. Τον δολοφόνο με το κακοκουρεμένο τσουλούφι, το καγκούρι με το τσιπαρισμένο Nintendo, τον Κώστα Μήτρογλου ή Μύτογλου κατά Αλέφαντο. Πρώτη φορά που τον είδα ήταν σε ένα παιχνίδι της εθνικής Νέων. Ενδιαφέρθηκα επειδή άκουσα οτι τον είχε κλείσει ο Ολυμπιακός -σε εκείνο το παιχνίδι λοιπόν η εθνική έχασε, ένα γκολ που έβαλαν μπήκε από αμυντικό κι ο Μήτρογλου διέπρεψε. Στραβοκλωτσιές, χαμένες ευκαιρίες σε άδειο τέρμα, σπαταλημένες ευκαιρίες λόγω ατομισμού, κίτρινη κάρτα λόγω πλήθους φάουλ στους αντίπαλους αμυντικούς, ο Κωστάκης τα έκανε όλα! Βλέποντάς τον είχα μείνει με την εντύπωση οτι ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής ήταν ακριβώς ότι δεν ήθελα να παίζει στην ομάδα που υποστηρίζω. Και η μέχρι σήμερα καριέρα του Μύτογλου με δικαίωσε. Πρώτος σκόρερ της ομάδας πέρσι, όταν η ομάδα είχε μόνο έναν επιθετικό! Δεινός εκτελεστής πέναλτι! Εφευρέτης της ντρίπλας με τους αγκώνες (ρίχνουμε δυο αγκωνιές στους αμυντικούς κι έτσι τους περνάμε). Βέβαια, για να μην τον αδικώ, ο Μήτρογλου χαρίζει και στιγμές γέλιου στο φιλοθεάμον κοινό, ειδικά όταν προσπαθεί να κάνει βραζιλιάνικα κόλπα, ανάποδα ψαλίδια, ποδιές ή ακόμα και κοντρόλ στα δυο μέτρα. Ένα ακόμα θετικό του είναι οτι αποπνέει σιγουριά. Έχει τη μπάλα στη μικρή περιοχή του αντιπάλου; Είσαι σίγουρος οτι γκολ αποκλείεται να βάλει.

Κοιτάζω το κείμενο, περνάω γρήγορα τα ονόματα. Σκέφτομαι:

Ο Χαλκιάς προωθεί τη μπάλα με βολέ, αλλά αυτή πετυχαίνει τον αντίπαλο φορ. Ο Τσιρίλο κινείται για να ανακτήσει τη μπάλα όμως ο Γκαρσία προλαβαίνει και χτυπάει τον αντίπαλο φορ στο υπογάστριο. Η μπάλα στον Καφέ. Ο Καραγκούνης τον τζατζάρει κατά πάθος και του την κλέβει. Ο Καραγκούνης επελαύνει, αλλά γλιστράει στο γκαζόν, ο Λέτο τρέχει και παίρνει τη μπάλα. Ο Λέτο ντριπλάρει τον συμπαίκτη του Ζαϊρί, ο Ζαϊρί χάνει την μπάλα που δεν είχε καταλάβει οτι βρισκόταν στα πόδια του κι ο φιλότιμος Σαλπιγίδης παρεμβαίνει. Η μπάλα στη μικρή περιοχή μετά τη σέντρα του Σαλπιγίδη, ο Κόκε μόνος του με τη μπάλα στα πόδια. Ο Μήτρογλου τον γκρεμίζει από πίσω, παίρνει τη μπάλα και σουτάρει κατευθείαν. Η μπάλα στην κερκίδα.

Ποιος είπε οτι το ελληνικό πρωτάθλημα πού πρόκειται να ξεκινήσει θα είναι βαρετό; Ποιος είπε οτι στα ελληνικά γήπεδα δεν παίζεται μπάλα (δίκιο είχε) και γι΄αυτό δεν αξίζει να βλέπεις τα παιχνίδια (σ΄αυτό είχε άδικο); Άντε –καλή αρχή και να μην ξεχνάμε. Η χρονιά των εκλογών πέρασε, καιρός να επιστρέψει το πρωτάθλημα και το κύπελλο κατά Πειραιά μεριά. Είπαμε, δημοκρατία αλλά όχι και ασυδοσία! Έτσι;

Τρίτη, Αυγούστου 24, 2010

Σάμαλι και γκαζόζα

Πριν κλείσουν οι θερινοί είπα να παίξω μερικά αποσπάσματα ταινιών των αδερφών Μαρξ.

«Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Εντός του σκύλου, είναι πολύ σκοτεινά για να διαβάσεις», Groucho Marx

«Από τη στιγμή που πήρα το βιβλίο σου μέχρι τη στιγμή που το άφησα δίπλα μου πριν κοιμηθώ, είχα ξεσκιστεί να γελάω. Κάποια μέρα σκοπεύω να το διαβάσω κιόλας», Groucho Marx

«Βρίσκω την τηλεόραση πολύ εκπαιδευτική. Κάθε φορά που κάποιος ανοίγει τον δέκτη, αναγκάζομαι να πάω στο διπλανό δωμάτιο και να διαβάσω ένα βιβλίο», Groucho Marx




«Δεν ξεχνάω ποτέ ένα πρόσωπο, αλλά στην περίπτωσή σου, θα χαρώ να κάνω μια εξαίρεση», Groucho Marx

«Ο χρόνος πετάει σαν βέλος. Τα φρούτα πετάνε σαν μπανάνες», Groucho Marx

«Μπορεί να δείχνει ηλίθιος και να μιλάει σαν ηλίθιος αλλά μην τον αφήσεις να σε παραπλανήσει. Είναι όντως ηλίθιος!» Groucho Marx

Chico: «Εδώ έχω το βιβλίο, κάνει 1 δολάριο»
Groucho: «Εδώ έχω 10 δολάρια, δώσμου τα ρέστα»
Chico: «Δεν έχω ρέστα –θα σου δώσω λοιπόν 9 ακόμα βιβλία»

Άντρας: Τι είσαι; Άνθρωπος ή ποντίκι;
Groucho: Βάλε ένα κομμάτι τυρί στο πάτωμα και θα σου λυθεί η απορία.

Groucho: Σου αρέσουν οι γαρδένιες;
Γυναίκα: Ω, μα ναι! Που το ήξερες;
Groucho: Δεν το ήξερα γι΄αυτό σου πήρα «Μη με λησμόνει»




Lassparri: Μου πέταξαν ένα μήλο!
Groucho: Ναι –τα καρπούζια δεν έχουν ωριμάσει ακόμα

Grouchο: Πρέπει να επιταχύνουμε τα πράγματα σ΄αυτό το ξενοδοχείο. Σεφ, αν ένας πελάτης σού ζητήσει ένα αυγό τρία λεπτά βρασμένο δώστο του στα δύο λεπτά. Αν ζητήσει ένα αυγό δύο λεπτών δώστο του στο ένα λεπτό. Κι αν ζητήσει αυγό ενός λεπτού δώστου μια κότα κι άστον να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Groucho: Ξέρεις, νομίζω οτι είσαι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου.
Γυναίκα: Αλήθεια;
Groucho: Όχι, αλλά δεν με πειράζει να λέω ψέματα όταν πρόκειται να βγάλω κέρδος απ΄αυτό.

Groucho: Σε πειράζει να μην καπνίσω;



Groucho: Εντάξει λοιπόν, κλείστηκε το ραντεβού –Σάββατο στις 3. Όχι, καλύτερα να το κάνουμε την Τρίτη. Φεύγω για Ευρώπη τη Δευτέρα.

Chico: Και βέβαια τον παρακολουθήσαμε. Την Τρίτη ήμασταν έξω από το σπίτι του όλη μέρα, αλλά εκείνος δεν ήταν μέσα. Την Τετάρτη πήγαμε στο γήπεδο, αλλά εκείνος μας κορόιδεψε και δεν εμφανίστηκε. Την Πέμπτη πήγε εκείνος στο γήπεδο, αλλά τον κοροϊδέψαμε εμείς και δεν εμφανιστήκαμε. Την Παρασκευή έγινε διπλή κομπίνα, δεν εμφανίστηκε ούτε εκείνος ούτε εμείς, οπότε κάτσαμε σπίτι κι ακούγαμε ραδιόφωνο.

Chico: Θα μπορούσα να χορεύω μαζί σου μέχρι οι αγελάδες να επιστρέψουν στο παχνί τους αλλά θα προτιμούσα να χορέψω με τις αγελάδες μέχρι να επιστρέψεις εσύ στο παχνί σου.

Γραμματέας του Θησαυροφυλακίου: Κύριε, δοκιμάζετε την υπομονή μου!
Firefly: Μη σε απασχολεί αυτό. Κι εσύ μπορείς να δοκιμάσεις τη δική μου άμα θέλεις.

Groucho: Μην κοιτάξεις τώρα αμέσως, αλλά νομίζω οτι σ΄αυτό το δωμάτιο περισσεύει κάποιος κι αυτός είσαι εσύ.



FIREFLY: Προς τον οδοντίατρό μου. Εεε, ‘Αγαπητέ οδοντίατρε, εσωκλείω επιταγή 500 δολαρίων. Ειλικρινά δικός σου’ Στείλτο αυτό αμέσως.
BOB: Θα... εε, νομίζω οτι θα πρέπει πρώτα να εσωκλείσω την επιταγή.
FIREFLY: Αν κάνεις κάτι τέτοιο θα απολυθείς.

Groucho: Αν έρθω ακόμα πιο κοντά σου, θα βρεθώ πίσω σου.

Groucho: Έχουμε κολέγιο εδώ πέρα; Έχουμε και μια ποδοσφαιρική ομάδα; Λοιπόν, δεν μπορούμε να τα συντηρήσουμε και τα δύο, από αύριο θ΄αρχίσουμε να ξεπουλάμε το κολέγιο.

Zeppo: Μπαμπά, περηφανεύομαι που είμαι γιος σου.
Groucho: Πήρες στην κυριολεξία τις λέξεις από το στόμα μου. Ντρέπομαι που είμαι πατέρας σου.

Chico: Οι ινδιάνοι έρχονται! Βάλτε τα σκαλπ στις τσέπες! (παίρνει το περουκίνι του διπλανού του και το βάζει στην τσέπη του)

Άντρας: Τι τρόπος! Να βάλεις το χέρι σου στην τσέπη μου!
CHICO: Ήταν απλά ένα λάθος. Βλέπεις, είχα κι εγώ ένα κοστούμι όμοιο με το δικό σου και για μια στιγμή νόμιζα οτι αυτό ήταν το παντελόνι μου.
Άντρας: Πώς θα μπορούσε να είναι το παντελόνι σου αφού το φοράω εγώ;
CHICO: Λοιπόν, εκείνο το σακάκι είχε δυο παντελόνια, γι΄αυτό....

Chico: Ή αυτός ο άντρας είναι πεθαμένος ή το ρολόι μου σταμάτησε να δουλεύει.

Groucho: Αν έχεις 10 δολάρια έλα να με δεις το πρωί. Αν έχεις 6, θες να σου δανείσω άλλα 4;

Τετάρτη, Αυγούστου 18, 2010

9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες

Το πρώτο πράγμα που ψάχνεις αν τύχει να ξυπνήσεις σε νοσοκομειακό κρεβάτι είναι με ποιες κινήσεις πονάς. Τεντώνεις τα πόδια μέχρι εκεί που ακουμπάνε τα κάγκελα –πονάς; Παίρνεις βαθιά ανάσα, το στέρνο ανεβαίνει προσπαθώντας υπερβατικά να περάσει πάνω από το κεφάλι σου –πονάς;
Μετά αρχίζεις το στριφογύρισμα.
Προς τ΄αριστερά –γίνεται;
Προς τα δεξιά;
Ακόμα και στην καλύτερη των περιπτώσεων, εφόσον ξυπνήσεις ανάσκελα δεν υπάρχει πιθανότητα να καταφέρεις να γυρίσεις μπρούμυτα. Διάβολε. Σε νοσοκομειακό κρεβάτι είσαι, όχι σπίτι σου. Όχι στο κρεβάτι σου, όχι στην ΑΔΙ σου... Όχι. Είσαι σε νοσοκομείο και είσαι σωληνωμένος σ΄ένα κρεβάτι αν και δεν μπορείς σ΄εκείνη τη φάση να ξεχωρίσεις τα σωληνάκια από τα καλώδια.
Το πρώτο πράγμα που ανακαλύπτεις αν τύχει να ξυπνήσεις σε νοσοκομειακό κρεβάτι είναι πώς το στόμα σου είναι πιο ξερό από παρατημένο παπούτσι στη μέση της καλοκαιρινής λεωφόρου κι αυτό μάλλον, η αίσθηση της εγκατάλειψης, σε τρομοκρατεί.
Είσαι εκεί, τα σεντόνια μυρίζουν αντισηπτικό και ξεραμένα σάλια, το σώμα σου διαμπερές σε ενσύρματη σύνδεση, πονάς σε κάθε δοκιμαστική κίνηση, διψάς, κρυώνεις, θα πεθάνεις. Όπου να’ναι.
Η γύμνια, ο εξευτελισμός της έκθεσης ενός ασπρουλιάρικου σημαδεμένου κορμιού κάτω από την εκτυφλωτική λάμπα πυράκτωσης, αυτά δεν σε απασχολούν καθόλου όταν ξυπνάς σε νοσοκομειακό κρεβάτι. Όταν είσαι μεσοτοιχία με τον θάνατο η ντροπή μπορεί να περιμένει.
Γυρίζω το κεφάλι δεξιά, αριστερά, αργά. Υπάρχει μια σειρά κρεβατιών δεξιά μου και μια πόρτα ορθάνοιχτη (κατάλευκη) αριστερά μου. Στο τέλος της σειράς κρεβατιών δεξιά θα πρέπει να βρίσκεται κάποιο παράθυρο, δεν το βλέπω αλλά δεν είναι η πρώτη φορά που επισκέπτομαι νοσοκομείο, προσπαθώ να εντοπίσω το παράθυρο, τι είναι έξω; Νύχτα; Μέρα; Τα σωληνάκια τεντώνονται. Το παράθυρο έχει κλειστές κουρτίνες.
Θόρυβος αριστερά μου, πόδια με μαλακά παπούτσια γλιστράνε στο πάτωμα, πλησιάζουν προς το μέρος μου. Γυρίζω να δω αλλά προλαβαίνω μονάχα την πλάτη του νοσοκόμου. Δεξιά, δυο κρεβάτια παραπέρα, υπάρχει ακόμα ένας ασθενής. Ή τραυματίας. Εγώ τι είμαι;
Κλείνω τα μάτια, όταν ξυπνήσεις σε νοσοκομειακό κρεβάτι το καλύτερο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να ξανακοιμηθείς. Αλλά αυτό μοιάζει, συνήθως, αδύνατο. Επειδή μόλις ξύπνησες και μάλιστα από νάρκωση. Όταν είσαι μεσοτοιχία με τον θάνατο ο ύπνος μπορεί να περιμένει.
Αλλά όχι και το Τμήμα Εσωτερικών Ελέγχων.
Ακούω την καρέκλα να σέρνεται στο πλάι, αριστερά. Γυρίζω αργά, διακρίνω γόνατα σε φανελένιο καφέ σκούρο παντελόνι και μποτάκια που μοιάζουν, αλλά δεν είναι, αρβύλες. Δυο τριχωτά χέρια καπακώνουν τα γόνατα, ένα ξερό βήξιμο.
«Είσαι καλύτερα τώρα;» λέει διστακτικά ο A127.
«Καλύτερα... όπως το πάρει κανείς...» μουρμουρίζω.
«Θα συνέλθεις, είναι νωρίς ακόμα», προσπαθεί να με καθησυχάσει.
«Νωρίς...» ψιθυρίζω.
«Σου έφερα....»
Σηκώνω λίγο το κεφάλι, όχι τόσο ώστε να συναντήσω τη λιγδιάρικη φάτσα του αλλά αρκετά για να δω το κομοδίνο δίπλα μου. Υπάρχει ένα μπουκάλι κίτρινου χυμού εκεί πάνω, όμως αυτό που με απασχολεί περισσότερο είναι τα μηχανήματα. Εντοιχισμένα μηχανήματα. Οι σωληνώσεις τους ξεκινάνε από εκεί, ψηλότερα από το κομοδίνο και χάνονται μέσα μου απ΄όσο μπορώ να υπολογίσω.
«Γιατί με γεμίσανε σωληνάκια;» αναρωτιέμαι.
«Ήταν αναγκαίο, στην κατάστασή σου...»
«Η οποία κατάσταση....»
Περιμένω αλλά μάταια. Ο Α127 δεν θα πει περισσότερα.
«Για άλλο ήρθα εγώ πάντως», μουρμουρίζει μετά από λίγο.
«Για ανάκριση –ξέρω», απαντάω εγώ.
«Θα πρέπει να...»
«Προχώρα παρακάτω, είμαι κουρασμένος».
«Εντάξει. Είμαι υποχρεωμένος να σε ενημερώσω κατά πρώτον για τις εναντίον σου κατηγορίες...»
Κλείνω τα μάτια καθώς ακούγεται ο υπόκωφος ήχος του σήματος που ενεργοποιείται, ο ήχος αυτός μοιάζει με νερό που αδειάζει απότομα από μπανιέρα. Αν κοιτάξω στο πλάι μου θα δω ένα τμήμα του ολογράμματος αλλά δεν το κάνω.
«Στις 22 τρέχοντος και ενώ ο Α777 είχε οριστεί επικεφαλής αποστολής με σκοπό τον έλεγχο των Κεντρικών γραφείων της Διηπειρωτικής Α.Ε., για λόγους τους όποιους μόνο ο ίδιος είναι σε θέση να γνωρίζει και παρακούοντας τις εντολές της Υπηρεσίας οδήγησε ελικοφόρα της αποστολής σε κατοικίες στελεχών της ανωτέρω εταιρείας. (Θέμα προς διερεύνηση: υπήρξε πρόθεση να ασκηθεί εκβιασμός εκ μέρους του Α777;) Στη συνέχεια κι εφόσον η συγκεκριμένη του τυχόν πρόθεση απέτυχε, επέστρεψε με το ελικοφόρο του στην Υπηρεσία μεταφέροντας την οικογένεια του στελέχους της Διηπειρωτικής Α.Ε. ονόματι Γουίλιαμ Δράκου, κατόπιν δε, στον χώρο στάθμευσης της Υπηρεσίας όπου μετέβη ο Γ. Δράκος για να συναντήσει την οικογένειά του, ο Α777 προέβη σε δολοφονική ενέργεια με θύματα τον ίδιο τον Γ. Δράκο Κ43Ε, την γυναίκα του ονόματι Σάντρα Κ36Ε και την κόρη τους Κ7Ε αγνώστων λοιπών στοιχείων....»
Ώστε λοιπόν ήταν κορίτσι τελικά –κάτι μάθαμε....
Ο Α127 σταμάτησε την ανάγνωση.
«Αποκοιμήθηκες;» ρώτησε.
«Κάνω φιλότιμες προσπάθειες να μην...» του απάντησα.
«Να υποθέσω λοιπόν οτι όλα αυτά που σου διάβασα τα αποδέχεσαι....»
«Έχει σημασία αν τα αποδέχομαι ή όχι;»
«Ε, πώς».
«Εντάξει λοιπόν. Πες μου τώρα αν όντως κάποιος σκότωσε την οικογένεια Δράκου ή αν πρόκειται απλώς για προφύλαξη μαρτύρων...»
Ο Α127 έβηξε. Τον ήξερα καλά τον ηλίθιο. Δεν ήθελε να δείξει οτι ήταν ανενημέρωτος, δεν ήθελε όμως και να εκτεθεί.
«Δεν είμαι εδώ για να....» ξεκίνησε να λέει.
«Δεν είσαι εδώ για τίποτα», του ξέκοψα. «Και πες στους καργιόληδες οτι αν με ξαναβάλουν σε ΑΔΙ θα μπω στα σπίτια τους και θα τους γαμήσω την ώρα που κοιμούνται».
«Δεν καταλαβαίνω», του ξέφυγε. «Τέλος πάντων, δεν είναι εκεί το θέμα μας», πήγε να το μαζέψει κάπως. «Υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες, θα διεξαχθεί κανονική ανάκριση από το Τμήμα Εσωτερικών Ελέγχων, αυτό που γίνεται τώρα εντάσσεται στα πλαίσια των διερευνητικών διαδικασιών. Σε ενημέρωσα ήδη σχετικά με τις κατηγορίες οι οποίες σε βαρύνουν, θα έχεις όλο το απαραίτητο διάστημα προκειμένου να ετοιμάσεις την απολογία σου. Εντός της εβδομάδας...»
«Τι έχω;» τον διέκοψα πάλι.
Γύρισα όσα τον ρωτούσα για να τον βλέπω την ώρα που θα μου απαντούσε.
«Δηλαδή;» απόρησε.
«Γιατί είμαι στο νοσοκομείο ρε παιδί μου», αγανάκτησα.
«Α, αυτό... Έμφραγμα», είπε.
«Γίνε πιο συγκεκριμένος», απαίτησα.
«Σε βρήκαν στο ησυχαστήριο....»
«Στο ησυχαστήριο», επανέλαβα πικρόχολα.
«Στο ησυχαστήριο ναι», είπε ο Α127. «Σε βρήκαν ημιλιπόθυμο μέσα στον εμετό σου, έμφραγμα».
«Και μετά;» έκανα.
«Τι μετά; Δεν είμαι γιατρός, δεν ξέρω...»
Ένιωσα κάτι κεραυνούς να τρυπάνε τα μηνίγγια μου, θα ήθελα κάποιο φάρμακο να με βοηθήσει να κοιμηθώ.
«Φώναξέ μου έναν γιατρό», του ζήτησα.
«Σε λίγο -πρέπει πρώτα να....» είπε.
Δεν τον άφησα να συνεχίσει. Τίναξα το χέρι, κάτι σωληνάκια με ξέσκισαν, βρήκα το κουμπί και το πάτησα επιτακτικά.
«Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό», μου είπε.
Αδιαφόρησα.
Σε μισό λεπτό ο οπτικός μου ορίζοντας καλύφθηκε από την άσπρη φόρμα του νοσοκόμου.
«Φώναξέ μου έναν γιατρό», του ζήτησα.
«Ποιο είναι το πρόβλημα;» απαίτησε να μάθει.
«Έχω ιλίγγους και σκοτοδίνες», μουρμούρισα.
Έβαλε το χέρι του στο μέτωπό μου.
«Σταμάτα να με χουφτώνεις και φέρε τον γιατρό», απαίτησα.
Έκανε πίσω αναποφάσιστος, πήγαινα στοίχημα οτι προσπαθούσε να συνεννοηθεί στα μουγκά με τον Α127.
«Τι καταλαβαίνεις; Θα περιμένεις να πεθάνω πρώτα;» γκρίνιαξα.
Ο νοσοκόμος έφυγε.
«Φύγε κι εσύ», είπα στον Α127.
«Δεν τελείωσα», απάντησε.
«Τελείωσες» του εξήγησα. «Για την ακρίβεια τελειώσαμε. Στην επόμενη συνάντησή μας κανόνισε να υπάρχει γραμματέας και κάντη όσο πιο επίσημη γίνεται».
«Έχεις μεγάλο θράσος», παρατήρησε.
«Έχω», συμφώνησα. «Τώρα φύγε».
Σηκώθηκε, το κατάλαβα από τα πόδια της καρέκλας που σύρθηκαν στριγκλίζοντας στο πάτωμα.
Που διάολο ήταν ο γιατρός;
Ήρθε πάνω από το κεφάλι μου. Μια γκρίζα ανοιχτή ποδιά κι από μέσα κάτι που έμοιαζε με πουκάμισο και μπλούζα ταυτόχρονα. Χρώματος μπεζ. Τέντωσα το κεφάλι προσπαθώντας να διακρίνω αν τα κουμπιά ήταν αληθινά.
«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε.
«Εσύ να μου πεις», της ζήτησα.
Έσκυψε πάνω μου, άγγιξε τα μάγουλά μου με τις παλάμες της και μετά συμβουλεύτηκε κάτι οθόνες μηχανημάτων τις οποίες εγώ δεν έβλεπα. Ήταν μια μεσόκοπη γυναίκα που έμοιαζε περισσότερο με καθαρίστρια παρά με γιατρό, για μια στιγμή σκέφτηκα οτι κάποιος μου έστηνε παγίδα. Ή μου έκανε πλάκα.
«Σε φέρανε πριν 3 μέρες, είχες υποστεί οξύ καρδιαγγειακό επεισόδιο. Χρειαζόσουν άμεσα χειρουργείο πράγμα το οποίο έγινε και...»
«Με χειρουργήσατε;» φώναξα.
«Αυτό είπα μόλις τώρα», εκνευρίστηκε.
«Με ποιο δικαίωμα;» απαίτησα να μάθω.
«Ήσουν ετοιμοθάνατος, αν δεν σε χειρουργούσαμε θα διωκόμασταν», μου εξήγησε.
«Αυτά να τα πεις σε τίποτα ηλίθιους, κυρά μου. Είμαι υπάλληλος στη Φορολογική Δικαιοσύνη, δεν χειρουργούμαι χωρίς γραπτή συγκατάθεση και άδεια από τον προϊστάμενό μου», άφρισα.
«Είχαμε άδεια από τον προϊστάμενό σου», απάντησε.
Φυσικά. Αυτό έλειπε....
Παραιτήθηκα κάθε προσπάθειας.
«Νιώθω χάλια», είπα.
«Θα πρέπει να σε εξετάσω», διαπίστωσε.
«Εσύ με χειρούργησες;»
«Γιατί; Έχεις κάποιο πρόβλημα;»
«Όχι, απλά για να ξέρω...»
«Θα φωνάξω τον νοσοκόμο να σε ετοιμάσει για εξέταση».
«Τι είναι αυτά τα σωληνάκια;»
«Τροφοδοσία, φαρμακευτική αγωγή και ούρηση».
«Και από πού χέζω;»
«Δεν αφοδεύεις όσο είσαι με φαρμακευτική αγωγή».
«Θα μου τα βγάλετε για να με εξετάσετε;»
«Όχι όλα».
Απλώθηκα στο κρεβάτι αν και δεν χρειαζόταν ή έτσι νόμισα τουλάχιστον. Επειδή είχα αυτή την εντύπωση οτι ήμουνα πετρωμένος από την ώρα που συνήλθα, ένας άνθρωπος βγαλμένος από γύψινο καλούπι, ένα άγαλμα με περιορισμένη δυνατότητα ομιλίας.
Ο νοσοκόμος μού υπενθύμισε οτι δεν ήμουν τελικά πετρωμένος και το έκανε με τον πιο οδυνηρό τρόπο. Αλλά δεν έβγαλα άχνα. Ή θα μιλούσα, ή θα πονούσα. Έτσι είχα αποφασίσει να πάνε τα πράγματα από εδώ και πέρα.
Όσο το φορείο με τσάκιζε χτυπώντας βίαια μεταλλικές πόρτες προκειμένου να επωφεληθούμε το παραμέρισμά τους σκεφτόμουν. Είναι ένα συναίσθημα, θέλουν να νιώσεις αδύναμος κι εντελώς παραδομένος στις ορέξεις τους. Στην αρχή, όταν συνέρχεσαι, νιώθεις δραπέτης από τη χώρα των νεκρών και μετά, όταν πλέον πιστέψεις οτι τελικά θα ζήσεις, οτι αυτή η ιστορία με τους νεκρούς ήταν απλώς ένα κακό αστείο, τότε φροντίζουν να σου υπενθυμίσουν πως εξαρτάσαι απ΄αυτούς. Θες να ζήσεις; Είναι στο χέρι μας. Φίλα μας τον πούτσο.
Βέβαια η γιατρός που με χειρούργησε δεν φαινόταν να διαθέτει πούτσο, αλλά για κάποια πράγματα ποτέ δεν είσαι σίγουρος. Βόγκηξα άθελά μου στην τελευταία πόρτα, ο νοσοκόμος την άνοιξε χρησιμοποιώντας εκτός από την άκρη του φορείου και τις πατούσες μου. Καθαρά για λόγους εντυπώσεων.
«Βάλτον εκεί», είπε η γιατρός.
Δεν την έβλεπα και υπέθετα οτι το «εκεί» θα ήταν κάποιο σκληρό και παγωμένο κρεβάτι σφαγείου, έτσι όπως είναι όλα τα κρεβάτια εξετάσεων. Ή εγχειρήσεων.
Ο νοσοκόμος μετέφερε τον ορό που συνδεόταν με το στήθος μου –είχαν αφήσει μόνο αυτό και τον καθετήρα (επειδή με λυπήθηκαν ή επειδή σιχαίνονταν να τον ξαναβάζουν, υποθέτω).
Μεταφέρθηκα στον πάγκο του σφαγείου. Η γιατρός ήρθε πάνω μου με το σκάνερ. Με κοίταξε, δεν χαμογέλασε. Εγώ κοίταξα πίσω της, ψάχνοντας τον νοσοκόμο. Ο νοσοκόμος στριφογύριζε αμήχανα.
«Με θέλετε τίποτα άλλο;» ρώτησε.
«Θα σε ειδοποιήσω», του είπε η γιατρός.
Ο νοσοκόμος άνοιξε την πόρτα κι έφυγε.
Η γιατρός πέρασε το σκάνερ από το εφηβαίο μου κι άρχισε ν΄ανεβαίνει σταματώντας σε διάφορα σημεία.
Περίμενα.
Το σκάνερ χτύπησε κάπου εκεί στα πλευρά μου και μετά άρχισε να βγάζει έναν συνεχόμενο βόμβο. Περίμενα λίγο ακόμα μέχρι που το σκάνερ έφτασε στο ηλιακό μου πλέγμα.
Τότε τίναξα τα χέρια και της έπιασα το λαιμό.
Η γιατρός ούρλιαξε ξαφνιασμένη γι΄αυτό έσφιξα περισσότερο.
«Την επόμενη φορά θα σε στραγγαλίσω», της εξήγησα.
Η γιατρός με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Την έσπρωξα αργά προς τα πίσω χωρίς ν΄αφήσω τον λαιμό της, άρχισα να σηκώνομαι αλλά ήταν δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Αυτό το πράγμα που συνδεόταν με το στήθος μου... Τράβηξα τη γιατρό πιο κοντά μου και την ανάγκασα να καθίσει στον πάγκο του σφαγείου. Μετά έσφιξα την καρωτίδα της με το δεξί χέρι όσο, με το αριστερό, έκοβα το σωληνάκι εκεί που συνδεόταν με τον ορό. Υγρό άρχισε να τρέχει από το μπουκάλι του ορού ενώ το σωληνάκι σύρθηκε νωχελικά στο πάτωμα.
«Θα μου τα βγάλεις όλα αυτά», είπα στη γιατρό.
«Δεν γίνεται», απάντησε.
Της έσφιξα την καρωτίδα, έβηξε.
Και τότε ένιωσα την πλάτη μου να σκίζεται, δεν πόνεσα αλλά φοβήθηκα. Πίεσα την καρωτίδα της, όχι με όλο μου το χέρι, μόνο με τα δυο δάχτυλα -αντίχειρας και δείκτης. Η γιατρός τραντάχτηκε, η γιατρός έδειχνε τώρα μπερδεμένη. Να με ξανακόψει με το νυστέρι που είχε βουτήξει πίσω από την πλάτη μου ή να προσπαθήσει να γλιτώσει από τη λαβή μου; Οι άνθρωποι γίνονται ηλίθιοι όταν η αγωνία για επιβίωση δυναστεύει το μυαλό τους και, θες ν΄ακούσεις ένα αστείο; Αυτή η αγωνία για επιβίωση είναι ο λόγος που χάνουν τελικά τη ζωή τους. Εννοώ οτι σαν γιατρός δεν θα είχε μεγάλο πρόβλημα να μου κόψει το σβέρκο με το νυστέρι και να με τελειώσει άμεσα. Όμως εκείνη προτίμησε να παρατήσει το νυστέρι και να φέρει τα δυο της χέρια κόντρα στο δικό μου για να σώσει την καρωτίδα της. Για μια στιγμή απόρησα τι διάβολο τους μαθαίνουν στις σχολές ιατρικής. Για μια στιγμή –αμέσως μετά συγκεντρώθηκα για να εφαρμόσω σωστά τη λαβή, όχι οτι υπήρχε περίπτωση να γλιτώσει τη ζωή της αλλά ήθελα να το κάνω γρήγορα και αποτελεσματικά. Να μην προλάβει να πονέσει και να μην προλάβει να φωνάξει –αυτό το δεύτερο με ένοιαζε περισσότερο. Ο ρόγχος της, υπόκωφος σαν έντομο που ρουφιέται από κενό αέρα, σκέπασε τον ήχο συμπίεσης της αρτηρίας, ευτυχώς, επειδή πάντα με ανατρίχιαζε αυτός ο ήχος.
Η γιατρός σωριάστηκε μπροστά στα πόδια μου τη στιγμή ακριβώς που η πλάτη άρχισε να με καίει αφόρητα.
Βόγκηξα αφού δεν υπήρχε κανένας τριγύρω να μ΄ακούσει. Και μετά αποφάσισα οτι ο πόνος που ένιωθα ήταν απλά το ορεκτικό. Δάκρυα στα μάτια, μια λεπίδα που διαπέρασε τα πέλματά μου και μετά ανέβηκε από τα πόδια στο στομάχι, μούδιασε τον λαιμό μου και κάπου εκεί σταμάτησε –καθώς πλέον ο καθετήρας βρισκόταν στην παλάμη μου γεμάτος αίμα. Τον πέταξα μακριά αηδιασμένος. Βρήκα έπειτα το νυστέρι της γιατρού και έκοψα το σωληνάκι όσο πιο κοντά στο στήθος μου γινόταν. Κάτι έπρεπε να γίνει μ΄αυτό, σύντομα, αλλά όχι τώρα.
Η πλάτη μου έμοιαζε να διαλύεται σε κάθε βήμα. Ήμουν μισόγυμνος, με τη ρόμπα του ασθενούς μονάχα, αυτό έπρεπε κάπως να διορθωθεί. Έσκυψα πάνω στη γιατρό, έβγαλα τη δική της ποδιά με δυσκολία, ήταν μια βαριά γυναίκα. Η ποδιά μού ερχόταν σχεδόν καλά, την κούμπωσα μπροστά, ήμουν τώρα μια καρικατούρα, ένας ταλαιπωρημένος άνθρωπος με αξιογέλαστη όψη. Έξω από την πόρτα θα περίμενε ο νοσοκόμος, έξω από την πόρτα ή κάπου τριγύρω τέλος πάντων... Πήρα το νυστέρι, το καθάρισα πάνω στο ρούχο (μπλούζα ή πουκάμισο;) της γιατρού, άνοιξα την πόρτα μια χαραμάδα. Κοίταξα.
Ο διάδρομος ήταν άδειος. Ο νοσοκόμος κάπου χαζολόγαγε.
Βγήκα με προφυλάξεις.
Κρύο, πεταγόταν από τα πλακάκια και μέσα από τα πέλματά μου διέλυε κάθε αίσθηση αποφασιστικότητας που είχα καταφέρει να συγκεντρώσω. Βλαστήμησα όλους εκείνους τους μαλάκες σχεδιαστές που επέμεναν να δώσουν την παγωμένη αίσθηση του μαρμάρου στα πλαστικά πλακάκια.
«Να ψοφήσετε από κρυοπαγήματα», τους ευχήθηκα.
Και προχώρησα τον παγωμένο διάδρομο, τα φώτα νέον πάνω από το κεφάλι μου έδιναν την αίσθηση νεκροτομείου, άρχισα να τρέμω επειδή, τελικά, αυτός ήταν ο σκοπός όλης της σκηνοθεσίας. Να σε τρομάξουν, να σε διαλύσουν.
«Το πετυχαίνετε», είπα μιλώντας στον αέρα.
Έφτασα στην επόμενη πόρτα, την άνοιξα, πάλι διστακτικά. Έξω κυκλοφορούσε κόσμος. Δίστασα αλλά μετά αποφάσισα ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Βγήκα κι άρχισα να περπατάω ανάμεσά τους, τι άλλο να’κανα δηλαδή;
Ο κόσμος, γιατροί με γκρι ποδιές, νοσοκόμοι με άσπρες μπλούζες, ασθενείς με πιτζάμες, συγγενείς με κανονικά ρούχα, ο κόσμος με κατάπιε πρόθυμα. Ήμουν ένας καταπονημένος άνθρωπος που φορούσε ιατρική ρόμπα. Ήμουν δηλαδή μια περίπτωση που εγκυμονούσε μπερδέματα, άρα όλοι κοίταζαν από την άλλη πλευρά όταν περνούσα.
Σκέφτηκα να ψάξω για το δωμάτιό μου και τα ρούχα μου αλλά θεώρησα οτι όλα αυτά θα ήταν χαμένος χρόνος. Ούτε το δωμάτιο ήταν εύκολο να βρω ούτε τα ρούχα μου υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να είναι εκεί μέσα. Το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να βολευτώ με ότι έβρισκα μπροστά μου. Ντουλάπες προσωπικού ή δωμάτια ασθενών; Προτίμησα το δεύτερο, δεν είχα δύναμη να αντιμετωπίσω τις τυχόν αντιρρήσεις του προσωπικού. Άσε που ο χρόνος μου ήταν περιορισμένος –πόση ώρα ο νοσοκόμος θα βόλταρε αμέριμνος μέχρι να καταλάβει οτι κάτι πήγαινε στραβά;
Δεξιά μου ένας αριθμός στην κλειστή πόρτα, άρα δωμάτιο ασθενούς, έσπρωξα την πόρτα και η πόρτα υποχώρησε. Κοίταξα πίσω –κανένας δεν μου έδινε σημασία.
Μέσα στο δωμάτιο ένας ανθρώπινος όγκος βρισκόταν σε κατάσταση αποσύνθεσης μισοσκεπασμένος από κάποιο άσπρο σεντόνι. Περπάτησα στις μύτες.
Ντουλάπα –την άνοιξα.
Ατσαλάκωτη μαύρη καμπαρτίνα, πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο, παντελόνι επιχειρησιακό και αρβύλες-καθρέφτες. Γύρισα προς τον ανθρώπινο όγκο, «πλάκα μού κάνεις;» τον ρώτησα.
Δεν πήρα απάντηση γι΄αυτό άρχισα να ντύνομαι. Τα ρούχα του μου έπεφταν φαρδιά αλλά δεν σκόπευα να παραπονεθώ γι΄αυτό. Κοίταξα προσεκτικότερα μήπως βρω το πιστόλι ή το σήμα του –πού τέτοια τύχη; Μετά κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του μπάνιου, ήμουνα χάλια. Τα μαλλιά μου άσπριζαν απελπιστικά γρήγορα, τα αξύριστα γένια μου ακολουθούσαν στον ίδιο ρυθμό. Ένας κουρασμένος άντρας που ντύθηκε από φιλανθρωπίες –εντάξει, τα ρούχα ήταν μια χαρά, εγώ δεν κόλλαγα μέσα τους.
Ο άντρας αναστέναξε –αδιαφόρησα πλήρως.
Βγήκα πάλι στον διάδρομο, οι άνθρωποι άρχισαν να με κοιτάζουν πιο επίμονα τώρα που δεν προμήνυα τόσο φοβερούς μπελάδες. Χαμογέλασα και ξεκίνησα για τα ασανσέρ. Κάλεσα την καμπίνα την ώρα που κάποιος με άγγιξε στον ώμο. Πετάχτηκα και πόνεσα.
Δυο νοσοκόμοι. Υπολόγισα αν μπορούσα να τους σπρώξω και να τους περάσω όσο με κοίταζαν χαμογελαστοί.
«Μην ανησυχείς, είμαστε μαζί σου», είπε ο πρώτος.
Ο δεύτερος σταύρωσε τα χέρια στο στήθος προσποιούμενος οτι περιμένει το ασανσέρ. Έτσι λοιπόν –είναι μαζί μου. Μήπως αυτό δεν λένε σε όσους έχουν πάθει κρίση για να τους ηρεμήσουν και να τους μαντρώσουν χωρίς αντίσταση; Δεν υπήρχε πιθανότητα να την κοπανήσω έτσι όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση, θα περίμενα λοιπόν την ευκαιρία μου στο ασανσέρ. Η καμπίνα ήρθε, μπήκαμε. Δεν πρόλαβα να δώσω διαδρομή επειδή ο ένας από τους νοσοκόμους το έκανε πριν από μένα. Άρα, η μόνη μου πιθανότητα ήταν να σταματήσει κάποιος το ασανσέρ για να μπει. Κάποια πιθανότητα....
«Θα σε βγάλουμε έξω», είπε ο νοσοκόμος.
«Εκεί θα σε περιμένει κάποιος δικός μας», συμπλήρωσε ο άλλος.
«Και γιατί όλα αυτά;» αναρωτήθηκα.
«Επειδή είμαστε μαζί σου».
Τους κοίταξα. Νεαρά παιδιά με τριμμένες λευκές μπλούζες, άρα κανονικοί νοσοκόμοι.
«Και ποιοι είσαστε εσείς για να΄χουμε καλό ρώτημα;» ρώτησα.
Γέλασαν όσο κοιτάζονταν.
«Οι μοναδικοί που μπορούν να σε βοηθήσουν», είπαν.
«Και γιατί να θέλω βοήθεια δηλαδή;» αναρωτήθηκα.
«Επειδή είσαι έτοιμος να καταρρεύσεις, έχεις ένα σωληνάκι που πρέπει να βγει από μέσα σου κι αυτά είναι τα καλά νέα...» είπε ο νοσοκόμος.
«Και τα κακά νέα;» ρώτησα ξανά.
«Πώς σου φαίνεται η κατηγορία για δολοφονίες και η εμφύτευση πομπού;» ρώτησε ο άλλος νοσοκόμος.
«Ενδιαφέρουσες προοπτικές, αρκεί να μην αφορούν μένα», διαπίστωσα.
Κούνησαν τα κεφάλια τους περίλυποι.
Δε μιλήσαμε για λίγο.
«Τελικά τη γιατρό....» είπε ο ένας.
«Ποια γιατρό;» απόρησα.
«Αυτή που σε χειρούργησε....»
«Α, ναι. Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα ο τρόπος της κι έχω μια ευαισθησία όταν με ανοίγουν παρά τη θέλησή μου...»
«Άρα...» έκανε ο νοσοκόμος.
«Αργούμε;» ρώτησα.
«Φτάσαμε», είπε.
Η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε.
Δεν με απασχολούσε ο κόσμος που μπαινόβγαινε στο λόμπι του νοσοκομείου, αυτοί είχαν τις δικές τους δουλειές να κοιτάξουν. Όμως δίπλα στην πόρτα κάθονταν δυο βαριεστημένοι ηλίθιοι από εκείνους που βάζουν φρούρηση για καθαρά τυπικούς λόγους. Δεν θα ήταν δύσκολο να τους περάσω, υπέθεσα.
Κι έτσι διάλεξα τον έναν απ΄αυτούς, εκείνον δηλαδή που κοίταζε εντελώς απροκάλυπτα τους ανθρώπους στο λόμπι, αυτόν διάλεξα. Πήγα γρήγορα κοντά του, πριν προλάβει να με δει καλά, και πέρασα σπρώχνοντάς τον.
«Συγνώμη», είπα.
«Κάνε πιο κει», διαμαρτυρήθηκε.
Τον άφησα να με σπρώξει με τη σειρά του μέχρι την πόρτα της εξόδου.
Εκεί έξω ο ήλιος υπήρχε σαν ξεθωριασμένη ανάμνηση. Δεν έβρεχε, αλλά έκανε κρύο. Μάζεψα την καινούργια μου καμπαρτίνα, τα παπούτσια μού έπεφταν κάπως μεγάλα κι έτσι έπρεπε να περπατάω προσεκτικά, μη σκοντάψω.
Ήμουν έξω, με μια ετοιμόρροπη ψευδαίσθηση ελευθερίας, ένα σωληνάκι που κρεμόταν στο στήθος κι έναν πομπό φυτεμένο κάπου πάνω απ΄τα νεφρά. Χαμογέλασα, ποτέ μη λες: «χειρότερα δε γίνεται».
Περπάτησα αργά για να δώσω τον χρόνο στον υποθετικό δικό μου να με πλησιάσει. Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο ρυθμισμένους ανθρώπους, συμπέρανα λοιπόν οτι επρόκειτο για έναρξη βάρδιας. Προχώρησα αποφεύγοντας. Ένας νευρικός κοντός άντρας περπατούσε αντίθετα με μένα, όταν βρεθήκαμε φάτσα με φάτσα μ’ έπιασε από το μπράτσο, πριν προσπεράσει εντελώς, και με έστριψε 180 μοίρες.
«Από την άλλη», μουρμούριζε όσο το έκανε.
Τον άφησα κι εκείνος μου άφησε το μπράτσο. Περπατούσαμε τώρα σαν δυο καλοί συνάδελφοι που πηγαίνουν να προλάβουν τη βάρδια.
«Για πού;» ρώτησα.
«Για κάπου σίγουρα», είπε.
Τι εννοούσε; Οτι σίγουρα θα πηγαίναμε κάπου ή οτι θα πηγαίναμε κάπου που θα κρυβόμασταν στα σίγουρα;
«Μου είπαν οτι έχω πομπό», τον προειδοποίησα.
«Όλοι κάτι έχουμε σ΄αυτή τη ζωή», φιλοσόφησε ο κοντός.
Σήκωσα τους ώμους, είχα κάνει το χρέος μου.
Ο κοντός με καθοδηγούσε όντας συνέχεια ένα βήμα πιο μπροστά μου, θαύμασα την ταχύτητα και την ευκινησία του. Κάποιες φορές έριχνε για λίγο τον γρήγορο ρυθμό περπατήματος, σαν κάτι να έψαχνε τριγύρω, και μετά ξανάρχιζε το τροχάδην.
«Πήγαινε λίγο πιο αργά», του ζήτησα.
«Σωστά, ξέχασα πώς είσαι από νοσοκομείο...» μούγκρισε σα να κατσάδιαζε τον εαυτό του. Ή ίσως και να το είπε επιτιμητικά για μένα –δεν έβγαινε άκρη με τον κοντό.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή με έπιασε από το μανίκι.
«Περίμενε», προειδοποίησε.
Κοίταξα εκεί που κοίταζε, άντρες με μαύρες καμπαρτίνες, ίδιες ακριβώς με αυτή που φορούσα εγώ, έλεγχαν τους περαστικούς.
«Σε πήραν είδηση», μου είπε.
«Και πολύ άργησαν», σχολίασα.
«Μείνε πίσω μου κι όταν κάνω την κίνηση τρέχα», είπε.
«Πού να τρέξω;» απόρησα.
«Τρέχα όπου να’ναι», δυσανασχέτησε.
Δεν έβγαζα άκρη.
Αλλά αυτός ξεκίνησε φουριόζος, το προηγούμενο τροχάδην του έμοιαζε με περίπατο ηλικιωμένου σε σχέση μ΄αυτό. Οι άντρες με τις μαύρες καμπαρτίνες τον εντόπισαν όταν τους πλησίασε στα τρία μέτρα περίπου, δύο απ΄αυτούς γύρισαν προς το μέρος του, ένας συνέχισε να κοιτάζει τον κόσμο κι ένας ακόμα, πίσω τους, έφερε το χέρι στην τσέπη ψάχνοντας το όπλο του.
Αλλά ο κοντός ήταν γρήγορος. Ήδη περνούσε ανάμεσα από τους δυο άντρες που είχαν στραφεί προς το μέρος του και τώρα έδειχναν να καταρρέουν λες και ήταν από χαρτόνι. Ο άντρας που έλεγχε το πλήθος στράφηκε τώρα προς τον κοντό ενώ ο άλλος έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Ήταν η ώρα μου.
Ένας περαστικός έπεσε στο πεζοδρόμιο, ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει κι εγώ έτρεχα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, νιώθοντας οτι προχωράω σε αργή κίνηση, μόνος σ΄ένα κόσμο υπερηχητικών ανθρώπων. Έτρεχα προσέχοντας μονάχα να αποφύγω τους υπόλοιπους ανθρώπους που έτρεχαν κι αυτοί. Θέλαμε να ξεφύγουμε ή κάτι τέτοιο.
Ένα χέρι, με έπιασε, με φρέναρε, ούρλιαξα. Όλο μου το κορμί τραντάχτηκε.
«Εδώ», είπε το χέρι.
Αφέθηκα να περάσω το κατώφλι ενός κτιρίου και ν΄ανακαλύψω οτι το χέρι ανήκε σε μια κοπελίτσα οστεώδη και μικροκαμωμένη.
«Ευχαριστώ», ήταν το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω.
Αλλά η κοπελίτσα μού είχε ήδη γυρίσει την πλάτη, έτρεχε σ΄ένα μακρόστενο διάδρομο, την ακολούθησα λοιπόν, όσο μπορούσα. Επειδή ο φωτισμός ήταν άθλιος. Σταμάτησε απότομα και μου έδειξε μια πόρτα. Την άνοιξα, μπήκα.
Ο αδύνατος αόρατος άνθρωπος με τα ασημένια δόντια καθόταν πίσω από ένα τραπέζι και με κοίταζε χαμογελώντας. Δίπλα του μια γερασμένη γυναίκα με μακριά άσπρα μαλλιά. Το υπόλοιπο δωμάτιο ανατριχιαστικά γυμνό.
«Ε, λοιπόν αν σου πω οτι μου έλειψες...» χαμογέλασε αφήνοντάς με να θαυμάσω τα ασημένια δόντια του.
«Θα σου απαντήσω οτι είμαι πολύ κουρασμένος για μαλακίες», ψιθύρισα.
Ξεκαρδίστηκε όπως ακριβώς το συνήθιζε.
«Δεν είναι έκτακτος;» ρώτησε τη γυναίκα δίπλα του δείχνοντάς με.
«Υπάρχει αυτή η ιστορία με τον πομπό...» είπα εγώ.
«Μη σε ανησυχεί. Όσο είσαι μαζί μας το σήμα μπλοκάρεται», απάντησε εκείνος.
«Είναι αδύνατο να μπλοκαριστεί το σήμα», παρατήρησα.
«Έχεις δίκιο», μίλησε για πρώτη φορά η γυναίκα. Η φωνή της ήταν βαθιά και διστακτική ταυτόχρονα. «Το σήμα δεν μπορεί κανένας να το μπλοκάρει, μπορούμε όμως να γεμίσουμε τον τόπο σήματα....»
«Δηλαδή...» αναρωτήθηκα.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δυο πομποί σαν τον δικό σου που εκπέμπουν εκεί έξω στον δρόμο. Ένας ακόμα που εκπέμπει μέσα από τον Μητροπολιτικό. Κάποιοι άλλοι που εκπέμπουν δυο χιλιόμετρα παρακάτω...» είπε ο άντρας με τα ασημένια δόντια.
«Αυτά είναι σαχλαμάρες», διαπίστωσα. «Δεν θα χρειαστεί πάνω από 2 ώρες στην Υπηρεσία να εντοπίσει όλους όσους έχουν πομπούς και να τους συλλάβει. Ειδικά αν συνεργαστεί με Σεκιούριτι...»
«Ούτε εμείς θα χρειαστούμε πάνω από δυο ώρες για να σου βγάλουμε τον πομπό», με πληροφόρησε ο άντρας.
«Πάλι εγχείριση;» δυσανασχέτησα. «Και τι μου λέει οτι δεν θα μου βγάλετε τον πομπό για να μου φυτέψετε κάτι άλλο;»
«Τίποτα δεν στο λέει. Απλώς, όπως μας εξήγησες πριν από λίγο η Υπηρεσία θα σε έχει εντοπίσει σε δυο ώρες το πολύ», απάντησε ο άντρας.
«Κι εγώ δεν θέλω να με εντοπίσει –σωστά;» το έπαιξα αργόστροφος.
«Με μια οικογενειακή δολοφονία, συν μια δολοφονία γιατρού, συν την παραβίαση επιχειρησιακών εντολών, εγώ δεν θα ήθελα να πέσω ξανά στα χέρια τους πάντως», υπολόγισε εκείνος.
Είχε δίκιο φυσικά. Αλλά κι εγώ από τη μεριά μου δεν είχα καμιά όρεξη να με ξανανοίξουν, στο τέλος θα μου βάζανε φερμουάρ για να γλιτώνουν τον κόπο.
«Είναι κάπως επίπονα όλα αυτά...» διαπίστωσε η γυναίκα.
Πλησίασα το τραπέζι, ακούμπησα τις παλάμες μου και έγειρα προς το μέρος της. Ο άντρας με τα ασημένια δόντια βρέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής αστραπιαία, έπρεπε να το θυμάμαι αυτό, για το μέλλον.
«Έχω αντοχή», ψιθύρισα. «Έχω αντοχή και υπομονή.... Αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν καταλαβαίνω κι όταν δεν καταλαβαίνω εκνευρίζομαι κι όταν εκνευρίζομαι...»
«Σκοτώνεις επιβάτες του Μητροπολιτικού», είπε ο άντρας.
Γύρισα να τον κοιτάξω.
«Κανενός η τύχη δεν κρατάει για πάντα», τον προειδοποίησα.
«Σωστά. Αλλά η δικιά σου έχει στερέψει προ πολλού», μου εξήγησε.
«Λοιπόν Άγριε...» είπε σιγά η γυναίκα. «Δεν έχουμε πολύ χρόνο....»
«Για να γίνει η εγχείριση», είπα εγώ.
Η γυναίκα ένευσε θετικά.
«Και που θα γίνει;» ρώτησα.
Η γυναίκα μού έδειξε μια πόρτα στο βάθος του δωματίου.
«Εντάξει. Πάμε», της είπα.
Μου χαμογέλασε στοργικά.
«Δεν ξέρω εγώ απ΄αυτά», είπε.
«Τότε;» αναρωτήθηκα.
Η πόρτα άνοιξε και είδα τον κοντό που με φυγάδευσε στο δρόμο. Δίπλα του το οστεώδες μικροκαμωμένο κορίτσι.
«Ένας άντρας γιατρός», διαπίστωσα. «Αυτό κι αν είναι έκπληξη».
«Εγώ είμαι νοσοκόμος», είπε ο κοντός.
«Δεν θα πονέσεις», είπε το οστεώδες κορίτσι. Και μετά, αφού το σκέφτηκε λίγο πρόσθεσε: «απ΄όσο ξέρω τουλάχιστον».
Σήκωσε τους ώμους.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και τους πλησίασα.
«Φτηνά τη γλίτωσες», είπα στον κοντό.
«Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για σένα», γέλασε εκείνος.
Έκλεισα τα μάτια λες κι έτσι θα μπορούσα να αποφύγω τα επακόλουθα. Ότι δεν βλέπω δεν υπάρχει, ότι δεν υπάρχει δεν το βλέπω...
Σκέφτηκα.

Δευτέρα, Αυγούστου 16, 2010

Χαβαλέ ή Χαλβαλέ;

Θα μπορούσε να θεωρηθεί χοντροκομμένο αστείο αν δεν ήταν τόσο εκνευριστικό. Δηλαδή, κάτι σαν σκηνή από ταινία του Μπεν Στίλερ με τον περί ου ο λόγος να σκουπίζει τον κώλο του στο σεμεδάκι της πρωταγωνίστριας ή να τριβέται σε μια ιδρωμένη τριχωτή κοιλιά ή να πλασάρει τα χύσια του για ζελέ μαλλιών –τέτοιου είδους αστείο εννοώ. Χοντροκομμένο, βλακώδες, γελάσαμε πάλι βρε παιδί μου, σε καλό να μας βγει! Αμ δε...
Για αυτό το πράγμα λέω, για το 4ο σίκουελ του «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα». Θα μπορούσε, λέω, να παραμείνει η όλη υπόθεση στα όρια του χοντροκομμένου αστείου (όπως και τα δυο προηγούμενα σίκουελ) αν δεν αντιμετωπιζόταν το γεγονός με διθυράμβους ανάλογους των υποθετικών γυρισμάτων του σίκουελ του «Ταξιτζή» και μάλιστα με το αυθεντικό καστ!

Το έχω γράψει και παλιότερα –εγώ αυτές τις ταινίες δεν τις θυμάμαι. Όχι οτι δεν πήγαινα σινεμά το ΄80, όχι πώς δεν διάβαζα περιοδικά κ.λ.π. Όλα τα ‘κανα αλλά αυτή τη «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» αναγκάστηκα να τη γκουγκλίσω για να μάθω πότε πρωτοπαίχτηκε. Διάβασα λοιπόν οτι η ταινία βγήκε το 1982 - ‘ντάξει. Εγώ εκείνη την εποχή θυμάμαι οτι είδα στη ζούλα (καθότι ανήλικος) την «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη», την «Έξαψη» (με το πρώτο πέρασμα –δυναμίτη του Μίκυ Ρουρκ), τον «Ταχυδρόμο που χτυπάει πάντα δυο φορές», τη «Ντίβα», το «Μεφίστο» (από το οποίο δεν είχα καταλάβει Χριστό).... αυτά θυμάμαι. Από ελληνικές θυμάμαι τους καταπληκτικούς «Απέναντι» (με τον αισχρό ήχο) κι από επιπέδου «Ρόδα...» θυμάμαι μόνο «Τα Τσακάλια» κι αυτό επειδή είχαμε πάει στο σινεμά για να κανιβαλίσουμε –ειδικά στη σκηνή του τέλους όπου ο Γαρδέλης πεθαίνει από τη θανατηφόρα μίξη ούζου και φούντας είχε γίνει κόλαση μέσα στη ΝΑΝΑ, ήταν κάτι πάνκηδες που πηδάγανε πάνω στα καθίσματα μέχρι να σπάσουν και μετά τα πετάγανε στην οθόνη, τέλος πάντων.... «Ρόδα, τσάντα» και τα παρεμφερή θυμάμαι να έχω δει γύρω στο εικοσάλεπτο σπαστά όταν παιζόταν η ταινία σε κάποια δευτεράτζα ιδιωτικό κανάλι –εκεί κάπου στα τέλη του ’90. Κι εντάξει, μια ταινία της οποίας το «τρελό γέλιο» σηματοδοτείται από αστεία του τύπου: χοντρομπουχέσας (Στηβ Ντούζος) κλείνει τρύπες μυρμηγκιών σε σχολικό προαύλιο για να μην πέσει μέσα ο Νίκος ο Ρίζος, εεεε δε νομίζω οτι αντέχεται για πάνω από πεντάλεπτο τη φορά. Στις τέσσερις φορές μάλιστα έχει προσαρμοστεί το ανοσοποιητικό σου και την αναγνωρίζεις παύλα αποφεύγεις αστραπιαία κάθε που το τηλεκοντρόλ σου την εμφανίζει. Τα γράφω όλα αυτά για να εξηγήσω οτι η άποψη που έχω σχηματίσει για την ταινία είναι ερασιτεχνική και βασίζεται στο αίσθημα απέχθειας που μου προκαλεί, δεν είμαι εμπεριστατωμένος σαν το Δανίκα ας πούμε....

Το 1981 είχε γίνει η τρομερή συναυλία του Rory Gallagher στη Νέα Φιλαδέλφεια και είχαμε πάει (αν και σνομπάραμε γενικώς τους χαρντροκάδες). Είχαμε απολαύσει τότε δακρυγόνα κοκτέιλ με πυροσβεστικό νεράκι από τις μάνικες, είχαμε αρπάξει και κάτι γκλοπιές για να μπει ευτυχισμένα το σχολικό έτος. Προσωπικά πάντως, Rory δεν θυμάμαι να άκουσα εκείνη τη μέρα.

Το 1981 είχε επίσης γίνει το τριήμερο Ανεξάρτητου Ήχου στο Σπόρτινγκ με Metro Decay –Birthday Party, Magic De Spell –Fall, Forward Music Quintet –New Order, μια βδομάδα μετά από τον Rory. Θυμάμαι οτι πονάγανε ακόμα οι πλάτες μας από τις γκλοπιές, πήγαμε κουτσαίνοντας στο Σπόρτινγκ κι εκεί τα ξεχάσαμε όλα. Ποιοι είμαστε, γιατί είμαστε έτσι, πού πάμε, πού μας πάνε... Σκαστοί από τα σπίτια μας (αφού μετά τα ντράβαλα της Νέας Φιλαδέλφειας οι γέροι δεν ήταν τόσο πρόθυμοι να επιτρέψουν και να χρηματοδοτήσουν άλλες συναυλιακές εμπειρίες) άυπνοι ή τίγκα στα χάπια... Παιδιά στη σειρά να βάψουν τα μάτια τους ακουμπισμένα στον τοίχο του Σπόρτινγκ, οι μπάτσοι να ρίχνουν ξύλο στον Ηλεκτρικό... Αυτά γινόντουσαν το 1981.

Και το 1982 το περάσαμε στην Πλάκα –ήταν λίγο πριν κλείσουν με το ζόρι τα μαγαζιά εκεί πέρα για λόγους «ανάπλασης της περιοχής». Οι Stress από τα νότια έπαιζαν στην Αρετούσα -«Athens burnin’ everythin’s burning» -μαζί τους οι Auswitz, οι Ανυπόφοροι και οι Ex Humans νομίζω, σπάγανε τα τσιμέντα από το pogo. Ήτανε και οι Ταξιαρχίες στο Sky Lab παραδίπλα, κυνηγιότανε ο Τζιμάκος με τους άλλους μαλλιάδες του γκρουπ στην πλατεία της Φιλόμουσας, παίζανε μακριά γαϊδούρα, πουλάγανε το και καλά χίππικο ανέμελο υφάκι τους κι από κοντά οι πάνκηδες έτοιμοι να τους πλακώσουν στις φάπες. Θυμάμαι οτι απεχθανόμασταν τους μαλλιάδες με το στυλ Ιησούς Χριστός, απεχθανόμασταν τους χίππηδες -ένας φιλαράκος, ο Σπήλιος τους κόλλαγε ένα κατοστάρικο στη μούρη να πάνε να κουρευτούν και να του φέρουν τα ρέστα (επέμενε σ΄αυτό το τελευταίο με τα ρέστα επειδή φοβόταν μήπως το αρπάξει κανείς το κατοστάρικο πριν προλάβει να τον εμποδίσει). Κι όταν ήρθε η Εταιρεία Καλλιτεχνών στο Παλαί της Γλυφάδας (χωρίς τον Σιδηρόπουλο μια Κυριακή πρωί) για συναυλία μαζί με τους Stress και πάλι ξύλο έπεσε –πάνκηδες με μαλλιάδες....

Πάνκηδες με μαλλιάδες, μεταλλάδες με γκιράπια, σχολεία μεταξύ τους σε αγώνες μπάσκετ ή βόλεϊ, στον Μίλωνα, στη ΛΑΝΣ ή στο Παλαί... Χούλιγκανς στα ντέρμπυ νομίζω... Πού κολλάει σε όλα αυτά το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα»; Το γκιράπια των ντισκοτέκ δε νομίζω να πήγαν να το δουν στους σινεμάδες καθότι, ακόμα κι αυτοί είχαν έναν αυτοσεβασμό, δεν θα πήγαιναν να δουν ταινία που έπαιζε ο Γκιωνάκης, ο Φωτόπουλος κι ο Ρίζος –ηθοποιοί που άρεσαν στους γέρους τους, για όνομα του θεού! Άντε, να πούμε οτι πήγαν στους σινεμάδες τα κοριτσάκια του Σούπερ Κατερίνα επειδή έπαιζε ο Γαρδέλης... Αλλά μέχρι εκεί από πιτσιρικαρία. Αν η συγκεκριμένη ταινία έκοψε εισιτήρια στις αίθουσες, το κοινό θα πρέπει να ήταν σκατόγεροι που έτρεξαν να πάρουν μάτι κάνα μπουτάκι κι ολίγο από βυζί (άλλωστε ο Ευστρατιάδης ήταν γνωστός για τις λάιτ τσόντες του) ή «προοδευτικοί γονείς» (απ΄αυτούς που δήλωναν πρόθυμοι ν΄ακούσουν τα παιδιά τους κι όταν τα κορόιδα πήγαιναν να αρθρώσουν λέξη άρχιζαν τα «σκάσε μούλε, μια κατοχή σου χρειάζεται!»)

Μέχρι εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία η οποία δεν ακούμπησε ούτε τα πόμολα των σχολικών αιθουσών όταν πρωτοβγήκε. Αλλά τότε τι συνέβη και φτάσαμε στα τωρινά; Έχω κάποια εξήγηση –όχι πολύ έγκυρη, καθότι δεύτερο χέρι. Δεν τα έζησα, μου τα είπαν. Και τι μου είπαν;

Όπως εμείς είχαμε διαποτιστεί στα μικράτα μας από Καλατζή (Θα πάω στη ζούγλα με τον Ταρζάν), Κατέβα (Τ΄άσπρα τα χεράκια σου τα γιασεμάκια σου), Βιολάρη και Πουλόπουλο (ο Βιολάρης το βιολί του και ο Πουλόπουλος....) συν Βουγιούκλω, Φώσκολο κ.λ.π. έτσι οι σημερινοί τριαντάρηδες (συν πλην κάτι) μεγάλωσαν μέσα στην σκουπιδοϊδιωτική τηλεόραση. Μεγάλωσαν στα απογεύματα του Star και του Alter πού πρόβαλλαν συνέχεια Παπασούζες, Γυναικάρες από το Κιλκίς, Ταμτάκους και φυσικά Στηβ Ντούζους. Όταν λοιπόν ήταν ηλικιακά πρόθυμοι να φανατιστούν έπεσαν πάνω στις βιντεοσκουπιδοκασέτες του ’80. «Αυτές ξέρουν, αυτές εμπιστεύονται», που έλεγε και η διαφήμιση.

Βεβαίως, θα αναρωτηθείς –αν λόγω τηλεαποβλάκωσης κόλλησαν με αυτές τις σαχλαμάρες γιατί οι πιτσιρικάδες του ’80 δεν κόλλησαν με τις ταινίες της Φίνος Φιλμ; Θα απαντήσω οτι: πρώτον κολλήσαμε μέσω υπνοπαιδείας με αποτέλεσμα να έχουμε απομνημονεύσει ένα κάρο ατάκες αυτών των ταινιών και δεύτερον δεν συγκρίνεται ο τηλεοπτικός βομβαρδισμός του ’90 και του ’00 με την τηλεόραση του ’80. Το '80 θυμάμαι η τηλεόραση είχε μονάχα 2 κανάλια και το πρόγραμμα ξεκίναγε στις 6 το απόγευμα (αρχικά) ή έκανε μεσημεριανό διάλειμμα λίγο αργότερα. Από τα μέσα του ’90 και δώθε το τηλεκοντρόλ γέμισε κανάλια και τα κεφάλια των θεατών πλημμύρισαν σκουπίδια.

Βάλε και την διαφορετική, διαχρονικά, προσέγγιση των γονιών στα παιδιά τους καθότι άλλο ο πατέρας ο δικός μου πού μου χαμογέλασε πρώτη φορά όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο κι άλλο ο πατέρας του σημερινού 27χρονου για παράδειγμα, πού πάει μαζί του arena στις συναυλίες...

Βάλε και την ταυρίνη που κυλοφορεί από το ’90 και δώθε σε μεγάλες δόσεις στις παιδικές τροφές και κάνει τα καινούργια παιδιά ανθεκτικά στη σαχλαμάρα –όλα αυτά μετράνε, μη νομίζεις....

Κι επειδή όλα αυτά μετράνε πολλοί θα πάνε να δουν το καινούργιο «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» (με πολλά ζόμπι της δεκαετίας του ’80, αλλά και με Κωστέτσο, Γαλάτη και Κατσουράνη!!!) Θα πάνε «για κάψιμο» -όπως έχω ακούσει να λένε. Και γι΄αυτό (για το «κάψιμο» ντε) μάλλον συμμετέχει κι ο Τζόνι ο Βαβούρας, ο μεγαλύτερος μαϊντανός του «ελληνικού άρεγκραουντ» που θα΄λεγε κι ο Πιλάλας. Αποδεικνύοντας βεβαίως οτι είχαν δίκιο οι πάνκηδες που κυνηγάγανε τους μαλλιάδες και κοροϊδεύανε τους μεταλλάδες...

Θα στο κάνω λιανά τώρα, θα στο δώσω συμπερασματικά, να πούμε: αυτή η παπαριά που θα βγει στις αίθουσες πιστεύεις οτι εκπροσωπεί (ή έστω καταγράφει) τις συμπεριφορές των σημερινών πιτσιρικάδων; Θεωρείς οτι αυτή ταινία είναι «νεανική»; Σαφώς και όχι. Πρόκειται για μια ταινία η οποία γυρίστηκε από τον ξάδερφο του Μαθουσάλα και στην οποία οι νεαροί σε ηλικία είναι χαζοχαρούμενα του συστήματος μόντελινγκ, ενώ οι συμμετέχοντες ηθοποιοί ανήκουν κυρίως στη γενιά των παλαιμάχων –παππούδων –άιντε πέθανε ρε! Συμφωνούμε;

Τα ίδια ακριβώς ίσχυαν και όταν πρωτοκυκλοφόρησε η ταινία! Το ίδιο Μαθουσάλας ήταν ο σκηνοθέτης, το ίδιο ξοφλημένοι δημογέροντες οι ηθοποιοί, το ίδιο αγγούρια του μόντελινγκ (τότε λεγόταν αλλιώς –μην επεκταθούμε) ήταν οι νεαροί που «έπαιζαν» στην ταινία.

Επειδή λοιπόν νομίζω οτι ένας σημερινός πιτσιρικάς θα το θεωρούσε βρισιά αν του έλεγαν οτι το «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα 2010» αντιπροσωπεύει τη γενιά του, επειδή ένας τριαντάρης θα ένιωθε εξίσου προσβεβλημένος αν του λέγανε οτι το Safe Sex αποτελεί καταγραφή των νεανικών του ανησυχιών, επειδή όλα αυτά....

Κόψτε το παραμύθι με το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» πού αναβιώνει τη δεκαετία του ’80! Όση σχέση έχει ο Βασίλης Μυριανθόπουλος με τη δεκατία του ’00, άλλη τόση είχε κι ο Όμηρος Ευστρατιάδης με τη δεκαετία του ’80.

Κι αν σου έρθει να ρωτήσεις, «ποιος πούστης είναι αυτός ο Μυριανθόπουλος;» έχεις κατανοήσει πλήρως τον παραλληλισμό μου.

Πάρε κι ένα βιντεάκι τώρα, για να δεις πώς θυμάμαι εγώ την αρχή της δεκαετίας του ΄80.


Κι ένα ακόμα, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.
Εύκολα.

Τρίτη, Αυγούστου 10, 2010

8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους

Πόσες μέρες; Και τι σημασία έχει; Είμαι εδώ όπου το «εδώ» δεν ορίζεται επακριβώς, όταν αναβοσβήνουν τα φώτα του διαδρόμου (ας ονομάσουμε εκείνο το πράγμα «διάδρομο» για λόγους συνεννόησης) κάνω 45 (μετρημένα) βήματα για να παραλάβω το ημερήσιο γεύμα μου. Αυτό μόνο. 7 ταμπλέτες. Γιατί 45 βήματα; Επειδή σε τόσα χρόνια υπολογίζω την ηλικία μου, για να μην ξεχνιέμαι. Θα μπορούσα να παραλαμβάνω το γεύμα μου στα 20 βήματα, στα 5 ή ακόμα και ακίνητος, εκεί που τυχαίνει να βρίσκομαι κάθε φορά. Εφόσον το «εκεί» της κάθε φοράς είναι ίδιο με το «εδώ» της συγκεκριμένης στιγμής.
Η συνήθης διαδικασία που ακολουθείται από την Υπηρεσία, είναι 2 μέρες στην απομόνωση και ακολούθως διαδοχικές ανακρίσεις. Μετά, ακατάστατα διαστήματα στην απομόνωση προκειμένου το αντικείμενο να χάσει κάθε αίσθηση κανονικότητας. Την κατάλληλη στιγμή, όταν το αντικείμενο θα είναι έτοιμο να δεχτεί ακόμα και την πιθανότητα ν΄ανοίξουν οι τοίχοι και να βγουν λυσσασμένα σκυλιά ή ποντίκια με δόντια ποτισμένα στην πανούκλα, τότε αρχίζει η κεντρική ανάκριση. Αν με ρωτήσεις γιατί χρειάζεται να περάσουν τόσες μέρες (τώρα που ανακάλυψα πώς η απομόνωση είναι απλώς ένα εξελιγμένο μοντέλο ΑΔΙ) και γιατί δεν βγάζουν από την πρώτη ώρα σκυλιά, ποντίκια και χίλιους διαβόλους από τους τοίχους... Αν με ρωτήσεις... Λοιπόν, ειλικρινά δεν θα ξέρω τι να σου απαντήσω επειδή εδώ δεν είναι δυνατό να μετρηθεί ο χρόνος και το «εδώ» δεν ορίζεται επακριβώς.
Μπορεί να βρίσκομαι μονάχα λίγες ώρες εδώ κι όλο αυτό να είναι βομβαρδισμός μικροερεθισμάτων μέσα στην ΑΔΙ, αφού μπορούν να σου δημιουργήσουν ένα πλήρες σεξουαλικό συναίσθημα (για παράδειγμα) γιατί να μην μπορούν να δημιουργήσουν χρονική σύγχυση; Κούραση, στα 20 λεπτά να νομίζεις οτι πέρασε μια ολόκληρη μέρα –ξεκούραση, ένα δεκάλεπτο ύπνου και πάει λέγοντας. Λέγοντας και κάνοντας. Πάει κι εσύ πας επίσης.
Υπόθεση νούμερο 2 (ας ονομάσουμε όλα τα προηγούμενα: Υπόθεση νούμερο 1): Μπορεί ο αόρατος άνθρωπος με τα ασημένια δόντια να είπε αλήθεια. Μπορεί να έχουν κάποιοι φροντίσει ώστε να εξαφανιστώ μέσα στο σύστημα.... τι σαχλαμάρες λέω; Είναι αδύνατο να εξαφανιστεί κάποιος -το σύστημα θα τον βρίσκει πάντοτε. Η μόνη πιθανή πιθανότητα (σαφής η αναφορά στην εκατοστιαία κλίμακα;) είναι να σε προσπεράσει το σύστημα. Να σε προσπεράσει χωρίς να σε συνδέσει με συγκεκριμένη ενέργεια (ή να σε συνδέσει με ανενεργή ενέργεια –υπάρχουν κι αυτές). Αλλά ακόμα και τότε, το σύστημα θα σε ξαναβρεί στις διασταυρώσεις. Μπορεί να περάσει κάποιος χρόνος (πόσος; χρόνος;) αλλά το σύστημα θα επιστρέψει σε σένα. Και η δεύτερη φορά θα είναι τελική –κανένας δεν μπορεί να μπερδέψει δυο φορές το σύστημα. Το μόνο εφικτό είναι να εξασφαλίσεις (ή να σου εξασφαλίσουν) τον ενδιάμεσο χρόνο.
Αν όμως αυτό συμβαίνει τότε γιατί παραμένω εδώ μέσα; Αν θέλουν να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητές μου, τις δεξιότητες.... αν θέλουν να με χρησιμοποιήσουν τέλος πάντων... Για ποιο λόγο με αφήνουν εδώ μέσα σπαταλώντας τον χρόνο που τους δίνει το σύστημα μέχρι να αναδράσει;
Έχω ακόμα τα χάπια μου κι αυτός ίσως είναι ένας τρόπος μέτρησης του χρόνου. Ένα χάπι κάθε... Κάθε πότε; Και πόσα χάπια είχα αρχικά στο κουτί; Μέτρηση του χρόνου με χάπια που αποσκοπούν στο να επιμηκύνεις ή να αμβλύνεις τα όριά του –πώς μου ήρθε τέτοια βλακεία;
Τότε σκέφτηκα (αν υποθέσουμε οτι μέσα στην ΑΔΙ υπάρχει διαχωρισμός μετά του «τότε» και του «αργότερα» ή του «νωρίτερα»), τότε λοιπόν ή μάλλον «τότε» -πρέπει να συνεχίσω επειδή ο χρόνος δεν έχει σχήμα, υφή, αίσθηση –αν μείνω εδώ (όταν το «εδώ»...) –αρκετά όμως.
Οι συμβάσεις είναι απαραίτητες αν θες να επιβιώσεις. Πάμε ξανά.
Τότε σκέφτηκα οτι ίσως και να με δοκιμάζανε. Ο αόρατος με τα ασημένια δόντια κι όσοι βρίσκονταν πίσω απ΄αυτόν (ή δίπλα απ΄αυτόν, ή μπροστά του). Ίσως ήθελαν να δουν αν μπορώ να ξεφύγω από μια ΑΔΙ ή τι μπορώ να κάνω γενικότερα.... Βέβαια, το να ξεφύγεις από μια ΑΔΙ σαν αυτή εδώ (αυτή; εδώ; σε παρακαλώ –ας μην ξαναρχίσουμε), το να ξεφύγεις τέλος πάντων, μοιάζει αδύνατο. Άρα προφανές. Αν μια απόδραση μοιάζει αδύνατη, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: α) να είναι όντως αδύνατη, β) να είναι προφανώς αδύνατη. Αυτά τα δυο πράγματα είναι ένα και το αυτό –καταλαβαίνεις; Μπορεί να είναι αδύνατη η σωματική απόδραση από την ΑΔΙ, μπορεί τώρα που σου μιλάω το σώμα μου να είναι καλωδιωμένο σ΄ένα σκληρό κρεβάτι αναρρωτηρίου (και πώς βρέθηκα άραγε εκεί; ποιος και πώς;)... Αλλά υπάρχει ακόμα η δυνατότητα απόδρασης και το πρώτο βήμα έγινε τη στιγμή που συνειδητοποίησα οτι βρίσκομαι μέσα σε ΑΔΙ. Μπορώ ν΄αγγίξω την πόρτα στο τέλος του διαδρόμου, μπορώ ν΄ανοιγοκλείσω την κλειδωμένη πόρτα του κελιού-δωματίου μου, μπορώ να περπατήσω στο ταβάνι και να κοιμηθώ κρεμασμένος ανάποδα σα μύγα αν θέλω. Αλλά μπορώ να αποδράσω;
Όπου απόδραση σημαίνει να βγω σε δημόσιο δίκτυο, να ξεφύγω από το ενδοδίκτυο της Υπηρεσίας, μέσα στο οποίο βρίσκεται η συγκεκριμένη ΑΔΙ. Πώς γίνεται αυτό; Προφανώς και δεν γίνεται. Πάλι το προφανές. Η κεντρική πλοήγηση είναι αδύνατο να ξεστρατίσει, είσαι σ΄ένα ενυδρείο κι αυτοί απέξω σε κοιτάζουν, όμως αναγκάζονται να σου αλλάζουν το νερό και ν΄ανανεώνουν την τροφή –έχω δίκιο; Το νερό έρχεται απέξω, όπως και η τροφή. 7 ταμπλέτες. 45 βήματα. Όσα και τα χρόνια του Χριστού. Λάθος. Ο Χριστός πέθανε στα 34 ή κάτι τέτοιο... 45 χρονών... Δεν έχει σημασία. Η τροφή και το νερό, δεν υπάρχει νερό εδώ πέρα, υπάρχει όμως το ενεργειακό κύμα, αυτός ο διάβολος που τα κινεί όλα εδώ μέσα –από πού έρχεται; Από πού ενεργοποιούμαι; Μείνε στην τροφή για την ώρα.
Συνήθως την τροφοδοσία αναλαμβάνει αυτόματο σύστημα (τροφοδοσίας –μόλις χαμογέλασα βεβιασμένα) το οποίο σύστημα είναι περιορισμένων δυνατοτήτων. Σε προκαθορισμένο χρόνο απελευθερώνει τις ταμπλέτες εντός του... Εντός ποιου; Εγώ βλέπω τις ταμπλέτες, αλλά εάν και εφόσον είμαι καλωδιωμένος οι ταμπλέτες ουσιαστικά σημαίνουν μια ηλεκτροδιακή σύνδεση (ίσως στο συκώτι μου, κάπου εκεί κάτω, πάντως σε εσωτερικό μου όργανο όπως και νάχει). Προσπαθώντας να κάνω ανάποδα τον δρόμο που ακολουθούν οι ταμπλέτες για να με συναντήσουν ουσιαστικά προσπαθώ να ξεκινήσω από το συκώτι μου, το πάγκρεας, κάποιον τέτοιο χώρο –και να βγω έξω. Κλείνω τα μάτια, βλέπω μπροστά μου. Είμαι στο εσωτερικό ενός παγωμένου, αλλά ζωντανού και γι΄αυτό παλλόμενου, θαλάσσιου σφουγγαριού, απ΄αυτά που υπάρχουν στα σκοτεινά βάθη των ωκεανών. Στις τρύπες του σφουγγαριού καταλήγουν κατακόκκινοι σωλήνες, ξεβράζουν σιχαμένες σκουρόχρωμες μάζες προς το εσωτερικό κι εγώ βρίσκομαι εκεί, κοιτάζω τους σωλήνες, υπολογίζω αν χωράω να χωθώ μέσα, κλείνω τη μύτη μου στην αποφορά της σκουρόχρωμης μάζας που κατρακυλάει μέχρι τα πόδια του, κοιτάζω τα πόδια μου, οι αρβύλες έχουν βουλιάξει στην... Μην ξεχνάς οτι βρίσκεσαι σε μια ΑΔΙ που δεν είναι προγραμματισμένη να αντιμετωπίσει την εξωσυνειδητότητα ή μπορεί και να είναι –όπως και νάχει...
Βρίσκομαι στη μέση ενός ηλιόλουστου σπιτιού, στα πόδια μου χουζουρεύει ένας τεράστιος σκύλος (τι χρώμα; άσπρο), μπροστά μου ένα τραπέζι στρωμένο, καφές, πρωινό πλήρες... Τα παιδιά κατεβαίνουν από τις σκάλες, ακούω το τρεχαλητό τους... Περίμενε. Δεν υπάρχουν παιδιά. Πίσω πάλι.
Βρίσκομαι στη μέση ενός ηλιόλουστου σπιτιού, το πρωινό στο τραπέζι, ο σκύλος τρίβεται στα πόδια μου, η γυναίκα μου... Γυρίζω το κεφάλι να κοιτάξω, πού είναι η γυναίκα μου; Θα πρέπει να μου έφτιαξε το πρωινό και θα χρειαστεί να με φιλήσει στο μάγουλο πριν ξεκινήσω για τη δουλειά μου όπως κάθε μέρα. Πού είναι η γυναίκα μου; Δεν έχω γυναίκα και δεν πεινάω ιδιαίτερα. Σπρώχνω κάπως άτσαλα τον μεγάλο άσπρο σκύλο καθώς σηκώνομαι, ανοίγω την πόρτα (ξύλινη πόρτα, κανονική, όχι από πλαστικό ξύλο –με τζαμένιο παράθυρο τριών τετάρτων), ο σκύλος γρυλίζει λυπημένα, κάποιος να με περιμένει, βγαίνω έξω. Πολλοί δρόμοι. Απ΄όλους έρχονται ρυάκια που καταλήγουν στο σπίτι μου, νούφαρα ταξιδεύουν μέσα στα ρυάκια, θα ακολουθήσω ένα απ΄αυτά, ένα από τα ρυάκια, αντίθετα στα νούφαρα, θα πάω ανάποδα λοιπόν.
Ο ήλιος ταξιδεύει προς το σπίτι μου, εγώ κατευθύνομαι στο πίσω μέρος του ήλιου, στη σκοτεινή πλευρά.
Ο αέρας γίνεται όλο και πιο δύσοσμος, όλο και πιο ζεστός, προχωράω στην πηγή ανανέωσης του αέρα. Με δυσκολία αναπνέω, περίμενε.
Ο αέρας είναι βαρύς, ζεστός και ράθυμος όσο οι αρβύλες μου βυθίζονται στην άμμο της παραλίας, κοιτάζω πέρα μακριά, να διακρίνω τη θάλασσα. Κάποιος γλάρος θα ψόφησε γι΄αυτό η βρώμα. Θα την περάσω σύντομα.
Δαγκάνες, δυο κοκάλινες λερωμένες δαγκάνες με κοφτερά δόντια στις άκρες, κοφτερά σαν λεπίδια, άσπρα να γυαλίζουν στον ήλιο... Ποιον ήλιο; Βλέπω τον αέρα να κατευθύνεται προς το μέρος μου, καφέ πηχτός αέρας, αδύνατο ν΄αντέξω την αποφορά, περίμενε.
Μια φώκια. Σηκώνεται στα δυο πόδια και με πλησιάζει αδέξια. Μυρίζει κάπως άσχημα, όπως όλα τα ψάρια αλλά πέρα απ΄αυτό... Βγάζει εκείνους τους στριγκούς ήχους. Τινάζει τα πτερύγια κι αυτά φτάνουν μέχρι το ύψος των μουστακιών της. Αμηχανία.
«Ξέρω, δεν είναι ακόμα ώρα για φαγητό», λέω.
Η φώκια στριγκλίζει ξανά.
«Βγάλε με από εδώ», της λέω.
Η φώκια σωριάζεται στην παραλία κι αρχίζει να κυλιέται, το σώμα της γεμίζει άμμο, στις αρβύλες μου τρίζει η άμμος, μέσα στις αρβύλες, χώνεται ανάμεσα από τις ίνες στις κάλτσες μου και τρυπάει τα δάχτυλά μου.
«Βγάλε με από εδώ, πήγαινέ με έξω», φωνάζω στη φώκια.
Κι εκείνη στριγκλίζει δυνατότερα.
«Τώρα», φωνάζω.
Η φώκια κοιτάζει προς τη θάλασσα πίσω της –που στο καλό βρισκόταν αυτή η θάλασσα και δεν την έβλεπα τόση ώρα;
«Ευχαριστώ πολύ», λέω.
Περνώντας δίπλα της αγγίζω την γλιστερή πλάτη, το ζώο γουργουρίζει ή κάτι παρόμοιο... Μπαίνω στη θάλασσα. Κρύα. Περπατάω.
Και περπατάω όσο το νερό ανεβαίνει, στα γόνατα, στη μέση, στο στήθος. Κρύο. Στον λαιμό. Προχωράω.
Βυθίζομαι. Δεν βλέπω καλά στην αρχή.
Θόρυβος πίσω μου, ένας θόρυβος που μεταφέρεται αργά με το νερό, γυρίζω, κοιτάζω, δυο κοκάλινες λερωμένες δαγκάνες ανοιγοκλείνουν πλησιάζοντας, μεγαλώνοντας, περίμενε.
Αυτό δεν είναι νερό κι εγώ δεν θα πάθω ασφυξία εδώ μέσα, αυτές δεν είναι δαγκάνες κι εγώ είμαι μια χαρά. Γυρίζω, οι δαγκάνες πλησιάζουν μοιάζοντας πλέον με ανάπηρο ζητιάνο ή κάτι τέτοιο.
«Αρκετά», φωνάζω.
Είμαι μέσα στο νερό, το στόμα μου γεμάτο νερό, νιώθω αλμύρα και τα δόντια μου πονάνε, παρ΄όλα αυτά η φωνή μου ακούγεται καθαρά.
«Αρκετά», ξαναλέω. «Φτάνει».
Οι δαγκάνες εξαφανίζονται και η θάλασσα εξαφανίζεται αλλά δεν έχω αποφασίσει τι θα γίνει ο περίγυρος γι΄αυτό είναι μόνο μαύρο φλου τίποτα. Θα προχωρήσω. Θα βγω από εδώ μέσα.
Ασυντόνιστες εικόνες βυθού, τέρατα με μάτια στο στόμα και δόντια στα βλέφαρα, βουητό καθώς το νερό ανοίγει και ξανακλείνει, περίμενε.
Δεν υπάρχουν όλα αυτά. Δεν υπάρχουν επειδή δεν έχω καμιά διάθεση. Ούτε χρόνο. Όπου ο χρόνος.... σε παρακαλώ. Προχώρα.
Προχωράω.
Ένα δάσος με αδιαπέραστες κληματσίδες, ο ήλιος εξαφανισμένος στον ουρανό, δυο φεγγάρια μετά, δυο φεγγάρια στο ξέφωτο, προχωράω όσο τα πόδια μου βουλιάζουν στη λάσπη, στο νερό, βαλτώνω. Προχωράω.
Έξω.
Σπηλιές. Πετρώδες τώρα το έδαφος. Μορφές που τρέχουν, τις διακρίνω στο μπάσιμο της κάθε σπηλιάς, μετά εντελώς ξαφνικά κοντά μου, μετά στην απέναντι σπηλιά από εκείνη που ξεκίνησαν. Στα ενδιάμεσα των διαδρομών δεν τις βλέπω. Σκελετωμένοι, έχω αυτή την εντύπωση. Ραχιτικοί, με σκεβρωμένα άκρα, έτσι μου φάνηκε. Δεν ξέρω, μπορεί να κάνω λάθος. Προχωράω. Οι μορφές τελικά δεν είναι –θα τις ονομάσω σκιές. Επειδή σχεδόν με διαπερνάνε χωρίς να με αγγίζουν. Δεν υπάρχει τέτοιο σύστημα φύλαξης εξόδου (ή εισόδου, εξαρτάται πώς θα το δεις) από το σύστημα, άρα οι σκιές είναι πιο πέρα. Πιο μέσα. Εντός της τροφοδοσίας ή ακόμα κι εκτός, πέρα, πίσω... Προχωράω, τι σημασία έχει στην τελική;
«Καλημέρα», ακούω τη φωνή του.
Κοιτάζω τριγύρω. Σκιές που τηλεμεταφέρονται. Δυο φεγγάρια στον ουρανό. Πού την είδε την καλημέρα; Καταλαβαίνω, χαμογελάω.
Φτιάχνω μέρα. Μουντή, συννεφιασμένη, αλλά πάντως μέρα.
«Ήμουνα σίγουρος από την αρχή οτι θα τα πάμε υπέροχα οι δυο μας», ξεκαρδίζεται στα γέλια.
Στραβώνω το στόμα, νιώθω νευρικότητα, δε μιλάω.
«Βγήκες λοιπόν», αποφαίνεται.
Τον κοιτάζω, ίδια ρούχα, ίδιες ψηλές μπότες, ίδια ασημένια δόντια.
«Μην παίζεις μαζί μου, μην το ξανακάνεις αυτό», τον προειδοποιώ.
«Εντάξει, αλλά θα πρέπει να παραδεχτείς...»
«Άσε τις μαλακίες. Για ποιο λόγο να με τεστάρεις; Δεν ξέρεις ποιος είμαι και τι μπορώ να κάνω;» θυμώνω.
«Ξέρω...» ξεφυσάει. «Αναφορές, καταγραφές, φάκελοι αξιολόγησης. Είναι αυτά αρκετά;»
«Παραπάνω από αρκετά. Αυτά είναι όλα», του εξηγώ.
«Αλλά μπορεί κανείς να βασιστεί...»
«Τα μόνα πράγματα στα οποία μπορεί κανείς να βασιστεί», επιμένω.
«Για να το λες...» μουρμουρίζει περπατώντας αδιάφορα προς το μέρος μου.
«Όπως και νάχει, χάνουμε χρόνο. Θα με βρουν και το ξέρεις καλά, αν πρόκειται λοιπόν...», σταμάτησα επειδή δεν ήξερα πώς να συνεχίσω. Δεν είχα καταλάβει για ποιον ακριβώς λόγο με χρειάζονταν. Ούτε και ήξερα ποιοι ήταν αυτοί που με χρειάζονταν για να πω την αλήθεια.
«Δεν θα προλάβουν», είπε απλά.
«Στο τέλος...» ξεκίνησα να λέω.
«Σε ποιο τέλος;» γέλασε. «Το δικό τους τέλος είναι αυτό που πλησιάζει με δρασκελιές».
Κοίταξα ασυναίσθητα τριγύρω, οι σκιές από τις σπηλιές πύκνωσαν, αραίωσαν, ξαναπύκνωσαν. Έμοιαζαν με σύννεφα βροχής που είχαν κατέβει πολύ χαμηλά, πάρα πολύ χαμηλά. Ή μάλλον έμοιαζαν με τους ηλεκτρικούς σπινθήρες πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας, μόνο που αυτές οι σκιές δεν είχαν τη φωτεινότητα του σπινθήρα. Μόνο τη μυρωδιά. Άσχημη αλλά γαργαλιστική για τη μύτη.
«Τι είναι αυτοί;» τον ρώτησα κάνοντας έναν κύκλο με τον αντίχειρά μου υψωμένο.
«Αυτοί είναι όσοι ζουν στις σπηλιές», μου απάντησε.
«Δηλαδή;» ρώτησα.
«Τι δηλαδή; Αυτό είναι όλο», είπε.
«Με την Υπηρεσία τι σχέση έχουν;» απόρησα.
«Έχεις ακούσει για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες;» μου χαμογέλασε.
«Ναι, τι συμβαίνει με αυτά τα ψάρια;» αναρωτήθηκα.
Δε μίλησε, απλώς μου γύρισε την πλάτη και προχώρησε. Τον ακολούθησα. Κατάλαβα.
Οι σπηλιές όλο και λιγόστευαν πίσω μας (ή κάπου πίσω μας) όσο προχωρούσαμε, ένιωθα ένα κενό κάτω από την κοιλιά όσο προχωρούσαμε, ένα επώδυνο κενό σαν κάποιος να μου είχε αφαιρέσει τα σπλάχνα ή κάτι παρόμοιο κι εξίσου επώδυνο, όσο προχωρούσαμε, περίμενε.
Ποιος θα φτιάξει το περιβάλλον γύρω μας; Δεν είχα καμιά διάθεση να αφεθώ στις δικές του εικονοποιήσεις, δεν τον ήξερα ούτε και τον εμπιστευόμουν. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ αλλά ήταν μάταιο.
«Μην τρέχεις», του ζήτησα.
Γύρισε το κεφάλι να με δει αλλά δεν έκοψε βήμα.
«Φτάνουμε», απάντησε.
Και συνέχισε να προχωράει, κοίταξα τριγύρω, ένας κήπος με λεμονιές (ήδη τις μύριζα), μηλιές και κοντοκουρεμένο χορτάρι, η μέρα έμοιαζε φθινοπωρινή ή ανοιξιάτικη. Τελικά είχα αφεθεί στις δικές του εικονοποιήσεις, ήμουν τόσο ανίσχυρος.
Ένα σπίτι, αγροτόσπιτο, ξύλινο με αχυρένιες θημωνιές τριγύρω, καπνός να βγαίνει από την καμινάδα, τέντωσα τα ρουθούνια. Να μυρίσω. Τι ήθελα να μυρίσω; Ένα μεγάλο άσπρο σκυλί πετάχτηκε από το σπίτι κι έτρεξε προς το μέρος μας, μπλέχτηκε στα πόδια μου, άρχισε να τρίβεται, το πρωινό ήταν έτοιμο. Δρασκέλισα το πέτρινο κατώφλι.
Μπήκα, ο καφές μοσχοβολάει στο τραπέζι, το πρωινό πλήρες. Δεν με ακολουθεί, κοντοστέκεται πίσω μου, γυρίζω.
«Έλα, έλα μέσα», του γνέφω.
Χαμογελάει, μπαίνει.
Καθόμαστε, νιώθω μια διάθεση οτι είμαι ο ιδιοκτήτης, πώς αυτό είναι το σπίτι μου οπότε του σερβίρω καφέ σ΄ένα καθαρό φλιτζάνι –γιατί νιώθω έτσι; Άραγε;
«Πάρε», του λέω.
Και σπρώχνω προς το μέρος του ένα πιάτο με ζεστά κουλούρια κανέλας. Μοσχοβολάνε. Γιατί το κάνω αυτό; Δεν είναι δικό μου το σπίτι. Αποφεύγω να κοιτάξω προς τα πίσω, προς την ξύλινη σκάλα που ανεβαίνει στον πάνω όροφο, εκεί που είναι οι κρεβατοκάμαρες, μια για τους ξένους, δυο για τα παιδιά που θα κάνουμε, στο τέλος του διαδρόμου η δική μας κρεβατοκάμαρα, ποια κρεβατοκάμαρα; Ποια δική μας; Δεν είναι δικό μου αυτό το σπίτι.
Παίρνει ένα κουλούρι προσεκτικά, το δαγκώνει, τα ασημένια δόντια γεμίζουν ψίχουλα και μετά τα ψίχουλα εξαφανίζονται, μου χαμογελάει.
«Το έκανε πάλι το θαύμα της», μου λέει.
Ποια; Δαγκώνω τα χείλη να μη ρωτήσω. Ποια έκανε ποιο θαύμα; Λες και δεν ξέρω. Δεν θέλω να ξέρω. Ζεστά και μαλακά τα χέρια της δένονται γύρω από τον λαιμό μου, ένα φιλί στον κρόταφο, τον δεξί μου κρόταφο.
«Έτσι που έφυγες τρόμαξα, αναρωτήθηκα τι σ΄έπιασε», μου ψιθυρίζει.
«Είχα...» ψελλίζω. Μάλλον από υποχρέωση –ποια είναι αυτή η γυναίκα; Μακριά μαύρα μαλλιά και μια τζιν φόρμα, απ΄αυτές που φορούσαν παλιά οι αγρότες του νότου, κοντομάνικο μπλουζάκι από μέσα, γαλάζιο μπλουζάκι. Μάτια στο χρώμα του μελιού. Μοιάζει μικρότερή μου και μάλλον είναι. Το δέρμα της σκούρο, όπως το δέρμα των ανθρώπων που έχουν δει τον ήλιο. Νιώθω άσχημα για το άσπρο μου κορμί, στιγμιαία, κι αυτό με αποσυντονίζει.
«Είχα....» ξαναλέω.
«Βγήκε να με μαζέψει, δεν μπορούσα να το βρω εύκολα το σπίτι σας», λέει ο άντρας με τα ασημένια δόντια.
«Και δεν έπαιρνες τον Μήτσαμ μαζί σου; Σπάραξε όσο έλειπες», παραπονιέται η γυναίκα.
Η γυναίκα μου;
Ο Μήτσαμ. Του χαϊδεύω το κεφάλι όπως έχει βολευτεί ανάμεσα στα πόδια μου. Σηκώνει τη μουσούδα, με βλέπει, γρυλίζει. Κοίτα να δεις ένας Μήτσαμ.
Πίνω τον καφέ μου αργά. Εκείνη μας σερβίρει μια αχνιστή πίτα, κάθεται μαζί μας αμέσως μετά. Της βάζω καφέ, μου χαμογελάει. Την αγαπάω.
«Δεν πάει άλλο», λέει ο άντρας με τα ασημένια δόντια εντελώς ξεκάρφωτα.
Τον κοιτάζω. Εκείνη κολλάει το πόδι της στο δικό μου κάτω από το τραπέζι, έτσι μου μεταδίδει την ανησυχία της.
«Δεν αντέχεται», συνεχίζει εκείνος. «Όλοι είναι έτοιμοι, ο κόσμος είναι έτοιμος. Δεν βαστάνε άλλο να πληρώνουν φόρους για να συντηρούν μια ξεπουλημένη κυβέρνηση, δεν αντέχουν να τους πίνουν το αίμα οι εταιρείες κι από πάνω να τις διπλοπληρώνουν. Έχουμε φτάσει στα όριά μας, κάτι πρέπει να γίνει».
Σταματάει, με κοιτάζει, μπερδεύομαι.
«Κι εγώ τι να κάνω;» λέω. «Εγώ είμαι... δουλεύω στη Φορολογική....»
«Και τι θα πει αυτό; Οτι τους φόρους που μαζεύεις πρέπει να τους τρώει ο Αλκιβιάδης Ράιτ με την παρέα του; Στα ικριώματα μια ώρα αρχύτερα –αυτό λέω εγώ», μου απαντάει με σταθερή φωνή καθώς στηρίζει τους αγκώνες του στο τραπέζι και το κεφάλι του ανάμεσά τους.
«Αλκιβιάδης Ράιτ, ε;» μουρμουρίζω.
«Ε, τι περιμένεις; Να τον πω Οδυσσέα Ωμέγα επειδή άλλαξε χορηγό; Όχι δα».
«Όμως κι αυτό το όνομα... το Αλκιβιάδης....»
«Σαφώς. Αλλά το είχε τόσον καιρό, δεν θα τρελαθούμε κιόλας με τα καμώματά του».
«Θέλετε τίποτα άλλο ή να μαζέψω;» είπε εκείνη.
Γυρίσαμε κι οι δυο, την κοιτάξαμε.
«Εσύ τι λες;» τη ρώτησα.
Κι αυτή ήταν μια καταπληκτική σκέψη, έδωσα συγχαρητήρια στον εαυτό μου. Σιωπηλά, με σφιγμένο μισό χαμόγελο.
«Τι να πω, δεν ξέρεις τη γνώμη μου;» απάντησε εκείνη.
Έσφιξα τα δόντια. Γαμώ τη ζωή μου μέσα.
«Ξαναπέστη να την ακούσει κι ο ...» έκανα δείχνοντας τον άντρα με τα ασημένια δόντια.
«Ο Γιάν; Λες και δεν την ξέρει...» γέλασε εκείνη.
Ποιοι είσαστε όλοι εσείς; Ήμουν έτοιμος να κλαψουρίσω. Και πώς σε λένε;
«Εγώ να πηγαίνω, με περιμένουν...» σηκώνεται αργά ο άντρας με τα ασημένια δόντια που έμαθα οτι τον λένε Γιάν.
«Στο καλό», λέω χωρίς να σηκωθώ. Εκείνη με αγριοκοιτάζει. Αδιαφορώ. Ο Μήτσαμ είναι σκύλος. Που τρίβεται στις γάμπες μου. Αυτό σκέφτομαι.
Τον πηγαίνει μέχρι την πόρτα της κουζίνας και μετά επιστρέφει. Κάθεται δίπλα μου, χαϊδεύει το μπράτσο μου. Την κοιτάζω που με κοιτάζει.
«Είσαι παράξενος ώρες-ώρες», λέει.
«Ναι», απαντάω αφηρημένα.
Όλα αυτά, όλα αυτά... Έχω βγει σε δημόσιο δίκτυο, είμαι στις γειτονιές του εσωκόσμου, ποιος ξέρει πού, με ποιους και γιατί. Αυτός ο Γιάν με έχει σύρει κάπου μακριά και τώρα είμαι κάπου μακριά, περίεργα, άβολα, μακριά. Ωραία.
«Θα πας για δουλειά σήμερα;» με ρωτάει.
«Με έχουν θέσει σε αργία», απαντάω.
«Τι χαζή που είμαι», χτυπάει το κεφάλι της.
«Δεν πειράζει, δεν είσαι υποχρεωμένη να...» λέω.
«Τι λες τώρα; Και βέβαια είμαι υποχρεωμένη να θυμάμαι», απαντάει.
Έτσι όπως το λέει μοιάζει να έχει δίκιο.
«Όμως εγώ...» ξεκινάω την κουβέντα. Κοιτάζω, την κοιτάζω, γαληνεύουν τα μάτια μου στο πρόσωπό της. «Όμως εγώ δεν θυμάμαι τίποτα», συμπληρώνω.
«Θα θυμηθείς, μην ανησυχείς», μου λέει χαϊδεύοντας το χέρι μου.
«Βοήθησέ με», ζητάω.
«Δεν χρειάζεται. Όλα θα έρθουν από μόνα τους....»
«Πες μου...»
«Θυμάσαι πώς σε λένε τουλάχιστον;»
Άγριος...
«Γιατί εσύ θυμάσαι;» γύρισα απότομα προς το μέρος της.
«Ναι αγάπη μου, θυμάμαι...» μουρμούρισε στοργικά.
«Πώς με λένε;» απαίτησα να μάθω.
Άγριος...
«Πάω να σου στρώσω το κρεβάτι», μου είπε.
Γύρισε την πλάτη κι ανέβηκε τη σκάλα, εκείνη η σκάλα ήξερα ακριβώς πού οδηγεί, ήξερα πού καταλήγει, πρώτα το δωμάτιο των ξένων, μετά τα δυο δωμάτια για τα παιδιά που θα κάναμε και τέλος η κρεβατοκάμαρά μας –εκεί κοιμόμουν εγώ και η Κάσσι, δεν ήταν έτσι το όνομά της όμως έτσι την φώναζα, το όνομά της ήταν... Και πώς μου ήρθε τώρα αυτό;
Πρώτη φορά την έβλεπα αυτή τη γυναίκα, τώρα, πριν λίγη ώρα την είχα πρωτοδεί, εντάξει. Οικειότητα. Το πρόσωπό της, οι τρόποι της, το άγγιγμά της, όλα μου φαίνονταν γνωστά. Μη δίνεις σημασία. Ένα άγγιγμα είναι ένα άγγιγμα –όμοια μεταξύ τους, μπορεί και ίδια. Άλλωστε το δημόσιο δίκτυο χρησιμοποιεί προσωπικές σου εμπειρίες, δηλαδή εσύ τις χρησιμοποιείς –τις διαχέεις στο δίκτυο, τις ανακατεύεις με τα ερεθίσματα που λαμβάνεις και... Ένα άγγιγμα είναι ένα άγγιγμα κι ένα πρόσωπο είναι το σύνολο των επιμέρους χαρακτηριστικών εκατοντάδων άλλων προσώπων αλλά οι τρόποι της; Δεν υπήρχε ποτέ, δεν είχα υπάρξει ποτέ... Πώς το λένε; Σε μακροχρόνια σχέση, ή γενικότερα –έτσι το λένε. Που να μπλέκεις τώρα με τον Έλεγχο Γεννήσεων;
«Το κρεβάτι σου είναι έτοιμο, ανέβα να ξεκουραστείς λιγάκι», ζεστός αρωματισμένος αέρας στο αυτί μου οι λέξεις της.
Σηκώθηκα.
«Ναι, αυτό θα κάνω», είπα.
Σα να ήθελα να δικαιολογηθώ στον εαυτό μου. Είχα κουραστεί, κάτι επίπονο, κάτι εξαντλητικό.... Τέλος πάντων, χρειαζόμουν λίγο ύπνο. Ένιωθα ήδη τη μυρωδιά των φρεσκοσιδερωμένων σεντονιών στα ρουθούνια μου.
«Άγριε;»
Σταμάτησα. Δεν γύρισα. Εντάξει λοιπόν, ήξερε το όνομα μου, δεν σήμαινε τίποτα αυτό...
Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και με φίλησε στο μάγουλο.
«Μη μ΄αφήσεις ποτέ», είπε.
«Δεν θα σ΄αφήσω», τη βεβαίωσα.
«Ακόμα κι αν...» ψιθύρισε.
«Δεν πρόκειται», της ξεκαθάρισα.
Και ξέραμε πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλούσαμε. Τα λόγια που δεν λέγονται είναι τα λόγια που δυσκολότερα ξεχνιούνται.
Ανέβηκα την ξύλινη σκάλα που έτριζε σαν κανονική ξύλινη σκάλα –όχι κάλπικα όπως εκείνες από το πλαστικό ξύλο. Βρέθηκα στο διάδρομο με τις κλειστές πόρτες, τα πόμολα φτιαγμένα από κασσίτερο, κανονικό κασσίτερο όχι πλαστικό απομίμηση κασσίτερο, Κάσσι, την έλεγαν Κάσσι από το Κασσάνδρα ή το Κασσιόπη, δεν ήμουν σίγουρος... Άγγιξα το επόμενο πόμολο στη σειρά του διαδρόμου, Κασσάνδρα ή Κασσιόπη; Και τι σημασία είχε τελικά; Εγώ έδινα το όνομα, θα μπορούσα να την πω Μαρία ή Λούσι ή Ραχήλ ή Οξύρρυγχο... Θα μπορούσα να την πω όπως να ‘ναι, μόνο που δεν μπορούσα. Δεν γινόταν.
Για κάποιο λόγο η γυναίκα αυτή είχε όνομα κι εγώ την φώναζα Κάσσι, από το Κασσάνδρα ή από το Κασσιόπη και είχε πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθώ ποιο από τα δυο ήταν το σωστό.
Έφτασα στην τελευταία πόρτα, την άνοιξα, το κρεβάτι ήταν όπως ακριβώς το θυμόμουν. Διπλό, με τούλινη κουνουπιέρα από πάνω, μαλακό στρώμα και σεντόνια που μοσχοβολούσαν φρεσκοσιδερωμένα. Έψαξα τριγύρω να βρω τις πυτζάμες μου κυρίως για να σιγουρευτώ οτι δεν υπήρχαν πυτζάμες. Απεχθανόμουν τις πυτζάμες. Αλλά ήθελα να κάνω αυτό το τεστ, αν υπήρχαν πυτζάμες απλωμένες σε κάποια καρέκλα... Τότε τι; Ποιος τα φτιάχνει όλα αυτά;
Πέταξα τα ρούχα μου τσαλακωμένα σε μια πολυθρόνα δίπλα στο κρεβάτι, χώθηκα κάτω από το πάπλωμα, άφησα τα σεντόνια να με δροσίσουν. Έκλεισα τα μάτια.
Ποιος τα φτιάχνει;
Κάσσι από το Κασσάνδρα ή το Κασσιόπη;
Θα’ρχόταν άραγε να ξαπλώσει δίπλα μου; Με λίγη προσπάθεια (λιγότερη από όση περίμενα) θυμήθηκα το κορμί της, την αίσθηση του δέρματός της κάτω από τα δάχτυλά μου.
Θα έρθει άραγε;
Βούλιαζα στο μαλακό στρώμα. Κι όσο βούλιαζα, όσο χάνονταν τα στηρίγματά μου στον γύρω κόσμο, τόσο δυνάμωνε το φως που έμπαινε από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, έπρεπε να είχα κλείσει αυτό το παράθυρο πριν ξαπλώσω, επειδή το φως ήταν ενοχλητικό κι εγώ βούλιαζα και δεν μπορούσα να πιαστώ από πουθενά, να δώσω ώθηση, να ξεκολλήσω από το κρεβάτι και να κλείσω αυτό το φωτεινό παράθυρο, αλλά ήταν αδύνατο επειδή βούλιαζα και βούλιαζα.
Το φως δυνάμωνε.
Κι ο πόνος, κάτω από τα πλευρά μου στο ύψος των νεφρών και στην ουρήθρα. Πόνος. Φρικτός πόνος, επειδή έμοιαζε να με έχουν κρεμάσει από τσιγκέλια όσο βούλιαζα και πονούσα, τα τσιγκέλια με κρατούσαν και με τράβαγαν πίσω, με εμπόδιζαν να βουλιάξω, πονούσα και το φως δυνάμωνε.
Το φως μαζί με τον πόνο. Δυνάμωνε.
Δυνάμωναν.
Ούρλιαξα. Και πάλι. Δυνατά.
Πετάχτηκα ουρλιάζοντας, ο πόνος ήταν οξύς, τσιτωνόταν λες το δέρμα μου κόντρα σε τσιγκέλια κι ακόμα χειρότερα -τώρα το καταλάβαινα -επειδή τα τσιγκέλια δεν στηρίζονταν στο δέρμα μου, ήτανε πιασμένα από πιο μέσα, από τα νεφρά και χωμένα βαθιά στην ουρήθρα, δεν ξέρω τι ακριβώς. Αλλά πονούσα και ούρλιαζα.
Μια γυμνή λάμπα πυράκτωσης με σημάδευε ακριβώς στα μάτια και το κρεβάτι ήταν σιδερένιο, σκουριασμένο στο κεφαλάρι, άτσαλα βαμμένο με άσπρη μπογιά.
Ούρλιαξα όσο δυνατά δεν είχα ουρλιάξει ποτέ πριν. Ή έτσι μου φάνηκε.
Την λέγανε Κασσάνδρα, τη φώναζα Κάσσι.
Έβαλα τα κλάματα.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι