Τρίτη, Οκτώβριος 26, 2010

Ο Γουέιν Ρούνεϊ δεν παίζει στην Παρί

Αυτές τις μέρες ακούω πολλούς θαυμαστές των μαζικών γαλλικών αντιδράσεων κατά του νόμου Σαρκοζί για τα όρια συνταξιοδότησης. Τους ακούω να ξερογλείφονται: «μακάρι να γίνονταν και σε μας αυτά», «μακάρι οι μαθητές να έβγαιναν μαζί με τους συνταξιούχους και τους εργαζόμενους», «μακάρι να πηδάγαμε καμιά δεκαοχτάρα» («εργάτες-αγρότες –φοιτητές»).

Βεβαίως, την ώρα που ο χλιμίτζουρας της διπλανής πόρτας θέλει να βγουν όλοι, από 8 έως 80 χρονών και να υποστηρίξουν τα αιτήματά του στον δρόμο, ο ίδιος κοιτάζει πώς θα ξεσκίσει τα αιτήματα των υπολοίπων κοινωνικών ομάδων.
Βλέπει τις γαλλίδες μαθήτριες κι αναστενάζει από προσμονή, αλλά όταν έκανε το δικό του παιδί κατάληψη στο σχολείο, ο αγωνιστής μελλοντικός συνταξιούχος έσπαγε τα τηλέφωνα της Δ/νσης Εκπαίδευσης, του γραφείου του Δημάρχου, του Δημοτικού Συμβούλου και τέλος των μπάτσων αγανακτισμένος: «μα τι θα γίνει τέλος πάντων, δεν μπορεί 5 αλήτες από διαλυμένες οικογένειες να κρατάνε όμηρους τα παιδιά μας εμποδίζοντάς τα να μορφωθούν!» Φυσικά, όταν πλακώνουν οι μπάτσοι και σπάνε τις καταλήψεις, ο ηρωικός χλιμίτζουρας αναψοκοκκινίζει καταγγέλλοντας τη χούντα του Πασόκ.

Η οποία χούντα του Πασόκ βεβηλώνει, για παράδειγμα, το ιερό μνημείο της Ακρόπολης κυνηγώντας τους συμβασιούχους που θέλουν να μονιμοποιηθούν μετά τη λήξη της σύμβασής τους και μ΄αυτό αγανακτεί ο χλιμίτζουρας! Ο ίδιος χλιμίτζουρας που βρίζει τους δημόσιους υπάλληλους επειδή, λόγω μονιμότητας, τα ξύνουν!

Παραπλεύρως ο χλιμίτζουρας έχει μέγα πρόβλημα όταν απεργούν, για παράδειγμα, οι βενζινοπώλες και δεν μπορεί να βρει καύσιμο για την αμαξάρα («τι θέλουν τώρα και απεργούν, οι κλεφταράδες; ένας Παπαδόπουλος τους χρειάζεται») αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα όταν απεργούν, για ξαναπαράδειγμα, οι ταριχευτές ηλεκτροφόρων χελιών, εφόσον δεν επηρεάζουν την δική του καθημερινότητα («η απεργία είναι ιερό δικαίωμα του εργαζόμενου, άσε που τα αιτήματά τους είναι και δίκαια»).

Και όταν δεήσουν να κατέβουν στους δρόμους οι διαμαρτυρόμενοι, κανένας τους δεν κοιτάζει τι σκατά γράφουν τα πανό κάτω από τα οποία συντάσσονται. Αναφέρονται στα αιτήματά τους ή γενικολογούν περί πλουτοκρατίας και λαϊκής αντιστασηκαιπάλης; Οι προτάσεις που καταθέτουν στο τάδε υπουργείο έχουν κάποια προοπτική εφαρμογής ή «να΄χαμε να λέγαμε»; Μαζεύονται δίπλα στα λουλουδάδικα, έχουν μάθει προσφάτως το σουξεδιάρικο «να καεί να καεί το μπουρδέλο η βουλή», καβλώνουν όταν το ακούνε οι «βάλε τώρα που γυρίζει» πιτσιρικάδες (αναρχικοί, μηδενιστές, σκοταδιστές, αριστερά εξτρέμ με πλατυποδία) ξεχνώντας οτι το μπουρδέλο τη βουλή την κλείνουν ενίοτε και οι χουντικοί –όλα πρίμα! Και ελπίζουν να γίνει η Βασιλίσσης Σοφίας –Μονμάρτη. Αλλά δεν ανοίγουν τα γκαβά τους να δουν οτι στο Παρίσι δεν έχει ΠΑΜΕ κι έτσι οι πορείες ξεκινάνε από ένα σημείο και καταλήγουν σε κάποιο άλλο –ενιαία! Καθότι οι μαζικές διαμαρτυρίες γι΄αυτό ονομάζονται «μαζικές», επειδή πάει ο κόσμος όλος μαζί και διαμαρτύρεται. Αν οι μισοί πάνε κατά δω στις 11, οι υπόλοιποι πάνε κατά κει στις 12 και μια ομάδα πάει εδώ κι εκεί από τις 1 κι ύστερα, δεν μιλάμε για αγωνιστική κινητοποίηση –μιλάμε για αγωνιστική της Σουπερλίγκ που έτυχε να παίζουν οι γάβροι, οι βάζελοι κι ο Πανιώνιος εντός έδρας.

Θα μου πεις –επειδή έχουμε το ΠΑΜΕ δε γινόμαστε Παρίσι; Κι επειδή οι γονείς γουστάρουν μεν να διαμαρτύρονται αλλά δεν γουστάρουν να χάνουν μαθήματα τα παιδιά τους; Μήπως οι Γάλλοι ή οι Άγγλοι δεν έχουν φραξιονιστικές οργανώσεις στην ευρύτερη Αριστερά τους; Μήπως οι Γάλλοι ή οι Άγγλοι γονείς αφήνουν αδιαμαρτύρητα τα καμάρια τους να κλείνονται μέσα στα σχολεία και να βγάζουν τα μάτια τους;

Δεν είναι εκεί το σημείο διαφοροποίησης μεταξύ της προσανατολισμένης λαϊκής αντίδρασης του Παρισιού (για παράδειγμα) και της αγωνιστικής γυμναστικής στην οποία επιδίδεται μερίδα Αθηναίων μέσης ηλικίας και οικονομικής κατάστασης (όχι για παράδειγμα). Η κοινωνική δομή κάνει τη διαφορά και θα γίνω γρήγορα ξεκάθαρος σαν κρύσταλλο Βαρώφσκι...

Όλοι γνωρίζουν (κι αν όχι, μαλακία τους) τους αγώνες των Γάλλων για την κατοχύρωση των ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων. Όλοι θυμόνται (κι αν όχι, θα΄πρεπε) τις βίαιες αντιδράσεις τους σε περιπτώσεις περιστολής δικαιωμάτων. Είναι αυτό που λέμε ηλιθιωδώς (προσπαθώντας να κωδικοποιήσουμε την πραγματικότητα): «οι Γάλλοι σαν λαός έχουν παράδοση στην υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων». Και εννοούμε οτι εκεί πέρα αν πάνε να τους κόψουν μια βδομάδα από την άδεια λοχείας βγαίνουν άπαντες στους δρόμους (κι ας μην είναι όλοι γυναίκες!) ενώ εδώ οι καλοκαιρινές διακοπές προέχουν ασυζητητί των αγωνιστικών κινητοποιήσεων.

Γιατί; Είμαστε τόσο μαλάκες; Σαν έθνος; Σαν λαός; Σαν Σίρο;`

Όχι δα! Όπως δεν είμαστε το εξυπνότερο έθνος της γης που είχε χοληστερίνη όταν οι άλλοι ήταν ακόμα στα δέντρα, έτσι δεν είμαστε και το ηλιθιοδέστερο έθνος. Για την ακρίβεια, το διανοητικό επίπεδο δεν είναι δυνατό να μετρηθεί σε επίπεδο έθνους σα να επρόκειτο για ποσοστό υπέρβαρων σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό.

Δεν αντιδρούμε όταν μας κόβουν τη συλλογική σύμβαση επειδή απλώς δεν έχει σημασία. Δεν βγαίνουμε στο δρόμο μαζικά σαν τους Γάλλους επειδή, όπως και να βγούμε, δεν υπάρχουν αιτήματα προς διεκδίκηση.
Πράγματι, οι Γάλλοι απολαμβάνουν ενός αξιοπρεπούς κοινωνικού κράτους, από τον τομέα της υγείας και της περίθαλψης μέχρι τον τομέα της συνταξιοδότησης και της υποστήριξης ανέργων. Έτσι ενοχλούνται αν χάσουν κάποιο από τα δικαιώματά τους, εφόσον υπάρχει απευθείας σύνδεση ανάμεσα στο δικαίωμα και στην απολαβή. Αν οι Γάλλοι παίρνανε επιδόματα ανεργίας επιπέδου «λάβε τούτο πτωχέ μου ζητιάνε», αν οι συντάξεις τους ήταν «να μαζευτούμε πέντε να παραγγείλουμε και το γιουβέτσι μαζί με το σκέτο», αν η υγειονομική τους περίθαλψη ήταν «λάβετε οι ημέτεροι τα δέοντα», δε νομίζω οτι θα έβγαιναν στους δρόμους με την τωρινή τους μαχητικότητα.

Εντάξει –αλλά γιατί υπάρχει αυτή η ποιοτική και ποσοτική διαφορά; Η εύκολη απάντηση σχετίζεται με την παραγωγική διαδικασία. Όταν μια χώρα παράγει, οι καπιταλιστές καρπούνται την υπεραξία και το «αναγκαίο μίνιμουμ επιβίωσης» δίνεται στους εργαζόμενους εμπλουτισμένο με το «ψυχολογικό κίνητρο» για καλυτέρευση της ζωής τους (τουτέστιν κάνα 500άρι ευρώ το μήνα –για ξόδεμα). Έτσι κοντράρεται και η μαρξιστική ρήση: «εργαζόμενοι όλων των χωρών ενωθείτε –δεν έχετε να χάσετε τίποτα άλλο παρά τις αλυσίδες σας». Επειδή ο εργαζόμενος ΕΚΕΙΝΗΣ της χώρας βλέπει οτι έχει να χάσει πολλά πράγματα και μην πας να ψάξεις την αναγκαιότητα κατοχής των πραγμάτων αυτών (δεν είναι της ώρας). Άρα, πρώτον δεν ενώνεται με τους εργαζόμενους των άλλων χωρών (μην του πάρουν κι αυτά που έχει), δεύτερον δεν ξεσηκώνεται και τρίτον ...–γενικά.
Το στάδιο ονομάζεται μονοπωλιακός καπιταλισμός, η περίοδος ονομάζεται μεταβιομηχανική ή «παροχής υπηρεσιών» (σαν τα μπλοκάκια) κι αυτό ισχύει στον λεγόμενο, «δυτικό κόσμο». Αλλά δεν ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας.

Όπου δεν υπήρξε ποτέ αξιομνημόνευτη παραγωγή στον δευτερογενή τομέα αλλά περάσαμε στην τριτογενή μεταπώληση και παροχή υπηρεσιών αεροπλανικά. Τουτέστιν δεν πατάμε πουθενά, δεν έχουμε εργοστάσια στο Βιετνάμ να φτιάχνουν τα προϊόντα που εμείς εμπορευόμαστε, δεν έχουμε καν προϊόντα να εμπορευτούμε –για την ακρίβεια είμαστε σε επίπεδο μπακάλικου. Αγοράζουμε και μεταπουλάμε –μεταπρατισμός του κερατά κι άντε να ζήσεις κάνοντας τον ενδιάμεσο σε μια παγκοσμιοποιημένη αγορά.

Όπως λοιπόν παράγουμε φούμαρα έτσι ακριβώς και πληρωνόμαστε –με φούμαρα. Άσχετα που όταν ξοδεύουμε πρέπει να στάξουμε κανονικό χρήμα κι όχι μουσαντένιο (εξ ου και τα δάνεια –παλιοκατάσταση).Τέλος πάντων, το ρεζουμέ παραμένει –δεν είμαστε στη φάση των Γάλλων γι΄αυτό και δεν μας ωφελούν τα γαλλικά.

Αυτό όμως ΔΕΝ σημαίνει οτι δεν πρέπει να κάνουμε διαδηλώσεις –σημαίνει οτι καλό θα ήταν να προσανατολίσουμε (βαλκανοποιήσουμε, τριτοκοσμικοποιήσουμε) τα αιτήματά μας.

Βγήκες κύριος στη διαδήλωση; Ζήτα κάτι εφικτό να μην πάει και τζάμπα το περπάτημα! Ζήτα κανονικό σύστημα υγείας και περίθαλψης, ζήτα κουπόνια αντί για συντάξεις, ξέρω ΄γω... Ζήτα αυτό που μπορείς να πάρεις κι όχι αυτό που έχουν οι άλλοι «στας
Ευρώπας». Εντάξει, αλλά πώς θα ξεχωρίσεις το εφικτό από το υπερβατικό; Πώς θα καταλάβεις οτι το αίτημα «δωρεάν συγγράμματα» μοιάζει εφικτό, ενώ το αίτημα «βασικός μισθός 1.400 ευρώ» είναι σκέτη παπαριά και τίθεται για διαπραγματευτικούς λόγους; Και ποιοι κάνουν τη διαπραγμάτευση και τι θέλουν να πετύχουν με αυτή; Να πάει ο βασικός έστω στο χιλιάρικο ή να γίνουν βουλευτές οι διαπραγματευτές;

Για να κατανοήσω θα πρέπει πρώτα να εννοήσω –έτσι δεν πάει; Να καταλάβω τι γίνεται γύρω μου, να ανθιστώ ας πούμε. Όχι τίποτα φοβερό –απλώς τι ζητάω, πόσο μπορώ να πιέσω, τι μπορώ να πάρω, τέτοια πράγματα, απλά. Και πώς θα κατανοήσω αυτά τα απλά πράγματα; Προφανώς κατανοώντας τη θέση μου στην κοινωνική δομή. Τι είμαι ρε παιδί μου; Ο Γαμών ή ο Τουταγχαμών; Άμα βγω στους δρόμους θα χεστούν επάνω τους ή θα με χέσουν ψηλά; Και τι πρέπει να κάνω στην τελική;

Μην το ψάχνεις –όλα αυτά για να τα κατανοήσω χρειάζεται "καλλιέργεια". Εκπαίδευση και τέτοια. Πρέπει να έχω ξεστραβωθεί πέρα από τις παπαριές των δελτίων ειδήσεων, πέρα από τα φούμαρα των κομματικών και των συνδικαλιστικών παραγόντων, πέρα από το μπούστο της Μενεγάκη. Πώς θα το καταφέρω αυτό; Η εύκολη απάντηση θα ήταν «διαβάζοντας» αν δεν γεννιόταν απευθείας η ερώτηση: «ναι, αλλά ξέρεις να διαβάζεις;»

Αν σκεφτούμε την προεργασία που έγινε από το σχολείο, θα καταλήξουμε οτι σαφώς και δεν ξέρεις. Στο σχολείο σε μάθανε να παπαγαλίζεις –ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μαλακία το δημώδες «Του νεκρού αδερφού», μπορεί αυτή μου η ανάμνηση να με βοηθήσει να κατανοήσω την ποίηση του Πολ Ελυάρ ας πούμε; Ζαμέ! Το μόνο που μπορεί να μου εξασφαλίσει η σχολική μου εμπειρία είναι μια υποσυνείδητη απέχθεια για οποιοδήποτε χαρτί έχει πάνω του τυπωμένα γράμματα.

Ας υποθέσουμε τώρα οτι οι απόφοιτοι Λυκείου είναι η πρόθυμη και ηλίθια πλέμπα που περιμένει να την οδηγήσουν στη Γη της Επαγγελίας οι απόφοιτοι Πανεπιστημίων –ας κάνουμε αυτή την τερατώδη υπόθεση. Έμαθε κανένας να διαβάζει στα Πανεπιστήμια; Δεν αναφέρομαι στην ειδική εκείνη περίπτωση φωτισμένου καθηγητή που μπλα, μπλα και Τζούλια Ρόμπερτς συν Ρόμπιν Γουίλιαμς "σιιίζ δε ντέι τουγκέδερ γουίθ Γκουντ Γουίλ"... Αναφέρομαι στον κανόνα κι ο κανόνας λέει «παπαγάλισε, αντέγραφε, γλύψε». Αυτά διδάσκονται στα Πανεπιστήμια.

Εντάξει λοιπόν, ας δώσουμε το ρόλο των λοχαγών στους απόφοιτους Πανεπιστημίων κι ας αφήσουμε την αλλαγή της κοινωνίας στους μεταπτυχιακούς –πώς σου φαίνεται αυτό; Σαν χοντροκομμένο αστείο –έτσι;

Μετά από μια σύντομη περιήγηση στο εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας εύκολα διαπιστώνεται οτι το βαυαρικό σύστημα εκπαίδευσης (που δεν είναι πια και τόσο σύγχρονο) και αποσκοπούσε στη δημιουργία μορφωμένων κορασίδων είναι η βασική φιλοσοφία σχεδιασμού των εκπαιδευτικών και μαθησιακών δομών της χώρας. Κι όσοι διαμαρτύρονται, ενδιαφέρονται περισσότερο για το πώς θα παρουσιαστεί η καταστροφή της Σμύρνης ή για το αν θα είναι υποχρεωτικά τα θρησκευτικά, παρά για το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα. Κάνανε ολόκληρη φασαρία με τη Ρεπούση και την ίδια στιγμή δεν καταδέχτηκαν να ρίξουν μια ματιά στα βιβλία των μεσαίων τάξεων του Δημοτικού, για παράδειγμα, όπου πρώτα μαθαίνεις να κάνεις πράξεις με κλάσματα και μετά τι στον πούτσο είναι το κλάσμα κι όπου διαβάζεις περισπούδαστα λογοτεχνικά κείμενα του Καρκαβίτσα και του Δροσίνη με λέξεις και εκφράσεις που δεν χρησιμοποιούνται πλέον ούτε από τους παππούδες μας.

Κάνουν ολόκληρη κουβέντα για το κατά πόσο θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά τα θρησκευτικά ή αν θα πρέπει να είναι προαιρετικά έτσι ώστε αν τυχόν δεν καρφώνεται ο αλλοδαπός να τον σταμπάρουμε πιο εύκολα όταν βγαίνει μόνος του από το μάθημα στο άδειο προαύλιο και δεν ασχολούνται με την περίπτωση να κάνουν παρουσίαση των δογμάτων της κάθε θρησκείας στην ώρα του μαθήματος και να τα συζητήσουν. Πού αν το έκαναν θα κατέληγαν οτι όλοι τα ίδια λένε –γαμώ τον αντίχριστό τους δηλαδή!

Τώρα λυσσάνε που δεν πήγε η Ιστορία στα υποχρεωτικά μαθήματα και κάποιοι κάνουν πάρτι με την παραίτηση της Δραγώνα. Και δεν θυμούνται οτι ανέκαθεν οι «πρακτικές δέσμες» είχαν γραμμένη στ΄αρχίδια τους την Ιστορία κι έψαχναν οι καθηγητές πώς να τους διευκολύνουν, να μη χάσουν το Πολυτεχνείο τα παιδιά! Ή έστω, δεν παίρνουν χαμπάρι οτι η εθνικοφροσύνη τους αλλού χτυπιέται από το συγκεκριμένο πλάνο μαθημάτων εφόσον οι μεν «κλασσικοί» θα κάνουν Αρχαία Ιστορία οι δε υπόλοιποι θα κάνουν Ευρωπαϊκή Ιστορία! Τουτέστιν, ή Περικλή ή Ροβεσπιέρο –δεν θα μάθουν τα παιδιά για τον ηρωικό δικτάτορα Μεταξά και για τον αγέρωχο αγύρτη Βενιζέλο (ύλη η οποία έτσι κι αλλιώς δεν διδασκόταν σχεδόν ποτέ).

Να μη σε κουράζω (κι άλλο) –όλα αυτά σημαίνουν ένα πράγμα. Ανεκπαίδευτοι άνθρωποι έχουν άποψη για την εκπαίδευση. Κακό είναι αυτό; Ξέρω ‘γω; Είναι σα να έχεις δίπλα σου τη μάνα σου πού δεν ξέρει να οδηγεί και να σου δίνει συμβουλές στην Εθνική Αθηνών –Λαμίας. Αν τις ακολουθήσεις, πόση ώρα θα σου πάρει για να βρεθείτε στις μπαριέρες;
Μη με παρεξηγείς –δεν εννοώ πως μόνο οι ειδικοί πρέπει να λένε τις απόψεις τους κι άλλα τέτοια. Εννοώ και υποστηρίζω όμως κάτι πολύ απλό: αν δεν το ξέρεις το θέμα, ή κάτσε μάθε το, ή άκου κάποιον που το ξέρει, ή στην τελική, ρώτα αυτόν που το ζει.

Το να έχεις άποψη περί του τι πρέπει να τρώνε οι γίβωνες όντας άσχετος είναι γραφικό όσο δεν δουλεύεις εσύ στον ζωολογικό κήπο και γίνεται επικίνδυνο όταν πιάσεις δουλειά εκεί πέρα. Σκέψου λοιπόν πόσο επικίνδυνο είναι να έχεις άποψη (την οποία θέλεις να επιβάλεις κιόλας) για την εκπαίδευση των παιδιών σου, τη στιγμή που το τελευταίο βιβλίο που διάβασες ήταν η βιογραφία του Γουέιν Ρούνεϊ. Κι αυτό καλοκαίρι σε λεωφορείο για τη Φαρακλάδα. Πριν πάρεις τη Μπέμπα –για τόσο παλιά μιλάμε....

Τετάρτη, Οκτώβριος 20, 2010

"Ποιος σκότωσε τον Μπάμπη;"

Τελικά έχει φάση όλο αυτό το πράγμα. Εννοώ οτι ξεκίνησα να γράφω το προηγούμενο ποστ με αφορμή το θάψιμο της συνέντευξης των Metro Decay ΚΑΙ εξοργισμένος από τις απόψεις δημοσιογράφων –σχολιαστών που αμφισβητούσαν την ύπαρξη διαμάχης μεταξύ παλαιοροκάδων και νιουγουέιβερς, πανκς, ποστ πανκς.
Οι κύριοι αμφισβητούσαν την ύπαρξη της διαμάχης υπονοώντας υποθέτω οτι πέραν του παλιού καλού ροκ δεν υπήρχε άλλο δυναμικό ρεύμα στην Ελλάδα του ΄80 ικανό να εγείρει έριδες. Απλώς δυο τρεις τσουρουκάδες πίθηκοι εκεί πέρα που βαράγανε στο γάμο του καραγκιόζη.

Η δισκογραφική παραγωγή βέβαια τους διαψεύδει εφόσον ένα σωρό ανεξάρτητες εταιρείες κυκλοφορούσαν τον καινούργιο ήχο κατά ριπάς σε αντίθεση με τις επίσημες πολυεθνικές, των οποίων τα ελληνικά παραρτήματα κυκλοφορούσαν κάμποσο Σιδηρόπουλο (3 δίσκους), την ίδια μερίδα Socrates (3 δίσκους δηλαδή –εις εκ των οποίων Plaza) και την αποκάλυψη του ελληνικού ροκ που άκουγε στο όνομα ΦΑΤΜΕ (άλλους 3 δίσκους).

Πέρα από αυτό βέβαια, η δήθεν ανύπαρκτη εχθρότητα των παλαιοροκάδων εμφανίστηκε και στα σχόλια του ποστ μου όπου ξαναγράφτηκαν απόψεις 20ετίας, περί ανικανότητας παιξίματος μουσικής από τους ποστ πανκς, περί μαϊμουδίσματος των ξένων (αυτό το έλεγε και η ΚΝΕ), περί ναρκισσισμού –λες και όταν έβγαινε ο Ποθουλάκης στη σκηνή ήταν ένας άμουσος νάρκισσος πίθηκας, ενώ όταν κόπιαρε τα σόλα του Μπλάκμουρ και του Πέιτζ ο Δρόλαπας ήταν ένας ψυχωμένος ανήσυχος μουσικός που άνοιγε καινούργιους ορίζοντες στην μουσική του τόπου μας!

Να ξεκαθαρίσω κάτι απλό: ΔΕΝ έγραψα ποτέ οτι απεχθανόμουν το Σιδηρόπουλο –το αντίθετο μάλιστα. ΔΕΝ ανέφερα ποτέ οτι δεν μου άρεσαν οι Rolling Stones, οι Who, οι Zeppelin, οι Sabbath και άλλοι πολλοί. Και ΟΥΤΕ στη συνέντευξη των Metro, OYTE πουθενά αλλού αμφισβητήθηκε η αξία των παραπάνω συγκροτημάτων/ καλλιτεχνών. Καταπληκτικοί, μ΄αυτούς μεγαλώσαμε οι περισσότεροι, σημαντικοί στη διαμόρφωση των ακουσμάτων μας ΑΛΛΑ....

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΙ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’80.
Κυρίως οι αλλοδαποί καλλιτέχνες.

Για τους δικούς μας, ο μεν Σιδηρόπουλος έβγαλε τον καλύτερο δίσκο του το 1982 (αλλά με ήχο εντελώς ’70 –γι’ αυτό άλλωστε και στα λάιβ έπαιζε τα κομμάτια διασκευασμένα φάνκι), οι Socrates έβγαλαν έναν μέτριο δίσκο το 1980 και έκαναν την τελευταία τους προσπάθεια για διεθνή καριέρα το 1983 –αποτυγχάνοντας για δεύτερη φορά σε δεύτερη συνεχόμενη δεκαετία (γιατί άραγε;) και οι ΦΑΤΜΕ.... ήταν πολύ Φατμέ! Χατζιδακισμός, ρομαντισμός, μαντολίνα –αλλά καμιά σχέση με αυτό που εμείς λέγαμε «ροκ». Όλοι οι «εμείς» -έτσι; Α ναι, βγάλανε και οι Σπυριδούλα το «Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια» το 1982 -πώς τους ξέχασα αυτούς; Μάλλον επειδή ήταν συμπαθείς μεν –αλλά όχι αξιομνημόνευτοι! Και τώρα που θυμήθηκα τους ξεχασμένους να μην αμελήσω τις Μουσικές Ταξιαρχίες με το ομώνυμο άλμπουμ το 1982 (τεράστιο ξενέρωμα για όποιον είχε ακούσει την κασέτα) με τα Ρουλεμάν το 1984 και τις ακόλουθες δισκογραφικές επιτυχίες του Πανούση (κράτα με μην ξεράσω από τα γέλια!) Αυτά τα καταπληκτικά κυκλοφορούσαν παύλα προωθούσαν οι μεγάλες εταιρείες στην Ελλάδα του '80.

Συνεχίζοντας με την ελληνική μουσική παραγωγή του ’80 θα υπενθυμίσω οτι ΚΑΝΕΝΑΣ από τους παραπάνω κλασσικούς ροκάδες δεν εμφανίστηκε με τραγούδι του σε συλλογή του εξωτερικού (κι ας δισκογραφούσαν σε πολυεθνικές). Αντιθέτως, πολλά DIY συγκροτήματα μετείχαν σε τέτοιες συλλογές, απ΄ότι θυμάμαι μάλιστα οι Last Drive έκαναν και επιτυχημένες περιοδείες στην αλλοδαπή. Γιατί αυτό; Υποθέτω επειδή τα ποστ πανκ συγκροτήματα υπήρξαν ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥΣ ενώ οι παλιοροκάδες (όπως φανερώνει κι ο χαρακτηρισμός) ήταν παγκοσμίως παρωχημένοι τη δεκαετία του ’80.

Είμαι αφοριστικός; Ας αφήσουμε την ελληνική παραγωγή κλασσικού ροκ κι ας κοιτάξουμε τη διεθνή σκηνή.

Οι Stones βγάζουν 8 δίσκους στη δεκαετία του ’80, από τους οποίους οι 4 είναι συλλογές παλιότερων επιτυχιών (οι μπαγάσες είχαν τ΄αρχίδια να ονομάσουν τη μια συλλογή: Sucking in the Seventies!!!) και ο ένας ηχογράφηση της περιοδείας τους. Πέραν αυτών, κυκλοφορούν ένα ψιλοβαρετό Tattoo you κι ένα disco ονόματι Undercover.

Οι Deep Purple κυκλοφορούν δυο δίσκους το ’80 αναμασώντας τις φόρμες της προηγούμενης δεκαετίας (βλέπε Perfect Strangers). Οι Rainbow κυκλοφορούν συλλογές επιτυχιών και δίσκους που θα προτιμούσαν όλοι να ξεχάσουν (αλλά δυστυχώς εγώ τους θυμάμαι ακόμα) στη δεκαετία του ’80.

Οι Zeppelin κυκλοφορούν το ανεκδιήγητο Coda.

Οι Who κυκλοφορούν ένα από τα πιο βαρετά τους άλμπουμ, το Face Dances κι ένα απαράδεκτο (το It’s hard).

Οι Sabbath κυκλοφορούν αποκλειστικά αηδίες «ξαναγεννημένοι» όπως είναι , μοιάζοντας με εργάτες της ναυπηγοεπισκευαστικής που κάνουν στανικά μεροκάματα για να συμπληρώσουν τα τελευταία τους ένσημα.

Η μεγάλη ελπίδα της hard heavy ονόματι AC/DC κυκλοφορεί έναν πολύ καλό δίσκο (αλήθεια μου άρεσε), το Back in Black, έναν μέτριο (δε μου άρεσε), το For those about to rock και κάτι ψιλά στη συνέχεια αποδεικνύοντας δυο πράγματα: α) οτι μετά τον Μπον Σκοτ δεν είναι το ίδιο συγκρότημα, β) οτι γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο θα χεστούν στο τάλιρο.

Οι Iron Maiden μεσουρανούν στους κύκλους της heavy χάνοντας όμως γρήγορα ένα από τα σημαντικότερα τους ατού –τουτέστιν τον Πολ ΝτιΆνο -και αντικαθιστώντας τον με έναν δεκαθλητή (λάτρη της ξιφασκίας). Οι Judas Priest βγάζουν μόνο λάιβ και συλλογές. Οι Motorhead βγάζουν συνεχόμενα αντίγραφα του πρώτου τους δίσκου με μοναδικό αξιοπρεπές το Ace of Spades. Οι Def Leppard μου προξενούν αφόρητη νύστα κι έτσι δεν είμαι σε θέση να εκφράσω άποψη περί των δίσκων τους. Το ίδιο ισχύει και για τους Van Halen μόνο που αντί για νύστα αυτοί μου προκαλούν αφόρητο γέλιο. Οι Βon Jovi κλέβουν τις κοριτσίστικες καρδιές (αχ, αχ) ενώ στα τέλη της δεκαετίας εμφανίζονται οι Guns ‘n’ Roses για να παίξουν ότι ακριβώς έπαιζαν όλοι οι προηγούμενοι , απλώς πολύ χειρότερα εκτελεσμένο. Αλλά επειδή είναι νέα παιδιά, με τυπάδικο ντύσιμο και υφάκι πλασσάρονται σαν τη μεγαλύτερη ελπίδα της ροκ!

Να πάμε λίγο και στο πιο ποιοτικό κομμάτι της ροκ μουσικής –έτσι; Οι Genesis άνευ Πίτερ Γκάμπριελ με τραγουδιστή τον Φιλ «Κουασιμόδο» Κόλινς κι έχοντας φάει τον άμπακο εξαργυρώνοντας τη σουπεριγκρουπίλα τους βγάζουν το αυτοαναφορικό Abacab. Και το ρίχνουν φυσικά στη χορευτική μουσική! Οι Yes έχοντας συναίσθηση της θέσης του στα μουσικά δρώμενα κυκλοφορούν το Drama. Και οι Pink Floyd (νυν Ρότζερ Γουότερς μπαντ) κυκλοφορούν δυο δίσκους τούς οποίους ακόμα και οι φανατικότεροι των οπαδών τους προτιμούν να μην ακούνε –το Final Cut και το A momentary lapse of reason. Το καλτ τσιριχτό συγκρότημα των Styx κυκλοφορεί καλτ δημιουργίες που λατρεύουν τα αμερικανάκια αλλά αφήνουν ασυγκίνητους τους υπόλοιπους ανθρώπους οι οποίοι σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους όταν πληροφορούνται οτι ο Kilroy was here. Και δεν πα να΄ταν! Καλά που έφυγε γιατί δε φτάνει για όλους η πίτσα.

Ρεζουμέ;

Καλά ήταν όλα αυτά τα συγκροτήματα στην εποχή τους, αλλά το ’80 δεν ήταν η εποχή τους. Το ΄80 ψάχναμε να ακούσουμε κάτι που παιζόταν ΤΟΤΕ, κάτι καινούργιο κι όχι αναμασήματα της προηγούμενης δεκαετίας. Είχαμε άδικο;

Θα έπρεπε να χαιρόμαστε με την πλημμύρα συνταξιούχων ρόκερς που ακολούθησε το «Τριήμερο ανεξάρτητου ήχου» του Σπόρτινγκ; Θα έπρεπε να θεωρούμε τον κάθε φαλακρό μπυροκοιλιά (βλέπε π.χ. Τζόε Κόκερ) σύμβολο της επανάστασης επειδή είχε τραγουδήσει πριν από μια 15ετία στο Γούντστοκ; Θα έπρεπε να λατρεύουμε τα κλασσικά συγκροτήματα του ’70 που έρχονταν στη χώρα μη έχοντας κυκλοφορήσει ούτε τζιγκλάκι για μια δεκαετία και έχοντας μάξιμουμ ένα μέλος από την σύνθεση της περιόδου που γνώριζαν επιτυχία (βλέπε Steppenwolf); Θα έπρεπε να συνωστιζόμαστε στον Λυκαβηττό δίπλα στις γούνες, τα παρφούμ και τις γραβάτες (πίσω από τους κυβερνητικούς εκπροσώπους) για να θαυμάσουμε τον B.B.King; Θα έπρεπε να σνομπάρουμε τους Cramps, επειδή υπήρχαν αμφιβολίες περί της οργανοπαικτικής τους δεινότητας; Θα έπρεπε να σκάμε μια Παναγία λεφτά (πού δεν είχαμε) για να δούμε Σιδηρό και Πουλίκα και Τουρκογιώργη στα Ροντέα και στα Κύτταρα; Θα έπρεπε να πληρώνουμε ένα μηνιάτικο ανειδίκευτου εργάτη για να θαυμάσουμε τον Τζιμάκο;

Μήπως τελικά ήταν μαλακία μας που στριμωχνόμασταν στη Σοφίτα και στον Πήγασσο για να δούμε συγκροτήματα συνομήλικά μας, με τον φόβο ότι θα μπουκάρανε οι μπάτσοι από στιγμή σε στιγμή και θα ξημερώναμε στο Α.Τ. για εξακρίβωση; Μήπως ήταν χάσιμο χρόνου το οτι πηγαίναμε σε συναυλίες καταλήψεων, σε συναυλίες στα Προπύλαια και σε αυλές σχολείων; Μήπως δεν θα έπρεπε να πηγαίνουμε στις συναυλίες των σχολών και να παίζουμε ξύλο με τους Κνίτες που κλειδώνονταν μέσα για να μην μπουν οι πάνκηδες και μαγαρίσουν τους ναούς της γνώσης; Μήπως τελικά είχαν δίκιο οι Κνίτες που δε μας αφήνανε να μπούμε, επειδή όντως μαγαρίζαμε την άμωμη ελληνική μουσική σκηνή;

Δεν ξέρω, δεν ξέρω....

Το μόνο που ξέρω είναι οτι οι φίλοι μου οι μεταλλάδες πηγαίνανε στα μαγαζιά τους, οι φίλοι μου οι παλιοροκάδες πηγαίνανε στα πιασοκωλάδικά τους, κάτι αχώνευτοι νεορεμπέτες πηγαίνανε να μερακλώσουν –δεν είχα κανένα πρόβλημα με το τι έκανε ο καθένας στη ζωή του και πώς διασκέδαζε. Μπορεί να θεωρούσα το μέταλ βαρετή και επαναλαμβανόμενη μουσική, μπορεί να θεωρούσα την περισσότερη τζαζ κοιμίσικη, μπορεί να θεωρούσα τα μπλουζ νανουριστικά αλλά αυτό απλώς σήμαινε οτι δεν πήγαινα στα στέκια που παίζονταν τα σχετικά τεμάχια.
Ούτε αμφισβήτησα τη μουσική επάρκεια κανενός, ούτε κατέβασα κανέναν μαλλιά από τη σκηνή την ώρα που σόλαρε, ούτε θεώρησα οτι ο τάδε ή ο δείνα χώρος βεβηλώνεται αν παίξει σ΄αυτόν ο Τζόνι ο Βαβούρας, ή ο Μήτσος ο Χέντριξ. Εντάξει, μπορεί μερικές φορές με κάτι φίλους πάνκηδες να μαλακίστηκα (στα μαθητικά χρόνια) –ζητάω εκ των υστέρων χίλια συγνώμη.

Μπορείς να πεις κι εσύ τα ίδια;

Δευτέρα, Οκτώβριος 18, 2010

12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα

Οι επιδρομές πήγαν κατά διαβόλου. Τεράστια σπατάλη ανθρώπων, δολοφονίες εν ψυχρώ, ακρωτηριασμοί, βίαιες συλλήψεις –όλα σε ζωντανή δορυφορική μετάδοση. Δεν χρειαζόταν να ψάξουμε, να επικοινωνήσουμε, ν’ αναρωτηθούμε καν. Έφτανε ένας ανοιχτός δέκτης στο δωμάτιο, ή στο μαγαζί, ή στον δρόμο... Παραμορφωμένα πρόσωπα από τον φόβο στην αρχή κι από τον πόνο στη συνέχεια, δε νομίζω να γλίτωσαν πολλοί. Οι κάμερες τούς έδειχναν να περνάνε τον κεντρικό έλεγχο κι αμέσως μετά, σε λιγότερο από 200 μέτρα βρίσκονταν κυκλωμένοι από πάνοπλους Σεκιούριτι. Οι πυροβολισμοί ξεκινούσαν ακριβώς τη στιγμή που ο επικεφαλής των Σεκιούριτι ζητούσε από τους επιδρομείς να παραδοθούν. Ταυτόχρονα. Τα είχα ξαναδεί και παλιότερα όλα αυτά. Ο σκοπός ήταν ο εκφοβισμός, κάποιες φορές μάλιστα είχε ακουστεί οτι τα πυρά ήταν ψεύτικα και τα θύματα κομπάρσοι, οι σκηνές γραφικά επεξεργασμένες. Έτσι έλεγαν κάποιοι. Κάποιοι άλλοι υποστήριζαν οτι το μόνο ψεύτικο ήταν η απόπειρα εξέγερσης, τα θύματα ήταν φουκαράδες που τους μάζευαν από τα πεζοδρόμια, τους έντυναν, τους τάιζαν και μετά τους κάνανε κινούμενους στόχους. Θέμα κόστους –μερικοί φουκαράδες είναι σίγουρα φτηνότεροι από έναν σχεδιαστή ειδικών εφέ, άσε πού δεν υπάρχει περίπτωση να αποκαλυφθεί η απάτη... Πάντως αυτοί οι άνθρωποι που πέθαιναν μπροστά στα μάτια μας δεν ήταν οπτικό εφέ, αλλά δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί οτι δεν ήταν κιόλας φουκαράδες μαζεμένοι από τα πεζοδρόμια. Επειδή τους υποσχέθηκαν ένα μεροκάματο κι ένα πιάτο φαΐ, ή επειδή τους υποσχέθηκαν μια καλύτερη κοινωνία –δεν έχει διαφορά όταν είσαι πια νεκρός.
Ο θάνατος τόσων ανθρώπων έσωσε τις ζωές όσων είχαν μείνει στα καταφύγια. Έστω και προσωρινά. Οι Σεκιούριτι καθυστέρησαν να επιχειρήσουν για το ξεκαθάρισμα των καταφυγίων κι εμείς προλάβαμε να το σκάσουμε. Τελικά δεν ήταν καρφωμένα μονάχα τα καταφύγια αλλά και οι επιδρομές, αν θες την άποψή μου όλα ήταν καταδικασμένα να αποτύχουν έτσι όπως είχαν σχεδιαστεί. Οι εξεγέρσεις στηρίζονται σε επιτροπές που νοιάζονται περισσότερο για την ιδεολογική κάλυψη του κάθε εγχειρήματος παρά για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό κι όταν ο τόπος γεμίσει σκοτωμένους συντρόφους πετάγεται εκείνος που ξέρει στοιχειωδώς να σχεδιάζει θανάτους αντιπάλων και αναλαμβάνει την ηγεσία. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η εξέγερση γίνεται επανάσταση κι ο κόσμος χάνει ακόμα μια προοπτική διαφορετικής ζωής. Αυτά τα γράφουν οι βάσεις ιστορικών δεδομένων, θα τα δεις κάτω από την επικεφαλίδα: «Συμπεράσματα».
Τέλος πάντων, η τύχη της συγκεκριμένης εξέγερσης ήταν το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε. Ήμουν επιφορτισμένος με την προστασία ανθρώπινων ζωών, αν μη τι άλλο ένιωθα οτι το χρώσταγα στον αόρατο άντρα, στη γυναίκα με τα άσπρα μακριά μαλλιά και σ΄αυτούς που βγάλανε από μέσα μου τον πομπό. Κι ας μη με ρώτησαν –τι δηλαδή; Αν με ρωτούσαν θα είχα αντίρρηση; Ποιος ξέρει, ποιος νοιάζεται;
Θέλοντας να αιφνιδιάσω τη Σεκιούριτι που θα ερχόταν να καθαρίσει το καταφύγιο είχα ακροβολίσει όσους έδειχναν ικανοί να εμπλακούν σε σύγκρουση –το σχέδιο ήταν να αρπάξουμε όπλα και πυρομαχικά παίρνοντας τις πλάτες των εισβολέων, αισχρό σχέδιο αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα καλύτερο. Τριγύριζα στήνοντας τους άντρες και τις γυναίκες έξω από το καταφύγιο όταν είδα τις εικόνες στη γιγαντοοθόνη του μαγαζιού απέναντι. Τη σφαγή.
Τους μάζεψα λοιπόν και ξαναμπήκαμε στο καταφύγιο.
«Οι επιδρομές πήγαν κατά διαβόλου», τους είπα. «Δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε εδώ πέρα, δεν βοηθάμε σε τίποτα».
Κι έτσι ξεκινήσαμε να φύγουμε βιαστικά, ήμασταν πάνω από 30 άτομα σ΄αυτό το καταφύγιο, μαζέψαμε τα υπάρχοντά μας...
«Αφήστε τα όπλα όπως θα σας δείξω», τους είπα κι έφτιαξα κάτι παγίδες για καθυστέρηση, στήσαμε δηλαδή τα όπλα σε σκοτεινές γωνιές για να φαίνεται οτι κάποιοι παραμονεύουν εκεί σημαδεύοντας τους επικείμενους εισβολείς.
Δεν υπήρχε λόγος να κουβαλάμε όπλα μαζί μας και να μας πιάσουν τα μηχανήματα των κτιρίων ή να μας συλλάβει η Σεκιούριτι σε κάποιον τυχαίο έλεγχο στοιχείων.
Νύχτα φύγαμε, 30 άτομα στα τυφλά.
Στην αρχή ήταν αρκετοί αυτοί που με ακολουθούσαν, απελπισμένοι άνθρωποι, από εκείνους που ψάχνουν για αρχηγούς. Αγανάκτησα μέχρι να τους ξεφορτωθώ επειδή έτσι που πηγαίναμε σαν δραπέτες ζωολογικού πάρκου θα γινόμασταν η χαρά των περιπόλων. Γι΄αυτό τους έδιωξα, να μη μ΄ακολουθούν, άλλωστε δεν είχα και πού να τους πάω. Κι έμεινα σχεδόν μόνος, δηλαδή περπατούσα προσεκτικά στα διαλυμένα πεζοδρόμια, αυτή η πλευρά της πόλης μού ήταν άγνωστη, κρύωνα, τα ράμματα τραβούσαν απροειδοποίητα, πίσω μου άκουγα βήματα γι΄αυτό λέω ότι ήμουνα σχεδόν μόνος. Κάποιοι ξεροκέφαλοι με είχαν ακόμα στο κατόπι.
Σκεφτόμουν.
Όλοι όσοι ήξερα είχαν φύγει, όλοι όσοι μου είχαν μιλήσει.... Ήμουν σίγουρος οτι θα με ξανάβρισκαν σύντομα, όμως αυτό δεν ήταν αρκετό. Ο αόρατος άντρας, η γυναίκα με τα μακριά άσπρα μαλλιά, η τριμελής επιτροπή.... Εκείνη άραγε θα ήταν και πάλι μαζί τους; Επειδή εγώ εκείνη θέλω να ξαναβρώ, εκείνη θέλω να με ξαναβρεί... Να τη βλέπω να φουσκώνει η κοιλιά της όσο το παιδί μας θα μεγαλώνει, προχωρούσα γελώντας επειδή φοβόμουν να το πιστέψω, να σε πιστέψω.
«Μην πας από κει...»
Σταμάτησα.
Ένας νεαρός με κολλημένα από τον ιδρώτα μαλλιά και διογκωμένες κόρες ματιών, από τον τρόμο ή από χάπια, δεν μπορούσα να καταλάβω.
«Μην πας από κει, είναι γεμάτο σπηλιές», επανέλαβε.
«Τι σπηλιές; Τι λες τώρα;» απόρησα.
«Τελειώνει η πόλη κι αρχίζουν οι σπηλιές...»
Κοίταξα. Τα πόδια μου πατούσαν σε σπασμένες πλάκες πεζοδρομίου, η σκιά μου έπεφτε σε κάτι ερειπωμένα σπίτια, μάλλον ακατοίκητα. Πίσω μου δεν άκουγα πλέον βήματα, όμως η βοή της συνοικίας έμοιαζε να ξεμακραίνει. Μπροστά μου ήταν όλα μαύρα και οι ήχοι δυσοίωνοι. Απειλητικοί.
«Τι ξέρεις γι΄αυτό;» ρώτησα τον νεαρό.
«Για τις σπηλιές;» με κοίταξε απορημένος.
Τότε θυμήθηκα τις σκοτεινές φιγούρες που έμοιαζαν περισσότερο να τηλεμεταφέρονται παρά να κινούνται πίσω από την πλάτη μου, τότε που ήμουνα εκτεθειμένος στο εξωτερικό δίκτυο. Τότε που γνώρισα εκείνη και έμαθα οτι είχαμε σπίτι μαζί... Άραγε ήμουνα ξανά στο δίκτυο τώρα; Όλα έμοιαζαν αληθινά αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που το δίκτυο μπερδεύεται με το εξωτερικό περιβάλλον...
«Πρέπει να βιαστούμε, σε λίγο θα έρθουν οι Σεκιούριτι και για μας», είπα στον νεαρό.
«Ναι, αλλά δεν μπορούμε να πάμε από τις σπηλιές. Εκεί πέρα τρώνε ανθρώπους...» ψέλλισε εκείνος.
«Τα παραλές», διαμαρτυρήθηκα.
Με κοίταξε τρομαγμένος.
«Είναι κι άλλοι πίσω μας;» τον ρώτησα.
«Δυο», είπε.
«Πες τους να έρθουν», του ζήτησα.
Έκανε να γυρίσει προς τα πίσω, κοντοστάθηκε.
«Εδώ θα είμαι, δεν φεύγω», τον καθησύχασα.
Τα βήματά του τίναξαν σπασμένα κομμάτια από τις πλάκες του πεζοδρομίου καθώς έστριβε στη γωνία, κατάλαβα τότε οτι είχα ξεχάσει να πάρω κάτι βαρύ, ένα μπουφάν, ένα παλτό και το κρύο με περόνιαζε. Δίπλωσα τα μπράτσα μου, έτριψα το εκτεθειμένο δέρμα, ζεσταινόμουν κατά τόπους και μετά πάγωνα χειρότερα. Η πόλη βλαστημούσε από τη μια μεριά και οι σπηλιές σκλήριζαν από την άλλη. Ήμουνα στο άνοιγμα μιας πόρτας, έτσι ένιωθα, κι έπρεπε να κινηθώ γρήγορα αν δεν ήθελα να με ξεβράσει η πόρτα από μόνη της χωρίς τη δική μου συγκατάθεση. Δυο κορίτσια εμφανίστηκαν από τη γωνία, ένα μικρό, σχεδόν παιδί κι ένα μεγαλύτερο, στην ηλικία του νεαρού που έστεκε πίσω τους αμήχανα. Θα γελούσα αν δεν έτρεμα.
«Είναι μαζί μου», είπε ο νεαρός.
«Το βλέπω», απάντησα.
«Είμαστε...»
«Δεν μ΄ενδιαφέρει», τον έκοψα. «Πρέπει να προχωρήσουμε».
«Δεν ερχόμαστε στις σπηλιές, εκεί τρώνε ανθρώπους», κλαψούρισε ο νεαρός.
«Εντάξει λοιπόν, καλή τύχη», τους ευχήθηκα και γύρισα την πλάτη.
«Περίμενε», φώναξε η κοπέλα. Η μεγαλύτερη.
Περίμενα.
«Ξέρεις τίποτα για τις σπηλιές;» με ρώτησε.
Ταυτόχρονα πλησίαζε κοντά μου, με κοίταζε στα μάτια κι αυτό ήταν άβολο.
«Τίποτα», είπα.
«Είναι οι άκρες της πόλης, εκεί που πετάνε τα σκουπίδια, κάθε πόλη τελειώνει σε σπηλιές... Εκεί ζουν παμφάγοι, δεν ξέρω αν ήταν κάποτε άνθρωποι αλλά τώρα....»
«Τώρα δε μοιάζουν με τέτοιους», συμπλήρωσα αφηρημένα.
«Ναι –και κανένας δεν περνάει από τις σπηλιές, μόνο οι αγωγοί αδειάζουν εκεί πέρα κι όποιος θέλει να φύγει από την πόλη....» πετάχτηκε ο νεαρός.
«Πρέπει να περάσει από πάνω, με ελικοφόρο ή αεροπλάνο, ή από κάτω, με τον υπόγειο», συμπλήρωσα.
«Ξέρεις λοιπόν...» είπε η κοπέλα.
«Ναι ξέρω...» μουρμούρισα.
«Δεν έχεις μπουφάν;» με ρώτησε ξαφνικά το μικρότερο κορίτσι.
«Φύγαμε βιαστικά και ξεχάστηκα....» είπα εγώ απρόθυμα.
«Έχω κάτι να σου δώσω», προθυμοποιήθηκε η μεγαλύτερη κοπέλα. Κι έκανε να ψάξει στον σάκο που κουβάλαγε στην πλάτη της.
«Μην ασχολείσαι», της ζήτησα.
Κι έβαλα τα πόδια στη γεμάτη χάσματα άσφαλτο, ξεκίνησα για τις σπηλιές.
«Περίμενε», ούρλιαξε η κοπέλα. «Μη μας αφήνεις εδώ».
Γύρισα να τους κοιτάξω. Ένας νεαρός που έτρεμε και στο δεξί του μπράτσο κρεμασμένη η κοπέλα, το μικρότερο κορίτσι στην άλλη πλευρά κράταγε σφιχτά το χέρι της κοπέλας. Όλοι μαζί μια ανθρώπινη ακαταστασία –θύμωσα, τι δουλειά είχα εγώ μαζί τους; Τόσα χρόνια στη Φορολογική Δικαιοσύνη σε αλλάζουν όπως και να το κάνεις, κι εγώ δεν καλοθυμόμουνα τον εαυτό μου παλιότερα, όταν ήμουνα ακόμα –τι; Μαθητής; Όσα έμαθα ξεχάστηκαν για να μείνει χώρος για τα καινούργια. Σπουδαστής; Στη Σχολή της Φορολογικής Δικαιοσύνης. Τι ήμουνα πριν; Πότε ήταν το πριν;
«Αν θέλετε να έρθετε μαζί μου κάντε το τώρα. Μη με καθυστερείτε», γρύλισα.
Κοντοστάθηκαν.
«Τρώνε ανθρώπους....» εκλιπάρησε η κοπέλα.
«Εμάς δεν θα μας φάνε», είπα. Και ήμουνα ηλίθια σίγουρος γι΄αυτό.
Έκανα νόημα στον νεαρό, όταν πλησίασε τού έδειξα στη σκοτεινιά.
«Εσύ λες οτι εδώ είναι η άκρη της πόλης», ψιθύρισα.
«Δεν το είπα εγώ...» ψέλλισε.
Τον κοίταξα.
«Αλλά εδώ είναι όντως η άκρη της πόλης», είπε αποφασιστικά.
«Και αυτή η πόλη πώς τελειώνει; Ευθεία γραμμή που ορίζεται από οικοδομικά τετράγωνα; Τεθλασμένη όπως ορίζουν τα ερείπια; Ή κάπως αλλιώς;»
«Πώς αλλιώς;» απόρησε ο νεαρός.
«Ας πούμε οτι η πόλη δεν τελειώνει εδώ πέρα, ας πούμε οτι απλώς διακόπτεται από ένα κομμάτι σκουπιδιών και σκουπιδοφάγων και μετά συνεχίζεται. Ας πούμε οτι η πόλη κυκλώνει τα σκουπίδια της», υπέθεσα.
«Και γιατί να το πούμε αυτό;»
«Επειδή σε κάθε διαφορετική περίπτωση τα σκουπίδια θα κύκλωναν την πόλη», του εξήγησα.
«Εντάξει», είπε αλλά δεν καταλάβαινε σχεδόν τίποτα απ΄όσα του έλεγα. Έτσι δεν υπήρχε λόγος να του αναπτύξω το θέμα ελέγχου των πληθυσμιακών ομάδων στα επάλληλα κέντρα των συνοικιών. Οι πόλεις είχαν έτσι διαμορφωθεί που όλοι περικύκλωναν όλους. Για να μη μπορεί κανένας να καλύψει τα νώτα του. Έτσι υπέθεσα ότι...
«Αν λοιπόν ισχύει κάτι τέτοιο δεν έχουμε παρά να κινηθούμε σε ευθεία γραμμή», του είπα.
«Δηλαδή να διασχίσουμε....» ψέλλισε.
Κούνησα το κεφάλι και τον έπιασα από τους ώμους.
«Εγώ μπροστά, στη μέση οι κοπέλες και πίσω εσύ. Θα κάνεις ότι κάνω και θα προσέχεις να μη μας χάσεις από τα μάτια σου. Αν συμβεί κάτι τέτοιο φώναξε –αλλά μόνο τότε, συνεννοηθήκαμε;»
Έδειξε να καταλαβαίνει τι ζητούσα από αυτόν.
«Πήγαινε εξήγησέ το τώρα και στις κοπέλες», του ζήτησα.
Σε λίγο ξεκινήσαμε, μια γελοία ανθρώπινη γραμμή. Πήγαινα μπροστά, πήγαινα προς τα ουρλιαχτά κι αυτά με κατεύθυναν. Πίσω μου η μεγαλύτερη κοπέλα ένιωθα τα δάχτυλά της γραπωμένα στην άκρη της μπλούζας μου κι αυτό με ζέσταινε όσο κι αν σου φαίνεται περίεργο. Απότομα η σύσταση του εδάφους άλλαξε, χωρίς να υπάρξουν ενδιάμεσα στάδια περάσαμε από τη σκληρή σπασμένη άσφαλτο σε χώμα μαλακό, λασπώδες –πατούσαμε σ΄έναν χωμάτινο ζελέ που κράταγε κάτω τα παπούτσια μας κι εμείς κάναμε όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια να ξεκολλήσουμε. Οι φωνές δυνάμωναν, όσο πήγαινε μας κύκλωναν μαζί με το σκοτάδι. Ο αέρας μύριζε σάπιο κρέας και καμένο πλαστικό, η οσμή του σάπιου κρέατος με προβλημάτιζε κάπως. Άκουγα πίσω μου τα βήματά τους σαν πλοκάμια χταποδιών που ξεκόλλαγαν απρόθυμα από ανθρώπινο κορμί, ανατριχιαστικοί ήχοι, νόμιζες οτι λίγο ακόμα και το κολλώδες έδαφος θ΄άρχιζε να ουρλιάζει από τον πόνο.
Όμως αυτά που πέρναγαν μπροστά από τα μάτια μου, κόβοντας τον αέρα δίπλα μου, στέλνοντας ρίγη στο πρόσωπό μου, αυτά με απασχολούσαν περισσότερο. Δεν μπορούσα να διακρίνω στο σκοτάδι, είχα όμως την εντύπωση οτι περνούσαν συνεχώς ιπτάμενα πλάσματα δίπλα μας, φροντίζοντας να μη μας αγγίξουν. Ιπτάμενα πλάσματα πολύ μεγαλύτερα από τα πουλιά που βλέπανε σε παλιά φιλμ, αυτό γινόταν φανερό από τον αέρα που εκτόπιζαν στο πέρασμά τους. Περπατούσα και φοβόμουν ν΄απλώσω τα χέρια, η σκέψη οτι μπορεί κάποιο τέτοιο πλάσμα να με ακουμπούσε μού έφερνε ανατριχίλα. Ευτυχώς το κρύο έδειχνε να περιορίζεται ή ίσως και να ήταν η αδρεναλίνη υπεύθυνη για την ξαφνική ζεστασιά που ένιωθα. Τότε ακριβώς, στήνοντας αυτί για να μετρήσω τις πατημασιές αυτών που με ακολουθούσαν συνειδητοποίησα πώς τα ουρλιαχτά διατηρούσαν σταθερή απόσταση από εμάς, όσο τα πλησιάζαμε τόσο ακριβώς απομακρύνονταν. Λες και κάποιοι ούρλιαζαν προσπαθώντας να μας αποφύγουν ή λες και... Έσκυψα ενώ φτερούγες ξυράφιζαν τον αέρα δίπλα στο πρόσωπό μου, κοίταξα τα παπούτσια μου ή τουλάχιστον προσπάθησα να τα διακρίνω –περπατούσαμε άραγε; Κινούμασταν; Ή όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα τέχνασμα, έναν κυλιόμενο διάδρομο αλειμμένο με ζελέ πού μας ξεγελούσε; Δεν μπορούσα να διακρίνω το έδαφος, σήκωσα λοιπόν το πόδι μου, δίπλωσα το γόνατο για να φέρω τη σόλα του παπουτσιού όσο πιο ψηλά μπορούσα και τότε τα ουρλιαχτά έφτασαν ξαφνικά πολύ κοντά μας, επειδή τα ουρλιαχτά έβγαιναν πλέον από μένα. Το ύφασμα του παντελονιού στέγνωνε την παλάμη μου όπως το κρατούσα κι όλα ήταν εντάξει μέχρι το γόνατο –κάτω από το γόνατο το παντελόνι ανέμιζε με την άκρη του φαγωμένη στο ύψος περίπου της γάμπας και κάτω από αυτό δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε παντελόνι, ούτε παπούτσι, ούτε πόδι. Συνέχισα να κρατάω το ύφασμα του παντελονιού στο ύψος της γάμπας μου ψάχνοντας για το κομμάτι του ποδιού μου που έλειπε και ουρλιάζοντας.
«Βοήθεια», φώναξα και «δεν είναι δυνατό» και τίποτα άλλο επειδή λαχάνιαζα ανεξέλεγκτα.
Γύρισα το κεφάλι προς τα πίσω, να βρω αυτούς που με ακολουθούσαν, όχι επειδή νοιαζόμουν για την τύχη τους αλλά για να ξεκολλήσω το μυαλό από το κομμένο μου πόδι. Είδα τότε το πρόσωπο της κοπέλας, λίγο φοβισμένο, όπως των ανθρώπων που περπατάνε σε επικίνδυνες διαδρομές κι αυτό ήταν όλο, για λίγο. Επειδή στη συνέχεια το πρόσωπο της κοπέλας με πλησίασε και με διαπέρασε, τώρα πια δεν έβλεπα την κοπέλα, ήταν η σειρά του μικρού κοριτσιού να με διαπεράσει, κάπου στο ύψος του στέρνου μου κι έφτασε τελευταίος ο νεαρός εξίσου φοβισμένος αλλά το ίδιο ελεγχόμενα με διέσχισε.
Και τότε ούρλιαξα για μια ακόμα φορά επειδή εκεί πίσω δεν είχε μείνει τίποτα, μόνο σκοτάδι.
«Τι έπαθες;» ακούστηκε η φωνή του μικρού κοριτσιού -σκέφτηκα οτι δεν απευθυνόταν σε μένα.
Πάτησα λοιπόν γερά το ανύπαρκτο πόδι μου στο κολλώδες έδαφος και έκανα μια περιστροφή ώστε να τους ξαναδώ ελπίζοντας οτι το άλλο μου πόδι, αυτό που δεν είχα τολμήσει να κοιτάξω θα ήταν ακόμα ολόκληρο.
Ήταν ή τουλάχιστον έμοιαζε να δουλεύει. Και το ανύπαρκτο πόδι μου δούλευε επίσης μια χαρά –με στήριζε για ν΄αλλάζω βήματα κι έτσι πλησίασα την παρέα του νεαρού και των δυο κοριτσιών που μου είχαν γυρισμένη την πλάτη επειδή ασχολιόντουσαν με μένα πού είχα γυρισμένη την πλάτη και στεκόμουν σαν το φλαμίνγκο με το ένα πόδι μαζεμένο. Για μια στιγμή ανησύχησα, έκανα να τρέξω προς το μέρος μου να δω τι έπαθα. Αλλά το μετάνιωσα.
Ήμουνα καλά εδώ, με ένα πόδι λειψό και το άλλο απροσδιόριστο. Ήμουνα ή έμοιαζα αόρατος, δεν χρειαζόταν να κοιτάξω τα χέρια μου για βεβαιωθώ οτι έπαιρναν να εξαφανίζονται κι αυτά, έμοιαζα με παιδικό όνειρο, αόρατος –να πηγαίνω παντού, να είμαι όπου θέλω και κανείς να μη με βλέπει.
Πήρα βαθιά ανάσα. Εκεί μπροστά με είχανε κυκλώσει, με κρατούσαν από τους ώμους όσο επιχειρούσα να κατεβάσω το πόδι μου, να ξαναπατήσω στο έδαφος, τριγύρω μου σκοτάδι, τριγύρω μας σκοτάδι –μόνο που τώρα δεν ένιωθα τα φτερουγίσματα των πλασμάτων. Ο νεαρός με άφησε να ακουμπήσω πάνω του, η κοπέλα τραβήχτηκε παραδίπλα όσο εγώ κατέβαζα το πόδι μου, αφόρητος πόνος στην επαφή με το έδαφος, ούρλιαξα.
«Γαμώ τη ζωή μου», είπα.
Το μικρό κορίτσι με κοίταζε με μάτια ορθάνοιχτα.
«Δεν είναι τίποτα, θα περάσει», την καθησύχασα.
Δεν κοίταξα το πόδι μου που χανόταν στο σκοτάδι, έμοιαζε η κατάσταση σα να ήμασταν στο βυθό και τριγύρω μας νερό, μόνο που το νερό ήταν αδιάφανο κι αραιό, τόσο αραιό που μπορούσαμε να το κολυμπήσουμε χωρίς να καταβάλλουμε άλλη προσπάθεια πέρα από το να ξεκολλήσουμε τα πόδια μας από την κολλώδη άμμο του πυθμένα... Πονούσα κάτω από τη γάμπα.
«Λες να ΄χουν στήσει κι άλλες παγίδες;» μου ψιθύρισε η κοπέλα από πίσω.
«Παγίδες;» αναρωτήθηκα.
«Σαν αυτή που πάτησες...» με διαφώτισε.
Σαν αυτή που πάτησα.
Συνεχίσαμε να προχωράμε.
Και τότε είδα ξανά τις σπηλιές. Τις είδα ξανά χωρίς να θυμάμαι πότε τις είχα πρωτοδεί. Σπηλιές που εμφανίζονταν απότομα στα πλάγια μας ή μπροστά μας, σπηλιές που έδειχναν ζωντανές, σα λουλούδια που γυρνάνε τα κεφάλια τους προς τον ήλιο έτσι έστρεφαν προς το μέρος μας οι σπηλιές όσο κόβαμε το σκοτάδι. Μπορούσαμε να τις διακρίνουμε επειδή κάτι άσπριζε στο βάθος τους, λες και η κίνησή μας καθρεφτιζόταν εκεί μέσα, λες και οι σπηλιές δεν ήταν τίποτα διαφορετικό από πηγάδια που είχαν καταπιεί καθρεφτάκια προσώπου. Ή έτσι θα ευχόμουν να ήταν, επειδή οι σκιές πλήθυναν γύρω μας, η κίνησή τους (το πέταγμά τους;) πύκνωσε. Αρχίσαμε να περπατάμε όλο και πιο αργά. Όχι επειδή μας εμπόδιζαν οι σκιές, αλλά γιατί τρέμαμε από το φόβο του αδιόρατου.
Και τότε ούρλιαξε το μικρό κορίτσι.
«Δεν μπορώ άλλο», ούρλιαξε –δεν χρειαζόταν να γυρίσω πίσω για να δω οτι είχε σταματήσει να περπατάει.
Γι΄αυτό και δεν γύρισα να την κοιτάξω. Προτίμησα να στρέψω το κεφάλι μου ψάχνοντας για εκείνα τα πλάσματα που έριχναν ανατριχιαστικές σκιές. Και ήταν περίεργο –επειδή όσο προχωρούσαμε νιώθαμε την παρουσία τους να μας στέλνει ριπές αέρα στο πρόσωπο αλλά τώρα που είχα συγκεντρωθεί για να τα ψάξω δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω δηλωτικό της παρουσίας τους. Και τότε έψαξα ελπίζοντας για την απουσία τους αλλά δεν βρήκα τίποτα σχετικό. Η μικρή έκλαιγε γοερά.
«Πρέπει να προχωρήσουμε», είπα.
«Δεν αντέχει να περπατήσει άλλο», επεσήμανε η κοπέλα.
Στράφηκα προς το μέρος τους, η ανθρώπινη γραμμή είχε μετατραπεί σε ένα κουβάρι, τους μέριασα και πήρα τη μικρή στα χέρια μου. Σηκώθηκα κρατώντας την στην αγκαλιά μου, δεν ήταν βαριά αλλά ήξερα οτι όσο προχωρούσαμε θα γινόταν αβάσταχτη.
Ξεκίνησα λοιπόν χωρίς κουβέντα.
«Είμαστε μακριά ακόμα;» ρώτησε η μικρή.
«Φτάνουμε», την καθησύχασα.
«Πονάνε τα πόδια μου», παραπονέθηκε.
«Δε θα σε αφήσω να περπατήσεις μέχρι να σου περάσουν», της είπα.
Και όσο τα έλεγα αυτά ξαναθυμήθηκα εσένα, ήταν περίεργο επειδή δεν σε είχα δει ποτέ.
Προχωρήσαμε και τα πράγματα προχώρησαν μαζί μας.
Τα βήματά τους πίσω μου έμοιαζαν όλο και πιο απρόθυμα να ξεκολλήσουν από το έδαφος, τριγύρω μας οι παρουσίες πύκνωναν και αραίωναν ακατάστατα, πέρασε κάποια ώρα μέχρι ν΄αρχίσω να ιδρώνω, βράδυνα το βήμα, κοντοστάθηκα μετά από λίγο.
«Φτάσαμε;» κλαψούρισε η μικρή.
«Όχι ακόμα αλλά δεν είμαστε μακριά», της είπα.
Μακάρι να το πίστευα κιόλας.
«Δεν πάμε πουθενά μού φαίνεται», ψιθύρισε η κοπέλα στο αυτί μου πλησιάζοντας από πίσω.
Το ήξερα. Αλλά δεν της απάντησα.
Τα πόδια μου άρχισαν να αναισθητοποιούνται κι αυτό ήταν καλό επειδή σταμάτησε ο πόνος εκεί στη γάμπα, σκέφτηκα λοιπόν οτι θα έπρεπε να σκέφτομαι με όρους ΑΔΙ. Ας υποθέσουμε οτι είμαστε σε ΑΔΙ κι ότι έχουμε βγει στο εξωτερικό δίκτυο, ή σε κάποιο περιβάλλον τόσο σύνθετο πού να προσομοιώνεται με το εξωτερικό δίκτυο. Σε αυτή την περίπτωση κινούμαστε εντός ή εκτός του διαδραστικού περιβάλλοντος; Είναι όσα βλέπουμε και νιώθουμε ένα προσχεδιασμένο ντεκόρ ή έχουμε βρεθεί στο ασχεδίαστο τίποτα; Αλλά αν είμαστε στο τίποτα δικαιολογείται αυτή η αίσθηση των πλασμάτων τριγύρω μας; Κι αν είμαστε σε ντεκόρ πώς γίνεται να έχουμε συναίσθηση του οτι περπατάμε χωρίς να μετακινούμαστε;
Έσκυψα στο κοριτσάκι που μισοκοιμόταν στην αγκαλιά μου. Την κοίταξα επίμονα μέχρι που ξύπνησε.
«Τι βλέπεις;» τη ρώτησα.
Με κοίταξε απορημένη.
«Τι βλέπεις τριγύρω μας», της εξήγησα.
«Ένα δάσος με πυκνά φυλλώματα», απάντησε αμέσως.
Σταμάτησα τόσο απότομα που οι υπόλοιποι έπεσαν πάνω μου. Κοίταξα τριγύρω προσπαθώντας. Κάντο φωτεινή λεωφόρο. Κάντο δωμάτιο με κλιματισμό. Κάντο δάσος. Κάντο εμπορικό κέντρο. Προσπάθησα, ένας διάβολος μόνο ξέρει πόσο πολύ. Προσπάθησα, αλλά δεν έγινε τίποτα. Σκοτάδι και πλάσματα που φτερουγίζουν και σπηλιές που ανασηκώνονται κοιτάζοντάς με το άσπρο του βάθους τους. Και έδαφος που κολλάει και τίποτα.
«Είμαστε σε ΑΔΙ», είπα.
«Τι πράγμα;» ρώτησε ο νεαρός μπερδεμένος.
«ΑΔΙ. Άλλη Διάσταση. Απλά δεν μπορώ να καταλάβω αν έχουμε βγει στο εξωτερικό δίκτυο».
Η κοπέλα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο μου, μετά στο μέτωπό μου και μετά...
«Άστη μου λίγο, θα την κουβαλήσω εγώ», είπε.
Χαμογέλασα για να μην αρχίσω να τους βρίζω.
«Πάρτην», της είπα και δυσκολεύτηκα λίγο να λύσω τα χεράκια της μικρής από τον λαιμό μου. «Περιμένετε εδώ», είπα μετά.
Ήμουνα σε ΑΔΙ ή στο εξωτερικό δίκτυο ή έστω στο περιθώριο του διαδραστικού περιβάλλοντος, ήξερα πώς να το χειριστώ. Προχώρησα Δεν στράφηκα να κοιτάξω το νεαρό και τα δυο κορίτσια που άφηνα πίσω –άλλωστε δεν υπήρχε λόγος. Μπορεί να είχαν την ίδια υπόσταση με εμένα, μπορεί και να ήταν σκέτες εφαρμογές του συστήματος –πάντως ήμασταν όλοι ολογράμματα εδώ μέσα –στα σίγουρα. ΑΔΙ.
Μπήκα στην πρώτη σπηλιά που με πλησίασε (κανονικά θα έπρεπε εγώ να την πλησιάσω αλλά ξέρεις πώς πάνε αυτά...)
Σκοτάδι και πηχτός αέρας, το άσπρο φως απόμακρο, ψευδαισθησιακό. Έγειρα το σώμα δεξιά, έφερα τα χέρια στα πλευρά μου με σκοπό να περπατήσω ανάποδα στον αέρα. Ετοιμάστηκα.
Και τότε ήρθε ο πόνος. Δεν έπεσα κι ας έκανα την προσπάθεια να κινηθώ χωρίς να πατάω πουθενά, δεν έπεσα στο έδαφος κι όμως έπεσα. Σε ένα τείχος από δόντια ή νύχια, σ΄ένα τείχος γεμάτο κοφτερές άκρες. Ένιωσα το δέρμα των χεριών μου να σκίζεται και κατάλαβα επιτέλους τι ήταν αυτό το απόμακρο άσπρο που φώτιζε μέσα στις σπηλιές. Με περίμεναν, αλλά εγώ δεν το περίμενα.
Τρελαμένος από πόνο, πνιγμένος στο ίδιο μου το αίμα βρήκα τη δύναμη να πισωπατήσω, τινάχτηκα στην κυριολεξία έξω από τη σπηλιά. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα οτι η σημαντικότερη ανακάλυψη του ανθρώπινου είδους είναι το τεχνητό φως πού αδρανοποιούσε το σκοτάδι. Γιατί άκουγα, αλλά δεν έβλεπα, το κολλώδες έδαφος αντιδρούσε στα βιαστικά βήματα των δυο κοριτσιών και του νεαρού που απομακρύνονταν –έμοιαζε σα να τους είχα εξασφαλίσει χρόνο διαφυγής, ίσως όμως και να ήταν όλα αυτά μια κακοσκηνοθετημένη παραίσθηση.
Δεν είχα χρόνο να διαπιστώσω. Το άσπρο φως έμοιαζε να έρχεται προς το μέρος μου, συνέχισα να υποχωρώ μη τολμώντας να του γυρίσω την πλάτη, κι άλλο, κι άλλο... Δεν υπήρχε αμφιβολία, με είχαν σταμπάρει και με κυνηγούσαν.
Ένα κυνηγητό εφιαλτικό, επειδή γινόταν σε αργή κίνηση. Το άσπρο κόντευε να με φτάσει όταν τελικά γύρισα την πλάτη, ξεκόλλησα με δυσκολία τα πόδια από το έδαφος κι έτρεξα, ή τουλάχιστον προσπάθησα, πήγα γρήγορα παρασυρμένος από τον πόνο μου ενώ ένιωθα το αίμα να στάζει στα μπράτσα μου.
Έτρεξα, δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πόσο, πάντως σε λίγο (ή σε λίγο περισσότερο, ή μετά από ώρες ολόκληρες) τα πόδια μου μπερδεύτηκαν σε ραγισμένες πλάκες πεζοδρομίου, είχα περάσει τη χαρακωμένη άσφαλτο χωρίς να το καταλάβω, έχασα τον βηματισμό μου, έπεσα με τα μούτρα στο τσιμέντο. Έκλεισα τα μάτια, αίμα στα χείλια, ίσως και κάποιο σπασμένο δόντι. Ήμουνα σίγουρος οτι κανένας δεν με ακολουθούσε όπως ήμουνα σίγουρος οτι με περίμεναν. Σήκωσα λοιπόν αργά το κεφάλι, δεν υπήρχε λόγος για βιασύνες.
Τα αυτόματά τους με σημάδευαν. Δυο άντρες βαριεστημένοι, σίγουρα υπήρχαν κι άλλοι τριγύρω.
«Από πού πετάχτηκε αυτός;» ρώτησε ο ένας.
Και μετά...
«Πάω να φέρω τον επικεφαλής».
Στηρίχτηκα στις παλάμες μου προσπαθώντας να σηκωθώ, όμως η αρβύλα του Σεκιούριτι με ξανακόλλησε στο πεζοδρόμιο.
«Κάτσε εκεί που είσαι», μούγκρισε.
Κάθισα. Κυρίως επειδή τώρα μειώνονταν οι εκκρίσεις αδρεναλίνης κι αυξανόταν ο πόνος από τις πληγές.... τι ήταν; Δόντια, νύχια; Κόκαλα ξυσμένα για να χρησιμοποιούνται σα μαχαίρια; Τι ήταν όλοι αυτοί εκεί μέσα; Και τι ήταν εκεί μέσα; Ανατρίχιασα, θέλησα απελπισμένα να χάσω τις αισθήσεις μου αλλά δεν ήταν εύκολο.
Κάποιος με έπιασε από τις μασχάλες, για μια στιγμή βρέθηκα ν΄αντικρίζω έναν φαλακρό άντρα με αλεξίσφαιρο γιλέκο και πιστόλι στη χούφτα, αλλά τα χέρια κάτω από τις μασχάλες μού αρνήθηκαν τη στήριξη, βρέθηκα πάλι με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο κάτω από κραυγές έκπληξης. Φόβου ίσως. Αηδίας σίγουρα.
«Πώς είναι έτσι;»
«Ποιος τον έκανε έτσι;»
«Μην τον αγγίζεις, δεν ξέρεις τι μπορεί να κολλήσεις....»
Εγώ ήμουν το αντικείμενο της σιχασιάς τους. Θα χαμογελούσα αν τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά.
Αλλά τότε άκουσα κόκαλα να τρίζουν και μια βαριά ανάσα πάνω από το κεφάλι μου, η κάνη του όπλου με χτύπησε στο μάγουλο.
«Λες να είναι από κείνους;» ρώτησε μια φωνή.
«Πάντως μην περιμένεις να τον ανακρίνω», απάντησε μάλλον ο επικεφαλής.
«Να τον σκοτώναμε επί τόπου, να γλιτώναμε και το κουβάλημα....»
Ένας δαίμονας κουτρουβάλησε από το στέρνο μου κι έφτασε μέχρι τα νεφρά μου γελώντας κοροϊδευτικά. Θυμήθηκα, βλέπεις, τους ανθρώπους που πιάναμε στις επιχειρήσεις της Φορολογικής Δικαιοσύνης, θυμήθηκα οτι όλες οι Υπηρεσίες τελικά δουλεύαμε με τον ίδιο τρόπο και είχαμε την ίδια απροθυμία στη διεκπεραίωση. Αναφορών και συλληφθέντων.
Περίμενα τη ριπή που θα με τελείωνε, γλιτώνοντάς τους από τον κόπο της Αναφοράς.
Έλπιζα τουλάχιστον να είχαν ξεφύγει εκείνα τα παιδιά, ο νεαρός, η κοπέλα και η μικρή –να μην πήγαιναν όλα χαμένα.
Άκουσα το κλείστρο να μετακινείται, έσφιξα τα δόντια, πίεσα το μέτωπο στο τσιμέντο.
«Περιμένετε»
Περίμεναν. Περίμενα.
«Για κάντε μου χώρο να δω».
Του έκαναν χώρο να με δει.
Έσκυψε και η ανάσα του μύριζε πυρίτιδα.
«Δε μ΄αρέσει καθόλου η κατάσταση. Κοίτα τα τραύματά του...»
«Μπήκε στις σπηλιές –τι περίμενες;»
«Εντάξει, αλλά γιατί δεν πέθανε;»
«Τι βλακείες είναι αυτές; Δεν πέθανε για να τον σκοτώσουμε εμείς».
«Δεν πέθανε ηλίθιε επειδή δεν είναι πολίτης, έχει αναβάθμιση».
«Μην ξεχνάς οτι είμαι ο επικεφαλής».
«Δεν το ξεχνάω αλλά αυτός εδώ είναι ή Σεκιούριτι ή Φίδι. Αλλιώς θα ήταν τώρα νεκρός. Θες να μπλέξεις σκοτώνοντάς τον;»
Αναστέναξα καθώς η πυρίτιδα απομακρυνόταν από τα ρουθούνια μου. Έμοιαζε να τη γλιτώνω. Έφαγα μια κλωτσιά στα πλευρά, τινάχτηκα.
«Ποιος είσαι; Τι δουλειά είχες μαζί τους;»
Μάλλον ο επικεφαλής ήταν αυτός που ρώταγε.
«Α777», βόγκηξα.
«Φίδι. Δε στο’πα;» σιγοντάρισε ο άλλος.
«Και τι θες εδώ;» ρώτησε ο επικεφαλής.
«Πηγαίνετέ με στα κεντρικά της Υπηρεσίας μου», ζήτησα.
«Έχεις δει σε τι κατάσταση είσαι;» με ρώτησε ο επικεφαλής.
«Θα φροντίσει η Υπηρεσία μου για την περίθαλψή μου», είπα.
«Ναι θα φροντίσει. Και τη μεταφορά ποιος θα την επιβαρυνθεί;»
«Πηγαίνετέ με στα Κεντρικά τώρα αμέσως», βόγκηξα.
Σκεφτόμουν.
Αν με πήγαιναν στα Κεντρικά την είχα άσχημα. Αν με συλλάμβαναν για συμμετοχή στην εξέγερση την είχα χειρότερα.
«Πάμε να φύγουμε πριν δει τις φάτσες μας», είπε κάποιος.
Δεν ήταν ο επικεφαλής ούτε ο άλλος που είχε σκύψει πάνω μου.
Έμεινα εκεί, στο πεζοδρόμιο. Έχανα αίμα, ένιωθα το σώμα μου να στραγγίζει. Και σκεφτόμουν.
Υπάρχουν μερικές φορές στη ζωή πού το να σε παρατήσουν αιμόφυρτο στη μέση ενός πεζοδρομίου μοιάζει να είναι η καλύτερη προοπτική. Υπάρχουν τέτοιες φορές.

Παρασκευή, Οκτώβριος 15, 2010

"Είναι μόνο ροκ εν ρολλ" και δε μ΄αρέσει

Ρε γαμώ την καταδίκη μου, σ΄αυτόν το ντουνιά δε σ΄αφήνουν ν΄αγιάσεις! (μουρμούρισε ο πατήρ-Αγαθάγγελος πριν δρασκελίσει το κατώφλι του μπουρδέλου –άσχετο, αλλά έτσι μου’ρθε). Αυτό που εννοώ είναι οτι προσπαθώ όλη τη βδομάδα να τελειώσω εκείνη τη συνέχεια της συνταρακτικής ιστορίας που γράφω σε συνέχειες (τι ωραίος!) κι όλο κάτι πετάγεται στο ενδιάμεσο –δε μου φτάνει η δουλειά στο γραφείο δηλαδή! Και τι σε νοιάζει εσένα, θα μου πεις. Και δίκιο θα έχεις γι΄αυτό προχωράω στο παρασύνθημα.

Ξεκαθαρίζοντας τη θέση μου.

Μέσα από το μπλογκ έτυχε να γνωρίσω τον Κώστα τον Μάστορη (μέλος των Metro Decay –για όσους δεν θυμούνται). Σχολίασε κάτι που είχα γράψει, αλλάξαμε δυο μέιλ, βρεθήκαμε το καλοκαίρι στο νησί του (το ιδιωτικό του νησί εννοώ) –μια χαρά. Τις προάλλες ανέβηκε Αθήνα για να δώσει κάτι συνεντεύξεις, ξαναβρεθήκαμε, ήπιαμε κάτι μπύρες, γνώρισα και τον Στέλιο τον Μαστρόκαλο (έτερο μέλος των Metro Decay, στη δεύτερη φάση τους) –γίνανε δύο οι χαρές! Α ναι, γνώρισα και το παιδί που έχει την ΕΙΡΚΤΗ, αυτή την καταπληκτικά εμμονική «εταιρεία» στην οποία κάποτε θα αναφερθώ διεξοδικά, για την ώρα δηλώνω απλώς οτι την προσκυνώ τρεις ημερησίως.

Οι συνεντεύξεις του Κώστα, του Στέλιου και του Γιάννη του Μανιάτη υποθέτω οτι έγιναν με την ευκαιρία της επανακυκλοφορίας της «Υπέρβασης» από την «ΕΙΡΚΤΗ» -το έγραψα αυτό σε παλιότερο ποστ, αν θυμάσαι. Σ΄εκείνο το παλιότερο ποστ είχα λινκάρει την πολύ καλή συνέντευξή τους στο mixgrill. Διέκρινα λοιπόν στα σχόλια μια «απορία» σχετικά με το «πώς την έχουν δει οι τύποι». Και στη σελίδα του mixgrill υπήρχε κάποιο σχόλιο του στυλ «πώς τολμάς ρε Μάστορη να λες στους Birthday Party να πάνε να κουρεύονται!»

Στη συνέχεια βγήκε μια συνέντευξη των παιδιών στο Plus –κάποιο freepress της Ελευθεροτυπίας αν κατάλαβα καλά, πού όμως δεν διαθέτει σελίδα στο διαδίκτυο κι άντε να το βρεις εκεί που μοιράζεται! Μετά τη συγκεκριμένη συνέντευξη άρχισαν τα όργανα στην κυριολεξία –και δεν μιλάμε για συνθεσάιζερ, ηλεκτρικές και τέτοια, μιλάμε για εντελώς πανηγυριώτικα όργανα, νταούλια, ζουρνάδες.... Πίπιζες! Έχω μια ευαισθησία στις πίπιζες και σ΄αυτούς που τις φυσάνε, τους Πίπηδες ας πούμε.

Να μη στα πολυλογώ (ναι, καλά!) εδώ είναι το λινκ από τη σελίδα ονόματι ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ κι εδώ το λινκ από τη σελίδα ονόματι e-tetradio (οι πίπιζες που λέγαμε). Φώντας Τρούσσας και Άρης Καραμπεάζης οι βαθυστόχαστοι γράφοντες. Κάτω από το πρώτο λινκ έχει σωρό τα σχόλια, εκεί θα βρεις και κάποια δικά μου πολύ απελπισμένα πρέπει να παραδεχτώ. Κάτω από το δεύτερο λινκ δεν άντεξα να σχολιάσω, προτίμησα να φανώ χρήσιμος άνθρωπος. Τουτέστιν να σηκώσω εδώ πέρα τα pdf της συνέντευξης του δυσεύρετου Plus και να ξηγηθώ την άποψή μου για το όλο θέμα.

Πρώτον, φάε μια άποψη:

Τα παιδιά από τους Metro τα συμπαθώ, είναι και ωραίοι τύποι, έχουν και πολλά καντάρια ταλέντο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι συμφωνώ με ότι λένε, ότι είπαν και ότι θα πουν στον αιώνα τον άπαντα. Για παράδειγμα την άποψη του Κώστα του Μάστορη περί ελληνικού στίχου, οτι δηλαδή όσοι τραγουδάγανε αγγλικά στην Ελλάδα το κάνανε επειδή δεν τόλμησαν να αποστασιοποιηθούν από τις επιρροές τους και ήταν «κότες» (σύμφωνα με το Plus) τη βρίσκω ισοπεδωτική.
Υπάρχουν επίσης απόψεις του Κώστα οι οποίες ίσως να θέλανε λίγη επεξήγηση –για παράδειγμα, συμφωνώ με την άποψή του οτι το ’80 «μας είχανε κάνει κλύσμα τον Σιδηρόπουλο», θυμάμαι πολύ καλά (επειδή συμμετείχα) το ξύλο μεταξύ πάνκηδων, νιουγουεϊβάδων και παλιοροκάδων (το οποίο κάποιοι προσπαθούν να μας πείσουν οτι δεν είχε αντικείμενο μουσικές διαφωνίες αλλά ποδοσφαιρικές) όμως...
Δεν θεωρώ τον Σιδηρόπουλο του πεταματού –απλώς ήταν πολύ ’70 για το ’80 κι εμείς θέλαμε ν΄ακούσουμε κάτι καινούργιο. Συν το οτι όταν βγήκε το «Φλου» έπεσε χοντρό κράξιμο ακόμα κι από τους παλιοροκάδες, επειδή ήταν πολύ «Σαββόπουλος» το άλμπουμ και ολίγον ροκ, να μην τα ξεχνάμε αυτά. Κοντολογίς, ο Παυλάκης έβγαλε μια δισκάρα, το «Εν Λευκώ», 10 χρόνια μετά από την εποχή που θα έπρεπε να το κυκλοφορήσει, έβγαλε κάτι ανισοβαρή πράγματα αλλά πάντως και μονίμως ετεροχρονισμένα, έκανε κάποιες καλές συναυλίες και πάρα πολλές άθλιες εμφανίσεις λόγω ντάγκλας και δατς ολ.
Παραπέρα, οι νέοι του φυράματός μας (οι μη καρεκλάδες δηλαδή) μπορούσαμε να πάμε σε μετρημένα μέρη για να χοροπηδήσουμε. Από λαϊβάδικα, μόνο ο βραχύβιος ΠΗΓΑΣΟΣ δεχόταν αποκλειστικά συγκροτήματα που έπαιζαν «καινούργιο πράμα», η Σοφίτα του Ηρακλή δεχόταν τους πάντες (άρα ΚΑΙ πανκ, ΚΑΙ νιουγουειβάδες), η Πλάκα έκλεισε στις αρχές του ’80, το ΑΝ έπαιζε συνήθως παλιοροκάδες τύπου AEOLOS, το Κύτταρο είχε Socrates και άλλα τέτοια (εκτός των ημερών που γινόταν φεστιβάλ) το Ροντέο είχε Σιδηρό, Πιλαλί, Κρίστη Στασινοπούλου στην καλύτερη, η Madd στη Συγγρού έπαιζε νέο πράμα αλλά άνοιξε αργά και έκλεισε γρήγορα –συμπέρασμα, σε λαϊβάδικο η νέα μουσική ήταν σπάνια υπόθεση. Από ντισκοτέκ υπήρχε θυμάμαι η Ράινμποου, η Βικτόρια, η Όμπρε και η Ριμπάουν αν ήθελες ν΄ακούσεις ροκ. Α ναι και η 16 στην Πλάκα, χεχεχε. Από όλα αυτά τα μαγαζιά μόνο η Ριμπάουν έπαιζε κάμποσο νιουγουέιβ και ολίγα ελληνικά συγκροτήματα –οι άλλες.... χέβι μέταλ, χαρντ, κλάσικ, άντε να βάζανε τίποτα Clash, Cure, Stranglers για ξεκάρφωμα.
Αυτά όλα τα έγραψα για να δείξω οτι το νιου γουέιβ και το ποστ πανκ ήταν όπως ακριβώς λέει κι ο Κώστας ο Μάστορης «στο περιθώριο του περιθωρίου», στην Ελλάδα του ’80.
Και τώρα περνάω στο σημαντικό, όπως το αναφέρει ο Στέλιος ο Μαστρόκαλος: «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα; .... έχουν ξαφνικά εμφανιστεί διάφορα ονόματα –πρόσφατα –είτε μέσω βιβλίων που γράφουν για το ελληνικό ροκ, είτε μέσω κάποιων ντοκιμαντέρ, και αναφέρονται κάποια ονόματα ανθρώπων που δεν είχαν καμιά μα καμιά σχέση με την εποχή εκείνη. Και προσπαθούν να τους καρφώσουν ιστορικά σ΄αυτή την εποχή».
(Να παρατηρήσω ότι αντιγράφοντας το απόσπασμα αλλά και διαβάζοντας συνολικά τη συνέντευξη μού έκανε εντύπωση η προχειρότητα της επιμέλειας του υλικού και η τσαπατσουλιά με την οποία έχουν κόψει –ράψει, σε σημείο κάποιες φορές να μη βγάζεις νόημα. Αυτό φυσικά αφορά τη συντάκτρια και το περιοδικό και όχι τους Metro).

Θεωρώ την παραπάνω άποψη του Μαστρόκαλου σημαντική γιατί επεξηγεί εν μέρει το μένος των «επίσημων γραφειάδων» που ξεσήκωσαν οι συνεντεύξεις των Μέτρο και η κάποια αναβίωση (σε περιορισμένη κλίμακα βέβαια) της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής του ΄80 στην Ελλάδα. Θες λόγω της συνήθειας να ακούγονται μόνο οι στρογγυλεμένοι που «αγαπάνε τους πάντες, ακούνε τα πάντα και βλέπουν τα πάντα»; Θες λόγω άγχους μην αποδειχτεί οτι η μουσική του ΄80 στην Ελλάδα δεν ήταν ΜΟΝΟ ο Σιδηρόπουλος κι ο Τζόνι ο Βαβούρας, δεν ήταν ΚΑΘΟΛΟΥ ο Δημητριάδης και οι ΣΥΝΘΕΤΙΚΟΙ; Θες λόγω ψυχανώμαλης ανάγκης να αποφανθεί ο καθένας ακόμα και για πράγματα τα οποία δεν έζησε;

Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά την εμμονή του Φώντα Τρούσσα με την ιστορική ακρίβεια των ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΩΝ παραδειγμάτων τα οποία χρησιμοποιεί ο Μάστορης στη συνέντευξη –ακρίβεια η οποία φτάνει σε σημείο παραποίησης των όσων λέει ο Μάστορης προκειμένου, κάνοντας μούτι τις χρονολογίες στις οποίες αναφέρεται, να αποδειχθεί οτι ο Μάστορης είναι ένας ανακριβής, συγχισμένος τύπος που δεν θυμάται ούτε τι έφαγε το μεσημέρι! Το Αλτσχάιμερ σαν αντεπιχείρημα στις απόψεις του Μάστορη –πολύ ωραία! Ακολουθεί βέβαια η απαξίωση του Μάστορη σαν καλλιτέχνη επειδή δηλώνει οτι δεν ξέρει να παίζει κομμάτια άλλων και φτάνουμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα τα οποία ο συντάκτης Φώντας δικαιολογεί με τη χρησιμοποίηση του «σαν». Λέει εν ολίγοις οτι άμα πούμε σε κάποιον οτι «είναι ΣΑΝ μαλάκας» δεν τον λέμε μαλάκα, απλώς υποθέτουμε. Υπόθετο η υπόθεση, άντε διάβασε να δεις.

Ο άλλος φωστήρας ο Καραμπεάζης, αφού τα χώνει τσακπίνικα στο Plus (καλά κάνει) και στα όσα λένε οι Μέτρο κι αφού μας προτείνει να διαβάσουμε τον ειδήμονα Φώντα πού τα ξέρει όλα καλύτερα απ΄όλους, μπλέκει στο ξεκάρφωτο τους Χωρίς Περιδέραιο και τους Χαοτική Διάσταση στην παρλαπίπα του. Κάνει και χούμουρ (χωρίς γιώτα –όπως λέμε χούμους) οτι η Δήμητρα Γαλάνη στην επόμενη εκπομπή της στην κρατική τηλεόραση θα έχει καλεσμένα τα συγκεκριμένα συγκροτήματα! Ναι, πολύ γελάσαμε –χαχαχαχα (τόσο πολύ). Υποθέτω οτι τους Χωρίς Περιδέραιο τους αναφέρει ο εν λόγω λόγιος επειδή του έκανε εντύπωση το όνομα –πάντως αν έβγαινε σε συνέντευξη ο Νίκος ο Αγγελής (ποιος είναι αυτός ε;) εγώ και μπόλικοι άλλοι μέχρι που θα πληρώναμε για να τον δούμε. Αλλά ο Καρα –Μπεά –Ζης (καμιά σχέση με τη Μπε-άττα Ασημακοπούλου) μας εξηγεί τον συσχετισμό Χ.Π. και Γαλάνη κι αυτός είναι από τη μια πλευρά το 70άρι που, λέει οτι, πήρε η Γαλάνη για την εκπομπή κι από την άλλη το ότι «δαύτοι οι πάνκηδες που δεν αγαπάνε το χρήμα»!!! Πάνκης ο Αγγελής! Που ελπίζω να μην το διαβάζει από καμιά μεριά ο άνθρωπος –γιατί αν θυμηθεί τη ροχάλα που είχε φάει στις συναυλίες του από τους πάνκηδες λόγω στίχων ή θα πάθει έμφραγμα με τον χαρακτηρισμό ή θα πάει και θα δαγκώσει τη μύτη του Καραμπεάζη. Δεν τον ξέρω και δεν ξέρω τι τύπος είναι... Ο Αγγελής, όχι ο Καραμπεάζης έτσι;

Και τελικά, επειδή το έβρασα το ζήτημα: τα παιδιά αυτά που παίζανε στα συγκροτήματα του ΄80, είχαν επηρεαστεί από την πανκ νοοτροπία, την μεταπάνκ ολιστική ματιά και τις νιου γουέιβ μουσικές τεχνοτροπίες. Πάει να πει λέγανε ότι βλέπανε και βλέπανε μακρύτερα από τους περισσότερους γύρω τους. Αν τώρα εσύ (εγώ, αυτός) είσαι κακομοίρης που έχεις συνηθίσει σε συνεντεύξεις αλληλογλυψίματος, αν έχεις κολλήσει σε μουσικές φόρμες του πάλαι ποτέ και ακόμα βαυκαλίζεσαι με παλαιολιθικά σόλα του Μπλάκμουρ και λαρυγγισμούς του Πλαντ, μην διαβάζεις ρε πουλάκι μου τέτοιες συνεντεύξεις! Γιατί να συγχύζεσαι τζάμπα και βερεσέ;

Άσε αυτούς που ήταν συνηθισμένοι να ισοπεδώνουν και να χτίζουν πάνω στα ερείπια, άσε αυτούς που ξέρανε τι σημαίνει «διαφορετικότητα» να λένε τα δικά τους και μην ανακατεύεσαι. Η ιστορία τους έχει γραφτεί κι εφόσον δεν την έζησες μην τρώγεσαι να τη μαγαρίσεις. Γράψε τη δικιά σου ιστορία, άκου ότι γουστάρεις, πήγαινε και στους Σκόρπιονς που παίζουν αγκαλιά με τον Βασίλις κι άσε μας εμάς στα δικά μας.

Εφόσον δικά σου, δεν πρόκειται να γίνουν –με πιάνεις;

Πάρε τώρα και μια συνέντευξη:

Εδώ η πρώτη σελίδα της συνέντευξης

Εδώ η δεύτερη σελίδα
Εδώ η τρίτη. Σελίδα.

Τρίτη, Οκτώβριος 12, 2010

"Έξι χορδές που στάζουν αίμα"

Είναι από τις λίγες (ελάχιστες) φορές που γράφω για το παρελθόν και δεν αισθάνομαι παρωχημένος. Δεν αισθάνομαι ούτε καν παλιόγερος, πρέσβης απόψεων του τύπου: «στην εποχή μου οι τυρόπιτες είχαν τυρί και σκυλιά τα δέναμε με τα λουκάνικα». Κι αυτό επειδή οι 5 δίσκοι (συν ένα EP) στους οποίους θα αναφερθώ μπορεί να κυκλοφόρησαν τη δεκαετία του ’80 αλλά αυτό μονάχα ιστορική σημασία έχει. Εναλλακτικά ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί για την πρόκληση θαυμασμού: «πότε είπες οτι βγήκε αυτό; το ‘80κάτι; τι λε ρε παιδί μου!»
Δεν αισθάνομαι παρωχημένος –το ξανάγραψα αυτό –κι ούτε θα νιώσω αρτηριοσκληρωτικός αν υποστηρίξω οτι τέτοιου επιπέδου δίσκοι δεν ξαναβγήκαν στην Ελλάδα. Ούτε πριν το ’80, ούτε μετά από αυτό. Για την ακρίβεια, οι συγκεκριμένοι δίσκοι ανήκουν βιοκλιματικά στο ρεπερτόριο της 4AD, της Rough Trades, της Factory και της Mute –απλώς έτυχε να ηχογραφηθούν στην Ελλάδα. Κακή τύχη για τα συγκροτήματα, καλή για μας.

Να πω κιόλας οτι οι συγκεκριμένοι δίσκοι είναι εξαντλημένοι κι όσες φορές να κυκλοφορήσουν θα συνεχίσουν να εξαντλούνται. Α ναι, είναι και σπάνιοι και πανάκριβοι όμως αυτό λίγη σημασία έχει. Κόπιες των τραγουδιών υπάρχουν στο ίντερνετ αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Αν δεν τους βάλεις στο πικάπ να τους ακούσεις μοιάζει σα να μαλακίζεσαι με τη φωτογραφία της Ναστάζια Κίνσκυ –ευχάριστο μεν αλλά καμιά σχέση με το να πηδηχτείς μαζί της.

Θα πάω τους δίσκους χρονολογικά επειδή δεν μπορώ εύκολα να τους κατατάξω άσε πού δεν θέλω κιόλας. Και θ΄αρχίσω με το EP! Για να βοηθήσω τους νεώτερους, LP για Long Play (10-12 τραγούδια), EP για Extended Play (3-4 τραγούδια) και Single για Single Play (2 τραγούδια).

YELL –O – YELL –SHOOT THE TRUTH (1982)

Ο Φιλ Σκαρς (καλά να περνάει εκεί πέρα, ή πάνω ή όπου βρίσκεται τέλος πάντων) πυροβολεί την αλήθεια, όπως ακριβώς δηλώνει, και εμείς οι κολλημένοι με Birthday Party αισθανόμαστε βασανιστικά υπέροχα. Σαξόφωνο μπουρδελιάρικο α λα Nick the Stripper, κιθάρα σερνάμενη, φωνή γδαρτική.
Κι αν κάποιος σκεφτεί: «ντάξει, σιγά το πράμα τώρα, να κοπιάρεις τους Birthday Party», θα του επισημάνω: «άμα μπορείς κάντο κι εσύ». Τουτέστιν, πάρε μια μπάλα, κάνε όσες προπονήσεις θες και πήγαινε μετά να γίνεις Ζουνίνιος Περνομπουκάνος που έβαζε τα φάουλ ακόμα και καθιστός από τη χέστρα του σπιτιού του. Μπορείς; Επειδή οι Birthday Party δεν ήταν τίποτα Ραμόνες να παίζουν «one, two, three, let’s go». Όσοι τους έχουν ακούσει θα θυμούνται την επιτηδευμένη κακοφωνία, το ηθελημένα κιτς γκροτέσκο τους κι όλο εκείνο το σκηνικό που κατέληγε στο να φας μια φρίκη κατ΄αποκλειστικότητα πριν τελειώσει το τραγούδι και καθιστούσε την ακρόαση των δίσκων τους απαγορευτική σε περιόδους τεχνητής παραίσθησης. Όποιος αμφιβάλει ας βρει τα βιντεάκια τους και θα σταματήσει.
Σε αυτά τα πλαίσια λοιπόν οι Yell –o –Yell βγάζουν δίσκους που ονομάζουν ας πούμε Hello Hell και τραγουδάει ο Fill Scars (Ο Φιλώτας που Νιώθει τις Ουλές). Κιτς γκροτέσκο; Ναι –μπορεί. Άκου τώρα και τα τραγούδια τους εφόσον (δυστυχώς) δεν υπάρχει πιθανότητα να τους δεις. Ζωντανούς σα να λέμε...
Εκτός βέβαια από την απεριόριστη εκτίμηση των κολλημένων θα πρέπει να παραδεχτώ οτι το Crow's Complaint έδειχνε από τότε οτι οι μάγκες ήταν κάτι έτη φωτός μπροστά από τη μαλλιαρή αθηναϊκή ροκ σκηνή. Ο μύθος λέει οτι ο Μπάμπης ο Δαλίδης, ο ντράμερ τους, έστησε την θρυλική Creep για να κυκλοφορήσει αυτό ακριβώς το EP.
A πλευρά: Shoot The Truth B πλευρά: 1. Crow's Complaint, 2. Imitation Of The Real





VILLA 21 –A GHOST ON THE MOVE (1983)

Κάποτε υπήρχε ένα καταραμένο συγκρότημα που λεγόταν ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ. Έπαιζε πανκ ταυτόχρονα με τους Sex Pistols (δηλαδή το ’78-’79) κι αυτό σήμαινε οτι δεν υπήρχε κλαμπ να τους δεχτεί. Παίζανε λοιπόν σε συνοικιακούς σινεμάδες τα Κυριακάτικα πρωινά και σπάνια τελείωναν τις συναυλίες τους. Συνήθως ορμάγανε πάνω στη σκηνή μαλλιάδες παλιοροκάδες για να τους κατεβάσουν με τη γνωστή τους ευγένεια και ανεκτικότητα, μετά πλάκωνε η μπατσαρία κι όπου φύγει-φύγει. Η κατάρα του συγκεκριμένου συγκροτήματος ήταν τόσο βαριά πού μεταφέρθηκε στα μέλη του. Δε με πιστεύεις; Κιθάρα στο συγκρότημα έπαιζε ο Κώστας (Fever) Ποθουλάκης, μπάσο ο Γιώργος Μακρίδης και μια εποχή πού τους είχα δει εγώ, στη δεύτερη κιθάρα ήταν ο Γιάννης ο Μπελτέκας! Κοντολογίς, οι μόνοι που ζουν μέχρι σήμερα είναι ο τραγουδιστής τους ο Τάκης ο Πολυχρονόπουλος κι ο ντράμερ τους ο Αλμπέρτος ο Λεβής.
Ο Ποθουλάκης μετά τη διάλυση των ΠΑΡΘΕΝΟΓΕΝΕΣΙΣ πήγε στους Reporter όπου πειραματίστηκε με πρώιμες φόρμες του New Wave και τελικά έκανε τους Villa 21. Τι εστί Villa 21; Καλή ερώτηση!
Το όνομα του συγκροτήματος προέρχεται από το γνωστό πείραμα του πατέρα της αντιψυχιατρικής Ντέιβιντ Κούπερ κι αυτό θα πρέπει να το έχεις κατά νου αν τύχει να βάλεις τον συγκεκριμένο δίσκο στο πλατό. Μια ανησυχητική φωνή σε καλωσορίζει στη Villa 21, κάτι άτομα του ίδιου φυράματος ξεκαρδίζονται στα γέλια και η κατάβαση του ακροατή στη Χώρα των Θαυμάτων αρχίζει. Με οδηγούς αυτούς που «κάθονται πέρα από τα σύνορα/ γυμνά κορμιά σε γυμνή σκηνή/ φοβούνται να κινηθούν, είναι σε βαθιά κατάψυξη». Σύντομα ανακαλύπτεις οτι ο Ποθουλάκης έχει εξαγνιστεί μέσα στον οδοστρωτήρα του πανκ, έχει μάθει τους δρόμους της νέας μουσικής και μπορεί πλέον να ψάξει ακομπλεξάριστα στα μουσικά του ακούσματα, να ανασύρει τους Hawkwind για παράδειγμα, και να εξελίξει το space rock σε insanity rock. Αυτός μάλλον είναι ο χαρακτηρισμός που πλησιάζει πιο κοντά στο είδος μουσικής που παίζουν οι Villa 21 –χωρίς βέβαια να την περιγράφει επακριβώς αλλά και χωρίς να τη νοθεύει. Θα σου δώσω το παράδειγμα του Annie’s animal: «Η Άννι πήρε ένα ζώο/ το κράτησε στη χούφτα της/ δεν έμοιαζε και πολύ συμπαθητικό ζώο/ αλλά μπορούσες να το εμπιστευτείς/ ή δεν μπορούσες να το εμπιστευτείς/ η άγρια φύση δεν απαρνιέται εύκολα/ το ζώο είναι τώρα ξύπνιο/ είναι έτοιμο να χυμήξει/ να γραπωθεί στον λαιμό σου/ να καταπιεί τη στεγνωμένη γλώσσα σου/ η άγρια φύση ένα ταξίδι έξω από το μυαλό σου/ η Άννυ είναι σ΄ένα θλιμμένο όνειρο/ οι ασταμάτητες κραυγές της/ ωδή στο μεδούλι/ το σπίτι του ζώου/ η άγρια φύση δεν απαρνιέται εύκολα/ η άγρια φύση ένα ταξίδι έξω από το μυαλό». Κατάλαβες;
Δε νομίζω οτι χρειάζεσαι περισσότερα. Άκου λοιπόν αυτόν τον δίσκο όπου οι κιθάρες επιτέλους ηχούν σαν δυσοίωνη ατμόσφαιρα, τα μπάσα χαράζουν τις φλέβες και τα συνθεσάιζερ πατάνε σε λεπτό πάγο. «A ghost on the move/ our eternal nightmare».

Welcome To The Villa 21, In The Darkened Night, Like The First Time, Annie's Animal, Too Much Nothing, Losing Control, Death Career





METRO DECAY –ΥΠΕΡΒΑΣΗ (1984)

Το θράσος της μεγαλοφυΐας, η ξεδιαντροπιά της διαφορετικότητας ή απλώς τρία κωλόπαιδα που δεν καταλαβαίνανε Χριστό; Το συγκρότημα ξεκίνησε έχοντας πλήρη άγνοια χειρισμού μουσικών οργάνων. Μετά από λίγες πρόβες το συγκρότημα βρέθηκε να ανοίγει τη συναυλία των Birthday Party στην Ελλάδα (την πρώτη πραγματικά μεγάλη συναυλία που έγινε μετά τη χούντα), δείχνοντας οτι είχε και πλήρη άγνοια κινδύνου.
Στα δυο χρόνια πάνω, βγάζουν ένα από τα πληρέστερα άλμπουμ της ευρωπαϊκής μουσικής σκηνής του ’80, με μια παραγωγή 20 χρόνια μπροστά από την εποχή της. Τι παίζουν εκεί μέσα; Δεν ξέρω, ούτε οι Metro νομίζω οτι ξέρουν –οπότε βρέστο και πάρτο. Ας μην ξεχνάμε οτι του δίσκου έχει προηγηθεί το σινγκλάκι «Σκιές/ Κειμήλια» με δυο από τα καλύτερα pop τραγούδια της εποχής.
Και σκάει η «Υπέρβαση» (στην κυριολεξία)! Όπου ανακαλύπτουμε οτι ωραία μεν τα τραγούδια, καταπληκτικοί οι στίχοι, αλλά τα ινστρουμένταλ κομμάτια του δίσκου έρχονται από άλλο γαλαξία! Άκου για παράδειγμα τα καταιγιστικά ντραμς στα «Παιχνίδια στην Επιφάνεια» και δες το πώς στήνονται τα υπόλοιπα όργανα πάνω τους. Άκου τον νησιώτικο παραδοσιακό ρυθμό που ξεσκίζουν στην «Εισαγωγή στην Κίνηση», θυμήσου οτι μιλάμε για 1984 και πες μου αν μπορείς να μετρήσεις πόσοι τους μιμήθηκαν μετά. Βρες, διάβασε, πρόσεξε τέλος πάντων τους στίχους τους –άντε να στο κάνω πιο εύκολο:
"Χρόνια και στίχοι μου μένουν στα κλαδιά/ Χαμένοι στόχοι τρομάζουν τα παιδιά/ Δρόμοι μ' ελπίδες μ' οδήγησαν στο χτες/ Στα άδεια τοπία χάνονται οι φωνές./ Βλέπω ναυάγια να κλείνουν τα σκαλιά/ Κλείνουν οι πόρτες, τρομάζουν τα παιδιά/ Τη βλέπουν να φτάνει, να δένει τις στιγμές/ τ' άδεια τοπία και τις φωνές./ Απειλή."
Και πες μου μετά ποιων το ύφος έχουν κοπιάρει τα Διάφανα Κρίνα, ο Παύλος ο Παυλίδης κι ο Αγγελάκας (σε στιγμές έμπνευσης). Κι όταν πλέον το ανακαλύψεις, ψάξε να βρεις αν οι παραπάνω κύριοι έχουν αναφερθεί έστω μια φορά στους Metro Decay παρόλο που, εμφανώς, έχουν λιώσει τους δίσκους τους στο παίξιμο.
Άκου τον δίσκο (στην αρχή πολλά θα σε ξενίσουν) άκουσέ τον ξανά την επόμενη μέρα και τότε θ΄αρχίσεις να ψυλλιάζεσαι οτι οι Metro Decay παίζουν αυτό στο οποίο θα έπρεπε να εξελιχθεί η pop μουσική αν δεν την ξεκοίλιαζαν οι εταιρείες με παλαιολιθικούς μαλλιάδες τύπου Gun and Roses, αγουροξυπνημένους κακόφωνους τύπου Cobain και αλλήθωρους θαυμαστές των Floyd τύπου Radiohead.
Α πλευρά: 1.Μαύρος Κύκνος 2.Ανάμεσα Σε Δυο Κρεσέντα 3.Το Ταξίδι 4. Εισαγωγή Στην Κίνηση 5.Απειλή Β πλευρά: 1.Παιχνίδια Στην Επιφάνεια 2. Το Πάγωμα Του Πάθους 3.Έβενος 4.Υπέρβαση 5.Λίμπιντο




ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟ –ΧΟΡΟΣ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ (1985)

Το φοβερό με εκείνη τη γκρίζα εποχή δεν ήταν οτι βγαίνανε καταπληκτικοί δίσκοι –αλλά οτι βγαίνανε ΣΥΝΕΧΩΣ καταπληκτικοί δίσκοι! Οι Χωρίς Περιδέραιο ήταν, μάλλον, τρίο αλλά πλαισιώνονταν από γερά ονόματα του χώρου (π.χ. ο Γιάννης ο Ντρενογιάννης στις κιθάρες, ο Στέφανος ο Λαρεντζάκης στα ντραμς). Στις συναυλίες έτρωγαν κάποιο σχετικό κράξιμο λόγω των στίχων τους αλλά, απ΄όσο θυμάμαι, ο Νίκος ο Αγγελής δεν μάσαγε εύκολα. Ή ίσως και να μάσησε τελικά, επειδή, μετά από λίγες εμφανίσεις το συγκρότημα εξαφανίστηκε. Πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους ένα EP (την μεγαλειώδη «Άνωση») και μια δισκάρα πού εξαντλήθηκε πριν καν κυκλοφορήσει για τα καλά. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή (από τη «δερμίδα» πού λέει κι ο Αγγελής).
Εσώφυλλο ανάλογης ποιότητας με το εξώφυλλο του EP που είχε σχεδιάσει ο Δημήτρης Γέρος, τουτέστιν εσώφυλλο (του Σόλη Μπαρκή) για κορνίζα. Μπάσιμο με βαριά συνθετικά κρουστά, επίπονος αργός ρυθμός στην «Έγχρωμη Γρίππη», σε ξεβράσουν απροειδοποίητα (να κοπανιέσαι στην πίστα της Ριμπάουν) οι «48 Σιωπές», ή αλλιώς «48 σκεπές/ να χωθούμε από κάτω αν θες/ τέλος χρόνου». Κι έτσι πάει το πράγμα. Ιδρωμένο από την πίστα σε κατεβάζει στην απόγνωση –«θέλω να στο πω/ στο παιχνίδι δεν είδα κανέναν/ να χαράζει τις πλάκες που πατούσε». Και πριν κλείσει σε τσακίζει με τα μπιτ του «Κρότοι Κροταλίες»: «οι κάμποι της Αθήνας απεργούν/ τελικά βοή σημαίνει απραξία/ έχω ανάγκη από απεργοσπάστες/ απεργοσπάστες κρότους/ κροταλίες σε ροζ ανίες».
Ο Αγγελής και η παρέα του ήρθαν, έδειξαν σε κάθε επίδοξο μιμητή (βλέπε Στέρεο Νόβα) πώς «να τραγουδήσει ένα εξωγήινο τραγούδι» (όπως θα έλεγε ο σημαντικότερος front man που πέρασε από ελληνικό συγκρότημα), γιουχαΐστηκαν από τους ίδιους πάνκηδες που είχαν κάποτε κράξει μέχρι και τους Bauhaus (ακόμα θυμάμαι τα μοναδικά λόγια που μας είπε σε σπαστά ελληνικά ο Peter Murphy την ώρα που ο Daniel Ash ξεκινούσε να παίξει στην ακουστική τα ακόρντα του θεϊκού King Volcano: «σκάστε μαλάκες!») και αποχώρησαν μυστηριωδώς όπως ακριβώς είχαν εμφανιστεί.
A πλευρά: 1.Έγχρωμη Γρίππη 2.48 Σιωπές 3.Θέλω Να Στο Πώ 4.Ganuma De Linarus 5.Χορός Για Μουσική B πλευρά: 1.Το Αίμα Δε Γίνεται Νερό 2.Βότκα 3. Κρότοι Κροταλίες 4.Νορβηγία





UNDERWORLD SHAKEDOWN THE LAST DRIVE (1986)

Να σου πω τη μαύρη μου αλήθεια δεν είχα δει τους Last Drive ζωντανά πριν αγοράσω τον δίσκο τους. Δεν θυμάμαι αν είχα ακούσει κάτι σχετικό, κάποιο κομμάτι, ή αν απλά αγόρασα τον δίσκο επειδή κατάλαβα οτι είναι «δικά μας παιδιά» από την αφιέρωση στο οπισθόφυλλο: στον Τζέιμς Κάγκνεϊ. Και μετά η φράση –φετίχ –εφιάλτης: «Top of the world ma’» και ποιος δεν θυμάται τον Τζίμυ να το φωνάζει πριν πέσει αιμόφυρτος από την κορυφή της πλατφόρμας εξόρυξης πετρελαίου; Να σου πω ακόμα μια μαύρη αλήθεια –οι Last Drive μονίμως με κούραζαν στα λάιβ τους. Παίζανε άπειρες ώρες ρε παιδί μου κι άντε, στην αρχή πωρωνόσουν, άρχιζες το χορό, το σπρωξίδι –ωραία φάση. Μετά όμως κατέληγες μουσκίδι με τα παπούτσια στραπατσαρισμένα σε μια γωνιά του κλαμπ, έλεγες «καλά περάσαμε –να πηγαίνουμε» και αυτοί οι παλιοχαρακτήρες ατσαλάκωτοι πάνω στη σκηνή συνεχίζανε απτόητοι μέχρι θανάτου! Τους θυμάμαι στη Madd να ξεκινάνε δοκιμάζοντας τα μικρόφωνα: «ένα, δύο; δεν ακούγομαι; καλά –τσίμπα ένα δωδεκαμετράκι μέχρι να το διορθώσεις». Και ατάκα να ρίχνουν το Me ‘n my wings –πουτάνα επιτόπου το μαγαζί! Τους θυμάμαι ακόμα να παρατάνε τα όργανά τους και να τρέχουν έξω μαζί μου για να ξεμπλέξουμε κάτι άμυαλες γνωστές μου από δυο επίμονους Περιστεριώτες Καβασάκηδες –δεν πρόλαβα ποτέ να τους ευχαριστήσω γι΄αυτό.
Τέλος πάντων, υπάρχει κι ο δίσκος. Με την κάθε πλευρά του ν΄ανοίγει από φοβερά ινστρουμένταλ, με κλεισίματα των κομματιών βουτηγμένα στα γράσα του γκαράζ, με το Repulsion να μοιάζει με εγκεφαλογράφημα της Κατρίν Ντενέβ στην σκηνή ψύχωσης της ομώνυμης ταινίας... Και κάτι εξίσου σημαντικό: οι Last Drive βάζουν χέρι σ΄ένα αμερικανοποιημένο ρεμπέτικο, τη Μισιρλού (κλείνοντας πρόσκαιρα τον κύκλο του ταξιδιού που ξεκίνησε με τον Ρουμπάνη και νεκραναστήθηκε αργότερα από τον Ταραντίνο), ενώ εκτελούν με ευλάβεια νότιου μπεκροκανάτα το Blue Moon και το Every night. Τουτέστιν, τα παιδιά το κατέχουν το τόπι και αυτό βγαίνει μέσα από τ΄αυλάκια του δίσκου. Ή, αν το θέλεις διαφορετικά και χωρίς να ξέρω αν αυτό είναι τιμητικό ή προσβλητικό για τη μπάντα: οι Last Drive προδίδουν αμέσως την καταγωγή τους η οποία έχει τόση σχέση με Ελλάδα όση σχέση έχει ο redneck με τον τσέλιγκα κι ο cool cat με τον βαρύμαγκα. Καλό ή κακό είναι αυτό; Και ποιος ενδιαφέρεται στην τελική; Ρίχτε τα εκεί πέρα ρε άτομα κι αφήστε τη διανόηση για τους τεϊοπότες!
01. Me 'N My Wings, 02. Valley Of Death, 03. Poison, 04. Misirlou, 05. This Fire Inside, 06. Blue Moon, 07. Sidewalk Stroll, 08. The Shade Of Fever, 09. Every Night





NO WAY OUT –ANTITROPPAU COUNCIL (1986)

Τους είχα πρωτοδεί στον ΠΗΓΑΣΟ, ήταν νομίζω το συγκρότημα που ξεκίνησε τα λάιβ στο συγκεκριμένο, θρυλικό, κλαμπ. Αλλά ο ΠΗΓΑΣΟΣ τούς έπεφτε στενός. Κι αυτό το κατάλαβα αργότερα, όταν τους είδα στο υπόγειο της ΑΣΟΕΕ, ο Μαραγκός με τον Κανέλλο να έχουν χτίσει έναν ρυθμικό τοίχο αδιαπέραστο, ο Ντρενογιάννης (έχοντας παίξει σε όλους κι από λίγο μέχρι εκείνη τη στιγμή) να βρίσκει το συγκρότημα που μπορεί να βαστάξει στο δαιμονισμένο παίξιμο της κιθάρας του και δίπλα του ο Τζαβάρας, ένας σαμάνος σε έκσταση, η ζωντανή απόδειξη τού οτι οι θρυλικές εμφανίσεις του Τζιμ Μόρισον δεν ήταν γεγονός ανεπανάληπτο. Κοντολογίς, όσα χρόνια παρακολουθώ ελληνικά συγκροτήματα σε συναυλίες δεν έχω δει εκρηκτικότερο μείγμα πάνω στη σκηνή από τους ATC. Κι από τους ξένους δηλαδή, μη νομίζεις. Μέσα στην πρώτη μου πεντάδα των λάιβ είναι οι εμφανίσεις τους, δίπλα σε Cave, Iggy, Gun Club, Cramps.
Καταλαβαίνεις λοιπόν οτι ήμουνα από τους πρώτους που αγόρασα τον δίσκο τους, είχα σπάσει τα νεύρα του Ηλία του Ασλάνογλου στο Happening για το πότε θα βγει και πότε θα τον φέρουν...
Για τον συγκεκριμένο δίσκο, το No way out, οι πωλήσεις του οποίου ήταν τρελές για ανεξάρτητη παραγωγή, έχω να πω δυο πράγματα: 1. Όταν τον πρωτοάκουσα απογοητεύτηκα επειδή οι ATC ήταν κλάσεις ανώτεροι επί σκηνής. 2. Πρόκειται περί ανεπανάληπτου δίσκου. Από αυτά τα δυο πράγματα μπορείς να καταλάβεις πόσο μεγάλο συγκρότημα ήταν τελικά οι ATC. Κι αν όχι...
«Τόσα πολλά πράγματα να χάσω/ τις φορές που πρέπει να επιλέξω», ουρλιάζει ο Τζαβάρας στο The Last Poet On The Road κι άντε να τον πιάσεις μετά όταν βουτάει στο κιθαριστικό κρεσέντο του Ντρενογιάννη -τα παιδιά παίζουν garage, post punk και ψυχεδέλεια σε ένα κράμα! Και το κάνουν πολύ καλύτερα από τους Pearl Jam και τους Kula Shaker μαζί, ας πούμε.
Άκου τη φωνή του Τζαβάρα να σχοινοβατεί επικίνδυνα στο Insanity, άκου τον να παθιάζεται υμνώντας το ίνδαλμά του στο I Believe, θαύμασε το πεντακάθαρο χιτ του αδικημένου στην ηχογράφηση Contact With The Devil όπου η rhythm section γαργαλάει τις πατούσες, απόλαυσε την εμπειρία του Ντρενογιάννη στο Into The 7th Sky και ρεζουμάρισε την υπόθεση με το Scream A Song. Όταν βγάλεις τον δίσκο από το πλατό άρχισε να πακετάρεις τα υπάρχοντά σου επειδή (κι ας μην το ξέρεις ακόμα) οι γείτονες έχουν μαζέψει υπογραφές για να σε διώξουν από την πολυκατοικία.

A1 The Last Poet On The Road A2 The Diver A3 Insanity A4 In The City A5 A Way Out B1 I Believe B2 Contact With The Devil B3 Into The 7th Sky B4 Scream A Song B5 Cartoons B6 When The Saints Go Marching in




Τι άλλο μένει να πω μετά από αυτούς τους καταπληκτικούς δίσκους; Μερικές διευκρινήσεις...
Προσπάθησα να περιορίσω τον αριθμό των αγαπημένων μου δίσκων, πρώτα χρονολογικά (δεκαετία του '80) και μετά αριθμητικά. Στο πρώτο τα κατάφερα, στο δεύτερο μου βγήκαν 6 τα 5! Κι αναγκάστηκα να αφήσω απέξω δίσκους εξίσου υπέροχους, απλώς επειδή δεν ήταν τόσο δεμένοι με προσωπικές μου εμπειρίες. Έτσι, στη βάση των προσωπικών βιωμάτων επέλεξα τον συγκεκριμένο δίσκο των Villa 21 από το σύνολο της δισκογραφίας τους. Και με βάση αυτά τα βιώματα δεν έβαλα μέσα στην πεντάδα το φανταστικό Glory and Betrayal των Forward Music Quintet (το οποίο μου αρέσει σήμερα περισσότερο από τον δίσκο των Last Drive αλλά την εποχή που κυκλοφόρησε είχα διαφορετικά μυαλά) , ή το Never Ending Dream των Film Noir Ή τα Λευκά κελιά των Clown.
Δισκάρες! Τρομακτικές δισκάρες, φοβεροί τύποι, μουσικάρες!
Σε καλό μου -συγκινήθηκα ο πούστης...

Παρασκευή, Οκτώβριος 08, 2010

"Καλύτερα νεκρός παρά κόκκινος"

Οι γέροι μου ήταν βασιλοχουντικοί κι έτσι με μεγάλωσαν, σε τέτοιο περιβάλλον. «Και τι με νοιάζει εμένα», θα πεις –αλλά περίμενε να δεις πού το πάω. Μεγάλωσα λοιπόν με τέτοιες επιρροές, είχαν κι έναν τόμο δερματόδετο με την ηρωική ιστορία της Ελληνικής Χωροφυλακής, ακόμα θυμάμαι τη σελίδα από τα γεγονότα στου Μακρυγιάννη με κάτι φωτογραφίες ημίγυμνων πεθαμένων γυναικών, "θυμάτων των κομμουνιστών" έγραφε. Θυμάμαι οτι οι γυναίκες ήταν γυμνές από τη μέση και κάτω, φορούσαν μονάχα κάτι χοντρές αντρικές κάλτσες στα πόδια, κάποιας μάλιστα της έλειπε η μια κάλτσα –αυτό με στεναχωρούσε πιο πολύ απ΄όλα. Ρεζουμέ –μου είχε καλλιεργηθεί από τότε μια απέχθεια περί τους κομμουνιστές, όχι επειδή θα μας παίρνανε το σπίτι (γιατί σπίτι δεν είχαμε –με νοίκι μέναμε) αλλά επειδή σκοτώνανε γυναίκες.
Οι γέροι μου, σαν βασιλοχουντικοί, μου επαναλάμβαναν δυο συμβουλές: «μη μπλέξεις με τους κομμουνιστές γιατί θα καταλήξεις φυλακή» και «μη μιλάς ποτέ για πολιτικά –άσε τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα».

Όταν έπαψα πλέον να είμαι παιδί –εκεί κάπου στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου –συνειδητοποίησα δυο πράγματα: 1. άμα δεν βγάλεις εσύ το φίδι από την τρύπα θα βγει από μόνο του και θα σε δαγκώσει, 2. το μουνί σε γκρο πλαν δείχνει πολύ χάλια. Ας αφήσουμε το δεύτερο επειδή δεν σκοπεύω να ασχοληθώ με την καλλιτεχνία κι ας μείνουμε στο πρώτο.
Πήγαινα σε ένα υποβαθμισμένο συνοικιακό γυμνάσιο (εκείνη την εποχή το θεωρούσαν δυσμενή τοποθέτηση και στέλνανε νέους καθηγητές για να ψηθούν στα δύσκολα) όπου η πολιτικοποίηση ήταν αναγκαιότητα. Στην Δευτέρα Γυμνασίου κάναμε την πρώτη μας κατάληψη κι έτυχε να είμαι πρόεδρος τμήματος –καταλαβαίνεις λοιπόν ότι η προοπτική «χάνομαι γιατί ρεμβάζω» δεν έπαιζε. Η ΚΝΕ είχε κάποια ερείσματα στο γυμνάσιο, όχι τίποτα ισχυρό, απλά οι Κνίτες κάνανε την περισσότερη φασαρία (και τη λιγότερη δουλειά). Το Πασόκ δεν ήταν ακόμα στην εξουσία και το έπαιζε «Αριστερό εξτρέμ με τάσεις να συγκλίνει προς το κέντρο» -κάτι σαν τον Φετφατζίδη να πούμε, αλλά δεν είχε κονέ στην μαθητιώσα. Η Δεξιά ήταν υβριστικός χαρακτηρισμός για τα μέρη μου...
Όταν λοιπόν έφτασε η στιγμή να δηλώσω πολιτική κατεύθυνση μπερδεύτηκα. Το προφανές ήταν η ΚΝΕ, έλα όμως που είχα αυτή την υποσυνείδητη απέχθεια! «Και τι είσαι εσύ ρε φίλε;» με έδειχνε ο πρόεδρος του 15αμελούς με αμείλικτο ύφος. Θα μπορούσα να τον ρωτήσω τι ήταν αυτός –αλλά ήξερα. Κνίτης. Θα μπορούσα να απαντήσω οτι δεν καταδεχόμουν να ταμπελοποιηθώ, αλλά δεν τα κατείχα αυτά τα κόλπα τότε. Έτσι λοιπόν απάντησα: «Αναρχικός». Αν του έλεγα οτι είχα πάρει παρτούζα τη μάνα και την αδερφή του λιγότερο θα συγχυζόταν! «Και πώς έβγαλε Αναρχικό το Β1;» μούγκρισε ο πρόεδρος. Τι να του απαντήσω; Οτι στο τμήμα είχαμε βγάλει πρόεδρο δια της ατόπου απαγωγής; Οτι κανένα ρεμάλι δεν ήθελε να γίνει κι εγώ είχα δεχτεί (μετά από απειλές συμμαθητών) για να αποφύγουμε τη λύση που πρότεινε η φιλόλογος: «αφού είσαστε γαϊδούρια και δεν ενδιαφέρεστε για τα κοινά θα γίνει πρόεδρος ο απουσιολόγος!» Τέλος πάντων.
Το γεγονός είναι οτι η υποσυνείδητη απέχθειά μου προς τον κομμουνισμό με οδήγησε στον αναρχισμό. Αυτή και το Αγκάθι του συχωρεμένου του Θανάση του Μάνθου. Στον αναρχισμό και στον Peter Hammill.

Γιατί ανέφερα τη συγκεκριμένη ιστορία (πέρα από την τάση μου να διηγούμαι προσωπικές ιστορίες και να αυτοθαυμάζομαι); Επειδή έχω την υποψία οτι η πολιτική συμπεριφορά ενός μεγάλου ποσοστού Ελλήνων καθορίζεται από τον βασιλοχουντισμό ή αλλιώς την άκρα δεξιά.
Πριν στο εξηγήσω, να σου δώσω τον χάρτη πλεύσης της ελληνικής πολιτικής σκηνής: Ναζισμός, Άκρα Δεξιά, Δεξιά, Κέντρο, Αριστερά, Άκρα Αριστερά. Αν το θες και σε κέρματα: Χρυσή Αυγή, Λάος, Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ –ΣΥΡΙΖΑ κ.λ.π., ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μ-λ, λ-μ, κ.λ.π. Οι αναρχικοί όσες φορές οργανώθηκαν σε πολιτικό φορέα προφανώς εντάχθηκαν στην Άκρα Αριστερά. Τα κόμματα τύπου: Οικολόγοι, Κυνηγοί, Ταβλαδόροι, Δεν Ψηφίζω-Δεν Πληρώνω, δεν εντάσσονται στο παραπάνω σχήμα λόγω πολιτικής ηλιθιότητας (ελληνιστί: ιδιωτεία).

Είναι προφανές πώς η αναμενόμενη πολιτική συμπεριφορά από τους δηλωμένους υποστηρικτές της Χρυσής Αυγής, του Λάος και της Ν.Δ. ταιριάζει με το βασιλοχουντικό μοντέλο –δεν χρειάζεται να επεκταθώ.
Αν πας λίγο πιο κεντρικά θα συναντήσεις το Πασόκ κι εκεί αρχίζει το μπερδεγουέι. Βλέπεις, ο χώρος του Κέντρου προσδιορίστηκε ιστορικά από τον καιροσκοπικό φιλελευθερισμό του Βενιζέλου, δηλαδή τον αχταρμά κατοχύρωσης δικαιωμάτων του πολίτη και Ελληνικού μεγαλείου –δύο σε ένα. Κατάλοιπα αυτού του περίεργου ιδεαλισμού παρέλαβε ο Γέρος της Τρομοκρατίας και τα εκμεταλλεύτηκε υπέρ του δέοντος. Όταν ήρθε η σειρά του υιού Ανδρέα με το ζιβάγκο, ο πονηρός παίκτης κατάλαβε οτι ο Κουρτινοφρύδης με τη βαριά προφορά είχε προλάβει να λεηλατήσει την κεντρώα συνθηματολογία. Από που να πάρει ο Αντρίκο ντ' Ελ Πάσο; Πήρε από την Αριστερά πού ήταν και της μόδας τότε (είχε, βλέπεις, φροντίσει να μαντρώσει τους ακραίους που απειλούσαν εκτός από τη χούντα να ταρακουνήσουν και το πολιτικό σύστημα). Έτσι το Πασόκ έγινε σαν τον Εθνικό Μάνης (συνένωση δηλαδή δυο εντελώς άσχετων μεταξύ των αθλητικών σωματείων -ενός της πόλης κι ενός της μακρινής επαρχίας). Παλιοί κεντρώοι τραβάγανε από τη μια, παλιοί αριστεροί κοντράρανε από την άλλη. Είδε κι αποείδε το κόμμα-κίνημα κι αποφάσισε να ακολουθήσει την πεπατημένη οδό. Τουτέστιν υποσυνείδητο βασιλοχουντισμό (αλλιώς ακροδεξιισμό)–τι διάολο! Μαλάκες ήταν οι Δεξιοί δηλαδή; Τόσα χρόνια εξουσία!

Τι εστί ακροδεξιισμός; «Μη μιλάς –άσε τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα» ή αλλιώς «Τσοβόλα δώστα όλα», «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες». Και «μη μπλέκεις με κομμουνιστές» δηλαδή κάνε παρέα με κάθε συντηρητικό φανατίλα Αραφάτ για να τονώσεις το αγωνιστικό σου προφίλ, άλλαξε το «αντικαπιταλιστικό» σε «πατριωτικό», κατάγγειλε ασύστολα κάθε αντικαπιταλιστική ενέργεια σαν προβοκατόρικη.

Κι όταν εξαντλήθηκε η (εξίσου μπασταρδεμένη) αριστερή φρασεολογία του Πασόκ βρέθηκε η παράταξη σε αμηχανία, το εκμεταλλεύτηκε ο Κινέζος, βγήκε στα κουμάντα.... Ο Κινέζος ήταν ένα κράμα Κεντρώου από ιδεολογία και τεχνοκράτη από εκπαίδευση. Ότι χειρότερο για το ακροδεξιό σύνδρομο δηλαδή! Γι΄αυτό και το παραδοσιακό Πασόκ ξεκωλιάστηκε να τον υπονομεύει –παρεούλα κάνανε αντιπολίτευση ο Ακης, ο Λαλιωτάκης, ο Βερυβάκης κι ο Έβερτ, για όσους τα θυμούνται. Θα πεις, συμβαίνουν αυτά. Καθότι ο Κινέζος κακός πολιτικός, αμοραλιστής, απατεώνας κι όλα τα υπόλοιπα πού λανσάρει ο Τράγκας και επαναλαμβάνουν οι «προοδευτικοί αδέσμευτοι» πολίτες. Εντάξει λοιπόν, ας δεχτώ για την οικονομία της κουβέντας οτι ο Σημίτης ξεσήκωσε τόση κατακραυγή γιατί ήταν παλιανθρωπέας. Αλλά ο Γιωργάκης ο υιός; Όλοι αυτοί πού κατάπιαν αμάσητη την διαχειριστική απειρία του Καραμανλή τζούνιορ ρητόρευαν περί ανεπάρκειας διαχειριστικών εμπειριών του Γιωργάκη! Το «ανιψιός» σταμάτησε να αποτελεί υβριστικό χαρακτηρισμό αλλά το «υιός» όχι! Οι άνθρωποι που αλάλαζαν περί του «να ξεκουμπιστεί να φύγει η πασοκική λαίλαπα του Σημίτη» υιοθέτησαν το «όποιος και να φύγει, όποιος και να ΄ρθει το ίδιο είναι», όταν τέθηκε το θέμα της δεύτερης τετραετίας Καραμανλή. Οι άνθρωποι που σιγοτραγουδούσαν το μάντρα: «όλοι οι πολιτικοί ίδιοι, όλοι οι πολιτικοί αναξιόπιστοι» για όσο κουμάνταρε ο Καραμανλής, άρχισαν το «μας κορόιδεψαν με τις υποσχέσεις τους», με το που ανέβηκε ο Γιωργάκης! Οι άνθρωποι που σνόμπαραν το Σύνταγμα όσο το παραβίαζε ο Καραμανλής έγιναν συνταγματικότεροι του Τσάτσου και του Αλιβιζάτου όταν υπήρξε υπόνοια παραβιάσεως από τον Γιωργάκη! Κι ο Γιωργάκης παλιάνθρωπος; Τι τρέχει εδώ πέρα;

Τρέχει οτι το τεχνοκρατικό Κέντρο του Σημίτη αντικαταστάθηκε από τον Κεϋνσιανισμό σκανδιναβικού τύπου του Γιωργάκη. Όλα αυτά για την τιμημένη ακροδεξιά ιδεοληψία είναι πιο ενοχλητικά κι από παρέμβαση μοριακού βιολόγου σε κυριακάτικο κήρυγμα εκκλησίας.

Πρόσεξε για να μην παρεξηγούμαστε: δεν τοποθετούμαι ηθικοπλαστικά ή έστω κριτικά απέναντι σε κάποια από τις παραπάνω θεωρήσεις, απλώς τις καταγράφω. Και ο όρος «ακροδεξιά –βασιλοχουντισμός» καλό είναι να μην ληφθεί τις μετρητοίς –δεν ισχυρίζομαι οτι οι σύγχρονοι βασιλοχουντικοί-ακροδεξιάς υποσυνείδησης αναπολούν απαραίτητα τον Κοκό και τον Γιώργη τον λεβέντη τον καραμπουζουκλή. Απλώς πιστεύω οτι εφαρμόζουν τη γραμμή πλεύσης που καθιέρωσε η συγκεκριμένη ιδεολογία.

Και πάω στο επόμενο πιάτο του μενού, τουτέστιν στην Αριστερά που ακροδεξιίζει. Την Αριστερά που υπόσχεται ριζοσπαστικές αλλαγές όσο βρίσκεται στην απέξω αλλά όταν αποκτάει τα μέσα ανακαλύπτει οτι «οι συνθήκες δεν είναι ώριμες για τέτοια πράγματα». Βλέπε: γάμους ομοφυλοφίλων και ΣΥΡΙΖΑ. Βλέπε: Σύμφωνο Συμβίωσης και ΚΚΕ.
Στην Αριστερά που κοιτάζει να μην την περάσουν για κομμουνιστική, γι΄αυτό και εξελίσσει διακριτικά την επανάσταση για την κατάληψη της εξουσίας σε «κοινοβουλευτική επανάσταση», ονομάζει προβοκάτσια τον αγώνα στο πεζοδρόμιο, χαρακτηρίζει φραξιονιστικές τις ενέργειες οργάνωσης των πολιτών πέραν της κομματικής γραμμής... Γενικά, απομακρύνεται από οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αποτελεσματική ενέργεια στα πλαίσια της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Κι αν δεν με πιστεύεις άντε να προτείνεις κατάληψη των εγκαταστάσεων του ΟΛΠ, για παράδειγμα, αντί για τα μαλακισμένα μπλοκαρίσματα των εισόδων των κρουαζιερόπλοιων. Άντε να προτείνεις κατάληψη της Ακρόπολης αντί για ανάρτηση πανό.

Τα ακροδεξιά αντανακλαστικά ενεργοποιούνται με ζηλευτή συνέπεια και στις ομάδες πολιτών οι οποίοι αρνούνται την πολιτική πολιτογράφηση (πλεονασμός με σκοπό την εμπέδωση!) Μιλάω για τους πολίτες που δεν ψηφίζουν στις εκλογές με το σκεπτικό οτι το παιχνίδι είναι στημένο και δεν τους αφορά, ή αυτούς που θεωρούν οτι η ψήφος είναι δείγμα κομματικής υποτέλειας ξέρω ΄γω... Μιλάω για όσους θεωρούσαν, π.χ., την Ελευθεροτυπία ξεπουλημένη στο Πασόκ και την Καθημερίνη πραγματικά αδέσμευτη! Μιλάω για όσους θεωρούσαν τη Μαλβίνα αντιεξουσιάστρια, τους Ελληνοφρένειες καυστικούς, τους ΑΜΑΝ αδέκαστους και τον Λαζόπουλο ταλαντούχο! Μιλάω βέβαια και για εκείνους τους αστείους που κινούνται μέσα-έξω από τα κόμματα και στηρίζουν απόψεις του τύπου: «στις δημοτικές εκλογές ψηφίζω για να αντιδράσω στο Μνημόνιο!» Άποψη που μου δημιουργεί την απορία: αν έχω δυο υποψήφιους, έναν φιλομνημονιακό (Πασόκο, Ντορικό, ξέρω ΄γω ποιοι είναι...) κι απέναντί του τον Κώστα Πρέκα, θα ψηφίσω Πρέκα για να χτυπήσω το Μνημόνιο; Και θα περάσω μετά μια τετραετία με τον Πρέκα δήμαρχο; Ή δεν θα ψηφίσω τίποτα εφόσον οι ικανότητες του δημάρχου μου είναι αδιάφορες -χέστηκα αν θα βάλει λεωφορεία στην περιοχή μου, όλοι ίδιοι είναι, όλοι τα ίδια κάνουν; Δηλαδή -υπάρχουν όρια στη μαλακία;

Σ΄αυτή την κατηγορία πολιτών τα ακροδεξιά χαρακτηριστικά φαίνονται πιο έντονα εφόσον δεν διαθέτουν το φτιασίδωμα της κομματικής ορολογίας. Όπως οι γιαγιάδες τους φοβόντουσαν να πάνε να ψηφίσουν μην τις δουν και τις «χαρακτηρίσουν», έτσι ακριβώς φοβούνται κι αυτοί τον «χαρακτηρισμό». «Να μην ξέρει κανείς τι πιστεύεις παιδί μου!» έλεγε η μάνα μου και μάταια προσπαθούσα να της εξηγήσω οτι αυτό είναι αδύνατο. Το αδύνατο προσπαθεί να κάνει δυνατό η συγκεκριμένη κατηγορία πολιτών.
Πού βαριέται ή φοβάται να βγάλει το φίδι από την τρύπα επειδή τέτοιου είδους ενέργειες σημαίνουν ανατροπή του ημερήσιου προγράμματος.
Που βρίσκει δήθεν ιδεολογικές δικαιολογίες για να μην ενεργήσει, παρόμοιας υφής με τις μαλακίες που έλεγα εγώ στην Πρώτη Γυμνασίου για να μη γίνω κομμουνιστής.
Που αντιδρά στον κομμουνισμό επειδή «έχει ξύλινη γλώσσα» και «είναι φασιστική πρακτική», ενώ δεν έχει διαβάσει ούτε μισό βιβλίο περί της συγκεκριμένης θεωρίας κι ενόσω καταδικάζει κάθε ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ τοποθετώντας την στο κρεβάτι του Προκρούστη την ώρα που ο καπιταλισμός έχει το ακαταλόγιστο.
Που χρησιμοποιεί θεωρίες του 1800χαίρετε περί «επιβιώσεως του δυνατού», περί «ανθρώπινης έμφυτης κακίας» (Homo homini lupus) για να δικαιολογήσει την απροθυμία της να αποχωριστεί το i-pod, ή την ανάγκη της για τζιπάκι με δόσεις.

Θα πρόσεξες οτι άφησα την Άκρα Αριστερά έξω από το ξεκοίλιασμα με σκοπό την ανεύρεση Ακροδεξιάς υπόφυσης. Το έκανα ηθελημένα –επειδή δεν μου αρέσει να κλέβω εκκλησίες κι ας διαφωνώ με το δόγμα που πρεσβεύουν. Αυτό σημαίνει (ΕΚΤΟΣ ΟΣΩΝ ΦΑΝΤΑΖΕΣΑΙ) οτι η Άκρα Αριστερά είναι τόσο κατακερματισμένη που ότι κι αν πεις, μέσα θα πέσεις. Ακόμα κι αν ισχυριστείς οτι οι Ακροαριστεροί είναι ΠΑΣ Γιάννενα ας πούμε...

Κλείνω δίνοντας τη συνταγή της σίγουρης επιτυχίας σε κάθε κομματάρχη (στο πάνω μέρος της σελίδας μου έχω το μέιλ –επικοινωνήστε μαζί μου για να σας δώσω αριθμό τραπεζικού λογαριασμού): Θέλεις πουλάκι μου να κερδίσεις τις εκλογές; Κάνε τους πολίτες να πιστέψουν οτι δεν έχεις καμιά σχέση με την πολιτική. Εξήγησέ τους οτι κατέχεις την απόλυτη αλήθεια, γνωρίζεις τον τρόπο να εισπράττουν όλοι μισθό ή επιδότηση από το Δημόσιο και εγγυάσαι οτι στο τέλος της θητείας σου θα εμφανίσεις τον από μηχανής θεό για να πληρώσει τα σπασμένα. Πες τους οτι παρέχεις εγγυημένη ανομία παράλληλα με την προστασία της περιουσίας τους από εξειδικευμένους μπάτσους –σκυλιά. Υποσχέσου οτι θα τους φέρουν φτωχούς απέξω για να ξεχαρμανιάζουν. Εξήγησέ τους πώς όσο δεν σε ενοχλούν δεν θα τους ενοχλείς. Μετά από δυο πετυχημένες τετραετίες κάνε στην άκρη, βάλε έναν μαλάκα στη θέση σου να φάει το ξύλο και περίμενε.
Σε λίγο θα σε ξαναφωνάξουν να ξανακυβερνήσεις Κώστα μου.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι