Τρίτη, Σεπτέμβριος 28, 2010

"Απειλή"

Λοιπόν μάγκα μου τέρμα τ΄αστεία. Αν διαθέτεις λίγο μυαλό θα το καταλάβεις όταν διαβάσεις τη συνέντευξη, σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορώ να κάνω τίποτα για την πάρτη σου.


Επειδή ξανακυκλοφορεί η "Υπέρβαση" των Metro Decay, τουτέστιν ξανακυκλοφορεί ένας από τους πέντε καλύτερους δίσκους post punk που φτιάχτηκε στην Ελλάδα. Κι ένας από τους καλύτερους δίσκους pop πανευρωπαϊκά, για τη δεκαετία του '80 -κατάλαβες μάγκα μου; Έχουν μαζί κι ένα αγγλόφωνο σινγκλάκι, το άκουσα και μπερδεύτηκα. Σκέφτηκα πώς αν τα παιδιά είχαν επιλέξει αγγλικό στίχο μάλλον τώρα θα τους περιμέναμε στα αεροδρόμια με δάφνες και κόκκινα χαλιά -ποιοι U2 τώρα; Ο Μπόνος, ο Ετζ κι ο γυαλάκιας το πολύ να τους ανοίγανε τη συναυλία -κάτσε καλά δικέ μου!


Γι΄αυτό σου λέω, ζορίσανε τα πράγματα, κάτι γίνεται εκεί έξω και μην πολυκυκλοφορείς άμα δε νιώθεις έτοιμος.

Διάβασε τη συνέντευξη για αρχή -δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο.


Και ετοιμάσου για προβλήματα.

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 27, 2010

"Η Πέγκι Σού παντρεύτηκε"

Σκέφτομαι (το παθαίνω συχνά τώρα τελευταία) πού στράβωσε το πράγμα και ξεφτιλιστήκαμε έτσι. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς βρεθήκαμε από το «όταν ο τελευταίος μπάτσος κρεμαστεί στα άντερα του τελευταίου παπά ο κόσμος θα γίνει καλύτερος» στο «πατρίς, θρησκεία, ομογένεια». Πώς γίναμε δηλαδή πιο συντηρητικοί κι από τους μούχλες θείους μας πού ήταν αστυνομικοί ή συμβολαιογράφοι ή καραβανάδες και είχαν τη σίγουρη συνταγή στρωσίματος: «δώστον μου εμένα για δυο βδομάδες να τον κουρέψω γουλί και να δεις πώς θα στον κάνω άνθρωπο». Ήταν η εποχή που οι γέροι μάς πήγαιναν στα σχολεία και μάς άφηναν στους δασκάλους ξεκαθαρίζοντας: «το κρέας δικό σου, τα κοκάλα δικά μου». Κι αυτή την εποχή την περάσαμε –πώς γίνεται να την ξεχάσαμε και να ψάχνουμε να την αναβιώσουμε τερατογεννημένη;

Στο στρατό με στείλανε να γίνω δόκιμος (θα υπενθυμίσω στην κουφαλίτσα που ετοιμάζεται να πει την εξυπνάδα της, οτι με είχαν καλέσει στο υγειονομικό, τουτέστιν νοσοκόμος, εκεί που το να σε στείλουν για δόκιμο ήταν το αμέσως χειρότερο μετά το πειθαρχείο). Θυμάμαι την πρώτη μέρα που μπήκαμε στην κωλοσχολή (στρατόπεδο) εκπαίδευσης υποψηφίων δοκίμων, εγώ και δυο τρεις ψάρακες. Μας υποδέχτηκε στην πύλη ένας λοχίας της προηγούμενης σειράς και μας είπε: «θα με ακολουθήσετε τρέχοντας, ότι κι αν ακούσετε στη διαδρομή δεν θα γυρίσετε να κοιτάξετε». Αυτό κάναμε και την επόμενη στιγμή νόμισα οτι βρεθήκαμε σε φτηνό εφιάλτη του Δαλιανίδη, εκεί όπου οι φωνές γίνονται άναρθρες κραυγές και τα πρόσωπα θολώνουν μακραίνοντας. Περάσαμε δυο μήνες νομίζω, αφημένοι στις ορέξεις των κτηνάνθρωπων και μετά ήρθε η ώρα μας να γίνουμε «διοικούσα σειρά». Να ασκήσουμε δηλαδή την κτηνωδία μας στους καινούργιους υποψήφιους δόκιμους. Τότε η σειρά μου χωρίστηκε σε τρεις ομάδες:

-Αυτούς που ήθελαν να περάσουν το διάστημα της (περιορισμένης πάντως) εξουσίας τους σε ένα κρεβάτι ροχαλίζοντας ή σε ένα παρτέρι διαβάζοντας και μασουλώντας κρουασάν.
-Αυτούς που ήθελαν να διασφαλίσουν οτι οι «νέοι» δεν θα περνούσαν όσα είχαμε τραβήξει εμείς από τους προηγούμενους.
-Αυτούς που ήθελαν να ρεφάρουν τα καψώνια που είχαν υποστεί, κάνοντας τα ίδια και χειρότερα στους «νέους».

Τι θέλω να πω μ΄αυτή την ιστορία; Οτι η αναμενόμενη συμπεριφορά όσων παλιώσουν στο κουρμπέτι και ανέβουν στο αμέσως ψηλότερο σκαλοπάτι της κλίμακας εξουσίας-καταπίεσης εντάσσεται συνήθως σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες. Οι αναμνήσεις της καταπίεσης συνήθως προκαλούν μια από τις δύο αντιδράσεις: απέχθεια για τις καταπιεστικές μεθόδους ή υποσυνείδητη (μαζοχιστική) λατρεία της καταπίεσης και προσπάθεια απρόσκοπτης συνέχισής της. Αν θέλεις να στο δώσω και με παραδείγματα εξεγέρσεων είμαι εύκαιρος: «Όσοι μας κατηγορούν για δήθεν βασανιστήρια θα έπρεπε να θυμούνται οτι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε υπάρξει θύματα βασανιστηρίων και γι΄αυτό μας είναι αδύνατο να κάνουμε τα ίδια», δήλωνε κάποτε ο Κάστρο. «Έφτασε πλέον ο καιρός οι άπιστοι να πληρωθούν με το ίδιο νόμισμα», δήλωνε αργότερα ο Αγιατολάχ Χομεϊνί. (Αυτό θα μπορούσε να μας δείξει κάτι στον τομέα της σύγκρισης μιας επαναστατικής ιδεολογίας με μια θρησκευτική δοξασία αλλά δεν είναι της ώρας, άρα το αφήνουμε στην άκρη).

Διάβαζα τις προάλλες τη σελίδα ενός συνομήλικου μου, ο οποίος διετέλεσε πάνκης τη δεκαετία του ’80. Έγραφε ο άνθρωπος «δεν μπορούμε να πάμε τα παιδιά μας στην παιδική χαρά της περιοχής μας με τόσους ξένους –έχει αρχίσει ένας ιδιότυπος ανάποδος ρατσισμός». Το διάβαζα και αναρωτιόμουν –δεν ήταν αυτός και η παρέα του πού χαλάγανε κάποτε τον κόσμο διαμαρτυρόμενοι ότι δεν τους αφήνουν να κυκλοφορούν ελεύθεροι στο δρόμο; Δεν ήταν αυτοί που αναστάτωναν (συνειδητά και σχεδιασμένα) τους νοικοκυραίους και τους φλώρους; Δεν ήταν αυτοί που έπαιζαν ξύλο για το παραμικρό; Απαντάω για να μην το πολυκουράζουμε: ναι, αυτοί ήταν και καλά κάνανε κι εγώ ήμουνα μαζί τους και τους υποστήριζα. Τι σκατά λοιπόν διαμαρτύρεται ο φιλαράκος, νυν οικογενειάρχης και πρώην πάνκης; Ξέχασε πώς ήταν όταν αυτός καταπιεζόταν;

Θυμάμαι οτι κάποτε, σαν πιτσιρικάδες, κρεμόμασταν στα κάγκελα κόντρα στους γερο-ξούρες που υποστήριζαν τη διατήρηση της σχολικής ποδιάς στα κορίτσια. Γιατί το κάναμε; Για να βλέπουμε κάνα μπουτάκι βεβαίως και οι κοπέλες γούσταραν να δείχνουν το σχετικό μπούτι, αλλά είχαμε άδικο; Πέρα από το μπανιστήρι και την ωραιοπάθεια, είχαμε άδικο όταν φωνάζαμε οτι η ποδιά είναι ψυχαναγκαστικός θεσμός; Αν μας ρωτούσατε τότε θα ήμασταν απόλυτοι -αν μας ρωτούσατε σήμερα; Τι;
Μήπως σήμερα θα το ξανασκεφτόμασταν; Καθότι γονείς κοριτσιών και πρόθυμοι να ορκιστούμε οτι η φαρμακομύτα της γειτονιάς κυκλοφορεί ακόμα διαμορφώνοντας την κοινή γνώμη κι ας έχουν περάσει τρεις –τέσσερις δεκαετίες.

Θυμάμαι οτι όσοι αράζαμε στην πλατεία εκείνη την εποχή ήμασταν έτοιμοι να παίξουμε ξύλο αν πείραζε κανένας την Πάολα ή αν την έπεφταν τίποτα ασφαλίτες στον Κάιν. Σήμερα; Καυτηριάζουμε την κυριαρχία των γκέι στα μήντια κι ο Κάιν είναι ξεπουλημένος ή γραφικός ή οτιδήποτε παρόμοιο βολεύει τον ζαμανφουτισμό μας.

Θυμάμαι οτι απεχθανόμασταν τους εκπρόσωπους της κοιλαράδικης ψευτομπουρζουαζίας, τους Πασόκους τύπου Μπουγιουκλάκη, τους «αγανακτισμένους πολίτες», τους μαγαζάτορες, τους νοικοκυραίους. Τους απεχθανόμασταν όσο ακριβώς κι εκείνοι –ρίχναμε ροχάλες στις βιτρίνες των μαγαζιών τους, γιαούρτια στα αμάξια τους και ότι άλλο ήταν εύκαιρο. Σήμερα τους βλέπουμε να γεμίζουν τα παράθυρα των τηλεοράσεων, ταλαιπωρούμαστε από τα «δίκαια αιτήματά τους», από την αγωνία τους δηλαδή μη χάσουν κάνα σέντσι από τίποτα φορολογίες ή απελευθερώσεις επαγγελμάτων και είμαστε αλληλέγγυοι. Δεν έχει σημασία αν το σέντσι που γλιτώνουν οι κοιλαράδες το πληρώνουμε εμείς έξτρα φόρο –εμείς δηλώνουμε αντικρατιστές, άρα αλληλέγγυοι. Κι αν αύριο γίνει καμιά κόντρα μεταξύ μεγαλοεφοπλιστή και δημοσίου, εμείς θα πάμε με τον εφοπλιστή –κάτω το κράτος δικέ μου! Ίσως πάλι να έχουμε καταντήσει οι κοιλαράδες που κάποτε απεχθανόμασταν, γι΄αυτό είμαστε αλληλέγγυοι –τι λες κι εσύ;

Πότε όμως άρχισαν όλα αυτά;

Όταν κοντράραμε την άποψη των ΚΚέδων: «το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λαού», από καθαρή αντίδραση και πηγαίναμε στα γήπεδα για να χουλιγκανίσουμε;

Όταν αργότερα θάψαμε την καταπληκτική εναλλακτική μουσική που έβγαζαν τα συγκροτήματα του ’80 προκειμένου να νεκραναστήσουμε Άσιμους και Σιδηρόπουλους και να πανηγυρίσουμε με τις κλεμμένες κονσέρβες που παίζανε οι Τρύπες, με το ροκ του ’70 που παίζανε τα Σπαθιά και με το νταλκαδιάρικο βλαχορόκ του Βασιλάκη;

Όταν χάσαμε την ικανότητα να ξεχωρίζουμε ανάμεσα στον σκηνοθέτη που κατέχει το αντικείμενό του σε βαθμό αποδόμισής του (Λαρς Φον Τρίερ) και στον Άσχετο Ασχετόπουλο (σκέτος τηλεφωνικός κατάλογος τα ονόματα) που δεν μπορεί ούτε να κρατήσει ίσια την κάμερα;

Όταν τελικά χάσαμε κάθε αίσθηση προσωπικού γούστου αντικαθιστώντας τον «ένα δίσκο το μήνα», τη «μια ταινία τη βδομάδα», το «ένα βιβλίο το μήνα» με ατέλειωτα κατεβασμένα mp3 , με ανάλογο βομβαρδισμό ταινιών στην οθόνη του υπολογιστή μας και με την επισταμένη ανάγνωση μπλογκ και φόρα που οδηγούσαν αναπόφευκτα στο «παρτίδα»;

Ίσως πιο πριν, ίσως πιο μετά...

Το γεγονός είναι οτι στο χάσιμο μάς ακολούθησε και η Αριστερά.

Το τιμημένο ΚΚΕ έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του με την κατάρρευση του ανύπαρκτου-υπαρκτού. Και τι έκανε τότε; Πιάστηκε αγκαζέ με τους Δεξιούς («τα δυο μεγάλα τζάκια του τόπου, οι νοικοκυραίοι», που έλεγε κι ο Νιόνιος) και κυβερνήσανε! Δηλαδή, μη φανταστείς... Ο Μητσοτάκης κυβερνούσε, το ΚΚΕ αγκαλιασμένο με το Εσωτερικό του βολόδερνε όσο οι σχολές περνούσαν, σε μια νύχτα (με 108), από τα χέρια της Πανσπουδαστικής στα χέρια της ΔΑΠ.

Το Εσωτερικό, η ΕΑΡ, ο ΣΥΝ, ο ΣΥΡΙΖΑ (κι αν ξεχνάω κάτι να με συγχωρεί η χάρη τους) διατήρησε την συνέπειά του στην προσέλκυση γκομενών στα παραταξιακά πάρτι και την αγωνιστικότητά του στην ασυναρτησία. Θυμάμαι σαν φοιτητής ν΄ακούω τους Ρηγάδες να εκθειάζουν τον ευρωκομμουνισμό του Μπερλιγκουέρ, σήμερα πλέον ο Τσίπρας κόπτεται για τα έξτρα δικαιώματα των συμβασιούχων και των ιδιοκτητών φορτηγών –«ουγκάγκα μπουμ μπουμ χι γκάπα γκουμ μπιρλί γκαγκά», που έλεγε κι ο Χάρρυ.

Οι εξωκοινοβουλευτικοί που πασχίζουν μονίμως να μπουν συνεταιρισμένοι στο κοινοβούλιο χάσανε το λαϊκό τους έρεισμα. Πάει να πει, η γκόμενα του Βαγγέλα του μαλλιά τον παράτησε και έχει να πατήσει σε μάζωξη 5 χρόνια τώρα, ο Βαγγέλας έκανε καράφλα και δεν πολυβγαίνει από το σπίτι-γραφείο, πέθανε κι ο Μπάμπης ο χονδρός (από έμφραγμα), οι καθοδηγητές στις σχολές έχουν πιτυρίδα και όλοι τους αποφεύγουν.... Πάει το έρεισμα μόνο οι Αποφάσεις Πρωτοδικείου μένουν να φιγουράρουν στις κορνίζες.

Οι σημερινοί αναρχικοί μελέτησαν τον Νετσάγιεφ και ξέχασαν να διαβάσουν Μπακούνιν -φταίει μάλλον το οτι ο Νετσάγιεφ κυκλοφορεί σε μπλουζάκια και τοίχους. Μετά οι αναρχικοί μελέτησαν τον Γκάι Φωκς -τους μένουν ακόμα ο Κάπτεν Αμέρικα, οι 4 Φανταστικοί και ο Θωρ με το Σφυρί του για να αποφοιτήσουν. Οι παλιοί αναρχικοί εξακολουθούν να υπάρχουν (χωρίς απαραίτητα να ζουν) αλλά, στα πλαίσια της επερχόμενης επανάστασης, τους έχει απαγορευτεί η έκφραση απόψεων. «Είμαστε με το πλιάτσικο αν το αποφασίσει η συνέλευση», γράφει ένας φίλος μου. «Το κίνημα δεν κάνει ποτέ λάθη –μόνο τα άτομα κάνουν λάθη», έλεγε ο Αντρέας Μπάαντερ. «Μέσα μανίτσα, αφού τα βρήκαμε σε όλα, εδώ θα τα χαλάσουμε;» που θα έλεγε ο Χάρρυ αλλά τι σχέση έχουν όλα αυτά με την αναρχία; Ότι σχέση έχει το ιντυμήντια με την ελευθερία της έκφρασης υποθέτω.

Γκρίνιες, μιζέρια, επανάληψη... Γκρινιάζω;

Εντάξει γκρινιάζω –και λοιπόν; «Είναι το πάρτι μου/ και θα κλάψω αν θέλω», που έλεγε κάποτε η Λέσλι Γκορ (πότε το έλεγε; τη χρονιά που γεννήθηκα –κοίτα κάτι πράγματα!)

Το θέμα είναι οτι τελικά δεν καταφέραμε να πηδήξουμε την Πέγκι Σου πριν παντρευτεί και τώρα είναι αργά, όσες φορές κι αν επιστρέψει στο παρελθόν πάντα το μαλάκα θα διαλέγει, πάντα μ’ αυτόν θα παντρεύεται και πάντα αυτός στο τέλος θα της τα φοράει με κάποια χαζοβιόλα. Επειδή πάντα θα είναι τόσο ανίκανος να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τις τσιχλόφουσκες όσο ανίκανος ήταν να ξεχωρίσει την επιτυχία του «She loves you, yeah, yeah, yeah» από την κλισεδούρα του «She loves you, do be do».

Κι αφού έτσι είναι τα πράγματα, αφού δεν καταφέραμε ούτε καν να αποτύχουμε εντυπωσιακά, θα προτιμούσαμε να ξεχαστούμε ήσυχα. Τι ωφελεί να κυκλοφορεί αυτή η φήμη οτι κάποιοι, κάποτε.... Και ποιους ωφελεί να διαστρεβλώνεται η φήμη; Τι ωφελεί να προβάλλεται στο παρελθόν μας η κακογουστιά του παρόντος σας;

Είπαμε –δεν καταφέραμε να πηδήξουμε την Πέγκι Σου όσο ήταν καιρός, φτάνουν πια τα ταξίδια στον χρόνο. Μηδέν από μηδέν, μηδέν –πάμε παρακάτω.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 21, 2010

Κάτι λοβοτομημένα μυαλά

Πήρα τις προάλλες την Athens Voice, για την ακρίβεια σήκωσα 2-3 αντίτυπά της επειδή είχε τα γράμματα του Νίκου Νικολαϊδη προς τον Ραπτόπουλο. Ήθελα να τα διαβάσω και ήξερα οτι κάμποσοι θα μου την πέσουν για αντίτυπο, πήρα 2-3 λοιπόν για να έχω.
Εντάξει, όσοι διάβασαν το ξέρουν, τα γράμματα ήταν συγκλονιστικά. Χιούμορ πολύ μαύρο και υποχθόνιο, πας να γελάσεις κι ανακαλύπτεις οτι την ίδια στιγμή σού γδέρνεται το πετσί –κανονικός Νικολαϊδης.

Το κακό είναι βέβαια οτι μαζί με τα γράμματα έκατσα και διάβασα κι άλλα άρθρα από την Athens Voice. Κακό είπα; Το παίρνω πίσω. Επειδή μπορεί στην αρχή να εκνευρίστηκα με όσα διάβασα αλλά στη συνέχεια ανακάλυψα οτι ακόμα και οι πιο περιεκτικές κοινωνιολογικές μελέτες ωχριούν μπροστά στη γλαφυρότητα των περιπτώσεων. Κάποιες τέτοιες περιπτώσεις αντιγράφω στη συνέχεια:

1η περίπτωση: Ο κλαψιάρης αλλήθωρος απατεώνας

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, ανήκουν στο άρθρο του Ευτύχη Παλληκάρη (κάποιο όνομα!) με τίτλο «Ιστορίες για...χέλια». Διάβασε να δεις:

«Σε μια περιοχή της χώρας που διψάει για ανάπτυξη, ένας επιστήμονας με θητεία σε ανώτατη σχολή και με μεράκι για τον τόπο του αποφάσισε πριν από τρία χρόνια να ανοίξει μια πρωτοποριακή επιχείρηση εκτροφής χελιών, έδεσμα που έχει μεγάλη ζήτηση στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στους βόρειους εταίρους μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιχείρηση ξεκίνησε δυναμικά, αλλά λογάριασε χωρίς το... γραφειοκράτη της περιοχής. Η Ε.Ε. ζητά για την εξαγωγή χελιών ένα είδος κρατικής πιστοποίησης. Εύκολο; Κάθε άλλο! Επί δυόμισι χρόνια ο επιχειρηματίας ζητούσε από τους αρμόδιους να εγκρίνουν τη διαδικασία πιστοποίησης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Αδιέξοδο.
Σε αυτήν ακριβώς τη φάση απελπισίας, Ρώσοι επιχειρηματίες τον πλησιάζουν και του προτείνουν να παραλαμβάνουν αυτοί μέρος της παραγωγής χελιών, καθώς έχουν τη δυνατότητα πιστοποίησης προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης! Ο παραγωγός, βιώνοντας το αδιέξοδο, ενδίδει και πλέον τα χέλια φτάνουν στο πιάτο του Γερμανού ή Σκανδιναβού καταναλωτή μέσω... Ρωσίας.
Αυτή όμως η διαδικασία λύνει μόνο μέρος του προβλήματος. Κάπου εκεί εμφανίζονται και οι... Κινέζοι εκτροφείς χελιών, που του προτείνουν να προωθεί μέσω της «ρώσικης αρκούδας» στην Ευρώπη και τη δική τους παραγωγή.
Έτσι, ο φέρελπις καινοτόμος παραγωγός βρέθηκε, αντί να επιβραβευτεί για την επιχείρησή του και να ενθαρρυνθεί για αύξηση της παραγωγής του, να καταλήξει ένας απλός έμπορος χελιών, εξυπηρετώντας τους Κινέζους και «θυσιάζοντας» την επιχείρησή του στις «διευκολύνσεις» των Ρώσων εμπόρων. Εννοείται ότι τα κέρδη του δεν έχουν καμία σύγκριση με αυτά που προσδοκούσε από την επιχείρησή του. Ο ίδιος καλοτυχίζει τη μοίρα του, καθώς στην αρχική φάση του εγχειρήματός του δεν παραιτήθηκε από τη θέση του στο ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Το Δημόσιο εξακολουθεί να του «κόβει» μισθό λίγο παραπάνω από 1.500 ευρώ το μήνα, σε ένα ίδρυμα που συντηρεί σε μισθοδοσία περίπου 70 καθηγητές, αν και τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των σπουδαστών που το επιλέγουν μέσω των εξετάσεων είναι... μονοψήφιος!
«Ήθελα να γίνω επιχειρηματίας και τελικά κατάντησα μεταπράτης και δημόσιος υπάλληλος» είναι η πικρή εξομολόγηση του ανθρώπου, που ακόμα περιμένει να εγκριθεί από την κρατική μηχανή η διαδικασία πιστοποίησης για την εξαγωγή χελιών. Και απ’ ό,τι καταλάβαμε, θα περιμένει πολύ...»

Ρεζουμέ: Ο «φέρελπις καινοτόμος παραγωγός» αναγκάστηκε (σύμφωνα με τον γράφοντα παληκάρη) να κινηθεί στα όρια του νόμου (έτσι λέγεται ευγενικά η παρανομία) κάνοντας κολεγιά με Ρώσους και πασάροντας ελληνικά χέλια (απιστοποίητα –ας μην ξεχνάμε!) για να πουληθούν σαν ρωσικά. Στη συνέχεια, κι αφού τον είχε πάρει η κατρακύλα της εθνικής ταπείνωσης άρχισε να σπρώχνει ΚΑΙ κινέζικα χέλια στον Ρώσο! Βεβαίως γνωρίζω πώς «είναι γλυκό το κρασί της αμαρτίας/ ποιος είναι αυτός που δεν λαχτάρησε να πιει», αλλά ρε παιδί μου πολύ μούτρο ο φέρελπις!
Και σα να μην έφταναν αυτές του οι παρανομίες, ο φέρελπις «καλοτυχίζει τη μοίρα του» που δεν παραιτήθηκε από την πανεπιστημιακή του θέση και εισπράττει μια αργομισθία σε πανεπιστήμιο που λειτουργεί αποκλειστικά για να κονομάνε φερέλπιδες ενώ εκείνος καλλιεργεί και εμπορεύεται χέλια!

Ηθικό δίδαγμα: Ποιος είναι χειρότερος του αμοραλιστή απατεώνα; Μα ο κλαψιάρης απατεώνας, αυτός που αμάρτησε για το παιδί του, κλέβει για την κακομοίρα τη μανούλα του και προπάντων κατηγορεί μονίμως τους άλλους αλληθωρίζοντας όταν το θέμα αφορά την πάρτη του. «Ήθελα να γίνω επιχειρηματίας και τελικά κατάντησα μεταπράτης και δημόσιος υπάλληλος», δακρύζει ο φέρελπις! Άτιμη κενωνία, τα καλύτερα παιδιά τα ρίγνεις στο βούρκο! (Ελπίζω πάντως να μη διάβασε κάνας ευσυνείδητος εισαγγελέας το κείμενο γιατί τότε τον έκαψε το φίλο του ο παληκάρης -θα έχει κι ο φέρελπις λόγο να κλαίει πίσω από το κάγκελο...)


2η περίπτωση: Η μαντάμ Σουσού

Το απόσπασμα που ακολουθεί έχει παρθεί από τη στήλη της Σώτης Τριανταφύλλου με τίτλο «Απορίες»:

«Γιατί, αντί να φυλακίζονται τόσοι άνθρωποι που παραβιάζουν τους νόμους, δεν διοχετεύονται σε κάποιο είδος κοινωνικής εργασίας; Θα μπορούσαν, λέω με το μυαλό μου, να καθαρίζουν κήπους και αρχαιολογικούς χώρους· να εργάζονται στα δημόσια έργα, να μαζεύουν ελιές, φρούτα...»

Ρεζουμέ: Αναρωτιέται η Σώτη, γιατί όταν καταδικάζεται κάποιος για αδίκημα (;) κακούργημα (;) να μην «διοχετεύεται» σε κοινωνική εργασία. Πρόσεξε το ρήμα, «διοχετεύεται» -λες κι ο άνθρωπος είναι βοθρολύματα, να τον διοχετεύσουμε κατά χαβούζα μεριά, να τον κομποστοποιήσουμε τέλος πάντων! Τι κοινωνικές εργασίες προτείνει η Σώτη; Ξεχέρσωμα κήπων, ξεχέρσωμα αρχαιολογικών χώρων (να προτείνω εδώ να απασχολούνται κατά προτεραιότητα οι αρχαιοκάπηλοι λόγω προϋπηρεσίας), δημόσια έργα και χωράφια! Θα υποθέσω, αυθαίρετα, ότι ανάλογα με την ποινή θα πηγαίνει και η καταναγκαστική εργασία (όπως Αμερική –έτσι;) άρα λοιπόν οι αδικηματίες θα ξεχορταριάζουν κήπους και θα σουφρώνουν κτερίσματα και οι κακουργηματίες θα σκάβουν δρόμους σαν τους σκλάβους του Φαραώ. Εκείνες τις ρημάδες τις ελιές και τα φρούτα ποιος θα τα μαζεύει; Ρωτάω επειδή δε ζούμε στον υπαρκτό, όπου τα χωράφια είναι κρατικά, εδώ τα χωράφια ανήκουν σε ιδιώτες. Οι οποίοι –τι; Θα νοικιάζουν προσωπικό από τις φυλακές και τα δικαστήρια για να τους μαζέψει τη σοδιά;

Ηθικό δίδαγμα: «Μεγαλειοτάτη οι άνθρωποι είναι εξαγριωμένοι, πεινάνε, δεν έχουν ψωμί να φάνε!» «Δεν έχουν ψωμί; Και γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;» Οι σύγχρονοι ιστορικοί αμφισβητούν οτι η Μαρία Αντουανέτα ήτανε τόσο ούφο ώστε να ξεστομίσει τη συγκεκριμένη φράση, οι ιστορικοί του μέλλοντος όμως δεν θα έχουν τέτοιου είδους αμφιβολίες σχετικά με την Σώτη Τριανταφύλλου. Η επιστήμη λοιπόν καταλήγει σε όλο και περισσότερες βεβαιότητες με το πέρασμα των χρόνων.

3η περίπτωση: Οι κλώσες της ρούγας

Τα παρακάτω σχόλια εμφανίστηκαν κάτω από το κείμενο με τίτλο «Μια ανοιχτή επιστολή της Αφροδίτης Αλ Σαλέχ», στην οποία η Αφροδίτη εξηγεί γιατί αρνήθηκε τη θέση της παρουσιάστριας εκπομπής της ΕΡΤ. Ας μεταφέρω και το απόσπασμα από το κείμενό της στο οποίο αναφέρεται στην ημίγυμνη φωτογράφισή της προ 10ετίας: «Εδώ και έντεκα ολόκληρους μήνες υφίσταμαι μια συστηματική και επίμονη επίθεση από ορισμένα ηλεκτρονικά και έντυπα ΜΜΕ και blogs για ένα και μόνο (φαινομενικό) λόγο: γιατί προ δέκα ετών και οπωσδήποτε στο πλαίσιο των επαγγελματικών μου κινήσεων ως ηθοποιός έκανα μια φωτογράφηση, αντίστοιχη με φωτογραφήσεις που κάνουν και άλλες γυναίκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και όχι μόνο από το χώρο του θεάματος.» Και περνάω σε δυο απόψεις –η πρώτη ανήκει σε άντρα, η δεύτερη σε γυναίκα, το κοινό τους σημείο είναι οτι πρόκειται περί κανονικού εμετού:

«Δεν καταλαβαίνω κυρίες και κύριοι τις αντιδράσεις σας. Υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας που διατηρεί κάποια σοβαρότητα και κάποιες αξίες. Η κυρία που συζητάμε οτι φωτογραφήθηκε γυμνή εφόσον το έκανε θα έπρεπε όταν έβγαζε τα ρούχα της μπροστά στον φωτογραφικό φακό να ξέρει ότι δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα. Οι φωτογραφίες είναι πορνό με σαφή σεξουάλικά υπονοούμενα με όπλα και όλα τα μέλη του σώματός της εκτεθειμένα στον φωτογραφικό φακό. Προσωπικά ούτε ερωτικά δεν μπορεί να με εξιτάρει το θέαμα γιατί μου φάνηκε πολύ φτηνιάρικο όταν το είδα. Αν το μετάνιωσε ας το πει. Αλλά άτομο το οποίο θα κοσμούσε όταν βγήκαν οι φωτογραφίες τοίχους βουλκανιζατέρ και βενζινάδικων στα οποία εργαζόμενοι φτιάχνονταν όταν την έβλεπαν δεν ταιριάζει με το προφίλ ενός υπουργείου. Ηρεμία!»

Ρεζουμέ 1: Αν βγάλεις ημίγυμνες φωτογραφίες (γυμνές ονομάζονται αυτές στις οποίες φαίνονται και τα γεννητικά όργανα) χάνεις ΔΙΑ ΒΙΟΥ το δικαίωμά σου να αντιμετωπίζεσαι με σοβαρότητα –τέλος! Πας στο περίπτερο, ζητάς ας πούμε μια εφημερίδα και ξεκαρδίζεται ο περιπτεράς καθότι είσαι φαιδρό άτομο. Συμφωνώ και επαυξάνω! Και μάλιστα εφόσον ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου κι ο Σαμαράς έχουν φωτογραφηθεί σε παραλίες ημίγυμνοι προτείνω να επεκτείνουμε την άρση σοβαρότητας και σε αυτούς! Τι σχέση έχει που δεν χαριεντίστηκαν με τον φακό; Εγώ αν είχα τις πατσές του Κωστάκη για παράδειγμα θα απαγόρευα να κυκλοφορήσει φωτογραφία μου πέραν του στενά στενού οικογενειακού περιβάλλοντος –όταν το επιτρέπω είμαι πολύ πιο «φτηνιάρης» από το περιοδικό που φιλοξενούσε τις φωτογραφίες της Αλ Σάλεχ.
Αμ το άλλο; Άμα σε έχουν, λέει, σε βουλκανιζατέρ κολλημένο και φτιάγνονται τα μαστόρια δεν μπορείς να μπεις σε υπουργείο! Ξεπερνάω την κοινή αντίληψη οτι τα υπουργεία είναι μπουρδέλα –υποθέτω οτι πλέον όλοι τα σεβόμαστε. Και ρωτάω, όταν τα μαστόρια ξεροχύνουν κάτω από τη φωτογραφία του Φασούλα με τη λεζάντα «τους διακόρευσε!» όταν λιβανίζουν τη φωτό του Ανατολάκη που έχει καβαλήσει κάποιον βάζελο με τη λεζάντα «έτσι αγαπάει ο Πειραιάς!» σκέφτηκε κανένας να αποκλείσει, γι' αυτόν και μόνο τον λόγο, τους συγκεκριμένους βουλευτές από την προοπτική υπουργοποίησης;

Ηθικό δίδαγμα 1: «Της κοντής ψωλής οι τρίχες της φταίνε».

«Χανουμε το νοημα νομιζω... Ο βασικοτερος λόγος που ηταν ανεπίτρεπτο να πάρει εκπομπή η κυρία Αλ Σάλεχ είναι γιατί αυτή τη στιγμή απολύονται συμβασιούχοι στην ΕΡΤ και προσλαμβάονυν μία αμφιβόλου ηθικής κοπέλα για να κάνει μία αμιγώς δημοσιογραφική δουλειά. Που πηγε ο περιορισμός των δημόσιων δαπανών; Δεν μπορούσε αυτή την εκπομπη να την παρουσιάσει ένας από τους χιλιάδες μόνιμους υπαλλήΛους της ΕΡΤ; Έπρεπε τα "δικά μας παιδιά" (βλέπε Αλ Σάλεχ) να βολευτούν και πάλι; Το ντροπή δεν πρέπει να το λέτε στην κυρία Αλ Σάλεχ, αλλά σε αυτούς που από την μία ακούμε το θρήνο τους για το δημόσιο που καταρρέει -και φτάνουν να μας κόψουν μισθούς συντάξεις και επιδόματα- και από την άλλη δίνουν σε μία άσχετη εντελώς με τον χώρο της δημοσιογραφίας να παρουσιάσει δημοσιογραφική εκπομπή. Καθόλου εμπιστοσύνη δεν έχουν στο προσωπικό της ΕΡΤ; Μόνο η κυρία των γνωστών φωτογραφιών μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά; Τη στιγμή που τόσοι συμβασιούχοι πετάχτηκαν στο δρόμο και είναι άνεργοι; Οι πολλοί συμβασιούχοι διέλυσαν τα οικονομικά της ΕΡΤ ή ουρανοκατέβατα δικά μας παιδιά όπως η καλλίγραμμη ΄(σύμφωνα τουλάχιστον με τις φωτογραφίες) Αφροδίτη Αλ Σάλεχ; Ποτέ δεν θα εστιάσουμε στα σοβαρά σε αυτή την χώρα; Όταν πετιούνται άνθρωποι στο δρόμο δεν παίρνεις την επόμενη μέρα άλλους αν είσαι ένας σοβαρός κρατικός φορέας»

Ρεζουμέ 2: Η ημίγυμνη φωτογράφιση συνεπάγεται αμφιβολία για την ηθική της γυναίκας! Να θυμίσω οτι στο Playboy έχει φωτογραφηθεί ημίγυμνη η Δήμητρα Γαλάνη ας πούμε. Επίσης στην τελευταία σελίδα της Lifo υπήρχε μέχρι πρότινος μια στήλη που ονομαζόταν: «οι Αθηναίοι γδύνονται για καλό σκοπό». Όσες λοιπόν γυναίκες γδύθηκαν σε αυτή τη στήλη είναι το λιγότερο πουτάνες! Μετά την ιστορική αυτή διαπίστωση η συντάκτρια του σχολίου προχωράει σε πολιτικοοικονομική ανάλυση όπου διερωτάται πώς είναι δυνατό να απολύονται συμβασιούχοι και να προσλαμβάνεται η Αλ Σάλεχ! Δηλαδή με απλά λόγια, πώς είναι δυνατό να διώχνεις υπαλλήλους γραφείου όταν ΛΗΞΕΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥΣ (όταν τελειώσει η δουλειά που έχουν να κάνουν) ή ΟΤΑΝ ΛΗΞΕΙ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥΣ (όταν τελειώσει ο χρόνος της σύμβασης) για να μη δημιουργήσεις ΕΞΤΡΑ «μόνιμους» δημόσιους υπάλληλους ανανεώνοντας τις συμβάσεις τους! Διερωτάται σε δεύτερο επίπεδο η σχολιάστρια πώς είναι δυνατό να διώχνεις μια γραμματέα ή έναν φωτιστή ας πούμε για να προσλάβεις μια παρουσιάστρια! Αγανακτεί η γράφουσα για το «δικό μας παιδί» Αφροδίτη Αλ Σάλεχ το οποίο πάει να φάει τη θέση των «δικών παιδιών» της προηγούμενης κυβέρνησης! Και διερωτάται πώς «μια άσχετη εντελώς με τον χώρο της δημοσιογραφίας...» -μισό λεπτό! Εννοεί την Αλ Σάλεχ η οποία, εντάξει, δεν κάνει και πρωινό ρεπορτάζ στον Αυτιά (δεν είναι τόσο πολύ καταρτισμένη!!!) αλλά έχει σπουδάσει το αντικείμενο της εκπομπής –έτσι; Έτσι! Αυτό την πείραξε και όχι η Φλέσσα που παίρνει συνεντεύξεις από μοριακούς βιολόγους ή η Παναγιωταρέα γενικώς! Τέλος πάντων, «όταν πετιούνται άνθρωποι στον δρόμο δεν παίρνεις την επόμενη μέρα άλλους», καταλήγει. Υποθέτω οτι αν τύχει να φύγει με τη λήξη της σύμβασής του το πλεονάζον διοικητικό προσωπικό σε κάποιο νοσοκομείο δεν θα πρέπει το νοσοκομείο αυτό να πάρει γιατρούς σύμφωνα με την συγκεκριμένη κυρία!

Ηθικό δίδαγμα 2: «Τα αυτιά πολλοί εμίσησαν, τον Αυτιά ουδείς».

Δεν έχω να προσθέσω τίποτα άλλο. Άσε τους κοινωνικούς επιστήμονες να βουρλίζονται με ανομικά φαινόμενα, συντηρητικοποίηση του κοινωνικού μορφώματος, διαβίωση σε συνθήκες εικονικής πραγματικότητας, ψευδοσυνείδηση και άλλα κακόηχα. Ένα τευχάκι φυλλάδας να πάρεις στα χέρια σου, μερικοί μαλακοπίτουρες και βγήκε το συμπέρασμα.
Κάτι έχει σαπίσει εδώ πέρα κι αντί να διαμαρτυρόμαστε απλώς προσπαθούμε να συνηθίσουμε τη μυρωδιά.

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 20, 2010

10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές

Ησυχία. Ακινησία. Λουλούδια στην άκρη του ματιού μου, μυρίζουν τόσο ανεπαίσθητα όσο φαίνονται. Θέλω να γυρίσω το κεφάλι αλλά φοβάμαι κάπως. Η νάρκωση. Δεν υπήρξε ολική νάρκωση. Δεν έβλεπα, δεν ένιωθα αλλά ήξερα. Τα λουλούδια. Είμαι σίγουρος οτι υπάρχουν λουλούδια. Να κοιμηθώ.
Θρόισμα. Υγρασία. Κάτι ευχάριστα δροσερό περνάει πάνω από τα κλειστά μάτια, θα αναστέναζα ανακουφισμένος αν διέθετα την πολυτέλεια του αναστεναγμού, ο αέρας μυρίζει γαργαλιστική ευτυχία, το ευχάριστα δροσερό επιμένει να καθαρίζει τα μάτια μου από τις τσίμπλες. Να ξυπνήσω.
Ανοίγω τα μάτια.
Η μικροκαμωμένη κοπέλα χαμογελάει. Σκυμμένη πάνω μου.
«Έχεις τα χάλια σου –το ξέρεις;» ρωτάει.
Μάλλον εμένα.
Νομίζω οτι χαμογελάω κι εγώ.
«Παθογενείς δυσπλασίες σε ζωτικά όργανα», είπε η κοπέλα.
«Μη γίνεσαι πρόστυχη», της ζήτησα.
Γέλασε.
Και μου ξανάβαλε τη μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπο.
Απόγευμα πίσω από τις μισοτραβηγμένες κουρτίνες. Κίνηση στο πεζοδρόμιο απέξω. Φωνές ανήσυχων ανθρώπων. Απόγευμα.
Η πόρτα απέναντι από τα μάτια μου ανοίγει, μπαίνει η γερασμένη γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Πίσω της γλιστράει σχεδόν απαρατήρητος ο αόρατος αδύνατος άντρας.
«Καλή ανάρρωση», μου εύχεται εγκάρδια η γυναίκα.
«Ευχαριστώ», απαντάω.
«Ταχεία ανάρρωση πες καλύτερα», τη διορθώνει ο άντρας.
Τον αγριοκοιτάζω ή τουλάχιστον προσπαθώ.
«Ο πομπός...» λέω.
«Αφαιρέθηκε», λέει η γυναίκα.
«Όμως...» συνεχίζω.
«Ξέρουμε οτι δεν αδρανοποιείται, φροντίσαμε λοιπόν να τον απομακρύνουμε από εδώ».
«Η πορεία καταγράφεται», συμπληρώνω.
«Και λοιπόν;» απορεί ο άντρας.
«Όταν νυχτώσει θα φύγουμε», μου εξηγεί η γυναίκα.
«Γιατί όλα αυτά;» ρωτάω.
«Επειδή...» λέει η γυναίκα.
«Απλώς επειδή», συμπληρώνει ο άντρας.
«Κοίτα να γίνεις γρήγορα καλά», συνεχίζει η γυναίκα.
«Αν δεν με ξανανοίξετε τώρα σύντομα...» ψιθυρίζω.
«Μα δεν είναι έκτακτος;» πανηγυρίζει ο άντρας γελώντας.
Βγαίνουν.
Τότε συνειδητοποιώ οτι δεν μπορώ να κουνηθώ επειδή απλώς δεν έχω σώμα. Δεν έχω σώμα.
«Γιατί δεν έχω σώμα;» απαιτώ να μάθω ουρλιάζοντας.
Μπαίνει ο κοντός, δείχνει ανήσυχος.
«Θα μας ακούσουν απέξω», μου λέει.
«Γιατί δεν έχω σώμα;» τον ρωτάω.
«Η νάρκωση», μου απαντάει.
Εντάξει.
«Μην κοιμηθείς. Σε λίγο φεύγουμε», λέει.
Αδύνατο να σηκώσω τα βλέφαρά μου.
Μια κίνηση παλινδρομική, μάλλον μεταφορά με φορείο, προσπαθώ να παραμείνω σε ύπνωση αλλά τα σκαλιά δυσκολεύουν την κατάσταση. Παρατεταμένο σούρσιμο, πού διάβολο βρήκαν αυτοκίνητο; Όλα πιο ομαλά στη συνέχεια.
Γύρισα προσεκτικά αλλάζοντας πλευρό. Άνοιξα πάλι τα μάτια νιώθοντας εκνευρισμό. Το όχημα ακολουθούσε μια ομαλά ακατάστατη πορεία. Κοίταξα. Η μικροκαμωμένη κοπέλα και δίπλα της ο κοντός. Μιλούσαν ψιθυριστά.
«Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα;» ζήτησα να μάθω.
Τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι.
«Ξύπνησες;» ρώτησε ο κοντός.
Δεν απάντησα. Τι να απαντήσω δηλαδή;
«Πονάς πουθενά;» ρώτησε η κοπέλα.
«Όχι –δε νομίζω...»
Ήρθε από πάνω μου με ένα βρεγμένο πανί. Άρχισε πάλι να μου καθαρίζει τα μάτια. Ήταν ωραία αίσθηση. Αναστέναξα κι αυτό το θεώρησα βελτίωση της κατάστασής μου. Πιέστηκα αλλά πάλι δεν κατάφερα να χαμογελάσω.
«Ευχαριστώ», της είπα.
«Ξεκουράσου, έχεις περάσει πολλά», μου ζήτησε.
Άρχισα τώρα να τεντώνομαι, το πρώτο πράγμα που ψάχνεις όταν ξυπνάς σε ένα νοσοκομείο είναι με ποιες κινήσεις πονάς, μόνο που εγώ δεν ξύπνησα τώρα από την επέμβαση, ούτε αυτό εδώ είναι νοσοκομείο και νιώθω να επαναλαμβάνομαι. Έτσι θα μοιάζει η καθημερινότητά μου πλέον;
«Που πάμε;» ρώτησα χωρίς να απευθύνομαι σε κάποιον συγκεκριμένα.
«Στους δικούς σου», απάντησε ο κοντός.
«Ποιους δικούς μου;»
«Δεν έχεις κανέναν; Γυναίκα; Παιδιά;»
Ξέρω ‘γω; Έχω;
Πολύ θα ήθελα να ξανακοιμηθώ αλλά αυτό ήταν πλέον αδύνατο.
Φασαρία. Ένα δάσος θορύβων, άνθρωποι διαλαλούν εμπορεύματα, άνθρωποι βρίζονται, άνθρωποι απειλούν, ένα δάσος ανθρώπων. Το αυτοκίνητο περνάει μέσα από το δάσος αργά. Προσπαθώ να μην πέσω στην παγίδα, να μην επικεντρωθώ στην παρακολούθηση κάποιας συγκεκριμένης συνομιλίας, κάτι τέτοιο θα μου απέφερε μονάχα έναν ξεγυρισμένο πονοκέφαλο.
«Δύο Σφαρού είναι πολλά».
«Εντάξει, μην τα δίνεις τότε».
«Δεν πάει έτσι, όχι, δεν πάει καθόλου έτσι. Ρίξε την τιμή στο ενάμιση τουλάχιστον».
«Γιατί να το κάνω; Μπορώ να πιάσω μέχρι δύο Σφαρού».
«Όχι, δυο Σφαρού είναι πολλά».
«Εντάξει, ξεφορτώσου με τώρα».
«Χρειάζομαι οπωσδήποτε....»
Το κεφάλι μου. Αρχίζει να πονάει.
«Έχεις κάτι; Δε νιώθεις καλά;» ρωτάει ο κοντός.
«Δώσμου κανένα παυσίπονο», ζητάω.
«Όταν φτάσουμε», λέει.
Πού να φτάσουμε;
«Ένα Κόσμος μισό Σφαρού».
«Είσαι τρελή;»
«Ένα Κόσμος ένα Σφαρού κι εγώ μαζί».
«Τι να σε κάνω εσένα;»
«Ότι θέλεις για μισή ώρα...»
«Τίποτα δε θέλω να σε κάνω. Μόνο τα Κόσμος σου θέλω».
«Εντάξει, αλλά κι εμείς πρέπει να φάμε. Είμαστε οικογένεια...»
«Δικιά μου;»
«Τι;»
«Δικιά μου οικογένεια είσαστε; Δυο Κόσμος μισό Σφαρού κι αν θέλεις...»
«Μήπως να στα δώσω τζάμπα τα Κόσμος;»
Ο πονοκέφαλος δυναμώνει.
Το αυτοκίνητο σταματάει, ξαναξεκινάει και πάλι απ΄την αρχή. Πόσες φορές; Πολλές φορές.
«Φτάσαμε».
Εντελώς ανέλπιστα.
Σφίγγω τα δόντια επειδή ξέρω οτι τώρα θα με μεταφέρουν. Κλείνω τα μάτια.
«Άντε, σήκω να μπούμε μέσα», λέει ο κοντός.
Ανοίγω τα μάτια. Σε μένα το λέει; Ανασηκώνω το κεφάλι από το φορείο. Σε μένα το λέει. Στηρίζομαι στους αγκώνες, ψευτοσηκώνομαι, δεν είναι εύκολο. Ο κοντός με πιάνει από πίσω, περνάει τα χέρια του κάτω από τις μασχάλες μου, ο αόρατος με τα ασημένια δόντια εμφανίζεται από το πουθενά για να βοηθήσει. Νιώθω ανήμπορα γελοίος όσο με σέρνουν. Αλλά προλαβαίνω να δω οτι βγήκαμε από φορτηγάκι, επειδή αυτό το φορτηγάκι κρύβει τώρα την είσοδο της πολυκατοικίας που μπαίνουμε. Δεν βλέπω τον διάδρομο της πολυκατοικίας επειδή με πηγαίνουν ανάποδα.
«Σκαλί», φωνάζει κάποιος.
Προσέχω κατεβαίνοντας. Πού πάμε;
«Έχουμε πολύ ακόμα;»
«Φτάσαμε», λέει ο κοντός.
Με ακουμπάνε σε μια καφέ πόρτα μέχρι να την ξεκλειδώσουν, μετά με βάζουν μέσα, μέχρι ν΄ανάψουν το φως δε φαίνεται τίποτα.
Ξαφνικά αδυσώπητο φως, γυμνή λάμπα μοιάζει να ταλαντώθηκε με την απότομη πυράκτωση, κλείνω τα μάτια ενοχλημένος.
«Προσωρινά θα μείνουμε εδώ», μου λέει.
Ανοίγω τα μάτια. Ο αόρατος άνθρωπος με τα ασημένια δόντια.
«Γιάν», μουρμουρίζω.
«Ναι;» περιμένει.
«Σε λένε Γιάν», συμπληρώνω.
«Καλά που μου το΄πες –δεν το’ξερα», αλληθωρίζει κοροϊδεύοντας.
«Σε λένε Γιάν», επαναλαμβάνω. Περισσότερο για να πειστώ εγώ ο ίδιος.
«Θες τίποτα άλλο ή θα περάσουμε κάνα μισάωρο με τις συστάσεις;» αδημονεί. Μάλλον προσποιητά.
«Τι αριθμό έχεις;» τον ρωτάω.
Με κοιτάζει επίμονα.
«Τον αριθμό σου», ξαναλέω.
Είμαι καθισμένος σε μια ετοιμόρροπη πολυθρόνα με κουμπιά απομίμηση κοκ πιτ αεροπλάνου. Πιέζω ένα κουμπί στην τύχη κι ακούγεται μουσική, για λίγο. Μετά το μικρόφωνο βγάζει κάτι γρατζουνίσματα και η έντασή του μειώνεται απότομα. Μένει μονάχα ένα γουργούρισμα σα γάτας.
«Ξεκουράσου, χρειάζεσαι ξεκούραση», ψιθυρίζει ο Γιάν.
«Τον αριθμό σου», επιμένω.
«Δεν έχω αριθμό –με λένε Γιάν και παράτα με», απαντάει εκείνος.
«Όλοι έχουμε αριθμό», λέω. «Ακόμα κι αν αρνηθούμε τον αριθμό μας αυτός εξακολουθεί να υπάρχει».
Σηκώνεται όρθιος, σκύβει πάνω μου.
«Νομίζεις στ΄αλήθεια οτι όλοι έχουν αριθμό;» με ρωτάει.
«Όλοι εκτός από αυτούς που γεννήθηκαν πλούσιοι κι εσύ δε μου φαίνεσαι για τέτοιος», λέω.
«Μπορεί και να κάνεις λάθος...» μουρμούρισε.
«Λάθος; Υποστηρίζεις οτι γεννήθηκες πλούσιος;» τον αμφισβήτησα σε βαθμό κολικού χαμηλά δίπλα στην κοιλιά.
«Υποστηρίζω οτι δεν είναι μόνο οι πλούσιοι που δεν πήραν ποτέ τους αριθμό. Είναι και όσοι ποτέ τους δεν έπιασαν δουλειά», είπε.
«Αυτό δεν γίνεται», ξεκαθάρισα. «Όλοι έχουμε δουλέψει κάποια στιγμή. Μπορεί να χάσεις τη δουλειά σου και ο αριθμός σου να πέσει σε αχρηστία αλλά....»
«Στ΄αλήθεια τις πιστεύεις αυτές τις σαχλαμάρες;» γέλασε ο Γιάν.
«Σ΄αυτές τις σαχλαμάρες στηρίχτηκαν τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής μου, άρα θα πρέπει να είναι αληθινές», απάντησα.
«Θα πρέπει;» απόρησε.
«Θα πρέπει. Όλα αυτά είναι αληθινά ακόμα κι αν είναι σκέτα ψέματα. Δεν γίνεται αλλιώς», του είπα.
Μετά έγειρα πίσω στην πολυθρόνα, πήρα βαθιά ανάσα και ξαναρώτησα.
«Τον αριθμό σου».
«Εξ Ον 13», μου απάντησε.
«Τόσο καλά λοιπόν», θαύμασα.
«Αν υποθέσουμε οτι όλα αυτά είναι αλήθεια...» μουρμούρισε.
«Όλα αυτά είναι αλήθεια», του υπενθύμισα.
Και ακούμπησα στο μαξιλάρι της πολυθρόνας γυρεύοντας λίγο ύπνο. Ματαιοπονούσα.
Τότε ήρθε ο πόνος να με αποβλακώσει και μια κούραση αφύσικη, ένας ύπνος ψεύτικος, τόσο που δεν μπορούσα ούτε φάρμακα να ζητήσω. Κι από ποιον δηλαδή; Είχα μείνει μόνος στο δωμάτιο, ήμουνα σχεδόν σίγουρος γι΄αυτό. Ένιωθα το σαγόνι μου να κρεμάει αλλά δεν υπήρχε σάλιο να τρέξει στις άκρες των χειλιών μου, είχα ξεραθεί από ώρα πολλή και ήμουνα τώρα ένα άγαλμα του οποίου ο πηλός δεν είχε ακόμα πήξει. Παρέμενα εδώ μέχρι να πήξω, να παγώσω. Και προσπαθούσα να διασκεδάσω την αναμονή με κάποια όνειρα, ήμουνα λέει σε μια σπηλιά και γύρω μου ίσκιοι που με την ώρα μεταλλάσσονταν σε... Ή μάλλον κολυμπούσα σε ασυννέφιαστη λίμνη και τα ψάρια με δάγκωναν στις γάμπες αλλά δεν ήταν ψάρια τελικά -ή αλλιώς πετούσα στα σύννεφα, ναι, αυτό ήταν, πετούσα πάνω από τη μισοσκότεινη πόλη και είχε καπνό αρκετό, μου γέμιζε τα ρουθούνια, μου έκαιγε τον ουρανίσκο όπως πετούσα πάνω από τη μισοσκότεινη πόλη με τους έρημους δρόμους και τα ανοιχτά φώτα που δούλευαν άσκοπα σε έρημα σπίτια κι όπως πετούσα...
Κάπου χτύπησε το κεφάλι μου και πόνεσα.
Άνοιξα τα μάτια. Το κεφάλι μου είχε κοπανήσει στο μπράτσο της πολυθρόνας.
Εκείνη πετάχτηκε από τη θέση της, η θέση της ήταν ένας καναπές απέναντί μου, πετάχτηκε και με αγκάλιασε, κρέμασε τα μπράτσα της στον λαιμό μου γονατίζοντας μπροστά μου.
«Είσαι εντάξει; Γι΄αυτό επέμενα να ανέβεις επάνω, να κοιμηθείς λίγο σε κρεβάτι....» είπε ανήσυχη.
«Από πότε είσαι εδώ;» ρώτησα.
«Από χτες το βράδυ», απάντησε.
«Δε σε θυμάμαι».
«Μισοκοιμόσουν γι΄αυτό. Σε παρακάλεσα ν΄ανέβεις επάνω να ξαπλώσεις...»
«Είμαστε σπίτι μας;»
Με κοίταξε στενάχωρα.
«Όχι δεν είμαστε σπίτι μας Άγριε. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αυτό το ρημάδι από το σπίτι μας;»
«Όταν είσαι μέσα στην ΑΔΙ οι χώροι μπερδεύονται», προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
«Τι είναι η ΑΔΙ;» ρώτησε.
Την κοίταξα προτιμώντας να μη μιλήσω. Μέσα στην ΑΔΙ οι χώροι μπερδεύονται και οι οντότητες χάνονται, άσε που κάποιες φορές δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν είσαι μέσα στην ΑΔΙ ή όχι. Προτίμησα λοιπόν να ζητήσω ένα ποτήρι νερό επειδή το στόμα μου είχε ξεραθεί, όπου κι αν βρισκόμασταν.
Βγήκε από το δωμάτιο, την άκουσα ν΄ανοίγει ένα μπουκάλι, άκουσα το ποτήρι να γεμίζει και μετά βρέθηκε πάλι δίπλα μου. Όμορφη, ήσυχη, στοργική –όπως ακριβώς πρέπει να είναι η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Ήπια το νερό προσπαθώντας να μη γελάσω.
«Δεν βλέπω την ώρα να γίνεις καλά, να μπορέσεις να σηκωθείς, να φύγουμε από δω μέσα», μου είπε.
«Γιατί; Τι έχει εδώ μέσα;» ρώτησα.
«Μάτια. Πολλά μάτια», ψιθύρισε.
Κοίταξα πάνω από τον ώμο της ασυναίσθητα
«Που είναι οι υπόλοιποι;» ρώτησα.
«Ο Γιάν με την Άννα είναι επάνω, κάτι κουβεντιάζουν. Οι άλλοι μάλλον έφυγαν, δεν χρειάζεσαι εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα....»
«Άφησαν τίποτα φάρμακα;»
«Φάρμακα;»
«Για τον πόνο...»
«Θα πάρεις φάρμακα;»
«Αν πονάω...»
«Εντάξει. Θα ρωτήσω τον Γιάν... Αλλά είσαι σίγουρος;»
«Μα γιατί απορείς;»
«Επειδή εσύ απεχθάνεσαι τα φάρμακα...»
«Ναι ε;»
Με κοιτάζει μπερδεμένη. Να τρομάξει ή να γελάσει; Δεν σκοπεύω να την διευκολύνω, για την ακρίβεια δεν είμαι σε θέση. Γι΄αυτό την αφήνω να χαθεί πίσω από την πόρτα που ανοιγοκλείνει, μετά ψάχνω τριγύρω, κάπου να καθρεφτίσω το είδωλό μου, είναι θέμα ματαιοδοξίας. Ή ανασφάλειας, τι γυρεύει μια τόσο όμορφη γυναίκα μαζί μου; Αν πρόκειται για ΑΔΙ, η γυναίκα αυτή έχει φτιαχτεί μέσα στις απολήξεις των επιθυμιών μου, έχουν πάρει ανεκπλήρωτους έρωτες, συγγενικά πρόσωπα.... Η αναπνοή μου βρωμάει, φταίνε τα φάρμακα γι΄αυτό.
Χρειάζομαι όμως. Φάρμακα.
Η πόρτα ανοίγει σχεδόν απότομα, τρεις άντρες, ντυμένοι με στρατιωτικά μπουφάν σαν συνταξιούχοι εταιρείας Σεκιούριτι. Πρόσωπα σημαδεμένα, απ΄αυτά που σε κάνουν να απορείς αν τελικά οι έγνοιες ή οι σφαίρες αφήνουν χειρότερο αποτύπωμα. Το αντίθετο του αόρατου άντρα με τα ασημένια δόντια είναι αυτοί εδώ. Όταν τους δεις αποκλείεται να τους ξεχάσεις. Χαμογελάω, με κοιτάζουν εξεταστικά.
«Λοιπόν;» ρωτάει ο ένας τους.
Ποιον ρωτάει; Εμένα κοιτάζει όσο ρωτάει αλλά δεν είμαι σίγουρος σε ποιον απευθύνεται.
«Εντάξει –μια χαρά», απαντάει ο άντρας νούμερο 2 βγάζοντάς με από τη δύσκολη θέση.
Ο τρίτος άντρας βηματίζει στο δωμάτιο, εξαφανίζεται πίσω από την πλάτη της πολυθρόνας, ξαναεμφανίζεται μετά από λίγο.
«Θα κρατήσει πολύ ακόμα αυτό το αστείο;» γκρινιάζω.
«Συγνώμη, είμαστε αδιόρθωτοι», απολογείται ο άντρας νούμερο 2.
«Αλλά πολλές φορές το άγχος καθορίζει τη συμπεριφορά μας», συνεχίζει ο άντρας νούμερο 1.
Ο τρίτος παραμένει αμίλητος.
«Είμαστε η συντονιστική επιτροπή», λέει ο νούμερο 2.
«Τι συντονίζετε δηλαδή;» απορώ.
«Την εξέγερση –τι άλλο;» απορεί έκπληκτος ο νούμερο 1.
«Την εξέγερση...» επαναλαμβάνω.
«Είμαστε στο τελικό στάδιο προετοιμασίας, γι΄αυτό δεν έχεις πάρει χαμπάρι», με καθησυχάζει ο 2.
«Καλά –δεν έχει σημασία», απαντάω. Επειδή μπορεί όντως να προετοιμάζεται κάποια εξέγερση και η Υπηρεσία μου να μην ασχολείται –γιατί να ασχοληθεί; Εμείς μαζεύουμε φόρους, όσο οι φόροι πληρώνονται είμαστε εντάξει. Δεν μας απασχολεί ποιοι παίρνουν τους φόρους αφού τους μαζέψουμε, μας αρκεί να υπάρχει ευκρινής η διεύθυνση Ταμείου Κατάθεσης.
«Λοιπόν;» μιλάει ξαφνικά ο νούμερο 3 κι εγώ τινάζομαι.
«Λοιπόν;» ρωτάω με τη σειρά μου.
«Είσαι μαζί μας;» αναλαμβάνει να ξεκαθαρίσει ο νούμερο 2.
Σημειώνω οτι δεν υπάρχει εναλλακτική στην ερώτησή τους.
«Μαζί σας...» επαναλαμβάνω αφηρημένα.
«Σύντομα θα βρεθούμε στους δρόμους για να ανατρέψουμε την ξεπουλημένη κυβέρνηση», με διαβεβαίωσε ο νούμερο 1.
«Στην οποία κυβέρνηση εγώ έχω ορκιστεί πίστη», του υπενθύμισα.
«Όχι στην κυβέρνηση –στους πολίτες έχεις ορκιστεί πίστη», απάντησε ο νούμερο 2.
«Η κυβέρνηση εκπροσωπεί τους πολίτες», απάντησα με τη σειρά μου.
«Ποιος το λέει αυτό;» γέλασε ο νούμερο 1.
«Η σύμβαση που έχω υπογράψει το λέει. Αν την αμφισβητήσω θα πρέπει να παραιτηθώ», είπα.
«Νομίζεις δηλαδή οτι δεν σε έχουν ήδη παραιτήσει;» ειρωνεύτηκε ο νούμερο 3.
Με εκνεύριζε αυτό το πράγμα, που μιλούσε πίσω από την πλάτη μου και του το είπα.
«Έλα μπροστά να σε βλέπω», του είπα.
Με αγνόησε κι έμεινε πίσω μου.
«Το θέμα είναι πως δεν έχεις επιλογή. Η Υπηρεσία σου σε ψάχνει και όχι για να σε παρασημοφορήσει υποθέτω... Σύντομα θα βγουν στο κατόπι σου οι Σεκιούριτι, αν δεν έχουν ήδη ξεκινήσει», μου διευκρίνισε ο νούμερο 2.
«Όλα αυτά δεν σημαίνουν οτι πρέπει οπωσδήποτε να ενταχθώ στην ομάδα σας, την οργάνωσή σας ή οτιδήποτε είσαστε τέλος πάντων...» διαμαρτυρήθηκα.
«Έχεις δίκιο», συμφώνησε ο νούμερο 3. «Αλλά τότε θα πρέπει να εξετάσουμε για ποιο λόγο διακινδυνεύουμε κρύβοντάς σε».
Σημείωσα στο πίσω μέρος του μυαλού μου να ασχοληθώ κάποια ράθυμη μέρα με το θέμα αυτό –το πόσο δηλαδή δικαιολογείται ο εκβιασμός στα πλαίσια μιας εξέγερσης.
«Μπορώ τουλάχιστον να μάθω περισσότερα πράγματα γι΄αυτή σας την κίνηση;» ρώτησα προσπαθώντας να κερδίσω χρόνο.
«Βεβαίως και όχι», γέλασε αναμενόμενα ο νούμερο 1. «Απλά μπορείς να έχεις κάποιο χρόνο να το σκεφτείς, για την ακρίβεια μπορείς να έχεις όσον χρόνο απαιτείται προκειμένου να αναρρώσεις. Μετά θα πρέπει να πάρεις μια απόφαση –ή θα μείνεις μαζί μας, ή θα φύγετε οικογενειακώς».
Οικογενειακώς. Υπήρχε κι αυτό λοιπόν.
Οι τρεις άντρες ξεκίνησαν να αποχωρούν χωρίς να με χαιρετήσουν. Μου θύμισε η κίνησή τους λήξη εβδομαδιαίας ενημέρωσης από διψήφιους Α, όμως μπορεί απλώς να ήμουν ταλαιπωρημένος και υπερευαίσθητος.
«Χρειάζομαι παυσίπονα», είπα.
Σταμάτησαν αλλά σύντομα οι δυο ξεκίνησαν ξανά να φεύγουν, ο νούμερο 1 νομίζω ανέλαβε να κλείσει την πόρτα πίσω του.
«Ναι βέβαια... ότι χρειαστείς», μου είπε αφηρημένα.
Η πόρτα έκλεισε.
Τα μάτια μου έκλεισαν.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Γιάν με την Άννα.
«Που είναι η Κάσσι;» ρώτησα.
«Κάπου εδώ τριγύρω», είπα αφηρημένα ο Γιάν.
«Χρειάζομαι παυσίπονα», μουρμούρισα.
«Άλλο πάλι κι αυτό», απόρησε ο Γιάν.
«Δεν καταλαβαίνω», θύμωσα. «Δεν καταλαβαίνω και δεν αντέχω ούτε να σκεφτώ. Πονάω παντού κι όσο περνάει η ώρα χειροτερεύει. Υπάρχει περίπτωση να μου δώσετε κανένα παυσίπονο ή πρόκειται για κάποιου είδους εκβιασμό;»
Όσο μιλούσα διέκρινα μονάχα τα γκρίζα μαλλιά της Άννας πιασμένα αλογοουρά, όμως μέχρι να τελειώσω τη φράση μου είχε γυρίσει και με κοίταζε.
«Ηρέμησε», μου ζήτησε. «Καταλαβαίνω οτι δυο επεμβάσεις σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα...»
«Αφού καταλαβαίνεις φέρε τίποτα παυσίπονα να τελειώνουμε», φώναξα.
«Το θέμα είναι...» ξεκίνησε να λέει.
«Το θέμα είναι οτι δεν αντέχω άλλο», της ξεκαθάρισα.
Έγειρε τους ώμους λυπημένη, έψαξε τις τσέπες της. Τράβηξε ένα μεταλλικό κουτί και μου το έδωσε.
«Ξέρεις υποθέτω...» ξεκίνησε να λέει.
Πονούσα κι έτσι άρχισα να μασουλάω δυο χάπια αδιαφορώντας για τους θορύβους γύρω μου κι ας ήταν ανθρώπινες ομιλίες που σκόπευαν να με προειδοποιήσουν, να με προφυλάξουν ή κάτι σχετικό. Αδιαφορούσα πλήρως.
Άνθρωποι μπήκαν και βγήκαν στο δωμάτιο, σε μια στιγμή ένιωσα οτι ίπταμαι αλλά ήταν μόνο η αίσθηση καθώς ο Γιάν δείχνοντας ασυνήθιστη δύναμη για το σουλούπι του με στήριξε σηκώνοντάς με από την πολυθρόνα. Ανεβήκαμε μαζί κάποιες σκάλες, για την ακρίβεια εκείνος ανέβαινε κι εγώ σερνόμουν.
«Κουράγιο αγάπη μου», την άκουσα να λέει πίσω μας.
Κι έκανα κουράγιο.
Μέχρι που δροσερά σεντόνια άγγιξαν τα μάγουλά μου, προσπάθησα να επαναφέρω μυρωδιές από λουλάκι και ξεραμένα άνθη, όμως τα σεντόνια εδώ πέρα μύριζαν υγρασία και κλεισούρα. Ήμουν στα έγκατα μιας πόλης που ζούσε γυρισμένη τα μέσα έξω. Το ένιωθα τώρα πολύ έντονα.
«Δεν θα ξαπλώσεις πλάι μου;» της ζήτησα.
Είδα τη μορφή της θολή να γεμίζει το οπτικό μου πεδίο, έκλεισα τα μάτια, δεν είχα χρόνο να περιμένω. Ή δύναμη. Ίσως και διάθεση.
Αποκοιμήθηκα αμέσως.

Δευτέρα, Σεπτέμβριος 13, 2010

"Απλώς μια τέλεια μέρα"

Δουλεύω κοντά 25 χρόνια αλλά μόλις φέτος κατάφερα να πάρω μαζεμένη άδεια τριών βδομάδων. Κακό πράγμα η μαζεμένη άδεια, ξυπνάς το πρωί της πρώτης εργάσιμης μέρας και ακούς να μετακομίζουν τις συνήθειές σου από τη διπλανή πολυκατοικία, είναι κι ένας γαμιόλης παπαγάλος που κάνει συνέχεια τριριρίτ σαν τηλέφωνο, βάλε και τον τράγο που κοπανάει τις καμπάνες 7 παρά 5....

Η πρώτη εργάσιμη μετά από μεγάλη άδεια είναι η κατάβαση του Ορφέα στον Άδη, ενώ το γραφείο ελάχιστα διαφέρει από το Καθαρτήριο του Δάντη κι εσύ αναγκαστικά παίζεις τους ρόλους σε περιοδεύοντα πειραματικό θίασο με σκηνικά της πυρκαγιάς και άνευ άλλης αμοιβής.

Θέλοντας να μπω στο κλίμα της σκατούπολης αγόρασα εφημερίδα την Κυριακή (κυριακάτικη –απ΄αυτές που βγάζουν τα νέα μαζεμένα 7 σε 1 σαν τα χρωμοσαμπουάν) κι έκατσα να δω τις ειδήσεις στην τηλεόραση, 7 με 9 το βράδυ. Αλλά και πάλι απροετοίμαστος πιάστηκα, κάτσε να τα πάρω από την αρχή...

Στην εφημερίδα διάβασα για τον Αλαβάνο (υπάρχει ακόμα ο Αλαβάνος; πότε θα έρθει η σειρά του να γίνει πρόεδρος της Πανάθας;) που θέλει να γίνει περιφερειάρχης, υπερδήμαρχος ή ο σουπερήρωας Ταϋρόν -δεν πολυκατάλαβα. Έλεγε ο Αλαβάνος να καταλάβουν κτίρια (ποιοι; –πάλι δεν κατάλαβα) και να κηρύξουν «ζώνες εκτός μνημονίου»! Ή κάτι παρόμοιο. Δηλαδή πώς; Στα κτίρια αυτά (υποθέτω δημόσια) θα συνέχιζαν οι δημόσιοι υπάλληλοι να πληρώνονται χωρίς περικοπές και θα συνέχιζε ο ΦΠΑ να είναι 19%; Παρακάτω ο σουπερήρωας Αλέκος πρότεινε να αποκλείσουν τον πρωθυπουργό και το υπουργικό συμβούλιο στη Θεσσαλονίκη. Σκέφτηκα λοιπόν οτι όσοι υποστήριζαν πως ο Αλέκος ήταν φιλοπασόκος είχαν δίκιο επειδή η καλύτερή του τού Γιωργάκη και των άλλων παιδιών να αράξουν εκεί πάνω. Να οι ταβέρνες στα κάστρα, να τα ξενυχτάδικα, να τα μπουγατσατζίδικα –οχτακόσα κιλά έκαστος θα επέστρεφαν στην Αθήνα. Εκτός αν ο Αλέκος ήθελε να χτυπήσει το φίτνες στυλάκι της κυβέρνησης οπότε πάω πάσο και βγάζω καπέλο –πολύ καταχθόνιος ο ξεδοντιάρης.

Πήγα μετά στα πολιτιστικά φύλλα της φυλλάδας όπου πληροφορήθηκα περί συναυλίας των Γιου Φτου στο Ολυμπιακό Στάδιο, ωραία ήταν, λέει, μίλησε ο Μπόνος για Μιανμάρ και λοιπούς αναξιοπαθούντες, συμπόνεσε τους Έλληνες που περνάνε κρίση, αλλά το εισιτήριο 160 ακατέβατα! Από μουσική δεν διάβασα πώς τα πήγαν (πέρα από τα τυπικά, «άψογοι», «συναρπαστικοί») αλλά τι σημασία έχει; Ο Μπόνος είναι μνημείο της ανθρωπότητας και προστατεύεται από την Ουνέσκο. Βέβαια, επειδή ανησυχούντας ο Μπόνο περί ανθρωπότητος και Ιρλανδός, μου θύμισε τον τεράστιο Μπομπ Γκέλντοφ. Ο οποίος Γκέλντοφ από την εποχή που μπλέχτηκε με φιλανθρωπίες τύπου Live Aid δήλωσε οτι σταματάει τη μουσική του καριέρα επειδή δεν ήθελε να χρησιμοποιεί αυτές τις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις για διαφήμιση. Αντιθέτως ο Μπόνος.... Τέλος πάντων, είναι γνωστό οτι πέραν των Δρόμων και τα Τραπεζογραμμάτια Δεν Έχουν Όνομα εξίσου.

Σήμερα ανοίγουν τα σχολεία κι ως γνωστόν, «όπου ανοίγει ένα σχολείο κλείνει μια φυλακή» -λόγω αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων. Διάβασα λοιπόν ένα ρεπορτάζ στο οποίο φωτισμένοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες της χώρας μας απαντούσαν στο ερώτημα: «ποια ταινία σας έρχεται στο μυαλό αναφορικά με την εκπαίδευση» και ανακάλυψα οτι οι διανοούμενοί μας βλέπουν μονάχα τις απογευματινές ταινίες του Star, άντε και τις βραδινές του ίδιου καναλιού. Οι επιλογές κυμαίνονταν από την «Κακή εκπαίδευση» του Αλμοδόβαρ (ένεκα του τίτλου προφανώς και όχι λόγω συνάφειας με την ερώτηση), περνούσαν από κάτι Β΄διαλογής αμερικάνικες και φτάνανε μέχρι το «Ρόδα, Τσάντα και Κοπάνα», λόγω πρόσφατου ντόρου μάλλον. «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών», «Η ζούγκλα του μαυροπίνακα», το «Τρελό θηριοτροφείο» έστω.... Μπα –κανένας δεν τα θυμήθηκε κι απόρησα επειδή και αυτά τα βάζει το Star αν και όχι τόσο συχνά.

Άνοιξα μετά την τηλεόραση για να μάθω νέα-φρεσκαδούρες αλλά μάταιος κόπος. Είχα κλείσει τον δέκτη όταν οι ιδιοκτήτες φορτηγών δημοσίας χρήσεως τσακώνονταν με τους τηλεπαρουσιαστές αναφορικά με την απεργία τους και τώρα που ξανάνοιξα το κουτί οι ίδιοι ιδιοκτήτες εξακολουθούσαν να τσακώνονται –δεν βαρέθηκαν; Όχι οι ιδιοκτήτες –οι τηλεπαρουσιαστές, δεν βαρέθηκαν; Ίδιες ερωτήσεις, ίδιες απαντήσεις, ίδια προσποιητή αγανάκτηση –αλλάξτε λίγο το σενάριο ρε παιδιά! Ούτε ο Φώσκολος τέτοια αυτιστικότητα στην επανάληψη! Απ’ ότι κατάλαβα, οι ιδιοχτήται να πούμε, θα πήγαιναν σήμερα στις νομαρχίες να παραδώσουν τα οχήματά τους. Αυτό κατάλαβα κι απόρησα –ήρθε η επανάσταση όσο εγώ έλειπα διακοπές; Ιδιοκτήτες μεγαλοκεφαλαιούχοι παραδίδουν τις περιουσίες τους; Το ‘λεγε ο Ζορζ οτι είναι αντιεξουσιαστής, αλλά δεν πίστευα οτι το εννοούσε κιόλας! Δηλαδή αύριο να περιμένω τους βιομηχάνους να παραδώσουν τα κλειδιά των εργοστασίων τους στα συμβούλια εργατών;

Είπα Ζορζ και θυμήθηκα. Μάλλον το συνδύασα με τον αχτιβισμό του Αλαβάνου πού έγραφα παραπάνω και μου ήρθε ο ακτιβιστής ακτινολόγος (κάποιος συμβολισμός εδώ, αλλά μου διαφεύγει) πού πέταξε παπούτσι στον πρωθυπουργό σε απευθείας μετάδοση από το BBC. Φωνάζοντας «Φρίντομ, τζά-στιζ» σε άψογα ελληνικά ο ακτιβιστής. Όταν τον ρωτήσανε τα κανάλια δήλωσε εκπρόσωπος της κίνησης «ρίξτε ένα παπούτσι στην κυβέρνηση» (έχουν και σελίδα στο ίντερνετ), έδειξε το πορτμπαγκάζ του τίγκα στα παπούτσια (τα μοίραζε, λέει, στους πολίτες για να τα πετάνε –είδα όμως και κάτι μπότες γυναικείες μουσταρδί δερματίνη πολύ φορέσιμες). Ο ακτιβιστολόγος δήλωσε οτι το πέταγμα παπουτσιών είναι παλιά ελληνική συνήθεια (εξ ου και το «φόβου τους μονοσάνδαλους» μάλλον) και το τεκμηρίωσε με την παροιμία «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Τώρα, πώς το «σε γράφω» είναι ίδιο με το «στο φέρνω στο κεφάλι»... μόνο ο ίδιος ξέρει. Πάντως, επειδή παράκαμψε μια άλλη σημαντική ελληνική παροιμία, το «παπούτσι από τον τόπο σου κι ας είν’ και μπαλωμένο» και προτίμησε το αλλοδαπό BBC από τα ελληνικά κανάλια, τον κάνανε ρόμπα οι δικοί μας –μόνο πράκτορα της CIA δεν τον είπανε. Εγώ απλώς υποθέτω οτι η συγκεκριμένη κίνηση παπουτσοπεταχτών δεν δραστηριοποιήθηκε λόγω δυσαστρίας στην προηγούμενη ΔΕΘ και όχι επειδή συμφωνούσαν με τα «νόμιμα και ηθικά» του Κωστάκη –ε;

Πάμε παρακάτω, ξημέρωσε ο πούστης τη μέρα μέσα στις τυμπανοκρουσίες της γειτονιάς και στις καμπάνες του παπά, ήπια έναν μαυροζούμη καφέ ν΄ανοίξει το μάτι μου, βλαστήμησα τον ήλιο και ξεκίνησα πρόσχαρος να πάω στη δουλειά μου. Ξέχασα να αναφέρω οτι είχα ήδη πλύνει τη μηχανή από την προηγουμένη –πώς συνέβη αυτό το κοσμοϊστορικό; Είχα κατέβει να λαδώσω την αλυσίδα, αλλά οι πύροι ήταν εξαφανισμένοι κάτω από στρώματα λάσπης και χώματος, προκειμένου λοιπόν να ξαναβρώ τη χαμένη μου αλυσίδα έπλυνα ολόκληρη τη μηχανή.

Με πεντακάθαρη μηχανή βγήκα στον πηγαιμό για το γραφείο.

Στα 200 μέτρα οι ρόδες άρχισαν να εκτοξεύουν λασπουριά επειδή κάποιοι γείτονες έχουν αυτό το βίτσιο, να ξυπνάνε τα πρωινά και να καταβρέχουν το οδόστρωμα! Γιατί; Προς τι; Διότι! Πάλι μέσα στις λάσπες έγινε το καπάκι του κάρτερ.

Παρακάτω, φρενάρισμα απότομο, πλάγιασμα, άσπρισμα εναπομεινάντων μαύρων μαλλιών –καθότι δεν έφτανε που είχε ουρά το βενζινάδικο αλλά κάποιοι λεβέντες κάνανε και κορδελάκια για να προσπεράσουν τους υπόλοιπους! Να κατέβεις, να τους γαμήσεις καθιστούς δηλαδή. Μια ώρα στην ουρά με αναμμένο κινητήρα για να βάλουν 20 ευρώ –δηλαδή καίνε ένα δεκάρικο με τις τζιπάρες στο ρελαντί για να βάλουν άλλο ένα!

Στις λεωφόρους του κέντρου τα συνηθισμένα σεμπτεμβριάτικα έργα επί του οδοστρώματος, επειδή πρέπει, όταν αρχίζει το πήξιμο να στον φοράνε έξτρα, ανοίγοντας κρατήρες. Ολόκληρο Αύγουστο κανένας τους δεν σκάβει. Τον Σεπτέμβρη τους πιάνει η χωροταξική ευαισθησία. Σ΄εκείνη τη φάση του αγώνα εντούρο, σκαρφαλώνοντας το βουναλάκι με το μαλακό χώμα, τινάζοντας πέτρες στα πλάγια, προσευχόμενος να μη χρειαστεί να τσιμπήσω το φρένο γιατί θα σαβουρδιαζόμουν –μην ξεχνάς οτι μιλάμε για τη Βασιλίσσης Σοφίας- θυμήθηκα (τι περίεργα παιχνίδια που παίζει το μυαλό!) οτι κάπου είχα διαβάσει πώς επανέρχεται το μέτρο της απόσυρσης αυτοκινήτων. Το θυμήθηκα ίσως επειδή έξυνα με τα ρεβέρ μου προφυλακτήρες μποτιλιαρισμένων Σμαρτ, μέσα στον λεωφοριόδρομο... Το θυμήθηκα κι αναρωτήθηκα –ποιος γαμημένος είχε αυτή την ιδέα! Ήταν απλώς κάποιος δημοσιογράφος από εκείνους που δημιουργούν μια είδηση εκ του μη όντος και όταν διαψευστούν ανακοινώνουν οτι «τελικά η κυβέρνηση τα πήρε πίσω»; Ή πρόκειται για κάποιον κυβερνητικό παράγοντα; Στη δεύτερη περίπτωση θα ήθελα να μάθω το όνομα του φωστήρα ο οποίος αποφάσισε ότι η έξτρα υπερχρέωση των ήδη υπερχρεωμένων πολιτών και η έξτρα διαφυγή συναλλάγματος προς το εξωτερικό συνδυασμένη με την μείωση του ποσοστού φόρου που λαμβάνει το κράτος από την αγορά πολυτελών αυτοκινήτων θα βοηθήσει στη συγκεκριμένη περίοδο κρίσης!

Τέλος πάντων, έφτασα στη δουλειά μου και χώθηκα κάτω από μια στοίβα εγγράφων αφού πληροφορήθηκα οτι το καφενείο του κτιρίου φαλίρισε κι έβαλε λουκέτο. Χωρίς καφέ, με τον υπολογιστή κρασαρισμένο (τι να σου κάνουν και τα Windows 2000;), με το υπηρεσιακό μου μέιλ τιγκαρισμένο στα σπαμ (τι να σου κάνει κι ο υπεύθυνος πληροφορικής πού χαροπαλεύει σε κάποιο νοσοκομείο μετά από τρακάρισμα;), με τους υπαλλήλους να καπνίζουν παρά την απαγόρευση (τι να σου κάνουν κι αυτοί όταν απλώς γυροφέρνουν τα έγγραφά τους από υπουργικό γραφείο σε αναπληρωματικό υπουργικό γραφείο;) Έριξα ένα μακροβούτι στη μαζεμένη χαρτούρα, βλαστήμησα την πόλη, το κράτος και τη ζωή γενικότερα και προετοιμάστηκα να βγάλω τα μάτια μου για να μπορεί ο κάθε λελές να με κατηγορεί σαν αναποτελεσματικό και σπάταλο δημόσιο υπάλληλο με την άνεσή του.

Ένας φίλος μού έλεγε το Σάββατο: «αυτή τη χώρα πρέπει να την εκκενώσουν και να την ανατινάξουν και πάλι ζήτημα είναι να γλιτώσουμε». Δίκιο είχε.

Τρίτη, Σεπτέμβριος 07, 2010

"Βεβαίως και πιστεύω στην Κόλαση σαν λύση"

Ας την ονομάσουμε "εβδομάδα Νίκου Νικολαϊδη".

Σε κάποιες περιπτώσεις σαν αυτή χαίρομαι να επανέρχομαι, επειδή σημαίνει πως έχω "κι άλλα νέα από το πουθενά" -όπως κι αν το δεις έχει τη σημασία του. Κοίτα λοιπόν...

Οι άνθρωποι αυτοί είναι η οικογένεια του Νίκου Νικολαϊδη -με τη στενή και με την ευρεία έννοια. Μαζεύτηκαν και φτιάχνουν το ντοκυμαντέρ, άλλος πίσω από τις κάμερες, άλλος στο σενάριο, άλλος στην παραγωγή -οι φημισμένοι (χωρίς εισαγωγικά παρακαλώ) μπροστά. Να μιλάνε, να σκέφτονται, να δείχνουν, να ψάχνουν... Τέτοια πράγματα. Αλήθεια, πόσους μπορείς να αναγνωρίσεις στο παρακάτω τρέιλερ;

Βέβαια, εκτός από το ότι όλοι αυτοί μαζεύτηκαν να μιλήσουν για τη σημαντικότητα της παρουσίας που κάνει, ώρες -ώρες, αβάσταχτη την απουσία, υπάρχει κάτι περισσότερο που θα ξεχωρίσεις στον ντοκυμαντέρ. Ακόμα και στο τρέιλερ είναι εμφανές. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τις καινούργιες (πάλι χωρίς εισαγωγικά) ταινίες του Νικολαϊδη. Μετά τις γαμημένες κόπιες που κυκλοφορούσαν στην αγορά, μετά τη θολή εικόνα και τον ήχο "σκάσε ν΄ακούσω" δες τις σκηνές -διαμάντια των ταινιών που παρεμβάλλονται μεταξύ των συνεντεύξεων. Δες και ανυπομόνησε, ας ανυπομονήσουμε παρέα για κάνα μήνα ακόμα μέχρι να βγουν οι καινούργιες, επεξεργασμένες κόπιες στην κυκλοφορία.

Τελικά υπάρχουν πράγματα για τα οποία αξίζει να περιμένεις.

Σκηνοθετώντας την Κόλαση ρε μάγκες!

Κυριακή, Σεπτέμβριος 05, 2010

“AΓAΠΩ TO ΣINEMA”

Aγαπάς τό σινεμά
αγαπάμε τό σινεμά
Aγαπιόμαστε.

Oί σχέσεις μου μέ τό σινεμά είναι διφορούμενες κι’ αξεκαθάριστες, κάποτε βασανιστικές ή βαρετές, άλλοτε τόσο υπέροχες που καταντούν νοσηρές καί συχνά σχέσεις που προκύπτουν από έναν συνδυασμό σελλυλοϊκής μεσκαλίνης καί προσωπικής αδρεναλίνης που μέ οδηγούν σέ μιά επικίνδυνη κρίση αφασίας στήν προσπάθειά μου ν’ αποστασιοποιηθώ από τήν μαγεία του σινεμά.

Πάντα πίστευα ότι γιά νά δημιουργηθεί μιά όμορφη σχέση πρέπει πρώτα απ’ όλα νά υπάρχει ο έρωτας, αλλά πιό σημαντικό κι’ απ’ αυτό είναι νά υπάρχει μιά δυνατή σχέση φιλίας παράλληλα μ’ αυτή τή συνωμοτική αίσθηση ότι “μιά συμμορία γεννιέται.” Tότε υπάρχει περίπτωση νά γεννηθεί καί μιά όμορφη ταινία.

Aυτό λοιπόν που αγαπώ πιό πολύ στό σινεμά είναι αυτές οί ολοκληρωτικά απελπισμένες σχέσεις, απελπισμένες, γιατί όλοι ξέρουμε ότι θά πεθάνουν μέ τό τέλος τής ταινίας καί τήν δραπέτευση τών φίλων μου ηθοποιών καί τών ηρώων που δημιουργήσαμε, απ’ τό βασίλειο τής πραγματικότητας πρός τό βασίλειο τής αιώνιας (24 καρρέ το δευτερόλεπτο) κίνησης.
Aυτό που αγαπώ είναι ότι όλοι μαζί καταθέτουμε στήν ταινία τίς προσωπικότητές μας, συνοδευμένες απαραίτητα απ’ τίς ιδιορυθμίες μας (αυτές καμμιά φορά είναι καί οί πιό σημαντικές) καί φτάνουμε νά δημιουργήσουμε ένα συλλογικό όν-τέρας, κάτι σάν πλάσμα του H.G. GINGER που συμπεριφέρεται πολύ περίεργα. Δηλαδή έχει τήν δυνατότητα ν’ αποσυντίθεται σέ μονάδες όταν χρειάζεται καί ν’ανασυντίθεται πάλι στήν φοβερή μορφή του, όταν οί κανόνες τό απαιτούν.... O απλός τεχνικός ταυτίζεται μέ τούς ηθοποιούς καί αγωνιά γιά τήν ερμηνεία τους, σπάει καί τσακίζεται μέ τίς αναστολές τους, ενσαρκώνεται τίς φοβίες τους, ερμηνεύει τους ήρωες μαζί τους καί πάσχει. H ενέργειά του μεταδίδεται στόν ηθοποιό καί τότε , αυτός νοιώθει ότι δέν είναι πιά μόνος του... Kι’ όταν τό πλάνο “βγεί” καλό, τότε κι’ ό τεχνικός, κι’ οί βοηθοί, ο φωτογράφος, ή μακιγιέζ, ο σκηνοθέτης κι’ ένα σωρό άλλοι άνθρωποι, μέλη αυτής τής παρανοϊκής συμμορίας, καταρρέουν ευτυχισμένοι!

Aυτό που αγαπώ είναι ότι όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι αυθάδεις, ιερόσυλοι καί πλαστογράφοι, προσπαθούμε νά μιμηθούμε τόν Θεό, παίζοντας ανάμεσα στή ζωή καί τόν θάνατο, ξορκίζοντας μ’ αυτά τά παιδικά καμώματα τή μίζερη πορεία μας πρός τό Aγνωστο, πολλαπλασιάζοντας καί αναπτύσοντας πρός διάφορες κατευθύνσεις, αυτές τίς βλάσφημες στιγμές που μας κάνουνε νά νοιώθουμε μικροί Θεοί καί Διάβολοι που εξακοντίζονται παρέα πρός τό Mεγάλο Eναστρο... καί τότε όλοι οί μεγάλοι Φόβοι φεύγουν καί είμαστε πάλι επτά χρονών αθώοι καί χαρούμενοι.

Σκηνή 24.. Tό κουδούνι της εξώπορτας χτυπάει.. Eίναι μία ή ώρα τά μεσάνυχτα. Aυτή πρέπει νά πάει ν’ ανοίξει. Eξω βρέχει κι’ έχει θύελλα.. Nεκρά φύλλα ξεσέρνονται στό πλακόστρωτο. Mιά υδροροή πετάει νερό μέ δύναμη στά σκαλοπάτια τής εισόδου... Tό κουδούνι ξαναχτυπάει..-Ποιός νάναι τέτοια ώρα;
Eνας βοηθός τυλιγμένος μιά κίτρινη νιτσεράδα σκαρφαλώνει μέσα στή νύχτα πάνω στήν ταράτσα κουβαλόντας μιάμιση ίντσα λάστιχο καί τό μοντάρει στήν τρύπα τής υδροροής. Δυό άλλοι στήνουν πάνω από τήν είσοδο μιά πρωτόγονη συσκευή βροχής. Aλλοι τήν ενώνουν μέ τίς βρύσες καί κάνουν πρόβα.. Φυτά μέ μακρυά γυαλιστερά φύλλα στήνονται δίπλα καί μπροστά στήν πόρτα. Oι ηλεκτρολόγοι σκαρφαλωμένοι πάνω σέ σκάλες καί πρατικάμπιλε στήνουν τό τροπικό σεληνόφωτο..Kαποιοι κρατάνε κομμένα κλαριά καί τά κουνάνε στό ρυθμό τής θύελλας φτιάχνοντας σκιές στήν πόρτα... Kάποιος τρέχει γιά χρωματιστές ζελατίνες, κάποιος άλλος τρέχει καί γλυστράει, άλλος τρέχει γιά κάτι που κάποιος άλλος πρόλαβε καί τό πήρε. O ηχολήπτης γκρινιάζει.. Tό τέρας μέ δεκάδες χέρια και πόδια πηλαλάει άτσαλα, σκουντουφλάει, σκαρφαλώνει κάπου ξεχνάει καί κανά χέρι καί συνεχίζει ακάθεκτο... Aυτή μπροστά στήν ανοιχτή πόρτα ,ντυμένη ελαφρά, τουρτουρίζει.. H μακιγιέζ τής υγραίνει τά χείλη... Σημάδια από χαρτοτέϊπ μπαίνουνε εκεί που πατάνε τά πόδια της, δέν πρέπει νά μετακινηθεί καί χάσει μιά υπέροχη λεπίδα φεγγαρόφωτου που φωτίζει τά μάτια της καί που πήρε μισή ώρα στόν Δ/τή Φωτογραφίας νά τήν φτιάξει.
Aυτή κρυώνει..Tά πόδια της έχουν παγώσει. O λαιμός τής έχει ξεσηκώσει σπυριά ανατριχίλας καί κανένα μακιγιάζ δέν μπορεί νά τά κρύψει.. Tό Tέρας τρέχει καί τήν ποτίζει κονιάκ μέ τσάϊ. Mετά τό Tέρας τοποθετεί τούς δίδυμους ανεμιστήρες... Tί διάολο θύελλα είναι αυτή χωρίς ν’ανεμίζουν τά φυτά τά ρούχα της καί κυρίως τά μαλλιά της.. Yστερα τρέχει καί κουβαλάει προβολείς καί τσιμπίδες καλώδια, πετανίνες, πινακάκια, κι’ ένα σωρό μαγικά τσιμπράγκαλα.
Yγρασία στά χείλη... O ηχολήπτης γκρινιάζει. Δέν έχει που νά βάλει τό μικρόφωνό του... H άλλη ηθοποιός τυλιγμένη μέσα σέ μιά κουβέρτα σκύβει καί δίνει λίγο κουράγιο σ’ αυτή που τρέμει καί μιά ρουφηξιά απ’ τό τσιγάρο της.
Kάποτε αρχίζει νά “τρέχει” τό μαγνητόφωνο.. Aπό μακρυά μπαίνουν καί οί ανεμιστήρες καί σαρώνουν μέ τήν ηλεκτρική θύελλα τά λιγνά φύλλα.. Aνοίγουν οί βρύσες καί πιάνει καί ή βροχή.. H υδροροή ξερνάει κι’ αυτή.. Tά παιδιά κουνάνε τά κλαδιά γιά νά κάνουνε σκιές στή πόρτα καί στό πρόσωπό της. Aυτή ανοίγει τήν πόρτα, ήρεμη , λίγο ανήσυχη μέ μιά σεληναχτίδα νά παίζει στά μάτια της καί νά τά κάνει νά λάμπουν περίεργα... Δέν κρυώνει πιά... Kοιτάζει μέσα στή νύχτα καί τήν βροχή καί δέν υπάρχει κανείς... ούτε τό Tέρας. Mπορεί νά βουρκώσει άν θέλει.. καί τό κάνει... Eνα υπέροχο βούρκωμα.. Bοήθησε λίγο κι’ ό προβολέας που έπεφτε ίσια μέσ’ τά μάτια της καί τήν θάμπωνε.. Περιμένει λίγο κι’ ύστερα μπαίνει μέσα λυπημένη καί κλείνει τήν πόρτα πίσω της... H μηχανή πάει λίγο κι’ ύστερα σταματάει.. Oλοι μένουν σωπηλοί καί λίγο συγκινημένοι..
-Πολύ καλό, μουρμουρίζει ο Δ/τής Φωτογραφίας...
Eνας ηλεκτρολόγος σκύβει δίπλα μου, ή ανάσα του μυρίζει ουΐσκυ..
-Eσκισε, μου λέει καί μού δείχνει πρός τήν πόρτα που εξαφανίστηκε εκείνη... κι’ ύστερα μου πασσάρει ένα πλαστικό ποτήρι μέ ουΐσκυ.-Tράβα μιά τζούρα, μου λέει, είναι καλό, όχι σάν αυτές τίς αηδιές που πίνεις εσύ!
Oλα πήγαν περίφημα.. H θύελλα που σάρωνε τά πεσμένα φύλλα στό πλακόστρωτο. H φεγγαροαχτίδα στά μάτια της..Tό βούρκωμα καί ή βροχή πού μέ τήν βοήθεια του ανεμιστήρα έστειλε κάποιες σταγόνες νά στολίσουνε τό πρόσωπό της. Kανείς μας δέν είχε τήν ικανότητα ή τό κουράγιο νά πάει καί νά σταθεί κάπως παράμερα καί νά γελάσει λίγο μ’ όλο αυτό τό μασκαριλίκι. Tό παίζαμε όλοι Θεοί καί είμαστε πάρα πολύ απασχολημένοι μέ τήν δημιουργία μας..

Kι’οι μέρες περνάνε γρήγορα.. Oταν είμαι πεσμένος καί βαρυεστημένος καθώς νοιώθω ότι παραμπήκα μέσα σ’ αυτή τήν ρουτίνα τής δημιουργίας, κάποιος θαρθεί νά μου κάνει κάποια αστεία γιά νά μέ στήσει στά πόδια μου.. Aύριο ίσως τό κάνω κι’ εγώ γι’ αυτόν. Στό μεταξύ τ’ άλλα παιδιά συνομωτούνε.. Σκυμμένα πάνω από νταβίδια καί ξυλοκατασκευές προσπαθούνε νά λύσουνε κάποιο πρόβλημα.. H μακιγιέζ σέ μιά γωνιά ανακατεύει ζουμιά καί χρώματα προσπαθόντας νά φτιάξει μιά καλή δόση αίμα...O ηχολήπτης γκρινιάζει..O Θανάσης ξεβουλώνει τά μπέκ της βροχής.. O Στέφανος προσπαθεί νά διορθώσει τή μηχανή τής ομίχλης. O Xρήστος κουβαλάει φυτά γιά τό επόμενο πλάνο... Oλοι αυτοί κοιτάζονται καί χαμογελούνε μεταξύ τους.. Kαμμιά φορά πειράζονται κιόλας.. Δουλεύουν πάνω σέ κάτι καί κόντρα σέ κάτι.. Πάντως όχι γιά χρήματα. Eίναι μιά υπόθεση προσωπική τους καί δέν νοιάζονται γιά τίς απώλειες. (Mέσα σ’ όλο αυτό τό χάος, κάποιοι μάλιστα βρήκαν τόν χρόνο νά ερωτευθούνε κιόλας...) κι’ εγώ τ’ αγαπάω όλα αυτά.

Eπειτα πλησιάζουν οί μέρες του αποχαιρετισμού... Ξέρουν ότι σέ τρία-τέσσερα γυρίσματα τελειώνουμε.. Oμως ρωτάνε κάθε ημέρα μήπως καί έγινε κάποιο λάθος στόν προγραμματισμό ή τό μέτρημα. Eίναι όλοι λίγο μουτρωμένοι καί φεύγουν βιαστικά μετά τό γύρισμα.
Aργούμε όλοι νά ξεκόψουμε απ’ τήν ταινία. Eβδομάδες μετά κι’ ακόμα τηλεφωνιόμαστε καί μιλάμε γιά πράγματα που έχουν πιά τελειώσει. Kαμμιά φορά ό αποχαιρετισμός κρατάει μήνες καί τά σημάδια αργούνε νά σβήσουν από πάνω μας. Oλοι νοσταλγούνε τό Tέρας καί τούς μικρούς θεούς καί τήν παλιά καλή συμμορία.. Yπάρχουν μέσα σέ κάθε πλάνο.. Tό καλλίτερο καί πάντα κρυμμένο κομμάτι του εαυτού τους.. κάτι που δέν θά ξαναχαρίσουν ποτέ καί σέ κανέναν.
Kαί ή ταινία;
H ταινία μάς έδωσε ωραίο ταξίδι. Xωρίς αυτή δέν θά βγαίναμε στό δρόμο!

Νίκος Νικολαϊδης


Υ.Γ.: Πάνε 3 χρόνια από τότε που την έκανε για τα μεγάλα στούντιο κι ακόμα δεν έχω αξιωθεί να γράψω κάτι για όλο αυτό. Δε βαριέσαι... καλύτερα. Εκείνος τα έλεγε πιο όμορφα, έτσι κι αλλιώς... Και το συγκεκριμένο κείμενο θα μπορούσε να έχει τίτλο "Η απολογία του κινηματογραφιστή μπροστά στο Απόσπασμα". (Άντε πιάστε τον αν μπορείτε παλιοχαμούρες!)

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι