Πέμπτη, Δεκέμβριος 16, 2010

Ωδή

Το υποσχέθηκα στο προηγούμενο ποστ μου. Πρόκειται για ένα κείμενο του Αντώνη Πανούτσου που είχε δημοσιευτεί σε ΜΟΤΟ της δεκαετίας του '80 (την εποχή που ο Αντόν έφτιαχνε ιστορικά άρθρα με τίτλους όπως: "KαLάRει ο Ζέπος και βγάζει KαLαMάρια" σε συγκριτικό τεστ μοντέλων της Kawasaki) και αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Οι μηχανόβιοι» (των Ηλία Μπαρμπίκα και Κώστα Ζαχαρόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη). Καλή απόλαυση:

-Το συνεργείο είναι τέμενος, ο μάστορας είναι αρχιερέας και τα μαστοράκια καντηλανάφτες. Το συνεργείο έχει θαυματουργές ικανότητες, κάτι σαν την Παναγιά της Τήνου. Πάμε τη μοτοσυκλέτα μας να γίνει καλά. Όπως λοιπόν δεν διατάζουμε την Παναγιά «Κάνε το παιδί να περπατήσει και θα’ρθω το απόγευμα να το πάρω», έτσι δε λέμε στο μάστορα «Φτιάχτο και θα περάσω αύριο». Για καλύτερες μέρες, αρμονικές σχέσεις και περισσότερα χιλιόμετρα, διατυπώνουμε το αίτημα ως εξής: «Μάστορα, νομίζω οτι έχει πρόβλημα στον (στην/στο)... Θα μπορέσεις να το κοιτάξεις; Πότε να σε πάρω τηλέφωνο;» Η φράση επαναλαμβάνεται τρεις φορές σαν ινδικό μάντρα, γιατί κανένας μάστορας δεν απαντάει με την πρώτη. Αν είναι παλιός μάστορας, την επαναλαμβάνουμε πέντε φορές, γιατί μπορεί να έχει κουφαθεί από το αερόκλειδο.

-Ο μάστορας είναι φοβερός στην οργή του, μεγαλόθυμος στην εύνοιά του και συγκαταβατικός στις αδυναμίες τού ατελούς όντος που λέγεται μοτοσυκλετιστής. Κάτι σαν τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Η μαγική λέξη που σας χαρίζει την εύνοιά του είναι το «νομίζω». Ποτέ δεν ξέρετε. Νομίζετε. Αν έχουν χαλάσει τα φώτα, λέτε «Νομίζω ότι δεν έχει φώτα». Αν έχει σκασμένο λάστιχο, «Νομίζω ότι έχει σκάσμενο λάστιχο». Έτσι μιλάνε.
Ποτέ δεν λέμε στο μάστορα «Το μπουζί μπαίνει στην τρύπα του κυλίνδρου» ή «Ένας φίλος μου έχει την ίδια μηχανή και την οδηγεί πάντα με τιμόνι». Αν ο μάστορας θέλει να βάλει το μπουζί κάπου αλλού ή πιστεύει οτι μπορείτε να οδηγείτε χωρίς τιμόνι, εσάς δε σας πέφτει λόγος.
Ποτέ δε ρωτάμε «Τι είναι αυτό;» και «Τι κάνει;» Σε αυτές τις ερωτήσεις ο μάστορας δεν απαντά. Στο κάτω κάτω, όλοι ξέρουμε οτι τα μικρά εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας ονομάζονται παπαράκια και για να τα έχουν βάλει στη μηχανή κάτι θα κάνουν.
Ποτέ δεν απευθύνουμε το λόγο στο μάστορα. Περιμένουμε να μας απευθύνει ΑΥΤΟΣ το λόγο. Δηλαδή νομίζετε οτι δεν σας έχει δει και δε σας μιλάει; (Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν στο συνεργείο δείτε μάνιουαλ στο σύστημα μπράιγ. Τότε ο μάστορας είναι όντως τυφλός. Αν ο μάστορας είναι και τυφλός και δεν σας απαντάει, σημαίνει οτι έχει κουφαθεί από αερόκλειδο. Είναι μια σπάνια περίπτωση που χρήζει μελέτης. Έχω καταλήξει ότι σε αυτή την περίπτωση τον οδηγείτε από το μπράτσο στη μοτοσυκλέτα σας, αφού περιμένετε πρώτα να κρυώσει το μοτέρ).



-Ποτέ δεν καθόμαστε στο συνεργείο. Περιμένουμε όρθιοι στη γωνία του χώρου αναμονής. Αν ο χώρος είναι τετράγωνος και οι τέσσερεις γωνίες πιασμένες από άλλους πελάτες, βγαίνουμε στο πεζοδρόμιο μέχρι ν΄αδειάσει μια γωνία. Αν το πεζοδρόμιο είναι γεμάτο, φεύγουμε.

-Ο μάστορας κατά 99% είναι τσακωμένος με τους γείτονες γιατί κάνει φασαρία. Σπρώχνουμε λοιπόν πάντα τη μοτοσυκλέτα μας τα τελευταία 100 μέτρα, με σβηστό το μοτέρ. Αν είστε πραγματικά ευγενικοί, σβήνετε το μοτέρ στα σύνορα του δήμου όπου εδρεύει το συνεργείο.

-Όποτε λείπει ο μάστορας από το συνεργείο, τον αντικαθιστά το αρχαιότερο μαστοράκι, που έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με το μάστορα. Η αρχαιότητα αναγνωρίζεται με τα στρώματα του γράσου.

-Ο μάστορας δεν κάνει λάθη. Οι εταιρείες κάνουν. «Κοίτα τούς μαλάκες τούς Γιαπωνέζους πού πήγανε και το βάλανε». Σύμφωνα με 2 στους 5 μάστορες, το φανάρι θα έπρεπε να βρίσκεται πάνω στο ρεζερβουάρ. Μπορεί να μη φωτίζει καλά αλλά λύνεται εύκολα.

-Αν η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και θέλετε να πεθάνετε σαν μοτοσυκλετιστής, η λύση είναι απλή. Πηγαίντε στο συνεργείο Παρασκευή, στις 7 το απόγευμα, και φωνάξτε από το πεζοδρόμιο: «Μάστορα, βγαίνεις λίγο έξω να μού αλλάξεις μια ντίζα;» Κανείς δεν έχει ζήσει για να περιγράψει τη συνέχεια!

Δευτέρα, Δεκέμβριος 13, 2010

Οι Σαχλαμαρόβιοι

Το απέφευγα γιατί είχα ψυλλιαστεί οτι θα με εκνευρίσει, αλλά τελικά δεν το γλίτωσα. Ένας φίλος μού το έστειλε πεσκέσι, δεν γινόταν να μην το διαβάσω εφόσον έφτασε στα χέρια μου.

Κατά πρώτον, για να εξηγούμαι, η σιγουριά περί εκνευρισμού πήγαζε από τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου: «Οι μηχανόβιοι» (των Ηλία Μπαρμπίκα και Κώστα Ζαχαρόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη). Και να’ταν μόνο ο τίτλος... Είχα κάπου διαβάσει την παρουσίαση του βιβλίου κι ανακάλυψα οτι συμπεριλαμβανόταν μέχρι ο Γέρων Παϊσιος στους όσους διηγούνταν εμπειρίες με μοτοσυκλέτες! Δε με πιστεύεις;
Γέρων Παΐσιος: «Στα χέρια μάς κρατούν οι άγιοι. Ένα παιδί που του είχα δώσει ένα σταυρουδάκι, καθώς έτρεχε με το μοτοσακό πέρασε πάνω από ένα ταξί, έκανε τούμπα και συνέχισε να τρέχει στον δρόμο χωρίς να πάθει τίποτα. Πολλοί γλιτώνουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν και διορθώνονται».
Ε ρε γλέντια –έτσι;


Με τις μοτοσυκλέτες απέκτησα επαφή στις αρχές του ’80 επειδή το σπίτι μου ήταν κοντά στη Βούτα. Και οι παρέες μου πέρναγαν τα βράδια τους εκεί –πήγαινα πριν πάρω δικιά μου μηχανή, δικάβαλο στο ΧΤ του Μήτσου (εκείνο με το ασημί-μαύρο ντεπόζιτο σε σχήμα δάκρυ), προετοιμασμένος για ποδαρόδρομο στην ανηφόρα σε περίπτωση που χάναμε την κόντρα, αλλά και έτοιμος να οδηγήσω όποια μηχανή κέρδιζε ο Μήτσος. Επειδή τότε στις κόντρες παίζονταν άδειες –λεφτά δεν υπήρχαν για να στοιχηματίσουμε. Είχαμε κερδίσει ένα XL κι ένα DT πριν αποφασίσει ο Μήτσος οτι ήταν μαλακία αυτά τα πονταρίσματα λόγω διαφοράς κυβισμού. Άσε που οι κερδισμένες μοτοσυκλέτες δεν πιάνανε μία στη μεταπώληση έτσι πειραγμένες και πολύσπαστες που ήταν. Αλλά τέλος πάντων εγώ είχα ήδη κονομήσει ένα κανιβαλισμένο πράσινο εξάβολτο παπί και το έπαιζα σοβαρό μέλος της παρέας –τρομάρα μου!

Με τις μοτοσυκλέτες απέκτησα εμμονή όταν βγήκε το XT 600 Tenere, εκείνο με το κίτρινο μπλε ντεπόζιτο –τελεία και παύλα.

Και σαν συνειδητοποιημένος οδηγός μοτοσυκλέτας της δεκαετίας του ’80 διέθετα αλληλεγγύη για τα υπόλοιπα μέλη της μειονότητας στην οποία ανήκα. Τουτέστιν:

-Αναβόσβηνα τα φώτα σε κάθε μηχανή που συναντούσα εκτός Αθήνας και σταματούσα αν έβλεπα μοτοσυκλέτα ή παπί με πρόβλημα.

-Φόρτωνα με τον χαρακτηρισμό «μηχανόβιοι» που μας είχαν κολλήσει κάτι σκατοταινίες του Δαλιανίδη και κάποιοι θερμόμετροι που το παίζανε ειδήμονες στις ενημερωτικές εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης. Όπως, υποθέτω, θα φόρτωνε κι ο σκυλάς με τον χαρακτηρισμό «μπουζουκόβιος» ή ο γκιράπης με το «ντισκόβιος», ή ο ρεμάλης με το «αλητόβιος». Γιατί, ως γνωστόν, όταν χρησιμοποιούμε σαν συνθετικό μιας λέξης κάτι τόσο ολοκληρωτικό όσο το «βίος» αυτό που παράγεται είναι υβριστικός χαρακτηρισμός και δηλώνει οτι ο Χ είναι ηλιθιωδώς κολλημένος και θα παραμείνει τέτοιος δια βίου.

-Πάλευα μαζί με τους φίλους μου αλλά και κάποια περιοδικά του χώρου να αποτινάξουμε από πάνω μας την εξίσωση: μηχανή= κλεφτρόνι, τσαντάκιας, πρεζόνι.

-Ανήκα σε αυτούς που μπορούσαν άνετα να σε σπάσουν στο ξύλο αν έκανες μπροστά τους υπαινιγμό οτι η μοτοσυκλέτα λειτουργούσε σαν προέκταση του πέους τους (άλλωστε το DT μου ήταν μόνο 200 κυβικά –πού να μετρηθώ με τους 1200ρηδες;)

-Διαβάζοντας μανιωδώς ΜΟΤΟ και υιοθετώντας την οπτική του συγκεκριμένου περιοδικού για τη μοτοσυκλέτα, θεωρούσα οτι δεν δικαιούται κανείς να έχει μηχανή αν δεν τη μαστορεύει μόνος του (λάδια, φρένα, βαλβίδες, μπουζί κ.λ.π.)

Σου έγραψα πώς έβλεπα (και εξακολουθώ να βλέπω) τα σχετικά θέματα εγώ, άσε με τώρα να σου περιγράψω το αντικείμενο του εν λόγω βιβλίου:

1. Πρόκειται για ιστορίες σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή κάποιοι λένε τι τους συνέβη σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα. Μόνο που οι ιστορίες είναι τόσο ενδιαφέρουσες όσο η έκφραση «εκεί που πήγαινα να κλάσω -χέστηκα». Αν δεν με πιστεύεις διάβασε εδώ μια προδημοσίευση.

2. Οι αφηγητές χωρίζονται ουσιαστικά σε δυο ομάδες –επαγγελματίες του χώρου της μοτοσυκλέτας και απλοί χρήστες. Για τους επαγγελματίες θα σου πω παρακάτω, αλλά σχετικά με τους απλούς χρήστες (5-10 άτομα που κοτσάρουν από μια ιστορία τους σε κάθε θεματική ενότητα του βιβλίου) θα πρέπει να παραδεχτούν μέχρι και οι «συγγραφείς» του βιβλίου, οτι κυμαίνονται μεταξύ κοινοτυπίας και τερατολογίας. Είπα «συγγραφείς» του βιβλίου και θυμήθηκα: στην τελευταία ενότητα, την επιλεγόμενη και freak out υπάρχει μια ιστορία του Ηλία Μπαρμπίκα με τίτλο «Ο προφήτης Ηλίας» (ή κάπως έτσι) που διαθέτει τόσα κιλά χοντροκομμένου ναρκισσισμού ώστε να επιτυγχάνεται το πλήρες φρικάρισμα του αναγνώστη ειδικά στο τέλος όπου γίνεται η σύνδεση μεταξύ προφήτη Ηλία και Ηλία Μπαρμπίκα (να! το θυμήθηκα και ανατρίχιασα πάλι!)

3. Η ομάδα των εμπλεκομένων επαγγελματικά με τη μοτοσυκλέτα περιλαμβάνει συνεργειάδες, πρώην αγωνιζόμενους και νυν ιδιοκτήτες μαγαζιών πώλησης και 2 ή 3 δημοσιογράφους του χώρου (αν θυμάμαι σωστά). Από τους δημοσιογράφους του χώρου, ο μεν Πανούτσος αναδημοσιεύει ένα ΘΕΪΚΟ κείμενο που είχε γράψει όταν ακόμα ήταν στο ΜΟΤΟ (το συγκεκριμένο κείμενο θα το αντιγράψω και θα το σηκώσω σύντομα εδώ μέσα) κι ένα κείμενο –μπαρούφα επιπέδου «να γεμίσω μιάμιση σελίδα» κι ο Γιάννης ο Ντρενογιάννης γράφει (ή διηγείται) ένα κείμενο που θα μπορούσε να έχει τίτλο: «Όσα χρόνια κι αν περάσουν, το κόμπλεξ μου για το ΜΟΤΟ θα παραμένει ζωντανό».
Έγραψα πρώτα για τους δημοσιογράφους επειδή αυτοί είναι οι συμπαθητικοί επαγγελματίες. Οι συνεργειάδες και οι μαγαζάτορες ήταν (και μάλλον παραμένουν) απεχθέστατοι για κάθε μοτοσυκλετιστή που σέβεται τη μηχανή του. Προς τι η απέχθεια; Αν ρίξεις μια ματιά στις τιμές και τη διαθεσιμότητα των ανταλλακτικών, στις τιμές πώλησης των μοτοσυκλετών και ρωτήσεις 10 αναβάτες για το τι ζημιές τους έχουν κάνει στα συνεργεία θα καταλάβεις. (Ανέκδοτο: γνωστός πρώην αγωνιζόμενος και νυν μαγαζάτορας παίρνει μέρος σε τηλεοπτική εκπομπή σχετική με τις μηχανές πού δολοφονούν τα αθώα παιδάκια, στις αρχές του ΄90. Σε ερώτηση του μονίμως ημιδακρυσμένου παρουσιαστή: «τι θα συμβουλεύατε τους γονείς αυτών των παιδιών που καβάλανε μηχανές;» η απάντηση του πρώην και νυν ήταν: «να αγοράζουν στα παιδιά τους καλά κράνη και να τους πληρώνουν τις δόσεις που έχουν βάλει»)

4. Το θέμα της κλοπής της μοτοσυκλέτας αναπτύσσεται σε μια ενότητα (και γυροφέρνει σε κάμποσες άλλες). Αν ποτέ είχες μοτοσυκλέτα θα θυμάσαι οτι το ενδεχόμενο να μη τη βρεις εκεί που την πάρκαρες συνέβαλε στο να ασπρίσουν γρηγορότερα (ή να πέσουν –αν διέθεταν φιλότιμο) τα μαλλιά σου. Στο βιβλίο λοιπόν έχουμε την ρομαντική αναπόληση κάποιων κλοπών, την αστεία πλευρά της κλοπής και άλλες τέτοιες μαλακίες. Πράγμα που μας οδηγεί στις εξής υποθέσεις: α) οι συγγραφείς είναι φραγκάτοι και δεν αγχώνονται μην τους κλέψουν τη μηχανή, β) οι συγγραφείς είναι χαζοχαρούμενοι και ψαρώνουν με κάθε χάχα που τους αραδιάζει φούμαρα, γ) οι συγγραφείς δεν έχουν μηχανή.

5. Το θέμα των μπάτσων επίσης αναπτύσσεται σε μια ενότητα (αν και υπάρχει ο Ίβελ Κανίβελ μπάτσος ονόματι Βρόντος –ή μήπως ο βρόντος ονόματι Μπάτσος; -ο οποίος σουλατσάρει σε διάφορες ενότητες του βιβλίου). Διαβάζουμε λοιπόν για Ζητάδες που αφήνουν επικίνδυνες γριές να οδηγούν σαρώνοντας ότι μοτοσυκλέτα βρεθεί μπροστά τους (μα πόσο άνθρωποι είναι αυτοί οι μπάτσοι!), διαβάζουμε για μπάτσους που τους έχουν κλέψει τη μηχανή και τη βρίσκουν μέσω των γνωριμιών που διαθέτουν (καθότι ο σωστός τσοςμπά ανακατεύεται με τον υπόκοσμο για να πολεμά το έγκλημα), διαβάζουμε για μπάτσους όλο ντομπροσύνη που δηλώνουν ευθαρσώς: «εγώ άνθρωπο με χειροπέδες ποτέ δεν χτυπάω –πριν μπορεί να τον τσακίσω στο ξύλο, αλλά όταν του περάσω χειροπέδες τον προστατεύω, είναι στην ευθύνη μου» (έφριξες;)
Επίσης αναπτύσσεται πλήρως ο αστικός μύθος περί Ζητάδων οι οποίοι ήταν και καλά κοντράκηδες που μπήκαν στην αστυνομία για να τα χώνουν νόμιμα. Αν δεν έχεις πάθει ακόμα Αλτσάχαϊμερ και είσαι πάνω από 40 θα θυμάσαι οτι αυτή η φήμη κυκλοφόρησε για κάνα εξάμηνο την εποχή που το Πασόκ έφτιαξε την ομάδα Ζ. Φήμη κλεμμένη από αμερικάνικη ταινία του τύπου «Και οι 12 ήταν καθάρματα» η οποία κράτησε μέχρι τη μέρα που οι Ζητάδες βαρέθηκαν να τρώνε τα μούτρα τους στη Συγγρού κυνηγώντας μηχανές και άρχισαν να βουτάνε τα κλειδιά των μοτοσυκλετών στην κίνηση. Επειδή λοιπόν κοντράκιας που σαβουριάζεται κάθε πού πάει να κυνηγήσει κάποιον γρήγορο δεν υπήρξε ποτέ και μοτοσυκλετιστής τόσο ξεφτιλισμένος ώστε να τραβάει κλειδιά στην κίνηση -σπανίζει, ο μύθος του Ζητά που ήταν «ένας από εμάς αλλά πέρασε απέναντι» ξεθώριασε πριν ολοκληρωθεί ο πρώτος χρόνος κυκλοφορίας των Ζητάδων στους δρόμους. Η επαναφορά του συγκεκριμένου μύθου 30 χρόνια μετά θα ήταν γελοία αν δεν ήταν εκνευριστική.

6. Η αγωνία των «συγγραφέων» να γεμίσουν σελίδες (ή ίσως η ευπιστία τους στην κατάποση αστικών μύθων του είδους «κροκόδειλοι στους υπονόμους») τους οδηγεί στο να αναπαράγουν άκριτα ότι μαλακία κυκλοφορεί στα πέριξ. Όπως ας πούμε εκείνη τη φοβερή σαχλαμάρα με τον «αράπη στο λεωφορείο που τρώει το εισιτήριο της κυρίας που τον έβρισε» -ποιος δεν την έχει ακούσει; Ε, τη βάζουν στο βιβλίο με τους «μηχανόβιους» προσθέτοντας ένα: «μου είχε σκάσει η μπροστινή ρόδα του ΧΤ και πήρα το λεωφορείο για να πάω να τη μπαλώσω»!!! Και όχι (σου λύνω προκαταβολικά την απορία) δεν έχουν βάλει στο βιβλίο το ανέκδοτο με τον Τοτό και τα μυρμήγκια!
«Πώς γίνεται όταν μαζεύονται οι φίλοι; Πίνουν κάνα ποτήρι, μερακλώνουν κι αρχίζουν να λένε παλιές ιστορίες. Τέτοιες συγκεντρώσαμε σ' αυτό το βιβλίο. Ιστορίες για μηχανές με κουρελού αντί για σέλα, που διασχίζουν κάθετα τη Συγγρού, που συγκρούονται με γαϊδάρους και γριές. Ιστορίες με ήρωες που βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο με τους νοικοκυραίους και τους μπάτσους, που κλέβουν όποια μηχανή τούς γυαλίσει, που οδηγάνε δεκατέσσερεις χιλιάδες χιλιόμετρα χώμα στο ταξίδι του μέλιτος...»

Τα παραπάνω ισχυρίζονται στην περιγραφή του βιβλίου οι δυο «συγγραφείς». Δημιουργώντας την εξής απορία: πώς γίνεται να τιμάται 15 ευρώ η σαχλαμάρα που λένε κάποιοι μαζεμένοι, «μερακλωμένοι» και σουρωμένοι φίλοι; Δηλαδή, σε λίγο θα βγάλουμε και βιβλίο με τα σάλια της παρέας που κάνουν την εμφάνισή τους μαζί με τις περαστικές μπάνικες γκόμενες;

Γράφει κι έναν πρόλογο στο βιβλίο ο μέγας Χριστόφορος «Απολύομαι και τρελαίνομαι» Κάσδαγλης, αναπολεί τα χρόνια του με τη μηχανή, αφού τώρα το παράτησε το άθλημα και πήρε αυτοκίνητο.

Δηλαδή έχουμε εδώ να κάνουμε με δυο τύπους πού μετά το κάργα ψαγμένο βιβλίο τους «Τα Λουτρά της Ελλάδας» (ένας περιηγητικός οδηγός αξιώσεων, σύμφωνα με τη Lifo) αποφάσισαν να ασχοληθούν με «Τους Μηχανόβιους της Ελλάδας». Βρήκανε κι έναν Κάσδαγλη εκεί πέρα, πρωτοξάδερφο του Μπούστα (να υποθέσω;) μπατζανάκη του Αρνόκουρου (να σκεφτώ;) και το δέσανε το συκαλάκι.

Καλή επιτυχία θα τους ευχηθώ και θα τους προτείνω το επόμενο πόνημά τους να αφορά τους αναρχικούς των Εξαρχείων, εκ μέρους των οποίων ας επιλέξουν να μιλάει ο Κύρκος, ο Αλαβάνος και ο Καραμπελιάς! Και η Σώτη Τριανταφύλλου -γιατί όχι η Σώτη δηλαδή;



Πέμπτη, Δεκέμβριος 09, 2010

Τη σακουλεύεται τελικά ο Αρμάνδος;

«Χρειάζομαι έναν ήρωα/ θα κρατηθώ για χάρη του μέχρι το τέλος της νύχτας», έλεγε η άρτι αφιχθείσα από το κομμωτήριο Μπόνι Τάιλερ τα αρχαία εκείνα χρόνια. Και κούναγε ο στουντιακός αέρας τα μασίφ, από τη λακ, μαλλιά. Και τη δέρνανε οι πέντε ανέμοι στο αρτιφίσιαλ λοφάκι...

Και κοροϊδεύαμε εμείς: «ίσα μωρή μπαλότσα -δηλαδή πρέπει να ΄ρθει ο Καραϊσκάκης για να του κάτσεις;» Μικροί –τόσα ξέραμε, τόσα λέγαμε! Διότι όσα κοροϊδεύεις τα λούζεσαι, εξακριβωμένο αυτό. Έτσι λοιπόν, επειδή πολύ τους πονηρούς κάναμε και το παίζαμε «νο μορ χίροους άμα λάχει», η ζωή μας εκδικήθηκε με καταναγκαστική διαβίωση «στην εποχή των ηρώων» (σα να λέμε: «Το Κακό στην εποχή των ηρώων»).

Η εποχή αυτή νομίζω πως εγκαινιάστηκε όταν τα κόμιξ άρχισαν να διασκευάζονται σωρηδόν σε κινηματογραφικές ταινίες –εγώ τα έχω δει όλα, επειδή από μικρός διάβαζα κόμιξ, αλλά δεν τα πιστεύω. Ούτε όταν τα είδα, ούτε παλιά που τα διάβαζα –δηλαδή δεν πιστεύω οτι ο Σπάιντερμαν αναρριχάται στα κτίρια, ή οτι ο Χουλκ μεταμορφώνεται, ή οτι ο Κάπτεν Αμέρικα υπάρχει στην πραγματικότητα, ας πούμε. Δεν τα θεωρώ όλα αυτά πιθανά να συμβούν, ή να συνέβησαν ή να συμβαίνουν...

Και γι΄αυτό διατηρώ την ιστορικά τεκμηριωμένη άποψη: πας όστις διαφοροποιείται του πλήθους δια της επισταμένης αναπηδήσεως σε βάθρο προετοιμάζεται για δικτάτορας ή για μις Τουρισμός σε καλλιστεία.
Ενώ λοιπόν ο δεύτερος χαρακτηρισμός στην παραπάνω πρόταση δεν με ενοχλεί –το αντίθετο μάλιστα (ειδικά αν έχω εξασφαλίσει θέση κοντά στο βάθρο) ο πρώτος χαρακτηρισμός με ζορίζει. Θυμάμαι δηλαδή κάτι σωτήρες από δω, κάτι λαοπρόβλητους από κει, κάτι ηγέτες καβάλα στ΄άλογα παραδίπλα και θυμάμαι πόσους παραχώσανε όλοι αυτοί μέχρι να ξεκουμπιστούν από την εξουσία.

Θα πεις –«καλά ρε παιδί μου, πώς είσαι τόσο απόλυτος;» Όμως απόλυτος δεν είμαι εγώ, απόλυτη είναι η μεθοδολογία του συστήματος. Απόλυτα καθορισμένη είναι και η πορεία αποδυνάμωσης οποιουδήποτε κινήματος (κινήσεως ή ότι θες βάλε) με την υπερέκθεση στη δημοσιότητα ενός μέλους του κινήματος (συνήθως αυτού που διαθέτει μεγαλύτερη φωτογένεια). Να στο κάνω σέντσια:
Ξεκινάει μια κίνηση για επαναχρησιμοποιούμενες πλαστικές σακούλες, ας πούμε. Όπου βγαίνουν κάποιοι αλτρουιστικοί τύποι και προτείνουν να μεταφέρουμε τα ψώνια μας στο σπίτι με τις πλαστικές σακούλες κι όταν ξαναβγαίνουμε να τις πηγαίνουμε τις σακούλες σε ειδικά σημεία, για να τις ξαναπαίρνουν τα μαγαζιά, κάτι τέτοιο τέλος πάντων... Ωραία πρόταση; Ας το παραδεχτούμε.
Έλα όμως που αν γινόταν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να μην τυπώνουν τη φίρμα τους οι εταιρείες στις σακούλες! Τουτέστιν ένα μεγάλο κομμάτι της διαφήμισης, ο κλάδος των σακουλοσλογκανοποιών θα έμενε ανενεργό. Και μια δαπάνη ενσωματωμένη στην τιμή του προϊόντος θα έμενε ορφανή. Λέμε τώρα, χονδροειδώς, μην τα πάρεις τις μετρητοίς. Θέλω να καταλήξω στο οτι η συγκεκριμένη κίνηση εγγράφεται ως επιβλαβής και πρέπει πάραυτα να ψεκαστεί με εξαφανιζόλ.
Πώς όμως; Απλό το κόλπο και το έγραψα ήδη. Βουτάμε έναν φωτογενή από την εν λόγω κίνηση –ας τον ονομάσουμε Αρμάνδο. Κι αρχίζουμε το λακριντί, ο Αρμάνδος είπε σήμερα αυτό, ο Αρμάνδος πήγε χτες και έφαγε σουβλάκι στου Χασάν, ο Αρμάνδος κατουράει καθιστός για να μη λερώνει το καπάκι της τουλέτας... Μετά τον καλούμε σε συνέντευξη. Και «πείτε μας κύριε Αρμάνδε μας πώς τεμαχίσατε 7 πολυεθνικές και 15 διεφθαρμένες κυβερνήσεις με μόνο όπλο τα γυμνά σας δόντια» και «τι γνώμη έχετε περί της ευρωπαϊκής πορείας του Παναθηναϊκού κύριε Αρμάνδε» και παντού κολαούζος ο Αρμάνδος μέχρι να τον βλέπει ο θεατής και να παθαίνει βέρτιγκο. Τι έχουμε πετύχει μέχρι εδώ; Την προσωποποίηση της κίνησης στον κύριο Αρμάνδο. Από τούδε και στο εξής, όταν κλάνει ο Αρμάνδος βρωμάει η κίνηση.
Παρακάτω;
Δυο είναι οι δρόμοι που ανοίγονται (όπως πάντα). ‘Η ταΐζουμε τον Αρμάνδο μια σκάφη φασόλια και τον καταποντίζουμε μετά μαζί με τη βρωμοκοπούσα κίνησή του, ή τον κάνουμε σελέμπριτι και κουμαντάρουμε την κίνηση που εκπροσωπεί μέσα από δεξιώσεις και μπουζουκομάγαζα.
Κι αν η κίνηση καταλάβει το πάθημα Αρμάνδου κι επιχειρήσει να απαγκιστρωθεί απ΄αυτόν; Ω, μα τότε είναι εμφανές το τι συμβαίνει! Προσωπικές φιλοδοξίες και ίντριγκες έβαλαν σκοπό να φάνε τον Αρμάνδο τον ανιδιοτελή και καλύτερα να διαλυθεί η κίνηση στα εξ ων συνετέθη ώστε να πάρει το παιχνίδι όλο πάνω του ο Αρμάνδος και να προωθήσει αποτελεσματικά τους σκοπούς της κίνησης. Οι οποίοι σκοποί είναι...., χμ, εεε.... θυμάται κανένας;

Κάνε στα παραπάνω το λογαριασμό και θα δεις οτι κάθε περίπτωση καταλήγει στο να καταποντιστεί ο σκοπός της κίνησης.

Εξαιρέσεις; Βεβαίως και υπάρχουν –πάρε παράδειγμα τον Υποδιοικητή Μάρκος. Τον φέρανε από δω, τον φέρανε από κει –στο τέλος δεν κατάφεραν να τον καλουπώσουν κι αναγκάστηκαν να το γυρίσουν σε παραστρατιωτική καταστολή για να αντιμετωπίσουν τους Ζαπατίστας. Πώς κατάφεραν και δεν τα κατάφεραν οι συστηματίες σε αυτή την περίπτωση; Επειδή εκεί στην Τσιάπας έχει δημιουργηθεί (και λόγω του μακροχρόνιου αποκλεισμού της περιοχής) ένα διαφορετικό κοινωνικό μόρφωμα του οποίου οι κώδικες λειτουργίας δεν αναλύονται καθεστωτικά. Κι ο Μάρκος υπήρξε προϊόν αυτού του μορφώματος, απαρνούμενος την ήδη διαμορφωμένη ταυτότητά του προκειμένου να διαμορφώσει την πραγματική του ταυτότητα.

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά όσο διάβαζα για την υπόθεση του Julian Assange και του Wikileaks. Και δεν έχω καμιά διάθεση να κουβεντιάσω το κατά πόσο είναι ένοχος βιασμών ή κυνηγημένος από κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών ο τύπος –αυτά τα αφήνω για τις κουτσομπόλες. Αλλά δεν μπορώ να μην παρατηρήσω οτι οι περίφημες αποκαλύψεις του Γουίκι ήταν πράγματα που όλος ο κόσμος γνώριζε. Προφανή, χιλιοειπωμένα –πώς το λένε; Κι εντάξει –ας υποθέσουμε οτι αποκαλύφθηκε εκεί (ή παραδίπλα) οτι οι ΗΠΑ είχαν πληρώσει δολοφόνους για να καθαρίσουν τον Χ ακτιβιστή ή τον Ψ Κάστρο (Τσάβες, Μοράλες). Το πάω σε κάτι πολύ χοντρό –έτσι; Αποκαλύφθηκε λοιπόν σε μια ιστοσελίδα και τι έγινε; Δεν το ξέραμε; Ή μήπως τώρα που αποκαλύφθηκε θα πάει ο ακτιβιστής Χ ή ο Κάστρο να κάνουν μήνυση στον Μπους και τον Ομπάμα;

Απλά το φιλοθεάμον κοινό θα αποφανθεί: «κοίτα τους καργιόληδες τι κάνανε!» και μετά θα τραβήξει ένα ακόμα κομμάτι πίτσα από το κουτί. Να μην κρυώσει κι η πίτσα και δεν τρώγεται μετά!
Κι ο Ασάνζ θα εξακολουθεί να πλασάρεται σαν σουπερήρωας επειδή και φωτογένεια διαθέτει και κυνηγημένος είναι αλλά κυρίως ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ. Αυτό είναι το σημαντικό, αυτό είναι το καλούπι που παράγει ήρωες.

Τώρα θα γενικεύσω συμπεραίνοντας:

-Η γνώση της αλήθειας (της μίας και μοναδικής, της αληθινής αλήθειας) είναι αυτή που γεννάει τους σημερινούς ήρωες.
-Ο τρόπος με τον οποίο έμαθε ο ήρωας την αλήθεια, ελάχιστα ενδιαφέρει. Επειδή a priori ο ήρωας είναι αγνός και αμόλυντος συνήθως η γνώση της αλήθειας τού δημιουργείται εξ αποκαλύψεως.
-Οι ικανότητες του ήρωα αυξάνονται αντιστρόφως ανάλογα των ενεργειών του. Όσο περισσότερο αδρανεί τόσο περισσότερα θεωρείται οτι μπορεί να επιτύχει.
-Η ηρωική υπόσταση δεν αμφισβητείται όσο παραμένει μακρινή για τον μέσο άνθρωπο.
-Ο βαθμός αμφισβήτησης του ήρωα από τους οπαδούς του είναι ανάλογος του βαθμού συνειδητοποίησης που απαιτεί ο ήρωας αυτούς.
-Όσο ο ήρωας υπόσχεται ή υπαινίσσεται οτι θα κάνει τα πάντα μόνος του για το καλό όλων, η θέση του στο βάθρο δεν κινδυνεύει.
-Όσο ο ήρωας ωθεί τον κόσμο σε εκκωφαντικά ασήμαντες κινήσεις τόσο περισσότερος κόσμος μαζεύεται γύρω του.
-Ο ήρωας παραμένει τέτοιος για όσο είναι διατεθειμένος να παρουσιάζει αποδιοπομπαίους τράγους.
-Ο ήρωας παραμένει τέτοιος για όσο δεν διανοείται να επισημάνει τις ευθύνες των οπαδών του στη διαμόρφωση μιας άσχημης κατάστασης.

Θα μπορούσα να συνεχίσω. Και να περιγράψω έτσι τις αιτίες που οδήγησαν τον Χίτλερ σε εκλογική νίκη ή τους λόγους που ακόμα και σήμερα μια μερίδα συνανθρώπων μας αναπολεί τον «Γιώργη τον Παπαδόπουλο το λεβέντη».

Αλλά νομίζω οτι δεν χρειάζεται. Όσοι έχουν ανάγκη από ήρωες θα συνεχίσουν να τους αναζητούν και έτσι να τους κατασκευάζουν. Και θα τους δίνουν ονόματα όπως Ασάνζ ή Καμίνης, ή Σέχτα Επαναστατών, ή Βγενόπουλος, ή Μπογιόπουλος και οπωσδήποτε Λαζόπουλος. Και θα συνεχίσουν να περιμένουν πρίγκιπες σε άσπρα ή μαύρα άλογα που θα μπουν στην πόλη για να τους απαλλάξουν από το καθημερινό τάισμα και ξεσκάτισμα του Δράκου. Του Γιάγκου Δράκου.

Βλέπεις –είναι πολύ ωραία η ιστορία του μάγκα που τράβηξε τριάρι με 18 στο χέρι και ξετίναξε τη μπάνκα αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Στο 18 μένεις και προσεύχεσαι –μη σου πω κιόλας οτι αδημονείς να κοροϊδέψεις το μαλάκα που θα τραβήξει.

Δευτέρα, Δεκέμβριος 06, 2010

14. Από μηχανής συμβιβασμός

Προηγούμενα:
1. Κανένας δεν αγαπάει τη Φορολογική Δικαιοσύνη
2. Το καινούργιο παντοτινό όνομα του Προέδρου
3. "Η εξαγωγή του λίθου της τρέλας"
4. Ο Οδυσσέας, οι Αργοναύτες και άλλοι ηλίθιοι
5. Η προσευχή είναι ένας νεκρός κροκόδειλος
6. Αφού η Χελώνα έγινε Κέδρος
7. Όλοι βλέπουν τους αόρατους
8. Για τα ψάρια που ταξιδεύουν γύρω από τους καρχαρίες
9. Μετεγχειρητικές επιπλοκές
10. Η αναγκαστική αλήθεια στον βολικό λήθαργο
11. Ένα άλυτο πρόβλημα δεν είναι πρόβλημα
12. Όταν οι σπηλιές δαγκώνουν
13. Ο εκκωφαντικός ήχος της ασφάλτου

Με ξύπνησε ο ήχος της αιολικής αντλίας, μακρόσυρτος όσο ρούφαγε το νερό από τα έγκατα της γης για να αναπληρώσει τα αποθέματα. Αυτό προφανώς σήμαινε οτι κάποιος είχε καταναλώσει σεβαστή ποσότητα νερού, δεν ήταν απλώς ένα καζανάκι που άδειασε, ήταν περισσότερο. Μπάνιο ίσως και λούσιμο. Γύρισα πλευρό να ξεμουδιάσω.
Μύρισα στον αέρα, καμένο ξύλο και λιωμένη ζάχαρη, βούτυρο και μήλο. Ένιωσα ασφαλής, ένιωσα ζεστασιά, η ψυχή μου χαμογέλασε διάπλατα. Στήθηκα στους αγκώνες, σηκώθηκα. Ήμουν μόνος και το δωμάτιο έμπαζε χαδιάρικο φως μέσα από βαριές κουρτίνες.
Ακούμπησα προσεκτικά τις πατούσες στο χαλάκι, στήθηκα στα πόδια μου μουδιασμένος, κοίταξα τριγύρω. Αυτό το σπίτι ήταν το σπίτι μου αλλά την ίδια ώρα δεν είχε καμιά σχέση με το σπίτι στο οποίο επέστρεφα μετά τις εξαντλητικές βάρδιες της Φορολογικής Δικαιοσύνης. Αυτό το σπίτι ήταν ο παράδεισος ενώ το κανονικό μου σπίτι έμοιαζε με το καθαρτήριο. Και η κόλαση ήταν ο καθημερινός μου προορισμός.
Κατέβηκα την ξύλινη σκάλα προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο. Ήμουν ήδη έξω από την κουζίνα όταν συνειδητοποίησα οτι κυκλοφορούσα με τα εσώρουχα, κοντοστάθηκα προσπαθώντας να θυμηθώ που ήταν τα ρούχα μου κι αν τα χρειαζόμουν τελικά -τότε άκουσα φωνές. Όχι φωνές, ομιλίες.
«Θα συνέλθει, τον χρειαζόμαστε».
«Δεν θέλω να τον επιβαρύνουμε άλλο».
«Όλοι μας θα πρέπει...»
«Αυτός αρκετά μέχρι τώρα».
«Μέχρι να τελειώσει η υπόθεση δεν υπάρχει αρκετά».
«Δεν το διάλεξε».
«Κανένας μας δεν το διάλεξε. Οι καταστάσεις μάς διάλεξαν».
Άρχισα να κρυώνω όπως στεκόμουν εκεί πέρα. Όμως ξεχώριζα τη φωνή της ανάμεσα στις υπόλοιπες, ήταν αυτή που με υπερασπιζόταν. Έψαξα τριγύρω για ρούχα και μετά έψαξα μέσα στο κεφάλι μου αλλά δεν βρήκα πουθενά ρούχα.
«Σηκώθηκες;» την άκουσα πριν προλάβω να την δω που είχε φτάσει σχεδόν δίπλα μου.
«Ναι», είπα.
«Δεν βρήκες τα ρούχα σου;»
«Όχι. Πού;»
«Έλα μαζί μου».
Την ακολούθησα. Ανεβήκαμε πάλι στην κρεβατοκάμαρα κι ένιωσα εντελώς ηλίθιος επειδή η Κάσσι απλώς άνοιξε την ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι και μετά παραμέρισε δείχνοντάς μου το εσωτερικό της για να διαλέξω.
Τα ρούχα μου ήταν τακτοποιημένα και (αυτό το ανακάλυψα όταν διάλεξα κάτι να φορέσω) μοσχοβολούσαν στην ντουλάπα. Αυτό είναι το σπίτι μου κι αυτή είναι η ντουλάπα μου και εδώ δίπλα στέκεται η γυναίκα μου. Αλλά αυτό δεν είναι το σπίτι μου και η ντουλάπα δεν είναι δική μου και η γυναίκα αυτή...
«Μην καθυστερήσεις πολύ –σε περιμένουν», μου είπε.
Τότε θυμήθηκα, γύρισα να τη δω.
«Πώς πας;»
Μου χαμογέλασε ακουμπώντας το χέρι στην κοιλιά της.
«Μια χαρά, μην ανησυχείς...»
«Έχεις....»
«Τίποτα σοβαρό, μια χαρά είμαι».
Μου χαμογέλασε.
«Ήθελα να ψάξω για σένα...»
Με φίλησε για να σταματήσω να μιλάω.
«Ξέρω, μην ανησυχείς. Ντύσου τώρα και κατέβα».
Μετά με άφησε να θαυμάσω τους ώμους της όσο έμεναν ακάλυπτοι στο γλίστρημα του φορέματός της καθώς έφευγε.
Με πονούσε όταν έφευγε μακριά μου ακόμα και για λίγο. Γι΄αυτό ολοκλήρωσα το ντύσιμό μου απρόσεκτα, ότι βρήκα μπροστά μου φόρεσα κι όλο κοιταζόμουν στον καθρέφτη, έπρεπε να ξυριστώ κάποια στιγμή.
Κατέβηκα χοροπηδώντας τα σκαλιά, ένας οικογενειάρχης έτοιμος να υποδεχτεί τους καλεσμένους του.
Πέρασα τον διάδρομο χωρίς να το καταλάβω και βρέθηκα στην κουζίνα που ξεχείλιζε ήλιο. Χρειαζόμουν τη ζεστασιά του με τέτοιο χειμώνα. Κι έτσι ένιωσα ευδιάθετος όταν τους είδα καθισμένους στο μεγάλο τραπέζι, κάπως ανυπόμονους επειδή η μυρωδιά του πρωινού που σέρβιρε η Κάσσι έσπαγε μύτες.
«Άντε, αρκετά σε περιμέναμε», φώναξε χαρούμενα ο Γιάν. Φορούσε πάντα τα δερμάτινα ρούχα του κι έμοιαζε μονίμως αόρατος.
Δίπλα του η γυναίκα με τα μακριά άσπρα μαλλιά.
Κούνησα το κεφάλι να τους χαιρετίσω, μισόκλεισα τα μάτια για να συνηθίσω τον ήλιο που τους έλουζε. Τότε τον πρόσεξα.
Υπήρχε ένας ακόμα άντρας, καθόταν με σκυμμένο το κεφάλι δίπλα στον Γιάν και στριφογύριζε κάτι μεταλλικό ανάμεσα στα δάχτυλά του –πιρούνι ή μαχαίρι δεν μπορούσα να ξεχωρίσω.
Κάθισα.
«Καλημέρα», μου είπε μαζεμένα ο άντρας.
Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίγεται, τα γένια άρχισαν να με φαγουρίζουν απροειδοποίητα.
«Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;» μούγκρισα.
«Είναι μαζί μας πια», είπε ο Γιάν.
«Μαζί μας; Τι μαζί μας;» απόρησα.
«Κανονικά», με διαβεβαίωσε ο Γιάν.
«Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Σωστά 777;» μου χαμογέλασε ο άντρας από απέναντι.
«Σωστά 77», παραδέχτηκα.
«Το βρίσκω κάπως αποκρουστικό να χρησιμοποιείτε ακόμα τα υπηρεσιακά σας ονόματα», είπε η γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά.
Μου πήρε λίγο χρόνο να θυμηθώ οτι το όνομά της ήταν Άννα.
«Εγώ δεν είμαι εναντίον της Υπηρεσίας. Η Υπηρεσία είναι εναντίον μου», είπα.
Ο Α77 ξεκαρδίστηκε.
«Μα είσαι απολαυστικότατος», διαπίστωσε.
«Δεν ξέρω τι είμαι, αλλά ξέρω τι δεν είμαι. Προδότης», σφύριξα σκύβοντας προς το μέρος του.
Αυτό του έκοψε το γέλιο.
«Εκτός από αστείος είσαι και ηλίθιος», μουρμούρισε. «Τόσα χρόνια στη Φορολογική Δικαιοσύνη δεν κατάλαβες οτι το παιχνίδι αλλάζει την ώρα πού παίζεται; Αυτός είναι ο μόνος κανόνας της Υπηρεσίας».
«Για σένα», είπα.
«Για μένα και για όλους».
«Όχι για μένα πάντως. Δεν είμαι τόσο ευέλικτος».
«Το ξέρω 777», γέλασε ο Α77.
«Μπορείς να με λες και τρία εφτάρια», τον πληροφόρησα.
«Άγριο τον λένε», είπε η Άννα.
«Τρία εφτάρια», επανέλαβα αγριοκοιτάζοντάς τον.
Η Κάσσι άρχισε νευρικά να σερβίρει αχνιστό καφέ. Οι άνθρωποι στο τραπέζι ξεκίνησαν να τρώνε ανόρεχτα. Εγώ τους κοίταζα και σκεφτόμουν για το τι έπρεπε να σκεφτώ με όλα αυτά και τι έπρεπε να κάνω. Κι ο γαμημένος ο Α77 έτρωγε το φαγητό του σπιτιού μου σα να μην συνέβαινε τίποτα ή έτσι τουλάχιστον μου φαινόταν. Οτι αυτό ήταν το σπίτι μου κι εγώ παρείχα το φαγητό και εκείνος ο άνδρας απέναντί μου έτρωγε σα να μη συνέβαινε τίποτα. Και τελικά συνέβαινε κάτι; Ήπια μια γουλιά καφέ και έκαψα τη γλώσσα μου.
Κάτι συνέβαινε.
«Λοιπόν», ξεκίνησα. «Υπάρχει κάποιος λόγος που είμαστε όλοι μαζεμένοι εδώ πέρα; Ή απλώς πρόκειται για κοινωνική επίσκεψη...»
«Κατά πρώτον ο Ιωσήφ δεν κάνει επίσκεψη –είναι φιλοξενούμενος», διευκρίνισε ο Γιάν.
«Ο Ιωσήφ;» αναρωτήθηκα.
Ο Α77 έγειρε λίγο το κεφάλι, χαμογελώντας.
«Φιλοξενούμενος;» συνέχισα.
«Εντάξει, δεν ήσουν σε θέση να συγκατατεθείς αλλά δεν πιστέψαμε οτι θα είχες αντίρρηση να φιλοξενήσεις...»
«Να προσφέρεις καταφύγιο σε έναν κυνηγημένο», συμπλήρωσε η Άννα.
«Να προσφέρω καταφύγιο... στο σπίτι μου...» μουρμούρισα.
«Ακριβώς», είπε ο Γιάν.
«Ακριβώς», επανέλαβα. «Νομίζω όμως τελικά οτι έχω αντίρρηση ή μάλλον αντιρρήσεις. Σχετικά με το πόσο δικό μου είναι το σπίτι, αλλά αυτό μπορεί να περιμένει. Δεν ισχύει βέβαια το ίδιο για τον... Ιωσήφ....»
Με κοίταξαν απορημένοι.
«Αυτός δεν μπορεί να περιμένει, πρέπει να σηκωθεί και να φύγει αμέσως».
Η Κάσσι με αγκάλιασε από πίσω σκύβοντας πάνω απ΄τους ώμους μου.
«Αγάπη μου ηρέμησε», με παρακάλεσε ψιθυριστά.
«Φύγε απ΄το σπίτι μου», είπα στον Α77.
«Να φύγω; Και πού να πάω;» αναρωτήθηκε.
«Όπου θέλεις αρκεί να μη σε βλέπω».
«Άγριε», πετάχτηκε η Άννα.
Σηκώθηκα όρθιος κλωτσώντας την καρέκλα προς τα πίσω.
«Είναι εδώ το σπίτι μου;» φώναξα.
Κανένας δεν απάντησε.
«Απαιτώ λοιπόν να φύγει αυτός ο άνθρωπος. Κι αν κάποιος από εσάς τους υπόλοιπους διαφωνεί δεν τον κρατάω. Μπορεί να φύγει μαζί του».
Κοίταξα πρώτα τον Α77 που απέφυγε το βλέμμα μου, μετά τον Γιάν που με μετρούσε όλος περιέργεια και στη συνέχεια την Άννα που έμοιαζε μπερδεμένη. Την Κάσσι δεν τόλμησα να την αντικρίσω
«Όπως το βλέπω εγώ, υπάρχει μια εξέγερση σε εξέλιξη... Και είμαστε πολύ κοντά στο να επικρατήσουμε», είπε ο Γιάν. «Σύντομα θα γίνει αυτό κι όταν θα γίνει...»
«Όσοι δεν ήταν μαζί σας θα θεωρηθούν εναντίον σας», τον διέκοψα.
«Άδικο θα έχουμε;» ρώτησε.
«Άδικο ή δίκιο –όλα αυτά μοιάζουν κάπως αστεία όταν χορεύεις με μια θηλιά στο λαιμό», του υπενθύμισα.
Δεν είχε κάτι να απαντήσει.
«Ο Ιωσήφ είναι καταζητούμενος όπως κι εσύ. Ίσως και σε λίγο χειρότερη θέση αφού περιμένουμε από μέρα σε μέρα να πέσει στον επανέλεγχο», μου εξήγησε η Άννα με ζεστή φωνή.
«Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας διεφθαρμένος καιροσκόπος και δε νομίζω οτι διορθώθηκε. Απλώς βρέθηκε απέξω με την αλλαγή της ηγεσίας...» άρχισα να λέω.
«Δείχνεις να με ξέρεις τόσο καλά», κορόιδεψε ο Α77.
«Σε ξέρω τόσο καλά», του ξεκαθάρισα.
«Περάσαμε μια διεφθαρμένη κατάσταση, η χώρα βυθίστηκε στη διαφθορά, πολλοί αναγκάστηκαν να βρωμιστούν... Όμως όλα αυτά θα αλλάξουν...» μουρμούρισε η Άννα.
Δεν κατάφερα να μη γελάσω.
«Είστε σίγουροι οτι εδώ είναι το σπίτι μου;» ρώτησα.
«Τι θα πει αυτό; Δεν ξέρεις πού είναι το σπίτι σου;» απόρησε ο Γιάν.
«Ρωτάω επειδή δεν ταιριάζω στο ντεκόρ... Μήπως τελικά αυτό είναι το σπίτι του Ιωσήφ; Και μήπως...» γύρισα προς την Κάσσι, είχε ματωμένο βλέμμα δεν τόλμησα να συνεχίσω.
«Είναι αναμενόμενο να φέρεσαι αψυχολόγητα μετά από όσα πέρασες αλλά υπάρχουν και κάποια όρια», είπε ο Γιάν.
«Δείξτα μου», τον προκάλεσα.
Και μετά, επειδή τίποτα δεν έγινε και κανένας δεν μου έδειχνε, αποφάσισα οτι ο Μήτσαμ έπρεπε να πάει μια βόλτα. Κοίταξα τριγύρω αλλά δεν τον είδα, κάπου στον κήπο θα κοπροσκύλιαζε. Βγήκα λοιπόν, τον έψαξα, δεν χρειάστηκε πολύ. Στη δεύτερη φορά που άκουσε το όνομά του ο Μήτσαμ κατέφθασε τρέχοντας με την ουρά σε υπερδιέγερση.
«Δεν πάμε καμιά βόλτα να ξεμουδιάσουμε;» του πρότεινα.
Άλλο που δεν ήθελε.
Άνοιξα την ξύλινη αυλόπορτα και βγήκαμε στο χορταριασμένο μονοπάτι, ο ήλιος ζέσταινε τις πλάτες μας όσο ακριβώς χρειαζόταν. Κλωτσούσα πέτρες και τις παρακολουθούσα να κατρακυλάνε ενώ ο Μήτσαμ αλαφιαζόταν από τον ξαφνικό θόρυβο.
«Θες λίγη δράση», του είπα.
Συμφώνησε χώνοντας τη μουσούδα του στις παλάμες μου. Πήρα λοιπόν ένα κομμάτι ξύλο και το πέταξα μακριά στα διπλανά χωράφια, ο Μήτσαμ έτρεξε όλο προθυμία να μου το φέρει πίσω. Έβαλα τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού και τον χάζευα όσο χανόταν μέσα στα φορτωμένα στάχυα ή έτσι μου έμοιαζαν τουλάχιστον –με σπαρμένα κατάφορτα στάχυα –είχαν ύψος πάνω από σαράντα πόντους κι ο Μήτσαμ βούταγε μέσα τους σα να ήταν ξέβαθη θάλασσα. Μια ξέβαθη κίτρινη θάλασσα.
Τώρα έτρεχε προς το μέρος μου κουνώντας το κεφάλι με το κομμάτι ξύλου σφηνωμένο ανάμεσα στα δόντια του. Τον περίμενα κρατώντας στην άκρη του ματιού μου το χωράφι με τα στάχυα, επειδή ήταν ένα, φαινομενικά, απέραντο χωράφι. Δεν έβλεπα συρματοπλέγματα σε καμιά του πλευρά. Έβλεπα όμως τα στάχυα να λυγίζουν αδικαιολόγητα, εφόσον δε φύσαγε κανένας αέρας. Ο Μήτσαμ άρχισε να τρίβει το κομμάτι ξύλου στο δεξί μου γόνατο. Κι εγώ έψαχνα γιατί λυγίζουν τα στάχυα –δεν μου πήρε πολλή ώρα να δω τα δυο ελικοφόρα. Κατέβαιναν σαν ξεκοιλιασμένες φάλαινες από τον καθαρό ουρανό, το γόνατό μου πόνεσε, έσκυψα, πήρα αφηρημένα το ξύλο από τα δόντια του Μήτσαμ. Τότε εκείνος άρχισε να με γρατζουνάει για να το ξαναπετάξω, ετοιμάστηκα, την τελευταία στιγμή κρατήθηκα, αλλιώς θα τον είχα στείλει γραμμή στους Σεκιούριτι που αποβιβάζονταν στη μέση του απέραντου χωραφιού.
«Πάμε σπίτι», του είπα και ξεκίνησα βιαστικά.
Ο Μήτσαμ με ακολούθησε.
Δεν χρειαζόταν τελικά να ειδοποιήσω κανέναν –όλοι είχαν βγει στην αυλή κι αγνάντευαν τα ελικοφόρα όταν έφτασα. Ο Μήτσαμ έτρεξε φοβισμένος και μπλέχτηκε στο φουστάνι της Κάσσι.
«Στα μπροστινά παράθυρα», έδειξε με μια κίνηση των ώμων του ο Γιάν.
Δίπλα του η Άννα ένευσε ανέκφραστα, μετά πήρε μαζί της την Κάσσι και χάθηκαν μέσα στο σπίτι.
«Τώρα τι γίνεται;» ρώτησα.
«Θα πιάσουμε τα μπροστινά παράθυρα και θα περιμένουμε», είπε ο Γιάν.
«Τι;»
«Να φύγουν οι γυναίκες. Και μετά θ΄αρχίσουμε να φεύγουμε εμείς, ένας-ένας....»
«Και τελευταίος....»
«Εγώ φυσικά», χαμογέλασε ο Γιάν.
Μπήκαμε στην τραπεζαρία του σπιτιού, σταθήκαμε δίπλα από τα παράθυρα κρυφοκοιτάζοντας. Οι Σεκιούριτι δεν φαίνονταν ακόμα. Άκουγα πίσω μου τις κουβέρτες να ξεδιπλώνονται αδειάζοντας όπλα, όταν σταμάτησε ο θόρυβος γύρισα να διαλέξω. Ο Α77 ήρθε δίπλα μου.
«Θυμάσαι καθόλου πώς είναι να πυροβολείς; Επειδή έχεις πάνω από 10 χρόνια να έρθεις σε επιχείρηση», σφύριξα χωρίς να τον κοιτάζω.
«Όλο βλακείες είσαι», αναστέναξε.
Χαμογέλασα ασυναίσθητα επειδή μου έμοιασε παιδιάστικη η αντίδρασή του. Λίγο ακόμα και θα πέρναγα τον Α77 για άνθρωπο, ευτυχώς συγκρατήθηκα. Διάλεξα ένα αυτόματο με εναλλασσόμενους γεμιστήρες, το σκέφτηκα λίγο καλύτερα, επειδή αν ήταν να αφήσουμε τελευταίο τον Γιάν θα έπρεπε αυτός να το κρατήσει τέτοιο όπλο. Αλλά σκέφτηκα οτι κανένας δε με ρώτησε για το πότε θέλω να φύγω και κανένας δεν θα μου υποδείξει, επιθεώρησα λοιπόν το αυτόματο και πήγα προς τα παράθυρα. Ο Α77 πήρε ένα εντυπωσιακό οβιδοβόλο. Ο Γιάν άρχισε να προσαρμόζει αορτήρες και θήκες πιστολιών πάνω του ενώ κρατούσε το βλέμμα καρφωμένο έξω από το κοντινότερο παράθυρο. Δεν χρειάστηκε να κουβεντιάσουμε για να διαλέξουμε θέσεις. Η Κάσσι με πλησίασε.
«Πρέπει να φύγεις», της είπα.
«Πρέπει πάλι να φύγω, δεν μπορώ συνέχεια να φεύγω», διαμαρτυρήθηκε εκείνη.
«Μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα», έκανα αφηρημένα.
«Τα πράγματα είναι όπως εμείς τα κάνουμε να είναι», την άκουσα να λέει κοφτά πίσω από τη γυρισμένη πλάτη της.
Ήταν λοιπόν δικό μου το λάθος. Γι΄αυτό προτίμησα να ασχοληθώ με τις ρυθμίσεις του αυτομάτου, είχα την πρόθεση να μην τα θαλασσώσω παντού. Όχι οτι κι αυτό ήταν εύκολο –βλέπεις, δεν μπορούσα να καταλήξω στην επιθυμητή απόσταση βολής. Θα τους χτυπούσαμε όταν εμφανίζονταν στο ξέφωτο ή θα τους αφήναμε να πλησιάσουν;
«Πότε ρίχνουμε;» ρώτησα χωρίς να πάρω τα μάτια μου από το παράθυρο.
«Μετά από μένα», απάντησε ο Γιάν.
«Κοντά ή μακριά;» επέμεινα να μάθω.
«Αδιάφορο», είπε ο Γιάν.
«Να ξέρω τη ρύθμιση...» διαμαρτυρήθηκα.
«Βάλτη στα 200 μέτρα».
«Αλλά τότε ότι χτυπάω πιο κοντά θα διαλύεται», είπα.
«Ακριβώς», συμφώνησε ο Γιάν.
Έκανα όπως μου είπε. Στην πίσω πλευρά του σπιτιού άκουγα τις γυναίκες που μάζευαν τα λιγοστά τους πράγματα. Άραγε υπήρχε κανένα όχημα εκεί πίσω; Και πού θα πήγαινε όλο αυτό; Η Κάσσι κουβάλαγε μέσα της ένα παιδί και ισχυριζόταν πως ήταν δικό μου, εγώ δεν θα έπρεπε να το δω αυτό το παιδί; Πράγμα που σήμαινε οτι έπρεπε να μείνουμε κι οι δυο μας ζωντανοί για 7 με 8 μήνες ακόμα –κάνω λάθος;
Δεν υπάρχει πιο τρομακτικός θόρυβος από εκείνον της κάνης όταν χτυπάει σε τζάμι. Τινάχτηκα ασυναίσθητα πίσω και είδα οτι ο Α77 είχε φέρει το οβιδοβόλο του τόσο μπροστά που λίγο ακόμα και θα έσπαγε το τζάμι. Βλαστήμησα.
«Γαμώ την τύχη μου».
Γύρισε να με κοιτάξει αλλά τον απέφυγα.
«Μην κάνεις καμιά σαχλαμάρα και πυροβολήσεις με κλειστό τζάμι», του είπα.
«Να είσαστε έτοιμες για όταν σας πούμε», φώναξε ο Γιάν κοιτάζοντας ακόμα έξω.
Οι γυναίκες από το πίσω μέρος του σπιτιού δεν του απάντησαν αλλά ήμουνα σίγουρος οτι τον άκουσαν. Και τότε αρχίσαμε να βλέπουμε τις στολές των Σεκιούριτι όσο πλησίαζαν παραταγμένοι σε σφιχτή γραμμή. Χαμογέλασα, έτσι ηλίθια που στήνονταν, στο τέλος θα ήταν παιχνιδάκι για όλους μας να διαφύγουμε.
«Φοβούνται», μουρμούρισε ο Α77.
Πήγα να τον βρίσω αλλά το μετάνιωσα επειδή είχε δίκιο. Ή έτσι έμοιαζε, οτι οι Σεκιούριτι μάς πλησίαζαν φοβισμένοι.
Και τότε έσκασαν οι πρώτες οβίδες, γκρεμίζοντας την περίφραξη του κήπου –ο Μήτσαμ άρχισε να ουρλιάζει. Έψαξα ασυναίσθητα να τον βρω έξω από το παράθυρο αλλά δεν τον είδα –μόνο τον άκουγα. Καινούργιες οβίδες φτιάξανε τρύπες δίπλα από τα οπωροφόρα της μπροστινής πρασιάς, καθόμουν και χάζευα πορτοκαλί μπαλίτσες να σκάνε στον αέρα με κάθε απότομο ξετίναγμα των δέντρων.
«Δεν θα προειδοποιήσουν;» αναρωτήθηκα.
«Θα το έκαναν αν υπήρχαμε», γέλασε ο Γιάν.
Κι αμέσως μετά έσκυψε δίπλα από το τζάμι. Κάναμε το ίδιο και σε λιγότερο από ένα λεπτό το καθιστικό του σπιτιού γέμισε κοφτερά κομμάτια γυαλιού, ήλιος και καπνός μπήκαν απ΄έξω. Ο Γιάν σηκώθηκε, σημάδεψε από το σπασμένο τζάμι, πυροβόλησε, ένας Σεκιούριτι έπεσε στο χώμα σφαδάζοντας. Έγινε μια μικρή ησυχία, οι Σεκιούριτι διέκοψαν την προέλασή τους περιμένοντας οδηγίες. Ο Γιάν πυροβόλησε ακόμα μια φορά, δεύτερος Σεκιούριτι βρέθηκε στο έδαφος να γυρνάει σα σκουλήκι κομμένο στη μέση. Κατάλαβα τι έπρεπε να κάνω.
Ξεπρόβαλα κι άρχισα να τους χτυπάω σαν καθιστές πάπιες σε προσομοίωση λούνα παρκ, τον καθένα χαμηλά, σημάδευα γόνατα και πετύχαινα κάπου στη βουβωνική χώρα, μέτρησα πέντε Σεκιούριτι κομμένους σχεδόν στη μέση.
Ο Α77 έκανε περισσότερη φασαρία αλλά παρατήρησα χαιρέκακα οτι ήταν λιγότερο αποτελεσματικός. Βέβαια κατάφερε να φυτέψει μια οβίδα σ΄έναν Σεκιούριτι και να τον μετατρέψει σε κρατήρα, αλλά...
«Τώρα, τώρα», φώναξε ο Γιάν.
Θόρυβος από το πίσω μέρος του σπιτιού, οι γυναίκες έφευγαν.
Ο Γιάν άλλαξε όπλο και άρχισε να ρίχνει κατά ριπάς. Περισσότερο για να κάνει φασαρία αλλά ακόμα κι έτσι ήταν εντυπωσιακά εύστοχος. Ο Α77 δεν προλάβαινε να γεμίζει το οβιδοβόλο. Κι εγώ σκέφτηκα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία μπας και σκοτώσω κάποιον από τους διμοιρίτες ή κανέναν επικεφαλής τέλος πάντων.
Οι Σεκιούριτι άρχισαν να οπισθοχωρούν προσπαθώντας να καλυφθούν, αλλά ακόμα κι έτσι συνέχισαν τις ρίψεις οβίδων, το σπίτι ταρακουνήθηκε, η σκεπή του έτριξε επικίνδυνα. Αν συνέχιζαν σ΄αυτό το ρυθμό σύντομα θα μας έκαιγαν ζωντανούς. Άφησα λοιπόν τους μακροπρόθεσμους υπολογισμούς κι άρχισα να αδειάζω γεμιστήρες στο σωρό.
Είδα τον Γιάν και κοιτάζει το ρολόι του, ήξερα οτι υπολόγιζε το χρόνο για να φύγει ο επόμενος. Δέκα λεπτά συνήθως ήταν αρκετά. Οι Σεκιούριτι άρχισαν να ανασυντάσσονται εκεί έξω.
Ο Α77 είχε ξεθαρρέψει, εξακολουθούσε να πυροβολεί σχεδόν ακάλυπτος.
«Έλα πιο μέσα», του είπα.
«Προσωπικό ενδιαφέρον;» απόρησε.
«Είσαι μαζί μας κι αν σε πετύχουν θα μειωθεί η δύναμη πυρός μας κατά το 1/3», του ξέκοψα.
Τον άκουσα να χάσκει ειρωνικά κι ένιωσα πολύ γελοίος. Ευτυχώς εκείνη ακριβώς τη στιγμή διάλεξε ένας Σεκιούριτι να πλησιάσει τους τραυματίες που σφαδάζανε στον ανοιχτό χώρο, ήταν πολύ εύκολο να τον πετύχω και να τον κόψω στη μέση –βγήκα έτσι κι από τη δύσκολη θέση.
«Ήταν τραυματιοφορέας», παρατήρησε ο Α77.
«Ναι ήταν», συμφώνησα.
«Είναι ώρα για τον επόμενο», φώναξε ο Γιάν.
«Φύγε», είπα στον Α77.
«Και δε θα σε νοιάξει που η δύναμη πυρός θα μειωθεί κατά το 1/3;» κορόιδεψε.
Ο Μήτσαμ ούρλιαξε για μια ακόμα φορά, απροειδοποίητα, από την κρυψώνα του.
«Δεν το΄χω σε τίποτα να σου ρίξω», προειδοποίησα τον Α77.
«Κάντο τότε, τι περιμένεις;» αναρωτήθηκε.
Ήταν η σειρά μου να γελάσω περιφρονητικά.
«Θα φύγει κανείς σας;» αγανάκτησε ο Γιάν.
Οι Σεκιούριτι άρχισαν τότε να ρίχνουν βολές κατεδάφισης, έτσι όπως ήταν κρυμμένοι ρύθμιζαν τα οβιδοβόλα τους στη μικρότερη απόσταση, σημάδευαν ψηλά, έριχναν και μετά οι οβίδες επιβράδυναν στον αέρα κι έπεφταν κοντά μας. Οι πρώτες έσκασαν στον κήπο φτιάχνοντας ένα αδιαπέραστο τοίχος σκόνης. Ήταν θέμα χρόνου να πέσουν οι οβίδες τους μέσα στο σπίτι.
«Πάμε τώρα, πάμε όλοι μαζί», φώναξε ο Γιάν.
Είχε δίκιο φυσικά. Με το χαμό που γινόταν έξω ήταν η καλύτερη στιγμή να φύγουμε. Χωρίς να μας πει αδειάσαμε ότι είχαν τα όπλα μας έξω από τα παράθυρα κι αρχίσαμε να ξαναγεμίζουμε υποχωρώντας.
Προλάβαμε οριακά, επειδή, τη στιγμή που βγαίναμε από το καθιστικό γκρεμιζόταν ο μπροστινός του τοίχος. Η κουζίνα έμοιαζε κάπως ακατάστατη, φαίνεται οι γυναίκες σκέφτηκαν να φτιάξουν σάντουιτς για το δρόμο αλλά το μετάνιωσαν στη μέση.
«Είναι κλειδωμένη» ούρλιαξε ο Α77.
Δεν χρειαζόταν να γυρίσω προς το μέρος του, τον άκουγα να κοπανάει το πόμολο της πίσω πόρτας.
«Μια αριστερά δυο δεξιά», του είπα.
Διάβολε –αυτό έλειπε να μην ξέρω πώς ανοίγει η πόρτα της κουζίνας μου. Άκουσα ακατάσχετα στριφογυρίσματα και μετά τον Γιάν.
«Κάνε παραδίπλα», του είπε.
Δεν μπορούσα ακόμα να πάρω τα μάτια από την μπροστινή πρόσοψη του σπιτιού που διαλυόταν μέσα σε θορυβώδη σκόνη, όμως κατάλαβα οτι ο Γιάν άνοιξε την πόρτα της κουζίνας με κλωτσιά. Τους ακολούθησα, βγήκαμε μαζί στην πίσω αυλή.
«Έχει ένα άνοιγμα στο συρματόπλεγμα», είπε ο Γιάν.
Ένα άνοιγμα, τι άλλο; Τρέξαμε προς τα εκεί και φαινόταν ακόμα στα 100 με 150 μέτρα να αγκομαχάει φεύγοντας ένα ημιφορτηγό –οι γυναίκες. Τότε ακούστηκαν τα βήματα, τραχεία, απ΄αυτά που τσακίζουν χαμόκλαδα και λουλούδια, κάποιος φαίνεται οτι είχε βγει μπροστά στο ημιφορτηγό να του κόψει τον δρόμο.
«Κάτω, όλοι κάτω», σφύριξε ο Γιάν και χώθηκε πίσω από μια τσιμεντένια δεξαμενή. Ακολουθήσαμε. Και τότε, πρώτα το ένιωσα, μετά το είδα, αλλά ακόμα δεν ήμουν σίγουρος αν συνέβαινε στην πραγματικότητα. Ο Μήτσαμ έτρεχε γαβγίζοντας προς το άνοιγμα της περίφραξης αλλά εκεί ακριβώς στεκόταν ο άντρας που είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να κόψει τον δρόμο του φορτηγού.
Τότε είδε το σκυλί.
Μαύρο, με σηκωμένο το τρίχωμα, κόκκινα μάτια. Το σκυλί τον είδε κι αυτό.
Γύμνωσε τα δόντια, στάθηκε στο άνοιγμα της περίφραξης και γρύλισε. Ο άντρας σήκωσε το πιστόλι. Σημάδεψε λίγο πιο χαμηλά από τη μουσούδα του Μήτσαμ.
Το σκυλί τινάχτηκε ξαφνικά κι άρχισε να τρέχει, ο άντρας αιφνιδιάστηκε, προσπάθησε να προσαρμόσει τη στόχευση αλλά το σκυλί πέρασε δίπλα του σαν τον αέρα και χάθηκε στην κατηφόρα ακολουθώντας το ημιφορτηγό.
Ανάσανα ανακουφισμένος.
Και χαμήλωσα το αυτόματο, ήμουν έτοιμος να σκοτώσω αυτόν τον άντρα. Ο οποίος τώρα πέρασε από πολύ κοντά μας χωρίς να παρατηρήσει τίποτα ύποπτο και κατευθύνθηκε προς την πόρτα της κουζίνας.
Τον αφήσαμε να μπει μέσα και μετά χωθήκαμε στο άνοιγμα του συρματοπλέγματος όσο πιο αθόρυβα γινόταν, επιφυλακτικά αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε.
Όχι για πολύ.
Μπορεί να έχεις ξαναζήσει μια ιστορία παίζοντας και τους δυο ρόλους, τον κυνηγό και τον κυνηγημένο, στις δυο διαφορετικές εκδοχές της -αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι δεν θ΄αλλάζουν και τα υπόλοιπα κομμάτια της ιστορίας; Εδώ έγινες από θύτης θύμα...
Ένα ελικοφόρο ήταν αραγμένο στην άκρη του δρόμου, απορούσα μάλιστα πώς τους είχε ξεφύγει το ημιφορτηγό. Μέχρι που είδα οτι οι Σεκιούριτι είχαν ακροβολιστεί στα πλαϊνά, δεν χρειάστηκε να περιμένω πολύ για ν΄ακούσω τους πυροβολισμούς τους.
«Μας έχουν κλεισμένους», κλαψούρισα.
«Ήρεμα», είπε ο Γιάν.
Οι σφαίρες είχαν ήδη ακινητοποιήσει το ημιφορτηγό.
«Πάμε», φώναξα. «Πάμε, θα στις σκοτώσουν».
«Η προοπτική είναι να σωθούμε όσο περισσότεροι γίνεται. Αν πάμε εκεί απλώς θα σκοτώσουν κι εμάς», παρατήρησε ο Γιάν.
«Άντε γαμήσου δεν έχω την ανάγκη σου», μούγκρισα οργισμένα.
Ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω, αλλά μια προσπάθεια δεν έβλαφτε.
«Ιωσήφ, θα έρθεις μαζί μου;» ρώτησα τον Α77.
«Ναι, πάμε», είπε ήσυχα.
Τον κοίταξα με κάποια έκπληξη.
«Σήμερα θα πάμε ή άλλη μέρα;» γέλασε.
Ξεκινήσαμε να κατεβαίνουμε τον δρόμο σχεδόν τρέχοντας. Έβλεπα ήδη τους Σεκιούριτι να κάνουν κύκλο γύρω από το σταματημένο ημιφορτηγό, σκόπευαν να πάρουν κάθε δυνατή προφύλαξη πριν επιτεθούν.
Μπήκαμε στα χωράφια λίγο λαχανιασμένοι, τα παπούτσια μου θρυμμάτιζαν ξερό χώμα αλλά υπήρχε κάτι ακόμα. Το έδαφος...
«Το νιώθεις;» ρώτησα τον Α77.
«Κάτι έρχεται», είπε εκείνος.
Το έδαφος έτρεμε.
«Εκεί», είπα.
Φορτηγά, μια πομπή.
Δυο έστριψαν κι έρχονταν προς τη μεριά του κυκλωμένου ημιφορτηγού ενώ τα υπόλοιπα πήγαιναν κατά την μπροστινή πλευρά του σπιτιού μου. Όπλισα το αυτόματο.
«Δεν γλιτώνουμε», είπα στον Α77.
«Καλύτερα λοιπόν να κάνουμε πολλή φασαρία», απάντησε εκείνος.
Και έριξε μια οβίδα προς την πλευρά των Σεκιούριτι.
Δεν πέτυχε τίποτα περισσότερο από το να τους κάνει να σπάσουν τον κύκλο. Το ημιφορτηγό παρέμενε ακίνητο πάντως. Σημάδεψα κι αισθάνθηκα πολύ ωραία που είχα ακούσει τον Γιάν σχετικά με τη ρύθμιση του όπλου. Ήμουν έτοιμος να πυροβολήσω όταν είδα τους Σεκιούριτι να το βάζουν στα πόδια. Κοκάλωσα.
«Τι είναι αυτό πάλι;» απόρησα.
Ο Α77 μου έδειξε αμίλητος προς τα χωράφια, εκεί που τα δυο φορτηγά άδειαζαν άντρες πάνοπλους με πολύχρωμα ρούχα.
«Αυτό πρέπει να είναι οι δικοί μας», μου είπε.
«Οι δικοί μας», επανέλαβα σαν ηλίθιος.
Τους είδα να παρατάσσονται σαν κανονικό στρατιωτικό τμήμα σε σχηματισμό βεντάλιας, μια ομάδα 3-4 ατόμων έπαιρνε θέση και πυροβολούσε όσο η διπλανή της ομάδα φρόντιζε να προωθηθεί καλυπτόμενη σε καινούργιες θέσεις.
«Αυτοί είναι εκπαιδευμένοι», διαπίστωσα.
«Τι περίμενες δηλαδή;» απόρησε ο Α77.
«Εκπαιδευμένοι σα στρατιώτες», συνέχισα.
«Ε, σαν τι ήθελες να είναι εκπαιδευμένοι; Σα μπαλαρίνες;» ξεκαρδίστηκε ο Α77.
Μα η επανάσταση...
«Εντάξει κύριοι, όλα τελείωσαν», ακούστηκε η φωνή του Γιάν πίσω μας.
«Το ήξερες αυτό;» ρώτησα.
«Το είχα καταλάβει», απάντησε.
«Γι΄αυτό είπες οτι δεν θα ερχόσουν μαζί μας;» συνέχισα.
«Όταν είπα οτι δεν θα ερχόμουν το εννοούσα», απάντησε ξανά ο Γιάν.
«Και πότε το κατάλαβες δηλαδή οτι θα εμφανιζόταν το ιππικό;» απόρησα.
«Το ιππικό;» έκανε ο Γιάν.
«Τίποτα –μη δίνεις σημασία. Αυτά συνέβαιναν στις παλιές ταινίες... πότε κατάλαβες οτι θα έρθουν οι δικοί μας;» ξαναρώτησα.
«Όταν τον είπες Ιωσήφ», απάντησε ο Γιάν και έφυγε για να συναντήσει τους άντρες που είχαν στρώσει στο κυνήγι τους Σεκιούριτι.
Ο Α77 τον ακολούθησε χωρίς να βιάζεται.
Έμεινα πίσω.
Λιγότερα από 300 μέτρα με χώριζαν από τη γυναίκα μου κι από σένα που δεν είχες ακόμα γεννηθεί, αλλά πλέον ένιωθα σίγουρος οτι θα σε δω. Κοντοστάθηκα λοιπόν και πίεσα τον εαυτό μου να υποθέσει οτι το έκανα απλώς για να παρατείνω την απόλαυση της ανέλπιστης οικογενειακής επανένωσης.
Δεν ήταν αυτό όμως.
Κάποιοι με στρατολόγησαν σε μια επανάσταση χωρίς να πολυνοιαστούν για τη γνώμη μου. Μια επανάσταση που σου παρέχει σπίτι στην ύπαιθρο και γυναίκα και παιδί και φίλους καλούς. Όσο βέβαια είσαι διατεθειμένος να δεχτείς οτι η καλοτυχία μπορεί να αφορά και ανθρώπους που τελικά δεν την άξιζαν. Αλλά και ποιος αποφασίζει σχετικά με αυτό;
Πήγαινε κάτω, σε περιμένει η γυναίκα που κουβαλάει το παιδί σου.
Όσο δεν δεχόμουν να καθίσω στο ίδιο τραπέζι με τον άθλιο όλα πήγαιναν κατά διαβόλου. Όταν τον δέχτηκα εμφανίστηκε η σωτηρία.
Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε.
Στον άθλιο.
Στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στους φίλους σου.
Όπλισα το αυτόματο για κάθε ενδεχόμενο κι άρχισα να κατεβαίνω το δρόμο.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι