Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

17. 5 λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι

Προηγούμενα:

2. Όλα δείχνουν χειρότερα την Κυριακή
3. Σα σκυλιά που κυνηγάνε την ουρά τους 
4. "Ο χλωμός εραστής με το άνθος στην κομβιοδόχη" 
5. Μια ενοχλητική φωτογραφία 
6. Δέκα λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι
13. "Εμείς είμαστε οι άλλοι"
14. «Αρχίδια, γλυκιά μου»
15. Φεύγοντας μόνος

Ένιωθε κάμποσο μελλοθάνατος έτσι που στεκόταν έξω από το κτίριο της Κεντρικής Ασφάλειας καπνίζοντας, ο φρουρός τον κοίταζε περίεργα (ή έτσι του φαινόταν) καθώς μπαινόβγαινε στο κουβούκλιο χαϊδολογώντας το αυτόματό του. Άναψε το επόμενο τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου και κοίταξε τα ψηλά παράθυρα του κτιρίου λες και θα ‘βγαινε κάποιος από εκεί πάνω να του κουνήσει μαντήλι.
«Πού είσαι ρε Βασίλη γαμώ το φελέκι σου…» μουρμούρισε.
Άρχισε τότε μια ψιλή βροχή –κατούρημα εξ ουρανού –σήκωσε τους γιακάδες τού μπουφάν του βλαστημώντας, τι δουλειά είχε αυτός στο κωλάδικο; Ο φρουρός τον κοίταξε άγρια τώρα (ή έτσι του φάνηκε). Κι ο Βασίλης άφαντος –αυτοκίνητα έμπαιναν στο υπόγειο γκαράζ του κτιρίου, κόσμος ανέβαινε τα σκαλιά βιαστικά ή με το κεφάλι χαμένο ανάμεσα στους ώμους, ο Βασίλης πουθενά.
Έσβησε το μισοκαπνισμένο τσιγάρο, έκανε την καρδιά του πέτρα και πήγε προς το φρουρό.
«Περιμένω τον κύριο Κελπεκίδη», έκανε, σχεδόν απολογητικά.
«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο φρουρός.
«Δουλεύει εδώ…» μουρμούρισε ο Κώστας.
«Σε ποια Διεύθυνση –δεν ξέρετε;» τον κοίταξε περίεργα ο φρουρός.
«Έλα ρε φίλε –συγνώμη για την καθυστέρηση, έμπλεξα στην κίνηση», τον άρπαξε από τους ώμους ο Βασίλης.
Ο Κώστας πιέστηκε να χαμογελάσει και στο τέλος τα κατάφερε.
«Είναι μαζί μου ο κύριος», είπε κοφτά ο Βασίλης στο φρουρό με αυταρχικό ύφος.
Μετά ανέβηκε τα σκαλιά με χοροπηδητό βήμα κι ο Κώστας τον ακολούθησε. Πήραν το πρώτο εύκαιρο ασανσέρ κι ανέβηκαν αμίλητοι –ο Βασίλης κάπως αμήχανος για την αργοπορία, ο Κώστας εντελώς αμήχανος γιατί αλλιώς είχε συνηθίσει να μπαίνει στην Ασφάλεια -χρόνια πίσω σε μια άλλη εποχή σ΄ένα άλλο κτίριο.
Ο διάδρομος μύριζε βερνίκι παπουτσιών, κάτουρο και φτηνά τσιγάρα, ένα κιτρινιάρικο φως από λαμπτήρες φθορισμού έβγαινε από την οροφή, ο Βασίλης χτύπησε την πόρτα κάποιου γραφείου και μπήκε μέσα χωρίς να περιμένει απάντηση. Ένας χοντρός με ξυρισμένο κεφάλι κοπάναγε τα πλήκτρα του υπολογιστή του προσπαθώντας να βολέψει τους αγκώνες του ανάμεσα σε στοίβες χαρτιών που ξεχείλιζαν από πολύχρωμους φακέλους.
«Καλημέρα Γιαννάκη –πώς πάει; Πάλι τσόντες βλέπεις;» ρώτησε τσαχπίνικα ο Βασίλης.
Ο χοντρός (Γιαννάκης πλέον) σήκωσε το κεφάλι του και μούγκρισε άκεφα.
«Από δω ο φίλος μου ο Κώστας που σου ‘λεγα…» σύστησε τον Κώστα στο χοντρό ο Βασίλης.
Ο χοντρός γύρισε, κοίταξε τον Κώστα, μισόκλεισε τα μάτια και ζωντάνεψε απότομα.
«Αυτός που μου ΄λεγες;» ρώτησε τον Βασίλη με ξαφνικό ενδιαφέρον.
Οι δυο άντρες κάθισαν σε κάτι σιδερένιες καρέκλες με πατικωμένα αφρολέξ μαξιλαράκια, ο Γιαννάκης έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από κάποιο συρτάρι και τους πρόσφερε.
«Καφεδάκια να παραγγείλω;» ρώτησε χαμογελαστός.
«Για μένα μια πορτοκαλάδα –είναι χάλια το στομάχι μου, μ΄ έχει τσακίσει το έλκος», κλαψούρισε ο Βασίλης.
«Τίποτα, ευχαριστώ», ψιθύρισε ο Κώστας.
«Λοιπόν φίλε μου…» έριξε ένα λιγωτικό υφάκι ο Γιαννάκης γέρνοντας προς το μέρος του Κώστα, «τι έχεις να μας πεις για την υπόθεση;»
Ο Κώστας τραβήχτηκε λίγο παραπίσω και κοίταξε, πρώτα το χοντρό και μετά το Βασίλη.
«Τι λέει ο δικός σου ρε Βασίλη;» πετάχτηκε αγανακτισμένος. «Για ανάκριση με φέρατε;»
Ο Γιαννάκης ξάπλωσε πάλι πίσω στην καρέκλα του και χαμογέλασε.
«Όχι, όχι –απλώς αν ξέρεις κάτι…» πήγε να τα μπαλώσει ο Βασίλης.
«Τι να ξέρω δηλαδή; Το μόνο που ξέρω είναι οτι φάγανε το φίλο μου στα καλά του καθουμένου κι εσείς εδώ με ρωτάτε τι έχω να πω… Εντάξει, θα εκφράσω την αμέριστη συμπαράστασή μου στην οικογένεια και την οργή μου για την αλόγιστη βία –αρκούν αυτά;»
«Μην εξάπτεσαι…» γουργούρισε ο Γιαννάκης. «Ρώτησα μπας και μπορείς να μας πεις κάτι να βοηθηθούμε. Αν θυμάσαι κάποιον να τον είχε απειλήσει προσφάτως, αν είχε καυγαδίσει με κάποιον…»
«Αν θυμόμουν κάτι τέτοιο θα είχα πάει να βρω τον κάποιον και θα του είχα γαμήσει το φελέκι», είπε ήρεμα ο Κώστας.
«Σε καταλαβαίνω», ένευσε ο Γιαννάκης. Τράβηξε το πακέτο με τα τσιγάρα που τους είχε προσφέρει και τσίμπησε ένα ο ίδιος –το άναψε σχεδόν βουλιμικά.
 «Εσείς δεν έχετε τίποτα;» ανέλαβε να σπάσει τη σιωπή ο Βασίλης.
«Κάτι έχουμε από την κάμερα του νεοκλασικού απέναντι…» μουρμούρισε ο χοντρός. «Κάτσε να το βρω… αν μπορεί ν΄ αναγνωρίσει κανέναν ο φίλος μας…».
Όσο ακόμα μουρμούριζε, βυθίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή του ανοιγοκλείνοντας αρχεία –το δάχτυλό του έπαιζε νευρικά, σα να είχε πάρκινσον.
«Ρε Βασίλη, μπες από μέσα να σου δείξω ένα βιντεάκι από τη γιορτή του μικρού!» πανηγύρισε σε κάποια φάση.
Ο Βασίλης σηκώθηκε δείχνοντας ενθουσιασμό εμφανώς για λόγους ευγενείας, πήγε πίσω από το γραφείο και κοίταξε την οθόνη με λυπημένο, ή βαριεστημένο, βλέμμα.
«Θες να δεις κι εσύ;» ρώτησε τον Κώστα ο χοντρός.
«Ευχαριστώ, δεν είμαι σε καλή διάθεση», απολογήθηκε ο Κώστας.
«Καταλαβαίνω… Γι΄αυτό κιόλας καθυστερώ να σου δείξω το βίντεο…» είπε ο χοντρός.
Ναι, γι’ αυτό, όχι επειδή είσαι μαλάκας, σκέφτηκε ο Κώστας. Αναγκάστηκε όμως να περιμένει μπόλικη ώρα ακόμα ακούγοντας τους δυο μπάτσους να συζητούν για φίλους και γνωστούς, ήρθε στο καπάκι κι ένας χυμός πορτοκάλι τον οποίο ο Βασίλης δεν ήπιε εφόσον θυμήθηκε εκ των υστέρων οτι τον πειράζει στο στομάχι…
«Εδώ είμαστε», δέησε να ασχοληθεί με το θέμα του μετά από κάνα τέταρτο ο Γιαννάκης ο χοντρός. Μετά έχωσε τη μουτσούνα του σχεδόν μέσα στην οθόνη, κοίταξε κάτι με τρομερό ενδιαφέρον, συνοφρυώθηκε.
«Κάτσε να σου γυρίσω, να δεις», είπε στον Κώστα και βάλθηκε να στρέφει την οθόνη προς τα έξω.
Ένα ακατανόητο ασπρόμαυρο πλάνο, κάτι θολές πλάτες να εμφανίζονται ξαφνικά και μετά να εξαφανίζονται.
«Αυτό ήταν;» ρώτησε απογοητευμένος ο Κώστας.
«Ναι, δυστυχώς…» παραδέχτηκε ο χοντρός. «Ξέρω, στην αρχή δε σου λέει τίποτα. Θα σου εξηγήσω λοιπόν τι ακριβώς γίνεται –αυτοί που μπαίνουν ξαφνικά, αλλάζουν θέση, κυνηγάνε τον φίλο σου και τον πυροβολούν. Προηγουμένως πρέπει να διημείφθη κάποια συμπλοκή η οποία ξεκίνησε από το μπαρ… Η γκαρσόνα μας είπε οτι ο φίλος σου τσακώθηκε με κάποιον άντρα τον οποίο δεν είδε καλά, όμως τον περιέγραψε σαν σωματώδη προς το γεμάτο, ηλικίας 40 με 50. Είναι ο τρίτος απ΄αυτούς που φαίνονται στο βίντεο, πηγαίνει πίσω από τους άλλους που πυροβολούν. Ο φίλος σου έφαγε δυο σφαίρες πισώπλατα –η μια τον βρήκε στην άνω πλάτη και η άλλη στο πίσω μέρος του λαιμού. Τον πυροβόλησαν 3 ή 4 φορές από τους κάλυκες που βρήκαμε… Είχε ήδη ανέβει στη μηχανή του, έχασε τον έλεγχο και χτύπησε σ΄έναν τοίχο καφετέριας απέναντι, αλλά ήταν ήδη νεκρός, νομίζω…»
Ο Κώστας ξανακοίταξε το βίντεο που έπαιζε στο ριπίτ,  δυο φιγούρες μάλλον αδύνατες εμφανίζονταν από το πλάι, κάποιες λάμψεις μπροστά τους, μάλλον πυροβολούσαν. Και μια τρίτη φιγούρα πίσω τους, πιο βαριά αυτή, έκανε ένα βήμα απότομο μπαίνοντας στην περιοχή της κάμερας, σταμάτησε ρίχνοντας το βάρος μπροστά –μάλλον έδινε κάποια εντολή στους άλλους δύο –και μετά έφυγε στα πλάγια με αργό βηματισμό ενώ οι δυο μπροστινοί του πετάχτηκαν έξω από την περιοχή εμβέλειας της κάμερας χοροπηδώντας. Αν ήταν εδώ ο Αργύρης ίσως να τον βοηθούσε, ίσως να αναγνώριζε κάποιον αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε καν να συνδέσει το σουλούπι του άντρα πίσω από τους κουμπουροφόρους με τον Σιρχάν.
«Λυπάμαι, δε μου θυμίζουν τίποτα…» ψιθύρισε.
«Να σε ρωτήσω κάτι –εντελώς φιλικά;» έκανε ο χοντρός μπάτσος ξαπλώνοντας πάλι στην καρέκλα του. «Αν σου θύμιζαν, αν αναγνώριζες κάποιον, θα μας το έλεγες;»
«Φιλικά;» του έκλεισε το μάτι ο Κώστας.
Ο χοντρός σήκωσε τους ώμους δήθεν αγανακτισμένος που αμφισβητούνταν οι προθέσεις του.
«Φιλικά λοιπόν φίλε Γιάννη αν τύχαινε να γνωρίζω κάποιο απ΄ αυτά τα αρχίδια που σκοτώσανε τον κολλητό μου θα τους έψαχνα ακόμα και στου βοδιού το κέρατο. Κι όταν θα σε ειδοποιούσα θα έπρεπε να φέρεις ηλεκτρική σκούπα για να μαζέψεις τα κομμάτια τους. Φιλικά πάντα –έτσι;» έκανε πίσω γιατί ασυναίσθητα όσο μιλούσε είχε γύρει πάνω στο γραφείο του μπάτσου, ψάχτηκε, βρήκε τσιγάρο και το άναψε.
«Έτσι λοιπόν;» μουρμούρισε ο χοντρός. «Το ξέρεις οτι με κάτι τέτοια θα μπορούσα να σε συλλάβω;»
«Α, έτσι το εννοείς το φιλικά εσύ…» συμπέρανε ο Κώστας.
«Όχι ρε χριστιανέ μου αλλά απορώ δηλαδή –διάβολε –τόσα χρόνια, μυαλό δε βάλατε! Βλέπεις στο βίντεο τους άλλους με τις μπιστόλες να κουμπουριάζουν τον δικό σου κι αντί να πεις –πιάστους κυρ αστυνόμε μου γιατί δεν ξέρω μην έρθουν αύριο και κουμπουριάσουν εμένα –μου ονειρεύεσαι εκδίκηση λες και είσαι ο Τσαρλς Μπρόνσον ρε πούστη μου!»
«Πού τον θυμήθηκες αυτόν;» γέλασε στο άσχετο από δίπλα ο Βασίλης.
«Δείξε μου άλλη μια το βίντεο», ζήτησε ο Κώστας.
«Γιατί να το κάνω; Μπας κι αναγνωρίσεις κάποιον και καθαρίσεις μόνος σου;» γέλασε ο Γιαννάκης.
«Θα σε χάλαγε; Δυο υποθέσεις στη σειρά λυμένες –μέχρι και παράσημο θα έπαιρνες», κορόιδεψε ο Κώστας.
«Σιγά –μη βλέπεις πολλά αμερικάνικα σήριαλ», τον γείωσε ο Γιαννάκης.
Αλλά του ξανάβαλε το βίντεο.
Δυο φιγούρες που κινούνταν βιαστικά, άλλη μια πίσω τους –πιο αργά. Πρώτα σταματάει η τρίτη φιγούρα, γέρνει λίγο μπροστά, μάλλον φωνάζει εντολές. Οι άλλοι δύο σταματάνε, κάποια κίνηση σωμάτων και μετά λάμψεις. Τι φοράει η τρίτη φιγούρα; Μάλλον κάποιο χοντρό μπουφάν, δες καλύτερα, αραιά μαλλιά ανακατεύονται στον αέρα, αρχές φαλάκρας, γιατί σταματάει έτσι περίεργα; Επειδή φοράει ακατάλληλα παπούτσια και γλιστράει στο πλακόστρωτο –τι παπούτσια; Λουστρίνια ίσως –απ΄ αυτά με τις λείες σόλες που πρέπει να τις τρίψεις σε χαλίκια για να χαραχτούν… Αυτός ο γελοίος μοιάζει με τον Σιρχάν, ίσως, μάλλον…
«Δε βγάζω άκρη», παραδέχτηκε ο Κώστας.
«Επειδή κοιτάζεις τον αρχηγό –πίσω από αυτούς που πυροβολούν», του εξήγησε ο Γιαννάκης. «Γιατί είσαι κολλημένος με το παρελθόν και ψάχνεις να βρεις τίποτα παλιούς γνωστούς, κάνω λάθος;»
«Ποιο παρελθόν; Ποιους παλιούς γνωστούς;» πετάχτηκε απορημένος ο Βασίλης.
«Ε, ξέρει ο φίλος μας από εδώ για τι πράγμα μιλάω…» χαζογέλασε ο Γιαννάκης.
«Μαλακίες…» μουρμούρισε ο Κώστας.
«Έτσι το βλέπεις σήμερα», είπε ο Γιαννάκης.
«Έτσι το έβλεπα πάντα…» ξεκαθάρισε ο Κώστας.
«Και η επανάσταση που λέγατε τότε;» απόρησε ο Γιαννάκης.
«Ποια επανάσταση ρε φίλε; Τι μας πέρασες -για τίποτα αρκουδιάρηδες;» γέλασε ο Κώστας.
«Νόμιζα…» μουρμούρισε ο Γιαννάκης.
«Εσύ, για να έχουμε καλό ρώτημα τι έκανες τότε; Στην ηλικία μου σε κόβω πάνω –κάτω…»
«Εγώ…» ο χοντρός Γιαννάκης ξεφύσησε αναπολώντας και καλά. «Άλλες εποχές τότε –πιο αγνές, πιο τίμιες…»
«Κατάλαβα –στο Κάπα Κάπα ήσουνα…» τον κορόιδεψε ο Κώστας.
«Και τι δηλαδή; Τι θες να πεις;» φούντωσε ο χοντρός.
«Άστο τίποτα…» μουρμούρισε ο Κώστας και σηκώθηκε.
«Εγώ θα μείνω λίγο ακόμα, έχω κάτι δουλειές», του είπε ο Βασίλης κάμποσο παγωμένος.
Κι έτσι βρέθηκε ο Κώστας μόνος στο ασανσέρ κι ακόμα πιο μόνος στα μαρμάρινα σκαλιά της Ασφάλειας –μια κούραση τον πλάκωσε όσο έσερνε τα πόδια του για τον Υπόγειο.  Όταν μπήκε στο βαγόνι, όταν ο Υπόγειος ξεκίνησε ουρλιάζοντας, δεν τόλμησε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο γιατί στα σκοτεινά τσιμέντα παιζόταν το βίντεο των δολοφόνων σε ριπίτ.

Ο Αργύρης κρύωνε. Με την πλάτη στον τοίχο της πολυκατοικίας ενώ το ψιλόβροχο κατάβρεχε τις άκρες των παπουτσιών του, με το μπουφάν κουμπωμένο και έντονη την ανάγκη για κατούρημα, δυο ώρες και βάλε έξω από το σπίτι της Σόνιας. Μέτρησε τα τσιγάρα στο πακέτο του και υπολόγισε ότι δεν θα την έβγαζε για πάνω από μια ώρα, αγχώθηκε. Ένα αυτοκίνητο πέρασε πλατσουρίζοντας στην άσφαλτο, ένα ακόμα (μετά από λίγα λεπτά) –ερημιά γενικώς. Ο Αργύρης σήκωσε το κεφάλι για να απογοητευτεί ακόμα μια φορά από το άδειο διαμέρισμα με τα κατεβασμένα ρολά στη μπαλκονόπορτα. Ευχήθηκε να μην έρθει ποτέ η Σόνια, να βρίσκεται ήδη σε κάποιο αεροπλάνο για το εξωτερικό ή έστω στο κατάστρωμα ενός πλοίου, στο κουπέ κάποιου τρένου –λίγο μακριά, πολύ μακριά, μακριά πάντως. Επειδή ήξερε τι ήθελε να κάνει και ήξερε τι έπρεπε να κάνει αλλά δεν ήξερε τι θα έκανε αν την έβλεπε να εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά του. Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο τη στιγμή ακριβώς που χτύπησε το κινητό του. Ψάχτηκε, του πήρε λίγη ώρα μέχρι να το ψαρέψει από τη μέσα τσέπη τού μπουφάν του, στην οθόνη αναβόσβηνε ο αριθμός της.
«Ναι;» φώναξε με σπασμένη φωνή.
«Αργύρη;» ψιθύρισε η Σόνια.
«Παρακάτω», μούγκρισε εκείνος εκνευρισμένος που φάνηκε η ταραχή του.
«Θέλω να έρθεις εδώ –μπορείς να σημειώσεις μια διεύθυνση;»
«Λέγε», έκανε κοφτά ο Αργύρης.
Η Σόνια του είπε μια διεύθυνση στην άλλη άκρη της πόλης.
«Εντάξει, σε μια ώρα θα είμαι εκεί».
«Δε γίνεται πιο γρήγορα;»
«Θα το παλέψω –ξέρω ‘γω;»
«Όταν έρθεις, μη χτυπήσεις κουδούνι. Είναι μονοκατοικία, σπρώξε την εξώπορτα και μπες», είπε η Σόνια αργά.
«Τι μαλακίες είναι αυτές τώρα;» δυσανασχέτησε ο Αργύρης.
«Κάνε γρήγορα», είπε η Σόνια κι έκλεισε.
Ο Αργύρης ένιωσε υπέροχα. Πετάχτηκε στη βροχή κι άρχισε να ψάχνει για ταξί –το πρώτο που βρήκε τον κατάβρεξε προσπερνώντας τον, το επόμενο πήγε να κάνει το ίδιο αλλά ο Αργύρης πρόλαβε να πηδήξει στο πλάι και να γλιτώσει, το τρίτο ταξί σταμάτησε. Ο Αργύρης χώθηκε στο πίσω κάθισμα και φώναξε τη διεύθυνση που του είχε πει πριν λίγο η Σόνια.
«Στου διαόλου τον κώλο…» βλαστήμησε ο ταξιτζής.
«Πόσο θα κάνουμε να φτάσουμε;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Καμιά ωρίτσα χαλαρά…»
«Κάντο μισή ώρα αν θέλεις να βγάλεις ένα εικοσάρικο έξτρα», του πρότεινε ο Αργύρης.
«Είσαι παλαβός ρε φίλε;»
«Μπορεί και να ‘μαι… Εσύ το θες το εικοσάρικο ή όχι;»
Ο ταξιτζής ανασήκωσε τους ώμους και πέρασε ένα κόκκινο φανάρι.
«Τρέχει κάτι σοβαρό;» ρώτησε τον Αργύρη.
«Εκτός από το ταξί σου;» έκανε εκείνος.
«Λέω..»
«Κοίτα μπροστά σου γιατί αν τσακιστούμε δεν έχει εικοσάρικο».
Ο ταξιτζής εκνευρίστηκε αλλά πέρασε κάτι μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα ανεβάζοντας το μισό αμάξι στο πεζοδρόμιο.
«Ρωτάω μη μας σταματήσουν τίποτα τροχαίοι…» δικαιολογήθηκε.
«Γεννάει η γυναίκα μου και πρέπει να την πάω στο μαιευτήριο», είπε ο Αργύρης.
«Αλήθεια;» τον ρώτησε ο άλλος.
«Ξέρω ΄γω –εσύ τι λες;» ψευτογέλασε ο Αργύρης.
Ο ταξιτζής δε μίλησε –πάτησε γκάζι και κόρνα ταυτόχρονα βρίζοντας κάποιο αυτοκίνητο που πήγαινε αργά στην αριστερή λωρίδα.
Έφτασαν κοντά στο σπίτι σε 40 λεπτά και τους πήρε άλλα 5 για να βρουν την ακριβή διεύθυνση. Η βροχή έπεφτε για τα καλά πλέον, το σπίτι δε φαινόταν από το δρόμο γιατί είχε έναν περιποιημένο κήπο με τριανταφυλλιές και κάτι δέντρα αγνώστου ταυτότητας. Ο Αργύρης έβγαλε το πορτοφόλι του.
«Δεν τα καταφέραμε…» κλαψούρισε ο ταξιτζής.
«Δεν πειράζει», είπε ο Αργύρης και του έδωσε ένα εικοσάρι παραπάνω απ΄ όσα έγραψε το ταξίμετρο.
Ο ταξιτζής βιάστηκε να εξαφανιστεί πριν αλλάξει γνώμη κι ο Αργύρης έμεινε στη μέση του πουθενά να βρέχεται. Πήγε να κουμπώσει το μπουφάν του αλλά το μετάνιωσε. Προχώρησε αργά προς την αυλόπορτα, την άνοιξε και πήρε το πλακόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε προς το σπίτι. Περπάτησε προσεκτικά με το κεφάλι μισοσκυμμένο κι έτσι είδε οτι το κορδόνι του αριστερού παπουτσιού του είχε λυθεί, έκανε να σκύψει για να το δέσει αλλά το μετάνιωσε. Έσπρωξε την εξώπορτα που άνοιξε τρίζοντας, μπήκε στο χολ παρέα με το μισοσκόταδο του απογεύματος, κοντοστάθηκε, το κορδόνι του σερνόταν στο πάτωμα, έσκυψε να το δέσει, αλλά το μετάνιωσε.  Τα μάτια του δάκρυσαν από την κατακαθισμένη κάπνα της πυρίτιδας και η μεταλλική μυρωδιά του αίματος γέμισε σάλια το στόμα του όσο σηκωνόταν. Δεν πρόκειται να τη βγάλουμε καθαρή, σκέφτηκε ανατριχιάζοντας. Τραμπαλίστηκε αβέβαια, έσκυψε ξανά να δέσει το κορδόνι του αλλά όταν βρέθηκε με το γόνατο στο πάτωμα τον έπιασε μια ζαλάδα, σηκώθηκε παραπατώντας.
Πέρασε το χολ και βρέθηκε σ΄έναν μικρό διάδρομο που οδηγούσε σε κάτι σαν τραπεζαρία, σαλόνι, λίβινγκ ρουμ, φακ δεμ ολ κατάσταση. Στη μέση του δωματίου ένας μεγαλόσωμος άντρας πεσμένος μπρούμυτα, δεν έβλεπε το πρόσωπό του αλλά πήγαινε στοίχημα οτι ο άντρας προσπαθούσε να φύγει όταν την είχε φάει.  Άλλωστε ένας σκούρος λεκές στην πλάτη τού πουκαμίσου του δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για αμφιβολίες.
Πλησίασε τον πεσμένο άντρα και είδε ένα πιστόλι να προεξέχει από το δεξί του χέρι –ήταν ένα μικρό πιστόλι καπακωμένο από μια χοντρή παλάμη. Κάτι αραιά μαλλιά έπεφταν μισοκαλύπτοντας τα μάτια του αλλά ο Αργύρης δεν χρειαζόταν δελτίο ταυτότητας για να καταλάβει οτι ο Άκης, ο επιλεγόμενος και Σιρχάν Σιρχάν είχε τερματίσει την, όποια, σταδιοδρομία του στο ότι σκατά ήταν αυτό που έκανε.
«Ένας καργιόλης λιγότερος…» μουρμούρισε ο Αργύρης όσο σηκωνόταν.
Και τότε του ήρθαν όλα μαζεμένα. Το τηλεφώνημα της Σόνιας, ο πεθαμένος Σιρχάν, η κατακαθισμένη κάπνα της πυρίτιδας –πόση ώρα πριν είχαν πέσει οι σφαίρες;
Κοίταξε τριγύρω και την είδε να κάθεται σε μια πολυθρόνα στο βάθος του τεράστιου δωματίου. Είχε διαλέξει προσεκτικά αυτή τη θέση για να έχει θέα από το παράθυρο στον κήπο αλλά και προς το διάδρομο που ερχόταν από την εξώπορτα του σπιτιού. Όμως στα σίγουρα δεν είχε πυροβολήσει τον Σιρχάν από εκεί. Ένα πιστόλι ήταν πεταμένο λίγα εκατοστά πιο δίπλα από το τακούνι της δεξιάς της μπότας κι από πάνω του κρεμόταν το χέρι της Σόνιας πολύ χαλαρό –λες και προσπαθούσε να στεγνώσει τα φρεσκοβαμμένα νύχια της.
«Κερνάς τσιγάρο;» τον ρώτησε χαμογελώντας.
Ο Αργύρης την πλησίασε διστακτικά. Όχι γιατί φοβόταν μην του μπουμπουνίσει κι αυτού καμιά με το πεταμένο πιστόλι αλλά επειδή εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, από τη συγκεκριμένη γωνία και με το συγκεκριμένο φως του απογεύματος που έμπαινε από το παράθυρο η Σόνια ήταν πανέμορφη. Κι ο Αργύρης ξέπνοος.
Παρ΄όλα αυτά την πλησίασε, τράβηξε το μαλακό πακέτο από την τσέπη του μπουφάν του, το τίναξε για να πεταχτούν κάνα δυο τσιγάρα και της το πρότεινε για να πάρει μόνη της.
«Δε μου το ανάβεις καλύτερα; Μου είναι λίγο δύσκολο να μετακινηθώ γιατί κρατάω κάτι αηδίες που βγήκαν απ΄ τη θέση τους», γέλασε η Σόνια.
Τότε μόνο πρόσεξε ο Αργύρης οτι η κοπέλα ήταν διπλωμένη στο κάθισμα, με το δεξί της χέρι εξαφανισμένο κάτω από μπλούζα της στο ύψος της κοιλιάς.
«Τι έγινε;» φώναξε λαχανιάζοντας.
«Μη δίνεις σημασία», εξακολούθησε να του χαμογελάει η Σόνια.
«Πρέπει να σε πάω…»
«Πουθενά δεν προλαβαίνεις να με πας», τον καθησύχασε. «Αλλά ένα τσιγάρο, νομίζω το δικαιούμαι».
Ο Αργύρης άναψε δυο τσιγάρα και της έδωσε το ένα, αναγκάστηκε να το σφηνώσει ανάμεσα στα μισάνοιχτα χείλη της, ταράχτηκε ακουμπώντας το παγωμένο της πρόσωπο.
Γονάτισε μπροστά της, προσπάθησε να της απομακρύνει το χέρι από την κοιλιά, η Σόνια αντιστάθηκε.
«Δεν υπάρχει λόγος να χαλάσουμε τις καλές εντυπώσεις», του είπε τραβώντας με κόπο το τσιγάρο από το στόμα της.
«Τι έγινε εδώ πέρα;» ρώτησε ο Αργύρης.
«Τι να γίνει –όπως τα βλέπεις… Είχαμε μια συζήτηση που πήρε άσχημο δρόμο…»
«Αυτός σκότωσε τον Τάκη;»
«Δεν τον πυροβόλησε αυτός, αλλά ήταν εκεί…»
«Και έδωσε την εντολή».
«Κάπως έτσι…»
«Ο λόγος;»
Την είδε να τινάζεται προσπαθώντας να συγκρατήσει κάποιο βήχα, την πλησίασε αλλά του έκανε νόημα να μείνει στη θέση του.
«Έπρεπε να συνεργαστείτε –δεν είχατε επιλογή», ψιθύρισε η Σόνια.
«Έτσι ε;» χαμογέλασε ο Αργύρης.
«Πώς αλλιώς;» μόρφασε από πόνο η Σόνια.
«Κι εσύ τι λες για όλα αυτά;»
«Έχει σημασία;»
«Για μένα…»
«Για σένα!» κορόιδεψε η Σόνια.
«Να ξέρω –με τι διάολο πήγα κι έμπλεξα».
«Δηλαδή αν σου πω οτι συμφωνούσα με όλα αυτά μέχρι την ώρα που αρχίσανε να σκοτώνουν αθώους…»
«Τότε θα πιστέψω οτι ήσουν απλώς ηλίθια».
Η Σόνια έσκυψε το κεφάλι και μετά τινάχτηκε σα να προσπαθούσε να μην την πάρει ο ύπνος.
«Ηλίθια –μάλιστα. Και καθαρίσαμε;»
«Ναι, αν πίστευα οτι ήσουν ηλίθια θα είχαμε καθαρίσει».
«Και τι πιστεύεις;»
«Δεν είναι της ώρας».
«Σου φαίνομαι να έχω πολλές ώρες ακόμα;» γέλασε η Σόνια.
«Τότε, ας πούμε οτι δεν θες να ξέρεις…»
Το κεφάλι της ξανάπεσε, ο Αργύρης την πλησίασε και έβαλε το χέρι του κάτω από το σαγόνι της αλλά έμεινε κέρινος βλέποντας την να φτύνει αίμα.
«Επειδή σ΄ αγαπάω ρε μαλάκα», ψέλλισε η Σόνια και προσπάθησε να γελάσει ειρωνικά όμως δεν της βγήκε.
Ο Αργύρης πήγε να την κρατήσει, εκείνη άφησε κάπως άτσαλα το κορμί της να πέσει από την πολυθρόνα κι έτσι του ξέφυγε –έσκασε στο πάτωμα.
Ο Αργύρης βιάστηκε να την αρπάξει αλλά είχε γίνει ένα βαρύ τίποτα η Σόνια κι έτσι την άφησε στην ησυχία της. Πρόσεξε όμως οτι είχε πεθάνει κρατώντας την κοιλιά της –κρατώντας τις καλές εντυπώσεις.
Σηκώθηκε αργά, ξανάσκυψε όμως σχεδόν αμέσως για να δέσει το κορδόνι του που τιναζόταν ακατάστατα σα σκουλήκι με πονόκοιλο –όταν έπιασε τη λυμένη άκρη το μετάνιωσε, δεν είχε κουράγιο. Σηκώθηκε και έκανε δυο βήματα πίσω χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τη Σόνια. Έψαξε το πακέτο του, τράβηξε ένα τσιγάρο και το άναψε. Με τις πρώτες τζούρες το στομάχι του ανακατεύτηκε, πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα και το έσβησε με το τακούνι του παπουτσιού του, συνέχιζε να το πατάει μέχρι να διαλυθεί.
«Αυτό ήταν λοιπόν», μουρμούρισε.
Απομακρύνθηκε από τη Σόνια, έφτασε δίπλα στο πτώμα του Σιρχάν, σκέφτηκε να τον κλωτσήσει στα μούτρα ή να τον φτύσει, δεν έκανε τίποτα από τα δυο.

Έξω η βροχή είχε σταματήσει. Βγήκε από τον κήπο και κοντοστάθηκε στο πεζοδρόμιο έξω από τη μονοκατοικία. Έβγαλε το κινητό του, διάλεξε έναν αριθμό.
«Έλα –πού είσαι;» ακούστηκε η φωνή του Κώστα από τη συσκευή.
«Είμαι 5 λεπτά μετά τη Ναστάζια Κίνσκι», του είπε και το ΄κλεισε.
Το τηλέφωνο πήρε να χτυπάει αλλά το αγνόησε.   
100 μέτρα πιο πέρα από τη μονοκατοικία πάτησε το λυμένο του κορδόνι και βρέθηκε με τα γόνατα στην άσφαλτο.
Πέθανε στα γέλια.

7 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Ανώνυμος είπε...

Eξακολουθείς να παραμένεις ωραίος Μότορα, εξακολουθώ να προτιμώ τις ιστορίες σου όταν τελειώνουν, για να τις διαβάζω ξανά, ολοκληρωμένες, μέσα σε 1-2 μέρες (τόσο μαζόχας). Κάπως "underrated" στην αρχή, πλέον εξελίσσεται σε μία από τις αγαπημένες μου, μαζί φυσικά με το "Κανένας σεβασμός για τους νεκρούς".

Ό,τι καλύτερο για τη νέα χρονιά.

Goldfinger

The Motorcycle boy είπε...

Ευχαριστώ για τα εμψυχωτικά σου λόγια φίλε. Αυτή ήταν μια "κακή" ιστορία γιατί έβγαινε από το θυμικό κι έτσι εμένα με ενοχλούσε όσο την έφτιαχνα. Ειδικά όταν είδα κομμάτια της να επαληθεύονται από την πραγματικότητα, μου κόπηκαν κάπως τα πόδια, δεν το κρύβω.
Τέλος πάντων, στο τέλος κατάφερα να τη φέρω σε κάποια γραμμή γι΄αυτό και σου αρέσει περισσότερο στο τελείωμά της.
Το "Κανένας σεβασμός" σκεφτόμουν αν έβρισκα τίποτα φράγκα να το τύπωνα για να το μοιράζω σε κάνα φίλο γιατί σε πολλούς άρεσε τελικά.
Να δούμε...

Μακάρι να έχουμε μια καλή χρονιά, έστω και για να σπάσει τη μονοτονία των άσχημων.

FYGOKENTROSS είπε...


1) Μ' εστειλες στον οφθαλμιατρο/ Ευτυχως που η ΠΑΣΟΚάρα μετεφερε το 25ευρω "εισαγωγης" στα καπνα, κι ετσι θα μου βγαινει με δοσεις :-)

2) Ξενερωσα λιγο που η Σονια πεθαινει σαν "good guy", αλλα και μονο που πεθανε ηταν μπουκετο στη (μπυρο)κοιλια του αναγνωστη... Οποτε, το βουλωνω.

3) Εννοειται πως, με το που τρακαρα το σχολιακι του ανωθεν Χρυσοδακτυλου, γκουγκλαρα τον "Κανενα Σεβασμο...", εριξα download κι ανυπομονω να το διαβασω (συνεπως -15 γιουργια οταν με το καλο το εκδωσεις :-))
Να σου πω την αληθεια, εχω μπλεξει σε κατι μαλακοεξεταστικες τωρα - και το χειροτερο ειναι οτι οι τριτοετεις τυπισες μου απευθυνονται στον πληθυντικο... Οποτε, απο Φλεβαρη ο "Σεβασμος"!

4) Προσωπικα, εχω συνθηκολογησει με τη μοιρα μου: Ας γινω πουτανακι των εκδοτων, με minimal οικονομικες απαιτησεις (για αρχη)...
Δε δοκιμαζεις να το στειλεις κι εσυ σε τπτ "Τοπος" και τα ρεστα, που (υποτιθεται πως) ειναι και αριστεροι και θα τους αρεσει??/ Οχι πως εγω το 'χω στειλει ακομα το δικο μου, αλλα ειμαι στα προθυρα.
Το πολυ-πολυ χρησιμοποιησέ με σαν πειραματοζωο - Να σου πω εντυπωσεις, οταν και ΑΝ / Anyway, κριμα ν' ακουμπησεις λεφτα απ' την τσεπη σου, ενω γραφεις ΤΟΣΟ καλα!!! (εγω το βλεπω και πεισματικα, με το δικο μου... εχω συνδεσει, δηλαδη, την αυτοεκδοση με ψωνια, αταλαντους, θειτσες, ιδεολογους κλπ κλπ κλπ)

Αν εμπιπτεις, δε, στην τελευταια κατηγορια, ΟΚ.
(Προς το παρον, εγω εχω ως μονη ιδελογια μου το να μην καταληξω λογιστης, ή τραπεζιτικος, οπως εξυφαινοταν απο πριν γεννηθω, σε νοσηρα μικροαστικα μυαλουδακια καποιων μικροαστικων καρκινωματων, ονοματι "Γονεις μου".
Ολα τ' αλλα τα συζηταω μετα χαρας...
Κι ας με "εκμεταλλευτουν" και λιγο οι εκδοτες)

The Motorcycle boy είπε...

1) Ποια Πασοκάρα χρυσό μου, πού τους θυμήθηκες αυτούς; Το Λάος έβαλε το 25άρι και η Πολιτική Άνοιξη το μετέφερε στα τσιγάρα. Νέοι καιροί, παλαιά ήθη! Περιμένουμε τώρα να φορολογήσουν και το πήδημα, να νιώσουμε πλούσιοι.

2) Η Σόνια ήταν τελειωμένη γιατί έτσι φεύγουν αυτές οι γυναίκες. Από κάποιο χέρι θα πήγαινε -προτίμησα το χέρι του Άκη από αυτό του Αργύρη καθότι ο τελευταίος πολύ κύριος και τις γυναίκες δεν τις κτυπά ούτε με άνθος -τέτοια κατάσταση.

3) Σου μιλάνε στον πληθυντικό οι τριτοετείς, πήρες και να διαβάσεις ιστορία του '80 -έτσι όπως το πας μην παραξενευτείς αν την επόμενη φορά που θα μπεις στο Μετρό σηκωθεί κάνα πιτσιρίκι και σου δώσει τη θέση του!

4) Φοβάμαι ρε γαμώτο οτι δεν είμαι αρκούντως μουνί οπότε δεν έχω ελπίδα να με καλωσορίσουν με το "έλα μουνί στον ΤΟΠΟ σου". Δοκίμασε εσύ πρώτα και μου λες. Από την άλλη βέβαια, όταν ολόκληρος Ηλιακόπουλος από τη Γενιά του Χάους κάνει αυτοέκδοση ποιος είμαι εγώ που θα πάω σε εκδοτική;

Κι επειδή κατέληξα δημόσιος υπάλληλος (εντάξει -δεν έγινα τραπεζικός, μακριά από μας) λέω οτι είναι αργά για μένα να δοκιμάσω την τύχη μου ως νέος Τατσόπουλος -άσε που δεν τα πάω καλά με τις κομματικές ομιλίες (με πιάνει χασμουρητό και με παίρνουν χαμπάρι αμέσως).

Afrikanos είπε...

...εσύ από το χέρι μου θα πας...να το ξέρεις!...με κάποιο τρόπο, δεν ξέρω ακόμα πως!!!!!!!

Ανώνυμος είπε...

Μοτοσακε μπράβο, σχεδον έβλεπα ταινία...
Νίκος

The Motorcycle boy είπε...

Ελπίζω καλή ταινία -όχι, ας πούμε, το Σ ούλα Ε λα Ξ ανά!

Ευχαριστώ ρε φίλε.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι