Παρασκευή, Ιουνίου 30, 2006

Σερβιτόρος στο ξενοδοχείο του Θεού

Κοίτα να δεις που τους έπιασε το επιστημονικό τους. Θα μου πεις –τι την ήθελες τη Λίτσα κάθε λίγο στην Αθήνα; Ήρθε η κυρία καθηγήτρια, έτυχε να περνάει κι ο nada μας περικύκλωσαν οι φιλόλογοι –φιλόσοφοι. Πιάσανε την κουβέντα για την ανυπαρξία του μη –όντος και για τη μοναξιά (που έχει 7 πετσιά), τι να σου κάνουν και τα παιδιά τα φιλότιμα, ο DCD με τον sourfou; Μπλέχτηκαν στα δίχτυα της αράχνης και στον ιστό της φιλοσοφικής πάχνης.
Άρχισαν το λοιπόν να πέφτουν τα θέματα βροχηδόν:
  1. Πίστη.
  2. Ελεύθερη βούληση.
  3. Έθνος (όχι η εφημερίδα –το άλλο).


Σχετικά, άσχετα, συνδεδεμένα, ασύνδετα δε γαμιέται; Από το να σχολιάζω (και έχουν κάτι σεντόνια σχόλια –ξεκινάω να διαβάζω και χάνομαι) προτίμησα να τα ποστάρω. Αλλά πριν από αυτό να εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι (λέμε τώρα).

Εγώ λοιπόν πολύ φιλοσοφία δε διαβάζω γιατί πρέπει να σκέφτομαι μετά –και καίω εγκεφαλικά κύτταρα (από τα λίγα που μου έχουν απομείνει). Αναγκάστηκα να διαβάσω κοινωνιολογία για να πάρω το πτυχίο κι επειδή το μυαλό μου είναι κενό, κάποια πράγματα μου έμειναν. Αλλά, η βασική αρχή σκέψης μου είναι το προσωπικό μου γούστο.
Για παράδειγμα: από μικρό παιδί δεν άντεχα την ορθοστασία και τα λιβάνια μου έφερναν εμετό. Άρα, δεν ήταν δυνατό να γίνω χριστιανός και όχι μόνο αυτό –αλλά θα έβρισκα και μια θεωρία για να δικαιολογήσω τη στάση μου. Έτσι απλά λειτουργούν τα πράγματα σε μένα.

Έχω, τώρα που μιλάμε, μια παραγγελία για το δωμάτιο 12 –θέλουνε ένα πιάτο πίστη, καλοψημένη. Πράγμα που με οδηγεί στην αναγκαία ερώτηση περί του τι είναι πίστη, για να μπορέσω να την βρω στο ψυγείο και να τη σερβίρω στους ανθρώπους –κατάλαβες;

Ρωτάω τον σεφ –πίστη, μου λέει, είναι η, άνευ αποδείξεως, πεποίθηση για την ορθότητα μιας πρότασης. Είδες ο σεφ; Όλα τα ξέρει! Λέμε δηλαδή –«πιστεύω εις ένα Θεό, πατέρα, παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης, ορατών τε πάντων των αοράτων». Τι θα πει αυτό; Θα πει –εγώ, εκεί πιστεύω και δεν χρειάζομαι αποδείξεις, έτσι είναι ο θεούλης και πατέρας και κουμανταδόρος και ο Μπομπ ο μάστορας που έφτιαξε τα πάντα.

Τώρα αυτή η θέση σηκώνει πολύ κουβέντα και μπόλικο φιλοσοφικό χαβαλέ –η δική μου προτίμηση είναι το κλασσικό ερώτημα που αμφισβητεί την παντοδυναμία του μεγάλου σε στυλ «μπορεί ο θεός να φτιάξει μια πέτρα τόσο μεγάλη που να μην μπορεί να την σηκώσει;» Αν δεν μπορεί δεν είναι παντοδύναμος. Αν μπορεί, πάλι δεν είναι παντοδύναμος. Η χριστιανική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι βέβαια «δε μας χέζετε ρε που θα ασχολείται ο θεός με παπαριές!» Και ξεμπερδεύουν.

Η πίστη δεν προσανατολίζεται πάντα σε σχέση με τον θεό –αλλά ας ξεκινήσουμε από εκεί. Η θρησκευτική πίστη λοιπόν είναι παράλογη, εντάξει; Υπάρχει ένας τύπος 3 σε 1, που είναι και δεν είναι, γαμάει και δε γαμάει. Αν το ισχυριστείς στην καθημερινή σου ζωή θα σε δέσουν πριν προλάβεις να πεις «αμήν». (Αυτό το τελευταίο είναι της Λίτσας -300 ευρώ μου στοίχισε μόνο το copyright).

Μα τότε, γιατί πιστεύουμε, στην εποχή του άκρατου ορθολογισμού; Γιατί με την πίστη, αντιμετωπίζουμε τον φόβο μας απέναντι στο άγνωστο, λέει ο παρκαδόρος του ξενοδοχείου. Τώρα, αυτός ο παρκαδόρος είναι μαλάκας, χώνεται συνέχεια στις συζητήσεις και ξεφτιλίζει το θέμα. Διότι, ρε βλάκα παρκαδόρε –ο φόβος του ανθρώπου απέναντι στο άγνωστο υπήρχε από τα αρχαία χρόνια σωστά; Σωστά. Τότε όμως βρε χαζέ, η πίστη δεν ήταν παράλογη. Αποδεικνυόταν συνεχώς, γι΄αυτό είχαμε και ανιμισμό, παγανισμό κ.λ.π. Δηλαδή, ο πρωτογονάνθρωπος δεν πίστευε γενικά, σε μεταφυσικά μπαρμπούτσαλα. Πίστευε στον κεραυνό. Εξευμένιζε τον κεραυνό, γιατί άμα τσαντιζόταν ο κεραυνός του έκαιγε την καλύβα και τις κατσαρόλες ας πούμε. Πίστευε στα δέντρα. Γιατί από αυτά ζούσε. Άμα τα δέντρα αποφάσιζαν να την πουλέψουν και μαραίνονταν, δεν είχε ούτε να φάει, ούτε να ζεσταθεί –τίποτα. Θα μου πεις, στη συνέχεια τα αντικείμενα αντικαταστάθηκαν από θεούς (βλέπε Δίας και Όσιρις και Θωρ και δεν τελειώνει η λίστα). Ναι ρε χαζέ, αλλά και αυτοί οι θεοί ήταν πλήρως προσωποποιημένοι και υπαρκτοί στην καθημερινή ζωή. Σηκώνανε τρικυμίες, ήταν ο ήλιος ή το φεγγάρι, πηδάγανε χωρίς προφυλακτικό –μια χαρά θεοί ήταν οι θεοί. Μετά ήρθε ο χριστιανισμός και άρχισαν τα κουλά.

Ένα το κρατούμενο λοιπόν –η θρησκευτική πίστη ακολούθησε αντίστροφη πορεία συγκριτικά με τη διαδικασία αιτιοκρατίας που κυριάρχησε σταδιακά στις Δυτικές κοινωνίες. Όσο περισσότερο κυριαρχούσε η λογική του 1+1=2, τόσο η θρησκευτική πίστη (παρέα με τον Παπάζογλου) επέμενε πως 1+1=3 και 1+1+1=1 αφού 1=3.

Υπάρχει μόνο θρησκευτική πίστη; Όχι βέβαια. Υπάρχει και η πίστη του ανθρώπου στις αναλλοίωτες αξίες. Όπως αυτή της «πατρίδας». Τι πιστεύουμε σε αυτή την περίπτωση; Πως είμαστε όλοι μαζί ένα πράμα (πες το έθνος) και επειδή αυτό το πράμα έκανε ωραία κόλπα στο παρελθόν –είμαστε κι εμείς ωραίοι. Είναι σα να λέμε δηλαδή, πως εγώ ξέρω να παίζω και γαμώ τις μπάλες επειδή η Εθνική μου ομάδα πήρε το Euro.

Εδώ, ο παραλογισμός βρίσκεται στο «συνεπάγεται» και όχι μόνο. Δηλαδή που πάσχει το όλο θέμα; Πρώτον, στη σύνδεση. Από πού προκύπτει πως η ιδιοσυγκρασία, η ικανότητα, η πνευματική διαύγεια κάποιων εγγράφονται γονιδιακά στους απογόνους τους. Δηλαδή, ο γιος του Μπέκαμ θα ξέρει καλή μπάλα λόγω γονιδίων;

Δεύτερον, υπάρχει ένα μικρό προβληματάκι στα γονίδια. Δηλαδή, ρε σεις, εγγυάστε πως είμαστε απευθείας απόγονοι των αρχαίων επειδή μένουμε στην ίδια περιοχή; Δεν είχαμε καθόλου προσμίξεις; Γυάλα ήταν η περιοχή και μάλιστα αποστειρωμένη; Ή αυτό το δαιμόνιο της ελληνικής φυλής είναι απέθαντο και κυριαρχεί σε όποιον τυχαίνει να πατάει το πόδι του εδώ; Κι αν είναι έτσι γιατί δεν κόλλησαν και οι Αλβανοί; Εμβόλιο έχουν κάνει;


Το ερώτημα λοιπόν παραμένει. Γιατί ο ορθολογισμός κυριαρχεί στις σύγχρονες (δυτικού τύπου) κοινωνίες, αλλά όταν το θέμα φτάνει στην πίστη –τινάζει ελατήρια; Και μη μιλήσεις μαλάκα παρκαδόρε, σ’ έφαγα!


«Για να βρεις την απάντηση πρέπει να συσχετίσεις το θέμα της πίστης με αυτό της ελευθερίας βούλησης», λέει το παιδί του ασανσέρ. Το παιδί του ασανσέρ δεν είναι ακριβώς παιδί –γερόντιο είναι, αλλά έτσι έχει μείνει να τον λέμε. Και επειδή περνάει όλη τη μέρα στο ασανσέρ –διαβάζει πολύ.

Η πεποίθηση σχετικά με την ελευθερία βούλησης του ανθρώπου είναι, με λίγα λόγια, η άποψη πως η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται απόλυτα από εξωγενείς παράγοντες και αιτίες, αλλά από κίνητρα και προθέσεις. Κάτσε τώρα να πάω στη θεωρία για να κάνω το συσχετισμό που λέει κι ο ασανσέρ:

- Η θρησκευτική πίστη είναι εξωγενής παράγοντας.

- Η θρησκευτική πίστη περιορίζει την ελεύθερη βούληση καθότι ορίζει σαφείς κανόνες ανθρώπινης συμπεριφοράς.

- Η θρησκεία δεν δέχεται πως περιορίζει την ελεύθερη βούληση –λέει μάλιστα πως το σημαντικό είναι να αποφασίσεις ελεύθερα να ακολουθήσεις τους κανόνες, αλλά, στην τελική ανάλυση η επιλογή είναι δική σου.

Δυο προτάσεις απόλυτα λογικές και μια ψευδή –αυτά έχουμε παραπάνω. Κάντα λιανά μάστορα γιατί χάσαμε τα καλάθια και τ’ αυγά πήραν την κατηφόρα για να τα βρουν.

Το σημαντικότερο επίτευγμα των ανθρώπων είναι η δημιουργία ομάδων. Οικογένεια στην αρχή, συγγένεια μετά, κοινότητα και τέλος κοινωνία. Γιατί χωρίς αυτά, ο άνθρωπος δεν έχει δυνατότητα επιβίωσης. Δεκτό; Πάμε παρακάτω.

Στις πρώτες μορφές ομαδοποίησης οι δεσμοί μεταξύ των μελών ήταν ισχυροί, αφού ήταν δεσμοί αίματος. Γι’ αυτό δεν υπήρχε ανάγκη πίστης σε κάτι πέρα και έξω από την καθημερινή ζωή. Οι πρωτόγονοι πίστευαν στους γεροντότερους και στους αρχηγούς και στα φυσικά φαινόμενα. Μετά δημιουργήθηκαν οι πρώτες κοινωνίες.

Αλλά και πάλι η ανάγκη πίστης δεν ήταν σημαντική γιατί υπήρχε η ενότητα μέσα από τη φυλή. Ο συνεκτικός κρίκος ήταν οι κοινοί πρόγονοι και οι θεοί περνάγανε ζάχαρη σαν εξιδανικευμένες ανθρώπινες μορφές.

Όταν όμως ήρθε η πολυσυλλεκτική κοινωνία το πράγμα κόλλησε. Τι μας ενώνει με τους άλλους; Γιατί να είμαστε «εδώ» και όχι «από εκεί»; Γιατί να υπάρχει το «εδώ», στην τελική ανάλυση; Τότε ήρθε η πίστη. Στην πατρίδα, στον θεό, στα βαριά αρχίδια του Ναπολέοντα. Είμαστε εδώ, σου λέει, γιατί είμαστε εμείς. Αν είμασταν από εκεί θα είμασταν οι άλλοι. Και οι άλλοι είναι κακοί. Είναι άθεοι γιατί δεν πιστεύουν στον δικό μας θεό (τον μόνο που υπάρχει) είναι κακοί και απολίτιστοι γιατί δεν έχουν τον δικό μας πολιτισμό (τον μόνο που υπάρχει).

Κάποιοι εξυπνάκηδες πετάχτηκαν: για σταθείτε ρε παλικάρια και γιατί να πιστεύουμε σε παράλογα πράγματα, σε θεούς των οποίων η ύπαρξη δεν αποδεικνύεται; Έλα ντε!
Και ήρθαν οι «ντε» και αποφάνθηκαν: διότι κύριοι, αυτό είναι το μεγαλείο της πίστης. Αν πιστεύεις σε κάτι που αποδεικνύεται –δεν έχει αξία. Αν δεν πας οικιοθελώς και δεν αποφασίσεις, με ελεύθερη βούληση, πως πιστεύεις χωρίς αποδείξεις και τερτίπια –δεν υπάρχει σωτηρία. Αν δεν υποτάξεις οικιοθελώς την ελεύθερη βούλησή σου στην ιδανική πίστη δεν σώζεσαι. Και κόψανε την κουβέντα κι όποιος διαφωνεί στην πυρά σήμερα και στην κόλαση προσεχώς. Ξηγημένα πράγματα.

Τώρα βέβαια κι αυτή η ελεύθερη βούληση εμένα μου βρωμάει λιγάκι. Δεν καθορίζονται λέει οι συμπεριφορές από εξωγενείς παράγοντες. Και που ξέρεις εσύ ρε αδερφάκι τους εξωγενείς παράγοντες –όλους; Είχες ποτέ άνθρωπο σε δοκιμαστικό σωλήνα, να του βάζεις ερεθίσματα με τη σύριγγα για να τον μελετήσεις; Κι αν είχες θα χρησίμευε σε κάτι; Κι αν δεν καθορίζεται μόνο από εξωγενείς παράγοντες –από τι άλλο καθορίζεται; Από την ψυχή; Ποια είναι αυτή η ψυχή –δείξτη μου να την δω κι εγώ. Όχι δηλαδή να μη γινόμαστε θεολόγοι σε άλλου είδους δοξασίες.

Εγώ νομίζω πως ο άνθρωπος διαμορφώνεται από κοινωνικές επιρροές και ερεθίσματα. Αλλά, όλα αυτά ακουμπάνε πάνω σε μια πρώτη ύλη. Η οποία πρώτη ύλη έχει έρθει με τη γέννηση και έχει διαπλαστεί στους πρώτους μήνες της ζωής από την οικογένεια. Η πρώτη ύλη, από μόνη της, δεν έχει μεγάλη σημασία. Η αφομοίωση των εξωτερικών ερεθισμάτων –ναι, αυτή είναι σημαντική, αφού καθορίζει και την βούληση. Αλλά ούτε η αφομοίωση είναι άμεσα παρατηρήσιμη ούτε τα ερεθίσματα είναι άμεσα ελεγχόμενα.

Με λίγα λόγια μιλάμε για ένα σέικερ που έχει μέσα μόνο νερό, στην αρχή. Μετά αρχίζει να πέφτει (ή να μην πέφτει) ζάχαρη, καφές, γάλα και κάποιος αρχίζει να κουνάει το μίγμα. Αν υποθέτει κανείς πως υπάρχει τρόπος, μέσα από τόσο ανεξέλεγκτες διαδικασίες (και με απροσδιόριστη την πρώτη ύλη) να βγει προκαθορισμένο αποτέλεσμα –νομίζω πως είτε απατάται, είτε ντετερμινίζει.


Ανεβαίνω το ασανσέρ, παρέα με το παιδί και την παραγγελία του δωματίου 12. Ο σεφ μου έφτιαξε μια μερίδα σκέτο από γιουβέτσι. Το κοιτάζω. Τέλειο. Δεν έχεις παρά να πιστέψεις πως το κριθαράκι έβρασε μαζί με κρέας –σε βοηθάνε και κάτι κομματάκια βοδινού που κολυμπάνε στις άκρες του πιάτου. Οι πελάτες του δωματίου 12 πρέπει να το πιστέψουν. Γιατί αλλιώς θα αρχίσουν να διαμαρτύρονται κι αυτό δεν είναι καθόλου καλό για το ξενοδοχείο. Μα καθόλου καλό.

Τετάρτη, Ιουνίου 28, 2006

Άστο να κυλάει

Είναι κάτι στιχάκια που παραμένουν κολλημένα, σα φουσκότσιχλα, στο μυαλό μου και με κουμαντάρουν χρόνια τώρα.
Εκείνο το «But what can a poor boy do/ except to sing for a rock ‘n’ roll band/ cause in sleepy London town/ there’s just no place for a street fighting man» από τους Rolling Stones
…ή το άλλο - «it's a hard world to get a break in/ all the good things have been taken» από τους Animals
…και ο Bowie να απορεί, «So where were the spiders, when the fly tried to brake our balls?»
… μέχρι που σοβάρεψε το πράγμα, από τους Van Der Graaf Generator -«We're refugees, carrying all we own/ in brown bags, tied up with string;/nothing to think, it doesn't mean a thing,/ but we'll be happy on our own».
Για να τελειώσουν, αργότερα, τη σεμνή τελετή οι Sex Pistols εξηγώντας πως «Don’t know what I want but/ I know how to get it/ I wanna destroy the passer by… / How many ways to get what you want/ I use the best I use the rest/ I use the enemy, I use anarchy».

Πλέον, εμφανώς γερασμένος και προφανώς παραιτημένος, νιώθω ήσυχος όταν ακούω τη σειρά μου να συμπεραίνει πως «Now, you might think it wise to risk it all/ Throw caution to the reckless wind/ But with her hot cocoa and her medication/ My nurse had been my one salvation/ So I turned back home/ I turned back home I turned back home/ Singing my song». Καλά τα λέει ο Nick Cave, μαζί μεγαλώσαμε, μαζί γερνάμε –τώρα θα διαφωνούσαμε;
Και οι γεροντότεροι (ναι υπάρχουν ακόμα) είναι μια χαρά (αν εξαιρέσεις κάποια μικρο-εμφράγματα) για να μου θυμίζουν συνηθισμένες, αδιέξοδες σχέσεις. Σαν τον Peter Hammill: «Been alone so long/ that I've forgotten/ what to do:/ how to make the whole thing right/ and how to help if she's uptight/ and when to run and when to fight.../ how to make her stay the night--/ that's if I ever knew».
Γιατί τώρα πήγα και έγραψα τους σημαδιακούς (για εμένα) στίχους στον πρόλογο; Για να μην παρεξηγήσεις ότι θα πω πιο κάτω. Γιατί οι στίχοι αυτοί είναι μεν σημαδιακοί –αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς το «για εμένα». Εντάξει;
Από πιτσιρικάς, λοιπόν, εγώ είχα μια σχέση με τη μουσική –αλλά η μουσική δεν είχε καμιά σχέση μ’ εμένα. Μουσικό αυτί δεν έχω, μουσική παιδεία –2 μαθήματα κλασσικής κιθάρας, άρα δεν μιλάω σαν ειδικός, παρά μόνο σαν εγώ. Και εγώ τα είδα ως εξής τα πράγματα, από όσο θυμάμαι:

1η περίοδος –ο εκστατικός μαλάκας γνωρίζει τους μαλλιάδες
Ήτανε η εποχή που για ν’ ακούσεις rock έπρεπε να έχεις ξάδερφο στο εξωτερικό ή γκόμενο στην Αμερικάνικη Βάση. Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης ανακάλυπτε την αντίσταση κατά της Χούντας, το Θεοδωράκη, το Μαρκόπουλο και το Σαββόπουλο. Και οι αγωνιστές ξαποσταίνανε με Boney M. Ευτυχισμένες μέρες!
Ο Θεοδωράκης έλεγε τους ροκάδες «γενίτσαρους», οι Αμερικάνοι ήταν σωρηδόν «φονιάδες των λαών», μόνο που κανένας δεν έκανε τον κόπο να το πει στους MC 5, τους New York Dolls και τον Iggy Pop. Εκείνη την εποχή είχαν ήδη εμφανιστεί οι Sex Pistols κι εμείς μαθαίναμε ακόμα τους Zeppelin. Αν δεν ήταν κι εκείνος ο άγιος άνθρωπος, ο Πετρίδης –με το ΠΟΠ και το ΡΟΚ ΚΛΑΜΠ, στο ραδιόφωνο –ακόμα θα ψάχναμε. Τι γινόταν όμως, στην αλλοδαπή;
Εκεί είχε περάσει το κύμα των «παιδιών των λουλουδιών». Το «καλοκαίρι της αγάπης» ποδοπατήθηκε στο Άλταμοντ, από τους Άγγελους της Κόλασης και το πράγμα ζόριζε. Η αντίδραση που έφερνε η rock μουσική εκφυλιζόταν μέσα από τη μουσική βιομηχανία.
Γιατί η rock μουσική χωριζόταν πλέον σε δυο στρατόπεδα: το heavy metal, hard rock και τελικά FM Rock από τη μια πλευρά και το progressive, classic rock από την άλλη.
Οι βαρυμέταλλοι ξεκίνησαν καλά. Black Sabbath, Blue Oyster Cult και Deep Purple για κάτι σκληρό, αλλά όχι βαρύ. Συνέχισαν αμήχανα (ας πούμε Rainbow) και πέρασαν στο καραγκιοζηλίκι (βλέπε Kiss) και στα τραγουδάκια για αμερικάνικα ραδιοφωνάκια, σαν τους Foreigner και τους Bad Company. Σε γενικές γραμμές.

Οι άλλοι τώρα, οι προοδευτικοί, οι μεγαλεπίβολοι το γάμησαν και ψόφησε. Θέλεις παραδείγματα; Πάρε τους Yes, και τους Genesis. Δίσκοι με ενιαίο θέμα, η ιστορία του μικρού Αρθούρου στον κήπο με τις παπαρούνες και τέτοια πράγματα. Υπερβατικές μουσικές φόρμες, φιλοσοφικές απορίες και 700 όργανα στο κομμάτι. Έπαιζαν τα παλικάρια ζωντανά και χρειάζονταν ολόκληρη Συμφωνική για να βγάλουν το πρόγραμμα. Μέχρι που ανακαλύψανε τα συνθεσάιζερ και γλιτώσανε από τους τζάμπα μισθούς. Αν δεν με πιστεύεις, άκου το Tormato των Yes κι έλα, ύστερα, να μου πεις τι άκρη έβγαλες. Κατάληξη; Χορευτικά ποπάκια από τον Phil Collins, έθνικ προβληματισμοί από τον Peter Gabriel και μουσική χλαπάτσα από τους Asia.
Πάρε τώρα τους Pink Floyd διαχρονικά, γιατί αποτελούν το καλύτερο παράδειγμα για αυτά που θέλω να πω. Οι άνθρωποι ξεκίνησαν όπως όλα τα ψυχεδελικά συγκροτήματα, αλλά είχαν μια ιδιαιτερότητα -τις εξής δύο: α) ο βασικός στιχουργός τους, ο Syd Barrett, έκαψε βαλβίδα από τα παραισθησιογόνα πάνω στα ξεκινήματα και β) ο εγκέφαλος του συγκροτήματος, ο Roger Waters είχε κόλλημα με το ηχητικό αποτέλεσμα της παραγόμενης μουσικής. Αποτέλεσμα; Συνεχή μουσικά πειράματα (τουλάχιστον μέχρι το Atom heart mother) που βελτίωσαν την ακουστική εμπειρία των ακροατών του συγκροτήματος, αλλά γάμησαν πλήρως το νόημα της ίδιας της μουσικής rock.
Ρίξε μια ματιά στο κύκνειο άσμα τους, το μεγαλοπρεπές The Wall. Εξαίσιο; Φανταστικό; Μεγαλοφυές; Κι άλλα τόσα να πεις –μέσα θα είσαι. Όμως, σε τι αναφέρεται; Στην τραυματική παιδική ηλικία ενός καλλιτέχνη, στα ψυχολογικά και τις εμμονές που του δημιούργησε η επιτυχία και στον τοίχο που τον περικυκλώνει-καταπιέζει, αφήνοντάς τον απομονωμένο και τελικά αδύναμο. Ενδιάμεσες τσόντες μπαίνουν και κάποια πολιτικά σχολιάκια (με συμβατική, δοκιμασμένη και πιασάρικη μουσική υπόκρουση). Έτσι; Κάπως έτσι –με μεγάλες δόσεις απλούστευσης.
Ρωτάω τώρα εγώ, ο εκστατικός μαλάκας –τι μας ενδιαφέρουν εμάς οι ψυχώσεις του καλλιτέχνη; Μήπως πρέπει να τον λυπηθούμε, που χέζεται στα φράγκα, πηδάει όποια γουστάρει, μένει σε ακριβά ξενοδοχεία και ρουφάει κόκα με την ηλεκτρική σκούπα; Έλα ρε γίγαντα να αλλάξεις θέση με τα παιδιά που στήνουν κώλο για ένα τσιγάρο και σκοτώνονται στα 14, άμα δεν σου γουστάρει η φάση σου. Που έχεις το θράσος να τους ζητάς να αγοράσουν τη διπλή δισκάρα σου, για να χαζεύουν τη χλιδή σου και να σε συμπονούν κιόλας. Λαμόγιο!

2η περίοδος –ο μαλάκας βλέπει το φως, αλλά όχι το τρένο
Επειδή λοιπόν η μουσική rock σχετιζόταν με την αμφισβήτηση του status quo, λόγω του νεανικού (κυρίως) ακροατηρίου στο οποίο απευθυνόταν και επειδή υπήρχε η ουτοπία πως οι επαναστατικές τάσεις μπορούσαν να διοχετευτούν στα μουσικά κινήματα, ήρθε η αλλαγή. Από μόνη της; Όχι βέβαια –έσφιξαν πρώτα οι κώλοι από την ανεργία, χάθηκε κάθε ελπίδα επαφής των δεινόσαυρων του rock με την κατάσταση στους δρόμους και βγήκε το punk. Τι λέγανε οι περιθωριοποιημένοι βάρβαροι; Το rock πέθανε στα γιγάντια στάδια φιλαράκο. Αν θέλεις να κάνεις συγκρότημα δεν χρειάζεται να έχεις ακριβούς ενισχυτές. Ούτε και δίπλωμα ωδείου. Τρεις νότες είναι –κάντο μόνος σου. Και what you see is what you get. Αυτά λέγανε, καθαρά και ξάστερα.
Κι εμείς τους ακούγαμε, τους πιστεύαμε, αλλά δεν τους καταλαβαίναμε. Γιατί η μουσική βιομηχανία έβαλε πάλι το χεράκι της και άνοιξε το κομπιουτεράκι της. Ρε, δεν πάει να βρίζεις τη Βασίλισσα, το σύστημα, το Χριστό, την Παναγιά και τους 12 Αποστόλους; Άμα μας φέρνεις χρήμα –χεστήκαμε. Κι έτσι άρχισε η εκπόρνευση του τέλους της rock μουσικής και τραβολογάγανε τους πρώην περιθωριακούς σε στάδια και τουρνέ.
Μέχρι που αηδίασε εκείνος ο Johnny Rotten, είπε «δεν έχετε νιώσει ποτέ ότι σας κοροϊδεύουν;» στο αποχαυνωμένο αμερικάνικο κοινό που χοροπηδούσε -100 μέτρα μακριά από το μικρόφωνό του, ξανάγινε Johnny Lydon, τους έχωσε δυο φάσκελα και τέλειωσε το παραμύθι.
Αυτό ήταν όλο; Όχι βέβαια. Γιατί μέσα στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται –οπότε βρήκαν ευκαιρία κάποια ριζοσπαστικά συγκροτήματα να γίνουν γνωστά, μέσα από τα κανάλια της μουσικής βιομηχανίας. Σαν τους Crass, ας πούμε, την αναρχική κολεκτίβα που έβγαζε δίσκους χωρίς σταθερό σχήμα μελών, αλλά με ακλόνητες πολιτικές θέσεις. Ή σαν τους Dead Kennedys που κόντεψαν να τινάξουν τη φασιστική Καλιφόρνια στον αέρα.
Και, πέρα από αυτά, οι punks ήταν υπεύθυνοι για τις επόμενες γενιές ακομπλεξάριστων μουσικών –θυμίσου τους Bauhaus και τους Birthday Party –μέχρι τους Radiohead φτάνει η γραμμή κι ακόμα πάει.
Κι όλα αυτά με τρεις νότες (ενίοτε δύο) συν μια κηδεία.

3η περίοδος –ο μαλάκας δένει τα κορδόνια του καταμεσής της Εθνικής
Όταν λοιπόν τελείωσε το παραμύθι του rock που θα άλλαζε τον κόσμο γυρίσαμε όλοι σπίτια μας. Απογοητευμένοι, όσο να πεις –που μας διέφυγε η επανάσταση. Κουρασμένοι από απελπισία και προπάντων μόνοι. Μας βρήκανε σε αδυναμία και μας την πέσανε. Κατά ριπάς δηλαδή. Και κατά βούληση. Τι ροκάδες εγχώριους φάγαμε στη μάπα –τι Πυξ Λαξ, Μαχαιρίτσες, Τσακνήδες και Παπακωνσταντίνου –τι εκτελέσεις αθάνατων κομματιών από την Ακαδημία του Fame story, τι μεταλάδες από Βορρά, Νότο, Δύση και Ανατολή –μέχρι οι Scorpions έκαναν κώλο (κι έχεσαν τον κόσμο όλο).
Τώρα, αν σε ρωτάνε τι μουσική ακούς, ντρέπεσαι να απαντήσεις. Αν τους πεις rock θα σου πουν –κι εγώ. Και θα εννοούν το Βασιλάκη και τον Πανούση –στην καλύτερη περίπτωση. Αν μιλήσεις για punk θα σου απαντήσουν πως το ξέρουν. Εκείνο που έκανε ο Γαρδέλης, ο Ψάλτης και η Καίτη Φίνου δεν ήταν; Αν τους πεις metal θα σε ρωτήσουν για τους Lordi.
Εγώ, όταν με ρωτάνε πάντως κοιτάζω να αποφύγω την απάντηση. Γιατί ακούω κάτι γέρους, τακτοποιημένους που βγάζουν σε CD τα νανουρίσματα των παιδιών τους και κάτι άλλους, αγάμητους, που μιλάνε για απουσίες. Τι να πεις δηλαδή –πως το αγαπημένο σου είδος είναι νανουρίσματα και χυλοπιτοτράγουδα;
Έχω καιρό να ακούσω κάτι καινούργιο και συναρπαστικό. Και, να με συγχωρούν οι ειδήμονες αλλά δεν το αντέχω το έθνικ. Άλλα βιώματα, μπορεί να είναι καλό ή κακό –εγώ δεν καταλαβαίνω Χριστό. Ούτε το χιπ-χοπ αντέχω. Δεν το μπορώ το μπίτι το συνεχόμενο και δεν έχω καμιά όρεξη να βγάλω φράγκα για να πηδάω γκομενάκια από τον κώλο. Εντάξει, μπάτσους θα μου άρεσε να σκότωνα, αλλά φοβάμαι. Έχω και μυωπία, μπορεί να πάρουν τίποτα αθώους οι σφαίρες.
Τώρα κάθομαι ήσυχος, δεν περιμένω πλέον μουσικές που τσακίζουν κόκαλα –ούτε και κινήματα που θα αλλάξουν τον κόσμο με τη μουσική. Έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν έρχονταν δεν θα μπορούσα να ακολουθήσω –έχω να πάω για ψώνια μετά τη δουλειά. Είναι μόνο που μερικά βράδια θα γούσταρα ν’ ακούσω κάτι καινούργιο και ζόρικο, με τίποτα μπύρες παρέα. Αλλά δε βαριέσαι –βολεύομαι στις παπαριές του συγχωρεμένου του Παυλάκη :

"Τις περισσότερες φορές το περπατάς μονάχος
μα τούτη η νύχτα
είναι δύσκολη να βγει
διαλέξεις σε διαλέξουνε
δεν θα υπάρχει λάθος
ίδιο νερό άλλη πηγή


Μ' ένα σουγιά άγρια μεσάνυχτα

χωρίς πολλά πολλά γιατί

χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα

αφού για σένανε η πλάστιγγα

θα γέρνει πάντα προς τη γη"


Γιατί η δική μου μουσική δεν παίζει πια.

Δευτέρα, Ιουνίου 26, 2006

Ο κύριος της δύσης

Αυτή είναι μια ιστορία που άκουσα ανάμεσα σε αστραπές. Ήταν μεσημέρι, ο ουρανός πρέπει να ζύγιζε ίσα με 800 κιλά, η υγρασία στην Αβάνα είχε γίνει πηχτή σα γιαούρτι –αλλά όχι το ίδιο δροσιστική. Με τέτοια μαυρίλα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο, παρά να περιμένεις τη βροχή. Κι αυτό έκανα, με ένα πούρο στο αριστερό χέρι και μια κούπα καφέ στο δεξί –τουρίστας πλήρους απασχόλησης.

Η Ντιάνα παράτησε το βιβλίο της –ήταν δύσκολο να διαβάζεις ενώ οι βροντές γκρέμιζαν παραθυρόφυλλα. Έτσι πιάσαμε την κουβέντα -για τη γειτονιά. Με τα πολλά, φτάσαμε σε αυτούς που έμεναν γωνία 19ης και 28ης –ήταν ένα σπίτι τεράστιο, με αετώματα πάνω από τις πόρτες και κολώνες ολόγυρα. Ήταν. Και, έμεναν. Πριν από χρόνια. Γιατί τώρα το σπίτι ρήμαζε –ο κήπος ζούγκλιαζε και η πόρτα κρεμόταν από τους αρμούς.

Όχι ότι ήταν ακατοίκητο –μπορούσα να δω κάτι μαυράκια να χτυπάνε τη μπάλα με ένα μπαστούνι του μπέιζομπολ ή κάτι τέλος πάντων που έμοιαζε με μπαστούνι του μπέιζμπολ. Αλλά, πριν χρόνια έμενε εκεί μια οικογένεια Ιταλο-κουβανών, καλοί άνθρωποι, είχαν και δυο παιδιά..

«Ο πατέρας», μου είπε η Ντιάνα, «είχε μια πιτσαρία στη Λίνεα, κοντά στον κινηματογράφο Τριανόν –παλιό μαγαζί, υπήρχε πριν την Επανάσταση και πέρναγε από γενιά σε γενιά. Έφτιαχνε πίτσες, δηλαδή όχι αυτός –η μητέρα με τη γιαγιά δούλευαν στους φούρνους και τα παιδιά βοηθούσαν, τα καλοκαίρια που έκλεινε το σχολείο και μεγάλωνε η πελατεία. Ήσυχοι άνθρωποι και τα παιδιά τους –ένα αγόρι κι ένα κορίτσι -όμορφα παιδιά. Το κορίτσι ήταν ανήσυχο από μικρό –κυκλοφορούσε στη γειτονιά με βαμμένα νύχια –χέρια, πόδια –και γίνονταν καυγάδες από την πιτσιρικαρία για να της τραβήξουν την προσοχή. Αυτή, όσο τα έβλεπε, τόσο έπαιρνε θάρρος και δώστου κούνημα και βάψιμο και χτένισμα –μικρό κορίτσι. Το αγόρι ήταν αλλιώτικο. Ήσυχο παιδί, έπαιζε μάλιστα και καλό μπέιζμπολ, πίτσερ ιδίως –και κουόρτερ μπακ άμα χρειαζόταν. Είχε δυνατά χέρια και έκοβε το μάτι του. Και τι μάτι, άλλο πράγμα! Γαλανομάτης κι όπως ήταν μαυρισμένος, έδειχναν ακόμα περισσότερο τα μάτια του. Πολλές φορές άκουγα τη γιαγιά να του λέει (ειδικά τα πρωινά, που τον ξύπναγε για το σχολείο): Καμπρίτο, από τα μάτια σου βγαίνει ο ήλιος, το πρωί.

Η οικογένεια έβγαζε καλό χαρτζηλίκι από την πιτσαρία και τα παιδιά μεγάλωναν άνετα. Μέχρι που ήρθε η Ειδική Περίοδος. Τότε που διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, κατέρρευσε το μπλοκ μέσα σ’ ένα χρόνο και έμεινε η Κούβα χωρίς αγορές για τα προϊόντα της. Χωρίς εξαγωγές και με εισαγωγές μόνο από Κίνα –τα πράγματα δυσκόλεψαν. Έσφιξαν και οι Αμερικάνοι το εμπάργκο, τα τρόφιμα χάθηκαν από την αγορά, φάρμακα έβρισκες μόνο παράνομα, η βενζίνη εξαφανίστηκε. Έμεινε η Κούβα με τα δικά της προϊόντα, αλλά πόσο μάνγκο και παπάγια να φας πια; Και το κρέας λιγοστό –με το δελτίο. Όλα με το δελτίο. Ο πρώτος χειμώνας ήταν αφόρητος, ήρθαν μετά και οι τυφώνες, καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής ζάχαρης –τα εργοστάσια δεν είχαν ενέργεια για να λειτουργήσουν, τα σπίτια είχαν ρεύμα σπανίως και το απαρχαιωμένο δίκτυο υδροδότησης έχανε από χιλιάδες ραγισμένους σωλήνες.

Η ζωή στην Αβάνα ήταν αφόρητη, ξαναβγήκαν τα ποδήλατα στους δρόμους , το ωτο-στοπ έγινε θεσμός με τη συμπαράσταση του κράτους, εμφανίστηκε κι ένα καινούργιο είδος λεωφορείων –αυτά που προσαρμόζονται βαγόνια με ρόδες πάνω σε τράκτορα νταλίκας και οι Κουβανοί τα λένε καμήλες. Η οικογένεια δυστυχούσε παρέα με την υπόλοιπη χώρα.

Οι δουλειές στην πιτσαρία πήγαιναν κατά διαόλου –που να βρεθούν χρήματα για πίτσα; Εδώ, μέχρι και ο κινηματογράφος, το Τριανόν, έπαιζε κάτι επαναλήψεις για 5-6 άτομα, φίλους και γνωστούς. Τα παιδιά σταμάτησαν να δουλεύουν σα σερβιτόροι –ο πατέρας έφτανε και περίσσευε. Είχαν τελειώσει και το σχολείο, η κόρη πήγαινε σε μια σχολή για να γίνει υπεύθυνη πωλητηρίου τουριστικών ειδών και ο γιός πέρναγε τις τελευταίες μέρες της θητείας του. Η θητεία στην Κούβα είναι υποχρεωτική, αλλά δεν λογαριάζεται μόνο ο στρατός. Μπορείς να κάνεις τη θητεία σου στην αστυνομία, ή στην πυροσβεστική –δυο χρόνια κι αν αποφασίσεις να μείνεις περισσότερο, έχεις μετά δικαίωμα να μονιμοποιηθείς ή να παραιτηθείς και να μπεις στο Πανεπιστήμιο. Ο γιός ήθελε να σπουδάσει, αλλά δεν μπορούσε να βλέπει τους γονείς του στην ταλαιπωρία. Κι όπως τον είχαν φροντίσει από μικρό –αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά μίλαγε το παιδί, σε καλό επίπεδο -παραιτήθηκε κι άρχισε να ψάχνει δουλειά σε ξενοδοχείο.

Γιατί τότε, μέσα στην κορύφωση της Ειδικής Περιόδου, η κυβέρνηση είχε την ιδέα να εκμεταλλευτεί τις τουριστικές προοπτικές του νησιού. Συνεργάστηκε, το λοιπόν, με κάτι γαλλικές και ισπανικές εταιρείες, άνοιξαν αλυσίδες ξενοδοχείων, αναπτύχθηκε τουριστικά το κέντρο -πήραν τα πάνω τους και τα ιστορικά Κουβανέζικα ξενοδοχεία… Οι τουρίστες άρχισαν να έρχονται μαζί με χρήματα. Και όλοι ήταν έτοιμοι να τους υποδεχτούν. Όταν ο μέσος μισθός άγγιζε τα 180 Κουβανέζικα πέσος, ένα φιλοδώρημα 2 δολαρίων ήτανε μεγάλη υπόθεση –ένα δολάριο αντιστοιχούσε σε 30 πέσος τότε.

Πήγε, που λες, το παιδί, έκανε αιτήσεις στα ξενοδοχεία, πέρασε από συνεντεύξεις και τεστ –τον είδαν, όμορφο παλικάρι, ψηλό μ’ εκείνα τα μάτια που μαγνήτιζαν –τον πήραν στο Ξενοδοχείο Κοπακαμπάνα. Σερβιτόρος και μετά βλέπουμε. Γύριζε το παιδί με το λευκό του πουκάμισο και το μαύρο παντελόνι τα μεσημέρια κι όταν πετύχαινε τους πιτσιρικάδες να παίζουν σταματούσε επιτόπου. Έβγαζε προσεκτικά το πουκάμισο, το δίπλωνε και μετά έριχνε κάτι μπαλιές στον μπάτερ της γειτονιάς –μέχρι που ο πιτσιρίκος παρατούσε το ρόπαλο και έμπηγε τα κλάματα. Το παιδί του έλεγε: μη στεναχωριέσαι βρε, πρέπει να μάθεις το κόλπο, κάθε πίτσερ πετάει με συγκεκριμένο τρόπο –άμα τον βρεις δεν πρόκειται να σου περάσει μπαλιά.

Και έψηνε τον πιτσιρίκο να ξαναπιάσει το ρόπαλο και πάλι από την αρχή. Μέχρι που τον έπαιρνε χαμπάρι η μάνα του και έμπηγε τις φωνές. Έλα μέσα παιδάκι μου, έλα να φας και να πλυθείς, σε δυο ώρες ξαναφεύγεις για τη δουλειά. Και στις γειτόνισες που κοίταζαν από τα παράθυρα χαμογελούσε –ποτέ δεν θα μεγαλώσει αυτό το παιδί, έλεγε η μητέρα.

Έτσι περνούσε ο καιρός και οι Κουβανοί πεινούσαν. Πεινούσαν και έκαναν υπομονή. Όχι όλοι –ας πούμε η αδελφή του παιδιού μπλέχτηκε με έναν τουρίστα. Ήταν ένας χοντρός, ασπρουλιάρης Γερμανός κι αυτή μια κοπελάρα μέχρι εκεί πάνω –αλλά της γυάλισαν τα λεφτά. Της φούσκωσε τα μυαλά ο Γερμανός, ότι θα την παντρευτεί και θα φύγουν μαζί από το νησί, κάθε βράδυ την πήγαινε σε καμπαρέ, στα καλύτερα εστιατόρια έτρωγαν, αυτά που οι Κουβανοί τα έβλεπαν μόνο απέξω –άντε, μερικοί πήγαιναν και μέχρι την κουζίνα για να καθαρίσουν τα αποφάγια.

Όταν το μάθανε οι γονείς έπεσαν να πεθάνουν. Η δική μας η κόρη χινετέρα; Να πηγαίνει με τουρίστες και να έρχεται στο σπίτι με τσιγάρα εισαγωγής και σαπουνάκια ξενοδοχείων; Δυο μέρες έκαναν να ξεμυτίσουν από το σπίτι, ούτε το μαγαζί δεν άνοιγαν. Τους είδε σε τέτοια χάλια το παιδί, ενδιαφέρθηκε κι έμαθε. Βράδυ ήταν, το θυμάμαι γιατί ακούστηκαν κάτι φωνές και μετά το παιδί πέρασε όλη τη νύχτα στο δρόμο –πέταγε τη μπάλα στο φράχτη εδώ απέναντι, όλη η γειτονιά ξαγρύπνησε, αλλά κανένας δεν του μίλησε –ήταν βλέπεις καλό παιδί, δεν είχαμε τσαντιστεί, περισσότερο ανησυχούσαμε που τον βλέπαμε έτσι.

Κι αυτός δώστου να πετάει την μπάλα και να την ξαναπιάνει, περίμενε την αδερφή του μέχρι τα ξημερώματα. Θα ήτανε γύρω στις 5 το πρωί όταν ήρθε αυτή. Την έφερε ένα αυτοκίνητο με τουριστικές πινακίδες -ο Γερμανός ήταν; Άλλος; Δεν ξέρω. Έριξε μια δυνατή το παιδί, κόντεψε να τρυπήσει τον φράχτη –να εκεί απέναντι είναι, ακόμα φαίνεται κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Έπιασε την αδερφή του από τους ώμους και κάθησαν κάτω από εκείνο το δέντρο. Μι ερμάνα, της έλεγε, θυμάσαι τότε που παίζαμε παρέα; Θυμάσαι που λέγαμε ότι θα γίνω διάσημος πίτσερ και θα με πάρουν στους Ινταστριάλες; Κι εσύ θα έρχεσαι στις κερκίδες και στον κρίσιμο πόντο του τελικού θα γυρίσω να σε δείξω και να σε χαιρετήσω με το καπέλο; Τι έγινε και άλλαξες; Τι θέλεις εσύ με τους τουρίστες; Δεν καταλαβαίνεις πως θα κάνουν τη δουλειά τους και θα φύγουν κι εσύ θα μείνεις εδώ –να σε ψήνουν τα λόγια του κόσμου;

Αλλά αυτή, αμετανόητη. Δεν θα κάτσω εγώ να πεθάνω μαζί σας, του έλεγε. Δεν αντέχω άλλη πείνα, δεν αντέχω τη στέρηση. Θα τον παντρευτώ το Γερμανό –κι αν δεν είναι αυτός θα είναι κάποιος άλλος. Κάποιος θα βρεθεί να με πάρει από αυτή την ποντικότρυπα, γιατί εγώ θέλω να ζήσω. Όπως ζουν έξω και όχι να με γκαστρώσει κανένας Κουβανός για να πεινάω αγκαλιά με 5-6 παιδάκια. Άσε που θα σας βοηθήσω μι ερμάνο. Κι εσένα και τους γέρους. Θα σας στέλνω τσεκ απέξω –τι νομίσατε, ότι θα σας ξεχάσω; Οικογένειά μου είσαστε.

Παραμύθια μου λες μουτσατσίτα, φώναξε το παιδί και σηκώθηκε απότομα. Θα κάνουν τη δουλειά τους και θα σε παρατήσουν. Και θα καταλήξεις σαν τις χινετέρες της Μαλεκόν –θα πηγαίνεις με τους ξένους για ένα πιάτο φαϊ. Αυτό θα γίνει και το ξέρεις!

Πήγε κάτι να του πει αυτή, αλλά δεν τον πρόλαβε. Χάθηκε τρέχοντας το παιδί προς την 23η. Ο φίλος του, ο γιός της Χούλιας –εδώ πιο κάτω μένει, μας είπε μετά από μια βδομάδα ότι τον είχε πετύχει στη Μαρίνα Χέμινγουεη μεθυσμένο να μουρμουρίζει: φούλας, φούλας. Έτσι λένε, μεταξύ τους, τα χρήματα οι Κουβανοί.

Έκανε μια βδομάδα να γυρίσει σπίτι –αλλά στη δουλειά πήγαινε το παιδί. Κάθε μέρα, στην ώρα του, που πλενόταν, που ξυριζόταν; Κανείς δεν έμαθε. Πάντως, όταν πήρε τον μισθό του γύρισε σπίτι και έδωσε λεφτά στους γονείς του –όλη η οικογένεια έκανε πως δεν έτρεχε τίποτα, με την αδερφή του τα ίδια –μιλούσαν τυπικά, γελούσαν, όχι όπως παλιά και απέφευγαν τις δύσκολες κουβέντες. Όλους τους βασάνιζε η κατάσταση, βλέπαμε συνέχεια αναμμένο το φως στην κουζίνα, αλλά όταν έβγαινε η κοπέλα από το αυτοκίνητο με τις τουριστικές πινακίδες –το φως έσβηνε.

Η ιστορία έτρωγε την οικογένεια σαν τον καρκίνο, μέχρι που εμφανίστηκε η Ροζίτα. Τι Ροζίτα δηλαδή –μαύρη, μαύρη, μαύρη σαν το τηλέφωνο ήταν η κοπελίτσα. Δούλευε μαζί με το παιδί στο ξενοδοχείο, όμορφη ήταν, με δέρμα σαν έβενο –την ερωτεύθηκε το παιδί. Κι αυτή –τρελή μαζί του, πάνω στις τρεις βδομάδες εμφανίστηκαν εδώ –στο σπίτι, να γνωρίσει η Ροζίτα την οικογένεια του παιδιού. Εγκεφαλικό τους ήρθε στους γονείς. Εντάξει, σου λέει, η κόρη χινετέρα -η πρώτη είναι ή η τελευταία; Άσε που μπορεί να παντρευτεί κανέναν τουρίστα και να σωθεί. Ντροπή, αλλά συνηθίσαμε πια. Αλλά η μαύρη; Βρε παιδάκι μου, τον έπιασαν όλοι μαζί το ίδιο βράδυ, βρε αγόρι μου, εσύ –τόσο όμορφο παιδί, εσένα που ο ήλιος βγαίνει κάθε πρωί στα μάτια σου, τι να την κάνεις τη μαύρη; Βρε θα κάνετε μαύρα παιδιά, το ξέρεις; Θα χαλάσει η ράτσα μας βρε –εμείς είμαστε Ιταλοί από τους παππούδες μας –τι να τα κάνουμε τα μαυράκια; Τέτοια εγγονάκια θα μας φέρεις βρε; Δε λυπάσαι τη γιαγιά σου; Έχει και γλαύκωμα –βρε ούτε να τα δει δεν θα μπορεί τα παιδιά σου!

Τι μου λέτε τώρα; νευρίαζε το παιδί. Εδώ που ζούμε, όλοι ένα είμαστε. Λευκοί, μουλάτοι, μαύροι, τσίνος. Και σιγά τους Ιταλούς παππούδες. Γουαχίρος ήτανε, δεν θυμάμαι εγώ που πηγαίνουμε συνέχεια στο υπόλοιπο σόι στη Μανικαράγουα; Γουαχίρος λένε τους λευκούς χωρικούς, στην Κούβα. Και εδώ στην Αβάνα είναι σνομπ ο κόσμος –άλλη χώρα η Αβάνα και άλλη η επαρχία, θα το ακούσεις πολλές φορές να το λένε. Τέλος πάντων, τι γκρίνια έφαγε το παιδί –τι για την αδερφή του που πήρε τον κακό δρόμο του είπαν, ήρθαν οι συφορές και ενώθηκαν για να πλακώσουν τους γονείς –άρχισαν νέοι καυγάδες στο σπίτι, αλλά το παιδί αμετάπιστο. Εγώ την αγαπάω κι αυτή με λατρεύει και είναι καλή –καλύτερη απ’ όλους σας. Κι εσείς είσαστε ρατσιστές και αντεπαναστάτες τελικά. Κρίμα που δεν πήγατε σχολείο μετά την Επανάσταση, ν’ ανοίξουν τα μάτια σας. Και μου λέτε όλο μιέρδας τώρα –παρατήστε με ήσυχο.

Η οικογένεια είναι σαν το σφουγγάρι –όλα τα ρουφάει, όλα τα καθαρίζει –όπως το σφουγγάρι κάνει με τα απόνερα. Τίποτα δεν χάνεται, όλα μέσα στην οικογένεια μένουν, αλλά και τίποτα δεν φαίνεται απέξω. Έτσι έγινε κι εδώ. Η γειτονιά έβλεπε την οικογένεια αγαπημένη –πίσω από την πλάτη τους ψιθύριζαν για τα αυτοκίνητα που έφερναν την κόρη, αλλά μπροστά τους –κουβέντα. Και τη Ροζίτα, έκαναν κουράγιο, έκλεισαν τα μάτια και τη δέχτηκαν οι γονείς. Μη σου πω ότι πολλές φορές ήταν χαρούμενοι μαζί της, γιατί η Ροζίτα όλο τραγούδαγε και χόρευε –από δουλειές και μαγείρεμα, λίγα πράγματα –αλλά μέσα στο κέφι ήτανε πάντα. Και τους έλεγε μαματσίτα και πάπα και όλο τους αγκάλιαζε –άλλες φορές στράβωναν τα μούτρα οι γονείς, αλλά τις περισσότερες χαίρονταν. Γιατί το παιδί τους ήταν ευτυχισμένο και η Ροζίτα τον λάτρευε και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Μερικές φορές βέβαια το παραέδειχνε, αλλά κι αυτό συνηθίζεται.

Εκείνος ο Αύγουστος ήτανε ανέλπιστα καλός για όλους τους. Το Τριανόν είχε πάλι κόσμο, μαζί του γέμιζε και η πιτσαρία. Η κόρη είχε φέρει έναν Ισπανό που της έκανε επίσημη πρόταση γάμου. Καλός ήταν –λίγο γέρος μόνο, πενηντάρης κι αυτή με το ζόρι είκοσι –αλλά δε βαριέσαι; Έδειχνε να την αγαπάει κι αυτή ήταν ξετρελαμένη μαζί του. Και μιλούσε σοβαρά –μέσα στον επόμενο μήνα θα γινόταν ο γάμος. Αλλά το καλύτερο απ’ όλα είχε τύχει στο παιδί. Γιατί οι καλοί άνθρωποι πάντα βρίσκουν την άκρη και το παιδί ήταν καλό, άγγελος σωστός. Γνώρισε λοιπόν έναν Ιταλό –είχε έρθει με τον πατέρα του αυτός, έμεναν στο Κοπακαμπάνα και ετοιμάζονταν να ανοίξουν ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στο Βεδάδο. Και οι δυο Ιταλοί είχαν κατασυμπαθήσει το παιδί –μέχρι που μια μέρα τους έφερε εδώ, στο σπίτι, να γνωρίσουν τους δικούς του –αυτοί είδαν Ιταλούς, αδέρφια, ομοεθνείς και χάρηκαν πολύ. Δανεικά πήραν από τη γειτονιά για να τους κάνουν τραπέζι αρχοντικό.

Και όλο έλεγε ο Ιταλός πως θα ανοίξουν ξενοδοχείο και το παιδί θα γινόταν διευθυντής και ο πατέρας, σεφ στην πιτσαρία –γιατί, τι ιταλικό ξενοδοχείο θα ήταν χωρίς πιτσαρία; Μέχρι το βράδυ, είχε γεμίσει η αυλή με χιλιάνικα μπουκάλια κρασιών –όλα άδεια. Χόρευε και η Ροζίτα, χάρηκε η γειτονιά που επιτέλους άρχιζε να καλυτερεύει η ζωή των ανθρώπων.

Γιατί εμάς ο τουρισμός μας έσωσε στη δυσκολία. Αν δεν ήταν οι τουρίστες θα είχαμε θανάτους και επιδημίες. Γι’ αυτό και όλοι εκτιμάνε τους τουρίστες στην Κούβα. Να μην τα πολυλογώ, έτσι πέρασε ο Αύγουστος και μπήκε ο Σεπτέμβρης. Στο σπίτι ήταν όλοι αγχωμένοι –ετοιμάζονταν για το γάμο της κόρης με τον Ισπανό. Το παιδί είχε βρει ένα διαμέρισμα στο κέντρο, χρειαζόντουσαν κάτι διατυπώσεις και μετά θα έμενε μαζί με τη Ροζίτα. Θα παντρεύονταν κιόλας, ήθελε μωράκια η Ροζίτα κι αυτός δηλαδή –μέχρι και οι γονείς είχαν συνηθίσει και τους πείραζαν: Άντε, βάλτε μπροστά, να δούμε εγγονάκια, τόσα στρέμματα αυλή έχουμε, να μην πηγαίνει άχρηστη. Άντε να δει δισέγγονα και η γιαγιά πριν κλείσει τα μάτια της. Ήτανε σχεδόν τυφλή η γιαγιά από το γλαύκωμα –θα τα άκουγε περισσότερο, σιγά μην τα έβλεπε, αλλά καλύτερα –δεν θα διέκρινε τη μαυρίλα τους.

Εκείνο το πρωινό, το Κοπακαμπάνα ήταν αρκετά θορυβώδες. Κάποιοι τουρίστες γιόρταζαν στην παραθαλάσσια τραπεζαρία –είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο. Ευτυχώς ήρθε ο σεφ και έστειλε το παιδί στο μπαρ. Σε ζητάει ένας φίλος σου, του είπε. Το παιδί παραξενεύτηκε. Γιατί το ξενοδοχείο ήτανε αυστηρό –δεν επιτρέπονταν φίλοι, παρέες και τέτοια. Μέχρι και οι γονείς του δίσταζαν ακόμα και να τον πάρουν τηλέφωνο. Ήτανε σοβαρό το ξενοδοχείο. Τα μάτια του είχαν συνηθίσει στον ήλιο, οπότε, όταν μπήκε στο μπαρ, δεν έβλεπε τίποτα. Με το ζόρι ξεχώρισε τον μικρό τον Ιταλό –μικρός, λέμε τώρα, μεγαλύτερος από αυτόν ήτανε, τέλος πάντων. Ο Ιταλός σηκώθηκε από το τραπέζι του και άνοιξε μια αγκαλιά τεράστια. Χαμογέλασε το παιδί, βιάστηκε να περάσει τη μπάρα για να βρει το φίλο του. Εκείνη τη στιγμή άκουσε έναν τρομακτικό θόρυβο και μετά μια λάμψη τον τύφλωσε. Γι’ αυτό δεν είδε το επιδαπέδιο τασάκι, στα πλάγια του, να ανατινάζεται –ούτε τα κομμάτια του μέταλλου που πετάχτηκαν στον αέρα –σαν ξυράφια. Δεν είδε ούτε το κομμάτι που έκοψε την καρωτίδα του Ιταλού, δυο μέτρα πιο μακριά του. Γιατί είχε ήδη λιποθυμήσει.

Αυτά τα είπε το παιδί στο νοσοκομείο, 10 μέρες άντεξε, δεν μπόρεσαν να τον σώσουν οι γιατροί γιατί κομμάτια από το τασάκι του είχαν καταστρέψει τη σπλήνα και το συκώτι. Άσε η αιμορραγία –μούσκεψε το νοσοκομειακό που τους μετέφερε –μαζί με τον Ιταλό. Είχαν πολλούς τραυματίες εκείνη τη μέρα και στο Κοπακαμπάνα και αλλού. Ήτανε 4 Σεπτεμβρίου και έσκασαν βόμβες στη Μποντεγκίτα, στο Τρίτον, στο Σατώ Μιραμάρ, παντού βόμβες.

Ήτανε ένας από το Σαλβαδόρ, πληρωμένος από τη συμμορία του Ποσάδα Καρίγιες. Βγήκε μετά από μερικές μέρες και το παραδέχτηκε, το κάθαρμα, πως αυτός είχε κανονίσει να μπουν οι βόμβες για να χτυπήσουν τον τουρισμό στην Κούβα. Βγήκε και είπε στη συνέντευξη πως λυπάται για τα θύματα, αλλά ήταν πολεμικές ενέργειες αυτές και δεν επρόκειτο να σταματήσουν. Για τον Ιταλό είπε ότι: βρέθηκε τη λάθος στιγμή σε λάθος μέρος κι όταν τον ρώτησαν, δήλωσε πως δεν είχε καθόλου τύψεις για ότι έγινε –και το ίδιο βράδυ κοιμήθηκε σα μωρό. Το κάθαρμα. Για το παιδί δεν είπε κουβέντα.

Τον πληρωμένο δολοφόνο από το Σαλβαδόρ, αυτόν που έβαλε τη βόμβα στο τασάκι, τον έπιασαν το ίδιο απόγευμα. Παραδέχτηκε ότι πήγε στο μπαρ, παράγγειλε μια Μπουκανέρο, μετά πήγε στην τουαλέτα, ενεργοποίησε τη βόμβα , να σκάσει σε 45 λεπτά και ,όταν δεν τον έβλεπαν, την έβαλε μέσα στο επιδαπέδιο τασάκι. Έτσι έγιναν τα πράγματα.

Ήτανε 14 Σεπτεμβρίου όταν παρέδωσε το παιδί. Η γιαγιά του πρόλαβε να δει τον ήλιο να δύει σ’ εκείνα τα γαλάζια μάτια που έμειναν σκέτο γυαλί. Μετά πέθανε από τον καημό της η γριούλα -σε λίγο καιρό την ακολούθησε και η μάνα του παιδιού. Ο γάμος αναβλήθηκε για ένα χρόνο –αλλά τελικά έγινε και το ζευγάρι ζει τώρα στην Ισπανία. Η κόρη προσπαθεί να πάρει και τον πατέρα της μαζί –αλλά μάταια. Αυτός αντάλλαξε το σπίτι του με την οικογένεια που βλέπεις τώρα και πήγε να ζήσει σε ένα άθλιο σολάρ στην παλιά Αβάνα. Πάει κάθε πρωί στην πιτσαρία, την ανοίγει, περιμένει και το μεσημέρι κλείνει. Πελάτες δεν έχει, αλλά αυτός εξακολουθεί να πηγαίνει. Μια φορά που περνούσα, μπήκα μέσα για να τον χαιρετήσω. Με θυμήθηκε, χάρηκε. Μου ζήτησε κιόλας συγνώμη γιατί ο γιός του αργούσε να φέρει κουβέρ. Δεν άντεξα να ξαναπεράσω».

Η Ντιάνα σώπασε, στην κουνιστή καρέκλα της. Σε λίγο μάλιστα, άρχισε να κουνιέται με εκείνο τον επαναληπτικό, γρήγορο ρυθμό που πιάνουν οι Κουβανοί. Είχε αρχίσει να βρέχει, δεν ξέρω από πότε. Με τα τουλούμια. Τροπική βροχή. Κουρτίνες νερού, ανάμεσα σ’ εμένα και τον κήπο. Ανάμεσα σ’ εμένα και τον δρόμο. Ανάμεσα σ’ εμένα και το σπίτι απέναντι, στη γωνιά της 19ης με την 28η. Κουρτίνες αίματος ανάμεσα στους Κουβανούς και τους γείτονές τους. Απέναντι.

Τρίτη, Ιουνίου 20, 2006

Ποτέ δεν φεύγεις από την Κούβα

Ήταν μια χοντρή, μαύρη στον έλεγχο διαβατηρίων που ψείριζε τη μαϊμού. Ερωτήσεις μάγκα μου, για πόσο καιρό ήρθες, που θα μείνεις και βγάλε τα γυαλιά και γύρνα ανφάς, προφίλ –τέτοια πράγματα. Συνηθισμένα πράγματα για το Hose Marti της Αβάνας, μόνο που, φέτος, απαγόρευσαν το κάπνισμα και στην αναμονή για τον έλεγχο διαβατηρίων. Η κυρία δεν έλεγε να τελειώσει με τις ερωτήσεις και δώστου να περνάει το διαβατήριο από το μηχάνημα -10 ώρες πτήση χωρίς τσιγάρο, αν αργούσε λίγο ακόμα να μου ευχηθεί «καλή διαμονή» θα κυλιόμουνα στα πλακάκια, με προχωρημένο στερητικό σύνδρομο.


Στο ταξί, έκανα τράμπα το Holborn με γλυκόριζα για ένα πουράκι Punch και κατέβαζα καπνό ανακατεμένο με πηχτή υγρασία, χαζεύοντας τα λεωφορεία-καμήλες. Η Tomboy δίπλα μου σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο πράγμα –μόνο που προτιμήσαμε να μείνουμε με το ηλίθιο χαμόγελο, παρά να φωνάξουμε: φτάσαμε Κούβα επιτέλους, γαμώ την πουτάνα μου.

Havana vieja

Ενάμιση χρόνο στην Αθήνα μετράγαμε τις μέρες για να επιστρέψουμε στο νησί –την πρώτη φορά ήμασταν τουρίστες, τώρα πηγαίναμε να δούμε φίλους και γνωστούς, θα έκανε και την επέμβαση η Tomboy, να ξεφορτωθεί τη μυωπία της –όλα αγγελικά πλασμένα, ακόμα και η άκαυτη βενζίνη που άφηνε πίσω του ο ταξιτζής.


Στο σπίτι είχαμε τις γνωστές συγκινητικές σκηνές –ο Tony και η Diana μας πλάκωσαν στις αγκαλιές και τα φιλιά -μόνο αυτός ο κοπρίτης ο Perry τράβηξε κάτι γαυγίσματα ξεγυρισμένα. Μας ξέχασε; Μας γκρίνιαζε που λείψαμε τόσον καιρό; Άντε να βγάλεις άκρη με το τρελλόσκυλο. Πάντως ήμασταν σπίτι μας, στο δωμάτιό μας, το κρεβάτι μας, τον ανεμιστήρα μας –τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ή έτσι νομίζαμε.

Γιατί την επόμενη μέρα, βρεθήκαμε σε μια διαφορετική Αβάνα.


Μη φανταστείς βέβαια τίποτα κοσμοϊστορίκες αλλαγές –όμως οι δρόμοι είχαν γεμίσει αυτοκίνητα (ας είναι καλά ο Τσάβες με τα πετρέλαιά του), τα ιστορικά κτίρια της Malecon αναστυλώνονταν επιτέλους και το κέντρο βρωμούσε υπερβολικά (γαμημένη υγρασία). Το τουριστικό κέντρο της Αβάνας μας φάνηκε πολύ άσχετο αυτή τη φορά. Γυρνούσαμε σαν τους μαλάκες, δεν θέλαμε να πάμε πουθενά συγκεκριμένα, ήλιος, ζέστη και βαρεμάρα –τα μαγαζιά μισογεμάτα με εκστασιασμένους ασπρουλιάρηδες και οι μικροαπατεώνες στην αναζήτηση κορόιδων. Μπορεί να έφταιγε και η επέμβαση, που την περιμέναμε ανήσυχοι –το σίγουρο ήταν πως δεν είχαμε κάνει 14 ώρες ταξίδι γι’ αυτή την Αβάνα. Γυρίσαμε τρέχοντας σπίτι, να πούμε καμιά κουβέντα με τους δικούς μας, μπας και ανακαλύψουμε τι δεν μας καθόταν καλά.


Στο τέλος καταλήξαμε να χαζεύουμε τηλεόραση –πέσαμε πάνω στα γενέθλια του Ραούλ Κάστρο, έδειχναν ένα δεκάλεπτο αφιέρωμα. Είχα χρόνια να δω τον Ραούλ σε φωτογραφίες ή στις ειδήσεις. Έχει φτάσει εβδομηνταφεύγα χρονών –πέντε χρόνια μικρότερος από τον Φιδέλ. Χαζεύοντας τον να χαιρετάει κόσμο αναρωτήθηκα πόσο μαλάκες μπορεί να είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως, όταν πεθάνει ο Φιδέλ, την εξουσία θα πάρει ο Ραούλ που είναι πιο σκληροπυρηνικός. Εντάξει, ο Ραούλ ήτανε κάποτε κομμουνιστής φανατικός και πιστός σε άκαμπτες κομματικές νόρμες, αλλά τώρα πλέον είναι ένα γεροντάκι, δυσκίνητο και ετοιμοθάνατο. Καμιά σχέση με την ενεργητικότητα του Φιδέλ –πάω στοίχημα πως ο μεγάλος θα τον θάψει κι αυτόν. Έτσι εξηγείται που οι Κουβανοί μας κοίταζαν σαν εξωγήινους κάθε φορά που τους ρωτούσαμε για το ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας από τον Ραούλ Κάστρο.


Από τη Δευτέρα άρχισε το νταραβέρι της Tomboy με την κλινική. Εξετάσεις, κόντρα εξετάσεις, ο θυρωρός να ξεκαρδίζεται στα γέλια με το άκουσμα του ονοματεπώνυμου της Tomboy, τρόμαξε ο άνθρωπος μέχρι να εξηγήσει στη γραμματεία ποιος είχε έρθει και για ποιο σκοπό. Για τις λεπτομέρειες της όλης ιστορίας, θα γράψει, ελπίζω, η Tomboy –να πω μόνο πως κόντεψαν να με πάρουν τα ζουμιά την επόμενη μέρα, μετά την επέμβαση, όταν έβλεπα τη γιατρό και τις νοσοκόμες να αγκαλιάζονται με την Tomboy λες και ήταν χρόνια φιλενάδες. Φεύγοντας από την κλινική είχα αποκτήσει πλήρη εικόνα της έννοιας «ανθρώπινο περιβάλλον».

Santa Clara

Τέλος πάντων, μετά την επέμβαση βρήκαμε τα νερά μας. Αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε στο κλίμα, ήρθε και η Leisy, η φιλενάδα της Tomboy –για συμπαράσταση. Βρίσκαμε τους γνωστούς μας μαζί με τους ρυθμούς μας. Και κόψαμε την περιήγηση στο κέντρο. Η γειτονιά μας είναι το Vedado, τουρίστες δεν κυκλοφορούν πολλοί, γεμάτη πάρκα η συνοικία και μπαράκια με live. Αυτή την Αβάνα θέλαμε, αν γινόταν μόνο να είχε λιγότερη υγρασία … Η Leisy μας έψηνε να πάμε στο σπίτι της, στη Santa Clara, να γνωρίσουμε τον άντρα της, τους γονείς της, όλοι ήταν περίεργοι εκεί πέρα για τους Έλληνες, περίμεναν να δουν τα αλλοδαπά φρούτα. Έτσι, βρεθήκαμε στη Santa Clara.


Στην αρχή φρίκαρα. Μετά αγχώθηκα. Αργότερα αποφάσισα πως πρέπει να την κάνουμε από εκεί -το συντομότερο δυνατό. Χάλι η Santa Clara αδερφέ! Οι δρόμοι πλακόστρωτοι και γεμάτοι σκατά διαφόρων ειδών. Σκυλόσκατα, αλογόσκατα, ανθρωπόσκατα (ίσως). Κάτι σαν ελληνικό χωριό, αλλά από εκείνα τα παλιά, τα αγροτικά. Νερό δεν υπήρχε στα σπίτια (το μάζευαν στις αυλές, σε ντεπόζιτα, από τη βροχή), το χαρτί εξαφανισμένο από τις τουαλέτες, -εφημερίδες στο καρφί της ξύλινης πόρτας, από 5 χρονών είχα να δω, όταν πηγαίναμε στο χωριό της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου. Αλλά είχαμε έρθει και έπρεπε να μείνουμε. Νοικιάσαμε κι ένα δωμάτιο-εφιάλτη, η υγρασία είχε λιώσει τοίχους και πατώματα –η κατάθλιψη μας χτυπούσε φιλικά την πλάτη. Όλα αυτά μέχρι να γνωρίσουμε τους ανθρώπους.


Πως λέμε «πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία»; Καμμία σχέση. Εκεί οι άνθρωποι χαμογελούσαν ολόκληροι, γιατί χαίρονταν που ήρθες να τους δεις. Δεν είχαν τίποτα να σε κεράσουν, αλλά σε κερνούσαν παρ’ όλα αυτά. Και οι τηλεοράσεις τους έπαιζαν Mundial πριν μπεις στο σπίτι, γιατί είχαν ακούσει πως σε αυτούς τους ξένους αρέσει να βλέπουν ποδόσφαιρο.

Ένιωσα ολοκληρωτικά μαλάκας. Αλλοτριωμένος από το αποστειρωμένο περιβάλλον της πόλης μου, εξαρτημένος από γυαλιστερά είδη υγιεινής και τα πανίσχυρα κλιματιστικά χώρου. Γιατί πότε δεν ευχαριστιέμαι έτσι μια επίσκεψη στο δικό μου σπίτι. Αγχώνομαι με την καθαριότητα, προβληματίζομαι για την πληρότητα της κάβας μου, σπάω το κεφάλι μου με τα φαγητά που πρέπει να ετοιμαστούν και να είναι άφθονα και πρωτότυπα. Μέχρι που, στο τέλος, κινδυνεύω να χάσω τη διασκέδαση της παρέας. Θυμήθηκα τον Μάρκος που είχε πει κάποτε, πως: «θα μπορούσα να έχω τα πάντα και να μην έχω τίποτα, γι’ αυτό προτίμησα να μην έχω τίποτα, για να έχω τα πάντα».

Οι άνθρωποι μας έδειχναν, όλο περηφάνια, το καινούργιο ηλεκτρικό μάτι που είχαν στην κουζίνα τους και το μίξερ – τους τα είχε δώσει πρόσφατα η κυβέρνηση –είδες τι ωραία και βολικά που είναι; Και μας τα έδωσαν σε όλους, για να μαγειρεύουμε καλύτερα, γιατί η κυβέρνηση προσπαθεί να μας βοηθάει συνέχεια. Βρε την κυβέρνηση! Σκέφτηκα μπόλικους φίλους και γνωστούς μου, που νιώθουν ότι προσβάλλεται το δημοκρατικό τους αίσθημα από την ύπαρξη του Φιδέλ Κάστρο. Μπορεί να έχουν και δίκιο –μόνο που θα χρειαστεί να επιστρατεύσουν πολλά αμερικάνικα βομβαρδιστικά για να το εξηγήσουν στους χωρικούς της Santa Clara. Παραδείγματος χάριν στον Vladimir.


Ο Vladimir είναι 26 χρονών, ή κάπου εκεί γύρω. Οι γονείς του είχαν, εμφανώς, κομμουνιστικές εμμονές –ο Vladimir λέει πως αν ποτέ κάνουν εισβολή οι Αμερικάνοι θα τον εκτελέσουν άμεσα, όταν ακούσουν το όνομά του. Και γελάει με το αστείο του. Σπούδασε φυσική και έγινε καθηγητής σε σχολείο. Αλλά δεν άντεχε να κάνει αξιολόγηση στους μαθητές –δεν του πήγαινε η αυστηρότητα. Είχε και μυωπία ξεγυρισμένη (8 βαθμούς στο ένα μάτι, 10 στο άλλο), βαρέθηκε να είναι στραβός και να έχει τύψεις κάθε φορά που ήταν αναγκασμένος να αφήνει παιδιά στην ίδια τάξη. Πήγε το λοιπόν και έκανε την επέμβαση (δωρεάν), ξεστραβώθηκε και αποφάσισε ότι δεν έκανε για καθηγητής. Επειδή ήταν στο κόμμα από μικρός, έγινε υπεύθυνος της πολιτικής νεολαίας στην περιοχή. Έμαθε τρεις γλώσσες, σπούδασε μάνατζμεντ, περιζήτητος ήταν ο Vladimir. Αλλά δεν μπορούσε να φύγει από το πόστο του κι ας ήθελε να δουλέψει αλλού. Τα κομματικά στελέχη δεν έδιναν την έγκρισή τους –δεν ήταν βέβαια αναγκαία, αλλά ήταν απαραίτητη. Γιατί αν οι κομματικοί σου κολλούσαν τη στάμπα ότι παράτησες το πόστο σου δεν υπήρχε περίπτωση να εξελιχθείς σε άλλη δουλειά.

«Ο Φιδέλ δε συμφωνεί με αυτά τα πράγματα, ούτε η κυβέρνηση στην Αβάνα θέλει τέτοιες καταστάσεις», λέει ο Vladimir. «Ο Φιδέλ είπε πως οι άνθρωποι πρέπει να διευκολύνονται, προκειμένου να είναι αποδοτικότεροι σε δουλειές που πραγματικά τους ενδιαφέρουν. Και είπε πως η δουλειά στο κόμμα πρέπει να είναι ευχαρίστηση –όχι αγγαρεία. Αλλά ο Φιδέλ και η κυβέρνηση δεν τα ξέρουν όλα όσα γίνονται στην επαρχία. Εδώ είναι κάποια κομματικά στελέχη που νομίζουν πως επειδή έχουν ένα πόστο, είναι παντοδύναμοι. Και τους ενδιαφέρει μόνο πως θα αυξήσουν το κύρος τους. Είναι όλο παρατηρήσεις –άργησες σήμερα σύντροφε, δεν έκανες τη δουλειά όπως σου είχαμε πει, δεν είσαι πια το ίδιο αποτελεσματικός με παλιότερα. Άμα δεν είμαι αποτελεσματικός, τότε αφήστε με να φύγω. Όχι σύντροφε, γιατί κάνεις πολύ καλή δουλειά στο κόμμα –απλά πρέπει να διορθώσεις κάποια μικροπράγματα, για να γίνεις καλύτερος. Καταλαβαίνεις πως πάει;» λέει ο Vladimir και χαίρεται που η Σουηδία κερδίζει τη Σερβία στην τηλεόραση.


Σκέφτηκα τα γαμημένα τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου που έχουν μέσα τους, καρκίνωμα, τη γραφειοκρατική κάστα των μεσαίων στελεχών, με αποτέλεσμα να κατρακυλούν στην αρτηριοσκλήρωση και τον συντηρητισμό. Και θυμήθηκα το «νέο άνθρωπο» που αργεί ακόμα να εμφανιστεί γιατί ο σοσιαλισμός ευτελίζεται στην ημερήσια διάταξη. Βέβαια, υπάρχουν τα στραβά, αλλά υπάρχουν και τα εγκλήματα. Γιατί μετά ήρθε η κουβέντα στον αδερφό του Vladimir που την έχει κοπανήσει στις Η.Π.Α.


Ο τύπος, που λες, αποφάσισε να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο, μέχρι και φυλακή έκανε στην Κούβα γιατί ήθελε να την κοπανήσει και τον έπιασαν. Τελικά τα κατάφερε να περάσει απέναντι. Αλλά έχει πρόβλημα, γιατί οι Αμερικάνοι έβγαλαν έναν καινούργιο νόμο που δεν επιτρέπει στους μετανάστες να επισκέπτονται την Κούβα περισσότερο από μια φορά κάθε τρία χρόνια. «Είναι το πιο ξεφτιλισμένο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν», λέει ο Vladimir. «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι. Νομίζουν πως έτσι θα χτυπήσουν το σύστημα -δεν υπάρχει περισσότερο λανθασμένη εκτίμηση από αυτό. Εδώ στην Κούβα, ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Βλέπουμε τον υπόλοιπο κόσμο να ζει άνετα, βλέπουμε μεγάλα σπίτια, τηλεοράσεις, αυτοκίνητα και τα θέλουμε κι εμείς. Εμένα δε με νοιάζει, αλλά υπάρχει κόσμος που κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία για το πώς θα αποκτήσει περισσότερα. Δεν κοιτάζουμε αυτά που έχουμε –τα περιττά μας τραβάνε, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε σημαντικά πράγματα. Εδώ δεν έχουμε άγχος για τη στέγη, δεν πληρώνουμε τις σπουδές μας, ούτε την υγεία. Αν καταρρεύσει το σύστημα θα καταρρεύσει από εμάς τους ίδιους, αλλά με τις βλακείες που κάνουν οι Αμερικάνοι μας συσπειρώνουν.

Όπως τότε με το ‘σχέδιο Πήτερ Παν’. Ξέρεις τι είναι αυτό; Όχι; Πήγαινε να διαβάσεις, γεμάτες είναι οι βιβλιοθήκες. Ήταν τότε που ο Φιδέλ ξεκινούσε τις επαφές με τη Σοβιετική Ένωση. Οι Αμερικάνοι λοιπόν, σε συνεργασία με την καθολική εκκλησία της Κούβας, άρχισαν την προπαγάνδα πως οι Σοβιετικοί θα πάρουν όλα τα μικρά παιδία και θα τα πάνε στη Ρωσία. Εκεί, κάποια θα τα έκαναν, λέει, πειραματόζωα και θα πέθαιναν και κάποια άλλα θα γίνονταν ρομπότ. Πολύς κόσμος το πίστεψε και χώρισαν οικογένειες. Ο ένας γονιός με τα παιδιά έφευγε για το Μαϊάμι και ο άλλος έμενε εδώ. Και αυτοί οι άνθρωποι τώρα, θα πρέπει να βλέπονται κάθε τρία χρόνια -καταλαβαίνεις;»


Ο αριστουργηματικός αυτός νόμος λέει και άλλα πράγματα. Μειώνει, ας πούμε κι άλλο το ποσό που μπορεί να πάρει ένας Αμερικάνος πολίτης αν πρόκειται να επισκεφτεί την Κούβα και το φτάνει στα 50 δολάρια την ημέρα. Μην τύχει και αφήσουν χρήματα στους Κουβανούς και πέσει έξω το εμπάργκο. Επίσης, απαγορεύει να στείλεις χρήματα στην Κούβα, αν ο παραλήπτης ανήκει στο Κομμουνιστικό Κόμμα ή διακατέχεται από κομμουνιστικές αντιλήψεις. Θα πρέπει δηλαδή οι γιαγιάδες να κάνουν δήλωση μεταμέλειας για να εισπράξουν τσεκ από το Αμέρικα.

Και το καλύτερο είναι πως συγγενείς θεωρούνται μόνο αυτοί του πρώτου βαθμού. Δεν σε αφήνουν δηλαδή να πας στα ξαδέρφια σου, ή στους θείους σου. Για τη μια φορά στα τρία χρόνια μιλάμε, έτσι;


Κάνουν κι άλλα, όμορφα πράγματα οι Αμερικάνοι για να προσεγγίσουν τους Κουβανούς και να τους ξυπνήσουν από την πλάνη τους. Έχουν, ας πούμε, ένα Γραφείο Προστασίας των Αμερικάνικων Συμφερόντων στο κέντρο της Αβάνας. Το Γραφείο πρόσφατα επέκτεινε τις συνηθισμένες του δραστηριότητες (πρακτοριλίκια, αμοιβές Κουβανών αντικαθεστωτικών κ.λ.π.). Έβγαλε, λοιπόν, μια τεράστια οθόνη στην πρόσοψη για να δείχνει ειδήσεις σε τίτλους, από όλο τον κόσμο. Όπου, ανάμεσα σε σεισμούς και πλημμύρες σκάνε και τα τοπικά νέα. Σχετικά με την δικτατορική κυβέρνηση της χώρας και την αδιαφορία της για τον πληθυσμό και τον Κάστρο που είναι συνεχώς ετοιμοθάνατος.

Μέχρι που, στο τέλος, σήκωσαν ένα τεράστιο ταμπλό με υποσχέσεις για το πώς θα κάνουν την Κούβα καλύτερη, αν ξεφορτωθεί τον τύραννο. Ποιες ήταν οι υποσχέσεις των Αμερικάνων για την επόμενη μέρα;

  • Θα ανοίξουν ιδιωτικά σχολεία για κάθε λευκό παιδί της χώρας.
  • Θα κάνουν 4 εμβόλια στα νεογέννητα για να εξαλείψουν την παιδική θνησιμότητα.
  • Θα δώσουν πίσω τα σπίτια, σε όλους τους Κουβανούς που αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα τους λόγω της επανάστασης.


Οι Κουβανοί γέμισαν την πλατεία έξω από το κτίριο με πανύψηλες μαύρες σημαίες και έκαναν μια διαδήλωση 1.000.000.000 ατόμων για να απαντήσουν στην πρόκληση. Μίλησε κι ο Φιδέλ φυσικά. Ο οποίος είπε πως:

  • Στην Κούβα υπάρχουν δωρεάν σχολεία για όλα τα παιδιά και όχι μόνο για τους λευκούς.
  • Στην Κούβα, τα παιδιά κάνουν 14 εμβόλια τον πρώτο χρόνο ζωής τους και η παιδική θνησιμότητα είναι κατά πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη των Η.Π.Α.
  • Στα σπίτια των Κουβανών αντικαθεστωτικών ζουν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να τα εγκαταλείψουν για χάρη της Μαφίας του Μαϊάμι.

Στο τέλος, οι υπόλοιποι μας έκραξαν, που είχαμε πιάσει την πολιτική κουβέντα, τόση ώρα με τον Vladimir. Μας περίμεναν και σε άλλο σπίτι για φαγητό –καινούργιες γνωριμίες, αγκαλιές, φιλιά, πούρα … Όπου καπνίζω μια φοβερή πουράκλα κερασμένη και το λέω στον ιδιοκτήτη. «Άμα σου αρέσουν, να σε πάω να αγοράσεις –μια γριούλα τα έχει εδώ πιο κάτω», με πληροφορεί ο ευτυχής ιδιοκτήτης. «Ζάχαρη», λέω «και πόσο τιμάται το τεμάχιο;» «Ένα pesos το κομμάτι –εσύ πόσα θέλεις να πάρεις;». Ένα pesos τουριστικό αντιστοιχεί με ένα δολάριο αμερικάνικο –λιγότερο από ένα ευρώ. Είπα κι εγώ να πάρω μερικά, να μου βρίσκονται «20 pesos είναι εντάξει;» ρωτάω ο αδαής. Έπεσε ο ιδιοκτήτης πάνω στον Vladimir και κοντέψανε να πάθουν εγκεφαλικό από τα γέλια. «Ρε παλικάρι», μου λένε «ένα pesos Κουβανέζικο κάνει το κομμάτι. Με 20 pesos τουριστικά θα αγοράσεις 500 πούρα». Το pesos το Κουβανέζικο είναι το 1/24 του τουριστικού.

Πάμε, που λες, στη γριούλα, μας βγάζει κάτι πούρα, κάνω να πληρώσω και βρίσκω πως το μικρότερο που έχω είναι 10 pesos. Που να βρει ρέστα η γριά; Δε γαμιέται, λέω, δώσε ένα δεκάρικο πούρα –τις καρδιές μας θα χαλάμε τώρα! Φορτώθηκα 250 τεμάχια και έφαγα ένα ξεγυρισμένο Κουβανέζικο δούλεμα -πως θα με θυμούνται όλοι για χρόνια στη γειτονία σαν τον «άνθρωπο που αγόρασε 250 πούρα» και αν τα καπνίσω όλα αυτά θα με τρέχουν από νοσοκομείο σε νεκροταφείο –ωραία περνάγαμε δηλαδή. Χάρισα και τα μισά πούρα στον τύπο που μας έκανε το τραπέζι (γιατί όταν τα είδε η Tomboy κόντεψε να λιποθυμήσει) και το ρίξαμε στην περιήγηση.

Στη Santa Clara έχουν ταξί, αλλά κυρίως μετακινούνται με κάρα. Μεγάλος χαβαλές το κάρο. Ειδικά όταν ο οδηγός δίνει τα γκέμια του αλόγου σε έναν τυχαίο επιβάτη για να βγάλει τίποτα ρέστα. Καλά που δεν καταλήξαμε, απρόσκλητοι, σε κανένα από τα διπλανά σπίτια –γιατί το άλογο καταλαβαίνει αμέσως τον άσχετο και κάνει του κεφαλιού του.

Το βράδυ βρεθήκαμε να πίνουμε μοχίτο και μπύρες Bucanero στην πλατεία, με ένα συγκρότημα –γερόντια που έπαιζαν σον. Και ανακάλυψα πως ολόκληρη πλατεία είχε μόνο τρεις καπνιστές. Εμένα και άλλους δυο τελειωμένους. Οι Κουβανοί βγάζουν πούρα αλλά θεωρούν το κάπνισμα μαλακία, ειδικά στην επαρχία.

Vedado, Miramar, Cojimar, Centro Havana

Την άλλη μέρα αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Αβάνα. Εμείς το αποφασίσαμε, όχι όμως και τα Viazul (λεωφορεία για τουρίστες με air condition ρυθμισμένο στους -12 βαθμούς Κελσίου). Εισιτήρια –ούτε για δείγμα, οπότε μας την έπεσε ένας παράνομος ταξιτζής. Και βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στη ζούλα, με 2 τεράστιους, δολοφονικούς τύπους. Όταν λοιπόν μας σταμάτησαν οι μπάτσοι σε ένα μπλόκο –ανακουφίστηκα. Προτιμούσα να ξεμείνουμε στην ατέλειωτη ευθεία της Κουβανέζικης εθνικής, παρά να μας ξεκοιλιάσουν οι μυστήριοι.

Τελικά, οι μπάτσοι δεν μας είδαν, καθότι ο παράνομος ταρίφας είχε προνοήσει να έχει φιμέ τζάμια και φτάσαμε σπίτι μας χωρίς κανένα πρόβλημα. Είναι πολύ δύσκολο –αλλά αν βρεθείς στην Κούβα, καλά θα κάνεις να ξεφορτωθείς τα ψυχολογικά σου σχετικά με την εξωτερική εμφάνιση. Οι Κουβανοί είναι γιγάντιοι, ενίοτε μαύροι και συνήθως τρομακτικοί. Μέχρι να σου μιλήσουν. Μετά καταλαβαίνεις πως είναι άκακοι. Αν όμως μείνεις στην πρώτη εντύπωση θα περάσεις τις διακοπές σου κλειδωμένος στο δωμάτιο και θα τρως φαγητό μέσα από τις γρίλιες.


Στην Αβάνα ανακαλύψαμε δυο πράγματα: α) ότι είχε ξεσπάσει τροπική καταιγίδα και β) ότι είχαμε αποκτήσει συγκάτοικο. Όταν λέμε «τροπική καταιγίδα» εννοούμε πως βγαίνεις από το αυτοκίνητο και ώσπου να διανύσεις τα 5 μέτρα που σε χωρίζουν από την πόρτα έχεις βραχεί μέχρι σώβρακο. Και όταν λέμε «συγκάτοικο», εννοούμε μια γουρούνα Ελληνίδα που δούλευε στην Unesco και έβριζε τον Φιδέλ από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Ήτανε μια κυρία που έμενε στο Παρίσι, αλλά είχε κάνει χρόνια στην Ινδία –όπου η Unesco της πλήρωνε 600 τετραγωνικά, πισίνα και 8 υπηρέτες. Τέλειο δείγμα ελληνικού κομπλεξισμού, συνδυασμένο με γνήσιο ευρωπαϊκό, αποικιοκρατικό ταμπεραμέντο. Περίμενε να κάνουν τούμπες οι Κουβανοί, επειδή η Unesco έδωσε 80.000 ευρώ για την κάλυψη των εξόδων των συμμετεχόντων. Και ήθελε να της δώσουν ακριβή λογαριασμό –τι τα κάνανε τα λεφτά. Τσακωνότανε και με τους ταξιτζήδες η κυρία, μην τύχει και της φάνε κανένα pesos. Μιζέρια, κομπλεξισμός και εξυπνακίστικο στυλάκι –πολύ φτώχια εδώ βρε παιδάκι μου, αλλά δεν μιλάει ο κόσμος, λόγω του κομμουνισμού. Κοινωνιολογική ανάλυση επιπέδου «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω».


Κάναμε κι άλλα πράγματα στην Αβάνα. Ψωνίσαμε μέχρι που τσίτωσαν οι βαλίτσες και έκλειναν μόνο με πρέσα. Πήγαμε στο θαλάσσιο πάρκο, όπου μια φώκια φίλησε την Tomboy. Βολτάραμε στο πάρκο Λένιν –χιλιόμετρα πράσινου, λιμνούλες, άλογα και κάτι εστιατόρια έξτρα χλιδάτα. Φάγαμε στη La Guerida, εκεί που γυρίστηκε το «Φράουλα και σοκολάτα». Τότε ανακάλυψα πόσο γαμημένα γρήγορα ανεβαίνουν οι τιμές στην Ελλάδα. Βλέπεις, στη La Guerida, είχαμε φάει και την προηγούμενη χρονιά. Τότε οι τιμές μας φαίνονταν τσιμπημένες. Τώρα ήταν σκέτη φτήνια, για το επίπεδο του μαγαζιού. Τι είχε γίνει; Απλά –οι τιμές στην Αβάνα δεν άλλαξαν, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνουν σαν πυρετός.


Δεν θέλω να πω τίποτα για το διήμερο του αποχαιρετισμού. Απλά, αναρωτιόμασταν μέσα στο ταξί –που στο διάολο πάμε, πως πέρασαν έτσι οι μέρες, τι σκατά θα κάνουμε στην Ελλάδα; Συνηθισμένα πράγματα. Το ασυνήθιστο ήταν αυτό που έγινε στο αεροδρόμιο.

Εγώ κάπνιζα απανωτά τσιγάρα –για να ρεφάρω τις επικείμενες 10 ώρες στέρησης. Σε κάποια στιγμή, η Tomboy λέει πως άκουσε το όνομά μου στα μεγάφωνα –αλλά συνοδευόταν από ένα περίεργο επίθετο. «Ε, το όνομα μου θα είναι συνηθισμένο στην Κούβα», αποφαίνομαι ο εξυπνάκιας-μαλάκας. Έλα όμως που οι ανακοινώσεις συνεχίζονταν -άσε άρχισα να ξεχωρίζω και το επώνυμό μου μετά το όνομα. Οπότε, 10 λεπτά πριν φύγει η πτήση με τσιμπάνε και με συνοδεύουν στο υπόγειο.Εκεί με περίμενε η βαλίτσα μου, παρέα με δυο τελωνειακούς. «Τομπάκο», μου λέγανε, «Τρινιδάδ» απάνταγα –άκρη δεν έβγαινε. Με βάλανε ν’ ανοίξω τη βαλίτσα και βρήκαν ένα βουνό πούρα. Από τη χώρα δεν επιτρέπεται να βγεις με περισσότερα από δυο κουτιά των 25. Αλλά εγώ, σαν καλός μαλάκας, είχα στοιβάξει στην ίδια βαλίτσα, δυο κουτιά Cohiba (που ήταν παραγγελίες) και τη σακούλα με τα πούρα της καλής γριούλας. Η πτήση καθυστερούσε για να περιμένει το μαλάκα και οι τελωνειακοί μετρούσαν πούρα και συμπλήρωναν έγγραφα. 118 κομμάτια μου κατάσχεσαν οι μάγκες μέχρι να μου επιτρέψουν να φύγω. Διότι η παρανομία θέλει και λίγο μυαλό, εντάξει;


Στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης αγόρασα ένα κουτί Montechristo, σε τσιμπημένη τιμή –έτσι, σαν αναμνηστικό της βλακείας μου.


Στο ταξί που μας πήρε από το ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ βρίσκαμε σχέδια και καταστρώναμε δικαιολογίες για να ξαναγυρίσουμε στην Αβάνα, το συντομότερο δυνατό. Γιατί από την Κούβα δεν φεύγεις ποτέ οριστικά. Απλά λείπεις για μεγάλα διαστήματα, λόγω υποχρεώσεων και μετράς τις μέρες, μέχρι να ξαναπάς. Λάθος –στην Κούβα δεν ξαναπηγαίνεις –μόνο επιστρέφεις.

Πέμπτη, Ιουνίου 01, 2006

Buenas


Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό για απροσδιόριστο διάστημα. Αν βρούμε καμιά πρόσβαση στην Αβάνα, θα στείλουμε τα νέα μας, μπορεί να ανεβάσουμε και καμιά φωτογραφία -μήπως και μας λυπηθείτε όταν μας δείτε μέσα στην κακοπέραση. Αλλιώς, μετά τις 17 Ιουνίου, με τη Βραζιλία (ελπίζω) να επελαύνει ασταμάτητη προς τον τελικό.

Αν όλα πάνε σύμφωνα με το μεγαλόπνοο σχέδιο, θα πετάμε ήδη για Αβάνα, όταν διαβάζετε αυτό το post. Ήθελα να επισημάνω δυο πραγματάκια, λόγω της ημέρας:
1. Είστε πολύ (και πολλοί) ρεμάλια.
2. Θα μου λείψετε.

Εμείς τώρα πηγαίνουμε να βρούμε κάτι περίεργους που μας έλειψαν επίσης. Πάμε να βρούμε τον Tony και τη Diana, που θα μας φιλοξενήσουν. Είναι ένα ρομαντικό ζευγαράκι ηλικιωμένων, που αποφάσισαν να νοικιάζουν δωμάτια για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Έτσι λένε. Μαλακίες, δεν τους πιστεύω. Απλά, έχουν φύγει τα παιδιά τους από το σπίτι, έχουν κάνει δικές τους οικογένειες και το ζευγάρι απόμεινε μόνο σ' ένα τεράστιο, άδειο σπίτι και γουστάρει να βλέπει κόσμο (σαν όλους τους κουτσομπόληδες Κουβανούς). Και επειδή είπα για κουτσομπολιό –να μην ξεχάσω τον σκύλο τους τον Perry, ένα ασχημομούρικο, μικροκαμωμένο, ρατσιστικό, μαύρο σκυλί που ειδικεύεται στο να χώνει τη μουσούδα του παντού. Εφτά φορές τη μέρα φέρνει γύρα τη γειτονιά για να κόψει κίνηση, δεν υπάρχει περίπτωση να μπει άνθρωπος στο σπίτι και να μην τον μυρίσει –τα βράδια, αν αργούσαμε να γυρίσουμε μας περίμενε στην εξώπορτα γκρινιάζοντας. Μετά, υποθέτω, κοιμόταν. Αυτός, σίγουρα θα μας περιμένει στην εξώπορτα, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Η Diana δούλευε σε τράπεζα, ο Tony ήταν γκρουπιέρης σε καζίνο, αλλά μπήκε σε μια Μονάδα Επίδειξης με μοτοσυλέτες (κάτι πειραγμένες Harley) της Αστυνομίας -μετά την Επανάσταση. Έχει σπάσει κάθε κόκαλο στο σώμα του, πάνω από μια φορά -κάποτε μάλιστα, σε μια επίδειξη, έπεσε από κάτι ξυλοπόδαρα, 3 μέτρα ψηλά, που τα είχε στερεώσει στους μαρσπιέδες της μηχανής. Έσκασε που λες, ανάμεσα στον κόσμο που παρακολουθούσε -τότε ο Fidel διέλυσε τη Μονάδα Επίδειξης γιατί, λίγο ακόμα και θα γινόταν ομαδική γενοκτονία με τις σαχλαμάρες τους.
Μετά ο Tony πήγε και πολέμησε στην Αγκόλα. Με τους Κουβανούς που έτρεχαν για βοήθεια, όταν οι αριστερές κυβερνήσεις έμπλεκαν σε φασαρίες. Μπορεί, αυτή τη φορά, να τον ψήσω να μου διηγηθεί τίποτα ιστορίες από εκείνα τα χρόνια. Είναι και ντροπαλός, δυο κουβέντες λέει και μαζεύεται σαν κοριτσάκι -πρέπει να τον ποτίσεις για να ξεκινήσει λογοδιάρροια.
Πάντως, λέει ωραίες ιστορίες γενικότερα. Όπως εκείνη που ήταν σε ένα side car και ο οδηγός της μηχανής πήγαινε μαλλιοκούβαρος. Σε μια στροφή κόπηκε η μπάρα σύνδεσης του side car με τη μηχανή -πολλαπλά κατάγματα στο κεφάλι ο Tony.

Αλλά, πάνω απ' όλα, τρελλός και παλαβός με τη Diana. Πήγαινε και την έπαιρνε από την τράπεζα με ποδήλατο, για να μην περιμένει το λεωφορείο στις μέρες της "Ειδικής Περιόδου" που υπήρχε έλλειψη βενζίνης. Κι όταν η Diana έπαθε καρκίνο έμεινε σπίτι, μαζί της.
Τους θυμάμαι όταν τους πρωτογνωρίσαμε -μόλις είχαν αρχίσει να νοικιάζουν δωμάτια, διακριτικοί, αθόρυβοι, ντροπαλοί με τον κόσμο. Ευτυχώς, είχαμε μαζί τον ξάδερφό μου. Όσοι τον ξέρουν, καταλαβαίνουν τι εννοώ. Κάθε βράδυ, αγοράζαμε ένα μπουκάλι Havana Club και τους πλακώναμε στην πάρλα. Κοντέψαμε να τους χάσουμε τους ανθρώπους, από το ποτό και τα πούρα (ξυστά πέρασε το εγκεφαλικό -εγώ στη θέση τους δεν θα μας ξαναμίλαγα). Όταν φύγαμε έκλαιγαν (και όχι μόνο αυτοί -είδα δάκρυα και στη δική μου παρέα, να μην επεκταθώ έτσι;)

Πάμε να βρούμε και τον Osvaldo -είναι ο ταξιτζής που είχαμε, ένας μαύρος, γεροδεμένος και πάντα γραβατωμένος. Έχεις δει τον σωφέρ της κυρίας Νταίζη; Έτσι είναι ο Osvaldo, στο πιο νέο. Και όλο γκρινιάζει που ο Fidel δεν τους αφήνει να βγάλουν έξτρα χρήματα -όσα μπορεί ο καθένας. Και είναι αναγκασμένος να ζει σε ένα σπίτι 90 τετραγωνικών, με τη γυναίκα του και τα 2 παιδιά του και ντρέπεται να καλέσει κόσμο.

Έτυχε την προηγούμενη φορά να είναι τα γενέθλιά του και μας είχε καλέσει στην "τρώγλη". Ήταν μια σπιταρώνα στην πιο κυριλέ συνοικία της Αβάνας. Γεμάτη playstation και cd players για τα παιδιά. Αλλά εκεί -στη γκρίνια ο Osvaldo. Γκρίνια και κομπίνα -έπαιρνε άδεια από τη δουλειά και μας γύριζε παντού με το ταξί, κονόμαγε στη μαύρη και έβριζε τον Fidel. Γκρινιάρης, απατεωνάκος αλλά και άρχοντας, γενικότερα, ο Osvlado. Επειδή μια φορά τον κεράσαμε ένα πιάτο φαϊ, μας έκανε δώρο μια κουτάρα με πούρα -πάνω από 300 ευρώ κοστίζουν στην Ελλάδα.

Θα βρούμε τη Leysi και τον άντρα της -η Leysi είναι η φιλενάδα της Tomboy. Την είχαμε πάρει ωτοστόπ μέχρι Σάντα Κλάρα την προηγούμενη φορά και αλλάξανε mails με την Tomboy. Από τότε αλληλογραφούν και περιμένουν να ξανασυναντηθούν. Προχτές μας έγραψε η Leysi πως θα πάρουν μια βδομάδα άδεια, γιατί μένουν στη Σάντα Κλάρα -να έρθουν στην Αβάνα για να μας δουν. Και μάλιστα θα είναι εκεί, για συμπαράσταση στην Tomboy, όταν θα πάει για την εγχείρηση στα μάτια της. Τέτοια ξήγα η Leysi.

Αν είμαστε μάλιστα τυχεροί, θα πιούμε καφέ στον Oratio και τη Marta. Ο Oratio είναι ένας χίππης, δούλευε αρχιτέκτονας, αλλά τα παράτησε και ασχολείται αποκλειστικά με το σπίτι του. Έχει πάρει ένα παλιό αρχοντικό, νοικιάζει δωμάτια και φτιάχνει συνεχώς. Κολλάει πλακάκια, βάφει, μερεμετίζει. Η Marta έχει, λέει, ιδιαίτερες ψυχικές δυνάμεις. Ρίχνει βότσαλα, λέει ΤΑΡΩ, τέτοια πράγματα. Έχουν κι ένα φάντασμα σπίτι τους, έναν μαύρο που έκανε μετά θάνατον κατάληψη σε κάποιο δωμάτιο και δεν τους αφήνει να το φτιάξουν. Μας το έδειξαν (το δωμάτιο), αλλά δεν το είδαμε (το φάντασμα). Ωραία πράγματα! Ο Oratio έλεγε πως δεν τα πιστεύει όλα αυτά, αλλά δεν χάνεις τίποτα να χύνεις καμιά γουλιά κρασί πίσω από την πλάτη σου -έτσι, για τα πνεύματα, βρε αδερφέ. Και γκρινιάζει γιατί ο Fidel έριξε όλα τα λεφτά σε νοσοκομεία και σχολεία και άφησε τα ιστορικά κτίρια της Αβάνας να καταρρεύσουν. Είπαμε -αρχιτέκτονας. Και θεοπάλαβος.

Εκτός από όλους αυτούς θα δούμε και την Αβάνα. Θα χαθούμε στην παλιά πόλη (την κανονική -όχι την τουριστική), θα πιάσουμε κουβέντα με γιγάντιους τύπους που ειδικεύονται στο διεθνές κουτσομπολιό, θα κεράσουμε Mohito κάποιους παραδοσιακούς απατεώνες που παίρνουν προμήθεια από τα μαγαζιά, θα πιούμε Daquiri στη Floridita, δίπλα στον Χέμινγουεϊ και θα ξαναπάμε στο Jazz Cafe. Θα στηθούμε σε ουρές μαζί με πολυλογάδες Κουβανούς που ρωτάνε "ultimo;", σταμπάρουν αυτόν που είναι μπροστά τους και τριγυρίζουν εκτός γραμμής, κάνοντας την ευθεία-τεθλασμένη.

Αν τα καταφέρουμε, θα νοικιάσουμε αυτοκίνητο για να κυκλοφορήσουμε και λίγο εκτός Αβάνας. Ο προορισμός δεν έχει σημασία -τα άτομα που θα πάρουμε ωτοστόπ μετράνε. Αν πάρεις πάνω από 60 -αξίζει τον κόπο. Αλλιώς, τζάμπα η βενζίνη.

Η Κούβα είναι ξεχωριστή. Το λέω εγώ που σιχαίνομαι τα ταξίδια. Που μιζεριάζω παντού. Που απεχθάνομαι τον ποδαρόδρομο. Η Κούβα όμως είναι αλλιώς. Είναι κόλλημα. Και μην αρχίσουμε τώρα την παπαρολογία σχετικά με το καθεστώς, εντάξει; Γιατί βαρέθηκα ν΄ακούω γκρίνια για τον Castro, την προηγούμενη φορά που πήγα. Βέβαια, αν πας να τους αρχίσεις τα διαφωτιστικά, περί κοινοβουλευτισμού και πολυκομματισμού σε γειώνουν κανονικά οι Κουβανοί. Δικός τους είναι ο Castro και τον γουστάρουν, να τον έχουν και να τον βρίζουν. Στην τελική δεν έχω δει πολλούς Προέδρους να καβαλάνε το τζιπάκι και να τρέχουν πρώτοι στις φασαρίες. Είτε διαδήλωση είναι είτε εισβολή.
Κι αν πεθάνει ο Castro; τους ρωτάς. Τότε γελάνε και σου λένε το ανέκδοτο με το δεινοσαυράκι. Και δεν το παίζουν τζάμπα μάγκες εκεί πέρα, δεν βρίζουν, δεν πουλάνε μούρη για το πόσο τεράστιοι και αγωνισταράδες είναι. Τους ρωτάς για τους Αμερικάνους που τους έχουνε πηδήξει τόσα χρόνια με το εμπάργκο και σου απαντάνε «ε, τι να κάνουν κι αυτοί –δεν φταίνε σε τίποτα, οι κυβερνήσεις τους είναι υπεύθυνες». Grande τύποι.

Στην Κούβα υπάρχει φτώχια, αλλά δεν υπάρχουν φαβέλες. Ούτε γκέτο. Ούτε παραγκουπόλεις. Και υπάρχουν νοσοκομεία, σχολεία που ντρέπεσαι να πατήσεις. Υπάρχουν ουρές έξω από τους σινεμάδες που κάνουν αφιερώματα στον παγκόσμιο κινηματογράφο και ουρές έξω από τη Λυρική. Εντάξει, δεν υπάρχει ιδιωτική τηλεόραση και διαφημίσεις στους δρόμους. Δεν είπα πως έφτιαξαν την ιδανική κοινωνία εκεί πέρα, αλλά κάτι ψιλά έχουν κάνει. Και κάτι χοντά, όσο να πεις. Κάτι χοντρά λάθη και κάτι χοντρά σωστά. Έτσι το είδα.

Εμείς τώρα πετάμε για εκεί και να σου πω κάτι παράξενο; Εγώ που σιχαίνομαι τις πατρίδες και τα σύνορα, θα χαιρόμουν πολύ να είχα ένα τέτοιο μέρος για πατρίδα (αλλά δεν το έχω -γι' αυτό "γαμιούνται οι πατρίδες και οι στρατοί"). Γιατί είναι ωραία να βλέπεις το νησί από ψηλά, σαν κοκτέιλ είναι, με φοίνικες αντί για ομπρελίτσες στα ποτήρια. Και νιώθεις καλά όταν σε κοιτάζουν χαμογελαστά μάτια. Άσε που γαμιέσαι στο γέλιο όταν βλέπεις -πρώτη εικόνα στο αεροδρόμιο -τους υπεύθυνους ασφαλείας να ασχολούνται περισσότερο με το καμάκι στις Κουβανές και λιγότερο με σένα.


Αυτά.

Να προσέχετε όσο θα λείπουμε και να εύχεστε να βρεθεί πρόσβαση σε υπολογιστή εκεί που πάμε. Αλλιώς θα σας ταράξουμε στην πολυλογία όταν γυρίσουμε.

Υ.Γ.: Σκατά συναισθηματικό μου βγήκε γαμώτο. Μάλλον φταίει η αλλαγή ώρας.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι