Δευτέρα, Απριλίου 23, 2012

1. Έξω από τον ανύπαρκτο τοίχο


Έμεινα στη φυλακή έξι μήνες συν δυο ακόμα –σύνολο 244 μέρες. Τόσο χρειάστηκε για ν΄ ανακαλυφθεί το σημείωμα αυτοκτονίας δίπλα στο καρβουνιασμένο πτώμα του Λεωνίδα -ο γέρος παραδεχόταν οτι είχε δολοφονήσει τη Φωτίου για να πάρει την πορνό κασέτα που την έδειχνε να πηδιέται με τον Μανιάτη και τον Κουδουνά -μια κασέτα βρέθηκε εξίσου καρβουνιασμένη (πολύ βολικό!) δίπλα στο πτώμα. Τη δολοφονία του Αργυριάδη την πήρε κι αυτή πάνω του ο Λεωνίδας –έγραφε οτι τον σκότωσε επειδή απειλούσε να τον καταδώσει στην αστυνομία. Το πτώμα, το σημείωμα κι ένα άδειο μπιτόνι βενζίνης ανακαλύφθηκαν σε μια ταράτσα οικοδομής στη Νεάπολη, 6 μήνες μετά την καταδίκη μου –η αναψηλάφηση της δίκης πήρε 2 μήνες για να γίνει. Αθωώθηκα κατσούφικα ένα ηλιόλουστο πρωινό –το επόμενο μεσημέρι μάζεψα τα υπάρχοντά μου και πήρα εξιτήριο από τις Φυλακές  Μαλανδρίνου.
Με αποχαιρέτησε ο βρομιάρης δεσμοφύλακας που έπαιρνε 20% απ΄ όσα πλήρωνα για τα χάπια κωδεϊνης –οι υπόλοιποι κρατούμενοι ήταν στην τραπεζαρία εκείνη την ώρα κι έτσι γλίτωσα τις παραγγελίες που θα με φόρτωναν για τους δικούς τους απέξω. Στεκόμουν μπροστά στην καγκελόπορτα περιμένοντας ν’ ανοίξει ο φρουρός, δεν είχα μαύρα γυαλιά για ν΄ αποφύγω τον ήλιο, ένιωθα έναν λασπερό ιδρώτα να με καλύπτει από μέτωπο μέχρι πατούσες. Η πόρτα μετακινήθηκε στριγκλίζοντας.

Όταν έχεις μείνει για καιρό σ΄ έναν κλειστό χώρο, τα πρώτα βήματα στον έξω κόσμο είναι δύσκολα. Είναι μεγάλο σοκ το να ψάχνεις για τον, ανύπαρκτο πλέον, τοίχο που περιορίζει τις κινήσεις σου κι έτσι σκοντάφτεις στο ίσιωμα, γελοιοποιείσαι, σκέφτεσαι οτι δεν κάνει αυτός ο κόσμος για σένα (κι εσύ δεν κάνεις για τον κόσμο αυτό) –ζαλίζεσαι από τον αέρα, οι μυρωδιές σε αποπροσανατολίζουν. Και οι κόρνες των αυτοκινήτων...

Η κόρνα που συνεχίζει να μουγκρίζει παράτονα –μου τσακίζουν τα νεύρα οι κόρνες...
«Θα περιμένω πολύ ακόμα;»
Ψάχνω να βρω από που ήρθε η φωνή.
Βλέπω τότε τη Λάντσια Δέλτα να βήχει προσπαθώντας να κρατήσει ρελαντί και το φαλακρό κεφάλι του μπάρμαν από το Βιτόφκσι να μου χαμογελάει ανυπόμονα.
«Ιάκωβε;» απορώ. «Τι δουλειά έχει το Ντεντμομπίλ εδώ πέρα;»
«Δε λες που δεν έμεινε στο δρόμο το φέρετρο...» μουρμούρισε εκείνος.
«Αυτό λέω», του εξήγησα.
«Θα μπεις ή περιμένεις να σβήσει και να το σπρώχνουμε;» έκανε νευριασμένα.
Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και χώθηκα μέσα –άφησα το σακ βουαγιάζ μου στο πίσω κάθισμα.
«Τι φάση είναι αυτή τώρα;» αναρωτήθηκα.
«Έμαθα οτι βγαίνεις και είπα να σε υποδεχτώ», απάντησε ο Ιάκωβος. «Να μη στριμώχνεσαι στα ΚΤΕΛ...»
Χαμογέλασα.
«Σκάσε τώρα και το παραμύθι», είπα.
«Εννοείς...»
«Εννοώ οτι εσύ δεν πας ούτε για κατούρημα αν δε σε πληρώσουν».
Ανασήκωσε τους ώμους.
«Με έχεις παρεξηγήσει», είπε δήθεν θιγμένος.
«Εντάξει», ψιθύρισα. «Πάμε παρακάτω».
«Ένα κατοσταρικάκι κι η βενζίνη πληρωμένη δεν είναι λίγα... Ειδικά αν πρόκειται να ξαναδείς τον φίλο σου μετά από τόσο καιρό...» παραδέχτηκε.
«Ο Γκας;» ρώτησα.
«Ο Κονταξής μού τα έφερε αλλά...»
«Ο Γκας του τα έδωσε».
«Κάπως έτσι», μουρμούρισε.
«Βιάζεται να πεθάνει το αρχίδι», σφύριξα.
«Ή προσπαθεί να σε καλοπιάσει», πρότεινε ο Ιάκωβος.
«Ναι –σίγουρα», γέλασα.
Μου έδωσε μια κούτα Πλέιερς Σπέσιαλ Νέιβι Κατ.
«Κερασμένα από το κατάστημα», είπε.
Αισθάνθηκα αμέσως καλύτερα. Έβγαλα ένα πακέτο, το άνοιξα, απόλαυσα τη στυφή μυρωδιά του ξανθού χαρμανιού. Όσο ήμουν μέσα βολευόμουν με ότι σκατά έφερνε ο επίσημος προμηθευτής –συνήθως κάτι λαθραία, αλβανικές και βουλγάρικες χούσπες. 
«Έχει καφέ στο θερμός μέσα στο ντουλαπάκι», έδειξε ο Ιάκωβος.
Τράβηξα το λεβιέ σπρώχνοντας το κάθισμα προς τα πίσω, βρήκα μετά το θερμός και σερβιρίστηκα μια κούπα αχνιστού καφέ, άνοιξα το παράθυρο, θυμήθηκα πώς μοιάζει το να είσαι άνθρωπος.
«Ρε Ιάκωβε πώς σε λένε τελικά;» ρώτησα στο ξεκάρφωτο.
Γέλασε.
«Ιάκωβο –σκέφτεσαι τίποτα καλύτερο;» απόρησε.
Γέλασα με τη σειρά μου καθώς  η Λάντσια έβγαινε στην εθνική.
«Αν ήσουν άνθρωπος θα σου έλεγα ευχαριστώ», τον πληροφόρησα.
«Αν ήμουν άνθρωπος θα έκανα παρέα με κανονικούς ανθρώπους –όχι μαζί σου», παραδέχτηκε.

Επιστρέφω στην Αθήνα, συνεπιβάτης σε μια Λάντσια Δέλτα που έχει γνωρίσει και καλύτερες μέρες, με φωνάζουν Λούη –Λούη Πετρά -και έχω να σκοτώσω μερικούς από τους ανθρώπους που αγαπάω. Πρώτα τον Γκας, κατά κόσμο Κώστα Καλαντζάκο, τον άνθρωπο-φαινόμενο, με τις πολλές προφυλακίσεις και τις μηδενικές καταδίκες –αυτό το αρχίδι που με πούλησε δυο φορές στη σειρά για να κονομήσει. Και μετά τη Σόνια αγνώστων λοιπών στοιχείων πέρα από το ότι κυκλοφορεί με μια κατακόκκινη καμπαρτίνα και βαράει βίζιτες –τη γυναίκα που με έριξε δυο φορές στη μοιρασιά και τώρα γλεντάει τα λεφτά μου κάπου μακριά... Αυτό δεν είναι κακό, εννοώ οτι οι μπίζνες είναι μπίζνες κι αν καταφέρνεις να μεγιστοποιείς συνεχώς το κέρδος σου είναι μια χαρά –γράφεις κάσα για να συμμετάσχεις σε συνέδρια της Λέσχης Μπίλντεμπεργκ όταν μεγαλώσεις... Αλλά η Σόνια με είχε ρίξει και στα ερωτικά –αυτό στοιχίζει πάντα κάτι παραπάνω...

«Τι θα κάνεις τώρα;»
Γυρίζω και κοιτάζω τον Ιάκωβο που αγναντεύει την ατέλειωτη ευθεία.
«Θα ψάξω για κάποια γρήγορα φράγκα και μετά θα ψάξω ακόμα περισσότερο...»
«Για εκείνη;»
«Για κάποια εκείνη...»
«Όχι για τη Σόνια;»
«Πού την ξέρεις τη Σόνια;»
Γελάει.
«Μπάρμαν είμαι όχι καντηλανάφτης», μου λέει.
«Πάει καλά λοιπόν. Για τη Σόνια», παραδέχομαι.
«Κι όταν τη βρεις;»
«Θα πάρω οτι μου χρωστάει...»
«Και μετά;»
«Τι με νοιάζει το μετά; Νεκροθάφτης είμαι;»
Περνάμε πάνω από μια λακκούβα στην άσφαλτο και η Λάντσια χοροπηδάει.

Φτάνοντας στο Βιτόφσκι με περιμένει μια στεναχώρια σε μορφή χαρτοκιβωτίου. Τα λιγοστά μου υπάρχοντα.
«Ο ιδιοκτήτης χρειαζόταν το διαμέρισμα», μου εξηγεί ο Ιάκωβος.
«Αφού το χρειαζόταν...» κάνω αμήχανα.
Θέλω λίγο χρόνο να ψάξω στο χαρτοκιβώτιο να δω αν υπάρχουν ακόμα όσα μου είναι απαραίτητα, να δω κι αν υπάρχουν τα εργαλεία μου...
«Έχει ένα διαμερισματάκι πάνω από το μαγαζί, το χρησιμοποιούμε για καβάτζα...»  μου λέει ο Ιάκωβος.
«Θα το χρειαστώ για κάνα δυο μέρες...» υπολογίζω.
«Και μετά;»
Τον κοιτάζω αγριεμένος.
«Όλα μετά και μετά είσαι –τι τρέχει μαζί σου ρε φίλε;» κουμπώνω.
«Μπορεί να έχω πρόβλημα στον μεταβολισμό μου», γελάει εκείνος.
Εγώ δεν γελάω.

Το διαμερισματάκι είναι κάτι λιγότερο από ποντικότρυπα –η εξώπορτα ευτυχώς ανοίγει προς τον διάδρομο της πολυκατοικίας, γιατί, αν άνοιγε προς τα μέσα στο διαμέρισμα θα έπρεπε να βγαίνει στο μπαλκόνι όποιος βρισκόταν στο μοναδικό δωμάτιο για να μπαίνει ο επισκέπτης. Ένα στρώμα στη μια γωνιά που πιάνει μέχρι τη μέση του δωματίου, ένας νεροχύτης και δίπλα μια, μοναδική, κλειστή πόρτα –προφανώς βεσεδάκι.
«Εδώ θα βολευτείς μια χαρά», λέει ο Ιάκωβος.
«Το κελί μου ήταν μεγαλύτερο», παρατηρώ.
«Τι να το κάνεις το μεγαλύτερο ένας άνθρωπος μόνος; Αυτές οι σπατάλες έχουν ρίξει έξω το δημόσιο...» αγορεύει.
«Πώς και τους ξέφυγες όταν ψάχνανε για υπουργούς;» απορώ.

Το πρώτο μου μπάνιο στον έξω κόσμο, ελάχιστα πιο ιδιωτικό από τα ντους στις φυλακές γιατί το παράθυρο της τουαλέτας έχει διαλυθεί κι έτσι δίνω παράσταση στον ακάλυπτο. Πολύ νερό, πολλές δόσεις σαπουνίσματος, η γλίτσα της φυλακής δε λέει να φύγει. Εύκολα.
Πονάω. Έχω χάπια στη μέσα τσέπη του μπουφάν μου, τα καταπίνω με νερό που ρουφάω κατευθείαν από τη βρύση. Νιώθω καλύτερα και μόνο με την ιδέα.
Χώνομαι κάτω από μια μάλλινη κουβέρτα χωρίς σεντόνι κι αποφασίζω να κοιμηθώ για κάνα δυο μέρες.

Όνειρα αυτοκινήτων που φρενάρουν στριγκλίζοντας, σειρήνες αλυχτάνε παραπονεμένα, ο θόρυβος της πόλης που μίσησα –ξυπνάω και ξανακοιμάμαι μέχρι να ξαναξυπνήσω.  Μισό πακέτο τσιγάρα και δυο καφέδες αργότερα σχηματίζω τον αριθμό του στο καντράν του τηλεφώνου.
«Ποιος πούστης;» ακούγεται θαμπή η φωνή του.
«Αυτός που θα σε γαμήσει», λέω.
«Βρε τα παιδιά τα δικά μας... Σε βγάλανε τελικά;»
«Έλπιζες να μην;»
«Μαλακίες... Αφού εγώ κανόνισα με τους δικηγόρους...»
«Πρέπει να σε ευχαριστήσω δηλαδή;»
«Ξέρω οτι είσαι γομάρι και δεν θα το κάνεις».
Χαμογελάω.
«Ήρθε η ώρα σου Γκας».
«Σιγά ρε μάγκα –κατούρα και λίγο».
«Κρατιέμαι για την κηδεία σου».
«Μίλα καλά».
«Πού είσαι; Έχουμε κάποια πράγματα να πούμε».
«Σίγουρα. Πότε θέλεις;»
«Και τώρα, καλά είναι».
«Εντάξει –σε περιμένω».
«Πού;»
«Άμα δεν πάει το βουνό στον Μωάμεθ...»
«Έρχεται ο Μωάμεθ στο Βιτόφσκι –εντάξει, ρίχνω λίγο νερό στα μούτρα μου, παράγγειλε κι έφτασα».
Κλείνω το τηλέφωνο και χώνομαι στο χαρτοκιβώτιο. Ευτυχώς υπάρχει ακόμα η πεταλούδα μου –κάποιο διαπραγματευτικό ατού για τη συνάντησή μου με τον Γκας... Βγαίνω στο στενό μπαλκόνι, νύχτα, υγρασία και μετρημένα αυτοκίνητα που αργοσέρνονται. Λίγο φεγγάρι καθόλου αστέρια, αναπνέω βαθιά, κοντρολάρω τη ζαλάδα.

Μπαρ Βιτόφσκι. Ημιυπόγειο, Διδότου. Κατεβαίνεις τρία σκαλιά, ανοίγεις τη τζαμόπορτα, στα δυο βήματα υπάρχει ακόμα μια πόρτα, ξύλινη με φινιστρίνι. Το μπαρ δουλεύει όλη τη νύχτα και την περισσότερη από τη μέρα –πέφτεις πάνω στον μπάρμαν, υπάρχουν δυο από δαύτους, εναλλάσσονται στις βάρδιες -κανένα πρόβλημα. Το μπαρ έχει πολυκοσμία για τα δεδομένα του. Δυο γομάρια κάθονται στη μπάρα, τα σκαμπό αναστενάζουν σε κάθε τους κίνηση. Στο βάθος είναι το προσωπικό μου τραπέζι –δυο άντρες κάθονται αμίλητοι εκεί πέρα, μισοκλείνω τα μάτια για να συνηθίσω τον χαμηλό φωτισμό –τα γομάρια με κοιτάζουν καθώς προσπερνάω.
Πλησιάζω τους δυο άντρες. Κοντοστέκομαι στη μέση του μπαρ.
«Ιάκωβε, ετοίμασέ μου ένα ποτό», λέω χωρίς να τον κοιτάζω.
Οι δυο άντρες στρέφονται προς το μέρος μου καθώς τραβάω την ελεύθερη καρέκλα προς το μέρος μου. Χαμογελάνε μαγκωμένα. Σηκώνω την καρέκλα, τη στριφογυρίζω απότομα στον αέρα και την κατεβάζω στον Γκας –είναι γρήγορος κι έτσι προλαβαίνει να προστατεύσει τα μούτρα του υψώνοντας ανοιχτές τις παλάμες, η καρέκλα δε σπάει, γδούπος και βογκητό, ο Γκας στο πάτωμα, τα χέρια του κοκκινίζουν, οι παλάμες παίρνουν να ματώνουν αργά. Στρέφω την καρέκλα προς τα γομάρια που έχουν πεταχτεί στον αέρα, ο Γκας μουγκρίζει.
«Πες τους να κάτσουν κάτω –αυτό είναι μεταξύ μας», του λέω.
«Καθίστε κάτω. Το θέμα ήταν να μη με κοπανήσει... ηλίθιοι», αναστενάζει ο Γκας.
Στήνω την καρέκλα στα πόδια της και κάθομαι –ο Κονταξής δίπλα μου έχει μαζευτεί σαν κάμπια σε αμπελόφυλλο.
«Τι δουλειά έχεις εσύ μαζί του;» τον ρωτάω.
«Ε, πώς... Ο κύριος Κονταξής συνεργάζεται μαζί μου», κοκορεύεται ο Γκας καθώς σηκώνεται.
«Από πότε;» απορώ.
«Από τότε», απαντάει χαχανίζοντας.
«Τέτοια μηχανή δηλαδή...» θαυμάζω.
Ο Ιάκωβος φέρνει τη Στολίσναγια, οι φουσκάλες του τόνικ γαργαλάνε προκαταβολικά τα ρουθούνια μου. Ανάβω τσιγάρο, παρατείνω την απόλαυση. Ο Κονταξής χλωμός, ο Γκας προσπαθεί να το παίξει αλεξίσφαιρος.
«Αν ήταν άλλος θα είχε πεθάνει τώρα...» σφυρίζει ο Γκας σκύβοντας προς το μέρος μου.
«Αν ήταν άλλος, όντως θα τον είχα καθαρίσει επιτόπου», του απαντάω. «Όμως δεν ήρθα να μιλήσουμε γι΄ αυτά. Θέλω να μάθω πού βρίσκεται η Σόνια».
Ανασηκώνει τους ώμους του, κοιτάζεται με τον Κονταξή.
«Και πού να ξέρω εγώ;» αναρωτιέται.
Σκύβω προς το μέρος του.
«Φώναξε τα γομάρια σου να κάτσουν μαζί μας», σφυρίζω.
«Έλα τώρα –τι σαχλαμάρες είναι αυτές...» αγανακτεί.
«Θα τους φωνάξεις ή να το κάνω εγώ;»
«Εντάξει ρε πούστη, δε χρειάζεται να γίνουμε νούμερο».
Ξαπλώνω προς τα πίσω, ανάβω τσιγάρο, βγάζω όλον τον καπνό έξω στην πρώτη τζούρα.
«Πού βρίσκεται η Σόνια;» επαναλαμβάνω.
«Θέλεις ν΄ ακούσεις την ιστορία;» προτείνει ο Γκας.
«Σίγουρα. Αφού μου πεις που βρίσκεται η Σόνια», του λέω.
«Δεν το ξέρω ρε φιλαράκι. Πήρε τα φράγκα κι έφυγε».
«Για πού;»
«Δεν γνωρίζω».
«Πώς της έδωσες τα λεφτά;»
«Με τον τρόπο που είχαμε κανονίσει, δε θυμάσαι; Με έμβασμα από τράπεζα σε τράπεζα».
«Εντάξει –και πώς σου έδωσε την κασέτα;»
«Δεν μου την έδωσε».
Χαμογελάω, πίνω μια γερή γουλιά.
«Αν δεν σου είχε δώσει την κασέτα θα ήταν τώρα πεθαμένη. Κι εσύ δεν θα είχες κανένα πρόβλημα να με πας να δω τον τάφο της αλλά δεν γίνανε έτσι τα πράγματα –κάνω λάθος;»
Ψάχνεται για τσιγάρο, κάτι βρίσκει, ο Κονταξής πάει να του ανάψει αλλά ο Γκας τον αγνοεί.
«Η Σόνια σε έδωσε στους μπάτσους», λέει τελικά.
«Δεν σε ρώτησα αυτό», υπενθυμίζω.
«Έχει σημασία όμως...»
«Τα παπάρια μου έχουν σημασία. Στους μπάτσους με δώσατε μαζί γιατί μαζί στήσατε τη δουλειά. Και μετά η Σόνια σού πάσαρε την κασέτα για να την αφήσεις ήσυχη. Ήξερες οτι είχε τη φωτογραφία σου δίπλα στο πτώμα του Λεωνίδα κι αυτό την εξασφάλιζε επειδή, σαν έξυπνο κορίτσι, καταλάβαινε πως δεν θα ρίσκαρες να της κάνεις κακό... Λοιπόν, είμαστε εκεί που συναντιέστε και σου δίνει την κασέτα, παρακάτω τι γίνεται; Την πας στο αεροδρόμιο; Της νοικιάζεις ένα σπιτάκι στην εξοχή να ταΐζει κότες; Κάτι άλλο;»
Ο Γκας χαμήλωσε το κεφάλι.
«Το πρώτο», παραδέχεται.
«Εντάξει. Αφού λοιπόν την πας στο αεροδρόμιο βλέπεις και προς τα πού ταξιδεύει».
Ο Γκας γελάει.
«Για τόσο κορόιδο την έχεις; Έβγαλε εισιτήριο για Μαδρίτη –από εκεί και πέρα, τρέχα –γύρευε...»
Σωστά. Έτσι θα έκανε η Σόνια.
«Πριν πόσο καιρό έφυγε;»
«Όταν γινόταν η δίκη σου πάνω-κάτω...»
«Ακριβώς».
«Τη μέρα που ξεκίνησε η δίκη σου. Μέχρι τότε την έκρυβα, δεν ξέραμε τι θα έλεγες στους μπάτσους...»
Γελάω. Αυτό που λέει είναι ψέμα –ξέρανε τι θα έλεγα και ξέρανε πώς, ότι κι αν έλεγα, θα τους το πρόφταιναν οι μπάτσοι πριν βγει στο δικαστήριο.
«Τέλος πάντων», παραδέχομαι. «Τι άλλο ξέρεις;»
«Τίποτα –θα στο ΄λεγα...»
Ξεκαρδίζομαι. Σκύβει, πάει να μου πιάσει το χέρι, τραβιέμαι όλο σιχαμάρα.
«Με πόνεσε πολύ αυτό που έγινε –ξέρεις οτι έχω μπέσα κι εσύ, αδερφός... Αν δεν είχες εκείνη τη γαμημένη ιδέα να μη θες να παραδώσεις την κασέτα όλα θα πήγαιναν πρίμα».
«Ρε πούστη σε ποιον τα πουλάς;» μαγκώνω. «Εσύ με είχες στείλει για σκότωμα στο Κατ Μπαλού, το ξέχασες;»
Μαζεύεται ντροπαλά.
«Τι πας και τα σκαλίζεις τώρα; Αυτό ήταν δουλειά», παραδέχεται.
Δε βγάζω άκρη μαζί του.
«Έχω πάντως κάτι για σένα -για να δεις οτι δεν είμαι άνθρωπος που κρατάει κακίες... Μια δουλειά σκέτη απόλαυση... Ευκολάκι με σίγουρο κέρδος...»
«Άσε ρε Γκας –από τις δουλείες τις δικές σου προκόψαμε», κοροϊδεύω.
«Όχι –μιλάω μπέσα... Εντάξει δουλειά, να βγάλεις τα έξοδά σου τώρα που είσαι φρέσκος, να πορευτείς για κάνα δίμηνο...»
Τελειώνω το ποτό μου και κάνω νόημα για δεύτερο. Ξέρω δυο πράγματα –πρώτον οτι οι δουλειές του Γκας έχουν ποσοστό θνησιμότητας μεγαλύτερο του 80% και δεύτερον οτι είμαι πιο άφραγκος κι από άγαλμα σε συνοικιακή πλατεία.
«Εσύ τι λες;» ρωτάω τον Κονταξή.
«Εγώ...» ξεκινάει, «λοιπόν, δε νομίζω...»
Τον περιμένω όσο ψάχνει τα λόγια του και τον αφήνω να χαθεί με την ησυχία του.
«Έχει δίκιο», εξηγώ στον Γκας, όταν το παίρνω απόφαση οτι δεν πρόκειται να πει τίποτα άλλο.
Κοιτάζει κι αυτός τον Κονταξή με τη σειρά του.
«Σε τι έχει δίκιο;» αναρωτιέται.
«Στο οτι οι δουλειές οι δικές σου βρωμάνε».
«Αυτό είπε;» απορεί ο Γκας.
«Όχι», του εξηγώ. «Αν το έλεγε θα ήταν αλλιώς τα πράγματα...»
«Δε σε πιάνω», δυσανασχετεί.
«Χρειάζομαι 20 χιλιάρικα», του λέω.
«Είσαι τρελός», αλληθωρίζει.
«Όχι –αλλά βρίσκομαι στα πρόθυρα. Αυτό σημαίνει οτι σύντομα τα χιλιάρικα θα γίνουν 40 –πραγματική τρέλα, έτσι;» χαμογελάω αθώα.
Στριφογυρίζει στην καρέκλα του, τρίζει, πνίγεται... Τον περιμένω -όλα μια ιδέα είναι.
«Λοιπόν, μπορείς να φτάσεις και μέχρι τα 30 χιλιάρικα –εγώ δηλαδή 10 θα σου δώσω αλλά...» μουγκρίζει.
Ανάβω κι άλλο τσιγάρο, χαζεύω τη φέτα λεμονιού που επιπλέει δίπλα στις φουσκίτσες ανθρακικού, προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από τα παγάκια. Με στεναχωρεί η κατάσταση αυτή, επειδή ξέρω οτι στο τέλος θα καταφέρει να φτάσει στον αφρό αλλά θα έχει απομείνει σκέτη φλούδα –κάποιο κοινωνικό μήνυμα εδώ πέρα το οποίο αφήνω να περάσει ανεκμετάλλευτο νιώθοντας γενναιόδωρα σοφός.
 «Βλέπεις, το θέμα είναι οτι υπάρχει αυτό το πρακτορείο στοιχημάτων –πάει κάνα εξάμηνο τώρα που νομίζω πως ο τύπος με κλέβει χοντρά...» λέει ο Γκας.
«Τι πράγμα;» κάνω αφηρημένα.
«Το πρακτορείο στοιχημάτων...»
«Πού το βρήκες εσύ το πρακτορείο;»
«Επιχειρηματίες είμαστε ρε φιλαράκι –τι μας πέρασες;»
«Καλά, άστο αυτό τώρα –πάμε παρακάτω...»
«Λοιπόν, όπως σου έλεγα ο τύπος με κλέβει...»
«Ωραία –αφού είσαι σίγουρος, διώχτον».
«Δεν είναι τόσο εύκολο... Κατά πρώτον είναι συνέταιρος και κατά δεύτερον πόσο με κλέβει;» σκύβει και με κοιτάζει λες και περιμένει απάντηση.
«Τι με κοιτάς ρε μαλάκα –πού να ξέρω πόσο σε κλέβει;» αγανακτώ.
«Δεν το ξέρεις, αλλά μπορείς να το μάθεις...»
«Εγώ;»
«Ναι».
«Γιατί;»
«Για 10 χιλιάρικα από μένα και όσα μαγκώσεις από στοιχήματα».
«Ρε άντε γαμήσου», στηρίζω τις φτέρνες στο πάτωμα και σπρώχνω την καρέκλα προς τα πίσω με θόρυβο.
«Μίλα καλά», μουρμουρίζει ο Γκας.
«Άστο, πάλι για κορόιδα ψάχνεις.. Ακόμα δεν συνήλθα από την προηγούμενη...»
«Όχι ρε παιδί μου –μην το παίρνεις έτσι... Θα σου δώσω 3 μπροστά για τα έξοδά σου. Θα πας, θα παίξεις, θα χάσεις. Εγώ θα ξέρω πόσα ποντάρεις άρα θα βλέπω πόσο με κλέβει. Κι εσύ, αν πιάσεις την κομπίνα του, μπορείς να τον στιμάρεις και να τον αναγκάσεις να σε βάλει στα σίγουρα κέρδη. Ότι κονομήσεις δικά σου...»
Σβήνω το τσιγάρο.
«Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα», του λέω.
«3 ζεστά για τα πρώτα έξοδα...» χαμογελάει. «Να πάρεις και κάνα ρουχαλάκι, να βρεις κάποιο δωμάτιο της ανθρωπιάς για να κοιμάσαι...»
Αυτό το τελευταίο με χτυπάει σε ευαίσθητο σημείο.
«Ρούχα, φαγητό, διαμονή και λοιπά μικροέξοδα –έξτρα», του λέω. «Τα 3 για τζογάρισμα καθαρά...»
Ξεφυσάει.
«Φεύγεις;» τον μετράω ειρωνικά.
«Εντάξει ρε πούστη», λέει κουρασμένα.
«Και τα 10 τα δικά μου βρέξει-χιονίσει...»
«Άμα βγάλεις αποτέλεσμα...» θυμώνει.
«Μαλακίες... Για να σε κλέβει ο τύπος σημαίνει οτι έχει πλάτες κι εγώ δεν διαθέτω ούτε τσίγκινο σώβρακο, θα με κάνουν αλοιφή αν με πάρουν είδηση».
Χώνει το χέρι του μέσα στο σακάκι, τραβάει ένα πλακέ –σα Μπερέτα στο πιο σύγχρονό της -και το σπρώχνει προς το μέρος μου.
«Για τα 10 το συμφωνήσαμε...» επαναλαμβάνω.
«Εντάξει ρε πούστη, το συμφωνήσαμε».
Γυρίζω προς τον Κονταξή.
«Σαν δικηγόρος νομίζω οτι μπορείς να επισφραγίσεις και νομικά τη συμφωνία μας», του λέω.
«Ε, εγώ... δηλαδή....» κομπιάζει.
«Είδες;» τον δείχνω στον Γκας. «Η δικαιοσύνη μίλησε. Κοίτα λοιπόν μην κάνεις καμιά στραβή γιατί θα σε βρω και θα σε ξεσκίσω...»
Πάει να χαμογελάσει αλλά δεν του βγαίνει.
«Αν και –έτσι κι αλλιώς θα σε ξεσκίσω όταν τελειώσουν όλα αυτά», του ψιθυρίζω σκύβοντας προς το μέρος του.
Πάει να μιλήσει, απλώνω το χέρι μου, τον διακόπτω.
«Πέσε τώρα το μαλλί», του ζητάω.
Βγάζει έναν φάκελο χονδροειδή. Τον παίρνω και τον τσεπώνω αμέτρητο.
«Εντάξει;» ρωτάει.
Του δείχνω το όπλο.
Ψάχνει τις τσέπες του σακακιού, βρίσκει ένα κουτί σφαίρες και το αφήνει επάνω στο τραπέζι.
«Όμορφα», υπολογίζω. «Υποθέτω οτι αν χρειαστεί να πυροβολήσω, αυτό το παπάρι δεν θα σκάσει στα μούτρα μου...»
«Όχι...» κάνει ασυναίσθητα ο Γκας.
«Ας το πιστέψουμε», λέω.

Μετά αρχίζω τα στυλάκια –δηλαδή, παίρνω το όπλο, βγάζω τη γεμιστήρα, μετράω τις σφαίρες, ανοίγω το κλείστρο, ξαναβάζω τη γεμιστήρα, μαζεύω το κουτί με τις σφαίρες, τα τσεπώνω και σηκώνομαι.
«Ιάκωβε κάνε μου τη χάρη να φέρεις το ποτό μου στην άλλη πλευρά», λέω. «Κι ότι ήπιαν οι κύριοι κερασμένα».
Σκύβω πάνω τους.
«Συγνώμη αλλά δεν συνηθίζω να πίνω με αποβράσματα», τους πληροφορώ.
«Ότι στοιχείο χρειαστείς είναι μέσα στον φάκελο», λέει ο Γκας.
«Όχι που θα έβαζες μόνο λεφτά μέσα, παλιοτσιφούτη...» μουρμουρίζω.

Περνάω λοιπόν δίπλα από τα γομάρια που νιώθουν άβολα –τόση ώρα χωρίς εντολές – κάθομαι στον καναπέ του Βιτόφκσι που έχει θέα παραλιακή προς το δρομάκι απέξω, ο Ιάκωβος μού φέρνει μια καινούργια Στολίσναγια τόνικ, ανάβω ένα φρεσκότατο τσιγάρο και υπολογίζω.
10 χιλιάρικα στη χειρότερη -μάς κάνουν τρεις μήνες ψάξιμο στη Λατινική Αμερική. Με λίγη οικονομία μπορεί κι οι μήνες να γίνουν τέσσερις ή πέντε. Μεξικό, Κόστα Ρίκα, Εκουαδόρ ή κάπου εκεί γύρω... Η Σόνια κάτι τέτοιο θα διάλεγε –ένα μέρος που το χρήμα είναι ακριβό και οι άνθρωποι φτηνοί –εκεί θα εξαφανιζόταν. Για πόσο; Για όσο.

Σκεφτόμουν κιόλας οτι η Σόνια ήθελε να τη βρω γι΄αυτό και θα πήγαινε εκεί που υπολόγιζε οτι θα την ψάξω. Βλέπεις, υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που ζουν για να αποδεικνύουν τη μοναδικότητά τους –έτσι και η Σόνια, δεν θα ησύχαζε αν δεν με έκανε να τη συγχωρήσω. Έβλεπα κιόλας τη σκηνή μπροστά μου, εκείνη χαμογελαστή, λίγο βαριεστημένη επειδή με περίμενε τόσον καιρό, να με κοιτάζει αυθάδικα. «Μπορείς να με σκοτώσεις ή να με αγαπήσεις –το δεύτερο θα είναι πολύ πιο ευχάριστο και για τους δυο μας». Κάτι τέτοιο...

Έσβησα το τσιγάρο ακολουθώντας με το βλέμμα τον Γκας και την κουστωδία του όσο αποχωρούσαν δήθεν αξιοπρεπώς. Καθώς έφτασαν στην ενδιάμεση πόρτα πριν την εξωτερική οι πλάτες τους στριμώχτηκαν αστεία. Ένιωσα το βάρος του πιστολιού στην τσέπη μου –ο Γκας δεν θα την έτρωγε στην πλάτη, κατάφατσα θα την έτρωγε για να με θυμάται...

Και η Σόνια; Λοιπόν η κυρία αυτή δεν με ήξερε καθόλου ή με ήξερε καλύτερα απ΄όσο κι εγώ ο ίδιος ήξερα τον εαυτό μου.

Ποιος ξέρει;

19 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Summertime Blues είπε...

νουάρ
έχει συνέχεια;

The Motorcycle boy είπε...

Και συνέχεια θα έχει και προηγούμενη ιστορία της οποίας αποτελεί τη συνέχεια υπάρχει (πατάς στο λινκ του προλόγου -αλλά δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν δεν ξέρεις τα προηγούμενα...)

asteraki fwteino είπε...

omg!!!! synexeia!!!!! auta einai!!!!

tomboy είπε...

Συνέχεια στην ιστορία μετά από απαίτηση του κοινού; YEY!!

The Motorcycle boy είπε...

Ναι -με πίεσε και ο εκδότης σε στυλ "αν δεν μας δώσεις κι άλλο Πετρά, δεν θα σε αφήσουμε να βγάλεις το μυθιστόρημα με την κόρη εφοπλιστών που ερωτεύεται ένα βοσκό στη σύγχρονη Αθήνα" και κάπου εκεί κάμφθηκα ο καλλιτέχνης!

Ηλίας είπε...

Ωραία, γιατί είχαν μείνει πολλές ανοιχτές υποθέσεις.
Περιμένω, πάντως, με αγωνία και την ιστορία με την κόρη εφοπλιστή.

The Motorcycle boy είπε...

Και καλά κάνεις νέε μου που περιμένεις αυτή την ιστορία, γιατί τα νουαράκια τα γράφω για τα προς το ζην -η κλίση μου είναι τα βουκολικά ειδύλλια και οι ερωτικές ιστορίες με ίντριγκες, μίση, πάθη, Τζάιαντ, Γιάγκους Δράκους και Ευλογητούς.

ο δείμος του πολίτη είπε...

Περιμένουμε τη συνέχεια. Πολύ καλό το πρώτο μέρος και πολύ ζωντανοί οι διάλογοι. Εκπέμπουν μια φυσικότητα, μια θεατρικότητα θα έλεγα. Περιμένω με αγωνία...

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ πολύ φίλε -χαίρομαι που σου άρεσε.

Ανώνυμος είπε...

Ante ftou kai ap'thn arxh!

Kalh arxh!

Pantelis

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ ρε φίλε

Summertime Blues είπε...

κορίτσι στην Αθήνα λοιπόν!
βοσκός Μερσεντές κλεμμένων;
http://www.youtube.com/watch?v=2TybpWiEmwQ

The Motorcycle boy είπε...

Ή πορνοβοσκός;
Κι αντί για μύγδαλα να την κυνηγάει με μια αρμαθιά αντικλείδια Σερμεντέδων στο χέρι -ε;

Ανώνυμος είπε...

Καλά,μιλάμε έπαθα με τις αλλαγές στο βλογ.Είχα να περάσω κανα χρόνο και είπα δε κάνω μια βόλτα από το μηχανόβιο έστω και με μόνο μία κούπα.Προς το παρόν,μέχρι τη Κυριακή.Για μία ακόμα φορά,το στόλισες ωραία!

G7

υ.γ. από τα βιβλιαράκια που έχεις για κατέβασμα ποιο μου συστήνεις περισσότερο?

The Motorcycle boy είπε...

Ναι -είχες καιρό να περάσεις αλλά τώρα μόλις κατάλαβα πόσον! Φίλε μου είναι πλέον της μόδας οι μεγάλες ομάδες να μην παίρνουν κούπες -δε βλέπεις τη Μπάρτσα; Αφού κι εγώ νιώθω άσχημα δηλαδή -στο τσακ είμαι να χαρίσω το κύπελλο σε όποια ομάδα το θέλει ΕΚΤΟΣ από τον Ατρόμητο του μαλάκα του Δώνη.

Υ.Γ.1: Θα σου σύστηνα να κατεβάσεις κάποιο που το έχει γράψει κάνας κανονικός συγγραφέας αλλά δεν έχω τέτοια ρε γαμώτο... Πάρε το "Ένα φέρετρο για τη Βέρα" που είναι και μικρό, ξέρω ΄γω;
Υ.Γ.2: Το Σάββατο παίζουμε ρε!

Ανώνυμος είπε...

Η Μπάρτσα. Μη μου το θυμίζεις γιατί χτες κάθησα από τσαντίλα και είδα Ρεάλ-Μπάγερν,και μεταξύ μας,λέω, προκειμένου να πάει ο εχθρός τελικό ας πάνε τα τσίρκουλα της Μπάγερν!
Με τους Γερμανούς φίλε μου,με τους Γερμανούς!!!

Το πιστεύεις ή όχι,με τους Γερμανούς! Φυσικά έκανα την καρδιά μου πέτρα.

υ.γ.Ο Μέσι αυτή τη φορά ήταν μόνος του,αν και πάλι..ομάδα που χάνει γκολ στο τέλος χάνει.Ο νόμος της μπάλας.

Ακου με τους Γερμανούς! Και μη χειρότερα να λες

The Motorcycle boy είπε...

Κι εγώ το είδα χτες και έπιασα τον εαυτό μου να γουστάρει Μπάγερν -αυτό έχω να το πάθω από τότε που η συγκεκριμένη εταιρεία πούλαγε φιαλίδια με ηρωίνη! Τέλος πάντων, κατάλαβα οτι δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος για να καταντήσει Παναθηναϊκός και να αλλάζει ομάδα κάθε τρεις και λίγο.

Το πλάκωμα που έπαθα με τη Μπάρτσα μόνο με το πλάκωμα που έπαθα με τη Μέταλιστ μπορεί να συγκριθεί (α ρε Ερνέστο καλή σου ώρα -χάθηκε να βάλεις τον Ρόι να παίζουμε τώρα ημιτελικά;)

Πάντως χάρηκα που ο παίκτης τον οποίο θεωρώ σταθερή αξία (μαλάκα), ο Ρονάλντο δηλαδή, με έβγαλε πάλι ασπροπρόσωπο.

Με τη Μπάρτσα απλώς κάποια πράγματα δεν γίνονται, δεν φταίει ο Τσάβι, ο Ινιέστα, ο Φάμπεργκας -κανένας δεν φταίει. Όταν έχεις κάνει μια ομάδα σαν την Τσέλσι του Αμπράμοβιτς να σε παίζει δυο παιχνίδια όπως μας παίζει εμάς ο Ατρόμητος και ο Αστέρας (όλοι πίσω και κάνουμε τον σταυρό μας), για λόγους δικαιοσύνης του αθλήματος θα πρέπει να σε αποβάλλουν. Ε, το κατάλαβε η Μπάρτσα κι έφυγε από μόνη της.

Goldfinger είπε...

Επέστρεψα μετά από καιρό και με αποζημίωσες (και με το παραπάνω) με το Κορόιδο. Τα συγχαρητηρία μου για τις ιστορίες που μας χαρίζεις, αναμένουμε πλέον τη συνέχεια του sequel.

Παρατήρησα δύο μικρές ασυνέπειες, σε σχέση πάντα με την αρχική ιστορία. Αργυριάδης/Αλεξιάδης και Κατ Μπαλού/Φαντάζιο.

"'Εχω πολλούς λόγους να αμφιβάλλω για το ότι πρόκειται περί απλής απροσεξίας, αλλά καθόλου χρόνο για να το αποδείξω"

Καλή συνέχεια Μότορα...

The Motorcycle boy είπε...

Πάλι μού 'φυγε ο καργιόλης ο Αργυριάδης στη θέση του Αλεξιάδη; Κακό πράγμα να δανείζεσαι χαρακτήρα από άλλη ιστορία, χεχεχεχε. Το Φαντάζιο είναι άλλη υπόθεση, όντως...

Ευχαριστώ και χαίρομαι που δε βλαστήμησες για την ώρα που έχασες διαβάζοντάς το.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι