Ήταν μια χοντρή, μαύρη στον έλεγχο διαβατηρίων που ψείριζε τη μαϊμού. Ερωτήσεις μάγκα μου, για πόσο καιρό ήρθες, που θα μείνεις και βγάλε τα γυαλιά και γύρνα ανφάς, προφίλ –τέτοια πράγματα. Συνηθισμένα πράγματα για το
Hose Marti της Αβάνας, μόνο που, φέτος, απαγόρευσαν το κάπνισμα και στην αναμονή για τον έλεγχο διαβατηρίων. Η κυρία δεν έλεγε να τελειώσει με τις ερωτήσεις και δώστου να περνάει το διαβατήριο από το μηχάνημα -10 ώρες πτήση χωρίς τσιγάρο, αν αργούσε λίγο ακόμα να μου ευχηθεί «καλή διαμονή» θα κυλιόμουνα στα πλακάκια, με προχωρημένο στερητικό σύνδρομο.
Στο ταξί, έκανα τράμπα το Holborn με γλυκόριζα για ένα πουράκι Punch και κατέβαζα καπνό ανακατεμένο με πηχτή υγρασία, χαζεύοντας τα λεωφορεία-καμήλες. Η Tomboy δίπλα μου σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο πράγμα –μόνο που προτιμήσαμε να μείνουμε με το ηλίθιο χαμόγελο, παρά να φωνάξουμε: φτάσαμε Κούβα επιτέλους, γαμώ την πουτάνα μου.
Havana vieja
Ενάμιση χρόνο στην Αθήνα μετράγαμε τις μέρες για να επιστρέψουμε στο νησί –την πρώτη φορά ήμασταν τουρίστες, τώρα πηγαίναμε να δούμε φίλους και γνωστούς, θα έκανε και την επέμβαση η Tomboy, να ξεφορτωθεί τη μυωπία της –όλα αγγελικά πλασμένα, ακόμα και η άκαυτη βενζίνη που άφηνε πίσω του ο ταξιτζής.
Στο σπίτι είχαμε τις γνωστές συγκινητικές σκηνές –ο Tony και η Diana μας πλάκωσαν στις αγκαλιές και τα φιλιά -μόνο αυτός ο κοπρίτης ο Perry τράβηξε κάτι γαυγίσματα ξεγυρισμένα. Μας ξέχασε; Μας γκρίνιαζε που λείψαμε τόσον καιρό; Άντε να βγάλεις άκρη με το τρελλόσκυλο. Πάντως ήμασταν σπίτι μας, στο δωμάτιό μας, το κρεβάτι μας, τον ανεμιστήρα μας –τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ή έτσι νομίζαμε.
Γιατί την επόμενη μέρα, βρεθήκαμε σε μια διαφορετική Αβάνα.
Μη φανταστείς βέβαια τίποτα κοσμοϊστορίκες αλλαγές –όμως οι δρόμοι είχαν γεμίσει αυτοκίνητα (ας είναι καλά ο Τσάβες με τα πετρέλαιά του), τα ιστορικά κτίρια της Malecon αναστυλώνονταν επιτέλους και το κέντρο βρωμούσε υπερβολικά (γαμημένη υγρασία). Το τουριστικό κέντρο της Αβάνας μας φάνηκε πολύ άσχετο αυτή τη φορά. Γυρνούσαμε σαν τους μαλάκες, δεν θέλαμε να πάμε πουθενά συγκεκριμένα, ήλιος, ζέστη και βαρεμάρα –τα μαγαζιά μισογεμάτα με εκστασιασμένους ασπρουλιάρηδες και οι μικροαπατεώνες στην αναζήτηση κορόιδων. Μπορεί να έφταιγε και η επέμβαση, που την περιμέναμε ανήσυχοι –το σίγουρο ήταν πως δεν είχαμε κάνει 14 ώρες ταξίδι γι’ αυτή την Αβάνα. Γυρίσαμε τρέχοντας σπίτι, να πούμε καμιά κουβέντα με τους δικούς μας, μπας και ανακαλύψουμε τι δεν μας καθόταν καλά.
Στο τέλος καταλήξαμε να χαζεύουμε τηλεόραση –πέσαμε πάνω στα γενέθλια του Ραούλ Κάστρο, έδειχναν ένα δεκάλεπτο αφιέρωμα. Είχα χρόνια να δω τον Ραούλ σε φωτογραφίες ή στις ειδήσεις. Έχει φτάσει εβδομηνταφεύγα χρονών –πέντε χρόνια μικρότερος από τον Φιδέλ. Χαζεύοντας τον να χαιρετάει κόσμο αναρωτήθηκα πόσο μαλάκες μπορεί να είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως, όταν πεθάνει ο Φιδέλ, την εξουσία θα πάρει ο Ραούλ που είναι πιο σκληροπυρηνικός. Εντάξει, ο Ραούλ ήτανε κάποτε κομμουνιστής φανατικός και πιστός σε άκαμπτες κομματικές νόρμες, αλλά τώρα πλέον είναι ένα γεροντάκι, δυσκίνητο και ετοιμοθάνατο. Καμιά σχέση με την ενεργητικότητα του Φιδέλ –πάω στοίχημα πως ο μεγάλος θα τον θάψει κι αυτόν. Έτσι εξηγείται που οι Κουβανοί μας κοίταζαν σαν εξωγήινους κάθε φορά που τους ρωτούσαμε για το ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας από τον Ραούλ Κάστρο.
Από τη Δευτέρα άρχισε το νταραβέρι της Tomboy με την κλινική. Εξετάσεις, κόντρα εξετάσεις, ο θυρωρός να ξεκαρδίζεται στα γέλια με το άκουσμα του ονοματεπώνυμου της Tomboy, τρόμαξε ο άνθρωπος μέχρι να εξηγήσει στη γραμματεία ποιος είχε έρθει και για ποιο σκοπό. Για τις λεπτομέρειες της όλης ιστορίας, θα γράψει, ελπίζω, η Tomboy –να πω μόνο πως κόντεψαν να με πάρουν τα ζουμιά την επόμενη μέρα, μετά την επέμβαση, όταν έβλεπα τη γιατρό και τις νοσοκόμες να αγκαλιάζονται με την Tomboy λες και ήταν χρόνια φιλενάδες. Φεύγοντας από την κλινική είχα αποκτήσει πλήρη εικόνα της έννοιας «ανθρώπινο περιβάλλον».
Santa Clara
Τέλος πάντων, μετά την επέμβαση βρήκαμε τα νερά μας. Αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε στο κλίμα, ήρθε και η Leisy, η φιλενάδα της Tomboy –για συμπαράσταση. Βρίσκαμε τους γνωστούς μας μαζί με τους ρυθμούς μας. Και κόψαμε την περιήγηση στο κέντρο. Η γειτονιά μας είναι το Vedado, τουρίστες δεν κυκλοφορούν πολλοί, γεμάτη πάρκα η συνοικία και μπαράκια με live. Αυτή την Αβάνα θέλαμε, αν γινόταν μόνο να είχε λιγότερη υγρασία … Η Leisy μας έψηνε να πάμε στο σπίτι της, στη Santa Clara, να γνωρίσουμε τον άντρα της, τους γονείς της, όλοι ήταν περίεργοι εκεί πέρα για τους Έλληνες, περίμεναν να δουν τα αλλοδαπά φρούτα. Έτσι, βρεθήκαμε στη Santa Clara.
Στην αρχή φρίκαρα. Μετά αγχώθηκα. Αργότερα αποφάσισα πως πρέπει να την κάνουμε από εκεί -το συντομότερο δυνατό. Χάλι η Santa Clara αδερφέ! Οι δρόμοι πλακόστρωτοι και γεμάτοι σκατά διαφόρων ειδών. Σκυλόσκατα, αλογόσκατα, ανθρωπόσκατα (ίσως). Κάτι σαν ελληνικό χωριό, αλλά από εκείνα τα παλιά, τα αγροτικά. Νερό δεν υπήρχε στα σπίτια (το μάζευαν στις αυλές, σε ντεπόζιτα, από τη βροχή), το χαρτί εξαφανισμένο από τις τουαλέτες, -εφημερίδες στο καρφί της ξύλινης πόρτας, από 5 χρονών είχα να δω, όταν πηγαίναμε στο χωριό της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου. Αλλά είχαμε έρθει και έπρεπε να μείνουμε. Νοικιάσαμε κι ένα δωμάτιο-εφιάλτη, η υγρασία είχε λιώσει τοίχους και πατώματα –η κατάθλιψη μας χτυπούσε φιλικά την πλάτη. Όλα αυτά μέχρι να γνωρίσουμε τους ανθρώπους.
Πως λέμε «πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία»; Καμμία σχέση. Εκεί οι άνθρωποι χαμογελούσαν ολόκληροι, γιατί χαίρονταν που ήρθες να τους δεις. Δεν είχαν τίποτα να σε κεράσουν, αλλά σε κερνούσαν παρ’ όλα αυτά. Και οι τηλεοράσεις τους έπαιζαν Mundial πριν μπεις στο σπίτι, γιατί είχαν ακούσει πως σε αυτούς τους ξένους αρέσει να βλέπουν ποδόσφαιρο.
Ένιωσα ολοκληρωτικά μαλάκας. Αλλοτριωμένος από το αποστειρωμένο περιβάλλον της πόλης μου, εξαρτημένος από γυαλιστερά είδη υγιεινής και τα πανίσχυρα κλιματιστικά χώρου. Γιατί πότε δεν ευχαριστιέμαι έτσι μια επίσκεψη στο δικό μου σπίτι. Αγχώνομαι με την καθαριότητα, προβληματίζομαι για την πληρότητα της κάβας μου, σπάω το κεφάλι μου με τα φαγητά που πρέπει να ετοιμαστούν και να είναι άφθονα και πρωτότυπα. Μέχρι που, στο τέλος, κινδυνεύω να χάσω τη διασκέδαση της παρέας. Θυμήθηκα τον Μάρκος που είχε πει κάποτε, πως: «θα μπορούσα να έχω τα πάντα και να μην έχω τίποτα, γι’ αυτό προτίμησα να μην έχω τίποτα, για να έχω τα πάντα».
Οι άνθρωποι μας έδειχναν, όλο περηφάνια, το καινούργιο ηλεκτρικό μάτι που είχαν στην κουζίνα τους και το μίξερ – τους τα είχε δώσει πρόσφατα η κυβέρνηση –είδες τι ωραία και βολικά που είναι; Και μας τα έδωσαν σε όλους, για να μαγειρεύουμε καλύτερα, γιατί η κυβέρνηση προσπαθεί να μας βοηθάει συνέχεια. Βρε την κυβέρνηση! Σκέφτηκα μπόλικους φίλους και γνωστούς μου, που νιώθουν ότι προσβάλλεται το δημοκρατικό τους αίσθημα από την ύπαρξη του Φιδέλ Κάστρο. Μπορεί να έχουν και δίκιο –μόνο που θα χρειαστεί να επιστρατεύσουν πολλά αμερικάνικα βομβαρδιστικά για να το εξηγήσουν στους χωρικούς της Santa Clara. Παραδείγματος χάριν στον Vladimir.

Ο Vladimir είναι 26 χρονών, ή κάπου εκεί γύρω. Οι γονείς του είχαν, εμφανώς, κομμουνιστικές εμμονές –ο Vladimir λέει πως αν ποτέ κάνουν εισβολή οι Αμερικάνοι θα τον εκτελέσουν άμεσα, όταν ακούσουν το όνομά του. Και γελάει με το αστείο του. Σπούδασε φυσική και έγινε καθηγητής σε σχολείο. Αλλά δεν άντεχε να κάνει αξιολόγηση στους μαθητές –δεν του πήγαινε η αυστηρότητα. Είχε και μυωπία ξεγυρισμένη (8 βαθμούς στο ένα μάτι, 10 στο άλλο), βαρέθηκε να είναι στραβός και να έχει τύψεις κάθε φορά που ήταν αναγκασμένος να αφήνει παιδιά στην ίδια τάξη. Πήγε το λοιπόν και έκανε την επέμβαση (δωρεάν), ξεστραβώθηκε και αποφάσισε ότι δεν έκανε για καθηγητής. Επειδή ήταν στο κόμμα από μικρός, έγινε υπεύθυνος της πολιτικής νεολαίας στην περιοχή. Έμαθε τρεις γλώσσες, σπούδασε μάνατζμεντ, περιζήτητος ήταν ο Vladimir. Αλλά δεν μπορούσε να φύγει από το πόστο του κι ας ήθελε να δουλέψει αλλού. Τα κομματικά στελέχη δεν έδιναν την έγκρισή τους –δεν ήταν βέβαια αναγκαία, αλλά ήταν απαραίτητη. Γιατί αν οι κομματικοί σου κολλούσαν τη στάμπα ότι παράτησες το πόστο σου δεν υπήρχε περίπτωση να εξελιχθείς σε άλλη δουλειά.
«Ο Φιδέλ δε συμφωνεί με αυτά τα πράγματα, ούτε η κυβέρνηση στην Αβάνα θέλει τέτοιες καταστάσεις», λέει ο Vladimir. «Ο Φιδέλ είπε πως οι άνθρωποι πρέπει να διευκολύνονται, προκειμένου να είναι αποδοτικότεροι σε δουλειές που πραγματικά τους ενδιαφέρουν. Και είπε πως η δουλειά στο κόμμα πρέπει να είναι ευχαρίστηση –όχι αγγαρεία. Αλλά ο Φιδέλ και η κυβέρνηση δεν τα ξέρουν όλα όσα γίνονται στην επαρχία. Εδώ είναι κάποια κομματικά στελέχη που νομίζουν πως επειδή έχουν ένα πόστο, είναι παντοδύναμοι. Και τους ενδιαφέρει μόνο πως θα αυξήσουν το κύρος τους. Είναι όλο παρατηρήσεις –άργησες σήμερα σύντροφε, δεν έκανες τη δουλειά όπως σου είχαμε πει, δεν είσαι πια το ίδιο αποτελεσματικός με παλιότερα. Άμα δεν είμαι αποτελεσματικός, τότε αφήστε με να φύγω. Όχι σύντροφε, γιατί κάνεις πολύ καλή δουλειά στο κόμμα –απλά πρέπει να διορθώσεις κάποια μικροπράγματα, για να γίνεις καλύτερος. Καταλαβαίνεις πως πάει;» λέει ο Vladimir και χαίρεται που η Σουηδία κερδίζει τη Σερβία στην τηλεόραση.
Σκέφτηκα τα γαμημένα τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου που έχουν μέσα τους, καρκίνωμα, τη γραφειοκρατική κάστα των μεσαίων στελεχών, με αποτέλεσμα να κατρακυλούν στην αρτηριοσκλήρωση και τον συντηρητισμό. Και θυμήθηκα το «νέο άνθρωπο» που αργεί ακόμα να εμφανιστεί γιατί ο σοσιαλισμός ευτελίζεται στην ημερήσια διάταξη. Βέβαια, υπάρχουν τα στραβά, αλλά υπάρχουν και τα εγκλήματα. Γιατί μετά ήρθε η κουβέντα στον αδερφό του Vladimir που την έχει κοπανήσει στις Η.Π.Α.
Ο τύπος, που λες, αποφάσισε να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο, μέχρι και φυλακή έκανε στην Κούβα γιατί ήθελε να την κοπανήσει και τον έπιασαν. Τελικά τα κατάφερε να περάσει απέναντι. Αλλά έχει πρόβλημα, γιατί οι Αμερικάνοι έβγαλαν έναν καινούργιο νόμο που δεν επιτρέπει στους μετανάστες να επισκέπτονται την Κούβα περισσότερο από μια φορά κάθε τρία χρόνια. «Είναι το πιο ξεφτιλισμένο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν», λέει ο Vladimir. «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι. Νομίζουν πως έτσι θα χτυπήσουν το σύστημα -δεν υπάρχει περισσότερο λανθασμένη εκτίμηση από αυτό. Εδώ στην Κούβα, ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Βλέπουμε τον υπόλοιπο κόσμο να ζει άνετα, βλέπουμε μεγάλα σπίτια, τηλεοράσεις, αυτοκίνητα και τα θέλουμε κι εμείς. Εμένα δε με νοιάζει, αλλά υπάρχει κόσμος που κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία για το πώς θα αποκτήσει περισσότερα. Δεν κοιτάζουμε αυτά που έχουμε –τα περιττά μας τραβάνε, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε σημαντικά πράγματα. Εδώ δεν έχουμε άγχος για τη στέγη, δεν πληρώνουμε τις σπουδές μας, ούτε την υγεία. Αν καταρρεύσει το σύστημα θα καταρρεύσει από εμάς τους ίδιους, αλλά με τις βλακείες που κάνουν οι Αμερικάνοι μας συσπειρώνουν.
Όπως τότε με το ‘σχέδιο Πήτερ Παν’. Ξέρεις τι είναι αυτό; Όχι; Πήγαινε να διαβάσεις, γεμάτες είναι οι βιβλιοθήκες. Ήταν τότε που ο Φιδέλ ξεκινούσε τις επαφές με τη Σοβιετική Ένωση. Οι Αμερικάνοι λοιπόν, σε συνεργασία με την καθολική εκκλησία της Κούβας, άρχισαν την προπαγάνδα πως οι Σοβιετικοί θα πάρουν όλα τα μικρά παιδία και θα τα πάνε στη Ρωσία. Εκεί, κάποια θα τα έκαναν, λέει, πειραματόζωα και θα πέθαιναν και κάποια άλλα θα γίνονταν ρομπότ. Πολύς κόσμος το πίστεψε και χώρισαν οικογένειες. Ο ένας γονιός με τα παιδιά έφευγε για το Μαϊάμι και ο άλλος έμενε εδώ. Και αυτοί οι άνθρωποι τώρα, θα πρέπει να βλέπονται κάθε τρία χρόνια -καταλαβαίνεις;»
Ο αριστουργηματικός αυτός νόμος λέει και άλλα πράγματα. Μειώνει, ας πούμε κι άλλο το ποσό που μπορεί να πάρει ένας Αμερικάνος πολίτης αν πρόκειται να επισκεφτεί την Κούβα και το φτάνει στα 50 δολάρια την ημέρα. Μην τύχει και αφήσουν χρήματα στους Κουβανούς και πέσει έξω το εμπάργκο. Επίσης, απαγορεύει να στείλεις χρήματα στην Κούβα, αν ο παραλήπτης ανήκει στο Κομμουνιστικό Κόμμα ή διακατέχεται από κομμουνιστικές αντιλήψεις. Θα πρέπει δηλαδή οι γιαγιάδες να κάνουν δήλωση μεταμέλειας για να εισπράξουν τσεκ από το Αμέρικα.
Και το καλύτερο είναι πως συγγενείς θεωρούνται μόνο αυτοί του πρώτου βαθμού. Δεν σε αφήνουν δηλαδή να πας στα ξαδέρφια σου, ή στους θείους σου. Για τη μια φορά στα τρία χρόνια μιλάμε, έτσι;
Κάνουν κι άλλα, όμορφα πράγματα οι Αμερικάνοι για να προσεγγίσουν τους Κουβανούς και να τους ξυπνήσουν από την πλάνη τους. Έχουν, ας πούμε, ένα Γραφείο Προστασίας των Αμερικάνικων Συμφερόντων στο κέντρο της Αβάνας. Το Γραφείο πρόσφατα επέκτεινε τις συνηθισμένες του δραστηριότητες (πρακτοριλίκια, αμοιβές Κουβανών αντικαθεστωτικών κ.λ.π.). Έβγαλε, λοιπόν, μια τεράστια οθόνη στην πρόσοψη για να δείχνει ειδήσεις σε τίτλους, από όλο τον κόσμο. Όπου, ανάμεσα σε σεισμούς και πλημμύρες σκάνε και τα τοπικά νέα. Σχετικά με την δικτατορική κυβέρνηση της χώρας και την αδιαφορία της για τον πληθυσμό και τον Κάστρο που είναι συνεχώς ετοιμοθάνατος.
Μέχρι που, στο τέλος, σήκωσαν ένα τεράστιο ταμπλό με υποσχέσεις για το πώς θα κάνουν την Κούβα καλύτερη, αν ξεφορτωθεί τον τύραννο. Ποιες ήταν οι υποσχέσεις των Αμερικάνων για την επόμενη μέρα;
- Θα ανοίξουν ιδιωτικά σχολεία για κάθε λευκό παιδί της χώρας.
- Θα κάνουν 4 εμβόλια στα νεογέννητα για να εξαλείψουν την παιδική θνησιμότητα.
- Θα δώσουν πίσω τα σπίτια, σε όλους τους Κουβανούς που αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα τους λόγω της επανάστασης.

Οι Κουβανοί γέμισαν την πλατεία έξω από το κτίριο με πανύψηλες μαύρες σημαίες και έκαναν μια διαδήλωση 1.000.000.000 ατόμων για να απαντήσουν στην πρόκληση. Μίλησε κι ο Φιδέλ φυσικά. Ο οποίος είπε πως:
- Στην Κούβα υπάρχουν δωρεάν σχολεία για όλα τα παιδιά και όχι μόνο για τους λευκούς.
- Στην Κούβα, τα παιδιά κάνουν 14 εμβόλια τον πρώτο χρόνο ζωής τους και η παιδική θνησιμότητα είναι κατά πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη των Η.Π.Α.
- Στα σπίτια των Κουβανών αντικαθεστωτικών ζουν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να τα εγκαταλείψουν για χάρη της Μαφίας του Μαϊάμι.
Στο τέλος, οι υπόλοιποι μας έκραξαν, που είχαμε πιάσει την πολιτική κουβέντα, τόση ώρα με τον Vladimir. Μας περίμεναν και σε άλλο σπίτι για φαγητό –καινούργιες γνωριμίες, αγκαλιές, φιλιά, πούρα … Όπου καπνίζω μια φοβερή πουράκλα κερασμένη και το λέω στον ιδιοκτήτη. «Άμα σου αρέσουν, να σε πάω να αγοράσεις –μια γριούλα τα έχει εδώ πιο κάτω», με πληροφορεί ο ευτυχής ιδιοκτήτης. «Ζάχαρη», λέω «και πόσο τιμάται το τεμάχιο;» «Ένα pesos το κομμάτι –εσύ πόσα θέλεις να πάρεις;». Ένα pesos τουριστικό αντιστοιχεί με ένα δολάριο αμερικάνικο –λιγότερο από ένα ευρώ. Είπα κι εγώ να πάρω μερικά, να μου βρίσκονται «20 pesos είναι εντάξει;» ρωτάω ο αδαής. Έπεσε ο ιδιοκτήτης πάνω στον Vladimir και κοντέψανε να πάθουν εγκεφαλικό από τα γέλια. «Ρε παλικάρι», μου λένε «ένα pesos Κουβανέζικο κάνει το κομμάτι. Με 20 pesos τουριστικά θα αγοράσεις 500 πούρα». Το pesos το Κουβανέζικο είναι το 1/24 του τουριστικού.
Πάμε, που λες, στη γριούλα, μας βγάζει κάτι πούρα, κάνω να πληρώσω και βρίσκω πως το μικρότερο που έχω είναι 10 pesos. Που να βρει ρέστα η γριά; Δε γαμιέται, λέω, δώσε ένα δεκάρικο πούρα –τις καρδιές μας θα χαλάμε τώρα! Φορτώθηκα 250 τεμάχια και έφαγα ένα ξεγυρισμένο Κουβανέζικο δούλεμα -πως θα με θυμούνται όλοι για χρόνια στη γειτονία σαν τον «άνθρωπο που αγόρασε 250 πούρα» και αν τα καπνίσω όλα αυτά θα με τρέχουν από νοσοκομείο σε νεκροταφείο –ωραία περνάγαμε δηλαδή. Χάρισα και τα μισά πούρα στον τύπο που μας έκανε το τραπέζι (γιατί όταν τα είδε η Tomboy κόντεψε να λιποθυμήσει) και το ρίξαμε στην περιήγηση.
Στη Santa Clara έχουν ταξί, αλλά κυρίως μετακινούνται με κάρα. Μεγάλος χαβαλές το κάρο. Ειδικά όταν ο οδηγός δίνει τα γκέμια του αλόγου σε έναν τυχαίο επιβάτη για να βγάλει τίποτα ρέστα. Καλά που δεν καταλήξαμε, απρόσκλητοι, σε κανένα από τα διπλανά σπίτια –γιατί το άλογο καταλαβαίνει αμέσως τον άσχετο και κάνει του κεφαλιού του.
Το βράδυ βρεθήκαμε να πίνουμε μοχίτο και μπύρες Bucanero στην πλατεία, με ένα συγκρότημα –γερόντια που έπαιζαν σον. Και ανακάλυψα πως ολόκληρη πλατεία είχε μόνο τρεις καπνιστές. Εμένα και άλλους δυο τελειωμένους. Οι Κουβανοί βγάζουν πούρα αλλά θεωρούν το κάπνισμα μαλακία, ειδικά στην επαρχία.
Vedado, Miramar, Cojimar, Centro Havana
Την άλλη μέρα αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Αβάνα. Εμείς το αποφασίσαμε, όχι όμως και τα Viazul (λεωφορεία για τουρίστες με air condition ρυθμισμένο στους -12 βαθμούς Κελσίου). Εισιτήρια –ούτε για δείγμα, οπότε μας την έπεσε ένας παράνομος ταξιτζής. Και βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στη ζούλα, με 2 τεράστιους, δολοφονικούς τύπους. Όταν λοιπόν μας σταμάτησαν οι μπάτσοι σε ένα μπλόκο –ανακουφίστηκα. Προτιμούσα να ξεμείνουμε στην ατέλειωτη ευθεία της Κουβανέζικης εθνικής, παρά να μας ξεκοιλιάσουν οι μυστήριοι.
Τελικά, οι μπάτσοι δεν μας είδαν, καθότι ο παράνομος ταρίφας είχε προνοήσει να έχει φιμέ τζάμια και φτάσαμε σπίτι μας χωρίς κανένα πρόβλημα. Είναι πολύ δύσκολο –αλλά αν βρεθείς στην Κούβα, καλά θα κάνεις να ξεφορτωθείς τα ψυχολογικά σου σχετικά με την εξωτερική εμφάνιση. Οι Κουβανοί είναι γιγάντιοι, ενίοτε μαύροι και συνήθως τρομακτικοί. Μέχρι να σου μιλήσουν. Μετά καταλαβαίνεις πως είναι άκακοι. Αν όμως μείνεις στην πρώτη εντύπωση θα περάσεις τις διακοπές σου κλειδωμένος στο δωμάτιο και θα τρως φαγητό μέσα από τις γρίλιες.
Στην Αβάνα ανακαλύψαμε δυο πράγματα: α) ότι είχε ξεσπάσει τροπική καταιγίδα και β) ότι είχαμε αποκτήσει συγκάτοικο. Όταν λέμε «τροπική καταιγίδα» εννοούμε πως βγαίνεις από το αυτοκίνητο και ώσπου να διανύσεις τα 5 μέτρα που σε χωρίζουν από την πόρτα έχεις βραχεί μέχρι σώβρακο. Και όταν λέμε «συγκάτοικο», εννοούμε μια γουρούνα Ελληνίδα που δούλευε στην Unesco και έβριζε τον Φιδέλ από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Ήτανε μια κυρία που έμενε στο Παρίσι, αλλά είχε κάνει χρόνια στην Ινδία –όπου η Unesco της πλήρωνε 600 τετραγωνικά, πισίνα και 8 υπηρέτες. Τέλειο δείγμα ελληνικού κομπλεξισμού, συνδυασμένο με γνήσιο ευρωπαϊκό, αποικιοκρατικό ταμπεραμέντο. Περίμενε να κάνουν τούμπες οι Κουβανοί, επειδή η Unesco έδωσε 80.000 ευρώ για την κάλυψη των εξόδων των συμμετεχόντων. Και ήθελε να της δώσουν ακριβή λογαριασμό –τι τα κάνανε τα λεφτά. Τσακωνότανε και με τους ταξιτζήδες η κυρία, μην τύχει και της φάνε κανένα pesos. Μιζέρια, κομπλεξισμός και εξυπνακίστικο στυλάκι –πολύ φτώχια εδώ βρε παιδάκι μου, αλλά δεν μιλάει ο κόσμος, λόγω του κομμουνισμού. Κοινωνιολογική ανάλυση επιπέδου «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω».
Κάναμε κι άλλα πράγματα στην Αβάνα. Ψωνίσαμε μέχρι που τσίτωσαν οι βαλίτσες και έκλειναν μόνο με πρέσα. Πήγαμε στο θαλάσσιο πάρκο, όπου μια φώκια φίλησε την Tomboy. Βολτάραμε στο πάρκο Λένιν –χιλιόμετρα πράσινου, λιμνούλες, άλογα και κάτι εστιατόρια έξτρα χλιδάτα. Φάγαμε στη La Guerida, εκεί που γυρίστηκε το «Φράουλα και σοκολάτα». Τότε ανακάλυψα πόσο γαμημένα γρήγορα ανεβαίνουν οι τιμές στην Ελλάδα. Βλέπεις, στη La Guerida, είχαμε φάει και την προηγούμενη χρονιά. Τότε οι τιμές μας φαίνονταν τσιμπημένες. Τώρα ήταν σκέτη φτήνια, για το επίπεδο του μαγαζιού. Τι είχε γίνει; Απλά –οι τιμές στην Αβάνα δεν άλλαξαν, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνουν σαν πυρετός.

Δεν θέλω να πω τίποτα για το διήμερο του αποχαιρετισμού. Απλά, αναρωτιόμασταν μέσα στο ταξί –που στο διάολο πάμε, πως πέρασαν έτσι οι μέρες, τι σκατά θα κάνουμε στην Ελλάδα; Συνηθισμένα πράγματα. Το ασυνήθιστο ήταν αυτό που έγινε στο αεροδρόμιο.
Εγώ κάπνιζα απανωτά τσιγάρα –για να ρεφάρω τις επικείμενες 10 ώρες στέρησης. Σε κάποια στιγμή, η Tomboy λέει πως άκουσε το όνομά μου στα μεγάφωνα –αλλά συνοδευόταν από ένα περίεργο επίθετο. «Ε, το όνομα μου θα είναι συνηθισμένο στην Κούβα», αποφαίνομαι ο εξυπνάκιας-μαλάκας. Έλα όμως που οι ανακοινώσεις συνεχίζονταν -άσε άρχισα να ξεχωρίζω και το επώνυμό μου μετά το όνομα. Οπότε, 10 λεπτά πριν φύγει η πτήση με τσιμπάνε και με συνοδεύουν στο υπόγειο.Εκεί με περίμενε η βαλίτσα μου, παρέα με δυο τελωνειακούς. «Τομπάκο», μου λέγανε, «Τρινιδάδ» απάνταγα –άκρη δεν έβγαινε. Με βάλανε ν’ ανοίξω τη βαλίτσα και βρήκαν ένα βουνό πούρα. Από τη χώρα δεν επιτρέπεται να βγεις με περισσότερα από δυο κουτιά των 25. Αλλά εγώ, σαν καλός μαλάκας, είχα στοιβάξει στην ίδια βαλίτσα, δυο κουτιά Cohiba (που ήταν παραγγελίες) και τη σακούλα με τα πούρα της καλής γριούλας. Η πτήση καθυστερούσε για να περιμένει το μαλάκα και οι τελωνειακοί μετρούσαν πούρα και συμπλήρωναν έγγραφα. 118 κομμάτια μου κατάσχεσαν οι μάγκες μέχρι να μου επιτρέψουν να φύγω. Διότι η παρανομία θέλει και λίγο μυαλό, εντάξει;
Στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης αγόρασα ένα κουτί Montechristo, σε τσιμπημένη τιμή –έτσι, σαν αναμνηστικό της βλακείας μου.
Στο ταξί που μας πήρε από το ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ βρίσκαμε σχέδια και καταστρώναμε δικαιολογίες για να ξαναγυρίσουμε στην Αβάνα, το συντομότερο δυνατό. Γιατί από την Κούβα δεν φεύγεις ποτέ οριστικά. Απλά λείπεις για μεγάλα διαστήματα, λόγω υποχρεώσεων και μετράς τις μέρες, μέχρι να ξαναπάς. Λάθος –στην Κούβα δεν ξαναπηγαίνεις –μόνο επιστρέφεις.