Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017

10. «Decadenza»

Προηγούμενα:

Κάποια μέρα θα γίνετε σαν αυτούς που κοροϊδεύετε –μπορεί και χειρότεροι, σίγουρα χειρότεροι… Γιατί ο κόσμος προχωράει, η κοινωνία εξελίσσεται, ο χτεσινός χουντικός κλασομπανιέρας  που σε τραβάει από το μανίκι και τσιρίζει «μη μπλέξεις, μην είσαι χαζός, άσε τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα», όταν έρθετε εσείς στα πράγματα θα βάζει μόνος του το φίδι στην τρύπα και θα του κρατάει το κεφάλι απέξω για να δαγκώσει τα παιδιά του. Κι ο σημερινός κομματικός που σε φωνάζει μαύρη αντίδραση, οπορτούνα και μηδενιστή, αύριο θα είσαι εσύ αλλά δε θα φωνάζεις –θα κόβεις τη φωνή των δικών σου παιδιών γιατί, του κερατά, δεν θα είναι παρά ανεύθυνα κωλόπαιδα που μάθανε στην καλοπέραση.
Κάποια μέρα έτσι θα γίνετε και θα είσαστε περισσότερο σαπιοκοιλιάδες υπερτασικοί, κατακόκκινοι όχι στο κόμμα αλλά επειδή σκύψατε να δέσετε τα κορδόνια σας. Σκύψατε γενικώς.
Εγώ θα λείπω, δεν θα τα δω όλα αυτά γιατί θα πεθάνω πριν φτάσω τα 30 –όσο προλαβαίνω ακόμα να φτιάξω ένα όμορφο πτώμα.

Για την ώρα κοιμάμαι στο σπίτι του Αντώνη, βαριέμαι να τρέχω στο σπίτι των γέρων μου ξημερώματα –μου έχει βγάλει δεύτερο κλειδί ο δικός μου και τον προλαβαίνω αγουροξυπνημένο πριν πάει για δουλειά –πίνουμε καφέ, του λέω τι ωραία είναι η ζωή, μου ρίχνει κάμποσα γαμωσταυρίδια και κοπανάει την πόρτα πίσω του όσο εγώ σωριάζομαι όπου βρω. Ξυπνάω μεσημέρι και γίνομαι φοιτητής μέχρι να νυχτώσει οπότε παίρνω σβάρνα τους δρόμους –Εξάρχεια, Κυψέλη, Ομόνοια, Νέα Σμύρνη και πάλι πίσω…

Έχω γίνει μόνιμος στον ΠΗΓΑΣΟ, ο Ντάνυ πλέον με χαιρετάει εγκάρδια, «καλώς το παιδί, τα πιάσαμε τα λεφτά μας και σήμερα», ο ντιτζέι και κιθαρίστας των Cpt Neφος έχει πλέον όνομα, λέγεται Ντρενογιάννης, είναι και στο καλύτερο συγκρότημα που έχω δει στα πέριξ, τους Antitroppau Council, μαζί με το Τζαβάρα που τραγουδάει, οργώνουν όποια σκηνή πατήσουν –από τις μεγάλες της Γεωπονικής ή του υπογείου της ΑΣΟΕΕ μέχρι τις ανύπαρκτες σαν αυτή του ΠΗΓΑΣΟΥ. Είμαι φανατικός τους –πάω όπου πάνε, πάω κι όπου δεν πάνε –πάω παντού.  
Όταν ξημερώνει, πριν χωθώ στο σπίτι του Αντώνη, αράζω τη μηχανή στο αποξηραμένο παρκάκι δίπλα στο ΦΙΞ, την πέφτω στα παρτέρια και καπνίζω το τελευταίο-πρώτο τσιγάρο της μέρας, τότε το στομάχι μου διπλώνει από τον τρόμο –μπορεί να φταίει και το επίφοβο φως του αστεριού του Εωσφόρου που φέγγει όταν σβήνουν τα φώτα της πόλης, μαλακίες… Φταίει που έχω χάσει ακόμα μια νύχτα και γυρίζω μόνος, χωρίς εκείνη, κάποια εκείνη τέλος πάντων και το μόνο που με περιμένει είναι ένας μουρτζούφλης Αντώνης θυμωμένος με την ημέρα που ξεκινάει, με την κάθε ημέρα…

Ένα πρωί, σταμάτησα για κατούρημα στο Αιδοίο του Πάρεως, εκεί που παλιά ήταν το Γκριν Παρκ κι έπεσα πάνω σε κάποιο Άγγλο (μάλλον), σαραντάρη (ίσως) –φόραγε το πιο βρώμικο μπλουζάκι των Pink Floyd που έχω δει στη ζωή μου, ήταν και ξεχειλωμένο κι από κάτω περίσσευε μια κοιλιά ίσα με 100 μπύρες φαρδιά, πήγαινε βάρκα-γιαλό ο τύπος κι έπρεπε να τον αποφύγω ενώ συνέχιζα το κατούρημα, Επικίνδυνες Αποστολές μιλάμε… 
Με πέρασε ξυστά…
«Σάιν ον γιού κρέιζι ντάιμοντ», του φώναξα όσο κουμπωνόμουν.
«Άσσο φίλτρο», μου απάντησε και ξαναπλησίασε για τράκα.
«Να πας να σε κεράσει ο Γουότερς ρε φύκι», του ξηγήθηκα, κάπως χεσμένος καθότι με μεθυσμένο ποτέ δεν ξέρεις…
Καβάλησα στα γρήγορα τη μηχανή κι εκείνος φώναζε από πίσω μου «Ντίσκο σακς» και γέλαγε.
Έτσι λοιπόν καταλήγει η ηρωική γενιά του Μάη του ’68; Ζήτουλες; Εμείς δε θα τους μοιάσουμε –εμείς θα φύγουμε ντυμένοι για σαββατιάτικη έξοδο και με το μάτι άγριο γιατί ο κόσμος μας χρωστάει μα δεν θέλουμε, όχι να εισπράξουμε, αλλά ούτε να τους φτύσουμε. Εμείς, κάποιοι εμείς, τέλος πάντων…

Στη σχολή τα πράγματα πάνε μια χαρά χάλια. Οι Αυτόνομοι έχουμε πέσει σε αδράνεια –εντάξει όχι όλοι… Ο Μάκης τρέχει στα ΔουΣου και στα ΣουΣου, ο Παπ αποδιοργανώνει καταστάσεις, ο Πάρης επεξεργάζεται τις θέσεις μας –ποιες θέσεις μας; Τι είμαστε για να έχουμε θέσεις; Αστικά λεωφορεία;
Η Μαρία κυνηγάει τον Αντώνη όσο ο Αντώνης κυνηγάει τη φοιτητική ζωή και η Βιβή… Λοιπόν μάγκα μου, αυτή έχει γαμηθεί εντελώς. Βρήκε ένα φλώρο ονόματι Μάνο, πολύ όμορφο παιδί με φραντζούλα και πράσινο τζιν (αν έχεις το θεό σου ρε πούστη μου) και τον ερωτεύτηκε σφόδρα. Ο Μάνος την ερωτεύτηκε επίσης –ή έτσι λέει –γιατί ο τύπος είναι πιο κενός από σακουλάκι Φοφίκο σε σχολική αυλή. Αλλά του έκατσε γκόμενα μπάνικη, που διαθέτει και άποψη από πάνω κι έχει διαβάσει και δέκα πράγματα πέρα από τη Σούπερ Κατερίνα και τα βιβλία της Δέσμης –μαλάκας ήταν να την αφήσει; Κοπέλες σαν τη Βιβή δεν βρίσκονται εύκολα γι΄αυτό και πάνε χαμένες. Εύκολα.

Είναι πρωί για τους φοιτητές, δηλαδή περασμένες 12 το μεσημέρι κι έχω αράξει στο παγκάκι της πίσω αυλής, κάτω από το άγαλμα του Πάντου. Παίζει κάποιο μάθημα με το Φίλια –δεν τον πάω αλλά κάνει φοβερές παραδόσεις –ψήνομαι να παρακολουθήσω, δεν βλέπω και κανένα από τους δικούς μου… Βασικά είμαι εδώ μπας και βρεθεί κανένας γνωστός να μου κάνει το τραπέζι στο εστιατόριο της σχολής γιατί εγώ δεν παίρνω κουπόνια –είμαι γηγενής, κατάλαβες; Και λιάζομαι μαζί με βαριέμαι. Έχω μισοκλείσει τα μάτια λόγω ήλιου οπότε ακούω πρώτα τις φωνές και μετά βλέπω τα πρόσωπα.
«Όταν μιλάω να σωπαίνεις, εντάξει μαλακισμένη;»
Ανοίγω τα μάτια –βλέπω έναν τεταρτοετή Κνίτη πολύ λεβεντόπαιδο Αρίστος στυλάκι –με το γαλάζιο πουκάμισο ανοιχτό τρία κουμπιά, το παντελόνι το υφασμάτινο, λεπτή πιέτα και το ταλαιπωρημένο σκαρπίνι χρώματος απροσδιορίστου. Τον έχω κόψει από καιρό το μαλάκα –είναι τραμπούκος και φιγουρατζής. Ετοιμάζομαι να ξανακλείσω μάτι όταν βλέπω σε ποια μιλάει και είναι η Κασσάνδρα απέναντί του με σκυμμένο το κεφάλι –γαμώ το σύμπαν γαμώ…
Πετάγομαι χωρίς να σκεφτώ, τους πλευρίζω.
«Γιατί φωνάζεις ρε φίλε;» του χώνομαι.
Με κοιτάζει σα να είμαι κουνούπι μονόφτερο.
«Εσύ ποιος είσαι;» απορεί γνήσια.
«Αυτός που σε ρωτάει γιατί φωνάζεις, αυτός είμαι», μαγκώνω.
«Α πάενε από δω ρε…» μαγκώνει με τη σειρά του.
«Δε μιλάς καλά», παρατηρώ και γέρνω προς το μέρος του δήθεν να του ξεσκονίσω τα μανικετόκουμπα που δεν έχει.
Τσιμπάει, με σπρώχνει –αυτό περίμενα.
Του μουντάρω, χορεύουμε λίγο τσικ του τσικ, μαζεύεται κόσμος –κάτι Αγωνίτες μπαίνουν στη μέση και μας διακόπτουν –πού διάολο είναι οι δικοί μου όταν τους χρειάζομαι;
Ψάχνω για την Κασσάνδρα η οποία έχει απομακρυνθεί –βλέπω την πλάτη της.
«Θες να σε γαμήσω ρε κωλόπαιδο;» φουντώνει ο Κνίτης.
«Εσύ θέλεις;» απορώ.
«Θα σε γαμήσω ρε…» επαναλαμβάνει μπας και δεν το κατάλαβα.
«Βρες κάναν άλλον, εγώ δεν πάω με άντρες», του ξεκαθαρίζω.
Κάνει να μου ορμήσει ξανά –τον κρατάνε. Απομακρύνομαι –δε με ενδιαφέρει ο τύπος.

Πλησιάζω την Κασσάνδρα, της σκουντάω τον ώμο.
«Συγνώμη, μαλακία μου», λέω σιγά.
Δεν γυρίζει –και τότε καταλαβαίνω ότι κλαίει. Ψάχνω τον Κνίτη να του φάω τ΄ άντερα αλλά έχει φύγει.
«Μπορώ να κάνω κάτι;» ξαναρωτάω.
Γυρίζει, ρουφώντας τη μύτη της και φτιάχνει μισό χαμόγελο απ΄αυτά που σταματάνε λεωφορείο στην κατηφόρα.
«Εντάξει είμαι… Δεν έπρεπε να ανακατευτείς…»
«Είπα συγνώμη…» επαναλαμβάνω. «Απλά μου ήρθε κάπως όταν τον άκουσα…»
«Εγώ έφταιγα», λέει.
«Εσύ ε;» γελάω.
Με κοιτάζει όλο περιέργεια –δεν κλαίει πια.
«Πού είναι το αστείο;» ρωτάει.
Μαζεύομαι….
«Το αστείο είναι ότι δεν γίνεται να φταις εσύ…» ψιθυρίζω.
«Γιατί το λες αυτό; Και μάλιστα χωρίς να ξέρεις…»
Τι να της πεις τώρα;
 «Το λέω γιατί είσαι πολύ όμορφη για να φταις», μουρμουρίζω με σκυμμένο το κεφάλι.
Και αμέσως πέφτει ένα κόκκινο τού ηλιοβασιλέματος –κάτι περαστικά αυτοκίνητα στη Συγγρού παίζουν βιολιά με τις κόρνες τους γιατί τώρα μίλησα και δεν υπάρχει επιστροφή.
«Ευχαριστώ», ψιθυρίζει. «Το είχα ανάγκη…»
«Εντάξει», κουμπώνω λόγω αμηχανίας. «Τώρα να πηγαίνω –τα λέμε…»
Γυρίζω κιόλας πλάτη, έφτασα πολύ μακριά και θέλει κόπο να επιστρέψω στο καθημερινό μου τίποτα.
«Να σου πω…», μου λέει.
Κοντοστέκομαι. Γυρίζω κιόλας να την κοιτάξω.
«Έχεις να πας σε μάθημα;»
Έχω να πάω όπου θέλεις εσύ…
«Όχι –το εστιατόριο περίμενα ν΄ ανοίξει».
«Πώς τις τρως αυτές τις αηδίες;» γελάει με τη σειρά της.
«Με το στόμα –πώς αλλιώς;» απορώ.
Με ακουμπάει στον ώμο παιχνιδιάρικα.
«Έλα βρε χαζέ –πάμε σπίτι μου να σου κάνω το τραπέζι. Το αξίζεις…»
Μένω κόκκαλο να την κοιτάζω –τι είπε τώρα;

Κάπως έτσι βρισκόμαστε στη μηχανή, μένει Καλλιθέα και κάνω ρεκόρ αργοπορίας στη διαδρομή –πηγαίνω τόσο αργά που φοβάμαι μην πέσουμε λόγω ακινησίας –αλλά είναι τόσο όμορφο να την έχω πίσω μου και να κρατάει τα χέρια της δεμένα γύρω από τη μέση μου. Αναρωτιέμαι κιόλας –αν μου ζητούσε κάποιος να περιγράψω την Κασσάνδρα, τι θα έλεγα… Λοιπόν, έχει κοντό μαλλί με φράντζες και καταπληκτικό σώμα –λίγο πιο κοντή από μένα, στήθος μπαζούκας που σε σημαδεύει, κάτι πόδια πιο μακριά από πλάνο του Αγγελόπουλου, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Μύτη γαλλική, χείλια σαρκώδη –ούτε εκεί… Τα μάτια της –τεράστια, βαθυπράσινα, όταν σε κοιτάζει εξατμίζεσαι ζεστός σαν υδρατμός –εκεί είναι το θέμα. Μάλλον…
«Εδώ», μου λέει στο αυτί και βιάζομαι να ανέβω πεζοδρόμιο γιατί είναι ικανός να ξεχαστώ και να την πάω μέχρι Σούνιο.
Μένει σε μια πολυκατοικία σχετικά καινούργια –τρίτο όροφο, διαμέρισμα διαμπερές, καμιά σχέση με τα ανήλιαγα ημιυπόγεια των υπολοίπων γνωστών μου. Και το σπίτι της είναι τακτοποιημένο, ντρέπεσαι να πατήσεις, άσε που μυρίζει όπως κι εκείνη –κάθομαι στον καναπέ στη μέση του κεντρικού δωματίου γιατί μου έχουν κοπεί τα γόνατα.
«Μακαρονάδα τρως;» ρωτάει χαμογελώντας όσο κρεμάει την τσάντα της δίπλα στην εξώπορτα.
«Τρώω..»
«Ε, τότε φτιάχνω», χαμογελάει. «Κάθισε εδώ, δεν θ΄ αργήσω».
Και χώνεται στη μικρή κουζίνα. Κάθομαι –βγάζω τις Καμήλες, πάω ν΄ ανάψω αλλά πετάγομαι επιτόπου. Πάω κι εγώ προς την κουζίνα βιαστικά.
Βλέπω την πλάτη της καθώς βάζει μια κατσαρόλα πάνω στο ηλεκτρικό μάτι, δε με έχει πάρει είδηση –γυρίζει προς το ντουλάπι δεξιά της και τότε με βλέπει, ξαφνιάζεται.
«Είπα… σκέφτηκα να σε βοηθήσω…» ψελλίζω.
Χαμογελάει μέχρι τ΄ αυτιά.
«Ναι ε; Λοιπόν εντάξει –θα τρίψεις ντομάτες για τη σάλτσα;»
«Να τις τρίψω… Πού να τις τρίψω;» κοιτάζω τριγύρω απορημένα.
«Κάτσε, θα σου δώσω εγώ», προθυμοποιείται.
Κάθομαι στο μικρό τραπέζι και μου φέρνει κάτι ντομάτες εντελώς ακατάλληλες για πέταμα σε αγώνα ποδοσφαίρου συν ένα τρίφτη πολλαπλών χρήσεων –ωραία, και τώρα τι κάνουμε;
Με παίρνει αμέσως χαμπάρι.
«Δε σου έχει μάθει η μαμά σου να μαγειρεύεις;» κοροϊδεύει.
«Δε μου έχει μάθει κανένας –τίποτα. Είμαι ανεπίδεκτος», το γυρίζω σε άποψη για να μην ξεφτιλιστούμε εντελώς.
Φέρνει κάτι σκατολοϊδια –μαϊντανούς, άνηθους, φασκόμηλα, αντίδια, αρχίδια –ούτε που ξέρω τι είναι όλα αυτά. Πιάνει κι ένα μικρό μαχαίρι, κάθεται δίπλα μου.
«Το μυστικό της καλής σάλτσας είναι το σκόρδο», μου λέει συνωμοτικά.
«Το σκόρδο ε;» κάνω σα χάχας. «Ας παραμείνει μυστικό τότε –εγώ δεν πρόκειται να το πω σε κανέναν».
Γελάει.
«Να το παραλείψουμε λες;»
«Ναι, καλύτερα…»
«Γιατί μπορεί και να πρέπει να φιλήσεις κάποια –δεν είναι σωστό να βρωμάς…» συνεχίζει.
Τι να της πεις τώρα;.
«Όχι δεν είναι εκεί το θέμα… Απλά το σκόρδο μού φέρνει κατάθλιψη», παραδέχομαι αμήχανα.
Με κοιτάζει –ψάχνει να δει αν της κάνω πλάκα. Την κοιτάζω, εντελώς σοβαρά.
«Άντε, τρίβε», μου λέει.
Και αφοσιώνεται στον τεμαχισμό των σκατολοϊδίων. Όσο εγώ τρίβω –δηλαδή για την ακρίβεια όσο καταστρέφω τις ντομάτες. Και χαζεύω τα δάχτυλά της, μακριά, λευκά –τα νύχια της βαμμένα κόκκινα…
«Γιατί δε μιλάς;» με ρωτάει.
«Όταν τρίβουν δε μιλάνε», απαντάω.
Γελάει. Εγώ πάλι όχι.
«Τελικά, μπορεί και σε είχα παρεξηγήσει», μου εκμυστηρεύεται στο εντελώς άσχετο.
Την κοιτάζω.
«Τι εννοείς;»
«Σε θεωρούσα κάπως αντιδραστικό και κρετίνο σαν τους άλλους…»
«Ποιους άλλους;»
«Αυτούς… την παρέα σου…»
Πάω να ξύσω το κεφάλι αμήχανα αλλά το μετανιώνω λόγω τοματοπολτού.
«Η παρέα μου είναι αντιδραστικοί και κρετίνοι δηλαδή;»
«Ε, δεν είναι;»
«Για να το λες…»
Με βλέπει ότι έχω μαγκώσει και αλλάζει λίγο ύφος.
«Δεν ξέρω κιόλας –έτσι δείχνετε… Όλο φιγούρα και λόγια χωρίς σκοπό…»
«Λόγια χωρίς σκοπό…» μουρμουρίζω. «Φταίει μάλλον η απέχθειά μας προς τη σκοπιμότητα...»
Σηκώνει τους ώμους.
«Να –αυτό ακριβώς εννοώ», λέει. «Αυτό που είπες ακούγεται όμορφο αλλά δε σημαίνει τίποτα».
«Για σένα», λέω με τη σειρά μου σηκώνοντας τους ώμους.
«Τι θα πει αυτό; Είμαι χαζή και δεν καταλαβαίνω;» θυμώνει κάπως.
«Χαζή δεν είσαι –γι΄αυτό δεν καταλαβαίνεις».
«Ωραία –εξήγησέ μου λοιπόν…»
Έχω τελειώσει με τη γενοκτονία των ντοματικών –σηκώνομαι, πλένω τα χέρια μου στο νεροχύτη.
«Καπνίζουμε;» ρωτάω.
«Εγώ όχι –εσύ αν θέλεις…»
Σηκώνομαι, φέρνω τα σύνεργα στο τραπέζι της κουζίνας –έτσι έχω χρόνο να σκεφτώ, αλλά δεν τον αξιοποιώ. Ξανακάθομαι δίπλα της.
«Λέω ότι είναι εύκολο να στρατεύεσαι κάτω από ένα σκοπό και έτσι να πιστεύεις ότι κάνεις κάτι… Όμως τότε αυτό που έχει σημασία είναι να πιστεύεις στο σκοπό κι εγώ δε βρίσκω τίποτα να πιστέψω. Ούτε εσύ, ούτε κανένας μας –απλά πρέπει κάτι να κάνουμε κι έτσι κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας με αγώνες και ιδανικά κι όποιον πάρει ο χάρος… Καλά κάνουμε, από το να είμαστε αδρανείς… Κάπου πηγαίνουμε –κι αυτός που έχει σκοπό κι αυτός που δεν έχει –σε τελική ανάλυση, δεν πρόκειται να φτάσουμε πουθενά, η διαδρομή μετράει, έτσι δε λένε; Ε, λοιπόν εγώ θέλω να κάνω τη διαδρομή ξέροντας ότι αυτό έχει αξία –όχι να γίνει η παγκόσμια επανάσταση που ποτέ δε γίνεται, όχι να αλλάξουμε τον κόσμο που δε θέλει ν΄ αλλάξει, αλλά να ξεκουνηθούμε, να γίνουμε καλύτεροι. Ή χειρότεροι… Να γίνουμε κάτι τέλος πάντων…» σταματάω κι αφοσιώνομαι στο τσιγάρο μου που καπνίζει από μόνο του.
Με κοιτάζει σκεφτική. Εγώ αποφεύγω…
«Αυτές οι κουβέντες γίνονται καλύτερα με γεμάτο στομάχι», λέει στο τέλος.

Κι έτσι φτιάχνουμε τη μακαρονάδα –εκείνη διευθύνει εγώ ακολουθώ –σε κάποια φάση σβήνει το μάτι, «δεν θα κολλήσουμε το μακαρόνι στον τοίχο να δούμε αν έγινε;» ρωτάω –γελάει.
Στρώνουμε τραπέζι στο κεντρικό δωμάτιο, θέλει να μάθει αν πίνω κρασί –της εξηγώ ότι πίνω αλλά όχι μόνος μου –φέρνει ένα γυάλινο μπουκάλι με κόκκινο κρασί, καθόμαστε ο ένας απέναντι στην άλλη, με σερβίρει –δεν κατεβαίνει μπουκιά. Το βλέπει.
«Τόσο χάλια τα έκανα;» απορεί.
«Όχι –είναι πολύ ωραία…»
«Τότε;»
«Τότε… Να σε ρωτήσω κάτι; Εσύ κι ο τύπος… δηλαδή τα έχετε σα να λέμε;» αλλάζω θέμα.
Γελάει πονηρά.
«Γιατί θες να μάθεις;»
«Επειδή…» χώνω μια μπουκιά στο στόμα, μασάω για κάνα δίμηνο χωρίς να καταπίνω.
«Επειδή;»
Παρατράβηξε το ζήτημα –καλό είναι να τελειώνουμε, να πέσει και η σχετική κρυάδα…
«Επειδή ρε συ Κασσάνδρα είσαι η πιο όμορφη κοπέλα που έχω δει στη ζωή μου –αν αυτό μετράει πουθενά… Και λέω ότι δεν αξίζει να χαραμίζεσαι με τον κάθε μαλάκα», αδειάζω το ποτήρι μου, ξαναγεμίζω με κρασί.
Με την άκρη του ματιού τη βλέπω να κατεβάζει το βλέμμα –κάτι ψάχνει στο βάθος του πιάτου της.
«Ευχαριστώ…» ψιθυρίζει.
«Αλλά;» χώνομαι.
«Τι αλλά
«Πάντα υπάρχει ένα αλλά…»
«Αλλά τον έχεις παρεξηγήσει…»
Γελάω.
«Ότι πεις…»
«Ας αλλάξουμε θέμα», μου ζητάει. «Για αυτά που έλεγες στην κουζίνα…»
Την κοιτάζω.
«Δεν έλεγα τίποτα στην κουζίνα –πώς σου ήρθε αυτό τώρα; Εσύ τραβιέσαι μ΄ ένα Κνίτη που φοράει γαλάζιο πουκαμισάκι και σκαρπίνι, αύριο θα γραφτείς και στο κόμμα, αν δεν είσαι ήδη, θα σταματήσεις να ξυρίζεις τις μασχάλες σου καθότι χειραφέτηση και θα σπρώχνεις τις μέρες σου από ΚΟΒα σε πορεία κι από αφισοκόλληση σε διανομή φυλλαδίων που κανένας δε διαβάζει… Και θα περιμένεις να γίνει ο κόσμος καλύτερος –στο μεταξύ μπορεί και να φας κάνα σκαμπίλι αλλά κάπου θα φταις κι εσύ, δεν τρέχει τίποτα… Αυτό έλεγα στην κουζίνα –κατάλαβες;»
Σπρώχνω το πιάτο, αρπάζω τις Καμήλες για βοήθεια. Αλλά το μετανιώνω –δεν μαζεύεται το πράγμα ούτε με 18 Καμήλες. Σηκώνομαι.
«Έφευγες;» τη ρωτάω. «’Αστο –καλύτερα να φύγω εγώ…»
«Κάτσε κάτω», μου λέει παγωμένα.
Κάθομαι.
«Άκου…» μου αρπάζει το πακέτο από το χέρι, ψαρεύει μια Καμήλα, την ανάβει, πνίγεται αλλά δεν τη σβήνει. «Τα λες πολύ όμορφα –τόσο όμορφα που ανέχομαι μέχρι και να με προσβάλεις χωρίς να σε πετάξω έξω. Τι κρίμα που όλα αυτά είναι σκέτες βλακείες… Αλήθεια, έτσι ρίχνετε κοπέλες εσείς οι ψαγμένοι; Οι αυτόνομοι, οι αναρχικοί… Για τέτοιοι δεν περνιέστε; Και μετά; Όταν θα φορέσετε τα πουκαμισάκια που κοροϊδεύεις και θα πληρώνετε τα μαλλιοκέφαλά σας για χειροποίητο σκαρπίνι –πάλι τα ίδια θα λέτε; Ή θα το γυρίσετε –πώς το λέει το τραγούδι; Ήταν μια τρέλα νεανική που τώρα έχει περάσει –κάπως έτσι ε; Και θα το παίζετε πολύπειροι –ότι όλα τα έχετε ζήσει, όλα τα έχετε δει –ματαιότης… Και πάλι θα ρίχνετε κοπελίτσες, δηλαδή μονά-ζυγά δικά σας, κάνω λάθος; Εγώ λοιπόν δεν θέλω ν΄ αλλάξω, ότι είμαι σήμερα θα είμαι πάντα. Και καλύτερα να είμαι έτοιμη, παρά να καταντήσω σαν κάτι άπλυτες ποιήτριες της συφοράς που παρακαλάνε για… άντε μη σου πω γιατί παρακαλάνε…»
Τώρα με κοιτάζει κατάματα, καπνίζει την Καμήλα χωρίς να πνίγεται και την κοιτάζω κι εγώ –ήταν τόσο φανερό από την αρχή, το έβλεπα αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Είναι μια γυναίκα από άλλο κόσμο κι εγώ δεν θέλω να πάω εκεί, ούτε αυτή να έρθει προς τα δω. Απορώ τι διάολο κάνω στο σπίτι της…
Και τότε νιώθω ότι το κεφάλι μου θα εκραγεί από τον πόνο, προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, κλείνω τα μάτια, αλλά το πράγμα χειροτερεύει γιατί μάλλον έχω καταπιεί κάποιο ζωντανό αρουραίο ο οποίος στριφογυρίζει στο στομάχι μου, με το ζόρι προλαβαίνω να σκύψω στο πλάι κι αρχίζω να ξερνάω στο πάτωμα, σε κάποια φάση μάλλον πέφτω από την καρέκλα γιατί βρίσκομαι γονατιστός μπροστά σε μια λίμνη από χολή στην οποία επιπλέον κάτι μακαρόνια.
Πετάγεται από την καρέκλα της, έρχεται πάνω μου –κάτι μου λέει, εντάξει καλά είμαι, πού έχεις καμιά σφουγγαρίστρα;
Με βοηθάει να σωριαστώ στον καναπέ και μένω εκεί να την ακούω που καθαρίζει –μάλιστα σιγοτραγουδάει κιόλας… Λοιπόν, νομίζω ότι από πριν φαινόταν, αλλά τώρα είναι ξεκάθαρο… Την έχω κατακτήσει πλήρως την κοπέλα…
Και βέβαια, είναι από εκείνες τις στιγμές που παρακαλάς να υπήρχε θεός και να σου άνοιγε μια τρύπα να σε καταπιεί –να γλιτώσεις. Κλείνω τα μάτια –ίσως αν κοιμόμουν λιγάκι…

Ξυπνάω όταν έξω έχει πάρει να σκοτεινιάζει –βλέπω αναμμένο το φως της κολώνας από το παράθυρό της, σκέτη θλίψη. Σηκώνω το κεφάλι, νιώθω βρώμικος και σακάτης, κοιτάζω τριγύρω αλλά δεν τη βλέπω πουθενά. Στήνομαι στα πόδια μου –νιώθω αμέσως καλύτερα, ο καναπές της αποδείχτηκε τελικά πολύ άβολος.
Η πόρτα του μπάνιου είναι ανοιχτή –χώνομαι μέσα, ρίχνω μισό τόνο νερό στα μούτρα μου, στρώνω υποτυπωδώς τα μαλλιά μου, ψαρεύω μια οδοντόκρεμα και τρίβω μπόλικη στα δόντια μου με το δάχτυλο, τότε μόνο τολμώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη και απορώ με την τόλμη μου –χάλια ανεπανόρθωτα δείχνω.
Όταν βγαίνω τη βλέπω να με περιμένει –έχει ανάψει ένα πλαϊνό λαμπατέρ και πραγματικά την ευγνωμονώ για το ημίφως.
«Είσαι καλύτερα;» ρωτάει.
«Ναι ευχαριστώ… Και συγνώμη… Ειλικρινά…»
Χαμογελάει.
«Δεν τρέχει τίποτα…»
«Λοιπόν, να πηγαίνω…» λέω.
«Κάτσε κάτω», κάνει κοφτά.
Κάθομαι. Κι αμέσως ξανασηκώνομαι. Με κοιτάζει αυστηρά. Ξανακάθομαι.
«Να ρωτήσω τι έπαθες;» ρωτάει.
«Να ρωτήσεις, αλλά δεν ξέρω τι να σου απαντήσω…»
«Καλά…»
Σηκώνεται από τη θέση της κι έρχεται να καθίσει δίπλα μου. Περνάει το χέρι της από τα μαλλιά μου όσο εγώ κοιτάζω τις μύτες των παπουτσιών μου.
«Είσαι καλό παιδί, δεν θέλω να μαλώνουμε», μου λέει ψιθυριστά.
«Ναι –στα καλάθια δε χωράω…» χαμογελάω. «Συγνώμη για πριν –μαλακίες έλεγα…»
«Δεν ξέρω…»
«Εντάξει –δεν ξέρεις… Αλλά δεν έχει και καμιά σημασία….»
Το χέρι της σταματάει στον ώμο μου.
«Νύχτωσε», παρατηρεί κοιτάζοντας από το παράθυρο.
«Συμβαίνουν αυτά…» μπλαζάρω αχρείαστα.
«Αν δεν αισθάνεσαι καλά μπορείς να μείνεις…» προτείνει.
«Μια χαρά είμαι», ξεκαθαρίζω.
«Και πάλι μπορείς να μείνεις…» μουρμουρίζει κατεβάζοντας το κεφάλι.
Παίρνει και το χέρι της από τον ώμο μου. Το σκέφτομαι… Έτσι λοιπόν… Τόσα χρόνια ντυνόμουν στην τρίχα, φτιαχνόμουν, πούλαγα ένα σκασμό υφάκια -και για να ρίξω την ομορφότερη κοπέλα που έχω δει στη ζωή μου αρκούσε ένας εμετός…
Γελάω –με κοιτάζει με περιέργεια. Ξέρω πολύ καλά ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Και ξέρω ότι αν μείνω θα πηδηχτούμε και είμαι πολύ τυχερός που αυτή η κοπέλα θα κάτσει να την πηδήξω λόγω οίκτου, αλλά…
Γέρνω στη μεριά της, την τραβάω λίγο κοντά μου, τη φιλάω στο μάγουλο –νιώθω υπέροχα.
Σηκώνομαι.
«Κι εσύ είσαι καλό παιδί», λέω. «Να προσέχεις γιατί είσαι πολύτιμη κι ας μην το ξέρεις…»
Μαζεύω τα πράγματά μου, φοράω το μπουφάν μου, φτάνω στην πόρτα, γυρίζω και τη βλέπω να με κοιτάζει ανέκφραστη.
«Αν ποτέ με χρειαστείς…» ανοίγω την πόρτα κι εξαφανίζομαι πριν το μετανιώσω.
Αυτό ήταν. Και πολύ ήταν…

Οδηγώ τη μηχανή το ίδιο αργά με πριν –ίσως και πιο αργά, αν αυτό είναι δυνατό. Προσπαθώ να σκεφτώ αλλά το μυαλό μου έχει γίνει ζελές –τα χέρια μου, τα πόδια μου το ίδιο. Σταματάω έξω από τη σχολή –τώρα το εστιατόριο θα έχει ανοίξει για βράδυ. Περνάω την καγκελόπορτα, τα γόνατα κομμένα, τα χέρια ψόφια ψάρια –αν είναι να κάνω αυτό που σκέφτομαι πρέπει να συνέλθω. Άμεσα.
Κατεβαίνω τα σκαλιά, μπαίνω στο εστιατόριο –κόβω κίνηση. Οι δικοί μου κάνουν βαβούρα σ΄ένα τραπέζι στο βάθος, δεν τους θέλω τώρα, δεν τους χρειάζομαι. Ένας φλώρος με σκουντάει με το δίσκο του –μαγκώνω, τον κοιτάζω άγρια, κάνει να ζητήσει συγνώμη αλλά το μετανιώνει και φεύγει.
Κι εγώ βρίσκω αυτόν που έψαχνα. Σ΄ένα τραπέζι με κάτι νεοφερμένα Κνιτάκια πουλάει μούρη, αγορεύει όλο έπαρση. Πάω κατά πάνω του, φρενάρω στο μισό μέτρο. Με βλέπει, κουμπώνει.
«Τι θες ρε μουνί; Πας γυρεύοντας;» σφυρίζει.
«Έλα έξω», του λέω κοφτά.
«Άντε γαμήσου», γελάει.
«Έλα έξω», επαναλαμβάνω και παγώνει το αίμα μου καθώς ακούω τη φωνή μου.
Δεν είμαι καλά…

Στρίβω, πηγαίνω κατά έξω, σίγουρος ότι με ακολουθεί. Μέχρι να φτάσουμε στα παγκάκια δεν γυρνάω καν προς το μέρος του. Βγάζω τις Καμήλες.
«Κάνε τσιγάρο», του πασάρω.
«Τι θες τώρα δηλαδή;» απορεί.
«Ένα πράγμα…» λέω ήρεμα. «Αν την πειράξεις, αν της ξαναφωνάξεις… ψέματα… αν την ξαναδώ στεναχωρημένη, κι ας μη φταις εσύ –θα σου βγάλω τα μάτια και θα στα βάλω στον κώλο. Εντάξει;»
«Κάτσε καλά ρε σπόρε…» πάει να το παίξει.
«Εντάξει;» τον κόβω.
Με κοιτάζει –το σκέφτεται. Δεν περιμένω πολλά όμως κάτι έχω που τον φοβίζει και ξέρω τι είναι αυτό. Γιατί όλοι φοβούνται τους απελπισμένους.
Μου πετάει την Καμήλα –με βρίσκει στο στήθος, σπίθες στα ρούχα μου –δεν κουνάω ούτε βλέφαρο.
«Είσαι παλαβός ρε πούστη», λέει στο τέλος και κάνει να φύγει.
«Εντάξει;» επαναλαμβάνω παγωμένα.
Γυρίζει –χαμογελάει.
«Θα σε θυμάμαι όταν την πηδάω», λέει.
«Το καλό που σου θέλω», απαντάω.
Φεύγει βιαστικά και μένω να τον παρακολουθώ όσο κατεβαίνει τα σκαλιά. Ένας καργιόλης που η ζωή του φέρθηκε καλύτερα από όσο άξιζε. Έτσι πάνε αυτά…

Πρέπει να φύγω.


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Καλό του ταξίδι.

6 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

CaptainHarlock είπε...

Σα να ήμουν εκεί φίλε μου. Τόσο ζωντανό. Τίποτε περισσότερο. Μπήκα να δω αν έδωσες σημεία ζωής και βρήκα ολόκληρο νέο κεφάλαιο! Άντε να κοιμηθω τώρα με όσα διαβασα! Κι έχω να περιμένω και τη συνέχεια... εκατό καντάρια και βάλε υπομονή δηλαδή... κι αυτή η Κασσάνδρα, η Βέρα, η Λάουρα, η Εφιλία, πάντοτε άπιαστη... Μείνε δυνατός και να γράφεις, γιατί το κάνεις πολύ καλα.

DIMITRIS είπε...

Έξυσε κάτι παλιές πληγές που , αλίμονο, πονάνε ακόμα αλλά συγνώμη κιόλας έχω χεστεί στα γέλια με τους διαλόγους...
Αφιερωμένο https://m.youtube.com/watch?v=Adfb17JQYtg για τις αργές βόλτες

Ανώνυμος είπε...

"Ένας καργιόλης που η ζωή του φέρθηκε καλύτερα από όσο άξιζε. Έτσι πάνε αυτά…" Πόσοι τέτιοι καργιόληδες υπάρχουν τελικά.

The Motorcycle boy είπε...

Captain και η Άλεξ... μια κάποια Άλεξ τέλος πάντων... Ευχαριστώ για τη στήριξη.
Δημήτρη -τους διαλόγους του βίντεο εννοείς;
Ανώνυμε -λίγοι αλλά περισσότεροι απ΄όσους θα μπορούσαμε να αντέξουμε.

Ocellus είπε...

Κι εγώ έσκασα στα γέλια, αλλά συγχρόνως και κάτι μου ανακάτεψε πάλι την τράπουλα μέσα μου. Και μπορεί να είναι επώδυνο αυτό το ανακάτεμα, αλλά προτιμώ να νιώθω ζωντανή.
Μερικές φορές νιώθεις ότι έζησες πολλές ζωές. Και τις έχεις ζήσει αλήθεια.
Μου αρέσει και το τραγούδι του Λουκιανού, κάπως σε μαλακώνει, σε παρηγορεί, είναι βαθιά ανθρώπινο. Αφού, ρε γαμώτο, αυτό το ανθρώπινο είναι το θέμα.
Το πρόβλημα με τους καργιόλιδες είναι πως όποια σκατά κι αν έχουν στο κεφάλι τους, ό,τι κι αν έκαναν ό,τι κι γίναν, ποτέ δεν αμφέβαλαν. Πάντα ήταν σίγουροι. Κι εμείς ποτέ δεν ήμασταν σίγουροι κι ούτε και τώρα είμαστε για τίποτε. Και καλύτερα δηλαδή. Έτσι μου φαίνεται.
Σε ευχαριστούμε που δίνεις τόπο και χρόνο σε όσα μας περιστρέφουν ακόμη, μας κρατάνε στη δίνη της ύπαρξής μας, έτσι, χωρίς σκοπό.
https://www.youtube.com/watch?v=bKbhuKjZCsQ

The Motorcycle boy είπε...

Αν δε γελάμε όταν την πατάμε άσχημα -αναρωτιέμαι πότε θα γελάσουμε... Ο Λουκιανός ήταν πάντα μια περίεργα οικεία υπόθεση για μένα -χωρίς να είμαι φίλος των τραγουδιών του τον είχα δει στη Βουλιαγμένη, όταν κάποτε συνάντησα τους ανθρώπους του Νικολαϊδη το πρώτο που ρώτησα ήταν "γιατί δεν είχαν συνεργαστεί ποτέ αυτοί οι δύο" και η απάντηση ήταν "έλα ντε!" -κι όταν η μεγάλη μου κόρη άρχισε να ακούει μουσική στο αυτοκίνητο (πήγαινε τρίτη δημοτικού και διασχίζαμε από βόρεια προς νότια τη μισή Αθήνα για να κάνει μάθημα ντραμς) Λουκιανό άκουγε φανατικά. Περίεργα πράγματα...
Αυτός που δεν αμφιβάλλει συνήθως κερδίζει αλλά ποτέ δεν καταλαβαίνει -γι΄αυτό και είναι μονίμως χαρούμενος. Όποιος αμφιβάλλει χάνει και συνειδητοποιεί και το μέγεθος της ήττας και το πόσο κοντά ήταν στη νίκη. Αλλά ξέρει κιόλας οτι ακόμα κι αν κέρδιζε, δεν θα ήταν χαρούμενος γιατί τελικά δεν έχει σημασία. Κάποια κατάρα -έτσι;
Εγώ ευχαριστώ που είσαστε εδώ και βγάζετε τα μάτια σας με τις σαχλαμάρες μου.
Υ.Γ.: Ωραίο σάουντρακ, μάπα ταινία.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι