Δευτέρα, Απριλίου 30, 2007

Τα Εξάρχεια κάποιου άβατου μυαλού

Περπάτησα στην πλατεία Εξαρχείων. Είχα φροντίσει, από τα πρώτα μου βήματα σε αυτό το «άβατο των αβάτων» να ξηλώσω τις ετικέτες Λακόστ, και Φρεντ Πέρυ από τα ρούχα μου, περπατούσα σιωπηλός, με σκυμμένο κεφάλι –δείχνοντας τον πρέποντα σεβασμό. Μέσα στην πλατεία συνάντησα τάγματα αναρχικών που είχαν παραταχθεί σε σφιχτές γραμμές. Αποφεύγοντάς τα, έφτασα στο κέντρο της πλατείας, όπου δεκάδες φιλόσοφοι του αντιεξουσιαστικού χώρου ανέλυαν περισπούδαστα την παθογένεια του κρατισμού. Τρομαγμένος από τις αγριεμένες φάτσες γύρω μου, άναψα ένα κερί στον βωμό του Μπακούνιν και απομακρύνθηκα, περπατώντας όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Βγήκα από το «άβατο» γεμάτος δέος –ήμουν ευτυχισμένος που ο πρίγκηπας Κροπότκιν με είχε αξιώσει να επισκεφτώ το μέρος που δεν πατήθηκε ποτέ από αρβύλα ΜΑΤατζή. Μουρμούρισα, «νυν απολύεις τον δούλον σου Τσε Γκεβάρα!» και κατέβηκα δακρυσμένος τη Στουρνάρη.

Μετά ξύπνησα. Ή, μάλλον, έκλεισα την τηλεόραση και πέταξα στα σκουπίδια την εφημερίδα που διάβαζα.


Έχει ξεκινήσει ένα ενοχλητικό γαϊτανάκι στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, το τελευταίο διάστημα –σχετικά με το «άβατο» της περιοχής των Εξαρχείων γενικότερα και της πλατείας ειδικότερα. Οργίλοι εκπρόσωποι των αστυνομικών σκίζουν τις κομματικές τους ταυτότητες μπροστά στην κάμερα, υποστηρίζοντας πως δεν τους αφήνουν να επέμβουν στην περιοχή των Εξαρχείων. Πεφωτισμένοι πολιτικοί μανιάζουν, υποστηρίζοντας πως «η αστυνομία έχει αλωθεί από ανίκανες διοικήσεις» ή πως «το άβατο των Εξαρχείων δεν δημιουργήθηκε την τελευταία τριετία –οι προηγούμενες κυβερνήσεις ευθύνονται γι΄αυτό». Ανάλογα με το κόμμα που εκπροσωπούν –έτσι;

Θεωρούσα την όλη ιστορία, μια ακόμα τερατολογία της τηλεόρασης –μέχρι να διαβάσω ένα σχετικό άρθρο στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Τότε τσαντίστηκα για τα καλά! Κι αποφάσισα να γράψω δυο κουβέντες για το «άβατο» των Εξαρχείων –όπως το θυμάμαι εγώ, στα τόσα χρόνια που επισκέπτομαι τη συγκεκριμένη περιοχή.


Κάτι σαν ιστορική αναδρομή

Τα Εξάρχεια λειτουργούσαν στη μορφή που τα πρωτογνώρισα, λόγω των Πανεπιστημιακών σχολών. Η πλατεία βρισκόταν ανάμεσα σε ιστορικές σχολές, τη Νομική, το Χημείο και τη Φιλοσοφική από τη μια πλευρά, το Πολυτεχνείο από την άλλη. Ήταν φυσικό να μαζεύονται εκεί οι φοιτητές –τις εποχές που η φοιτητική ιδιότητα σήμαινε και αντικαθεστωτική ιδεολογία. Και, όπου μαζεύονταν φοιτητές, ήταν λογικό να έρχονται άτομα –έξω από τον φοιτητικό χώρο –αλλά με παρόμοιους ιδεολογικούς προσανατολισμούς.

Οι πρώτοι έγκλειστοι του Πολυτεχνείου το ’73 ήταν άτομα της πλατείας Εξαρχείων, στην πλειοψηφία τους. Ανένταχτοι σε κόμματα –στην πλειοψηφία τους. Οι φοιτητές ήταν μειοψηφία σε αυτό το πρώτο κύμα καταληψιών του Πολυτεχνείου. Γι΄αυτό και οι παράνομες φοιτητικές –κομματικές παρατάξεις μιλούσαν για «προβοκάτορες που κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο» ή σιωπούσαν αμήχανα. Μέχρι να δουν πως η όλη κίνηση είχε προοπτικές και να μπουν με τα τσαρούχια της καπήλευσης μέσα στο ΕΜΠ. Για να συμμετάσχουν στις αναμνηστικές φωτογραφίες.

Τα Εξάρχεια λειτούργησαν σε δυο αντίθετους (αλλά αλληλοσυμπληρούμενους) άξονες κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και των πρώτων χρόνων της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ. Από τη μια συγκέντρωναν μεγάλη μερίδα αντιεξουσιαστών, αυτόνομων και εξωκοινοβουλευτικών αριστεριστών και από την άλλη εγκλώβιζαν τα συγκεκριμένα άτομα σε ένα χώρο πλήρως ελεγχόμενο και αποκομμένο από τις τοπικές κοινότητες. Γι΄αυτό τα Εξάρχεια βόλευαν τις κυβερνήσεις που ήθελαν να ασκούν αστυνομικό έλεγχο στα πιο «ανήσυχα» τμήματα της νεολαίας. Αλλά, επειδή κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις –η πλατεία Εξαρχείων δεν λειτουργούσε πάντα σαν χώρος εγκλωβισμού των «ταραξιών». Γιατί, λόγω της φήμης της, συγκέντρωνε όλο και περισσότερες ομάδες ατόμων, αποκτούσε μυθικές διαστάσεις στο μυαλό των πιτσιρικάδων και αποτελούσε πρόσφορο χώρο προάσπισης των ατομικών ελευθεριών από τα «προοδευτικά» αριστερά κόμματα –όλα αυτά δυσκόλευαν την καταστολή.

(η "αναμνησιακή" φωτογραφία ανήκει στον φίλο μου, τον Σκύλο της Βάλια Κάλντα και πάντα έψαχνα αφορμή να τη χρησιμοποιήσω)


Η πλατεία Εξαρχείων υπήρξε ανέκαθεν η μέγιστη ποντικοπαγίδα. Αρκούσαν 5 κλούβες και 2 διμοιρίες ΜΑΤατζήδων για να πνίξουν τον κόσμο σε μια κουταλιά δακρυγόνου. Πράγμα που έκανε πολλές φορές η Ελληνική Αστυνομία –όταν και όποτε ήθελε. Άλλες φορές πάλι, έκλειναν τους γύρω δρόμους και άφηναν μόνο μια δίοδο διαφυγής –οδηγούσαν έτσι τον κόσμο σε συγκεκριμένο μέρος, στη Νομική, στο Πολυτεχνείο, όπου γούσταραν. Και ο κόσμος κλεινόταν στις σχολές –προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού.

Δεν έχω εμπειρία από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης –αλλά θυμάμαι τις μεθόδους αντιμετώπισης που εφάρμοζε η αστυνομία του «σοσιαλιστικού» ΠΑΣΟΚ. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια διακυβέρνησης, το φλερτ του Αντρέα με τον χώρο των εξωκοινοβουλευτικών, προκειμένου να καπηλευτεί τις ψήφους τους. Σε αυτά τα πλαίσια, το επίσημο κράτος έδειχνε προβοκατόρικη ανοχή στον χώρο των Εξαρχείων. Είχαν βάλει κι εκείνο τον άγιο άνθρωπο, τον Νίκωνα τον Αρκουδέα, Αττικάρχη –είχε πήξει ο χώρος στον ρομαντισμό. Η αστυνομία δεν βάραγε, απλά συνόδευε. «Θέλετε να διαμαρτυρηθείτε; Βεβαίως κι εμείς να σας υποστηρίξουμε –παιδιά του λαού είμαστε όπως κι εσείς άλλωστε! Όμως, εδώ δεν έχετε άσυλο και μπορεί να σας βαρέσει κανένας αψίθυμος. Για περάστε συντεταγμένοι μέχρι το προαύλιο κάποιας σχολής να έχετε το κεφαλάκι σας ήσυχο!» Έτσι δούλευε το κόλπο για μερικά χρόνια και οι σχολές του κέντρου έκαναν μικρά διαλείμματα μεταξύ των καταλήψεων για να πάρουν οι φοιτητές κάποιο πιστοποιητικό από τις γραμματείες. Μαθήματα, σπανίως γίνονταν.

Μέχρι που άλλαξαν τα κόζια, πήραν απόφαση οι «σοσιαλιστές» πως δεν έχει άλλο ψωμί γι΄αυτούς ο εξωκοινοβουλευτικός χώρος, διοργάνωσαν στις κλαδικές τους τις μονάδες κρούσης με το κωδικό όνομα «Αγανακτισμένοι πολίτες» και άρχισε το βρωμόξυλο. Μετέφεραν τις σχολές στην απομονωμένη Πανεπιστημιούπολη, αποστράτευσαν και τον Αρκουδέα –τώρα, κουμάντο έκανε ο Δροσογιάννης.

Η περιοχή των Εξαρχείων γονάτισε από τις συνεχείς επιδρομές των ΜΑΤ. Οι αστυνομικοί πυροβόλησαν πισώπλατα τον Μιχάλη τον Καλτεζά (16 χρονών ήταν, πέταξε μολότωφ σε μια κλούβα και το έβαλε στα πόδια –αλλά οι σφαίρες ήταν, ανέκαθεν, γρηγορότερες) στο τέλος κάποια πορείας για το Πολυτεχνείο, φήμες έλεγαν για έναν ακόμα νεκρό, τα ΜΑΤ έγιναν μόνιμοι θαμώνες της πλατείας και η κυκλοφορία στους γύρω δρόμους ήταν ανέφικτη για άτομα κάτω των 40 ετών. Ξεκινούσες για καφέ και, στην καλύτερη περίπτωση, έτρωγες βρωμόξυλο. Στη μεσαία περίπτωση ξενυχτούσες, ασφαλής στην Ασφάλεια και στη χειρότερη, σου φόρτωναν ότι πρόχειρη κατηγορία κυκλοφορούσε. Σύσταση και συμμορία, αντίσταση κατά της αρχής, παρακώλυση συγκοινωνιών –ταρίφα, 6 με 8 μήνες στις αγροτικές φυλακές.

Όταν βαρέθηκαν να δέρνουν, αποφάσισαν πως η περιοχή των Εξαρχείων έπρεπε να εξαφανιστεί από τον χάρτη με την υπάρχουσα μορφή της. Στα πλαίσια της αναβάθμισης των συνθηκών ζωής στο κέντρο της πόλης βεβαίως! Έτσι έκαναν τη γνωστή «Επιχείρηση Αρετή» -πήραν τις άδειες από όλα τα μπαρ της περιοχής και μάγκωναν όποιον κυκλοφορούσε για εξακρίβωση στοιχείων. Εξάρχεια τέλος! Αναίμακτα για την κυβέρνηση, αν εξαιρέσεις κάτι φωνές του προοδευτικού χώρου που διαμαρτύρονταν για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μετά ήρθε ο Μητσοτάκης και διέλυσε τις τελευταίες εστίες αναταραχής στην περιοχή των Εξαρχειών. Πως; Απλούστατα –άφησε την αστυνομία να διευρύνει τις σχέσεις της με τον χώρο των ναρκομανών. Τα βαποράκια που κρύβονταν πίσω από τις διμοιρίες των ΜΑΤ σε κάθε φασαρία, τώρα πήραν το πάνω χέρι –ένας απέραντος πρεζότοπος έγινε η πλατεία. Δεν θυμάμαι πόσοι θάνατοι από ναρκωτικά σημειώθηκαν εκείνα τα χρόνια –θυμάμαι μόνο ότι ήταν πολλοί.

Το ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε να κυβερνήσει μετά το διάλλειμα Μητσοτάκη, παρέλαβε μια πλατεία Εξαρχείων που φιλοξενούσε μόνο διακίνηση ναρκωτικών και παράνομων cd. Τα βράδια χόρευαν περιπλανώμενοι τσιγγάνοι κάτω από το άγαλμα. Και τα μαγαζιά άνοιξαν πάλι, με καινούργιες διευθύνσεις –η πλατεία Εξαρχείων έγινε ένα μικρό Κολωνάκι. Με φτηνότερο καφέ και χειρότερη θέα. Κάπως έτσι λειτουργεί και σήμερα.


Κάτι σαν δυνάμεις κατοχής

Όποιος δεν βαριέται μπορεί να κοιτάξει σε παλιότερα ποστ μου. Το έγραφα και σε σχόλια, το έλεγε και ο Σκιές Μιλάν τη νύχτα που συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Υπάρχει κι ένα ποστάκι της Μανταλένας που αναφέρεται στην περιπέτεια που είχε, όταν κάποιοι ΜΑΤατζήδες θεώρησαν πως τους φωτογράφιζε με το κινητό. Βαριέμαι να τα κάνω λινκ όλα αυτά –ένα είναι σίγουρο πάντως:

Από τις αρχές του προηγούμενου Νοέμβρη (με αφορμή ίσως την πορεία του Πολυτεχνείου) η περιοχή των Εξαρχείων ΑΣΤΥΝΟΜΟΚΡΑΤΕΙΤΑΙ. Αν δε με πιστεύετε, ρωτήστε και τον Άδωνη Γεωργιάδη που παραπονιόταν σε όλα τα κανάλια πως έχει λίγους ΜΑΤατζήδες έξω από το βιβλιοπωλείο του στη Ζωοδόχου Πηγής. Η Ακαδημίας είναι γεμάτη κλούβες, η Σόλωνος έχει διμοιρίες σε κάθε γωνιά, η Ζωοδόχου Πηγής τα ίδια, βάλε και την κλούβα στη Χαριλάου Τρικούπη … Αυτά τα ξέρει ο deuced και αναγκάζεται ο άνθρωπος να καταστρώνει σχέδια απόδρασης κάθε φορά που κατεβαίνει στα Εξάρχεια για ποτό!

Μόνο στην πλατεία Εξαρχείων δεν υπάρχει αστυνομία –αλλά δεν υπάρχει και λόγος! Τι είναι σήμερα η πλατεία; Μην τα ξαναλέμε –κάποιες αξιοπρεπείς καφετέριες, αλλοδαποί που πουλάνε cd και dvd και, βεβαίως, ναρκομανείς. Το εμπόριο ανθεί στην πλατεία και στους γύρω πεζόδρομους –αλλά, είπαμε, δεν ασχολείται η αστυνομία με τέτοια πράγματα! Η πλατεία Εξαρχείων είναι εξίσου «άβατη» για τους αστυνομικούς, με την πλατεία Ηλιούπολης, την πλατεία Νέας Σμύρνης και την πλατεία Κολωνακίου. Αν τολμήσουν να κάνουν ντου σε τέτοιους χώρους, θα σταματήσουν οι μαγαζάτορες να πληρώνουν προμήθεια στα τοπικά αστυνομικά τμήματα –θα πεινάσει κόσμος!

Αλλά, ας υποθέσουμε, για χάρη των Μέσων, πως στην πλατεία μαζεύονται ακόμα άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου. Εγώ δεν τους έχω δει βέβαια, αλλά ας πούμε ότι συγκεντρώνονται τις μικρές ώρες της μέρας (γιατί νωρίτερα η πλατεία σφύζει από άτομα που πίνουν τον καφέ τους και δεν υπάρχει ούτε εκατοστό ελεύθερου πλακόστρωτου) για να επιτεθούν σε ανύποπτα αστυνομικά τμήματα και αθώα τζιπάκια. Πως το βλέπετε; Κάπως έτσι γίνεται; Μάλιστα.

Έγραψα παραπάνω πως η πλατεία Εξαρχείων υπήρξε ανέκαθεν η μέγιστη ποντικοπαγίδα. Το επαναλαμβάνω προς εμπέδωση. Και για να γίνω πιο κατανοητός, θα κάνω μια αντιστοιχία με ένα σύγχρονο ιστορικό γεγονός:

Ο ισχυρισμός πως «ομάδες ταραξιών εφορμούν από την πλατεία Εξαρχείων στις γύρω περιοχές για να κάνουν βανδαλισμούς» ευσταθεί ακριβώς όσο και ο ενδεχόμενος ισχυρισμός πως «οι 300, μαζί με τον Λεωνίδα, όταν οι Πέρσες έμαθαν το μυστικό πέρασμα από τον Εφιάλτη, κυκλοφορούσαν ελεύθερα, περνώντας ανάμεσα από τις γραμμές του Περσικού στρατού κι έτρωγαν κοψίδια στα Καμμένα Βούρλα». Πρέπει να είσαι ηλίθιος ή να έχεις πλήρη άγνοια της περιοχής για να υποστηρίξεις κάτι από τα παραπάνω!

Μα, δεν έχουν επιτεθεί διάφοροι σε διμοιρίες της περιοχής Εξαρχείων; Δεν έκαψαν το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου; Δεν έκαψαν το βιβλιοπωλείο του Άδωνη; Ναι και λοιπόν; Επειδή κάποιοι τα έκαναν όλα αυτά, σημαίνει πως ξεκίνησαν από την πλατεία; Πως έγινε δηλαδή, για να καταλάβω -μαζεύτηκαν κάτω από το άγαλμα και πέρασαν από τις διμοιρίες των γύρω δρόμων ανενόχλητοι; Και γιατί να το κάνουν αυτό, ενώ θα μπορούσαν μια χαρά να δώσουν ραντεβού μπροστά στον «στόχο»; Η απάντηση «για να σκίσουν τις κομματικές τους ταυτότητες οι εκπρόσωποι των αστυνομικών και για να βρουν θέμα με το ‘άβατο’ οι πολιτικοί και οι ειδήσεις» δεν ευσταθεί –εκτός αν δεχτούμε πως αυτοί που έκαναν τις φασαρίες είναι υπάλληλοι της αστυνομίας, των πολιτικών ή των καναλιών.


Κάτι σαν επίλογος

Η περιοχή των Εξαρχείων αστυνομοκρατείται το τελευταίο διάστημα και η πλατεία Εξαρχείων πουλάει, εδώ και πολλά χρόνια, αποκλειστικά καφέδες, cd και πρέζα. Τα Εξάρχεια ήταν, ανέκαθεν, ο αγαπημένος χώρος των ΜΑΤ για ξεχαρμάνιασμα. Η πλατεία Εξαρχείων δεν συγκεντρώνει, πλέον, σημαντικό αριθμό ατόμων του αντιεξουσιαστικού ή του ευρύτερου εξωκοινοβουλευτικού χώρου.

Τότε γιατί όλη αυτή η βαβούρα με το «άβατο»; Μήπως γιατί «ρίξε λάσπη, ρίξε λάσπη –όλο και κάτι μένει στο τέλος», που έλεγε κι ο μακαρίτης ο Γκαίμπελς; Μήπως γιατί, αύριο, η αστυνομία θα αρχίσει μαζικές εφόδους στην περιοχή των Εξαρχείων, συλλαμβάνοντας και ξυλοκοπώντας ότι βρει μπροστά της; Και (σκέψου επιτυχία!) θα σπάσει επιτέλους το «άβατο» της πλατείας Εξαρχείων –ένα «άβατο» που δεν υπάρχει, αλλά, γι΄αυτό ακριβώς μπορεί εύκολα να συντριβεί.


Η περιοχή των Εξαρχείων είναι γεμάτη στέκια μεταναστών, χώρους εναλλακτικής πληροφόρησης και γραφεία ακτιβιστών. Οργανώσεις, καθ΄όλα νόμιμες που δεν σχετίζονται με πρακτικές βίας. Οργανώσεις πολιτικής παρέμβασης. Και πολύ φοβάμαι, πως σε ενδεχόμενες επιχειρήσεις εκκαθάρισης της περιοχής –οι μόνοι που θα συλληφθούν, θα είναι τα μέλη αυτών των οργανώσεων. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις, αυτοί που την πληρώνουν είναι, πάντα, οι «συνήθεις ύποπτοι». Οι εύκολοι στόχοι.

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2007

"Κλούβες, κλουβιά και κλούβια ιδανικά"

«Το κέντρο της Αθήνας κάηκε στο όνομα κάποιου Δημητράκη, ληστή, παύλα αναρχικού», δήλωνε εικονικά αγανακτισμένος και επιδεικτικά ειρωνικός στις ειδήσεις ο Πρετεντέρης, έχοντας προφανώς ζηλέψει τη δόξα του εισαγγελέα της υπόθεσης Σάκκο και Βανζέτι. Και οι υπόλοιποι κολαούζοι του δελτίου ειδήσεων αγανακτούσαν γύρω του –«που ήταν η αστυνομία; πάλι στον ύπνο πιάστηκε; γιατί άφησαν τους αναρχικούς να αλωνίζουν στο Κολωνάκι;»
Παρακολούθησα τα στιγμιότυπα και κατάλαβα τι ενοχλούσε τα δελτία ειδήσεων –δεν είχαν πλάνα από τις χτεσινές φασαρίες. Μόνο μια Μερσεντές αυτόματη με σπασμένο τζάμι βρήκαν να δείξουν και κάτι «συνήθεις αυτόπτες μάρτυρες» που έλεγαν καλά το ποίημά τους.
Από την πλήρη και σφαιρική ενημέρωση, το μόνο που κατάλαβα ήταν πως, χτες, η μηχανοκίνητη πορεία διαμαρτυρίας, πριν ξεκινήσει για τον Κορυδαλλό, πέρασε από τα πολιτικά γραφεία των δυο τελευταίων υπουργών Δικαιοσύνης κι έγραψε συνθήματα. Έσπασαν κάποια τζάμια, γρατζουνίστηκαν μερικά παρκαρισμένα αυτοκίνητα –αυτά κατάλαβα από τις ειδήσεις. «Στο όνομα κάποιου Δημητράκη, ληστή, παύλα αναρχικού», αλλά ποιος είναι αυτός ο Δημητράκης;



Ο Γιάννης Δημητράκης είναι 28 χρονών και φοιτητής των ΤΕΙ Πειραιά. Συνελήφθη τον Ιανουάριο του 2006, στη ληστεία της «Εθνικής Τράπεζας», στη Σόλωνος. Συνελήφθη τραυματισμένος, μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών. Κατηγορείται για τη συμμετοχή του στους «ληστές με τα μαύρα». Ίσως κάποιος να θυμάται τις εικόνες στις ειδήσεις –ο Δημητράκης αιμόφυρτος στην άσφαλτο, οι περιχαρείς μπάτσοι να του έχουν περάσει ήδη χειροπέδες και ο γιατρός του ΕΚΑΒ που προσπαθούσε να του βάλει ορό. Τα έδειχναν τα κανάλια, «τρομερή επιτυχία της ΕΛ.ΑΣ», πιάσανε έναν, τους έφυγαν οι υπόλοιποι. Τα έβλεπα βρίζοντας, γιατί είχαν έναν άνθρωπο που αιμορραγούσε στην άσφαλτο κι αυτοί του πέρασαν χειροπέδες –λες και υπήρχε περίπτωση να το σκάσει στην κατάσταση που ήταν! Απορούσα κιόλας –ένας γιατρός δεν βρέθηκε να διαμαρτυρηθεί για τη μεταχείριση του ανθρώπου; Δεν βρέθηκε, από όσο θυμάμαι.
Ο Γιάννης Δημητράκης δήλωσε αναρχικός, αποδέχτηκε τη συμμετοχή του στη ληστεία και αρνήθηκε να πει στις αρχές, οτιδήποτε άλλο –σχετικά με την υπόθεση. Ο Βύρων Πολύδωρας αναφέρθηκε σε αυτόν, αποκαλώντας τον «ληστή του κοινού ποινικού δικαίου για τον οποίο γράφουν οι αναρχικοί στο Indymedia». Ο Δημητράκης απάντησε με την παρακάτω επιστολή:

«Αναφορικά με τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Δημόσιας Τάξης, Βύρων Πολύδωρα, σε συνέντευξη τύπου, που έδωσε σε δημοσιογράφους, σχετικά με ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν από αναρχικούς ως ένδειξη αλληλεγγύης στους άδικα προφυλακισμένους συντρόφους τους, κάνοντας λόγο, κάποια στιγμή, κατά τη διάρκειά της, για κάποιον ‘Δημητράκη, έναν ληστή του κοινού ποινικού δικαίου, που γράφουν οι αναρχικοί γι΄αυτόν στο Indymedia’, έχω να δηλώσω τα εξής:
Εγώ καταληστεύω καθημερινά τον πολίτη αυτής της χώρας και του αλαφρύνω το πορτοφόλι του κατά τη διάρκεια των συναλλαγών του με την εφορία, το δήμο, την τράπεζα, τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, την ΕΥΔΑΠ, το super market και τη λαϊκή αγορά.
Εγώ τον φέρνω κάθε τέλος του μήνα σε απόγνωση, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις.
Εγώ τον αναγκάζω να δουλεύει εξαντλητικά ωράρια (αρκετές φορές και ανασφάλιστος) αφήνοντάς του χρόνο μόνο για να κοιμηθεί.
Εγώ καταπατώ βασικά εργασιακά του δικαιώματα, που έχουν κατακτηθεί με αγώνες και αίμα και τον υποχρεώνω να εργάζεται ακόμα και τα Σαββατοκύριακα.
Εγώ επιδεικνύω πυγμή και αδιαλλαξία, τον ξυλοκοπώ και τον πνίγω με δακρυγόνα όταν απεργεί και διαδηλώνει.
Εγώ δείχνω ασέβεια προς τα γηρατειά, δίνοντας ψίχουλα για να επιβιώσουν, ‘χαρίζοντάς’ τους χρόνια ανέχειας, ντροπής και εξευτελισμού.
Εγώ οργάνωσα την απάτη με το χρηματιστήριο και αφαίμαξα τις οικονομίες χιλιάδων οικογενειών.
Εγώ και οι οικονομικοί φορείς μου, τους παρότρυνα να επενδύσουν σ΄αυτό, διαφημίζοντας εκείνα τα περίφημα μετοχοδάνεια.
Εγώ έχω οδηγήσει αρκετό κόσμο στην οικονομική καταστροφή και άλλους στην αυτοκτονία.
Εγώ ασκώ διαρκώς τρομοκρατία, απολύοντας εργάτες μετά από 15 και 20 χρόνια απασχόλησης, πετώντας τους στο αδηφάγο τέρας της ανεργίας, ενώ ταυτόχρονα κρατώ τους υπόλοιπους καθηλωμένους, κρατώντας πάνω από το κεφάλι τους τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης.
Εγώ σκοτώνω τους εργάτες από ‘αμέλεια’ σε εργοστάσια, πλοία, οικοδομές, στα ολυμπιακά έργα, και σε ατυχήματα για κάθε είδους έργα ‘υποδομής και ανάπτυξης’.
Εγώ μπαίνω εμπόδιο στα όνειρα των νέων και τους αφήνω με τη γνώση του ανικανοποίητου.
Εγώ τους σπρώχνω στα ναρκωτικά και την εξαθλίωση.
Εγώ τους στερώ μια καλή και ποιοτική μόρφωση, ώστε να έχουν τα κατάλληλα εφόδια στον αγώνα της ζωής.
Εγώ δέρνω αλύπητα εργάτες, συνταξιούχους, μαθητές, μετανάστες και φοιτητές.
Εγώ βιάζω, μέσα ή έξω, από αστυνομικά τμήματα αλλοδαπές γυναίκες.
Εγώ καλύπτω κυκλώματα εκβιαστών, διακίνησης ναρκωτικών και σωματεμπορίας ή ενίοτε αναλαμβάνω και ο ίδιος δράση.
Εγώ έχω μουρλάνει τους οδηγούς αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών σε χρηματικά πρόστιμα, με τη δικαιολογία της οδηγικής τους ασφάλειας.
Εγώ δε φτιάχνω σωστούς και ασφαλείς δρόμους και χάνονται άδικα εκατοντάδες ψυχές στην άσφαλτο.
Εγώ κουβαλάω πάντα όπλο και λόγω του νευρικού μου συστήματος, έχω σκοτώσει νέα παιδιά ή τα έχω αφήσει ανάπηρα, εξαιτίας ‘τυχαίων’ εκπυρσοκροτήσεων, αφήνοντας πίσω μόνο πόνο, δυστυχία και αγανάκτηση.
Εγώ είμαι η περίφημη ζαρντινιέρα, που, ενώ περπατούσα ανέμελη, έπεσε πάνω μου ο Κύπριος φοιτητής.
Εγώ απήγαγα τους Πακιστανούς στα πλαίσια της διατήρησης της εθνικής ασφάλειας.
Εγώ έχω κάνει τους τοίχους στα δωμάτια της Βαλαωρίτου και της Λεωφόρου Αλεξάνδρας να ματώσουν από τις απελπισμένες κραυγές πόνου κι αγωνίας πλήθους αγνώστων ανθρώπων απ’ τα βασανιστήρια που, σαν ανδρείκελο, εφαρμόζω επειδή βαριέμαι να βρω αποδείξεις για να στοιχειοθετήσω μια υπόθεση και προτιμώ να ‘εκμαιεύσω’ κάποια πιθανή ομολογία.
Εγώ τους παραπέμπω με κατασκευασμένες κατηγορίες και διατάσσονται σωρηδόν οι προφυλακίσεις.
Εγώ καταδικάζω, όπως υποστηρίζουν και πολλοί δικηγόροι, τις άδικες και βαριές ποινές στους κατηγορούμενους.
Εγώ έχω τους κρατούμενους έγκλειστους κάτω από άθλιες συνθήκες σε εγκαταστάσεις που μόνο κατ΄επίφαση μπορούν να ονομαστούν σωφρονιστικά καταστήματα.
Εγώ επέδειξα αμέλεια και αργοπορία στην τέλεση των καθηκόντων μου, με αποτέλεσμα να καούν τέσσερεις ΑΝΘΡΩΠΟΙ σε κελί 80 της πτέρυγας Α’ του Κορυδαλλού.
Εγώ υποκινώ και ενθαρρύνω τη διαφθορά και τη ρεμούλα σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς του δημοσίου βίου.
Εγώ είμαι, τέλος, η ρίζα του κακού, η τερατογέννεση, η αιτία για την παρακμή της κοινωνίας.

Όμως εγώ, όπως είπατε κι ο ίδιος, δεν είμαι τίποτα άλλο, παρά ένας ΚΟΙΝΟΣ ληστής του ΚΟΙΝΟΥ ποινικού δικαίου. Εγώ κι οι όμοιοί μου και μαζί με τους όμορους κύκλους στους οποίους ανήκω, είμαστε υπεύθυνοι για όλα τα παραπάνω, αλλά πριν κλείσω αυτή την ανάληψη ευθυνών, θα ήθελα να σας κάνω δύο μόνο ερωτήσεις:

Εν πάση περιπτώσει, ΕΣΕΙΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΣΤΕ και τι πράττετε ΕΣΕΙΣ και οι όμοιοί σας, ώστε κάποια στιγμή το άτομο και η κοινωνία κατ΄επέκταση, ν’ αποτινάξουν από πάνω τους όλα αυτά τα δεινά κι αυτούς που τα προκαλούν;

Ι. Δημητράκης, από τις Δικαστικές Φυλακές Νεάπολης 20-12-2006»

Η πρόσφατη εξέγερση στις φυλακές του Μαλανδρίνου ξεκίνησε με αφορμή τον ξυλοδαρμό του Γιάννη Δημητράκη από σωφρονιστικούς υπάλληλους. Λέγεται πως κάποιος σωφρονιστικός υπάλληλος τον έβρισε, ο Δημητράκης απάντησε και, στη συνέχεια, ο υπάλληλος ανέλαβε να τον «σωφρονίσει» με τις συνήθεις μεθόδους. Κάποια κανάλια έπαιξαν την είδηση πως ο ξυλοδαρμός του Δημητράκη είχε σαν αφορμή «την αργοπορία επιστροφής του από πενθήμερη άδεια». Αυτό μοιάζει με καταπληκτική παραπληροφόρηση, γιατί, αν ίσχυε, θα έπρεπε να δεχτούμε πως ένας ΥΠΟΔΙΚΟΣ, ο οποίος έχει μεταφερθεί σε φυλακές αυξημένης ασφάλειας (τέτοιες είναι οι φυλακές του Μαλανδρίνου) -άρα θεωρείται άκρως επικίνδυνος για την «τέλεση νέων κακουργημάτων» καθώς και «ύποπτος φυγής» -παίρνει άδεια για να κυκλοφορεί ελεύθερος!

Αντιγράφω το ρεπορτάζ της Άννας Στεργίου από την «Ελευθεροτυπία» καθώς και τη συνέντευξη που πήρε από τον Γιάννη Δημητράκη:

« ‘Ξεχείλισε το ποτήρι

Στις ταράτσες και την οροφή των φυλακών Μαλανδρίνου Φωκίδας παρέμειναν ως αργά χθες το βράδυ κρατούμενοι, κρατώντας κομμάτια από κάγκελα και συρματοπλέγματα
«Η σταγόνα ξεχείλισε το ποτήρι», έλεγαν κρατούμενοι των φυλακών υψίστης ασφαλείας Μαλανδρίνου Φωκίδας, μετά την αναταραχή που ξέσπασε χθες το μεσημέρι, με αφορμή τις καταγγελίες για ξυλοδαρμό του αναρχικού Γιάννη Δημητράκη.
Οι πληροφορίες ήταν συγκεχυμένες. Άλλοι μιλούσαν για 80 κρατούμενους που είχαν εξεγερθεί ενώ άλλοι ανέβαζαν τον αριθμό αυτό σε 125, από τους 443 συνολικά που είναι έγκλειστοι στις φυλακές Μαλανδρίνου.
Η εξέγερση στις φυλακές Μαλανδρίνου ξεκίνησε, όπως όλα δείχνουν, γύρω στις 11.30 χθες το πρωί. Αφορμή στάθηκε επεισόδιο έξω από τη γραμματεία των φυλακών με πρωταγωνιστή τον υπόδικο, αναρχικό, Γιάννη Δημητράκη, ο οποίος, σύμφωνα με τις καταγγελίες, είχε φραστική αντιπαράθεση με σωφρονιστικό υπάλληλο που του μίλησε υποτιμητικά και απαξιωτικά. Άλλες πληροφορίες έλεγαν ότι ο σωφρονιστικός υπάλληλος επιχείρησε να χειροδικήσει σε βάρος του και άλλες ότι τον ξυλοκόπησαν συνάδελφοι του φύλακα. Με εντολή του υπουργού Δικαιοσύνης Αναστάσιου Παπαληγούρα διεξάγεται ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ) για να διερευνηθούν οι καταγγελίες του Γ. Δημητράκη.
Η είδηση περί ξυλοδαρμού εξαπλώθηκε αστραπιαία στη φυλακή και στάθηκε αφορμή για γενικευμένη κινητοποίηση των κρατουμένων. Τουλάχιστον σε τρεις από τις δέκα πτέρυγες οι κρατούμενοι αρνήθηκαν να μπουν για το συσσίτιο, το οποίο είθισται να σερβίρεται στις 12 το μεσημέρι, και ανέβηκαν στις ταράτσες. Κάποιοι, μάλιστα, λέγεται ότι προκάλεσαν φθορές στις εγκαταστάσεις του κτιρίου των φυλακών.
Γρήγορα οι δυνάμεις γύρω από τις φυλακές ενισχύθηκαν και πάνω από 100 αστυνομικοί και δυνάμεις των ΜΑΤ συγκεντρώθηκαν για ν' αποτρέψουν το ενδεχόμενο απόδρασης ενώ επί τόπου έσπευσε και ο εισαγγελέας Άμφισσας.
Οι κρατούμενοι συνομίλησαν με τον εισαγγελέα και του είπαν ότι ‘σωφρονιστικός υπάλληλος έριξε ξύλο σε κρατούμενο’, διαμαρτυρήθηκαν για τις συνθήκες διαβίωσης και πρόσθεσαν ότι το καθεστώς των αδειών τείνει να λειτουργεί εκβιαστικά από μέρους των φυλακών.
Ορισμένοι έκαναν λόγο για ιδιαίτερα αυστηρή συμπεριφορά του διευθυντή των φυλακών Κωνσταντίνου Τσιαβίκου και κατήγγειλαν ότι τις τελευταίες τρεις μέρες τους έκοψε το νερό. Ζήτησαν να τιμωρηθεί παραδειγματικά και να μετατεθεί ο σωφρονιστικός υπάλληλος που χειροδίκησε σε βάρος του Γ. Δημητράκη, αλλιώς δεν επιστρέφουν στα κελιά τους.
Το δυναμικό των φυλακών είχε αλλεπάλληλες συσκέψεις με την εξωτερική φρουρά και τον εισαγγελέα για να δουν πώς θ' αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Αργά το απόγευμα επισκέφθηκε τις φυλακές Μαλανδρίνου ο ειδικός γραμματέας Σωφρονιστικού του υπουργείου Δικαιοσύνης, Φ. Βλάχος, προκειμένου να ενημερωθεί για τα αιτήματα των κρατουμένων ενώ ενισχύθηκε η εξωτερική φρουρά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΗΝ «Ε»

‘Εδώ βασιλεύει η αυθαιρεσία’

Της ΑΝΝΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

‘Το Μαλανδρίνο είναι το μεγαλύτερο απόστημα, που πρέπει να σπάσει’. Το σύγχρονο κολαστήριο των φυλακών Μαλανδρίνου περιγράφει ο 28χρονος αναρχικός Γιάννης Δημητράκης, που, με αφορμή τις καταγγελίες για ξυλοδαρμό του από σωφρονιστικό υπάλληλο, εξεγέρθηκαν κρατούμενοι σε 11 φυλακές της χώρας. Σε τηλεφωνική επικοινωνία μάς κατήγγειλε τις χειρότερες συνθήκες κράτησης, που έχει ζήσει από τον εγκλεισμό του μέχρι σήμερα. Αρχικά ήταν υπόδικος στον Κορυδαλλό, έπειτα στη Νεάπολη Λασιθίου και από τις 22 Δεκεμβρίου 2006 μεταφέρθηκε στο Μαλανδρίνο.

-Ποια κατάσταση επικρατεί στις φυλακές Μαλανδρίνου;

-Το ποτήρι ξεχείλισε. Είναι όλες οι ακτίνες υπό τον έλεγχό μας, όχι όμως και τα διοικητικά κτίρια. Μια πενταμελής επιτροπή είδε τον γενικό γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης κ. Πανούρη. Γίνεται ψυχολογικός πόλεμος με τα ΜΑΤ.

-Πολλοί πίστευαν ότι με τις φυλακές νέου τύπου οι συνθήκες θα ήταν κάπως καλύτερες...

-Οι νέες φυλακές τύπου Μαλανδρίνου δημιουργούν νέες εντάσεις. Υπάρχει πλήρης απομόνωση στις ακτίνες, υπάρχουν 480 κρατούμενοι, οι οποίοι υφίστανται τον πανοπτισμό. Οι διάδρομοι είναι τόσο στενοί, που το μάτι χάνει την αίσθηση της μέτρησης αποστάσεων, τα προαύλια είναι υπερβολικά μικρά. Υπάρχει αδυναμία επικοινωνίας με την οικογένειά μας λόγω των τζαμιών και επειδή η φυλακή είναι διαχωρισμένη σε δέκα πτέρυγες. Ουσιαστικά μιλάμε για δέκα μικρές απομονώσεις. Εδώ βασιλεύει η αυθαιρεσία. Η φυλακή έχει μετατραπεί σε ιδιωτικό μαγαζί ορισμένων. Κάποιοι χώροι αναψυχής που είχαν προβλεφθεί, κλείστηκαν για να γίνουν θάλαμοι. Το κτίριο δεν έχει μελέτη ούτε για ύδρευση ούτε για αποχέτευση. Η φυλακή φτιάχτηκε σ' ένα βουνό στη μέση του πουθενά και ακόμη και σήμερα υπάρχουν προβλήματα στην αποχέτευση και την ύδρευση.

-Πώς είναι η επικοινωνία με τον έξω κόσμο;

-Η απομόνωση επιτείνει το γεγονός ότι τίποτα δεν βγαίνει προς τα έξω. Σήμερα το πρωί ήρθαν τα κανάλια και το βράδυ έφυγαν. Για να έρθει η οικογένεια του κρατουμένου χρειάζεται 4 ώρες για ένα επισκεπτήριο μισής ώρας. Αλλοι κάνουν επισκεπτήρια μια φορά το δίμηνο. Η απόσταση δυσκολεύει ή και κάνει αδύνατη την επαφή των κρατούμενων με τους δικηγόρους. Εδώ μας έχουν ως άψυχα σώματα, μας ταΐζουν ώσπου να μας ανακοινώσουν απλά τελείωσε η ποινή σου».

Τα αιτήματα των φυλακισμένων του Μαλανδρίνου, καθώς και των υπολοίπων φυλακών (11 σωφρονιστικά ιδρύματα εξεγέρθηκαν) –είναι γνωστά. Αφορούν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, μείωση του χρόνου εγκλεισμού, αλλαγή των καθεστώτος των αδειών καθώς και του εργασιακού.
Αλλά το θέμα που με απασχολεί, έχει να κάνει κυρίως με τη λογική του σωφρονιστικού συστήματος. Γιατί λέγεται έτσι; Δεν προβλέπεται ο σωφρονισμός των κρατουμένων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά που αυτοί επέδειξαν; Δεν προβλέπεται η διαδικασία επανένταξης αυτών των ατόμων στο κοινωνικό σύστημα; Έτσι δεν γράφει το σκεπτικό όλων των σχετικών νόμων; Δεν μας λένε πως το σύστημα της Ελλάδας είναι σωφρονιστικό και όχι εκδικητικό; Κάνω λάθος;
Κι αν δεν κάνω λάθος –δείξτε μου μια ενέργεια του κράτους που στοχεύει προς αυτή την κατεύθυνση. Εντάξει, το κράτος είναι «αναποτελεσματικό, ανάλγητο, βραδυκίνητο». Δείξτε μου τότε μια ενέργεια, μια δήλωση έστω που να αποδεικνύει πως η κοινωνία ενδιαφέρεται για τον σωφρονισμό των κρατουμένων και όχι αποκλειστικά για την τιμωρία τους.
Τις προάλλες, στην Πτολεμαΐδα, συνελήφθη ο Β. Καραλευθέρης γιατί βρέθηκε πάνω του μικροποσότητα ναρκωτικών. Τον έκλεισαν στο κρατητήριο και τον άφησαν εκεί μέσα με χειροπέδες. Το κρατητήριο πήρε φωτιά κι ο άνθρωπος κάηκε ζωντανός, την ώρα που οι μπάτσοι χάζευαν απέξω. Δείξτε μου κάποιον που διαμαρτυρήθηκε για αυτή τη δολοφονία.

Με κάποιες θέσεις του Δημητράκη διαφωνώ, με κάποιες πράξεις του –επίσης. Η κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικών είναι παράπτωμα σε μια χώρα που αρνείται να διαχωρίσει τα μαλακά από τα σκληρά ναρκωτικά (φοβούνται προφανώς μήπως και μειωθούν οι χρήστες των εθιστικών ναρκωτικών, μέσω της νομιμοποίησης των μαλακών) και η ληστεία Τράπεζας είναι κακούργημα (αντιστοίχως, η ληστεία του πολίτη από την Τράπεζα, ονομάζεται «ανάπτυξη και κερδοφορία» -γιορτάζεται μάλιστα με την απονομή μπόνους στους διευθυντές). Αλλά η διαφωνία διαφέρει από την αναλγησία και τον τραμπουκισμό. Γιατί είναι άλλο πράγμα να λες πως διαφωνείς με τις θέσεις ή/και τις πράξεις κάποιου και άλλο πράγμα να υποτιμάς τις θέσεις του, τσουβαλιάζοντάς τον κάτω μια ετικέτα.
Εκτός αν οι ληστές πρέπει να αιμορραγούν στα πεζοδρόμια και να τρώνε ξύλο από τους φύλακες «για να στρώσουν», έτσι πρέπει να γίνεται κύριε Πρετεντέρη μου; Κι αυτοί που ευαισθητοποιούνται όταν καταπατώνται τα δικαιώματα των πολιτών (ή μήπως οι φυλακισμένοι δεν είναι πολίτες αυτής της χώρας;), αυτοί που αντιδρούν όταν οι συνάνθρωποί τους εξευτελίζονται (ή μήπως δεν είναι συνάνθρωποί μας οι αλλοδαποί;) –όλοι αυτοί είναι απλώς αληταράδες που δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν, οπότε βγήκαν να σπάσουν τα αυτοκίνητα του κοσμάκη. Καλά δεν τα λέω κύριε Πρετεντέρη μου;
Κι αυτά τα κόμματα της αριστεράς, το ΚΚΕ, ο Συνασπισμός –οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων ελευθεριών, που χάθηκαν; Μόνο κάτι δηλώσεις άκουσα, γενικόλογες και αόριστες –γιατί δεν έστελναν έναν βουλευτή τους να μπει στις φυλακές; Γιατί δεν προσπάθησαν, έστω, να εξασφαλίσουν τη σωματική ακεραιότητα των φυλακισμένων με την παρουσία τους; Γιατί προτίμησαν να απέχουν και να υποκρίνονται πως τίποτα σοβαρό δεν συμβαίνει;
Ίσως για να τους καλέσει στην επόμενη εκπομπή του ο Πρετενέρης, για να μπορέσουν να λογομαχήσουν με την άνεσή τους στη ζώνη υψηλής τηλεθέασης. Ναι, ο Πρετεντέρης που αναρωτιέται «γιατί πρέπει να καίγεται η Αθήνα στο όνομα του Δημητράκη» και όλοι οι Πρετενέρηδες των καναλιών που θα έκαναν τούμπες για να εξασφαλίσουν μια αποκλειστική συνέντευξη του Γιάννη του Δημητράκη.

Λοιπόν κύριοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, χτες η Αθήνα δεν κάηκε –αλλά θα έπρεπε. Στο όνομα όλων αυτών που σαπίζουν στους Χώρους Υγειονομικής Ταφής Ανθρώπων που θέλετε να αποκαλείτε (χωρίς να ντρέπεστε) «σωφρονιστικά καταστήματα». Γιατί αν «το όνομα» σήμερα είναι «Δημητράκης» και «Καραλευθέρης» -λίγη σημασία έχει. Τα ονόματα αλλάζουν –η ανθρώπινη αποκτήνωση όμως παραμένει. Κύριε Πρετεντέρη μου.

Πηγές: Athens indymedia, indy

Δευτέρα, Απριλίου 23, 2007

Θυμάσαι;

«Οι καταστασιακοί που ίσως φαντάζεστε πως είστε οι κριτές τους, μία μέρα θα σας κρίνουν αυτοί. Σας περιμένουν στην γωνία». Με αυτή την αόριστα απειλητική φράση, ο Μωρίς Βυκέρτ, μιλώντας για λογαριασμό της Καταστασιακής Διεθνούς, έκλεινε την προκλητική του ομιλία στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης (ICA) στο Λονδίνο, το 1961. Εν συνεχεία, ένας μάλλον συγχυσμένος και αμήχανος ακροατής ρώτησε τι ήταν επιτέλους αυτός ο «Καταστασιασμός». Τότε, ο Γκύ Ντεμπόρ σηκώθηκε και δήλωσε στα γαλλικά: «Δεν βρισκόμαστε εδώ για να απαντήσουμε σε ηλίθιες ερωτήσεις» και αμέσως μετά ο ίδιος και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι καταστασιακοί αποχώρησαν.

Τρεις δεκαετίες αργότερα, το ICA με ένα πρόσφατο φυλλάδιό του μνημόνευσε το γεγονός ως «μία διάσκεψη της οποίας ο προεδρεύων ήταν βαρήκοος, ο κύριος ομιλητής δεν ομιλούσε την αγγλική, ενώ οι συμμετέχοντες επέμεναν ν’ αρνούνται πως εκείνη η συνάντηση έλαβε χώρα» (στην πραγματικότητα, οι καταστασιακοί αρνήθηκαν μόνο ΤΟ ΘΕΜΑ της συζήτησης, μια και, δικαίως, πίστευαν ότι η λέξη «Καταστασιασμός» δεν ήταν παρά μία άνευ σημασίας λέξη, επινοημένη από τους αντι-καταστασιακούς).


Οι «Καταστασιακοί» στο ICA του Λονδίνου, Σεπτέμβριος του 1960

"Σκοπός μας δεν είναι να ξανα-ανακαλύψουμε τη φύση, σκοπός μας είναι να την ξανα-φτιάξουμε"

"Οι άνθρωποι που μιλάνε για επανάσταση και ταξική πάλη χωρίς να αναφέρονται ρητά στην καθημερινή ζωή, χωρίς να καταλαβαίνουν πως ο έρωτας είναι ανατρεπτικός, χωρίς να βλέπουν τη θετικότητα της άρνησης των περιορισμών -αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα πτώμα στο στόμα τους"


Ραούλ Βάνεγκεμ

"Στις σημερινές εξαιρετικά δυσμενείς ιστορικές συνθήκες, στις οποίες τίθεται το έργο της αναδημιουργίας της κουλτούρας και του επαναστατικού κινήματος σε μια ολοκληρωτικά καινούργια βάση, η Κ.Δ. δεν μπορεί να είναι παρά μία Συνωμοσία των Ίσων, ένα στρατηγείο που δεν θέλει στρατεύματα. Πρέπει να βρούμε, ν’ ανοίξουμε το “βορειοδυτικό πέρασμα” προς μια καινούργια επανάσταση χωρίς μάζες εκτελεστών, μια επανάσταση που πρέπει ν’ απλωθεί σ’ έναν κεντρικό τομέα που μέχρι σήμερα δεν είχε αγγίξει: την κατάκτηση της καθημερινής ζωής. Οργανώνουμε τον πυροκροτητή και τίποτα περισσότερο· η ελεύθερη έκρηξη θα γίνει έξω από το δικό μας ή οποιοδήποτε άλλο έλεγχο."

Απόσπασμα από το περιοδικό της "Καταστασιακής Διεθνούς"

"Υπάρχουν περισσότερες αλήθειες στο εικοσιτετράωρο της ζωής ενός ανθρώπου, παρά σε όλες τις φιλοσοφίες"

Ραούλ Βάνεγκεμ


"Δούλεψε για να επιβιώσεις, επιβίωσε καταναλώνοντας, επιβίωσε για να καταναλώνεις: ο κύκλος της κόλασης έχει ολοκληρωθεί"

Ραούλ Βάνεγκεμ

«Κι ο μήνας Μάης δε θα ξανάρθει ποτέ, από σήμερα έως το τέλος αυτού του κόσμου του θεάματος, δίχως να μας θυμηθούν»

"Η Κοινωνία του Θεάματος" -Γκυ Ντεμπόρ



«Το κίνημα των καταλήψεων [του Μάη] ήταν προφανώς η άρνηση της αλλοτριωμένης εργασίας και επομένως η γιορτή, το παιχνίδι, η πραγματική παρουσία των ανθρώπων και του χρόνου.
Ήταν, επίσης, η άρνηση κάθε εξουσίας, κάθε ειδίκευσης, κάθε ιεραρχικής αποστέρησης· η άρνηση του κράτους και συνεπώς των κομμάτων και των συνδικάτων, καθώς και των κοινωνιολόγων, των καθηγητών, της καταπιεστικής ηθικής και ιατρικής. Όλα εκείνα που το κίνημα επανέφερε μέσα σ’ έναν κατακεραυνωτικό συνειρμό –“Γρήγορα!” έλεγε απλά ένα από τα συνθήματα στους τοίχους, που ήταν ίσως το πιο ωραίο– περιφρονούσαν ολοκληρωτικά τις παλιές συνθήκες ύπαρξης και άρα όλους αυτούς που εργάζονταν για τη διατήρησή τους, από τις βεντέτες της τηλεόρασης μέχρι τους πολεοδόμους.»

Αγνώστου αν και κάποιοι αποδίδουν το παραπάνω απόσπασμα στον Γκυ Ντεμπόρ


Οι Guy Debord, Michelle Bernstein και Asger Jorn στο Παρίσι το 1961

Το τραγούδι του Συμβουλίου για τη διατήρηση των καταλήψεων

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Πες μου τι διάολο παιχνίδι παίζεις
ή έστω προσπαθείς να παίξεις
Ω! τώρα άλλαξες τους κανόνες
Τι παιχνίδι! Τι σπουδαίο παιχνίδι!

-Επανάσταση, γλυκιά μου
Αυτό είναι το σπουδαίο παιχνίδι που λες.
Το παίζουμε στα στενάκια
Με κοτρόνες από το ξηλωμένο πεζοδρόμιο

Ο παλιός κόσμος και τα συντρίμμια του,
Θα τα σαρώσουμε όλα.
Πρέπει να είμαστε αδίστακτοι
Θάνατος στα γουρούνια και στους παπάδες.

Μας κατακλύζουν με μια κόλαση
από χειροβομβίδες και δακρυγόνα
Και το μόνο που έχουμε είναι τα φτυάρια
και μαχαίρια για να οπλιστούμε.

Φτωχή μου αγάπη, είπε
Πανέμορφοι χτίστες οδοφραγμάτων
Η καρδιά μου, η καρδιά μου με προδίδει.
Δεν έχω τίποτα να σας χαρίσω.

Αλλά έχω πίστη στον αγώνα
Δε με φοβίζουν οι μπασκίνες.
Ας γίνει ο αγώνας μας, αγώνας
Των εργατών συντρόφων μας.

Ο πατριωτισμός είναι ένα μπουρδέλο,
κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει πια.
Ρίχτε τους γραφειοκράτες στα σκουπίδια
Αν δεν ήταν αυτοί, θα είχαμε κερδίσει!

Στην οδό Guy-Lussac οι εξεγερμένοι
Δεν έχουν να κάψουν παρά μόνο αμάξια.
Όποτε, τι περιμένεις γλυκιά μου;
Τι ακριβώς περιμένεις;

Δεκάδες κανόνια,
Χιλιάδες πιστόλια,
Κανόνια και πιστόλια
Δεκάδες Χιλιάδες.

Σ.τ.μ: το συμβούλιο για τη διατήρηση των καταλήψεων (CMDO), ήταν μια προσωρινή ένωση Καταστασιακών, Λυσσασμένων* και ριζοσπαστών που έδρασε στη διάρκεια της εξέγερσης του 1968 στη Γαλλία, στοχεύοντας στην υπεράσπιση και τη διεύρυνση της αυτοδιάθεσης ενάντια στις γραφειοκρατικές και επαν-αφομοιωτικές τάσεις, και τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος. Στα οδοφράγματα της οδού Guy-Lussac οι φοιτητές πέτυχαν μια ιστορική νίκη απέναντι στην αστυνομία, γεγονός που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν τόσο στη συμμετοχή εργατών και «blouson-noir»** στις οδομαχίες, όσο και στην απουσία των κομματικών γραφειοκρατών, λόγω της σύλληψης κάποιων από αυτούς τις προηγούμενες μέρες.

*Οι Λυσσασμένοι, πήραν το όνομά τους από μια ομάδα εξτρεμιστών της επανάστασης του 1789, αντιπάλων των Ιακωβίνων που θεωρούσαν ότι μια απλή κατοχύρωση συνταγματικών δικαιωμάτων σημαίνει στην πράξη πολύ λιγότερα από την ελευθερία. Οι Λυσσασμένοι του 1968 ήταν μια ομάδα φοιτητών της Nanterre, που μοιράζονταν τις ιδέες των Καταστασιακών και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα τις εξέγερσης στο πανεπιστήμιο της Nanterre, στην κατάληψη της Σορβόννης και την εξάπλωση της εξέγερσης.

**Οι blouson-noir, ήταν για τους Καταστασιακούς οι αυθεντικοί απόγονοι του Dada, ριζοσπαστικό κομμάτι της μητροπολιτικής νεολαίας, με συχνά παραβατική συμπεριφορά. Κάτι ανάλογο με την «άγρια νεολαία» ή τους χούλιγκανς των μετέπειτα χρόνων.

[μετάφραση: ...για τη διάδοση της μεταδοτικής λύσσας, Φλεβάρης 2007]

"Ποιος θέλει έναν κόσμο όπου η σιγουρία πως δεν θα πεθάνουμε από την πείνα συνεπάγεται τον κίνδυνο να πεθάνουμε από βαρεμάρα;"
Ραούλ Βάνεγκεμ


Μετά το τέλος της παρισινής εξέγερσης του '68 ο Τζιαναφράνκο Σαγκουινέτι (μέλος της "Καταστασιακής Διεθνούς") επέστρεψε στην Ιταλία. Στην αρχή με το ψευδώνυμο "Κένσορ" και μετά με το πραγματικό του όνομα δημοσίευε κείμενα όπου αναφερόταν στην συμμαχία του ΚΚΙ με την ιταλική Δεξιά. Προσπαθούσε να τελειώσει κάποιο βιβλίο με τίτλο "Γιατρικό για όλα" -ένα μόνο κεφάλαιό του εκδώθηκε με τίτλο "Περί τρομοκρατίας και κράτους". Εκεί έγραφε πως οι Ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν αλωθεί, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής τους. Ισχυριζόταν πως πράκτορες της ιταλικής ΚΥΠ είχαν φτάσει στα ανώτερα κλιμάκια της οργάνωσης -αυτούς θεωρούσε υπεύθυνους για την απαγωγή και την εκτέλεση του Άλντο Μόρο. Θεωρούσε πως οι τρομοκρατικές ενέργειες κατευθύνονται από κυβερνητικές υπηρεσίες με σκοπό την ένταση των μέτρων καταστολής.
Το βιβλίο του απαγορεύτηκε, ο ίδιος μηνύθηκε αρκετές φορές από πολιτικούς και επιβίωσε από δυο απόπειρες δολοφονίας.

Εικόνες από την Κοινωνία του Θεάματος




Μετά τη διάλυση της "Καταστασιακής Διεθνούς" ο Γκυ Ντεμπόρ κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του φίλου και εκδότη του Ζεράρ Λεμποβίτσι. Παρόλο που αποδείχτηκε γρήγορα η σκευωρία της όλης υπόθεσης -ο Ντεμπόρ απαγόρευσε την προβολή των ταινιών του στη Γαλλία.

Ο Γκυ Ντεμπόρ αυτοκτόνησε σε ηλικία 62 ετών, τον Δεκέμβριο του 1994. Ο γαλλικός τύπος, που όλα τα προηγούμενα χρόνια τον αντιμετώπιζε σαν γραφικό (ενίοτε και σαν δολοφόνο), τον αποθέωσε.


"Στον καιρό μας, κάθε ισχυρισμός θα έπρεπε να έχει ημερομηνία λήξης"

(Αλεξάντερ Τρόκκι, «Το βιβλίο του Καϊν»)

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007

Η αναμονή δεν σε σκοτώνει

Περιμένει τη σειρά του για να πλησιάσει το ταμείο –κάθε άλλο παρά υπομονετικά. Καιροφυλακτεί για να φάει τη θέση του μπροστινού, κοιτάζει τη διπλανή ουρά που προχωράει πιο γρήγορα από τη δική του. Το ξέρει –αυτό συμβαίνει πάντα στις διπλανές ουρές και ποτέ στη δική σου. «Τι ώρα κλείνει το ταμείο;» Είχε ώρα.

Ένα τρένο ξεκίνησε πίσω του, σφύριγμα και μέταλλα που τρίβονται μεταξύ τους, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο –αυτό σίγουρα δεν ήταν το δικό του τρένο. Μέτρησε τους μπροστινούς –πέντε άτομα –πολλοί. Αλλά σήμερα το είχε πάρει απόφαση, θα έβγαζε εισιτήριο. Όπως και να είχε.

«Που πηγαίνετε;»

«Στο τερματικό σταθμό».

«Να το βγάλω μετ’ επιστροφής; Έχει έκπτωση»

«Όχι, ευχαριστώ. Δεν αντέχω άλλη έκπτωση. Πόσο κοστίζει;»

«Μαζί με τις σφαίρες;»

«….»

«Άδεια έχετε;»

«….»

Κάθισε στο βρώμικο παγκάκι της αποβάθρας αφού πρώτα φρόντισε να διώξει κάποια περιστέρια. Το εισιτήριο στην μέσα τσέπη του μπουφάν. Αντιστάθηκε στην επιθυμία να κοιτάξει τον αριθμό του βαγονιού για μια ακόμα φορά. Είχε χρόνο μέχρι να έρθει το τρένο του και επιπλέον, ξεχνούσε εύκολα. Κοίταξε το ρολόι –είχε χρόνο ακόμα.

Κάθε απόγευμα, μετά τη δουλειά, ερχόταν στο σταθμό, κάθε απόγευμα σκεφτόταν ότι θα έπρεπε επιτέλους να βγάλει εισιτήριο. Στο τέλος κουραζόταν από τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις, συνήθως μούδιαζαν τα πόδια του –σηκωνόταν να περπατήσει λίγο και, πριν το καταλάβει, βρισκόταν στο λεωφορείο για το σπίτι. Κάθε απόγευμα.

Αλλά σήμερα ήταν διαφορετικά. Για την ακρίβεια, συνέβη το προηγούμενο βράδυ αλλά ήταν ήδη αργά –ο σταθμός είχε κλείσει. Έτσι όπως είχε κλείσει κι αυτός το τηλέφωνο …

«Δεν στεναχωριέμαι πια τόσο πολύ που δεν είμαστε μαζί γιατί βρήκα κάτι φωτογραφίες σου. Με είχες αγκαλιά όταν ήμουν μωράκι –εφτά φωτογραφίες».

«Θα μου τις φέρεις να τις δω την επόμενη φορά;»

«Θα σου τις φέρω μπαμπά».

Πριν ακουμπήσει το ακουστικό στη συσκευή είχε αποφασίσει να πάρει το τρένο. Όσο πιο σύντομα, τόσο καλύτερα. Μόνο που δεν είχε σκεφτεί πως η μικρή περίμενε να του δείξει τις φωτογραφίες. Τις θυμόταν αυτές τις φωτογραφίες. Η μικρή –αεροπλανάκι. Η μικρή να κοιμάται στην αγκαλιά του. Η μικρή να γελάει σκαρφαλωμένη στην πλάτη του. Κι άλλα τέτοια.

Κοίταξε το εισιτήριο. Βαγόνι 2, θέση 42. Το έβαλε πάλι στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν, σε λίγα λεπτά θα ξεχνούσε τι είχε διαβάσει. Είχε ώρα ακόμα. Τι θα γινόταν όταν τον έψαχνε η μικρή; Ποια εξήγηση μπορείς να δώσεις σε μια μόνιμη απουσία; Και το προσωπάκι της όταν αυτός δεν θα ερχόταν …ούτε να το σκέφτεται δεν ήθελε.

Ένα τρένο σταμάτησε μπροστά του και πήρε να αδειάζει κόσμο σαν σαπισμένη υδρορροή. Ένα ζευγάρι έσερνε μουτρωμένες βαλίτσες, ο άντρας παραπατούσε στην προσπάθειά του να κερδίσει τον αγώνα δρόμου μέχρι την πιάτσα ΤΑΞΙ, η γυναίκα μουρμούριζε δείχνοντας τριγύρω. Έτσι ήταν κι αυτός κάποτε. Παραπατούσε χωρίς να τρέχει, σκόνταφτε μένοντας ακίνητος. «Ζωή είναι, θα περάσει», έλεγε –αλλά δεν περνούσε η ξεφτιλισμένη. Κάθε πρωί να μετανιώνεις που ξύπνησες, πήρε απόφαση και άλλαξε βαγόνι.

Αφήνοντας πίσω του δυστυχία και έλλειψη. Βρίσκοντας μπροστά του ευτυχία που δεν μπορούσε να τη χαρεί. Άγγιξε το εισιτήριο αλλά συγκρατήθηκε. Δεν υπήρχε λόγος να το ξανακοιτάξει –αργούσε ακόμα να έρθει το τρένο.

Σηκώθηκε για να ξεμουδιάσει αλλά ξανακάθισε απότομα –αμέσως μόλις το συνειδητοποίησε. Δεν θα έφευγε σήμερα, δεν θα το έσκαγε όπως κάθε άλλη μέρα. Σήμερα είχε ένα τρένο να πάρει και το τρένο τον περίμενε. Μέσα από σκοτεινούς, όχι πια λευκούς, τοίχους έτρεχε το τρένο –δίπλα σε φράσεις που δε σήμαιναν τίποτα, «Σ΄ΑΓΑΠΑΩ» και «ΑΕΚΑΡΑ ΟΜΑΔΑΡΑ» και «ΓΑΜΙΕΣΤΕ ΟΛΟΙ», με το ζόρι θα διακρίνονταν από τα τζάμια του τρένου –καλύτερα φαίνονται τα στένσιλ και τα γκράφιτι όσο να πεις, δράκοι με εξατμίσεις αντί για ρουθούνια και πριγκίπισσες πάντα θλιμμένες και τοίχοι ζωγραφιστοί, με καφέ τούβλα –τοίχοι από πολυκατοικίες. Όχι πια λευκοί, όχι ακόμα γκρίζοι.

Κοίταζε τη γέφυρα. Από τη μια πλευρά ο σταθμός, από την άλλη κάτι αποθήκες. Υπέθεσε. Ποτέ δεν είχε περάσει τη γέφυρα, προτιμούσε να περιμένει το τρένο –οι γέφυρες τον ζάλιζαν όταν κοίταζε κάτω. Ψέματα, αυτό που τον ζάλιζε ήταν η κίνηση από κάτω. Όλα φαίνονται σε κίνηση όταν πιαστείς από το πλαϊνό κάγκελο, ακόμα και οι πέτρες στριφογυρίζουν σα χελώνες χωρίς καβούκι. Σήμερα όμως θα ανέβαινε και στη γέφυρα. Άλλωστε σε λίγη ώρα θα ερχόταν το τρένο –δεν έλεγε να του μείνει απωθημένο η σκατογέφυρα! Σηκώθηκε πάλι. Θα ανέβαινε στη γέφυρα, να κάνει μια βόλτα. Να ξεμουδιάσει.

Ακριβώς δίπλα στα σκαλιά της γέφυρας ήταν το περίπτερο. Κοντοστάθηκε μπροστά σε ένα κουτί μπισκότα σοκολάτας. Νόμιζε κιόλας πως ένιωθε την κρέμα τους να απλώνεται στη γλώσσα του, πικρή κρέμα, γλυκιά κρέμα, από αυτές που σε λιγώνουν και γεμίζεις σάλια μέχρι τον ουρανίσκο. Είχε καιρό να φάει μπισκότα σοκολάτας –τα απέφευγε γιατί κολλούσαν στα δόντια του. Κολλημένα μπισκότα και ψίχουλα να γδέρνουν το λαιμό, ξινίλα από τα συντηρητικά. Μια εποχή περνούσε, πηγαίνοντας στη δουλειά, από ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε μπισκότα σοκολάτας –το πρωί μοσχοβολούσε ο τόπος γιατί έβραζαν τη γέμιση, το απόγευμα βρωμούσε σαν ξεχειλισμένη αποχέτευση. Τι είναι αυτό που βρωμάει στα μπισκότα; Όταν φτιάχνουν τα μπισκότα; Μια γνωστή του, χημικός, είχε πει ότι τα τεχνητά αρώματα βρωμάνε όταν παρασκευάζονται –δεν ήταν αυτό. Και αυτό ήταν, ταυτόχρονα. Αλλά κυρίως έφταιγε η ευτυχία, η απόλαυση. Κάθε απόλαυση κρύβει μια έντονη οσμή. Κατά βάθος. Επειδή, ίσως, δεν μας έχουν μάθει να μυρίζουμε τον κόσμο –μόνο τις ψεύτικες μυρωδιές ανεχόμαστε. Αυτές που έγιναν για να θυμίζουν κι όχι εκείνες που πραγματικά αναδύονται. Ίσως πάλι να φταίει πως η κάθε μας απόλαυση κρύβει έναν συμβιβασμό, πρέπει να πουλάμε την ψυχή μας στο διάβολο για ένα ποτήρι χλωριωμένο νερό κι αν ο διάβολος μας κοροϊδέψει πρέπει να ζητήσουμε ταπεινά συγνώμη. Δεν διαβάσαμε τις οδηγίες χρήσης, αυτό ήταν –κανείς δεν μας κορόιδεψε.

Αποφάσισε να αγοράσει εφημερίδα. Θα μπορούσε να την ξεφυλλίσει πριν ανέβει στη γέφυρα, είχε χρόνο, κοίταξε το ρολόι του –κάποιο χρόνο τέλος πάντων. Βρήκε αυτή που διάβαζε από πιτσιρικάς γιατί είναι άτιμο πράγμα οι εφημερίδες. Αν έχεις συνηθίσει τη σελιδοποίηση μιας συγκεκριμένης –χάνεσαι σε όλες τις υπόλοιπες. Το είχε πάθει αρκετές φορές όταν αναγκαζόταν να αγοράσει διαφορετική εφημερίδα –βρισκόταν να ξεφυλλίζει ατέλειωτα, να ψάχνει τους κινηματογράφους στη σελίδα των αθλητικών και τα τοπικά νέα στις κηδείες.

Περπάτησε μέχρι το παγκάκι συλλαβίζοντας τον κεντρικό τίτλο -«ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ», χαμογέλασε χαζά. Κάποτε τα νέα θα γίνουν ατομική υπόθεση, θα αφορούν μόνο εσένα και αυτό θα ισχύει για όλους –λες να έφτασε αυτό το κάποτε; Βλακείες! Όταν τα νέα γίνουν αυστηρά προσωπικά θα έχουμε ήδη χάσει την προσωπικότητά μας –πάλι για πολιτικούς, επιχειρηματίες και σκυλάδες θα γράφουν οι εφημερίδες, απλά εμείς θα έχουμε ξεπουλήσει κάθε κομμάτι της δικής ζωής. Θεατές ιλουστρασιόν σελίδων –έτσι θα καταλήξουμε και τα συναισθήματά μας θα είναι ξένα από εμάς, κάλπικα όπως οι άψυχες φωτογραφίες.

Κάτι ήθελε να κάνει, κοντοστάθηκε πριν καθίσει, έβγαλε το εισιτήριο να δει τη θέση και το βαγόνι του, κοίταξε το ρολόι –είχε χρόνο, κάθισε στο παγκάκι. Πολλές φορές στη ζωή του ανησυχούσε γιατί κάτι ήθελε να κάνει, κάτι έπρεπε να γίνει –αλλά δεν θυμόταν τι ακριβώς. Οι ψυχολόγοι το λένε «αστικό άγχος», αυτός ήξερε πως ήταν σκέτες ενοχές. Πράγματα που δεν έκανες ή άλλα που έκανες λάθος, άνθρωποι που πλήγωσες ή άλλοι που στηρίχτηκαν πάνω σου και έπεσαν μόνοι τους –όλα αυτά τα απωθείς, δεν θέλεις να τα σκέφτεσαι. Αλλά δεν μπορείς να διώξεις την αίσθηση, δεν μπορείς να απαλλαγείς από ότι άφησες ανολοκλήρωτο. Κάτι ήθελε να κάνει. Προηγουμένως. Μια ολόκληρη ζωή. Αλλά ποτέ δεν το έκανε στην ώρα του. Κρίμα!

Εκείνη. Τη σκέφτηκε χωρίς συγκεκριμένη αφορμή –έτσι γινόταν πάντα. Δεν χρειαζόταν λόγο, τη σκεφτόταν απλά για να νιώσει καλύτερα. Μια ονειρικά ανοιχτή πόρτα ήταν εκείνη –τον προστάτευε από τα πάντα, αλλά για πόσο μπορείς να ξεφύγεις μέσα στο όνειρο; Κάποια στιγμή σε φοράνε τα παπούτσια σου, ξυπνάς άσχημα, βλαστημάς, κουτουλάς στον τοίχο, αλλάζεις κατεύθυνση, προχωράς, κουτουλάς στον τοίχο, αλλάζεις κατεύθυνση –που είναι η πόρτα;

Την έφθειρε αδιάκοπα. Την βύθιζε σε συμβιβασμούς, από τότε που την πρωτογνώρισε. Άλλαξε τη ζωή της, εκείνη έλεγε «καλύτερα», αυτός θυμόταν τη Λόρα Ντερν στην «Ατίθαση καρδιά» να κλαίει σπαρακτικά –«που είναι το όνειρό μου;» Η Λόρα Ντερν ήταν άσχημη κι όταν έκλαιγε γινόταν ασχημότερη. Εκείνη πάλι όχι. Ήταν όμορφη και δεν ήθελε να τη σκέφτεται δακρυσμένη. Την είχε δει να κλαίει, αυτός έφταιγε και θα έκανε τα πάντα για να μην ξανασυμβεί. Όταν ανακάλυπτε ότι αυτός είχε φύγει, εκείνη θα έκλαιγε. «Είδες πόσο αποτελεσματικά κάνω τα πάντα για να μην ξανακλάψεις;» Γέλασε. Μετά ξεφύλλισε τις δικαιολογίες του στις ασπρόμαυρες σελίδες της εφημερίδας. «Θα είναι καλύτερα για εκείνη». «Θα ξεχάσει, αργά ή γρήγορα και θα ξαναφτιάξει τη ζωή της». «Θα είναι πλέον ελεύθερη».

Άφησε την εφημερίδα πλάι του. Μελάνι στα δάχτυλα –τελικά επέλεγε αυτό που εκείνος ήθελε. Όλα βρίσκονταν εκεί, μπροστά του –προβλήματα και η ευτυχία, άγχος και λύσεις, μπισκότα με κρέμα σοκολάτας, από αυτά που σε λιγώνουν και κολλάνε στα δόντια σου. Αυτός επέλεγε να φύγει με κάποιο τρένο –γιατί όχι; Ποιος θα τον κατηγορούσε; Ποιος είχε το δικαίωμα; «Κοιτάξτε τη δική σας ζωή –σας είπα ποτέ, εγώ, τι να κάνετε;»

Έψαξε τις τουαλέτες, ήθελε απεγνωσμένα να πλύνει τα χέρια του, να ξεφορτωθεί το μελάνι από τα δάχτυλά του. «Λες και ήταν ποτέ δυνατό -να πλύνεις τα χέρια σου για να σφραγίσεις τη μοίρα σου!» Προχώρησε αργά, είχε χρόνο.

Το τρένο μπήκε στον σταθμό, ήταν μάλλον αφηρημένος, γι΄αυτό δεν άκουσε την ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά του, μαύρο, σίγουρο, τρένο από τα παλιά, με καπνούς και σαραβαλιασμένα παράθυρα. Κάποιοι πιτσιρικάδες είχαν γράψει με σπρέι «ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ» έξω από το δικό του βαγόνι. Μπήκε στις τουαλέτες και κοίταξε τριγύρω. Μια ξεθωριασμένη μεταλλική ταμπέλα έγραφε «ΑΠΟΧΩΡΗΤΗΡΙΑ», πάνω από τους καθρέφτες. Βρήκε το δικό του, ελεύθερο αποχωρητήριο, μπήκε μέσα και έκλεισε τον σύρτη.

Η μικρή να κλαίει. Εκείνη να κλαίει. Η μικρή να μεγαλώνει, δεν κλαίει πια, τρέχει στο σχόλασμα με τις φιλενάδες της –«ποιος σε περιμένει εσένα;», «η μαμά μου», «γιατί δεν έρχεται ποτέ να σε πάρει ο μπαμπάς σου από το σχολείο;» -συννεφιά στο προσωπάκι της. Εκείνη σχολάει από τη δουλειά της. Κουρασμένη, κατεβαίνει με το ασανσέρ, βγαίνει στο πεζοδρόμιο, κοιτάζει γύρω, τον ψάχνει –συνήθως την περίμενε κάτω από τη δουλειά. Μετά θυμάται και τα μάτια της θολώνουν.

Βάζει το χέρι του στη μέσα τσέπη του μπουφάν και ψαρεύει έναν μαρκαδόρο. Μετά γέρνει πάνω από τη λεκάνη της τουαλέτας, φτάνει τον τοίχο, γράφει «δεν αποφασίζεις εσύ πότε θα τελειώσει η ζωή σου». Σιγουρεύεται. Βγάζει το πιστόλι από την τσέπη του και το πετάει στο ξεχειλισμένο καλάθι –αριστερά από τη λεκάνη. Κοντοστέκεται. Αδειάζει τις σφαίρες από την τσέπη του παντελονιού. Στη λεκάνη. Τραβάει και το καζανάκι πριν βγει έξω.

Το τρένο ετοιμάζεται να ξεκινήσει, σφυρίγματα αφύπνισης όσων έχουν ξεχαστεί, ψάχνει το εισιτήριο. Στην τσέπη του δεν υπάρχει πλέον εισιτήριο –χαμογελάει καθώς κατευθύνεται προς την έξοδο. Κοιτάζει το ρολόι του, να βιαστεί, προλαβαίνει το λεωφορείο που θα τον πάει σπίτι –βιάζεται, σχεδόν τρέχει.

Δεν θέλει να ξαναβρεθεί σε αυτόν το σταθμό.

Πέμπτη, Απριλίου 19, 2007

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2007

Πρώτη προσέγγιση της "κραυγής": Ας σταματήσουν να μιλούν για λογαριασμό μας

Επειδή πολύ θα ήθελα να έχω κάνει το συγκεκριμένο ποστ για το δικό μου μπλογκ, αλλά το χρωστούσα στους "Ανθρώπους από Καλαμπόκι". Και γιατί, σε τελική ανάλυση, πρόκειται για κείμενο αναφοράς.

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007

Ποιοι χούλιγκανς;

Λατρεύω την υποκρισία. Μπορώ να κάθομαι με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση, χαζεύοντας κροκόδειλους παρουσιαστές και πολιτικούς που αναπτύσσουν επιχειρηματολογία την οποία θα ζήλευε ο λυκειάρχης μου (αν δεν είχε ήδη ψοφήσει). Με συναρπάζει η σικέ ευαισθησία, η υποκρισία των βαρύγδουπων δηλώσεων και η πλειοδοσία υποσχέσεων. Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν θεωρώ πιο ελκυστική την επίπλαστη ευαισθητοποίηση ή την πλήρη ασχετοσύνη επί του θέματος που σχολιάζει περισπούδαστα κάποιος. Δεν έχω ακόμα βρει απάντηση σε αυτό το δίλλημα.

Αλλά έμαθα πως η καινούργια τάση της επικαιρότητας λέγεται … όχι, όχι Άρθρο 16, ούτε ομόλογα Ασφαλιστικών Ταμείων … Η καινούργια τάση λέγεται «φαινόμενα χουλιγκανισμού». Τρέξτε όσο προλαβαίνετε γιατί από Παρασκευή η τάση θα δώσει τη θέση της στα πατροπαράδοτα –«φωτιά οι τιμές του αρνιού στην αγορά», «ακριβότερο φέτος το πασχαλινό τραπέζι» και «ηλιόλουστο το φετινό Πάσχα».

Την προηγούμενη εβδομάδα συναντήθηκαν ομάδες Παναθηναϊκών και Ολυμπιακών στην Παιανία –με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας άνθρωπος και να τραυματιστούν κάποιοι άλλοι. Γιατί λέω «ομάδες οπαδών» και όχι «χούλιγκανς»; Διότι, προφανώς, δεν ήταν όλοι χούλιγκανς και εγκληματίες. Τουλάχιστον, το παιδί που σκοτώθηκε δεν ήταν –συμφωνείτε κύριοι ειδικοί; Εσείς που καθορίζετε τις προθέσεις ανάλογα με την κατάληξη του γεγονότος –όποιος πεθαίνει είναι αθώος, όποιος σκοτώνει είναι ένοχος, σωστά;

Άκουσα πως το όνομα με το οποίο κυκλοφορούσε το παιδί ήταν «Άγγελος του Θανάτου» και είδα εκείνο το βίντεο από τη συμπλοκή. Τον είχαν μαχαιρώσει στα πόδια –αν ήταν χούλιγκαν πέθανε παλεύοντας γι΄αυτό που πίστευε.

Όπως μας πληροφόρησαν τα μέσα –όλοι οι αθλητικογράφοι ήξεραν πως θα γίνουν φασαρίες. Όλος ο κόσμος έβλεπε τις ομάδες των οπαδών να πηγαίνουν προς το μέρος συνάντησης –κομβόι με μηχανάκια. Αλλά, φυσικά, κανένας δεν ασχολήθηκε περισσότερο –ποιος ο λόγος άλλωστε; Αν ματαιωνόταν ο καυγάς, μόνο χαμένοι θα υπήρχαν. Κανάλια χωρίς γεγονός με καυτή τηλεθέαση, αστυνομικοί που πήγαν να αποτρέψουν τις φασαρίες και έφαγαν ξύλο από οπαδούς, κυβερνητικοί πολιτικοί που δεν θα είχαν τίποτα να εξαγγείλουν, αντιπολίτευση χωρίς αντικείμενο καταγγελίας.

Να υπενθυμίσω εδώ, πως κάποιοι οπαδοί είχαν απασχολήσει την επικαιρότητα, (λίγες μέρες πριν τα επεισόδια) στον αγώνα Ελλάδας-Τουρκίας. Εθνικιστικά συνθήματα, ξύλο στις κερκίδες, πανώ αλυτρωτισμού –«δεν τρέχει τίποτα, πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά που συμβαίνουν σε όλα τα γήπεδα», είχαν αποφανθεί οι «ειδικοί». Συμφωνώ –όταν κάποιοι χαιρετούν φασιστικά δεν τρέχει τίποτα, όταν σκοτωθεί ένας οπαδός αλλάζει το πράγμα. Γιατί στην πρώτη περίπτωση, αν κατακρίνεις το γεγονός κινδυνεύεις να στεναχωρήσεις τους φασίστες, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ρίχνεις μια τηλεοπτική κάλυψη της κηδείας και χτυπάς «καρφί» στο θυμικό.

Η αντιμετώπιση της συμπλοκής από τους επίσημους φορείς περιλάμβανε μια πολύωρη σύσκεψη των προέδρων των ΠΑΕ με την «Πολιτεία» για την καταπολέμηση της βίας, αλλά εγώ προτίμησα να δω στον Εισαγγελάτο έναν πιτσιρίκο, 17 χρονών, από τους συλληφθέντες. Ο οποίος βγήκε για να προστατευτεί, όπως είπε, επειδή τα κανάλια ανέφεραν οτι είχε καρφώσει κάποια άτομα. Φώναζε λοιπόν ο πιτσιρίκος πως δεν είχε δώσει κανένα όνομα και πως φοβάται μην του την πέσουν γιατί θα τον θεωρήσουν χαφιέ –ο Εισαγγελάτος αδιαφορώντας πλήρως για την τύχη του παιδιού επέμενε να ρωτάει, «έχετε στρατηγούς;», «θα ξαναδείρεις;». Υποθέτω πως, αν βρουν τον πιτσιρίκο μαχαιρωμένο θα φταίνε αποκλειστικά οι χούλιγκανς –έτσι δεν είναι;

Επιστρέφοντας στο θέμα και επειδή έχω μια μικρή (εικοσαετή περίπου) εμπειρία σε κερκίδες και πέριξ χώρους ποδοσφαιρικών γηπέδων –να επισημάνω κάποια πράγματα:

-Θυμάμαι ότι τα γεγονότα που έτυχαν μεγάλης δημοσιότητας, σχετικά με τα γήπεδα, τα προηγούμενα χρόνια, ήταν η τραγωδία της Θύρας 7 και η ανατροπή του πούλμαν με οπαδούς του ΠΑΟΚ στα Τέμπη. Καλώς έτυχαν δημοσιότητας –αλλά μήπως θυμάται κανένας αν αποδοθήκαν ευθύνες; Κάποιοι κρετίνοι είχαν κλείσει μια πόρτα στο Καραϊσκάκη με αποτέλεσμα η, ήδη προβληματική, έξοδος από ένα γήπεδο που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ασφαλείας να μετατραπεί σε ποντικοπαγίδα. Ποιοι; Και γιατί συνέχισε να λειτουργεί το συγκεκριμένο γήπεδο για πολλά χρόνια μετά;

Κάποιος οδηγός κάρφωσε ένα πούλμαν στα βράχια, ίσως να την πλήρωσε ο οδηγός αλλά δεν έγινε τίποτα με τα απάνθρωπα ωράρια εργασίας στα πούλμαν, με την πρόσληψη ατόμων χωρίς οδηγική εμπειρία κ.λ.π.

-Θυμάται κανείς τη μαζική εισβολή οπαδών στα βοηθητικά αποδυτήρια του παλιού ΟΑΚΑ, πριν την διεξαγωγή κάποιου τελικού για το κύπελο; Εκεί, τύγχανε να βρίσκονται μερικά κοριτσάκια που άλλαζαν ρούχα μετά από γυμναστικές επιδείξεις -οι οπαδοί θεώρησαν ευφυές να τα γδύσουν και να τα περιφέρουν τσίτσιδα στον αγωνιστικό χώρο. Μιλάμε για μαθήτριες δημοτικών σχολείων έτσι; Το θυμάστε; Όχι βέβαια, γιατί ούτε καν ενός λεπτού σιγή δεν κρατήθηκε πριν τον τελικό που, φυσικά, διεξήχθη κανονικότατα!

-Θυμάται κανείς τον οπαδό που βρέθηκε κρεμασμένος στις τουαλέτες του παλιού ΟΑΚΑ με το κεφάλι μέσα στη λεκάνη; Νεκρός φυσικά.

-Έχει αναρωτηθεί κανείς τι σήμαιναν τα συνθήματα που γέμιζαν πέρυσι τους τοίχους για τα μηχανάκια των Παναθηναϊκών τα οποία βρέθηκαν στα χέρια Ολυμπιακών μετά από συμπλοκή στην Εθνική οδό;

-Θυμάστε όμως σίγουρα τα αντίποινα στο Παγκράτι που προβλήθηκαν από όλα τα κανάλια με τη γαρνιτούρα των «χούλιγκανς εισαγωγής».

Εύκολα συμπεραίνεται πως οι φασαρίες μεταξύ οπαδών είναι διαχρονικό φαινόμενο το οποίο παρουσιάζει εξάρσεις σε διάφορες χρονικές περιόδους και η κάλυψή του από τα μέσα έχει να κάνει με σκοπιμότητες διαφορετικές από τη σοβαρότητα των επεισοδίων. Άρα μπορούμε να μιλάμε για «φαινόμενα χουλιγκανισμού» στην Ελλάδα; Πιστεύω πως ναι. Άσχετα με την έντασή τους και τις χωροχρονικές παλινδρομήσεις τους, τέτοια φαινόμενα υπάρχουν.

Ας διαχωρίσουμε τον οπαδό ποδοσφαιρικής ομάδας που κάποια στιγμή συμμετέχει σε επεισόδια λόγω συνθηκών (π.χ. Πρετεντέρης) από τον χούλιγκαν -και το άτομο που συμμετέχει σε επεισόδια διαδηλώσεων από τον χούλιγκαν (άλλοι είναι κύριε Παπαχελά μας, κι αν έτυχε κάποιος να πηγαίνει γήπεδο αλλά και σε πορείες δεν συνεπάγεται πως οι δυο χώροι συμπίπτουν, γαμώ τον γκεμπελισμό σας!). Κι ας δούμε το προφίλ του χούλιγκαν όπως αυτό έχει διαμορφωθεί στερεοτυπικά (αλλά και από την προσωπική μας εμπειρία):

Ο χούλιγκαν είναι άντρας συνήθως νεαρής ηλικίας και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, οργανωμένος στο κλαμπ κάποιας ποδοσφαιρικής, κυρίως, ομάδας. Διακρίνεται από την προσκόλληση του σε συγκεκριμένο τρόπο ντυσίματος και από την επιθετική, εν γένει, συμπεριφορά του. Κάπως έτσι δεν είναι ο χούλιγκαν στο μυαλό των περισσοτέρων;

Δεν θα διαφωνήσω με τη στερεοτυπική εικόνα γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο η εξέταση της συμπεριφοράς τους, από το, κατά πόσο φοράνε μπλούζα Iron Maiden και καπνίζουν χόρτο. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε με σχετική ασφάλεια να υποθέσουμε πως οι χούλιγκανς είναι άτομα που διακρίνονται από έλλειψη προοπτικών. Είτε πρόκειται για εργασιακές προοπτικές, είτε για ιδεολογικές –το γεγονός παραμένει πως τα συγκεκριμένα άτομα τυποποιούνται «στο πλάι των κοινωνικών διαδικασιών». Ας το δούμε αυτό αναλυτικότερα:

  • Μια μεγάλη μερίδα των χούλιγκανς ανήκει σε αυτό που ονομαζόταν παλιότερα «λούμπεν προλεταριάτο». Πρόκειται για το κοινωνικό στρώμα που ζει σε συνθήκες ένδειας, χωρίς δυνατότητα πρόσβασης στις μορφωτικές διαδικασίες και χωρίς προοπτικές κοινωνικής ανέλιξης. Επακόλουθο της κοινωνικής του θέσης είναι η αντίδραση απέναντι σε ένα κοινωνικό σύστημα που εγκλωβίζει και γκετοποιεί τα άτομα. Για τις εκφάνσεις της αντίδρασης θα αναφέρω κάποια πράγματα πιο κάτω. Γιατί στο συγκεκριμένο σημείο τίθεται το ερώτημα σχετικά με το ποιος ευθύνεται για τον εγκλωβισμό ανθρώπων στο κοινωνικό περιθώριο. Αν πιστεύετε ότι φταίνε οι ίδιοι οι εγκλωβισμένοι γιατί αυτό-περιθωριοποιούνται, δεν χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Έχετε ήδη τις απαντήσεις που χρειάζεστε για να «νίψετε τας χείρας σας» πριν πέσετε για ύπνο. Ίσως να ρωτήσετε -«μα καλά, είναι εντελώς ανεύθυνοι για τις πράξεις τους όλοι αυτοί; χιλιάδες νέοι βρίσκονται σε παρόμοιες συνθήκες, αλλά δεν γίνονται όλοι χούλιγκανς». Σωστή παρατήρηση –η γνώμη μου είναι πως στους χούλιγκανς θα πρέπει να καταλογιστούν όσες ευθύνες αναλογούν στην πόρνη που σκοτώνει τον νταβατζή της. Δεν το κάνουν όλες οι πόρνες –σωστά;
  • Μια, εξίσου, μεγάλη μερίδα των χούλιγκανς παρουσιάζεται διεσπαρμένη σε διάφορα κοινωνικά στρώματα και δεν μπορεί να ταξινομηθεί με βάση την οικονομική τους κατάσταση. Πρόκειται για άτομα που έχουν απογοητευτεί από τις υπάρχουσες ιδεολογικές δομές και αναζητούν μια διαφορετική ιδέα, η οποία θα τους συναρπάσει και θα τους ωθήσει σε δράση. Είναι προφανές (και σε αυτή την περίπτωση) πως η ευθύνη δεν ανήκει στα άτομα που απορρίπτουν κάποιους ιδεολογικούς χώρους, αλλά στους διαχειριστές των συγκεκριμένων χώρων που έχουν δημιουργήσει συνθήκες απώθησης και έχουν αποσυνδέσει την ιδεολογία από την πράξη.

Υπενθυμίζω πως η παραπάνω κατηγοριοποίηση αφορά αποκλειστικά χούλιγκανς (άτομα οργανωμένα στην υποστήριξη μιας ποδοσφαιρικής, συνήθως, ομάδας που συμμετέχουν, εξίσου οργανωμένα, σε συμπλοκές –υποστηρίζοντας την ομάδα τους). Υπάρχουν πολλοί που έχουν συμμετάσχει σε επεισόδια εντός ή εκτός γηπέδων –αυτό δεν τους κάνει απαραίτητα χούλιγκανς.

Είναι αρκετά διαδεδομένη η αντίληψη πως σκοτεινοί τύποι κατευθύνουν τους χούλιγκανς για την προάσπιση των συμφερόντων των ιδιοκτητών των ΠΑΕ ή για άλλους αδιευκρίνιστους (λίγο ως πολύ) σκοπούς. Οι λόγοι που ενισχύουν αυτή την αντίληψη έχουν να κάνουν, τόσο με την πεποίθηση πως οι ομάδες χούλιγκανς είναι εύκολα κατευθυνόμενες και ελεγχόμενες όσο και με την αποδεδειγμένη (οικονομική και άλλη) ενίσχυση των ΠΑΕ προς τους συλλόγους οπαδών. Θα μου επιτρέψετε να αμφιβάλλω. Οι ομάδες χούλιγκανς είναι τρομερά ανομοιογενείς και η συμπεριφορά των ατόμων που τις αποτελούν είναι, εν πολλοίς, απρόβλεπτη. Μάλλον πρόκειται για άτυπες και περιστασιακές συμμαχίες με τους ιδιοκτήτες των ΠΑΕ, παρά για οργανωμένο στρατό.

Όσοι έχει τύχει να γνωρίσουν χούλιγκανς θα έχουν παρατηρήσει πως πρόκειται, στην πλειοψηφία τους, για άτομα ομοφοβικά, ξενοφοβικά και αδιάλλακτα. Υπάρχουν περιπτώσεις ομάδων χούλιγκανς που διακρίνονταν από αντικρατικές και αντιεξουσιαστικές αντιλήψεις –αλλά φοβάμαι πως, πλέον, οι συγκεκριμένες ομάδες τείνουν να γίνουν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Θυμάστε το σχετικό τραγούδι των Σπυριδούλα;

«Απ΄το πρωί βάζεις στις τσέπες τις κροτίδες/ και συναντάς τους άλλους στο σταθμό./ Πολιορκείς τη θύρα, ατέλειωτες κερκίδες/ προχτές κατάργησαν τον αρχηγό./ Χούλιγκανς, χούλιγκανς/ δεν τους πλησιάζει κανείς,/ δεν θα τους νιώσει κανείς./ Ο αγώνας τέλειωσε, τραβάει για το σπίτι/ θα πάει σινεμά με τη μικρή./ Αύριο Δευτέρα θάναι ατέλειωτες οι μέρες/ μέχρι να ‘ρθει η άλλη Κυριακή».

Καταπληκτική περιγραφή όσων θέλω να πω στο συγκεκριμένο ποστ!

Ποια είναι η κατάληξη όλων των παραπάνω; Νομίζω πως μπορώ πλέον να συνοψίσω:

  • Οι ομάδες χούλιγκανς έχουν αρκετά κοινά με τις συμμορίες των πόλεων (κλασσικό παράδειγμα, οι αμερικάνικες και οι βραζιλιάνικες συμμορίες). Έχουν χαλαρή οργάνωση στα πλαίσια μιας ιδέας, είναι επιθετικοί και ακραίοι στις αντιδράσεις τους.
  • Οι ομάδες χούλιγκανς ενεργούν σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη για την προάσπιση ενός σκοπού, ο οποίος, τυγχάνει να λέγεται «αθλητικό σωματείο». Θα μπορούσαν ίσως να αντικαταστήσουν αυτόν το σκοπό με κάτι άλλο, όπως η «φυλετική καθαρότητα», το «μεγαλείο του έθνους» κ.λ.π.
  • Οι ομάδες χούλιγκανς ωθούνται στον ακραίο τρόπο αντίδρασής τους από την ίδια την κρατική δομή που τους καταπιέζει και τους στερεί τις ευκαιρίες «ευθείας ανέλιξης».
  • Οι ομάδες χούλιγκανς καλύπτουν την ανάγκη κάποιων νέων ανθρώπων να αγωνιστούν για ένα ιδανικό. Καλύπτουν επίσης την ανάγκη για αποδοχή (σε συγκεκριμένους κύκλους), καταξίωση και εκτόνωση.
  • Οι ομάδες χούλιγκανς κουβαλάνε όλα τα στερεότυπα που συνεπάγονται τα στρεβλά συστήματα εκπαίδευσης. Αντικαθιστούν την αρτηριοσκληρωτική και εχθρική εκπαιδευτική διαδικασία που τους παρέχεται από το κράτος, με την αφομοίωση διαφορετικών και περιθωριοποιημένων κανόνων κοινωνικοποίησης.
  • Οι ομάδες χούλιγκανς λειτουργούν «στο πλάι» του κοινωνικού συστήματος και οι ενέργειές τους συμπορεύονται, συγκυριακά μόνο, με την ενίσχυση του συστήματος.
  • Αρκετά μέλη των ομάδων χούλιγκανς αξιοποιούν την ευκαιρία ένταξής τους στο κοινωνικό σύστημα, μέσω της ευκαιριακής συναλλαγής τους με παράγοντες του συστήματος (όχι, δεν αναφέρομαι στον Τσουκαλά του Ολυμπιακού και στον Χατζηχρήστο της ΑΕΚ –γιατί οι συγκεκριμένοι ανήκουν σε συνδέσμους οπαδών, αλλά απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν χούλιγκανς).
  • Όσοι χούλιγκανς επιβιώσουν της νεανικής τους εμπειρίας από τη συμμετοχή σε τέτοιες ομάδες, συνήθως ενισχύουν τα συντηρητικότερα και αντιδραστικότερα στρώματα της κοινωνίας.

Υπάρχουν συμπεράσματα; Δεν ξέρω. Μόνο τις δικές μου προτάσεις μπορώ να αναφέρω κι αυτές είναι, μάλλον, προφανείς:

  1. Σταματήστε να κατηγορείτε τους χούλιγκανς, όσο σφυρίζετε αδιάφορα μπροστά στη συμπίεση μεγάλου κομματιού του πληθυσμού σε συνθήκες εξαθλίωσης. Μην περιμένετε να σας το πουν τα δελτία ειδήσεων –ένα παιδί που ο πατέρας του πηδιέται στη Ναυπηγο-επισκευαστική, φλερτάροντας καθημερινά με την αναπηρία, ένα παιδί που αντιμετωπίζεται σαν καθυστερημένο στο σχολείο επειδή δεν έχει τα οικονομικά εφόδια για να ενσωματωθεί στη «δωρεάν παιδεία», ένα παιδί με προδιαγεγραμμένο μέλλον, ένα τέτοιο παιδί -είναι φυσικό να αντιδράσει. Και για τον τρόπο αντίδρασής του είμαστε υπεύθυνοι όλοι μας. ΟΛΟΙ ΜΑΣ.
  2. Σταματήστε να εκφράζετε τον αποτροπιασμό σας για τις συμπλοκές μεταξύ ομάδων χούλιγκανς. Πέρα από υποκρισία, δείχνει και μειωμένη αντίληψη των κοινωνικών συνθηκών. Ας υποθέσουμε πως με ένα μαγικό τρόπο διαλύονταν αύριο το πρωί όλες οι ομάδες χούλιγκανς που υπάρχουν στο λεκανοπέδιο. Αυτό δεν ήταν ο σκοπός της χτεσινής σύσκεψης ιδιοκτητών ΠΑΕ και «Πολιτείας»; Αφήστε κατά μέρος τις «υπηρεσίες» που παρέχουν οι ομάδες χούλιγκανς, όταν λειτουργούν σαν ομάδες πίεσης υπέρ των ΠΑΕ. Ας πούμε πως όλοι, ειλικρινά, θέλουν να διαλυθούν αυτές οι ομάδες. Πείτε μας τότε κύριοι υπουργοί και κύριοι πρόεδροι των ΠΑΕ –τα άτομα που συγκροτούσαν τις ομάδες χούλιγκανς τι θα γίνουν; Θα τους απορροφήσετε στις εταιρείες σας προκειμένου να ανταμείψετε τους αγώνες τους; Θα τους συλλάβει η «ευνομούμενη Πολιτεία» και θα τους στείλει στη Μακρόνησο; Δε νομίζω.

Αν αύριο το πρωί διαλυθούν όλες οι ομάδες χούλιγκανς, τα άτομα που τις αποτελούν θα αναζητήσουν καινούργιες σημαίες, προκειμένου να ενταχθούν, να διοχετεύσουν την αντίδρασή τους –να πολεμήσουν με λίγα λόγια. Δεν είναι έτσι;

Ποιες θα είναι αυτές οι σημαίες κύριοι; Οι σημαίες των κοινοβουλευτικών κομμάτων; Ούτε για αστείο δεν στέκει αυτή η πρόταση. Μήπως θα ενταχθούν στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά; Πολύ δύσκολο, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζεται η διαμόρφωση αριστερής συνείδησης, μέσα από την πνευματική καλλιέργεια ή μέσα από εργασιακούς χώρους και η πλειοψηφία των χούλιγκανς είναι, όπως είπα παραπάνω, αποκλεισμένοι από τις εκπαιδευτικές διαδικασίες και χωρίς εργασιακές προοπτικές.

Άρα τι άλλο μένει εκτός από τις εθνικιστικές, φασιστικές, ρατσιστικές σημαίες; Είναι εύκολο να γίνεις ρατσιστής, εθνικιστής, σωβινιστής, φασίστας γιατί απλά φορτώνεις όλα τα κακά της μοίρας σου σε άλλους και ξεμπερδεύεις.

Μήπως, λοιπόν, είναι προτιμότερο να συμπλέκονται (ακόμα και να σκοτώνονται) μεταξύ τους οι χούλιγκανς από το να μαχαιρώνουν μετανάστες, ομοφυλόφιλους και αριστερούς; Αν μη τι άλλο –οι χούλιγκανς πηγαίνουν στα ραντεβού τους προετοιμασμένοι για φασαρία. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τον «μελαμψό» που γυρίζει σπίτι του ανυποψίαστος και κομματιασμένος από το μεροκάματο.

Είναι λύση αυτή; Να σκοτώνονται μεταξύ τους για να μην σκοτώνουν τον υπόλοιπο κόσμο; Όχι. Η λύση έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση του προβλήματος κι αυτό δεν είναι άλλο από τη γκετοποίηση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού –ειδικά στο λεκανοπέδιο της Αθήνας. Όσο σφυρίζουμε αδιάφορα για το Πέραμα, το Λαύριο, τη Χαλυβουργική και ένα σωρό άλλα ελληνικά σλαμ –η δαιμονοποίηση των χούλιγκανς θα αποτελεί μια ακόμα αξιολάτρευτη υποκρισία.

Υ.Γ.: Υπάρχει μια καταπληκτική αναδημοσίευση (από το indymedia), σχετικά με το θέμα, στο μπλογκ του ΘείουΆρη.

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2007

"Πες στις γυναίκες οτι φεύγουμε"

Οι Grinderman μιλάνε για το πρώτο single που θα κυκλοφορήσει –από τον δίσκο με τίτλο το όνομά τους. Το single έχει τίτλο «Get it on»:

«Αυτό το πράγμα τραγουδιέται ακουμπώντας σε λούπες από μαντολίνο κι έχει βασιστεί σε μια κρυφή μελωδία με λαγούτο του 11ου αιώνα», ρίχνει την πρώτη μπαλιά ο Ellis.

«Του 12ου αιώνα», υπολογίζει ο Casey.

«Είναι ένας θρήνος για τον μεσσιανικό rocknroll ήρωα», λέει ο ανανεωμένος Cave, «και ξεκινάει, φυσικά, με μια ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων».

«Ποντίκια, σκυλιά, μπαμπουίνοι, ύαινες», λέει ο Marty.

«Ναι, εντάξει, για μένα όλοι οι εχθροί της έμπνευσης παίρνουν μορφές ζώων», εξηγεί ο Cave, «είναι όλα γύρω μας … και φυσικά, μέσα μας».

«Από όλες τις λούπες που σας έστελνα, αυτή ήταν η πρώτη που πραγματικά ούρλιαζε για να χρησιμοποιηθεί», μουρμουρίζει ο Ellis, από τη μαύρη τρύπα της γενειάδας του.

«Ναι, γιατί αλέθει (grinds) τα πάντα … τα ισοπεδώνει …», μουγκρίζει ο Sclavunos.


Οι Grinderman έβγαλαν αυτό το τραγούδι σε 45άρι δισκάκι και περιορισμένα αντίτυπα –ήταν το πρώτο βινύλιο που αγόρασα, εδώ και 10 χρόνια. Είχα ακούσει ήδη το τραγούδι, ας είναι καλά ο marquee που ψάρεψε τη σελίδα τους στο myspace –αλλά γούσταρα να έχω το συλλεκτικό βινύλιο, για χάρη του παλιού κακού καιρού.




Τον Φεβρουάριο του 2006, τα τέσσερα μέλη των Grinderman κλείστηκαν στα London's Metropolis Studios για έναν πενθήμερο μαραθώνιο ηχογραφήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν μπόλικες ώρες ακατέργαστου υλικού.

Τον Απρίλιο του 2006, οι Grinderman πέρασαν μια βδομάδα με τον παραγωγό Nick Launay, στα στούντιο της RAK. Ξαναδούλεψαν το υλικό, κατέληξαν σε 13 τραγούδια και επέστρεψαν στα Metropolis για την τελική μίξη.


Warren: «Θέλαμε να είναι κάτι πραγματικά ανοιχτό, κάτι απελευθερωτικό. Πήγαμε σε μέρη που, σε κανονικές συνθήκες, δεν θα πηγαίναμε … και προσπαθήσαμε να το τραβήξουμε ακόμα πιο μακριά …»

Marty: «Με τον Nick να παίζει κιθάρα, αλλάζει όλη η δυναμική»
Warren: «Ο Launay μαζεύει όλους τους καλούς ήχους. Δεν θέλαμε να υπάρχουν εμπόδια ανάμεσα στον ήχο της μπάντας και την παραγωγή και ο Launay ήταν τέλειος σε αυτό.»

Jim: «Το όνομα Grinderman (Μυλωνάς) έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα στο συγκρότημα. Περιγράφει τη μουσική που κάνουμε, περιγράφει αυτό που κάνουμε. Αλέθουμε».

Το αποτέλεσμα της διαδικασίας σύνθλιψης διαφορετικών μουσικών ειδών ανάμεσα στις μυλόπετρες των Grinderman ήρθε στα χέρια μου σε μορφή cd. Είχα δει τα σημάδια στην τελευταία συναυλία του ακουστικού σχήματος που έφερε μαζί του ο Cave στον Λυκαβηττό –αυτό το σχήμα είναι, στην ουσία, οι Grinderman. Είχα ακούσει τις μεταλλικές εκτελέσεις των τραγουδιών που λειτουργούσαν όπως οι μπίλιες του φλίπερ –χτυπώντας σε ασύγχρονα ακόρντα, ξεχασμένα από την εποχή των Birthday Party, χαράζοντας διαγώνια αυλάκια στην περίοδο των Bad Seeds και καταλήγοντας σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Είχα σκεφτεί τότε πως για τον Cave ίσχυε το «μια φορά ρεμάλι –για πάντα ρεμάλι». Υπήρχαν όλες οι προειδοποιήσεις –αλλά και πάλι απροετοίμαστος πιάστηκα από το cd των Grinderman. Γιατί;

Σκέψου τι έπαθαν αυτοί που έβαλαν για πρώτη φορά στο πικάπ τους, το «Disraeli gears» των Cream! Ή το «Born to run» του Bruce Springsteen, το «True mask Replica» από τον Captain Beefheart, το «Electric ladyland» του Jimi Hendrix το "Nadir's big change" του Peter Hammill! Δεν μπορείς να πεις πως όλοι αυτοί δεν ήταν προετοιμασμένοι! Όπως και δεν μπορείς να ισχυριστείς πως αν βάλεις το δάχτυλο στην πρίζα δεν θα σε τινάξει το ηλεκτρικό ρεύμα –σωστά;

Το ξέρεις, το περιμένεις, το υπολογίζεις αλλά και πάλι παθαίνεις ηλεκτροπληξία –αυτό ακριβώς είναι η πρώτη δουλειά των Grinderman. Και επειδή κανέναν από τους παραπάνω δίσκους δεν αγόρασα όσο ακόμα το βινύλιό του ήταν ζεστό, επειδή ήξερα απέξω τα τραγούδια πριν πάρω τους δίσκους, άρα καταλάβαινα τον ηλεκτρισμό που κυλούσε στα αυλάκια τους –αλλά ΔΕΝ ΜΕ ΤΙΝΑΖΕ ΤΟ ΡΕΥΜΑ, γι΄αυτό ακριβώς είμαι ευγνώμων στους Grinderman που με αξίωσαν να ζήσω το φαινόμενο «όρθια μαλλιά, ορθάνοιχτα μάτια –κοκαλωμένος» από πρώτο χέρι. Και για πρώτη φορά.


«Πρέπει να σηκωθώ και να ξαναπέσω για να αρχίσω πάλι από την αρχή», λέει ο Cave, ενώ οι μουσικοί φαίνονται να κουρδίζουν ακόμα –στο ξεκίνημα του «Get it on». Θυμάσαι τι είπε παραπάνω; «Το κομμάτι ξεκινάει με μια ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων», ποιο ξεκάθαρη δεν θα μπορούσε να γίνει. Αλλά γιατί το κυκλοφόρησαν σε 45άρι βινύλιο; Μάλλον γιατί έτσι ξεκίνησαν όλα –«στην αρχή». Φαζαρισμένες κιθάρες που έμπαιναν σε λάθος στιγμή, παραμόρφωση όσο δεν παίρνει και ακατέργαστες κραυγές, πολύ πριν ο τραγουδιστής μάθει να τραγουδάει. Οι Grinderman πάνε πίσω –όχι γιατί στέρεψαν από έμπνευση (άλλωστε το διπλό ‘Abbatoir Blues/ Lyre of Orpheus’ ήταν ότι πιο ολοκληρωμένο κυκλοφόρησαν οι Bad Seeds την τελευταία δεκαετία) κι όμως οι Grinderman αποφασίζουν να πάνε πίσω, γιατί κάτι ξέχασαν εκεί κάτω, κάτι άφησαν και επιστρέφουν για να το μαζέψουν. Να το μαζέψουν και να το αλέσουν –όπως λένε.

Δεν σου έχει έρθει ποτέ η διάθεση να γυρίσεις στα στέκια που σύχναζες όταν ήσουν πιτσιρικάς; Να αράξεις με την παρέα και να κάνετε μαλακίες, να τραγουδήσετε για τις εποχές που σας έδερνε η αγαμία –«Είδα ένα κορίτσι μέσα στο πλήθος/ έτρεξα, φώναξα/ της ζήτησα να πάμε βόλτα μαζί/ αλλά είπε πως δεν ήθελε./Της διάβασα Έλλιοτ της διάβασα Γέιτς/, έκανα τα πάντα για να μείνω έξω, αργά/ έφτιαξα τα κάγκελα στην αυλή της/ αλλά ακόμα δεν ήθελε./ Της αγόρασα μια ντουζίνα κατάλευκα περιστέρια/ της έπλυνα τα πιάτα με πλαστικά γάντια/ την είπα ‘γλυκιά μου’ και ‘αγάπη μου’/ αλλά ακόμα δεν ήθελε./ ΓΑΜΩΤΟ!» (No pussy blues).

Να μιλήσεις για το τέλειο κορίτσι που, για πάντα θα κυκλοφορεί σαν φάντασμα στα όνειρά σου -«Νομίζω πως άκουσα ένα μωρό να κλαίει/ όσο σκεφτόμουν την Ηλεκτρική Αλίκη που περνούσε/ με κάνει να νιώθω πάλι σαν μικρό παιδί/ όσο σκέφτομαι την Ηλεκτρική Αλίκη σε μια ασημένια βροχή» (Electric Alice)

Να φρικάρεις με όσα γίνονται γύρω σου, με πολέμους και αίματα στις ειδήσεις, αλλά τώρα που είσαι με την παρέα –για το μόνο που θέλεις να μιλήσεις να είναι η καθημερινή σου φρίκη –όχι η παγκόσμια -«Ένα παιδί πεσμένο στο γκαζόν/ οι γείτονές του στο τηλέφωνο/ ο τηλεφωνητής ρωτάει ‘Τι έγινε;’/ ‘Σας παρακαλώ κύριε, πείτε μου τι έγινε;’/ ‘Το παιδί είναι πεσμένο στο γκαζόν/ μου έσπαγε τα νεύρα τόσον καιρό/ γιατί οδηγούσε το ποδήλατό του στο γκαζόν/ τώρα είναι πεσμένο στο γκαζόν’/ Θα με αγγίξει κάποιος;/ Σας παρακαλώ, ας με αγγίξει κάποιος!/ Γλυκιά μου ας πάμε ένα ταξίδι μέχρι τον ΑΡΗ» (Honey bee –let’s fly to Mars).

Να παραδεχτείς ότι τελικά, έχεις γαμήσει τη ζωή σου και εκείνη η γυναίκα σε κουμαντάρει ακόμα -όσο κι αν το σιχαίνεσαι -«Σε είδα να περπατάς στο δρόμο/ σε φώναξα από το παράθυρο αλλά δεν με άκουσες/ σε περίμενα να έρθεις πάλι σε μένα./ Δεν σε χρειάζομαι για να με ελευθερώσεις./ Γιατί κάθε φορά που σε βλέπω, αρρωσταίνω/ και κάθε φορά που σε σκέφτομαι, αρρωσταίνω/ και κάθε φορά που σε ονειρεύομαι, αρρωσταίνω/ και κάθε φορά που κλαίω για σένα, αρρωσταίνω./ Δεν σε χρειάζομαι για να με ελευθερώσεις./ ΕΝΤΑΞΕΙ ΛΟΙΠΟΝ! Ελευθέρωσέ με(I don’t need you –to set me free).

Κι όταν περισσεύει το ποτό, να κλάψεις για τον πατέρα σου -«Ο μπαμπάς μου ήταν αστροναύτης/ αυτό μου έλεγαν συνέχεια/ ο μπαμπάς μου έφυγε μακριά πολύ νωρίς/ τώρα ζει στο φεγγάρι». (Man in the moon)

Αλλά γιατί όλα αυτά; Τι ανάγκη έχεις να λιώσεις με τους φίλους σου, να θυμηθείς κάθε δυστυχία της ζωής σου, να αναπολήσεις τις ήττες σου; Γιατί αυτοί οι τύποι γύρισαν πίσω τις ζωές και τις μουσικές τους; Λένε -«Είμαστε άρρωστοι και κουρασμένοι/ από αυτή την απαρηγόρητη αυτό-εξυπηρέτηση./ Το μόνο που θέλαμε ήταν ένας συναινετικός βιασμός για το απόγευμα/ και λίγο ακόμα από το ίδιο για το βράδυ./ Είμαστε επιστήμονες/ κάνουμε γεννετικά πειράματα,/ αφήνουμε τη θρησκεία/ στους ψυχοπαθείς και τους φανατικούς,/ αλλά είμαστε κουρασμένοι/ δεν έχουμε τίποτα για να πιστέψουμε,/ είμαστε χαμένοι./Πες στις γυναίκες οτι φεύγουμε» (Go tell the women we are leaving)

Οι φίλοι μου το ξέρουν πως ο Nick Cave πήγαινε παράλληλα με τη δική μου ζωή . Εντάξει, μου ρίχνει κάποια χρονάκια αλλά δεν τρέχει τίποτα. Τον είχα δει να σέρνεται απορημένος, όταν εγώ δεν ήξερα που πατάω. Τον άκουσα να απογοητεύεται από γυναίκες όταν εγώ κατέστρεφα συστηματικά τις προοπτικές μου. Τον είδα καλοβολεμένο οικογενειάρχη μπροστά σε ένα πιάνο, όταν, επιτέλους κατάφερα να φέρω τη δική μου ζωή σε μια ρότα. Τον άκουσα πρόωρα γερασμένο από τη ρουτίνα, όταν εγώ αναρωτιόμουν αν θα καταντήσω έτσι. Και τον πέτυχα –στις δυο τελευταίες του συναυλίες, όταν έψαχνε να βρει από πού την κοπανάμε. Ε, τώρα το βρήκε ο γαμημένος!

Το βρήκε και το ονόμασε Grinderman –γιατί σκοπεύει να αλέσει ότι κουβαλάει στο κεφάλι του κι ας έρθουν οι υπόλοιποι να ζυμώσουν φρέσκο ψωμί με το μπαγιάτικο αλεύρι του -«Είμαι ο Grinderman/ στην ασημένια βροχή/ στο χλωμό φως του φεγγαριού/ είμαι ανοιχτός μέχρι αργά./ Ναι, είμαι ο Grinderman/ εφτά μέρες τη βδομάδα/ με κάθε τρόπο που μπορώ». Και το ηλεκτρικό βιολί γίνεται ηλεκτρικό μπουζούκι στα χέρια του μάγου, η rhythm section έρχεται κατευθείαν από τα στούντιο της Electra, μετά το τέλος της ηχογράφησης του «L.A. Woman», ο δικός μου παίζει κιθάρα σε πλυσταριό –πίσω στο 80κάτι, αλλά για όλα αυτά ας μιλήσει ο marquee που είναι ειδικός. Εγώ μόνο να ακούω και να γουστάρω –μέχρι εκεί κατέχω. Άσε που είμαι και βιαστικός, γι’ αυτό σου λέω -περίμενε λίγο ρε Αρχηγέ, πάω να πω στις γυναίκες ότι «εμείς φεύγουμε» κι έρχομαι πίσω σου. Περίμενε ρε!

Grinderman είναι οι παρακάτω:

Nick Cave - vocals, electric guitar, organ, piano
Warren Ellis - electric bouzouki, Fendocaster, violin, viola, acoustic guitar, backing vocals
Martyn Casey - bass, acoustic guitar, backing vocals
Jim Sclavunos - drums, percussion, backing vocals


While everything is quiet and easy
Mr. Grinder can have his way...
Memphis Slim, 1941
Υ.Γ.: Φυσικά, το ποστ είναι αφιερωμένο στον marquee de mud που προσπάθησε μάταια να με προειδοποιήσει για τον επερχόμενο τυφώνα, γράφοντάς μου μέχρι και τα demo των Grinderman και σε όλους τους παλιόγερους που γνωρίζω (φρικιό με τον Άσσο μπαστούνι -για σένα λέω).


Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More

 
Design by Tomboy | Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες και οι άλλοι