Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2011

"Κορίτσια με πολύ υγρά μάτια και μετρημένες κινήσεις"

Το να γνωρίζεις μυθικά άτομα έχει και τα πλεονεκτήματά του, ας πούμε μπορεί να πέσει στα χέρια σου μια συνέντευξή τους -σαν αυτή που ακολουθεί. Όπου η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, μιλάει στο περιοδικό Φιλμ Νουάρ (πρόκειται για τη συνέχεια του Εξώστη). Το αρχικό κείμενο της συνέντευξης περιλάμβανε παρεμβολές από παλιότερες συνεντεύξεις του Νίκου Νικολαϊδη τις οποίες κράτησα (με έντονα γράμματα) καθότι, σαν κωλόφαρδος, δεν έχω περιορισμό χώρου στο μπλογκ μου. Έτσι λοιπόν φιλαράκο, σήμερα θα διαβάσεις τη συνέντευξη μιας γυναίκας "με προδιαγραφές θανάτου" -ποιος τη χάρη σου!


Στο πρώτο μόλις τεύχος του, ιστορικού πια, εξώστη [Παρασκευή και 13/11/1987] ο εμπνευστής και εκδότης Τάσος Μιχαηλίδης είχε αναφερθεί στην Πρωινή Περίπολο του Νίκου Νικολαΐδη, καλωσορίζοντας τον δημιουργό της ως "ένα από τα κρυφά χαρτιά της ελληνικής κινηματογραφίας" και την ταινία ως "δημιουργία ενός φιλμ που μπορεί άνετα να φιλοξενηθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες του εξωτερικού". Τι πιο φυσικό λοιπόν, στο παρθενικό τεύχος του επιγονικού Φιλμ Νουάρ, να ζητήσουμε από την σύντροφο της ζωής και της τέχνης του Νίκου Νικολαΐδη, την κυρία Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου, να μας μιλήσει για τον Νίκο και το κινηματογραφικό του σύμπαν.

«Μπορεί να φανεί λίγο υπερφίαλο αυτό που λέω, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ζούσα σινεμά και μυθιστόρημα. Ποτέ δεν περπάτησα σε δρόμους που υπήρχαν. Ήμουν παραδίπλα και έπαιρνα τους δικούς μου. Έτσι πέρασα.»


Πώς ξεκίνησε η γνωριμία σας με τον Νίκο;
Τον πρωτοείδα το καλοκαίρι του '66, μόλις είχα τελειώσει το σχολείο, γνωριστήκαμε μέσω ενός κοινού φίλου, στο περίφημο Edelweiss στη Κηφισιά. Ήταν 27 χρονών, σούπερ γοητευτικός κι’ οργισμένος -«συγγραφέας», μου συστήθηκε. Ήταν τόσο ωραίος και ξεχωριστός, εγώ τόσο ανασφαλής και ντροπαλή που γίναμε φιλαράκια σε στυλ Καζαμπλάνκα: "Νίκο, νομίζω ότι αυτό είναι η αρχή μιας υπέροχης φιλίας" και άρχισα να τον τροφοδοτώ με γκομενίτσες-φίλες μου μέχρι που τον ερωτεύθηκα το 1970...

«Είναι γνωστό ότι οι ταινίες μου και τα βιβλία μου είναι όχι προεκτάσεις της ζωής μου, αλλά αναπαραγωγές της. Γενικά, “τα κουρέλια” και κολυμπάνε και τραγουδάνε. Ακόμα!»

Πώς έγινε η πρώτη ταινία σας;
Την πρώτη ταινία, την Ευριδίκη ΒΑ 2Ο37, την κάναμε [το 1975] με 150.000 δρχ. που είχαμε μαζέψει και με την βοήθεια του Πανουσόπουλου όταν βρήκε την Βέρα την Τσέχοβα που μπήκε συμπαραγωγός με την αμοιβή και τα ταξίδια της... Ήταν η πρώτη "οικογενειακή" μας ταινία.

«Ταινίες γίνονται μόνο οι έμμονες ιδέες κι αυτά που χάθηκαν και θα θέλαμε να τα ξαναζήσουμε. Δηλαδή τα δικά μας πράγματα.»

«Οταν έρχεται κάποιος κριτικός κινηματογράφου και σου λέει: «είσαι μεγάλος σκηνοθέτης, σε θαυμάζω, αλλά δεν μ’ αρέσουν τα θέματά σου», τότε καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν ηλίθιο, γιατί μια σκηνοθεσία στήνεται πάνω σ’ ένα θέμα και σε μία θέση.»



Τι αντιπροσωπεύει η Βέρα στο έργο του Νίκου; Είναι κάτι άπιαστο; Έχει λογοτεχνικές αναφορές;
ΒΕΡΑ – ΜΟΛΛΥ – ΛΑΟΥΡΑ...
Νομίζω πως η Βέρα είναι μια νοσταλγία, οι αγνοί απραγματοποίητοι έρωτες της εφηβείας του, οι ώριμες αγάπες που ζούσαν στα όνειρά του... Αν θέλεις, η Βέρα είναι ο έρωτας που δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί για να μην εκφυλιστεί, η αντίδραση του μοναχικού ανθρώπου στην απαίτηση της κοινωνίας να παραδώσει τα όνειρά του «Κορίτσια με πολύ υγρά μάτια και μετρημένες κινήσεις.»
Βέρα είναι τ’ όνομα μιας ηλικίας – που λέει κι η Όλυα στα Κουρέλια – όμως για μένα είναι και όλες οι γυναίκες που αγάπησε -απ’ την μητέρα του, την κόρη του κι’ όλες τις αγαπημένες υπάρξεις που τον κάνανε να νοιώσει έρωτα, γοητεία, δημιουργία, που του προσφέρανε λατρεία, καλωσύνη, δύναμη κι’ αποδοχή... του δείξανε εμπιστοσύνη, τον θαυμάσανε τον πιστέψανε και τον αγαπήσανε άνευ όρων.
Τυχερές οι γυναίκες που αγαπήθηκαν και αγάπησαν τον Νίκο, όποιο ρόλο κι αν είχαν δίπλα του γιατί νομίζω ότι δεν υπήρξε άντρας που να αγάπησε, να θαύμασε και να τους προσέφερε τον πιο σπουδαίο ρόλο στη ζωή τους -νάναι φίλος και σύντροφός τους...

«Για μένα η γυναίκα είναι θεϊκό και ταυτόχρονα καταστροφικό πλάσμα. Ενα μωρό βαμπίρ. Για τους περισσότερους ίσως είναι ένα όν στην αλυσίδα της παραγωγής. Οι γυναίκες που ξέρω εγώ είναι δαιμονικά πλάσματα. Έχουν δικαίωμα για τα πάντα. Και μ’ αρέσουν έτσι, έστω κι αν με κολλάνε στον τοίχο.»

Πώς συνδέεται η Θεσσαλονίκη με τον Οργισμένο Βαλκάνιο; Πότε έζησε ο Νίκος εκεί και πώς εμπνεύστηκε αυτό το μυθιστόρημα; Είχε ταξιδέψει και στα υπόλοιπα Βαλκάνια;
Στη Θεσ/κη έζησε με την δεύτερη γυναίκα του, γύρω στο 1970 όπου άρχισε να γράφει τον Οργισμένο Βαλκάνιο. Δεν ξέρω πώς εμπνεύστηκε τον Φάνη και την Τερέζα, αλλά όπως έχει δηλώσει κι ο ίδιος, όλα του τα μυθιστορήματα ήταν αυτοβιογραφικά, οπότε κι αυτό κάτι δικό του είχε, κάτι από την εποχή του Γκριν Παρκ. Τελείωσε τον Βαλκάνιο, το 1973 περίπου, με την τρίτη γυναίκα του!
Πολύ νέος στα 23 του μ’ έναν φίλο, τον Θεοδόση, είχαν οδηγήσει μέσα απ’ την Γιουγκοσλαβία, είχαν μείνει από λάστιχο μεσ’ τα χιόνια και μας διηγόταν την ταλαιπωρία τους –έπεφτε πολύ γέλιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν είχε άλλες «Βαλκανικές» εμπειρίες!

«Το μυθιστόρημα είναι πιο άγριο. Ο Οργισμένος Βαλκάνιος μου πήρε τέσσερα χρόνια. Το ίδιο έγινε και με τα Γουρούνια στον άνεμο. Συνήθως γράφω όταν είμαι πολύ στριμωγμένος και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Όμως το γράψιμο ενός σεναρίου είναι γενικά πολύ πιο εύκολη δουλειά.» «Ο Οργισμένος Βαλκάνιος είναι αυτοβιογραφικό κείμενο. Είμαι από τους ανθρώπους που δεν μπορούν να εφεύρουν, να φτιάξουν παραμύθια. Δεν είμαι παραμυθάς. Ό,τι έχω γράψει, ακόμα και τα πιο σκοτεινά μου κείμενα, όπως είναι η Ευρυδίκη και η Πρωινή Περίπολος, είναι πράγματα που σκάνε από μέσα μου.»

Υπάρχει σχέση αγάπης ή μίσους με την πόλη μας και το Φεστιβάλ της; Πώς αισθάνεσθε όταν έρχεστε εδώ; Υπάρχει προοπτική να δούμε κι εδώ το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στον Νίκο;
Με την πόλη σας αναπτύχθηκε μάλλον μια παθιασμένη σχέση. Την αγαπούσαμε πολύ με το Νίκο, κι εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι πολύ πιο ατμοσφαιρική από την Αθήνα και πιο ανθρώπινη. Έχω υπέροχες αναμνήσεις από το Φεστιβάλ, παρ’ όλο το τσάκισμα που του κάνανε επανειλημένα με τις ταινίες του -βέβαια έπεφτε πολύ γέλιο, πολύ κανιβάλισμα, υπήρχε κι ο τρομερός εξώστης – που λέγανε ότι τον ήλεγχε ο Νικολαίδης – οι γνήσιοι θεατές και τα όμορφα κορίτσια, όλα αυτά δίναν άλλη διάσταση εκείνα τα χρόνια. Τα τελευταία χρόνια το Φεστιβάλ ήταν άχρωμο, άοσμο και μίζερο. Εμείς την κοπανάγαμε, πριν καν ανακοινωθούν τα βραβεία, όλο αυτό το πανηγύρι είχε καταντήσει θλιβερό -παρ’ όλα αυτά φεύγαμε παραμένοντας ερωτευμένοι.
Τώρα όταν έρχομαι, μ’ αρέσει να περπατώ μόνη στους δρόμους και να κρατάω για μένα μόνο, τις αναμνήσεις μας. Όσο κι αν αυτό είναι κάπως στενάχωρο, χαίρομαι κιόλας όταν συνειδητοποιώ ότι εκεί έξω υπάρχουν νέα παιδιά που περιμένουν να τον γνωρίσουν ή να τον αναγνωρίσουν. Νέοι, που διψάνε να μάθουνε μέσα απ’ το έργο του, να αντιληφθούν, να διεκδικήσουν, να οριοθετήσουν τις διαδρομές τους, «να περπατήσουν σωστά τον λάθος δρόμο», όπως έλεγε κι εκείνος. Γι αυτό και τον Οκτώβρη θα μεταφερθεί το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης στη πόλη σας και νοιώθω πολύ όμορφα που θα βρεθώ ξανά εκεί.

«Τα φεστιβάλ είναι μία εβαπορέ έκθεση της στέρησης, της στενομυαλιάς, της υποκρισίας και της αντίδρασης του ευρωπαϊκού πνεύματος»

«Δεν με απασχόλησε ποτέ αν έχω αδικηθεί ή αν δεν έχω αδικηθεί. Μπορώ να πω ότι το έργο μου δεν ήταν επιδεκτικό εκδίκησης και αδικίας. Και να θέλανε να το αδικήσουν δε γινόταν. Αυτά που ήθελα να γίνουν γίνανε.»


Το Zero Years [2005] έχει προβληθεί στις αίθουσες; Είχε διανομή; Γιατί πικραθήκατε μετά από την παρουσίασή της στο Φεστιβάλ;
Το Zero Years είχε κάνει πρεμιέρα στον Μικρόκοσμο, πήγε πολύ καλά και εκεί θα παιζόταν για μια βδομάδα. Όμως για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν τήρησαν τη δέσμευσή τους και δεν την παίξανε. Παίχτηκε λοιπόν σε κάποιον άλλο κιν/φο που βρέθηκε τελευταία στιγμή και βέβαια δεν ακούστηκε, ο κόσμος δεν πήγε να τη δει κι έκανε πολύ λίγα εισιτήρια. Μπορεί κιόλας κάποιοι να μην ήταν έτοιμοι να δεχτούνε μια τόσο «πάρτα στα μούτρα» (αγγλιστί on your face) ταινία όπου περιγραφόταν η σύγχρονη αντεστραμμένη καταστολή, «σ’ έφεραν στο σημείο να τους παρακολουθείς εσύ και όχι αυτοί εσένα -αυτή είναι η παγίδα τους!!», έλεγε η ηρωίδα της ταινίας κι αυτό φαίνεται οτι έπεσε σε κάποιους βαρύ. Φρόντισαν λοιπόν να θάψουν την ταινία με μυξοπαρθενίστικες κριτικές του στυλ «πολύ αίμα, ούρα, εμετός –σιχαμένα πράγματα» ενώ ταυτόχρονα αποθέωναν την κάθε εισαγόμενη σπλατεριά, όπου ο διαμελισμός κομπάρσων πήγαινε σύννεφο... Όμως σήμερα ζουν αυτή την καινούργια καταστολή, αντιμετωπίζουν το πρόβλημα κι έτσι κατανοούν πιο άμεσα την ταινία. Στο αφιέρωμα, πολλοί πιτσιρικάδες έπαθαν πλάκα με το Zero Years και επιτέλους γνωρίσανε και τον άλλο Νικολαίδη, της Ευριδίκης, της Περιπόλου, του Singapore Sling και του Zero Years -όχι μόνο Συμμορία και Κουρέλια...
Ό,τι έχει πει ο Νίκος σ΄αυτές τις ταινίες του το βρίσκουμε μπροστά μας... Πόσα ήξερε... πόσο διαισθανόταν... Τώρα λοιπόν που όλες οι ταινίες του Ν.Ν. θα παίζονται σε αφιερώματα και θα πωλούνται τα DVD που φτιάξαμε σε HD όποιος θέλει να τις δει, θα βρίσκει πολύ πιο εύκολα τον τρόπο. Καιρός δεν ήταν;

«Πολλοί που κάνουνε τους κριτικούς αυτοερμηνεύονται. Ερμηνεύουν τις ταινίες μου σαν μέσο για μία αυτοκάθαρση ή μια αυτογνωσία ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν μπορώ να τους το στερήσω. Αλλά εγώ γράφω περισσότερο από καρδιά παρά από μυαλό.»

«Το έργο μου έχει χτυπηθεί αλύπητα. Όσον αφορά τους κριτικούς, θα αναφέρω αυτό που διάβασα κάπου: «Όλοι οι άνθρωποι έχουν δύο επαγγέλματα. Το ένα το κάνουν για να ζήσουν, ενώ το άλλο είναι κριτικός κινηματογράφου.»

Ουδέν κακόν αμιγές καλού! Μιλήστε μας για το τελευταίο μυθιστόρημα Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα [2007]. Έχετε πάει στην πλούσια ακτή της Κόστα Ρίκα; Εντυπώσεις; Πώς είναι το τοπικό φεστιβάλ;
Η στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα γράφτηκε σε έντεκα μήνες, βιαζόταν να το τελειώσει, σαν νάξερε... Γελούσε πολύ όταν έγραφε, το διασκέδαζε, ήταν τόσο δικό του πράγμα -σαν νάκανε ένα ταξίδι στα νεανικά κι εφηβικά του χρόνια, σαν νάθελε να κλείσει ο κύκλος -και τα κατάφερε. Μάλιστα η Στεκιά θάπρεπε να προηγείται από τα Γουρούνια στον Άνεμο. Είχε δύο διαφορετικά φινάλε, συμφωνήσαμε σ’ αυτό που κυκλοφόρησε. Μέσω μιας φίλης γνώρισε τον εκδότη της Greekworks και δώσανε τα χέρια - θεώρησα υποχρέωσή μου να προχωρήσω μ’ αυτόν. Νομίζω κιόλας οτι η Στεκιά ήταν κάτι που χρώσταγε στους «δικούς του, εκεί έξω», ήταν ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Παραδεχόταν πως «βέβαια, υπήρξε μία εποχή που στ’ αλήθεια ένιωθα ότι υπάρχει ένα νήμα ανάμεσα σε μένα και σε κάποιους ανθρώπους εκεί έξω και αυτό κάπως με στήριζε. Από τότε, όμως, έχουν συμβεί πολλά. Μεταξύ άλλων, αποχώρησα και τους άφησα λιγάκι ξεκρέμαστους.» Η Στεκιά ήταν το βιβλίο που χρώσταγε σε αυτούς.

Στην Κόστα Ρίκα βρέθηκα τυχαία, αλλού ήθελα να πάω. Όταν έμαθα όμως ότι υπάρχει ένα ψαροχώρι που λέγεται «Μοντεζούμα» - όχι ότι ο Νίκος αναφερόταν σ’ αυτό – ήθελα να το επισκεφθώ. Έτσι βρέθηκα σ’ ένα παραδεισένιο κράτος που σέβεται τη φύση, τα ζώα και τον άνθρωπο. Πρώτη φορά ένοιωσα αυτή την υπέροχη θετική ενέργεια που εκπέμπεται από παντού. Εκεί, παρ’ όλη τη φτώχεια τους, ακόμα ελπίζουν κι ονειρεύονται. Δεν έχουν στρατό, ούτε όπλα και όλα τα λεφτά τους να δίνουν στην Παιδεία και Ιατρική -επίσης έχουν γυναίκα Πρόεδρο της χώρας! Η Μοντεζούμα είναι ένα χίππικο ψαροχώρι ξεχασμένο στα σέβεντις που μου θύμησε τα νεανικά μου χρόνια και θέλω να πηγαίνω ξανά και ξανά... Τοπικό φεστιβάλ δεν ξέρω αν έχει, αλλά θα μπορούσα να κάνω ένα αφιέρωμα στον Ν.Ν. εκεί!

«Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είχε πει μία καλή κουβέντα. Ότι «αυτός ο Νικολαΐδης πολύ καλός σκηνοθέτης, βρε παιδί μου, αλλά όλο την ίδια ταινία γυρίζει»! Όλο την ίδια ταινία γυρίζω. Μία ταινία είναι όλη κι όλη και την αγαπάω από πάνω μέχρι κάτω.»

«Με απωθεί το γεγονός ότι για να προλάβω αυτή την εποχή που αναπτύσσεται ανόητα και άναρχα πρέπει να κάνω κι εγώ τεράστια, το ίδιο άναρχα, βήματα... Από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν όλοι μία μεγάλη αλήθεια: η ζωή μας αξίζει πέντε δραχμές και κάθε στιγμή μπορούν να μας την πάρουν. Όταν αυτό γίνει συνείδηση, τότε όλες οι αξίες που μπήκαν στα καδράκια της γιαγιάς θα ξαναπάρουν τη θέση τους. Ο έρωτας και η αντρική φιλία, η συντροφικότητα... Κάθε άτομο που βλέπω να έρχεται από τη γωνία το υπολογίζω σαν υποψήφιο δολοφόνο. Γιατί έτσι είναι. Αν όλα αυτά γίνουν συνείδηση, τότε είναι σίγουρο ότι θα ξαναβρεθούμε πάλι.»

Πώς εξηγείτε την "απόσταση" των Τυμβωρύχων [συλλογή διηγημάτων, 1964] από τα υπόλοιπα βιβλία-μυθιστορήματα του Νίκου [Ο οργισμένος Βαλκάνιος (1977), Γουρούνια στον Άνεμο (1992) και Μοντεζούμα (2007)]; Είναι δυνάμει σενάρια ή λογοτεχνικά έργα;
Ήταν πολύ νέος όταν έγραψε τους Τυμβωρύχους, φαντάζομαι οτι κάπως έτσι αρχίζουν όλοι. Στις ιστορίες του συγκεκριμένου βιβλίου έγδερνε τις Οργουελιανές του επιρροές για να βυθιστεί στην κόλαση που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος –είναι ένα τρυφερά ανατριχιαστικό βιβλίο. Και βέβαια, η «απόσταση» μεταξύ Τυμβωρύχων και Βαλκάνιου είναι καλυμμένη από δυο νουβέλλες – ο Συμεών και ο Ιούλιος στον Άδη - που είχα διαβάσει ήδη το ‘66 αλλά ποτέ δεν εκδόθηκαν.
Έμαθα πρόσφατα από τον φίλο και μοντέρ του Lacrimae Rerum –Σπύρο Ανακτορίδη- ότι το σενάριο της Συμμορίας του το είχε διηγηθεί, τότε στα γυρίσματα της ταινίας, στην Ύδρα, το 1962!
Ο Βαλκάνιος έκανε να γραφτεί τέσσερα χρόνια και τα Γουρούνια άλλα πέντε -στο μεταξύ έγραφε σενάρια που άλλα πουληθήκαν – πιο παλιά - κι άλλα έμειναν στο συρτάρι. Το Singapore Sling ήταν το σενάριο που ήθελε να γυρίσει μετά την Ευριδίκη. Προσπαθούσαμε να βρούμε ηθοποιούς... αλλά δεν είχα βρει τους ανθρώπους που θα μπαίνανε σε μια τέτοια αυτοέκθεση που χρειαζόταν για να γυριστεί σωστά ή ταινία.
Έκανε 15 χρόνια να πραγματοποιηθεί... Ένδιάμεσα έκανε διαφημιστικά, ταινίες, τηλεταινία, θεατρικό, πάλι ταινίες, κι άλλα σενάρια που δεν έγιναν ποτέ λόγω μπάτζετ. Τα μυθιστορήματά του δεν είναι σενάρια, είναι γνήσια λογοτεχνία, απλά έχουν κινηματογραφική ματιά, γιατί ο Νίκος έτσι τάβλεπε όλα, μέσα απ’ το φακό της μηχανής, πίσω απ’ τη μηχανή. Κι αυτή η κινηματογραφική ματιά (ας το ξεκαθαρίσουμε επειδή πλέον οι όροι έχουν πολύ μπερδευτεί) σημαίνει οτι στα βιβλία του βλέπεις, στην κυριολεξία, το κάδρο που έχει στήσει και τους χαρακτήρες που έχει ζωγραφίσει μέσα του. Επειδή μάλιστα μιλάμε για λογοτεχνία το συναίσθημα είναι πιο δυνατό και δεν αφορά μόνο την όραση –μυρίζεις, αισθάνεσαι, νιώθεις –συμμετέχεις στο ταξίδι του ήρωα.

«Τις ταινίες που ονειρευόμουνα δεν τις έκανα. Δεν μπορούσα, δεν είχα τον τρόπο και τα μέσα. Ετσι λοιπόν αποφάσισα από πολύ νωρίς ότι θα κάνω ένα είδος σπουδής πάνω στις ταινίες που θα ήθελα να φτιάξω. Γι αυτό δεν θεωρώ ότι έχω κάνει ολοκληρωμένες δουλειές. Αντίθετα τα βιβλία μου, τον Οργισμένο Βαλκάνιο και τα Γουρούνια στον Άνεμο, τα θεωρώ ολοκληρωμένα.»

"Εγώ έχω ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα μέσα στο συρτάρι μου. Τι θα γίνει; Θα εκραγεί και θα βγει μόνο του έξω; Θα περπατήσει και θα πάει να χτυπήσει την πόρτα του εκδότη; Δεν γίνεται."

«Ζω το σινεμά 24 ώρες το 24ωρο. Και όταν η ταινία της ζωής μου δεν είναι καλή, αλλάζω ζωή. Δεν χρειάζεται όλα αυτά να τα αποτυπώνω πάντα σε φιλμ.»


"Κάποια στιγμή θέλω να βγάλω «Το έργο που δεν έγινε...»"


Η κυκλοφορία του Box-Set με τον κινηματογραφικό κόσμο του Νίκου είναι το τελευταίο βήμα; Υπάρχει στα σκαριά κι ένα ντοκιμαντέρ; Πότε ντεμπουτάρει στις αίθουσες; [με τίτλο Directing Hell]
Δεν ξέρω ακριβώς, ίσως πάει στο Φεστιβάλ Ντοκυμαντέρ, ίσως κάνει Πρεμιέρα κάπου αλλού.
Επίσης οι εκδόσεις Αthens Voice θέλουν να βγάλουν τα οκτώ σενάρια από τις ταινίες του, είναι το επόμενο πρότζεκτ...

«Την εποχή που ήθελα να βάλω βόμβες, δεν υπήρχε καμμιά οργάνωση να με δεχτεί. Λοιπόν τις βόμβες τις έριξα με το Σίνγκαπουρ Σλίνγκ, που έφερε τα πάνω κάτω, την Περίπολο και τη Συμμορία. Και αυτές δεν ήταν ταινίες του καναπέ.»

Ποια είναι η Marni Films; Που οφείλεται το όνομά της; Πώς συμβάλλει σ' αυτό;
Το Marni όντως βγήκε από τα αρχικά των ονομάτων μας. Ήταν η πρώτη εταιρία που φτάξαμε παρέα κι παρέμεινε μέχρι το τέλος.

«Στην περίοδο που ζούμε ο καθένας πρέπει να εντάξει τον προσωπικό του εφιάλτη σ’ έναν συλλογικό εφιάλτη και ν’ αρχίσει να επεξεργάζεται μόνο αυτόν. Εγώ και η κόλασή μου πρέπει να κάνουμε πίσω.»

Τι είναι ο Νίκος για την Μαρί-Λουίζ;
Χρειάζεται να πω τι ήταν ο Νίκος για μένα; Καθόρισε όλη μου τη ζωή και την ύπαρξη, ήταν ο μέντοράς μου, ο σύντροφος και φίλος μου, ο άντρας κι εραστής μου, η έμπνευση κι η δημιουργικότητά μου, η υποστήριξη κι η ψυχανάλυσή μου, τα όνειρα κι οι εφιάλτες μου, το σύμπαν και το χάος μου -ο μεγάλος και μοναδικός μου έρωτας -τελικά κατά κάποιο περίεργο τρόπο, νοιώθω ότι είμαι το δημιούργημά του... Όπως δίδασκε τους ηθοποιούς του για τον ρόλο, έτσι δίδαξε κι εμένα να μάθω να ζω χωρίς εκείνον.


Τι είναι η Μαρί-Λουίζ για τον Νίκο;
Καλοκαίρι του ’70... Ν«...κι αν γίνουμε απαραίτητοι ο ένας στον άλλον;»


«Οι νεκροί υπάρχουν ανάμεσά μας, η πόρτα με το «Άλλο» είναι πάντα ανοιχτή. Αυτό που με απασχολεί είναι η αγάπη, ότι αυτοί οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν μαζί ... Οι νεκροί πεθαίνουν άμα τους ξεχάσουμε, όμως τι είναι πέρα από εκεί; Εκεί αν αγαπάμε θα πάμε μαζί...»

4 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

GIORGOS είπε...

' Όπως δίδασκε τους ηθοποιούς του για τον ρόλο, έτσι δίδαξε κι εμένα να μάθω να ζω χωρίς εκείνον.'

Υποκλίνομαι μπροστά της.
Αλλά φοβάμαι πως δεν έχω τη δύναμη να τη μιμηθώ.
Δεν ξέρω...ίσως μόνο αν έχεις έναν Νικολαϊδη στο πλάι σου,να μπορείς να φτάσεις σε τέτοιο επίπεδο αυτογνωσίας.
Όμως αυτός ήταν μόνο ένας και ανεπανάληπτος.
Σε αυτή την περίπτωση..ας προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε όλοι μας τι αποθέματα Ν.Ν. κρύβονται μέσα στον καθένα μας.

Και μια παρένθεση:τα όσα αναφέρει για την κοινωνία του ψαράδικου χωριού είναι μια όμορφη απάντηση στους συμπολίτες μας εκείνους που θα θεωρούσαν κάτι τέτοιο ουτοπία(έχεις νομίζω κι εσύ συζητήσει και διαφωνήσει μαζί τους).

Υ.Γ.:Σημαντική πληροφορία για τη διανομή του Zero και χαίρομαι που διαψεύδονται οι αλήτες που γελούσαν στο Αθηνόραμα για τα 100 εισιτήρια και το επερχόμενο εμπορικό τέλος του Ν.Ν.

"Say it's all in your head"

The Motorcycle boy είπε...

Γιώργο, τα είπες όλα. Όμως νομίζω οτι ο Νικολαϊδης είναι μοιραία ίωση -όσοι είναι να κολλήσουν, θα κολλήσουν ότι κι αν γίνει. Ή αλλιώς "κανείς δεν θα γλιτώσει".

Αυτοί που θεωρούν οτι οι μπάτσοι και η εξουσία είναι απαραίτητα συστατικά της κοινωνικής ζωής απλώς καθρεφτίζουν τους δικούς τους πόθους στο κοινωνικό επίπεδο.

miliokas είπε...

Η Στεκιά χρώσταγε σε όλους, όχι μόνο σ' αυτούς, έτσι για να ξέρεις... (:

miliokas aka skylos_mayros

The Motorcycle boy είπε...

Αυτοί είναι οι όλοι ρε -απλά δεν το ξέρανε (μέχρι να το μάθουν).

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι