Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007

Πολύ γέρος για όλα αυτά

«Τι μπορείτε να ξοφλήσετε με μια συγνώμη;» έξυσε μια τούφα άσπρα μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού και απέφυγε να τους κοιτάξει. Απεχθανόταν να φέρνει σε δύσκολη θέση τους ανθρώπους.

«Γιατί το βλέπεις έτσι; Δεν είναι θέμα εξόφλησης παλιών λογαριασμών. Κάπως αλλοτριωμένος από μπουρζουάδικες λογικές μου ακούγεσαι σύντροφε», γέλασε ο θεωρητικός με το Λακόστ μπλουζάκι –για να ελαφρύνει λίγο τη δήλωσή του.

«Έτσι λες ε;» σήκωσε το κεφάλι, να τον δει καλύτερα - κάποια απομεινάρια αγριάδας βγήκαν στον αφρό των ματιών του.

«Ελάτε τώρα σύντροφοι –μην αποπροσανατολιζόμαστε με άσκοπες κουβέντες. Είμαστε εδώ για έναν συγκεκριμένο σκοπό», πετάχτηκε ένας παλιός γνωστός του από την απέναντι πλευρά του τραπεζιού.

Κόντευαν να κλείσουν δέκα χρόνια από τότε που είχε πουλήσει το μοναδικό τριάρι που απέκτησε ποτέ, ο Επαμεινώνδας ο «Άστεγος». Όταν πέθανε η γριά του αποφάσισε να ζήσει στο πατρικό, πρόποδες Υμηττού μεριά –υπόγραψε κάτι συμβόλαια μεταβίβασης και πήρε για αντάλλαγμα μια επιταγή. Σκέφτηκε να την κρατήσει για τα γεράματά του, αλλά θυμήθηκε πως ήταν ήδη γερός κι έτσι την έδωσε στην κόρη του –κάπως καλύτερα θα ήξερε να την ξοδέψει εκείνη. Από τότε ξέκοψε. Κομματικές συναντήσεις, συνέδρια, ολονυχτίες –τα άφησε μακριά, δυο λεωφορεία απόσταση από το πατρικό του. Έτσι κι αλλιώς διακοσμητικό τον είχαν στο κόμμα τα τελευταία χρόνια, «ηρωική μορφή του παρελθόντος, αγωνιστής πιστός στην υπόθεση της οικοδόμησης ενός καλύτερου κόσμου». «Κινούμενο κάδρο», τον έλεγε ο Βασίλης -τακίμι του από τα παλιά.

Δεκατεσσάρων χρονών είχε μπει στο κόμμα ο Επαμεινώνδας –όταν σταμάτησε το σχολείο κι άρχισε δουλειά στο εργοστάσιο λιπασμάτων. Μπήκε στο κόμμα γιατί του άρεσε το διάβασμα και γιατί βιδωνόταν από τις αδικίες. Ένας εργάτης είχε κόψει το χέρι του, αυτοί τον είχαν απολύσει χωρίς αποζημίωση –«τυχερός είσαι που δεν σε βάζουμε να πληρώσεις τη ζημιά στο μηχάνημα, αλλά σκεφτόμαστε την οικογένειά σου», είχε πει ο επιστάτης. Ζόρικα χρόνια, Καραμανλής, γέρος Παπανδρέου και Παπαδόπουλος –η καταστολή πήγαινε σύννεφο.

Αλλά ο Επαμεινώνδας δεν καταλάβαινε από τέτοια, επειδή ήταν ξαναμμένος πιτσιρικάς –χαμόδεντρο σε ελαιώνα, από αυτά που λυγίζουν για να μη σπάσουν με τον αέρα κι έχουν κάτι λεπτά κλαριά, για να μην κάθεται πάνω τους το χιόνι. Έτσι περπάτησε τα δύσκολα χρόνια, έτσι πέρναγε κρυφά η μάνα του τα βιβλία για να διαβάζει στις φυλακές. Μετά ήρθαν τα ήσυχα χρόνια με τη μεταπολίτευση. Ήρθε κι αυτός από την εξορία, πρόωρα ασπρισμένος κι ας μην είχε φτάσει καν τα 30, νικητής. Νόμιζε.

Δυο πράγματα έπαθε ταυτόχρονα –γνώρισε τη Ζωή και τον πέρασαν πειθαρχικό στο κόμμα. Τρία χρόνια του έπηξαν τα μυαλά με απολογίες, αυτοκριτικές και εξετάσεις από επιτροπές. Ευτυχώς που ήταν η Ζωή, φωνακλού, άσχετη με τα κομματικά –την είχε για να κρατιέται, να μη σαλτάρει. Τέσσερεις φορές τον διέγραψαν και τέσσερεις φορές ανακάλεσαν –από τότε του έμεινε το παρατσούκλι -«Άστεγος». Φραξιονιστής, ρεβιζιονιστής και οπορτουνιστής σαν όλους που διαγράφηκαν εκείνο τον καιρό, γιατί ο Επαμεινώνδας δεν άντεχε τους τζιτζιφιόγκους που ήρθαν από τα Παρίσια και τις Πάρμες, αντιστασιακοί εξ αποστάσεως και ο Επαμεινώνδας είχε πιάσει δουλειά σε ένα τυπογραφείο –περνούσαν από εκεί όλοι οι χαφιέδες της χούντας, μεγαλοπιασμένοι, πολιτικάντηδες, άνθρωποι που κινούσαν ακόμα τα νήματα. «Βγάζει βιβλίο ο τάδε, που κάρφωσε τους δικούς μας όταν κρύβονταν στο πλυσταριό, απέναντι από το σπίτι του –να πούμε μια κουβέντα σύντροφοι!» «Έγινε μητροπολίτης ο τράγος που εξομολογούσε στις φυλακές και κάρφωνε στους ΕΣΑτζήδες ότι του έλεγαν οι κρατούμενοι –να μιλήσουμε σύντροφοι!» «Βάζει για βουλευτής ο αλήτης που έκανε ανακρίσεις στη Μπουμπουλίνας –να φωνάξουμε σύντροφοι!»

Στα κεντρικά κοίταζαν το ταβάνι –«κάνε υπομονή σύντροφε, δεν είναι προς όφελος του αγώνα μας να ξεκινήσουμε κόντρες τώρα. Θα έρθει ο καιρός τους».

Αυτός είχε μάθει πολλά μέσα στις φυλακές –εκτός από το να κάνει υπομονή. Αλλά, επειδή η φυλακή κολλάει πάνω σου σαν πλοκάμι, ξύπναγε τα βράδια ο Επαμεινώνδας κι έψαχνε το παράθυρο να δει αν ξημερώνει. Έβλεπε μετά τη Ζωή να κοιμάται δίπλα του και έβγαινε ήσυχα από τις κουβέρτες, να μην την ξυπνήσει. Έπινε ένα ποτήρι νερό στην κουζίνα, βολτάριζε στο σαλόνι φορώντας μόνο το κάτω μέρος της πιτζάμας του –ήταν κι αυτή μια ευτυχία να μένεις με τον δικό σου άνθρωπο μόνο, να μην ανοίγουν την πόρτα σου μέσα στη νύχτα για να σε πάρουν, να μην ακούς βογκητά από άγνωστους.

Βαρέθηκε μια μέρα να τσακώνεται με τους κομματικούς, πήρε την τελευταία του διαγραφή παραμάσχαλα κι έβαλε υποψηφιότητα για δήμαρχος. Η περιοχή που έμενε ήταν καινούργια, τα περισσότερα σπίτια –αυθαίρετα. Ζούσαν εκεί κάτι τεχνίτες που δούλευαν σε οικοδομές, μαζί με φτωχο-υπάλληλους από όλη την Αθήνα, τον ήξεραν όλοι τον Επαμεινώνδα και είχαν απηυδίσει από τον προηγούμενο δήμαρχο –έναν ξεκουτιασμένο γυναικολόγο. Βγήκε από την πρώτη Κυριακή, παρόλο που το κόμμα απαγόρευσε στους δικούς του να τον ψηφίσουν.

Στα μέσα της πρώτης από τις τετραετίες που έβγαινε δήμαρχος τον ξαναπλησίασαν από το κόμμα. Μια ακόμα διαγραφή που ήθελαν να πάρουν πίσω, μια ακόμα φορά που ξέχασε τις αντιρρήσεις του ο Επαμεινώνδας. Ήταν πλέον παντρεμένος με τη Ζωή, για χάρη της κόρης τους που ετοιμαζόταν να γεννηθεί –μαλάκωσε ο Επαμεινώνδας. Κι όταν σε πετύχουν μαλακό, πατάνε πάνω σου ξυπόλητοι –χωρίς να φοβούνται μην τρυπηθούν, τον πάτησαν για τα καλά λοιπόν κι αυτός έχανε την ουσία κοιτάζοντας να μαζέψει τα τραπεζάκια από τις πλατείες και τα σκουπίδια από τις γειτονιές. Στο μεταξύ ο δήμος μεγάλωνε –οι τεχνίτες πλούτιζαν από τις οικοδομές και γίνονταν μεγαλοεργολάβοι, πολυκατοικίες κάθισαν πάνω στα γκρεμισμένα αυθαίρετα. Κανένας δεν χρειαζόταν πια τον Επαμεινώνδα κι αυτός το κατάλαβε νωρίς –δεν κατέβηκε υποψήφιος, για πρώτη φορά μετά από τέσσερεις συνεχόμενες δημοτικές εκλογές στις οποίες μέτραγε τρεις δημαρχίες. Δεν είχε κουράγιο να τσακωθεί και στα κομματικά όργανα –τον άφησαν σε μια καρέκλα να θυμίζει «τους αγώνες» και ξεμπέρδεψαν.

Χωρίσανε και τη Ζωή γιατί δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια της, «που γίνανε από δήμαρχοι, κλητήρες» -η κόρη τους η Θάλεια είχε μεγαλώσει πια, δεν τους είχε ανάγκη –πούλησε το σπίτι και γύρισε στο πατρικό του.

Άλλαξαν πάλι οι καιροί, γύρισαν οι πολιτικές συγκυρίες -πάνω στο κομματικό νταραβέρι θυμήθηκαν τον Επαμεινώνδα. Έπρεπε να ξαναβάλει για δήμαρχος, ήταν ζωτικής σημασίας να πάρουν πίσω τον δήμο που ταλαντευόταν στο κέντρο με κλίση προς τ΄αριστερά. Γι΄ αυτό είχαν έρθει να τον δουν οι δυο παλιοί σύντροφοι μαζί με τον, ντυμένο σπορ, νεαρό κομματικό. «Το κόμμα σε χρειάζεται κι εσύ δεν πρέπει να ξεχνάς τι του είχε προσφέρει το κόμμα. Κι αν, τελοσπάντων, κάποτε σε πίκραναν … νερό κι αλάτι βρε αδερφέ! Έγιναν και λάθη, άνθρωποι είμαστε όλοι μας!»

Πάνω εκεί αναρωτήθηκε ο Επαμεινώνδας για την ανταλλακτική αξία της συγνώμης. Όχι ότι τον ένοιαζε δηλαδή, αλλά είχε ένα κηπάκι στην πίσω αυλή και θυμήθηκε πως ήταν απότιστες οι λεμονιές. Δεν θα του έμενε λεμόνι για λεμόνι αν δεν ξεκουμπίζονταν γρήγορα οι επισκέπτες.

«Τι κάνει η Θάλεια;» ενδιαφέρθηκε να αποκλιμακώσει την ένταση ο δεύτερος από τους παλιούς.

«Μια χαρά είναι. Τελειώνει το μεταπτυχιακό της …»

«Τι σπούδασε τελικά;»

«Οικονομικά …»

«Α, πάρα πολύ καλά! Επάγγελμα με μέλλον!»

Δεν ενδιαφέρονταν να μάθουν για την κόρη του –χεσμένη την είχαν, ακόμα κι αν τους έλεγε πως είχε μεταναστεύσει στον Άρη θα κουνούσαν το κεφάλι με κατανόηση –«α, πάρα πολύ καλά, μετανάστευση με μέλλον!»

Η Θάλεια τα κατάφερνε μια χαρά, στα πανεπιστήμια. Και στη ζωή της δηλαδή, όλα εντάξει. Τις προάλλες είχε περάσει με εκείνον τον πιτσιρικά –έξυπνο παιδί και αστείο. Αλλά οι ιδέες του … οι ιδέες τους …. «Μου έχει μιλήσει πολύ για σας η Θάλεια, κύριε Επαμεινώνδα. Σας θαυμάζω, ήταν πολύ σημαντικά τα πράγματα που κάνατε στη ζωή σας. Μακάρι να ήταν έτσι τα πράγματα ακόμα –μακάρι να μπορούσαμε κι εμείς … Αλλά σήμερα δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο, γι΄αυτό είναι ο καθένας μόνος του, να φροντίζει τον εαυτό του κι αυτούς που αγαπάει», είχε απλώσει το χέρι του για να χωθεί από κάτω η Θάλεια. «Μίλα μου στον ενικό παλικάρι μου, μη με κάνεις να νιώθω ακόμα πιο γέρος», είχε πει ο Επαμεινώνδας, μασώντας το μουστάκι του. «Τις μαλακίες που μου τσαμπουνάς τις έχω ακούσει χίλιες φορές –δεν αλλάξατε ακόμα τροπάρι;» ήθελε να πει, αλλά σκέφτηκε την κόρη του. Αν ήταν ευτυχισμένη ο «καλύτερος κόσμος» μπορούσε να περιμένει. Μήπως κι αυτός δηλαδή είχε καταφέρει τίποτα καλύτερο με τις ιδέες του;

«Ας μην το ταλαιπωρούμε σύντροφοι –δεν πρόκειται να ξανακατέβω υποψήφιος, είμαι πολύ γέρος για τέτοια πράγματα», είπε τεντώνοντας τα χέρια του –να ξεπιαστεί, να τους ξεφορτωθεί.

«Τι λες Επαμεινώνδα; Εσύ τα λες αυτά; Πάνω στο άνθος σου είσαι –κανένας δεν περισσεύει στον αγώνα», τον βομβάρδισε με μερικά πρόχειρα τσιτάτα ο παλιός σύντροφος.

«Ποιον αγώνα γαμώ το στανιό σας; Για ποιο πράγμα; Για τους χρωματιστούς χάρτες των δελτίων ειδήσεων; Να δείχνουμε τη δύναμή μας –μπας και μας δώσουν σημασία; Άσε μας ρε Πάνο –δε βαρεθήκατε το ίδιο παραμύθι;»

«Δεν είναι έτσι τα πράγματα κύριε Επαμεινώνδα! Βλέπω πως, παρ΄ όλα τα χρόνια, οι θέσεις σας παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό διασπαστικές …», είπε ο νεαρός κομματικός.

Δαγκώθηκαν οι άλλοι –δεν έπρεπε να πάει προς τα εκεί η κουβέντα! Αγριοκοίταξαν τον κομματικό, διακριτικά, να μην τους πάρει χαμπάρι.

«Μην αρχίζουμε τέτοιες ιστορίες πάλι», πετάχτηκε ο Πάνος. «Ας αφήσουμε για λίγο τη θεωρητική κουβέντα, εδώ μιλάμε για προβλήματα. Ο δήμος σου Επαμεινώνδα …»

«Δεν μένω πια εκεί»

«Ο πρώην δήμος σου –μη με διακόπτεις! Η περιοχή τέλος πάντων έχει προβλήματα. Δημοτικές εκτάσεις μένουν αναξιοποίητες. Οι κοινόχρηστοι χώροι ρημάζουν. Κάθε που βρέχει ο κόσμος πνίγεται στα σκατά του. Δεν είναι θέματα που προσεγγίζονται μέσα από τη θεωρία αυτά! Εδώ χρειάζεται δράση, χρειάζεται ένας άνθρωπος που ξέρει …»

«Βρείτε άλλον».

«Ποιον άλλον ρε Επαμεινώνδα; Ποιος είναι πιο ικανός από σένα και ταυτόχρονα έχει τη δική σου αναγνωρισιμότητα στην περιοχή; Εντάξει διαφωνείς με κάποιες θέσεις του κόμματος, διαφωνείς με θεωρητικές προσεγγίσεις –ας τα συζητήσουμε εν καιρώ. Τώρα μιλάμε για την πρακτική αντιμετώπισης των καθημερινών προβλημάτων», είπε ο άλλος παλιός.

«Κι από πότε είναι άλλο η πρακτική και άλλο η θεωρία; Σύντροφε με το Λακόστ –εδώ δεν διακρίνεις οπορτουνισμό;» γέλασε ο Επαμεινώνδας.

Οι δυο παλιοί έπιασαν τα κεφάλια τους ταυτόχρονα. Ο νεαρός στήριξε τις παλάμες του στο τραπέζι και ετοιμάστηκε να αγορεύσει.

«Δεν βγαίνει άκρη μαζί σου», είπε βαρύθυμα ο Πάνος. «Ήρθαμε σε σένα γιατί θέλουμε τη βοήθειά σου. Δεν είμαστε μόνο κόμμα –είμαστε και φίλοι τόσα χρόνια ρε Άστεγε. Γνωριζόμαστε, έχουμε φάει τα σκατά με τη σέσουλα. Δεν χρειάζεται να σε πείσουμε και δεν μπορείς να μας πείσεις. Θέλουμε τη βοήθειά σου, αν μας συνδράμεις έχει καλά, αν όχι –καλή καρδιά».

Μίλησε με σκυμμένο το κεφάλι και αμέσως μετά σηκώθηκε απλώνοντας το χέρι του.

«Χαρήκαμε που σε είδαμε σύντροφε», οι άλλοι δύο τον μιμήθηκαν, χαιρέτησαν και κατευθύνθηκαν προς την εξώπορτα.

«Μέχρι πότε θέλετε απάντηση;» ρώτησε ο Επαμεινώνδας πίσω από τις πλάτες τους.

Ο Πάνος γύρισε και χαμογέλασε. «Έχεις τρεις μέρες καιρό Άστεγε. Σκέψου και πράξε ανάλογα».

Βιάστηκε να βγει στην πίσω αυλή –οι λεμονιές χρειάζονταν πότισμα.

Το απόγευμα έφτιαξε σκέτο ελληνικό και ακούμπησε δίπλα στο φλυτζάνι δυο Σαντέ άφιλτρα. Πέντε τσιγάρα την ημέρα επέτρεπε στον εαυτό του –δύο με τον πρωινό καφέ, ένα μετά το μεσημεριανό φαγητό και δύο τελευταία το απόγευμα, πάλι με καφέ. «Ο καφές είναι ο σπιούνος του τσιγάρου», έλεγε ο συχωρεμένος ο γέρος του. Κι αυτός το είχε περιορίσει, αλλά δεν γινόταν να το κόψει –ειδικά με τους καφέδες. Τουλάχιστον δεν κάπνιζε από το απόγευμα και μετά –αλλιώς θα ξαγρυπνούσε όλη τη νύχτα βήχοντας.

«Τι τους ήρθε και με ξαναθυμήθηκαν;» μουρμούρισε πριν τον πιάσει μια κρίση βήχα στην πρώτη ρουφηξιά του Σαντέ. Είχε βρει την ησυχία του τόσα χρόνια, κόντευε να βγάλει από το κεφάλι του τις ίντριγκες, τα πουστριλίκια, τις απογοητεύσεις –τον κομματισμό με λίγα λόγια. Μέχρι που είχαν γίνει αχνές οι αναμνήσεις –άλλος τα έζησε όλα αυτά, όχι ο ίδιος, άλλος πόνεσε γιατί ένα πρωί οι σύντροφοι του γύρισαν την πλάτη και βρέθηκε μόνος. Στιγματισμένος, αποστάτης –λύκος έξω από την αγέλη να ουρλιάζει στον κόσμο. Όχι αυτός. Σε κάποιον άλλο γκρίνιαζε η Ζωή γιατί κανένας πλέον δεν τους εκτιμούσε, γιατί γύριζαν τις πλάτες τους οι άλλες γυναίκες όταν την πετύχαιναν στη λαϊκή. Κάποιος άλλος προσπαθούσε να εξηγήσει πως το σημαντικότερο πράγμα είναι η αξιοπρέπεια, να κοιτάς τον κόσμο στα μάτια, να μη ντρέπεσαι για τη ζωή σου -«ακούς κυρά Ζωή;» «Κουραφέξαλα! Μεγάλες κουβέντες! Και πως θα ζήσουμε τώρα που σε πέταξαν έξω; Τι θα κάνουμε; Έχουμε και παιδί –το σκέφτηκες καθόλου; Για σύνελθε καημένε μου και σταμάτα να παιδιαρίζεις –έχεις υποχρεώσεις!».

Ο καπνός κατέβαινε βάλσαμο στο λαιμό πλέον –είχε βάλει και λίγη ψύχρα, αλλά ο Επαμεινώνδας δεν μπορούσε να καταλάβει αν ερχόταν από έξω το κρύο ή αν έβγαινε από μέσα του. Τέλειωσε τον καφέ, έψαξε με τα δάχτυλα για το δεύτερο τσιγάρο, αλλά το είχε ήδη καπνίσει χωρίς να καταλάβει. «Χαμένο πήγε», σκυθρώπιασε. Έκανε να σηκωθεί -το πακέτο περίμενε πάνω από το ψυγείο -μετάνιωσε όμως. «Όχι και να ξαναρχίσω το κάπνισμα για χάρη τους!»

Αποφάσισε να καθίσει στο σαλόνι –είχε αφήσει στη μέση τον «Λύκο της στέπας». Χάζεψε τη βιβλιοθήκη του –γεμάτη με βιβλία που μάζευε για όταν θα είχε χρόνο να τα διαβάσει, ο χρόνος ήταν τώρα κι ο «Λύκος» ένα από αυτά. Ξεδίπλωσε την τσακισμένη σελίδα, ανοίγοντας το βιβλίο.

«Το είχες, αναμφίβολα, μαντέψει από καιρό, ότι η κατάκτηση του χρόνου και η απόδραση από την πραγματικότητα, ή όπως αλλιώς έχεις επιλέξει να περιγράψεις την κατάστασή σου, απλά δείχνει την επιθυμία σου να ανακουφιστείς από αυτό που λένε ‘προσωπικότητα’. Αυτή είναι η φυλακή στην οποία είσαι κλεισμένος», διάβασε στο βιβλίο.

Έκλεισε τα μάτια –«φυλακή»; Νόμιζε πως είχε βγει από τη φυλακή τότε που έπεφτε η χούντα. Νόμιζε πως είχε βγει από τη φυλακή κάθε φορά που τον διέγραφε το κόμμα. Πίστεψε πως γλίτωσε οριστικά από τη φυλακή όταν απομονώθηκε σε αυτό το σπίτι. «Είχα άδικο;»

Σηκώθηκε νευριασμένος και πέταξε το βιβλίο στον απέναντι καναπέ. Στραπατσάρισε το πακέτο των Σαντέ για να βγάλει ένα τσιγάρο, το πέρασε πίσω από το αυτί του και βγήκε έξω. Βιαστικός. Είχε πάρει να σκοτεινιάζει αλλά δεν τον ένοιαζε. Περπατούσε. Σχεδόν έτρεχε –μετά από μια ώρα ένιωσε ότι τα πόδια του δεν τον κρατούσαν, σταμάτησε λαχανιασμένος, ήταν η πέμπτη φορά που περνούσε από τη συνοικιακή πλατεία. Κάθισε στο παγκάκι, κάνοντας τρομερή προσπάθεια να μη σωριαστεί. Έψαξε στις τσέπες του μανιασμένα –«που έχει πάει το παλιοτσίγαρο;» Το βρήκε για να ανακαλύψει πως δεν κουβαλούσε αναπτήρα μαζί του. Κοίταξε γύρω –ευτυχώς το περίπτερο ήταν ακόμα ανοιχτό. Σηκώθηκε.

«Καλώς τον κυρ Επαμεινώνδα. Βγήκαμε βόλτα;» ο γλοιώδης περιπτεράς χαμογέλασε όταν τον είδε.

Αυτός πάντα σιχαινόταν τους περιπτεράδες και τους ΕΒΓΑτζήδες –κατάλοιπο από τα χρόνια της παρανομίας, όταν οι περισσότεροι από αυτούς ήταν χαφιέδες της Ασφάλειας.

«Ναι κάπως έτσι», μουρμούρισε. «Μπορώ να πάρω ένα τηλέφωνο;»

Σχημάτισε το νούμερο και περίμενε όσο βούιζε το ακουστικό. Οι αγκώνες του μυρμήγκιαζαν –ιδρώτας έτρεχε μέσα στις κάλτσες του.

«Ναι καλησπέρα, εγώ είμαι…. Να τους πεις ότι δέχομαι…. Ναι ρε –δέχομαι, αυτό είπα…. Όχι δεν θέλω τίποτα άλλο…. Άντε γειά», κατέβασε το ακουστικό χωρίς να το ακουμπήσει στη συσκευή. Μισοτελειωμένη κίνηση.

«Θες τίποτα άλλο κυρ Επαμεινώνδα;»

«Όχι, καληνύχτα».

Ξανακάθισε στο παγκάκι νιώθοντας τις κλειδώσεις του πιασμένες από τη βραδινή ψύχρα. Είδε, ξεχασμένο το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά του, πήγε να καπνίσει αλλά θυμήθηκε πως δεν είχε αγοράσει σπίρτα από το περίπτερο. Τσαλάκωσε το τσιγάρο γεμίζοντας τα χέρια του με καπνό –«άντε ρε ξεφτιλισμένη ζωή!» γέλασε χαζά καθώς σηκωνόταν.

Η πολλοστή επιστροφή του Επαμεινώνδα του Άστεγου στα γραφεία του κόμματος συνοδεύτηκε από μουδιασμένο ενθουσιασμό. Ο Γραμματέας τον δέχτηκε φιλικά -ευχόμενος ενδόμυχα, η επόμενη συνάντησή τους να γίνει όταν θα εκφωνούσε τον επικήδειό του. Κάτι παλιοί σύντροφοι που σκότωναν τις ώρες τους σε συνελεύσεις τον αγκάλιασαν. Κάποιοι νεαροί στράβωσαν τα μούτρα –δεν τους άρεσε η εμφάνιση του Επαμεινώνδα, ήθελαν να ξεμπερδεύουν με τους αρχαίους. Στη μικρή αίθουσα συσκέψεων τον κέρασαν καφέ, πορτοκαλάδα και κουλουράκια κανέλας. Σιχαινόταν την κανέλα ο Επαμεινώνδας, του έφερνε, χρόνια τώρα, καούρα στο στομάχι.

«Θα σε υποστηρίξουμε με όλες μας τις δυνάμεις. Ήδη ξεκίνησε η κινητοποίηση των τοπικών», είπε ο Γραμματέας ξεφυλλίζοντας ένα ντοσιέ.

«Θέλω πεπραγμένα του δημοτικού συμβουλίου για τις δυο τελευταίες τετραετίες. Και θέλω ότι αποκόμματα εφημερίδων γράφουν για το δήμο, το ίδιο διάστημα», είπε ο Επαμεινώνδας.

Το τραπέζι γέλασε διακριτικά.

«Που να τα βρούμε αυτά ρε σύντροφε; Τι μας πέρασες –για διαφημιστική εταιρεία;»

Πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο του διπλανού του χωρίς να ρωτήσει και το άναψε κάνοντας προσπάθεια να μην καταπιεί καπνό. Ποτέ δεν άντεχε τα αμερικάνικα τσιγάρα.

«Δεν είχατε δικούς σας που να ήταν μέλη στο δημοτικό συμβούλιο;»

«Είχαμε. Και;»

«Ε, δεν έπαιρναν πρακτικά;»

Τώρα το τραπέζι ξεκαρδίστηκε ξεδιάντροπα. Ο Επαμεινώνδας έσμιξε τα φρύδια.

«Τουλάχιστον φέρτε με σε επαφή μαζί τους. Τι σκατά θα πω ότι θα κάνω για τον δήμο; Δεν ξέρω την τύφλα μου από την τωρινή κατάσταση», με το ζόρι κρατήθηκε μην τους κατεβάσει τίποτα καντήλια -σ΄αυτούς και τη γραφειοκρατία τους.

«Θα κάνουμε ότι είναι δυνατό σύντροφε. Και τώρα να με συγχωρείς ..», είπε ο Γραμματέας καθώς σηκωνόταν.

Οι υπόλοιποι ακολούθησαν, ο Πάνος έμεινε τελευταίος για να τον ξεπροβοδίσει μέχρι την έξοδο.

«Ακόμα δε σε χωνεύει», του ψιθύρισε στο αυτί.

«Αμοιβαίο είναι», γέλασε ο Επαμεινώνδας.

«Κι εσύ όμως δεν του έκανες λίγα!» μουρμούρισε ο άλλος.

«Αφού δεν τον έπνιξα σα γατί όταν συνεργάστηκε με τους φασίστες –τυχερός είναι», υπενθύμισε ο Επαμεινώνδας.

«Δεν ήταν φασίστες ρε! Δεξιοί ήταν!»

«Οι μαύροι δεν αλλάζουν ποτέ ρε Παναγιώτη. Τι να λέμε τώρα;»

«Καλό δρόμο να έχεις σύντροφε και κάθε επιτυχία», φώναξε στην είσοδο ο Πάνος. Έμεινε να τον κοιτάζει συλλογισμένος καθώς κατέβαινε τα σκαλιά. «Μακάρι να μη φας πάλι το κεφάλι σου ρε αδερφέ. Γιατί γέρασες και δεν θα αντέξει ο σβέρκος σου», συλλογιζόταν όσο τον έβλεπε να απομακρύνεται κουτσαίνοντας.

Οι επόμενες μέρες πέρασαν στο τρέξιμο. Συναντήσεις με δημοτικούς συμβούλους, τραπεζώματα σε ταβέρνες με τους τοπικούς παράγοντες, βόλτες σε στέκια νεολαίας, άδεια σαν τραπεζάκια στην πλατεία μετά τα πρωτοβρόχια. Γέμισε το κεφάλι του με θέματα ο Επαμεινώνδας και άδειασε το μυαλό του από ιδέες. Ένας δήμος που είχε γνωρίσει καλύτερες ημέρες -τώρα πια, ζούσε μεταξύ αναμνήσεων και εγκατάλειψης. Ένας δήμος χωρίς δημότες, γιατί κανένας δεν έβρισκε νόημα στην υποστήριξη κοινών προσπαθειών –κλεισμένοι στα διαμέρισματά τους φύλαγαν σκοπιά, διπλοβάρδια μπροστά στην τηλεόραση, θαυμάζοντας τα απλωμένα κανιά της μοναχικότητας που λέκιαζαν τα σεμεδάκια στο σαλόνι.

Θύμωνε ο Επαμεινώνδας, όλα από την αρχή ήθελε να τα φτιάξει ακόμα κι αν χρειαζόταν να γκρεμίσει ότι υπήρχε –«στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν όλα, μπας και βρούμε κάτι που να αξίζει», συλλογιζόταν. Μέσα στην παραφουσκωμένη τσάντα του είχε καταχωνιάσει και τον «Λύκο», έριχνε κλεφτές ματιές στο βιβλίο γιατί τον βοηθούσε εκείνη η φράση …

«Σήκω λοιπόν, έτσι είπα στον εαυτό μου, ξύσε το σαγόνι σου μέχρι να ματώσει, ντύσου και δείξε κάποια αξιαγάπητη διάθεση απέναντι στους συνανθρώπους σου»

… να τη διαβάζει πριν από κάθε συνάντηση, να θυμάται πως έχει και πάλι ανθρώπους απέναντί του. Όχι θηρία, όχι όνειρα –ανθρώπους αβέβαιους και διστακτικούς.

Γιατί πλησίασαν οι μέρες των μικροφώνων που μικροφωνίζουν, οι μέρες των κούφιων χειροκροτημάτων, πλησίασε η ώρα που αυτός έπρεπε να μιλήσει σε συγκεντρώσεις. Δεν τη φοβόταν την έκθεση, δεν αγχωνόταν, δεν έχανε τα λόγια του όταν ανέβαινε στο βάθρο του ομιλητή. Εντάξει, ίσως στην αρχή να κόμπιαζε –κάποιος ξερός βήχας για να καθαρίσει τον λαιμό του από το άγχος –αλλά σύντομα το ξεπερνούσε. Ήταν καλός ομιλητής, άμεσος –επειδή, συνήθως, δεν είχε πολλά να πει. Διέθετε και ιδιαίτερα ανεπτυγμένο ένστικτο του αυτονόητου –εύκολα έπειθε τους καλοπροαίρετους.

Κοίταζε τώρα την άδεια εξέδρα που είχε στηθεί στη μέση της πλατείας. Πίσω του είχε συγκεντρωθεί αρκετός κόσμος, αλλά δεν ήξερε αν ήταν δημότες που ενδιαφέρονταν να τον ακούσουν ή μέλη του κόμματος σε επιστράτευση. Σηκώθηκε προσεκτικά –ο μεγάλος του φόβος ήταν πάντα, ότι θα σκόνταφτε πηγαίνοντας να μιλήσει. Ανέβηκε τα σκαλιά και χάζεψε τον κόσμο –καθισμένοι στις λιγοστές μπροστινές καρέκλες και όρθιοι, πιο πίσω, να δένουν τα χέρια μπροστά στο στήθος μήπως και ξεχάσουν την ορθοστασία. Τους κοίταξε και θυμήθηκε την τελευταία φράση που είχε διαβάσει από το βιβλίο …

«Είχε μια υποψία για την δοσμένη θέση του στον κόσμο, μια υποψία για τους Αθάνατους, μια υποψία ότι μπορεί κάποτε να συναντήσει τον εαυτό του, πρόσωπο με πρόσωπο –και ξέρει ήδη για την ύπαρξη κάποιου καθρέφτη στον οποίο νιώθει την πικρή ανάγκη να κοιταχτεί και από τον οποίο κρύβεται, συρρικνωμένος σε έναν θανάσιμο φόβο»

Αυτοί ήταν ο καθρέφτης του; Που ήταν ο καθρέφτης του; Για να κρυφτείς απέναντί του πρέπει πρώτα να σταθείς απέναντί του. Αυτοί ήταν ο καθρέφτης του –γιατί έτσι αποφάσιζε να είναι. Περίμενε έναν πρώην δημοτικό σύμβουλο να τον παρουσιάσει και άρχισε να μιλάει, κομπιάζοντας, φυσικά, στην αρχή. Με άνεση που αυξανόταν όσο περνούσε η ώρα.

Τους μιλούσε για τα προβλήματα που είχε ο δήμος, απέφευγε να κάνει αναφορές στον προηγούμενο δήμαρχο –δεν του άρεσαν οι συγκρίσεις. «Αυτοί δεν έκαναν τίποτα για όλα αυτά» -μπορεί να ήταν αλήθεια, αλλά θα έπρεπε να καταλήξει στο «εμείς θα τα διορθώσουμε όλα». Τόσα χρόνια, ποτέ δεν έμαθε να δίνει υποσχέσεις και ήταν πολύ γέρος για να ξεκινήσει τώρα. Μίλησε για τα προβλήματα, μίλησε για απλές λύσεις αλλά έκρυψε την αλήθεια. Κι αυτή είχε να κάνει με το γεγονός πως οι απλές λύσεις προϋποθέτουν συμμετοχή, συνεργασία –οι λύσεις είναι πάντα απλές όταν ο κόσμος δει την αναγκαιότητά τους και γι΄αυτό ακριβώς οι λύσεις ποτέ δεν λύνουν τα προβλήματα.

Σταμάτησε για να πιει λίγο νερό, ξεράθηκε το στόμα του, χρειαζόταν να ξαναπάρει φόρα –όπως όταν χτυπάς το κεφάλι σου σε τοίχο. Δεν πρόκειται να ρίξεις τον τοίχο, αλλά παίρνοντας φόρα, ξεχνάς να νιώσεις πόνο. Οι άνθρωποι από κάτω χειροκροτούσαν –μάλλον από το κόμμα τους είχαν στείλει. Είναι άχαρο να μιλάς σε βαλτούς –για μια στιγμή σκέφτηκε να απαγγείλει κάποιο ποίημα, το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» ή το «Αρνάκι άσπρο και παχύ» -είχε περιέργεια να δει πώς θα αντιδρούσαν. Τους ευχαρίστησε για την υπομονή που έδειξαν, δήλωσε πως ελπίζει να πάνε καλύτερα τα πράγματα και κατέβηκε σκυφτός. Άδειο σακί μετά την έκθεση σε τόσα ζευγάρια μάτια. Σε τόσα αφιλόξενα μυαλά.

«Καλά τα είπες σύντροφε», τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη ακόμα ένας πρώην δημοτικός σύμβουλος που σκεφτόταν ότι με τέτοιες ομιλίες δεν κερδίζεται ο δήμος ακόμα κι αν αποσυρθούν όλοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι.

«Ευχαριστώ», απάντησε ενώ σκεφτόταν πως τα πανηγύρια εξακολουθούσαν να του προκαλούν μελαγχολία.

Κοιμήθηκε βαριά εκείνο το βράδυ, αλλά το πρωί σηκώθηκε κουρασμένος. Πονεμένα κόκαλα, άκαμπτες κλειδώσεις –θα έδινε τα πάντα για να περάσει τη μέρα στην πολυθρόνα του διαβάζοντας. Αλλά είχε ξαναμπεί στο σφιχτό πρόγραμμα –«είμαι προγραμμένος, άρχισαν οι προγραφές», γέλασε με το άνοστο αστείο καθώς έριχνε νερό στο πρόσωπό του. Και είχε ακυρώσει ανεπιστρεπτί τον προγραμματισμό του για τα πέντε τσιγάρα ημερησίως. Θυμήθηκε, βγαίνοντας από την τουαλέτα, πως χτες το απόγευμα είχε παρακαλέσει κάποιον να του αγοράσει δεύτερο πακέτο τσιγάρα –ήρθε κι ένας παροξυσμός βήχα να του υπενθυμίσει το γεγονός.

Η φλόγα υγραερίου ζέσταινε το μπρίκι όσο αυτός ανυπομονούσε για τον πρώτο καφέ της ημέρας κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, κουδούνισε το τηλέφωνο. Κρατήθηκε να μην βλαστημήσει στο ακουστικό.

«Ποιος είναι;»

«Εγώ».

Σκέφτηκε πως η Ζωή δεν έλεγε το όνομά της από υπεροψία ή αμηχανία –κατέληξε γρήγορα στο πρώτο.

«Πως ήταν αυτό και μας θυμήθηκες;»

«Γιατί το λες; Δε νομίζω να σε ξέχασα ποτέ».

«Ζωή, βιάζομαι».

«Δεν θα σε απασχολήσω πολύ. Απλά έμαθα πως κατεβαίνεις πάλι υποψήφιος και σκέφτηκα να σε πάρω για να σου πω ότι αν χρειαστείς βοήθεια …»

«Βοήθεια;»

«Ναι ρε παιδί μου –άλλο να κυκλοφορείς μόνος σου και άλλο με τη γυναίκα σου στις επίσημες εκδηλώσεις».

Γέλασε –για την ακρίβεια, ξεκαρδίστηκε.

«Τι συμβαίνει κυρά Ζωή; Μας λείψανε οι παράτες και τα πανηγύρια; Μυριστήκαμε κοσμικότητες και σπεύσαμε;»

«Είσαι άδικος Επαμεινώνδα, πάντα ήσουν δηλαδή …»

«Άσε με ρε Ζωή και δεν έχω πιει ακόμα καφέ»

«Εντάξει. Αλλά σκέψου το. Δεν είμαστε μόνο εμείς, έχουμε κι ένα κορίτσι».

«Ε και;»

«Τι ‘ ε και’; Νομίζεις πως ξόφλησες απέναντί της; Πως δεν έχεις άλλες υποχρεώσεις; Αν βγεις δήμαρχος, στα μέσα και στα έξω θα είσαι. Και η Θάλεια τελείωνει τις σπουδές της, θα πρέπει να βρει μια δουλειά …»

«Θέλεις τίποτα άλλο Ζωή;»

«Μη μου λες εμένα αν θέλω τίποτα άλλο! Σου έφαγε ολόκληρη τη ζωή το κόμμα και δεν πήρες τίποτα πίσω. Κακό είναι να βολέψεις την κόρη μας δηλαδή; Ο πρώτος θα είσαι ή ο τελευταίος; Εκτός αν φοβάσαι μην παρεξηγηθεί ο Λένιν και θα σου κόψει την καλημέρα!»

Έκλεισε το τηλέφωνο βιαστικά – ο καφές χυνόταν ήδη έξω από το μπρίκι. Βλαστήμησε πετώντας τα πάντα στο νεροχύτη με την ανάστροφη του χεριού του. «Άσχημα ξεκίνησε η μέρα», αναστάτωσε τον τόπο, ψάχνοντας για σιδερωμένο παντελόνι. Μόνο όταν βγήκε έξω από το σπίτι, λίγο πριν μπει στο καφενείο της πλατείας, κατάλαβε πως είχε κάνει ένα μικρό έγκαυμα πάνω στις κλειδώσεις του χεριού –έτσουζε κιόλας, αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία.

Το πρωινό ξεκινούσε με ήλιο, γι΄αυτό κάθισε έξω, παράγγειλε διπλό ελληνικό και άπλωσε μπροστά του τις εφημερίδες. Με την απαραίτητη δόση ματαιοδοξίας έψαξε για την κάλυψη της χτεσινής του ομιλίας –η κομματική το είχε με μεγάλα γράμματα στο «σαλόνι», οι υπόλοιπες αναφέρονταν στο θέμα πάνω από τις κηδείες. «Για εκεί είμαστε, απλά δεν το έχουμε πάρει είδηση», γέλασε.

«Οι δημότες είπαν βροντερό όχι στη σήψη του δικομματισμού», έγραφε η κομματική εφημερίδα –«προεκλογική ομιλία ιστορικού στελέχους της αριστεράς», έγραφαν σχεδόν όλες οι υπόλοιπες. Συνέχισε το ξεφύλλισμα

Μόνο το κατακάθι έμενε στο φλιτζάνι και το πακέτο του είχε αδειάσει όταν πέτυχε το άρθρο κάποιου πολιτικού αναλυτή που αναφερόταν σε αυτόν. Έκανε μια σύντομη αναφορά στην φυλάκισή του από τη χούντα, τόνιζε τις παρεκκλίσεις του από την επίσημη κομματική γραμμή (τις υπερτόνιζε για την ακρίβεια, αφού η εφημερίδα υποστήριζε κάποιον κεντρώο υποψήφιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης). Είχε αρχίσει να βαριέται όταν έπεσε πάνω σε κάτι αβανταδόρικες ερωτήσεις –«… γιατί ο καθ’ όλα αξιοσέβαστος υποψήφιος δεν είπε λέξη σχετικά με την εκμετάλλευση των χώρων του πρώην αεροδρομίου; Γιατί σιωπά το κόμμα που τον στηρίζει; Θα φανούν συνεπείς στις προγενέστερες θέσεις τους για δημιουργία χώρων πρασίνου;»

Πετάχτηκε στον αέρα –πως διάβολο του είχε διαφύγει αυτό; Η δικαιολογία ήταν προφανής, δεν ήξερε οτι έχει κι ο δήμος του μερίδιο από το παλιό αεροδρόμιο. Η αιτία όμως ήταν προφανέστερη –γέρασε και σταμάτησε να σκέφτεται σωστά. Του διέφευγαν πράγματα, ξεχνούσε, αξιολογούσε λάθος. Έφτασε στο περίπτερο.

Έκοψε γρήγορα τον αέρα του αχώνευτου πριν προλάβει να σχολιάσει τα τρία πακέτα τσιγάρα που του ζήτησε κι έπιασε το τηλέφωνο.

«Θέλω να μιλήσω με τον Γραμματέα … Πότε μπορεί; … Τότε θα είναι αργά, τώρα … εντάξει, θα είμαι εκεί σε μια ώρα».

Τον περίμενε μια αξιοπρεπής τριμελής –ο νεαρός με το Λακόστ, ένας ακόμα ίδιος με αυτόν και κάποιος παλιός, αρτηριοσκληρωτικός, γραφειοκράτης. Δεν ξόδεψε χρόνο σε εισαγωγές ή χαιρετούρες.

«Γιατί δεν μου είπε κανείς για τους χώρους του αεροδρομίου;»

«Μα δεν το ήξερες σύντροφε;»

«Άλλο ρωτάω».

«Δεν ήταν ώρα να συζητήσουμε τέτοια πράγματα. Όταν εκλεγείς με το καλό …»

«Τι θα γίνει όταν εκλεγώ; Ποια θα είναι η θέση του συνδιασμού μου;»

«Θα μελετηθεί στην ώρα της η υπόθεση σύντροφε».

Άναψε τσιγάρο. Εκείνη την ώρα μπήκαν καφέδες και πορτοκαλάδες μαζί με έναν καφετζή.

«Δεν κάνω βήμα αν δεν το ξεκαθαρίσουμε τώρα. Ποια είναι η θέση μας για τους χώρους; Πως θα αξιοποιηθούν;»

Ο δίδυμος του Λακόστ πήρε τον λόγο, ξεροβήχοντας.

«Σύντροφε, δεν είναι αποκλειστικά στο χέρι μας. Τρεις δήμοι εμπλέκονται στην αξιοποίηση των χώρων κι ο δήμος που διεκδικείς έχει τη μικρότερη έκταση. Θα γίνουν οι απαραίτητες ζυμώσεις …»

«Τι μου λες τώρα; Ότι θα πάω σαν δημοτική αρχή και θα περιμένω από τους άλλους δήμους να μου πουν τι θα κάνω; Κι αν θέλουν να μισθώσουν τους χώρους σε καμιά πολυεθνική με σουπερμάρκετ;»

«Δεν είναι πάντα κακό αυτό σύντροφε. Λάβε υπόψη σου την ανεργία της περιοχής. Εντάξει, σαν κόμμα είμαστε υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος και επιδιώκουμε την αύξηση των δημοτικών χώρων πρασίνου. Αλλά το πράσινο δεν δίνει μισθούς στους εργαζόμενους, σύντροφε. Και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως η περιοχή έχει σοβαρό ποσοστό ανεργίας», είπε κοφτά ο γεροντότερος απέναντί του.

Άναψε δεύτερο τσιγάρο, ξεχνώντας το προηγούμενο να καίγεται στο τασάκι. Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με την λογική της έλλειψης προοπτικών. Γιατί είχαν δίκιο –ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι κάποιου άνεργου ήταν σημαντικότερο από μια παιδική χαρά. Σε μια ξεφτιλισμένη κοινωνία που ο κόσμος παλεύει να τη βγάλει καθαρή μέχρι το επόμενο πρωί, όταν η αποκτήνωση βγάζει βάρδιες σε γραφεία και εργοστάσια –τι σκατά να το κάνεις το πάρκο; Ποιος θα χρησιμοποιήσει τους χώρους άθλησης, ποιος θα αξιοποιήσει τους χώρους περιπάτου;

«Άρα -η θέση μας είναι;…» άφησε ανοιχτή την ερώτηση.

«Να περιμένουμε σύντροφε, αυτή την άποψη έχει το κόμμα. Θα τηρήσουμε στάση αναμονής».

Σηκώθηκε χωρίς να χαιρετήσει, έφτασε στη βαριά εξώπορτα σκυφτός.

«Ρε Άστεγε, πως από δω;» φώναξε από το βάθος του διαδρόμου ο Πάνος, αλλά εκείνος έκανε πως δεν άκουσε.

Περπάτησε στα ραγισμένα πεζοδρόμια αναβάλλοντας όσο μπορούσε τη μετακίνηση με λεωφορείο. Δέκα φορές αναγκάστηκε να κατέβει στην άσφαλτο για να παρακάμψει παρκαρισμένα αυτοκίνητα, δέκα φορές άκουσε κορναρίσματα από οδηγούς της λεωφόρου. Ξερά παρτέρια γεμάτα σκουπίδια και μπάζα εμπόδιζαν τα βήματά του, όπου υπήρχε ελεύθερο πεζοδρόμιο. Σερνόταν.

Στο λεωφορείο βρήκε αμέσως θέση -πέρασε γρήγορα σε κατάσταση αποβλάκωσης από τη ζέστη της μέρας. Ένα πιάτο φαΐ, ένας μισθός, κάποιοι πληρωμένοι λογαριασμοί, ένα καλύτερο σπίτι, καινούργια έπιπλα, αυτοκίνητο και τηλεόραση. Για ποιο λόγο; Έβγαλε από την τσάντα το βιβλίο και διάβασε …

«Και όλο αυτό, είπα … δεν θα βοηθούσε σε τίποτα άλλο τον άνθρωπο παρά στο να αποδράσει από τον εαυτό του και τους πραγματικούς του σκοπούς -να σκεπάσει τον εαυτό του με ένα ακόμα μεγαλύτερο σύννεφο ασυνεννοησίας και άχρηστων δραστηριοτήτων»

… ακόμα μια απάντηση που ήδη ήξερε. Η ανάγκη κάνει τον άνθρωπο να χάσει τον εαυτό του και η ανάγκη καθορίζει τις προοπτικές μας. Δεν μπορείς να δώσεις βιβλία στον πεινασμένο, δεν μπορείς να δώσεις οξυγόνο στον άνεργο. Γι’ αυτό τους δίνεις μεροκάματο στα ορυχεία –να ξεχάσουν το φως, να ξεχάσουν το πρόσωπό τους, την υπόστασή τους. Για να τους συντηρήσεις ζωντανούς τους στερείς τη ζωή. «Δεν είναι σωστό, δεν μπορεί να είναι σωστό».

«Είπατε κάτι κύριε;» τον ρώτησε ένας πιτσιρικάς χαμηλώνοντας το i-pod που κρεμόταν στο στήθος του.

«Όχι, τίποτα … ξεχάστηκα» και μίλησε δυνατά τη σκέψη του. Αλλά πάλι, γιατί όχι;

«Να σε ρωτήσω κάτι παιδί μου;» στράφηκε προς το μέρος του πιτσιρικά.

«Ναι –σας ακούω».

«Τι θα προτιμούσες; Να ζεις καλύτερα ή να ζεις πλουσιότερα;»

Ο πιτσιρικάς τον κοίταξε περίεργα.

«Συγνώμη για το θάρρος μου, απλά κάτι σκεφτόμουν. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω».

«Όχι, δεν πειράζει …», κατέβασε τα ακουστικά του ο μικρός. «Αν ζούσα πλουσιότερα δεν θα ζούσα καλύτερα;» είπε στο τέλος.

«Όχι απαραίτητα. Ας πούμε πως μπορούσες να διαλέξεις. Καλύτερα ή πλουσιότερα;»

«Λοιπόν νομίζω … αν ζούσα καλύτερα, αυτό θα μπορούσε να αλλάξει οποιαδήποτε στιγμή. Αν ζούσα πλουσιότερα … ίσως κατόρθωνα να αγοράσω μια καλύτερη ζωή … έτσι νομίζω».

«Σ΄ ευχαριστώ παιδί μου», έκλεισε τα μάτια και μάλλον αποκοιμήθηκε γιατί έχασε τη στάση του. Κατέβηκε στο τέρμα και άρχισε να περπατάει ξανά.

Το απόγευμα είχε μια ακόμα ομιλία στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου, θα έλεγε για τα ολοήμερα σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς. Μπήκε στο σπίτι του και κοιμήθηκε ληθαργικά στον καναπέ –την ώρα που προσπαθούσε να βγάλει τα παπούτσια του. Ευτυχώς που χτύπησε το τηλέφωνο –δεν πρόλαβε να το σηκώσει, αλλά τουλάχιστον πρόλαβε να κάνει ένα μπάνιο πριν πάει στο Πνευματικό Κέντρο.

Διαφορετικός κόσμος μαζευόταν, οι κομματικοί μάλλον λιγόστεψαν αισθητά γιατί είδαν πως άρχιζε να αποκτά μέρος της παλιάς του απήχησης. Όρθιος πίσω από τις καρέκλες που γέμιζαν σταδιακά, χάζευε το κενό βάθρο του ομιλητή. Κάποιοι παλιοί γνωστοί διέκοπταν τις σκέψεις του καθώς έσπευδαν να τον χαιρετήσουν, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να αποσπάσει την προσοχή του από το άδειο βάθρο. Είδε κιόλας τον εαυτό του εκεί πάνω, να κομπιάζει στην αρχή, πριν βρει ρυθμό στα λόγια του. Σήμερα θα κόμπιαζε περισσότερο γιατί θα χόρευε σε δυο, αντίθετες, μουσικές. Είδε τον κόσμο να τον χειροκροτεί στο τέλος και συνειδητοποίησε πως, όσες φορές είχε μιλήσει σε ανθρώπους –ποτέ δεν μπόρεσε να διακρίνει τα πρόσωπά τους. Σα να στεκόταν στην άκρη της παραλίας ήταν, όταν μιλούσε, κι όσο περισσότεροι βρίσκονταν από κάτω, τόσο μεγαλύτερη η φουρτούνα που έφτανε στ΄ αυτιά του. Τα παλιά χρόνια άκουγε και φωνές, σειρήνες μέσα στο κύμα που φώναζαν «μπράβο, πες τους τα σύντροφε!» και τέρατα του βυθού που βρυχώνταν «κάτσε κάτω προβοκάτορα!» Αλλά αυτά γίνονται παλιά –τώρα μόνο κύμα ξέβραζε στ΄ αυτιά του.

Πισωπάτησε διστακτικά κι έπεσε πάνω σε κάποιον παλιό γνωστό.

«Βρε Επαμεινώνδα! Καλωσόρισες, χαρήκαμε όλοι που ξαναβάζεις!»

Μουρμούρισε κάτι σαν «ευχαριστώ» και συνέχισε να κάνει βήματα πίσω, με τα μάτια καρφωμένα στο βάθρο. Μόνο όταν πέρασε την κεντρική είσοδο, μόνο τότε έχασε την οπτική επαφή και έφυγε σαν κυνηγημένος από τον διάβολο.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι του ποτέ δεν ήταν πιο άγνωστη, το κλειδί ποτέ δεν είχε συναντήσει τόσες δυσκολίες στο άνοιγμα της εξώπορτας. Αλλά, ευτυχώς, η πολυθρόνα τον περίμενε –οικεία σαν αγκαλιά γυναίκας.

Δεν άντεξε να βγάλει τα παπούτσια του γιατί ένιωθε την κούραση να μυρμηγκιάζει στα πλευρά του. Άναψε τσιγάρο με αργές κινήσεις. Πήρε το βιβλίο του από το διπλανό τραπεζάκι. Το άνοιξε. Το τηλέφωνο χτύπησε. Σα συναγερμός αυτοκινήτου με σπασμένα τζάμια.

«Ποιος είναι;»

«Επαμεινώνδα; Ο Γενικός είμαι. Τι έπαθες; Έμαθα πως έφυγες από την ομιλία –είσαι καλά;»

«Ναι … μάλλον … κοίτα … ήθελα να πω …»

«Τι πράγμα;»

«Είμαι πολύ γέρος για όλα αυτά».

Ακούμπησε το ακουστικό απαλά πάνω στη συσκευή, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το Σαντέ και άνοιξε το βιβλίο του. Στην αρχή δεν μπορούσε να εστιάσει στις τυπωμένες σελίδες, χρειάστηκε κόπο, συγκέντρωση για να ξεχωρίσει τα μαύρα γράμματα που βαθούλωναν τη λεία σελίδα.

«Ο διάβολος είναι το πνεύμα κι εμείς είμαστε τα δυστυχισμένα του παιδιά».

Διάβασε.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2007

"Που να τρέχεις τώρα;"


Η ακρίβεια είναι χάσιμο χρόνου/ τώρα πια η νοσταλγία δεν είναι τόσο σημαντική/ η Ιστορία ανήκει οριστικά στο παρελθόν/ δεν μπορείς να μείνεις στην πρώτη θέση για πολύ καιρό.


Μπιπ, μπιπ είμαι μια μηχανή απαντήσεων/ εννοώ πως λέω αυτό που ενννοώ/ μπιπ μπιπ, έχω πολύ ισχυρές απόψεις/ βάλε την πρίζα και διάλεξε πια ταινία θέλεις να παίζει συνεχόμενα.



Το μοναδικό μου λάθος είναι η σεμνότητα/ αλλάζω τις απόψεις μου με συνέπεια/ η Αμνησία είναι ένα πράγμα που προσπαθώ να ξεχάσω/ Ποιος δεν μπορεί να κόψει τον τζόγο; Πάμε στοίχημα;


Η υπόθεση του ρατσισμού είναι μαύρο –άσπρο/ αν θέλεις ειρήνη στον κόσμο πρέπει να πολεμήσεις/ θα πρέπει να κάνεις ότι σου λένε για να είσαι ελεύθερος/ σκέψου ότι θέλεις –αρκεί να συμφωνείς μαζί μου.


Μίλα όποτε ακούς αυτόν τον ήχο.


Ούρλιαξε όποτε ακούς αυτόν τον ήχο.


Ούρλιαξε όποτε ακούς αυτόν τον ήχο.

Υ.Γ.: Οι στίχοι είναι δανεικοί από το Closed Groove των Stiff Little Fingers και αφιερωμένοι στο πνεύμα των ημερών.

Πέμπτη, Μαρτίου 22, 2007

Τέλος πληρωμένο από τον παραλήπτη

Πέντε γραμμές νοθευμένης κόκας, ένα τακτοποιημένο πεντάγραμμο απλωμένο στο τραπέζι του. Μόνο οι νότες έλειπαν αλλά ήταν σίγουρος πως θα τις έβλεπε σε λίγο –να ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια του, ακινητοποιημένες από καρφίτσες ήλιου.

Νότες βουβές, σαν φωτογραφίες καλοκαιρινών διακοπών –έχεις ακούσει για νότα-φωτογραφία; Χαμογέλασε γιατί δεν άκουγε, αλλά έβλεπε τη μουσική κι αυτό ήταν μια ευχάριστη μεταβολή της καθημερινότητας. Οι αμφιβληστροειδείς του έγιναν ποδήλατο που κινείται χωρίς ρόδες, χωρίς πετάλια, χωρίς κόπο αλλά κινείται. Ακίνητο αλλά κινείται. Έσκυβε ήδη πάνω στο πεντάγραμμο όταν κουδούνισε η τηλεφωνική συσκευή.

Μάζεψε βιαστικά το σεντόνι που είχε απλωθεί μπροστά στα μάτια του, δίπλωσε νότες και αστρικά ποδήλατα για να επανέλθει στην πραγματικότητα.
«Εμπρός;»
«Χρόνια πολλά ρε μαλάκα»
«Να τα βάλεις στον κώλο σου ηλίθιε»
«Γιατί μωρέ φίλε; Σε χαλάνε και οι ευχές τώρα;»«Ναι γαμώτο! Με χαλάνε όταν πρέπει να ανταποδώσω. Θέλεις να ευχηθείς; Στείλε μια κάρτα».
«Εντάξει, αντί για κάρτα πήρα τηλέφωνο. Δες το σαν τηλεκάρτα και μη μου σπας τα νεύρα».
«Δεν μπορώ να το δω έτσι γιατί εσύ είσαι ακόμα στην άλλη άκρη της γραμμής κι εγώ πρέπει ακόμα να ανταποδώσω»
«Εντάξει λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση –κακό ψόφο να έχεις και τα ρέστα δικά σου».
«Επίσης. Και το τέλος πληρωμένο από τον παραλήπτη».

Βρόντηξε το ακουστικό πάνω στη συσκευή και ξεκίνησε πάλι από την αρχή. Άδειασε από το σεντόνι ένα πεντάγραμμο, κάποιες νότες σε φωτογραφία, άφησε το φρένο για να ξεκινήσει πάλι το αστρικό ποδήλατο και χαμογέλασε με παγάκια κρεμασμένα στις άκρες του στόματος. Γινόταν 50 χρονών σήμερα και το μόνο που έλαβε ήταν μια ενοχλητική τηλεκάρτα.


Υ.Γ.: Το παραπάνω βάσανο είναι αποτέλεσμα 5 λέξεων (τηλεκάρτα, φωτογραφία, σεντόνι, πεντάγραμμο και ποδήλατο) τις οποίες ζήτησε η atg να χρησιμοποιήσω -για να φτιάξω ένα μικρό κείμενο. Με τη σειρά μου δίνω 5 άλλες λέξεις: ινδιάνος, φουρκέτα, φάρος, ουρά, πειραγμένο -στους Άσωτο Υιο, Deuced, Ευ-άγγελο, Σκιές μιλάν και marquee de mud. Άιντε παλικάρια μου -κομμάτι χαλβαδόπιττα είναι για σας αυτά!

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

Φτάνει πια!

Εμείς οι Έλληνες πολίτες ζούμε, σε καθημερινή πλέον βάση, μια απαξίωση σε βάρος μας. Σε κανέναν άλλο τομέα της Διοίκησης της χώρας μας η απαξίωση αυτή δεν είναι πιο έντονη απ' ότι στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης.

Διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση σε βάρος μας, που παίρνει τη μορφή τυφλής βίας εναντίον συμπολιτών μας.

Διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση σε βάρος μας, όταν αυτή εκδηλώνεται με την συγκάλυψη της έκνομης δράσης λίγων αστυνομικών.

Διαμαρτυρόμαστε για την απαξίωση σε βάρος μας, που αποτελεί η ανείπωτη ταλαιπωρία για την έκδοση διαβατηρίου και ταυτότητας.

Φτάνει πιά! Ζητούμε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για να σταματήσει η απαξίωση σε βάρος των Ελλήνων πολιτών.

Ζητούμε:

  • Τον απόλυτο σεβασμό προς την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των πολιτών.

  • Την αποκατάσταση, με έργα και πράξεις, της αξιοπιστίας της Ελληνικής Αστυνομίας στην οποία έχει ανατεθεί η τήρηση της έννομης τάξης.

  • Τον άμεσο εξορθολογισμό διαδικασιών για την έκδοση διαβατηρίων και ταυτοτήτων.


Ζητούμε αυτά που θα έπρεπε να είναι αυτονόητα σε μια δημοκρατική κοινωνία στον 21ο αιώνα.


Μια πρωτοβουλία των ιστολογίων: Αμπελοφιλοσοφίες, αναΜόρφωση-ιστολόγιο, ΔΕ ΜΑΣΑΜΕ ΡΕ, Ελεύθερος Σκοπευτής, Ιστολόγιον, ΚΑΙ βλέπω ΚΑΙ ακούω ΚΑΙ μιλάω, Καλτσόβρακο, Λαπούτα, Λευκός Θόρυβος, λ:ηρ, Μαργαριταρένια, Με Νταούλια και Ζουρνάδες, Στέφανος Ν. Παπανώτας, το χέρι, Ψιλικατζού, ANARRIMA, Digital Era, divaynne, doncat, eidisis-sxolia, Fairy Smoke, fastbackwards, Gravity & the Wind, GreekUniversityReform, Non-Linear Complexity, Nylon, oraelladas, RealityTape, taparaponasas stoMIXER, vrypan|net|weblog, We are not alone

Πάρτε μέρος στην πρωτοβουλία μας.

tags: | meme: a6edf8bc8e7a7ed85215abe9b94bbc7a

Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2007

"Η ερώτηση για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα"

Liz: Είπε πως η πίστη είναι σαν ποτήρι με νερό. Όταν είσαι νέος, το ποτήρι είναι μικρό και μπορεί να γεμίσει εύκολα. Αλλά, όσο μεγαλώνεις, τόσο μεγαλώνει και το ποτήρι –οπότε η ίδια ποσότητα υγρού δεν το γεμίζει πια. Όλο και πιο συχνά χρειάζεται ξαναγέμισμα το ποτήρι.
Bethany: Εννοείς πως πρέπει να πάω για ξαναγέμισμα υγρών;
Liz: Με περισσότερους από έναν τρόπους. Πρέπει να κάνεις σεξ, Bethany Sloane. Χρειάζεσαι έναν άντρα ακόμα κι αν είναι για δέκα λεπτά.
Bethany: Σύμφωνα με την εμπειρία μου, το μέσο αρσενικό δεν είναι ποτέ άντρας. Ούτε καν για δέκα λεπτά σε ολόκληρη τη ζωή του.
Liz: Αυτό είναι κάπως αφοριστικό. Σκέφτεσαι να περάσεις στην άλλη πλευρά;
Bethany: Δεν θα μπορούσα να το κάνω. Οι γυναίκες είναι παρανοϊκές
Liz: Τότε πρέπει να πας πίσω στην εκκλησία σου και να ρωτήσεις τον Θεό για μια Τρίτη γνώμη.
Bethany: Νομίζω πως ο Θεός είναι νεκρός.
Liz: Είσαι όντως αληθινή Καθολική.



Metatron: Έχω αποστολή να σου αναθέσω μια ιερή σταυροφορία.
Bethany: Σε πληροφορώ ότι δουλεύω σε κλινική που κάνει αμβλώσεις.
Metatron: Ο Νώε ήταν μπεκρής. Και κοίτα πόσο καλά τα κατάφερε! Από σένα κανένας δεν ζητάει να φτιάξεις ολόκληρη κιβωτό. Το μόνο που χρειάζεται είναι να πας στο New Jersey, και να επισκεφτείς μια μικρή εκκλησία κάποια πολύ σημαντική μέρα.
Bethany: Στο New Jersey; Δεν μου μοιάζει και πολύ για σταυροφορία αυτό.
Metatron: Εκτός από τα «ψιλά γράμματα» –αυτό είναι όλο.
Bethany: Και τι λένε τα «ψιλά γράμματα»;
Metatron: [μουρμουρίζει πίνοντας]
Ναμηναφησεισδυοαγγελουσναμπουνμεσακαιναακυρωσουνκαθεμορφηύπαρξης.
Bethany: Περίμενε, περίμενε! Για ξαναπέστο αυτό.
Metatron: Να μην αφήσεις δυο αγγέλους να μπουν μέσα και να ακυρώσουν κάθε μορφή ύπαρξης. Το σιχαίνομαι όταν οι άνθρωποι με αναγκάζουν να τους τα λέω συλλαβιστά!

Bethany: Δεν θέλω να φανώ αγνώμων, αλλά γιατί τριγυρνάτε εδώ γύρω;
Jay: Είμαστε εδώ για να βγάλουμε γκόμενες.
Bethany: Συγνώμη;
Jay: Σκεφτήκαμε πως μια κλινική αμβλώσεων είναι το καλύτερο μέρος για να συναντήσεις πρόθυμες γυναίκες. Για ποιον άλλο λόγο θα αναγκάζονταν να βρεθούν εδώ –εκτός από το ότι τους αρέσει να κάνουν σεξ;

Bethany: Πως μοιάζει;
Metatron: Ο Θεός; Μοναχικός. Αλλά αστείος. Έχει φοβερή αίσθηση του χιούμορ. Πάρε το σεξ για παράδειγμα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αστείο από τις γκριμάτσες που κάνετε εσείς οι άνθρωποι όταν φτάνετε σε οργασμό
Bethany: Το σεξ είναι ένα αστείο στον ουρανό;
Metatron: Όπως το αντιλαμβάνομαι, το σεξ είναι περισσότερο ένα αστείο για εσάς εδώ κάτω στη γη, επίσης.



Πωλητής όπλων: Αυτό το κομμάτι λέγεται Fecalator. Φτάνει μόνο να το δει ο στόχος και χέζεται πάνω του. Δοκιμάστε το.
Loki: Λοιπόν, είναι πολύ πιο συμπαγές από μια ρομφαία αλλά δεν είναι καθόλου εντυπωσιακό. Απλά, δεν δείχνει πουθενά πως πρόκειται για την «Οργή του Παντοδύναμου». Εννοώ –πως θα καταφέρω να σπείρω φόβο στις καρδιές των αμαρτωλών με αυτό το πράγμα; Κοίταξέ το …
Bartleby: Καλά τότε –μην χρησιμοποιήσεις πιστόλι. Απλά κάψε όλη την περιοχή -κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.
Loki: Εύκολο είναι να το λες. Εσύ πάντα βρισκόσουν στην άκρη. Καθόσουν εκεί και διάβαζες στα Σόδομα και στα Γόμορρα όσο εγώ έπρεπε να κάνω όλη τη δουλειά. Bartleby: Τι δουλειά έπρεπε να κάνεις; Απλά άναψες κάποιες φωτιές.
Loki: Έβρεξα θειάφι φίλε μου –υπάρχει τεράστια διαφορά.
Bartleby: Ναι, μάλιστα –είμαι σίγουρος.
Loki: Άντε γαμήσου –εντάξει; Κάθε ηλίθιος με ένα κουτί σπίρτα μπορεί να ανάψει μια φωτιά. Η βροχή από θειάφι είναι πολύ πιο δύσκολο πράγμα φίλε! Η μαζική γενοκτονία είναι η πιο εξουθενωτική δραστηριότητα που μπορεί να υπάρξει –εκτός από το ποδόσφαιρο ίσως.

Metatron: Ο Metatron ενεργεί ως η φωνή του Θεού. Σε κάθε καταγεγραμμένη περίπτωση όπου κάποιος τρελλάρας ισχυρίζεται πως μίλησε με τον Θεό –έχει μιλήσει μαζί μου. Ή απλά ακούει φωνές στο κεφάλι του και μιλάει μόνος του.

Metatron: Πες σε κάποιον ότι είσαι ο Metatron και θα μείνει να σε κοιτάζει σα χαζός. Πες τους κάτι από τις ταινίες με τον Charlton Heston και ξαφνικά όλοι γίνονται απόφοιτοι θεολογικής σχολής.



Jay: Εντάξει, αλλά ας πούμε πως έχουμε παγιδευτεί σε μια κατάσταση όπου μας απομένουν μόνο πέντε λεπτά ζωής, γιατί θα πέσει η βόμβα ας πούμε –ή κάτι τέτοιο. Θα πηδιόσουν μαζί μας τότε;
Bethany: Σε αυτή την εντελώς απίθανη περίπτωση; Ναι, βέβαια.
Jay: Στο είπα –η γυναίκα αυτή είναι σκέτη τσούλα!

Jay: Φιλαράκο, αν είσαι Απόστολος, πες κάτι για μένα.
Rufus: Τραβάς μαλακία περισσότερο από κάθε άλλον στον πλανήτη.
Jay: Αρχίδια -όλοι το ξέρουν αυτό! Πες κάτι που δεν ξέρει κανένας άλλος εκτός από μένα.
Rufus: Όταν το κάνεις αυτό, σκέφτεσαι άντρες.
[ο Silent Bob κοιτάζει σοκαρισμένος τον Jay]
Jay: Μάγκα, όχι όλες τις φορές.

Rufus: Ξέρετε τι κάνουν οι νεκροί την περισσότερη ώρα; Παρακολουθούν τους ζωντανούς. Τους παρακολουθούν κυρίως όταν κάνουν μπάνιο.
Jay: Ανυπομονώ να πεθάνω.

Bethany: Μισό λεπτό! Τον Χριστό! Γνώριζες τον Χριστό;
Rufus: Αν τον γνώριζα; Μαντάμ, ο αράπης μου χρωστάει ακόμα 12 δολάρια!

Rufus: Οι λευκοί θέλουν να ακούσουν μόνο τα καλά σκατά: αιώνια ζωή, μια θέση στον Παράδεισο δίπλα στον Θεό. Αλλά όταν μάθουν ότι αυτά τα καλά σκατά τα είπε ένας νέγρος Χριστός, φρικάρουν. Κι αυτό φίλοι μου, λέγεται υποκρισία. Ένας νέγρος μπορεί να σου κλέψει το στερεοφωνικό αλλά δεν μπορεί να είναι ο Σωτήρας σου.



Rufus: Ακόμα γουστάρει την ανθρωπότητα, αλλά Τον ενοχλεί όταν βλέπει όλες τις μαλακίες που γίνονται στο όνομά Του –πολέμους, θρησκοληψία, τηλε-ευαγγελιστές. Περισσότερο όμως ενοχλείται από το σκεπτικό όλων των θρησκειών. Λέει πως η ανθρωπότητα πήρε μια καλή ιδέα, και όπως πάντα, την μετέτρεψε σε πίστη.
Bethany: Δεν είναι καλό το να έχεις πίστη;
Rufus: Νομίζω πως είναι καλύτερο να έχεις ιδέες. Γιατί μπορείς να αλλάξεις μια ιδέα. Αλλά το να αλλάξεις την πίστη είναι πιο περίπλοκο. Χρειάζεται ελαστικότητα για να προχωράει κανείς και η κυκλοφορία των ιδεών τα επιτρέπει κάτι τέτοια. Η πίστη σε εγκλωβίζει σε συγκεκριμένες θέσεις και εμποδίζει την κίνηση –οι νέες ιδέες δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Τα πάντα μένουν στάσιμα.

Loki: Οι τελευταίες τέσσερεις μέρες της Γης. Αν είχα πουλί θα έψαχνα καμιά γκόμενα να πηδηχτούμε. Αλλά μπορούμε να κάνουμε το αμέσως επόμενο καλύτερο πράγμα.
Bartleby: Δηλαδή;
Loki: Ας σκοτώσουμε ανθρώπους.
[Η γριά δίπλα στον Loki ταράζεται και χύνει τον καφέ της]
Loki: [στη γριά] Ω, όχι, όχι εσένα κυρά μου.

Serendipity: Άσε τους καθολικούς να καταστρέψουν κάθε μορφή ύπαρξης.

Serendipity: Είμαι υπεύθυνη για τις 19 από τις 20 πιο πετυχημένες ταινίες όλων των εποχών.
Bethany: 19;
Serendipity: Ναι –εκείνη με το πιτσιρίκι που μένει μόνο στο σπίτι και προσπαθούν να μπουν μέσα διαρρήκτες τη θυμάσαι; Δεν είχα καμιά σχέση με εκείνη την ταινία. Κάποιοι πούλησαν την ψυχή τους στον Σατανά για να κάνει επιτυχία αυτό το σκατόπραγμα.

Serendipity: Διάβασε τη Βίβλο κάποτε. Οι γυναίκες παρουσιάζονται σαν μεγαλύτεροι εχθροί από τους Αιγύπτιους και τους Ρωμαίους. Κάτι βρωμάει σε όλο αυτό.

Metatron: Όποιος δεν είναι ήδη νεκρός ή δεν ήρθε από άλλη διάσταση καλά θα κάνει να καλύψει τα αυτιά του τώρα αμέσως!



DOGMA

Randal Graves: Οι άνθρωποι υπαγορεύουν στους εαυτούς τους την ίδια τους τη συμπεριφορά.

Dante Hicks: Θεωρητικά –όταν οι άνθρωποι βλέπουν χρήματα στο ταμείο και δεν υπάρχει κανένας τριγύρω, πιστεύουν πως παρακολουθούνται.
Veronica: Τιμιότητα λόγω παράνοιας.

Πελάτης: Όμορφη γάτα. Πως τη λένε;
Randal Graves: Ενοχλητικό πελάτη.



Dante Hicks: Είμαι κολλημένος σε αυτή την τρύπα, δουλεύω για λιγότερα από όσα βγάζει ένας σκλάβος, σπαταλάω τη μέρα του ρεπό μου, τα ρολά δεν ανοίγουν, έχω μαζέψει πίσω από το μαγαζί κάθε καργιόλη που κυκλοφορεί στον πλανήτη, βρωμάω βερνίκι παπουτσιών, η πρώην κοπέλα μου έπαθε κρίση κατατονίας αφού γάμησε έναν πεθαμένο και η τωρινή φιλενάδα μου έχει κάνει πίπες σε 36 διαφορετικά άτομα.
Randal Graves: 37.

Dante Hicks: Πήρα πρόστιμο από δικιά σου βλακεία, πλακώθηκες με τους πελάτες μου κι έπρεπε εγώ να διορθώσω την κατάσταση, μας πέταξαν έξω από μια κηδεία επειδή εσύ ασέβησες προς το πτώμα και κυρίως –κατέστρεψες τη σχέση μου. Εννοώ, τι έχεις ακόμα στο πρόγραμμά σου; Μήπως σκοπεύεις να βιάσεις παρά φύση τη μητέρα μου όσο θα ρίχνεις ζάχαρη στο ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου μου;



Randal Graves: Θα το ξεπεράσει το ότι πήδηξε έναν πεθαμένο. Τι διάολο –η μάνα μου πηδάει έναν πεθαμένο τριάντα χρόνια τώρα –κι εγώ τον λέω Μπαμπά.

Dante Hicks: Κανονικά δεν θα έπρεπε να είμαι καν εδώ σήμερα.



CLERKS

Hooper: Πάντα κάποιο λευκό αγόρι θα επικαλεστείτε στην άγια τριλογία. Πάρτε το χαμπάρι –αυτές οι ταινίες αναφέρονται αποκλειστικά στο πως ο λευκός άνθρωπος κρατάει τα αδέλφια μου υποταγμένα, ακόμα και σε έναν μακρινό γαλαξία, μακριά από εδώ. Για τσεκάρετε καλύτερα αυτά τα σκατά –έχετε ένα βλαχαδερό τον Luke Skywalker, αυτό το αγόρι που έχει δραπετεύσει από αφίσες των Ναζί, με τα ξανθά μαλλιά και τα μπλε μάτια. Και απέναντι έχετε τον Darth Vader, τον πιο μαύρο αδελφό του Γαλαξία, ένα Νούβιο θεό!
Banky Edwards: Τι είναι ο Νούβιος;
Hooper: Για βγάλτε το σκασμό εκεί κάτω! Ο Vader λοιπόν, είναι ένας πνευματικός αδελφός, ξέρετε τώρα, έχει τη Δύναμη και όλα τα άλλα σκατά εκεί κάτω. Και τότε, αυτός ο σπαστικός ο Skywalker, παίρνει στα χέρια του το φωτόσπαθο και αποφασίζει ότι θα κουμαντάρει όλο το γαμημένο σύμπαν –ότι θα ενώσει ολόκληρη τη φυλή των λευκών. Και πάνε να καταλάβουν την περιοχή του Vader, το Νεκρό Αστέρι. Πείτε μου, πως διάβολο λέγεται αυτό;
Banky Edwards: Διαγαλαξιακός εμφύλιος πόλεμος;
Hooper: Φυλετική κάθαρση! Θέλουν να εξοντώσουν το μαύρο στοιχείο για να κάνουν τον γαλαξία «ασφαλή» για τα λευκά παιδάκια. Και οι Jedi είναι το πιο ενοχλητικό κομμάτι! Γιατί το όμορφο μαύρο προσωπείο του Vader καταρρέει όταν βγάζει τη μάσκα και αποκαλύπτεται το ρυτιδιασμένο, απωθητικό πρόσωπο ενός λευκού άντρα! Προσπαθούν να μας πουν πως κατά βάθος, όλοι θέλουμε να είμαστε λευκοί!
Banky Edwards: Ε, λοιπόν …. δεν είναι αλήθεια αυτό;
[Ο Hooper βγάζει ένα πιστόλι και πυροβολεί τον Banky]



Banky Edwards: Εντάξει, κοίτα κάτι. Έχουμε τέσσερεις δρόμους που ενώνονται στο κέντρο. Κι εκεί, στο κέντρο υπάρχει ένα κολλαριστό, ολοκαίνουργιο εκατονταδόλαρο. Τώρα, στις τέσσερεις άκρες των δρόμων βρίσκονται τέσσερεις χαρακτήρες. Εντάξει; Με παρακολουθείς;
Holden: Μά’στα.
Banky Edwards: Ωραία. Εδώ λοιπόν έχουμε μια λεσβία που συμπαθεί τους άντρες, εύκολη να την πλησιάσεις και καθόλου πολιτικοποιημένη. Εκεί κάτω έχουμε μια σκύλα -λεσβία, που μισεί τους άνδρες, που κουβαλάει μια πλήρη ατζέντα θυμού και πολιτικοποιημένης επιθετικότητας. Από δεξιά έχουμε τον Άγιο Βασίλη και από αριστερά το Πασχαλινό λαγουδάκι. Ποιος από όλους θα φτάσει πρώτος στο εκατονταδόλαρο;
Holden: Τι προσπαθείς να αποδείξεις με αυτό;
Banky Edwards: Όχι –σοβαρά μιλάω. Αυτό είναι ένα σοβαρό τεστ. Όπως οι ερωτήσεις στα τηλεπαιχνίδια ας πούμε. Ποιος θα φτάσει πρώτος στο εκατονταδόλαρο; Η λεσβία που συμπαθεί τους άντρες, η σκύλα -λεσβία, ο Άγιος Βασίλης, ή το Πασχαλινό λαγουδάκι;
Holden: Η σκύλα –λεσβία.
Banky Edwards: Ωραία. Γιατί;
Holden: Δεν ξέρω.
Banky Edwards: Γιατί οι υπόλοιποι τρεις είναι πλάσματα της γαμημένης της φαντασίας σου!



Alyssa: Άσε με να σε ρωτήσω κάτι. Μπορούν οι άντρες να γαμηθούν μεταξύ τους;
Banky Edwards: Τι δηλαδή –ζητάς την άδειά μου;
Alyssa: Την εκτίμησή σου ζητάω.
Banky Edwards: Ναι, σίγουρα μπορούν.
Alyssa: Αλλά όχι οι γυναίκες έτσι; Άρα για σένα, το γαμήσι έχει να κάνει αποκλειστικά με τη διείσδυση. Έχεις συνηθίσει τον πιο παραδοσιακό ορισμό. Εσύ, ας πούμε, μέσα σε ένα κορίτσι, κουνιέσαι μέχρι να χύσεις –οπότε βγαίνεις χωρίς να προσέξεις καν το βαριεστημένο βλέμμα του κοριτσιού.
Banky Edwards: Για μισό λεπτό –βλέπω πάντα το βαριεστημένο τους βλέμμα!

[Σχετικά με τον καυγά του Banky και της δασκάλας θρησκευτικών του σχολείου του]
Alyssa: Πόσο άσχημο θα μπορούσε να είναι δηλαδή;
Holden: Να το θέσω ως εξής: έχεις ποτέ ακούσει καλόγρια να αποκαλεί ένα οχτάχρονο αγόρι μουνόπανο;



Silent Bob: [στον Holden, που μόλις εξομολογήθηκε το πρόβλημά του με την Alyssa] Είσαι σημαδεμένος από την Amy.
Holden: [σοκαρισμένος που ο Silent Bob έσπασε την Σιωπή του] Τι; Τι είπες;
Silent Bob: Είσαι σημαδεμένος από την Amy.
Jay: Γιατί σοκάρεσαι άνθρωπε; Ο χοντρός μπάσταρδος το κάνει αυτό συνέχεια. Νομίζει ότι, επειδή δεν μιλάει ποτέ, θα έχει τεράστια επίδραση όταν κάποτε ανοίξει το γαμημένο στόμα του …
Silent Bob: Ιησού Χριστέ, γιατί δεν βγάζεις τον σκασμό; Είσαι όλο μπλα -μπλα και σαχλαμάρες όλη την ώρα και μου προκαλείς πονοκέφαλο.
[προς τον Holden]
Silent Bob: Ήμουν σε παρόμοια φάση, σαν αυτή που μας είπες –πριν κάτι χρόνια, με μια γκόμενα που την έλεγαν Amy.
Jay: Πότε;
Silent Bob: [ενοχλημένος] Πριν κάτι χρόνια;
Silent Bob: Αλλά, τη στιγμή που το κατάλαβα ήταν ήδη αργά –αυτή είχε φύγει. Και το μόνο που μου απέμεινε ήταν μια ηλίθια αξιοπρέπεια που μετατράπηκε σε συνειδητοποίηση του λάθους μου. Αυτή ήταν η μοναδική. Το ξέρω καλά τώρα. Αλλά την έδιωξα μακριά μου. Κι έτσι περνάω πλέον τις μέρες μου σημαδεμένος από την Amy. Έτσι το ονομάζω.

Alyssa: Ξέρεις, ποτέ δεν έδωσα σημασία σε όσα μου έμαθαν, πως οι άντρες και οι γυναίκες πρέπει να είναι μαζί κι αυτό είναι το φυσιολογικό –ποτέ δεν έδωσα προσοχή σε αυτά. Δεν είμαι μαζί σου επειδή έτσι έμαθα από την οικογένεια, από την κοινωνία, επειδή αυτό έχει περάσει μέσα μου από την πρώτη μέρα της ζωής μου. Έτσι όπως είναι ο κόσμος, είναι πολύ σπάνιο να βρεις κάποιο άτομο που να σε νιώθει πραγματικά. Οι γονείς μου δεν το είχαν ποτέ αυτό. Δεν υπήρχε κανένα σχετικό παράδειγμα για μένα στον κόσμο των σχέσεων μεταξύ αντρών και γυναικών. Και το να μειώσεις τις πιθανότητες να βρεις αυτό το άτομο, αποκλείοντας όσους ανήκουν στο δικό σου φύλο μου φαινόταν ηλίθιο. Γι΄αυτό και δεν το έκανα ποτέ. Αλλά τότε ήρθες εσύ. Εσύ που συγκέντρωνες τις λιγότερες πιθανότητες να μου αρέσεις. Εννοώ, εσύ ήσουν άντρας..
Holden: Κι ακόμα είμαι.
Alyssa: Και όσο σε ερωτευόμουν ξεπερνούσα κατά πολύ τα όριά μου γιατί ακριβώς ήσουν άντρας. Μέχρι που θυμήθηκα γιατί άνοιξα την πόρτα μου στις γυναίκες από την αρχή. Για να μην περιορίσω την πιθανότητα να βρω εκείνο το μοναδικό πρόσωπο που θα με κάλυπτε ολοκληρωτικά. Έτσι λοιπόν φτάσαμε εδώ. Ένιωθα τόσο ολοκληρωμένη όσο σε γνώριζα. Και ένιωθα δικαιωμένη στην αγκαλιά σου γιατί έφτασα εκεί με τους δικούς μου όρους και όντας σίγουρη πως δεν υπήρχε μέρος που δεν είχα ψάξει γι΄αυτό. Για μένα, αυτό κάνει όλη τη διαφορά.



Banky Edwards: Πρέπει να πάρω κάτι μαζί μου.
[Βγάζει έναν πάκο τσόντες]
Holden: Για όνομα του Θεού! Ποιος είσαι, ο γαμημένος Larry Flynt; Τι πρόκειται να κάνεις με όλα αυτά;
Banky Edwards: Θα διαβάσω τα άρθρα. Εσύ τι νομίζεις ότι θα κάνω; Είναι περιοδικά για να τραβάς μαλακία βλάκα!
Holden: Αυτά είναι πάνω από τριάντα περιοδικά! Και θα λείψουμε μόνο για δυο μέρες!
Banky Edwards: Η ποικιλία είναι το αλατοπίπερο της ζωής. Κι εμένα μου αρέσει να έχω πολλές επιλογές. Μερικές φορές έχω διάθεση να δω πρόστυχα κοντινά, μερικές φορές μου αρέσουν οι καλλιτεχνικές φωτογραφίες. Μερικές φορές μου αρέσουν τα νυχτερινά πολυπληθή συμπλέγματα και άλλες φορές μου αρέσουν δυο κορίτσια μαζί. Μερικές φορές ένα παθιασμένο γράμμα μπορεί να έχει αποτέλεσμα και μερικές φορές –όχι συχνά, αλλά μερικές φορές –μου αρέσει η ιδέα μιας γκόμενας με ένα άλογο.

Hooper: Πρέπει να προωθώ μια συγκεκριμένη εικόνα για να πουλήσω το βιβλίο μου. Εννοώ –θα αγόραζε το αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο που παρουσιάζει τον ωμή μαύρη οργή αν ήξεραν πως το βιβλίο ήταν γραμμένο από … ξέρεις …
Banky Edwards: Από μια αδελφή;
Hooper: Όταν το λες ακούγεται τόσο σέξυ!.
[φιλάει τον Banky]

Hooper: Αγάπη μου, μην αρχίζεις αυτά τις μαλακίες του στυλ «όλοι για έναν», σε μένα. Γιατί εγώ πρέπει να τα καταφέρω όντας μειονότητα, μέσα στη μειονότητα μιας μειονότητας και κανένας δεν θα καλύψει τον δικό μου κώλο.

Alyssa: Όσο οι περισσότεροι άνθρωποι υποστηρίζουν τους γηπεδούχους εγώ φωνάζω υπέρ των φιλοξενούμενων. Είμαι φανατική υποστηρίκτρια των φιλοξενούμενων. Ειδικά αυτών που φτιάχνουν καφέ το πρωί, πριν σηκωθούν και φύγουν!



Holden: Σε χρησιμοποίησαν!
Alyssa: Όχι! Εγώ τους χρησιμοποίησα! Νομίζεις πως θα το άφηνα να συμβεί αν δεν το ήθελα; Έτσι πιστεύεις; Ήμουν ένα κορίτσι με εμπειρίες –για όνομα του Θεού! Ίσως εσύ να τα ήξερες όλα από την αρχή, αλλά εμένα δεν μου έδωσαν κάποιο γαμημένο χάρτη όταν γεννήθηκα! Έτσι –τα δοκίμασα όλα! Μέχρι να βρεθώ μαζί σου, γιατί τότε κατάλαβα πως μαζί σου έπρεπε να μείνω!

Silent Bob: [στον Holden] Έτσι λοιπόν υπάρχω εγώ και μια Amy, και είμαστε αχώριστοι εντάξει; Μιλάμε για μεγάλο έρωτα. Και τότε, μετά από τέσσερεις μήνες σχέσης, τη ρωτάω για τον πρώην φίλο της. Ηλίθια κίνηση, το ξέρω, αλλά καταλαβαίνεις πως είναι –δεν θέλεις να ξέρεις στην πραγματικότητα, αλλά πρέπει να μάθεις … αντρικές μαλακίες. Τέλος πάντων, αρχίζει να μου λέει γι΄αυτόν –πως έβγαιναν για χρόνια, πως περνούσαν μαζί, ότι η μητέρα της με συμπαθεί περισσότερο, μπλα, μπλα και είμαι εντάξει. Αλλά τότε μου λέει, πως μερικές φορές, αυτός έφερνε άλλους ανθρώπους στο κρεβάτι μαζί τους ménage a trois, έτσι το λένε νομίζω. Τότε, ανατινάζεται το μυαλό μου. Εννοώ, δεν έχω συνηθίσει τέτοια πράγματα –ανατράφηκα σαν κανονικός Καθολικός.
Jay: Άγιε Σκατοκέφαλε!
[Ο Silent Bob τον χτυπάει. Ο Jay σηκώνει τη γροθιά του για να ανταποδώσει]
Silent Bob: Ασχολήσου με τίποτα άλλο.
Silent Bob: [στον Holden] Έτσι, έχω φρικάρει και αρχίζω να της τα χώνω –εντάξει; Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να το χειριστώ -της λέω πως είναι τσούλα, της λέω πως την χρησιμοποίησαν –εννοώ πως είμαι εκεί έξω έτοιμος να χύσω αίμα, θέλω να την πληγώσω, γιατί δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ αυτό που νιώθω. Και τη ρωτάω συνέχεια «τι στο διάολο πάει στραβά με σένα;» και αυτή μου λέει πως έγινε τότε, παλιά, σε ένα άλλο μέρος και δεν έκανε κάτι κακό για να πρέπει να απολογηθεί. Οπότε της λέω ότι τελειώσαμε και φεύγω.
Jay: Σωστή ξήγα!
Silent Bob: Όχι ηλίθιε. Έκανα λάθος. Δεν ήμουν αηδιασμένος μαζί της, απλά ήμουν φοβισμένος. Γιατί εκείνη τη στιγμή ένιωσα μικρός –ένιωσα πως μου έλειπαν οι εμπειρίες, ένιωσα πως ποτέ δεν θα έφτανα στο επίπεδό της, ότι ποτέ δεν θα μπορούσα να την καλύψω –κάτι τέτοιο. Κι αυτό που δεν κατάλαβα ήταν πως εκείνη δεν την ένοιαζε. Δεν έψαχνε για αυτόν τον τύπο πια. Έψαχνε για μένα, για τον Bob. Αλλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως ήταν ήδη αργά –καταλαβαίνεις; Γιατί αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής μου κι εγώ την είχα διώξει …
[Ο Silent Bob ανάβει τσιγάρο]
Silent Bob: Έτσι περνάω τις μέρες μετά από αυτό, σημαδεμένος από την Amy...
[τραβάει μια ρουφηξιά καπνού]
Silent Bob: Έτσι το ονομάζω.


CHASING AMY

"Παίζει πουθενά κάποια καλή ταινία;"

Eddie Mars: Βολικό να είναι ανοιχτή η πόρτα κι έτσι να μην χρειάζεσαι κλειδί –σωστά;
Philip Marlowe: Ναι, πολύ βολικό. Αλήθεια, εσύ πως και έτυχε να έχεις κλειδί;
Eddie Mars: Νομίζεις πως αυτό είναι δουλειά σου;
Philip Marlowe: Θα μπορούσα να το κάνω δουλειά μου.
Eddie Mars: Κι εγώ θα μπορούσα να κάνω τη δίκη σου δουλειά δική μου.
Philip Marlowe: Μπα, δεν θα σου άρεσε. Τα λεφτά που βγάζω είναι πολύ λίγα.



Marlowe: Προσπάθησε να καθίσει στα γόνατά μου όσο εγώ ήμουν όρθιος.

Vivian: Πήγες πολύ μακριά Marlowe.
Philip Marlowe: Αυτές είναι πολύ σκληρές κουβέντες για να τις πετάς σε έναν άντρα, ειδικά όταν αυτός βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά σου.



THE BIG SLEEP

Johhny Farrell: Δεν σε πειράζει που είσαι παντρεμένη;
Gilda: Αυτό που θέλω να μάθω είναι πόσο πειράζει εσένα.



Ballin Mundson: Να δείχνεις στα καλύτερά σου κούκλα μου. Όλο το καζίνο θα έχει τα μάτια του πάνω σου.
Gilda: Δείχνω στα καλύτερά μου Ballin. Και χρειάζομαι όλον τον πληρωμένο θαυμασμό που μπορείς να μου εξασφαλίσεις. Οπότε –χαίρομαι που σας γνωρίζω κύριε Farrell.
Ballin Mundson: Το όνομά του είναι Johnny, Gilda.
Gilda: Α, λυπάμαι πολύ. Είναι πολύ δύσκολο να θυμάσαι ένα όνομα σαν το Johnny και πολύ εύκολο να το ξεχάσεις.
Gilda: Johnny. Βλέπεις; Το είπα. Θα σας δω αργότερα κύριε Farrell.

Gilda: Σε ενδιαφέρει να μάθεις πόσο πολύ σε μισώ Johhny;
Johnny Farrell: Πάρα πολύ.
Gilda: Σε μισώ τόσο, που θα κατέστρεφα ακόμα και τον εαυτό μου για να καταστρέψω κι εσένα μαζί.


GILDA

Mildred: Ενάντια σε τι επαναστατείς Johnny;
Johnny: Εσύ τι έχεις πρόχειρο;




Chino: Σε αγαπάω Johnny. Κοίταζα σε κάθε χαντάκι από το Fresno μέχρι εδώ ελπίζοντας να σε βρω πεθαμένο εκεί μέσα.

Kathie Bleeker: Ακόμα παλεύεις έτσι δεν είναι Johnny; Πάντα παλεύεις. Γιατί μισείς όλον τον κόσμο;

Johnny: Κανένας δεν μου λέει τι να κάνω. Συνέχισε να μου κολλάς κι άμα γουστάρω, θα περάσω μέσα από τους δικούς σου –κι εσύ δεν θα καταλάβεις ποτέ τι σε χτύπησε.


THE WILD ONE

Sid: Πως γράφεται το «διακοπές»;
John: Σ-Κ-Α-Τ-Α.

Nancy: Ποτέ δεν θα γίνω σαν τη Barbie. Η Barbie δεν έχει μελανιές παντού.



Nancy: Σιχαίνομαι τη γαμημένη τη ζωή μου.
Sid: Είναι απλά μια δύσκολη στιγμή. Τα πράγματα θα γίνουν πολύ καλύτερα όταν πάμε στην Αμερική, στο υπόσχομαι.
Nancy: Είμαστε στην Αμερική! Είμαστε εδώ μια βδομάδα! Η Νέα Υόρκη είναι στην Αμερική ρε γαμημένε!

Malcolm: Πως θα σου φαινόταν να επιτηρείς τον Sidney μας για κανένα μήνα ή δύο;
Phoebe: Με τίποτα!
Malcolm: Έλα τώρα –έχεις πολύ καλή επίδραση στο αγόρι αυτό. Γιατί όχι;
Phoebe: Μολυσματική ηπατίτιδα, απελπισμένη φιλενάδα, ναρκωτικά;
Malcolm: Τα αγόρια θα είναι πάντα αγόρια.


SID AND NANCY

Johnny: Μη με λες Elvis! Αν δεν μπορείς να πεις το κανονικό μου όνομα γιατί δεν δοκιμάζεις το «Carl Perkins, Jr.» ή κάτι παρόμοιο; Εννοώ –εγώ δεν σας φωνάζω «Sam and Dave» σωστά;
Dave: Για μισό λεπτό! Εμένα όμως με λένε Dave!



Mitzuko: Jun, γιατί βγάζεις μόνο φωτογραφίες από τα δωμάτια που μένουμε και ποτέ από ότι βλέπουμε εκεί έξω όταν ταξιδεύουμε;
Jun: Γιατί αυτά τα άλλα πράγματα μένουν στη μνήμη μου. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων και τα αεροδρόμια είναι αυτά που πάντα ξεχνάω.

Εφημεριδοπώλης: Τι θα θέλατε;
Luisa: Θέλω να αγοράσω αυτή την εφημερίδα.
Εφημεριδοπώλης: Τότε θα πρέπει να αγοράσετε κι αυτή εδώ επίσης. Τον Tri –State Defender.
Luisa: Όχι, ευχαριστώ. Νομίζω πως χρειάζομαι μόνο αυτή.
Εφημεριδοπώλης: Λοιπόν, ξέρετε –χρειάζεστε μονάχα ένα πόδι για να τριγυρνάτε, αν μόνο αυτό έχετε. Αλλά σίγουρα βοηθάει πολύ περισσότερο να έχετε δύο –έτσι δεν είναι;
Luisa: Εεε, χμ, ναι. Δώστε μου και την άλλη εφημερίδα λοιπόν.
Εφημεριδοπώλης: Τι θα λέγατε για μερικά περιοδικά επίσης;


MYSTERY TRAIN

Jack Lucas: Τι θα είχε ο Βασιλιάς Αρθούρος χωρίς την Γκουίνεβιρ;
Parry: Έναν ευτυχισμένο γάμο ίσως;
Jack Lucas: Λοιπόν, αυτό ήταν ένα … ένα κακό παράδειγμα.



Anne Napolitano: Δεν πιστεύω πως ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωση. Γιατί οι μεγαλύτερες μαλακίες γίνονται από άντρες. Όχι, πιστεύω πως ο άντρας έγινε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Διαβόλου. Και οι γυναίκες φτιάχτηκαν να μοιάζουν στο Θεό. Γιατί στην τελική ανάλυση, οι γυναίκες γεννάνε μωρά, πράγμα που μοιάζει με τη δημιουργία. Κι αυτό εξηγεί το γεγονός ότι οι γυναίκες έλκονται από τους άντρες …γιατί, ας το παραδεχτούμε … ο Διάβολος είναι κολασμένα πιο ενδιαφέρων! Πίστεψέ με, έχω κοιμηθεί με πολλούς άγιους στις μέρες μου, ξέρω για τι πράγμα μιλάω. Το όλο θέμα είναι, λοιπόν, πως η ζωή είναι για να παντρεύονται οι άντρες με τις γυναίκες … έτσι ο Θεός κι ο Διάβολος ενώνονται και τα καταφέρνουν μαζί. Δεν εννοώ πως πρέπει να παντρευτούμε οι δυο μας –ο Θεός να φυλάξει!

Anne Napolitano: Δεν είχες πει ότι αυτό που σου αρέσει στη σχέση μας είναι πως δεν χρειάζεται να σκεφτόμαστε; Ότι μπορούμε απλά να είμαστε εδώ, ο ένας για τον άλλον;
Jack Lucas: Οι αυτοκτονικοί παρανοϊκοί λένε τα πάντα προκειμένου να πηδήξουν.


THE FISHER KING

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2007

"Κάθε άντρας σκοτώνει αυτό που αγαπάει"

Έφτασε στην πόλη ένα λασπερό απόγευμα. Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο βούτηξε μέχρι το γόνατο σε μια λακκούβα –βλαστήμησε από μέσα του και σκεπάστηκε με το μπουφάν για να προστατευτεί από τη βροχή. Στις μικρές πόλεις, σαν αυτή, δεν φτιάχνουν δρόμους, απλά μπαλώνουν την άσφαλτο. Κι αυτή ξερνάει τα μπαλώματα στην πρώτη ψιχάλα –γνωστά πράγματα.
Πίσω του έσπρωχνε κάποια ιδρωμένη χοντρή που βιαζόταν να χωθεί σε ένα αγροτικό. Έκανε στην άκρη αλλά δεν γλίτωσε τις αγκωνιές. Έδωσε τόπο στην οργή και άνοιξε το βήμα του.
«Παίζει κανένα ξενοδοχείο εδώ κοντά;» ρώτησε τον συνοδηγό του λεωφορείου που αγωνιζόταν να ξεσφηνώσει κάτι βαλίτσες.
«Πρώτο στενό δεξιά», μάλλον σ΄αυτόν μιλούσε ο συνοδηγός.
Πέρασε γρήγορα τον δρόμο και χώθηκε κάτω από ένα υπόστεγο. «Πρώτο στενό δεξιά, ναι, αλλά πόσο μακριά είναι;» αναρωτήθηκε. «Είκοσι μέτρα, διακόσια μέτρα, δυο χιλιόμετρα;» Δεν ήξερε ακόμα την πόλη, δεν είχε καταλάβει πόσο μικρή ήταν.
Αυτή η πόλη ζούσε από το λιμάνι της. Υπήρχαν κάποια καράβια που πήγαιναν στα νησιά απέναντι, κάθε καλοκαίρι. Κάτι νταλίκες που περίμεναν να φορτωθούν για ανεφοδιασμό, χειμώνα –καλοκαίρι. Και οι κάτοικοι, σαν ψείρες γαντζωμένοι στους περαστικούς –καφέδες, σάντουιτς, τοστ και δωμάτια για μια νύχτα. Μέχρι να έρθει το επόμενο καράβι. Παλιά ψάρευαν και ζούσαν από το κομπόδεμα των βουνίσιων, αλλά τώρα κόπηκαν αυτά. Γιατί μια εποχή πέρασε ένας τυχαίος πρωθυπουργός από τα μέρη τους και ξέχεσε τους λιμενικούς που άφηναν το ψάρεμα ανεξέλεγκτο –μάνιασαν αυτοί και όποτε άκουγαν δυναμίτη έβγαιναν περιπολίες με τα ταχύπλοα -πάει το ψάρεμα. Έπιασε κάποια φωτιά, δυο χρόνια στη σειρά –πάνε και τα χωράφια των βουνίσιων.
Έστριψε βιαστικός στη γωνία και είδε την ταμπέλα, «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΟ ΚΥΜΑ», δύο στα τρία φώτα καμένα. Μπήκε μέσα με το καμπανάκι της πόρτας να τον αναγγέλλει. Στενός διάδρομος, από αυτούς που δεν χωράνε οι βαλίτσες να περάσουν, τέσσερα σκαλιά μέχρι τη ρεσεψιόν. Το μέρος βρώμαγε φασολάδα ανακατεμένη με μούχλα –περίμενε υπομονετικά μέχρι να εμφανιστεί κάποιος υπάλληλος. Και περίμενε.
Το κεφάλι ενός γέρου παρουσιάστηκε στο άνοιγμα μιας μικρής πόρτας, μετά βγήκε ολόκληρος έξω, κουμπώνοντας το παντελόνι του. Από ένστικτο έστησε αυτί μήπως ακούσει κάποιο καζανάκι να τρέχει πίσω από την πόρτα –δεν έπαιζε και κανένα ρόλο σε τελική ανάλυση.
«Καλησπέρα, τι θα θέλατε;»
«Δωμάτιο. Έχετε;»
Ο γέρος τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. Μάλλον έψαχνε να βρει αν ήταν αλλοδαπός.
«Για πόσες μέρες το θέλετε;»
«Μια δυο μέρες».
Ο γέρος χαμογέλασε. Άσχημο χαμόγελο. Κι αυτός αποφάσισε πως με τίποτα δεν ήθελε να μείνει εκεί.
«50 ευρώ τη μέρα».
«Εντάξει»
«Χωρίς πρωινό».
«Ότι πεις».
Ο γέρος μετάνιωσε εμφανώς που δεν είχε δώσει ψηλότερη τιμή, αλλά ήταν πλέον αργά. Ξεκρέμασε ένα κλειδί και τον έστειλε στον πρώτο όροφο. Μετά βιάστηκε να ξαναχωθεί πίσω από τη μικρή πόρτα. Δεν ήταν τουαλέτα τελικά –κάποια τηλεόραση ακουγόταν από εκεί μέσα, καθώς αυτός περίμενε το ασανσέρ.
Οι τοίχοι ήταν μέσα στη μούχλα και τα λιγοστά έπιπλα σκεβρωμένα, μέσα στο δωμάτιο. Πέταξε την τσάντα με τα λιγοστά ρούχα –«μόνο τόσα θα πάρεις;», «τι να τα κάνω τα περισσότερα; για λίγες μέρες πάω» -και κάθισε στο κρεβάτι. Ένιωθε ψόφιος από κούραση, δεν ήθελε ούτε μπάνιο να κάνει, αλλά ήταν νωρίς –καλύτερα να μην κοιμόταν από τώρα. Θα ξυπνούσε στη μέση της νύχτας για να παραστήσει τον βρικόλακα. Άνοιξε τηλεόραση.
«Ουάου! Παίζεις για 15 χιλιάδες ευρώ στον επόμενο γύρο!», είπε το κουτί.
«Ο άντρας μου είναι παθολογικά τσιγκούνης», έγραψε το κουτί.
«Περνάμε σε μια άλλη είδηση που αφορά τους χαμηλοσυνταξιούχους», πληροφόρησε το κουτί.
«Δε κινγκ ιζ ντέντ, λονγκ λιβ δε κινγκ!», κόμπασε το κουτί.
Ακούμπησε το κεφάλι στο ξύλο του κρεβατιού και άπλωσε τα πόδια πάνω από τη στρωμένη κουβέρτα. Τι ήρθε να κάνει σε αυτό τον κωλότοπο; Ότι κι αν ήταν έπρεπε να γίνει γρήγορα. Σιχάθηκε αυτή την πόλη πριν κατέβει καν από το λεωφορείο -από τη στιγμή που την είδε να χαμογελάει ξεδοντιάρικα, απλωμένη στην παραλία. Και η παραλία, βαλτωμένα νερά, πράσινα, γεμάτα σκουπίδια. Είχε κάπου διαβάσει πως χρειάστηκε να κάνουν τεχνητή εκβάθυνση για το λιμάνι –σκατόπολη, πλαστική, φτιασιδωμένη και μίζερη.
Δεν θα το έκανε εκείνο το μπάνιο τελικά, προτίμησε να αλλάξει τα μουσκεμένα ρούχα και να βγει έξω. Η βροχή είχε σταματήσει, ίσως να έπινε κάποιο καφέ Κούμπωσε το μπουφάν και κατέβηκε από τις σκάλες.
«Όλα εντάξει;» τον ρώτησε ο ξενοδόχος.
«Μια χαρά», απάντησε χωρίς να τον κοιτάξει. Δίπλα στην είσοδο του ξενοδοχείου υπήρχε περίπτερο, αγόρασε δυο εφημερίδες –η μια ήταν τοπική, του νομού –και πλατσούρισε για μια ακόμα φορά στις λάσπες.
Η καφετέρια συγκέντρωνε όλες τις προϋποθέσεις για να την προσπεράσει κανείς χωρίς δεύτερη σκέψη –άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Τσιγάρο και καμένη ζάχαρη, κάθισε σε ένα τραπέζι με πλάτη στον τοίχο. Παράγγειλε νες σκέτο και προσπάθησε να αφοσιωθεί στις εφημερίδες –ήταν δύσκολο γιατί η τηλεόραση έπαιζε ακριβώς απέναντί του όσο κάποιοι πελάτες τσακώνονταν πάνω από μια τράπουλα.
Ξεφύλλισε την τοπική εφημερίδα μέχρι να βρει τις καταχωρίσεις καταστημάτων από την περιοχή. «Βιολογικά προϊόντα», δεν του πήρε πολύ να βρει ποιο μαγαζί τα πούλαγε στη συγκεκριμένη πόλη. Προσπάθησε να απομνημονεύσει τη διεύθυνση, αλλά ήταν αδύνατο –μόνο η επωνυμία από το μαγαζί του έμεινε μαζί με τον προσδιορισμό «Εμπόριο φρούτων και λαχανικών». «Μανάβικο», συμπέρανε. Ο άνθρωπος από το διπλανό τραπέζι τον σκούντησε γέρνοντας προς το μέρος του.
«Πατριώτη να σε κεράσουμε ένα ουζάκι;»
«Όχι ευχαριστώ», τραβήχτηκε λίγο για να αποφύγει την επαφή.
«Γιατί ρε πατριώτη δε μας καταδέχεσαι; Πρωτευουσιάνος;»
Γύρισε για να τον δει καλύτερα. Λεπτό μουστάκι και μεγάλη κοιλιά –πήγαινε στοίχημα πως θα βρωμοκοπούσε ούζο ανακατεμένο με κρεμμύδι. Φαινόταν στα γυαλιστερά του μάτια.
«Δεν κάνω κέφι για ούζο και δεν κάνω κέφι για κουβέντα, εντάξει;»
Ο άλλος μαζεύτηκε. Μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στα δόντια του κι αυτός προτίμησε να μην το ακούσει γιατί θα έμπλεκε σε φασαρίες. Άνοιξε την επόμενη εφημερίδα και πέρασε στα γρήγορα τις πρώτες σελίδες. Ήθελε να διαβάσει τα διεθνή νέα, ο άνθρωπος από το διπλανό τραπέζι σηκώθηκε.
«Καληνύχτα πατριώτη», του είπε γελαστός κι εξαφανίστηκε πριν πάρει απάντηση.
Παράγγειλε τοστ μαζί με μπύρα μετά τον καφέ, στην εφημερίδα είχε τελειώσει τις σελίδες των αθλητικών και το πακέτο του ξέμενε από τσιγάρα. Ευχήθηκε να ήταν ακόμα ανοιχτό το περίπτερο, ψάχνοντας το γκαρσόνι για τον λογαριασμό.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα ο μπάτσος. Χαιρέτησε τις παρέες που κάθονταν κοντά στην πόρτα και ήρθε κατευθείαν προς το τραπέζι του. Ήταν ένας σαραντάρης μπάτσος που έχανε εμφανώς τη φόρμα του.
«Χαίρετε, μπορώ να δω την ταυτότητά σας παρακαλώ;»
Του την έδωσε χωρίς να μιλήσει. Έτσι κι αλλιώς το πορτοφόλι του ήταν ήδη πάνω στο τραπέζι, για να πληρώσει.
«Ιωάννης Ναυπλιώτης, του Αντρέα», διάβασε από συνήθεια ο μπάτσος. «Τι σας φέρνει από τα μέρη μας κύριε Ναυπλιώτη;»
«Είναι παράνομο να επισκέπτεται κάποιος τα μέρη σας;»
Ο μπάτσος γέλασε παίρνοντας ένα από τα τελευταία του τσιγάρα.
«Μπορώ ε;» τον ρώτησε εκ των υστέρων. «Το έχω κόψει ξέρετε και …», άναψε απολαμβάνοντας την πρώτη τζούρα. «Δεν είναι παράνομο να επισκέπτεται κάποιος την πόλη μας κύριε Ναυπλιώτη. Αλλά δεν είναι και κακό να ενδιαφερόμαστε για τις προθέσεις του –τι λέτε;»
Κοίταζε τον μπάτσο αμίλητος. Έτοιμος να νευριάσει. Κι ο μπάτσος ακούμπησε ξαφνικά το μέτωπό του.
«Με τον Δημήτρη το Ναυπλιώτη έχετε καμιά σχέση;»
«Είναι αδερφός μου», είπε εκείνος σιγά –περισσότερο απολογητικά από όσο θα ήθελε.
«Ε γιατί δεν το λέγατε λοιπόν από την αρχή; Ο κύριος Ναυπλιώτης είναι γνωστός σε όλη την πόλη. Και εκτιμούμε τη δουλειά του, έχει δώσει καινούργιες προοπτικές …», ο μπάτσος σταμάτησε λίγο να σκεφτεί αλλά δεν βρήκε τίποτα της προκοπής να προσθέσει. «Προοπτικές», επανέλαβε.
«Θέλετε κάτι άλλο;» τον έκοψε αυτός.
«Όχι, τίποτα άλλο. Απλά καπνίζουμε ένα τσιγάρο για να γνωριστούμε καλύτερα».
«Δε νομίζω. Λέω να πηγαίνω», σηκώθηκε αφήνοντας κάποια χρήματα στο τραπέζι. Θα έφευγε αν ο μπάτσος δεν του κρατούσε το χέρι.
«Κύριε Ναυπλιώτη, ήθελα να σας πω. Φέρεστε κάπως εριστικά κι αυτό δεν είναι τόσο συνηθισμένο στην πόλη μας. Θα σας παρακαλούσα να δείχνετε μεγαλύτερη προθυμία στη σύναψη … κοινωνικών επαφών … καταλαβαίνετε έτσι;»
Έσκυψε προς τον μπάτσο.
«Δεν μου είπατε το δικό σας όνομα».
«Παπαζήσης. Υπαστυνόμος Παπαζήσης.»
«Ακούστε λοιπόν κύριε Παπαζήση. Δεν θέλω πολλά πάρε -δώσε με τον κόσμο. Ούτε της πόλης σας, ούτε γενικότερα. Είναι δικαίωμά μου αυτό –σωστά; Αντί λοιπόν να μου κάνετε υποδείξεις, περιοριστείτε στο να κάνετε τη δουλειά σας. Κι αν είναι να αποκτήσω ποτέ τραβήγματα με το νόμο θα σας έχω υπόψη μου».
«Το ελπίζω κύριε Ναυπλιώτη. Ελπίζω επίσης να επωφεληθείτε από τη σχετική πείρα του αδερφού σας –έγινα σαφής;»
Τράβηξε το χέρι του και βγήκε φουριόζος. Ή αυτό, ή θα τον πλάκωνε στο ξύλο τον βρωμόμπατσο. Έφτυσε στο πεζοδρόμιο –δεν είχε πάνω από δυο ώρες στην πόλη αλλά τον έδειχναν ήδη με το δάχτυλο. Σε λίγο θα τον έβγαζαν πρωτοσέλιδο στην τοπική εφημερίδα αν συνεχιζόταν έτσι η κατάσταση. Και το περίπτερο ήταν κλειστό. Κλώτσησε μια πέτρα, τη σήκωσε στον αέρα και την παρατήρησε καθώς έκανε γκελ στον σκουπιδοτενεκέ. «Άσχημα αρχίσαμε».
Το σκοτεινό δωμάτιο χαμογέλασε σαν βάτραχος σε βάλτο καθώς τον υποδεχόταν. Άνοιξε γρήγορα τα φώτα για να οικειοποιηθεί τον χώρο και έπεσε με τα μούτρα στα μαξιλάρια. «Τι κάνουμε μέχρι να ξημερώσει;»
Είχε έρθει να συναντήσει τον αδερφό του, είχε έρθει να βρει τον αδερφό του μετά από δέκα χρόνια περίπου, είχε έρθει να γνωρίσει τον αδερφό του. Γιατί εκείνος ήταν μεγαλύτερος, δεν τον πέτυχε ποτέ στο Γυμνάσιο, ούτε στο Λύκειο. Μετά, ο αδερφός του έφυγε για Λατινική Αμερική –ποτέ δεν έμαθε με τι καταπιάστηκε τα εφτά χρόνια που έλειπε. Και όταν γύρισε, άφραγκος … καλύτερα να καθόταν εκεί, στο Καράκας, στο Πόρτο Αλέγκρε, όπου διάβολο ήταν. Καλύτερα να έμενε εκεί κι ας χάρηκε όταν τον είδε.
Γύρισε στο πλευρό του γιατί άρχισε να πιάνεται –μάζεψε ότι δύναμη είχε και έβγαλε τα ρούχα, πλύθηκε στην ξεχαρβαλωμένη ντουζιέρα πριν βολευτεί σε υγρά σεντόνια. Υπερένταση. Άνοιξε τηλεόραση πάλι. «Είσαι σίγουρος πως θέλεις να τον δεις;» είχε ρωτήσει εκείνη. «Ποτέ δεν θα είμαι», είχε κουμπώσει την τσάντα του αυτός. «Μήπως να το άφηνες για αργότερα;» «Το αργότερα έχει περάσει προ πολλού». Δεν την φίλησε στην εξώπορτα –είχε ήδη μετανιώσει για το ταξίδι και βιαζόταν να προλάβει το λεωφορείο. Αποκοιμήθηκε μπρούμυτα, ανήσυχα.
Την ίδια στιγμή, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, ο Δημήτρης Ναυπλιώτης ίδρωνε και ξεφυσούσε προσπαθώντας να ικανοποιήσει την αδύνατη Ρουμάνα. Εκείνη φρόντιζε κυρίως να μην της βγει η κατάμαυρη στιλπνή περούκα κι έκανε υπομονή. Τριάντα χρόνια διαφορά ήταν αυτά –πως να γίνει δηλαδή;
Και το επόμενο πρωί ξεκίνησε γεμάτο ήλιο που ίδρωνε τα τζάμια των καταστημάτων, αλλά δεν στέγνωνε τις λάσπες από τις λακκούβες. Η πλατεία άδειαζε από μεροκαματιάρηδες Βουλγάρους που σκαρφάλωναν στις καρότσες αγροτικών για ένα μεροκάματο της συφοράς. Αυτός τους χάζευε πηγαίνοντας για το «Εμπόριο φρούτων και λαχανικών, διαθέτουμε και βιολογικά προϊόντα». Τελικά η πόλη δεν ήταν μικρή, μάλλον ανύπαρκτη θα την έλεγες. Σπίτια σε αδιέξοδα στενά και αυτοκίνητα παρκαρισμένα στον κεντρικό δρόμο. Η πλήρης ακινησία.
Ο μανάβης έλυνε κάποιο σταυρόλεξο, βρίσκοντας χρόνο να τσακωθεί με τη γυναίκα του στο ταμείο. Στραβομουτσούνιασαν και οι δύο όταν τον είδαν –δεν είχαν όρεξη να διακόψουν τις ασχολίες τους εξυπηρετώντας τον.
«Καλημέρα. Ήθελα να ρωτήσω … έχετε βιολογικά προϊόντα;»
«Έχουμε», είπε η γυναίκα κοιτάζοντας τα νύχια της.
Ο μανάβης έδειξε κάποιον πάγκο με τον αγκώνα του.
Πλησίασε και άρχισε να περιεργάζεται αδιάφορα κάποιες ντομάτες. Έψαχνε κάτι σαν αυτοκόλλητο, ονομασία προέλευσης … Ο μανάβης τον πλησίασε.
«Τι τις θέλεις αυτές; Μέσα στα παράσιτα είναι, βιολογικές σου λέει! Ρε, ξέρεις τι κυκλοφορεί στην περιοχή; Τα πάντα μολυσμένα –άμα δε ρίξεις φάρμακο πας χαμένος».
Συγκράτησε την επιθυμία του να τον φτύσει επειδή χρειαζόταν πληροφορίες.
«Ποιος τις βγάζει αυτές;»
«Ένας … εδώ πιο έξω. Καλός άνθρωπος, δεν το λέω γι΄αυτό …»
«Που είναι το πιο έξω;»
«Τέσσερα χιλιόμετρα πάνω στο βουνό. Πάει δρόμος μέχρι εκεί –καλός δρόμος. Είναι ένα χτήμα με ταμπέλα απέξω, δεν το χάνεις».
«Ταμπέλα;»
«Βιολογικά προϊόντα».
«Σωστά»
Η γυναίκα του μανάβη σηκώθηκε από το ταμείο για να χωθεί στην κουβέντα.
«Και τι τον θέλεις του λόγου σου τον κυρ Δημήτρη;»
«Να του πω πόσο πολύ διαφημίζετε τα προϊόντα του», απάντησε χωρίς να την κοιτάξει και έφυγε αφήνοντας τον μανάβη με τη ντομάτα στο χέρι.
Στην πλατεία βρήκε ένα αστραφτερό μερσεντές ταξί. Ο οδηγός μισοκοιμόταν ακούγοντας κλαρίνα, ακουμπισμένος στο τιμόνι.
«Θα με πας μέχρι το βουνό;» είπε σκύβοντας στο παράθυρο.
«Που ακριβώς;»
«Σ΄ένα κτήμα –τέσσερα χιλιόμετρα από εδώ».
«Με τη λάσπη που έχει μαζέψει ο δρόμος; Δεν βρίσκεις κανέναν άλλο ρε πατριώτη;»
«Βλέπεις εσύ κανέναν άλλο εδώ γύρω;»
Ο ταξιτζής έβγαλε χαζά το κεφάλι από το παράθυρο, όσο αυτός καθόταν στη διπλανή του θέση.
«Τώρα δηλαδή …», έξυσε το κεφάλι ο ταξιτζής.
«Τώρα λέω να ξεκινάμε μήπως φτάσουμε κιόλας», είπε αυτός.
Η μερσεντές ξεκίνησε λιγότερο απρόθυμα από τον οδηγό της. «Μεγάλωσες εσύ ρε σκατό! Έχεις ακόμα το γκρουπάκι; Γιατί σας έφερα κάτι φλογέρες και κάποια κρουστά». «Ναι, το έχουμε αλλά δεν ξέρουμε να παίζουμε φλογέρα». «Μην ανησυχείς, θα σας δείξω εγώ». Τον είχε χτυπήσει στην πλάτη όλο οικειότητα και μετά τον είχε ξεχάσει για να χαιρετήσει τους υπόλοιπους που περίμεναν στο αεροδρόμιο. «Τι έχεις; Μέρες τώρα είσαι σκεφτικός». «Δεν είμαι σκεφτικός. Αναποφάσιστος είμαι». «Για …» «Ναι, για …» «Τότε πήγαινε να τον δεις να τελειώνει η ιστορία». «Μπορεί και να πάω –που ξέρεις;»
Οι αναρτήσεις βούλιαζαν στα χαντάκια του δρόμου –μια ακόμα άσφαλτος με βουναλάκια, περισσότερα βουναλάκια παρά άσφαλτος. Και σκασμένα κομμάτια με χώμα λασπωμένο. Ο ταξιτζής βλαστημούσε μέσα από τα δόντια του –όχι πολύ δυνατά πάντως. Ένιωθε κάποιο φόβο για τον περίεργο δίπλα του, από τη στιγμή που προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα κι αυτός τον έκοψε με ένα «κοίτα μπροστά σου, δεν έχω όρεξη να βρεθούμε σε καμιά χαράδρα».
«Εκεί είναι, μετά τη δημοσιά», έδειξε ο ταξιτζής και δεν είπε ούτε ένα ευχαριστώ καθώς εκείνος τον πλήρωνε έξτρα. Μόνο βιάστηκε να κάνει αναστροφή για να εξαφανιστεί αφήνοντάς τον διακόσια μέτρα από την ταμπέλα.
Κι αυτός βγήκε από το δρόμο, βολεύτηκε σε μια πέτρα ανάβοντας τσιγάρο –κοίταζε χωρίς να πλησιάζει. Τι σκατά γύρευε εδώ πέρα; Ποιος ο λόγος; Μήπως κλείνουν ποτέ αυτές οι ιστορίες; «Δε γαμιέται!» μουρμούρισε όσο σηκωνόταν.
Πέρασε δίπλα από την ταμπέλα πριν του ορμίσει ο σκύλος, ένα καχεκτικό κανελί μπαστάρδι που γαντζώθηκε από το μπατζάκι του. Σταμάτησε και το κοίταξε γελώντας. Ήταν χαζό το σκυλί, τραβούσε το ύφασμα ενώ θα μπορούσε να δαγκώσει τη γάμπα ή το καλάμι. Ένας ξανθός με φόρμες-απομίμηση ήρθε τρέχοντας.
«Έλα ΄δω Μπιλ», φώναζε στον κοπρίτη. «Συγνώμη κύριος, δεν δαγκώνει. Είναι που δε σε ξέρει …», είπε σε αυτόν.
«Δεν τρέχει τίποτα, μόνο πάρτο γιατί αν μου σκίσει το παντελόνι θα το σουτάρω στις λεύκες απέναντι», είπε σιγανά στον ξανθό.
«Τι θα θέλατε;» θυμήθηκε να ρωτήσει εκείνος, ενώ έδιωχνε το σκυλί.
«Τον Δημήτρη», δεν το ήθελε αλλά κόμπιασε προφέροντας το όνομα.
«Το αφεντικό; Τι τον θες;»
«Δικιά μου δουλειά. Θα με πας ή θα του πεις να έρθει εδώ;»
«Περίμενε», είπε ο ξανθός ενώ ήδη απομακρυνόταν. Το κτήμα είχε μια μονοκατοικία, μπορεί και μεζονέτα, στη μέση και χωράφι σπαρμένο γύρω –γύρω. Πίσω από το σπίτι με το ζόρι διακρίνονταν κάποια θερμοκήπια.
Έμεινε να χαζεύει τη μεγάλη έκταση περιμένοντας. Και ελπίζοντας πως ο αδερφός του δεν θα ερχόταν ποτέ. Αλλά τον είδε να βγαίνει από το σπίτι –ερχόταν προς το μέρος του μαζί με τον ξανθό.
Γέρασε και πάχυνε. Έτσι όπως τον έβλεπε να πλησιάζει με βρώμικο, φαρδύ τζιν και στρατιωτικό αμπέχονο, του θύμισε κάτι γέρους ζητιάνους της πλατείας. Αξιολύπητος μάλλον.
Κι εκείνος, μόλις είδε ποιος τον περίμενε, βιάστηκε να διώξει τον ξανθό. Αμέσως μετά μέτρησε το βήμα του για να πάρει τον χρόνο που χρειαζόταν μέχρι τη συνάντηση.
«Μεγάλωσες εσύ ρε σκατό!» είπε όταν τον έφτασε –ξεκίνησε να ανοίγει τα χέρια του, αλλά τα άφησε να πέσουν αμήχανα.
«Μας το ξανάπες αυτό ρε Δημήτρη», απάντησε ο άλλος χολωμένος.
Έμειναν εκεί να κοιτάζονται –αβέβαιοι, έκθετοι.
«Έλα μέσα Γιαννάκη, έλα να σε τρατάρουμε κάτι αφού έκανες τόσο δρόμο», του είπε ο Δημήτρης, γυρίζοντας την πλάτη πριν ο άλλος προλάβει να φέρει αντιρρήσεις.
Τρεις οικογένειες Βουλγάρων ζούσαν στο ισόγειο του σπιτιού. Μόνο οι γονείς δούλευαν στο κτήμα –τα μεγαλύτερα παιδιά έκαναν δουλειές του σπιτιού. Ο Γιάννης τους χάζευε να τριγυρνάνε καθώς ακολουθούσε τον αδερφό του στην βεράντα του πρώτου ορόφου. Μια πιτσιρίκα έψησε καφέδες και τους σέρβιρε δίπλα σε μουστοκούλουρα.
«Από δικό μας μούστο», είπε ο Δημήτρης δαγκώνοντας.
«Έχεις βολευτεί μια χαρά εδώ», μουρμούρισε ο Γιάννης.
«Κάποτε έπρεπε να γίνει κι αυτό», απάντησε ο αδερφός του. «Εσύ πως τα πας;»
«Κανονικά. Γύρισα στο πατρικό από τότε που πέθανε η μάνα …»
«Μόνος;»
«Όχι. Είμαι με …», σταμάτησε –γιατί θα έπρεπε να του δώσει αναφορά;
«Δεν ήρθες ούτε μια φορά στη φυλακή να με δεις», μίλησε σιγά ο Δημήτρης.
«Γιατί θα έπρεπε; Ήταν γυναίκα μου ρε …», έσκυψε το κεφάλι για να συγκρατηθεί.
«Ήταν σκέτη καταστροφή ρε Γιάννη».
«Και με γλίτωσες πηδώντας την;» σήκωσε το κεφάλι αλλά δεν βρήκε τα μάτια του αδερφού του.
«Δεν είχα να διαλέξω. Ούτε τότε, ούτε μετά. Αυτή …», σώπασε το σκυμμένο κεφάλι.
«Ναι, αυτή», συμφώνησε νευρικά ο Γιάννης.

Την είχε γνωρίσει όταν οι μπάτσοι έκλεισαν τα μπαράκια στα Εξάρχεια. Πρόσφυγες των νυχτερινών διαδρομών, βρέθηκαν πίσω στις συνοικίες τους ψάχνοντας για καινούργια στέκια. Αυτή ερχόταν πάντα μόνη, δεν την είχε πετύχει στο σχολείο, ήταν πέντε χρόνια μικρότερή του. Αστέρι της συνοικίας, εντυπωσιακές κουβέντες, η παρέα των προσφύγων γελούσε –«φιγούρα πουλάει η γκομενίτσα» -βετεράνοι των Εξαρχείων που είχαν προλάβει να τα δουν όλα. Κι αυτός γελούσε, αλλά τη γούσταρε.
Είχαν νοικιάσει ένα χώρο πάνω από την καφετέρια του Μπιλ του Χοντρού για να κάνουν πρόβες, ανέβαιναν μετά τις μπύρες κουβαλώντας μαζί τους πιτσιρικάδες έτοιμους να εντυπωσιαστούν. Αυτή το έπαιζε δύσκολη. Αυτοί σκύλιαζαν πίσω από το πολύπειρο υφάκι. «Μας το παίζει ντίβα η πιτσιρίκα».
Βρέθηκαν αγκαλιασμένοι να μπαλαμουτιάζονται στη μέση ενός μνημειώδους μεθυσιού δίπλα στις φωτιές της παραλίας. Κάποιοι γρατζουνούσαν ηλεκτρικές κιθάρες χωρίς καλώδιο, άλλοι ούρλιαζαν στο φεγγάρι …
«Θέλω να ζήσω όσα έζησες, ακόμα και μέσα από σένα», του είχε πει τινάζοντας τα κατάμαυρα στιλπνά μαλλιά από τα μάτια της.
«Σιγά την εμπειρία! Μιζέρια και απογοήτευση», είχε απαντήσει εκείνος, κουρελής πρίγκιπας της πλατείας με κάποια αξιοθρήνητη αποστασιοποίηση για ασπίδα.
Από εκείνη τη στιγμή έμειναν κολλημένοι, ο ένας με τον άλλο, μετά από μαθήματα και δουλειές –πάνω από το σπίτι των γονιών του, στο δωματιάκι που είχε χτίσει για να βρει την ησυχία του.
Οι γονείς της ήταν καργιόληδες που βιάζονταν να την ξεφορτωθούν –όταν έμαθαν για τη σχέση τους απαίτησαν γάμο. Κι αυτός ήθελε να την έχει όσο τίποτα άλλο -έτσι έκανε το δωματιάκι σπίτι, τριάρι, και την παντρεύτηκε.
Όταν ήρθε ο Δημήτρης δεν είχαν κλείσει ούτε χρόνο παντρεμένοι. Εγκαταστάθηκε στο ισόγειο, με τους γονείς μέχρι να δει για πού θα ξαναφύγει. Κι ο Γιάννης ήθελε να τον πλησιάσει, να τον ρωτήσει να (τον) μάθει, αλλά δεν ήξερε πως.


«Έπρεπε να μην υπάρχει. Ήταν ή αυτή ή εμείς –δεν το είχες καταλάβει;» βρήκε την αυτοκυριαρχία του ο Δημήτρης.
«Δεν θα ήταν πρόβλημα αν σηκωνόσουν κι έφευγες. Αν αδιαφορούσες, αν ενδιαφερόσουν για μένα στην τελική!».
«Το πρόβλημα υπήρχε γιατί αυτή ήταν το πρόβλημα ρε Γιάννη. Ακόμα δεν άνοιξες τα μάτια σου;»

Την είχε πρωτοδεί όταν βγήκε από την αίθουσα αφίξεων. Είχε έρθει να τον υποδεχτεί μαζί με όλη την οικογένεια. Όμορφη κοπέλα, εντυπωσιακή, αλλά αυτού δεν του είχε κάνει εντύπωση. Η γυναίκα του αδερφού του –«κοίτα να δεις που παντρεύτηκε ο πιτσιρικάς!» Μετά την ένιωθε πίσω του, να ακούει ακουμπισμένη στην πόρτα όσο αυτός έλεγε ιστορίες από περίεργα μέρη στους γέρους του. Τους έλεγε για τους κροκόδειλους που δεν δαγκώνουν, για παραλίες που τυφλωνόσουν αν δεν φορούσες μαύρα γυαλιά από την αντανάκλαση του ήλιου στην άμμο, για τροπικές καταιγίδες, διαπεραστικές μέχρι σώβρακο. Κι αυτή άκουγε με προσοχή –κι εκείνος τη μύριζε πίσω του. Ένα πρωί ξέμειναν οι δυο τους στο διώροφο. Την είδε στο μπαλκόνι να απλώνει ρούχα και την κάλεσε για καφέ.
«Μίλα μου για το ταξίδι σου. Θέλω να ζήσω όσα έζησες, ακόμα και μέσα από σένα», του είχε πει τινάζοντας τα κατάμαυρα στιλπνά μαλλιά από τα μάτια της.
«Σιγά το ταξίδι! Πάρε τον Γιάννη και πηγαίνετε όποτε θέλετε», είχε απαντήσει εκείνος, απογοητευμένος ναυαγός που τον περιμάζεψαν -με κάποια αξιοσημείωτη απέχθεια για το παρελθόν και το μέλλον.
Αλλά της είχε μιλήσει. Για όλα εκτός από την Πάιτα. Μέχρι που αυτή ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο του και έκλεισε τα μάτια. Κι εκείνος έκλεισε τα δικά του μάτια, αναπνέοντας τον αέρα της.


«Δεν ήθελα να τα ανοίξω ρε! Ούτε να μου τα ανοίξεις με το ζόρι ήθελα! Που θα μας βγεις τώρα και ήρωας –μαλάκα!» χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι ο Γιάννης.
Η ξανθιά αδύνατη κοπέλα εμφανίστηκε από την κουζίνα διστακτικά.
«Δημήτρη, θα μείνει ο κύριος για φαγητό το μεσημέρι;»
Ο Δημήτρης στράφηκε κάνοντάς της νόημα να πλησιάσει.
«Γιάννη, η Ελεάνα. Από δω ο αδερφός μου ο Γιάννης. Με την Ελεάνα είμαστε … αρραβωνιασμένοι»
Χάρηκαν αμφότεροι και παγωμένοι. Η γυναίκα απολογήθηκε που δεν είχαν κάτι ιδιαίτερο για φαγητό, σήμερα που ήρθε ο αδερφός κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα.
«Τι είναι αυτή ρε μαλάκα;» έσκυψε προς το μέρος του Δημήτρη ο Γιάννης.
«Δεν άκουσες; Η αρραβωνιαστικιά μου»
«Ποια αρραβωνιαστικιά σου ρε; Εδώ της ρίχνεις τριάντα χρόνια και βάλε! Αποβλακώθηκες;»
«Γιατί το λες;» γέλασε ο Δημήτρης.
«Τι γιατί ρε γαμώτο; Αυτή είναι εδώ για να σου τρώει φράγκα! Τι νομίζεις πως σε ερωτεύτηκε; Κορόιδο σε πιάνει ρε!»
Ο Δημήτρης ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
«Τι κόπανος που είσαι! Εγώ την έχω δικιά μου για ψίχουλα –ένα πιάτο φαγητό, κάτι ρούχα, άντε και κάποιες βόλτες στο σκυλάδικο της πόλης. Για ξανασκέψου το –ποιος πιάνει κορόιδο ποιόν;»
«Είσαι γουρούνι τελικά –αυτό καταλαβαίνω εγώ!» απόρησε κατακόκκινος ο Γιάννης.
«…Ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών», του είπε γελώντας ο Δημήτρης.
Ο άλλος πετάχτηκε στον αέρα.
«Φεύγω».
«Κάτσε. Μείνε να φάμε, είχα τόσα χρόνια να σε δω», τον έπιασε από τους ώμους ο Δημήτρης.
Κάθισε. Σε ένα τραπέζι σκέτη χίππικη διαφήμιση αγνού ελαιόλαδου, παρέα με τους εργάτες του κτήματος και την Ελεάνα. Μίλησαν για βιολογικά προϊόντα και για ελέγχους από πληρωμένους γεωπόνους, για την τελευταία βροχή, για το ωραίο κρασί, για μυρωδάτα ραπανάκια. Μίλησαν. Και μετά τον καφέ, ο Δημήτρης τον πήρε για ξενάγηση στο κτήμα.
Περπατούσαν μέσα από λασπωμένα μονοπάτια αλλά ο Γιάννης αδιαφορούσε πλήρως για τα σπαράγγια, τις μελιτζάνες κι ένα γουρούνι που έπαιζε δίπλα σε κάτι κατσίκια. Η ζωή δίπλα στη φύση δεν ήταν του γούστου του. Ακούμπησαν σε μια γέρικη ελιά για να καπνίσουν.
«Αυτή η Ελεάνα …»
«Ναι;» ρώτησε ο Δημήτρης πριν του περάσει τον αναπτήρα.
«Μοιάζει …»
«Μην το πεις».
«Εγώ όχι. Εσύ δεν πρέπει να μου πεις κάτι; Καιρός δεν είναι;»
Ο Δημήτρης βολεύτηκε σε μια πέτρα καπνίζοντας. Ο Γιάννης κάθισε σε κάποιο κούτσουρο, ξεραμένο από τον ήλιο.
«Νήσος Πάιτα. Έχεις ακουστά; Δεν έχεις –είσαι μικρός εσύ. Είναι ένα κωλονήσι στο πουθενά. Και ήταν εκείνη η ταινία με τον Μπόγκαρτ που είχε πρόβλημα χοντρό, τον κατηγορούσαν για ένα φόνο που δεν έκανε. Την κοπάνησε για την Πάιτα, για να γλιτώσει, και έπινε τα εξωτικά ποτά του μέχρι να έρθει η Λορίν –έτσι είχε η ιστορία. Εγώ έκαψα έναν Ζητά. Είχαν αποθρασυνθεί οι κερατάδες –μας έπαιρναν τα κλειδιά από τις μηχανές στα φανάρια και μας σάπιζαν στο ξύλο για πλάκα. Στη διαδήλωση είχα κατέβει πεζός με την υπόλοιπη παρέα. Ο καργιόλης έκανε φιγούρες μπροστά από τις διμοιρίες –του πέταξα το μπουκάλι κι έσκασε πάνω στο ρεζερβουάρ. Θυμάσαι;»
Θυμόταν. Πήγαινε Γυμνάσιο τότε, αλλά είχε γίνει σάλος. «Σκατά, σκατά στον τάφο του Ζητά», γελάγανε οι πιτσιρικάδες κρυφά στην αυλή. Κούνησε το κεφάλι για να συνεχίσει ο Δημήτρης.
«Πιάσανε κάποιους που ήταν κοντά και τους τάραξαν στο ξύλο. Έδωσαν την περιγραφή μου, κάποιος είπε για τα μέρη που σύχναζα. Μου δώσανε τις οικονομίες τους οι γέροι μας κι έφυγα αεράτος για τη νήσο Πάιτα σαν τον Μπόγκαρτ. Μόνο που δεν θα ερχόταν καμιά γκόμενα για να με βρει, κατά τα άλλα … Με λιώσανε στο κωλονήσι. Τραβήχτηκα με κάτι άγριους που ντηλάρανε στο Μεξικό κι από εκεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάθε δυο μήνες με βουτάγανε –πήγα στις καλύτερες φυλακές, Βολιβία, Χιλή, Αργεντινή, Μεξικό, Κολομβία, Βενεζουέλα. Πλήρωναν οι άγριοι και έβγαινα. Ντήλαρα και με ξανάπιαναν. Βαρέθηκα –δεν υπήρχε μέλλον, ούτε φράγκα. Γύρισα πίσω».
Είχε μείνει να τον κοιτάζει μπερδεμένος. Από μικρός τον θαύμαζε όσο ακριβώς τον μισούσε. Τον ζήλευε όσο ακριβώς μαϊμούδιζε τα φερσίματα του. Κι όταν …
«Δεν μου είπες ακόμα αυτό που ήρθα ν΄ακούσω», συνήλθε γρήγορα ο Γιάννης.
«Αυτό πήγαινα να σου πω. Γι΄αυτό ο πρόλογος με το νησί και το τι έγινε. Έμαθα κάποια πράγματα εκεί πέρα. Έμαθα ότι ο άντρας πρέπει να φυλάει τους δικούς του ανθρώπους. Πρέπει να τους γλιτώνει από κακοτοπιές για να τον γλιτώσουν αύριο, με τη σειρά τους. Κι ο άντρας πρέπει να είναι δυνατός, για να επιβιώνει ακόμα και μόνος του –κατάλαβες; Τι κάνει αδύναμο έναν άντρα; Αυτό ο άντρας το σκοτώνει για να σώσει τη ζωή του και τη ζωή των δικών του. Η αγάπη κάνει αδύναμο τον άντρα κι ο άντρας σκοτώνει ότι αγαπάει. Εκείνη η γυναίκα …»
«Σκάσε ρε! Παρανοϊκές κουβέντες, δικαιολογίες για φονιάδες. Τη σκότωσες ρε πούστη κι αντί να σαπίσεις στη φυλακή είσαι εδώ –με μια πουτάνα που της μοιάζει και γλεντάς τη ζωή σου! Για δείξε μου τι αντρίκιο υπάρχει σε όλα αυτά!»
Ο Δημήτρης πέταξε το τσιγάρο μακριά πριν σηκωθεί. Χαμογελώντας, ήρεμος, ξαλαφρωμένος.
«Και ποιος είσαι να μου μιλάς ρε Γιαννάκη; Όταν φτιάχναμε το παραμύθι με το κυνηγετικό όπλο που μου έπεσε από τα χέρια κι εκπυρσοκρότησε, που ήσουν ρε αδερφέ; Γιατί δε βγήκες να πεις στο δικαστήριο ότι τη σημάδευα και μόνο ατύχημα δεν ήταν; Γιατί δεν με έχωσες για πάντα εκ προμελέτης παρά με άφησες να βγω εξ αμελείας; Πες μου ρε Γιάννη –που ήταν η μαγκιά σου τότε;»
Τα χέρια του ασπρίζουν στις κλειδώσεις, θα ήθελε να αρπάξει τον λαιμό του Δημήτρη και να τον αφήσει χωρίς ανάσα κάτω από την ελιά. Είναι κι εύκολο γιατί αυτός του έχει γυρίσει την πλάτη, ακουμπάει στο δέντρο για να σταματήσει το τρέμουλο στους ώμους του.
«Γιατί με άφησες έξω ρε μαλάκα, να την ψάχνω; Μέσα στη φυλακή ξέχασα πως είναι να ακουμπάς το κορμί γυναίκας, ξέχασα και τη δική της αίσθηση. Εκεί ήμουνα καλά, εδώ έξω ήταν το μαρτύριο».
Τον άφησε πεσμένο στο κορμό της ελιάς, να παίζει κρυφτό με το φάντασμά της. Κρατημένο από το δέντρο όπως τα πιτσιρίκια –«ντούκα προ», «ο κυνηγός του κυνηγού δεν κυνηγάει». Κατέβηκε μέχρι την πόλη περπατώντας, με τα σκυλιά να τον έχουν πάρει στο κατόπι.
Ο ξενοδόχος έλειπε από τη ρεσεψιόν όταν μπήκε και το δωμάτιό του ήταν φιλόξενο σαν τάφος. Σωριάστηκε. «Δεν έπρεπε να μοιραστείς μαζί μου αυτή την ιστορία». «Ήθελα να κάνω μια καινούργια αρχή». «Γι΄αυτό δεν έπρεπε. Τώρα θα είναι συνέχεια ανάμεσά μας». «Όχι για πολύ. Θα πάω να τον βρω να το ξεκαθαρίσω». «Δεν μιλάω γι΄αυτόν. Εκείνη θα είναι συνέχεια ανάμεσά μας».Κοιμήθηκε βλέποντας ένα δίκαννο να ξερνάει σκάγια στο πρόσωπό του.
Το επόμενο πρωί ξύπνησε από τη φασαρία. Ένα συνεχόμενο χτύπημα, ενοχλητικό –του πήρε λίγο χρόνο μέχρι να καταλάβει ότι χτυπάνε την πόρτα. Σηκώθηκε μισότυφλος από τον ύπνο για να βρει τον υπαστυνόμο Παπαζήση με την κολλαριστή στολή του πίσω από την πόρτα. Στον διάδρομο στεκόνταν ένας ακόμα μπάτσος.
«Συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας, αλλά θα πρέπει να κάνουμε έρευνα στο δωμάτιό σας», είπε χαμογελαστός ο υπαστυνόμος.
Παραμέρισε άφωνος. Ο μπάτσος του διαδρόμου μπούκαρε και άρχισε να ανακατεύει τα πάντα. Ζήτησε συγνώμη και πήγε για κατούρημα –«με ανοιχτή πόρτα» όπως τον παρακάλεσε ευγενικά ο υπαστυνόμος. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και βουλεύτηκε σε μια πολυθρόνα αφήνοντας το κρεβάτι για τον μπάτσο.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε.
«Ελπίζω τίποτα σοβαρό κύριε Ναυπλιώτη. Ελπίζω να είναι απλά μια έρευνα ρουτίνας», είπε ο υπαστυνόμος.
«Μπορώ να μάθω τι ψάχνετε;»
«Ναρκωτικά κύριε Ναυπλιώτη. Χασίς, μαριχουάνα υποθέτω –ίσως και ηρωίνη».
«Σκοπεύετε να μου τα φυτέψετε;»
Ο υπαστυνόμος ξεκαρδίστηκε.
«Όχι κύριέ μου. Για ποιο λόγο άλλωστε; Απλά έγινε μια σύλληψη χτες και επειδή σχετίζεστε …»
«Δηλαδή;»
«Ο αδερφός σας. Απ΄ότι φαίνεται καλλιεργούσε χασίς στο κτήμα του. Έγινε έφοδος και συνελήφθη».
Άναψε τσιγάρο για να σκεφτεί. Τι μαλακίες ήταν αυτές; Έμεινε να παρακολουθεί τους μπάτσους που αναποδογύριζαν συρτάρια.
«Φαίνεται πως δεν υπάρχει τίποτα παράνομο εδώ, αλλά δεν έχουμε τελειώσει ακόμα κύριε Ναυπλιώτη. Θα σας παρακαλούσα να μου δώσετε κάποια στοιχεία επικοινωνίας και να μην προσπαθήσετε να βγείτε εκτός Ελλάδος για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα».
Κούνησε το κεφάλι, δίνοντας τα στοιχεία του πατρικού του σπιτιού. Ο δεύτερος μπάτσος ήταν ήδη στην πόρτα.
«Κύριε …»
«Υπαστυνόμος Παπαζήσης»
«Τέλος πάντων. Μπορείτε να καθίσετε λίγο;»
Ο υπαστυνόμος έκανε νόημα στον άλλο μπάτσο να φύγει και βολεύτηκε στο κρεβάτι. Ο Γιάννης κέρασε τσιγάρο.
«Τι ακριβώς έγινε με τον αδερφό μου;»
«Υπήρξε κάποια καταγγελία που έπρεπε να ερευνήσουμε. Κάποιος ευαισθητοποιημένος πολίτης, καταλαβαίνετε …»
«Για τι ποινή μιλάμε;»
«Εξαρτάται. Μπορεί και δέκα χρόνια, ίσως λιγότερο …»
«Εσείς τον ξέρατε τον αδερφό μου;»
«Φυσικά. Σας το είπα και χτες, ο κύριος Ναυπλιώτης ήταν αξιόλογο μέλος της κοινωνίας μας. Υπήρχε βέβαια και εκείνη η παλιά καταδίκη … τα ξέρετε αυτά … αλλά ήταν ατύχημα -σωστά; Φρόντισα να μην διαδοθεί αυτή η ιστορία στην πόλη μας …»
«Μάλιστα. Και φυσικά δεν μπορείτε να μου πείτε ποιος έκανε την καταγγελία.»
«Προφανώς. Αυτό όμως που μπορώ να σας πω είναι πως ο αδερφός σας ανακουφίστηκε από την σύλληψή του. Η παρανομία είναι πολύ επώδυνη κατάσταση, αγχωτική …»
«Στα σοβαρά μου τα λέτε αυτά;»
«Απολύτως κύριε Ναυπλιώτη. Απλά, δεν χρειάζεται να μένετε στην κυριολεξία της άποψής μου. Αν το δείτε ποιο ανοιχτά, θα καταλάβετε πως έχω δίκιο. Επώδυνη κατάσταση, σε βαθμό που η φυλάκιση λειτουργεί ανακουφιστικά μερικές φορές … Ναι πηγαίνω τώρα, αντίο σας».
Κοίταζε την κλειστή πόρτα για το επόμενο δεκάλεπτο. Μόνος στο δωμάτιο, χωρίς καφέ αλλά δεν τον πείραζε κι αυτό ήταν περίεργο γιατί αν δεν έπινε καφέ αμέσως μόλις άνοιγε τα μάτια του, είχε πονοκέφαλο για όλη την υπόλοιπη μέρα. Συνήθως.
Σκέφτηκε να περάσει από το αστυνομικό τμήμα –ακόμα εκεί θα είχαν τον Δημήτρη. Ετοιμάστηκε κιόλας, πλύθηκε, ξυρίστηκε αλλά όταν βγήκε στο δρόμο, κατάλαβε πως του ήταν αδύνατο να τον συναντήσει.
Περπατούσε άσκοπα γύρω από την πλατεία μέχρι που βρήκε τον χτεσινό ταξιτζή.
«Με θυμάσαι;»
«Μη μου πεις ότι θέλεις πάλι …»
Μπήκε χωρίς δεύτερη κουβέντα στο διπλανό κάθισμα.
«Γαμώ τη γκαντεμιά μου μέσα!» έβρισε ο ταξιτζής καθώς ξεκινούσε τη μερσεντές.
Η ζωή στο κτήμα έμοιαζε να συνεχίζεται κανονικά –αν όμως πρόσεχες καλύτερα, θα έβλεπες ότι οι εργάτες κυκλοφορούσαν άσκοπα, γύρω από τα θερμοκήπια. Το σκυλί δεν τον γαύγισε αυτή τη φορά. Ο Βούλγαρος τον περίμενε στηριγμένος σε μια τσάπα.
«Έκαναν πολλές ζημιές;» ρώτησε πριν καν τον χαιρετήσει.
«Όχι. Ήξεραν που να πάνε. Πήραν τα δεντράκια και … και έφυγαν».
«Πάμε στο σπίτι να μιλήσουμε».
Το ισόγειο ήταν αμήχανο –γυναίκες που άπλωναν ρούχα μιλούσαν ψιθυριστά. Ανέβηκαν στον πρώτο όροφο.
«Πες μου τι έγινε».
«’Ηρθαν και έπιασαν τον κυρ Δημήτρη.»
«Ποιος τον κάρφωσε;»
Ο Βούλγαρος γέλασε απλώνοντας τα πόδια του στο χαλί.
«Αδερφός του κυρ Δημήτρη δεν είσαι; Δεν σου έχει πει;»
Ο Γιάννης κούνησε το κεφάλι αρνητικά αλλά το μετάνιωσε αμέσως.
«Λέγε μου εσύ».
«Η πόλη δε μας ήθελε από την αρχή. Δουλεύαμε στα χωράφια για ψίχουλα κι αν λέγαμε κουβέντα έφερναν την αστυνομία και μας έστελναν πίσω. Μέχρι που ήρθε ο κυρ Δημήτρης –μας μάζεψε, μας φρόντισε, παράπονο κανένα. Οι άνθρωποι εδώ δεν ήθελαν τον κυρ Δημήτρη. Επειδή ήταν αλλιώτικος, επειδή μας φρόντισε –οι άνθρωποι εδώ δεν θέλουν ξένους. Ήξεραν τι κάναμε και θα μας κάρφωναν χίλιες φορές αλλά ο κυρ Δημήτρης είχε μυαλό. Έκανε επαφές με την αστυνομία και για μας, για να μην μας πειράζουν και για τα … Η αστυνομία ήξερε τι φυτεύαμε –κι άσε τους άλλους να κουρεύονται. Κανείς δεν κάρφωσε τον κυρ Δημήτρη, κατάλαβες αφεντικό;»
Σηκώθηκε, κοίταξε έξω –το κτήμα απλωνόταν γύρω από το σπίτι, βγήκε στο μπαλκόνι, είδε τη δημοσιά πέρα από την ταμπέλα, είδε την πίσω πλευρά του κτήματος –απλωνόταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι.
«Πως σε λένε;»
«Γιάννη αφεντικό»
«Είμαστε και συνονόματοι. Έχεις αυτοκίνητο Γιάννη;»
«Υπάρχει το αγροτικό που φορτώνουμε τα τελάρα να τα πάμε για πούλημα».
«Εντάξει. Θα σου δώσω λεφτά –πάρε το αυτοκίνητο και πήγαινε στην πόλη. Θα μαζέψεις τα πράγματά μου από το ξενοδοχείο και θα τα φέρεις εδώ. Κατάλαβες;»
«Ναι. Θα μείνεις εδώ αφεντικό;»
«Έτσι λέω;»
«Για πολύ;»
«Όσο χρειαστεί. Φύγε τώρα».
Ο Βούλγαρος βγήκε με μεγάλα βήματα –μάλλον χαρούμενος. Αυτός κάθισε σε μια πολυθρόνα και πήρε να χαζεύει το σπίτι. Σε λίγο βαρέθηκε -σηκώθηκε για να πάει στα πίσω δωμάτια. Ήταν μεγάλο σπίτι, τακτοποιημένο. Στην κουζίνα βρήκε την Ελεάνα.
«Γειά σου», της είπε σιγά κι αυτή απέφυγε να τον κοιτάξει.
«Λέω να μείνω εδώ», συνέχισε εκείνος.
«Είσαι αδερφός του Δημήτρη, είσαι καλοδεχούμενος», είπε η κοπέλα με σκυμμένο κεφάλι.
«Δεν είμαι μόνο αδερφός του Δημήτρη. Είμαι και το καινούργιο αφεντικό –κατάλαβες;»
Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι αμίλητη. Εκείνος κάθισε πλάι της, στο τραπέζι της κουζίνας και την κοίταξε για ώρα πολλή.
«Ίδια είσαι», είπε στο τέλος. «Μόνο τα μαλλιά …»
«Ο Δημήτρης μου έχει αγοράσει μια περούκα», ψιθύρισε σιγά η κοπέλα.
«Εντάξει τότε. Θα πάω να ξεκουραστώ λίγο –που είναι το δωμάτιό του;»
«Στο τέλος του διαδρόμου αριστερά», έδειξε ήσυχα η κοπέλα.
Άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και χάρηκε που δεν υπήρχε παράθυρο στο δωμάτιο. Ένα φως μόνο άναβε, χαμηλό, από αυτά που με το ζόρι φωτίζουν τον χώρο. Ξάπλωσε στο στρωμένο κρεβάτι και σήκωσε το τηλέφωνο που από τη συσκευή στο διπλανό κομοδίνο. Σχημάτισε έναν αριθμό.
«Ποιος είναι;»
«Εγώ»
«Τι έγινε;»
«Διάφορα. Πήρα να σου πω αντίο. Τελειώσαμε».
«Το περίμενα».
«Και γιατί δεν μου το είπες;»
«Δεν είχε σημασία. Κοίτα να προσέχεις».
«Κι εσύ».
«Γιάννη;»
«Ναι;»
«Αντίο».

Δε νοιάστηκε να ακουμπήσει το ακουστικό πάνω στη συσκευή. Αποκοιμήθηκε αφήνοντάς το πλάι του –να βουίζει στην άκρη κάποιας νεκρής γραμμής.

Υ.Γ.: Η απόδραση στη νήσο Πάιτα είναι κλεμμένη από τα "Γουρούνια στον άνεμο" του Νίκου Νικολαϊδη.

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι