Τετάρτη, Μαΐου 31, 2006

Από ένα σπιρτόκουτο

Είχε απομείνει μαλάκας, με το σπιρτόκουτο στο χέρι. Το σπιρτόκουτο ήταν διαφημιστικό. Το χέρι ήταν δικό του φυσικά. Ένα από τα δύο που διέθετε. Στο άλλο κρατούσε ένα Camel light που αδημονούσε ν’ ανάψει. Πως ν’ ανάψει όμως; Ο αναπτήρας αντιστεκόταν, μέχρι που, στην πέμπτη προσπάθεια, του έφτυσε κάτι υπολείμματα πέτρας κατάμουτρα. Σπίρτα; Δεν υπήρχαν πουθενά, εκτός από αυτό το κουτί, κρυμμένο στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα –πίσω από το ανοιχτήρι κονσέρβας.

Το κουτί είχε ένα κακοσχεδιασμένο ηλιοβασίλεμα μπροστά και μια επιγραφή, «Bar Sunset, Ήβης 7, τηλέφωνο…» ο αριθμός έλειπε, γιατί κάποιος είχε σκίσει την κάτω άκρη. Γι’ αυτό μάλλον και τα σπίρτα είχαν πάρει υγρασία -καθόντουσαν κολλημένα στην κάτω άκρη του σπιρτόκουτου και αδιαφορούσαν για την ανάγκη του να καπνίσει. Τώρα, αυτό το μπαρ δεν το θυμόταν -πράγμα διόλου παράξενο. Όνομα κοινότυπο, ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχε το κουτί; Στην πίσω του πλευρά ήταν λευκό. Αλλά όχι κενό –υπήρχε ένα νούμερο τηλεφώνου γραμμένο με στυλό δίπλα σ’ ένα «Κ». Αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα. Το μόνο που αναγνώριζε σε όλη την υπόθεση. Κι αυτό δηλαδή, όχι ακριβώς –έμοιαζαν με δικά του γράμματα, λίγο κουνημένα, σχετικά σβησμένα –μάλλον έτσι έγραφε πριν κάποια χρόνια.

Πέταξε το κουτί νευριασμένος και έκανε το σπίτι κόλαση. Ένας αναπτήρας, ένα κουτί σπίρτα, ένας πυρσός γαμώτο. Τίποτα δεν υπήρχε στο κωλόσπιτο. Μέχρι που ξύπνησε η γυναίκα του. Από τη φασαρία.

«Τι σκαλίζεις άνθρωπέ μου;»

«Ένας αναπτήρας δεν υπάρχει γαμώ το σπίτι μου;»

«Στο δεξί ράφι της κουζίνας, δίπλα στο γκαζάκι».

Μπροστά στα μάτια του! Άναψε το τσιγάρο ευτυχισμένος και κάθισε στο σαλόνι. Όχι, δεν ήταν ηλίθιος, απλά οι γυναίκες είναι μανιακές. Πάει η άλλη και βάζει τον αναπτήρα στο ράφι, δίπλα στο γκαζάκι. Που να το φανταστεί κανείς; Βάλτον κυρία μου σε εμφανές σημείο. Βάλτον στο … Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά –ήταν ηλίθιος, μην το κάνουμε θέμα τώρα.

Η γυναίκα του συνέχιζε να κοιμάται. Τι το θέλανε το ξενύχτι Παρασκευή βράδυ; Να πιούμε ένα ποτό λέει, να πούμε και καμιά κουβέντα με τον Τάκη και τη Γιώτα. Ένα ποτό ναι, αλλά οι άνθρωποι είχαν ετοιμάσει κι έναν περίδρομο –συνοδευτικά. Μόνο αρνί στη σούβλα δεν είχαν ψήσει. Ήπιανε και 3 μπουκάλια κρασί, τσακίσανε κάτι πάστες –χάλια το στομάχι, μολύβι πρωινιάτικα. Καλός, χρυσός ο Τάκης, τόσα χρόνια φίλοι, αλλά αυτό ακριβώς –τόσα χρόνια! Σαρανταρήσανε πια, το βραδινό φαγητό δεν χωνευότανε, άσε που γινόταν κατευθείαν λίπος, λίγο ακόμα και θα άλλαζε πάλι νούμερο σε παντελόνι. Προς τα πάνω βέβαια.

Κρατούσε σφιχτά τον αναπτήρα, ο καφές χρειάζεται απαραιτήτως δυο τσιγάρα –τα επιπλέον είναι προαιρετικά. Που το είχαν βρει εκείνο το σπιρτόκουτο; Και το τηλέφωνο, τίνος ήταν; Δε βαριέσαι, θα μάθαινε από τη γυναίκα του –όταν, με το καλό, ξυπνούσε. Γέμισε την κούπα του από την καφετιέρα και δεν ασχολήθηκε περισσότερο με σπιρτόκουτα. Είχαν να πάνε και σούπερ-μάρκετ, ακόμα ένα εκνευριστικό Σαββατοκύριακο.

«Δεν μου λέει κάτι»

Τη ρώτησε το μεσημέρι. Χάζευαν μια σαχλαμάρα στην τηλεόραση τρώγοντας σαλάτες, μπας και ηρεμίσουν τα στομάχια τους. Πάλι σα γαϊδούρια είχαν φορτωθεί με ψώνια, στα μέσα της βδομάδας θα χρειαζόταν να πετάξει μουχλιασμένα αλλαντικά από το ψυγείο. Αφήνοντας το πιάτο του στο νεροχύτη ξαναθυμήθηκε το σπιρτόκουτο. Της το πήγε, σαν το παιδάκι που βρήκε καρφίτσα στο πάτωμα.

«Τι είναι αυτό, ξέρεις;»

«Σπιρτόκουτο», μετά βίας διέκοψε την παρακολούθηση της σαχλαμάρας στην τηλεόραση.

«Το βλέπω ρε παιδί μου. Αλλά έχει κι ένα τηλέφωνο. Σου θυμίζει κάτι;»

«Δεν μου λέει κάτι».

Απόγευμα. Και ρουτίνα. Η γυναίκα του συμμάζευε, γιατί το βράδυ θα έρχονταν μερικοί φίλοι. Κι αυτός βοηθούσε, όσο να πεις. Η κουζίνα δούλευε στο φουλ, τα κεφτεδάκια χαλάρωναν δίπλα στα τυροπιτάκια. Πάλι σα βόδια θα έτρωγαν βραδιάτικα. Αλλά έτσι είναι, άμα σε καλούν και σε ταΐζουν πρέπει να ανταποδώσεις. Γαμημένες κοινωνικές συμβάσεις. Έπρεπε να προειδοποιούν, σαν τα πακέτα των τσιγάρων, «ΠΡΟΣΟΧΗ, Η ΠΙΣΤΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΚΑΡΔΙΟΑΓΓΕΙΑΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ». Και παχαίνει κιόλας. Την είδε να καθαρίζει το τραπεζάκι στο σαλόνι. Μόλις που πρόλαβε να σώσει το σπιρτόκουτο από τα χέρια της.

«Που το πας αυτό;»

«Να το πετάξω».

«Κάτσε μωρέ, ξέρεις τι είναι;»

«Ένα στραπατσαρισμένο σπιρτόκουτο»

«Ναι, αλλά έχει κι ένα τηλέφωνο πάνω».

«Ναι. Τίνος είναι;»

«Δεν έχω ιδέα».

Σταμάτησε για λίγο, σκεφτική.

«Δε σου θυμίζει τίποτα ο αριθμός;»

«Δεν μου λέει κάτι. Εσένα;»

«Ούτε. Οπότε να το πετάξω»

«Κάτσε ρε χρυσή μου γυναίκα. Αμέσως δηλαδή να το πετάξεις και να το πετάξεις. Κάτσε να δούμε τι είναι πρώτα».

«Μωρέ δεν κάνεις ότι θέλεις; Κορνιζάρισε το, αν σου αρέσει. Πάρτο μόνο από μπροστά μου γιατί έχω και δουλειές».

Βρέθηκε πάλι με το σπιρτόκουτο στο χέρι. Μαλάκας. Αλλά αποφασισμένος. Σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό. Χτυπούσε. Η πρώτη του αντίδραση ήταν να το κατεβάσει, αλλά συγκρατήθηκε. Δεν υπήρχε και λόγος.

«Εμπρός;», αντρική φωνή.

«Χαίρετε. Ήθελα να σας ρωτήσω –τι είναι εκεί;»

«Εσύ τι πήρες;»

«Ε, αυτό είναι το θέμα. Βρήκα το τηλέφωνο σε ένα σπιρτόκουτο και ψάχνω να δω σε ποιόν ανήκει».

«Άντε γαμήσου ρε ηλίθιε», γραμμή νεκρή.

Συνέχισε να κοιτάζει το σπιρτόκουτο. Είχε μείνει και με το τηλέφωνο στο χέρι, δεν του θύμιζε τίποτα η φωνή. Τουλάχιστον δεν ήταν το νούμερο κάποιας γυναίκας. Εντάξει, μπορεί και να ήταν. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχε παραπεταμένο το σπιρτόκουτο. Μπορεί να παντρεύτηκε, ή να άλλαξε σπίτι.

«Τι σου είπαν άνθρωπέ μου;»

«Τίποτα. Δεν απάντησαν», δεν υπήρχε λόγος να το πει αυτό. Έτσι;

«Αφού μιλούσες»

«Άσε μας μωρέ. Σε τηλεφωνητή έπεσα. Τι έγινε δηλαδή, με παρακολουθείς;»

Τον κοίταξε απορημένη. Απέφυγε να την κοιτάξει κι αυτός. Δεν υπήρχε λόγος να πει ψέματα. Πως του κόλλησε δηλαδή ότι υπήρχε γυναίκα στη μέση; Κι αν υπήρχε, τι έγινε; Κάποια που τραβιόταν μαζί του παλιά. Γιατί να νιώθει ενοχές;

Το βράδυ ήρθε παρέα με έξη ακόμα άτομα. Τρία ζευγάρια αν το θέλεις διαφορετικά. Τα φαγητά εξαφανίστηκαν σε χρόνο ρεκόρ –έτσι δεν συμβαίνει πάντα; Έφτασε η ώρα του καθιερωμένου διαχωρισμού. Οι γυναίκες στο σαλόνι, οι άντρες στην τραπεζαρία. Ποτά, τσιγάρα και εξειδικευμένες αοριστολογίες. Η μυθική τετράδα ενωμένη, σε καινούργιες αναπολήσεις. Από το σχολείο ήταν μαζί -25 χρόνια είναι πολλά; Πολλά είναι. Είχαν αναρωτηθεί άπειρες φορές για τις γυναίκες τους. Εντάξει, εμείς, μια ζωή μαζί. Αυτές; Δεν ήταν απαραίτητο να ταιριάζουν σαν παρέα. Και τότε τι γίνεται; Είχαν μια ελπίδα –αφού ταιριάζουμε μεταξύ μας κι αφού ταιριάζουμε μ’ αυτές, άρα… συνεπάγεται …και αντιστρόφως. Συλλογιστική του κώλου αλλά ίσχυε. Μια χαρά τα είχαν βρει μεταξύ τους οι κυρίες, ευτυχία να τις βλέπεις αφοσιωμένες στην κουβέντα τους. Τελικά, η ζωή μπορεί και να είναι ωραία. Αν εξαιρέσεις το νυχτερινό φαγητό βέβαια.

«Ρε μαλάκες, θυμόσαστε ένα μπαρ που το έλεγαν Sunset;», τρωγόταν από την ώρα του φαγητού, αλλά περίμενε να απομονωθούν. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να βγει μαζί με τις αναμνήσεις.

Πάντως τώρα δεν έβγαινε τίποτα. Κάποιες σκεφτικές φάτσες, δυο-τρεις συλλογισμένες γουλιές από ποτό, ένας αναπτήρας άναψε. Τους είπε την ιστορία. Ο Μάνος, πετάχτηκε ξαφνικά.

«Ναι ρε, πως δεν το θυμήθηκα αμέσως; Το ‘85, στη Σαντορίνη. Μπαρ Sunset, που είχαμε γνωρίσει τις Αγγλίδες».

Σκοτείνιαζε όσο τον άκουγε.

«Ρε κόπανε, αθηναϊκό είναι το νούμερο. Και το μπαρ στη Σαντορίνη το έλεγαν Sundance. Άσε που οι κοπέλες ήταν Γερμανίδες. Βλάκα».

Ο Μάνος απομανώθηκε. Μουρμούρισε ένα «κοντά έπεσα πάντως», για να εισπράξει τη σχετική παρεϊκή κοροϊδία, η οποία παλιότερα θα κατέληγε σε καρπάζωμα ξεγυρισμένο. Οι υπόλοιποι δύο, θεώρησαν φρόνιμο να μην μιλήσουν. Σηκώθηκε νευριασμένος, έφερε το σπιρτόκουτο και τους το κόλλησε στα μούτρα.

«Σας θυμίζει τίποτα ρε;»

«Δε μου λέει κάτι», οι τρεις σωματοφύλακες, με μια φωνή.

«Έχει κλείσει εδώ και χρόνια»

Η Αθήνα έχει 20 δρόμους που λέγονται Ηβης. Διάσπαρτους, σε όλο το λεκανοπέδιο. Από το πρωί, στη δουλειά μ’ αυτό ασχολείται. Ευτυχώς που δεν υπάρχει τίποτα βιαστικό -πρωινό Δευτέρας, στην εταιρεία. Κάτι υπόλοιπα της προηγούμενης βδομάδας, κάποια σχέδια που χρειάζονται έγκριση από τους πελάτες, μαλακίες με λίγα λόγια. Η δουλειά του έχει να κάνει κυρίως με τη σύνταξη επιχειρησιακών πλάνων, μεταφέρει μελέτες σε μορφή συμπερασμάτων και σχεδιαγραμμάτων. Στην αρχή έχει πλάκα. Μετά είναι κόψε-ράψε. Όλοι τα ίδια χρειάζονται. Αλλάζεις τα ονόματα και τα οργανογράμματα. Τέλος πάντων.

Η Αθήνα είναι πήχτρα στις «Ήβης». ΗΒΗ –ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΠΙΝΕΙΣ –ΠΙΝΕΙΣ ΧΥΜΟ. Έκοψε κάτι περιοχές που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ. Μενίδι, Γέρακας, Ανάβυσσος, ούτε ήξερε που πέφτουν. Ακόμα, πολλές περιοχές έμεναν. Δεν έβγαινε άκρη έτσι.

Ο αριθμός τηλεφώνου ήταν καταχωρημένος στο όνομα ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΕΞΗΣ – ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ, ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ 12. Είχε και περιοχή. Έψαξε την καινούργια οδό στο χάρτη. Ο υπολογιστής του κατέβασε στοιχεία και μεγεθύνσεις. Δεν κουράστηκε πολύ μέχρι να τυπώσει την εκδοχή που τον βόλευε. Κοίταζε τη σελίδα με κενό μνήμης. Το όνομα Μέξης δεν του έλεγε τίποτα. Η περιοχή επίσης.

Παραλίγο και θα το έχανε. Δυο δρόμους πιο αριστερά από τη Σαλαμίνας ξάπλωνε αναπαυτικά μια από τις είκοσι «Ήβης». Εδώ σ’ έχω μάγκα μου!

Χτύπησε το τηλέφωνο. Το αγνόησε, χαζεύοντας τον χάρτη. Η συσκευή επέμενε και τελικά επικράτησε. Το αφεντικό χρειαζόταν κάποια ιστογράμματα επειγόντως. Χέσε μέσα Αποστόλη, που δε γίναμε ευζώνοι –πάνω από δυο ώρες θα του έπαιρνε. Σκατοδουλειά, αλλά τουλάχιστον είχε βγάλει άκρη.

Πότε είχε πάει σ’ εκείνη τη ρημαδο-Ήβης; Ποιο ήταν το μπαρ; Γιατί δεν θυμόταν τίποτα; Μα τίποτα απολύτως! Γιατί δεν είχε πάει ποτέ. Απλό ήταν. Και το σπιρτόκουτο; Θα μπορούσε να το βρει οπουδήποτε αλλού. Και ο Μέξης; Ν, όχι Κ, γαμώ το κέρατο. Όχι δηλαδή ότι αν ήταν Κ θα βοηθούσε ιδιαίτερα.

Μετά τη δουλειά δεν το σκέφτηκε καθόλου. Έπρεπε να βρει το μπαρ. Δεν ήταν δύσκολο, είχε χάρτη. Χάθηκε ανάμεσα σε στενά στενά. Μπλοκαρίστηκε από σκουπιδιάρικο. Κόντεψε να πάρει κάτω από τον προφυλακτήρα του ένα παπάκι. Αλλά βρήκε την Ήβης. Στο 87 και ήταν άνοδος. Ακολούθησε μαρτύριο μέσα από παράλληλους δρόμους που τέμνονταν. Γίνεται; Γίνεται. Έφτασε στο 3 της Ήβης, πέρασε το 5 και σταμάτησε έξω από ένα κομμωτήριο. Ήβης 7, ΚΟΜΜΩΣΕΙΣ ΕΦΗ. Βλαστήμησε μπαίνοντας.

Η Έφη ήταν μεσόκοπη και ξανθιά. Στα σεσουάρ καίγονταν κάτι χαζεμένες κυράτσες μεγαλύτερης ηλικίας. Υπήρχε και μια πιτσιρίκα που σκούπιζε τρίχες –αλλά αυτή δεν τον ενδιέφερε.

«Η κυρία Έφη;»

«Ναι, τι θέλετε;»

«Ήθελα να σας ρωτήσω για ένα μαγαζί που ήταν εδώ. Ένα μπαρ Sunset».

«Α, μα αυτό έχει κλείσει εδώ και χρόνια. Που το θυμηθήκατε καλέ;»

Να το θυμόταν, καλά θα ήταν. Αλλά το θέμα είναι, τι θυμόταν η κυρία Έφη. Εναπόθεσε τις τελευταίες ελπίδες του σε ένα κούρεμα. Είχε κενό χρόνο η κυρία Έφη να τον κουρέψει; Βεβαίως. Πότε; Σε μισή ωρίτσα, αν περιμένετε. Θα περίμενε –οι κομμώτριες μιλάνε πολύ, ειδικά όταν κουρεύουν. Κάθησε δίπλα σε μια κυρία. Η οποία διάβαζε κουτσομπολιά και δεν τον έβλεπε. Τον έβλεπε όμως μια γιαγιούλα, κάτω από σεσουάρ. Επίμονα.

«Καλέ, ίδιος είστε!»

«Συγνώμη;»

«Ίδιος είστε, φτυστός. Ε, Μαρία; Δε μοιάζει;», η γιαγιούλα μιλούσε στο διπλανό σεσουάρ. Το διπλανό σεσουάρ κούνησε το σαγόνι, σκεφτικό.

Σηκώθηκε. Τις πλησίασε κιόλας.

«Συγνώμη κυρίες μου, με ποιόν μοιάζω;»

«Με τον Άλκη καλέ. Δηλαδή, δεν τον λέγανε Άλκη, ένας Θεός ξέρει πως τον λέγανε, αλλά ήταν φτυστός ο Άλκης ο Γιαννακάς (σ’ αυτό το σημείο οι δυο γριές χάθηκαν σε αναπόληση) και του έμεινε».

Ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο να την ψάξει περισσότερο ή να αδιαφορήσει για τις παλαβομάρες τους.

«Και τι ήταν αυτός ο Άλκης;»

«Ο ιδιοκτήτης καλέ. Αυτός που είχε το Sunset. Που ρωτάγατε πριν;»

«Εσείς ξέρατε το Sunset

«Και ποιος δεν το ήξερε», πνιχτά γελάκια.

«Δηλαδή;»

«Παιδάκι μου, το Sunset ήταν μαγαζί με κοπέλες.»

Ημιλυπόθυμος. Γι’ αυτό δεν το θυμόταν. Είχε περάσει από εδώ –μπουρδελότσαρκα. Ποιος ξέρει πότε, ποιος θυμάται με ποιους; Σίγουρα πιωμένος, για να μην του έρχεται τίποτα στο μυαλό. Και το έδειχνε στη γυναίκα του, ο μαλάκας. Το ξέρεις αυτό αγάπη μου; Όχι λατρεία μου, δεν έχω ψωνίσει γυναίκα από εκεί –εσύ; Άναψε τσιγάρο.

«Και πότε έκλεισε το μαγαζί;» προσπάθησε να τοποθετήσει το ατόπημα χρονικά. Πριν παντρευτεί σίγουρα, πριν τη γνωρίσει όμως;

«Α, κάτσε να δεις, ήταν ο Καραμανλής τότε, ε Μαρία;»

«Όχι, όχι ακόμα –ήτανε πιο πριν», συμφώνησε το σκεπτικό σεσουάρ.

Καραμανλής, μάλιστα. Δηλαδή, πριν καμιά πενταετία έκλεισε το μαγαζί.

«Δηλαδή, πριν καμιά πενταετία έκλεισε το μαγαζί», είπε ότι σκέφτηκε.

Οι γριές ξεκαρδίστηκαν.

«Τι λέτε καλέ; Ο Καραμανλής, ο μεγάλος, μετά τη χούντα. Τι 5 χρόνια; Τέλη του ‘60. Πες κι εσύ ρε Μαρία.»

Στιβαρή δύναμη υποστήριξης η Μαρία. Πάνε σαράντα και χρόνια, τραγουδούσαν ρυθμικά το μάντρα τους οι γριές. Αλλά δεν φταίγανε αυτές. Η μαλακία του ήταν υπεύθυνη, που κάθησε και ασχολήθηκε. Τι τρελλόγριες! Δεν είχε καν γεννηθεί τότε. Αυτά παθαίνεις αν ακούς την κάθε ξεμωραμένη!

Από το κούρεμα δεν έβγαλε πολλά. Κάτι φλυαρίες περί οικογενειακής καταστάσεως και καλοκαιρινών διακοπών. Ήταν και πολυλογού η κυρία Έφη, ζαλίστηκε -να τελειώσει, να ξεκουμπιστεί από εδώ μέσα. Έφτασε η ώρα να πληρώσει. Για τότε φύλαγε το καλό η κυρία Έφη.

«Επειδή σας είδα που ρωτούσατε. Μου έχουν μείνει κάτι πράγματα από το μπαρ. Στην αποθήκη, πίσω. Όλο λέω να τα πετάξω και όλο το ξεχνάω. Αν θέλετε να τα δείτε …»

Ήθελε. Όχι ότι πίστευε πως θα βοηθούσαν αλλά ήθελε. Τι διάολο, είχε αφήσει την κυρία Έφη να του κάνει το κεφάλι κατσαρόλα, μέσα-έξω. Την ακολούθησε. Η αποθήκη βρωμούσε υγρασία. Και μισοσκόταδο. Είδε έναν σωρό στην γωνία, αριστερά. Σιχαινόταν, λόγω σκόνης, αλλά πλησίασε. Η κυρία Έφη ζήτησε συγνώμη, είχε δουλειά. Ο σωρός δεν ήταν τόσο ευγενικός. Κατέρρευσε στο πρώτο άγγιγμα.

Λογιστικά βιβλία και φωτογραφίες κιτρινισμένες. Κυρίως διαφημιστικές, με σημάδια από πινέζες. Τις πέρασε μια γρήγορη ματιά. Γυναίκες ντυμένες φανταχτερά. Όχι πολλές και όχι όμορφες. Μια μόνο επαναλαμβανόταν με μεγάλη συχνότητα. Αυτή ήταν πολύ όμορφη. Προκλητική, με μακριά μαύρα μαλλιά, τεράστια μάτια, τεράστια πόδια, γυναικάρα all weather. Άνοιξε τα βιβλία. Λογιστικές εγγραφές, τσαπατσούλικα καταχωρημένες. Αγορές από κάβες, μισθοί, τα μάτια του συνήθισαν το μισοσκόταδο. Φρίκαρε εντελώς. Ήταν ο δικός του γραφικός χαρακτήρας! Ο ίδιος με το σπιρτόκουτο. Έγραφε αυτός, «Κάβα Εσπέρια -80 δραχμές – 29/7/1967». Εντάξει, δεν ήταν τίποτα κακό –μια ακόμα λογιστική εγγραφή στο γραμμογραφημένο τετράδιο. Το πρόβλημα εντοπιζόταν κυρίως στο γεγονός πως στις 29/7/1967, αυτός ήταν δεν υπήρχε ούτε σαν σπερματοζωάριο! Και το πρόβλημα συνεχιζόταν. Μέχρι να γεννηθεί είχε καταχωρήσει αλλεπάλληλες αγορές ποτών, ξηρών καρπών, ειδών κουζίνας … Πετάχτηκε από την αποθήκη με τις φωτογραφίες ξεχασμένες στο χέρι. Χρειαζόταν επειγόντως φρέσκο αέρα.

«Καλέ αυτή δεν είναι;»

«Ναι, ναι, που τη βρήκατε τη φωτογραφία;»

Οι γριές έδειχναν τη φωτογραφία της μαυρομάλλας και παραληρούσαν. Όπως παραληρούν οι γέροι, κάθε φορά που βρίσκουν την ευκαιρία να γίνουν το κέντρο της προσοχής. Σταμάτησε. Τις κοίταξε.

«Αυτή είναι, η Βέρα, η γυναίκα του Άλκη. Ναι καλέ. Θυμάσαι το γάμο; Μια βδομάδα κράτησε το γλέντι στο μπαρ».

Θα τις σκότωνε ευχαρίστως, αλλά τις άφησε να κακαρίζουν αναμνήσεις πίσω του. Του χρειάστηκαν 200 μέτρα για να κόψει φόρα και ένα πλατύσκαλο πολυκατοικίας για να καταρρεύσει καπνίζοντας.

Σύμπτωση. Δεν εξηγείται αλλιώς. Ο γραφικός του χαρακτήρας δεν ήταν δα και τίποτα σπάνιο. Η γυναίκα του, μάλλον αυτή το είχε κάνει. Πρόσεξε τώρα πως έγινε: βρίσκεται με τη γυναίκα του κάπου –εστιατόριο, μαγαζί, δεν έχει σημασία. Βλέπει εκείνη το σπιρτόκουτο, τυχαία, δίπλα της. Αναγνωρίζει τον γραφικό χαρακτήρα του. Το μαζεύει, το βάζει στην τσάντα της. Το πετάει στο συρτάρι, όπου το βρήκε εκείνος. Απλούστατο. Σύμπτωση. Και μετά περνάει ένας ιπτάμενος δίσκος, πετάγεται ο εξωγήινος, τους κερνάει δυο πούρα Αβάνας και εξαφανίζεται. Άκου σύμπτωση! Μαλάκα!

«Έχω κάτι για σένα»

Σηκώνεται από το πλατύσκαλο. Κοιτάζει τον αριθμό στην κεντρική είσοδο της πολυκατοικίας. Φυσικά είναι το 12. Σαλαμίνας 12. Που αλλού; Ψάχνει τα κουδούνια. Μέξης. 3ος όροφος. Χτυπάει και του ανοίγουν χωρίς να ρωτήσουν τίποτα. Το ασανσέρ τρίζει επικίνδυνα. Και οι σοβάδες στους τοίχους θα έτριζαν κάπως έτσι. Πριν καταρρεύσουν. Βρίσκεται έξω από την πόρτα, χτυπάει το κουδούνι, βιάζεται. Μόνο όταν ακούει βήματα να πλησιάζουν συνειδητοποιεί ότι δεν έχει σκεφτεί τίποτα. Τι κάνει εδώ; Γιατί ήρθε; Και κυρίως –τι θα πει;

Του ανοίγει ένας χοντρός, με πουλόβερ και φαλάκρα. Βόδι.

«Ορίστε;»

«Γεια σας, είχα πάρει τηλέφωνο».

«Ναι;»

«Σας είχα πει … είχα βρει τον αριθμό σας σε ένα σπιρτόκουτο…»

Ο χοντρός φουντώνει. Δυο φούσκες σάλιου στις άκρες των χειλιών του εκρήγνυνται πριν αρχίσει να μιλάει.

«Ρε φιλαράκο πλάκα κάνεις; Πλασιέ είσαι; Πούστης είσαι; Τι θες ρε;»

Αμείλικτα ερωτήματα, στα οποία αδυνατεί να βρει λογική απάντηση. Ο χοντρός παίρνει θάρρος από την αμηχανία του και σηκώνει τα χέρια. Ευτυχώς που εμφανίζεται ο «από μηχανής» γέρος. Από το εσωτερικό του διαμερίσματος.

«Άστον Στέφανε, εμένα θέλει ο κύριος».

Ο χοντρός Στέφανος μένει ακίνητος. Μετά αποχωρεί αδιάκριτα. Κοιτάζοντας και βρίζοντας. Στα τσακ γλιτώσαμε!

Ο γέρος είναι ο πατέρας του Στέφανου. Ο Στέφανος είναι συνομήλικός του –στο περίπου. Ο πατέρας του δεν είναι και ο ευτυχέστερος των ανθρώπων για το παιδί του. Μια ζωή χωρίς δουλειά, έχει κάνει κάτι τέρμενα και φυλακή. Αυτά τα κουβεντιάζουν με τον καφέ. Ο γέρος τον ετοίμασε –ελληνικό, μέτριο.

Καλός άνθρωπος ο γέρος. Με αραιό μουσάκι, κινέζικα γυαλιά πρεσβυωπίας και καλοχτενισμένα μαλλιά. Λευκά όλα. Ντυμένος ασορτί με το σπίτι του. Καναπέδες απομίμηση Λουί σεζλόνγκ –κάτι τέτοιους είχε η θεία του η Ελένη, όταν ήταν πιτσιρικάς. Μόνο που αυτοί είναι σκωροφαγωμένοι. Σαν τα ρούχα του γέρου.

«Τα δικά σου παλικάρι μου», λέει ο γέρος. «Τι κάνεις; Με τι ασχολείσαι; Ζει η μάνα σου;»

Είναι έτοιμος να μιλήσει. Το πρώτο που του έρχεται είναι βρισίδια. Ανάβει τσιγάρο –δεν κάνει, κυκλοφορεί και Στέφανος λυτός.

Βγάζει από την τσέπη του το σπιρτόκουτο. Ο γέρος χαμογελάει.

«Συγνώμη, τι ξέρετε γι’αυτό;»

«Δεν σου είχε πει τίποτα;»

«Ποιος;»

«Ο πατέρας σου βρε παλικάρι μου».

Κενό. Ο πατέρας του; Πήγαινε στις πουτάνες ο πατέρας του; Πάνε δυο χρόνια που πέθανε, ήσυχος άνθρωπος, διακριτικός. Η μάνα του ζούσε ακόμα –τον είχε φάει τον άνθρωπο. Γκρίνια, απαιτήσεις. Κι αυτός ο κακομοίρης, όλο έτρεχε να τις καλύψει. Είχε ένα μαγαζάκι με παπούτσια, όλο στο όριο τον θυμάται. Όλο να μετράει την είσπραξη που εξατμιζόταν σαν τα Sante τα άφιλτρα που κάπνιζε. Αυτά τον έφαγαν, έλεγε η μάνα του. Αυτή τον έφαγε, έλεγε αυτός. Έκανε καρκίνο και στον ένα χρόνο τον χάσανε. Τις τελευταίες μέρες του τις πέρασε μαζί τους –σπίτι τους. Άγιος άνθρωπος ο πατέρας του. Ανθρωπάκι δηλαδή. Αλλά άγιος. «Κοίτα να μην ξεφτιλιστείς», του έλεγε μια ζωή. Από μικρό παιδάκι θυμάται τον πατέρα του, με τη φράντζα να πέφτει ατίθασα στο μέτωπό του, πίσω από το ποδήλατο να τον στηρίζει -να ισορροπήσει χωρίς βοηθητικές. «Κοίτα να μην ξεφτιλιστείς κακομοίρη μου». Ο γέρος του με πουτάνες; Άντε από δω!

«Ο πατέρας μου;»

Ο γέρος βολεύεται καλύτερα στην απέναντι καρέκλα. Ανάβει κι ένα Sante, άφιλτρο. Παρακολουθεί τον αναπτήρα να καίει την άκρη, κοντά στα γράμματα. Ο γέρος ανάβει το τσιγάρο ανάποδα, σαν τον πατέρα του.

«Μεγάλος άνθρωπος ο πατέρας σου. Μορφή. Ήρωας. Μα καλά, δεν σου είχε πει τίποτα;»

Τον κοιτάζει εκλιπαρώντας να συνεχίσει.

«Τον γνώρισα κάπου στο ’58, στους Λαμπράκηδες. Εγώ ήμουνα ΕΔΑ, ο πατέρας σου -δεν ξέρω. Πάντως, ΚΚΕ δεν ήτανε, γιατί οι κομματικοί τον είχαν μια ζωή στη μπούκα. Σ’ ένα πάρτυ θυμάμαι, ήταν και ωραίος άντρας, κάνανε ουρά οι κοπέλες. Δεν είχε γνωρίσει τη μάνα σου ακόμα. Τέλος πάντων, μετά χαθήκαμε.

Με ξαναβρήκε αυτός, στη χούντα. Μόλις είχα γυρίσει από εξορία, έψαχνα για δουλειά, πείναγα κιόλας. Με βρήκε στην παλιά μου γειτονιά –Κοκκινιώτης είμαι, βέρος. Μίλαγε απλά ο πατέρας σου. Ήτανε σπουδαγμένος; Όχι; Δεν έχει σημασία. Μου είπε πως με τη χούντα όλοι είχαν λουφάξει. Το ΚΚΕ συνιστούσε ψυχραιμία και εγρήγορση, οι Λαμπράκηδες είχανε διαλυθεί, η ΕΔΑ εκτός νόμου –όπως όλα τα κόμματα δηλαδή. Αυτός ήτανε Τρότσκης. Τότε μου το πρωτοείπε. Τρόμαξα. Οι Τρότσκηδες ήτανε επικίνδυνοι, μας είχαν προειδοποιήσει από το Κόμμα. Ρεβιζιονιστές και τέτοια. Πιστεύανε και στην ένοπλη εξέγερση. Μακριά σύντροφοι!

Τέλος πάντων. Ο πατέρας σου είχε δικιά του δουλειά –έτσι είπε. Είχε ανοίξει ένα μπαράκι με κονσομανσσιόν. Άμα ήθελα μπορούσα να δουλέψω. Ήθελα. Αλλά φοβόμουνα. Ήτανε πολύ το ξύλο στο νησί, δεν ήταν να ξαναμπλέκω. Ήξερα πως οι Τρότσκηδες δεν κάθονται ποτέ στ’ αυγά τους. Με καθησύχασε. Δουλειά μόνο, στο μπαρ. Και όλα νόμιμα. Ούτε πολιτικά, ούτε τίποτα. Έλεγε ψέμματα».

Δεν κρατήθηκε. Είχε γίνει κατακόκκινος, διέκοψε τον γέρο.

«Συγνώμη, μήπως κάνετε λάθος; Ο πατέρας μου; Μπαρ με Κονσομανσσιόν; Ο δικός μου ο πατέρας;»

Ο γέρος χαμογέλασε.

«Κάτσε ν’ ακούσεις παλικάρι μου. Ο πατέρας σου ναι. Που λες, στις δυο βδομάδες βρίσκω ένα περίστροφο κάτω από το μπαρ. Μια Μπερέττα. Τι είναι αυτό Κώστα; τον ρωτάω. Ρε Νικολάκη, κωλόμπαρο έχουμε, δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί –μην ξεφτιλιστούμε κιόλας, μου κάνει ο γέρος σου κι εγώ να καταλαβαίνω πως κάτι κρύβει. Με ζώσανε τα φίδια. Κοιτάω στην αποθήκη, πίσω από την κάβα, πάνω από 12 μασούρια δυναμίτη. Τον καθίζω σ’ ένα τραπέζι όταν κλείσαμε. Μίλα ρε κερατά, του κάνω. Μου τα είπε όλα. Είχε βρει τα εκρηκτικά από το λιμάνι, του τα πούλησαν κάτι Χιλιάνοι. Το πιστόλι το είχε αγοράσει από την Τρούμπα, ήταν στις δόξες της τότε η Τρούμπα. Ήτανε έτοιμος. Θα τους τίναζε στον αέρα τους καραβανάδες, μόνος του, να ξεβρωμίσει ο τόπος. Την ευκαιρία περίμενε.

Και το μπαρ; του κάνω. Στάχτη στα μάτια. Το είχε αγοράσει από ένα παλιόμουτρο Λαρισαίο. Για να πιάσει γνωριμίες με τους μπάτσους. Καλύτεροι πελάτες του ήτανε. Αυτό το είχα δει και μόνος μου. Είχε κανονίσει με τις κοπέλες, τρύπωνε σε κάτι ντουλάπες και φωτογράφιζε τους μπασκίνες την ώρα που βγάζανε τα μάτια τους. Κράταγε στο χέρι μέχρι και το Διοικητή της Ασφάλειας.

Τρελάθηκα. Χέστηκα πάνω μου, που είχα μπλέξει! Κι αυτός το χαβά του. Τραβιότανε με μια γυναικάρα τότε από το μαγαζί, τη Βέρα με τ’όνομα, αργότερα την παντρεύτηκε. Δεν είχε αρχίσει ακόμα να δουλεύει η μάνα σου στο μαγαζί βλέπεις»

Η μάνα του; Ο πατέρας του νταβατζής και αριστερός οργανωμένος; Να το δεχτεί –δεν γινόταν βέβαια να τον φανταστεί μέσα σε όλα αυτά -αλλά εντάξει. Η μάνα του όμως; Η κυρά Φρόσω πουτάνα; Σηκώθηκε –να τον πνίξει το γέρο. Ξανακάθησε αμέσως, ο Στέφανος εμφανίστηκε από την κουζίνα. Κι ο γέρος συνέχιζε.

«Η μάνα σου όταν ήρθε από τα Τρίκαλα ήτανε κωλοπετσομένη. Και τον πατέρα σου τόνε γούσταρε. Έλα όμως που αυτός δεν είχε μάτια για άλλη από τη Βέρα. Και η Βέρα έτσι; Μόνο ποτό με τους πελάτες –τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα, έναν άντρα είχε, τον πατέρα σου. Όχι σαν την … τέλος πάντων.

Ετοιμάζανε το μεγάλο χτύπημα. Ο πατέρας σου και η Βέρα. Θα τινάζανε στον αέρα τη γιορτή για την επέτειο της χούντας. Η Βέρα έκανε τα γλυκά μάτια σε έναν ΕΣΑτζή, του είχε ζητήσει να της βρει θέσεις στα επίσημα –να δει τάχαμου το Πουλί από κοντά. Θα κουβάλαγε μαζί της δυο χειροβομβίδες που είχε βουτήξει ο πατέρας σου από την Αυλώνα. Άλλη παλαβομάρα κι αυτή –τέλος πάντων. Ο πατέρας σου είχε γεμίσει με δυναμίτη τη βάση από το Πουλί. Ήτανε ένας γνωστός του, που δούλευε οξυγονοκολλητής και τον είχε τρυπώσει στο συνεργείο. Το Πουλί θα έσκαγε με τηλεχειριστήριο. Η Βέρα θα πέταγε τις χειροβομβίδες στους επίσημους. Ο πατέρας σου κι αυτός με πρόσκληση για τις θέσεις των επισήμων θα τράβαγε τη Μπερέττα κι όποιον πάρει ο Χάρος. Για να την κοπανήσουν μαζί με τη Βέρα.

Όταν μου τα είπαν, έπεσα στα γόνατα. Μη ρε Κώστα, μην το κάνεις, θα σας πιάσουν αμέσως. Δεν είναι σχέδιο αυτό που έχετε –εδώ πιάσανε οργανωμένους, εσείς θα γλιτώσετε; Άσε που θα σκοτώσεις αθώο κόσμο. Τι σου φταίνε οι φαντάροι πάνω στο Πουλί; Τι σου φταίνε οι γύρω που θα παρακολουθούν; Τη Βέρα δεν τη λυπάσαι; Μην το κάνεις ρε αδερφέ.

Ο πατέρας σου ούτε ν’ ακούσει. Όσοι πάνε εκεί τα θέλει ο κώλος τους –χουντικοί θα είναι. Και οι φαντάροι ΕΣΑτζήδες, βύσματα. Να ξυπνήσει ο λαός, να σταματήσει να ξεφτελίζεται. Κάτι τέτοια μου έλεγε. Η επανάσταση θέλει αγώνα και αίμα Νικολάκη. Ας είναι και το δικό μου, ας είναι και της Βέρας. Τι δηλαδή, για πόσο θα τους αφήσουμε ανενόχλητους; Τέτοιος ήτανε ο πατέρας σου –σίγουρο το είχε πως θα πέθαινε και πήγαινε. Και ξέρεις κάτι; Από όσο τον ήξερα, δεν νοιαζόταν που θα πέθαινε. Αλλά για τη Βέρα νοιαζόταν –αν ήτανε δυνατό, αυτός θα σκοτωνόταν για να γλιτώσει εκείνη».

Σταμάτησε, τον άφησε να χωνέψει. Ανάμεσα σε αποκαλύψεις και αναμνήσεις. Κ, έλεγε δίπλα στον αριθμό τηλεφώνου. Κώστας. Ο πατέρας του. Έχωσε κρυφά το σπιρτόκουτο και ήθελε να το βρει αυτός. Να μάθει. Πότε να το είχε αφήσει στο συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα; Γιατί δεν του είχε μιλήσει στα ίσα; Ντρεπόταν; Φοβόταν; Ο πατέρας του, μειλίχιος, πράος, αθόρυβος. Ανθρωπάκι.

Θυμόταν τη μοναδική φορά που τον είχε δει αγριεμένο. Είχαν πάει βόλτα στην Πάρνηθα. Ο πατέρας του μπροστά κι αυτός πίσω, με κοντό παντελονάκι και ένα παγούρι νερό. Είχε ζεσταθεί, βαριόταν κιόλας –είδε στο χώμα μια σειρά μυρμήγκια. Πήγαιναν κουβαλώντας σπόρους ή κάτι παρόμοιο, το ένα πίσω από το άλλο, γραμμή. Δεν θυμάται ποιος διάολος τον καβάλησε αλλά άρχισε να τα πατάει. Τους τσάκισε τη γραμμή, έλιωνε αβέρτα κάτω από το μποτάκι του. «Τι κάνεις εκεί ρε τσόγλανε;» είχε φωνάξει ο πατέρας του όταν το πήρε χαμπάρι. «Γιατί ρε; Γιατί;». Τον θυμάται ακόμα να αφρίζει παλεύοντας να κρατηθεί. Θυμάται και το χέρι –σηκωμένο στον αέρα, μετέωρο, στο τέλος έπεσε κουρασμένο. «Μην κάνεις τέτοια πράματα -να είσαι άνθρωπος μωρέ», είχε πει ο πατέρας του πριν συνεχίσει την πεζοπορία. Δεν του ξαναμίλησε γι’ αυτό, αλλά δεν χρειαζόταν. Είχε καταλάβει πως θα έπρεπε να είναι για να μοιάζει άνθρωπος. Δεν το τήρησε σχεδόν ποτέ στη ζωή του, αλλά τουλάχιστον ήξερε.

«Έτσι θα γίνονταν τα πράγματα που λες. Αλλά δεν έγιναν. Η Ασφάλεια ήτανε ανίκητη τότε, είχε μάτια και αυτιά παντού. Κάποιος τους έδωσε, δεν εξηγείται αλλιώς. Στην είσοδο του Σταδίου πιάσανε τη Βέρα. Ο πατέρας σου είχε ήδη μπει –μόνο όταν είδε πως το άρμα με το Πουλί άλλαξε, τελευταία στιγμή, κάτι ψυλλιάστηκε. Βγάλανε άλλο άρμα στην παρέλαση και απάνω δεν είχε στρατιώτες. Κάτι εξόριστους από τη Γυάρο είχαν ντύσει με χλαμύδες και τους μόστραραν για παραδειγματισμό. Και η Βέρα πουθενά.

Γύρισε στο μαγαζί κομμάτια. Ήθελα να βγάλω το πιστόλι και ν’ αρχίσω να σκοτώνω, μου είπε. Αλλά δεν είχαν έρθει ούτε καν οι επίσημοι. Κάτι φουκαράδες δήμαρχοι, παρέα με το παπαδαριό, μόνο αυτοί ήταν. Είπα να σκοτώσω τίποτα παπάδες και να σκοτωθώ μετά. Αλλά δεν το’κανα. Μετά σώπασε, κατέβασε ίσαμε τρία μπουκάλια κονιάκ μόνος του, έσπασε όλο το μαγαζί και μας είπε να εξαφανιστούμε. Έκανα 2 χρόνια να τον ξαναδώ».

Ο γέρος σταμάτησε. Ήπιε λίγο νερό, άναψε τσιγάρο, ανάποδα πάλι.

«Τον είδα μετά από κάμποσα χρόνια, στη Μεταπολίτευση. Κρατιότανε μια χαρά, μόνο που δεν ήτανε ο ίδιος. Καμπούριαζε πολύ, καμιά σχέση με τον άντρα που ήξερα –Άλκη τον φωνάζανε παλιά οι γυναίκες, φτυστός ο Άλκης ο Γιαννακάς. Όταν τον είδα έμοιαζε χαλασμένος. Και κακομοίρης. Πιάσαμε κουβέντα στην πλατεία, εδώ πιο κάτω. Είχε ξαναπαντρευτεί. Τη μάνα σου. Πως αυτό ρε Κώστα; του κάνω. Λόγω του παιδιού, ήτανε έγκυος η Φρόσω, μου είπε. Έγκυος; Μάλιστα έγκυος. Από πότε; Την προηγούμενη που θα πηγαίναμε να ανατινάξουμε το Πουλί μου το είπε Γιάννη. Γι’ αυτό τελικά δε σκότωσα τους παπάδες. Γι’ αυτό άφησα τη Βέρα στα νύχια τους. Ήτανε το παιδί στη μέση. Αυτά μου είπε ο πατέρας σου κι έκλαιγε. Για τη Βέρα που την είχε πουλήσει δυο φορές, κοντά-κοντά. Και χάθηκε στη Μπουμπουλίνας, αυτοκτόνησε λέγανε, πήδηξε από ένα παράθυρο. Αλλά τον πατέρα σου δεν τον έδωσε. Μπορεί να έκλαιγε και για άλλα πράγματα. Μην κλαις ρε, άντρας είσαι δεν είναι σωστό, του είπα. Άντρας είμαι, άνθρωπος δεν είμαι Νικολάκη, έκανε ο πατέρας σου. Γιατί οι άνθρωποι έχουνε αξιοπρέπεια κι εγώ είμαι ξεφτιλισμένος. Και δώστου να κλαίει. Τέλος πάντων, όταν ηρέμησε, βγάζει από το σακάκι του κάτι διπλωμένο με πετσέτα. Κράτα το ρε Νικολάκη, μου κάνει. Κάποτε θα’ρθει ο γιος μου να το πάρει. Δώστο του και πες του να γίνει άνθρωπος, να μην ξεφτιλιστεί κι αυτός, σαν τον πατέρα του. Κι άμα δει ότι πάνε να τον ξεφτιλίζουν, αυτόν και τους άλλους γύρω του να τους γαμήσει. Αυτά είπε ο πατέρας σου.

Α, και κάτι ακόμα. Πάνω που σηκώθηκε να φύγει, τον ρώτησα, ρε Κώστα, ποιος σας κάρφωσε τότε; Με βούτηξε από το λαιμό και με σήκωσε. Αυτό να το ξεχάσεις παλιοκερατά, ακούς; Και γυάλιζαν τα μάτια του, έμοιαζε με τον παλιό Κώστα, αλλά για μια στιγμή μονάχα. Μετά ηρέμησε –μην τα σκαλίζεις ρε Νικολάκη, είπε και μου γύρισε την πλάτη. Αυτά -ούτε αντίο, κατάλαβες; Και τώρα που με βρήκες λεβέντη μου –έχω κάτι για σένα».

«Σκατά τα κάναμε πάλι»

Έφυγε ζαλισμένος. Κουρασμένος, χωρίς αυτοκίνητο. Πήρε τα στενά περπατώντας. Ο πατέρας του. Η μάνα του. Δυο ζωές. Και μία η δικιά του. Μεγάλωσε με έναν άνθρωπο που γεννήθηκε εννιά μήνες πριν από αυτόν. Μπορεί και λιγότερο. Σίγουρα λιγότερο.

Βρήκε μια παλιά αποθήκη και βολεύτηκε δίπλα στους κάδους απορριμμάτων. Είχαν τελειώσει τα τσιγάρα του, ευτυχώς το γεροντάκι τον είχε κεράσει ένα Sante άφιλτρο. Το άναψε ανάποδα, σαν κι αυτούς. «Να μην ξεφτιλιστείς». Μακριά από πολιτικές οργανώσεις στο Πανεπιστήμιο. Τον είχε πρήξει η μάνα του. Δόκιμος στο στρατό, με βύσμα. Ένας θείος του –από το σόι της μάνας. Ο πατέρας του σκυθρώπιαζε όταν τον έβλεπε με στολή, πως δεν το είχε προσέξει; Δουλειά. Όλα καλά. Και η γυναίκα του –μια χαρά. Πρήχτρα κάποιες φορές, αλλά γενικώς εντάξει. Παιδιά δεν είχαν ακόμα, ούτε και η υπόλοιπη παρέα -παιδιά δεν είχαν, καιρό είχαν, καριέρες είχαν, αυτοκίνητα είχαν (από δύο). Μια χαρά ζωή. Θα έβαζαν σιγά-σιγά μπροστά και για κανένα παιδάκι, τι να κάνεις; Πριν κλείσει τα μάτια της η κυρά Φρόσω, να δει εγγονάκι. Είχαν κι ένα οικόπεδο στη Χαλκίδα, προίκα της γυναίκας του, τον έψηνε να χτίσουν εξοχικό, 2 χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Στις εκλογές δεν ψήφιζε, αλλά με τους πολιτικούς τα είχε καλά. Δεν ξεχώριζε κιόλας. Όλα ίδια, όλοι ίδιοι, αρκεί να έκανε τη δουλειά του. Και την έκανε, πάει να πει, κονόμαγε από όλες τις πάντες. Ζωή χαρισάμενη, που λένε.

Έβγαλε τη Μπερέττα από την τσέπη του. Η πετσέτα κύλησε στο πλάι. Όμορφο όπλο. Βαρύ. Γυάλιζε. Μάλλον ο γέρος το καθάριζε περιμένοντάς τον. Την όπλισε. Είχε δίκιο. Ο επικρουστήρας κύλησε μέχρι τη θέση του μαλακά.

Μπουκώθηκε την κάνη. Είχε ακούσει πως πολλές φορές φεύγει δεξιά το όπλο και απλά σου τρυπάει το μάγουλο. Γι΄αυτό δάγκωσε δυνατά, γύρω από το σκόπευτρο. «Πρόσεξε να μην ξεφτιλιστείς». Κι άλλο ρε πατέρα; Τράβηξε την σκανδάλη. Άκουσε το χτύπημα του επικρουστήρα στην κενή θαλάμη. Μετά τίποτα.

Έβγαλε το όπλο από το στόμα του χαμογελώντας. Το πέταξε κιόλας στον διπλανό κάδο καθώς σηκωνόταν. Τινάχτηκε από τις σκόνες και ξεκίνησε να βρει το αυτοκίνητό του. Χαμογελαστός. Σίγουρος. Και κάπως σκωπτικός. «Αντε ρε πατέρα. Σκατά τα κάναμε πάλι».

Πήρε να νυχτώνει.

Πέμπτη, Μαΐου 25, 2006

Μαλακισμένες διαπιστώσεις

Σήμερα με έκλεισε μια χαρωπή ηλίθια, καθώς κατέβαινα την Κηφισσίας. Φρέναρα κι εγώ τη μηχανή, δίπλωσε η μπροστινή ρόδα, κόντεψα να καβαλήσω πεζοδρόμιο, κάτι κόρναρα -ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα.
Η χαρωπή δεν κατάλαβε τίποτα, κάποιος την έβρισε, αλλά σιγά μην διέκοπτε τη συνομιλία στο κινητό της. Εγώ πάλι έπαθα "επίκαιρα". Ξέρεις, αυτό που βλέπεις τη ζωή σου fast forward. Είχα δει και μια φρίκη όνειρο, οτι καταδικάστηκα σε 30 χρόνια φυλακή και ήθελα να με βάλουν σε κελί του 4ου ορόφου αποκλειστικά (τι το ήθελα το σουβλάκι βραδιάτικα;). Σαν αποτέλεσμα μου ήρθε μια ενδοσκόπηση με τάσεις αυτοκριτικής. Στα καλά καθούμενα δηλαδή -τι μπορεί να πάθει ο άνθρωπος!

Σε γενικές γραμμές ήμουν τακτοποιημένος σήμερα. Γύριζα από την πρεσβεία της Κούβας, με τις βίζες παραμάσχαλα, με είχε χαιρετήσει προσωπικώς και ο πρέσβης ο ίδιος. Αφ' εαυτού του δηλαδή. Τώρα θα μου πεις -ξέρεις τον πρέσβη; Όχι, εντάξει, αλλά εκεί που έπαιρνα τις βίζες, βλέπω έναν κουστουμαρισμένο, μέσα στη ζέστη και ανάμεσα στους υπαλλήλους που κυκλοφορούσαν με σορτσάκια και φανελάκια. Αντιλαμβάνομαι πως όλοι τον γράφουν στ' αρχίδια τους. Εντάξει (σκέφτομαι), για να τον γράφουν τόσο πολύ οι υπάλληλοι, κάτι σημαντικό είναι ο κουστουμάτος. Έτσι είναι οι Κουβανοί -ανάποδοι και ασεβείς. Μη χάσουν ευκαιρία να δείξουν που γράφουν τους αξιωματούχους!
Βλέπω μετά τον κύριο να περνάει δίπλα μου, κοιταζόμαστε, μου ξηγείται ένα "γειά σας τι κάνετε;" σπασμένο, του πετάω ένα "καλά φχαριστώ" άψογο ελληνικό. Στο καπάκι, τον αντιλαμβάνομαι που προσπαθεί να κατευθύνει έναν ρεμάλη οδηγό, με ανοιχτό, δασύτριχο πουκάμισο, ώστε να ξεπαρκάρει χωρίς να χτυπήσει τη μηχανή μου. Εκεί σιγουρεύτηκα. Παρκαδόρος, που ψάχνει άνθρωπο να τον χαιρετήσει και ιδρωκοπάει μέσα σε μπλε κοστούμι καταμεσίς του καύσωνα -σίγουρα Κουβανός πρέσβης είναι. Ρε τον κακομοίρη τον πρέσβη!

Με τις βίζες λοιπόν, επέστρεφα στη δουλειά, θα αγόραζα και εισιτήρια για τον Cave στο Λυκαβηττό -ευτυχισμένος άνθρωπος. Μιας και είπα για τη συναυλία του Nick Cave, να δώσω κάποιες πληροφορίες:
α. Τα εισιτήρια τσιμπάνε. 75 μπροστά, 65 στη μέση 55 στα βουνά. Ξετινάχτηκα, αλλά Νικολάκης είναι αυτός -μπορείς να του πεις όχι;
β. Αυτή δεν θα είναι συναυλία των Bad Seeds. Ότι ήξερες, με αγριεμένα σόλα και κολασμένο rock 'n' roll, να τα ξεχάσεις. Ο Νικολάκης έρχεται με πιάνο, βιόλι, κρουστά και μπάσο για κονσέρτο δωματίου. Γεροντίστικα πράγματα κοντολογίς, αλλά Αρχηγός είναι, ότι θέλει κάνει.

Συμπέρασμα: Άμα έχεις κόλλημα, πληρώνεις και σκας. Αν δεν έχεις, κρίνεις και αξιολογείς.

Και αφού ήρθε η κουβέντα στο κόλλημα, θυμήθηκα γιατί ξεκίνησα να γράφω αυτό το post. Τις στιγμές της ενδοσκόπησης το αποφάσισα, γιατί όταν κάνεις σούμα, βγαίνει στον αφρό αυτό που σε ενοχλεί. Κι εμένα με ενοχλούν δυο πράγματα, η ανεξέλεγκτη μαλακία και το τζατζίκι. Το τζατζίκι το αποφεύγω, τη μαλακία όμως;

Κοίτα τώρα τι γίνεται, μιας και ήρθε η κουβέντα στη μαλακία. Έχεις τους μαλάκες των δελτίων ειδήσεων που μιλάνε για την επανάσταση στο metal, την οποία έφεραν οι Lordi. Εντάξει, αδιαφορείς. Δεν περίμενες να ακούσεις μουσικολογική ανάλυση από τον Χατζηνικολάου -έτσι; Έλα όμως που η επικαιρότητα τρέχει και γίνεται ο εναέριος τσαμπουκάς στο Αιγαίο, οπότε πλακώνουν οι αδέκαστοι, παρέα με τους ελληναράδες, βάζουν και συγγενείς αδικοχαμένων πιλότων, σιγοντάρει και η Λιάνα -ημιλυπόθυμος ο τηλεθεατής.

Τώρα, για να καταλάβω δηλαδή, γιατί πρέπει εγώ να ανατριχιάσω που σκοτώθηκε ένας πιλότος; Και γιατί αυτός είναι ήρωας; Δίνεις κύριε πιλότε μου πανελλαδικές και ξεσκίζεσαι να μπεις στην Ικάρων; Παίρνεις ένα σκασμό λεφτά και σύνταξη στα 40; Πιλοτάρεις αεροπλανάκια ιδιωτικών εταιρειών μετά, μη παραλήποντας να εισπράξεις την παχυλή σου σύνταξη; Τι σκατά ήρωας είσαι δηλαδή, που αποτιμάς την αυταπάρνηση ίσα με 4 χιλιάρικα το μήνα, καθαρά;
Σκοτώθηκε λέει, σε ώρα υπηρεσίας. Κάτσε ρε νεκρέ ήρωα -δεν το ήξερες δηλαδή πως θα πέταγες με αεροπλάνα και θα πούλαγες νταβατζιλίκι στα εναέρια σύνορα για να παίρνει ψήφους ο Υπουργός σου; Τι σου είπαν όταν πήγαινες να πιάσεις τη δουλειά; Οτι θα κάθεσαι σε γραφείο και θα παίζεις play station; Αν είναι έτσι, πάω πάσο. Σε κορόιδεψαν λεβέντη μου και να τους κάνεις μήνυση. Αλλιώς, η δουλειά σου είναι να κάνεις τον Top gun -καλοπληρώνεσαι, αλλά υπάρχουν και οι στραβές. Κάθε επάγγελμα έχει τα ρίσκα του πως να το κάνουμε δηλαδή. Ξέρεις τι φρίκη έφαγε η κυρία Γιώτα στη δικιά μου δουλειά, όταν έσπασε το νύχι της στο πληκτρολόγιο; Και είχε ξοδέψει 50 ευρώ για μανικιούρ η γυναίκα -δράμα σου λέω.

Άκουσα κι άλλα στις ειδήσεις, για τον δικό μας τον ήρωα που τράκαρε με τον Τούρκο και σκοτώθηκε. Ήρωας, δε διαφωνώ. Αλλά εγώ όταν τρακάρω γιατί με λένε μαλάκα;
Άσε που τα βάλανε όλοι με τον Τούρκο που τράβηξε λέει πιστόλι και δεν άφησε να τον σώσουν οι τιμημένοι Έλληνες λιμενικοί. Ρωτάω εγώ -αν συνέβαινε το ίδιο με Έλληνα, ο οποίος θα αντιστεκόταν (ξεπαγιασμένος από τη θάλασσα και χεσμένος από την πτώση) σε ένα τσούρμο Τούρκους βατραχάνθρωπους, τι θα λέγανε στις ειδήσεις; Οτι ήταν ανάγωγος, εριστικός και παλιοχαρακτήρας που δεν δέχτηκε την πατροπαράδοτη τουρκική φιλοξενία;

Και βλέπω, από δίπλα, ένα τσούρμο αγωνιστές, υπερήφανους κουβαλητές της ελληνικής σημαίας -που τσιρίζουν για να μη χάσουμε τη Μακεδονία, για να μην αποκτήσουν δικαιώματα οι Μουσουλμάνοι της Ελλάδας και άλλα τέτοια διεγερτικά. Και μου δημιουργούνται απορίες.

Ρε υπερασπιστές της φυλής τι ζόρι τραβάτε με τη Μακεδονία; Δική σας είναι; Έχετε τίποτα χωράφια εκεί πάνω και φοβάστε μη σας τα πάρει ο δρόμος; Αποφάσισαν οι Σκοπιανοί να λέγονται Μακεδόνες. Ε, και; Έβγαλαν και σημαία με το αστέρι της Βεργίνας. Και λοιπόν; Εδώ το Πατριαρχείο έχει το σήμα της ΑΕΚ για έμβλημα -τρέχει τίποτα δηλαδή; Ή μήπως, όταν χαράχτηκαν τα σύνορα, σκέφτηκε κανείς να βάλει όλη τη Μακεδονία στην ελληνική πλευρά; Έτσι έγινε; Υποστηρίζει κανείς πως τα γουρούνια της Γιάλτας έλαβαν υπόψη τους εθνότητες και αρχαίες ιστορικές πηγές; Γιατί εγώ νομίζω πως μοιράσανε το σάμαλι όπως τους βόλευε και χέστηκαν για τους κατοίκους.

Αφηνιάζετε με τους Μουσουλμάνους της Θράκης που θέλουν να αυτονομηθούν, λέει και να ανήκουν στην Τουρκία. Είδα τις προάλλες και τον Τριανταφυλλόπουλο να κουνάει χαρτιά με υπογραφές της Καραχασάν σε δηλώσεις διαμαρτυρίας. Παλιά, όταν κάποιος χρησιμοποιούσε φωτοτυπίες με υπογραφές και συμμετοχές -αυτός ο κάποιος λεγόταν χαφιές. Πήγαινε στο αστυνομικό τμήμα και έλεγε "τον είδα κυρ νωματάρχα μου, συμμετείχε σε ύποπτη εκδήλωση, να δες, έχει υπογράψει και διαμαρτυρία, κομμουνιστοσυμμορίτης είναι σου λέω". Έτσι δεν ήταν ή κάνω λάθος; Τώρα δηλαδή ο Μάκης γιατί είναι αδέκαστος δημοσιογράφος και όχι δοσίλογος χωρίς κουκούλα;

Άκουσα μάλιστα και κάτι σαϊνια ρεπόρτερς να ρωτάνε Μουσουλμάνους αν είναι Έλληνες ή Τούρκοι. Και οι Μουσουλμάνοι απαντούσαν "είμαστε Τούρκοι, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης είναι Έλληνες". Λογικό μου φάνηκε. Μαλακισμένο, γιατί θεωρώ πως ο διαχωρισμός σε φυλές εξευτελίζει το ανθρώπινο είδος, αλλά λογικό και κατανοητό.

Και ρωτάω εγώ τώρα, που είμαι αδαής: Δεν σκίζεστε κύριοι για την ανωτερότητα της ελληνικής φυλής απέναντι στους Τούρκους τους χαχόλους; Δεν τους θεωρείτε βάρβαρους και υπάνθρωπους; Αν είναι έτσι, τόσον καιρό που έχουμε τους Μουσουλμάνους στην αθάνατη Ελλάδα, τη χώρα των σοφών και των θεών, γιατί δεν τους έχουμε κάνει Έλληνες; Γιατί δεν έχουν ασπαστεί τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη;
Και δεν φτάνει που δεν έγιναν Έλληνες οι βρωμύλοι, αλλά έχουν πάρει με το μέρος τους και τους Πομάκους. Οι οποίοι ήταν ελληνικό φύλο, από αρχαιοτάτων χρόνων και χριστιανοί, από εξαναγκασθέντων χρόνων αλλά τώρα τούρκεψαν και μουσουλμάνιασαν. Πως την πατήσατε έτσι εθνοσωτήρες;

Θα μου πεις -φταίνε και οι Πομάκοι. Επειδή δηλαδή πήγε το κράτος και τους έβαλε μια μπαρίτσα τόση δα και τους ζήταγε διαβατήριο για να μπουν στην υπόλοιπη Ελλάδα, έπρεπε αυτοί να γίνουν Τούρκοι; Σαν τους άλλους δηλαδή που δηλώνουν Μουσουλμάνοι και τους απαγορεύει το κράτος να έχουν περιουσία; Είναι φανερό, φταίνε οι Πομάκοι και οι Μουσουλμάνοι και οι Τσιγγάνοι επίσης. Που γκρινιάζουν συνέχεια, επειδή τους πηδάει το ελληνικό κράτος. Έτσι βρε θα προοδεύσετε; Έτσι θα εκπολιτιστείτε;
Δε βλέπετε εμάς που καταπίνουμε αδιαμαρτύρητα την κομματική κοροϊδία; Που μειώνεται το εισόδημά μας ανελέητα; Που ξεπουλάνε την κρατική περιουσία για να βολέψουν μια παρεούλα επιχειρηματίες; Που υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής μας; Που μας φορολογούν ανελέητα; Διαμαρτυρόμαστε εμείς; Όχι βέβαια. Και ξέρετε γιατί; Διότι εμείς είμαστε φιλοσοφημένοι. Ξέρουμε πως τα παραπάνω είναι θέματα για μικρόνοες και απλοϊκούς. Εμείς ασχολούμαστε μόνο με τα σοβαρά. Τι κάνει ο Αρναούτογλου, τι βρακί φοράει η Μενεγάκη, πόσες φορές έκλασε ο Χριστόδουλος, τέτοια πράγματα.
Και με την κάψη των νεκρών ασχολούμαστε και με τα εθνικά μας σύνορα. Και τα ιδεώδη μας που τα προσβάλουν. Ο Νταν Μπράουν, οι αναρχικοί, οι πούστηδες και οι μετανάστες. Τα τσουβαλιάζουμε χαρωπά και αναθέτουμε το πόρισμα στον Χαρδαβέλλα. Κοιτάτε να μαθαίνετε μαλάκες τουρκόσποροι!

Τώρα, γιατί μου ήρθαν όλα αυτά μαζεμένα; Γιατί υπάρχει μια τσίχλα στο κεφάλι μας που λέει "ότι είναι γραπτό είναι και έγκυρο". Αυτό ισχύει και στα blogs όσον καιρό ασχολούμαι. Γράφει ο άλλος "οι Τούρκοι θα σας κατεβάσουν το κυλοτάκι" -και μπαίνουμε στο τριπ να απαντήσουμε. Δηλώνει κάποιος σοβαρά "δεν έχει αποδειχτεί ακόμα πως ο αυνανισμός είναι ακίνδυνος, μπορεί και να προκαλεί καρκίνο". Κι εμείς το συζητάμε. Αναρωτιέμαι τώρα έγω -ποιός είναι περισσότερο μαλάκας; Αυτός που τερατολογεί ασύστολα προκειμένου να κάνει εντύπωση ή όλοι οι υπόλοιποι που τσιμπάμε το παραμύθι; Ρητορική ερώτηση έτσι; Εμείς είμαστε οι grante μαλάκες.
Αλλά, τι να κάνεις; Έχεις τον κάθε παπάρα να κουνάει την ανάγκη του για δημοσιότητα. Σου λέει πως ο Χριστός ήταν παρθένος, γιατί είχε ταμένη την τσουτσού του. Αδιαφορείς -δε πάει να ήταν και αιγόκερος; Δικό του καπέλο. Βλέπει τώρα ο άλλος οτι δεν τσιμπάς και αρχίζει τα εθνικιστικά, για κολώνες και μάρμαρα. Τίποτα εσύ -υπεράνω. Το παίζεις κάτοικος Άνω Λιοσίων. Τσαντίζεται ο άλλος που δεν τον προσέχεις κι αρχίζει να βρίζει. Στο γενικό και στο μουλωχτό. Υπάρχουν εδώ μέσα δήθεν προοδευτικοί (κουνάει και το δάχτυλο -απορώ πως γράφει ταυτοχρόνως). Δήθεν κομμουνιστές. Δήθεν γενικώς. Που δεν δέχονται την ελληνικότητα και μοναδικότητα της Μακεδονίας, της Κύπρου και του τυριού φέτα (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης). Όλοι αυτοί είναι ωχαδερφιστές και προδότες, διατυμπανίζει ο φωστήρας (Προάγγελε εδώ μιλάω για σένα). Τα παίρνεις στο κρανίο, τον βρίζεις, παίζεις το παιχνίδι του. Χαμένος πριν ξεκινήσεις καν.

Λοιπόν, το σκέφτηκα και το αποφάσισα. Την ώρα που έβλεπα τη ζωή μου "επίκαιρα". Δεν θέλω να ασχοληθώ πλέον. Ούτε πρόκειται να σπάω τ' αρχίδια μου για να αποδείξω στον Dim πως ο κόσμος δεν χωρίζεται σε καλούς "Έλληνες χριστιανούς ορθόδοξους" και κακούς "όλους τους άλλους". Ποιός καριόλης διάολος με σπρώχνει να χαλάσω το παραμύθι του; Και τι έχω να του προσφέρω; Είναι ευτυχής στη σιγουριά που του δίνει η άγνοια. Μια χαρά είναι -γιατί χώνομαι;
Και τον Προάγγελο τον βοήθησα όσο μπορούσα. Μπήκα, ξαναμπήκα, έβρισα, έβρισε. Μάζεψε τα σχολιάκια του -θα τα έχει να τα δείχνει στους μετρητές του blogs.gr. Αλλά βαρέθηκα, θέλει τη Μακεδονία ελληνική; Ότι γουστάρει. Μακάρι να έπαιρνε ένα τουφέκι και να έκανε μόνος του εισβολή στα Σκόπια. Μήπως βλέπαμε και λίγο τζόγο.

Είχε πει ο 3 σε 1, "μην κρίνετε για να μην κριθείτε". Εγώ πάντως κρίνω. Και, κυρίως, κατακρίνω. Ανθρώπινες συμπεριφορές. Γι΄αυτό λέω να σταματήσω την ενασχόληση με τους παραπάνω κυρίους, όσο η συμπεριφορά τους αποκλίνει από την ανθρώπινη κατάσταση.

Σήμερα με έκλεισε μια χαρωπή ηλίθια, καθώς κατέβαινα την Κηφισσίας. Δεν χτύπησα και γι' αυτό σήκωσα post. Έτσι, σαν ωδή στην υπέρμετρη μαλακία.

Τετάρτη, Μαΐου 24, 2006

Μην αγγίξεις τον αέρα

Ήταν κάτι τρομακτικοί τύποι που σπάγανε τις κλειδαριές πανηγυρίζοντας. Κάτι φρικαλέοι, όσο να πεις –από αυτούς που τρομάζουν τις νοικοκυρές στη λαϊκή. Με μαλλιά βαμμένα πορτοκαλί, μπλε ελεκτρίκ και κόκκινα. Μούρες γεμάτες κρίκους και γκόμενες με κοντοκουρεμένα κεφάλια. Άγριες κι αυτές, χειρότερες από συγκρουσιακές λεσβίες. Μπορεί να ήταν και λεσβίες, κανένας δεν ρίσκαρε να το ψάξει. Γιατί ακουγόταν πως κουβαλάγανε σουγιάδες, ξυράφια και σιδερογροθιές.

Όλοι αυτοί που λες, την πέσανε στο νεοκλασικό και το κατέλαβαν. Παρατημένο το νεοκλασικό, φήμες ήθελαν να ανήκει στην εκκλησία, στην Αρχιεπισκοπή συγκεκριμένα. Θα γινότανε ένα μπαρ το νεοκλασικό –δίπατο, διαμπερές και σε γωνία, αλλά κανείς δεν το νοίκαζε. Ήθελε τρελές επισκευές, παράθυρα που κρέμονταν, οι εξωτερικοί σοβάδες είχαν αποχαιρετήσει προ πολλού, τα υποστηρίγματα στα μπαλκόνια ξεκολλημένα –που να βρεθούν τόσα λεφτά για να το ξανακάνεις κατοικήσιμο; Άσε που έπρεπε να μπλέκεις με παπάδες και πολεδομίες, γιατί ήταν χαρακτηρισμένο, σαν παλιά πουτάνα, το νεοκλασικό –ιστορικό μνημείο της προπολεμικής Αθήνας. Λέγανε πως είχε χτιστεί στις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά δεν ήταν και να τους πιστεύεις. Μπορεί να ήταν παλιότερο, μπορεί και νεότερο το κτίσμα, στην τελική δεν είχε σημασία.

Κρεμάσανε τα πανώ τους στην πρόσοψη οι βάρβαροι -ξέρεις, αυτά τα ασπρόμαυρα με τον κεραυνό στον κύκλο, κατεβάσανε και κάτι απείθαρχα τζάμια που ήταν φρακαρισμένα για δεκαετίες και μπήκαν μέσα. Μέχρι να πάρει είδηση η γειτονιά είχαν στήσει ήδη τα εξωτερικά ηχεία. Ανακοινώσεις με σφήνες hardocore μουσικής που θα κατέληγαν σε σφήνες ανακοινώσεων παρασυρμένες από ποταμούς καθαρόαιμης punk, με το πέρασμα των ημερών. Τότε πήραν γραμμή οι γείτονες, ποιοι γείτονες δηλαδή –κάτι τρομοκρατημένοι μετανάστες, στοιβαγμένοι σε υπόγεια, μερικά γραφεία ανυπόληπτων εταιρειών, λίγοι γέροι απέθαντοι και ένα μπουρδέλο.

Η κατάληψη μέτραγε 7 μέρες όταν μπήκε ο Γιωργάκης ο Πουλής. Δεν ήταν Πουλής το επώνυμο του παιδιού –κοροϊδευτικά τον λέγανε γιατί είχε την ατυχία να είναι Μοϊκάνος με σγουρό μαλλί. Τι τα ήθελε τα περίεργα κουρέματα βρε παιδί μου; Αφού ήτανε γνωστό, άμα είχες μαλλί αφάνα, το άφηνες να φουντώσει και δήλωνες afro funk εξ ανάγκης. Όχι ο Γιωργάκης, κάθε βράδυ να ξυρίζει το κεφάλι, κάθε πρωί να βάζει ζελέδες στο λοφίο που μετά τους 3 πόντους κατσάρωνε και γινόταν σαν το λειρί του κόκορα. Εξ ου και Πουλής.

Τρίτη Λυκείου πήγαινε εκείνη την εποχή ο Γιωργάκης, κι όταν λέω «εποχή» εννοώ την τελευταία διετία. Το Γυμνάσιο το έβγαλε σφαίρα, σταθερά μέτριος ο Γιωργάκης, αλλά στο Λύκειο κάηκε από την υπερπροσπάθεια. Δυο χρόνια στην Δευτέρα, μετεξεταστέος και με σπρώξιμο έφτασε στην Τρίτη –την τριετία την είχε σίγουρη από τις απουσίες και μόνο. Του χώθηκαν άγρια οι γέροι, έπαιζε και μια αποβολή (δυναμιτάκια στην έδρα, σε ώρα μαθήματος) που θα τον άφηνε στον τόπο (η τριετία που λέγαμε), είχε και το δούλεμα από τη σνομπαρία, λόγω αντιτουριστικής εμφάνισης –τους φασκέλωσε σταυρωτά ο Πουλής και αποφάσισε να κλειστεί στην κατάληψη μέχρι να δει τι θα κάνει.

Τον δέχτηκαν με την κλασική καχυποψία οι καταληψίες. Στην αρχή δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω του, στη μέση αποφάσισαν πως ήταν χαφιές, τελικά αναγκάστηκαν να παραδεχτούν, με λύπη, πως ήταν απλά ηλίθιος. Και πάνω που ετοιμάζονταν για ομαδικό ξύλο, φρέναραν. Τι κρίμα και φαινόταν πρώτης τάξεως υλικό, έτσι όπως ήταν κακομούτσουνος και μπουνταλάς. Αλλά, είχαν κοινωνικές ευαισθησίες οι άγριοι –μάζεψαν λοιπόν τα καδρόνια τους και αδιαφόρησαν πλήρως για τον Πουλή. Αφού τον έριξε εδώ μέσα η κατάρα, άστον να αναπνέει τον ίδιο αέρα. Αφού υπάρχει, κάνε σα να μην υπάρχει.

Η μοιρασιά στα δωμάτια είχε γίνει πριν εμφανιστεί ο Γιωργάκης. Οι χώροι του ισογείου είχαν μετατραπεί σε γραφεία της συντονιστικής. Υπήρχε, σα να λέμε, ένα ετοιμόρροπο τραπέζι, κάτι βρωμερές μαξιλάρες, 2 κουτσές καρέκλες και ατέλειωτα μπουκάλια μπύρας. Άδεια μεν από μπύρα, σε κοινή πρόσβαση δε, για την προετοιμασία μολότωφ. Υπήρχαν και κάτι ντουλάπες τίγκα στον εξοπλισμό –ρόπαλα, καδρόνια, αλυσίδες, τέτοια πράγματα. Τα παιδιά έμεναν στους πάνω ορόφους. Δυο με τέσσερεις σε κάθε δωμάτιο, τρεις στις περιπτώσεις που είχε κάτσει παρτούζα με επακόλουθα σχέσης. Ότι πόρτες χτύπαγε ο Πουλής του απαντούσαν «κατειλημμένο». Νευρίασε, «μα όλα κατειλημμένα ρε πούστη μου;» Και οι χαρωπές πόρτες απαντούσαν «ρε μάγκα, σε κατάληψη ήρθες –τι περίμενες;»

Στο τέλος βρήκε ένα δωματιάκι, απομονωμένο, στο τέρμα του διαδρόμου, να βολευτεί ο Πουλής. Μια χαρά δωμάτιο δηλαδή –απλά ήταν στο δεύτερο πάτωμα και δίπλα στις τουαλέτες που έζεχναν. Του έλειπε και ο μισός τοίχος, ξάπλωνες κοινή θέα –να σε χαζεύει όλος ο ακάλυπτος. Κατά τα άλλα, μια χαρά. Έστρωσε το σλίπινγκ μπαγκ του ο Γιωργάκης, βρήκε και κάτι που πριν ανασκολοπιστεί ήταν (μάλλον) μαξιλάρι –την έπεσε που λες γιατί ήταν ψόφιος. Απέναντι θέα αστέρια (λίγα), μπουγάδες (πολλές) και κάτι γατιά που έσερναν. Γενικώς και ποικιλοτρόπως. Ο Γιωργάκης κοιμόταν με τα μούτρα στο μαξιλάρι, για να μη χαλάσει το λοφίο –το χαλασμένο, αλλά λέμε τώρα. Οπότε, πριν τον πάρει ο ύπνος, μάλλον άκουσε κάποιον να ξερνάει Νιαγάρες στις τουαλέτες. Μπορεί και όχι –δεν επηρεάζει άλλωστε.

Ξημέρωνε όταν είδε τη γριά στο απέναντι μπαλκόνι. Τον κοίταζε ακίνητη, μάλλον δεν τον έβλεπε καν. Ήτανε και οχτακοσίων χρονών, σκελετός με λίγο δέρμα (το απαραίτητο) και μαύρα ρούχα (τα αναγκαία). Ο Πουλής ανακάλυψε ότι κοιμόταν ανάσκελα και τσαντίστηκε. Είδε και τη γριά, φόρτωσε ακόμα περισσότερο. Κάτι της φώναξε για το σόι της, πέταξε κι ένα τενεκεδάκι από μπύρα, που προσγειώθηκε στον ακάλυπτο, αυτή τίποτα. Ακίνητη. Ξανακοιμήθηκε ο Πουλής, ανάσκελα σα μαλάκας –και είδε τη γριά στον ύπνο του. Κάτι του έδινε, λέει, με το κοκαλιάρικο χέρι της κι αυτός σιχαινόταν και πισωπατούσε. Γλίστρησε στο τέλος και έπεσε. Στον ύπνο του. Στα κανονικά ροχάλιζε ή μουρμούριζε.

Η κατάληψη συνεχιζόταν κανονικά. Κάποια περιπολικά σκέφτηκαν να περάσουν για κόψιμο κίνησης, αλλά έφαγαν κάτι καρέκλες σε δόσεις και εξαφανίστηκαν ουρλιάζοντας. Οι άγριοι καταληψίες ήθελαν χρόνο μέχρι τη συναυλία. Αν προλάβαιναν να κάνουν ντόρο θα ήταν δυσκολότερο να τους τσουβαλιάσουν οι μπάτσοι. Όλο και κάποια εφημερίδα θα ασχολιόταν, μπορεί να εμφανίζονταν και τίποτα εξωκοινοβουλευτικοί αριστεροί, από εκείνους που σκίζονται για τις φώκιες και τους μετανάστες. Όσο περισσότεροι σε ξέρουν, τόσο δυσκολότερα εξαφανίζεσαι.

Τη μέρα της συναυλίας γινόταν λαϊκό προσκύνημα. Οι καταληψίες είχαν ξεκωλωθεί στη δουλειά, μέχρι και ο Γιωργάκης είχε στήσει ηχεία, σύρει μπαλαντέζες, καρφώσει χαρτιά και βιδώσει φώτα. Τώρα καθόταν ήρεμος, πρόσκαιρα αποδεκτός από τους υπόλοιπους, με τη μπύρα στη μασχάλη. Τι άλλο ήθελε ο Γιωργάκης! Αφού μέχρι μια ζόρικη γκόμενα του χαμογέλασε και τον φίλησε στο λοφίο –μάλλον, μετά έκανε αντιτετανικό, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία. Το γεγονός είναι πως ο Γιωργάκης ο Πουλής ανήκε κάπου, επιτέλους. Ήταν ενεργό μέλος κατάληψης, διοργανωτής συναυλίας –αν τον έβαζαν και περιφρούρηση …

Οι γενικότεροι καταληψίες ήταν στη φάση «ανοίξαμε και σας περιμένουμε», αραχτός στα σκαλοπάτια της εισόδου κι ο Γιωργάκης, κατέβαζε μπύρες και σημάδευε με τα άδεια μπουκάλια την απέναντι κολώνα. Τρομάζανε οι περαστικοί, τουτέστιν, ένα ζεύγος Ινδοί, ένας παππούς συνταξιούχος, μια χοντρή αγνώστων λοιπών στοιχείων και η πουτάνα που πήγαινε να πιάσει δουλειά. Γύριζαν αλλού τα μούτρα τους για να μη συναντήσουν το άγριο βλέμμα του Γιωργάκη του τρομερού πανκιού. Όλα πρίμα στη Λίμα, μέχρι που η πουτάνα βαρέθηκε να τρομάζει και του πέταξε ένα «πέρνα από το σπίτι αγοράκι μου να σου καθαρίσω τα γρέζια, μπας και ηρεμήσεις», σκέφτηκε βλέπεις η γυναίκα πως θα τρομάζανε οι πελάτες να περάσουν –κοκκίνησε ο Πουλής και χώθηκε βιαστικά στο σπίτι.

Στο δρόμο για τις σκάλες κονόμησε ένα περιφερόμενο μπουκάλι κρασί και μισό τρυπάκι απαρηγόρητο. Χώθηκε που λες, στο δωμάτιό του, μέσα στα νεύρα. Δυο δάχτυλα πριν τον πάτο του μπουκαλιού, το τρυπάκι είχε λιώσει κάτω από τη γλώσσα. Ένιωθε καλύτερα ο Γιωργάκης. Μια ύπουλη θολούρα στα μάτια, ακριβώς πάνω από την προειδοποιητική ταχυπαλμία –άναψε κι ένα τσιγάρο. Είχε κατά νου να νευριάσει με την πουτάνα, σκόπευε να της σπάσει τα τζάμια -που θα του πει εκείνου να…-αλλά πέρασε μια ζαλάδα και του έκλεψε κάθε πρόθεση.

Τότε είδε τη σκιά. Στην τρύπα του τοίχου που έχασκε, πέρασε η σκιά, λες και δεν πάταγε πουθενά. Ο Γιωργάκης θα κατέβαζε ευχαρίστως λίγο κρασί ακόμα, αλλά που να βρεθεί το γαμημένο όταν το χρειάζεσαι. Σκέφτηκε να αδιαφορήσει για τη σκιά, σιγά τώρα, όλα τα πετούμενα έχουν σκιά, μπορεί να έφταιγε και το τριπάκι, αλλά σίγουρα πέρασε μια σκιά. Μέχρι που σηκώθηκε, με τον απαραίτητο βαθμό δυσκολίας, ο Πουλής και πλησίασε την τρύπα. Ακούμπησε τους σοβάδες που έχασκαν, έτριψε λίγο τις ξεραμένες μπογιές –τίποτα. Σχεδόν τίποτα δηλαδή. Γιατί ένας αέρας ερχόταν από την τρύπα. Όχι απ’ έξω. Από την τρύπα. Από τα πλαϊνά, σα να λέμε. Ρε την πουτάνα την τρύπα –και μύριζε κιόλας, μια υγρασία ανακατεμένη με νυχτολούλουδο.

Ο Γιωργάκης ο Πουλής δεν ήταν τεμπέλης. Δηλαδή τεμπέλης ήταν, αλλά δούλευε κιόλας. Τα αναγκαία, μη νομίσεις ότι σκοτωνόταν το παιδί –μεροκάματα σε οικοδομές όταν ήθελε να βγάλει κανένα φράγκο και τώρα που είχε φύγει από το σπίτι, για τα τσιγάρα του δηλαδή. Ήξερε το λοιπόν, ότι οι τοίχοι είναι στεγανοί. Μασίφ. Λάσπη και τούβλα. Τώρα θα μου πεις, τα τούβλα έχουν τρύπες -και θα έχεις και δίκιο. Φυσάει λιγάκι, μπαίνει από τη μια τρύπα, βγαίνει από την άλλη. Μπενάκης και βγενάκης. Αλλά αυτό το σκατόσπιτο ήταν παλιό και πέτρινο. Και οι πέτρες δεν έχουν τρύπες, έτσι; Μέχρι εκεί έφτανε η θρυψαλιασμένη σκέψη του Πουλή –έτοιμος ήταν να προχωρήσει στην κρίσιμη ερώτηση «τότε, από πού φύσαγε;» όταν είδε πάλι τη γριά. Σταθερή, στο απέναντι μπαλκόνι, να τον κοιτάζει. Από πού ξεφύτρωσε; Αει γαμήσου παλιόγρια! Της πέταξε το άδειο μπουκάλι. Δεν το περίμενε, αλλά έφτασε μέχρι τα πόδια της. Μετά το μπουκάλι έσπασε, η γριά στρίγγλισε (ή γέλασε -που κάνει το ίδιο) και ο Πουλής το έβαλε στα πόδια, χεσμένος στη θέα ενός ερειπωμένου στόματος.

Κάτω η συναυλία είχε ανάψει για τα καλά. Κόσμος χόρευε, ζευγάρια χαμουρεύονταν, συγκροτήματα έφτυναν, κανονικό πάρτυ. Ο Γιωργάκης βολεύτηκε σε μια γωνιά, είχε βλέπεις ανάγκη την ανθρώπινη επαφή –από πάντα. Δίπλα του κάποιοι φώναζαν ή μπορεί και να γελούσαν. Προσπάθησε να τους παρακολουθήσει, μάταια. Κάτι μισόλογα έπιανε, για «μπλουζάκια που δεν τα φοράς, αλλά τα ακούς και γι’ αυτό είσαι μαλάκας» –άντε βγάλε νόημα. Ζαλιζόταν κάπως, έκλεισε τα μάτια, έφαγε ένα σκούντημα που τον έριξε στο πάτωμα. «Ρε βλαμένε, αφού νυστάζεις, δεν πας να την πέσεις πάνω; Έχεις γεμίσει τον τόπο σάλια». Σηκώθηκε. Μπορεί και να δάκρυσε από την ξεφτίλα.

Φρέναρε στις σκάλες. Στο δωμάτιο δεν ξανάμπαινε, πάει και τελείωσε. Πήρε το μάτι του μια κοπέλα να βογκάει δίπλα στη μισάνοιχτη πόρτα, αριστερά. Το αγόρι δεν το έβλεπε. Έφυγε. Δεν είχε καμιά όρεξη να τον δει αυτόν το αγόρι. Έφτασε έξω από την πόρτα του. Σταμάτησε. Γιατί να μη μπει; Πονούσε το κεφάλι του, νύσταζε. Το τριπάκι είχε βγάλει κούραση. Και παραισθήσεις, τι σκατά. Αυτό μάλλον ήταν.

Πήγε προς την τρύπα. Του τοίχου. Γριά απέναντι γιόκ. Αιρ κοντίσιον επιτοίχιο γιοκ. Όλα καλά. Γύρισε προς το σλίπινγκ μπαγκ –ήθελε ύπνο όσο τίποτα άλλο.

Πάνω στο σλίπινγκ μπαγκ καθόταν. Για την ακρίβεια δεν καθόταν –ήταν. Ένας άσπρος όγκος, ημιδιαφανής και αέρινος. Αέρινος, εννοούμε ότι βρισκόταν στον αέρα, σα βιομηχανικός καπνός. Αλλά ήταν εκεί –μαλακίες να μη λέμε τώρα. Το σαγόνι του Πουλή ακούμπησε στα γόνατα. Βασικά είχε ανάγκη να βάλει τις φωνές. Αλλά φοβόταν. Όχι ότι θα τον τρελάνουν στο δούλεμα οι αποκάτω. Φοβόταν να φωνάξει μην σπάσει τίποτα. Περίεργη ιδέα. Ο Γιωργάκης ο Πουλής είχε την αίσθηση του εύθραυστου, για πρώτη φορά στη ζωή του.

Ο άσπρος όγκος χαμογελούσε. Τα μαλλιά κουνήθηκαν πάνω στους ώμους της και χαμογελούσε. Θα πρέπει να το παραδεχτούμε –ο Πουλής πάντως δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ήταν γυναίκα, σχεδόν γυναίκα δηλαδή, ο άσπρος όγκος ήταν γυναίκα. Ξυπόλητη -τα μάτια του ξεκίνησαν από πάτωμα μεριά, για να έχουν ένα σταθερό σημείο. Είχε δυο καχεκτικά πόδια με εξογκωμένους αστραγάλους, κάτι αδύνατες γάμπες, παραπάνω ξεκινούσε κάτι άσπρο, γυαλιστερό –σαν φόρεμα. Ο Πουλής μάζεψε τις αντοχές του και την κοίταξε στο πρόσωπο. Γλυκιά. Δεν έβλεπε και καλά, έφταιγε η μαστούρα. Ποιόν κοροϊδεύεις ρε μαλάκα; Δεν βλέπεις γιατί δεν υπάρχει. Πηχτός αέρας, μόνο αυτό. Πηχτός αέρας μαζεμένος πάνω από το σλίπινγκ μπαγκ. Σαν καπνός φουγάρου. Λευκός και σκούρος. Δεν υπάρχει σου λέω.

Ο Γιωργάκης ο Πουλής θα έπρεπε να είναι τρομοκρατημένος. Αλλά δεν ήταν. Για κάποιο ηλίθιο λόγο ένιωθε ήρεμος. Μπορεί να έφταιγε ο πολύς φόβος. Όταν χεστείς πάνω σου, δεν έχει παραπέρα. Και αυτό (αυτή;) χαμογελούσε. Είχαν να χαμογελάσουν στον Πουλή από την πρώτη μέρα του νηπιαγωγείου. Όταν γύρισε, ένα σκατουλάκι τόσο δα με μια τσάντα τεράστια και η μάνα του χαμογελούσε –καλώς τον κανακάρη μου. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που χαμογελούσαν κοιτάζοντάς τον. Και όχι κοροϊδευτικά.

Ο Γιωργάκης βαρέθηκε να στέκεται σαν τον χάχα και πλησίασε. Επειδή βαρέθηκε να στέκεται. Κάθησε κοντά της σιγά, ήρεμες κινήσεις -ο Πουλής, είπαμε, είχε μάθει τι θα πει «εύθραυστο». Εκείνη (ή μήπως εκείνο;) είχε μάτια. Μαύρα, βαθιά, δεν ξεχώριζες την ίριδα. Αλλά ήταν ωραίο να τα κοιτάζεις. Του Πουλή τουλάχιστον, του άρεσε. Ήταν σαν να πίνει κόκα κόλα διψασμένος. Χωρίς το ρέψιμο.

Εκείνη, κολύμπησε λίγο το χέρι της στον αέρα και τον άγγιξε. Ο Γιωργάκης ο Πουλής κάηκε. Για την ακρίβεια, ένιωσε παγοκολώνες να τρυπάνε το μπράτσο του, ένα τσούξιμο, βελονιαστό και καυστικό. Και μετά ήρθε η σιχασιά. Το δάχτυλο που τον άγγιξε ήταν γλιστερό σαν γλώσσα και άμορφο –βεντούζωνε πάνω του, κολλούσε, ξεκολλούσε, έρεε. Κύλισε πίσω ο Πουλής, έπιασε το μπράτσο του, είχε και ένα σημάδι κατακόκκινο, σα ρούφηγμα. Ο φόβος ξαναγύρισε παρέα με τα ξαδέρφια του –τον τρόμο και τη φρίκη. Κόντεψε να πέσει έξω από την τρύπα, έτσι που βρόντηξε στον τοίχο ο Πουλής. Υπήρχε και μια βρώμα πηχτή (σάπια λουλούδια σε βάζο) κάτω από τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου που μπλόκαρε τα ρουθούνια του. Παρ’ όλα αυτά, ο Γιωργάκης ο Πουλής ξαναγύρισε κοντά της. Ήταν μάλλον εκείνο το χαμόγελο και τα βαθιά μάτια. Ήταν και η έλλειψη ανθρώπινης επαφής, το τριπάκι που ξεθύμαινε στο μυαλό του –ο Πουλής πάντως ξαναγύρισε.

Η κατάληψη δεν πήγαινε καλά, μετά τη συναυλία. Περίεργοι τύποι έρχονταν για να μείνουν. Κουβαλούσαν διάφορα, που τα μοίραζαν σε σκονισμένες γωνιές. Ήρθαν και κάτι ξενέρωτοι δημοσιογράφοι, πήρε το θέμα διαστάσεις. «ΟΡΓΙΣΜΕΝΟΙ ΝΕΑΡΟΙ ΑΝΤΙΔΡΟΥΝ» αλλά και «ΛΕΣΒΙΑΚΑ ΟΡΓΙΑ ΣΕ ΚΑΤΑΛΗΨΗ». Τελικά, δεν χρειάστηκε να ρωτήσει κανείς –πολλές από τις κοπέλες ήταν όντως λεσβίες, το έλεγε και η εφημερίδα. Πήραν γραμμή και οι παπάδες, άρχισαν να ρωτάνε φωναχτά τι κάνει το κράτος για την προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Και οι περίεργοι τύποι έγιναν απαιτητικοί. Είχαν κάτι στιλέτα που στα μοστράριζαν για πλάκα, έτσι και είχες αντιρρήσεις στο λογαριασμό. Ο Πουλής τους φοβόταν γιατί τους χρώσταγε.

Πήγαινε πάνω από βδομάδα από τότε που την είδε για πρώτη φορά. Τώρα, αν τον ρωτούσες –ήταν σίγουρος. Την είδε και όχι το είδε.

Δεν σιχαινόταν πια. Τι να σιχαθείς άλλωστε, όταν κοιμάσαι δίπλα σε τουαλέτα με γκρεμισμένη πόρτα και σπασμένη λεκάνη; Είχε συνηθίσει τη μυρωδιά της, όποτε τον άγγιζε –γιατί τον άγγιζε –έτσουζε, όλο και λιγότερο, εντάξει, αντεχόταν. Ένα βράδυ μάλιστα, είχε ξαπλώσει δίπλα του, μέσα από το σλίπινγκ μπαγκ -ένιωθε έναν παγωμένο βάλτο να ρουφάει το δέρμα του ο Πουλής, έτρεμε όλη νύχτα αλλά του άρεσε. Μπορεί και να του σηκώθηκε, ποιος ξέρει;

Τα προβλήματα όμως ήταν αλλού. Ο Πουλής ήταν προληπτικός. Χαζά προληπτικός, γιατί ήταν χαζός γενικώς. Παλιά, ας πούμε, όταν έβλεπε μπάλα και τύχαινε να κερδίσει η ομάδα του, αφιονιζόταν. Αν τύχαινε να είναι αξύριστος την ημέρα της νίκης, έμενε αξύριστος κάθε φορά που έπαιζε η ομάδα. Αν ήταν άπλυτος, δεν πλησίαζε την μπανιέρα. Αν είχε πάει για χέσιμο πριν τον αγώνα, το ίδιο προσπαθούσε να κάνει κάθε φορά. Κόντεψε να πάθει αιμορροΐδες μέχρι να τελειώσει το πρωτάθλημα.

Έτσι και τώρα. Τριπαρισμένος την πρωτοείδε; Σαν παλαβός κυνηγούσε τον κάθε περίεργο για να μην ξεμείνει από τριπάκια. Είχε και την υποψία πως αυτή δεν υπήρχε, πως ζούσε ένα τριπ που δεν ήθελε να τελειώσει. Κοντρολάριζε και καλύτερα το φόβο του όταν ήταν φτιαγμένος. Όχι ότι την φοβόταν πια. Απλά, είχε τύχει να είναι μαζί της κάποιες φορές και όταν κοίταζε πάνω από τον ώμο της (όχι –μέσα από τον ώμο της) διασταυρωνόταν με τα μάτια της σκατόγριας. Συνέχεια στο απέναντι μπαλκόνι, μαυροντυμένη, σκελετωμένη, κατάμαυρα μάτια, δεν ξεχώριζε την ίριδα από τόση απόσταση. Αλλά τη φοβόταν τη γριά.

Μακάρι να μιλούσε μ’ εκείνη. Να της εξηγήσει, να κάνει κάτι, να χαθεί η κωλόγρια. Αλλά εκείνη δεν μιλούσε. Απλά τον άγγιζε και χαμογελούσε ήρεμα. Αυτός δεν άγγιζε. Ρουφούσε μόνο την κόκα κόλα των ματιών της και όσο έπινε τόσο διψούσε. Και, αν μια μέρα δεν εμφανιζόταν, όλα του έφταιγαν του Πουλή. Και δώστου τριπάκια να την ξαναφέρει πίσω.

Το άλλο πρόβλημα ήταν οι κάβλες. Ντρεπόταν να παραδεχτεί πως του σηκωνόταν όσο την έβλεπε, αλλά έτσι ήταν. Τον ακουμπούσε και αναστατωνόταν. Και τι να κάνει δηλαδή; Να το ρίξει στη μαλακία μπροστά της; Κώλωνε. Άσε που, και να έλειπε εκείνη, πάλι δεν μπορούσε να το κάνει. Γιατί την περίμενε κι εκείνη δεν χτυπούσε πόρτες.

Έτσι αποφάσισε να πάει στο κοντινό μπουρδέλο. Εκείνη έλειπε πάλι. Αν μπορείς να πεις βέβαια πως λείπει ο αέρας ο κρύος. Το γεγονός ήταν πως δεν την έβλεπε πουθενά γύρω του. Είχε πάει απόγευμα και ήταν πιο μόνος και από την δυστυχία. Τις τελευταίες μέρες δεν ένιωθε το αριστερό του χέρι. Και τα πόδια του, στα γόνατα παρέλυαν. Μια δούλευαν, δυο αγανακτούσαν, όταν έκανε προσπάθεια να σηκωθεί. Έσπρωξε τον τοίχο με το δεξί χέρι, το καλό, ακούστηκαν κάτι τριξίματα σαν πόρτα αλάδωτη, από τις κλειδώσεις του –σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια. Είχε κάτι ψιλά στην τσέπη, τα τελευταία –που να πάει για μεροκάματο, τίγκα στις κράμπες και τη μαστούρα. Σύρθηκε στη σκάλα, απέφυγε έναν περίεργο βαποράκη ανεπιτυχώς, έφαγε ένα κόλλημα στην κουπαστή κι ένα στιλέτο στην κοιλιά. Γλίτωσε απλώς με προειδοποίηση -«φέρε τα λεφτά που μου χρωστάς μη σου απλώσω τ’ άντερα μπουγάδα». Τέλος πάντων, κατάφερε να βγει από το σπίτι.

Το μπουρδέλο βρώμαγε. Μούχλα, σπέρμα και κακό αποσμητικό. Η πουτάνα ήταν για λύπηση, αλλά «κωλώνει το ιππικό;» Μετά τα τυπικά διαπραγματευτικά, ξάπλωσε γυμνός σε ένα ξεχαρβαλωμένο ντιβάνι. Μετά την τυπική αιωνιότητα ήρθε και η πουτάνα. Τον πλησίασε με χαμόγελο που πάγωσε ακαριαία. «Παναγιά μου, τι έχεις πάθει εσύ; Σήκω φύγε μη μου μαγαρίσεις το στρώμα!» Και δώστου να ουρλιάζει, μέχρι η περούκα της έφυγε –μια αξιολύπητη γριά, με κρεμασμένο σώμα που τσίριζε στριφογυρίζοντας. Ο Πουλής βρέθηκε στο δωμάτιό του αστραπιαία, χάνοντας το ενδιάμεσο διάστημα ντυσίματος-τρεξίματος.

Έκλαιγε όταν ήρθε εκείνη. Δεν ήξερε αν ήταν από τα νεύρα ή από την ταραχή, αλλά δεν είχε και καμιά σημασία. Εκείνη του ρούφηξε τα δάκρυα με τα δάχτυλά της. Και όλα ήταν ήρεμα πάλι. Η κωλόγρια είχε πάρει άδεια γι’ απόψε και ο Γιωργάκης ο Πουλής βυθίστηκε σε έναν γλυκερά λασπωμένο ύπνο.

Το επόμενο πρωί τον βρήκαν δίπλα στην πόρτα της τουαλέτας. Με το σλίπινγκ μπαγκ κλειστό ως τη μύτη, αναίσθητα κοιμισμένο. Τον βρήκαν οι μπάτσοι που έσπασαν, ξημερώματα, την κατάληψη. Τα παιδιά αντιστάθηκαν στην αρχή, οι γκόμενες ήταν οι πιο δύσκολες γιατί, αλήθεια, έκρυβαν ξυράφια και στιλέτα στα εσώρουχά τους. Όσο να πεις, βοήθησαν και οι περίεργοι βαποράκηδες που είχαν θρονιαστεί στα ενδότερα –πάνω στα ζόρια, βρέθηκαν περικυκλωμένα τα παιδιά.

Απέξω, μαζί με τις κλούβες περίμενε ο διοικητής του τοπικού αστυνομικού τμήματος, δυο παπάδες και μια σκελετωμένη σκατόγρια, ντυμένη στα μαύρα. Ήτανε, λέει, η προηγούμενη ιδιοκτήτρια, ωραία γυναίκα στα νιάτα της, που της είχε μείνει το σπίτι, γονική κληρονομιά. Και καθώς δεν είχε άλλους συγγενείς, μια αδερφή δίδυμη μόνο που πέθανε πάνω στη γέννα (πνίγηκε, λέγανε, από τον ομφάλιο λώρο) –τη διπλάρωσε η εκκλησία πριν από κάτι χρόνια. Γριά ήταν και τότε, της υποσχέθηκαν ρετιρέ στον Παράδεισο οι παπάδες, τους έγραψε το οίκημα και ακολούθως την τσουβάλιασαν στο εκκλησιαστικό γηροκομείο να ψοφήσει με την ησυχία της. Την είχαν ξεθάψει εσπευσμένα μόλις έμαθαν πως θα γινόταν εκκένωση από την αστυνομία, μην τύχαινε και εμφανιζόταν καμιά κάμερα –να τη στήσουν πρώτη μούρη, όλο το πανελλήνιο θα καταδίκαζε τα ανθρωπόμορφα τέρατα που στερούσαν το σπιτάκι από τη γιαγιούλα. Ευτυχώς που δεν ήρθε κανένας, γιατί έτσι ξεδοντιάρα και φρικαλέα που ήταν η γριά –δεν θα πούλαγε ούτε μονόστηλο.

Αφού τους μαζέψανε, άρχισαν την επιθεώρηση του κτιρίου. Να καταγράψουν τι ζημιές έκαναν οι κανίβαλοι στο ερείπιο –έτσι έπεσαν πάνω στον Πουλή. Χαμπάρι ο δικός σου από το σαματά, είχε πλημμυρίσει και η τουαλέτα –κοιμόταν μακάριος ο Πουλής μέσα στα λασπόνερα. Πήγαν να τον σηκώσουν δυο νταβραντισμένοι ΕΚΑΜήτες αλλά τον βρόντηξαν πάλι κάτω, αηδιασμένοι. «Ρε μαλάκα, αυτός σάπισε».

Εκεί, κολλητά στον τοίχο με το ξεχαρβαλωμένο παράθυρο, έξω από την τουαλέτα, περιμάζεψαν οι νοσοκόμοι τον Πουλή. Δωμάτιο δεν υπήρχε κοντά –στα 20 μέτρα άρχιζαν κάτι ετοιμόρροπες πόρτες, γι’ αυτό ο παπάς αναγκάστηκε, σε αυτό το σιχαμερό περιβάλλον, να του διαβάσει την ευχή –νομίζοντάς τον πεθαμένο.

Ο Γιωργάκης ο Πουλής πέθανε, αλλά όχι τότε. Άντεξε εφτά μέρες ακόμα στο νοσοκομείο –ολική παράλυση διέγνωσαν οι γιατροί, ένα μικρόβιο, σου λέει, που νεκρώνει όλους τους μύες, ζήτημα χρόνου ήταν να σταματήσει και την καρδιά.

Οι γονείς του ποτέ δεν έμαθαν που χάθηκε το παιδί. Όχι ότι τους έκαιγε κιόλας –τελειωμένο τον είχαν από τότε που έμπλεξε με τους αληταράδες και κουρεύτηκε σαν κόκορας. Και μέχρι να πεθάνει, δεν συνήλθε ποτέ ο Γιωργάκης ο Πουλής, μόνο κάτι σαλιάρικες ασυναρτησίες παράτησε δίπλα στα λερωμένα σεντόνια του θαλάμου.

Τον έκαψαν σε κλίβανο όταν πέθανε, γιατί είχε φτάσει σε προϊούσα σήψη ο Γιωργάκης ο Πουλής. Για την κοπέλα με τα άσπρα δεν έγινε καθόλου κουβέντα.

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2006

Κάτι μουχλιασμένα σκηνικά

Αυτή είναι η ιστορία του Φίλιππου. Ή Φίλιππα, ή Φίλιπς αν προτιμάς. Θα μπορούσε να την είχε γράψει ο Θερβάντες, αλλά ακόμα και η φαντασία έχει τα όριά της. Μετά αρχίζει η μαλακισμένη η πραγματικότητα.


Τον Φίλιππο τον γνώρισα στο ξεκίνημα της δημοσιοϋπαλλικής μου ποινής. Ψαρωμένος σε ένα πόστο σχετικό με την Έρευνα και την Τεχνολογία –που για να εξασφαλίσεις υπολογιστή, έπρεπε να τον κλέψεις χρησιμοποιώντας ευφάνταστες δικαιολογίες για την καρκινογόνα ακτινοβολία της οθόνης και τους ιούς που μπορούν να σαλτάρουν από το πληκτρολόγιο, τσιφ στο ανοσοποιητικό σύστημα. Έτσι απέκτησα τον πρώτο μου υπολογιστή από μια έγκυο.

Μετά τον υπολογιστή ήρθε το αμείλικτο ερώτημα παρέα με έναν ευθυνοφοβικό προϊστάμενο: «Εσύ τι είπαμε ότι έχεις σπουδάσει;» Ανατρίχιασα. Κάθε φορά που μου έκαναν αυτή την ερώτηση, ακολουθούσε βυσμάτωμα. «Κοινωνιολογία στην Πάντειο», ψιθύρισα, σεμνά και ταπεινά. «Α, τέλεια», συμπέρανε ο φοβικός. «Είσαι το κατάλληλο άτομο για να αναλάβεις την παρακολούθηση ενός προγράμματος δικτύωσης βιβλιοθηκών των ερευνητικών κέντρων». Έτσι γινόταν πάντα. «Τι έχεις σπουδάσει; Τέλεια είσαι το κατάλληλο άτομο για να αναλάβεις 2 αποθήκες υγειονομικού υλικού, να αναλάβεις την εκπαίδευση 7 σκυλιών ράτσας Αγίου Βερνάρδου, να αναλάβεις τη συγγραφή ενός εταιρικού καταλόγου, να αναλάβεις τη μετάφραση βιβλίων soft πορνό, να αναλάβεις τη μετάφραση manual σχετικά με τη λειτουργία τεθωρακισμένου οχήματος, να αναλάβεις την επιμέλεια περιοδικού γευσιγνωσίας». Στον πούτσο τους τι είχα σπουδάσει, αυτοί είχαν μια δουλειά να φορτώσουν κι εγώ ήμουν ο μαλάκας που θα την φορτωνόταν –γιατί με ρωτούσαν όμως, ποτέ δεν το κατάλαβα.

Βρέθηκα λοιπόν με έναν υπολογιστή που βογκούσε σαν ψυγειοκαταψύκτης και 18 φακέλους έργων συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και φυσικά, άσχετος. Οι φάκελοι είχαν χαρτιά και πίνακες γραμμένους σε άπταιστα σανσκριτικά. Ο υπολογιστής δε είχε word, excel, power point ούτε καμιά παρόμοια πολυτέλεια σχετική με λογισμικό γραφείου. Είχε όμως κάτι άπιαστα ρεκόρ στην πασίεντζα και το ναρκαλιευτή. Δουλεμένο μηχάνημα, όσο να πεις.

Ο μικροβιοφοβικός προϊστάμενος με προειδοποίησε. «Πρόσεχε παιδί μου, εσύ δεν ξέρεις. Οι υπεύθυνοι των έργων είναι κακοί και μοχθηροί. Θα προσπαθήσουν να σε κοροϊδέψουν, να σε παραπλανήσουν, να σου αποσπάσουν την έγκριση για έξτρα χρηματοδότηση με δόλια μέσα. Και ποτέ δεν θα σου στείλουν το δελτίο προόδου στην ώρα του. Και αν στο στείλουν θα είναι λάθος. Αλλά, ακόμα και λάθος να μην είναι θα έχει ψεύτικα στοιχεία. Πρόσεχε παιδί μου –είναι οχιές φαρμακερές αυτοί οι υπεύθυνοι. Και ο χειρότερος απ’ όλους, ο Βελζεβούλης του τάγματος των σατανάδων είναι αυτός ο Φίλιππος, ο συντονιστής του προγράμματος. Ασυνεπής και γκρινιάρης. Θα σου το παίξει φίλος για να σε τουμπάρει. Θα σκαρφιστεί δικαιολογίες, θα ρίξει τις ευθύνες του σε άλλους. Και όταν τον λυπηθείς θα σε τσακίσει αδίστακτα». Αυτές ήταν οι πρώτες συστάσεις που πήρα για το Φίλιππα.

Μετά, τον πήρα τηλέφωνο. Φορούσα το αδέκαστο γραφειοκρατικό μου ύφος, ανέβηκα και τρεις ορόφους πριν τηλεφωνήσω, για να τον κοιτάζω αφ’ υψηλού. Ήμουν ο νέος υπάλληλος. Ευγενικός, αλλά τυπικός. Καταδεκτικός, αλλά ψυχρός. Ανθρώπινος, αλλά υπηρεσιακός. Μαλακίες.

Ο Φίλιπς με διέλυσε σε ανύποπτο χρόνο. «Εσύ βρε είσαι ο καινούργιος; Χάρηκα πολύ. Πως σε λένε; Τι να τα λέμε τώρα από το τηλέφωνο –δυο βήματα είμαστε, πέρνα να σε κεράσω εσπρέσο, καλά έχουμε πάρει μια μηχανή για εσπρέσο, κάνουμε καφέ-ποίημα. Πέρνα να δεις τι δουλειά κάνουμε. Να σε ενημερώσω κιόλας». Αυτά τα πέταξε όλα μαζί, βομβαρδισμός άνεσης και εγώ δεν πρόλαβα να αρθρώσω ούτε φωνήεν. Τουλάχιστον, δεν με ρώτησε τι είχα σπουδάσει.

Το επόμενο μεσημέρι βρέθηκα με έναν κακόγουστο φάκελο παρέα, να κατηφορίζουμε για την πρώτη επαφή με τον Άρχοντα του Κακού. Ο τροφοφοβικός προϊστάμενος με είχε αποχαιρετήσει συγκινημένος -«τόσο νέο παιδί κι όμως τόσο γενναίο!» Μου είχε δώσει τις τελευταίες πατρικές συμβουλές, «μη φας τίποτα, μην πιείς ούτε νερό εκεί, πρόσεχε μη σε βάλουν να υπογράψεις» , κατέβαινα τις σκάλες ενώ το πατρικό του βλέμμα με ακολουθούσε, δεν γύρισα να τον κοιτάξω, αλλά ήμουν σίγουρος ότι ένα δάκρυ κυλούσε μέσα στα πατομπούκαλα-γυαλιά του. Βάδισα την οδό του ολέθρου περήφανος σαν γαύρος σε υαλοπωλείο. Με είχαν ζώσει και τα φίδια για εκείνη τη μηχανή του εσπρέσο –λες να την είχαν πάρει με τα λεφτά του προγράμματος; Ποια η θέση μου τότε; Το κέρασμα μέτριου καπουτσίνο συνιστούσε αποδοχή προϊόντος εγκλήματος; Ένορκες Διοικητικές Εξετάσεις περνούσαν πίσω από το μυαλό μου ενώ η σκηνή ξηλώματος κουμπιών και εθνοσήμων από τη στολή του αγέρωχου Κώστα Καζάκου στο «Κονσέρτο για πολυβόλα» βάραινε τα βήματά μου. Κουλουράκια μπορούσα να φάω άραγε;

Κάλυψα τη διαδρομή αργά-διστακτικά. Βρέθηκα μπροστά σε ένα ερευνητικό μέγαρο. Ε, ρε που πάνε τα λεφτά του κοσμάκη! Πεινάει ο λαός για να ζει μέσα στη χλιδή ο Φίλιππος και η συμμορία του! Κλώτσησα τις πόρτες με αποφασιστικότητα –ο εκδικητής τιμωρός. Οι πόρτες δεν κινήθηκαν ούτε χιλιοστό. Απεναντίας, κινήθηκε ένας φύλακας που με κοίταξε με μισό μάτι –το άλλο ενάμιση ήταν αφιερωμένο στα σταυρόλεξα. «Τι θέλει ο κύριος;». Του εξήγησα. «Όχι από εδώ κύριος. Γύρω-γύρω θα πας, από την πίσω πόρτα και θα κατέβεις στο υπόγειο».

Το γραφείο μου ήταν χάλια. Στενό, τιγκαρισμένο σε φοριαμούς, τιγκαρισμένους σε φακέλους, με θέα στον ακάλυπτο. Το μοιραζόμουν και με μια γεροντοκόρη, θεούσα, πολύ καλή γυναίκα, αλλά πολύ γεροντοκόρη και ακόμα περισσότερο θεούσα. Για να καταλάβεις, μια φορά μου είχε κάνει παρατήρηση γιατί οι σόλες από τις μπότες μου είχαν σταυρουδάκια. Έτσι ήταν το γραφείο μου, απαγορευόταν και το κάπνισμα, ξέχασα να πω.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες για το υπόγειο, ανακάλυψα πως το γραφείο μου ήταν εργασιακός παράδεισος και έχουν δίκιο όσοι λένε πως η πορεία για την κόλαση είναι καθοδική. Σοβάδες, πεσμένοι από την υγρασία, σωλήνες που έσταζαν –υγρασία. Ένας μεγάλος χώρος με ανθρώπους και υπολογιστές στοιβαγμένους. Παράθυρα –πλάκα μου κάνεις; Τηλέφωνα που χτυπούσαν στο πουθενά. Χαρτιά που ταξίδευαν έξω από ντουλάπια. Ντουλάπια που κρέμονταν πάνω από κεφάλια. Κεφάλια που ξεπρόβαλαν δίπλα σε οθόνες. Οθόνες που αναβόσβηναν δίπλα σε καφέδες. Πράγμα που μου θύμισε την καταραμένη εσπρεσομηχανή, για μια ακόμα φορά. Άρπαξα έναν βιαστικό από το μανίκι και του ζήτησα τον Φίλιππο. Έδειξε, μούγκρισε και εξαφανίστηκε πίσω από τις σκάλες.

Έτσι γνώρισα τον Φίλιππο. Γνώρισα, δηλαδή, μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο. Απλά πλησίασα μια στοίβα καταλόγων και από πίσω εμφανίστηκε κάτι σαν κεφάλι που μουρμούρισε «έφτασα, μισό λεπτό, θέλεις έναν εσπρέσο;» Μετά, το κεφάλι χάθηκε, ακολουθώντας ένα ζευγάρι κοκαλιάρικων ώμων. Έμεινα σαν τον, εντελώς, μαλάκα. Όρθιος, δίπλα σε μια καρέκλα τίγκα στη χαρτούρα, μεταξύ ανθρώπων που κυκλοφορούσαν με χορευτικό στυλ, για να μη χτυπήσουν στα γραφεία. Είχα και τον κακόγουστο φάκελο παραμάσχαλα. Ήμουν σίγουρος πια –η συμμορία τσατάλιαζε τα νεύρα των θυμάτων της και κατόπιν τους έκανε συνεργούς σε άνομες πράξεις. Τα στερημένα χρόνια των σπουδών, η φτωχή μου μητέρα που δούλευε κορδελιάστρα για να με σπουδάσει, τα εφτά αδέρφια μου που έτρωγαν ένα πιάτο φαϊ από τον πενιχρό μισθό μου και ο τυφλός παππούς που σκάλιζε τον ταμπουρά του περιμένοντάς με να γυρίσω κάθε μεσημέρι στα προσφυγικά, όλα πέρασαν βασανιστικά από το μυαλό μου. Αλλά εξαφανίστηκαν στο λεπτό, κυρίως γιατί ο παππούς μου δεν έμενε στα προσφυγικά. Ούτε κι εγώ βέβαια.

«Κάθισε, συγνώμη που άργησα, έτυχε κάτι βιαστικό –εδώ είναι ο καφές σου. Πιές και πες μου αν έχω δίκιο –καλύτερο εσπρέσο δεν θα βρεις ούτε στο Χίλτον». Δεν με πείραξε που εμφανίστηκε ο Φίλιππος από το πουθενά. Ούτε ένιωσα έκπληξη που ξέθαψε μια καρέκλα, δίπλα στη δικιά του, για να καθίσω. Μέχρι και τον εσπρέσο είχα αποδεχτεί –είμαστε άντρες, τη φυλακή την ξέρουμε και μας ξέρει. Αυτό που με σόκαρε ήταν ο ίδιος ο Φίλιππος. Αφ’ εαυτού του δηλαδή. Πως ήταν έτσι ρε αδερφάκι μου; Κοκκινοτρίχης με υποψία αξυρισιάς στα μάγουλα. Γυαλαμπούκας. Με κάτι ρούχα τσουβαλιασμένα. Αλλά ούτε αυτά με σόκαραν. Ήταν σκεβρωμένος, σα σίγμα τελικό. Ένας κοκαλιάρης Κουασιμόδος σε αναζήτηση καμπαναριού. Μίλαγε και συνέχεια. Ασταμάτητα σα να λέμε. Βρε με τι μαλάκα μπλέξαμε!

Έφυγα αργά το απόγευμα. Άνετος, λίγο ζαλισμένος, έχοντας ξεχάσει τον καταραμένο τον φάκελο. Γύρισα στο γραφείο, να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Οι υπόλοιποι είχαν φύγει. Και η γεροντοκόρη. Άναψα τσιγάρο. Έβαλα και τα πόδια πάνω στο γραφείο. Ο υπολογιστής αγωνιζόταν να ξεκινήσει. Μπερεκέτια, σα να λέμε. Έτσι με βρήκε ο θυρωρός που κλείδωνε τα γραφεία. Απόρησε. Με ρώτησε τι κάνω εδώ και του είπα. «Α, από τον Φίλιππο γυρνάς; Ωραίος τύπος έτσι;» Ο θυρωρός ήταν τυχερός. Αν, εκείνη τη στιγμή, μου έλεγε τίποτα μαλακίες για τον Φίλιππο θα τον στραγγάλιζα ευχαρίστως. Αν, από εκείνη τη στιγμή και μετά, κάποιος μου πει μαλακίες για τον Φίλιππο, θα τον ξεκοιλιάσω με συνοπτικές διαδικασίες. Και η σκατο-καφτιέρα ήταν δώρο που πήρανε ρεφενέ οι συνάδελφοι, στα γενέθλια του Φίλιππου. Εντάξει;

Ο Φίλιππος είχε τελειώσει πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη. Οικονομολόγος. Μετά του τη βάρεσε και έκανε μικρή διόρθωση πορείας. Έδωσε εξετάσεις και μπήκε ΤΕΙ βιβλιοθηκονομίας. Τέλειωσε και χτύπησε μεταπτυχιακό στην αλλοδαπή. Το’ φτασε μέχρι διδακτορικό, στην Αγγλία συγκεκριμένα, απ’ όπου κονόμησε και το σκέβρωμα. Γύρισε που λες ο Φιλιππάκος και άρχισε να μελετά την υπάρχουσα κατάσταση, παύλα, προοπτικές απασχόλησης. Έψαξε, δούλεψε ψήστης ντονέρ, περίμενε, έσκασε η θέση για υπεύθυνο βιβλιοθήκης ερευνητικού ιδρύματος, άπλωσε ο Φίλιππας τα χαρτιά του, θαμπώθηκε ο διευθυντής με τα προσόντα, ακολούθως θάμπωσε τον Πρόεδρο του ιδρύματος –τον πήραν τον Φιλιππάκο, προϊστάμενο. Στον τομέα της τεκμηρίωσης βεβαίως, που θα πει, capo di tutti capi για τον συντονισμό των ερευνητικών βιβλιοθηκών, λόγω και της σημαίνουσας θέσεως που κατείχε το ίδρυμα στην ερευνητική κοινότητα –υπόκλιση, χειροκρότημα.

Τα πρώτα χρόνια μάθαινε και συντόνιζε, συντόνιζε και μάθαινε ο Φίλιππος. Αλλά δεν του ήταν αρκετό. Πήρε μια άδεια άνευ αποδοχών και εξαφανίστηκε κατά Σουηδία μεριά. Μετά από 6 μήνες πείνας, επέστρεψε παντρεμένος και με έναν ακόμα τίτλο ειδίκευσης, στα πληροφοριακά συστήματα βιβλιοθηκών. Του είχε καρφωθεί να στήσει δίκτυο βιβλιοθηκών, με κοινή πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων. Σχέδιο εμπνευσμένο και μεγαλεπήβολο, αν σκεφτείς ότι οι βιβλιοθηκάριοι πλησίαζαν ακόμα και τα φωτοτυπικά με προσοχή, μην τους δαγκώσουν τη γραβάτα.

Και επειδή ο Φίλιππος δεν ήταν εξωγήινος, δούλεψε το σχέδιο με τη σωστή τακτική. Συγκέντρωσε τους βιβλιοθηκάριους και τους πρότεινε να υλοποιήσουν ένα πρόγραμμα προμήθειας εξοπλισμού και πρόσβασης στο internet, όλοι μαζί. Δέχτηκαν, δεν ήταν και τίποτα φοβερό. Έπιασε τον διευθυντή και του πρότεινε το ίδιο πρόγραμμα, με το Ίδρυμα επικεφαλής. Δέχτηκε ο διευθυντής που ψώφαγε να καπελώνει και να δείχνει έργο. Την έπεσε στον Πρόεδρο και τον έψησε να χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες του για να προωθήσει το πρόγραμμα. Έφτιαξε και τις προδιαγραφές του έργου έτσι που να περιλαμβάνεται εκπαίδευση και προεκτάσεις για το μέλλον –την έστησε τη φάση ο φρεσκοπαντρεμένος Φίλιππος.

Πήρε τις εγκρίσεις και τις συγκρίσεις, ξεκίνησε ο Φίλιππος με την ομάδα των βιβλιοθηκάριων, ο Ύμνος της Διεθνούς τους έλειπε μόνο για να καταλάβουν τα θερινά ανάκτορα. Υπολογιστές αγοράστηκαν, εκτυπωτές σεταρίστηκαν, κάρτες δικτύου άνοιξαν στον έξω κόσμο, δούλευαν και μάθαιναν οι χαρωποί βιβλιοθηκάριοι, έτρωγαν και κάτι ψάρια με τσίπουρο στα ενδιάμεσα, στην υγεία σου Φίλιππα, γαμώ τις παρέες έφτιαξες ρε παιδί. Μέχρι που η μέση ήρθε και πιτσικάρισε εντελώς, έχρηζε άμεσης επεμβάσεως το πρόβλημα, ένα μήνα στο νοσοκομείο ο Φίλιππος. Βγήκε άλλος άνθρωπος –τρίχες, βγήκε όπως ακριβώς μπήκε, απλά του έφεραν τη μέση ένα κλικ πίσω, να μη μοιάζει με ελβετικό σουγιά ο άνθρωπος. Κατά τα λοιπά, ο σίγμας τελικός Φίλιππος βρήκε χάος. Ότι έφτιαχνε, κόλλησε στην απουσία του. Το πρόγραμμα δεν τσούλαγε, οι βιβλιοθηκάριοι χωρίς καθοδήγηση γύρισαν στον ανελέητο πόλεμο με το φωτοτυπικό για την διάσωση της γραβάτας, βάλτος με βατράχια το μεγαλεπήβολο.

Σε εκείνη ακριβώς τη συγκυρία, εμφανίστηκα εγώ. Μου τα εξηγούσε ο Φίλιππος, με φόρτωνε με όρους και ορολογίες, με στράβωνε με σχεδιαγράμματα και χρονοδιαγράμματα –Χριστό δεν καταλάβαινα. Το μόνο που έβλεπα ήταν πως απέναντί μου είχα έναν άνθρωπο με ένα όραμα –νταϊμένσιον δυο σε ένα, σα να λέμε. Αυτό το σεβόμουν. Και επειδή δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω, ήταν κι ο Φίλιππας ξεσηκωτικός, είπα να βοηθήσω.

Ακόμα θυμάμαι την πρώτη συνάντηση με τους βιβλιοθηκάριους. Κάτι μυστήριοι λαϊκοί, παρέα με σπασίκλες σχολικής τάξης, αγκαζέ με αλαφροΐσκιωτους και κακοχυμένες κυρίες προκεχωρημένης ηλικίας. Το παραδέχομαι, αν κυκλοφορούσε καμιά γκομενίτσα θα ήμουν πιο ζεστός. Αλλά, ξεραΐλα και ασυνεννοησία. Τους έβγαλα έναν ψαρωμένο μονόλογο και παραχώρησα τη θέση μου στον Φίλιππο. Ξαλαφρωμένος.

Έκρυβε τη μπάλα ο Φίλιππος όταν άρχιζε να μιλάει σε κόσμο. Μπέρδευε αστεία με βρισίδια, σχέδια με φιλοσοφίες, αυγά με καλάθια. Και κατέληγε σε σαφές σχέδιο δράσης. Πάντα. Θα κάνουμε αυτό και έτσι. Θα τελειώσουμε τότε και θα προχωρήσουμε στο επόμενο. Αντιρρήσεις; Πάμε παρακάτω –κατανομή ρόλων, αρμοδιοτήτων, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι. Παρατηρήσεις; Εντάξει, στη δουλειά σας τώρα. Έτσι έλεγε ο Φίλιππος, «στη δουλειά σας» και έφευγε ο κόσμος αποφασισμένος. Σίγουρος. Θα το κάνουμε ρε. Γίνεται. Αφού το λέει ο Φίλιππος.

Ο επόμενος χρόνος πέρασε με ξενύχτια. Αυτοί ξενυχτούσαν στα γραφεία τους και μαζί ξενυχτούσαμε σε ταβέρνες. Ο Φίλιππος οργανωτής, η Σουηδέζα από δίπλα και το ψάρι πήγαινε σύννεφο. Εμένα δε μου αρέσει το ψάρι, αλλά μου άρεσε η παρέα. Βγαίναμε γκολ από τα τσίπουρα και παραπατούσαμε μέχρι τα σπίτια μας. Εκτός από τον Φίλιππο. Αυτός κοίμιζε τη Σουηδέζα και πεταγόταν μέχρι την υπόγα. Όλο και κάποια δουλειά είχε αφήσει στη μέση. Ο Φίλιππος.

Ήταν πρωί, θυμάμαι και γλεντούσα. Η θεούσα βρισκόταν σε άδεια, τεκές το γραφείο και καμάρωνα τις μπότες με τα σταυρουδάκια. Ο ανθρωποφοβικός προϊστάμενος μόλις είχε αποχωρήσει. Ενδιαφερόταν για την πρόοδο του προγράμματος. Μην ανησυχείτε, πάμε καλά. Ενδιαφερόταν για τη νομιμότητα των ενεργειών. Μην αγχώνεστε, είμαστε σύννομοι, εμπρόθεσμοι και αδιάλλακτοι. Αμέσως μετά με πήρε τηλέφωνο ο Φίλιππος. Σοβαρός σαν σημαιοφόρος σε παρέλαση. Συνωμοτικός σαν σιωνιστής αρχιτέκτονας. Ήθελε να βρεθούμε, σύντομα και (χρειάζεται να το πω;) μυστικά.

Εμφανίστηκε στο γραφείο μου, ένας Φίλιππος καμουφλαρισμένος, με μαύρα γυαλιά, καμπαρντίνα και ψεύτικο μουστάκι. Εντάξει, τα παραλέω, το μουστάκι του ήταν αληθινό. Μου εξήγησε πως περνάμε στο δεύτερο μέρος του σχεδίου. Τώρα που είχε αποκτηθεί ο εξοπλισμός, τώρα που οι βιβλιοθηκάριοι είχαν δέσει μεταξύ τους, ήταν η ώρα να πέσει η ιδέα της Κοινοπραξίας. Διέκρινα μια νευρικότητα με το που είπε τη συγκεκριμένη λέξη. Έσβησε το ανύπαρκτο τσιγάρο του αμήχανα, κοίταξε γύρω μήπως είχε ξεφυτρώσει κανένα αυτί από τον απέναντι τοίχο –αγχώθηκε γενικότερα. Η ιδέα ήταν να στηθεί μια ένωση των ερευνητικών βιβλιοθηκών, η οποία θα είχε μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στους εκδότες και θα έλυνε το πρόβλημα των συνδρομών σε περιοδικά. Θα σε κουράσω λίγο, αλλά πρέπει να το εξηγήσω αυτό.

Οι βιβλιοθήκες των ερευνητικών κέντρων είχαν ένα μεγάλο έξοδο –τα επιστημονικά περιοδικά. Η ομάδα του Φίλιππα έβγαζε κάθε χρόνο έναν κατάλογο σχετικά με το που υπάρχει τι. Σε μια προσπάθεια να μην αγοράζουν όλοι τα ίδια. Σου λέγανε τα παλικάρια –αφού υπάρχει ο τίτλος κάπου αλλού, αν δεν σου είναι τρομερά απαραίτητο, μην τον πάρεις. Ζήτα από την άλλη βιβλιοθήκη να σου στείλει τα άρθρα που σε ενδιαφέρουν με fax και αγόρασε κάτι άλλο. Ωραία ιδέα, δεν είχε πρόβλημα και ο διευθυντής του Φίλιππου γιατί με τέτοιες ενέργειες καθιερωνόταν το νταβατζιλίκι του Ιδρύματος στο χώρο. Αλλά το πρόβλημα ήταν ακριβώς εκεί -γέμιζε τις αποθήκες και άδειαζε τους προϋπολογισμούς. Γιατί το πρόβλημα λεγόταν «χαρτί». Ότι αγόραζες σε χαρτί κόστιζε. Η πρόταση του Φίλιππου ήταν ηλεκτρονική πρόσβαση στις βάσεις των εκδοτικών οίκων. Και CD με τα παλιά τεύχη για να διατηρείς το αρχείο σου. Μικρότερο κόστος, ελάχιστος αποθηκευτικός χώρος, τεράστια αύξηση της πληροφορίας. Καλάθι και φάουλ, πάνω στο σφύριγμα της λήξης.

Ενθουσιάστηκα. Έβλεπα το όνομά μου να αναφέρεται ήδη με φωσφοριζέ γράμματα στη μαρκίζα της Κοινοπραξίας. Ο δημόσιος υπάλληλος που έφερε την καινοτομία. Η ιστορία γραφόταν κι εγώ ήμουν με το μέρος των πρωτοπόρων. Τόσο απλά κι όμως τόσο μπροστά! Αλλά γιατί αγχωνόταν ο Φίλιπς δεν καταλάβαινα. Και δεν μου εξηγούσε κιόλας ο άτιμος.

Στη συνάντηση των βιλιοθηκαρίων έγινε της αγίας ομοφωνίας. Κάποιοι σκεπτικιστές πνίγηκαν στο κύμα της ευφορίας που επικρατούσε. Αφού να φανταστείς, εκείνη τη μέρα δεν βγήκαμε καν για τσίπουρα –τα παραγγείλαμε από το καφενείο του κτιρίου. Το βράδυ μας βρήκε μεθυσμένους και αισιόδοξους –δεν είχαμε φάει ψάρι για πρώτη φορά, μέσα στην ευδαιμονία κι εγώ. Ο Φίλιππος εξαφανίστηκε προς το τέλος της σεμνής τελετής για να ετοιμάσει τη χαρτούρα. Θα μου την έστελνε το συντομότερο, για να την προωθήσω στα ανώτερα κλιμάκια. Ταυτόχρονα, οι βιβλιοθηκάριοι θα έπαιρναν τις υπογραφές συμμετοχής στην Κοινοπραξία, από τους Προέδρους των φορέων τους.

Οι βιβλιοθηκάριοι μάζευαν υπογραφές με φρενήρη μεθοδικότητα. Δεν ξέρεις τι πουτάνες είναι οι βιβλιοθηκάριοι. Με τι καλή έννοια, έτσι; Πρόκειται για όντα κλεισμένα σε ανήλιαγα υπόγεια, ραχιτικά πλάσματα του σκότους που τα θυμάσαι μόνο όταν καίγεσαι για πληροφόρηση. Αυτά, από τη μεριά τους, έχοντας πλήρη συναίσθηση του ρόλου τους, κάνουν τον μικρότερο δυνατό θόρυβο. Πάντα -αλλά και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Φαντάσου την εικόνα: ο Πρόεδρος, βαρύς, επιβλητικός, πάνσοφος και μεγαλοδύναμος στη γραφειάρα του. Ο άνθρωπος των σκιών ξεπροβάλλει κι ο Πρόεδρος με το ζόρι καταπνίγει την αηδία του. Τι να θέλει ο μούχλας; Χαρτιά κάτω από τη μύτη του Προέδρου. Ο Πρόεδρος δεν ρωτάει –υπογράφει. Μια φορά έκανε την απερισκεψία να ρωτήσει τον μουχλάνθρωπο κι αυτός θρονιάστηκε για μισή ώρα. Ο Πρόεδρος υπογράφει βιαστικά, να ξεμπερδέψει, να τον ξεφορτωθεί. Βλέπεις την εικόνα;

Στην επόμενη συνάντηση μπήκαν όλοι σίγουροι. Κατακτητές. Με τις υπογραφές των Προέδρων, με νταούλια και βιολιά. Κι ο Φίλιππος είχε φέρει τη δική του υπογραφή αλλά έτρεμε από άγχος. Οι άλλοι κατέβαζαν τα κουλουράκια, ανακατεμένα με πορτοκαλάδες, κάνανε χαβαλέ –ο Φίλιπς μιλούσε με το μάτι κολλημένο στην πόρτα. Σαν αντιστασιακός που άκουγε Θεοδωράκη μέσα στη χούντα έκανε ο μπαγάσας. Αλλά, βγάζεις άκρη με τον Φίλιππο;

Η άκρη βγήκε, ή, για να το πω πιο σωστά, μπήκε στα μέσα της συνάντησης. Και φορούσε μουτσούνα διευθυντή του Φίλιππου. Λέγε με απλά «αγριάνθρωπο».

Ο διευθυντής ήταν τεράστια μορφή στον χώρο. Αντιστασιακός επί χούντας, με δωρεάν διακοπές στη Μακρόνησο. Έτσι λέγανε τουλάχιστον. Κουνιάδος μεγαλο-υπουργού της κυβέρνησης. Έτσι λέγανε. Επιστημοναράς. Μηδέν δημοσιεύσεις στα τελευταία 10 χρόνια. Αρχι-τραμπούκος. Παράσιτο των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Χωμένος σε κάθε φτιάξη του τομέα του –φτάνει να μυριζόταν λεφτά ή δόξα. Ή και τα δυο –δεν ήταν ακατάδεκτος ο διευθυντής. Ένα αρχίδι, με λίγα λόγια ο διευθυντής, από αυτούς που κάνουν χειραψία και μετράς τα δάχτυλά σου μετά.

Ο διευθυντής διέκοψε τον ομιλητή και πήρε τον λόγο με συνοπτικές, δημοκρατικές, διαδικασίες. Μίλησε απλά, πατρικά στην αρχή. Καλά μου παιδιά, συγχαρητήρια για την ιδέα σας και τις προσπάθειές σας, μπλα, μπλα. Αλλά υπάρχουν κίνδυνοι –νομικής φύσεως. Κι αν πέσουν οι servers; Κι αν κλείσουν οι εκδότες; Είναι ρίσκο να μην έχεις κάτι στα χέρια σου. Αέρας οι ηλεκτρονικές εκδόσεις, ένα τσαφ και χάθηκαν τα πάντα. Ο Φίλιππος τον παρακολουθούσε με φάτσα –ουράνιο τόξο. Αμίλητος κατά τα άλλα. Μέχρι που ένας τυπάκος, πιτσιρικάς, ενθουσιώδης, νέο αίμα στις βιβλιοθήκες σκέφτηκε να αντιδράσει. Πήρε τον λόγο από τον διευθυντή και έφερε κάποιες αμυδρές αντιρρήσεις. Αν οι servers πέφτουν, άλλο τόσο τα κτίρια παίρνουν φωτιά. Έχουμε και μελέτη κόστους-οφέλους που αποδεικνύει … Μέχρι εκεί πρόλαβε.

Ο διευθυντής χαμογέλασε. Μετά κοκκίνισε. Μετά γούρλωσε τα μάτια. Του εξήγησε, ήπια, πως τις μελέτες κόστους-οφέλους τις έχει για να σκουπίζει τον κώλο του. Του επεσήμανε πως δεν δεχόταν αντιρρήσεις από χτεσινούς και αρχιδάκια σαν και του λόγου του. Πως ότι κανονίζαμε εδώ μέσα ήταν μια παπαριά και θα μας γαμούσε πάραυτα, που μπλέξαμε τους Προέδρους στις συνωμοσίες μας. Χτύπησε το τραπέζι με τη γροθιά του και έφυγε φουριόζος συμβουλεύοντας τους μαλάκες παρευρισκόμενους να ψάξουν για καινούργια δουλειά, γιατί, αυτός, προσωπικά, θα φρόντιζε για την απόλυσή τους, αύριο το πρωί. Σταράτες κουβέντες, όσο να πεις.

Όντως, από το επόμενο πρωί, μας πήρε ο διάολος και μας σήκωσε. Ο αλλαγοφοβικός προϊστάμενος με ξέχεσε ευγενικά, επισημαίνοντας πως αυτός δεν ήξερε τίποτα επί του θέματος και πως η ευθύνη θα ήταν εξ ολοκλήρου δική μου. Οι συνάδελφοι με χτυπούσαν στην πλάτη και προσφέρονταν να κεράσουν το τελευταίο γεύμα του μελλοθανάτου. Μέχρι και η θεούσα με άφησε να καπνίσω στο κοινό μας γραφείο. Αυτό το τελευταίο ήταν πολύ κακό σημάδι.

Τότε αποφάσισα να κάνω την κίνησή μου. Πριν γελάσεις, θα πρέπει να σε προειδοποιήσω πως ήμουν νέος και άπειρος υπάλληλος. Δεν είχα πολύ καιρό στο Δημόσιο, έπεσα και πάνω στον οραματιστή, δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος για να την ψωνίσει. Και να πιστέψει πως υπάρχει λογική στο Δημόσιο. Ότι η πιο συμφέρουσα πρόταση υλοποιείται. Ότι φροντίζουμε για το κοινό καλό. Γελάς; Καλά κάνεις.

Όπως και νάχει το πράγμα, αποφάσισα να μιλήσω στον Γενικό Γραμματέα μου. Καλός άνθρωπος ήταν (είχα ακούσει), προοδευτικός και πρώην πρύτανης Πανεπιστημίου. Δεν μπορεί, θα μας καταλάβαινε. Δεν μπορεί. Μπορεί;

Ο Γραμματέας με άκουσε προσεκτικά και με έχεσε πατόκορφα, αμέσως μετά. Τι για μετάθεση στο Σουφλί μου είπε, τι για αυτόματη μετατροπή μου σε κλητήρα, έκλεισε το λογύδριο με κάτι Χριστούς, Παναγίες και καντήλια τα οποία κατέβαιναν σε καταρρακτώδη ρυθμό –σαφής και ειλικρινής ο Γενικός. Και γενικώς και ειδικώς.

Έφυγα από το γραφείο του με την αποκρυσταλλωμένη άποψη πως είχα σβήσει πλέον από τον δημοσιοϋπαλληλικό χάρτη. Και την ουρά στα σκέλια, δεν χρειάζεται να το πω. Τις επόμενες μέρες έπαιξαν το ίδιο τραγούδι και στον Φίλιππο. Διευθυντής, Πρόεδρος, Γενικός Γραμματέας και πάλι πίσω. Κι αυτός κρατούσε τις υπογραφές των Προέδρων για τη συμμετοχή στην Κοινοπραξία και περίμενε να τελειώσει η μπόρα. Αμήχανος, ήσυχος, φοβισμένος, ενιότε μέχρι και αγανακτισμένος. Όχι πολύ –όχι όσο χρειαζόταν.

Δεν αργήσαμε να πάρουμε χαμπάρι ότι μας είχαν πετάξει στο λάκκο με τα κωλοδάχτυλα. Εμένα μου πήραν τους φακέλους και μου άλλαξαν τμήμα. Έβγαζα πλέον χρηματοδοτήσεις για πειραματικές εφαρμογές στη βιομηχανική παραγωγή. Τιμολόγια, εντάλματα, ισολογισμοί –μόνο οι μαύρες μανσέτες μου έλειπαν. Ο μαλακοφοβικός προϊστάμενος έκανε πως δεν με ξέρει. Φυσικά, στην καινούργια μου θέση δεν παρέλειψαν να με ρωτήσουν τι είχα σπουδάσει.

Ο Φίλιππος βρέθηκε με καινούργιο προϊστάμενο στο κεφάλι. Ένα μαλακιστήρι, σπουδαγμένο στην Αμερική, τσιράκι του διευθυντή. Υφιστάμενος του καινούργιου προϊσταμένου ο Φίλιπς με αρμοδιότητες μηδέν. Μόνο μια γλάστρα του άφησαν να ποτίζει, ήταν βλέπεις δώρο από τη Σουηδέζα που παρακολουθούσε αμήχανη την διαδραστική προβολή.

Οι βιβλιοθηκάριοι σκόρπισαν στην πρώτη ριπή του ανέμου –σα να λέμε στην πρώτη «αυστηρή προειδοποίηση από τους Προέδρους». Φρίκαραν οι άγιοι άνθρωποι οι Πρόεδροι -μέχρι χτες νόμιζαν πως ο θόρυβος στα υπόγεια γινόταν από ποντίκια. Και σήμερα βρέθηκαν μέλη Κοινοπραξίας, να δέχονται απειλητικά τηλεφωνήματα από Υπουργούς.

Ο διευθυντής του Φίλιππου βρήκε γρήγορα τη λύση. Η Κοινοπραξία θα γινόταν, αλλά θα αφορούσε έντυπα –χαρτί, όχι βάσεις δεδομένων και κολοκύθια με τη ρίγανη. Άντε να αγόραζαν και το περιεχόμενο σε CD, να τα έχουμε διπλά τα αντίτυπα, τι διάολο, στην ηλεκτρονική εποχή ζούμε. Και το Ίδρυμα θα είχε κυρίαρχο ρόλο. Ότι ήθελαν οι υπόλοιποι θα το αγόραζε αυτό. Μετά, θα τους το πουλούσε σε φωτοτυπίες. Μόνο που χρειαζόταν έξτρα χρηματοδότηση. Τους την έδωσαν για να μη φωνάζει. Κι ας εκτοξεύτηκε το κόστος σε τρελά ύψη. Λεφτά έφυγαν στον αέρα. Προϋπολογισμοί ξεχείλωσαν. Συγχρηματοδοτούμενα έργα γεννήθηκαν για να καλυφθούν οι ανύπαρκτες ανάγκες. Μπράβο ρε Φίλλιπα, γαμώ τις ιδέες είχες, το Ίδρυμα σε ευγνωμονεί.

Στους τρεις μήνες την έκανε ο Φίλιππος. Βρήκε θέση υπεύθυνου βιβλιοθήκης και εκπαιδευτικού υλικού στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου, τράβηξε μια παραίτηση χορταστική σαν μακαρονάδα-έξτρα σάλτσα και την έκανε διακριτικά. Κανένα δεν χαιρέτησε, καμιά ειδοποίηση, από κάτι γνωστούς στο Ίδρυμα μάθαμε πως «Φίλιππος τέλος». Ο αέρας εξακολουθούσε να φυσάει, αλλά δεν υπήρχε τίποτα πλέον να παρασύρει. Προσεχώς νηνεμία.

Τον είδα άλλες δυο φορές τον Φίλιππο. Στο σπίτι του αναιδή βιβλιοθηκάριου που είχε κοντράρει τον extra large διευθυντή. Είμασταν λίγοι από τους παλιούς, ο Φίλιππος και η Σουηδέζα. Ο Φίλιππος μέσα στα σχέδια. Ανέλυε προοπτικές για τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου, παρουσίαζε πλάνα, χρονοδιαγράμματα κατά ριπάς. Αλλά δεν ήταν ο παλιός Φίλιππος. Σκοτείνιαζε στο ξεκάρφωτο, μπέρδευε τα λόγια του –αυτός που πριν μιλούσε σε ρυθμό πολυβόλου. Η συνάντηση ξεστράτισε με την εμφάνιση του παραδοσιακού γαμωψάρου. Είχε πιάσει και η Σουηδέζα την γκρίνια, για την ξεραΐλα στο νησί και την αφόρητη ζέστη στην Κύπρο, υγρασία, σκατόκαιρος –δέντρα δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα στη Λευκωσία. Άσε τις παρέες, άσε το τουπέ της πανεπιστημιακής κοινότητας, μέσα στα μέλια και τα σιρόπια η Σουηδέζα. Το διαλύσαμε στην πρώτη δικαιολογία.

Πέρασαν δυο χρόνια μέχρι να ξαναδώ τον Φίλιππο. Στα ξεκάρφωτα, όπως και την προηγούμενη φορά, οι δυο μας τώρα, όχι όπως την προηγούμενη φορά. Χάλια είχε γίνει ο Φίλιππος. Είχε ξεπεράσει το στάδιο «ελβετικός σουγιάς», η απόσταση μύτης-γονάτων μειωνόταν απειλητικά πλέον. «Έχει κάποια υγρασία στη Λευκωσία», δικαιολογήθηκε χαμογελώντας χαζά. Και η Σουηδέζα τέλος –βαρέθηκε η γυναίκα, την τσάκισε το κλίμα, την έπνιξε η σκόνη. Δεν είχε κι έναν άνθρωπο να μιλήσει, ο Φίλιπς πρωί πήγαινε στη δουλειά, πρωί γύριζε (μετά από δυο-τρεις μέρες). Από το σπίτι πέρναγε μόνο για μπάνιο και ύπνο. Πολύ μπάνιο ένεκα η υγρασία, λίγο ύπνο γιατί έτρεχαν οι υποχρεώσεις. Του άφησε δυο φάσκελα ζωγραφιστά παρέα με κάτι άει γαμήσου στα σουηδέζικα και εξαφανίστηκε, που λες, η γυναίκα.

«Και τώρα τι κάνουμε Φιλιππάκο;», ρώτησα αδειάζοντας κάποιο πλανόδιο καραφάκι τσίπουρου.

«Πάλι από την αρχή βρε, τι νόμισες; Είμαι σε συνεννόηση με τα ελληνικά πανεπιστήμια, αυτοί έχουν φτιάξει κοινοπραξία, όπως τη λέγαμε τότε, θα βάλω και την Κύπρο μέσα, οι εκδοτικοί δεν θα έχουν πρόβλημα, έχω κάνει διερευνητικές κινήσεις, κάτι νομικά μας μπερδεύουν, αλλά θα τα λύσουμε, μετά θα συστήσουμε…»

Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Είμαι σίγουρος ότι ο Φίλιππος ακόμα μιλάει. Μια ζωή να παλεύει για το αυτονόητο, ξενύχτια σε υπόγεια πολυτελών κτιρίων για σχέδια που θα γαμηθούν με την πρώτη ευκαιρία.

Αυτή είναι η ιστορία του Φίλιππου. Θα μπορούσε να την είχε γράψει ο Κάφκα, αλλά η επιστημονική φαντασία δεν ήταν της μόδας στην εποχή του. Μετά άρχισε η μαλακισμένη η αποκτήνωση.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι