Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

11. «Κινέζικες πέτρες»

Ο τύπος σκάει από τον πεζόδρομο της Θεμιστοκλέους, κουβαλάει 100 κιλά λίγδα γι΄αυτό και γέρνει, παραπατάει –φρενάρει με το ζόρι πάνω στο τραπέζι μας στο ΤΣΑΦ (κυριολεκτικά). Είμαστε κάποια απαρτία –ο Γιώργος κι άλλος ένας από τους Μάνα Μπάντα, η Βιβή με το Μάνο, ο Πάρης κι εγώ, εντάξει, απαρτία όχι ολομέλεια…
«Σας περισσεύει ένα κουτάλι ρε παιδιά;» ψελλίζει ο τύπος.
«Τι το θες;» τον ρωτάω.
«Να βάλω λίγη ζάχαρη».
Του πασάρω το φακελάκι από τον νες –έτσι κι αλλιώς έχω αρχίσει να τον πίνω σκέτο.
«Τι να το κάνω αυτό ρε φίλε;» απορεί.
«Να βάλεις ζάχαρη», χαμογελάω.
Μας γυρίζει την πλάτη βρίζοντας.

Μου τη δίνουν άσχημα τα πρεζόνια επειδή, σχεδόν όλοι τους δεν είναι καν πρεζόνια –απλώς πουλάνε μούρη με τα στυλάκια τους «αμάρτησα για τη δόση μου». Ο Μπάροουζ λέει ότι για να εθιστείς πρέπει να σουτάρεις κάθε μέρα για ένα μήνα, ένα γραμμάριο –αν είχες ρε φίλε τα φράγκα να αγοράσεις 30 γραμμάρια το μήνα θα ζέσταινες με χρυσά κουτάλια –έτσι νομίζω…

«Δεν του έδινες το σκατοκούταλο να ησυχάσουμε;» χώνεται η Βιβή.
«Το θέλω», της ξεκαθαρίζω.
«Τι το θες;»
«Ε, ποτέ δεν ξέρεις… μπορεί να περάσει καμιά γκόμενα και να μου ζητήσει να κοιτάξω τις αμυγδαλές της», εξηγώ.
«Άντε ρε γελοίε…» γελάει.
Έχει γίνει πιο ανθρώπινη η Βιβή, δε σε βρίζει πλέον με το «καλημέρα» -περιμένει να φτάσετε στο «τι κάνεις». Έτσι είναι ο έρωτας, μαλακώνει τον άνθρωπο και ανθρωπώνει το μαλάκα –εξ ου και ο Μάνος όταν ανοίγει το στόμα του δεν πετάει μόνο κοτρώνες πλέον.
«Πέρναγα τις προάλλες από Κολωνάκι κι έπεσα σε φωτογράφιση έξω από το μαγαζί του Μπίλι Μπο», λέει ο Μάνος.
Κοιταζόμαστε αμήχανα. Εντάξει –πετάει και καμιά κοτρώνα, που και που…
«Και τι έγινε;» ρωτάει ο Πάρης όλο ενδιαφέρον.
«Αν έβλεπες τα μοντέλα του…» σκύβει συνωμοτικά ο Μάνος.
Κοιτάζω τη Βιβή η οποία κάνει ότι δεν ακούει.
«Καλές;» συνεχίζει ο Πάρης.
«Καλές μωρέ –αλλά εντελώς δήθεν… Σα ρομπότ ήταν».
«Έλα ρε συ… Μου κάνει εντύπωση αυτό που λες… Εγώ νόμιζα ότι άμα δεν είσαι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών δε σε παίρνουν για μοντέλο», του χώνομαι.
«Ωραίο αστείο –γελάσαμε…» στραβώνει η Βιβή.
Και μετά αγκαλιάζει το Μάνο.
«Μην τους ακούς μωρό μου –κάνουν τους έξυπνους, σε βρήκαν μικρό και σε δουλεύουν».
Καπάκι πλακώνονται σε κάτι φιλιά και μπαλαμούτια –μόνο ο Μεγάλος Μπέρτο μας λείπει, να φέρει δυο κάμερες, να τη γυρίσουμε την ταινία τη ρεαλιστική.
Κοιτάζω το ρολόι μου –τελειώνει, όπου να ‘ναι το απόγευμα και θα μας πάρει βράδυ. Όπου να ‘ναι θα σκάσει μύτη κι ο Αντώνης με τη Μαρία –κοίτα τώρα τι γίνεται με αυτούς… Αίσθημα μετ΄εμποδίων. Πάει να πει –βεβαίως ο Αντώνης τσίμπησε όταν είδε ότι η Μαρία τον γουστάρει, έπεσε και η σχετική απομόνωση και σύσφιξη σχέσεων αλλά εκεί ακριβώς εμφανίστηκε το πρόβλημα. Διότι η Μαρία, παρθένα (παρθένα Μαρία –σα να λέμε). Κι εκεί κάπου κούμπωσε ο Αντώνης. «Να πηδηχτούμε και να μου γίνει στενός κορσές;» Εντάξει –υπήρχε η πιθανότητα να πηδηχτούν και μετά η Μαρία να μη θέλει να τον δει ούτε ζωγραφιστό («είναι η τραυματική εμπειρία που μου έλεγες;» ρωτάει η μια λεσβία κότα την άλλη όταν περνάνε μπροστά από τον Κόκορα του Αρκά) αλλά ο Αντώνης αγχωνόταν για το χειρότερο. Όσο να πεις δεν ήταν κι η Μαρία ιδανική για μακροχρόνιες σχέσεις –κάμποσο βαρετή και κοινότυπη ρε παιδί μου, εντελώς ξενέρωτη, διάβαζε Βαμβουνάκη και Λεό Μπουσκάλια –αν έχεις το θεό σου δηλαδή –τι να πούμε παραπέρα;
Από την άλλη ο Αντώνης κατάφερε, μέσα στο στρίμωγμά του από τη δουλειά, να δικτυωθεί –πρόβαρε κιόλας με ένα γκρουπάκι σαϊκομπίλι ως μπασίστας, είχε μαζέψει ολίγα ένσημα από συναυλίες αμφιθεάτρων, Πήγασο και Μουσική Αποθήκη. Κι αυτό το τελευταίο ήταν η αρχή ενός προβλήματος, του οποίου οι συνέπειες με είχαν οδηγήσει στο να μανουριάζω κάθε φορά που έβλεπα αγνό, τίμιο, φιγουρατζίδικο πρεζάκι. Λόγω Κυψέλης αδερφάκι μου –τι σκατά γινόταν εκεί πέρα;  Στη Φωκίωνος, στην Αποθήκη, στα μπαράκια στα πέριξ, όλοι τους κουβαλάγανε 100 κιλά ύφος και 200 λίτρα πάγο. Σε κοιτάζανε λες και ήσουν διάφανος. Στην αρχή με χάλαγε αλλά μετά έμαθα ότι το λέγανε «παραμύθα» και με χάλασε ακόμα περισσότερο. Βέβαια, χορεύεις πάντα με τη μουσική –δε γίνεται αλλιώς. Κι ο Αντώνης περισσότερο από μένα, γιατί εκείνος ήταν αλεξιπτωτιστής –έσκαγε, άρπαζε ότι προλάβαινε κι έφευγε. Δεν τον έπαιρνε λοιπόν να πουλήσει απαξίωση γιατί μετά θα έμενε αυτός και μόνος του.
«Αύριο παίζουμε», πέταξε στο ξεκάρφωτο ο ένας Μάνα Μπάντα.
«Ποιοι;» απόρησα.
«Εμείς…» μου εξήγησε το προφανές.
«Αφού δεν έχετε ντράμερ και τραγουδιστή», θυμήθηκα.
«Δεν είχαμε», με γείωσε.
«Α, και τώρα βρήκατε;» προσπάθησα να καταλάβω.
«Όχι».
«Ε, τότε;»
«Αύριο παίζουμε», επανέλαβε.
Παραιτήθηκα κάθε άλλης προσπάθειας.

Από το κέντρο της πλατείας ξεκόλλησε ένας Αντώνης βαρύς και βαρεμένος μαζί με μια Μαρία πρόσχαρη ως διαφήμιση σοκολάτας ΙΟΝ. Ήρθαν και έλαβαν θέσεις –μελετημένα, μακριά ο ένας από την άλλη.
«Φιλαράκι, σήμερα παίζει φάση καλή», μου σφύριξε στο αυτί ο Αντώνης τόσο συνωμοτικά που τον ακούσανε μέχρι τέρμα Ιπποκράτους.
Η Μαρία στρίτζωσε αλλά κρατήθηκε.
«Λαϊβάκι;» ρώτησα.
«Φάση ρε μαλάκα –θα γίνουμε…»
«Τι θα γίνετε; Ντόμινα και κολομπίνες;»
«Βρε μ΄ ένα πούστη…» μούγκρισε ο Αντώνης.
Εντάξει, κατάλαβα…
«Θα ΄ρθεις;» με ρώτησε.
«Τι παίζει;» μαζεύτηκα.
«Μια άκρη, κατά Κυψέλη μεριά… Δικοί μας…»
«Από πότε έγιναν δικοί μας τα ντηλέρια ρε Αντώνη;» αγανάκτησα.
«Δεν αφήνετε τις μαλακίες λέω εγώ;» είπε η Βιβή.
«Εσένα πάλι ποιος σε ρώτησε;» τη ρώτησα.
«Ρε δεν πάτε να γαμηθείτε…» μας γύρισε την πλάτη. «Το αυτό λέω να κάνουμε κι εμείς –πολύ το αργήσαμε μωρό», είπε στο Μάνο και τον τράβηξε απότομα –κόντεψε να πνιγεί ο άνθρωπος με τη μπύρα όσο σηκώνονταν.
Η υπόλοιπη παρέα αγνάντευε τους γλάρους που τσιμπολόγαγαν στην ακτογραμμή….

«Μην πουλήσεις φιλαράκι», μουρμούρισε ο Αντώνης και μου έδειξε με τα μάτια τη Μαρία που ανακάτευε ένα ξεραμένο φραπέ.
«Να μείνω καλύτερα με τη Μαρία, να πάμε κάνα σινεμά που βάζει Φάνυ και Αλέξανδρο –να το κάψουμε;» αντιπρότεινα.
«Το μαλάκα παριστάνεις ή παριστάνεις το μαλάκα;» με γείωσε ο Αντώνης.
Δεν είχα κάτι να απαντήσω στο επιχείρημά του.
«Για ρίξε λεπτομέρεια…» του ζήτησα.
«Τελειώνουμε τον καφέ μας…»
«Μπύρα πίνω», τον έκοψα.
«Μπύρα –σκάσε… Τελειώνουμε λοιπόν και την κάνουμε», μου ξεκαθάρισε.
«Τρικάβαλο;»
«Ελεωφορείο –θα έρθεις να μας βρεις…»
«Διεύθυνση;»
Μου έδωσε το όνομα ενός νησιού συν κάποιο αριθμό –σκατά…
Όταν έφυγαν η Μαρία είχε μετατραπεί σε Μεγάλη Παρασκευή κι ο Αντώνης κάμποσο αγχωμένος πήρε αμπάριζα τις καρέκλες των διπλανών μας, μαζί με τους διπλανούς.

Έκανα τη διαδρομή πιο αργά κι από συστημένο των ΕΛΤΑ. Είχε πέσει για τα καλά το βράδυ και μαζί του μια ξερή παγωνιά απ΄αυτές που αδιαφορούν για το ανεβασμένο φερμουάρ του μπουφάν σου. Οι άνθρωποι γυρίζουν σπίτι από τις δουλειές τους, κατεβασμένα κεφάλια γιατί θα βρουν χειρότερα απ΄αυτά που άφησαν, στριμωγμένοι στη μέση των δρόμων γιατί δεν υπάρχουν πεζοδρόμια –η μηχανή τούς περνάει ξυστά και δεν έχουν κουράγιο ούτε να βρίσουν, μισούν σκυφτά κι αμίλητα.

Το διαμέρισμα ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα της γειτονιάς γιατί έχει κάποιο φως που τρεμοπαίζει, φασαρία που διακόπτεται απότομα και το ίδιο απότομα ξαναρχίζει, αν προσέξεις καλύτερα θα δεις κάτι πρεζάκια να ξετρυπώνουν από τους υπονόμους κι εκεί μέσα να ξαναχάνονται. Θα μου τη σηκώσουν τη μηχανή, κοίτα κατάσταση τώρα…
Παρκάρω, βάζω πέταλο και την αφήνω διστακτικά –χτυπάω το κουδούνι, ρωτάνε ποιος είμαι, τους λέω, περιμένω, στο τέλος μου ανοίγουν. Ανεβαίνω αν και μόνο στην κυριολεξία.
Στην πόρτα ένας λίγδης απροσδιορίστου ηλικίας –κοιταζόμαστε και μου κάνει νόημα να μπω. Δυάρι διαμέρισμα –στο χωλ κάμποσοι ξέμπαρκοι, κανονική αίθουσα αναμονής –σε μια γωνία ο Αντώνης με τη Μαρία τσακώνονται ψιθυριστά.
«Πώς πάει; Κάποια υπερδιέγερση διακρίνω», λέω καθώς σωριάζομαι δίπλα τους.
«Πες της καμιά κουβέντα πριν ξενερώσουμε εντελώς», μουγκρίζει ο Αντώνης.
«Όλα καλά Μαρία;» κάνω το χάχα.
«Με δουλεύεις;» απαντάει μαγκωμένη.
«Εντάξει –αγάπα τα ελαττώματά σου με τους φίλους τους», συνεχίζω τη σάχλα.
«Και είναι ανάγκη όλο αυτό;» κάνει έτοιμη να κλάψει.
Αυτό μας έλειπε…

 Εκείνη την ώρα πλακώνει ο μετρ του μαγαζιού, μας κόβει από αρβύλα μέχρι τσουλούφι, χαμογελάει επαγγελματικά.
«Θα γίνουμε όμορφα απόψε», λέει.
«Όμορφο αυτό», παρατηρώ.
«Έχετε κάνα γκανάκι λεβέντες;» ζητάει να μάθει.
«Έχω ένα Τόμιγκαν αλλά το άφησα σπίτι», χιουμορίζω.
Ο Αντώνης στραβώνει κι ο μετρ επίσης.
«Θα τα βολέψουμε», λέει. «Κι επειδή είσαστε καλά παιδιά, η πρώτη κέρασμα».
Μας γυρνάει την πλάτη και μπαίνει στο κυρίως δωμάτιο, ο Αντώνης κάνει να σηκωθεί, τον τραβάω κάτω.
«Πρόσεχε ρε μαλάκα», του κάνω. «Σέρνονται και ηπατίτιδες».
«Εντάξει τώρα…» κοροϊδεύει. «Θα ΄ρθεις;»
«Πήγαινε και βλέπουμε…»
Το ξέρω ότι έτσι μου το είπε, για τα μάτια –είμαι εδώ για να μείνω με τη Μαρία και να μαζέψω τα σκουπίδια μετά τη φάση. Αράζω λοιπόν δίπλα της, στήνω και μια πενταβρώμικη μαξιλάρα κόντρα στον τοίχο, κερνάω Καμήλα –προφανώς η Μαρία δεν καπνίζει.
«Εντάξει –μαλακίες», δηλώνω, για να πω κάτι.
«Γιατί τα κάνει όλα αυτά, μου λες;» μουρμουρίζει δακρυσμένη.
«Παιδιά, τι να πεις…» τινάζω το χέρι με επιτηδευμένη απαξίωση και γεμίζω στάχτες έναν έρμο που κρατάει το κεφάλι του είκοσι πόντους μακριά μας. Δεν παίρνει είδηση.
«Εγώ όμως ξέρεις…» ξεκινάει η Μαρία.
«Ξέρω», την κόβω. «Εσύ θέλεις να είσαστε μαζί και όλα να είναι ωραία –αλλά ωραία όπως τα θέλεις εσύ».
Τινάζεται.
«Δηλαδή εγώ φταίω;»
«Κανένας δε φταίει ρε κορίτσι μου και όλοι φταίμε δηλαδή. Το θέμα είναι ότι ο καθένας μας έχει μια φτιάξη στην κεφάλα του κι ανάθεμα αν η δική μου φτιάξη κολλάει με κανενός άλλου, με καταλαβαίνεις; Ο Αντώνης τώρα, θέλει…»
«Να κοιμηθούμε μαζί, αυτό και μόνο», κάνει απεγνωσμένα.
Να κοιμηθούν μαζί… Δεν θα μπορούσε να το θέσει καλύτερα…
«Δεν ξέρω τι θέλει  -αμφιβάλλω αν το ξέρει κι αυτός. Αλλά ακόμα κι έτσι να είναι. Εσύ θέλεις;»
«Ναι –αλλά όχι μόνο…»
«Κοίτα… Αυτό είναι το πρόβλημά σας, αν καταλαβαίνω καλά. Ο Αντώνης σκέφτεται στο επιτόπου –τώρα θέλει να βαρέσει, μετά μπορεί να θέλει να φάει μια τουλούμπα, παραμετά κάτι άλλο… Δεν έχει κεφάλι να σκεφτεί το παραπέρα. Εσύ πάλι, σκέφτεσαι το παραπέρα και ξεχνάς το τώρα. Έτσι;»
Κάτι πάει να πει αλλά δεν έχω όρεξη να το ακούσω, δεν έχω όρεξη γενικώς δηλαδή –αλλά έτσι πάνε τα πράγματα, ταλαιπωρείσαι περισσότερο για να πηδήξει ο κολλητός σου, παρά για να πηδήξεις εσύ ο ίδιος. Έτσι πρέπει να είναι…

Χτυπάει ξανά το κουδούνι, ο γλίτσης ανοίγει -μια κοπέλα με κοντό ξανθό μαλλί, αγορίστικο σχεδόν, μπαίνει μέσα –κολλάω γιατί είναι πολύ όμορφη, αταίριαστη με την κατάντια που επικρατεί εδώ μέσα.
«Καλώς την», λέει ο γλίτσης.
«Πού είναι ο Μανώλης;» ρωτάει η ξανθιά.
«Γιατί, εμείς δε σου κάνουμε;» λιγώνει ο γλίτσης.
«Ξέρω ΄γω; Τι έχεις;» τον κοιτάζει ανέκφραστη.
«Άραξε ρε Άλεξ –μια παρέα είμαστε», χαμογελάει ο γλίτσης.
Η ξανθιά ακουμπάει στον τοίχο, ανοίγει μια τεράστια τσάντα που σέρνει μαζί της και βγάζει ένα πακέτο Πρίγκηπες. Ανάβει δείχνοντας να έχει ξεχάσει εντελώς το γλίτση. Την κοιτάζω –καρφώνομαι ασύστολα.
«Ήρθα να ψωνίσω και να φύγω, δεν έχω πολύ χρόνο», λέει στο τέλος χωρίς να απευθύνεται σε κανέναν.
Ο γλίτσης το παίρνει απόφαση και φεύγει, η ξανθιά μένει μόνη στο γεμάτο χωλ. Είμαι έτοιμος να σηκωθώ να της μιλήσω…
«Θα μείνουμε πολλή ώρα;» με σκουντάει η Μαρία.
Τι να της πεις τώρα;
«Δεν ξέρω ρε συ», μουγκρίζω θυμωμένα.
Η ξανθιά κοιτάζει τις μύτες των παπουτσιών της (πάνινα αθλητικά) και καπνίζει χωρίς να δείχνει ότι βιάζεται. Αν την κοιτάξεις καλά όμως (και αυτό ακριβώς κάνω), την κόβεις να ρίχνει κλεφτές ματιές προς το μεγάλο δωμάτιο –είναι στα πρόθυρα να ρίξει τα μούτρα της και να μπει μέσα, αλλά κάτι υπολείμματα αξιοπρέπειας τη φρενάρουν. Πρεζάκι με αξιοπρέπεια –τι άλλο θα δούμε;
Κι ο μετρ –ονόματι Μανώλης προφανώς –δεν έρχεται…
Η ξανθιά νιώθει ότι την παρακολουθώ, μου ρίχνει μια αδιάφορη πλάγια ματιά και συνεχίζει να ατενίζει, μια τα παπούτσια της, μια το μεγάλο δωμάτιο. Το τσιγάρο της κοντεύει να καεί, είμαι περίεργος τι θα γίνει παρακάτω.
Αλλά τότε βγαίνει ο Αντώνης –διπλωμένος σα σουγιάς, κινείται αργά και φαίνεται σα να έχει ξεχάσει το περπάτημα, πίσω του ο μετρ, τον στηρίζει όσο μπορεί, δυο ζευγάρια μάτια τους παρακολουθούμε –ο μετρ παρκάρει τον Αντώνη πίσω από μια πόρτα (μάλλον τουαλέτα) και στρίβει προς το δωμάτιο. Βλέπει την ξανθιά, χαμογελάει επαγγελματικά.
«Μαύρα μάτια κάναμε», της λέει.
Τον μισώ τον πούστη γιατί η ξανθιά δεν κατορθώνει να κρύψει το βλέμμα της και ξέρω ότι αν της έλεγε «στήσου στα τέσσερα να σε πηδήξω» εκείνη θα κατέβαζε επιτόπου το κολλητό τζιν της.
«Έλα μέσα», της προτείνει τελικά.
«Βιάζομαι…»
«Καλά….» κάνει να φύγει.
Η ξανθιά τον κοιτάζει με αγωνία. Τελευταία στιγμή ο μετρ κοντοστέκεται, εμφανίζει μαγικά στο δεξί του χέρι ένα σακουλάκι και την πλευρίζει.
«Έχε χάρη…» τον ακούω να λέει.
Η ξανθιά σκοτώνεται να βγάλει κάποιο κουβαριασμένο μάτσο από την τσάντα της, το μάτσο εμφανίζεται αυτομάτως στην παλάμη του άλλου και το σακουλάκι βουτάει στην τσάντα της ξανθιάς.
«Τα λέμε…» του κάνει γυρίζοντας την πλάτη της.
Ο μετρ την παρακολουθεί αμίλητος να ανοίγει την πόρτα και να εξαφανίζεται. Ένας κοκαλιάρης από την άλλη άκρη του χωλ σηκώνεται φουριόζος, πάει προς την πόρτα, ο μετρ τον τραβάει αποφασιστικά προς το μεγάλο δωμάτιο όσο ακούμε τον Αντώνη να βγάζει τ΄ άντερά του στην τουαλέτα.
Όμορφη που είναι η ζωή –έτσι;

Η Μαρία κάθεται σαν αγγούρι κι εγώ σηκώνομαι να δω τι θα γίνει παρακάτω. Ρίχνω μια ματιά στο μεγάλο δωμάτιο, 3 με 4 άτομα σουτάρουν, ίσως και να ζηλεύω, ίσως πάλι όχι…

Ο Αντώνης βγαίνει από την τουαλέτα με ύφος πολύ γκράντε –μου ΄ρχεται να του σκάσω μπουνιά στη μούρη του καργιόλη.
«Πώς πάει; Όλα καλά;» μου χαμογελάει πεθαμένα.
«Ας τα λέμε καλά… Εσύ; Η οικογένεια, τα παιδιά;» μαγκώνω.
Με γράφει στ΄ αρχίδια του και πάει δίπλα στη Μαρία, σωριάζεται, την αγκαλιάζει ψεύτικα.
«Όλα καλά μωρό μου;»
Η Μαρία παραμένει Παρθένος των Πάγων. Τότε εμφανίζεται ο γλίτσης, στρογγυλοκάθεται μπροστά τους.
«Να κεράσω τσιγαράκι να στανιάρουμε;» ρωτάει όσο ανάβει μια μπουρού.
Εγώ τι ρόλο βαράω ρε πούστη μου;
Πάω κοντά τους. Ο γλίτσης με κόβει.
«Μαζί σας είναι το παιδί;» ρωτάει τον Αντώνη.
«Αδερφός», δηλώνει εκείνος κοφτά.
Ο γλίτσης ανάβει τη χούσπα, τραβάει δυο-τρεις γερές και μου την πασάρει, κάνω νόημα δε θέλω, έχω φάει, γιατί σιχαίνομαι να το βάλω στο στόμα μου μετά απ΄ αυτόν. Ο γλίτσης σηκώνει τους ώμους αδιάφορα και πασάρει στον Αντώνη ο οποίος το τιμά δεόντως. Δεν χρειάζεται να πω τι κάνει η Μαρία όταν έρχεται η σειρά της.
«Κοπελιά, θες ένα κερασματάκι; Έχω κάτι καλό, να σε φτιάξω», σαλιαρίζει ο γλίτσης. Στο καπάκι απλώνει και το χέρι, κουτάλα πάνω στους ώμους της.
Κοιτάζω τον Αντώνη ο οποίος δεν βλέπει τον πούτσο του. Κοιτάζω τη Μαρία που έχει μαζευτεί σα γατί μπροστά σε παντόφλα.
«Αδερφέ, είμαστε γι΄ αλλού, έχουμε αργήσει», λέω στο γλίτση.
«Ο χρόνος είναι σχετικός», μου πετάει.
Νιώθω αναγούλα –δεν υπάρχει χειρότερο από γλίτση και κοινότυπο, σε λίγο θα το γυρίσει σε Καστανέντα και θα μας διηγηθεί τις περιπέτειες του Δον Χουάν… Κάπως έτσι κυλάει ο άνθρωπος στην πρέζα, να ξέρεις –η ντάγκλα σε γλιτώνει από τη γλίτσα.
Ο Αντώνης βεβαίως –πασάς… Καπνίζει τη μπουρού του, κοιτάζει με μάτι γυάλινο μια μύγα που χέζει στον απέναντι τοίχο, όλα πρίμα…
Τον σκουντάω.
«Την κάνουμε μαλάκα».
«Κάτσε φιλαράκι –άραξε…» μουρμουρίζει με μάτι γλαρωμένο.
Σκύβω στ΄ αυτί του.
«Σήκω ρε καργιόλη αλλιώς θα σε κοπανήσω», του σφυρίζω.
«Πώς κάνεις έτσι…»
Σηκώνομαι, σκουντάω το γλίτση, τραβάω από δεξιά, η Μαρία σέρνει από αριστερά –τελικά το θωρηκτό Αντώνης καθελκύεται.

Κουτρουβαλιάζουμε τα σκαλιά, τρεις άνθρωποι αγκαλιασμένοι που πηγαίνουμε προς τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις. Όταν βγαίνουμε στο δρόμο, μας περνάει σαν οδοστρωτήρας το κρύο. Ψάχνω με τα μάτια τη μηχανή –ευτυχώς είναι στη θέση της.
Ο Αντώνης στηρίζεται στον τοίχο, η Μαρία στηρίζεται στις εμμονές της. Εγώ μετέωρος…
«Μωρό, έχεις λεφτά για κάνα ταξί;» της λέει ο Αντώνης.
«Ρε μάπα, σε βάλανε και πλήρωσες τελικά;» τον ρωτάω.
«Φιλαράκι –ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα με σένα; Ότι είσαι ξενέρωτος», μου ξεκόβει αγκαλιάζοντας τη Μαρία.
Κάπως έτσι φεύγουν κι ακριβώς έτσι μένω μόνος, το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο, το άλλο στο δρόμο. Τους κοιτάζω να παραπατάνε αγκαλιασμένοι –ένα όμορφο ζευγάρι απ΄αυτά που λέμε ταιριαστά. Τους δίνω 2 μήνες ή 5 πηδήματα –όχι περισσότερο. Το ξανασκέφτομαι… Μπορεί και να μείνουν μαζί για πάντα, έχουν όλες τις προϋποθέσεις. Το θέμα είναι ότι εγώ δεν έχω πλέον σπίτι για καβάτζα –όσο ο Αντώνης παλεύει να την πηδήξει κι η Μαρία παλεύει να του γαμήσει τη ζωή, θέλουν ένα ρινγκ, πώς να γίνει; Και μετά δηλαδή –τίποτα δεν θα είναι ίδιο με τον Αντώνη. Είμαι και ξενέρωτος –πού το πας αυτό;

Βγάζω το πέταλο από τη μηχανή –μια από τα ίδια… Δεν έχω πουθενά να πάω αλλά πρέπει να βιαστώ, να πάω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κατά πού έφυγε η ξανθιά; Δεν έχει σημασία…


Υ.Γ.: Ο τίτλος του κεφαλαίου ανήκει στον Johnny Thunders και τους Heartbreakers.


2 γκολ αυτοί, σέντρα εμείς.:

Captain Harlock είπε...

Ωχ!! Κι άντε τώρα να περιμένεις τη συνέχεια... Σου πετάει μια Άλεξ στο "ξεκάρφωτο" κι εσένα πρέπει να σε βρουν τα πρωτοβρόχια, να διαβάσεις τη συνέχεια. Ή μήπως όχι; Για να δούμε... Εύχομαι τα καλύτερα Motorcycle, εξαιρετικός όπως κάθε φορά. Σε ευχαριστώ.

The Motorcycle boy είπε...

Περαστική ρε συ -περαστικά μας... Πρωτοβρόχια, όταν λες, εννοείς οτι ήθελες τη συνέχεια χτες που έριχνε κάλτσες;

Εγώ ευχαριστώ για όλα.

Δημοσίευση σχολίου

Άσε κάτι για το γκαρσόνι ρε!

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι