Και κάποιος από τους τρομερότερους διαλόγους -μονολόγους από την ίδια ταινία -κερασμένος από τον Deuced
Ο Γουίλιαμ Δημητρακόπουλος είναι πολύ διασκεδαστικός τύπος. Ανανεώνει το αυτοκίνητό του κάθε δυο χρόνια, πάντα την ίδια μάρκα, το ίδιο μοντέλο –αλλά καινούργια έκδοση. Ανανεώνει την γκαρνταρόμπα του δυο φορές τον χρόνο –όχι πάντα στο ίδιο στυλ. Ανανεώνει τις σπουδές του κάθε τρίμηνο –μέσω σεμιναρίων, πληρωμένων από την εταιρεία. Ανανεώνει τις παρέες του κάθε φορά που παίρνει προαγωγή –λίγο πριν πάρει προαγωγή. Είναι πολύ ελκυστικός στις γυναίκες, αποφεύγει όμως τους μακροχρόνιους δεσμούς, δεν έχει πτυχίο Πανεπιστημίου, αλλά διαθέτει μάστερ –και λοφτ στου Ψυρρή. Η μητέρα του είναι Γερμανίδα κι ο πατέρας του, πρώην εμπορικός αντιπρόσωπος. Τον μισώ τον Γουίλιαμ Δημητρακόπουλο.
Πονάει το στομάχι μου –έλκος. Δεν αντέχω τα ποτά, τα τηγανιτά και τα κρεμμύδια. Επίσης, το σκόρδο μου ρίχνει την πίεση και παθαίνω κατάθλιψη. Κάθομαι εδώ και κάτι μέρες στο μπαρ απέναντι από το γυάλινο κτίριο της εταιρείας και τρώω τοστ ανάμεσα στον καφέ και τις βότκες. Χαζεύω τον Γουίλιαμ Δημητρακόπουλο να μπαίνει κάθε πρωί, στις 9:17 –τον περιμένω να φύγει κάθε απόγευμα. Συνήθως, λίγο μετά τις 7:30. Συνήθως. Πριν από αυτόν, μπαίνουν περίπου 200 άτομα στο γυάλινο κτίριο -μετά από αυτόν, έρχονται άλλοι 50 ή 60. Εγώ πήγαινα κάθε μέρα στις 8:15. Πριν με απολύσουν, για να δώσουν τη θέση μου στον Γουίλιαμ Δημητρακόπουλο.
Η στάχτη του τσιγάρου πέφτει στο μανίκι της καμπαρτίνας μου –τη φοράω ακόμα, γιατί σήμερα έχει τρομερή υγρασία. Συγκρατούμαι. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να τινάξεις το μανίκι σου και να ρίξεις ότι ποτήρι υπάρχει στο τραπέζι. Όχι, λάθος –υπάρχει. Κοιτάζω το ρολόι πίσω από το μπαρ, είναι μόλις 10:28 και δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως έχω πάνω από 10 ευρώ στο πορτοφόλι μου. Τέλειωσα ήδη τον καφέ, σε λίγο ο λιγδιάρης θα με ρωτήσει με ψεύτικο ενδιαφέρον αν θέλω τίποτα άλλο να μου φέρει. Πρέπει να του πω κάτι. Εντάξει, δεν είναι απαραίτητο –από την άλλη όμως -πόση ώρα θα πιάνω το τραπέζι με έναν καφέ; Πόσο να κάνει ο καφές; Σίγουρα έχω λεφτά για ένα ποτό, αλλά θα πρέπει να παραλείψω το τοστ για σήμερα. Κι αυτό θα μου τσακίσει το στομάχι –νιώθω ήδη καούρες όσο το σκέφτομαι.
Το μπαρ ανοίγει στις 8 το πρωί και κλείνει στις 12 το βράδυ. Εξυπηρετεί τα γειτονικά γραφεία -παραγγέλνουν καφέδες, τοστ, κρουασάν. Και χυμούς. Το μαγαζί λοιπόν ξεκινάει σαν καφετέρια και μετατρέπεται σε μπαρ μετά το απόγευμα. Έχει μια κοπελίτσα που κουβαλάει καφέδες στα γραφεία και τον λιγδιάρη πίσω από τη μπάρα. Έχει και μόνιμους θαμώνες –κάτι παρέες, αλογομούρηδες του κερατά. Γέροι, βρωμεροί με ιπποδρομιακές εφημερίδες –κάθονται στο μεγάλο τραπέζι της πίσω πλευράς και τσακώνονται. Προφέρουν ρομαντικά ονόματα, «Ρόδο του Καΐρου», «Γλυκιά Ανάμνηση», «Τζέζαμπελ», ανακατεμένα με γελοίες προσφωνήσεις, «Άτακτη», «Μιχαλάκης», «Τσαχπίνα». Δεν έχει σημασία –από τα χαλασμένα δόντια τους, όλες οι λέξεις βγαίνουν σα βρισιές. Και είναι δηλαδή –συνέχεια γκρινιάζουν για τα λεφτά που έχασαν. Κάθε Τετάρτη αλλάζουν τα ονόματα με πόλεις. «Μπόχουμ», «Κολωνία», «Αρμίνια Μπίλεφελντ», «Στόουκ Σίτυ», «Μπρίστον Ρόβερς», «Γκιγιαρμπακίρ». Μόνο τα χαμένα λεφτά δεν αλλάζουν και η γκρίνια.
Αυτοί δεν έχουν έρθει ακόμα, οπότε είμαι μόνος στο μπαρ. Η κοπελίτσα λείπει για παραγγελίες, ο λιγδιάρης πλένει ποτήρια κι εγώ πίνω το νερό μου. Αργά, μέχρι να τελειώσει. Μετά θα πάρω ποτό. Διαβάζω και εφημερίδα –στην αρχή την έπαιρνα για τις αγγελίες –τόσο ηλίθιος ήμουν! Ποιος θα πάρει στη δουλειά του έναν απολυμένο 54 ετών; Είχα τηλεφωνήσει σε κάποιους, νόμιζαν ότι τους κοροϊδεύω οι άνθρωποι. Σταμάτησα να τηλεφωνώ και να με κοροϊδεύω. Έχω ακόμα τα λεφτά της αποζημίωσης –υπάρχει και η δουλειά της γυναίκας μου. Δεν πρόκειται αυτή να χάσει τη δουλειά της, είναι υπάλληλος σε Δημαρχείο. Εντάξει, δεν θα πεθάνουμε –όπως δεν ζήσαμε κιόλας –σωστά;
Ήμουν, κοντά 30 χρόνια στην εταιρεία. Από τότε που τέλειωσα τη Βιομηχανική –είχα έρθει για πρακτική και μετά τον στρατό με προσέλαβαν. Καλή εταιρεία, νοικοκυρεμένη, με διοικητικό συμβούλιο. Α.Ε. Στην αρχή έκαναν κουμάντο τα παιδιά του ιδρυτή της φίρμας, μετά βαρέθηκαν. Ήταν στρωμένη η εταιρεία, έβαλαν έναν διευθύνοντα σύμβουλο και κάθισαν να τρώνε από τα έτοιμα. Επέζησα 7 διοικητικών αλλαγών, σχεδόν αλώβητος. Γιατί ανέβαινα αργά. Αν βιάζεσαι να πας πάνω, καταλήγεις στον πάτο το ίδιο γρήγορα. Εγώ δεν βιαζόμουν, γιατί άλλωστε; Μέχρι που ήρθαν οι μάνατζερς. Κωλόπαιδα από το Ντιρί, πανεπιστήμονες με αμερικάνικα πτυχία δι΄αλληλογραφίας και εγγλέζικα μεταπτυχιακά μετά κραιπάλης. Άσχετοι. Μιλούσαν πολύ και δεν έλεγαν τίποτα –φανταχτερές ιδέες, ανεφάρμοστες. Μαζί τους κι ο Γουίλιαμ Δημητρακόπουλος. Τον αντιπάθησα από την πρώτη στιγμή –όλους τους αντιπαθούσα δηλαδή. Ήθελαν να κάνουν διάφορα πράγματα που τελείωναν όλα σε «ινγκ». Βασικά ήθελαν να τρώνε σε ακριβά ξενοδοχεία με τα έξοδα πληρωμένα (μήτινγκ), να πηδιούνται στη Σαντορίνη και τη Μονεμβασιά κι αυτό να το λένε συνέδριο (μπρέιν στόρμινγκ), να τυπώνουν χρωματιστές ιλλουστρασιόν παπαριές (οπερέισοναλ πλάνινγκ). Και άλλα πολλά.
Εγώ έκανα τη δουλειά μου, όπως την ήξερα τόσα χρόνια. Υπήρχε ο κανονισμός της εταιρείας και ο κανονισμός είναι σημαντικό πράγμα. Αυτοί τον έγραφαν κανονικά –εγώ τον τηρούσα. Εξοδολόγιο. Υποβολή προτάσεων διαμέσου της ιεραρχίας. Προσοντολόγιο. Στ΄αρχίδια τους όλα. Μου έφερναν χαρτιά κι εγώ έπρεπε να ξεστραβωθώ για να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα. Ε, όχι κι έτσι!
Η εταιρεία πήγαινε κατά διαβόλου. Ο κύκλος εργασιών συρρικνωνόταν. Το πελατολόγιο εξανεμιζόταν. Κανένας δεν ήξερε πλέον τη δουλειά του. Αυτοί έφταιγαν.
Άρχισαν απολύσεις. Πρώτα στο βοηθητικό προσωπικό, μετά στη γραμματειακή υποστήριξη. Πολλοί φοβήθηκαν –εγώ όχι. Δεν ήμουν μέσα στους υποψήφιους, έκανα καλά τη δουλειά μου, με χρειάζονταν –τόσα χρόνια ήταν αυτά. Συγχωνεύτηκαν τα τμήματα, το δικό μου και του Γουίλιαμ Δημητρακόπουλου. Μόνο που εκείνος δεν είχε τμήμα –μια ξανθιά με ασημένια νύχια που του σήκωνε τα τηλέφωνα και ότι άλλο του ήταν πεσμένο … γίνομαι χυδαίος. Λάθος –αυτός ήταν ο χυδαίος. Εγώ έκανα τη δουλειά μου όταν έχασα το τμήμα. Τους υφισταμένους μου, το γραφείο μου, τις αρμοδιότητές μου –όλα τα έδωσαν στον Γουίλιαμ και την ξανθιά. Μου ανακοίνωσαν τη λήξη της συνεργασίας μας, παράγγειλαν και κάποια τιμητική πλακέτα –δεν πήγα ποτέ να την πάρω. Να τις βάλουν στον κώλο τους τις τελετές, δεν είναι τρόπος αυτός να φέρεσαι σε έναν συνεργάτη. Τόσα χρόνια και μετά «γεια σας, η εταιρεία σας ευγνωμονεί …» -χέστηκα λοιπόν για την εταιρεία. Μου έφαγαν και τρία χιλιάρικα από την αποζημίωση –όσο κοστίζει δηλαδή ένα γεύμα του Γουίλιαμ Δημητρακόπουλου με εκπροσώπους άλλων εταιρειών. Συνήθως πάει και η ξανθιά μαζί.
Από την κεντρική είσοδο του κτιρίου βγαίνει μια παρέα, 5 με 6 άτομα. Κοστούμια. Πιτσιρικάδες με έναν συνομήλικό μου ανάμεσά τους –για να σπάνε πλάκα. Τον ξέρω αυτόν. Δούλευε στην Υποστήριξη, λούφαρε πολύ και έγλυφε ακόμα περισσότερο. Καλός άνθρωπος –με όλους. Δεν θέλω να με δει. Σκύβω. Με είδε. Κάτι έδειχνε στους πιτσιρικάδες –μάλλον τη στάση του ΜΕΤΡΟ και γύρισε προς το τζάμι. Με είδε, αλλά έστριψε το κεφάλι του απότομα. Αλλού. Ήταν καλός άνθρωπος αλλά αυτό δεν σήμαινε πως θα μπλεκόταν με ξοφλημένους. Έχουμε κάτι στα ρούχα μας, στην ανάσα μας, στα χέρια μας και όσοι είναι ακόμα μέσα φοβούνται μην κολλήσουν. Μην βρεθούν απέξω σαν εμάς. Μόλυνση. Ίωση. Λέπρα. Κατάντια.
Μίλησα τις προάλλες με μερικούς από τους άλλους απολυμένους. Έκαναν σα να μην έτρεχε τίποτα. Αστειάκια, χαζομάρες, όνειρα για διακοπές και άλλες δραστηριότητες. Δεν μπορούσαν, λέει, τόσον καιρό να ασχοληθούν με αυτά που γούσταραν. Τώρα, επιτέλους, θα είχαν τη δυνατότητα. Διάβασμα, ψάρεμα, ταξίδια, κατασκευές επίπλων, επισκευές ηλεκτρικών. Βάζω στοίχημα πως θα πεθάνουν αξύριστοι, με τις πυτζάμες, μπροστά στην τηλεόραση –κατά τη διάρκεια της μεσημεριανής ζώνης. Θα έχουν ήδη σταματήσει να κυκλοφορούν σε φιλικά σπίτια κομπάζοντας –«τους τα βρόντηξα κι έφυγα, κάθε πράγμα έχει τα όριά του, δεν θα με πηδήξουν εμένα». Τα φιλικά σπίτια δεν θα τους καλούν πλέον -κυρίως γιατί μιλάνε ακατάπαυστα και πίνουν μια κάβα στην καθισιά τους. Αυτά που γουστάρουν! Αξύριστοι, άπλυτοι, με αιώνιο πονοκέφαλο –να ακούνε για την καινούργια πλαστική κάποιας ώριμης λαϊκής καρακάξας. Με το αυτί στο τηλέφωνο, μήπως τους λυπηθεί η εταιρεία και τους ξαναπροσλάβει. Σε όποια θέση νάναι –αυτοί ήταν απαραίτητοι, δεν μπορεί, θα φανεί η απουσία τους. Δεν μπορεί! Δεν μπορούν.
Εγώ δεν είμαι ένας από αυτούς. Εγώ είμαι εδώ. Με έδιωξαν από μέσα, αλλά δεν φεύγω. Θα περιμένω. Εδώ. Θα είμαι σε επιφυλακή για τη μέρα που το πρόσωπο του Γουίλιαμ Δημητρακόπουλου θα ξεπροβάλλει σκοτεινιασμένο. Και θα έρθω το επόμενο πρωί, να τον περιμένω μάταια. Θα είμαι εδώ όταν αυτός φύγει και θα κεράσω ακόμα και τους αλογομούρηδες εκείνη τη μέρα. Δεν βγαίνω από τις εξελίξεις τόσο εύκολα εγώ. 11:15. Είναι ώρα για εκείνη τη βότκα με μια φέτα λεμόνι. Θα μου διαλύσει το στομάχι –αλλά δε γαμιέται;
Ανάβω τσιγάρο παραγγέλνοντας και, ήδη, νιώθω καούρες. Τσούξιμο ανακατεμένο με σάλιο ανεβαίνει. Σφίγγω τους γιακάδες της καμπαρτίνας –ίσως φταίει η υγρασία. Ο λιγδιάρης ακουμπάει το σουβέρ προσεκτικά και άνευ λόγου. Το τραπέζι έχει να σκουπιστεί από την εποχή του Χρηματιστηρίου. Τότε ήταν πάντα γεμάτο το μαγαζί. Άνθρωποι που προσπαθούσαν να ξετρυπώσουν πληροφορίες από οικονομικές εφημερίδες. Ηλίθιοι. Ποιος τους είπε πως οι εφημερίδες δίνουν πληροφορίες; Εμπιστευτικό, λέει, το διάβασα στην εφημερίδα! Τόσο ηλίθιοι! Μετά, εξαφανίστηκαν. Μάλλον γύρισαν στις διπλοβάρδιες τους να ρεφάρουν τη χασούρα –κάποιοι αυτοκτόνησαν. Έτσι άκουσα.
Πίνω γρήγορα. Δεν θέλω να λιώσουν τα παγάκια –γι΄αυτό. Το νερωμένο ποτό μου φέρνει αναγούλα. Το κανονικό ποτό με καίει στο λαιμό. Πίνω διεκπεραιωτικά. Να τελειώσω, να πάω στο επόμενο. Ή να φύγω. Η κοπελίτσα επιστρέφει από τα γραφεία, μου κλείνει το μάτι. Με ξέρει, με θυμάται μάλλον. Με λυπάται ίσως. Αλλά δεν θέλω τέτοια –δεν τα έχω ανάγκη. Έχω γερό κομπόδεμα, την αποζημίωση –φροντίζω να μην ξοδεύω πάνω από 20 ευρώ την ημέρα –με αυτό το ρυθμό θα αργήσουν να τελειώσουν τα λεφτά. Αλλά σήμερα βρέθηκα με λιγότερα από 10 ευρώ –εκτάκτως. Ήταν εκείνο το μπρούτζινο αγαλματάκι που έδειχνε ένα φάρο, μικρό, μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο. Από αυτά που πουλάνε στο Μοναστηράκι, η βάση από χρωματισμένο γύψο, τα παραθυράκια σκαλιστά και κάτι ψεύτικες ακτίνες στο φανάρι της κορυφής. Στην εξωτερική τσέπη της καμπαρτίνας –χωράει μια χαρά. Φουσκώνει αλλά δεν περισσεύει. Γι΄αυτό το κολοκύθι ξόδεψα 15 ευρώ –ευτυχώς μου είχαν μείνει και κάτι ψιλά από χτες. Αγγίζω το μέταλλο συχνά –ένα εντελώς κακόγουστο αγαλματάκι. Θα ήθελα να το στήσω μπροστά μου, εδώ στο τραπέζι και να το χαζεύω. Αλλά δεν πρέπει. Θα ήταν λάθος.
Το ρολόι πίσω από τη μπάρα έχει κολλήσει. Η βότκα έχει τελειώσει. Αποφεύγω να δω την ώρα. Ο λιγδιάρης φωνάζει στην πιτσιρίκα. Κάπου τα σκάτωσε με τα ρέστα, κάποια παραγγελία έκανε λάθος. Κάτι τέτοιο. Η πιτσιρίκα δεν μιλάει. Στην αρχή πήγε να δικαιολογηθεί, αλλά θα έπρεπε να ξέρει πως δεν υπάρχουν δικαιολογίες οι οποίες να ευσταθούν ενώπιον ενός λιγδιάρη. Το βουλώνει λοιπόν και καταπίνει την κατσάδα –κατακόκκινη, αλλά έμπειρη. Εκείνος την πλησιάζει και μάλλον με δείχνει. Θέλει να με ξεφορτωθεί. Σε λίγο θα πλακώσουν τα μικροστελέχια για έναν γρήγορο καφέ, μετά το φαγητό. Κάθε μέρα ελπίζει πως θα χρειαστεί όλα τα τραπέζια, κάθε μέρα κάνει λάθος. Χαίρομαι. Απογοητεύεται. Αλλά δεν το δείχνει. Άργησαν και οι αλογομούρηδες σήμερα –ποιος ξέρει γιατί.
Παραγγέλνω μια κοκακόλα –δεν έχω λεφτά για περισσότερα. Σήμερα τουλάχιστον. Ο λιγδιάρης ξινίζει, η πιτσιρίκα βαριέται αλλά με σερβίρει. Σηκώνομαι να πάω στην τουαλέτα και πολύ το άργησα. Συνήθως κατουριέμαι αμέσως μετά τον καφέ. Αλλά σήμερα είμαι κάπως αδρανής. Σα να έχω σταματήσει τις λειτουργίες του οργανισμού μου –περίεργο πράγμα. Το αγαλματάκι χτυπάει στο ξύλο της πόρτας καθώς μπαίνω –βαρύ πράγμα, μασίφ. Φτύνω στη λεκάνη γιατί το στομάχι μου εκκρίνει σκέτα οξέα, μόνο αυτό δεν αδράνησε κατά πως φαίνεται. Αηδιάζω. Δεν είμαι καλά και ποτέ δεν ήμουν καλύτερα. Δεν θέλω να κοιταχτώ στον καθρέφτη όσο πλένω τα χέρια μου –είμαι σε άθλια κατάσταση, κολλημένες τούφες στη μέση μια προχωρημένης φαλάκρας. Δεν με αντέχω –απορώ πως δεν με πετάει στο δρόμο η γυναίκα μου. Με έχει συνηθίσει μάλλον –όπως τα έπιπλα και την ηλεκτρική κουζίνα. Δεν δουλεύει η κουζίνα, δηλαδή δεν δουλεύουν τα δύο από τα τέσσερα μάτια. Κι ο φούρνος χάνει. Πρέπει να τα φτιάξω –πρόβλημα στις αντιστάσεις και χαλαρωμένα λάστιχα μόνωσης. Τα καταφέρνω σε αυτά, μάλλον είναι το μόνο πράγμα που καταφέρνω πλέον. Πλένω τα χέρια μου και ξαναμπαίνω στην τουαλέτα. Βγάζω το αγαλματάκι. Το ζυγίζω στην παλάμη μου. Βαρύ. Λείες, λουστραρισμένες πλευρές, εύκολα γλιστράει. Αιχμηρή κορυφή. Πάλι στην τσέπη.
Κάποιος κάθεται στο τραπέζι μου. Τρίβω τα μάτια –αδύνατο! Όλο το μαγαζί άδειο κι αυτός πήγε να καθίσει στο δικό μου τραπέζι; Πλησιάζω, ζητάω συγνώμη, εδώ κάθομαι εγώ. Το ξέρει –εμένα περιμένει. Κάθομαι αμήχανα μάλλον. Μου συστήνεται. Δεν συγκρατώ το όνομά του –είναι από το σωματείο οικονομικών και διοικητικών υπαλλήλων. Έμαθαν για τις απολύσεις, έχουν έρθει σε επαφή με όλους τους υπόλοιπους που έδιωξε η εταιρεία. Κάποιος τους είπε που θα με βρουν. Με βρήκαν. Κοιτάζω τον άνθρωπο. Είναι πάνω-κάτω στην ηλικία μου. Τον αφήνω να συνεχίσει.
Το σωματείο θα κυνηγήσει την υπόθεσή μας δικαστικά. Έχουν δικηγόρους, σε εμάς δεν θα στοιχίσει τίποτα. Αρκεί μόνο να τους δώσουμε εξουσιοδότηση. Και τι θα βγάλουμε με αυτό; Ο άνθρωπος χαμογελάει –θα τους αναγκάσουν να μας ξαναπροσλάβουν. Ωραία! Και μετά θα μας πηδήξουν, θα μας κάνουν θυρωρούς, κλητήρες, καθαρίστριες στις τουαλέτες. Όχι! Θα τους αναγκάσουν να μας ξαναδώσουν τις θέσεις που είχαμε πριν απολυθούμε. Γίνονται αυτά; Γίνονται. Απλώνω τα πόδια μου κάτω από το τραπέζι με προσοχή να μην κλωτσήσω τα δικά του. Πόσο χρόνο παίρνουν αυτά τα πράγματα; Εντάξει –χρειάζεται χρόνος. Πόσος; Υπομονή χρειάζεται. Πόση; Ο άνθρωπος δεν μιλάει. Κι εγώ χάνω απότομα το ενδιαφέρον μου. Με ρωτάει αν έχω γραφτεί στο ταμείο ανεργίας. Συγκρατούμαι να μη γελάσω –δυο ώρες στήσιμο στην ουρά για 150 ευρώ το μήνα! Δεν είναι τόσο λίγα. Δεν έχει σημασία. Μετά από 5 λεπτά τυπικότητας φεύγει. Ας είναι καλά –βοήθησε την ώρα να περάσει.
Στα πόδια της καρέκλας του, βλέπω πεσμένο ένα πορτοφόλι. Μάλλον το είχε στην πίσω τσέπη και του έπεσε καθώς σηκωνόταν. Προλαβαίνω ακόμα, δεν θα έχει πάει μακριά –σηκώνομαι. Ξανακάθομαι. Αν φύγω θα αδειάσουν το τραπέζι μου και μετά πρέπει να ξαναπαραγγείλω. Τραβάω το πορτοφόλι κοντά, με το παπούτσι μου. Το ανοίγω –30 ευρώ στη μεσαία θήκη. Δίπλωμα, ταυτότητα, κάρτες. Παίρνω τα χρήματα. Κοιτάζω κρυφά τον λιγδιάρη –έχει χωθεί κάτω από τον πάγκο και βγάζει παγάκια μάλλον. Σηκώνομαι αδιάφορα, μέχρι την πόρτα. Βγαίνω έξω –δήθεν ψάχνω κάτι. Πετάω το πορτοφόλι μέσα από τη σχάρα, στον υπόνομο. Γυρίζω πίσω φουριόζος πριν προλάβει να καθαρίσει το τραπέζι μου. Είμαι πλούσιος για σήμερα. Του κάνω νόημα –ένα τοστ με διπλό τυρί.
Κοντεύει απόγευμα. Πίνω το τρίτο ποτό μου, όταν τελειώσω θα θέλω καφέ. Κουνάω τα δάχτυλα μέσα στα παπούτσια μου –μουδιασμένα. Είναι απόγευμα. Πίνω καφέ, αργά. Δεν μπορώ να πιω άλλο ποτό, μάλλον. Δεν αντέχει η τσέπη μου. Ο Γουίλιαμ Δημητρακόπουλος βγαίνει από το γυάλινο κτίριο. Χωρίς σακάκι, με τη γραβάτα χαλαρή. Πλησιάζει προς το μπαρ. Παραξενεύομαι –δεν με έχει συνηθίσει σε τέτοιες συμπεριφορές. Μπαίνει μέσα. Με βλέπει. Με χαιρετάει χαμογελαστός. Ανταποδίδω. Κάτι λέει στον λιγδιάρη και κάθεται απέναντί μου. Χωρίς να μου ζητήσει την άδεια.
Με ρωτάει τι κάνω εδώ και του λέω πως περιμένω κάτι φίλους. Δεν έχει σημασία –όταν ο Γουίλιαμ ρωτάει δεν περιμένει απάντηση. Το κάνει μόνο για τυπικούς λόγους. Με κοιτάζει. Τον ρωτάω πως πάει η δουλειά. Υπέροχα, το τμήμα είναι πολύ κοντά στην επίτευξη των φετινών δεικτών. Και χάρη στις δικές μου προσπάθειες, βιάζεται να προσθέσει δείχνοντας προς το μέρος μου. Και τότε γιατί με έδιωξαν αν πήγαινε καλά το τμήμα; Σκύβει προς το μέρος μου. Συνωμοτικά. Είναι η καινούργια πολιτική της εταιρείας –θέλουν να ανανεώσουν όλο το προσωπικό, μου λέει. Τώρα ήταν η σειρά μου, αύριο θα έρθει η δική του. Θέλουν νέο αίμα. Νέο αίμα! Τα σιχαίνομαι αυτά. Και το στόμα του μυρίζει άσχημα.
Πίνει το ποτό του αργά. Κάθε γουλιά, ρίχνει το κεφάλι πίσω –δείχνει να το απολαμβάνει. Ξέροντας την ποιότητα των ποτών του μαγαζιού δεν μπορώ παρά να νιώσω αηδία. Ή είναι ηλίθιος ή παθολογικά γλύφτης. Γυρίζει προς τον λιγδιάρη και του κάνει νόημα με τον αντίχειρα σηκωμένο και το ποτήρι ψηλά. Ο λιγδιάρης χαμογελάει. Παθολογικά γλύφτης.
Σκύβει πάλι προς το μέρος μου. Ακόμα ένα μυστικό που θα μοιραστεί μαζί μου. Κάνω πίσω αυτόματα. Τον σιχαίνομαι. Μιλάει με ένα ανεξέλεγκτο τσίριγμα. Θέλει να τον βοηθήσω με κάποια αρχεία –δεν έχει τους κωδικούς για να τα πειράξει. Γελάω. Από μέσα μου. Σιγά μην άφηνα τους κωδικούς! Τους δικούς μου κωδικούς. Με το ζόρι συγκρατούμαι να μην αγγίξω το άγαλμα στην τσέπη μου. Τελικά θα είναι ευκολότερο από ότι φανταζόμουν. Δεν θα χρειαστεί να περιμένω πότε θα τον πετύχω στην τουαλέτα του μπαρ. Ή πότε θα τον ξεμοναχιάσω, την ώρα που φεύγει από τη δουλειά. Θα του ανοίξω το κεφάλι μέσα στο ίδιο του το γραφείο. Στο δικό μου γραφείο –για να μην ξεχνιόμαστε.
Τον καθησυχάζω, θα τον βοηθήσω όσο μπορώ. Επίσης θα του δείξω κάποιο παλιό πρόγραμμα για αυτόματη ενημέρωση των καταστάσεων προσωπικού. Συγκρατούμαι, ελπίζω έγκαιρα. Δεν πρέπει να το παρακάνω. Τον κοιτάζω –άδικα ανησυχώ. Ο τύπος είναι ηλίθιος, νομίζει πως με την, πηγμένη στο ζελέ, γοητεία του μπορεί να ρίξει άνετα τους πάντες. Δεν έχει σημασία όμως –δεν πρέπει να το παρακάνω. Για καλό και για κακό.
Σηκώνεται να φύγει. Κοντοστέκεται –με ρωτάει πότε ευκαιρώ να περάσω από το γραφείο του. Τώρα; Ευτυχώς κρατιέμαι και δεν το λέω. Όχι τώρα! Είμαι εδώ γιατί περιμένω κάποιους φίλους –έτσι έχω πει. Όχι τώρα, σε δυο ώρες είναι καλύτερα. Σύμφωνοι; Σύμφωνοι, θα με περιμένει. Να έχει ξεμπερδέψει και με κάτι θέματα. Να έχει αδειάσει και η εταιρεία. Σκέφτομαι εγώ. Φεύγει αφού με χτυπήσει στην πλάτη φιλικά. Και δήθεν άνετα. Πόσο σκατιάρης μπορεί να είναι;
Βρίσκομαι όρθιος στη μέση του μπαρ. Τελικά δεν με ενδιαφέρει αν θα καθαρίσει το τραπέζι μου ο λιγδιάρης. Σήμερα είναι ξεχωριστή μέρα –βγαίνω στο δρόμο και κρυώνω απότομα. Κάποιος με φωνάζει, τρομάζω. Είναι ο εκπρόσωπος του σωματείου –μήπως βρήκα ένα πορτοφόλι προηγουμένως; Όχι δεν βρήκα. Ξύνει το κεφάλι του μπερδεμένος. Είχες πολλά λεφτά μέσα; Κάτι ψιλά (30 ευρώ, σκέφτομαι) αλλά δεν ήταν τα λεφτά. Ήταν τα χαρτιά του –αυτά τον ενδιέφεραν. Λυπάμαι ειλικρινά. Και φεύγω.
Ανεβαίνω προς τη λεωφόρο –έχει ένα ΑΤΜ εκεί. Θα χρειαστώ, ίσως, χρήματα. Είναι ειδική μέρα σήμερα –έχω προβλέψει τέτοιες υπερβάσεις του καθημερινού μου προϋπολογισμού. Νυστάζω. Νιώθω το κεφάλι μου βαρύ σε κάθε βήμα –δεν είμαι στα καλύτερά μου. Ανησυχώ –σήμερα έπρεπε να είναι πανέτοιμος. Αλλά, μήπως το ήξερα κιόλας; Μπερδεύω τα βήματά μου –δεν είμαι καθόλου καλά. Ακουμπάω πάνω στο σκέπαστρο του ΑΤΜ και ζαλίζομαι λίγο –δεν υπάρχει περίπτωση, δεν θα τα καταφέρω με τίποτα σήμερα. Έχω ένταση, τρέμω, δεν μπορώ να θυμηθώ το ΡΙΝ μου –συγκεντρώσου, ηρέμησε! Και τότε, ξαφνικά, όλα γίνονται ασυννέφιαστα. Θυμάμαι, δεν ζαλίζομαι, δεν τρέμω. Δεν νιώθω.
Με 100 ευρώ στην τσέπη περπατάω ψάχνοντας. Έχω σχέδιο. Θέλω να δοκιμάσω το αγαλματάκι, πριν το χρησιμοποιήσω. Ένα στενό –δεν μου κάνει, παιδάκια παίζουν εδώ. Δεύτερο στενό –όχι. Τρίτο στενό –αυτό χρειάζομαι. Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει και τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Βγάζω το αγαλματάκι κοιτάζοντας γύρω. Το κατεβάζω με δύναμη –βλακείες! Μόνο ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός, το παρμπρίζ παραμένει άθικτο. Και με πονάνε οι κλειδώσεις μου. Άλλη μία ή να το βάλω στα πόδια; Δυνατότερα και σταθερότερα. Σα να θέλω να χτυπήσω το τιμόνι, αγνοώντας πως υπάρχει παρμπρίζ πιο μπροστά. Σημαδεύω το τιμόνι, με φτιαχτή σιγουριά –μέχρι που μπορεί να νιώσω έκπληξη αν το αγαλματάκι φρενάρει πάνω στο παρμπρίζ. Δεν νιώθω καμιά έκπληξη! Το αγαλματάκι μετατρέπει το παρμπρίζ σε χοντροκομμένη ζάχαρη, με έναν γδούπο. Ο συναγερμός χτυπάει. Θαυμάζω! Τόσο πολύ που παραλίγο να ξεχαστώ. Τρέχω προς την άλλη πλευρά του στενού. Βλακεία μου! Πρέπει να φεύγεις προς την κοντινότερη γωνία, όχι προς την πιο μακρινή. Ηλίθιε! Ευτυχώς κανένας δεν βγαίνει στα κοντινά παράθυρα. Τρέχω μέχρι να λαχανιάσω. Και λίγο ακόμα για σιγουριά.
Τώρα κάθομαι σε ένα παγκάκι και καπνίζω. Και έχω πρόβλημα. Δεν έχω καθόλου διάθεση να ανοίξω το κεφάλι του Γουίλιαμ Δημητρακόπουλου. Λες και μου έφυγε όλη η ορμή στο σπασμένο παρμπρίζ. Αναρωτιέμαι κιόλας –γιατί ήθελα να τον χτυπήσω; Κι αν δεν τον σκότωνα; Θα με συλλάμβαναν την επόμενη στιγμή. Και τι θα τους έλεγα; Πως μου πήρε τη θέση και του άνοιξα το κεφάλι; Κι αν τον σκότωνα; Είναι σίγουρο ότι θα ξέφευγα; Δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα –το έχω δει σε 100 ταινίες αυτό. Όπως δεν υπάρχει και έγκλημα που να έχει διαλευκανθεί πλήρως –το έχω διαβάσει σε όλες τις εφημερίδες αυτό. Γιατί θέλω να τον σκοτώσω;
Επιστρέφω στο μπαρ. Τώρα έχει κόσμο –δεν είναι γεμάτο, αλλά έχει κόσμο. Γυναίκες, αρκετές γυναίκες που κάθονται στη μπάρα, μεσόκοπες, βαμμένες έντονα. Βίζιτες; Όχι –μεγαλοστελέχη μάλλον. Μιλάνε δυνατά, γελάνε αδιάκριτα. Κάποιες τις ξέρω. Κρύβομαι πίσω από την κολώνα, χώνομαι σε ένα τραπέζι για να μη με δουν. Είναι ενοχλητικές ακόμα και από μακριά. Έρχεται η κοπελίτσα πριν προλάβω να καθίσω. Τι θα πάρω; Για να δούμε –καφέ ήπια, ποτά … φτάνουν όσα έχω πιει. Μια μπύρα! Σιχαίνομαι τις μπύρες, μου προκαλούν φούσκωμα και αυξάνουν τις καούρες στο στομάχι. Μια μπύρα λοιπόν. Για να την έχω μπροστά μου και να τη λιβανίζω, δεν χρειάζεται να την πιω.
Είμαι πραγματικά κουρασμένος. Τα μάτια μου κλείνουν, φοβάμαι πως θα κοιμηθώ στο τραπέζι. Δεν υπάρχει λόγος να το πάθω αυτό. Μπορώ να πάω σπίτι μου, θα έχει σχολάσει και η γυναίκα μου. Μπορεί να υπάρχει και φαγητό. Πεινάω; Όχι τόσο –αλλά θα κάνει καλό στο στομάχι μου. Που πονάει όλο και περισσότερο, όσο περνάει η ώρα. Τρέμουν λίγο τα γόνατά μου. Νιώθω αδύναμος σα να έχω πυρετό. Ίωση. Καλύτερα θα ήταν να πάω σπίτι.
Η μπύρα αφήνει μια άσχημη γεύση, ανακατεμένη με βρώμικη αναπνοή. Μυρίζω την ξινίλα της στον αέρα, ανακατεμένη με τα δικά μου γαστρικά υγρά. Σιχαμάρα σκέτη. Πρέπει να πάω και στο γραφείο του Γουίλιαμ Δημητρακόπουλου. Είδες τι ωραία το λέω; Γραφείο του Γουίλιαμ Δημητρακόπουλου. Το γραφείο μου γαμώτο! Έχω αρχίσει να το αποδέχομαι κατά πως φαίνεται. Δεν υπάρχει πρόβλημα, αυτός ήρθε, εγώ έφυγα, ο νόμος της εξέλιξης. Τα γέρικα ζώα δίνουν τη θέση τους σε νεαρούς επιβήτορες, αυτή είναι μια φυσική διαδικασία. Τι μαλακίες! Ποια φύση ορίζει αυτή τη διαδικασία; Τι εξέλιξη είναι αυτή, όταν πετάς ανθρώπους στα σκουπίδια; Που αλλού συμβαίνει να σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, εκτός από τον δικό μας κόσμο; Πως ορίζεται πλέον η διαφορά μεταξύ του ζώου και του κτήνους; Αυτοί είναι κτήνη κι αυτό είναι σίγουρο. Και ο Γουίλιαμ Δημητρακόπουλος είναι ένας ακόμα υποψήφιος. Θέλει να γλιτώσει από το μαγγανοπήγαδο όσο περνάει ακόμα η μπογιά του και να βγει έξω. Να διατάζει, να κατευθύνει, να απολύει. Θέλει να μετατρέψει τη ζωώδη εργασία του σε κτηνώδη. Να έρθει εκείνη η μέρα που δεν θα δουλεύει χωρίς συναίσθηση, να έρθει η μέρα που θα πολτοποιεί εργαζόμενους. Περήφανος –«εγώ ανέβηκα με την αξία μου, χρειάστηκε να φάω σκατά για να μπορώ τώρα να σας ταΐζω τα απόσκατα». Αυτό θέλει ο Γουίλιαμ Δημητρακόπουλος. Σηκώνομαι αφήνοντας κάποια κέρματα στο τραπέζι.
Θα τους δείξω εγώ, θα του δείξω εγώ! Περπατάω ελαφρά, δεν είμαι πια κουρασμένος γιατί είμαι αποφασισμένος. Κοντοστέκομαι μόλις το συνειδητοποιώ. Αποφασισμένος για τι; Γιατί; Δεν έχει σημασία –προχωράμε, προχωράμε, δεν κάνουμε ερωτήσεις τώρα, προχωράμε!
Ο θυρωρός του γυάλινου κτιρίου λείπει από τη θέση του ως συνήθως. Τον καλούν, δήθεν, από το γκαράζ για να μετακινήσει αυτοκίνητα –σαχλαμάρες. Κανείς δεν ξέρει που πάει όταν εξαφανίζεται. Είμαι μόνος μου όσο περιμένω το ασανσέρ. Κατεβαίνει από τον τρίτο όροφο –κακό αυτό. Λες να έχει επισκέψεις ο Γουίλιαμ Δημητρακόπουλος; Μπαίνω στην καμπίνα. Μουσική σουπερμάρκετ. Ανεβαίνω χωρίς ενδιάμεσες στάσεις –ελάχιστοι πρέπει να είναι ακόμα στην εταιρεία. Μπορεί και κανένας. Πως θα ξεφύγω από τον θυρωρό μετά; Ευκολότερο από όσο φαντάζεσαι –θα κατέβω στον ημιόροφο και θα κοιτάξω κάτω. Αν είναι στο πόστο του θα φύγω από το γκαράζ, αν λείπει θα φύγω σαν κύριος. Απλά πράγματα.
Στο διάδρομο υπάρχει ακόμα εκείνη η μπεζ μοκέτα. Βρώμικη, από τοίχο σε τοίχο –γεμάτη βαθουλώματα. Την αγαπούσα αυτή την ελεεινή μοκέτα, έβγαινα, θυμάμαι, από το ασανσέρ και ένιωθα θαλπωρή –όσο τα παπούτσια μου βυθίζονταν μέσα της. Αυτό παλιότερα –όταν η μοκέτα διατηρούσε κάποιο αξιοσέβαστο πάχος. Τώρα έμοιαζε με καπνοχώραφο τον Αύγουστο. Εκεί, στην απέναντι πόρτα, ήταν κάποτε γραμμένο το όνομά μου –σε μπρούτζινη πινακίδα. Σφίγγω το αγαλματάκι μέσα στην τσέπη της καμπαρτίνας, μέχρι να ασπρίσουν οι κλειδώσεις μου. Φοβάμαι ότι θα πάθω αγκύλωση –απομακρύνω το χέρι σου απότομα. Οι κράμπες μόνο μας έλειπαν τώρα.
Περπατάω, αρρωστημένα κίτρινος. Το ξέρω γιατί ιδρώνω και νιώθω παγωμένο το δέρμα να τσιτώνει στο πρόσωπό μου. Κρατάω την ανάσα μου, μήπως και μειώσω λίγο τους χτύπους της καρδιάς μου. Φοβάμαι μην πάθω κάποια ανακοπή. Όχι τώρα, λίγο αργότερα –εντάξει; Αλλά όχι τώρα.
Χτυπάω την πόρτα τρέμοντας. Μου ανοίγει χαμογελαστός, άνετος, φιλικός. Σφύζει από συναδελφική αλληλεγγύη. Το κάθαρμα! Με ρωτάει αν θέλω κάτι –χυμό, ποτό, έχει εγκαταστήσει ένα μικρό ψυγείο στην πίσω πλευρά του γραφείου. Μπουρδέλο μου έκανε το γραφείο –δεν θα παραξενευόμουν αν έβαζε και κάποιον καναπέ-κρεβάτι δίπλα στο παράθυρο. Η ξανθιά; Που είναι η ξανθιά; Α, μα αυτή έχει σχολάσει –κουράζεται τόσο στο καινούργιο της πόστο! Ναι, αυξημένα τα νέα καθήκοντα, λέω και ακούγεται σαν υπαινιγμός. Ίσως να είναι κιόλας –απλά θα προτιμούσα να μην ακουγόταν έτσι.
Επιμένω να του δείξω τα αρχεία γιατί τον θέλω καθισμένο μπροστά στην οθόνη. Με γυρισμένη την πλάτη προς εμένα. Καθυστερεί. Με ρωτάει αν είμαι παντρεμένος. Είμαι. Πόσα χρόνια; Που να θυμάμαι; Με ρωτάει αν έχω παιδιά. Δεν έχω. Πως αυτό; Κόμπος στο λαιμό. Τρεις κόμποι για την ακρίβεια. Τρεις αποβολές –υπήρχε κάποιο πρόβλημα, οργανική ανεπάρκεια, κάτι. Την έπαιρνα από το νοσοκομείο κάθε φορά περισσότερο τσακισμένη. Γερασμένη. Δέκα χρόνια για κάθε αποβολή, σβησμένα μάτια –στην αρχή όχι εντελώς. Τη δεύτερη φορά –περισσότερο. Την τρίτη φορά απόμειναν δυο άδειες τρύπες. Είχε όμορφα μάτια. Μέχρι τότε.
Επιμένω να του δείξω τα αρχεία για τον γνωστό λόγο. Με ρωτάει που μένω, αν είναι δικό μου το σπίτι. Δικό μου είναι. Δικό της δηλαδή –προίκα. Θα τους τα φάμε μια χαρά, μου έλεγε όταν συζητούσαμε για γάμο. Μόλις είχαμε αποφοιτήσει. Δεν μου αρέσουν αυτά, της έλεγα εγώ. Προίκες και σαχλαμάρες –που ζούμε; Μην είσαι χαζός, θα το παίξεις όπως σου λέω –γιατί να πάρει το σπίτι ο αδερφός μου; Αυτός είναι μικρότερος –θα πιέσουμε να μας το γράψουν. Εγώ δεν πρόκειται να πω κουβέντα. Καλά, άστο σε μένα. Θα τους πω ότι χωρίς σπίτι δε με παντρεύεσαι. Δεν θα το κάνεις αυτό! Δεν θα έχω μούτρα να τους δω τους ανθρώπους! Ναι, αλλά θα έχεις σπίτι και δεν θα πληρώνεις ενοίκιο –πάψε και άσε εμένα να κανονίσω. Έτσι έγινε, θέλαμε κιόλας να αφήσουμε κάτι στα παιδιά μας. Υπολογίζαμε τότε. Δεν ξέραμε.
Επιμένω να του δείξω τα αρχεία –βιάζομαι. Πρέπει να φύγω. Με ρωτάει για κάποια άτομα της εταιρείας, πως μου φαίνονται, τι ρόλο παίζουν. Δεν ξέρω –ποτέ δεν ασχολήθηκα. Δεν μπορεί, κάτι θα ξέρεις -επιμένει. Εντάξει, είναι όλοι τους πολλοί καλοί άνθρωποι. Δεν το πιστεύεις αυτό! Στο κάτω-κάτω σε πέταξαν έξω μετά από τόσα χρόνια. Σφίγγω τα δόντια –δεν με πέταξαν αυτοί, εσύ ήρθες και πήρες τη θέση μου! Αλλά δεν λέω τίποτα.
Επιμένω να του δείξω τα αρχεία –έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι. Με ρωτάει … Ω, μα δεν έχει σημασία. Γιατί κρατάω ήδη το αγαλματάκι στο δεξί χέρι –πιάστηκε στη φόδρα της καμπαρτίνας, αλλά τελικά βγήκε. Σκοπεύω να σταματήσω αυτό το ενοχλητικό στόμα που ρωτάει και ρωτάει συνέχεια. Σημαδεύω τα δόντια του. Παίρνω φόρα …. Ω, μα δεν έχει σημασία πια
Έπρεπε να περιμένω τη στιγμή που θα είχε γυρισμένη την πλάτη του. Έπρεπε να περιμένω. Σταματάει το αγαλματάκι στον αέρα ανάμεσα στις ανοιχτές παλάμες του. Εκμεταλλεύεται τη φόρα που έχω βάλει για να το απομακρύνει από το πρόσωπό του –το αγαλματάκι φεύγει από τα χέρια μου και χτυπάει στο τζάμι του γραφείου. Δεν το σπάει καν.
Έπρεπε να το περιμένω.
Με βρίζει τρομοκρατημένος. Σκατόγερε, ξεμωραμένε, ανώμαλε, ψυχοπαθή! Πετάγονται σάλια ανάμεσα από τα δόντια του, έχει αραιά δόντια –δεν το είχα προσέξει. Κατεβάζω το κεφάλι. Σαν την πιτσιρίκα στο μπαρ απέναντι –περιμένω να περάσει η μπόρα. Κατακόκκινος, έμπειρος. Κάποια στιγμή μου φωνάζει πως θα κάνει μήνυση –ξέρω ότι μπλοφάρει. Δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα. Ή μπορεί; Εξακολουθεί να φωνάζει, δεν μπορώ να ξεχωρίσω τι λέει.
Να ξεκουμπιστώ από μπροστά του. Στο διάολο κι ακόμα παραπέρα. Αρκεί να μη με βλέπει –να τσακιστώ! Αυτό κάνω. Φεύγω με κατεβασμένο το κεφάλι, έχω φροντίσει να βάλω πάλι στην τσέπη μου το αγαλματάκι –δεν χρειάζεται να αφήνω αποδείξεις. Δεν το πήρε χαμπάρι. Ακόμα τρέμει. Από φόβο μάλλον –όχι από οργή. Θα ήθελα να κοιτάξω καλύτερα, θα ήταν μια ανακούφιση να δω τουλάχιστον ότι έχει κατουρηθεί πάνω του. Μια ασήμαντη νίκη. Όταν ανοίγω την πόρτα με φωνάζει. Σταματάω κρατώντας το πόμολο στο χέρι. Είσαι πεθαμένος κι ακόμα δεν το πήρες χαμπάρι, μου λέει. Κάνει λάθος σε αυτό.
Ένα σχέδιο είναι ένα σχέδιο γι΄αυτό κατεβαίνω με τα πόδια μέχρι τον ημιόροφο. Ο θυρωρός ακόμα λείπει. Φεύγω ανενόχλητος από την κύρια είσοδο. Και συγκρατημένα βιαστικός. Ψιλοβρέχει έξω –σα χαλασμένη ντουζιέρα. Σηκώνω τους γιακάδες της καμπαρτίνας και περπατάω ακόμα πιο γρήγορα. Πονάνε τα κόκαλά μου και, ίσως να ήταν καταρρακωμένος ο εγωισμός μου. Αν μου είχε μείνει καθόλου από δαύτον.
Περιμένω το βαγόνι του ΜΕΤΡΟ. Κάποιοι φύλακες κυκλοφορούν μετά την κίτρινη γραμμή για να προστατεύσουν τον κόσμο από τις ηλίθιες ιδέες του. Πιτσιρικάδες που σπρώχνονται για πλάκα, βιαστικοί που γλιστράνε, γέροι που θέλουν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στις ράγες. Όχι εγώ. Μόνο οι ζωντανοί μπορούν να αυτοκτονήσουν.
Με το ζόρι συγκρατώ τα βλέφαρά μου στο τελευταίο κάθισμα του βαγονιού. Δεν θέλω να χάσω τη στάση μου. Ακούω τη μηχανική φωνή –τρεις στάσεις έμειναν ακόμα. Συγκρατήσου, μην κοιμηθείς, λίγο ακόμα, σκέψου κάτι, σκέψου …
Ανεβαίνω τη σκάλα από τα έγκατα της γης –βρέχει κανονικά τώρα. Κλείνω τα μάτια γιατί έχουν βαρύνει οι σταγόνες, κατεβάζω το κεφάλι ακόμα μια μέρα που επιστρέφω. Τελικά δεν αλλάζουν και πολλά πράγματα. Το νερό τρέχει μέσα από τον γιακά της καμπαρτίνας – κυλάει στον σβέρκο μου. Παγώνω.
Δυσκολεύομαι να ανοίξω γιατί τα κλειδιά γλιστράνε στα δάχτυλά μου. Τα καταφέρνω. Λίγο ακόμα και θα μου άνοιγε εκείνη την πόρτα –την βρίσκω από πίσω να με περιμένει. Τη φιλάω όπως κάθε άλλη φορά. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως δεν υπάρχει άλλη φορά –όλες οι φορές είναι ίδιες. Με ρωτάει πως πέρασα. Της λέω πως πήγα σε κάποιες συνεντεύξεις από αγγελίες. Κάνει πως το πιστεύει. Θυμάμαι ξαφνικά τον τύπο από το σωματείο. Της λέω γι΄αυτόν. Δείχνει ενδιαφέρον. Με ρωτάει πόσο χρόνο θα πάρει η υπόθεση. Όχι πολύ, της λέω. Υπάρχει δεδικασμένο. Λέω βλακείες με έξυπνο τρόπο. Τις περισσότερες φορές.
Με ρωτάει αν πεινάω. Πεινάω. Ζεσταίνει το φαγητό όσο μου λέει για τη δουλειά της. Κουτσομπολιά, μικρότητες –τέτοια πράγματα. Κουνάω το κεφάλι μου μασώντας. Είναι τυχερή που βρίσκεται εκεί. Είναι τυχερή που μπορεί ακόμα να ασχολείται με τις σαχλαμάρες των συναδέλφων της –είναι τυχερή που έχει συναδέλφους, βασικά. Πίνω νερό και τη βοηθάω να μαζέψει το τραπέζι. Θα καπνίσω στο σαλόνι –μάλλον θα χαζέψουμε τις ειδήσεις.
Την πιάνω να με κοιτάζει πλάγια, καθώς αλλάζω συνεχώς κανάλια. Τι συμβαίνει; Είσαι διαφορετικός σήμερα, μου λέει. Τι εννοείς διαφορετικός; Φαίνεσαι κουρασμένος, καταπονημένος. Ίσως και να είμαι –γερνάμε αγάπη μου, δεν το πήρες χαμπάρι; Γερνάμε και ενίοτε πεθαίνουμε όσο είμαστε ακόμα ζωντανοί.
Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και με ρωτάει όσο ρυθμίζει το ξυπνητήρι. Όχι, της λέω, δεν έχω ραντεβού για αύριο. Δεν έχω τίποτα να κάνω –μάλλον θα καθίσω στο σπίτι, θα δω τηλεόραση και θα σε περιμένω. Μη με ξυπνήσεις. Εντάξει;
Εντάξει.
Το 1968 ήταν μια όμορφη χρονιά. Η παρισινή εξέγερση του Μαΐου και η Αυγουστιάτικη σφαγή στο Συνέδριο των Δημοκρατικών του Σικάγο –ψέματα, το 1968 ήταν μια εκκωφαντική χρονιά. Είχα κάνει τις προάλλες το ποστ με τους Καταστασιακούς του Παρισιού –είπα λοιπόν να επαναφέρω ένα απόσπασμα από εκείνο το βιβλίο του Τζέρυ Ρούμπιν, το «Do it!». Ο Τζέρυ Ρούμπιν ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των yippies.
Yippies (Youth International Party) –η απάντηση στην χίππικη απραξία, yippies, οι ταραξίες των φοιτητικών καταλήψεων, οι νεαροί που πέταγαν δολάρια και διέκοψαν τη συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου, αυτοί που πρότειναν ένα γουρούνι για πρόεδρο των ΗΠΑ και του έκαναν ολόκληρη προεκλογική εκστρατεία, yippies στο Συνέδριο των Δημοκρατικών του Σικάγο, με την εθνοφρουρά να τους εμποδίζει να διαδηλώσουν. Με 700 τραυματίες στο πάρκο, όταν η αστυνομία προσπάθησε να τους απομακρύνει, με τον Τζέρυ Ρούμπιν και τον Άμπυ Χόφμαν στη φυλακή, αμέσως μετά –εξοντωτικές ποινές για τη συμμετοχή τους στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας. Με τους MC 5 να τραγουδάνε ανάμεσα σε δακρυγόνα και σφαίρες –«Kick out the jams brothers and sisters!»
Οι άνθρωποι μας ρωτάνε πάντα: «ποιο είναι το πρόγραμμά σας;» Τους δίνω λοιπόν το πρόγραμμα της Μητροπολιτικής Όπερας. Ή τους λέω να ρίξουν μια ματιά στο Χρυσό Οδηγό. «Θα βρείτε εκεί το πρόγραμμά μας». Άντε γαμηθείτε με τα προγράμματά σας!




Ο G-berg κι ο Georgie έπαιξαν βρώμικα /γι΄αυτό πέθαναν από ηπατίτιδα στο πάνω Μανχάταν. /Ο Sly στο Βιετνάμ, άρπαξε μια σφαίρα στο κεφάλι. /Ο Bobby σούταρε υπερβολική δόση στο Ντράνο, τη νύχτα του γάμου του. /Αυτοί οι δυο ήταν φίλοι μου. /Δυο ακόμα φίλοι μου που πέθαναν/ μου λείπουν –πέθαναν.
Αυτοί είναι άνθρωποι που πέθαναν, πέθαναν. /Ήταν όλοι φίλοι μου και πέθαναν.

Η Mary βούτηξε στην ψύχρα από ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. /Ο Bobby κρεμάστηκε σε ένα κελί-κενοτάφιο. /Η Judy πήδηξε μπροστά σε ένα τρένο. /Ο Eddie έκοψε τις φλέβες του. /Αλλά, Eddie, μου λείπεις περισσότερο από όλους τους άλλους. /Και σου γνέφω αδελφέ μου/ Αυτό το τραγούδι είναι για σένα αδελφέ μου
Αυτοί είναι άνθρωποι που πέθαναν, πέθαναν. /Ήταν όλοι φίλοι μου και πέθαναν.

Ο Herbie έσπρωξε τον Tony από τη στέγη της Λέσχης Αγοριών/ ο Tony νόμιζε πως ο άλλος δεν είχε φάει πραγματικό κόλλημα/ αλλά ο Herbie ήθελε να αποδείξει τη γαμημένη θέση του στον Tony. /«Ψιτ», είπε ο Herbie «Tony, μπορείς να πετάξεις;» /Αλλά ο Tony δεν μπορούσε να πετάξει … ο Tony πέθανε
Αυτοί είναι άνθρωποι που πέθαναν, πέθαναν. /Ήταν όλοι φίλοι μου και πέθαναν.
Ο Brian πιάστηκε σε μια έφοδο για ναρκωτικά,/ γλίτωσε καρφώνοντας κάτι τσοπεράδες /είπε, «εντάξει, ξέρω ότι είναι επικίνδυνο, /αλλά θα την βγάλω καθαρή –στα σίγουρα». /Όμως την επόμενη μέρα τον βρήκαν/ οι τσοπεράδες που είχε καρφώσει.
Αυτοί είναι άνθρωποι που πέθαναν, πέθαναν. /Ήταν όλοι φίλοι μου και πέθαναν.
Υ.Γ.: Οι στίχοι είναι από το τραγούδι του Jim Carroll "All the people who died"
| 01 People Who Died... |
Ανέβαινα τη Συγγρού μια Τρίτη -9 η ώρα το πρωί. Το πάλευα να φτάσω στη δουλειά μου και έβραζα, εγκλωβισμένος έξω από το ΦΙΞ –αλλά δεν αγανακτούσα. Βλέπεις, εκείνη τη μέρα είχα πάρει αυτοκίνητο γιατί η κόρη μου γιόρταζε. Μετά τη δουλειά θα περνούσα να την πάρω από το σχολείο για να πάμε στα παιχνιδάδικα. Άκουγα μουσική και προσπαθούσα να σκοτώσω την ώρα της ακινησίας. Είπα, «να σκοτώσω»; Εντάξει το είπα. Μιας και το έφερε η κουβέντα λοιπόν, βλέπω στο αντίθετο ρεύμα της Συγγρού κάποια γριά με μαγκούρα. Αυτή βάδιζε αργά, το αντίθετο ρεύμα δεν είχε μποτιλιάρισμα κι ένα αυτοκίνητο τη χτύπησε πριν προλάβει να ανέβει στη διαχωριστική νησίδα. Τη χτύπησε, δυο βήματα πριν η γριά πατήσει το διαχωριστικό. Εντάξει; Καθόλου εντάξει. Γιατί, εκεί που βλέπω το δυστύχημα –χάνω από το οπτικό μου πεδίο τη γριά. Πέταξε; Μπορείς να το πεις κι έτσι –απογειώθηκε από το χτύπημα και προσγειώθηκε στην πόρτα του αυτοκινήτου μου. Βγαίνω έξω. Ο απέναντι οδηγός φρικάρει και πέφτει πάνω σε ένα μηχανάκι –μετά τη γριά. Έρχεται ένας Ζητάς. Βλέπει τη γριά και παθαίνει σοκ –καλεί ασθενοφόρο από το κινητό του, δεν έχει κουράγιο να χρησιμοποιήσει καν τον ασύρματο. Πλακώνει το ανακριτικό της Τροχαίας. Συλλαμβάνει εμένα, τον οδηγό που χτύπησε τη γριά και τον οδηγό με το μηχανάκι. Μας πάνε για εξέταση αίματος –μήπως και είμαστε πιωμένοι και λένε «αν ζήσει η γριά θα ξεμπερδέψετε, αν πεθάνει πάτε αυτόφωρο». Όλοι; Όλοι!
Είναι ένας τύπος που ονομάζεται Λουίς Ποσάδα Καρίγιες (Luis Posada Carriles). Κουβανός αντικαστρικός, την κοπάνησε στο Μαϊάμι και στρατολογήθηκε από τη CIA. Είχε συμμετοχή στην εισβολή του Κόλπου των Χοίρων. Εκπαιδεύτηκε στο School of the Americas το 1961 –εκεί έφτιαχναν τους λατινοαμερικάνους κατασκόπους τους οι υπεύθυνοι της CIA.

Το 1976 σχεδίασε, από τη Βενεζουέλα, την βομβιστική ενέργεια στο αεροπλάνο της Air Cubana -73 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ανάμεσά τους και η Ολυμπιακή ομάδα ξιφασκίας της Κούβας. Στα αρχεία της CIA που άνοιξαν για το ευρύ κοινό, φαίνεται πως η Υπηρεσία είχε άμεση εμπλοκή στη συγκεκριμένη ενέργεια. Τον συνέλαβαν στη Βενεζουέλα, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει από τη φυλακή και να γυρίσει στις ΗΠΑ.
Στη συνέχεια ο Καρίγιες δούλεψε σαν ενδιάμεσος μεταξύ του Όλιβερ Νορθ και των Κόντρας στην ανταλλαγή όπλων με ναρκωτικά, προκειμένου να ρίξουν από την κυβέρνηση τους Σαντινίστας. Προσπάθησε (όπως κάθε αξιοπρεπής αντικαστρικός) να δολοφονήσει τον Κάστρο και, το 1997, σχεδίασε τις βομβιστικές επιθέσεις σε Κουβανέζικα ξενοδοχεία. Οι συγκεκριμένες ενέργειες είχαν σαν αποτέλεσμα τον θάνατο ενός Ιταλού τουρίστα και τον τραυματισμό πολλών Κουβανών (κάποιοι λένε πως υπήρξαν και θάνατοι Κουβανών στην όλη υπόθεση –αλλά αυτό δεν έχει επιβεβαιωθεί από επίσημες πηγές). Ο Καρίγιες ανέλαβε την ευθύνη της οργάνωσης της συγκεκριμένης επιχείρησης, με τηλεοπτική του συνέντευξη σε αμερικάνικο κανάλι. Δήλωσε μάλιστα πως η επιχείρηση ήταν επιτυχημένη και «την απόλαυσε ιδιαίτερα».
Είχε πάει 12 το μεσημέρι όταν οι μπάτσοι μας πήγαν στο Αστυνομικό Τμήμα. Αλλά επειδή τους έτυχε κάποιο περιστατικό, μας παρακάλεσαν να περιμένουμε στο απέναντι καφενείο –μέχρι να ξεμπερδέψουν και να μας ξανασυλλάβουν. Περιμέναμε. Τηλεφωνώντας σε συγγενείς και δικηγόρους. Ο τύπος με το μηχανάκι πόναγε στα πλευρά.
Ήρθαν και μας πήραν μετά από καμιά ώρα. Από το ράδιο κάποιος άκουσε πως η γριά πέθανε τελικά. Καταθέσαμε τα σχετικά με την υπόθεση. Εγώ είπα ότι μου ήρθε μια γριά ουρανοκατέβατη, ο άλλος είπε πως τη χτύπησε –«δεν την είδα, θόλωσα, δεν κατάλαβα τι έγινε». Ο τρίτος δεν είπε τίποτα. Τι να πει δηλαδή; Αυτός πήγαινε μια χαρά και ένα αυτοκίνητο τον μάζεψε από πίσω, στα καλά καθούμενα. Ναι, υπήρχε και ένας ταξιτζής -αυτόπτης μάρτυρας που τον περιμέναμε μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.
Ο αυτόπτης δήλωσε πως είδε τον άλλο οδηγό να χτυπάει τη γριά, πως ο άλλος οδηγός έτρεχε και πως εκείνος ήταν στο δικό μου ρεύμα –«ήμασταν μποτιλιαρισμένοι και πηγαίναμε καροτσάκι, σταμάτα-ξεκίνα», είπε. Οι μπάτσοι απάγγειλαν κατηγορίες. Ο τύπος με το μηχανάκι, αθώος και ελεύθερος (αφού είχε χάσει μια ολόκληρη μέρα στο Τμήμα). Ο άλλος οδηγός θα πέρναγε αυτόφωρο για υπερβολική ταχύτητα, έλλειψη συγκέντρωσης στην οδήγηση και άλλα τέτοια. Εγώ θα πέρναγα επίσης αυτόφωρο.
«Για ποιο λόγο;»
«Γιατί η γριά πέθανε χτυπημένη από το αυτοκίνητό σας».
«Μα έπεσε πάνω μου και ήμουν σταματημένος».
«Ναι, το ξέρουμε».
«Επίσης δεν μπορούσα να κάνω τίποτα –το δήλωσε και ο αυτόπτης».
«Κι αυτό το ξέρουμε».
«Μα τότε γιατί κατηγορούμαι;»
«Για τίποτα».
«Άρα μπορώ να φύγω;»
«Όχι, θα πρέπει να περάσετε αυτόφωρο».
«Για ποιο λόγο;»
«Γιατί η γριά πέθανε χτυπημένη από το αυτοκίνητό σας».
Πάμε άλλη μία …
Ο Ποσάδα Καρίγιες μπήκε στις ΗΠΑ για μια ακόμα φορά, το 2005. Μπήκε παράνομα, στο κότερο κάποιου γνωστού αντικαστρικού και εγκαταστάθηκε στο Μαϊάμι. Δεν έκανε καμιά προσπάθεια να κρύψει την παρουσία του, αλλά η Αμερικάνικη κυβέρνηση αρνήθηκε επανειλημμένα να επιβεβαιώσει την παρουσία του στη χώρα. Μέχρι που ο 79χρονος βετεράνος έδωσε συνέντευξη σε τηλεοπτικό κανάλι! Εντάξει, τότε ξύπνησαν οι αμερικάνικες υπηρεσίες και παραδέχτηκαν πως, όντως, βρισκόταν στη χώρα. Έκαναν έφοδο στο σπίτι του τύπου με το κότερο και βρήκαν ολόκληρο οπλοστάσιο, βαρύ οπλισμό, μέχρι και όλμους. Τα πράγματα σοβάρεψαν και, όπως γνωρίζουμε, η αμερικάνικη δικαιοσύνη είναι αμείλικτη! Έθεσαν λοιπόν σε κατ΄οίκο περιορισμό τον Καρίγιες και αποφάσισαν να τον δικάσουν για παράνομη είσοδο στη χώρα! Η κατηγορία στηριζόταν και στο γεγονός πως ο Καρίγιες είχε δηλώσει ψευδώς πως μπήκε από τον Καναδά και όχι πως ήρθε με το γνωστό κότερο.
Μετά τον επίσημο πλέον εντοπισμό του Καρίγιες –η Κούβα και η Βενεζουέλα ζήτησαν για πολλοστή φορά την έκδοσή του σε μια από τις δυο χώρες, προκειμένου να δικαστεί για τις βομβιστικές επιθέσεις. Η αμερικάνικη κυβέρνηση αρνήθηκε, με το επιχείρημα πως στις συγκεκριμένες χώρες πραγματοποιούνται βασανισμοί κρατουμένων. Πράγμα που, τουλάχιστον για την Κούβα είναι ορθό και αποδεδειγμένο πολλάκις –όσον αφορά το Γκουαντάναμο! Αλλά, υποθέτω πως οι Κουβανοί δεν σκόπευαν να κλείσουν τον Καρίγιες στο Γκουαντάναμο –εκεί πηγαίνουν άλλου είδους τρομοκράτες και από άλλες χώρες –σωστά;

Μίλησα στο κινητό με την κόρη μου και, μάλλον έβαλα τα κλάματα. Τι σκατά να εξηγήσεις σε ένα παιδί, όταν δεν μπορείς να είσαι στη γιορτή του; Γιατί οι μπάτσοι μας είχαν πληροφορήσει πως δεν γινόταν να πάμε πλέον στα δικαστήρια για να περάσουμε αυτόφωρο –είχε λήξει το ωράριο των εισαγγελέων. Άρα, θα περνούσαμε μια ειδυλλιακή νύχτα στο κρατητήριο.
Μας πήραν τις ζώνες, τα κορδόνια και τα κινητά –προφανώς για να μην αυτοκτονήσουμε εκεί κάτω. Άλλωστε, είναι πολύ συνηθισμένες οι αυτοκτονίες παραβατών του ΚΟΚ! Μας παρέλαβε για λίγο ο αξιωματικός υπηρεσίας, ένας κακοχυμένος μπάτσος με απλήρωτο λογαριασμό κινητού και μας παρέδωσε στους άλλους μπάτσους –τους κανονικούς, όχι τους τροχαίους. Μαζί μας κι ένας Βούλγαρος που κατηγορούνταν για μικρο-παραβάσεις. Τι ακριβώς; Είχε κλέψει ένα αυτοκίνητο και, στην προσπάθειά του να ξεπαρκάρει, χτύπησε γύρω στα 10 σταθμευμένα. Όταν τελικά ξεπάρκαρε, έπεσε πάνω σε ένα άλλο αμάξι κι έτσι τον έπιασαν. Μικροπράγματα –τον είχαν δεμένο πισθάγκωνα και σερνόταν στους καναπέδες, μέχρι να μας κατεβάσουν όλους μαζί στο κρατητήριο.
Έχεις πάει ποτέ σε κρατητήριο; Όχι μετά από διαδήλωση, όταν σας κατεβάζουν μπουλούκι –«ενωμένοι, ποτέ νικημένοι». Να πας μόνος σου εννοώ, άντε με έναν ακόμα παρέα και οι τύποι που είναι ήδη μέσα να σε κοιτάζουν. Σκέφτεσαι αμερικάνικες ταινίες με βιασμούς κρατουμένων και ξυλοδαρμούς –τέτοια σκέφτεσαι στην αρχή. Μετά σε βάζουν στο κελί. Αλλά επειδή είσαι αξιοσέβαστος πολίτης σε βάζουν στη σουίτα –μαζί με τον άλλον. Δυο άτομα κυριλέ, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος στοιβάζεται σε πεντάδες και τα κελιά τους είναι μικρότερα από το δικό σου. Μαζί με τους υπόλοιπους κι ο Βούλγαρος, ακόμα με χειροπέδες.
Ο μπάτσος μας έβαλε στη σουίτα και έκλεισε την πόρτα φεύγοντας –οι υπόλοιποι κρατούμενοι βρέθηκαν έξω από τα κάγκελά μας σε χρόνο μηδέν. Πακιστανοί, Ιρανοί, Κούρδοι, Ρώσοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Σύριοι … Ο διπλανός μου τρόμαξε κάπως, αλλά υπολόγιζε πως δεν μπορούν να περάσουν τα κάγκελα –ησύχασε. Μέχρι που πιάσαμε κουβέντα μαζί τους και λέει ένας τυπάκος –«γιατί τα λέμε απέξω και δεν μπαίνουμε μέσα;» Τότε ανακαλύψαμε πως οι πόρτες των κελιών κλείνουν και κλειδώνουν –κι αυτά είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Από όλη αυτή την ενοχλητική ιστορία –οι μοναδικές στιγμές που ένιωσα ανθρώπινα ήταν όταν ήρθαν οι υπόλοιποι κρατούμενοι στο κελί μας. Άνθρωποι με ληγμένες άδειες παραμονής στη χώρα, που τους κρατούσαν σε κελιά για μερικούς μήνες και μετά τους άφηναν. Για μερικούς μήνες πάλι –μέχρι να τους ξαναπιάσουν. Άνθρωποι που είχαν οικογένειες να τους περιμένουν στην Αθήνα ενώ αυτοί λίμναζαν κάτω από σπασμένα τζάμια κρατητηρίων. Άνθρωποι που τους στερούσαν την ελευθερία, μέσα-έξω, δώδεκα μήνες το χρόνο. Καλοί άνθρωποι, που έψαχναν πώς να ζήσουν σε μια απάνθρωπη χώρα.
Πριν φύγουν τους έκανε νόημα ένας γέρος Αλβανός –«δώστε στα παιδιά ένα σλίπινγκ μπαγκ θα ξεπαγιάσουν τη νύχτα». Διαμαρτυρηθήκαμε, δεν θέλαμε να τους στερήσουμε τίποτα –αυτοί επέμεναν. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί χωρίς το σλίπινγκ μπαγκ θα είχαμε αφήσει τα κόκαλά μας στο κρατητήριο.
Βγήκα στο διάδρομο, έξω από τα κελιά, να κάνω ένα τελευταίο τσιγάρο. Δίπλα μου κάπνιζε σκεφτικός εκείνος ο άνθρωπος από τη Συρία. Ήταν πάνω από έξη μήνες, μέσα –το μεγαλύτερο διάστημα από όλους τους υπόλοιπους.
«Αύριο θα μας αφήσουν εμάς», του είπα.
«Ναι, ξέρω», απάντησε.
«Θέλετε να σας φέρουμε κάτι απ’ έξω;»
Με κοίταξε χαμογελαστός. Μπόλικη πίκρα και άλλα μπερδεμένα συναισθήματα.
«Τις προάλλες είχαν φέρει έναν μπουζουξή. Όταν βγήκε, ξαναγύρισε και έφερε κούτες τσιγάρα –ο μόνος που μας έχει φέρει κάτι όλο αυτό τον καιρό», μου είπε.
«Μπορούμε να σας φέρουμε κι εμείς τσιγάρα –ότι θέλετε».
«Δε θέλουμε τσιγάρα κι εγώ δεν θέλω τίποτα. Την ελευθερία μου θέλω, να με βγάλουν από εδώ μέσα. Έχω οικογένεια, να βγω να δουλέψω –αυτό θέλω. Τίποτα άλλο».
Μαζεύτηκα και άνοιξα το κουτί του «κοινωνικά ευαισθητοποιημένου» μαλάκα.
«Γιατί δεν κάνετε τίποτα; Γιατί δεν λέτε τι τραβάτε εδώ μέσα; Σε οργανώσεις, ξέρω ‘γω … ακόμα και στην τηλεόραση».
Ο άλλος γέλασε.
«Δεν ασχολούνται μαζί μας, ούτε οργανώσεις ούτε τίποτα. Μίλησα με τον Μάκη Τριαντάφυλλο …τίποτα. Μόνο λεφτά αν έχεις –βάζεις δικηγόρο …»
Τόσο απλά ήταν τα πράγματα. Έχεις δικηγόρο; Βγαίνεις έξω. Δεν έχεις; Κάθεσαι και τον πίνεις κανονικά.
«Κάνε μου μια χάρη», του είπα. «Γράψε μου σε ένα χαρτί τα ονόματά σας και τους μήνες που είσαστε εδώ μέσα. Δεν μπορεί, κάποιος θα υπάρχει εκεί έξω να ασχοληθεί».
Μετά πήγαμε για ύπνο. Πριν κλειδώσουν τα κελιά, τρύπωσε ο άνθρωπος μέσα στο δικό μας και άφησε δίπλα στο κεφάλι μου ένα χαρτί με ονόματα. Κοντά στα 30 ονόματα. Τα κουβαλάω ακόμα στο πορτοφόλι μου –όχι γιατί πιστεύω πως μπορώ να κάνω κάτι πλέον, αλλά για να τους θυμάμαι.
Η υπόλοιπη νύχτα πέρασε με κρατούμενους να διαμαρτύρονται επειδή ήθελαν να πάνε για κατούρημα και αγουροξυπνημένους μπάτσους να βρίζουν. Εμείς είχαμε ιδιόκτητη τουαλέτα στη σουίτα –αλλά, όταν τράβηξα το καζανάκι, πλημμυρίσαμε. Το γαμήδι έτρεχε από παντού και δεν έλεγε να σταματήσει –πλακώθηκα νυχτιάτικα να φτιάχνω υδραυλικά. Είπα να το θυμηθώ την επομένη, για να διαμαρτυρηθώ στον μαιτρ ντ’ οτέλ.
Αλλά δεν το θυμήθηκα δυστυχώς, γιατί η επόμενη μέρα είχε χειροπέδες και μεταφορά στη ΓΑΔΑ για μόντελινγκ. Εγώ, ο άλλος οδηγός κι ο Βούλγαρος –πατικωμένοι στο πίσω κάθισμα ενός περιπολικού –με δυο μπάτσους για παρέα.
Περάσαμε ωραία στη ΓΑΔΑ. Γνωρίσαμε έναν τύπο που μάλλον ντήλαρε, κάτι πιτσιρικάδες άσχετους και μερικές τραβεστί. Όρθιοι, 50 με 60 άτομα σε μια αίθουσα 3Χ3. Περιμένοντας. Παίζοντας με τους διακόπτες από τα φώτα. Ο Βούλγαρος ήθελε να τηλεφωνήσει –κάναμε μια οργανωμένη προσπάθεια, εγώ του κρατούσα το τηλέφωνο που ο τρίτος της παρέας κατάφερε να βγάλει από την τσέπη μου. Ένα γοητευτικό σύμπλεγμα. Ακόμα ένα, όταν θέλαμε να καπνίσουμε. Κάποιος αναλάμβανε τις τσέπες, κάποιος άλλος τον αναπτήρα κι ο τρίτος έβαζε το στόμα. Έτσι δένεσαι με τους ανθρώπους –τι νομίζεις;
Μετά τη φωτογράφηση και το «πιανάκι» μας πήραν σηκωτούς για τα Δικαστήρια. Αναμονή επίσης. Αλλά πλέον με γνωστούς –όλους αυτούς που στριμώχνονταν δίπλα μας στη ΓΑΔΑ. Και τέλος η εξέταση από την εισαγγελέα.
«Τι έχετε κάνει εσείς; Χτυπήσατε μια γριά;»
«Όχι, συγνώμη, αυτός την χτύπησε. Εμένα απλώς έπεσε πάνω μου».
«Ναι, εγώ τη χτύπησα».
«Καλώς. Να διεξαχθεί προανάκριση. Ελεύθεροι».
Αυτό ήταν. Πέντε δευτερόλεπτα υπόθεση που μας είχαν στοιχίσει μιάμιση μέρα. Αναμονή στους διαδρόμους της τροχαίας, κρατητήριο, χειροπέδες. Για πέντε δευτερόλεπτα υπόθεση!
Ένα χρόνο αργότερα έγινε το αστικό δικαστήριο. Εμένα δεν με κάλεσαν –μόνο τον τύπο που χτύπησε τη γριά. Συνυπαιτιότητα 70% σε αυτόν και 30% στη γριά. 106.000 ευρώ αποζημίωση στους τεθλιμμένους συγγενείς που σκυλόβρισαν τον «δολοφόνο οδηγό».
Ένάμιση χρόνο αργότερα μου ήρθε η κλίση για το ποινικό δικαστήριο. 11 Μαρτίου θα γινόταν η δίκη στην Ευελπίδων. 11 Μαρτίου, είχε προγραμματιστεί να γίνει η δίκη του Ποσάδα Καρίγιες στο Ελ Πάσο του Τέξας. Κοίτα να δεις κάτι αστείες συμπτώσεις!
Πήγα στη δίκη, οι μάρτυρες κατέθεσαν, οι συγγενείς έβρισαν –στο τέλος αθωώθηκα. Ο άλλος έφαγε 18 μήνες με αναστολή. Μου ανακοίνωσαν πως είμαι αθώος και απαίτησαν να φύγω, γρήγορα-γρήγορα γιατί το σεβαστό Δικαστήριο είχε κι άλλες δουλειές. Η όλη υπόθεση μου στοίχησε γύρω στα 1.500 ευρώ και όλα τα υπόλοιπα που περιέγραψα παραπάνω. Φυσικά, δεν θεώρησαν αναγκαίο να μου ζητήσουν έστω μια τυπική συγνώμη.
Ο Λουίς Ποσάδα Καρίγιες δεν πήγε καν στη δίκη. Η περιφερειακή δικαστής Κάθλην Καρντόνε αποφάνθηκε πως η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε υπερβεί τις δικαιοδοσίες της απαγγέλλοντας κατηγορίες στον Καρίγιες. Αυτό γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας –οπότε δεν μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμη η δήλωσή του πως μπήκε στις ΗΠΑ μέσω Καναδά. Άρα, δεν είχε κοροϊδέψει τις αρχές και δεν υπήρχε λόγος να δικαστεί! Και επειδή ο κατηγορούμενος δεν κατέχει καλώς την αγγλική –δεν μπορούν να θεωρηθούν έγκυρες οι παλιότερες δηλώσεις του στις οποίες αναλαμβάνει την ευθύνη των βομβιστικών επιθέσεων σε ξενοδοχεία της Κούβας!
Η Αμέλια ΜακΝτόναλντ, μια από τους χιλιάδες διαδηλωτές που ζητούσαν την έκδοση του Καρίγιες ή, έστω, την τιμωρία του δήλωσε:
«Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα της υποκρισίας που δείχνει η κυβέρνησή μας. Νομίζω πως ήταν ο Πρόεδρος Μπους που είπε ότι αν προσφέρεις άσυλο σε έναν τρομοκράτη, είσαι το ίδιο ένοχος με αυτόν. Πρέπει λοιπόν να δούμε ποιοι είναι οι πραγματικοί τρομοκράτες. Κι αν θέλουμε να το δούμε, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε προς τον Λευκό Οίκο και το Κογκρέσο».
Αυτό είναι ένα αστείο. Αλλά είναι και δυο ιστορίες με ευτυχισμένο τέλος –σαν τις αμερικάνικες ταινίες… «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Μόνο που δεν ξέρω σε ποιους αναφέρεται το «καλύτερα». Στους μετανάστες που σαπίζουν σε κρατητήρια; Στους νεκρούς από βομβιστικές επιθέσεις; Σε εμάς τους μαλάκες που κυκλοφορούμε στους δρόμους αυτής της πόλης; Για άλλαξε το λοιπόν, για σβήσε αυτό το «εμείς». Για κάνε το «και έζησαν αυτοί σκατά, άσε που κάποιοι πέθαναν όσο εκείνος την περνούσε ζάχαρη». Έτσι μου φαίνεται πιο ταιριαστό.
«Έφυγαν;»
«Ναι –πριν δυο λεπτά πέρασαν το check in. Παίρνω το αυτοκίνητο και γυρίζω σπίτι».
«Άψογα. Κάνω ένα μπάνιο κι έρχομαι από εκεί».
Έκλεισε το τηλέφωνο ανακουφισμένος. Επιτέλους έφυγαν!
Δεν ήταν πως δεν αγαπούσε την οικογένειά του, δεν ήταν εκεί το θέμα. Τα παιδιά τα λάτρευε –ότι ήθελαν, αντιρρήσεις μηδέν. Η γυναίκα του γκρίνιαζε. «Είσαι πατέρας εσύ; Θα έπρεπε να σε φοβούνται και λίγο». Δεν έδινε σημασία –προτιμούσε να τον εμπιστεύονται. Κι εκείνη, την αγαπούσε. Παλιός έρωτας, τώρα αγάπη –εξάρτηση ίσως. Είχε συνηθίσει τη ζωή του δίπλα της –«η πρώτη σας φροντίδα το πρωί και η τελευταία το βράδυ», όπως έλεγε η διαφήμιση. Δεν ήταν πως δεν την αγαπούσε λοιπόν –αλλά χρειαζόταν ένα διάλειμμα. Κάποια βόλτα με την παλιοπαρέα χωρίς περιορισμούς ωραρίου, χωρίς αναστολές. Χαμογελούσε στην είσοδο του υπαίθριου πάρκινγκ, κάποιος μαλάκας είχε ξύσει τον προφυλακτήρα του προσπαθώντας να μπει στη διπλανή θέση –δεν τον πείραξε. Απλά, ξεκλειδώνοντας το αυτοκίνητο, τράβηξε μια ξεγυρισμένη κλωτσιά στην πόρτα του διπλανού –αναμνηστική. Ο συναγερμός ενεργοποιήθηκε –«θα μείνεις κι από μπαταρία κόπανε», σκεφτόταν όσο περίμενε τις αυτόματες μπάρες να ανοίξουν.
Πριν τα διόδια ξαναχτύπησε το κινητό –κοίταξε γύρω για μπλόκα πριν το σηκώσει. Δεν ήταν να έχεις εμπιστοσύνη -από τη στιγμή που αυξήθηκαν τα πρόστιμα οι μπάτσοι την έστηναν παντού. Λες και έπαιρναν μπόνους από τις κλήσεις οι κερατάδες!
«Έλα ρε, τι έγινε πάλι;»
«Παίζει πάρτυ καλό για το βράδυ».
«Τι πάρτυ;»
«Πάρτη νάχεις. Ένα μαγαζί κάνει αφιέρωμα στη μουσική δεκαετίας ‘80 κι έτσι. Πάμε;»
«Όταν λες 80; Duran Duran ή Cure ας πούμε;»
«Τι σε κόφτει; Εμείς γκομενάκια θα πάμε να χαζέψουμε. Δεν ξέρεις πως οι πιτσιρίκες τρελαίνονται για το ‘80; Θα πάμε, θα στηθούμε σε μια γωνιά και θα πουλάμε εμπειρία; Ε;»
«Μαλακία το κόβω».
«Καλά πάμε κι αν δεν μας αρέσει –φεύγουμε».
Έκλεισε το τηλέφωνο. Αφιέρωμα στη μουσική του ’80 –ποιος έχει όρεξη για τέτοια πράγματα; Σκεφτόταν ήδη εκστασιασμένες φάτσες –«αυτή ήταν εποχή, αυτή ήταν μουσική, όχι οι μπούρδες που βγαίνουν τώρα!» Αηδίασε συγκρατημένα.
Στο σπίτι τον περίμενε μια νωχελική μοναξιά. Ησυχία και ασφάλεια -η δυνατότητα να ξεκουμπώσεις το παντελόνι πριν κλείσεις πίσω σου την πόρτα της τουαλέτας. Περπάτησε στις μύτες, ελέγχοντας τον χώρο. Τι θα γινόταν αν ποτέ δεν επέστρεφε η οικογένειά του; Ούτε να το σκέφτεται! Αλλά τώρα λείπουν και είναι καλά. Τώρα ο χώρος είναι αποκλειστικά δικός του. Και είναι καλά. Για όσο –λίγο.
Ξέθαψε από το ντουλάπι τους παλιούς του δίσκους –αυτούς που δεν τον άφηναν να παίξει όταν ήταν οι υπόλοιποι στο σπίτι, «είναι εντελώς μπλιάχ μπαμπά –κλείστο!», «μας πήρες το κεφάλι με τη βαβούρα αγάπη μου!»
Άφησε τη βελόνα να κυλίσει και απλώθηκε στον καναπέ με το εξώφυλλο στα χέρια.
«Στο σπίτι του νιώθει τουρίστας/ στο σπίτι του νιώθει τουρίστας/ γεμίζει το κεφάλι του με κουλτούρα/ δωρίζει στον εαυτό του ένα έλκος», διαπίστωνε η «Συμμορία των Τεσσάρων».
Έκλεισε τα μάτια –δεν μένει τίποτα να πεις γιατί όλα έχουν ειπωθεί. Μάλλον αποκοιμήθηκε γιατί πετάχτηκε από τα σκρατς της βελόνας πάνω στο βινύλιο. «Επαγγελματικά πικάπ χωρίς αυτόματη επαναφορά κορόιδο!», ψιθύρισε τρέχοντας να σώσει τον δίσκο.
Τι άλλο του έμενε να κάνει; Σκέφτηκε, στη μέση του σαλονιού –να νοικιάσει τσόντες από το βίντεο κλαμπ, να πιεί ένα ουίσκι κοκακόλα, γυμνός στην κουζίνα όσα τα νερά του μπάνιου θα στάζουν από πάνω του, να χαζέψει τα γειτονικά διαμερίσματα πίσω από μισόκλειστες κουρτίνες, να καπνίσει κάποιο καταχωνιασμένο πούρο. Τα τρία τελευταία, ταυτοχρόνως. Κοίταξε το ρολόι –εκτός από τις τσόντες, όλα τα υπόλοιπα μπορούσαν να γίνουν άμεσα.
«Τι κοιτάς;»
«Τίποτα. Χαζεύω».
«Δεν θα ντυθείς; Μας περιμένουν».
«Δεν έχω διάθεση».
«Φταίει που νυχτώνει;»
«Φταίει που νυχτώνει».
Το κουδούνι της πόρτας τον πέτυχε δίπλα στην κουρτίνα. Απέναντι, μια πιτσιρίκα άπλωνε κι αυτός παρακολουθούσε αφοσιωμένος, περιμένοντας να τελειώσει με τα παντελόνια και να κρεμάσει τα εσώρουχα. Άνοιξε βιαστικά και γύρισε πάλι στο παράθυρο, αδιαφορώντας για τον επισκέπτη.
«Πως κυκλοφορείς έτσι ρε γελοίε; Μοιραίος εραστής την έχεις δει;»
Τότε συνειδητοποίησε πως ήταν ακόμα γυμνός, με το ποτήρι στο ένα χέρι και το πούρο στο άλλο. Βλακεία του ν΄ανοίξει χωρίς να ρωτήσει!
«Μόλις βγήκα από το μπάνιο», δικαιολογήθηκε.
«Καλά, τελείωνε τώρα. Φόρα κανένα σώβρακο!»
Πήγε απρόθυμα να ντυθεί. Συνειδητοποιούσε πως είχε χάσει κάθε διάθεση για βόλτα. Θα προτιμούσε να μείνει σπίτι, καλύτερα μόνος και να αποκοιμηθεί μπροστά στην τηλεόραση. «Φταίει που νυχτώνει».
Όταν γύρισε στο σαλόνι, βρήκε τον άλλο να χαζεύει στο παράθυρο.
«Μένει καιρό απέναντί σας το γκομενάκι;»
«Ξέρω ‘γω;»
«Έλα που δεν ξέρεις! Σε λίγο θα μας πεις πως δεν την έχεις δει ποτέ σου!»
«Δεν την έχω δει ποτέ μου».
«Σε λίγο είπα –όχι ακόμα! Λοιπόν, τέρμα οι σαχλαμάρες –φέρε καφέ να σου αναπτύξω το σχέδιο»
Σχέδια περιστασιακών εργένηδων, της συνομοταξίας «στέλνω την οικογένεια για διακοπές, εγώ θα μείνω να δουλέψω». Μεσηλίκων, από αυτούς που νομίζουν ότι τα καραγκιοζιλίκια των νεανικών τους χρόνων έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη δομή του χρόνου. Κουβέντες από στοχεύουν σε νύχτες γεμάτες ανεκπλήρωτα φλερτ –μέχρι εκεί είναι καλά. Συνηθισμένα πράγματα, κοντολογίς –με μια διαφορά …
«Θα πάρουμε τις μηχανές».
«Τι λες ρε βλάκα; Αυτές έχουν να κινηθούν από πέρσι!», κόντεψε να πάθει βρογχοκήλη, τόσο που γούρλωσε τα μάτια του.
«Μια χαρά είναι –πέρσι τους είχαμε βάλει καινούργιες μπαταρίες. Μην είσαι σπάστης ρε γαμώτο! Μηχανούλες, γκομενίτσες στην πίσω θέση, ρομαντική επιστροφή μετά το πάρτυ …»
«Ποιες γκομενίτσες ρε κρετίνε! Οχτακόσια κιλά αηδία έχουμε καταντήσει! Σιγά μη χωράει δεύτερο άτομο στη σέλα!», αλλά η αιτία ήταν ότι δεν ήθελε καν να βγει από το σπίτι.
«Δεν ακούω τίποτα. Μηχανές –πάει και τελείωσε!»
Έφτασαν στο γκαράζ με το δικό του αυτοκίνητο. Ο υπάλληλος νύσταζε, ήταν και καινούργιος –χρειάστηκε να ψάχνουν μισή ώρα για να βρουν τις μηχανές τους. Αναμνηστικά κομμάτια λόγω ανάγκης, θα είχαν πουληθεί προ δεκαετίας αν βρισκόταν κάποιος, τόσο ηλίθιος ώστε να τα αγοράσει.
Ο άλλος είχε ήδη ανέβει και παιδευόταν με τη μίζα. Αυτός δεν είχε ακόμα ξεκλειδώσει το κρυπτονάιτ –αγωνιζόταν, βλέπεις, να βιδώσει τους καθρέφτες στη σωστή θέση.
«Βάλτη μπροστά να ζεσταίνεται ρε!»
«Δεν κοιτάς τα δικά σου χάλια καλύτερα;» του φώναξε για να ακουστεί πάνω από το ανατριχιστικό ξύσιμο της πεθαμένης μίζας.
Ευτυχώς που η δική του είχε τσοκ. Το άνοιξε πριν πατήσει απρόθυμα το κόκκινο κουμπί. Η μηχανή πήρε μπροστά με τη δεύτερη –«πάει, δεν την γλιτώνουμε την ταλαιπωρία σήμερα το βράδυ», σκέφτηκε. Ο άλλος είχε βγει στην κατηφόρα για τον επόμενο όροφο του πάρκινγκ -σα μπεχλιβάνης χοροπήδαγε πάνω στη σέλα.
«Τα κατάφερες;»
«Εσύ τι λες;»
Βγήκαν από το γκαράζ ιδρωμένοι –αταίριαστες φιγούρες πάνω σε φοβισμένες σέλες, οι κινητήρες διαμαρτύρονταν ήδη. Δεν έκανε κρύο, ποτέ δεν έχει κρύο το κέντρο της πόλης. Μόνο θόρυβο και μυρωδιές από περαστικά σκουπιδιάρικα. Ο άλλος τον πλησίασε όσο εκείνος προσπαθούσε να ζυγιάσει το βάρος του κινητήρα ανάμεσα στα πόδια του.
«Τα πάμε φιλαράκι;»
«Άσε μας ρε σάχλα!»
«Δυτικά πηγαίνουμε, ακολούθα με».
Τον ακολούθησε. Η πόλη είχε περίεργη κίνηση –άδειοι αυτοκινητόδρομοι, μποτιλιαρίσματα πριν τα φανάρια. Κάθε λίγο έπεφτε στα φρένα με όλο του το βάρος –είχε αρχίσει να πονάει και το γόνατό του –χιαστός από νεανικές απροσεξίες. Το εσωτερικό του κράνους μύριζε ντουλάπα, όσο πιο γρήγορα έφταναν, τόσο καλύτερα. Και τον ακολουθούσε όσο άφηναν την κεντρική λεωφόρο για να χαθούν στα στενά.
«Εδώ είναι»
«Σπουδαία»
«Τι; Δεν σου αρέσει το μαγαζί; Καινούργιο είναι και πολύ μοδάτο. Όλος ο καλός κόσμος …»
«Μάλιστα. Εμείς τι δουλειά έχουμε δεν κατάλαβα …»
«Ε, να χαζέψουμε τον καλό κόσμο».
Κλείδωσαν τα κράνη στις μπροστινές τους ρόδες, ευγνωμονώντας τα παλιά, μακρόστενα κρυπτονάιτ. Τώρα κυκλοφορούσαν κάτι ψείρες που μόνο για ασφάλεια χρησίμευαν.
«Θα μπούμε;»
«Δεν έχω όρεξη»
«Μα τότε, γιατί ήρθαμε μέχρι εδώ;»
«Γιατί όταν ξεκινήσαμε είχα όρεξη. Τώρα μου έφυγε».
Ο άλλος τον σκούντησε απότομα.
«Τι μαρμάρωσες ρε; Άντε πάμε μέσα».
Πήγαν. Το μαγαζί ήταν πίτα στον κόσμο. Με δυσκολία πέρασαν την είσοδο και βρέθηκαν απεγνωσμένοι –χιλιόμετρα μακριά από τον μπάρμαν. Στα ηχεία φώναζαν «you spin me round and round», ανάμεσα σε συνθεσάιζερ.
«Γκιράπια», είπε, δείχνοντας με τον αντίχειρα την πηγή της μουσικής.
«Ζωντανοί και πεθαμένοι αντάμα», του απάντησε ο άλλος.
Σώπασαν όσο έσπρωχναν τον κόσμο για να κερδίσουν κάποια βήματα πιο κοντά στο μπαρ. Αδύνατο –αλλά ήταν αποφασισμένοι. Και σε λίγο συνειδητοποίησαν πως δεν υπήρχε επιστροφή. Ή θα αγκιστρώνονταν στη μπάρα ή θα έλιωναν κάτω από τα τακούνια των χορευτών.
«Γεμάτο γκομενάκια είναι πάντως!», θαύμασε ο άλλος.
«Και τι μας νοιάζει ρε; Εδώ γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Πότε φεύγουμε;»
«Κάτσε, ακόμα δεν ήρθαμε. Θα συνηθίσεις».
«Για καλό μου το λες αυτό δηλαδή;»
Γαντζώθηκαν στο μπαρ και εξασφάλισαν κάποια ποτά μόνο κατ’ όνομα. Ο μπάρμαν τους κοίταξε επιφυλακτικά, μάλλον τους πέρασε για γονείς που έψαχναν τα παιδιά τους.
«Jacky O'», γκρίνιαξε αυτός, κουνώντας τα χέρια του για να εννοήσει τη μουσική.
«Σε λίγο θα σκάσει μύτη ο Γαρδέλης με τον Μιχαλόπουλο», γέλασε ο άλλος.
«Και πρέπει να μας βρουν εδώ;»
Καμιά απάντηση. Μόνο κάτι πιτσιρίκες τους τάραξαν στις αγκωνιές, όσο ζητούσαν τα ποτά τους. Χορεύοντας. Και δεν ήταν καν όμορφες.
Γύρισαν τις πλάτες τους στον κόσμο …
«Πως πάει η δουλειά;»
«Τα ίδια σκατά».
«Πότε θα φύγεις για διακοπές;»
«Έχω μια βδομάδα ακόμα. Εσύ;»
«Περισσότερο. Μπορεί να μην πάω και καθόλου. Βαριέμαι –όλη η γερουσία θα είναι μαζεμένη».
Δεν περνούσε η ώρα. Δεν περνούσε ούτε η μουσική. Ποιος γαμημένος ξέθαψε τους Tears for Fears; Πόσο αντέχουν τα ανθρώπινα αυτιά στην εισβολή των drum machine; Κι ο κόσμος να διασκεδάζει ασύστολα –πως ήταν δυνατό; «Γέρασες», σκέφτηκε. «Ναι, γιατί όταν ήμουν νέος παραληρούσα κάθε φορά που άκουγα το Fade to grey!» ολοκλήρωσε τον εσωτερικό του μονόλογο.
Γύρισε και έγνεψε στον άλλο –«βγαίνω για λίγο έξω, πάω για κατούρημα …κάτι τέλος πάντων». Απομακρύνθηκε με δυσκολία, ήταν ανάγκη να καπνίσει κάποιο ήσυχο τσιγάρο γιατί κόντευε να πάθει συνθετικό ίλιγγο.
Το μαγαζί είχε αυλή –στο πίσω μέρος, δίπλα στις τουαλέτες. Βγήκε και έμεινε με την πλάτη στον τοίχο.
«Δεν είσαι μαζί μου πια».
«Δεν είμαστε μαζί».
«Εσύ όμως έφυγες».
«Και οι δυο φύγαμε».
«Δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα».
«Δεν μας ρωτάει και κανένας ποτέ».
Βρέθηκε να καπνίζει δίπλα σε μια παρέα κοριτσιών. Μάλλον περίμεναν τη σειρά τους στις τουαλέτες. Έστησε αυτί.
«Αφού δεν σε θέλει -τι επιμένεις;»
«Και που το ξέρεις εσύ;»
«Όλοι το ξέρουν. Αφού τα έχει με άλλη!»
«Σιγά! Χάλια τα πάνε, θα την παρατήσει».
«Καλά, εσύ παραμυθιάζεσαι από μόνη σου!»
Τις κοίταξε. Συμπαθητικά κορίτσια με αντιπαθητικό ντύσιμο. Στρας και ανεκδιήγητα παπούτσια –σαν χανουμάκια στις «Χίλιες και μια νύχτες». Που πήγαν εκείνα τα κορίτσια με τις μίνι τζιν φούστες; Με τα all star ή τις καστόρινες μπότες και τα μαύρα μπλουζάκια; Προφανώς κατέληξαν πίσω από καρότσια μωρών –με περιττά κιλά και θολό βλέμμα.
«Έχετε μια τσίχλα;»
Γύρισε προς τη φωνή –μια κοπέλα τον είχε πλησιάσει, ξεκόβοντας από την παρέα.
«Τσίχλα; Όχι δα», απόρησε με τον εαυτό του κυρίως.
«Καλά ντε –δεν σας είπαμε και τίποτα!» ξεκαρδίστηκε η πιτσιρίκα.
Του μιλούσε στον πληθυντικό, τόση ώρα! Σκέφτηκε τον άλλο, το μαλάκα, που χαλβάδιαζε κοριτσάκια μέσα στο μπαρ. «Ηλίθιε, αυτές μας βλέπουν σαν πατεράδες τους!», γέλασε.
«Γιατί γελάτε; Είπα τίποτα αστείο;»
«Όχι συγνώμη. Με άλλο γελάω».
«Πείτε το και σε μας ντε!»
Την κοίταξε από το βαθύ ντεκολτέ μέχρι τα μυτερά ψηλοτάκουνα. Τι σκατά ήθελε η μικρή; Προσπαθούσε να του πιάσει κουβέντα; Και τώρα πλησίαζε ακόμα μία.
«Να σας ρωτήσω –έχετε αυτοκίνητο;»
«Τι πράγμα;»
Ακούστηκε πολύ επικριτικός και οι πιτσιρίκες μαζεύτηκαν. Καλά έκαναν. Δεν είχε αυτοκίνητο και δεν ήθελε να ξέρει γιατί τον ρωτούσαν. Ξαπλωμένος στον καναπέ, την ώρα που η τηλεόραση βάζει παλιές ταινίες –από αυτές που θέλεις να ξαναδείς, αλλά σε παίρνει ο ύπνος. Στα μισά. Γιατί δεν ήταν εκεί;
«Αυτοκίνητο δεν έχετε;»
«Όχι δεν έχω».
«Άσε τον άνθρωπο ήσυχο. Ήρθε με μηχανή».
Γύρισε το κεφάλι του απότομα –η καινούργια φωνή ήταν διαφορετική. Αταίριαστη με την υπόλοιπη παρέα των κοριτσιών. Των κοριτσιών που ξύνισαν στο άκουσμα της μηχανής κι απομακρύνθηκαν αδιάκριτα.
«Σου αρέσουν οι μηχανές;»
«Ναι … κάποιες. Η δικιά σου πάντως –όχι».
Γέλασε. Αυτό έλειπε δα –η μηχανή του ήταν σούργελο εδώ και μια δεκαετία.
«Αλλά για μια βόλτα δεν θα έλεγα όχι», συμπλήρωσε βιαστικά η κοπέλα.
Αμηχανία.
«Είμαι με έναν φίλο μου μέσα. Δεν μπορώ να φύγω στα καλά καθούμενα», μουρμούρισε.
«Ποιος σου είπε να φύγεις;» ξεκαρδίστηκε στα γέλια η κοπέλα. «Έλεγα μήπως μου έδινες τα κλειδιά να πάω ΕΓΩ μια βόλτα».
Την κοίταζε με κρεμασμένη μασέλα, αμίλητος.
«Έλα μωρέ τι φοβάσαι; Μη σου την κλέψω;»
Σίγουρα δεν φοβόταν αυτό.
«Τι να κλέψεις; Αυτή και να στη χάριζα δεν θα την έπαιρνες. Αλλά …»
«Θα μου τη δώσεις για βόλτα ή θα με πρήξεις κύριος;»
Η πιτσιρίκα είχε βάλει τα χέρια στις τσέπες του τζιν και τον κοίταζε με μισόκλειστα μάτια.
«Πάρτην δε γαμιέται! Κοίτα μόνο μη σαβουριαστείς πουθενά γιατί τα φρένα της είναι διακοσμητικά»
«Αυτός είσαι!»
Η κοπέλα άρπαξε τα κλειδιά στον αέρα και του γύρισε την πλάτη. Έμεινε να την κοιτάζει –ένα παιδί που θα ήθελε να έχει. Οι υπόλοιπες της παρέας γελούσαν προς το μέρος του –έπιασε κάποια «τρελάθηκε ο άνθρωπος!», «πάει αυτή, τη χάσαμε τώρα!» Τέτοια.
Βιάστηκε να επιστρέψει στο μπαρ.
«Τι έγινε –κόψιμο έπαθες;»
«Όχι μωρέ. Μίλαγα με κάτι κοπέλες».
«Ώπα! Χτυπήσαμε γκομενάκια; Τόσο γρήγορα; Φορμαρισμένο σε βρίσκω!»
«Όχι δεν είναι έτσι. Έδωσα τη μηχανή σε μία … για να κάνει βόλτα»
«Τι;»
Τον αγνόησε. Αφοσιώθηκε στους Human League που είχαν απορίες γιατί «δεν τους ήθελε το μωρό». Πώς να τους θέλει, με τις οξυζεναρισμένες φράντζες; Σα χαλασμένες σφουγγαρίστρες ήταν.
Ο άλλος βαρέθηκε να τον αγνοούν και πέρασε στη δράση. Κάποιες ξεσαλωμένες πιτσιρίκες, δυο τετριμμένες εξυπνάδες …
«Μας κάλεσαν να πάμε σε ένα μαγαζί με ζωντανό πρόγραμμα, εδώ παρακάτω».
«Ζωντανό;»
«Σκυλάδικο ρε μαλάκα»
«Α!»
«Άντε πάμε».
«Πρέπει να περιμένω την άλλη με τη μηχανή μου».
«Τι ηλίθιος που είσαι! Γιατί της την έδωσες;»
«Για να φύγει».
«Τι;»
«Άστο. Πηγαίνετε και θα σας βρω».
Σιγά μην τους έψαχνε! Θα περίμενε την πιτσιρίκα και θα την έκανε για το σπίτι αμέσως μετά. Αρκετά με το μαρτύριο –σαν το ανέκδοτο με το γάτο και το γατάκι είχε γίνει η κατάσταση -«εγώ λέω να γαμήσω ένα γύρο ακόμα και μετά θα πάω σπίτι γιατί κουράστηκα».
Παράγγειλε ακόμα ένα ποτό για την αναμονή. Το μαγαζί άδειαζε με σταθερό ρυθμό –φαίνεται πως μεταφέρονταν όλοι προς το σκυλάδικο. Μέχρι και σκαμπό βρήκε, για να καθίσει. Είχε χρόνια να μείνει μόνος σε μπαρ –από εκείνη την εποχή που την έψαχνε εσκεμμένα τυχαία, για να μην παραδεχτεί ότι ήθελε να τα πάρει όλα πίσω. Τη συμπεριφορά του, το υφάκι, την αποστασιοποίηση. Είχε φέρει την κατάσταση εκεί που υπολόγιζε, αλλά όχι εκεί που ήθελε. Γιατί ακόμα την ήθελε. Βαρετά απογεύματα με Καμύ και Μπρετόν –έστω κι αυτό ήταν καλύτερο από το τίποτα. Δεν την πέτυχε ποτέ –που γύρναγε; Τόσα χρόνια;
Κοίταξε ασυναίσθητα προς την πόρτα, καμιά γυναίκα δεν είδε να μπαίνει. Ούτε καν την πιτσιρίκα με τα κλειδιά της μηχανής του. Έκανε νόημα στον μπάρμαν για ένα ακόμα. Από τα ίδια.
«Πως και δεν πήγατε με τους υπόλοιπους;» ρώτησε ο μπάρμαν που αδημονούσε να μαζέψει τα ποτήρια και να την κάνει.
«Δεν είχα κέφι. Εσύ πρέπει να κλείσεις;»
«Όχι, εντάξει, έχω ώρα ακόμα», είπε εμφανώς ψέματα ο μπάρμαν καθώς απομακρυνόταν.
Που ήταν η πιτσιρίκα; Γιατί αργούσε; Σκέψεις –μπορεί να είχε τρακάρει, μπορεί τελικά να βούτηξε τη μηχανή, σκέψεις ανησυχητικές που δεν έλεγαν να φύγουν. Γιατί της είχε δώσει τη μηχανή; Προφανώς επειδή του άρεσαν τα μεγάλα κοροϊδευτικά μάτια της, και τα κοντά, αγορίστικα μαλλιά της. Ίσως να θαμπώθηκε κάπως από την κίνησή της –μετρημένα βήματα πάνω σε αθλητικά παπούτσια, συνεχής διακριτική κίνηση, σα να πατούσε πάνω σε αυγά. Βλακείες! Της έδωσε τη μηχανή επειδή του τη ζήτησε. Δεν του είχε ξαναζητήσει τέτοιο πράγμα άλλη γυναίκα –γι΄αυτό την έδωσε. Όμορφη, εντάξει, κάποια διάχυτη υποψία φλερτ –αλλά δεν ήταν αυτό. Γιατί αν ήταν, αν το υποψιαζόταν, θα το έβαζε στα πόδια. Πήγαιναν πολλά χρόνια που είχε σταματήσει τα επικίνδυνα σπορ με γυναίκες.
«Σόρυ που άργησα, αλλά έμεινα από βενζίνη», είδε τα κλειδιά του να προσγειώνονται δίπλα στο ποτήρι, πριν εκείνη ολοκληρώσει τη φράση της.
«Ωχ, συγνώμη! Έπρεπε να σε προειδοποιήσω».
Εκείνη γέλασε.
«Εντάξει, συμβαίνουν. Το πρόβλημα είναι πως δεν γύριζε ο διακόπτης στη ρεζέρβα –το ξέρεις έτσι; Αναγκάστηκα να ψάχνω για πένσα».
«Ναι, το ξέρω Έχω εργαλεία κάτω από τη σέλα».
«Τα βρήκα. Αλλά μου έβγαλε το λάδι για να ξεκινήσω μετά».
Δεν μίλησε άλλο. Καλό κορίτσι –δυναμική.
«Εντάξει. Να πηγαίνω τώρα. Καληνύχτα»
Ψάχτηκε για χρήματα, υπολογίζοντας ταυτόχρονα πόσο κόστιζαν τα ποτά.
«Βρήκα αυτό κάτω από τη σέλα».
Γύρισε να την κοιτάξει. Παραξενεμένος. Ασημένια αλυσίδα, λεπτή και στην άκρη της ένα φίδι. Στριφογυριστό.
«Επιμένεις να το κρατάς αυτό –έτσι;»
«Σε πειράζει επειδή μου το είχε κάνει δώρο ο πρώην;»
«Όχι ιδιαίτερα».
«Εντάξει τότε».
«Θα προτιμούσες να με πειράζει;»
«Έχει σημασία;»
«Δε νομίζω».
«….»
Ένιωσε το χέρι της, μαλακό μέσα στο δικό του καθώς άφηνε το μενταγιόν. Αλλά δεν το πήρε.
«Ήταν δίπλα στη θήκη με τα εργαλεία. Σφηνωμένο. Είπα μήπως το έψαχνες …»
«Κράτησέ το, δεν το θέλω. Πάρτο σαν αντάλλαγμα για τη μαλακία μου με τη βενζίνη».
«Της γυναίκας σου είναι;»
«Που το ξέρεις ότι είμαι παντρεμένος;»
«Φοράς βέρα».
«Όχι, δεν είναι δικό της. Κάποιας άλλης».
«Θέλεις να μου πεις γι’ αυτό;»
«Όχι βέβαια!»
Γύρισε την πλάτη και ασχολήθηκε με τα ρέστα που του έδωσε ο μπάρμαν. Άναψε κιόλας κάποιο τσιγάρο για να κατεβάσει τις τελευταίες γουλιές ποτού.
«Θα με πετάξεις τουλάχιστον μέχρι το σπίτι μου; Η παρέα μου έχει φύγει, δεν τις βλέπω πουθενά».
Δυσανασχέτησε φανερά. Δεν ήθελε δεύτερο άτομο στη μηχανή και δεν είχε καμιά όρεξη να καθυστερήσει την επιστροφή του στο σπίτι. Για την ακρίβεια βιαζόταν να γυρίσει.
«Εντάξει, να σε πάω. Είσαι έτοιμη;»
Ήταν.
Την ένιωθε να πιέζεται στην πλάτη του καθώς προσπαθούσε να κοιτάζει πάνω από τον ώμο του. Για να του δίνει οδηγίες, «στρίψε από εδώ, πήγαινε ευθεία και στο πρώτο φανάρι δεξιά» -τέτοια. Είχε ένα άρωμα περίεργο, σχεδόν πικρό.
«Εδώ είναι –σταμάτα».
«Τι είναι εδώ;»
Βρίσκονταν στην είσοδο κάποιας άγνωστης πλατείας, βρώμικα παγκάκια, δέντρα χωρίς ίχνος φύλλου.
«Εδώ με αφήνεις»
«Εδώ μένεις;»
«Όχι, αποφάσισα να πάω σε ένα μπαράκι –παίζουν κάτι φίλοι …»
«Όπως θέλεις …»
Κατέβηκε, αλλά ήταν τόσο ελαφριά που δεν ένιωσε την αλλαγή στη μηχανή.
«Μήπως θέλεις να έρθεις κι εσύ μέσα; Παίζουν ροκ και τέτοια … παλιά. Της εποχής σου».
«Μπα, ευχαριστώ … δεν είναι καλή ιδέα».
Τον καληνύχτισε και απομακρύνθηκε χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Αυτός πάλι –έμεινε εκεί. Χάζευε την κίνησή της καθώς περνούσε από την πόρτα του μαγαζιού απέναντι, αλλά δεν ήταν αυτό. Έβγαλε το κράνος βρίζοντας για να απαντήσει στο κινητό του.
«Έλα ρε τι θέλεις;»
«Που είσαι μαλάκα; Θα σε περιμένω πολύ ακόμα;»
«Πάω σπίτι ρε».
«Καλά, βλαμένος είσαι; Σου έφεραν πίσω τη μηχανή;»
«Ναι και πάω σπίτι».
«Έλα βρε γελοίε από εδώ! Τίγκα στα γκομενάκια είναι!»
«Άστο. Αρκετά γάμησα κι απόψε. Πάω να την πέσω».
«Κωλόγερε!»
Το τηλέφωνο έκλεισε.
Κρέμασε το κράνος στον καθρέφτη της μηχανής και δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει το κλειδί. «Δε γαμιέται!». Ακολούθησε τον δικό της δρόμο, έσπρωξε τη βαριά πόρτα και βρέθηκε στο σκοτάδι των ήχων. Προφανώς το γκρουπάκι διασκεύαζε Humble Pie εκείνη την ώρα –καταφανώς το έκανε με άσχημο τρόπο. Βρήκε τα σκαλιά ψηλαφίζοντας με τις άκρες των παπουτσιών του.
Μαλλιάδες. Που βρέθηκαν οι μαλλιάδες τέτοια εποχή; Προχώρησε διακριτικά. Δεν είχε πολύ κόσμο το μαγαζί, σερβιρίστηκε γρήγορα ένα ποτό κι έμεινε να χαζεύει διστακτικά την πίστα. Δεν ήθελε να την ψάξει στον χώρο –όχι ακόμα, όχι πριν κάνει μια πρόχειρη χαρτογράφηση στο μυαλό του.
«Άλλαξες γνώμη και ήρθες τελικά παππούλη;» του γέλασε εκείνη τραβώντας τον από το μανίκι. Τελικά δεν θα χρειαζόταν να την ψάξει.
«Ναι … είπα …»
«Καλά το είπες!» ξεκαρδίστηκε η πιτσιρίκα. «Βλέπεις τον μπασίστα; Είναι φίλος μου –καλός δεν είναι;»
«Εντάξει –όχι πολύ».
«Τι στριμμένο άντερο που είσαι!»
Σώπασαν καθώς το συγκρότημα περνούσε στην ασεβή εκτέλεση του «Better by you, better than me».
«Ανεπίδεκτοι», του ψιθύρισε εκείνη.
«Αυτό λέω κι εγώ», είπε για να δεχτεί μια ξεγυρισμένη τσιμπιά.
«Το όνομά τους είναι ‘Ανεπίδεκτοι’! Τι κακός που είσαι!»
Δεν γινόταν. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Δεν υπήρχε περίπτωση να φλερτάρει με αυτή τη μικρή και δεν είχε καμιά διάθεση να φύγει από το μαγαζί. Σκέτος γκρεμός.
«Πες μου για την κοπέλα»
«Ποια κοπέλα;»
«Αυτή με το φιδάκι».
«Ήταν μια κοπέλα. Αγαπιόμασταν –υποθέτω. Μετά πλήτταμε. Υποθέτω. Και μετά –τίποτα».
«Αλλά έχεις μετανιώσει –έτσι;»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Σε είδα πως κοίταζες το μενταγιόν. Ακόμα την ψάχνεις;»
«Και τι σε νοιάζει εσένα; Στενός κορσές μου έγινες –άσε με να πιω το ποτό μου!»
Η μικρή μαζεύτηκε. Την είδε με την άκρη του ματιού του να κοιτάζει πίσω από τα μπουκάλια. Νευρίασε ακόμα περισσότερο –οι συγνώμες δεν ήταν ποτέ το φόρτε του. Ούτε οι παρηγοριές. Κι αν άνοιγε η πόρτα την επόμενη στιγμή για να μπει εκείνη; Πόσο γελοίο θέμα –αυτός, με περιττά κιλά να σαλιαρίζει, πεσμένος δίπλα σε μια πιτσιρίκα! Τι ήθελε εδώ; Γιατί ήρθε από την αρχή;
«Φεύγω»
«Στο καλό», χωρίς να τον κοιτάζει.
«Συγνώμη –ήμουν απότομος».
«Δεν πειράζει».
«Φεύγω».
«Να είσαι καλά».
«Συγνώμη για όλα».
«Δεν το εννοείς».
«Δεν το εννοώ».
Κατέβασε το υπόλοιπο ποτό του βιαστικά. Άφησε τα χρήματα πάνω στον πάγκο και θα έφευγε … Η πόρτα άνοιξε και μπήκε εκείνη. Η μπάντα διασκεύαζε το «No sleep till Brooklyn» για όνομα του Θεού! Εκείνη κατέβηκε διστακτικά τα σκαλιά. Δεν ήταν εκείνη.
Εξακολουθούσε όμως να την κοιτάζει. Της έμοιαζε κάπως –όχι πολύ. Ίσως και πολύ, είχαν περάσει 15 χρόνια από τότε που την είχε δει για τελευταία φορά.
«Συμβαίνει κάτι και με κοιτάζετε;» του είπε η γυναίκα, πλησιάζοντας.
«Μου θυμίζετε κάποια γνωστή μου. Αυτό είναι όλο».
«Ενδιαφέρον. Δεν θα πρέπει να ήταν πολύ όμορφη η γνωστή σας».
«Το αντίθετο θα έλεγα».
«Κολακευτικό αυτό. Ή κάνω λάθος;»
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα. Να σας κεράσω ένα ποτό;»
«Απαρχαιωμένος τρόπος για να κάνεις καμάκι!» γέλασε η γυναίκα.
«Σε αυτό συμφωνώ απολύτως», προσπάθησε εκείνος να μετατρέψει την αμηχανία σε αινιγματικότητα.
Η μικρή κοίταζε ακόμα τα μπουκάλια. Η γυναίκα δίπλα του ήταν πολύ λιγότερο ελκυστική από εκείνη. Εκείνη τη μικρή κι εκείνη την παλιά. Λιγότερο ελκυστική ακόμα και από την γυναίκα του που έκρυβε
Η γυναίκα ήταν χωρισμένη πρόσφατα. Είχε έναν γιο που τώρα κοιμόταν στης μητέρας της. Ευχαριστημένη από τη ζωή της γενικώς και εκνευρισμένη από το γουρούνι τον πρώην άντρα της. Μονίμως. Απόψε το βράδυ είχε βγει με φίλες –έμενε εδώ κοντά, σταμάτησε για ένα τελευταίο ποτό.
«Εσύ;»
Της είπε πως ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος από το Βορρά. Ζούμε μόνος σε ένα λοφτ με θέα το λιμάνι. Είχε έρθει για δουλειές και (αυτό το τόνισε με έξτρα γυάλισμα στα μάτια) διασκέδαση. Είχε μια μηχανή … Σταμάτησε. Συνειδητοποίησε πως το κράνος βρισκόταν ακόμα πάνω στη μηχανή, όπως και το κλειδί. Τι μαλάκας! Θα μπορούσε να την πάρει κάποιος πιτσιρικάς, έτσι για πλάκα –πως θα γύριζε σπίτι του μετά; Ζήτησε συγνώμη και ξεκίνησε για έξω. Το συγκρότημα έπαιζε «Το Βάρος». «Σήκωσα τη βαλίτσα μου και ξεκίνησα να βρω ένα μέρος για να κρυφτώ/ όταν είδα την Κάρμεν με τον Διάβολο να περπατάνε πλάι-πλάι/ Είπα ‘Κάρμεν, έλα να πάμε στις κάτω γειτονιές’/ Εκείνη είπε ‘Πρέπει να φύγω, αλλά ο φιλαράκος μου μπορεί να σου κάνει παρέα’». Δεν είχε σημασία.
Βρήκε την πιτσιρίκα στην πλατεία. Κοντά στη μηχανή του.
«Τι κάνεις εδώ;»
«Τίποτα».
Σιωπή.
«Την πρόσεχα».
«Σε ευχαριστώ. Αλλά που ήξερες ότι έχω αφήσει το κλειδί επάνω;»
«Βασικά, δεν είχες το κράνος μαζί σου …»
«Για προηγουμένως …»
«Καταλαβαίνω».
«Δεν είμαι σίγουρος. Εδώ, εγώ δεν καταλαβαίνω απόλυτα».
«Μην κουράζεσαι. Ήρθες να πάρεις τα πράγματά σου. Πάρτα και πήγαινε πάλι μέσα. Εγώ λέω να πάω σπίτι».
Την κοίταζε και είχε αποφασίσει πως αυτή η κατάληξη θα ήταν όντως η πιο βολική.
«Στάσου. Τι ακριβώς ήθελες από εμένα;»
«Να πάω μια βόλτα με τη μηχανή σου. Να με φέρεις μέχρι εδώ. Εντάξει … δεν τρελαινόμουν να προσέχω τα πράγματά σου, αλλά …»
Έσκυψε προς το μέρος της, σχεδόν την άγγιξε.
«Συγνώμη. Το εννοώ. Τόσο πολύ που αν ο χρόνος γύριζε πίσω, θα έκανα τα πάντα για να είμαστε μαζί. Αλλά τότε, δεν ήμουν … δεν μπορούσα. Πίστευα …. ξέρεις τώρα … Ότι τα πάθη είναι μοιραία, ότι πρέπει πάντα να κυνηγάμε την ένταση. Δεν ανεχόμουν λιγότερα και γι΄αυτό έμεινα χωρίς τίποτα από σένα. Μετά κατάλαβα και σε έψαξα, αλλά … Μαλακίες. Είμαι καλά στη ζωή μου και αυτή ήταν η μόνη ζωή που θα μπορούσα να έχω. Θύμωνα γιατί δεν φτάσαμε το ιδανικό, τώρα δε με πειράζει το κοινότυπο. Το απαραίτητο. Θέμα απαιτήσεων –κατάλαβες; Ζητάς τα πάντα και δεν έχεις τίποτα, ζητάς το ελάχιστο και μπορεί να βρεθείς με τα πάντα. Κοινοτυπίες –έτσι; Συγνώμη και πάλι. Δεν θα μπορούσα να το πω διαφορετικά –μιλάμε όπως ζούμε. Έτσι δεν είναι;»
Η πιτσιρίκα τον παρακολουθούσε αμίλητη. Έμοιαζε να δέχεται τον ρόλο της, ίσως και όχι. Αμίλητη.
«Εντάξει; Τελείωσες; Λέω να πηγαίνω». Αμείλικτη. Ίσως και όχι.
Την κράτησε απότομα από τον ώμο και έβγαλε το μενταγιόν.
«Δικό σου. Κάνε μου τη χάρη! Και η μηχανή. Δεν χρειάζεται να την έχω. Δικιά σου. Με την προϋπόθεση να την κάνεις αγνώριστη, δεν αντέχω να σας ψάχνω στους δρόμους. Θέλω να χαθείτε. Μπορείς να το κάνεις;»
Στράφηκε προς το μέρος του σκεπτική.
«Καλά έκανες κι έφυγες. Πήγαινε σπίτι σου τώρα», του είπε μητρικά αυτή η μικροσκοπική κοπελίτσα. Μετά, έβαλε μπροστά τη μηχανή και χάθηκε με ένα φίδι να γυαλίζει πάνω στη μαύρη μπλούζα της. Κι αυτός δεν την είδε που έφευγε.
Δεν δυσκολεύτηκε να βρει ΤΑΞΙ τελικά. Μόνο που κουδούνιζε το κεφάλι του από κάτι ποπ σκυλάδικα στο ράδιο και την πολυλογία του ταξιτζή. Γι΄αυτό ανακουφίστηκε όταν ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του. Πέταξε τα ρούχα του στα άπλυτα –σίγουρα θα βρωμοκοπούσαν τσιγάρο –άνοιξε την τηλεόραση, κουλουριασμένος στον καναπέ και αποκοιμήθηκε πριν ολοκληρώσει το πρώτο του ζάπινγκ.
Το πρωί τον ξύπνησε το τηλέφωνο –η γυναίκα του από την παραλία μαζί με τα παιδιά και η θάλασσα ήταν λάδι. Ξανακοιμήθηκε αμέσως μετά.
Το μεσημέρι τον ξύπνησε το τηλέφωνο –ο δικός του απογοητευμένος γιατί τα σύγχρονα γκομενάκια είναι όλο λόγια κι όταν πας να προχωρήσεις σου κολλάνε μια ξενέρα κατάμουτρα. Να έχεις να πορεύεσαι. Δεν ξανακοιμήθηκε.
Θυμήθηκε τη γυναίκα που είχε στήσει το προηγούμενο βράδυ, αυτή που θα τον περίμενε να πιούν παρέα το κερασμένο ποτό. Γιατί την είχε στήσει; Δεν θυμόταν καλά.
Το απόγευμα ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Ο δικός του ήθελε να κανονίσουν για το βράδυ –αρνήθηκε, δεν είχε όρεξη.
«Έγινε τίποτα χτες ρε μαλάκα; Σε άκουσα κάπως την τελευταία φορά».
«Τίποτα, τίποτα. Βρήκα μόνο μια παλιά μου γνωστή».
«Ποια;»
«Καμιά».
Ξανακοιμήθηκε αμέσως μετά. Χωρίς να ανοίξει τηλεόραση. Ήρθε στον ύπνο του, όπως και τόσες άλλες φορές.
«Γειά σου».
«Ποια είσαι;»
«Δεν με θυμάσαι;»
«Δεν είμαι σίγουρος».
«Καλύτερα».
